Αναφορικά με τον Ari Sigur?sson, Ευρωπαικό Ένταλμα Σύλληψης Αρ. 6/26, 11/8/2026
print
Τίτλος:
Αναφορικά με τον Ari Sigur?sson, Ευρωπαικό Ένταλμα Σύλληψης Αρ. 6/26, 11/8/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

Ενώπιον: Λ. ΧΑΒΙΑΡΑ, Ε.Δ.

 

Ευρωπαικό Ένταλμα Σύλληψης Αρ. 6/26

 

Αναφορικά με Ένταλμα Σύλλψης εκζητούμενου Προσώπου Δυνάμει του άρθρου 16(1) (2) του Περί Ευρωπαικού Εντάλματος Σύλληψης Ν.133(Ι)/2004

-και-

Αναφορικά με τον Ari Sigurõsson

 

Ημερομηνία: 11.8.2026

 

Εμφανίσεις:

Για την Κεντρική Αρχή: κ. Κουτσόφτας

Για τον Εκζητούμενο: κα. Οικονόμου με κα. Λαζαρίδου και κα. Γιάγκου

Εκζητούμενος: παρών

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Εισαγωγικά

Στις 26.8.2025 το Επαρχιακό Δικαστήριο του Reykjavik (Ισλανδία) εξέδωσε ένταλμα σύλληψης για τον Εκζητούμενο, ούτως ώστε να εξασφαλιστεί η παρουσία του σε σχέση με δυο ποινικές υποθέσεις οι οποίες είναι υπό διερεύνηση από την Μητροπολιτική Αστυνομία του Reykjavik.  Ακολούθως, στις 11.12.2025 το τμήμα Διεθνούς Δικαστικής Συνεργασίας του  Director of Public Prosecutions του Reykjavik,  εξέδωσε Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης (ΕΕΣ) για τον Εκζητούμενο προκειμένου να ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον του σε σχέση με δυο υποθέσεις που διερευνούν για παραβάσεις του Γενικού Ποινικού Κώδικα καθώς και για έκτιση ποινής που του επιβλήθηκε κατόπιν απόφασης του Εφετείου στα πλαίσια της Έφεσης Αρ. 478/22 στις 15.12.2023 και κατέστη τελική και εκτελεστή στις 25.3.2024.

Το ΕΕΣ διαβιβάστηκε στις Κυπριακές Αρχές και ως προκύπτει από την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, με βάση αυτό, ο Εκζητούμενος συνελήφθη στις 17.7.2026 στην Λάρνακα. Στις 18.7.2026 εμφανίστηκε ενώπιον Δικαστηρίου εκπροσωπούμενος από δικηγόρο. Το Δικαστήριο αφού ικανοποιήθηκε ότι είναι το πρόσωπο που αναφέρεται στο ΕΕΣ τον ενημέρωσε σχετικά για την ύπαρξη και το περιεχόμενο του ΕΕΣ και για τα δικαιώματα του.

Ο Εκζητούμενος δεν συγκατατέθηκε στην έκδοση του, επομένως η υπόθεση του οδηγήθηκε σε ακρόαση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο Εκζητούμενος παράμεινε υπό κράτηση.

Σύμφωνα με το ΕΕΣ (Τεκμήριο 2) η παράδοση του Εκζητούμενου στις Αρχές της Ισλανδίας αφορά σε:

1)    Παράδοση για σκοπούς ποινικής δίωξης. Για την υπόθεση 007-2022-3779 άρχισε διερεύνηση στις 20.1.2022 κατόπιν υποβολής παραπόνου από την κα. Υ. Τ. Β.  σε σχέση με σελίδα στην πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης Facebook με ονομασία «Βία από Μητέρες». Το παράπονο εδράζεται στο ότι ο Εκζητούμενος διαβίβασε βίντεο της Υ.Τ.Β. να κάνει μπάνιο τον υιό τους ισχυριζόμενος ότι προσπαθούσε να σκοτώσει το παιδί. Με βάση το παράπονο η πιο πάνω σελίδα κατασκευάστηκε στις 13.1.2022 και ύποπτος είναι ο Εκζητούμενος. Εξασφαλίστηκε διάταγμα για περιοριστικά μέτρα εναντίον του, το οποίο δεν του επιδόθηκε καθότι αυτός είχε ήδη εγκαταλείψει την χώρα. Τα ισχυριζόμενα αδικήματα εμπίπτουν στα άρθρα 234 (Defamation by insult or dissemination of insulting elements) και/ή 199(a) (Dissemination of sexual material and related threats) του Γενικού Ποινικού Κώδικα (General Penal Code No. 19/1940) της Ισλανδίας.

2)    Παράδοση για σκοπούς ποινικής δίωξης. Για την υπόθεση 007-2023-13310 άρχισε διερεύνηση στις 21.3.2023 κατόπιν υποβολής παραπόνου του ίδιου προσώπου για κατ’ ισχυρισμό αδικήματα που διαπράχθηκαν μεταξύ 10.1.2022 και 21.3.2023. Η Υ.Τ.Β. ανάφερε ότι στις 11.3.2023, ο διευθυντής του σχολείου στο οποίο εργάζεται ως δασκάλα, την ενημέρωσε ότι η ανάρτηση εικόνων έχει επαναρχίσει. Γονείς μαθητών επικοινώνησαν με τον διευθυντή για το γεγονός αυτό και υπόδειξαν λογαριασμό στο Twitter στο όνομα της παραπονούμενης όπου παρουσιάζοντας εικόνες δικές της. Επίσης δημιουργήθηκαν λογαριασμοί στο Pinterest και στο Facebook. Παρουσιάζεται ο Εκζητούμενος αποπειράθηκε να δημοσιεύσει στους εν λόγω λογαριασμούς ένα βίντεο της παραπονούμενης συνοδευόμενο από σχόλια που τις καταλόγιζαν ότι κακοποιεί τον υιό τους. Αφορά σε εικόνες της παραπονούμενης κάποιες από τις οποίες ήταν ενοχλητικές (disturbing), κάποιες ήταν σεξουαλικής φύσης (sexual in nature) και κάποιες θυμίζουν/ομοιάζουν με εικόνες που ο Εκζητούμενος είχε προηγουμένως δημοσιεύσει το 2019. Μια από τις εικόνες δείχνει την παραπονούμενη να κρατά μια μπανάνα μπροστά από το πρόσωπο της και να είναι άντυτη. Τα ισχυριζόμενα αδικήματα εμπίπτουν στα άρθρα 199(a) (Dissemination of sexual material and related threats) και/ή 218(b) (Serious Offence in a domestic relationship) του Γενικού Ποινικού Κώδικα (General Penal Code No. 19/1940) της Ισλανδίας.

3)    Παράδοση για έκτιση ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε από το Εφετείο κατόπιν απόφασης στα πλαίσια της υπόθεση αρ. 478/22 στις 15.12.2023. Αναφέρεται επί τούτου ότι, ο Εκζητούμενος καταδικάστηκε από Επαρχιακό Δικαστήριο στα πλαίσια της υπόθεσης S-3895/2021 στις 10.1.2022. Υποβλήθηκε έφεση όπου κρίθηκε ένοχος για αδικήματα σεξουαλικής φύσης, σοβαρής μορφής δυσφήμισης και σοβαρής μορφής αδικήματος στη συμβίωση. Ο Εκζητούμενος καταδικάστηκε σε 4 χρόνια και 6 μήνες φυλάκιση με την ανάλογη μείωση για την περίοδο που τελούσε υπό κράτηση. Η απόφαση του Εφετείου κατέστη τελική και εκτελεστή στις 25.3.2024.

Μαρτυρία - Αξιολόγηση

Για την Κεντρική Αρχή μαρτυρία έδωσαν ο Π. Χίντικος (ΜΚΑ1) και ο Αστ. 354 (ΜΚΑ2).

Ο ΜΚΑ1 υπηρετεί στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης. Εξήγησε ότι το εν λόγω Υπουργείο έχει οριστεί ως Κεντρική Αρχή για τα Ευρωπαϊκά Εντάλματα Σύλληψης και επικουρικά βοηθά τις εμπλεκόμενες Δικαστικές Αρχές. Ο εν λόγω μάρτυρας κατάθεσε σε σχέση με τις δικές του ενέργειες αναφορικά με την παραλαβή του ΕΕΣ και την μετέπειτα πορεία, για το περιεχόμενο του ΕΕΣ, κατάθεσε επίσης στο Δικαστήριο το ΕΕΣ και σχετική αλληλογραφία μεταξύ των αρμόδιων αρχών.  Ο ΜΚΑ1 κατάθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 1 ηλεκτρονική αλληλογραφία με την οποία οι ισλανδικές αρχές ενημερώθηκαν για την σύλληψη του Εκζητούμενου και για την έναρξη της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην ίδια αλληλογραφία, οι ισλανδικές αρχές επιβεβαιώνουν ότι έγγραφο στα αγγλικά το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2 είναι το ΕΕΣ, αναφέροντας ότι δεν θα στείλουν κείμενο στα ισλανδικά καθότι η Κύπρος αποδέχεται έγγραφα στην αγγλική.

Σημειώνεται ότι η αντεξέταση του ΜΚΑ1 διακόπηκε ούτως ώστε να ζητηθούν περισσότερες πληρφορίες – διευκρινήσεις από τις ισλανδικές αρχές. Συγκεκριμένα ζητήθηκαν η απόφαση του Εφετείου της Ισλανδίας  μεταφρασμένη στα αγγλικά και πρακτικό στο οποίο να φαίνεται ποιος δικηγόρος εμφανίστηκε για τον Εκζητούμενο σε εκείνη την διαδικασία, να δοθούν πληροφορίες ως προς την ύπαρξη τριτοβάθμιας δικαιοδοσίας - μέσω της οποίας ο Εκζητούμενος θα μπορούσε να προσβάλει την απόφαση του Εφετείου - και σε σχέση με την διαδικασία που ακολουθείται στην περίπτωση εκζητούμενου που αντιμετωπίζει ιατρικά προβλήματα και κατά πόσο θα μπορούσε να ακολουθήσει την ίδια θεραπεία την οποία ακολουθεί στην Κύπρο. Τα πιο πάνω απαντήθηκαν και η σχετική αλληλογραφία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4.

Ο ΜΚΑ2 είναι ο Αστυφύλακας που εκτέλεσε το ΕΕΣ και στις 17.7.2026 συνέλαβε τον Εκζητούμενο, του εξήγησε τους λόγους σύλληψης του, του επέστησε την προσοχή στον νόμο και του παράδωσε και επεξήγησε τα δικαιώματα του στα Αγγλικά. Το σχετικό έντυπο το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο στο Δικαστήριο το διάβασε ο Εκζητούμενος και το υπόγραψε στην παρουσία του.

Οι μάρτυρες της Κεντρικής Αρχής κρίνεται ότι έχουν καταθέσει σε σχέση με όσα γεγονότα ενέπιπταν στην σφαίρα των γνώσεων τους τα οποία ούτως ή άλλως επιβεβαιώνονται από το περιεχόμενο των τεκμηρίων που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο και δεν εντοπίζεται οποιοσδήποτε λόγος μη αποδοχής της μαρτυρίας τους.

Από πλευράς Εκζητούμενου μαρτυρία έδωσε ο ίδιος. Ανάφερε ότι λαμβάνει επίδομα αναπηρίας λόγω των ιατρικών του προβλημάτων. Έχει δυο παιδιά, ένα εκ των οποίων απέκτησε με την πρώην σύζυγο του και παραπονούμενη στις πιο πάνω διαδικασίες. Το παιδί είναι ανήλικο και είναι αυτιστικό. Κατόπιν διατάγματος Δικαστηρίου το 2019, έχει ρυθμιστεί η επικοινωνία του με το παιδί του και γίνονται διευθετήσεις ούτως ώστε να ταξιδεύει εκεί που βρίσκεται η μητέρα ή και η μητέρα να ταξιδεύει εκεί που βρίσκεται ο Εκζητούμενος. Το καλοκαίρι του 2025 ο Εκζητούμενος πήγε να τους βρει στην Βουλγαρία. Ο ίδιος ήρθε στην Κύπρο τον Απρίλιο του 2022 αναφέροντας ότι λανθασμένα αναγράφεται στο ΕΕΣ ότι ήρθε το 2025. Οι ισλανδικές αρχές είπε γνωρίζουν την διεύθυνση του εφόσον του στέλνουν επίδομα και ζητούν επικαιροποίηση των στοιχείων του.

Αυτό το καλοκαίρι η μητέρα έφερε το παιδί τους στην Κύπρο και η σύλληψη του έγινε μπροστά από το παιδί αλλά δεν του πέρασαν χειροπέδες μέχρι που έφθασε στον Αστυνομικό Σταθμό. Δεν δέχθηκε ότι έφυγε από την Ισλανδία μετά την πρωτόδικη καταδικαστική απόφαση γιατί δεν το γνώριζε. Του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 5 που είναι ηλεκτρονική επικοινωνία με δικηγόρο στα ισλανδικά και είπε μεταφράζοντας στα αγγλική ότι το περιεχόμενο λέει - «Πιθανότατα να στέλνετε σε αυτήν την ηλεκτρονική διεύθυνση, λόγω της προηγούμενης μας επικοινωνίας, ότι σας είχε στείλει την 1η Γενάρη. Εσείς δεν μου απαντήσατε τότε, δεν μου απαντήσατε τότε και για αυτό το εκλαμβάνω σαν διάρρηξη εμπιστοσύνης και δεν θέλω περαιτέρω επικοινωνία από εσάς. Σας παρακαλώ, μην με ξαναενοχλήσετε». Δεν είχε περαιτέρω επικοινωνία, ούτε ενημερώθηκε για την πρωτόδικη απόφαση, όπως δεν ενημερώθηκε ότι εφεσιβλήθηκε η απόφαση. Επέμεινε ότι δεν διόρισε εκείνος δικηγόρο στο Εφετείο.

Ρωτήθηκε αν γνωρίζει τον δικηγόρο Bjorgvin Jonson και είπε ότι δεν τον γνωρίζει αλλά η πιο πάνω απάντηση είναι προς εκείνον και δεν επικοινώνησε ποτέ μαζί του πέραν από το πιο πάνω email. Στο Εφετείο, είπε δεν εμφανίστηκε και ποτέ κανείς δεν τον ενημέρωσε με οποιοδήποτε τρόπο είτε για την διαδικασία είτε για την απόφαση.

Το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί στη μαρτυρία του Εκζητούμενου. Οι οποιοιδήποτε ισχυρισμοί του περί μη γνώσης του, μη επαρκούς εκπροσώπησης του ή καθόλου εκπροσώπησης του κατά την διάρκεια της δίκης του στην Ισλανδία τόσο στα πλαίσια της εκεί πρωτόδικης διαδικασίας όσο κατά την εκεί Έφεση δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί, δεδομένου του ότι στο ΕΕΣ καταγράφεται ότι ήταν παρών στην πρωτόδικη διαδικασία, είναι συμπληρωμένο το εδάφιο περί ενημέρωσης του για την διαδικασία της Έφεσης και ως προκύπτει από την απόφαση του Ισλανδικού Εφετείου η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο μεταφρασμένη στα αγγλικά, εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο, ο οποίος μάλιστα είχε αναφέρει ότι η παρουσία του Εκζητούμενου στο εφετείο δεν είναι απαραίτητη. Καταγράφεται επίσης στο σχετικό πρακτικό η παρουσία του δικηγόρου για τον Εκζητούμενο εκεί Εφεσίβλητο, και ότι ενώπιον του Εφετείου θα παρουσιαζόταν ολόκληρη η μαρτυρία του Εκζητούμενου. Επιπρόσθετα, δεν διέλαθε της προσοχής μου η ύπαρξη του ηλεκτρονικού μηνύματος που απέστειλε ο Εκζητούμενος προς τον δικηγόρο του (Τεκμήριο 5). Αν και το περιεχόμενου του, είναι στα ισλανδικά κατά την μαρτυρία του ο Εκζητούμενος μετάφρασε το περιεχόμενο και αυτό που ανάφερε ενώπιον μου ουδεμία σχέση έχει με όσα υποβλήθηκαν στον ΜΚΑ1, ότι δηλαδή απάλλαξε τον δικηγόρο του. Ούτε είναι γνωστό στο Δικαστήριο τι είναι αυτό που ισχυρίζεται ο Εκζητούμενος ότι δεν του απάντησε ο δικηγόρος την «1η Γενάρη». Προφανώς όμως δεν ήταν η μόνη επικοινωνία που είχε με τον δικηγόρο, από τον οποίο μάλιστα εκπροσωπήθηκε και στο Εφετείο. Επίσης, η θέση ότι έφυγε από την Ισλανδία το 2017, δηλαδή πριν εκδοθεί ακόμη η πρωτόδικη απόφαση εναντίον του πέραν του ότι συγκρούεται με το περιεχόμενο του ΕΕΣ όπου καταγράφεται από τις ισλανδικές αρχές ότι ήταν παρών στην πρωτόδικη διαδικασία, το ανάφερε πρώτη φορά στην αντεξέταση του χωρίς προηγουμένως να τεθεί σε οποιονδήποτε μάρτυρα της Κεντρικής Αρχής για να τοποθετηθεί.

Αναφορικά με τα ιατρικά προβλήματα του Εκζητούμενου (Τεκμήριο 6 και 7) δηλώθηκαν ως παραδεκτά. Αναφορά θα γίνει σε μετέπειτα στάδιο της παρούσας απόφασης.

Νομική Πτυχή

Το ζήτημα διέπεται από τον Περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης Ν.133(Ι)/2004 Στην υπόθεση Μεσαρίτη ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση Αρ. 256/2017, ημερομηνίας 24.10.2017 το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε στους βασικούς σκοπούς του πιο πάνω Νόμου:

«Οι λόγοι που οδήγησαν στη θέσπιση του ΕΕΣ και η όλη φιλοσοφία που το διέπει, κινούνται γύρω από την ανάγκη παροχής συνδρομής μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην έκδοση προσώπων που αναζητούνται με σκοπό τη δίωξή τους ή που έχουν ήδη νόμιμα και αρμοδίως καταδικαστεί σε ένα κράτος-μέλος, αλλά βρίσκονται σε άλλο κράτος-μέλος. Στόχος της όλης διαδικασίας είναι η παροχή δικαστικής συνδρομής μεταξύ των κρατών-μελών, ώστε να συλλαμβάνονται και να παραδίδονται οι εμπλεκόμενοι χωρίς ιδιαίτερες, περίπλοκες, διαδικασίες ή αχρείαστες καθυστερήσεις. Είναι για το λόγο αυτό που η όλη διαδικασία σύλληψης και παράδοσης είναι ιδιόμορφη και εστιάζει στην απλοποίηση της δικαστικής συνδρομής μεταξύ των κρατών-μελών και στη γρήγορη και αποτελεσματική διεκπεραίωσή της. Οι βασικές αυτές παράμετροι, σε συνδυασμό με την ανάγκη για διαφύλαξη των θεμελιωδών Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του κάθε εκζητούμενου προσώπου, έχουν κατ΄ επανάληψη τεθεί και υιοθετηθεί από τη νομολογία μας (Hadjiametovic v. Γενικού Εισαγγελέα (2009) 1 ΑΑΔ 473 , Πηγασίου ν. Γενικού Εισαγγελέα (2009) 1 ΑΑΔ 519, , Νικόλας Κυριάκου ν. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 196/13, ημερ. 19.7.13, Κωνσταντίνος (Ντίνος) Μιχαηλίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 221/13, ημερ. 2.9.13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Miroslaw Mrukwa, Π.Ε. 41/14, ημερ. 5.3.14, Leonid Ivanov Spiriev v. Γενικού Εισαγγελέα, Π.Ε. 100/14, ημερ. 13.5.14, ECLI:CY:AD:2014:A313, Hadwen James v. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 184/14, ημερ. 17.7.14, Constantinides v. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 347/14, ημερ. 5.3.15), ECLI:CY:AD:2015:A155. Ο όλος μηχανισμός που καλύπτει το ΕΕΣ βασίζεται σε υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών-μελών και - κατ΄ ακολουθία της αιτιολογικής σκέψης 10 που παρατίθεται στο προοίμιο της Απόφασης-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ - η εφαρμογή του εν λόγω μηχανισμού δύναται να ανασταλεί μόνο στην περίπτωση σοβαρής και διαρκούς παραβίασης από κράτος-μέλος των αρχών που διατυπώνονται στην πρώτη παράγραφο του ΄Αρθρου 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ητοι των αρχών της Ελευθερίας, της Δημοκρατίας, του σεβασμού των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και του κράτους δικαίου, αρχές οι οποίες είναι κοινές στα κράτη-μέλη. Με αυτά ως δεδομένα τα δικαστήρια των κρατών-μελών θα πρέπει να είναι σε κάθε περίπτωση ιδιαίτερα ευαίσθητα στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους κατά την πορεία εξέτασης ΕΕΣ, έχοντας πάντα κατά νουν ότι κάθε τέτοιο ένταλμα εκτελείται βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης και σύμφωνα με τις διατάξεις της Απόφασης-πλαίσιο του Συμβουλίου 2002/584/ΔΕΥ, ημερομηνίας 13 Ιουνίου 2002, όπως τροποποιήθηκε από την Απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ, ημερομηνίας 26 Φεβρουαρίου 2009. Αποφάσεις που μεταφέρθηκαν στο κυπριακό δίκαιο με τον Νόμο 133(Ι)/2004»

(βλ. επίσης Shini-Mehrabzadeh Said ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Π.Ε. Αρ. 279/2015, 17.11.2015)».

Εδώ, ο Εκζητούμενος παραπονείται ότι δεν ήταν ενήμερος για την διαδικασία της Έφεσης, ούτε για τον τόπο, ούτε για την ημερομηνία, ούτε για την ώρα που θα λάμβανε χώρα η διαδικασία. Παραπονείται επίσης ότι η διαδικασία έγινε στην απουσία του και ότι δεν εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο καθότι απάλλαξε τον δικηγόρο του μήνες πριν την έφεση. Προτάσσει τα πιο πάνω ως λόγους για τους οποίους το παρόν Δικαστήριο πρέπει να αρνηθεί την εκτέλεση του ΕΕΣ. Επί των πιο πάνω προκρίνεται από πλευράς του ότι τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 14 του Νόμου.

Στην υπόθεση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν ΠΡΟΪΟΣ Πολιτική Έφεση Αρ. 230/2019  3 Μαρτίου, 2020 λέχθηκε ότι:  

«Η δυνητική διατύπωση που χρησιμοποιείται στο άρθρο 14, «δύναται να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος ...», σημαίνει ότι υφίσταται διακριτική ευχέρεια της δικαστικής αρχής εκτέλεσης του εντάλματος να αρνηθεί την εκτέλεση ΕΕΣ που έχει εκδοθεί με σκοπό την εκτέλεση ποινής στερητικής της ελευθερίας σε περίπτωση που ο εκζητούμενος δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης, εκτός αν ισχύουν οι προϋποθέσεις που τίθενται ρητά στο εν λόγω άρθρο.»

Η εμβέλεια του άρθρου 14 του Νόμου, οι λόγοι θέσπισής του και το πεδίο εφαρμογής του έτυχαν εξέτασης στην υπόθεση John Constantinides v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (2015) 1 Α.Α.Δ. 433 ως ακολούθως:

«Η πιο πάνω πρόνοια, στην ολότητά της, μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο της Κυπριακής Δημοκρατίας το ΄Αρθρο 4α της Απόφασης πλαίσιο 2002/584, το οποίο είναι διατυπωμένο με πολύ παρόμοιους όρους.  Το άρθρο αυτό ενσωματώθηκε στην εν λόγω Απόφαση με το ΄Αρθρο 2 της Απόφασης πλαίσιο 2009/299, στο ΄Αρθρο 1 της οποίας αναφέρονται, στις παραγράφους 1 και 3, σε σχέση με τους στόχους της, τα εξής:- 

 «1.  Οι στόχοι της παρούσας απόφασης-πλαισίου είναι η κατοχύρωση των δικονομικών δικαιωμάτων των προσώπων τα οποία υπόκεινται σε ποινικές διαδικασίες, η διευκόλυνση της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις και, ιδίως, η βελτίωση της αμοιβαίας αναγνώρισης των δικαστικών αποφάσεων μεταξύ κρατών μελών.» 

«3.  Η παρούσα απόφαση-πλαίσιο καθορίζει κοινούς κανόνες για την αναγνώριση ή/και εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων σε ένα κράτος μέλος (κράτος μέλος εκτέλεσης), οι οποίες εκδίδονται από άλλο κράτος μέλος (κράτος μέλος έκδοσης) έπειτα από διαδικασία στην οποία το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν εμφανίστηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 παράγραφος 1 της απόφασης-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ, ...»

Η αναγκαιότητα, η οποία οδήγησε στη θέσπιση του ΄Αρθρου 4α, ανωτέρω, καθώς, επίσης ο σκοπός, τον οποίο αυτό επιδιώκει να υπηρετήσει, αναφέρονται στις αιτιολογικές σκέψεις 3, 4 και 6 της Απόφασης πλαίσιο 2009/299, ενώ, επεξηγούνται και στις υποθέσεις C-396/2011, Radu, ανωτέρω, σκέψεις 35, 36 και 37, και C-399/2011, Stefano Melloni, της 26.2.2013. ...

Σε συμφωνία, λοιπόν, με το ΄Αρθρο 4α της Απόφασης πλαίσιο, το άρθρο 14(2) προβλέπει τη δυνατότητα δικαστική αρχή της Κυπριακής Δημοκρατίας να αρνηθεί την εκτέλεση ΕΕΣ, στην περίπτωση που το εκζητούμενο πρόσωπο δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως στη δίκη η οποία οδήγησε στην καταδίκη του και στην επιβληθείσα σ' αυτό ποινή.  Η διακριτική αυτή εξουσία δεν παρέχεται, εφόσον η παράγραφος (δ) του ΕΕΣ συμπληρώνεται δεόντως και αναφέρονται σ' αυτήν τα στοιχεία που διέπουν την περίπτωση του εκζητουμένου, όπως αυτά προβλέπονται στο άρθρο 14(2) και έχουν εξηγηθεί στην υπόθεση C-399/2011, Melloni, ανωτέρω, στη σκέψη 40, με αναφορά στο αντίστοιχο ΄Αρθρο 4α της εν λόγω Απόφασης.

Εφαρμογή - Συμπεράσματα

Ανατρέχοντας στις προϋποθέσεις που τίθενται στο πιο πάνω άρθρο διαπιστώνεται ότι είναι δυνατόν το Δικαστήριο να αρνηθεί την εκτέλεση εκτός εάν στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης αναφέρεται ότι, στη βάση των δικονομικών απαιτήσεων της χώρας έκδοσης, ο Εκζητούμενος τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης, είχε δώσει εντολή σε δικηγόρο τον οποίο διόρισε ο ίδιος ή το κράτος, να τον εκπροσωπήσει στην δίκη και όντως εκπροσωπήθηκε στη δίκη (βλ. άρθρο 14(2)(β)). Σημειώνεται περαιτέρω ότι στο σχετικό εδάφιο καταγράφονται και άλλες περιστάσεις κατά διαζευκτικό όμως τρόπο, συνεπώς δεν είναι απαραίτητο να συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις. 

Επί των πιο πάνω παρατηρείται ότι στο ίδιο το ΕΕΣ καταγράφεται ότι ο Εκζητούμενος ήταν ενήμερος για την διαδικασία της έφεσης. Εκπροσωπήθηκε επίσης από δικηγόρο ως επιμαρτυρεί η απόφαση του ισλανδικού Εφετείου η οποία ζητήθηκε από το παρόν Δικαστήριο. Ως διαφαίνεται ξεκάθαρα τόσο από την εν λόγω απόφαση όσο και από τις διευκρινίσεις που δόθηκαν στο Δικαστήριο, κατά τη διαδικασία της έφεσης στην Ισλανδία, διορίστηκε δικηγόρος για τον Εκζητούμενο («was appointed for him») και ο δικηγόρος που τον εκπροσώπησε δήλωσε ότι δεν ήταν απαραίτητη η παρουσία του Εκζητούμενου στην διαδικασία. Τούτο διαφαίνεται τόσο από το κείμενο της απόφασης και από το επισυνημμένο πρακτικό του Εφετείου.

Στο Τεκμήριο 4 οι ισλανδικές αρχές επαναλαμβάνουν ότι το σημείο (d) στο ΕΕΣ είναι συμπληρωμένο και ότι από τότε που εξέδωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο την απόφαση του, ο Εκζητούμενος κατοίκησε στο εξωτερικό και εσκεμμένα απόφυγε τις διαδικασίες αγνοώντας και αποφεύγοντας τις προσπάθειες της αστυνομίας και των δικαστηρίων να επικοινωνήσουν μαζί του καθώς και την οποιαδήποτε επικοινωνία με το δικηγόρο του.

Στην βάση των πιο πάνω δεν θεωρώ δικαιολογημένο το παράπονο του Εκζητούμενου. Σημειώνεται περαιτέρω ότι ζητήθηκαν διευκρινίσεις από την χώρα έκδοσης κατά πόσον υφίσταται διαδικασία για αμφισβήτηση του αποτελέσματος της Έφεσης και με βάση την ενημέρωση που έτυχε το Δικαστήριο υπάρχει τριτοβάθμια δικαιοδοσία στην Ισλανδία, πλην όμως το χρονικό περιθώριο εντός του οποίου θα έπρεπε να υποβαλλόταν αίτημα έχει εκπνεύσει. Εφόσον εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο, εάν ήθελε να προσβάλει την απόφαση του ισλανδικού εφετείου έπρεπε να το είχε κάνει.

Υπήρξε περαιτέρω εισήγηση σε σχέση με τις δυο υποθέσεις που εκκρεμούν εναντίον του Εκζητούμενου ότι τα υπό εκεί αναφορά αδικήματα δεν αποτελούν αδικήματα και στην Κύπρο. Οι δυο υπό διερεύνηση και σε εκκρεμότητα υποθέσεις εναντίον του, καταγράφονται πιο πάνω και δεν θα επαναλάβω τι αφορούν. Σημειώνεται όμως ότι οι ισλανδικές αρχές στο ΕΕΣ έχουν περιλάβει τα σχετικά άρθρα του δικού τους Ποινικού Κώδικα με τις προβλεπόμενες ποινές.

Είναι γεγονός ότι τα πιο πάνω κατά τον ισλανδικό νόμο αδικήματα δεν περιλαμβάνονται στα αδικήματα για τα οποία δεν υπάρχει ανάγκη εξέτασης του διττού αξιόποινου. Είναι επίσης γεγονός ότι στην Κυπριακή έννομη τάξη η δυσφήμιση δεν αποτελεί πλέον, εδώ και πάρα πολλά χρόνια αδίκημα εκτός εάν πρόκειται για δυσφήμιση ξένων ηγεμόνων. Παρά ταύτα εκείνο το οποίο έχει σημασία δεν είναι το πως κατονομάζεται το αδίκημα ή καλύτερα ποιος νομικός χαρακτηρισμός αποδίδεται στο αδίκημα. Εκείνο το οποίο έχει σημασία για τους σκοπούς του άρθρου 12(1)(α), είναι κατά πόσον η συμπεριφορά που αποδίδεται στον Εκζητούμενο θα συνιστούσε αδίκημα σύμφωνα με ημεδαπό νόμο εάν αυτή εκδηλωνόταν στην Κύπρο. Ο έλεγχος του διττού αξιόποινου «πρέπει, να ελέγχεται in abstracto και όχι in concreto... Αρκεί, δηλαδή, η πράξη για την οποία εκδόθηκε το ένταλμα να τυποποιείται, ανεξαρτήτως του νομικού της χαρακτηρισμού, γενικά ως έγκλημα κατά τον κυπριακό Ποινικό Κώδικα ή άλλο νόμο που δημιουργεί αδίκημα, χωρίς να πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον συντρέχουν λόγοι εξάλειψης του αξιόποινου, πέραν, βεβαίως, των λόγων που η απόφαση-πλαίσιο προκαθορίζει στα άρθρα 3 και 4 (βλ. αντίστοιχα τα άρθρα 13 και 14 του Νόμου) που αποκλείουν ή μπορούν να αποκλείουν το αξιόποινο ή τη δίωξη συγκεκριμένης περίπτωσης (μεταξύ άλλων, αμνηστία, δεδικασμένο, ποινικά ανεύθυνο λόγω ηλικίας, παραγραφή κτλ).» Παραπέμπω ως προς τα πιο πάνω στην υπόθεση Ε.Μ. ν. Κεντρική Αρχή – Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Εφ. ΕΕΣ 8/2025, ημερομηνίας 26.1.2026 όπου εκεί επικροτήθηκε η πιο πάνω κρίση ως εκφράστηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Το Εφετείο μάλιστα πρόσθεσε ότι και να μην συνέτρεχε το στοιχείο του αξιόποινου για το εκεί επίμαχο αδίκημα, υπήρχαν στο ΕΕΣ και άλλα αδικήματα.

Ερχόμενος στην υπό εξέταση περίπτωση, έχω την άποψη ότι η περιγραφή που δίδεται για τα αδικήματα στο ΕΕΣ θα μπορούσαν να εμπίπτουν στα αδικήματα που περιέχονται στα άρθρα 6, 7 και 9 του περί Πρόληψης και Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου αρ. 115(Ι)/2021.

Οι συνήγοροι του Εκζητούμενου ήγειραν ζήτημα και για το γεγονός ότι το ΕΕΣ κατατέθηκε ως αντίγραφο. Σημειώνω ότι, ουδέποτε τέθηκε τέτοιο ζήτημα κατά την κατάθεση του ΕΕΣ ούτε υποβλήθηκε οποιαδήποτε ένσταση, όπως δεν υποβλήθηκε οτιδήποτε στον ΜΚΑ1 σχετικά με το θέμα αυτό. Σε κάθε περίπτωση, δεν αμφισβητήθηκε η μαρτυρία του ΜΚΑ1 ότι «Τα εντάλματα σύλληψης εκδίδονται στην αγγλική γλώσσα και είναι το πρωτότυπο…» (βλ. πρακτικά ημερ. 24.7.2026 σελ.3).

Προβάλλεται επίσης ως λόγος απόρριψης της αίτησης το γεγονός ότι ο ΜΚΑ2 δεν υιοθέτησε την κατάθεση του και δεν κατάθεσε τη χειρόγραφη σημείωση περί εκτέλεσης του ΕΕΣ. Η μαρτυρία του ΜΚΑ2 ότι εκτέλεσε το ένταλμα παράμεινε αναντίλεκτη. Παραπέμπω στα πρακτικά σελ. 14 ημερ. 29.7.2026 κατά την κυρίως εξέταση του ΜΚΑ2 όπου αναφέρονται τα πιο κάτω:

«Ε. Σε τι ενέργειες έχεις προβεί εσύ κύριε μάρτυς;

Α. Στη σύλληψη του.

Ε. Μπορείς να συμβουλευθείς τον φάκελο της υπόθεσης (Δίδεται στο μάρτυρα). Που φαίνεται αυτό που λές;

Α. Στην κατάθεση.

Ε. Πέραν από την κατάθεση;

Α. Εκτέλεσα το ευρωπαικό ένταλμα σύλληψης.

Ε. Που φαίνεται αυτό;

Α. Από την εκτέλεση. Είναι η υπογραφή μου.

Ε. Δείξετε το στο Δικαστήριο σας παρακαλώ»

Σημειώνω ότι ο ΜΚΑ2 αντεξετάστηκε σε σχέση με τη διαδικασία που ακολούθησε για την σύλληψη του Εκζητούμενου χωρίς όμως ποτέ να τίθεται ζήτημα για την σύλληψη αυτή καθ’ εαυτή. Εξ’ ου και αντεξετάστηκε μόνο σε σχέση με τις ενέργειες του κατά τη σύλληψη. Υπενθυμίζω ότι ως ο ίδιος ο Εκζητούμενος αποδέχθηκε στην αντεξέταση του, συνελήφθη, ενημερώθηκε για τον λόγο που συνελήφθη και του δόθηκαν και τα δικαιώματα του. Συνεπώς ουδέποτε υπήρξαν αμφισβητούμενα ζητήματα η εκτέλεση και η σύλληψη.

Αναφορικά με την παρουσία του ΜΚΑ2 εντός της αίθουσας κατά την διάρκεια που έδιδε μαρτυρία ο ΜΚΑ1 αναφέρω τα εξής.

Ζητήματα αποκλεισμού σκοπούμενου μάρτυρα από το Δικαστήριο ανάγονται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (βλ. ΧΡΙΣΤΕΛΕΝ (ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ) ΛΤΔ ν. Κανναουρίδης Πολ. Έφ. Ε181/13, ημερομηνίας 27.10.2021).  Για να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια του όμως το Δικαστήριο το ζήτημα θα πρέπει να εγερθεί κατά την διάρκεια της διαδικασίας. Εάν υπήρχε οποιοδήποτε ζήτημα να εξεταστεί εκείνο ήταν το κατάλληλο στάδιο. Υπενθυμίζω ότι ούτε στις πολιτικές ή ποινικές δίκες η παρουσία μάρτυρα κατά το στάδιο που καταθέτει άλλος επιφέρει ακυρότητα στη διαδικασία (βλ. κατ’ αναλογία άρθρο 73(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ.155). Προκειμένου συνεπώς να μπορεί να θεωρηθεί ότι μόλυνε με οποιοδήποτε τρόπο τη διαδικασία και παράβλαψε τα δικαιώματα του Εκζητούμενου η παρουσία του ΜΚΑ2, όχι μόνο θα έπρεπε να εγερθεί κατά την αντεξέταση του εν λόγω μάρτυρα αλλά και να καταδειχθεί ότι πράγματι επηρεάστηκαν δυσμενώς τα δικαιώματα του Εκζητούμενου εξ αιτίας της παρουσίας του στην αίθουσα. Η παρουσία του ΜΚΑ2 εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου κατά τη διάρκεια που έδιδε μαρτυρία ο ΜΚΑ1 από μόνη της είναι μεν παράγοντας ο οποίος λαμβάνεται υπόψιν, δεν θεωρώ όμως ότι έχει καταδειχθεί ότι επηρεάστηκαν δυσμενώς τα δικαιώματα του Εκζητούμενου με οποιοδήποτε τρόπο.

Ως προς το ζήτημα της γλώσσας, δηλαδή ότι η διαδικασία διεξάχθηκε στην αγγλική περιορίζομαι στο να παραπέμψω τους συνηγόρους στο ruling του Δικαστηρίου στις 27.7.2026 (βλ. πρακτικά ίδιας ημέρας σελ. 1-2). Υπενθυμίζω ότι η διαδικασία δεν είναι απαραίτητο να διεξαχθεί στην μητρική γλώσσα του Εκζητούμενου αλλά μπορεί να γίνει και σε γλώσσα την οποία αντιλαμβάνεται. Ως ο ίδιος ανάφερε στην αντεξέταση του η σύλληψη του έγινε στα αγγλικά, διάβασε και υπόγραψε το έντυπο δικαιωμάτων του στα αγγλικά, και ότι αντιλαμβάνεται αγγλικά. Άλλωστε παρατηρώντας τον κατά την μαρτυρία του δεν αντιλήφθηκα να προέκυψε οποιοδήποτε πρόβλημα είτε με την χρήση της αγγλικής γλώσσας είτε με την αντίληψη του ως προς το τι ρωτήθηκε. Συνεπώς δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση των συνηγόρων του ότι επηρεάστηκε το δικαίωμα του σε δίκαιη δίκη.

Εκφράζεται επίσης παράπονο από πλευράς Εκζητούμενου ότι εάν διαταχθεί η έκδοση του στην Ισλανδία, θα επιδεινωθεί η κατάσταση υγείας του. Τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ο Εκζητούμενος είναι παραδεκτά επομένως δεν χωρεί αμφισβήτηση ως προς την ύπαρξη τους. Είναι επίσης μη αμφισβητούμενο ότι από το 2022 που βρίσκεται στην Κύπρο, η κατάσταση της υγείας του παραμένει σταθερή, ακόμη κι ότι παρουσίασε βελτίωση ένεκα της θεραπείας στην οποία υποβάλλεται από τον ιατρό που τον παρακολουθεί στην Κύπρο.

Το περιεχόμενο των ιατρικών πιστοποιητικών του Εκζητούμενου είναι παραδεκτό. Σύμφωνα με όσα καταγράφει ο ιατρός του στο Τεκμήριο 7 ως ιατρική κατάσταση παρούσα και παρελθοντική, διαπιστώνονται type 2 diabetes mellitus without complications, hyperlipidaemia, essential (primary) hypertension, epilepsy, mixed anxiety and depressive disorder, social phobias, nonorganic sleep disorder – unspecified, post-traumatic stress disorder, other chronic diseases of tonsils and adenoids, asymptomatic human immunodeficiency virus [HIV] infection status, diverticular disease of large intestine without perforation or abscess. Καταγράφεται επίσης ότι, ο Εκζητούμενος επισκέπτεται τακτικά την Γρηγόριο HIV Κλινική και ειδικό νευρολόγο.

Κατά την αγόρευση τους οι συνήγοροι του αναφέρθηκαν στις διευκρινήσεις που δόθηκαν από την Ισλανδία σε σχέση με τις ιατρικές ανάγκες του Εκζητούμενου. Ένα από τα ζητήματα που εγείρουν όμως είναι ότι ο χρόνος που θα μεσολαβήσει μέχρι να κινητοποιηθούν οι διαδικασίες, θα επηρεαστεί αρνητικά η κατάσταση της υγείας του Εκζητούμενου. Ο ιατρός του στην ιατρική έκθεση αναφέρει ότι:

«Mr. Sigurdsson’s medications are considered medically essential to continue to be taken on a daily basis as noted above and under close medical supervision and monitoring as required in conviction or imprisonment in order to minimize the risk for any disease relapse, additional morbidity or even mortality risk. »

Από πλευράς Ισλανδών, μετά που ζητήθηκαν διευκρινήσεις από το Δικαστήριο σε σχέση με τη διαδικασία που θα ακολουθήσουν στην περίπτωση του ασθενή εκζητούμενου, αναφέρεται στις διευκρινήσεις (Τεκμήριο 4) ότι:

 «…should the person serve his sentence in Iceland, he will have access to appropriate medical assessment and treatment according to his individual medical needs and on the same basis as other prisoners. Iceland has a universal healthcare system, and persons serving custodial sentences are entitled to necessary healthcare on the basis of medical need. »

 

(Υπογράμμιση δική μου)

Επομένως, ο Εκζητούμενος θα τύχει αξιολόγησης και θεραπείας σύμφωνα με τις ανάγκες του. Δεν διέλαθε της προσοχής μου η αναφορά των συνηγόρων του σε αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, συγκεκριμένα στις Paposhvili v Belgium App. No. 41738/10 (2016) ECHR και C-699/21 E.D.L. (Motif de refus fondé sur la maladie) 18.4.2023. Εκείνο που προκύπτει από τις πιο πάνω αποφάσεις (και άλλωστε αναφέρεται και στην αγόρευση των συνηγόρων), δεν είναι ότι ένας ασθενής με σοβαρά προβλήματα υγείας δεν μπορεί να εκδοθεί, αλλά ότι δεν θα εκδοθεί εάν δεν αποδειχθεί ότι θα έχει πρόσβαση στην κατάλληλη θεραπεία και ότι το Δικαστήριο μπορεί κατ’ εξαίρεση να αρνηθεί την έκδοση ή να την αναβάλει επ’ αόριστο αν δεν έχει εγγυήσεις ότι ο ασθενής θα έχει άμεση πρόσβαση σε φαρμακευτική αγωγή.

Επισημαίνεται επιπλέον στην E.D.L. ότι η Απόφαση Πλαίσιο δεν προνοεί ότι ένα δικαστήριο θα αρνηθεί την έκδοση αποκλειστικά βασιζόμενο στο λόγο ότι ένας εκζητούμενος πάσχει από σοβαρή, χρόνια και πιθανώς μη αναστρέψιμη ασθένεια και αυτό λόγω της εφαρμογής των αρχών της αμοιβαίας εμπιστοσύνης ότι οι μηχανισμοί των κρατών η αντιμετώπιση ασθενειών και η διαχείριση των ασθενών θα είναι ικανοποιητική τόσο στις φυλακές όσο και σε πλαίσιο εναλλακτικών ρυθμίσεων για να καταστεί διαθέσιμο το εκζητούμενο πρόσωπο στην χώρα έκδοσης. Θα πρέπει να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι υπάρχουν πραγματικοί λόγοι για τους οποίους να πιστεύεται ότι η παράδοση του εκζητούμενου θα θέσει σε τέτοιο κίνδυνο την υγεία του, ή την ζωή του, ή θα επιδεινωθεί σε γοργούς ρυθμούς η κατάσταση υγείας του, ότι θα υπάρξει σημαντική και μη ανατρέψιμη επιδείνωση της κατάστασης υγείας του.

Επί του προκειμένου, χωρίς να χωρά αμφιβολία ότι τα προβλήματα που αντιμετωπίζει χρήζουν τακτικής ιατρικής παρακολούθησης, δεν τέθηκε ενώπιον μου οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να θέτει υπό αμφισβήτηση ότι  Εκζητούμενος θα τύχει αξιολόγησης και θεραπείας αναλόγως των αναγκών του ο Εκζητούμενος, ο οποίος ούτως ή άλλως, χωρίς ένσταση, τελεί ήδη υπό κράτηση. Επομένως δεν γίνεται αποδεκτή η πιο πάνω εισήγηση των συνηγόρων του.

Σε σχέση με τον τύπο και το περιεχόμενο του ΕΕΣ κρίνω ότι ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του άρθρου 4(1) του Νόμου.

Αναφορικά με τα υπό διερεύνηση αδικήματα για σκοπούς δίωξης και το αδίκημα για το οποίο ζητείται η έκδοση του για έκτιση ποινής κρίνεται επίσης ότι παρέχονται οι απαραίτητες πληροφορίες.

Ως αναφέρω και πιο πάνω στο ΕΕΣ είναι συμπληρωμένο το σημείο (d) και παρέχονται επίσης επιπρόσθετες λεπτομέρειες.

Ως εκ των πιο πάνω ο τύπος και το περιεχόμενο συνάδουν με τα προαπαιτούμενα του άρθρου 4.

Επίσης, στην υπό εξέταση περίπτωση, δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου το οποίο να συνιστά λόγο υποχρεωτικής μη εκτέλεσης δυνάμει του άρθρου 13 του Νόμου. Ούτε το άρθρο 15 τυγχάνει εφαρμογής εφόσον το ΕΕΣ δεν αφορά σε αξιόποινες πράξεις που τιμωρούνται με ισόβια κάθειρξη ή με μέτρο στερητικό της ελευθερίας εφ’ όρου ζωής.

Κατάληξη

Στη βάση όλων των πιο πάνω, θεωρώ ότι κανένας από τους λόγους ένστασης του Εκζητούμενου δεν ευσταθεί και συνεπώς διατάσσεται η εκτέλεση του υπό αναφορά ΕΕΣ. 

 

Ο Εκζητούμενος θα παραμείνει υπό κράτηση μέχρι την παράδοση του στις Ισλανδικές Αρχές σύμφωνα με το άρθρο 29(1) του Νόμου.

 

Δίδονται οδηγίες στην Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας να κοινοποιήσει αμέσως στη Δικαστική Αρχή Έκδοσης του εντάλματος την παρούσα απόφαση.

                                                              

 

 

                                                               (Υπ.)  .....................................

                                                                               Λ. Χαβιαράς,Ε.Δ.

Πιστόν Αντίγραφον

 

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο