ΕΥΓΕΝΙΑΣ ΣΙΗΜΗΤΡΑ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ( θυγατέρα) υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιώσασας Ανδριανής Σιημητρά ν. ΑΝΤΡΟΥΛΑ ΠΕΤΑΣΗ, Αρ. Αγωγής: 1881/2015, 31/10/2025
print
Τίτλος:
ΕΥΓΕΝΙΑΣ ΣΙΗΜΗΤΡΑ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ( θυγατέρα) υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιώσασας Ανδριανής Σιημητρά ν. ΑΝΤΡΟΥΛΑ ΠΕΤΑΣΗ, Αρ. Αγωγής: 1881/2015, 31/10/2025

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

Ενώπιον: Μ.Π. Μιχαήλ Ε.Δ                                                                               Αρ. Αγωγής: 1881/2015

                                                 

Μεταξύ:

ΑΝΔΡΙΑΝΗ ΣΙΗΜΗΤΡΑ, από Λάρνακα

Ενάγουσα

Και

ΑΝΤΡΟΥΛΛΑ ΠΕΤΑΣΗ, Α.Δ.Τ [ ], από Λάρνακα

Εναγόμενης

Ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 22/11/2023

 

ΕΥΓΕΝΙΑΣ ΣΙΗΜΗΤΡΑ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ( θυγατέρα) υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιώσασας Ανδριανής Σιημητρά δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 7/8/2023

 

Και

ΑΝΤΡΟΥΛΑ ΠΕΤΑΣΗ

Εναγόμενης

Ημερομηνία: 31/10/25

Εμφανίσεις:

Για Ενάγουσα/ Εξ’ ανταπαιτήσεως Εναγόμενη: κ. Ν. Κυριακίδης και κα Σ. Κοσιάρη για ΧΑΡΗΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ ΔΕΠΕ

Για Εναγόμενη/Εξ’ ανταπαιτήσεως Ενάγουσα: Ν. Λαζάρου για ΑΝΤΩΝΑΚΗΣ ΣΩΤΗΡΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ

 

Απόφαση

  1. Εισαγωγή - Δικογραφία:

 

Το γεγονός που οδήγησε στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής (και ανταπαίτησης) αποτελεί το τροχαίο ατύχημα, ημερομηνίας 21/07/2013, στο οποίο ενεπλάκη η Ενάγουσα με την Εναγόμενη, εντός της φωτοελεγχόμενης διασταύρωσης της Λεωφόρου Λεμεσού με την οδό Χαριλάου Τρικούπη στην Λάρνακα ( φώτα Κορτέσιη). 

 

Η ευθύνη πρόκλησης του ατυχήματος, αμφισβητείται. Κύριο επίδικο ζήτημα ως προς την ευθύνη αποτελεί το ποια οδηγός παραβίασε τον κόκκινο φωτεινό σηματοδότη, με αποτέλεσμα την πλαγιομετωπική σύγκρουση των δύο οχημάτων εντός της διασταύρωσης.

Ως προς τις αξιούμενες γενικές και ειδικές αποζημιώσεις μεγάλο μέρος αυτών έχει καταστεί παραδεκτό κατά την πορεία της ακρόασης. Συγκεκριμένα, όσον αφορά τις αξιώσεις της Ενάγουσας έχουν συμφωνηθεί ότι σε περίπτωση πλήρους ευθύνης της Εναγόμενης αυτές θα ανέρχονται σε €13,042 ως προς τις γενικές αποζημιώσεις και €2,000 ως προς τις ειδικές ζημιές με νόμιμο τόκο από την ημερομηνία του ατυχήματος.  Όσον αφορά τις αποζημιώσεις που ανταπαιτητικώς αξιώνει η Εναγόμενη υπάρχει συμφωνία ως προς το ύψος μόνο των ειδικών ζημιών, οι οποίες σε περίπτωση πλήρους ευθύνης της Ενάγουσας ανέρχονται στο ποσό των €4,347.

 

Η έκταση των σωματικών βλαβών της  Εναγόμενης αμφισβητείται. Προκειμένου να τεθεί η έκταση της αμφισβήτησης κρίνω ορθότερο όπως παραθέσω επ’ ακριβώς και κατά γράμμα τη δικογραφημένη εκδοχή της Εναγόμενης ως προς τις σωματικές της βλάβες, (βλέπε παραγράφους 14, 14.1 – 14.8 και 15 Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης):

 

«14. Συνεπεία της ρηθείσας σύγκρουσης η εναγόμενη τραυματίστηκε σοβαρά και/ή υπέστη σοβαρές σωματικές βλάβες και/ή ανικανότητα και/ή στερήθηκε και στερείται απολαύσεων της ζωής και/ή υπέστη απώλειες και ζημιές ως κατωτέρω λεπτομερώς αναφέρεται:

14.1                 Η εναγόμενη διακομίστηκε στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών και Ατυχημάτων (ΤΑΕΠ) του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας.

14.2                 Παρουσίαζε άλγος αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης και δεξιού αντιβράχιου, όπου υπήρχε οίδημα , παθολογική κίνηση και αστάθεια. Επίσης έφερε και θλαστικό τραύμα κάτω χείλους στο οποίο έγινε συρραφή στο ΤΑΕΠ.

14.3                 Έτυχε αιματολογικού και βιοχημικού ελέγχου και ακτινογραφίες θώρακος, δεξιού αντιβράχιου και αυχένα όπου και εκτιμήθηκε από γενικό χειρούργο.

14.4                 Εισήχθη στο Ορθοπαιδικό Τμήμα με διάγνωση διπολικό ασταθές κάταγμα δεξιάς ωλένης και κάκωση αυχένα.

14.5                 Χειρουργήθηκε το κάταγμα ωλένης με ανοικτή ανάταξη και σταθεροποίηση δια της μεθόδου “double plating” χρήσης δηλαδή δύο πλακών για την σταθεροποίηση των καταγμάτων. Το άκρο της εναγόμενης τοποθετήθηκε σε νάρθηκα.

14.6                 Η Εναγόμενη παρακολουθείτο σε τακτά χρονικά διαστήματα στα εξωτερικά ιατρεία.

14.7                 Η Εναγόμενη παραπέμφθηκε σε εντατικές φυσιοθεραπείες.

14.8                 Μετά από 6 μήνες θεραπείας ο αγκώνας της εναγόμενης έχει μόνιμο περιορισμό του εύρους της κίνησης και παρουσίαζε έντονη δυσκαμψία.

15. Η Εναγόμενη μέχρι σήμερα υποφέρει από πόνους και κατά καιρούς υποβάλλεται σε έντονες φυσιοθεραπείες καθότι η μονιμότητα της δυσκαμψίας του αγκώνα επηρεάζει δυσμενώς την καθημερινότητα της, την αυτοσυντήρηση της και γενικά τον τρόπο ζωής της.»

 

Η μόνη αμφισβήτηση στην δικογραφημένη εκδοχή της Εναγόμενης, ως προς τις σωματικές της βλάβες, έγκειται ουσιαστικά στα εξής:

 

Α) Κατά πόσο φέρει ευθύνη η ίδια η Εναγόμενη στον μόνιμο περιορισμό του εύρους κίνησης του δεξιού της αντιβραχίου, εξαιτίας παραλείψεων της ίδιας να προβεί στην ενδεικνυόμενη αποθεραπεία ( βλέπε παράγραφο 6.18 αγόρευσης Ενάγουσας).

 

Β) Οι δυσκολίες που συνεπάγεται η μόνιμη αυτή σωματική βλάβη στην καθημερινότητα της Εναγόμενης ( βλέπε παράγραφο 6.19 της αγόρευσης της Ενάγουσας).

 

Επισημαίνεται η βασική αρχή ότι τα επίδικα θέματα σε μία πολιτική δίκη καθορίζονται από τη δικογραφία (βλέπε Παπαγεωργίου ν. Κλάππα (1991) 1 ΑΑΔ 24, ΣΑΒΒΑΣ ΑΨΕΡΟΣ v. ΝΟΝΤΑΡΙ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΣ, Πολιτική Έφεση Αρ. 17/2015, 29/3/2023), ECLI:CY:AD:2023:A114. Συνεπώς σημειώνεται ότι αναφορές και μαρτυρία που παρείσφρησε ανεπίτρεπτα στη διαδικασία και που αφορά σε μη δικογραφημένες σωματικές βλάβες της Εναγομένης, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη.

 

  1. Μαρτυρία:

Στο πλαίσιο ακρόασης της παρούσας υπόθεσης κατέθεσαν 12 μάρτυρες:

Για την πλευρά της Ενάγουσας, έδωσαν μαρτυρία 6 μάρτυρες και συγκεκριμένα : 1) ο Αστυφύλακας 3024 κ. Μ. Καβαλιέρος (στο εξής Μ.Ε 1), 2) η Πρωτοκολλητής κα Δ. Σάρδαλου, (στο εξής Μ.Ε 2), 3) ο κ. Αντρέας Αντωνίου ( στο εξής Μ.Ε 3), 4) ο Δρ. Οδυσσέας Αθάνατος ( στο εξής Μ.Ε 4), ο κ. Κίκης Σιημητράς ( στο εξής Μ.Ε 5) και 6) ο Δρ. Περδίος (στο εξής Μ.Ε 6).

Για την πλευρά της Εναγόμενης έδωσαν μαρτυρία επίσης 6 μάρτυρες και συγκεκριμένα: 1) ο Δρ. Χρίστος Γεωργιάδης (στο εξής Μ.Υ 1), 2) η Εναγόμενη κα Ανδρούλλα Πετάση ( στο εξής Μ.Υ2),  3) ο κ. Α. Λοΐζου ( στο εξής Μ.Υ 3), 4) η κα Καλλιόπη Μηνά , φυσιοθεραπεύτρια ( στο εξής Μ.Υ 4), 5) ο κ. Λούκας Πετάσης, σύζυγος της Εναγόμενης ( στο εξής Μ.Υ 5) και 6) ο Δρ. Πέτρος Κιουτενιάν ( στο εξής Μ.Υ 6).

Ακολουθεί συνοπτική παράθεση της μαρτυρίας ενός εκάστου  των μαρτύρων:

 

Μ.Ε 1 κ. Μάριος Καβαλιέρος (Αστυφύλακας 3024)

 

Ο αστυφύλακας ανέφερε ότι την 21/07/13, περί την ώρα 16:20 ενημερώθηκε στο πλαίσιο των καθηκόντων του ότι υπήρξε τροχαία σύγκρουση στη Λεωφόρο Λεμεσού, στη διασταύρωση, παρά τα φώτα Κορτέσιη με τραυματίες. Ο μάρτυρας μετέβη στο σημείο του ατυχήματος και ανέλαβε την εξέταση του. Ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του ατυχήματος. Υπήρχαν 2 εμπλεκόμενα οχήματα, το όχημα [ ] το οποίο είχε κατεύθυνση από Καλό Χωρίο προς Λάρνακα, και το όχημα [ ] το οποίο είχε κατεύθυνση από τη Δρομολαξιά προς την Αραδίππου. Κατά την άφιξη του τα οχήματα παρέμειναν στην τελική τους θέση. Από τη σύγκρουση τραυματίστηκε σοβαρά η Εναγόμενη, που ήταν η οδηγός του δεύτερου αυτοκινήτου και πιο ελαφριά η Ενάγουσα που ήταν η οδηγός του πρώτου αυτοκινήτου και ο συνοδηγός της. Στη σκηνή αναζήτησε μαρτυρία από τους παρευρισκόμενους και ένα πρόσωπο του ανέφερε ότι είδε το περιστατικό. Αυτός κλήθηκε για κατάθεση. Ο Μ.Ε 1 αναφέρθηκε στην κατάθεση του ανεξάρτητου μάρτυρα. Όπως ανέφερε εάν το φανάρι για τον ανεξάρτητο μάρτυρα ήταν πράσινο κατά την στιγμή του ατυχήματος, τότε πράσινο ήταν και για την Ενάγουσα, αφού βρίσκονταν στον ίδιο δρόμο με αντίθετη κατεύθυνση. Ο μάρτυρας ανέφερε και το σημείο που τον έβαλε σε σκέψεις αναφορικά με την μαρτυρία του ανεξάρτητου μάρτυρα,  που ήταν η λανθασμένη περιγραφή του χρώματος των δύο εμπλεκομένων αυτοκινήτων, ( ουσιαστικά ανάφερε ότι το απέναντι του αυτοκίνητο, αυτό της Ενάγουσας ήταν κόκκινου χρώματος ενώ κόκκινου χρώματος ήταν το αυτοκίνητο της Εναγόμενης).   Στο πλαίσιο της αντεξέτασης του ο μάρτυρας επανέλαβε ότι η ορατότητα των δύο οδηγών στο σημείο του ατυχήματος ήταν απεριόριστη. Ανέφερε επίσης ότι το όριο ταχύτητας εντός της φωτοελεγχόμενης διασταύρωσης είναι 30 χλμ/ώρα. Στο πλαίσιο  της μαρτυρίας του ο Μ.Ε 1 κατέθεσε τα ακόλουθα 2 έγγραφα ως τεκμήρια:

 

Τεκμήριο 1: Αστυνομική Έκθεση με δέσμη καταθέσεων

Τεκμήριο 2: Σχέδιο σκηνής ατυχήματος.

 

M.E 2 κα Σάρδαλου Δέσποινα, (Πρωτοκολλητής)

 

Η μάρτυρας είναι Πρωτοκολλητής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, μεταξύ άλλων στο Ποινικό Τμήμα. Στο πλαίσιο των καθηκόντων της είχε στην κατοχή της τον Ποινικό φάκελο της υπόθεσης 7296/14, μεταξύ του Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακας και της Εναγόμενης Ανδρούλλας Πετάση. Από το φάκελο της εν λόγω υπόθεσης κατέθεσε τα εξής έγγραφα ως τεκμήρια:

Τεκμήριο 3: Κατηγορητήριο ( Ποινικό Έντυπο αρ.7) της Ποινικής υπόθεσης 7296/14 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας.

Τεκμήριο 4: Δέσμη καταθέσεων και τεκμηρίων της Ποινικής υπόθεσης 7296/14.

Τεκμήριο 5: Μέρος των πρακτικών της Ποινικής υπόθεσης 7296/14.

Τεκμήριο 6 : Η Δικαστική απόφαση ημερομηνίας 23/02/2016, στο πλαίσιο της Ποινικής υπόθεσης 7296/14.

 

Η μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε επί της ουσίας της μαρτυρίας της.

 

M.E 3 κ. Α. Αντωνίου ( αυτόπτης μάρτυρας):

 

Ο M.E 3 είναι ο φερόμενος αυτόπτης μάρτυρας του επίδικου ατυχήματος. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν έχει καμία σχέση με κανένα από τους οδηγούς που ενεπλάκησαν στο επίδικο ατύχημα. Όπως ανέφερε όταν έγινε το εν λόγω ατύχημα βρισκόταν στον ίδιο δρόμο (Λεωφόρο Λεμεσού) στον οποίο κινείτο η Ενάγουσα, η πορεία του όμως ήταν ακριβώς προς την αντίθετη κατεύθυνση ( από Λάρνακα προς Καλό Χωριό). Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του αναγνώρισε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης που έδωσε στην αστυνομία στις 23/07/2013,  (περιέχεται στη δέσμη καταθέσεων του τεκμηρίου 4). Στο αυτοκίνητο κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν ο κουνιάδος του, ο οποίος ήταν τότε ανήλικος, 13-14 ετών. 

 

Αναφορικά με το επίδικο ατύχημα ο μάρτυρας αναφέρει το εξής: Όταν πλησίασε ο ίδιος το φανάρι στην επίδικη διασταύρωση αυτό ήταν κόκκινο, με αποτέλεσμα να ελαττώσει ταχύτητα και να κινηθεί προς αυτό με χαμηλή ταχύτητα, μέχρι που αυτό έγινε πράσινο και πέρασε.  Ο ίδιος αναφέρει κατηγορηματικά ότι πέρασε τη διασταύρωση ενώ το φανάρι ήταν πράσινο.  Μόλις πέρασε τη διασταύρωση και χωρίς να προχωρήσει άκουσε ένα δυνατό θόρυβο. Γύρισε προς τα πίσω και είδε τα δύο οχήματα που ενεπλάκησαν στο ατύχημα να είναι κολλημένα και να κινούνται προς την κατεύθυνση της Λάρνακας. Ο μάρτυρας αναφέρει ότι είδε το ένα αυτοκίνητο που ενεπλάκη στο ατύχημα να έρχεται από απέναντι, στο αντίθετο ρεύμα, με κατεύθυνση δηλαδή προς τη Λάρνακα. Το άλλο αυτοκίνητο ερχόταν από αριστερά του στη διασταύρωση, από το δρόμο του «ΕΛΟΜΑΣ», ως ανέφερε. Το αυτοκίνητο που ερχόταν από απέναντι του το περιέγραψε ως αυτό που έφερε το κόκκινο χρώμα, ενώ το αυτοκίνητο που ερχόταν από αριστερά του ως το γκρίζο. Ο μάρτυρας ερωτήθηκε σχετικά με τα χρώματα των αυτοκινήτων και τη διάσταση που υπάρχει στην περιγραφή αυτών σε άλλες καταθέσεις και  ο μάρτυρας ανάφερε ότι δεν θυμάται. Δεν θυμάται επίσης αν γύρισε προς τα πίσω και είδε τα αυτοκίνητα ή αν τα είδε από το καθρεφτάκι του αυτοκινήτου του. Από το ατύχημα σημειώνει ότι αντιλήφθηκε ότι η μία γυναίκα εμπλεκόμενη οδηγός είχε χτυπήσει και είχε χάσει τις αισθήσεις της.

 

Κατά την αντεξέταση του ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι οδηγούσε προμηθευτικό αυτοκίνητο, το οποίο χρησιμοποιούσε για τους σκοπούς της εργασίας του η οποία όπως ανέφερε σχετιζόταν με το “catering”. Ο μάρτυρας δεν μπορούσε να θυμηθεί μετά από τόσα χρόνια που ακριβώς βρισκόταν κατά τη σύγκρουση και να τοποθετήσει τον εαυτό του στο σχεδιάγραμμα της διασταύρωσης. Όπως ανέφερε ισχύουν όσα ανέφερε στην κατάθεση του στην Αστυνομία. Θυμάται όμως ότι είδε το αυτοκίνητο που ενεπλάκη στο ατύχημα και ερχόταν από απέναντι του, ότι αυτό προχώρησε κανονικά εντός της διασταύρωσης, όπως προχώρησε και ο ίδιος. Το αυτοκίνητο που ερχόταν από αριστερά δεν το πρόσεξε την ώρα που οδηγούσε. Δεν μπορούσε να θυμηθεί τα χρώματα των αυτοκινήτων που ενεπλάκησαν στο ατύχημα.

 

M.E 4 Δρ. Οδυσσέας Αθάνατος, (Ορθοπαιδικός).

 

Ο Μ.Ε 4 είναι γιατρός και εξασκεί την ειδικότητα της γενικής ορθοπαιδικής και της τραυματολογίας. Εργάστηκε στο Royal National Orthopedic Hospital και έχει, ως αναφέρει, μεγάλη εμπειρία στα ορθοπεδικά τραύματα. Επί της ουσίας η μαρτυρία του σχετίζεται με την εκτίμηση των κακώσεων που υπέστη η Εναγόμενη από το επίδικο ατύχημα στις 21/07/2013.  Η εκτίμηση του αυτή βασίζεται τόσο σε εξέταση της Εναγόμενης, η οποία έλαβε χώρα στις 27/03/24, όσο και σε σχετικά έγγραφα, ιατρικά πιστοποιητικά και απεικονιστικές εξετάσεις που είχε στην κατοχή του και τα οποία κατέθεσε στο πλαίσιο της μαρτυρίας του. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του κατέθεσε την Έκθεση του ως τεκμήριο 7. Κατέθεσε επίσης ιατρικό πιστοποιητικό του Δρ. Γεωργιάδη, Ιατρικού Λειτουργού στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας,  ημερομηνίας 27/12/23, ως τεκμήριο 8. Ως τεκμήριο 9 προσκόμισε αντίγραφα χειρόγραφων σημειώσεων γιατρών του Νοσοκομείου, τα οποία του προσκόμισε η Εναγόμενη και αναφέρονται στην κατάσταση του αυχένα της Εναγόμενης πριν το ατύχημα. Όπως ανέφερε ο Μ.Ε 4 στις εν λόγω σημειώσεις καταγράφεται αναφορικά με τον αυχένα της Εναγόμενης στένωση. Περαιτέρω αναφέρεται ότι η Εναγόμενη χρήζει νευροχειρουργικής επέμβασης. Ως τεκμήριο 10 κατέθεσε αντίγραφο έκθεσης αξονικής τομογραφίας  ημερομηνίας 21/07/2013 στην περιοχή του εγκεφάλου και της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης (ΑΜΣΣ). Το συμπέρασμα που καταγράφεται στην εν λόγω έκθεση είναι “χωρίς παθολογικά ευρήματα”. Ως τεκμήριο 11 κατέθεσε πιστοποιητικό του Νευροχειρουργού, Δρ. Ν. Σταυρινού ημερομηνίας 27/05/22. Ως τεκμήριο 12 κατέθεσε πιστοποιητικό του Ορθοπεδικού, Δρ. Χρ. Γεωργιάδη, ημερομηνίας 07/02/23. Ως τεκμήριο 13 κατέθεσε αντίγραφο χειρόγραφης σημείωσης ιατρού στα εξωτερικά ιατρεία. Η σημείωση ημερομηνίας 04/07/2014 αναφέρει ότι η Εναγόμενη «προσήλθε για χορήγηση αναρρωτικής άδειας. Μικρή δυσκαμψία αγκώνα. Δεν χορηγήθηκε άδεια. Κρίνεται ικανή για εργασία.» Ως τεκμήριο 14 κατατέθηκε ιατρικό πιστοποιητικό μετά από ηλεκτρομυογράφημα της Εναγόμενης ημερομηνίας 18/06/2015, από τον Δρ. Κλεόπα. 

 

Επί της ουσίας ο μάρτυρας δέχεται ότι από το επίδικο ατύχημα η Εναγόμενη υπέστη κάταγμα της ωλένης στο δεξιό αντιβράχιο, το οποίο αντιμετωπίστηκε χειρουργικά χρησιμοποιώντας για σταθεροποίηση και σκοπούς οστεοσύνθεσης 2 πλάκες και βίδες. Το κάταγμα επουλώθηκε αφήνοντας χειρουργική ουλή 18 εκατοστών στην ωλένια επιφάνεια. Η ασθενής συνεχίζει όμως να παρουσιάζει δυσκαμψία στον δεξιό αγκώνα και μόνιμη απώλεια εύρους κίνησης. Συγκεκριμένα, υπάρχει απώλεια εύρους 15 μοιρών στην κάμψη του αγκώνα και απώλεια 50% στις στροφικές κινήσεις του αγκώνα πρηνισμού και υπτιασμού. Ένεκα των ανωτέρω η καθημερινότητα της ασθενούς έχει επηρεαστεί. 

 

Δεν δέχεται όμως ότι η μεταγενέστερη μυελοπάθεια και χειρουργική επέμβαση στον αυχένα στην οποία υποβλήθηκε η Εναγόμενη στις 10/03/22, σχετίζεται με το επίδικο ατύχημα. Όπως ισχυρίζεται η μυελοπάθεια της Εναγόμενης οφείλεται σε εξέλιξη προϋπάρχουσας εκφύλισης της αυχενικής μοίρας του σπονδύλου της, η οποία εκφύλιση δεν συνδέεται αιτιωδώς με το επίδικο ατύχημα. Κατά τη γνώμη του το μόνο που υπέστη από το ατύχημα η Εναγόμενη ήταν κάκωση του αυχένα δίκην μαστιγίου, χωρίς σοβαρές ενοχλήσεις και με ανταπόκριση της Εναγόμενης στη συντηρητική αγωγή που της χορηγήθηκε.

 

Στο πλαίσιο της αντεξέταση του, ο μάρτυρας ρωτήθηκε αναφορικά με την σχέση του με την ασφαλιστική εταιρεία ΜΙΝΕΡΒΑ, από την οποία έλαβε οδηγίες να εξετάσει την Εναγόμενη. Ρωτήθηκε επίσης αναφορικά με τα συμπεράσματα του σχετικά με την κατάσταση του χεριού της Εναγόμενης. Ο Μ.Ε 4, απάντησε με παραπομπή στην έκθεση που ο ίδιος συνέταξε, (τεκμήριο 7). Σημειώνεται επίσης ότι η πλευρά της Εναγόμενης αμφισβήτησε την εμπειρογνωμοσύνη του Μ.Ε 4, αναφορικά με τραύματα της σπονδυλικής στήλης και του αυχένος, αφού ως ήταν η θέση τους αυτά υπάγονται στην ειδικότητα της νευροχειρουργικής.  Ο Μ.Ε 4 επέμεινε ότι αυτή είναι λανθασμένη εντύπωση και ότι έχει την απαιτούμενη εξειδίκευση. Όπως μάλιστα ανέφερε έχει ο ίδιος ασχοληθεί με την χειρουργική του αυχένα.

Μ.Ε 5 κ. Κυριάκος Σιημητράς.

 

Ο Μ.Ε 5 είναι ο υιός της Ενάγουσας. Ο Μ.Ε 5 περιέγραψε την μητέρα του ως προσεκτική οδηγό, που ποτέ δεν την έγραψαν για τροχαίες παραβάσεις, ποτέ δεν είχε κάποιο ατύχημα ενώ όπως ισχυρίζεται ο ίδιος πάντα τους συμβούλευε να  οδηγούν σιγά, χωρίς να βιάζονται. Ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τον αυτόπτη μάρτυρα, Μ.Ε 3. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι την ημέρα του ατυχήματος η μητέρα του, μαζί με τον πατέρα του πήγαιναν στο σπίτι της αδελφής του για να δουν τα εγγόνια τους, πράγμα το οποίο συνήθιζαν να κάνουν τις Κυριακές το απόγευμα. Αμέσως μετά το ατύχημα, ήτοι 1,5 – 2 ώρες μετά το ατύχημα, ο μάρτυρας ειδοποιήθηκε και μετέβη στο Νοσοκομείο. Όπως αναφέρει τις πρώτες 2 - 3 ώρες η Ενάγουσα, δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσει ούτε τον ίδιο. Εκείνο το διάστημα το μόνο που έκανε η Ενάγουσα ήταν να αναζητά το σύζυγο της και πατέρα του, επαναλαμβάνοντας τη φράση  «που είναι ο Πιέρος;». Όπως ανέφερε τον ίδιο ξεκίνησε να τον αναγνωρίζει το βράδυ μετά τις 21:30.  Για το ατύχημα η μητέρα του μίλησε την επόμενη μέρα. Εκείνο που τους είπε ήταν ότι πέρασε με πράσινο το φανάρι και ακολούθως είδε ένα μαύρο αντικείμενο «στο πλευρό της». Μετά δεν θυμόταν κάτι άλλο. Για το φανάρι ήταν σίγουρη ότι ήταν πράσινο. Μάλιστα τους είπε ότι πήγαινε και αργά προκειμένου να ανάψει το πράσινο. Στη διασταύρωση προπορευόταν της Ενάγουσα και κάποιο τρίτο άγνωστο αυτοκίνητο το οποίο ήταν σταματημένο και ακολούθως αφού άναψε το πράσινο φανάρι η Ενάγουσα το ακολούθησε εντός της διασταύρωσης. Αναφορικά με τον πατέρα του, αυτός ανέφερε ότι ένιωσε «ένα κάψιμο», το οποίο το αποδίδει μάλλον στους αερόσακους που άνοιξαν. Αναφορικά με την Ενάγουσα σημείωσε επίσης ότι δεν είχε το οποιοδήποτε πρόβλημα με την όραση της, μάλιστα όπως ισχυρίζεται έκαμνε σμιλί και ποτέ δεν χρησιμοποίησε γυαλιά, δεν τα χρειαζόταν. Τα χρησιμοποιούσε μόνο όταν διάβαζε. Τέλος ανέφερε ότι τόσο η Ενάγουσα μητέρα του, όσο και ο πατέρας του, αποβίωσαν.

 

Κατά την αντεξέταση του μάρτυρα, υποβλήθηκε σε αυτόν η θέση ότι η Ενάγουσα πέρασε με κόκκινο γιατί βιαζόταν προκειμένου να πάει σε γάμο, όπως επίσης και ότι στο Νοσοκομείο η Ενάγουσα η ίδια, υπό τύπο παραδοχής, ανέφερε ότι πέρασε με κόκκινο. Ο Μ.Ε 5 αρνήθηκε τις υποβολές χαρακτηρίζοντας τις ψευδείς και επέμεινε στις θέσεις του.

M.E 6 Δρ. Αχιλλέας Περδίος, (Νευροχειρουργός).

 

Ο μάρτυρας είναι ιατρός με ειδικότητα στη νευροχειρουργική από το έτος 1979. Είναι μέλος του δευτεροβάθμιου ιατρικού συμβουλίου ανικανότητας και υπό την ιδιότητα του αυτή εξέτασε την Εναγόμενη στις 07/07/16. Η απόφαση του ιατροσυμβουλίου ήταν ότι η Εναγόμενη είναι ικανή να  ασκεί το επάγγελμα της καθαρίστριας χωρίς περιορισμό. Ο ιατρός εξέτασε και στο παρελθόν την Εναγόμενη, συγκεκριμένα το 2006 ως ασθενή του. Εξέτασε τέλος και πρόσφατα την Εναγόμενη στις 29/05/24. Επί τη βάση της εξέτασης του και του ιστορικού της Εναγόμενης συνέταξε Ιατρική Έκθεση, ημερομηνίας 29/05/24, την οποία κατέθεσε ως τεκμήριο 15.  Μεταξύ των εγγράφων που τέθηκαν ενώπιον του ήταν και η έκθεση του Δρ. Ηλία Γεωργίου αναφορικά με την Εναγόμενη, την οποία κατέθεσε ως τεκμήριο 16, όπως επίσης και απεικονιστικές εξετάσεις (ΜRI), ημερομηνίας 02/06/20, αναφορικά με την οσφυϊκή μοίρα (Lumbar Spine) και την Αυχενική μοίρα (Cervical Spine) της Εναγόμενης, οι οποίες κατατέθηκαν ως τεκμήριο 17.  Ο μάρτυρας αναφέρει ότι στο παρελθόν, περί το 2007 η Εναγόμενη είχε διαγνωστεί με ένα καλοήθες μικρό οστέωμα στο οπτικό κανάλι, το οποίο είχε ως αποτέλεσμα τη διαταραχή του οπτικού πεδίου της Εναγόμενης. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε η Εναγόμενη έβλεπε ως αν να έφερε παρωπίδες. 

 

Η θέση του μάρτυρα αναφορικά με την μυελοπάθεια της Εναγόμενης είναι ότι αυτή είναι εκφυλιστικής αιτιολογίας και δεν προήλθε, ούτε επιδεινώθηκε, από το επίδικο ατύχημα. Ο μάρτυρας αναφέρει ότι η θέση του υποστηρίζεται και από τα συμπεράσματα της απεικονιστικής εξέτασης που κατέθεσε ως Τεκμήριο 17 αναφορικά με την αυχενική μοίρα της σπονδυλικής στήλης της Εναγόμενης. Ο μάρτυρας επιμένει ότι από το επίδικο ατύχημα το μόνο που πιθανό να υπέστη η Εναγόμενη στον αυχένα της, ήταν τραυματισμό των μαλακών μορίων χωρίς νευρολογική σημειολογία. Η θλάση αυτή υποχωρεί το αργότερο στους 3 μήνες.

 

Αναφορικά με το ηλεκτρομυογράφημα της Εναγόμενης ημερομηνίας 18/06/15 που κατατέθηκε ως τεκμήριο 14, ο Μ.Ε 6 αναφέρει ότι με αυτό εξετάστηκαν περιφερικά νεύρα και όχι ο νωτιαίος μυελός. Όπως αναφέρει με αυτή την εξέταση δεν μπορεί να διαπιστωθεί μυελοπάθεια. Η μυελοπάθεια για να διαπιστωθεί πρέπει να υποβληθεί ο ασθενής σε μία ειδική εξέταση σωματοαισθητικών προκλητών δυναμικών κάτι που στην εξέταση του τεκμηρίου 14 δεν φαίνεται να έγινε.

 

Κατά την αντεξέταση του μάρτυρα υποβλήθηκε σε αυτόν η θέση ότι επιλεκτικά και σκόπιμα τοποθετήθηκε ο μάρτυρας αναφορικά με το οφθαλμιατρικό θέμα της Εναγόμενης. Ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι η αναφορά του αυτή αποτελεί μέρος του ιατρικού ιστορικού της Εναγόμενης και ως τέτοιο ήταν υποχρεωμένος να το αναφέρει στην έκθεση του. Η αντεξέταση επίσης περιστράφηκε γύρω από τη συνεργασία του με την ασφαλιστική εταιρεία ΜΙΝΕΡΒΑ και κατά πόσο είναι ανεξάρτητος μάρτυρας. Ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι δεν έχει οποιαδήποτε σύμβαση με τη συγκεκριμένη ασφαλιστική εταιρεία. Ως ιατρός δέχεται ασθενείς που μπορεί να του παραπέμψει οποιαδήποτε ασφαλιστική. Ο μάρτυρας ρωτήθηκε επίσης κατά πόσο επιδεινώθηκε η κατάσταση της Εναγόμενης μετά το ατύχημα. Ο μάρτυρας επανέλαβε κατά τρόπο κατηγορηματικό ότι η κατάσταση της χειροτέρευσε μεν, τονίζοντας όμως ότι η χειροτέρευση δεν σχετίζεται με το επίδικο ατύχημα, αλλά προέκυψε ως επιδείνωση των εκφυλιστικών αλλοιώσεων της Εναγόμενης και συγκεκριμένα ως φυσιολογική εξέλιξη της στένωσης του σπονδυλικού σωλήνα.

 

Μ.Υ 1: Δρ. Χ. Γεωργιάδης  (Ορθοπαιδικός):

 

O Δρ. Γεωργιάδης κλήθηκε ως πρώτος μάρτυρας από πλευράς Εναγόμενης. Ο Δρ. Γεωργιάδης είναι ορθοπαιδικός χειρουργός. Στις 21/07/23, την ημερομηνία του επίδικου ατυχήματος, βρισκόταν στην εργασία του, ως έκτακτος ορθοπαιδικός λειτουργός πρώτης τάξης στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας στην Ορθοπαιδική κλινική. Ο μάρτυρας εξέτασε την Εναγόμενη κατά την ημερομηνία του ατυχήματος. Μάλιστα είναι αυτός που συνέταξε το ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 27/12/2013 ( τεκμήριο 8), το οποίο και αναγνώρισε.  Ο μάρτυρας ανέφερε ότι το πιο σοβαρό τραύμα της Εναγόμενης ήταν το διπολικό ασταθές κάταγμα της δεξιάς ωλένης. Επίσης είχε μία κάκωση αυχένος συνεπεία του ατυχήματος. O μάρτυρας εξήγησε ότι κρίθηκε απαραίτητη η άμεση χειρουργική αποκατάσταση του κατάγματος της Εναγόμενης και εξήγησε με λεπτομέρεια τη διαδικασία που ακολουθήθηκε μέχρι την ανάρρωση της. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι η κατάσταση του αγκώνα της Εναγόμενης ως έχει σήμερα την επηρεάζει σε οποιαδήποτε καθημερινή ασχολία της για την οποία απαιτείται η χρήση των χεριών της. Όπως μάλιστα σημείωσε, πολύ πιθανό να χειροτερέψει η κατάσταση της εξαιτίας της συνεχόμενης μετατραυματικής εκφύλισης της άρθρωσης του αγκώνα. Επισήμανε ότι είναι πολύ δύσκολο να καθοριστεί ποσοστό του πόσο θα χειροτερέψει, θα πρέπει όπως είπε να το ψάξει. Σε σχέση με την κάκωση του αυχένος της Εναγόμενης, ο μάρτυρας ανέφερε ότι εάν υπάρχει προϋπάρχουσα κατάσταση στον αυχένα της το χτύπημα μπορεί να χειροτερέψει την κατάσταση. Όπως όμως ανέφερε στην προκειμένη περίπτωση δεν έγινε μαγνητική τομογραφία στην Εναγόμενη. Σημείωσε επίσης ότι ο αυχένας δεν εμπίπτει στην ειδικότητα του και κατ’ επέκταση στο πεδίο ειδημοσύνης του.

 

Στον μάρτυρα υποβλήθηκε η θέση ότι η Εναγόμενη σήμερα μπορεί να ασκεί την εργασία της, δηλαδή αυτή της καθαρίστριας και δεν το πράττει από δική της επιλογή. Ο μάρτυρας διαφώνησε και ανέφερε ότι κατά τη γνώμη του είναι περιορισμένη η ικανότητα της να εργαστεί σε γενικά χειρωνακτικές εργασίες. Όπως ανέφερε δεν θα έχει την αντοχή για 8ωρη εργασία που να απαιτεί την πλήρη κίνηση του χειρουργημένου σκέλους της. Στον μάρτυρα υποβλήθηκε επίσης η θέση ότι το πιθανότερο σενάριο είναι να μην χειροτερέψει  η κατάσταση της υγείας της Εναγόμενης.  Ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν μπορεί να ξέρει αν θα χειροτερέψει και πόσο. Δεν μπορεί να πει με σιγουριά και δεν αποκλείει ακόμα και την πλήρη εκφύλιση.

 

M.Y 2: κα Ανδρούλλα Πετάση (Εναγόμενη)

 

Η Εναγόμενη στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης της κατέθεσε γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Η μάρτυρας αναφέρει τον τρόπο που συνέβη το ατύχημα και ισχυρίζεται ότι η ίδια έλεγξε πριν να εισέλθει στη διασταύρωση τόσο τον φωτεινό σηματοδότη, ο οποίος, ως ισχυρίζεται, ήταν πράσινος. Έλεγξε επίσης τα αυτοκίνητα που εισέρχονταν στη διασταύρωση από την Λάρνακα, με κατεύθυνση το Καλό Χωριό και ο δρόμος ήταν καθαρός. Το ατύχημα, ως αναφέρει, συνέβη μετά που πέρασε τους δεύτερους φωτεινούς σηματοδότες, όταν το αυτοκίνητο της Ενάγουσας εντελώς απότομα και απροσδόκητα προσέκρουσε με το δικό της, περνώντας με κόκκινο. Η μάρτυρας αναφέρει ότι έχασε τις αισθήσεις της και ξύπνησε στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας. Καθώς βρισκόταν σε κρεβάτι σε διάδρομο των πρώτων βοηθειών αναφέρει ότι άκουσε τον γιό της Ενάγουσας, τον κ. Κίκη, να ρωτά την Ενάγουσα: «ίνταλως τα κατάφερες μάνα πάλε;». Η Ενάγουσα απαντώντας του ανέφερε: «Έτο εβουρούσαμε και περάσαμε με κόκκινο». Ακολούθως, η Εναγόμενη τους ρώτησε «έπρεπε να με σκοτώσετε;». Η Εναγόμενη περιγράφει την ταλαιπωρία και τον πόνο που υπέστη λόγω των τραυματισμών της. Μάλιστα, όπως αναφέρει της χορηγήθηκε μορφίνη για τη διαχείριση του πόνου της. Την αμέσως επόμενη μέρα χειρουργήθηκε στο δεξί χέρι. Έλαβε εξιτήριο στις 26/07/13. Αναφέρει επίσης ότι οι γιατροί διαπίστωσαν επίσης κάκωση αυχένα, με αποτέλεσμα να χρειαστεί να φέρει κολάρο για αρκετούς μήνες. Για τους  επόμενους 6 μήνες αναγκαζόταν να μεταβαίνει τακτικά στο Νοσοκομείο προκειμένου να της αλλάζουν τις πληγές και να παρακολουθούν την εξέλιξη της. Μάλιστα για 6-8 μήνες μετά το ατύχημα δεν μπορούσε να αυτοσυντηρηθεί. Όταν της αφαίρεσαν τον νάρθηκα ξεκίνησε να κάνει φυσιοθεραπείες για την αποκατάσταση του χεριού της, κατόπιν οδηγιών των ιατρών της. Έκανε περί τις 70 φυσιοθεραπείες. Δεν συνεχίστηκαν περαιτέρω οι φυσιοθεραπείες γιατί θα προκαλείτο ζημιά στο χέρι της. Η κίνηση του αγκώνα της δεν αποκαταστάθηκε ποτέ εντελώς. Αναφέρει ότι είναι δεξιόχειρας, γεγονός που επιτείνει περισσότερο την ταλαιπωρία της. Μέχρι και σήμερα υποφέρει από το εν λόγω ατύχημα.

 

Η μάρτυρας αντεξεταζόμενη αρνήθηκε τις υποβολές των δικηγόρων της Ενάγουσας. Ισχυρίστηκε ότι  ακολούθησε τις οδηγίες των γιατρών της και έκανε τις 70 φυσιοθεραπείες που της συνέστησαν. Αρνήθηκε επίσης ότι είναι ικανή για εργασία και ότι είναι κατόπιν δικής της επιλογής που δεν εργάζεται. Η μάρτυρας συμφώνησε ότι είχε προϋπάρχοντα προβλήματα με τον αυχένα της αλλά όχι στο σημείο που είναι τώρα. Απέρριψε επίσης την θέση ότι η επιδείνωση της κατάστασης του αυχένα της δεν σχετίζεται με το ατύχημα αλλά με  εκφυλιστικές αλλοιώσεις. Περαιτέρω, ανέφερε ότι υπέφερε από ισχαιμική νευρίτιδα από πριν το ατύχημα με αποτέλεσμα να σπάζουν τα αγγεία πίσω από το μάτι της. Έπαιρνε μάλιστα ασπιρίνη για αυτό το σκοπό. Είχε μάλιστα κριθεί με 75% αναπηρία και δικαιούταν να δουλεύει σε ελαφρού τύπου δουλειές, προκειμένου να μην επηρεαστεί η όραση της. Ανέφερε, όμως, ότι βλέπει κανονικά και μπορεί και οδηγεί κανονικά. Αρνήθηκε ότι το πρόβλημα στην όραση της συνέτεινε στο ατύχημα. Στην μάρτυρα υποβλήθηκε ότι η ίδια πέρασε με κόκκινο και η Ενάγουσα με πράσινο, πράγμα που επίσης αρνήθηκε η Εναγόμενη. Επέμεινε ότι άκουσε την ίδια την Ενάγουσα να παραδέχεται στον γιο της, τον κ. Κίκη, στο Νοσοκομείο ότι πέρασε με κόκκινο. Αυτή την παραδοχή την άκουσε και η ίδια και ο σύζυγος της. 

 

M.Y 3: κ. Λάμπρος Λοΐζου, (εμπειρογνώμονας ηλεκτρονικής αναπαράστασης τροχαίων)

 

O μάρτυρας εργάζεται στην εταιρεία Λάμπρος Παπασάββα and Co και είναι διευθυντής του τμήματος αναπαράστασης τροχαίων ατυχημάτων. Ως ανέφερε σπούδασε μηχανολόγος αυτοκινήτων στο Πανεπιστήμιο Huddersfield στο Ηνωμένο Βασίλειο. Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού στην Τεχνολογία Οχημάτων από το Πανεπιστήμιο του Bradford στο Ηνωμένο Βασίλειο. Είναι επίσης κάτοχος διδακτορικού και η διατριβή του αφορούσε θέματα ηλεκτρονικής ανάλυσης θερμοδυναμικών φαινομένων και τριβής στα φρένα αυτοκινήτων.  Ασχολείται με την ηλεκτρονική αναπαράσταση ατυχημάτων από το έτος 2007.

 

Ο μάρτυρας κλήθηκε να μαρτυρήσει ως πραγματογνώμονας. Στο πλαίσιο αυτό κατέθεσε ως τεκμήριο 18, έκθεση ανάλυσης του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος. Όπως αναφέρεται στο πρόλογο της εν λόγω έκθεσης, σκοπός της ήταν ο προσδιορισμός της κίνησης των οχημάτων πριν και μετά τη σύγκρουση, οι ταχύτητες κίνησης αυτών, οι ταχύτητες σύγκρουσης καθώς και το ακριβές σημείο της σύγκρουσης. Ο μάρτυρας ακολούθως προχωρεί στο να εκφράσει τα συμπεράσματα του αναφορικά με το επίδικο τροχαίο τα οποία είναι τα εξής:

1.    Η ταχύτητα σύγκρουσης του οχήματος της Εναγόμενης ανερχόταν στα 44-46km/h ενώ της Ενάγουσας 58-60km/h.

2.    Το σημείο σύγκρουσης Χ τοποθετείται εντός της διασταύρωσης με κάποια μέτρα απόκλιση από τη θέση που προσδιορίστηκε από την αστυνομία.

3.    Δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν ποιος από τους οδηγούς παραβίασε τον κόκκινο φανάρι.

4.    Ο μάρτυρας επιχείρησε επίσης να εξετάσει το εφικτό της εκδοχής του ανεξάρτητου αυτόπτη μάρτυρα (Μ.Ε 3). Όπως αναφέρει, συνοπτικά, η εκδοχή του ανεξάρτητου μάρτυρα  και ειδικότερα το ότι κατάφερε να παρατηρήσει τα εμπλεκόμενα οχήματα να κινούνται κολλημένα, από το σημείο που ισχυρίζεται ότι βρισκόταν, αμέσως μετά το ατύχημα, δεν μπορεί να στηριχτεί με βάση τους νόμους της φυσικής.

 

Ο μάρτυρας κατέθεσε επίσης 2 βίντεο ως τεκμήριο 19. Το πρώτο βίντεο αποτελεί αναπαράσταση της σύγκρουσης από κάτοψη, στην οποία φαίνονται και οι σχετικές μετρήσεις, και το άλλο βίντεο αποτελεί αναπαράσταση της σύγκρουσης από άλλη τρισδιάστατη οπτική γωνιά.

 

Ο μάρτυρας αντεξετάστηκε εκτενώς. Αναφορικά με την ταχύτητα των δύο οχημάτων ο μάρτυρας ανέφερε ότι αυτή προσδιορίστηκε μέσω του λογισμικού “Pc-Crash”. Ο μάρτυρας παραδέχτηκε ότι υπάρχει περιθώριο λάθους γι’ αυτό μάλιστα δεν λένε με ακρίβεια την ταχύτητα αλλά δίνεται ένα εύρος τιμών. Αναφορικά με το σημείο της σύγκρουσης, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι η διαφορά που υπάρχει με το αντίστοιχο σημείο που προσδιόρισε η αστυνομία δεν είναι σημαντική. Είναι αρκετά κοντά ο δικός τους υπολογισμός με αυτό της αστυνομίας. Ο μάρτυρας περαιτέρω ανέφερε ότι δεν υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης που να υποδηλώνουν φρενάρισμα της οποιασδήποτε οδηγού. Ούτε φαίνεται να υπήρξε η οποιαδήποτε στροφή τιμονιού ως μία προσπάθεια για αποφυγή σύγκρουσης.

 

Ο μάρτυρας τόνισε ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει και δεν μπορεί να αναφέρει ποιο αυτοκίνητο πέρασε με κόκκινο φανάρι.  Αναφορικά με τα συμπεράσματα του σχετικά με τον τρίτο ανεξάρτητο μάρτυρα, ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει εάν ο ανεξάρτητος μάρτυρας Μ.Ε 3 λέει την αλήθεια ή όχι. Όπως ανέφερε αυτός κοιτάζει μόνο το τεχνικό κομμάτι σύμφωνα με το οποίο, εάν μόλις πέρασε τη διασταύρωση ο Μ.Ε 3 και άκουσε τη σύγκρουση αποκλείεται να γύρισε πίσω τόσο γρήγορα και να πρόλαβε να παρατηρήσει τα δύο οχήματα να κινούνται μαζί κολλημένα. Ο μάρτυρας αντεξεταζόμενος δεν διαφώνησε ότι όντως τα αυτοκίνητα κινήθηκαν με κατεύθυνση προς τη Λάρνακα όπως ακριβώς ανέφερε ο ανεξάρτητος μάρτυρας. Ούτε διαφώνησε ότι για κάποιο χρονικό διάστημα το οποίο προσδιόρισε σε μισό δευτερόλεπτο ήταν κολλημένα τα αυτοκίνητα και μετά για κάποιο περαιτέρω χρονικό διάστημα (δευτερόλεπτα) τα αυτοκίνητα ήταν κοντά το ένα με το άλλο. Σε ερώτηση τέλος ως προς το κατά πόσο ο Μ.Ε 3 από το σημείο που έβλεπε τα δύο αυτοκίνητα ενδεχομένως να ήταν με την εντύπωση ότι αυτά ήταν κολλημένα για κάποια δευτερόλεπτα μετά τη σύγκρουση, ο μάρτυρας απάντησε ότι αυτό αποτελεί εικασία, η οποία μόνο με επί τόπου δοκιμή θα μπορούσε να εξακριβωθεί. Δοκιμή που σε κάθε περίπτωση δεν έχει κάνει ο ίδιος.

 

 M.Y 4: κα Καλλιόπη Μηνά (Φυσιοθεραπεύτρια).

 

Η Μ.Υ 4 είναι η φυσιοθεραπεύτρια που παρείχε υπηρεσίες φυσιοθεραπείας στην Εναγόμενη μετά το επίδικο ατύχημα.  Κατέθεσε μάλιστα ως τεκμήριο 20 σχετική βεβαίωση που συνέταξε η ίδια, ημερομηνίας 31/08/20. Στην εν λόγω βεβαίωση αναφέρεται ότι η Εναγόμενη έχει κάνει 70 φυσιοθεραπείες, οι οποίες άρχισαν στις 20/09/2013 και συνέχισαν μέχρι την 11/06/2014. Οι πιο πάνω φυσιοθεραπείες κατέστησαν το χέρι της λειτουργικό αλλά η άρθρωση του αγκώνα της δεν είχε αποκτήσει το πλήρες εύρος τροχιάς όπως αναφέρει. Η μάρτυρας αναφέρθηκε επίσης στη ταλαιπωρία και τον πόνο που υπέστη η Εναγόμενη, κατά το στάδιο της φυσιοθεραπείας. 

 

Κατά το στάδιο της αντεξέτασης η μάρτυρας ξεκαθάρισε ότι οι φυσιοθεραπείες στις οποίες υποβλήθηκε η Εναγόμενη αφορούσαν αποκλειστικά και μόνο τον τραυματισμό της στο χέρι. Ανέφερε, επίσης, ότι μετά από 70 φυσιοθεραπείες δεν υπήρχε άλλη προοπτική βελτίωσης του χεριού της γι’ αυτό και σταμάτησαν οι φυσιοθεραπείες. Η μάρτυρας διαφώνησε με την υποβολή ότι δεν έγιναν οι εντατικές φυσιοθεραπείες που συστάθηκαν από τον γιατρό και γι’ αυτό δεν βελτιώθηκε περαιτέρω το χέρι της Εναγόμενης. Η μάρτυρας συμφώνησε ότι το χέρι της Εναγόμενης είναι λειτουργικό, εξηγώντας ότι με αυτό μπορεί να φάει, να ντυθεί και να σηκώσει κάτι ελαφρύ. Δεν μπορεί όμως με αυτό να σηκώσει βάρη. Το χέρι όπως ανέφερε χάνει από τη δύναμη του και δεν μπορεί να αντέξει αρκετή ώρα να εργάζεται.

 

Μ.Υ 5: κ. Λούκας Πετάση ( σύζυγος Εναγόμενης)

 

Ο Μ.Υ 5 είναι ο σύζυγος της Εναγομένης. Ο Μ.Υ 5 αναφέρει ότι την ώρα του ατυχήματος εργαζόταν στο αεροδρόμιο. Ενημερώθηκε για το ατύχημα τηλεφωνικώς και μετέβη στις πρώτες βοήθειες, προκειμένου να πάρει τον ιατρικό φάκελο της Εναγόμενης για να της χορηγηθεί ιατροφαρμακευτική αγωγή. Όταν έφτασε στο τμήμα πρώτων βοηθειών του Νοσοκομείου, μπροστά του ήταν ο κύριος Κυριάκος Σιημητράς, ο υιός της Εναγόμενης. Με τον κ. Σιημητρά ο Μ.Υ 5 γνωρίζεται. Ο μάρτυρας αναφέρει ότι  ήταν μπροστά και άκουσε όταν ο κ. Σιημητράς ρώτησε την Ενάγουσα, μητέρα του, «Πως τα καταφέρατε πάλε;» και αυτή του απάντησε «Αρκήσαμε και τρέχαμε, περάσαμε με κόκκινο και χτυπήσαμε» .

 

Ο μάρτυρας περαιτέρω αναφέρεται σε κάποιο είδος σκευωρίας εναντίον της Εναγόμενης, για παραποίηση των χαρτιών της, για το ότι η Εναγόμενη καταγγέλθηκε μόνο αυτή ότι πέρασε με κόκκινο, από κάποιο Αστυνόμο Β’. Σύμφωνα με τη θέση του, θα ήταν ορθότερο να καταγγελθούν και οι δύο οδηγοί που ενεπλάκησαν στο ατύχημα και όχι μόνο η Εναγόμενη. Όπως αναφέρει είχε πληροφορίες από τον αστυνομικό κ. Καβαλιέρο ότι επρόκειτο αυτός να παραδώσει την υπόθεση αλλά δεν το έπραξε διότι του πήρε την υπόθεση ο Αστυνομικός Διευθυντής της τροχαίας και την έστειλε στο Αρχηγείο της Αστυνομίας και ακολούθησε μετά η καταγγελία της Εναγόμενης.

 

Κατά την αντεξέταση υποβλήθηκε στον μάρτυρα ότι η Εναγόμενη πέρασε με κόκκινο και εξαιτίας αυτού προκλήθηκε το ατύχημα. Υποβλήθηκε επίσης στο μάρτυρα ότι λέει ψέματα αναφορικά με το διάλογο που όπως ισχυρίζεται άκουσε στο Νοσοκομείο μεταξύ της Ενάγουσας και του υιού της. O μάρτυρας αρνήθηκε τις υποβολές και επέμεινε στη θέση του

 

M.Y 6 Δρ. Πέτρος Κιουτενιάν ( Γενικός Ιατρός)

 

Ο μάρτυρας είναι γενικός γιατρός. Έχει σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο Ιασίου στην Ρουμανία ιατρική. Εργάστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας στο τμήμα πρώτων βοηθειών από τις 03/01/2005  μέχρι την 30/06/2019. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του αναγνώρισε και κατέθεσε ως τεκμήριο 21 το έντυπο εισαγωγής της Εναγόμενης στις πρώτες βοήθειες την ημέρα του επίδικου ατυχήματος, δηλαδή στις 21/07/2013.  Ακολούθως, με βάση το τεκμήριο 21 περιέγραψε τις εξετάσεις στις οποίες υπέβαλε την Εναγόμενη και τα σχετικά ευρήματα του. Ανέφερε ότι η Εναγόμενη έφερε κάταγμα στο δεξί χέρι. Μάλιστα, για αντιμετώπιση του έντονου πόνου της Εναγόμενης της χορηγήθηκαν 7 μιλιγραμμάρια μορφίνης. Επίσης, η Εναγόμενη παρουσίαζε τραύμα στο κάτω χείλος με αποτέλεσμα να της γίνουν 12 ραφές.  Η Εναγόμενη παραπονιόταν μεταξύ άλλων για αυχεναλγία, γεγονός που τον οδήγησε να ζητήσει να της γίνει αξονική εγκεφάλου και αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης. Ο μάρτυρας αναγνώρισε και κατέθεσε ως τεκμήριο 22 δελτίο αναφοράς νοσηλείας της Εναγόμενης σε θάλαμο. Όπως ανέφερε το εν λόγω έγγραφο συμπληρώνεται από το νοσηλευτικό προσωπικό και σε αυτό καταγράφεται η γενική εκτίμηση της ασθενούς, οι ιατρικές της εξετάσεις και το αν παρουσίαζε την οποιαδήποτε επιπλοκή. Τέλος, ως τεκμήριο 23 κατέθεσε το δελτίο εξιτηρίου της Εναγομένης από το Ορθοπαιδικό Τμήμα του Νοσοκομείου Λάρνακας ημερομηνίας 26/07/13.

Κατά την αντεξέταση του ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι το κάταγμα της Ενάγουσας δεικνύει θετικό μηχανισμό κάκωσης, δηλαδή ότι αυτό προήλθε από σφοδρή σύγκρουση και γι’ αυτό το λόγο ζήτησε να γίνουν αξονικές εξετάσεις αυχένα και εγκεφάλου. Αναφορικά με τον αυχένα της Εναγόμενης ανέφερε ότι δεν παρουσίαζε κάποιο κάταγμα. Δεν εξέτασε ξανά την ασθενή και δεν γνωρίζει την εξέλιξη της. Ανέφερε όμως ότι από την πείρα του υπάρχει πιθανότητα να δημιουργηθούν μεταγενέστερα προβλήματα στον αυχένα μετά από ένα τέτοιο ατύχημα.

 

  1. Αξιολόγηση Μαρτυρίας

Προχωρώ σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που σχετίζεται με τα επίδικα θέματα όπως προσδιορίστηκαν ανωτέρω (βλ. Al Ittihad Al Watani κ.ά. v. Παπαδόπουλου (2000) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1924). Κατά την αξιολόγηση εκάστης μαρτυρίας λαμβάνω υπόψη το περιεχόμενο, την ποιότητα και την  πειστικότητα της. Η μαρτυρία του κάθε μάρτυρα αντιπαραβάλλεται και συγκρίνεται με το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου και με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. (βλ. Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 ΑΑΔ 506,  Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Φώτσιου ν Ηροδότου (2010) 1Β ΑΑΔ 1172).

 

Τέλος, έχω υπόψη μου την Νομολογιακή Αρχή ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη, υπό την προϋπόθεση ότι είναι αιτιολογημένη. (βλ. Ιωάννου ν. Κουννίδη (1998) 1 Α.Α.Δ. 1215, Χρίστου Χάρης ν. Ευγενίας Khoreva (2002) 1 ΑΑΔ 454)

Αναφορικά με την ευθύνη πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος σχετική από πλευράς Ενάγουσας είναι η μαρτυρία των Αστ. Καβαλιέρου (Μ.Ε 1), της κας Δ. Σάρδαλου (Μ.Ε2), του ανεξάρτητου μάρτυρα κ. Αντωνίου (Μ.3) και του υιού της Ενάγουσας κ. Σιημητρα (Μ.Ε 5).  Από πλευράς Εναγομένης σχετική επί του προκειμένου θέματος μαρτυρία έδωσε η ίδια η Εναγόμενη (Μ.Υ 2), ο εμπειρογνώμονας κ. Λοΐζου ( Μ.Υ 3) και ο σύζυγος της Εναγομένης (Μ.Υ 5). Έχω εξετάσει με προσοχή και αντιπαραβάλει την μαρτυρία και των έξι μαρτύρων αναφορικά με το συγκεκριμένο ζήτημα. Δεδομένου ότι το επίδικο ατύχημα συνέβη εντός φωτοελεγχόμενης διασταύρωσης, αποτελεί ουσιώδες ζήτημα το ποιά οδηγός πέρασε με κόκκινο στη διασταύρωση. Επισημαίνω σε αυτό το σημείο ότι καμία εκ των δύο πλευρών δεν αμφισβήτησε την ορθότητα της λειτουργίας των φώτων τροχαίας στη συγκεκριμένη διασταύρωση. Τουναντίον, η σχετική αναφορά στην Αστυνομική Έκθεση που κατέθεσε ο Μ.Ε1, Τεκμήριο 1  σελίδα 3, ότι “Κατά την άφιξη της Αστυνομίας στη σκηνή του δυστυχήματος τα φώτα τροχαίας ήταν σε λειτουργήσιμη κατάσταση”, παρέμεινε αναντίλεκτη.

 

Αναφορικά με τις σωματικές βλάβες της Εναγόμενης σχετική είναι η μαρτυρία των τεσσάρων γιατρών και συγκεκριμένα του (Μ.Ε 4) Δρ. Αθάνατου, του (Μ.Ε 6) Δρ. Περδίου, του (Μ.Υ 1) Δρ. Γεωργιάδη και του (Μ.Υ 6) Δρ. Κιουτενιάν. Σχετική επίσης είναι η μαρτυρία της (Μ.Υ 4) φυσιοθεραπεύτριας κας Μηνά, όπως επίσης της ίδιας της Εναγόμενης (Μ.Υ 2) και του συζύγου της (Μ.Υ 5).

 

H μαρτυρία του Μ.Ε 1 αναφορικά με το ζήτημα της ευθύνης,  βασίζεται στα δύο τεκμήρια που κατέθεσε (τεκμήρια 1 και 2). Ο μάρτυρας δεν υπέπεσε σε κάποια αντίφαση. Ούτε και αμφισβητήθηκε ουσιαστικά σε κάποιο σημείο της η μαρτυρία του.  Συνεπώς, θεωρώ τη μαρτυρία του, ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης, κατά βάση αξιόπιστη. Ο μάρτυρας μετέβη στη σκηνή μετά που συνέβη το επίδικο ατύχημα και ανέλαβε ως αστυφύλακας τη διερεύνηση της υπόθεσης. Δεν ήταν σε θέση να αναφέρει ποιά οδηγός πέρασε με κόκκινο και ποιά με πράσινο. Σημείωσε όμως τις τελικές θέσεις των οχημάτων και προσδιόρισε το σημείο σύγκρουσης εντός της διασταύρωσης (βλέπε τεκμήριο 2). Το σημείο σύγκρουσης δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά (υπάρχει μόνο μία επουσιώδης απόκλιση με βάση τη μαρτυρία του Μ.Υ3). Ο μάρτυρας διευκρίνισε ως προς την λειτουργία των φώτων της διασταύρωσης, και δεν αμφισβητήθηκε,  ότι εάν για τον Μ.Ε 3 ήταν πράσινο το φως από το σημείο που εισήλθε στη διασταύρωση, τότε και το φανάρι για την Ενάγουσα θα ήταν πράσινο από το σημείο που εισήλθε αυτή στην διασταύρωση.  Αναφορικά με την κρίση που εξέφρασε ο Μ.Ε 1 αναφορικά με την αξιοπιστία του Μ.Ε 3, σημειώνω ότι αυτό δεν λαμβάνεται υπόψη. Η αξιολόγηση μαρτύρων και η διαπίστωση αναφορικά με το κατά πόσο λένε την αλήθεια ή όχι, αποτελεί κατ’ αποκλειστικότητα έργο του Δικαστηρίου, ως μέρος του έσχατου συμπεράσματος του (βλέπε Νικολάου ν. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 390).

 

Αναφορικά με την μαρτυρία της Μ.Ε 2, αυτή δεν έτυχε αμφισβήτησης και  συνεπώς γίνεται δεκτή ως αξιόπιστη στο σύνολο της. Σημειώνω ότι η μαρτυρία της περιορίστηκε στην κατάθεση εγγράφων από το φάκελο της ποινικής υπόθεσης 7296/14 ( τεκμήρια 3 – 6), τα οποία βρίσκονταν στην κατοχή της μάρτυρος εξαιτίας της θέσης της ως Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. 

 

Η μαρτυρία του Μ.Ε 3 είναι ουσιώδης όσον αφορά την ευθύνη του επίδικου ατυχήματος καθ’ ότι τείνει να καταδείξει ποια από τις εμπλεκόμενες οδηγούς στο ατύχημα πέρασε με κόκκινο.  Τονίζω ότι ο Μ.Ε 3 είναι ανεξάρτητος αυτόπτης μάρτυρας, δεν σχετίζεται με κανένα εκ των διαδίκων, γεγονός αποδεκτό από όλες τις πλευρές. Δεν φαίνεται να έχει κανένα συμφέρον από την έκβαση της παρούσας υπόθεσης, ούτε και οποιονδήποτε αλλότριο κίνητρο πίσω από την μαρτυρία του.  Στην επίδικη διασταύρωση  βρισκόταν απέναντι από την Ενάγουσα με ακριβώς αντίθετη, όμως, κατεύθυνση. Δηλαδή η Ενάγουσα κατευθυνόταν από Καλό χωριό προς Λάρνακα ενώ ο Μ.Ε 3 από Λάρνακα προς Καλό χωριό. Ο μάρτυρας ανέφερε, μετά βεβαιότητας, ότι εισήλθε στη διασταύρωση με πράσινο φως και αυτό αποτελεί και την ουσία της μαρτυρίας του. Μάλιστα, στο πλαίσιο της κατάθεσης του στην Αστυνομία διευκρίνισε ότι εισήλθε στη διασταύρωση μόλις το φανάρι άναψε πράσινο. Μόλις πέρασε απέναντι άκουσε το θόρυβο της σύγκρουσης από το επίδικο ατύχημα. Προκύπτει από την μαρτυρία του ότι για να πέρασε ο ίδιος με πράσινο, η Ενάγουσα που επιχείρησε να περάσει περί την ίδια χρονική στιγμή τη διασταύρωση, πέρασε επίσης με πράσινο. Ο μάρτυρας αντεξετάστηκε εκτενώς. Δεν θυμόταν επουσιώδεις, κατά τη γνώμη μου, λεπτομέρειες από το επίδικο συμβάν, όπως την ταχύτητα του οχήματος του, το που ακριβώς στάθμευσε μετά την σύγκρουση, τα χρώματα των εμπλεκόμενων οχημάτων. Κατά τη γνώμη μου, η μη δυνατότητα ανάκλησης από μέρους του επουσιωδών λεπτομερειών από το ατύχημα, 11 χρόνια μετά που αυτό συνέβη, ουδόλως πλήττει την αξιοπιστία του. Αντιθέτως, καταδεικνύει την ειλικρίνεια του μάρτυρα. Δεν παραβλέπω ότι ο μάρτυρας στην κατάθεση του στην Αστυνομία, στις 23/07/2013, ( τεκμήριο 4) ανέφερε ότι το αυτοκίνητο που ερχόταν από απέναντι του, δηλαδή αυτό της Ενάγουσας ήταν κόκκινου χρώματος και αυτό της Εναγόμενης γκρίζου. Η αναφορά αυτή του μάρτυρα δεν ήταν ομολογουμένως ακριβής. Τα χρώματα των αυτοκινήτων ήταν ως φαίνεται αντίθετα, δηλαδή αυτό της Ενάγουσας ήταν το γκρίζο και της Εναγόμενης το κόκκινο.  Η σύγχυση αυτή του μάρτυρα ως προς την περιγραφή των χρωμάτων των δύο αυτοκινήτων, αποτελεί, επίσης, επουσιώδες ζήτημα, το οποίο δεν είναι ικανό να κλονίσει την αξιοπιστία του.  Όπως αναφέρεται, εξάλλου, στην Νομολογία (βλέπε Τιμοθέου Βίκτωρας ν. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 671) «…στις περιπτώσεις τροχαίων δυστυχημάτων, είναι αναμενόμενο να εντοπίζονται μικροαντιφάσεις σε επουσιώδη σημεία, οι οποίες όμως, όχι μόνο δεν επηρεάζουν την ουσία της μαρτυρίας, αλλά φυσιολογικά αναμένεται να υπάρχουν». Συνεπώς, ενόψει των ανωτέρω, θεωρώ αξιόπιστο και ειλικρινή μάρτυρα τον Μ. Ε 3 και κατ’ επέκταση κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στην μαρτυρία του για εξαγωγή ευρημάτων και ειδικότερα αναφορικά με το ποιά οδηγός πέρασε με κόκκινο τη διασταύρωση. 

 

Ο Μ.Ε 4 είναι ιατρός ορθοπαιδικός χειρουργός και η μαρτυρία του αξιολογείται ως μαρτυρία εμπειρογνώμονα. Στην προκειμένη περίπτωση η μαρτυρία του Μ.Ε 4 θεωρώ ότι είναι πλήρως εμπεριστατωμένη ( βλέπε τεκμήριο 7), βασισμένη τόσο στην κλινική εξέταση της ασθενούς, όσο και στα ιατρικά πιστοποιητικά και τις ακτινολογικές εξετάσεις που του προσκομίστηκαν και καταγράφονται στην έκθεση του. Σημειώνεται ότι η μαρτυρία  του ως προς τις δικογραφημένες θέσεις της Εναγόμενης βρίσκεται ουσιαστικά σε συμφωνία. Επί της ουσίας αναγνωρίζεται το μόνιμο κατάλοιπο στον αγκώνα της Εναγόμενης, το οποίο προκαλεί δυσκαμψία και περιορισμό των στροφικών κινήσεων. Αναφορικά με την κάκωση του αυχένος, αυτή όπως ανέφερε συνιστά κάκωση δίκην μαστιγίου, ενώ η μεταγενέστερη αξονική αυχένος που έγινε στην Εναγόμενη δεν έδειχνε στοιχεία τραυματικής αιτιολογίας.  Ο μάρτυρας αναγνωρίζει επίσης τις δυσκολίες που αυτό προκαλεί στην καθημερινότητα της Εναγόμενης. Ο μάρτυρας αναφέρεται σε προσαρμογή της Εναγομένης στις νέες συνθήκες διευκρινίζοντας όμως ότι ουσιαστικά αυτή η προσαρμογή έγκειται στην αποφυγή εκτέλεσης ορισμένων εργασιών με το χέρι της. Θεωρώ ότι ο μάρτυρας υπήρξε ειλικρινής, η δε γνώμη του υπήρξε αιτιολογημένη και εν πολλοίς μη αμφισβητούμενη. Θεωρώ ότι μπορώ να βασιστώ στο σύνολο της μαρτυρίας του Μ.Ε 4 για εξαγωγή ευρημάτων.

 

H μαρτυρία του Μ.Ε 5 αναφορικά με το επίδικο συμβάν βασίζεται σε όσα του ανέφεραν η Ενάγουσα και ο πατέρας του, ο οποίος επίσης επέβαινε στο αυτοκίνητο τη στιγμή του ατυχήματος. Συνεπώς, η μαρτυρία του αποτελεί εξ’ ακοής μαρτυρία (άρθρο 23 του Κεφ. 9) και η βαρύτητα που μπορεί να προσδοθεί σε αυτή πρέπει να αξιολογηθεί σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 27 του Κεφ. 9 και της Νομολογίας, βλέπε ειδικά Αγρότου Αντωνάκη Βασιλική και Άλλη ν. Ιωάννας Αντωνάκη Αγρότου (2016) 1 ΑΑΔ 1325. Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι η ίδια η Ενάγουσα όπως επίσης και ο πατέρας του Μ.Υ 5, δεν μπορούσαν να κλητευθούν για να δώσουν οι ίδιοι μαρτυρία, καθ’ ότι είχαν αποβιώσει προ της έναρξης της παρούσας ακροαματικής διαδικασίας. Λαμβάνοντας τα πιο πάνω δεδομένα υπόψη θεωρώ ακροσφαλές να βασιστώ στην μαρτυρία του Μ.Ε 5 αναφορικά με το πως προέκυψε το επίδικο αδίκημα.  Ο λόγος έγκειται αρχικά, στο ανέφικτο του ελέγχου της αλήθειας του περιεχομένου της συγκεκριμένης εξ’ ακοής δήλωσης εξαιτίας της αδυναμίας αντεξέτασης της Ενάγουσας που προέβη στην αρχική δήλωση. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την περιτραυματική αμνησία της Ενάγουσας που υπέστη από το επίδικο συμβάν, γεγονός για το οποίο υπάρχει αναφορά στο μαρτυρικό υλικό (βλέπε Τεκμήριο 1 δήλωση ιατρικού λειτουργού Δρ. Κάγκας ημερομηνίας 30/08/2013) καθιστούν επισφαλή την εξ ακοής μαρτυρία του Μ.Υ 5, αναφορικά με τις περιστάσεις υπό τις οποίες συνέβη το ατύχημα.  Πέραν τούτου, η κρίση μου αναφορικά με το ακροσφαλές της πιο πάνω εξ ακοής μαρτυρίας που παρέθεσε ο M.Y 5 σε κανένα σημείο δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι πλήττει την γενικότερη αξιοπιστία του μάρτυρα. Ο μάρτυρας σε κανένα σημείο δεν έδωσε την εντύπωση για ανειλικρίνεια ή για οποιαδήποτε προσπάθεια απόκρυψης ή αλλοίωσης της πραγματικότητας. Ειδικότερα, αναφορικά με το τι συνέβη στο Νοσοκομείο στην παρουσία του Μ.Ε 5, η μαρτυρία του γίνεται δεκτή ως ειλικρινής και αξιόπιστη.

 

Ο Μ.Ε 6 είναι γιατρός με ειδικότητα στην νευροχειρουργική. Ο γιατρός εξέτασε στο παρελθόν την ασθενή, η οποία είχε διαγνωστεί με οστέωμα, δηλαδή καλοήθη όγκο στο οπτικό κανάλι, ο οποίος όμως δεν πίεζε το οπτικό νεύρο. Ανέφερε ο μάρτυρας ότι στο παρελθόν, είχε διαπιστωθεί κατά τη διάρκεια νευρολογικής εξέτασης ότι η Εναγόμενη είχε περιορισμό των οπτικών πεδίων. Παραπέμφθηκε σε οφθαλμίατρο, ο οποίος επίσης διαπίστωσε αυτόν τον περιορισμό στην όραση της. Ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι το ζήτημα της όρασης της Εναγόμενης δεν είναι νευρολογικής αιτιολογίας και συνεπώς δεν εμπίπτει στην δική του ειδικότητα αλλά σε αυτή του οφθαλμίατρου. Σε κάθε περίπτωση η συγκεκριμένη αναφορά του μάρτυρα τέθηκε υπό τύπο ιατρικού ιστορικού της Εναγόμενης και σε καμία περίπτωση ο μάρτυρας δεν εξέφρασε οποιαδήποτε γνώμη για περιορισμό της όρασης της Εναγόμενης κατά τη στιγμή του ατυχήματος.

 

Ο μάρτυρας περαιτέρω ανέφερε ότι η Εναγόμενη κρίθηκε με 75% ανικανότητα προς εργασία εξαιτίας του ρηθέντος οστεώματος πλησίον του οπτικού νεύρου. Το ζήτημα αυτό δεν αμφισβητείται από πλευράς Εναγομένης. 

 

Ο μάρτυρας αναφέρθηκε και στην μυελοπάθεια της Εναγόμενης, διευκρινίζοντας ότι αυτή αν και υφίσταται, είναι εκφυλιστικής αιτιολογίας και όχι τραυματικής. Εν ολίγοις, δεν αποδίδεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο στο επίδικο ατύχημα. Επί του συγκεκριμένου σημείου δεν φαίνεται μάλιστα να αμφισβητήθηκε η μαρτυρία του Μ.Ε.6 στο πλαίσιο της αντεξέτασης του. Ούτε και προσφέρθηκε αντικρουστική μαρτυρία από ειδικό νευροχειρουργό από πλευράς Εναγομένης. Σε κάθε περίπτωση το ζήτημα της μυελοπάθειας της Εναγομένης, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω δεν δικογραφείται και δεν αποτελεί επίδικο ζήτημα.  Αναφορικά με την έκθεση του Δρ. Ηλία Γεωργίου, η οποία κατατέθηκε από τον Μ.Ε 6, πέραν του ότι αυτή είναι εξ’ ακοής και αξιολογείται ως τέτοια (βλέπε άρθρο 27 Κεφ.9), σημειώνω ότι δεν προσθέτει το οτιδήποτε σε σχέση με τη μαρτυρία του Μ.Ε 6. Συνοψίζοντας η μαρτυρία του Μ. Ε 6 αν και κατά βάση ειλικρινής και αξιόπιστη, δεν συσχετίζεται με κάποιο ουσιαστικό επίδικο ζήτημα.

 

Ο Μ.Υ 1 είναι ο γιατρός ορθοπαιδικός χειρουργός που εξέτασε την Εναγόμενη την ημέρα του ατυχήματος. Η μαρτυρία του Μ.Υ 1, αξιολογείται ως μαρτυρία εμπειρογνώμονα. Συνεπώς, όφειλε ο Μ.Υ 1 να παρουσιάσει στο Δικαστήριο  κατά τρόπο αιτιολογημένο τη γνώμη του, ώστε να δώσει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να κρίνει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του, αλλά και να εξηγήσει εκείνα τα κριτήρια που χρησιμοποίησε προκειμένου το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση, (βλέπε ενδεικτικά Σπύρου ν Παπαδόπουλου, διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Μαρίας Βασιλείου Πολιτική Έφεση Αρ. 29/12, 2/4/2018, ECLI:CY:AD:2018:A144).

 

Αναφορικά με τα γεγονότα που αφορούν τη διάγνωση και περίθαλψή της Εναγόμενης αμέσως μετά το ατύχημα στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας, ως περιγράφονται στο πιστοποιητικό του  ημερομηνίας 27/12/2013 ( τεκμήριο 8), αυτά δεν αμφισβητούνται και γίνονται στο σύνολο τους αποδεκτά. 

 

Αναφορικά με τη γνώμη που εξέφρασε ο Μ.Υ 1 ότι υπάρχει πιθανότητα να χειροτερέψει η κατάσταση του αγκώνα της Εναγομένης, αυτή δεν υπήρξε επαρκώς εμπεριστατωμένη. Ο γιατρός αναφέρθηκε σε πιθανότητα να χειροτερέψει ο αγκώνας της,  δεν μπορούσε όμως να καθορίσει αυτήν την πιθανότητα, ούτε επίσης και την έκταση της χειροτέρευσης. Αναφέρθηκε επίσης ότι η άποψη του αυτή βασίζεται σε βιβλιογραφία, χωρίς όμως να την αναφέρει, ούτε και να την υποδείξει. Τέλος, δείχνοντας αβεβαιότητα για το συμπέρασμα του ανέφερε ότι θα πρέπει να ψάξει περαιτέρω το ζήτημα καθότι δεν το γνωρίζει ακριβώς. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω επ’ ακριβώς την μαρτυρία του στο συγκεκριμένο σημείο:

 

«Ε.      Μπορείτε να καθορίσετε ένα ποσοστό το οποίο θα καθόριζε και θα έδειχνε το ποσό που θα χειροτερέψει μετά από επέμβαση;

A.        Εν πολλά δύσκολο να καθορίσω ποσοστό, πόση δηλαδή εν η πιθανότητα του να χειροτερέψει και πόσο θα χειροτερέψει, βάσει βιβλιογραφίας υπάρχει αυτή η πιθανότητα και είναι αυξημένη δεν καθορίζεται αριθμητικά. Θα πρέπει να ψάξω βέβαια δεν γνωρίζω ακριβώς, αλλά η πιθανότητα είναι εκεί.»

 

Περαιτέρω, ο μάρτυρας προχώρησε στην έκφραση γνώμης αναφορικά με την ικανότητα της Εναγόμενης να εργάζεται εξαιτίας του τραυματισμού της στο χέρι από το επίδικο ατύχημα.  Επισημαίνω ότι το ζήτημα της απώλειας απολαβών ή μείωσης της εισοδηματικής ικανότητας της Εναγομένης εξαιτίας του επίδικου ατυχήματος δεν δικογραφείται από πλευράς της κατά παράβαση της σχετικής Νομολογίας (βλέπε Daria Novichkova ν. Θέμη Βλάβη (2012) 1 ΑΑΔ 1111). Ούτε όμως και προωθείται μέσω της τελικής της αγόρευσης. Η συγκεκριμένη γνώμη του Μ.Υ 1 για τους πιο πάνω λόγους και μόνο δεν θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη. Σε κάθε περίπτωση, το τελικό του συμπέρασμα αναφορικά με την Εναγόμενη, ότι «…είναι περιορισμένη η ικανότητά της να αντέξει σε 8ώρη εργασία η οποία απαιτεί την πλήρη κίνηση του χειρουργημένου σκέλους...», είναι, ενόψει της κατάστασης του χεριού της Εναγόμενης, πειστικό και λογικό

 

Αναφορικά με τον αυχένα της Εναγόμενης ο γιατρός σημείωσε ότι ο αυχένας δεν εμπίπτει στο πεδίο της δικής του ειδικότητας και εμπειρογνωμοσύνης του, ενόψει τούτου οποιαδήποτε γνώμη εξέφρασε ο μάρτυρας αναφορικά με την κατάσταση του αυχένα της Εναγόμενης δεν λαμβάνεται υπόψη.

 

Συνοψίζοντας, η μαρτυρία του Μ.Υ 1 γίνεται μερικώς αποδεκτή. Συγκεκριμένα, δέχομαι την μαρτυρία του στην έκταση μόνο που αυτή αφορά στη διάγνωση και περίθαλψη της Εναγομένης αμέσως μετά το ατύχημα. Αντιθέτως, για τους λόγους που εξήγησα δεν δέχομαι τα συμπεράσματα του αναφορικά με την πιθανότητα χειροτέρευσης του αγκώνα της Εναγομένης.

 

Η Εναγόμενη M.Y 2,  κατά τη γνώμη μου δεν ήταν ειλικρινής σε ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας της. Ενδεικτική είναι η αναφορά της ότι πριν το ατύχημα ήταν “καθ όλα υγιής”, (βλέπε παράγραφο 1 Γραπτής Δήλωσης, Έγγραφο Α). Η εν λόγω αναφορά της ήταν ξεκάθαρα αναληθής. Η Εναγόμενη όχι μόνο  δεν ήταν καθ’όλα υγιής, αλλά είχε κριθεί με ποσοστό ανικανότητας για εργασία 75% από ιατροσυμβούλιο το έτος 2007, λόγω οφθαλμολογικού προβλήματος.

 

 Αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος, η προσπάθεια της να πείσει ότι η ίδια ήταν καθ’ όλα επιμελής οδηγός και ότι δεν φέρει ευθύνη για το ατύχημα ήταν έκδηλα επιτηδευμένη. Η θέση της Εναγόμενης ότι πέρασε με πράσινο και μάλιστα, έλεγξε το δρόμο πριν περάσει, δεν πείθει για την ειλικρίνεια της. Η αρχική της θέση όπως καταγράφηκε στην κατάθεση της ημερομηνίας 31/07/2013, εν ολίγοις αναφέρει ότι έλεγξε το δρόμο τόσο δεξιά όσο και αριστερά πριν εισέλθει στη διασταύρωση, και δεν εντόπισε κανένα αυτοκίνητο. Παραθέτω τη σχετική αναφορά της “...έλεγξα το δρόμο τόσο αριστερά όσο και δεξιά μου χωρίς να δω οποιονδήποτε όχημα, εισερχόμενη στη διασταύρωση και σχεδόν στο κέντρο της συγκρούστηκα με ένα όχημα που δεν ξέρω από πού ήρθε…”. Η αναφορά της ότι έλεγξε το δρόμο στα αριστερά χωρίς να δει κάποιο όχημα, είτε δεν είναι αληθής είτε είναι ενδεικτική της απροσεξίας της. Από τα αριστερά της ερχόταν το αυτοκίνητο της Ενάγουσας με το οποίο συγκρούστηκε η Εναγόμενη. Πως είναι δυνατό η Εναγόμενη να έλεγξε αριστερά του δρόμου και να μην πρόσεξε το όχημα της Ενάγουσας, όταν μάλιστα παρέμεινε αναντίλεκτη η αναφορά του Μ.Ε 1, ότι στο σημείο ο δρόμος είναι ευθύς και επίπεδος με ορατότητα των οδηγών την συγκεκριμένη στιγμή πέραν των 100 μέτρων; ( βλέπε τεκμήριο 4)

 

Η πιο πάνω δήλωση της Εναγόμενης, ανασκευάστηκε στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, χωρίς να δοθούν επαρκείς εξηγήσεις, γεγονός που αναπόφευκτα επιδρά στην αξιοπιστία της Εναγόμενης. Συγκεκριμένα, η Εναγόμενη στη Γραπτή της Δήλωση στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, αναφέρει ότι έλεγξε μόνο δεξιά πριν εισέλθει στη διασταύρωση ( βλέπε Έγγραφο Α παράγραφος 2: «Έλεγξα την δεξιά πλευρά των φώτων, δηλαδή τα οχήματα που κατευθύνονταν από την Λάρνακα προς τον κυκλικό κόμβο του Καλού Χωριού , και ο δρόμος ήταν καθαρός»).  Η μάρτυρας αντεξετάστηκε εκτενώς αναφορικά με αυτή τη διαφοροποίηση στην μαρτυρία που έδωσε στην αστυνομία στις 31/07/2013 και τη σημερινή της μαρτυρία. Αρκεί να ειπωθεί ότι η μάρτυρας απέφευγε κατά τρόπο χαρακτηριστικό και έκδηλο να απαντήσει, γεγονός που ενισχύει ακόμη περισσότερο την εντύπωση της ανειλικρίνειας από μέρους της. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω σχετικό απόσπασμα από τη μαρτυρία κατά το οποίο η αποφυγή της Εναγόμενης να απαντήσει στις ερωτήσεις είναι εμφανής:

 

E.        Στις καταθέσεις σας στην αστυνομία, βασικά είναι το Τεκμήριο 4 στα τεκμήρια της ποινικής καταχωρήθηκε και ως Τεκμήριο 1 λέτε «Όταν πλησίασα ...διαβάζει από την κατάθεση της μάρτυρος... ήταν πράσινο» Μετά λέει «Έλεγξα τον δρόμο τόσο αριστερά όσο και δεξιά μου χωρίς να δω οποιοδήποτε όχημα» Τώρα μας λέτε ότι ελέγξατε μόνο δεξιά;

A.        Πήγαινα ευθεία.

E.        Άρα δεν ελέγξατε.

A.        Ήταν καθαρός ο δρόμος στο σημείο που κτυπήθηκα.

E.        Πώς ξέρετε ότι ήταν καθαρός, ελέγξατε;

A.        Όταν κτυπήθηκα λιποθύμησα εγώ στο ατύχημα.

E.        Πριν κτυπηθείτε;

A.        Στο σημείο που προχώρησα--

E.        Η ερώτησή μου είναι εάν ελέγξετε τον δρόμο, υπάρχει αντίφαση. Λέτε ότι ελέγξετε, στην έκθεσή σας σήμερα λέτε ότι ελέγξατε δεξιά, στην κατάθεσή σας στην αστυνομία λέτε ότι ελέγξατε και αριστερά και δεξιά. 

A.        Όταν οδηγώ κοιτάζω και τον δρόμο μου, ήταν καθαρός ο δρόμος επειδή ήταν να πάω απέναντι.

E.        Συνεχίζετε να μην απαντάτε ως προς το γιατί υπήρχε τούτη η αντίφαση. Σας υποβάλλω ότι λέτε ψέματα και προσπαθείτε να αποποιηθείτε της ευθύνης για το επίδικο ατύχημα.

 

Υπό το φως των ανωτέρω θεωρώ ότι η Μ.Υ 2 δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια με πάσα ειλικρίνεια. Αντιθέτως, θεωρώ ιδιαίτερα επισφαλή και αναξιόπιστη την μαρτυρία της σε ουσιώδη σημεία της. Συνεπώς κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της για εξαγωγή ευρήματος.

 

Ο Μ.Υ 3 κλήθηκε να δώσει μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας. Η εμπειρογνωμοσύνη του μάρτυρα σχετίζεται με την ηλεκτρονική ανάλυση και αναπαράσταση ατυχημάτων και δεν αμφισβητήθηκε. Στη βάση της ακαδημαϊκής του κατάρτισης αλλά και της επαγγελματικής του εμπειρίας θεωρώ ότι ο μάρτυρας κατέχει όλα τα προσόντα προκειμένου να δώσει μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας.

 

Η μαρτυρία του Μ.Υ 3 έχει δύο άξονες. Ο πρώτος αφορά την κίνηση των επίδικων οχημάτων  πριν και μετά τη σύγκρουση, τις ταχύτητες σύγκρουσης, όπως επίσης και το ακριβές σημείο σύγκρουσης. Ο δεύτερος αφορά το κατά πόσο μπορεί να ευσταθεί ο ισχυρισμός του αυτόπτη μάρτυρα (Μ.Ε 3) ότι παρατήρησε από τη θέση του τα οχήματα να κινούνται κολλημένα με κατεύθυνση προς την Λάρνακα.

 

Αναφορικά με τον πρώτο άξονα, η μαρτυρία του Μ.Υ 3 είναι πλήρως εμπεριστατωμένη. Ο μάρτυρας εξήγησε επαρκώς την μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε προκειμένου να εξαχθεί συμπέρασμα για το σημείο σύγκρουσης, όπως επίσης και για την κίνηση και ταχύτητα σύγκρουσης των οχημάτων. Επισημαίνω ότι δεν αμφισβητήθηκε ούτε η εγκυρότητα, ούτε η μεθοδολογία του ηλεκτρονικού προγράμματος “PC Crash” που χρησιμοποιήθηκε για την εξαγωγή των αποτελεσμάτων. Ούτε και φαίνεται να αμφισβητούνται, είτε στο πλαίσιο της αντεξέτασης, είτε στο πλαίσιο των αγορεύσεων, τα τελικά συμπεράσματα του αναφορικά με την κίνηση των οχημάτων και το σημείο σύγκρουσης. Στη μόνη ουσιαστικά υποβολή που έγινε προς το μάρτυρα αναφορικά με το περιθώριο λάθους στον υπολογισμό της ταχύτητας, ο μάρτυρας συμφώνησε και εξήγησε μάλιστα ότι είναι γι’αυτό το λόγο που  δίνεται ένα εύρος τιμών και όχι μία συγκεκριμένη ταχύτητα. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι κατά τη γνώμη του η Εναγόμενη κινείτο κατά τη σύγκρουση με μεγαλύτερη ταχύτητα, ήτοι 44 – 46 ΧΑΩ, από αυτή για την οποία ορκίζεται η ίδια η Εναγόμενη ότι πήγαινε, ήτοι 30 – 40 ΧΑΩ. Το γεγονός αυτό ενισχύει κατά τη γνώμη μου την αξιοπιστία και αντικειμενικότητα της μαρτυρίας του Μ.Υ. 3, ο οποίος χωρίς να επηρεάζεται από το διάδικο που του ανέθεσε την ανάλυση του ατυχήματος, προχώρησε με αμεροληψία στην εκπόνηση της επιστημονικής του έκθεσης, ακόμα και αν αυτή η τελευταία δεν συμβαδίζει πλήρως με την εκδοχή του αναθέτοντος διαδίκου. Όσον αφορά το σημείο σύγκρουσης η διαφορά σε σχέση με το σημείο που προσδιόρισε η Αστυνομία ( ο Μ.Ε 1) είναι τόσο μικρή που όπως ο ίδιος ο Μ.Υ 3 παραδέχεται θα μπορούσε να μην αναφέρει καν ότι υπάρχει διαφωνία.  Εν κατακλείδι, θεωρώ ότι η μαρτυρία του Μ.Υ 3 αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος, δηλαδή, ταχύτητες σύγκρουσης οχημάτων και σημείο σύγκρουσης είναι ορθές και αξιόπιστες.

 

Αναφορικά με το δεύτερο άξονα, η μαρτυρία του πραγματογνώμονα βασίζεται σε αβέβαιες υποθέσεις και κατά τη γνώμη μου είναι ιδιαίτερα επισφαλής, σε σημείο που δεν μπορώ να βασιστώ σε αυτή. O M.Y 3 στηρίζει την γνώμη του, ότι ο αυτόπτης μάρτυρας (Μ.Ε 3) δεν μπορούσε να είχε παρατηρήσει τα εμπλεκόμενα οχήματα να κινούνται κολλημένα αμέσως μετά τη σύγκρουση, σε δύο παράγοντες: Πρώτον, στο γεγονός ότι τα δύο οχήματα, σύμφωνα με την αναπαράσταση του ατυχήματος, παρέμειναν κολλημένα για χρόνο περί το μισό δευτερόλεπτο και δεύτερο, στο γεγονός ότι ο μέσος χρόνος αντίδρασης ενός οδηγού ανέρχεται στο ενάμιση δευτερόλεπτο. Συνεπώς, σύμφωνα με τη λογική που επιχείρησε να εξηγήσει ο μάρτυρας, την στιγμή που θα μπορούσε ο Μ.Ε 3 να παρατηρήσει τα εμπλεκόμενα αυτοκίνητα, δεδομένου μάλιστα του ότι έπρεπε από το σημείο που βρίσκονταν να γυρίσει προς τα πίσω, δεν θα μπορούσαν να ήταν ακόμα κολλημένα. 

 

Στην προκειμένη περίπτωση, αποτελεί σημαντικό γεγονός, ότι ο Μ.Υ 3 δεν μπορεί να προσδιορίσει με ακρίβεια το σημείο παρατήρησης των δύο οχημάτων από τον Μ.Ε 3. Τα συμπεράσματα του Μ.Υ 3 στηρίζονται σε μία εν πολλοίς αυθαίρετη υπόθεση για την θέση παρατήρησης του Μ.Ε 3. Συγκεκριμένα, ο Μ.Υ 3 τοποθετεί στην αναπαράσταση του τη θέση παρατήρησης του ατυχήματος από τον Μ.Ε 3 στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, στο ύψος περίπου των δεύτερων φώτων της επίδικης διασταύρωσης με κατεύθυνση προς το Καλό Χωριό Λάρνακας (βλέπε εικόνα 23, σελίδα 18 του τεκμηρίου 18). Εντούτοις, πουθενά στην μαρτυρία δεν αναφέρεται ότι ο Μ.Ε 3 βρισκόταν στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Περαιτέρω, η τοποθέτηση του Μ.Ε 3 στο ύψος των φώτων, με την επισήμανση μάλιστα  ότι αυτή η τοποθέτηση έρχεται χρονικά ενάμισι δευτερόλεπτο μετά το ατύχημα,  επίσης δεν πείθει για την ορθότητα της. Ο Μ.Ε 3, ανέφερε στην κατάθεση του στην Αστυνομία, ότι το θόρυβο της σύγκρουσης τον άκουσε όταν σχεδόν είχε περάσει τη διασταύρωση. Στο ύψος δηλαδή που τον τοποθέτησε ο Μ.Ε 3.  Αν υπήρξε κάποια καθυστέρηση περί το 1,5 δευτερόλεπτο, προκειμένου να αντιδράσει ο Μ.Ε 3 και να στρέψει το βλέμμα του προς το ατύχημα, όπως ακριβώς ισχυρίζεται ο Μ.Υ 3, τότε λογικά η παρατήρηση του ατυχήματος από μέρους του Μ.Ε 3, θα είχε γίνει από πιο μπροστά καθώς το αυτοκίνητο του βρισκόταν εν κινήσει. Με ταχύτητα μάλιστα που δεν έχει προσδιοριστεί. Τέλος, όπως εύλογα ανέφερε, εν τέλει, αντεξεταζόμενος μόνο εικασίες ως προς το τι παρατήρησε ο Μ.Ε 3 μπορεί να γίνουν. Η μόνη ασφαλής οδός για να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ο Μ. Ε 3 να αντιλήφθηκε τα δύο εμπλεκόμενα οχήματα να κινούνται κολλημένα από το σημείο και κατά τη στιγμή παρατήρησης του, θα ήταν η δοκιμή επί του πεδίου. Επί του προκειμένου, παραπέμπω στις σχετικές αναφορές του Μ.Υ 3:

 

Ε.         Όπως βλέπουμε την οθόνη στα αριστερά. Άρα έβλεπε προς τα πίσω του, άρα εάν είχε μια οπτική επαφή σχεδόν ευθεία και ήταν σχεδόν παράλληλα πολύ πιθανόν κάποιος να τα χαρακτήριζε και κολλημένα. 

A.        Δεν μπορούμε να κάνουμε εικασίες, αυτό το πράγμα μόνο με δόκιμη μπορεί να γίνει να βάλουμε κάποιο όχημα στις ίδιες θέσεις για να δούμε πώς φαίνεται.

E.        Κάνατε αυτές τις δοκιμές;

A.        Όχι.

 

Και ακολούθως  :

 

E.        Το δέχομαι ότι ούτε εγώ μπορώ να πω ότι τα είδε κολλημένα, ούτε εσείς μπορείτε να πείτε με βεβαιότητα ότι δεν ήταν κολλημένα.

A.        Συμφωνώ. Εμείς διερευνήσαμε το ενδεχόμενο εάν ήταν ή όχι κολλημένα, τώρα πώς τα είδε ο μάρτυρας ή όχι, όμως να σας αναφέρω ότι ο μάρτυρας δεν είδε μια φωτογραφία, είδε δύο οχήματα να κινούνται το όχημα το γκρίζο, το TOYOTA ήδη ξεκίνησε να πηγαίνει προς το πεζοδρόμιο, δηλαδή και κολλημένα να τα είδε δεν είναι στάσιμη εικόνα, είναι κάτι το οποίο κινείται.

 

Συνεπώς, για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω δεν μπορώ να κάνω δεκτή την γνώμη του Μ.Υ 3 όσον αφορά το ότι αποκλείεται ο μάρτυρας Μ.Ε 3 να θεώρησε κατά τη στιγμή της παρατήρησης του ατυχήματος ότι τα εμπλεκόμενα οχήματα κινούνταν κολλημένα.

 

Η Μ.Υ 4, φυσιοθεραπεύτρια, αναφέρθηκε στις φυσιοθεραπείες που η ίδια διενήργησε στην Εναγόμενη. Η μάρτυρας απαντούσε με αμεσότητα, ήταν επίσης κατατοπιστική και σίγουρη κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας.  Δεν υπέπεσε σε καμία αντίφαση. Απάντησε ευθέως ότι μετά από 70 φυσιοθεραπείες δεν είχε άλλη προοπτική βελτίωσης η Εναγόμενη. Στην, κατά βάση, μετέωρη υποβολή που τέθηκε ότι η Εναγόμενη δεν έκανε τις εντατικές φυσιοθεραπείες που συστήθηκαν από τον γιατρό, με αποτέλεσμα αυτό να επηρέασε την αποθεραπεία της,  η μάρτυρας παρέθεσε με ειλικρίνεια και αμεσότητα τη διαφωνία της. Η μάρτυρας θεωρώ ότι ήταν πλήρως ειλικρινής και συνεπώς η μαρτυρία της γίνεται στο σύνολο της δεκτή ως αξιόπιστη.

 

Ο Μ.Υ 5, δεν έκανε καλή εντύπωση. Η μαρτυρία του διατρεχόταν από την αντίληψη ότι υπήρξε κάποια σκευωρία εναντίον του ιδίου και της συζύγου του. Μία αντίληψη όμως που βασιζόταν σε γενικές, αόριστες και αβάσιμες υποψίες και όχι σε κάποια απτή απόδειξη. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω σχετικά αποσπάσματα από την μαρτυρία του:

 

Α. “...Μετά που ένα λεπτό μπήκε μια αστυνομικίνα μέσα και μου είπε να πάω να δω στους συγγενείς όταν έρχετουν προς τα εμάς ρώτησε πώς είναι ξέρω εγώ και μπήκε από μέσα των Πρώτων Βοηθειών και περιεργάζετουν τα χαρτιά της, τα χαρτιά των ασθενών, δεν πέρασε από τον νου μας κάποια υποψία ας πούμε και αφήσαμε έξω μετά από την παράλειψη περισσοτέρων από 6 μήνες ήρθε στην αντίληψή μας ότι ήταν αλλοιωμένα τα χαρτιά όταν παρουσιάστηκαν, που κινήθηκε η διαδικασία γιατί καταγγέλθηκε η γυναίκα μου από έναν Κωνσταντινίδη ήταν Υπαστυνόμος Β’ τότε μόνο η γυναίκα μου όμως καταγγέλθηκε ότι πέρασε με κόκκινο. Στην υπόθεση τούτη εγώ είχα πληροφορίες από τον αστυνομικό τον Μάριο Καβαλιέρο ότι, διότι πρόκειτουν να παραδώσει την υπόθεση που πήρε την 31η Αυγούστου το 2013 όμως δεν την παράδωσε γιατί η υπόθεση πάρθηκε από τον Αστυνομικό Διευθυντή της τροχαίας και στάλθηκε στο Αρχηγείο της Αστυνομίας και ακολούθησε η διαδικασία της καταγγελίας της γυναίκας μου, η γυναίκα μου καταγγέλθηκε εάν δεν έχω λάθος 24/01/14 δηλαδή 6 μήνες περίπου μετά το δυστύχημα.”

(…)

E. Μια τελευταία ερώτηση. Να του δείξω την κατάθεση από το Τεκμήριο 1 την κατάθεση της κύριας Σιημητρά στην αστυνομία για να μας πει πού εν το περίεργο.

A. Είναι κάπως διαφορετικό από εδώ λείπουν πράγματα.

E. Γιατί λείπουν πράγματα; Ήρθε ο ίδιος ο αστυνομικός και το κατάθεσε. Άρα δεν εντοπίζετε κάτι;

A. Να την πιστέψω δυσκολεύκουμε να την πιστέψω, άλλη κατάθεση ήταν εκείνη με πιο μικρά γράμματα και είχε κενό εδώ και έγραφε πιο κάτω.

E. Άρα μας λέτε ότι ο μάρτυρας που ήρθε και κατάθεσε ως πρώτος μάρτυρας ως αστυνομικός έκανε και εκείνος σκευωρία;

A. Αυτά είναι δακτυλογραφημένα τώρα εκείνα γράφτηκαν πάνω στο computer φωτοτυπήθηκαν και έγινε η συνέχεια αλλά αυτά είναι δακτυλογραφίες.

E. Σας υποβάλλω ότι είναι ψέματα.

A. Και πιο χοντρά γράμματα για να καλύψουμε τη σελίδα λυπούμαι.

E. Σας υποβάλλω ότι λέτε ψέματα ότι όλα είναι προϊόν της φαντασίας σας. Σας υποβάλλω ότι η γυναίκα σας επέρναν με κόκκινο και προκάλεσε ατύχημα.

A. Εκεί 236 μέτρα ορατότητα και κοίταξε και δεν έρχετουν αυτοκίνητο και προχώρησε, ξαφνικά βρίσκεται με κτύπημα που δαμέ μέχρι τη γωνία συρτή στα πλάγια τι εξηγάτε για τούτο το πράμα εσείς ως νομική ποια άποψη βάλλετε κάτω;

 

Ως προς την ουσία της μαρτυρίας του, η θέση του ότι παραδέχτηκε η Ενάγουσα μιλώντας στο γιό της, ενώ βρισκόταν  στις πρώτες βοήθειες τραυματισμένη, ότι είναι η ίδια που πέρασε με κόκκινο, δεν είναι πειστική ως αληθής. Ούτε και είναι πειστικό ότι αυτή η εξομολόγηση της Ενάγουσας έγινε, όχι ιδιωτικά αλλά σε δημόσιο χώρο μέσα στο διάδρομο των Πρώτων Βοηθειών και μάλιστα μπροστά στην ίδια την Εναγόμενη και το σύζυγο της (Μ.Υ 5). Επισημαίνεται, μάλιστα, ότι η θέση αυτή τόσο από πλευράς Εναγομένης όσο και του συζύγου της Μ.Ε 5, δεν τέθηκε ενώπιον των Αστυνομικών Αρχών, το έτος 2013, κατά τη διερεύνηση του παρόντος ατυχήματος. Το γεγονός αυτό δημιουργεί ακόμα μεγαλύτερες αμφιβολίες αναφορικά με την ειλικρίνεια του εν λόγω ισχυρισμού.  Η θέση αυτή του Μ.Ε 5 καθίσταται ακόμα λιγότερο πειστική, αν αναλογιστεί κάποιος ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο,  παρατηρήθηκε περιτραυματική αμνησία στην Ενάγουσα, πράγμα που επιβεβαιώνεται από την επί καθήκοντι γιατρό στις πρώτες βοήθειες, την Δρ. Κάγκα ( βλέπε τεκμήριο 1). Για τους πιο πάνω λόγους θεωρώ αναξιόπιστη τη μαρτυρία του Μ.Υ. 5 και συνεπώς κρίνω ότι δεν μπορώ να στηριχτώ σε κανένα σημείο της για εξαγωγή ευρήματος. 

 

Ο Μ.Υ 6 είναι γιατρός με ειδικότητα στην Γενική Ιατρική. Κατά την ημέρα του ατυχήματος εκτελούσε τα καθήκοντα του στο τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας. O γιατρός εξέτασε την Εναγόμενη όταν μεταφέρθηκε στις Πρώτες Βοήθειες την ημέρα του ατυχήματος και συνέταξε το έγγραφο εγγραφής της, το οποίο κατατέθηκε ως τεκμήριο 21.  Η περιγραφή της εξέτασης της Εναγόμενης και τα ευρήματα του γιατρού σύμφωνα με το τεκμήριο 21 δεν αμφισβητήθηκαν και γίνονται όλα τους αποδεκτά.

 

Αναφορικά με το Δελτίο Αναφοράς Νοσηλείας της Εναγομένης, το οποίο αναγνωρίστηκε και κατατέθηκε από τον μάρτυρα, ως τεκμήριο 22, σημειώνεται η δήλωση του μάρτυρα ότι δεν είναι αυτός που συμπλήρωσε το περιεχόμενο του, ούτε και επιβεβαίωσε ο μάρτυρας την αλήθεια του περιεχομένου του. Συνεπώς, το περιεχόμενο του τεκμηρίου 22, συνιστά εξ ακοής μαρτυρία, με συντάκτη τους Νοσηλευτές του Γενικού Νοσοκομείου, οι οποίοι μάλιστα δεν κατονομάζονται και παραμένουν άγνωστοι. Κάτω υπό αυτές τις συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 27 του Κεφ. 9, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις δεν μπορεί να δοθεί καμία βαρύτητα στο περιεχόμενο του τεκμηρίου 22.

 

Αναφορικά με το δελτίο εξιτηρίου της ασθενούς από το ορθοπαιδικό τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας, το οποίο αναγνωρίστηκε και κατατέθηκε από τον μάρτυρα ως τεκμήριο 23, σημειώνεται το εξής: Ο μάρτυρας δεν ήταν ο συντάκτης του, ούτε ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει το αληθές του περιεχομένου του.  Ο συντάκτης του περιεχομένου του παραμένει άγνωστος. Ενόψει τούτου και έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 27 του Κεφ. 9, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις δεν μπορεί να δοθεί καμία βαρύτητα στο περιεχόμενο του.

 

Ο μάρτυρας τέλος, αναφέρθηκε γενικά ότι η κάκωση αυχένα μετά από τροχαίο ή πτώση ενδεχομένως να οδηγήσει σε προβλήματα τα οποία διαφαίνονται μεταγενέστερα, μετά από χρόνια, στον ασθενή. Η αναφορά του αυτή παρέμεινε γενική και αόριστη, βασισμένη ως ανέφερε στην πείρα του και μόνο, ενώ δεν συσχετίστηκε με την κατάσταση της Εναγόμενης. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε στο πλαίσιο της αντεξέταση του: “Δεν μιλώ συγκεκριμένα για την ασθενή, σας μιλώ σε γενικές γραμμές, δεν είδα προσωπικά την ασθενή, δεν έχω εξετάσει την ασθενή, δεν γνωρίζω την ασθενή και δεν έχω καθόλου τεκμήρια να λένε ότι έχει πρόβλημα με τον αυχένα. Αναφορικά ήθελα να ενημερώσω το Δικαστήριο για πιθανότητα να μην δημιουργηθούν μεταγενέστερα. Ευτυχώς η γυναίκα δεν έπαθε κάτι.”

Ενόψει των ανωτέρω, η μαρτυρία του Μ.Υ 6 γίνεται δεκτή μόνο ως προς το μέρος που αναφέρει τις ενέργειες που ο ίδιος εκτέλεσε στην Εναγόμενη στις πρώτες βοήθειες την ημέρα του ατυχήματος.

 

  1. Διατύπωση Ευρημάτων:

 

Έχοντας ως οδηγό το βάρος και το επίπεδο απόδειξης που εφαρμόζεται στην πολιτική δίκη (βλ. Μαρσέλ ν. Λαϊκής (2001) 1 Α.Α.Δ. 1858), όπως επίσης και την αξιόπιστη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, προχωρώ σε διατύπωση των ακόλουθων ευρημάτων επί των επίδικων θεμάτων:

 

Αναφορικά με την ευθύνη :

 

1.    Τα φώτα στην επίδικη διασταύρωση ήταν κατά τη στιγμή του επίδικου ατυχήματος σε λειτουργήσιμη κατάσταση.

2.    Αναφορικά με το ατύχημα αποτελεί εύρημα μου  ότι η Ενάγουσα, με συνοδηγό το σύζυγό της και ενώ βρισκόταν στην Λεωφόρο Λεμεσού με κατεύθυνση από Καλό Χωριό προς Λάρνακα, πέρασε με πράσινο την επίδικη διασταύρωση (φώτα Κορτέσιη στην Λάρνακα)  (βλέπε μαρτυρία του Μ.Ε 3).

3.    Αντίστοιχα, κατά τον ίδιο χρόνο, αποτελεί εύρημα μου ότι η Εναγόμενη  ενώ βρισκόταν στην οδό Χαριλάου Τρικούπη με κατεύθυνση από Δρομολαξιά προς Αραδίππου, πέρασε με κόκκινο στην επίδικη διασταύρωση (φώτα Κορτέσιη), με αποτέλεσμα να συγκρουστεί εντός της διασταύρωσης με το αυτοκίνητο της Ενάγουσας.

4.    Η ορατότητα και των δύο οδηγών ήταν κατά τη στιγμή του ατυχήματος απρόσκοπτη και απεριόριστη.

5.    Η Εναγόμενη εισήλθε πρώτη στη διασταύρωση και ακολούθησε η Ενάγουσα. ( βλέπε τεκμήριο 19)

6.    Το ατύχημα συνέβη περί το μέσο της διασταύρωσης, πλησιέστερα όμως στο σημείο εισόδου της Ενάγουσας στην διασταύρωση. ( βλέπε τεκμήριο 19)

7.    Η Ενάγουσα κατά τη στιγμή της σύγκρουσης κινείτο με ταχύτητα περί τα 58-60 ΧΑΩ ενώ η Εναγόμενη περί τα 44-46 ΧΑΩ. ( Τεκμήριο 18)

8.    Καμία εκ των οδηγών δεν έλαβε μέτρα για αποφυγή της σύγκρουσης.

 

Αναφορικά με τις σωματικές βλάβες της Εναγόμενης:

 

Εξαιτίας του επιδίκου ατυχήματος η Εναγόμενη υπέστη:

 

9.    (ι) Διπολικό κάταγμα ωλένης στο δεξί της αντιβράχιο, (ιι) Κάκωση στον Αυχένα η οποία ανάγεται σε ήπια θλάση και θλαστικό τραύμα κάτω χείλους.

10. Η Εναγόμενη μεταφέρθηκε στο ΤΑΕΠ του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας στις 21/07/2013. Για αντιμετώπιση του πόνου, της χορηγήθηκε μορφίνη. Το διπολικό κάταγμα στο αντιβράχιο αντιμετωπίστηκε χειρουργικά και σε αυτό τοποθετήθηκε νάρθηκας.  Το θλαστικό τραύμα στο κάτω χείλος αντιμετωπίστηκε με συρραφή. Η Εναγόμενη νοσηλεύτηκε μέχρι τις 26/07/2013, όταν και πήρε εξιτήριο.

11. Η Εναγόμενη ακολούθησε τις ιατρικές συστάσεις για εντατικές φυσιοθεραπείες αναφορικά με το χειρουργηθέν αντιβράχιο της. Εντούτοις παρά τις 70 συνεδρίες επίπονων φυσιοθεραπειών στις οποίες υποβλήθηκε παραμένουν μόνιμα κατάλοιπα στο δεξί της αντιβράχιο ως ακολούθως:

11.1.             Ο αγκώνας της Εναγόμενης έχει μόνιμο περιορισμό έκτασης 15 μοιρών. Επίσης το αντιβράχιο της Εναγόμενης φέρει μόνιμη απώλεια 50% στις στροφικές κινήσεις πρηνισμού και υπτιασμού. 

 

  1. Υπαγωγή ευρημάτων στο Νόμο και την Νομολογία:

 

Αναφορικά με την Ευθύνη:

Η βάση τόσο της παρούσας αγωγής όσο και της ανταπαίτησης αποτελεί το αστικό αδίκημα της αμέλειας άρθρο 51 του Κεφ. 148 ( βλέπε σχετικά Στρατμάρκο Λτδ ν Πέτρος Μιχαήλ (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ. 453).

 

Αναφορικά με την στοιχειοθέτηση του εν λόγω αστικού αδικήματος εναντίον της Εναγομένης δεν χρειάζεται να ειπωθούν πολλά. Η ενέργεια της Εναγόμενης να εισέλθει στη διασταύρωση με κόκκινο φως, συνιστά παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας της προς τους υπόλοιπους χρήστες του δρόμου και εν προκειμένω της Ενάγουσας. Η αμελής αυτή ενέργεια της Εναγόμενης είχε μάλιστα ως αποτέλεσμα την πρόκληση του επίδικου τροχαίου ατυχήματος με όλες τις ζημιογόνες συνέπειες του για την Ενάγουσα. 

 

Στην προκειμένη περίπτωση όμως αμέλής υπήρξε και η Ενάγουσα. Δεν παραγνωρίζω ότι αυτή εισήλθε στη διασταύρωση με πράσινο φως. Εντούτοις, όπως δέχεται η Νομολογία (βλέπε Φοινικαρίδης & άλλη ν. Γεωργίου & άλλων (1991) 1 ΑΑΔ 475, ΕΥΔΟΚΙΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΑΧΑΤΤΟΥ κ.α ν. ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΥ ΣΤΑΜΑΤΙΔΗ, Πολιτική Έφεση Αρ. 203/2008, 13 Ιουλίου 2011), ο οδηγός που εισέρχεται σε φωτοελεγχόμενη διασταύρωση, ακόμα και με πράσινο φως, εξακολουθεί να υπέχει καθήκον να λάβει όλα τα εύλογα μέτρα για να αποφύγει σύγκρουση με αυτοκίνητο που είτε αντιλήφθηκε εγκαίρως είτε ευλόγως θα αναμένετο να αντιληφθεί εγκαίρως, ότι εισήλθε ή πρόκειται να εισέλθει στη διασταύρωση κατά παράβαση των κανονισμών. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε στην Φοινικαρίδης (ανωτέρω): “...όσο κι αν ο οδηγός που προχωρούσε στη διασταύρωση με πράσινο φως είχε δικαίωμα να υποθέσει ότι οχήματα που πλησίαζαν τη διασταύρωση από διαφορετική κατεύθυνση θα συμμορφώνονταν με τους κανονισμούς, έτσι που να μή ήταν υποχρεωμένος να μεριμνήσει για την περίπτωση που κάποιο όχημα δε θα σταματούσε στο κόκκινο φως, είχε καθήκον να πάρει όλα τα εύλογα μέτρα για να αποφύγει σύγκρουση με αυτοκίνητο που είχε έγκαιρα δει ότι θα έμπαινε στη διασταύρωση κατά παράβαση των κανονισμών… Αυτά, κατά εναρμονισμό προς το θεμελιωμένο ότι η αμέλεια ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Συναφώς, θα υπενθυμίζαμε πως, γενικά, εφόσο η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια”

 

Στην παρούσα περίπτωση, οι ιδιαίτερες συνθήκες τέλεσης του ατυχήματος ήταν τέτοιες που λογικά θα αναμένετο όπως η Ενάγουσα παρατηρούσε και αντιλαμβανόταν εγκαίρως την Εναγόμενη να εισέρχεται και να κινείται εντός της διασταύρωσης και κατ’ επέκταση να λάμβανε κάποια μέτρα αποτροπής του ατυχήματος. Τονίζεται ότι η Εναγόμενη εισήλθε στην διασταύρωση πριν την Ενάγουσα και διένυσε μάλιστα μεγαλύτερη απόσταση. Εν ολίγοις, όταν η Ενάγουσα εισερχόταν στη διασταύρωση, η Εναγόμενη βρισκόταν ήδη εντός της και έχοντας διανύσει κάποια μέτρα. Σημειώνεται επίσης ότι η ορατότητα στην διασταύρωση κατά τη στιγμή του ατυχήματος, ήταν πέραν των 100 μέτρων και ο δρόμος ευθύς και επίπεδος. Παρ’ όλα αυτά η Ενάγουσα, αν και οι περιστάσεις το επέτρεπαν, δεν έλαβε κανένα μέτρο αποφυγής του κινδύνου και αποτροπής του ατυχήματος. Όπως ακριβώς αναφέρθηκε στην Μαχάττου (ανωτέρω), η υποχρέωση της Εναγόμενης “...δεν εξαντλείτο με τη συμμόρφωσή της, την ώρα που περνούσε τα φώτα, με την ένδειξή τους, ώστε ουσιαστικά να εδικαιούτο να προχωρεί «με κλειστά μάτια.”

 

Αναφορικά με τον καταμερισμό της ευθύνης σημειώνεται ότι σύμφωνα με τη Νομολογία αυτός αποδίδεται με γνώμονα την υπαιτιότητα των διαδίκων και την αιτιώδη συνάφεια των πράξεων τους με το αποτέλεσμα (Χατζηελευθερίου ν Κανάρη, Πολ. Εφ. Αρ. 233/2014, ημ. 27/6/2022, ECLI:CY:AD:2022:A264, Φιλίππου κ.α. v. Παναγή κ.α. (2000) 1 Α.Α.Δ. 1275). Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω ιδιαίτερα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, θεωρώ ότι η αμέλεια της Εναγόμενης ήταν σαφώς μεγαλύτερη, συνεπώς καταμερίζω την ευθύνη σε 80% στην Εναγόμενη και 20% στην Ενάγουσα.

 

Υπολογισμός Γενικών Αποζημιώσεων Εναγόμενης:

 

Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της επιδίκασης των γενικών αποζημιώσεων έχουν συνοψισθεί στην απόφαση Χαριλάου ν. Νικολάου (2003) 1 Α.Α.Δ. 1460, απόσπασμα από την οποία υιοθετώ και παραθέτω κατωτέρω: «Έχει νομολογηθεί ότι σκοπός της επιδίκασης αποζημιώσεων είναι να δοθεί στον ενάγοντα αποζημίωση για την ζημιά, απώλεια ή βλάβη που έχει υποστεί.  Οι αρχές που διέπουν τον προσδιορισμό των αποζημιώσεων συνοψίζονται στην απόφαση του Πική, Δ. - όπως ήταν τότε - στην Paraskevaides (Overseas) Ltd and Another v. Christofi (1982) 1 C.L.R. 789, 793. Παραθέτουμε σε μετάφραση το σχετικό απόσπασμα:

"Στόχος των αποζημιώσεων που επιδικάζονται είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και στη ζημιά του διαδίκου που τραυματίστηκε χωρίς να εναποτίθεται υπέρμετρο βάρος πάνω στον αδικοπραγούντα. (ΒλFletcher v. Autocar Transporters Ltd [1968] 1 All E.R. 726, Constantinou v. Salahouris (1969) 1 C.L.R. 416).  Με άλλες λέξεις, το ποσό που επιδικάζεται πρέπει να είναι κοινωνικά αποδεκτό. Συνεπώς, η κοινωνική δεοντολογία κατά τον ουσιώδη χρόνο είναι σε κάθε περίπτωση παράγοντας σχετικός προς το έργο μας ειδικά σε σχέση με μη χρηματική απώλεια. Η χρηματική ζημιά, ως περισσότερο επιδεκτική μαθηματικού υπολογισμού εξαρτάται λιγότερο από κοινωνικά κριτήρια. Στόχος του εγχειρήματος είναι η κατάληξη, στο τέλος της πορείας, σε αριθμό που είναι δίκαιος και εύλογος κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης."(Βλ. και Fysco Constructing Co. Ltd v. Γεωργίου (1991) 1 Α.Α.Δ. 1014, 1028 και Μιχαήλ κ.ά. ν. Φίλιος Γ. Συκοπετρίτης Λτδ. κ.ά. (2000) 1 Α.Α.Δ. 1049).

Η αποζημίωση για αστικά αδικήματα δεν έχει σκοπό την τιμωρία αλλά την αποκατάσταση.  Αυτή τούτη η ατέλεια του χρήματος ως μέσου για αποκατάσταση, δεν πρέπει να επενεργεί προς επαύξηση των αποζημιώσεων (Βλ. Μαυροπετρή ν. Λουκά (1995) 1 Α.Α.Δ. 66, 74).

Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει επιδείξει μια σταθερή άνοδο του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων.  Έχει τονίσει την ανάγκη για μια πιο δίκαιη και φιλελεύθερη αποτίμηση του ανθρώπινου πόνου και των πολλαπλών στερήσεων που προκαλούν οι αναπηρίες στα θύματα της αμέλειας (Βλ. Ioannou and Paraskevaides (Overseas) (πιο πάνω), Παναγή ν. Θεοδώρου (1992) 1 Α.Α.Δ. 1303, Ηρακλέους ν. Πίτρου (1994) 1 Α.Α.Δ. 239, Παναγιώτου ν. Φραγκέσκου κ.ά. (1999) 1 Α.Α.Δ. 687, Μαϊττα ν. Γεωργίου κ.ά., Πολιτική Έφεση 8499, 9.1.99 και Βρυωνίδης ν. Σωφρονίου (1997) 1(Β) Α.Α.Δ. 1181).  Προηγούμενες αποφάσεις δεν αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο υπό την έννοια της αρχής του stare decisis αλλά παρέχουν καθοδήγηση (βλ. Παναγή, πιο πάνω). Πρέπει, επίσης, να λαμβάνεται υπόψη η συνεχής μείωση της αξία του χρήματος.»

 

Η έκταση και η σοβαρότητα των σωματικών βλαβών της Εναγόμενης στην παρούσα υπόθεση προσομοιάζουν με τις αυτές των διαδίκων στις ακόλουθες υποθέσεις:

 

Στην Πέτρου Μαρία ν. Ιωάννη Γαλάνη (2009) 1 ΑΑΔ 84, η εκεί Εφεσείουσα, 37 ετών, είχε υποστεί  συντριπτικό διπολικό κάταγμα του αριστερού βραχιόνιου μετά από τροχαίο ατύχημα. Μεταφέρθηκε αρχικά στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου με γενική αναισθησία έγινε ανάταξη του κατάγματος και ακινητοποίηση με γύψινο νάρθηκα. Όταν εξήλθε του Νοσοκομείου της χορηγήθηκε αντιοιδηματική και αντιφλεγμονώδης θεραπευτική αγωγή και της τοποθετήθηκε εργοστασιακός πλαστικός νάρθηκας που παρέμεινε για επτά εβδομάδες. Επήλθε πλήρης πώρωση του κατάγματος σε καλή θέση με ελαφριά εσωτερική γωνίωση. Ακολούθησε εντατική φυσιοθεραπευτική και κινησιοθεραπευτική αγωγή που διήρκεσε τρεις μήνες. Αισθάνεται πόνο κατά την ανύψωση του αριστερού ώμου πέραν των 90° κατά την έσω και έξω στροφή του αριστερού βραχίονα μετά από ανύψωση βάρους κατά τις απότομες καιρικές μεταβολές. Παρουσίαζε ελάττωση της ικανότητας του αριστερού ώμου, απαγωγή πρόσθια και πλάγια, έσω και έξω στροφή κατά 30% λόγω της μακροχρόνιας ακινητοποιήσεως του ώμου. Στην περιοχή του κατάγματος παρατηρείται και ψηλαφείται υπερτροφική μάζα μαλακών μορίων.  Το πάσχον μέλος αδυνατεί να μεταφέρει φορτία άνω των 5Κg.  Ο πόνος μετά από εντατική εργασία, ανύψωση βάρους, απότομες καιρικές μεταβολές θα παραμείνει για πάντα. Η μυϊκή παραμόρφωση στο άνω μέρος του αριστερού δελτοϊδούς μυός θα είναι μόνιμος. Η εμφάνιση περιαρθρίτιδος στον αριστερό ώμο είναι πολύ πιθανή. Η εκτέλεση χειρωνακτικής εργασίας θα είναι αδύνατη για την ως άνω ασθενή. Θα είναι ικανή μόνο για ελαφριά εργασία. Ως εκ τούτου η Εφεσείουσα δεν είναι πλέον ικανή να ασκήσει τις προηγούμενες εργασίες της και δυσκολεύεται ακόμη και να εκτελέσει τις οικιακές εργασίες του δικού της σπιτιού καθώς και στην φροντίδα των τέκνων της και γενικότερα της οικογένειάς της. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι το ποσό των Λ.Κ 7,000 που επιδικάστηκε πρωτόδικα ως γενικές αποζημιώσεις ήταν μη επαρκές και το αύξησε στις Λ.Κ 10,000 ενόψει των μόνιμων καταλοίπων που θα προκαλούσαν πόνο και περιορισμό χρήσης για την υπόλοιπη ζωή της 37χρονης Εφεσείουσας. 

 

Στην Κωνσταντινίδης ν. Παπαμιλτιάδους και Άλλων (2007) 1 ΑΑΔ 733 η Εφεσίβλητη ( στην αγωγή 6108/99), 53 ετών υπέστη τα εξής: (1) κάταγμα  του κάτω άκρου της κερκίδος αριστερά (2) τραύματα στο δεξιό γόνατο και στο βλεννογόνο του κάτω χείλους και (3) διάφορους μώλωπες. Έγινε συρραφή των τραυμάτων και ακινητοποίηση του κατάγματος της αριστερής πηχεοκαρπικής σε γύψο. Παρέμεινε στο γύψο για 2 μήνες και εκτός εργασίας για 3 μήνες. Τέσσερα (4) χρόνια μετά το δυστύχημα παραπονείτο για αδυναμία και πόνο στο αριστερό άνω άκρο. Διαπιστώθηκε μικρή παραμόρφωση και μικρός περιορισμός της κινητικότητας της αριστερής πηχεοκαρπικής. Επίσης παρουσιάζεται με πιο αδύνατη δύναμη συσφίξεως αριστερά. Κρίθηκε ότι τα τραύματα της την καθιστούν με μικρό βαθμό μόνιμης ανικανότητας. Το ενδαρθρικό κάταγμα στην αριστερή πηχεοκαρπική άρθρωση θα δημιουργήσει μετατραυματική αρθρίτιδα με επακόλουθο πόνο και δυσκαμψία. Συνεχίζει να έχει πόνο και κατά καιρούς παίρνει παυσίπονα. Οι γενικές αποζημιώσεις ύψους ΛΚ 15,000 που επιδικάστηκαν δεν θεωρήθηκαν υπερβολικές.

 

Αντλώ καθοδήγηση από τις πιο πάνω αποφάσεις.  Σημειώνω το γεγονός ότι η Εναγόμενη ήταν κατά τη στιγμή του ατυχήματος 52 ετών. Τονίζεται η σοβαρότητα των τραυματισμών της  και ιδιαίτερα του κατάγματος στο δεξιό αντιβράχιο, το οποίο αντιμετωπίστηκε χειρουργικά με ανοικτή ανάταξη και με τοποθέτηση δύο πλακών και βιδών. Δεν απαιτείται άλλη χειρουργική επέμβαση για αφαίρεση των υλικών οστεοσύνθεσης που χρησιμοποιήθηκαν. Λαμβάνεται επίσης υπόψη ο πόνος και η ταλαιπωρία που υπέστη η Εναγόμενη, αφού πέραν της χειρουργικής επέμβασης, υπέστη 70 επίπονες φυσιοθεραπείες. Η ταλαιπωρία της Εναγόμενης συνεχίζεται μέχρι και σήμερα και θα συνεχίσει αφού παρουσιάζει μόνιμη απώλεια κινήσεων στην κάμψη του αγκώνα περί το 15% και στις στροφικές κινήσεις του δεξιού της αντιβραχίου περί το 50%. Ο μόνιμος περιορισμός των κινήσεων του χεριού της Εναγόμενης την οδηγεί σε δυσκολίες στην καθημερινότητας της. Η Εναγόμενη αναγκάστηκε να προσαρμόσει την καθημερινότητα της, αποφεύγοντας ουσιαστικά συγκεκριμένες κινήσεις και εργασίες με το δεξί της χέρι, τις οποίες αδυνατεί να εκτελέσει. Σημειώνεται, επίσης η κάκωση του αυχένα της, η οποία όμως δεν μπορεί να αναχθεί σε κάτι περισσότερο από μία θλάση. Λαμβάνεται υπόψη και το θλαστικό τραύμα στο κάτω χείλος της, για το οποίο απαιτήθηκε συρραφή. Συνεκτιμώντας τα ανωτέρω και λαμβάνοντας υπόψη τη τάση της Νομολογίας για σταθερή άνοδο του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων ( βλέπε Μαυροπετρή ν. Λουκά (1995) 1 Α.Α.Δ 66, Paraskevaides (Overseas) Ltd, v. Christofi (1982) 1 C.L.R. 789), κρίνω υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης ως δίκαιο και εύλογο όπως επιδικαστεί στην Εναγόμενη, επί πλήρους ευθύνης της Ενάγουσας, το ποσό των €30,000 ως γενικές αποζημιώσεις για τις σωματικές βλάβες, πόνο και τη ταλαιπωρία που υπέστη, συνεπεία του επίδικου ατυχήματος.

 

  1. Κατάληξη:

 

Ενόψει των πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη τις συμφωνηθείσες και επιδικασθείσες αποζημιώσεις σε συνάρτηση με το καταμερισμό της ευθύνης μεταξύ των διαδίκων εκδίδεται απόφαση ως εξής:

 

Αναφορικά με την αγωγή εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης για το ποσό των €12,033.60 το οποίο αναλύεται σε €10,433.60 (€13,042 Χ 80%) ως γενικές αποζημιώσεις και €1,600  (€2,000 Χ 80%) ως ειδικές αποζημιώσεις.

 

Αναφορικά με την ανταπαίτηση εκδίδεται αντίστοιχα απόφαση υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον της Ενάγουσας για το ποσό των €6,869.40 το οποίο αναλύεται σε €6,000 (€30,000 Χ 20%) ως γενικές αποζημιώσεις και €869.40 ( €4,347 Χ 20%) ως ειδικές αποζημιώσεις.

 

Ως προς την επιδίκαση των τόκων που θα φέρουν οι αποζημιώσεις κατ’ εφαρμογή του άρθρου 58Α του Κεφ. 148, αντλώ καθοδήγηση από την Φοινικαρίδης κ.α. ν. Γεωργίου κ.α. (1991) 1 Α.Α.Δ. 475. Το ζήτημα ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, ενώ η καθυστέρηση στην προώθηση της αγωγής αποτελεί παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη. Στην προκειμένη περίπτωση, υπήρξε συμφωνία των διαδίκων όπως οι αποζημιώσεις που αφορούν την Ενάγουσα φέρουν τόκο από την ημερομηνία του ατυχήματος ( δηλαδή από 21/07/2013). Υπό αυτές τις συνθήκες κρίνω ορθό και δίκαιο όπως και οι αποζημιώσεις που αφορούν την Εναγομένη τύχουν του ίδιου χειρισμού και φέρουν επίσης τόκο από την ίδια ημερομηνία τέλεσης του ατυχήματος. Συνεπώς, τόσο αναφορικά με την απαίτηση όσο και την ανταπαίτηση επιδικάζεται νόμιμος τόκος επί του συνόλου των επιδικασθέντων αποζημιώσεων (ειδικών και γενικών) από την ημερομηνία του ατυχήματος, δηλαδή από τις 21/07/2013. 

Τα έξοδα της αγωγή ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης ως υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητή στην κλίμακα επιτυχίας της και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Αντίστοιχα, τα έξοδα της ανταπαίτησης ακολουθούν επίσης το αποτέλεσμα και επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον της Ενάγουσας ως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, στην κλίμακα επιτυχίας της ανταπαίτησης, και εγκριθούν από το Δικαστήριο.

                                                                                                        (Υπ.) ......................................

Μ. Π. Μιχαήλ Ε.Δ

Πιστόν αντίγραφο

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο