ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
Ενώπιον: Λ. Χαβιαρά Ε.Δ.
Αρ. Αιτ. 220/2025(i)
Αναφορικά με τον περί Διαχείρισης Κληρονομιών Νόμο Κεφ. 189
-και-
Αναφορικά με την ΜΑΡΙΑ ΑΝΔΡΕΑ ΣΑΡΜΙΑ τέως από Κίτι, Λάρνακα
-και-
Αναφορικά με την αίτηση της Αλεξάνδρας Ασπρή
Ημερομηνία: 8.4.2026
Εμφανίσεις:
Για την Αιτήτρια: κα. Σ. Χαραλάμπους
Για τον Καθ’ ου η Αίτηση: κ. Γ. Κούμας (αυτοπροσώπως)
ΑΠΟΦΑΣΗ
Εισαγωγικά
Με την παρούσα αίτηση η Αιτήτρια, η οποία είναι συνδιαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιώσασας μαζί με τον Καθ’ ου η Αίτηση αιτείται την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων:
«1. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να παύει τον Καθ’ ου η Αίτηση, Γεώργιο Θ. Κούμα από τη θέση του διαχειριστή της περιουσίας της αποβιώσασας λόγω διαρκούς σύγκρουσης συμφερόντων, μεροληπτικής συμπεριφοράς και παραβίασης των καθηκόντων εμπιστοσύνης προς όλους τους κληρονόμους.
2. Διαζευκτικά να δοθούν σαφείς δικαστικές οδηγίες ως προς τη διαχείριση και τρόπο συνεργασίας των συνδιαχειριστών, ώστε να διασφαλιστεί η αμεροληψία, διαφάνεια και προστασία της κληρονομιάς.
3. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάττει τον Καθ’ ου η Αίτηση να αποκαλύψει και να παραδώσει όλα τα διαχειριστικά στοιχεία, έγγραφα, αποδείξεις, άλλα δικαστικά έγγραφα και πληροφορίες που έχει στην κατοχή του στην Αιτητρια και να ενημερώσει γραπτώς για όλες τις ενέργειες που έχουν γίνει σχετικά με τη διαχείριση και την αποβιώσασα.
4. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να επιτρέπει στην Αιτήτρια να ενεργεί σαν μοναδική Διαχειρίστρια της περιουσίας της πιο πάνω αποβιώσασας
5. Παράταση χρόνου καταχώρησης απογραφής της περιουσίας της αποβιώσασας λόγω εμποδίων και άρνηση του Καθ’ ου η Αίτηση να προχωρήσει σε αυτήν.
6. Οποιοδήποτε άλλο Διάταγμα και/ή απόφαση τυχόν αποφασίσει το Σεβαστό Δικαστήριο.
7. Διάταγμα του Δικαστηρίου όπως τα έξοδα της παρούσας αίτησης πληρωθούν από την περιουσία της αποβιώσασας.»
Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση του Καθ’ ου η Αίτηση, οπότε οδηγήθηκε σε ακρόαση χωρίς οποιαδήποτε πλευρά να ζητήσει να αντεξετάσει την άλλη.
Σημειώνω ότι αμφότερα τα μέρη καταχώρησαν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις.
Οι συνήγοροι παράδωσαν στο Δικαστήριο γραπτώς τις θέσεις τους, τις οποίες υιοθέτησαν. Αναφέρω ευθύς εξ’ αρχής ότι το περιεχόμενο τους έχει εξεταστεί από το Δικαστήριο και είναι υπόψιν μου έστω και αν δεν γίνεται ρητή αναφορά στο κείμενο της παρούσας απόφασης.
Η Αίτηση
Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στον Περί Διαχείρισης Κληρονομιών Νόμο Κεφ.189 άρθρα 40, 52(1)(α) και (β), 57 και 58, στους Διαχειρίσεως Κληρονομιών Κανονισμούς Μέρος 8 και άλλες διατάξεις των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.
Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση της αιτήτριας έκτασης 18 σελίδων αποτελούμενων από 65 παραγράφων και μεγάλο αριθμό εγγράφων ως Τεκμήρια, όπου αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι διορίστηκε συνδιαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιώσασας ομού μετά του Καθ’ ου η Αίτηση δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 24.7.2025 (Τεκμήριο 1) βάσει του οποίου τους παραχωρήθηκαν όλα τα έγγραφα διαχείρισης.
Σύμφωνα με τα όσα ισχυρίζεται η αιτήτρια, κατά την διάρκεια της κηδείας της αποβιώσασας στις 24.3.2024, ο δικηγόρος (Ν.Δ.) της αποβιώσασας προσέγγισε τις θυγατέρες της τελευταίας και τους ανάφερε ότι ο αδερφός τους διόρισε τον δικηγόρο (Γ.Κ.) για να τον εκπροσωπήσει στην διαχείρισης της περιουσίας και ζητούσαν ποσό περί τις €600.000 το οποίο θεωρούσαν ότι κατείχε η αποβιώσασα. Ο υιός της αποβιώσασας για πολλά χρόνια είχε αποξενωθεί από τις αδερφές του και δεν είχαν επικοινωνία. Από το 2013 μέχρι και τον θάνατο της αποβιώσασας ο υιός της είχε πλήρως αποξενωθεί μαζί της και δεν παρέστηκε ούτε στην κηδεία, όμως διευθέτησε να ενημερωθούν οι αδερφές του για τις προθέσεις του.
Προχωρεί να αναφέρει επίσης ο Καθ’ ου η Αίτηση είχε επικοινωνία με τον Ν.Δ. πριν ακόμη κηδευθεί η αποβιώσασα (Τεκμήριο 2). Η ίδια διορίστηκε από τις θυγατέρες της αποβιώσασας κατά ή περί την 29.3.2024 και αρχικά είχε συχνή επικοινωνία με τον Καθ’ ου η Αίτηση για την ετοιμασία των απαραίτητων εγγράφων για σκοπούς ανοίγματος διαχείρισης. Από την αρχή της επικοινωνίας τους ο Καθ’ ου η Αίτηση ζητούσε επανειλημμένα, επιθετικά και με προσβλητικό τρόπο πληροφορίες και καταστάσεις λογαριασμών της αποβιώσασας. Κατά τον Ιούλιο του 2024 έγινε πλήρης αποκάλυψη των πιο πάνω δεδομένων προς τον Καθ’ ου η Αίτηση (Τεκμήριο 3).
Περί τα τέλη Ιουλίου 2024 συμφωνήθηκε όπως πληρωθεί προς τον υιό της αποβιώσασας που εκπροσωπούσε ο Καθ’ ου η Αίτηση ένα ποσό από τον κοινό λογαριασμό που διατηρούσε μια θυγατέρα με την αποβιώσασα (Τεκμήριο 4) σε μια προσπάθεια ομαλής προώθησης της διαδικασίας διαχείρισης χωρίς εντάσεις και προβλήματα. Από την ημερομηνία καταβολής του πιο πάνω ποσού και για ένα χρόνο μετά υπήρχε καλή συνεργασία με τον Καθ’ ου η Αίτηση ο οποίος διορίστηκε συνδιαχειριστής κατόπιν συγκατάθεσης όλων των κληρονόμων (Τεκμήριο 5). Η Αιτήτρια προβαίνει σε εκτενή αναφορά στον κοινό λογαριασμό σε κατοπινό στάδιο της ένορκης δήλωσης της αναφερόμενη στην ιδιαίτερη σχέση της αποβιώσασας με την θυγατέρα της και τα ποσά που κατατέθηκαν ή και υπήρχαν σε αυτόν (Τεκμήριο 20), παρουσιάζει την διαθήκη της αποβιώσασας (Τεκμήριο 21) και επιπρόσθετα αναφέρει ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση από την αρχή αμφισβητούσε και κατηγορούσε την μια θυγατέρα της αποβιώσασας για κλοπή ή και υπεξαίρεση χρημάτων από τον λογαριασμό με την συνενοχή της Αιτήτριας.
Η αιτήτρια αναφέρει ακόμη ότι κατά την 6.8.2025 ενημερώθηκε για την ύπαρξη αγωγής (310/21 Ε.Δ. Λάρνακας) για διασυνοριακή διαφορά μεταξύ της αποβιώσασας ως ενάγουσα και κάποιας Χ.Μ. για την οποία αγωγή ζητούσε οδηγίες μέσω επιστολής (Τεκμήριο 6) ο δικηγόρος Ν.Δ. από την αιτήτρια και τον Καθ’ ου η Αίτηση για το πως θα προχωρήσει με την εν λόγω υπόθεση η οποία ήταν ορισμένη για οδηγίες στις 13.10.2025. Έκτοτε δεχόταν καθημερινή πίεση από τον Καθ’ ου η Αίτηση να δοθούν οδηγίες όπως η πιο πάνω αγωγή αποσυρθεί και παράλληλα την απέτρεπε από του να επικοινωνήσει με τον Ν.Δ. και τις έλεγε ότι η υπόθεση δεν αφορούσε την διαχείριση και ότι ανάλαβε ο ίδιος την επίλυση του θέματος. Επέμεινε δε να πληρωθεί έξοδα ο Ν.Δ. από την περιουσία της αποβιώσασας. (Τεκμήριο 7). Η ίδια επικοινώνησε απευθείας στις 5.9.2025 με τον Ν.Δ. ο οποίος της απέστειλε την δικογραφία της πιο πάνω αγωγής (Τεκμήριο 8) και μετ’ εκπλήξεως αντιλήφθηκε ότι την Χ.Μ. στην εν λόγω αγωγή εκπροσωπούσε ο Καθ’ ου η Αίτηση. Σε μετέπειτα μέρος της ένορκης δήλωσης της αναφέρεται εκτενώς στα της πιο πάνω αγωγής και τις ενέργειες της ίδιας αλλά και του Καθ’ ου η Αίτηση (Τεκμήρια 13, 14, 15, 17).
Αφού αποκάλυψε τα πιο πάνω στον Καθ’ ου η Αίτηση ο τελευταίος άρχισε να τις αποστέλλει συνεχώς ηλεκτρονικά και προσωπικά μηνύματα καθώς και να τις τηλεφωνεί επιτιθέμενος προς αυτήν με διάφορα προσβλητικά επίθετα και χαρακτηρισμούς (Τεκμήριο 9). Πέραν της απαράδεκτης συμπεριφοράς και στάσης του Καθ’ ου η Αίτηση προς το άτομο της δημιουργείται η έντονη ανησυχία για το γεγονός ότι οι ενέργειες του Καθ’ ου η Αίτηση εξυπηρετούν αποκλειστικά ή κυρίως τα συμφέροντα μόνο ενός κληρονόμου, του υιού της αποβιώσασας. Ο Καθ’ ου η Αίτηση παραμελεί και αγνοεί και αρνείται την υποχρέωση και καθήκον του να υπηρετεί ισότιμα ώστε να συζητηθούν όλα τα ουσιώδη θέματα και να αποφασιστεί η πορεία της διαχείρισης.
Σε ακόλουθη τηλεφωνική επικοινωνία, αφού ο Καθ’ ου η Αίτηση απολογήθηκε για την συμπεριφορά του, η ίδια αποδέχθηκε την απολογία προς ομαλοποίηση της κατάστασης. Της είχε αναφέρει και πάλι όμως κατά την πιο πάνω επικοινωνία ότι πρέπει να δοθούν οδηγίες όπως η ανωτέρω αγωγή αποσυρθεί. Για την εν λόγω αγωγή, απέστειλε επιστολή στις 2.10.2025 προς τον Ν.Δ. (με κοινοποίηση στους κληρονόμους και στον Καθ’ ου η Αίτηση), ενημερώνοντας τον ότι θα παρουσιαζόταν η ίδια στο Δικαστήριο στις 13.10.2025 για να ζητήσει οδηγίες και όπως ο Ν.Δ. αποσυρθεί και προχωρήσει με ψήφιση εξόδων πληρωτέα από την διαχείριση. Αμέσως ο Καθ’ ου η Αίτηση ή και το γραφείο του άρχισαν την αποστολή υποτιμητικών και προσβλητικών ηλεκτρονικών μηνυμάτων. Επιμένει ο Καθ’ ου η Αίτηση και αρνείται οποιαδήποτε εισήγηση της απλά για να διαφυλάξει δικά του συμφέροντα. Με τις πράξεις του και την επιμονή του για απόσυρση της πιο πάνω αγωγής δημιουργούνται εύλογες αμφιβολίες ως προς τα συμφέροντα που εξυπηρετεί. Σε περίπτωση που η εν λόγω αγωγή αποσυρθεί τότε εξυπηρετούνται μόνο τα συμφέροντα της Χ.Μ. κατά των συμφερόντων των εγγεγραμμένων ιδιοκτητών που είναι τα εγγόνια και μια θυγατέρα της αποβιώσασας. Επειδή ο υιός της αποβιώσασας δεν θα επωφεληθεί ο Καθ’ ου επιμένει στην απόσυρση αγνοώντας ότι είναι διορισμένος διαχειριστής και υπέχει ευθύνες έναντι όλων των κληρονόμων. Εν τέλει το Δικαστήριο στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής ενέκρινε την απόσυρση του Καθ’ ου η Αίτηση από την εκπροσώπηση της Χ.Μ. και επισυνάπτει το σχετικό πρακτικό του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο 18.
Μετά από σειρά γεγονότων τα οποία δεν κρίνω σκόπιμο να καταγράψω λόγω και της έκτασης της ένορκης δήλωσης, η Αιτήτρια αναφέρει ότι, αποτελούσε και αποτελεί ένα εκ των ισχυρισμών του Καθ’ ου η Αίτηση ότι μεταφέρθηκαν χρήματα χωρίς την συγκατάθεση του υιού της αποβιώσασας στα εγγόνια και τις θυγατέρες της αποβιώσασας από τον λογαριασμό (Τεκμήριο 22). Η μια θυγατέρα κοινή ιδιοκτήτρια του λογαριασμού ανάφερε στις 13.10.2025 ότι θα απέστελλε πλήρης κατάσταση μέχρι τις 16.10.2025 (Τεκμήριο 23) γεγονός όμως που δεν ικανοποίησε τον Καθ’ ου η Αίτηση ο οποίος επέμεινε ότι πρέπει να γίνει καταγγελία στην Αστυνομία (Τεκμήριο 24). Στις 16.10.2025 ο Καθ’ ου η Αίτηση έλαβε αναλυτική κατάσταση του λογαριασμού μέσω επιστολής (Τεκμήριο 26). Περίπου €53.000 μεταφέρθηκαν στον λογαριασμό της διαχείρισης (Τεκμήριο 27). Η απάντηση του Καθ’ ου η Αίτηση στην επιστολή Τεκμήριο 26 μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος (Τεκμήριο 28) ήταν άκρως προσβλητική και ντροπιαστική για το επάγγελμα του δικηγόρου. Ο Καθ’ ου η Αίτηση συνεχίζει να μην αποδέχεται ή εγκρίνει ή και αμφισβητεί, μεταξύ άλλων, τις πληρωμές που έγινε, τα έξοδα μεταφοράς της σωρού στην Κύπρο και της κηδείας και απαιτεί την μεταφορά των €160.000 στο λογαριασμό της διαχείρισης αγνοώντας τις επιθυμίες της αποβιώσασας και τις πράξεις της θυγατέρας της (Τεκμήριο 29) και απειλεί ότι δεν θα προβεί σε καμία πράξη σε ό,τι αφορά την διαχείριση μέχρι την μεταφορά του ποσού.
Καταληκτικά, επισημαίνει ότι όλες οι ενέργειες του Καθ’ ου η Αίτηση προκάλεσαν έλλειψη εμπιστοσύνης η οποία καθιστά αδύνατη την συνεργασία τους για σκοπούς διεκπεραίωσης της διαχείρισης παρά τις προσπάθειες της. Η ίδια με λύπη, θεωρεί ότι σε περίπτωση παύσης του Καθ’ ου, είναι σε θέση να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για διεκπεραίωση της διαχείρισης με διαφάνεια, αμεροληψία, σοβαρότητα και υπευθυνότητα.
Η Ένσταση
Ο Καθ’ ου η Αίτηση βασίζει την ένσταση του στην ίδια βάση με την Αιτήτρια. Προτάσσει δε 26 λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η παρούσα αίτηση πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο. Δεν κρίνω σκόπιμο να τους καταγράψω αυτούσιους λόγω της έκτασης τους. Η ουσία της ένστασης έγκειται στο ότι, δεν έχει δικαίωμα και δεν νομιμοποιείται η Αιτήτρια να ζητήσει την παύση του, η αίτηση είναι παράτυπη γιατί δεν καταχωρήθηκε σύμφωνα με το Μέρος 32 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, η αιτήτρια έχει αντίθετα συμφέροντα με τα συμφέροντα της περιουσίας, δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 52 του Κεφ.189 για εσκεμμένη παράλειψη ή παράπτωμα σχετικά με την διαχείριση ούτε υφίσταται ουσιαστική αναγκαιότητα για παύση, υπάρχει κληρονόμος που δεν συγκατατίθεται στην παύση και τα όσα αναφέρονται στο αιτητικό 1 της αίτησης δεν υποστηρίζονται από οποιαδήποτε νομοθετική διάταξη, η αίτηση είναι πρόωρη γιατί δεν έχει γίνει διαχείριση περιουσίας και είναι καταχρηστική, δεν είναι το κατάλληλο πρόσωπο η αιτήτρια για να ενεργήσει μόνη της, δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμπεριφορά ασυμβίβαστη προς τα καθήκοντα και υποχρεώσεις του ως συνδιαχειριστής, η αιτήτρια παραπλανεί το Δικαστήριο και τα όσα καταγράφει είναι κατασκευάσματα άσχετα με το τι πραγματικά συνέβη.
Στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την ένσταση, έκτασης 30 σελίδων, αποτελούμενες από 74 παραγράφους, ο Καθ’ ου η Αίτηση στην ουσία επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης του αρνούμενος τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, παραπέμποντας ταυτόχρονα σε διάφορα τεκμήρια που καταχώρησε η Αιτήτρια σχολιάζοντας τα και προβάλλοντας τις δικές του θέσεις.
Ισχυρίζεται επιπρόσθετα ότι, η Αιτήτρια έχει οικειοποιηθεί χρήματα από την περιουσία της διαχείρισης και επιχειρεί να τον εξοντώσει γιατί ζητά εξηγήσεις. Και η μια κληρονόμος έχει οικειοποιηθεί χρήματα πολύ πριν την έκδοση του διατάγματος διαχείρισης. Για τους λόγους αυτούς θεωρεί ότι ο φάκελος πρέπει να παραπεμφθεί στον Γενικό Εισαγγελέα. Προβάλλει επίσης την θέση του ότι ο πελάτης του, υιός της αποβιώσασας, γνώριζε ότι η αποβιώσασα είχε καταθέσεις περίπου €600.000. Αποδέχεται ότι είχε αποξενωθεί από τις αδερφές του και την αποβιώσασα λόγω της συμπεριφοράς των αδερφών του, η σχέση του όμως με την μητέρα του ουδέποτε κλονίστηκε (Τεκμήρια 1 και 2) και δεν παρέστηκε στην κηδεία επειδή διαμένει μόνιμα στην Νότιο Αφρική και δεν ήταν εφικτό να ταξιδέψει. Οι σχέσεις των κληρονόμων είναι ανύπαρκτες.
Αποδέχεται επίσης ότι εκπροσωπεί τον υιό της αποβιώσασας και επισημαίνει ότι από την αρχή ζητούσε πληροφορίες και έγγραφα γιατί αυτές ήταν οι οδηγίες του από τον τελευταίο γιατί γνώριζε πως υπήρχαν χρήματα. Την καθυστέρηση δημιουργούν οι πελάτιδες της αιτήτριας και η ίδια η αιτήτρια. Το τι αποκαλύφθηκε από πλευράς της αιτήτριας δεν έχει καμία σχέση με το τι δηλώθηκε στο Τεκμήριο 26 της ένορκης δήλωσης της καθότι άλλα ποσά αναφέρονται στην κατάσταση πληρωμών και άλλα στο Τεκμήριο 3 της ένορκης δήλωσης της αιτήτριας. Επισημαίνει δε την παραδοχή της Αιτήτριας ότι έγινε διαχείριση χρημάτων από τον λογαριασμό πριν το άνοιγμα διαχείρισης. Ως ο ίδιος περαιτέρω ισχυρίζεται επαναλάμβανε σε κάθε ευκαιρία στην Αιτήτρια ότι θα πρέπει να έχουν ολοκληρωμένη εικόνα ως διαχειριστές της περιουσίας πριν αρχίσει ο διαμοιρασμός της, πλην όμως ουδέποτε υπήρξε η απαραίτητη και σωστή ανταπόκριση.
Προχωρεί επίσης να αναλύσει το ιστορικό της αγωγής 310/21 Ε.Δ. Λάρνακας και τονίζει ότι μόλις κατέστη ξεκάθαρο ότι θα διορίζονταν διαχειριστές της περιουσίας της αποβιώσασας ειδοποίησε την θυγατέρα της Χ.Μ. να παραλάβει τον φάκελο της υπόθεσης από το γραφείο του και αυτό έγινε (Τεκμήριο 3). Ενώπιον του Δικαστηρίου όταν τέθηκε η ερώτηση από το Δικαστήριο εάν υπάρχει οποιοδήποτε ζήτημα αναφορικά με τον ίδιο οι νέοι δικηγόροι της Χ.Μ. ανάφεραν ξεκάθαρα όχι. Επομένως το ζήτημα έληξε. Τονίζει και ξεκαθαρίζει ότι ουδεμία ενέργεια έγινε από την ημέρα του θανάτου της αποβιώσασας μέχρι την απόσυρση του που να αφορά την ουσία της υπόθεσης. Η θέση του για απόσυρση της εν λόγω αγωγής εδραζόταν στο ότι η αποβιώσασα (εκεί ενάγουσα) δεν ήταν ιδιοκτήτρια του ακινήτου και αυτό δεν έχει καμία σχέση με τους ανυπόστατους ισχυρισμούς της Αιτήτριας.
Ο λόγος που αποφάσισε η Αιτήτρια να καταχωρήσει την παρούσα είναι γιατί ο Καθ’ ου η Αίτηση αμφισβητεί τις ενέργειες της ενός κληρονόμου και δεν τις αποδέχεται για αυτό αποτελεί εμπόδιο στα σχέδια της να οικειοποιηθεί τα χρήματα της περιουσίας. Προβάλλει μάλιστα διάφορους ισχυρισμούς εν σχέση με τον λογαριασμό και στοιχεία που το δόθηκαν οι οποίοι κατά τον ίδιο δεικνύουν του λόγου το αληθές ότι μετά τον θάνατο της αποβιώσασας έγινε χρήση χρημάτων που δεν δικαιολογείται ούτε συνάδουν οι πληρωμές με τις επιθυμίες της αποβιώσασας στην διαθήκη της. Τα χρήματα που παρέλαβε ο υιός της αποβιώσασας άνευ βλάβης σε κάθε περίπτωση τα δικαιούται και τα έλαβε ούτως ώστε να διαφανεί ότι δεν πρόκειται να αποποιηθεί τα δικαιώματα του ως κληρονόμος, μεταξύ άλλων. Αν δεν πίεζε ο ίδιος την κληρονόμο δεν θα γινόταν αποκάλυψη στοιχείων, εκείνα όμως που αποκαλύφθηκαν δεν είναι τεκμηριωμένα. Καλεί έστω και τώρα την Αιτήτρια όπως συμβουλεύσει την κληρονόμο να αποκαλύψει τα πάντα και να πληρώσει στην διαχείριση το ποσό που οικειοποιήθηκε. Σκοπός του είναι να εξυπηρετηθούν ορθά τα συμφέροντα όλων, νόμιμα και σωστά και όχι όπως επιθυμεί Αιτήτρια, δηλαδή να του επιβάλει ότι ορθά έπραξε η πελάτιδα της κληρονόμος.
Καταληκτικά σημειώνει ότι η παρούσα αίτηση δεν έχει σκοπό την προστασία της περιουσίας αλλά την απομάκρυνση του από τη διαχείριση επειδή καθηκόντως επιμένει στην πλήρη αποκάλυψη και κατάθεση στον λογαριασμό της διαχείρισης όλων των χρηματικών ποσών που ανήκουν στην αποβιώσασα.
Συμπληρωματική ένορκη δήλωση Αιτήτριας
Με συμπληρωματική ένορκη δήλωση της η Αιτήτρια απορρίπτει τους ισχυρισμούς του Καθ’ ου η Αίτηση και αναφέρεται επίσης σε διάφορες ενέργειες στις οποίες προέβη για να καταστεί δυνατή η καταχώρηση της αίτησης διαχείρισης παρουσιάζοντας διάφορα έγγραφα. Αναφέρει επίσης ότι η συνολική περιουσία ανέρχεται περί τις €800.000 (Τεκμήριο 37) που θα μοιραστούν δίκαια και ισότιμα μεταξύ των κληρονόμων. Επαναλαμβάνει ότι υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων, συστηματική δυσφήμιση της ίδιας από πλευράς Καθ’ ου η Αίτηση και συνεχόμενες επιθέσεις καθώς και απειλές, απόκρυψη ουσιωδών στοιχείων και ότι είναι αναγκαία η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων για σκοπούς προστασίας της περιουσίας της αποβιώσασας.
Συμπληρωματική ένορκη δήλωση Καθ’ ου η Αίτηση
Με την σειρά του ο Καθ’ ου η Αίτηση στην δική του συμπληρωματική ένορκη δήλωση συνοψίζει στην ουσία τις θέσεις που παράθεσε μέσω της αρχικής ένορκης δήλωσης του
Νομική Πτυχή
Σύμφωνα με το άρθρο 52(1)(α) του Περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου Κεφ.189:
«Τo Δικαστήριo δύvαται αυταπάγγελτα ή με αίτηση oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ πoυ έχει συμφέρov στηv κληρovoμιά-
(α) vα παύσει oπoιoδήπoτε εκτελεστή ή διαχειριστή για εσκεμμέvη παράλειψη ή παράπτωμα σχετικά με τη διαχείριση της κληρovoμιάς...»
Το καθήκον που επιβάλλεται σε διαχειριστή είναι να διαχειριστεί πιστά και με τον δέοντα τρόπο την περιουσία του αποβιώσαντα σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου, εκτός εάν υπάρχει διαφορετική συμφωνία μεταξύ των κληρονόμων. Ο διαχειριστής θεωρείται εμπιστευματοδόχος (trustee) της περιουσίας του αποβιώσαντα (βλ. Ioannou v. Demetriou and Others (1983) 1(B) CLR 892), οφείλει να υποβάλει απογραφή και λογαριασμούς εντός των χρονικών πλαισίων που προβλέπει το Κεφ.189 ανωτέρω.
Στην υπόθεση Κυριάκου Θ. Μιχαηλίδη κ.α. ν. Λεώνης Παρασκευαίδου – Μαυρονικόλα κ.α. Πολ. Εφ. Ε34/2016, ημερομηνίας 7.7.2017 η οποία αφορούσε αίτημα παύσης του διαχειριστή το οποίο είχε εγκριθεί πρωτόδικα με το πρωτόδικο Δικαστήριο να δίδει βαρύνουσα σημασία στην παράλειψη του διαχειριστή να υπερασπιστεί αγωγή με αποτέλεσμα (κατά το πρωτόδικο Δικαστήριο) να πληγούν τα συμφέροντα των κληρονόμων, το Ανώτατο Δικαστήριο παρά του ότι έκρινε ότι δεν ικανοποιούνταν οι προυποθέσεις που θέτει το άρθρο 52 ανωτέρω, η παύση του διαχειριστή ήταν αιτιολογημένη λόγω του ότι διαπιστώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι οι σχέσεις του διαχειριστή με μερίδα κληρονόμων είχαν καταρρεύσει, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψιν την δήλωση του διαχειριστή ότι δεν επιθυμούσε πλέον να παραμείνει διαχειριστής.
Προκύπτει από την πιο πάνω απόφαση ότι, έστω και αν υπάρχει ρητή πρόνοια στον Νόμο για παύση διαχειριστή επιβάλλοντας συγκεκριμένες προϋποθέσεις, το Δικαστήριο δύναται να παύσει διαχειριστή ασκώντας τις σύμφυτες εξουσίες του εάν δικαιλογείται υπό τις περιστάσεις. Αυτή η εξουσία έχει αναγνωριστεί στην Αγγλία σε σχέση με εξουσία παύσης εμπιστευματοδόχου / προσωπικού αντιπρόσωπου θέση την οποία υπέχει ο διαχειριστής περιουσίας αποβιώσαντα (βλ. Ioannou πιο πάνω). Στην υπόθεση In the Goods of Belham, Richards v. Yates (1901) 84 LT 300, αποφασίστηκε ότι το Δικαστήριο «will not revoke a grant of letters of administration unless it is satisfied that the administrator has acted improperly. »
Στα πλαίσια της Κυριάκου Θ. Μιχαηλίδη (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο με αναφορά σε αγγλική νομολογία ανάφερε τα εξής σημαντικά:
«Από την άλλη, από όσα έχουν τεθεί ενώπιον τόσο του πρωτοδίκου Δικαστηρίου όσο και, ιδιαιτέρως ενώπιον μας με ένορκη δήλωση του εφεσείοντα 1, που κατέθεσε στα πλαίσια μιας ενδιάμεσης διαδικασίας ενώπιον μας, προκύπτει το ερώτημα κατά πόσον, ανεξάρτητα από υπαιτιότητα (βλ. Letterstedt v. Broers and Another [1881-85] All E.R. Rep. 882, Jones v. Firkin-Flood [2008] EWHC 2417), οι σχέσεις του διαχειριστή και μερίδας των κληρονόμων (εφεσιβλήτων) έχουν, πλέον, καταστεί εχθρικές σε βαθμό που να τίθεται σε κίνδυνο η άσκηση της διαχείρισης κατά δέοντα τρόπο και το συμφέρον της περιουσίας και των κληρονόμων, που αποτελεί το κύριο ζητούμενο κάθε φορά (Letterstedt, ανωτ.). Διότι, μπορεί μεν οι προστριβές ή και η εχθρότητα μεταξύ διαχειριστή και κληρονόμων, κατ΄αρχάς, να μην αποτελούν λόγο παύσης του διαχειριστή, όμως, σε περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται πλέον κατάρρευση της σχέσης διαχειριστή και κληρονόμων έτσι ώστε να εμποδίζεται η άσκηση της διαχείρισης και να διακινδυνεύει το συμφέρον της περιουσίας και των κληρονόμων, η εχθρότητα μπορεί να αποκτήσει βαρύνουσα έως καθοριστική σημασία (Letterstedt (ανωτέρω), Re Wrightson [1908] 1 Ch. 789 και Kershaw v. Micklethwaite [2010] EWHC 506).
...
Στη θεμελιακή απόφαση του Privy Council στην υπόθεση Letterstedt, ενώ απορρίφθηκαν οι υπαίτιοι λόγοι που προβλήθηκαν, η παύση του καταπιστευματοδόχου έγινε επί τη βάσει των προστριβών και της εχθρότητας μεταξύ των μερών, αφού θεωρήθηκε ότι τέτοια εχθρότητα εύρισκε έρεισμα στον τρόπο με τον οποίο το καταπίστευμα ετύγχανε διαχείρισης.
Η εξουσία για παύση καταπιστευματοδόχου/προσωπικού αντιπροσώπου έχει αναγνωριστεί στην Αγγλία ως σύμφυτη (βλ. Letterstedt) και παρέμεινε ευρύτατη, χωρίς συγκεκριμένα κριτήρια ως προς την άσκησή της, πέραν των όσων γενικά τέθηκαν δια της νομολογίας, ακόμα και μετά τη θέσπιση του άρθρου 50 του Administration of Justice Act 1985, δια του οποίου ρυθμίστηκε νομοθετικά το ζήτημα.
Αντίθετα, το άρθρο 52(1) του δικού μας Νόμου καθορίζει ρητά τους λόγους παύσης διαχειριστή. Η παράγραφος (α) αναφέρεται σε εσκεμμένη παράλειψη ή παράπτωμα και η παράγραφος (β) σε θάνατο ή ανικανότητα του διαχειριστή.
Η νομολογία, όμως, έχει αναγνωρίσει ότι το γεγονός της νομοθετικής ρύθμισης ενός ζητήματος δεν εμποδίζει, per se, την άσκηση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου. Το Ανώτατο Δικαστήριο της Αγγλίας έχει σχετικά πρόσφατα υιοθετήσει τα λεχθέντα υπό του Sir Jack Jacob (βλ. The Inherent Jurisdiction of the Court [1970] Current Legal Problems (CLP) 23):
«the court may exercise its inherent jurisdiction even in respect of matters which are regulated by statute or by rule of court, so long as it can do so without contravening any statutory provision.» (Bλ. Al Rawi and Others v. Security Service [2011] UKSC 34, In Re Corey [2013] UKSC 76). »
Εφαρμογή – Συμπεράσματα
Αρχικά επισημαίνω ότι το Αιτητικό 2 της αίτησης είναι πλήρως αντίθετο με το Αιτητικό 1 και 4 της αίτησης. Δεν νοείται να ζητείται η παύση του διαχειριστή αλλά να ζητούνται ταυτόχρονα και μάλιστα όχι κατά τρόπο διαζευκτικό, οδηγίες ως προς τον τρόπο συνεργασίας των διαχειριστών. Προβάλλει ξεκάθαρα από το σώμα της αίτησης και τις ένορκες δηλώσεις της Αιτήτριας ότι δεν επιζητείται η έκδοση του συνεπώς δεν θα εξεταστεί.
Ως προς το Αιτητικό 3 είμαι της άποψης ότι τέτοιο διάταγμα δεν μπορεί να υποστηριχθεί από την Νομική Βάση της αίτησης. Ενδεχομένως, τούτο να μπορούσε να υποστηριχθεί στα πλαίσια εναρκτήριας αίτησης στη βάση του άρθρου 53 της οικείας Νομοθεσίας όμως δεν είναι στο παρόν ζήτημα το οποίο θα απασχολήσει το Δικαστήριο. Επομένως, επίσης δεν θα εξεταστεί.
Προχωρώ άμεσα στο προφανές. Η αίτηση υποβάλλεται από συνδιαχειριστή. Ως έχει καταδείξει η Νομολογία, ο διαχειριστής ενεργεί ως εμπιστευματοδόχος της περιουσίας του αποβιώσαντα (βλ. Ioannou ανωτέρω, Μαυρονικόλα ανωτέρω). Το άρθρο 52 που αποτελεί και τη βάση της υπό κρίση αίτησης αναφέρει ξεκάθαρα ότι αίτηση για παύση διαχειριστή υποβάλλεται από οποιοδήποτε πρόσωπο έχει συμφέρov στηv κληρovoμιά.
Κατά την κρίση μου ο συνδιαχειριστής δεν δύναται να συμπεριληφθεί στα άτομα που έχουν συμφέρον στην κληρονομιά. Κάτι τέτοιο, δεν θα ήταν μόνο ασύμβατο με τα καθήκοντα και υποχρεώσεις που υποβάλλονται σε αυτόν δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 31 του Κεφ.189 ανωτέρω αλλά και με τον ρόλο του ως εμπιστευματοδόχος της περιουσίας.
Κατάληξη
Εν όψει όλων των ανωτέρω αποτελεί κατάληξη μου ότι η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης καθότι δεν πληρείται η προϋπόθεση αυτή να υποβληθεί από πρόσωπο που έχει συμφέρον στην κληρονομιά. Η αίτηση απορρίπτεται
Τα έξοδα να καταβληθούν από την περιουσία.
(Υπ.) .....................................
Λ. Χαβιαράς,Ε.Δ.
Πιστόν Αντίγραφον
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο