ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Π.Ε.Δ.
Αρ. Απαίτησης: 566/25
ijustice
Μεταξύ:
ALDECOR EXCLUSIVE LTD
Ενάγουσα – Αιτήτρια
και
1.GORDIAN HOLDINGS LTD
2.MORTAL SECURITY SERVICES LTD
Εναγόμενοι – Καθ΄ ων η αίτηση
Αίτηση Ημερομηνίας 25.09.2025
Ημερομηνία: 03.02.2026.
Εμφανίσεις:
Για Ενάγουσα – Αιτήτρια: κ. Α. Δημητρίου για Α. Μαθηκολώνης & Σία ΔΕΠΕ.
Για Εναγόμενους – Καθ΄ ων η αίτηση: κ. Λ. Παπαχαραλάμπους για Κούσιος, Κορφιώτης, Παπαχαραλάμπους ΔΕΠΕ.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Στις 29.09.2025 μετά από μονομερή αίτηση της Ενάγουσας (στο εξής η «Αιτήτρια») εκδόθηκε εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 (στο εξής «Καθ΄ ων η αίτηση») το πιο κάτω προσωρινό διάταγμα:
«1. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει και απαγορεύει και/ή παρεμποδίζει τους Εναγόμενους στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση και/ή τους αντιπροσώπους και/ή τους υπαλλήλους και/ή τους εντολοδόχους και/ή τους προστιθέντες και/ή οποιοδήποτε πρόσωπο νομικό ή φυσικό που λαμβάνει οδηγίες από τους Εναγόμενους από του να επέμβουν ή/και επεμβαίνουν και/ή παραβιάσουν και/ή παραβιάζουν το δικαίωμα των Εναγόντων στην ειρηνική απόλαυση και απρόσκοπτη χρήση (quiet enjoyment) και κατοχή του ακινήτου που ενοικιάζουν και κατέχουν οι Ενάγοντες ως ενοικιαστές αυτού με αριθμό εγγραφής 7/51 Δ/ΣΧ 40/47W2, τμήμα 7 τεμάχιο 93, τοποθεσία Κόκκινες, Ενορία Αγίου Φανουρίου, Δήμος Αραδίππου, Επαρχία Λάρνακας με άμεση ισχύ από της έκδοσης του διατάγματος του Δικαστηρίου και μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής.»
Η αίτηση υποστηρίζεται από τρεις ένορκες δηλώσεις, οι δύο εκ των οποίων υπογράφονται από τον διευθυντή της Αιτήτριας και η τρίτη από υπάλληλο της Αιτήτριας ο οποίος ήταν και ο ιδιοκτήτης της εταιρείας με την επωνυμία Aldecor Trading Ltd.
Με τις προαναφερόμενες ένορκες δηλώσεις η Αιτήτρια ισχυρίστηκε, ανάμεσα σε άλλα, ότι ενοικίασε το ακίνητο από την εταιρεία Aldecor Trading Ltd στις 05.06.2020 δυνάμει συμφωνίας ενοικίασης. Η συμφωνία ενοικίασης εξακολουθεί να παραμένει σε ισχύ, καθώς η Αιτήτρια εξάσκησε το δικαίωμα της για ανανέωση.
Το ακίνητο κατά την υπογραφή της συμφωνίας ενοικίασης ανήκε στην εταιρεία Aldecor Trading Ltd. Η τελευταία στο πλαίσιο πιστωτικών διευκολύνσεων που είχε λάβει από την Λαϊκή Τράπεζα παραχώρησε ενυπόθηκες εξασφαλίσεις επί του ακινήτου. Οι πιστωτικές διευκολύνσεις και εξασφαλίσεις, περιλαμβανομένων των υποθηκών που εγγράφηκαν επί του ακινήτου, μεταφέρθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και κατέληξαν στην Καθ’ ης η αίτηση 1.
Η Aldecor Trading Ltd προσπάθησε να συμβιβάσει τις διαφορές που προέκυψαν από τις πιστωτικές διευκολύνσεις που έλαβε. Προς τον σκοπό αυτό ήλθε σε διαπραγματεύσεις με την Καθ’ ης η αίτηση 1 και κατέληξε σε συμφωνία η οποία προνοούσε, μεταξύ άλλων, την πληρωμή ποσού €50.000. Το πιο πάνω ποσό καταβλήθηκε από τον διευθυντή της Αιτήτριας στις 11.10.2021, αφού προηγουμένως ενημερώθηκε η Καθ’ ης η αίτηση 1 για την ύπαρξη της συμφωνίας ενοικίασης και για το γεγονός ότι η Αιτήτρια κατείχε το ακίνητο.
Το ποσό των €50.000 πληρώθηκε από τον διευθυντή της Αιτήτριας, προκειμένου να απελευθερωθεί το ακίνητο από την Καθ’ ης η αίτηση 1 και να μπορέσει η Αιτήτρια να συνεχίσει απρόσκοπτα τη διεξαγωγή της επιχείρησης της εντός αυτού χωρίς να διατρέχει οποιοδήποτε κίνδυνο.
Στις 05.09.2025 μετέβηκαν στο ακίνητο υπάλληλοι της Καθ’ ης η αίτηση 2 με απειλητικές διαθέσεις και με σκοπό να λάβουν δια της βίας την κατοχή του ακινήτου. Το προαναφερόμενο συμβάν καταγγέλθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου.
Στις 09.09.2025 εντοπίστηκε και πάλι υπάλληλος της Καθ’ ης η αίτηση 2 στο ακίνητο και διαπιστώθηκε ότι υπήρξε παραβίαση των κλειδαριών. Κατά την ίδια ημερομηνία οι τεχνικοί της εταιρείας που διαχειρίζεται το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης ενημέρωσαν την Αιτήτρια ότι δεν μπορούσαν να εντοπίσουν το υλικό που καταγράφηκε στις κάμερες ασφαλείας στις 05.09.2025, διότι οι κάμερες ήταν απενεργοποιημένες.
Ακολούθως, στις 10.09.2025, υπήρχαν και πάλι οχήματα και υπάλληλοι της Καθ’ ης η αίτηση 2 στο ακίνητο. Ταυτόχρονα, διαπιστώθηκε ότι είχε παραβιαστεί το δωμάτιο μετρητών της Α.Η.Κ και δεν υπήρχε ηλεκτρισμός στο ακίνητο. Το ίδιο σκηνικό επαναλήφθηκε και στις 11.09.2025.
Η Καθ’ ης η αίτηση 1, με τη συνδρομή της Καθ’ ης η αίτηση 2, έχει αποκλείσει την είσοδο της Αιτήτριας από το μπροστινό μέρος του ακινήτου που νομίμως ενοικιάζει. Ως εκ τούτου, η Αιτήτρια δεν έχει πρόσβαση σε μέρος των αποθηκευτικών της χώρων και των υλικών της επιχείρησής της.
Η Αιτήτρια δεν μπορεί να εκτελέσει τις εργασίες της, λόγω της παρουσίας των υπαλλήλων της Καθ’ ης η αίτηση 2 οι οποίοι με βία και με απειλές έχουν προχωρήσει σε κατάληψη του ακινήτου και των περιουσιακών της στοιχείων. Οι πιο πάνω ενέργειες των Καθ’ ων η αίτηση θέτουν σε κίνδυνο τη σωματική ακεραιότητα και υγεία των υπαλλήλων και αντιπροσώπων της Αιτήτριας.
Εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και η Αιτήτρια επιχειρήσει να εργαστεί κανονικά, ενδέχεται να προκύψουν απρόβλεπτα αποτελέσματα, καθώς, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, κινδυνεύει η σωματική ακεραιότητα και ασφάλεια των υπαλλήλων και αντιπροσώπων της Αιτήτριας.
Παράλληλα, η Αιτήτρια υφίσταται ζημιά, εφόσον εμποδίζεται στην ομαλή λειτουργία της επιχείρησής της με αποτέλεσμα να διακυβεύεται η οικονομική επιβίωσή της.
Οι Καθ΄ ων η αίτηση καταχώρισαν ένσταση προβάλλοντας τους εξής 8 λόγους:
«1. Η αίτηση δεν πληροί τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την έκδοση και/ή τα αναφερόμενα στην ένορκη δήλωση γεγονότα ουδεμία εκ των προβλεπόμενων προϋποθέσεων έκδοσης προσωρινού και/ή ενδιάμεσου διατάγματος και/ή θεραπείας, στοιχειοθετούν.
2. Οι Ενάγοντες με την αγωγή τους δεν αποκαλύπτουν οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα και/ή αιτία αγωγής.
3. Οι Ενάγοντες δεν έχουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή και/ή δεν έχουν ορατή προοπτική να δικαιούνται στις αιτούμενες θεραπείες στην αγωγή.
4. Οι Ενάγοντες δεν έχουν προβεί σε πλήρη και/ή αληθή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων και/ή γεγονότων που σχετίζονται με την αίτηση και/ή δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καλή πίστη και/ή με καθαρά χέρια και/ή απέκρυψαν σημαντικά στοιχεία και/ή ουσιώδη γεγονότα.
5. Δια της αίτησης και/ή της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει αυτή και/ή τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η παρούσα υπόθεση, δεν δεικνύουν πως σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής των Εναγόντων, θα είναι δύσκολο και/ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη με μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
6. Η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων των Εναγόντων εφόσον οι Εναγόμενοι είναι φερέγγυοι και έχουν την οικονομική δυνατότητα να ικανοποιήσουν τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί εναντίον τους.
7. Οι Ενάγοντες επέδειξαν σε κάθε περίπτωση καθυστέρηση στις ενέργειες τους και/ή στην λήψη των σχετικών δικονομικών διαβημάτων και/ή είναι υπαίτιοι αδικαιολόγητης και/ή υπέρμετρης καθυστέρησης και/ή δεν έδωσαν οποιοδήποτε λόγο και/ή ικανοποιητικό λόγο για την καθυστέρηση αυτή.
8. Οι Ενάγοντες διά της συμπεριφοράς τους κωλύονται και/ή εμποδίζονται να επιζητούν τα εν λόγω διατάγματα και/ή να προωθούν την εν λόγω αγωγή εφόσον η συμπεριφορά τους μεταξύ άλλων συνιστά ποινικό αδίκημα.»
Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι η Aldecor Trading Ltd και οι εγγυητές της υπέγραψαν στις 21.09.2021 συμφωνία διευθέτησης με την Καθ’ ης η αίτηση 1.
Με την πιο πάνω συμφωνία αναγνωρίστηκε το νόμιμο της μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων και υποθηκών από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ στην Καθ’ ης η αίτηση 1. Επίσης, συμφωνήθηκε ότι το ακίνητο θα μεταβιβαστεί στην Καθ’ ης η αίτηση 1 χωρίς οποιοδήποτε εμπόδιο που να επηρεάζει ή μειώνει την εκτιμημένη του αξία ή να δημιουργεί οποιοδήποτε πρόβλημα στην εκμετάλλευση και περαιτέρω διάθεσή του.
Κατά την υπογραφή της συμφωνίας διευθέτησης, δεν αποκαλύφθηκε η ύπαρξη οποιασδήποτε συμφωνίας ενοικίασης. Αντιθέτως, αποκρύφθηκε η υπό αναφορά συμφωνία και παραπλανήθηκε η Καθ’ ης η αίτηση 1 θεωρώντας ότι δεν υφίσταται οποιοδήποτε εμπόδιο στην εκμετάλλευση του ακινήτου. Η πρώτη φορά που αποκαλύφθηκε η ισχυριζόμενη συμφωνία ενοικίασης ήταν μετά την υπογραφή της συμφωνίας διευθέτησης και συγκεκριμένα στις 28.09.2021.
Η μη αποκάλυψη της ισχυριζόμενης συμφωνίας διευθέτησης και η μη ανταπόκριση της Αιτήτριας στις προφορικές διαβεβαιώσεις που δόθηκαν ότι θα διευθετούσε την εκκένωση του ακινήτου, οδήγησαν την Καθ’ ης η αίτηση 1 στον τερματισμό της συμφωνίας διευθέτησης με επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 14.12.2021.
Ως εκ των ανωτέρω, η συμφωνία διευθέτησης τερματίστηκε εξ υπαιτιότητας της Aldecor Trading Ltd. Η καταβολή του ποσού των €50.000 δεν αποτελούσε τον μοναδικό όρο της συμφωνίας διευθέτησης. Σε κάθε περίπτωση, η Καθ’ ης η αίτηση 1 ενεργώντας καλόπιστα και επιδεικνύοντας εμπιστοσύνη στην Αιτήτρια ότι θα διευθετούσε την εκκένωση του ακινήτου, προχώρησε, μετά την πληρωμή του ποσού των €50.000, στην απάλειψη των υποθηκών με αριθμό Υ4213/12 και Υ4215/12 τηρώντας τις υποχρεώσεις της βάσει των όρων της συμφωνίας διευθέτησης.
Η ισχυριζόμενη συμφωνία ενοικίασης αποτελεί προϊόν απάτης, δόλου και συμπαιγνίας. Αυτό προκύπτει, τόσο από το ποσό του ενοικίου, το οποίο είναι υπέρμετρα χαμηλό σε σχέση με το αγοραίο ενοίκιο του ακινήτου, όσο και από την περίοδο ενοικίασης η οποία, ουσιαστικά, δεν έχει χρονικό περιορισμό καθώς η ανανέωση ή ο τερματισμός της αποτελεί αποκλειστικό δικαίωμα της Αιτήτριας.
Δεν υπήρξε οποιαδήποτε άσκηση βίας ή χρήση απειλών από υπαλλήλους της Καθ’ ης η αίτηση 2, η οποία είναι αδειοδοτημένη εταιρεία παροχής υπηρεσιών ασφαλείας. Αντιθέτως, ο πρώην ιδιοκτήτης της Aldecor Trading Ltd και νυν υπάλληλος της Αιτήτριας ήταν αυτός που φώναζε, απειλούσε και κινήθηκε με επιθετικές διαθέσεις κατά των υπαλλήλων της Καθ’ ης η αίτηση 2.
Οι υπάλληλοι της Καθ’ ης η αίτηση 2 δεν εμπόδισαν οποιοδήποτε υπάλληλο της Αιτήτριας να εισέλθει στο ακίνητο και ειδικότερα στο πίσω μέρος του ακινήτου το οποίο χρησιμοποιεί η Αιτήτρια. Περαιτέρω, ουδείς εκ των Καθ’ ων η αίτηση παραβίασαν τις εισόδους του ακινήτου ή του δωματίου μετρητών της Α.Η.Κ αποκόπτοντας το ρεύμα ή προκαλώντας ζημιά στο κλειστό σύστημα παρακολούθησης.
Οι μοναδικές επεμβάσεις των Καθ’ ων η αίτηση στο ακίνητο, αφορούσαν την αλλαγή της κλειδαριάς της μπροστινής εισόδου του ακινήτου και τη σφράγιση της ενδιάμεσης πόρτας η οποία ενώνει το μπροστινό με το πίσω μέρος. Οι Καθ’ ων η αίτηση προχώρησαν στην πιο πάνω ενέργεια, ενόψει του ότι το μπροστινό μέρος του ακινήτου δεν χρησιμοποιείτο από οποιονδήποτε. Συνεπώς, η Καθ’ ης η αίτηση 1, ως ιδιοκτήτρια του ακινήτου, είχε κάθε δικαίωμα να αναλάβει την κατοχή εκείνου του μέρους το οποίο δεν χρησιμοποιείτο από οποιοδήποτε πρόσωπο. Εν πάση περιπτώσει, η κατοχή, ακόμη και του πίσω μέρους του ακινήτου, συνιστά ποινικό αδίκημα εκ μέρους της Αιτήτριας, εφόσον δεν έχει δοθεί προς τούτο η συναίνεση της Καθ’ ης η αίτηση 1 ως ιδιοκτήτριας του ακινήτου.
Η Αιτήτρια δεν υφίσταται οποιαδήποτε ζημιά από τις ενέργειες των Καθ’ ων η αίτηση, καθώς η επέμβαση των Καθ΄ ων η αίτηση αφορούσε το μέρος του ακινήτου το οποίο δεν κατέχεται από οποιοδήποτε πρόσωπο. Επομένως, δεν υπήρξε οποιαδήποτε παρακώλυση των εργασιών της Αιτήτριας. Παρά ταύτα, η Καθ’ ης η αίτηση 1 διαθέτει την οικονομική δυνατότητα να ικανοποιήσει την όποια τυχόν ζημιά υποστεί η Αιτήτρια από την ανάκτηση του ακινήτου.
Η Αιτήτρια καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση και με αυτήν αρνήθηκε τους ισχυρισμούς των Καθ’ ων η αίτηση. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι η συμφωνία ενοικίασης κοινοποιήθηκε μεν επισήμως στις 28.09.2021, πλην όμως η Καθ’ ης η αίτηση 1 είχε ενημερωθεί προφορικά πριν την πιο πάνω ημερομηνία.
Μάλιστα, στις 05.10.2021, δηλαδή μετά και την επίσημη πληροφόρηση για τη συμφωνία ενοικίασης, η Καθ’ ης η αίτηση 1 απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα ζητώντας την πληρωμή του ποσού των €50.000 προς ολοκλήρωση της συμφωνίας διευθέτησης. Εξού και στις 11.10.2021 καταβλήθηκε το πιο πάνω ποσό από τον διευθυντή της Αιτήτριας. Η Καθ’ ης η αίτηση 1 αποδέχθηκε την πληρωμή των €50.000, χωρίς να διαμαρτυρηθεί για την ενοικίαση.
Το ακίνητο αποτελείται από έναν ενιαίο χώρο και δεν διαχωρίζεται σε μπροστινό και πίσω μέρος. Η δε Αιτήτρια, στη βάση των όρων της συμφωνίας ενοικίασης, ενοικιάζει το ακίνητο στο σύνολό του.
Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης διεξάχθηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων μέσω των εμπεριστατωμένων αγορεύσεών τους ανέπτυξαν την επιχειρηματολογία τους επί των νομικών και πραγματικών ζητημάτων. Έχω μελετήσει και λαμβάνω υπόψη μου το σύνολο των επιχειρημάτων των συνηγόρων και ειδική αναφορά θα γίνει πιο κάτω μόνο όπου αυτό κριθεί σκόπιμο.
Νομική πτυχή
Η εξουσία του Δικαστηρίου προς χορήγηση ενδιάμεσης θεραπείας προβλέπεται στο άρθρο 32 του Ν.14/60, το οποίο θέτει τις προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες ασκείται η εν λόγω δικαιοδοσία. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 32(1) του Ν.14/60, πρέπει να συντρέχουν οι ακόλουθες τρεις προϋποθέσεις:
(α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(β) Ύπαρξη πιθανότητας ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία.
(γ) Θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το ενδιάμεσο διάταγμα.
Στην κλασική αυθεντία Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd a.o (1982) 1 C.L.R 557, λέχθηκε σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση που τίθεται από το άρθρο 32 (1) του Ν.14/60, ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μία συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση ειπώθηκε, ότι περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα να δικαιούται ο Αιτητής σε θεραπεία, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Σύμφωνα με την Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd a.o (ανωτέρω), ο Αιτητής θα πρέπει να δείξει ότι υπάρχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας.
Η τρίτη προϋπόθεση, αφορά το κατά πόσο χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η εν λόγω προϋπόθεση ερμηνεύθηκε κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μην περιορίζεται μόνο στη δυνατότητα χρηματικής αποζημίωσης ή αποκατάστασης της υλικής ζημιάς (Κυρίσαββα κ.α ν. Κκίζη (2001) 1Β Α.Α.Δ 1245, Highgate Primary School Ltd κ.ά. v. Στέλιου Φυλακτίδη κ.ά. (2009) 1Α Α.Α.Δ 317 και Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd (2011) 1Γ Α.Α.Δ 1848).
Το άρθρο 9 του Κεφ. 6, καθώς και το Μ.25.3(1) των ΚΠΔ, παρέχουν στο Δικαστήριο την ευχέρεια να εκδώσει μονομερώς ενδιάμεσο διάταγμα, εφόσον αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις. Έχει νομολογηθεί, ότι το υπαρκτό του επείγοντος ή οποιασδήποτε άλλης ιδιαίτερης περίστασης αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου (Αμβροσιάδου ν. Coward (2013) 1 Α.Α.Δ 78 και Αναφορικά με την Αίτηση των Ivanov κ.α, Πολ. Έφ. αρ.25/2024, ημερ.04.12.2024).
Συμπεράσματα
Ανάμεσα στους λόγους ένστασης που εγείρουν οι Καθ’ ων η αίτηση περιλαμβάνεται και η μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων. Θεωρώ, ωστόσο, ότι ο συγκεκριμένος λόγος εγκαταλείφθηκε αφ’ ης η στιγμής δεν αναπτύχθηκε στην αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Καθ’ ων η αίτηση (Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνέταιροι κ.α (2015) 1Γ Α.Α.Δ 2755). Συγκεκριμένα, ουδεμία αναφορά έγινε στην αγόρευση σε παραβίαση του καθήκοντος της πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης ή σε ισχυριζόμενα γεγονότα που δεν αποκαλύφθηκαν.
Προχωρώ, επομένως, στην εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 32(1) του Ν. 14/60.
Στο σύγγραμμα «Διατάγματα, Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, 1η έκδοση» στη σελ.55, αναφέρονται τα εξής σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32(1) του Ν.14/60:
«Με την αναφορά αυτή στην ουσία εισάγεται η γενική προϋπόθεση ότι το δικαίωμα το οποίο επικαλείται ο ενάγων θα πρέπει να είναι αναγνωρισμένο είτε από το νόμο (legal right) είτε από το δίκαιο της επιείκειας (equitable right). Γι΄αυτό και το Δικαστήριο θα πρέπει να βεβαιώνεται ότι υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα αναγνωρισμένο από το νόμο και τις αρχές της επιείκειας, προτού παραχωρήσει τη θεραπεία απαγορευτικού διατάγματος.».
Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση αναγνώρισε, προς τιμήν του, ότι η πρώτη προϋπόθεση πληρούται. Εν πάση περιπτώσει, σημειώνω ότι το αγώγιμο δικαίωμα της Αιτήτριας εδράζεται στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης. Αυτό προκύπτει ξεκάθαρα από τη μελέτη του Εντύπου Απαίτησης, αλλά και των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση. Το εν λόγω αδίκημα είναι αναγνωρισμένο από τον νόμο, καθώς προβλέπεται στο άρθρο 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148.
Κατά την εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32(1) του Ν.14/60, αυτό το οποίο ελέγχεται είναι η αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του διαδίκου που ζητά την ενδιάμεση θεραπεία σε συνάρτηση, για τους περιορισμένους πάντα σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, με τυχόν αντίθετη εκδοχή (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Cyfield – Nemesis κ.α., Πολ. Έφ. Ε52/21, ημερομηνίας 10.02.2022).
Το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο δεν προχωρεί σε εις βάθος εξέταση της ουσίας της απαίτησης. Ό,τι χρειάζεται να καταδειχθεί είναι απλώς η ύπαρξη συζητήσιμης υπόθεσης και η πιθανότητα η Αιτήτρια να δικαιούται σε θεραπεία. Στην υπόθεση Λόρδου κ.α. ν. Σιακόλα κ.α. (2017) 1Α Α.Α.Δ 653, το όλο ζήτημα τέθηκε ως εξής:
«Όπως εξηγήθηκε στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd (1982) 1 CLR 557, η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32, δηλαδή η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία, συσχετίζεται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσής του. Συνεπώς, τηρουμένης της αρχής ότι το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία, οφείλει πάντως να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης εκείνου του διαδίκου ο οποίος ζητά ενδιάμεση θεραπεία. Το απαιτούμενο βέβαια επίπεδο δεν είναι πολύ ψηλό. Ό,τι απαιτείται να καταδειχθεί, είναι η πιθανότητα επιτυχίας, ήτοι κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά πολύ λιγότερο από το επίπεδο που καθορίζει το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις, γνωστό ως «ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Στην υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού (2002) 1 Α.Α.Δ. 1980, ελέχθη συναφώς ότι, «κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο.»
Η αρχή, ότι το Δικαστήριο οφείλει να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης του διαδίκου που ζητά τη χορήγηση ενδιάμεσης θεραπείας επιβεβαιώθηκε και πιο πρόσφατα στην υπόθεση Marfut v. Zaforpo Ventures Ltd, Πολ. Έφ. Ε144/2020 σχ. με Ε145/2020, ημερομηνίας 29.03.2024.
Οι αντικρουόμενες εκδοχές των διαδίκων έχουν ως επίκεντρο τη συμφωνία ενοικίασης ημερομηνίας 05.06.2020. Η πλευρά της Αιτήτριας υποστηρίζει ότι πρόκειται για γνήσια συμφωνία ενοικίασης στη βάση της οποίας νόμιμα κατέχει το ακίνητο. Η ύπαρξη της συμφωνίας ήταν γνωστή στην Καθ’ ης η αίτηση 1 πριν την υπογραφή της συμφωνίας διευθέτησης ημερομηνίας 21.09.2021. Η Καθ’ ης η αίτηση 1 αναγνώρισε, μάλιστα, τη συμφωνία ενοικίασης αποδεχόμενη το ποσό των €50.000, το οποίο καταβλήθηκε από τον διευθυντή της Αιτήτριας στις 11.10.2021.
Στην αντίπερα όχθη, η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση ισχυρίζεται, ότι η υπό αναφορά συμφωνία είναι προϊόν δόλου και συμπαιγνίας. Η Καθ΄ ης η αίτηση 1 δεν ενημερώθηκε για την ύπαρξή της πριν την υπογραφή της συμφωνίας διευθέτησης ημερομηνίας 21.09.2021. Η πρώτη φορά που περιήλθε σε γνώση της η συμφωνία ενοικίασης ήταν στις 28.09.2021. Η Aldecor Trading Ltd δεν υλοποίησε τις διαβεβαιώσεις που έδωσε για την παράδοση της ελεύθερης κατοχής του ακινήτου, με αποτέλεσμα η Καθ΄ ης η αίτηση 1 να τερματίσει τη συμφωνία διευθέτησης εξ υπαιτιότητας της Aldecor Trading Ltd. Σε κάθε περίπτωση, η συμφωνία έχει εκπνεύσει, αφού δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός για το πως επήλθε η ανανέωσή της. Περαιτέρω, η Καθ’ ης η αίτηση 1, ως ιδιοκτήτρια του ακινήτου, δεν παραχώρησε στην Αιτήτρια τη συναίνεσή της για την κατοχή του ακινήτου και η τελευταία εξακολουθεί να κατέχει παράνομα το πίσω μέρος του ακινήτου.
Το κατά πόσο η συμφωνία ενοικίασης είναι γνήσια ή όχι ή το κατά πόσο η Καθ’ ης η αίτηση 1 κατέστη εξ επαγωγής εμπιστευματοδόχος έναντι της Αιτήτριας, αποτελούν ζητήματα τα οποία δεν μπορούν να αποφασιστούν στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Αυτό, διότι προϋποθέτουν λεπτομερή και εις βάθος αξιολόγηση της μαρτυρίας, η οποία, όμως, μπορεί να γίνει μόνο στο πλαίσιο της εκδίκασης της ουσίας της απαίτησης. Λεπτομερής, επίσης, αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά και αναλυτική ερμηνεία των όρων της συμφωνίας ενοικίασης, απαιτείται και σε σχέση με τις ισχυριζόμενες ανανεώσεις της. Σε αυτό το στάδιο περιορίζομαι να σημειώσω, ότι η συμφωνία περιλάμβανε όρο για ανανέωση. Το κατά πόσο, τώρα, υπήρξε όντως ανανέωση και με ποιο τρόπο θα μπορούσε να λάβει χώρα η ανανέωση, αφορούν ζητήματα τα οποία, ως αναφέρθηκε πιο πάνω, χρήζουν λεπτομερούς αξιολόγησης της μαρτυρίας και αναλυτικής ερμηνείας της συμφωνίας.
Στο σημείο αυτό ανοίγω μία παρένθεση για να αναφερθώ σε επιστολές της εταιρείας DP (Delfi Partners) Limited, τις οποίες επικαλέστηκε στην αγόρευσή του ο κ. Παπαχαραλάμπους. Ο συνήγορος τόνισε, ότι μέσω των εν λόγω επιστολών κλήθηκαν τα ενδιαφερόμενα μέρη να προσκομίσουν ενοικιαστήρια ή άλλα έγγραφα που να δικαιολογούν την κατοχή του ακινήτου. Σύμφωνα με τον συνήγορο των Καθ’ ων η αίτηση, οι εν λόγω επιστολές δεν απαντήθηκαν και, επομένως, δεν γνωστοποιήθηκε στην Καθ’ ης η αίτηση 1 η ισχυριζόμενη ανανέωση της ενοικίασης.
Παρατηρώ, ότι στην ένορκη δήλωση των Καθ’ ων η αίτηση δεν γίνεται η παραμικρή αναφορά στις προαναφερόμενες επιστολές. Είναι καλά γνωστή η αρχή, ότι δεν επιτρέπεται να δίδεται μαρτυρία μέσω των αγορεύσεων (Geopet Aluminium Ltd κ.α v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφ. αρ.306/2014, ημερομηνίας 13.03.2024). Πρόκειται, επομένως, για μαρτυρικό υλικό που δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και ως εκ τούτου θα αγνοηθεί.
Όσον αφορά την επιστολή ημερομηνίας 04.06.2024 (Τεκμήριο 2 στην αίτηση), σημειώνω ότι δεν απευθύνεται στην Αιτήτρια.
Κλείνω την παρένθεση και επανέρχομαι στο δεύτερο κριτήριο του άρθρου 32(1) του Ν.14/60.
Οι Καθ’ ων η αίτηση ισχυρίστηκαν, ότι η Αιτήτρια κατέχει μόνο το πίσω μέρος του ακινήτου, το οποίο και διαχωρίζεται από το μπροστινό. Η Αιτήτρια, με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, αρνήθηκε τον πιο πάνω ισχυρισμό υποστηρίζοντας ότι κατέχει ολόκληρο το ακίνητο το οποίο είναι ενιαίο. Προς τούτο επικαλέστηκε και τον τίτλο ιδιοκτησίας του ακινήτου, ο οποίος αναφέρεται σε ενιαίο ακίνητο, καθώς και τις αποδείξεις είσπραξης ενοικίων από τον Ιούλιο του 2021 και έπειτα. Σύμφωνα με τις πιο πάνω αποδείξεις, το μηνιαίο ενοίκιο ανερχόταν σε €800, ποσό το οποίο αντιστοιχεί, στη βάση της συμφωνίας ενοικίασης, σε ολόκληρο το ακίνητο.
Μέσα στο πλαίσιο της περιορισμένης αξιολόγησης της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης της Αιτήτριας, έχοντας κατά νου και την αντίθετη εκδοχή των Καθ’ ων η αίτηση, θεωρώ ότι δεν διαφαίνεται, στη βάση των δεδομένων που υπάρχουν αυτή τη στιγμή ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι η Αιτήτρια κατέχει και χρησιμοποιεί ολόκληρο το ακίνητο ή ότι αυτό είναι ενιαίο.
Ειδικότερα, παρατηρώ, ότι δεν υπήρξε αντίλογος σε σχέση με το βίντεο που παρουσίασαν οι Καθ’ ων η αίτηση ως Τεκμήριο 14. Συγκεκριμένα, στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν υπήρξε οποιαδήποτε αμφισβήτηση του περιεχομένου του Τεκμηρίου 14. Όσα, τώρα, καταγράφονται στο Τεκμήριο 14 παραπέμπουν σε ένα άδειο υποστατικό, αφού σε αυτό δεν διακρίνεται επίπλωση ή οποιοσδήποτε εξοπλισμός.
Ούτε οι αποδείξεις είσπραξης του Τεκμηρίου 1 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας διαφοροποιούν τα πράγματα ή προσφέρουν οποιαδήποτε εξήγηση, στον περιορισμένο πάντοτε βαθμό που απαιτείται σε αυτό το στάδιο, για την εικόνα που μεταφέρει το Τεκμήριο 14.
Δεν μου διαφεύγει ότι στην παράγραφο 9 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι στο μπροστινό μέρος του ακινήτου βρίσκονται περιουσιακά στοιχεία της Αιτήτριας, δείγματα της επιχείρησής της, καθώς και ότι αποτελεί χώρο διεξαγωγής σεμιναρίων. Παρατηρώ, ότι δεν έχουν υποδειχθεί οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία ή δείγματα της επιχείρησής της. Το δε βίντεο του Τεκμηρίου 14, δεν παραπέμπει σε χώρο σεμιναρίων αλλά σε χώρο ο οποίος δεν τυγχάνει οποιασδήποτε χρήσης. Όπως ανέφερα πιο πάνω, στις εικόνες που μεταδίδονται μέσω του Τεκμηρίου 14 δεν διακρίνεται οποιοσδήποτε εξοπλισμός ή επίπλωση.
Στη βάση των πιο πάνω, θεωρώ ότι η Αιτήτρια αποκαλύπτει πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία σε σχέση μόνο με το πίσω μέρος του ακινήτου. Αποτελεί, άλλωστε, αναντίλεκτο γεγονός ότι η Αιτήτρια κατέχει και χρησιμοποιεί το συγκεκριμένο μέρος του ακινήτου για τις ανάγκες της επιχείρησής της.
Έρχομαι στην τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32(1) του Ν.14/60.
Η Αιτήτρια ισχυρίζεται, ότι η επιχείρησή της κινδυνεύει με κλείσιμο εάν δεν διατηρήσει την κατοχή του ακινήτου. Από την άλλη, οι Καθ’ ων η αίτηση και ειδικότερα η Καθ’ ης η αίτηση 1 υποστηρίζει ότι διαθέτει την οικονομική δυνατότητα να ικανοποιήσει όποια τυχόν ζημιά υποστεί η Αιτήτρια.
Είναι γεγονός, ότι η Αιτήτρια δεν παρουσίασε συγκεκριμένα στοιχεία για την ανεπανόρθωτη ζημιά που μπορεί να υποστεί σε περίπτωση μη οριστικοποίησης του εκδοθέντος διατάγματος. Αυτό το γεγονός δεν καθιστά, χωρίς άλλο, απορριπτέα την αίτηση. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω στην παράθεση της νομικής πτυχής, το τρίτο κριτήριο του άρθρου 32(1) του Ν.14/60 δεν περιορίζεται μόνο στη δυνατότητα χρηματικής αποζημίωσης ή αποκατάστασης της υλικής ζημιάς, αλλά περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια.
Εν προκειμένω, το αναντίλεκτο γεγονός, ότι σε μέρος του ακινήτου η Αιτήτρια διεξάγει την επιχείρησή της συνιστά, κατά την κρίση μου, παράγοντα που θα πρέπει να ληφθεί ιδιαίτερα υπόψη. Θεωρώ, ότι η χρηματική αποζημίωση, σε περίπτωση που ήθελε επιτύχει η Αιτήτρια στην απαίτησή της, δεν θα αποτελεί υπό τις περιστάσεις ικανοποιητική θεραπεία. Σημειώνω, ότι δεν έχει αμφισβητηθεί ότι η επιχείρηση της Αιτήτριας είναι ενεργή. Η σημασία της επαγγελματικής στέγης για μία ενεργή επιχείρηση, είναι αυτόδηλη. Οι συνέπειες που μπορεί να επιφέρει η απώλεια της επαγγελματικής στέγης δεν μπορούν, κατά την άποψή μου, να αντισταθμιστούν από τη δυνατότητα χρηματικής αποζημίωσης σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού σε τέτοιες περιπτώσεις είναι δύσκολη η χρηματική αποτίμηση της ζημιάς.
Από την άλλη, δεν αγνοώ ότι, στη βάση των υφιστάμενων δεδομένων, το ακίνητο φαίνεται να αποτελείται από δύο ξεχωριστά μέρη και η επέμβαση έγινε στο μπροστινό μέρος του ακινήτου, ενώ η Αιτήτρια κατέχει το πίσω μέρος αυτού. Οι περιστάσεις ωστόσο της υπόθεσης, όπως έχουν εκτεθεί στο Δικαστήριο, δημιουργούν την εντύπωση ότι υπάρχει υπαρκτός κίνδυνος αλλοίωσης της υφιστάμενης κατάστασης σε ό,τι αφορά το μέρος του ακινήτου που κατέχει η Αιτήτρια. Για να είμαι πιο συγκεκριμένος, η Καθ’ ης η αίτηση 1, μέσω της Καθ’ ης η αίτηση 2 – εταιρείας παροχής ιδιωτικής ασφάλειας, επέμβηκε ήδη στο μπροστινό μέρος του ακινήτου επικαλούμενη τα δικαιώματά της ως εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου. Ταυτόχρονα, η Καθ’ ης η αίτηση 1 θεωρεί ότι η κατοχή του πίσω μέρους του ακινήτου από την Αιτήτρια συνιστά παράνομη επέμβαση.
Οι προαναφερόμενες περιστάσεις δικαιολογούν, κατά την άποψή μου, την παρέμβαση του Δικαστηρίου για να προστατευθεί σε προσωρινή βάση η κατοχή του μέρους του ακινήτου που κατέχει και χρησιμοποιεί η Αιτήτρια. Ταυτόχρονα, υπενθυμίζω, ότι στο υπό αναφορά μέρος του ακινήτου η Αιτήτρια στεγάζει την επιχείρησή της γεγονός το οποίο, για τους λόγους που εξηγήθηκαν πιο πάνω, καθιστά δύσκολη ή αδύνατη την απονομή της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση ακύρωσης του εκδοθέντος διατάγματος.
Ως εκ των ανωτέρω, πληρούται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32(1) του Ν.14/60.
Ενόψει της ικανοποίησης των προϋποθέσεων του άρθρου 32(1) του Ν.14/60, θα πρέπει να εξεταστεί το ισοζύγιο της ευχέρειας. Το Δικαστήριο, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, ισοζυγίσει τις συνέπειες που θα επιφέρει η απόφασή του στους διαδίκους και υιοθετεί εκείνη την πορεία, η οποία ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας (Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd (1996) 1B A.A.Δ 788).
Στην προκείμενη περίπτωση, εξισορροπώντας όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιόν μου και ειδικότερα όσα αναφέρθηκαν κατά την ανάλυση της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32(1) του Ν.14/60, θεωρώ ότι η οδός που ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας, σε περίπτωση που φανεί ότι η απόφαση που θα δοθεί σε αυτό το στάδιο είναι τελικά λανθασμένη, είναι η έγκριση της υπό κρίση αίτησης και η οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος. Παράλληλα, σημειώνω, ότι με αυτόν τον τρόπο θα διατηρηθεί και η υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων (status quo) επιτυγχάνοντας έτσι τον βασικό σκοπό έκδοσης ενός προσωρινού διατάγματος (Michael v. Brevinos Ltd (1969) 1 C.L.R. 578).
Κατάληξη
Υπό το φως των πιο πάνω, η αίτηση εγκρίνεται και το εκδοθέν διάταγμα οριστικοποιείται με τη διαφοροποίηση ότι δεν θα αφορά ολόκληρο το ακίνητο, αλλά μόνο το πίσω μέρος του ακινήτου το οποίο κατέχει και χρησιμοποιεί η Αιτήτρια.
Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση μειωμένα κατά 1/3 ενόψει της μερικής επιτυχίας της αίτησης.
Θα προχωρήσω σε συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων στη βάση του Μέρους 39.7 των ΚΠΔ. Σημειώνω, ότι οι συνήγοροι των διαδίκων, κατά παράβαση του Μέρους 39.9(1) των ΚΠΔ, δεν συμμορφώθηκαν με το καθήκον τους για υποβοήθηση του Δικαστηρίου στον συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων.
Ως εκ των ανωτέρω, ο υπολογισμός θα γίνει χωρίς τη συνδρομή των διαδίκων. Έχοντας υπόψη μου τις εμφανίσεις που πραγματοποιήθηκαν, τις διαταγές για έξοδα και την κλίμακα εξόδων της απαίτησης, τα έξοδα έχουν υπολογιστεί συνοπτικά στο ποσό των €4.343 πλέον Φ.Π.Α, εάν υπάρχει, μειωμένα κατά 1/3, πλέον €32 χαρτόσημα. Επιπλέον, ενόψει της μη συμμόρφωσης με το Μέρος 39.9(1) των ΚΠΔ, τα έξοδα θα φέρουν επιπρόσθετη μείωση κατά 10% (βλ. Μέρος 39.9(2) των ΚΠΔ). Συνεπώς, τα έξοδα που θα καταβάλουν οι Καθ΄ ων η αίτηση στην Αιτήτρια ανέρχονται σε €2.605,50 πλέον Φ.Π.Α. εάν υπάρχει, πλέον €32 χαρτόσημα.
(Υπ.) ……………………..
Μ. Αγιομαμίτης, Π.Ε.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο