TAKIS PALAONDAS LIMITED ν. REISSWOLF CYPRUS LTD, Έντυπο 33: 13/2024, 8/7/2025
print
Τίτλος:
TAKIS PALAONDAS LIMITED ν. REISSWOLF CYPRUS LTD, Έντυπο 33: 13/2024, 8/7/2025

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ                                                        Έντυπο 33: 13/2024

Ενώπιον: Μ.Π. Μιχαήλ Ε.Δ        

                                                                                           

Μεταξύ:

TAKIS PALAONDAS LIMITED Aρ. Εγγραφής: 8477, Καλλιστράτους 9, 3060 Λεμεσός

Αιτητές

και

REISSWOLF CYPRUS LTD, Αρ. Εγγραφής: 280735, Φωκίωνος 6, Βιομηχανική Περιοχή Αραδίππου, 7101 Λάρνακα

Καθ’ών η Αίτηση

 

Ημερομηνία: 08/07/25

Για τους Αιτητές:  κ. Γ. Αντωνίου

Για τους Καθ’ ών η Αίτηση: κα Π. Δανιήλ για ΑΝΤΩΝΗΣ Κ. ΚΑΡΑΣ ΔΕΠΕ

 

 

            I.        Η παρούσα αίτηση:

 

Με την παρούσα αίτηση, οι Αιτητές αιτούνται ουσιαστικά διάταγμα αποκάλυψης εγγράφων εναντίον των Καθ’ών η Αίτηση ως ακολούθως:

 

1.  Διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται οι Καθ’ών η Αίτηση και/ή διευθυντές και/ή ο Γραμματέας και/ή αξιωματούχοι και/ή οι εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι τους όπως εντός 15 (δεκαπέντε) ημερολογιακών ημερών από την επίδοση του Διατάγματος σε αυτούς, ετοιμάσουν ορκιστούν και καταχωρήσουν στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας και/ή παραδώσουν στο Δικηγόρο των Αιτητών ένορκη δήλωση στην οποία θα αποκαλύπτουν:

 

(α) τη συμφωνία/ίες και/ή άλλα σχετικά έγγραφα που έχουν υπογράψει οι Καθ’ών η Αίτηση με την Ελληνική Τράπεζα Κύπρου (Hellenic Bank) (στο εξής αναφερόμενη ως «Ελληνική Τράπεζα») για την περίοδο από 29/10/2015 μέχρι και σήμερα για την παροχή από τους Καθ’ών η Αίτηση προς την Ελληνική Τράπεζα υπηρεσιών φύλαξης, αρχείων και εγγράφων.

(β) οποιαδήποτε άλλα έγγραφα και/ή πληροφορίες έχουν στην κατοχή τους που συνδέονται με τη συμφωνία/ίες που περιγράφεται /όνται στην πιο πάνω παράγραφο (α),

(γ) κατάσταση λογαριασμού στην οποία θα καταγράφονται όλες οι συναλλαγές που έγιναν με την Ελληνική Τράπεζα στα πλαίσια εφαρμογής της συμφωνίας/ιών που περιγράφεται/ονται στην πιο πάνω παράγραφο (α),

(δ) όλα τα τιμολόγια που εκδόθηκαν από τους Καθ’ ών η Αίτηση προς την Ελληνική Τράπεζα και συνδέονται με την συμφωνία/ίες που περιγράφεται/ονται στην πιο πάνω παράγραφο (α),

(ε)  Όλα τα ποσά που εισέπραξαν από την Ελληνική Τράπεζα στα πλαίσια εφαρμογής της συμφωνίας/ίες που περιγράφονται στην πιο πάνω παράγραφο (α).

 

Η παρούσα αίτηση ( Έντυπο 33)  καταχωρήθηκε πριν από την έγερση απαίτησης σύμφωνα με τον Κανονισμό 23.2 των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Στη Νομική βάση της αίτησης αναφέρονται τα εξής: άρθρο 4 του Κεφ. 6, άρθρα 21, 22, 29, 30, 31 και 32 του Ν.14/60, οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2023, Μέρος 1, 2,3, 4, 7, 8, 23, 25, 32 και 39, ο περί Συμβάσεων Νόμος Κεφ. 149, οι αρχές του Κοινοδικαίου, η υπόθεση Norwich Pharmacal Co v. Customs and Excise Commissions (1974), οι αρχές της επιείκειας και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.

 

Η αίτηση υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση του κ. Χριστάκη Παλάοντα, ενός εκ των διευθυντών των Αιτητών. Ο μάρτυρας ισχυρίζεται ότι κατά το έτος 2015 ήρθε σε επαφή με τον κ. Μάρκο Ελευθερίου, ιδιοκτήτη της MANILOGISTISTICS LTD (αργότερα REISSWOLF CYPRUS LTD), ο οποίος του ανέφερε ότι η εταιρεία του, ήτοι οι Καθ’ ών η Αίτηση, είχε συνάψει συμφωνία δικαιόχρησης (franchise) με την γερμανική εταιρεία Reisswolf International Ltd για την αποκλειστική χρήση του εμπορικού σήματος και συστήματος φυσικής/ηλεκτρονικής φύλαξης εγγράφων στην Κύπρο. Οι Καθ’ών η Αίτηση αναζητούσαν επενδυτές προκειμένου να αντλήσουν κεφάλαια. Συμφωνήθηκε όπως οι Αιτητές συνεργαστούν με τους Καθ’ών η Αίτηση πρώτον με τη συμμετοχή των Αιτητών στην μετοχική δομή των Καθ’ών η Αίτηση έναντι ανταλλάγματος και δεύτερο στη προώθηση της ανάπτυξης των εργασιών των Καθ’ών η Αίτηση.

 

Στις 29/04/2015 συνήφθη η πρώτη γραπτή συμφωνία μεταξύ των Αιτητών, των Καθ' ων η Αίτηση και του Μάρκου Ελευθερίου (Τεκμήριο 3). Σύμφωνα με το άρθρο 7 της συμφωνίας, ο κ. Μάρκος Ελευθερίου (Πρώτος Συμβαλλόμενος) συμφωνεί και αποδέχεται όπως καταβάλει στους Αιτητές συγκεκριμένα ποσοστά από εισοδήματα που θα λαμβάνει από μελλοντικούς πελάτες φυσικής φύλαξης εγγράφων (DMS) που θα προκύψουν από τις εισηγήσεις των Αιτητών (Τρίτου Συμβαλλόμενου στην συμφωνία Τεκμήριο 3). Τα ποσοστά καθορίζονται στο Παράρτημα Ε και θα καταβάλλονται εντός 30 ημερών από την ημερομηνία καταβολής από τους πελάτες.

 

Στις 29/10/2015 συνήφθη δεύτερη γραπτή συμφωνία (Τεκμήριο 4), μεταξύ Αιτητών και Καθ’ών η Αίτηση, η οποία ουσιαστικά αποσκοπούσε στην εφαρμογή του άρθρου 7 της πρώτης συμφωνίας που αναφέρθηκε ανωτέρω. Με βάση την εν λόγω δεύτερη συμφωνία, η οποία ήταν αόριστης διάρκειας, οι Αιτητές συμφώνησαν να παρέχουν βοήθεια για εξεύρεση πελατών στους Καθ’ών η Αίτηση σύμφωνα με καθορισμένη διαδικασία. Αναφορικά με τις εταιρείες που βρίσκονταν στο Παράρτημα Γ (Τεκμήριο 5), συμπεριλαμβανομένης της Ελληνικής Τράπεζας Κύπρου, υπήρχε όρος όπως αν κάποια από αυτές γίνει πελάτης των Καθ’ών η Αίτηση πριν την 31/12/2016, η εταιρεία αυτή θα θεωρείται ότι έχει γίνει πελάτης κατόπιν σύστασης των Αιτητών και οι Αιτητές θα δικαιούνται της καθορισμένης αμοιβής τους ως το Παράρτημα Β. Το ίδιο θα ίσχυε ακόμα και εάν κάποια από τις εταιρείες του Παραρτήματος Γ, γίνει πελάτης των Καθ’ών η Αίτηση σε μεταγενέστερο στάδιο, δηλαδή μετά την 31/12/2016, υπό την προϋπόθεση ότι η επαφή με τη συγκεκριμένη εταιρεία έγινε πριν την 31/12/2016. Η προθεσμία πληρωμής της αμοιβής προς τους Αιτητές καθορίστηκε σε 15 ημέρες από την πληρωμή του νέου πελάτη προς τους Καθ’ών η Αίτηση.

 

Στο πλαίσιο αυτής της πιο πάνω συμφωνίας οι Αιτητές παρείχαν υπηρεσίες προς τους Καθ’ ών η Αίτηση επιχειρώντας ουσιαστικά να εντάξουν διάφορες εταιρείες στο πελατολόγιο των Καθ’ ών η Αίτηση, μεταξύ αυτών και την Ελληνική Τράπεζα. Στο πλαίσιο αυτό πραγματοποιήθηκε συνάντηση στις 23/11/2015 στα γραφεία της Ελληνικής Τράπεζας στη Λευκωσία, όπου παρευρέθηκαν αξιωματούχοι/υπάλληλοι της Ελληνικής Τράπεζας, αξιωματούχοι από πλευράς Αιτητών και Καθ’ών η Αίτηση, όπως επίσης και λογιστής των Καθ' ων η Αίτηση. Όλη η σχετική αλληλογραφία μεταξύ των διαδίκων με τους αξιωματούχους της Ελληνικής Τράπεζας κατά τον επίδικο χρόνο, όπως επίσης και οι επαγγελματικές κάρτες των συμμετεχόντων επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 6. Στο διάστημα που ακολούθησε έγινε προσπάθεια από πλευράς των Καθ’ών η Αίτηση για να τροποποιήσουν την επίδικη συμφωνία, αναφορικά με την αμοιβή των Αιτητών. Σχετικά κατατίθεται ηλεκτρονική αλληλογραφία ως Τεκμήριο 7.  Το ζήτημα αυτό τελικά δεν καρποφόρησε.  

 

Στις 25/08/2023, συγκεκριμένος ανώτερος υπάλληλος της Ελληνικής Τράπεζας, ο οποίος κατονομάζεται, επιβεβαίωσε τηλεφωνικά στον ομνύοντα ότι βρίσκεται σε ισχύ συμφωνία μεταξύ Ελληνικής Τράπεζας και Καθ' ων η Αίτηση για παροχή των υπηρεσιών που περιγράφονται στη Συμφωνία, χωρίς όμως να παράσχει περαιτέρω λεπτομέρειες λόγω απορρήτου. Παρά την επιτυχή συνεργασία που προέκυψε από τις προσπάθειες των Αιτητών, οι Καθ' ων η Αίτηση ουδέποτε ενημέρωσαν τους Αιτητές για το περιεχόμενο της συμφωνίας με την Ελληνική Τράπεζα, ουδέποτε αποκάλυψαν τα απαιτούμενα έγγραφα/στοιχεία για παρακολούθηση των αποτελεσμάτων της συγκεκριμένης συναλλαγής και ουδέποτε κατέβαλαν την αμοιβή που δικαιούνται οι Αιτητές σύμφωνα με τη Συμφωνία, παρά το γεγονός ότι η συνεργασία τους με την Ελληνική Τράπεζα ήταν πολύ αποδοτική.

 

Ενόψει της συστηματικής άρνησης συμμόρφωσης, οι δικηγόροι των Αιτητών απέστειλαν σειρά επιστολών προς τους Καθ’ών η Αίτηση. Στις 04/09/2023 απεστάλη πρώτη επιστολή μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος (Τεκμήρια 8 & 9), με την οποία ζητείτο αποκάλυψη όλων των εγγράφων και στοιχείων σχετικά με τη συνεργασία των Καθ’ών η Αίτηση με την Ελληνική Τράπεζα. Στις 03/10/2023 ακολούθησε δεύτερη επιστολή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (Τεκμήριο 10) με παρόμοιο περιεχόμενο και στο πλαίσιο της οποίας τάχθηκε προθεσμία 3 ημερών για συμμόρφωση των Καθ’ών η Αίτηση με το περιεχόμενο της. Τέλος, στις 17/01/2024 απεστάλη Επιστολή Απαίτησης, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (Τεκμήρια 11, 12 & 13) σύμφωνα με το Προδικαστηριακό Πρωτόκολλο Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, με προθεσμία 14 ημερών για συμμόρφωση και απάντηση. Οι Καθ' ων η Αίτηση ουδέποτε ανταποκρίθηκαν σε καμία από τις επιστολές.

 

Ο μάρτυρας τονίζει ότι χωρίς πρόσβαση στα σχετικά έγγραφα και πληροφορίες, οι Αιτητές αδυνατούν να συντάξουν έκθεση απαίτησης, να τεκμηριώσουν και καθορίσουν τις αποζημιώσεις, ή να υπολογίσουν την αμοιβή τους σύμφωνα με το Παράρτημα Β της Συμφωνίας. Η παρέμβαση του Δικαστηρίου κρίνεται απαραίτητη καθώς οι Καθ' ων η Αίτηση δεν έχουν πρόθεση εθελούσιας συμμόρφωσης και η έκδοση των διαταγμάτων είναι εύλογη και αναγκαία θεραπεία για την προστασία των δικαιωμάτων των Αιτητών και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.

 

          II.        Οι θέσεις των Καθ’ ών η Αίτηση.

Οι Καθ’ών η Αίτηση καταχώρησαν ένσταση με την οποία προβάλλονται οι ακόλουθοι 15 λόγοι ένστασης:

  1. Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, παράτυπη και αντικανονική
  2. Με τη μαρτυρία που έχουν προσκομίσει οι Αιτητές, δεν πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  3. Δεν υφίστανται ιδιαίτερες περιστάσεις και/ή το επίδικο θέμα δεν είναι επείγον ώστε να χορηγηθεί θεραπεία πριν από την καταχώρηση απαίτησης.
  4. Οι Αιτητές γνωρίζουν και/ή όφειλαν να γνωρίζουν όλες τις πληροφορίες τις οποίες επιδιώκουν να αποκαλύψουν μέσω της παρούσας Αίτησης.
  5. Οι Αιτητές δεν έχουν καταδείξει θετικά ότι κατέχουν δικαιώματα επί των στοιχείων/πληροφοριών που επιχειρούν να αποκτήσουν μέσω της παρούσας Αίτησης.
  6. Οι αιτούμενες πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με άλλους διαθέσιμους τρόπους.
  7. Oι Αιτητές δεν έχουν προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή έχουν αποκρύψει  ουσιώδη γεγονότα, τα οποία τείνουν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο και/ή η αποκάλυψη τους δύναται να επηρεάσει ουσιωδώς την τύχη της παρούσας Αίτησης και/ή δεν είναι καλόπιστοι.
  8. Δεν έχουν κληθεί στη διαδικασία όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα.
  9. Η καταχώρηση της παρούσας Αίτησης συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.
  10. Η απαίτηση των Αιτητών απορρέει από την κύρια συμφωνία ημερομηνίας 29/10/2015, για την οποία το 2018 έχει καταχωρηθεί Αγωγή λόγω ισχυριζόμενης διάρρηξης των όρων της. Επομένως, οι όποιες αξιώσεις των Αιτητών που προκύπτουν από την εν λόγω συμφωνία έχουν παραγραφεί.
  11. Τα αιτούμενα διατάγματα είναι γενικά, καλύπτοντας ένα πολύ ευρύ φάσμα πληροφοριών ή και κινήσεων των Καθ’ών η Αίτηση και/ή τρίτων προσώπων , τα οποία συνιστούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, για ακαθόριστη χρονική περίοδο.
  12. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλείνει υπέρ της μη έκδοσης και εν πάση περιπτώσει, η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν είναι εύλογη και δίκαιη υπό τις περιστάσεις και/ή θα αποτελούσε δυσανάλογη και/ή μη αναγκαία και/ή αδικαιολόγητη παραβίαση των συνταγματικά προστατευμένων δικαιωμάτων της ιδιωτικής ζωής, της επικοινωνίας και της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι των αθώων προσώπων, αλλά και γενικότερα όλων των προσώπων, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών, καθώς και τον Περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα Νόμο του 2001.
  13. Οι Καθ’ών η Αίτηση δεσμεύονται από την αρχή της εμπιστευτικότητας να μην αποκαλύψουν τις αιτούμενες πληροφορίες και/ή έγγραφα, διότι οτιδήποτε ζητείται από τους Αιτητές περιήλθε σε κατοχή ή γνώση τους υπό την ιδιότητα τους ως επαγγελματιών παρόχων υπηρεσιών και/ή εμπεριέχει έγγραφα, επικοινωνίες και/ή άλλα προσωπικά δεδομένα.
  14. Υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης.
  15. Εν πάση περιπτώσει, δεν είναι εύλογο αλλά ούτε και δίκαιο, υπό τις περιστάσεις να εγκριθεί η επίδικη Αίτηση.

Η Ένσταση υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση του κ. Μ. Ελευθερίου, διευθυντή των Καθ’ών η Αίτηση/Εταιρείας. Μέσω της Ένορκης Δήλωσης ο ομνύοντας αναφέρει ότι οι Αιτητές είναι μέτοχοι των Καθ’ών η Αίτηση και επισυνάπτει προς απόδειξη σχετική έρευνα από την ιστοσελίδα του Εφόρου Εταιρειών ως Τεκμήριο Α. Η εν λόγω έρευνα δείχνει ότι οι Αιτητές κατέχουν τις  669 από τις 10,000 εκδοθείσες μετοχές των Καθ’ών η Αίτηση. Ο ομνύων ισχυρίζεται ότι οι Αιτητές έχουν, ως μέτοχοι των Καθ’ ων η Αίτηση, ευκολότερους αλλά και ενδεδειγμένους μηχανισμούς, μέσω των οποίων θα μπορούσαν να λάβουν τα έγγραφα που ζητούνται. Ειδική αναφορά κάνει ο ομνύων στην αγωγή που καταχώρησαν οι Αιτητές εναντίον των Καθ’ ών, συγκεκριμένα την αγωγή 470/18 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, η οποία κατατίθεται ως Τεκμήριο Β, με αντικείμενο την αρχική συμφωνία που υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων. Όπως ισχυρίζεται εξαιτίας της ρηθείσας αγωγής η παρούσα επιδιωκόμενη αγωγή θα συνιστά κατάχρηση διαδικασίας. Περαιτέρω, ο  ομνύων ισχυρίζεται ότι δεν ακολουθήθηκε η προβλεπόμενη στη σύμβαση διαδικασία σε σχέση με την Ελληνική Τράπεζα, προκειμένου οι Αιτητές να νομιμοποιούνται, βάσει της σύμβασης, στην αξίωση της προβλεπόμενης αμοιβής. Σε κάθε περίπτωση ο ομνύων παραδέχεται ότι σήμερα υπάρχει συνεργασία των Καθ’ών η Αίτηση με την Ελληνική Τράπεζα, δυνάμει συμφωνίας που υπεγράφη το έτος 2023, χωρίς την μεσολάβηση των Αιτητών και χωρίς να ακολουθηθεί η διαδικασία της συμφωνίας που υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων. Τονίζει, επίσης, ότι η εν λόγω συμφωνία συνάφθηκε μετά που καταχωρήθηκε η αγωγή των Αιτητών εναντίον τους ( τεκμήριο Β), η οποία επέφερε τον τερματισμό των μεταξύ τους συμφωνιών. 

 

         III.        Νομική Πτυχή και υπαγωγή στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης :

 

Α. Η Νομική βάση της αίτησης:

 

Το Μέρος 23 των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας καθορίζει τους Γενικούς Κανόνες για αιτήσεις έκδοσης Δικαστικών Διαταγμάτων. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 23.4 (1)(β) καταγράφεται ρητά ότι στην αίτηση πρέπει να δηλώνεται μεταξύ άλλων: “η συγκεκριμένη νομοθετική πρόνοια ή ο συγκεκριμένος κανονισμός στα οποία αυτή στηρίζεται”.

 

Στην προκειμένη περίπτωση, η νομική βάση της παρούσας αίτησης προσδιορίστηκε ως ακολούθως:

 

“Η Αίτηση βασίζεται στο άρθρο 4 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στα άρθρα 21,22,29,30,31 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 ( Ν. 14/60), στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023, Μέρος 1,2,3,4,7,8,23,25,32 και 39, στον περί Συμβάσεων Νόμο Κεφ. 149, στις αρχές του κοινοδικαίου, στην υπόθεση Norwich Pharmacal Co v. Customs and Excise Commissions (1974), τις αρχές της επιείκειας και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.”

 

Σύμφωνα με την νομική βάση της παρούσας αίτησης διαπιστώνεται ότι οι Αιτητές επέλεξαν να θέσουν ως Νομικό υπόβαθρο της αίτησης τους την εξουσία που παρέχεται στο Δικαστήριο για έκδοση διατάγματος αποκάλυψης εγγράφων και πληροφοριών στη βάση των αρχών του δικαίου της επιείκειας με αναφορά στη σχετική Νομολογία (βλέπε υπόθεση Norwich Pharmacal Co v. Customs and Excise Commissions (1974)). Συνεπώς η αίτηση εξετάζεται κάτω από αυτό το νομικό πρίσμα, στο οποίο μάλιστα ήταν και το μόνο στο οποίο είχε την ευκαιρία να τοποθετηθεί και να απαντήσει η πλευρά των Καθ’ών η Αίτηση. Επισημαίνεται σε αυτό το σημείο ότι καμία αναφορά δεν γίνεται στην Αίτηση των Αιτητών για το Μέρος 31.7, των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, που προνοεί για την ειδική αποκάλυψη εγγράφων πριν την απαίτηση, γεγονός στο οποίο θα αναφερθώ εκτενέστερα κατωτέρω.  

 

Β. Αναφορικά με το κατά πόσο μπορεί να εκδοθεί διάταγμα αποκάλυψης, στην παρούσα περίπτωση, τύπου Norwich Pharmacal, στη βάση των αρχών του Δικαίου της Επιείκειας και της Νομολογίας.

 

Η εξουσία αυτή του Δικαστηρίου για έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal ασκείται στη βάση των προϋποθέσεων που τίθενται στο άρθρο 32 του Ν. 14/60 αλλά και της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Συνήθως τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal στρέφονται, όχι εναντίον του ίδιου του αδικοπραγούντος, αλλά εναντίον τρίτων προσώπων που εμμέσως εμπλέκονται στην αδικοπραξία και οι οποίοι κατέχουν πληροφορίες, απολύτως αναγκαίες προκειμένου ο προτιθέμενος Ενάγοντας να μπορέσει να στραφεί με αγωγή εναντίον του ορθού αδικοπραγούντος (βλέπε σχετικά σύγγραμμα Διατάγματα, Ερωτοκρίτου & Αρτέμης, σελ. 259 – 263). Ενδεικτικά παραπέμπω στην υπόθεση Avila Management Services Limited και άλλος ν. Frantisek Stepanek και άλλων (2012) 1 ΑΑΔ 1403 όπου και αναφέρθηκε σχετικά το εξής:

 

“Από το 1871, με την υπόθεση Upmann v. Elkan [1871] L.R. 12 Eq. 140, αναγνωρίσθηκε η ύπαρξη δικαιοδοσίας που επιβάλλει καθήκον σε άτομο που αναμείχθηκε με αδικοπραξίες άλλων ώστε να τις διευκολύνει, παρά το γεγονός ότι μπορεί να μην έχει το ίδιο προσωπική ευθύνη, να παραχωρήσει τη βοήθεια του δίδοντας πλήρεις πληροφορίες, αποκαλύπτοντας και τα ονόματα των αδικοπραγούντων. Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε από τη Βουλή των Λόρδων στη Norwich Pharmacal - ανωτέρω -, η οποία στη συνέχεια εφαρμόστηκε και αναπτύχθηκε σε σειρά άλλων υποθέσεων, όπως την P v. T Ltd [1997] 1 WLR 1309. Σ' αυτήν, η Norwich Pharmacal επεκτάθηκε έτσι ώστε η αποκάλυψη εναντίον εναγομένου να είναι δυνατό να προσφέρει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τους καρπούς της αποκάλυψης για να εγερθεί αγωγή εναντίον τρίτου προσώπου έστω και αν δεν θα ήταν δυνατό να διακριβωθεί χωρίς τις πληροφορίες, κατά πόσο το τρίτο αυτό πρόσωπο, διέπραξε αστικό αδίκημα εναντίον του ενάγοντα. Περαιτέρω, στην Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd [2002] UKHL 29, η Βουλή των Λόρδων αποφάσισε ότι ως θέμα αρχής δεν χρειάζεται η δικαιοδοσία αποκάλυψης να περιορίζεται στην αποκάλυψη της ταυτότητας του αδικοπραγούντος εναντίον τρίτου προσώπου που αναμείχθηκε στην αδικοπραξία μόνο σε υποθέσεις αστικών αδικημάτων, αλλά η δικαιοδοσία αυτή είναι γενικής φύσεως, στο δίκαιο της επιείκειας, εφαρμόσιμη οποτεδήποτε ένα πρόσωπο, εναντίον του οποίου διατάσσεται η αποκάλυψη, αναμείχθηκε («mixed up») σε παράνομες ενέργειες που επεμβαίνουν και παραβιάζουν τα νόμιμα δικαιώματα του ενάγοντα. Και ενώ αρχικά το διάταγμα εκδιδόταν με αναφορά στην αναγκαιότητα αποκάλυψης της ταυτότητας του αδικοπραγούντος, στην πορεία μετεξελίχθηκε ώστε να είναι δυνατή και η συλλογή διαφόρων σχετικών πληροφοριών, (Mercantile Group (Europe) AG v. Aiyela [1994] Q.B. 366).»

 

Σύμφωνα με την Νομολογία, απαραίτητη προϋπόθεση για έκδοση του εν λόγω διατάγματος αποκάλυψης είναι όπως οι πληροφορίες και τα έγγραφα που ζητούνται να μην μπορούν να εξασφαλιστούν μέσω κάποιας άλλης εναλλακτικής οδού. Παραπέμπω σχετικά στο εξής απόσπασμα από την απόφαση Avila Management Services Limited και άλλος ν. Frantisek Stepanek και άλλων (2012) 1 ΑΑΔ 1403:

 

“Βεβαίως, η δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το οποίο δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος.”

 

H ίδια Αρχή επαναλαμβάνεται και στην           Penderhill Holdings Limited και Άλλοι ν. Ιωάννη Κλουκίνα (2014) 1 ΑΑΔ 118:

 

«Στο τέλος της ημέρας εκείνο που προσμετρά είναι η αναγκαιότητα λήψης των πληροφοριών κρινόμενο πάντοτε κάτω από τα γεγονότα της εκάστοτε υπόθεσης. H δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, το οποίο δεν θα πρέπει να ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με άλλο διαθέσιμο τρόπο,…»

 

Στην υπόθεση Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd [2002] UKHL 29, αναφέρθηκε επίσης το εξής:

 

«The Norwich Pharmacal jurisdiction is an exceptional one and one which is only exercised by the courts when they are satisfied that it is necessary that it should be exercised»

 

Σε ελεύθερη μετάφραση

 

«Η δικαιοδοσία χορήγησης των διαταγμάτων Norwich Pharmacal είναι εξαιρετική και η οποία μόνο τότε πρέπει να ασκείται από τα Δικαστήρια όταν αυτά ικανοποιούνται ότι η άσκηση της είναι αναγκαία».

 

Στην προκειμένη περίπτωση η παρούσα αίτηση για αποκάλυψη πληροφοριών στρέφεται εναντίον των ίδιων των κατ’ ισχυρισμό αδικοπραγούντων και ενδεχόμενων Εναγομένων σε επακόλουθη εναντίον τους αγωγή. Οι πληροφορίες που ζητούνται από τους Καθ’ών η Αίτηση σχετίζονται με τις συμφωνίες που σύναψαν με την Ελληνική Τράπεζα αλλά και τα ποσά που εισέπραξαν στο πλαίσιο αυτών των συμφωνιών, προκειμένου οι Αιτητές να μπορέσουν να υπολογίσουν την αμοιβή/προμήθεια που δικαιούνται από τους Καθ’ ών η Αίτηση. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην παράγραφο 21 της Ένορκης Δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση: « Για να είναι σε θέση οι Αιτητές να γνωρίζουν τι δικαιούνται ως αμοιβή για τις υπηρεσίες που παρείχαν στους Καθ’ών η Αίτηση, θα πρέπει οι τελευταίοι να αποκαλύψουν στους Αιτητές, όλα τα έγγραφα, συμφωνίες και ποσά που εισέπραξαν από την Ελληνική Τράπεζα στα πλαίσια της συνεργασίας που είχαν για την παροχή από τους Καθ’ών η Αίτηση των υπηρεσιών που περιγράφονται στην Συμφωνία προς την Ελληνική Τράπεζα.»

 

Επισημαίνεται ότι οι Νέοι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας προνοούν, στο Μέρος 31.7, για διαδικασία Ειδικής Αποκάλυψης εγγράφων εναντίον ενδεχόμενου διαδίκου, πριν από την έναρξη της διαδικασίας. Η πλευρά των Αιτητών δεν ισχυρίζεται ότι υπάρχει το οποιοδήποτε κώλυμα ούτε και αποκαλύπτει οποιοδήποτε λόγο για τον οποίο δεν θα μπορούσαν στην παρούσα περίπτωση να εξασφαλιστούν οι ζητούμενες πληροφορίες στη βάση εφαρμογής του Μέρους 31.7 των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας.

 

Στην υπόθεση Mitsui & Co Limited v Nexen Petroleum UK Limited [2005] EWHC 625 (Ch), το σκεπτικό της οποίας υιοθετείται από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Avila Management (ανωτέρω), η αίτηση για αποκάλυψη στη βάση διατάγματος τύπου Norwich Pharmacal, απορρίφθηκε καθ’ ότι οι Αιτητές θα μπορούσαν να αντλήσουν τις πληροφορίες που ήθελαν με βάση την εναλλακτική οδό που παρείχε η θεσμοθετημένη διαδικασία που προνοούν οι Αγγλικοί Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας (CPR 31.16 και 31.17) για αποκάλυψης εγγράφων πριν την απαίτηση. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην εν λόγω απόφαση:

«The power to grant Norwich Pharmacal relief continues to subsist but in accordance with the established principles governing its exercise in cases where its exercise is no longer necessary, it no longer should be invoked. In short the existence of the new powers conferred by CPR 31.16 and 17 may limit substantially the need for exercise of the Norwich Pharmacal jurisdiction and (in the circumstances such as present where there is no such need) on established principles its exercise is precluded.»

Σε ελεύθερη μετάφραση:

Η εξουσία χορήγησης διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal εξακολουθεί να υφίσταται, αλλά σύμφωνα με τις καθιερωμένες αρχές που διέπουν την άσκησή της δεν θα πρέπει πλέον να χρησιμοποιείται, σε περιπτώσεις όπου η άσκησή της δεν είναι αναγκαία. Εν ολίγοις, η ύπαρξη των νέων εξουσιών που παρέχονται από τους CPR 31.16 και 17 μπορεί να περιορίσει σημαντικά την ανάγκη άσκησης της δικαιοδοσίας Norwich Pharmacal και (σε περιστάσεις όπως η παρούσα όπου δεν υπάρχει τέτοια ανάγκη) σύμφωνα με τις καθιερωμένες αρχές η άσκησή της αποκλείεται.

Έχοντας λοιπόν υπόψη τον ιδιαίτερο και εξαιρετικό χαρακτήρα των διαταγμάτων αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal, του γεγονότος ότι στην προκειμένη περίπτωση οι ενδεχόμενοι Εναγόμενοι σε επακόλουθη διαδικασία είναι γνωστοί στους Αιτητές, όπως επίσης και της εναλλακτικής οδού εξασφάλισης των εγγράφων και πληροφοριών που επιζητούνται μέσω της θεσμοθετημένης διαδικασίας ειδικής αποκάλυψης εγγράφων πριν την έναρξη της αγωγής που προνοούν οι Νέοι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας (Μέρος 31.7),  κρίνω ότι η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει.

 

Όπως ανέφερα ανωτέρω η παρούσα αίτηση δεν εξετάζεται κάτω από τις προϋποθέσεις του Μέρους 31.7 των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, που προνοούν για τη διαδικασία ειδικής αποκάλυψης εγγράφων πριν την έναρξη της διαδικασίας. Ο λόγος έγκειται στο γεγονός ότι απουσιάζει η οποιαδήποτε παραπομπή στο Μέρος 31.7 από το νομικό υπόβαθρο της αίτησης. Μάλιστα, στην αίτηση γίνεται ειδική αναφορά στην υπόθεση Norwich Pharmacal, γεγονός που οδήγησε τους Καθ’ών η Αίτηση να κατευθύνουν την Ένσταση τους, αλλά και την γραπτή τους αγόρευση στις προϋποθέσεις χορήγησης των εν λόγω διαταγμάτων τύπου Norwich. 

 

Δεν παραβλέπω ότι στην Γραπτή Αγόρευση των Αιτητών, γίνεται αναφορά, έστω συνοπτική στο Μέρος 31.7 των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας και στη δυνατότητα έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και στη βάση αυτής της οδού. Για τους λόγους που εξήγησα όμως ανωτέρω δεν θεωρώ ότι μπορεί η παρούσα αίτηση, ως έχει συνταχθεί και προωθηθεί, να εξεταστεί κάτω από το πρίσμα του Μέρους 31.7, χωρίς να προκληθεί αδικία στην πλευρά των Καθ’ών η Αίτηση. 

 

        IV.        Κατάληξη

Υπό το φως των πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται υπέρ των Καθ’ ών η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.

  

 (Υπ.) ......................................

Μ. Π. Μιχαήλ Ε.Δ

 Πιστόν αντίγραφο

Πρωτοκολλητής                                              


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο