A. LAOURIS CONSTRUCTION COMPANY LTD κ.α. ν. ΑΡΧΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 3426/15, 22/7/2019
print
Τίτλος:
A. LAOURIS CONSTRUCTION COMPANY LTD κ.α. ν. ΑΡΧΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 3426/15, 22/7/2019

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 3426/15

Ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 18/03/2016

Μεταξύ:

1. A. LAOURIS CONSTRUCTION COMPANY LTD

2. ΑΛΕΞΗΣ ΓΚΟΥΓΚΟΥΡΗΣ (ΧΩΜΑΤΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ) ΛΤΔ

3. ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ Α. LAOURIS CONSTRUCTION COMPANY LTD και ΑΛΕΞΗΣ ΓΚΟΥΓΚΟΥΡΗΣ (ΧΩΜΑΤΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ) ΛΤΔ

Εναγόντων

και

 

ΑΡΧΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ

Εναγομένων

---------------------

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 22 Ιουλίου, 2019.

 

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για τους Ενάγοντες: Ο κ. Π. Αγγελίδης, για Π. Αγγελίδης & Σια ΔΕΠΕ (ΔΘ120) και Νίκος Μ. Ηλία ΔΕΠΕ (ΔΘ363).

Για τους Εναγομένους: Ο κ. Δ. Κρονίδης, για Ιωαννίδης Δημητρίου ΔΕΠΕ (ΔΘ211).

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Οι ενάγοντες (διαζευκτικώς ή και από κοινού μεταξύ τους), αξιώνουν από τους εναγομένους συνολικό ποσό €971.693,90, ως ζημιές, καθώς και γενικές αποζημιώσεις, για την ταλαιπωρία και οικονομικές δυσκολίες που υπέστησαν από παράβαση γραπτής συμφωνίας που συνομολογήθηκε με τους εναγομένους την 9.6.11.

 

Συνιστά αδρομερώς εκδοχή των εναγόντων ότι περί την 9.6.11 διά γραπτής συμφωνίας που συνομολόγησαν με τους εναγομένους, ισχύουσας για δύο έτη από 1.6.11 μέχρι 31.5.13 («η συμφωνία»), ανέλαβαν υποχρέωση να κατασκευάσουν προς όφελος των εναγομένων τα σκάμματα για τοποθέτηση υπόγειων καλωδίων στην Περιφέρεια Λευκωσίας - Κερύνειας - Μόρφου, Περιοχές Α και Β2το Έργο»), συμφώνως των όρων Διαγωνισμού με στοιχεία Δ.113/2010 («ο Διαγωνισμός»), έναντι ποσού €4.356.569,60 «…πλέον Φ.Π.Α και/ή έναντι τέτοιου άλλου ποσού όπως αυτό θα προσδιοριζόταν βάσει των όρων της εν λόγω γραπτής συμφωνίας». Οι εναγόμενοι περί την 17.10.12 επεξέτειναν τη χρονική διάρκεια της συμφωνίας μέχρι και την 31.10.13. Οι εναγόμενοι διόρισαν Επιβλέποντα Μηχανικό για το Έργο. Κατά τη διάρκεια της συμφωνίας ο Επιβλέπων Μηχανικός εξέδωσε εντολές ή και οδηγίες για εκτέλεση εργασιών αξίας €1.059.247,45, ήτοι €1.022.873,45 για την αρχική περίοδο της συμφωνίας (δηλαδή μέχρι την 31.5.13) και €36.374,00 για την περίοδο παράτασης του χρόνου συμπλήρωσης του Έργου (1.6.13-31.10.13). Οι εντολές και οδηγίες του Επιβλέποντα Μηχανικού για την εκτέλεση των εργασιών δίνονταν με αργό ρυθμό και δεν ανταποκρίνονταν στον αναμενόμενο όγκο εργασιών με συνέπεια (ανάμεσα σε άλλα) την αποτυχία υλοποίησης εκτέλεσης εργασιών στον ευλόγως αναμενόμενο βαθμό με υπαιτιότητα των εναγομένων. Οι ενάγοντες πληροφόρησαν σχετικώς τους εναγομένους προφορικώς και γραπτώς σε διάφορους χρόνους. Για περιορισμό των ζημιών τους, οι ενάγοντες περί τον Ιούλιο 2012 συμφώνησαν με τους εναγομένους να προβούν σε μείωση των συνεργείων εκτέλεσης των εργασιών. Τελικώς, ως εκ της αντισυμβατικής συμπεριφοράς των εναγομένων, οι ενάγοντες υπέστησαν ζημιές ύψους €765.717,00, τις οποίες οι εναγόμενοι (παρά τις σχετικές απαιτήσεις των εναγόντων) αρνήθηκαν να ικανοποιήσουν. Στο ποσό των ζημιών οι ενάγοντες προσθέτουν και ποσό €203.552,90 ως τόκους και χρηματοδοτικά έξοδα που υπέστησαν ως εκ της συμπεριφοράς των εναγομένων και ποσό €2.424,00 λόγω και της καθυστέρησης πληρωμής ή και της έγκαιρης πιστοποίησης των τιμολογίων που υπέβαλλαν προς τους εναγομένους. Εξού και η αγωγή.

 

Αποτελεί βασική εκδοχή των εναγομένων πως - πέραν τού ότι οι ενάγοντες 1 και 2, αλλά και οι ενάγοντες 3, δεν νομιμοποιούνται στην έγερση της αγωγής - η αξίωση είναι αβάσιμη κατά νόμο και ουσία. Ειδικότερα, οι εναγόμενοι προτάσσουν πως η συνολική αξία της συμφωνίας (και του Έργου) καθορίστηκε με μέγιστο ποσό εκείνο των €4.356.569,60 και ότι εάν η χρονική διάρκεια της συμφωνίας τέλευε με αξόδευτο το ποσό, οι εναγόμενοι δεν δεσμεύονταν να πληρώσουν το υπόλοιπο μηδέ και να παρέχουν εργασία κατά την έκταση της συμφωνίας που να αναλογεί ή και να συμποσείται στο υπό αναφοράν ποσό εντός της ίδιας περιόδου ισχύος της συμφωνίας, ουδέ και υποχρεούνταν να παρέχουν συνεχή εργασία προς τους ενάγοντες, ως οι τούτοι διατείνονται.

 

Στην υπόθεση, εκτός των δικογραφημένων παραδοχών, δηλώθηκαν και εγκρίθηκαν ως παραδεκτά, γεγονότα για συνιστώσες των επίδικων θεμάτων. Ενέταξα και ανέλυσα όλα ανεξαιρέτως τα παραδεκτά γεγονότα στο μαρτυρικό υλικό θεωρώντας τα ως δεδομένα (βλ. κατ’ αναλογίαν, Αντρέα και Άλλων ν Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 498, 501) και ως περιέχοντα παραδεκτή κατά το δίκαιο μαρτυρία (βλ. κατ’ αναλογίαν, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας και Άλλων ν Δημοκρατίας (Αρ 2) (2000) 2 ΑΑΔ 628, 640).

 

Για στοιχειοθέτηση της αξίωσης, οι ενάγοντες παρουσίασαν τη μαρτυρία των Ανδρέα Λαούρη (ΜΕ1) και Ανδρέα Θρασυβούλου (ΜΕ2), ενώ οι εναγόμενοι τη μαρτυρία των Τάσου Γρηγορίου (ΜΥ1), Αναστασίας Γεωργίου (ΜΥ2) και Χριστόφορου Γεωργιάδη (ΜΥ3).

Συνοψίζω τη μαρτυρία των μαρτύρων.

 

Ο Ανδρέας Λαούρης (ΜΕ1), ως διευθυντής των εναγόντων 1 (οι οποίοι είναι και εκ των συνεταίρων και διευθυντών των εναγόντων 3) παρέθεσε τα γεγονότα που συνθέτουν την αξίωση των εναγόντων με αναφορά και στη διάρθρωση των ζημιών και εξόδων που υπέστησαν ως εκ των αποδιδόμενων πράξεων ή παραλείψεων των εναγομένων.

 

Ο Ανδρέας Θρασυβούλου (ΜΕ2), ελεγκτής των εναγόντων 2 (και συνεταίρων των εναγόντων 3), εξήγησε τα περί των απωλειών των εναγόντων 2 ως αποτέλεσμα των χειρισμών στους οποίους τούτοι προέβησαν κατά τη διεκπεραίωση των αναληφθεισών εργασιών.

 

Ο Τάσος Γρηγορίου (ΜΥ1), Αναπληρωτής Εκτελεστικός Διευθυντής Δικτύων των εναγομένων είπε, ως Συντονιστής στην Εσωτερική Ομάδα Εργασίας που συστάθηκε από τους εναγομένους για εξέταση των απαιτήσεων των εναγόντων, για τις αξιώσεις των τελευταίων σε σχέση προς τη συμφωνία όπως και για το ότι οι εναγόμενοι δεν είχαν οποιαδήποτε συμβατική ή έτερη υποχρέωση έναντι των εναγόντων για πληρωμή αποζημιώσεων.

 

Η Αναστασία Γεωργίου (ΜΥ2), Τεχνικός Έργων Δικτύων, κατέθεσε για τη συμμετοχή της ως Μέλος της Ομάδας Αξιολόγησης Προσφορών για τον Διαγωνισμό και ως Μέλος της Εσωτερικής Ομάδας Εργασίας για εξέταση των απαιτήσεων των εναγόντων μετά το πέρας της συμφωνίας, απολήγοντας πως η αγωγή των εναγόντων είναι ατεκμηρίωτη.

 

Ο Χριστόφορος Γεωργιάδης (ΜΥ3), ως Επιβλέπων Μηχανικός των εναγομένων για τα περί της τη συμφωνίας και ως Προϊστάμενος του Τμήματος Υπογείων Κατασκευών, παρέσχε λεπτομέρειες για εκτέλεση των όρων της συμφωνίας και του Διαγωνισμού.

 

Στις επιμελείς αγορεύσεις, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι επιχειρηματολόγησαν πως η μαρτυρία και οι εφαρμοζόμενες νομικές αρχές δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν σε αποδοχή των αντίστοιχων θέσεων τους.

 

Διεξήλθα τη γραπτή και προφορική μαρτυρία.

 

Το ίδιο και τις αγορεύσεις.

 

Αλλά και το σύνολο της (τροποποιημένης) δικογραφίας.

 

Μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης - θέτουσα εκ των πραγμάτων το Δικαστήριο σε πλεονεκτική θέση στο να βλέπει και αξιολογεί τους μάρτυρες, με όλα τα ευεργετήματα (βλ. κατ’ αναλογίαν, Μελή ν Κωνσταντίνου και Άλλων, ΠΕ 2/13, ημ. 13.3.19), ECLI:CY:AD:2019:A83 - παρακολούθησα και άκουσα με την ίδια προσοχή και υπομονή τους μάρτυρες που κατέθεσαν. Έθεσα ως δείκτη, μεταξύ άλλων, το διαδικαστικό στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία, την πηγή και κύρος της γνώσης των μαρτύρων, το όποιο προσωπικό τους συμφέρον ή προκατάληψη, τις ευκαιρίες τους για να αντιληφθούν τα διαδραματιζόμενα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή για να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους και τις όποιες υπερβολές, ανακολουθίες ή αντιφάσεις τους σε αντιπαραβολή με τις μικροαντιφάσεις, τις τυχόν προηγούμενες γραπτές ή προφορικές ασυνεπείς ή αντιφατικές τους δηλώσεις, τη φιλαλήθεια τους και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία. Ήμουν προσεκτικός να μην αποδώσω υπέρμετρο βάρος στα εξωτερικά γνωρίσματα της μαρτυριακής τους διαγωγής, μια και τούτο ενέχει επικινδυνότητα (βλ. κατ’ αναλογίαν, Νικολάου ν Παπαϊωάννου (2011) 1(Γ) ΑΑΔ 1797, 1806), αφού δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να είναι ιδιαζόντως ικανοί στο να φανερώνουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικώς τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ’ αναλογίαν, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη (2002) 1(Α) ΑΑΔ 401, 406), μα και γιατί κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών και όχι αδηρίτως από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ’ αναλογίαν, Χρίστου ν Ηροδότου και Άλλων (2008) 1(Α) ΑΑΔ 676, 685).

 

Οι αναφορές των μαρτύρων και τα κατατεθέντα τεκμήρια αξιολογήθηκαν πλήρως, έστω και αν δεν εκτίθενται ρητώς στο κείμενο (βλ. κατ’ αναλογίαν, Al Watani και Άλλων v Παπαδόπουλου (2000) 1(Γ) ΑΑΔ 1924, 1936-1937), μη χρειαζούμενης τής καταγραφής και επανάληψης του περιεχομένου τους, εκτός μιας περίληψης για πρακτικούς πρωτίστως λόγους (βλ. κατ’ αναλογίαν, G&K Exclusive Fashions Ltd v Παπαδόπουλου και Άλλων (2001) 1(Α) ΑΑΔ 88, 92, Paphos Stone C Estates v Ζαβρού και Άλλου (1998) 1(Γ) ΑΑΔ 1854, 1859).

 

Ό,τι καθηκόντως επράχθη είναι ο προσδιορισμός των επιδίκων υπό το φως της δικογραφίας, η συνάρθρωση με τη μαρτυρία και η κατάληξη σε ευρήματα (βλ. κατ’ αναλογίαν, Λεοντίου ν Καραγιώργη, ΠΕ 189/12, ημ. 12.7.18, ECLI:CY:AD:2018:A360, Cyprus Investment & Securities Corporation Ltd v Παύλου και Άλλου, ΠΕ 240/10, ημ. 20.12.17, ECLI:CY:AD:2017:A474, Βασιλείου και Άλλων ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 12/15, ημ. 4.7.17, ECLI:CY:AD:2017:B241, Λάρκου ν Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοντέας (2001) 1(Β) ΑΑΔ 1399, 1406).

 

Σταθμίζοντας τη μαρτυρία τελούσα σε εγρήγορση μήπως και συμπλέξω απαραδέκτως την αξιοπιστία με το εφαρμοζόμενο βάρος και επίπεδο απόδειξης (βλ. κατ’ αναλογίαν, Λεριός ν Αλεξίου και Άλλου (2000) 1(Β) ΑΑΔ 1195, 1205, Αθανασίου και Άλλου ν Κουνούνη (1997) 1(Β) ΑΑΔ 614, 636-642).

Αποτιμώντας τη μαρτυρία δεν περιορίστηκα στην ατομική εκτίμηση τής αξιοπιστίας των μαρτύρων (βλ. κατ’ αναλογίαν, Ρ ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 253/17, ημ. 28.2.19, ECLI:CY:AD:2019:B66, Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας (2004) 2 ΑΑΔ 489, 500), αλλά συσχέτισα και αντιπαρέβαλα τη μαρτυρία αυτή και με το σύνολο της υπόλοιπης (βλ. κατ’ αναλογίαν, Ιορδάνους ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 152/14, ημ. 19.4.18, ECLI:CY:AD:2018:B175, Φώτσιου ν Ηροδότου (2010) 1(Β) ΑΑΔ 1172, 1175).

 

Εφόδιο αξιολόγησης αποτέλεσε και η δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση για την ανθρώπινη προσωπικότητα, γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινη), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ’ αναλογίαν, Καραολή ν Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου και Άλλων, ΠΕ 418/11, ημ. 15.2.18, ECLI:CY:AD:2018:A82, C&A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου (1999) 1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281).

 

Κατά το σκεπτικό αποφάσεων όπως η ΛΚ ν Δημοκρατίας (2011) 2 ΑΑΔ 547, 554, Pal και Άλλων v Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 551, 590-591 και Τάκη ν Δημοκρατίας (2009) 2 ΑΑΔ 599, 609, πραγματεύθηκα την κάθε παράλειψη αντεξέτασης (που δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς ή και καθόλου) ως δηλωτική αλληλοαναίρεσης στην προώθηση των θέσεων τού αντεξετάζοντος, ή ως αποδυναμωτική τούτων, ζυγιάζοντας την εκάστοτε παράβλεψη, αναλόγως της σοβαρότητας της και με το απόσταγμα της ζύμωσης αυτής να αντανακλάται στα δικαστικά ευρήματα και συμπεράσματα (βλ. κατ’ αναλογίαν, Περσιάνη ν Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 194/12, ημ. 20.3.18, ECLI:CY:AD:2018:A123, Στέλιος Σάββα και Υιοί Λτδ ν Medcon Constructions Limited, ΠΕ 53/13, ημ. 20.3.18, ECLI:CY:AD:2018:A124, Σκάρος ν Χριστοδούλου και Άλλου (1998) 1(Α) ΑΑΔ 291, 296-298).

 

Ως αυθωρεί θα αναλύσω εκτενέστερα, οι Ανδρέας Λαούρης (ΜΕ1) και Ανδρέας Θρασυβούλου (ΜΕ2), δεν μου προξένησαν καλή εντύπωση (ως μάρτυρες), σε αντίθεση με τους Τάσο Γρηγορίου (ΜΥ1), Αναστασία Γεωργίου (ΜΥ2) και Χριστόφορο Γεωργιάδη (ΜΥ3).

 

Εξηγώ.

 

Ο Ανδρέας Λαούρης (ΜΕ1), σε κάποιες εκφάνσεις της μαρτυρίας του ήταν μάλλον γενικόλογος και ενώ μπορούσε κάλλιστα (κατά την εκδοχή που προωθούσε) να επιρρώσει τα λεγόμενα του διά παραπομπής σε έγγραφα ή άλλη μαρτυρία που υπήρχε (κατά τις αναφορές του), δεν το έπραττε, με συνέπεια (πέραν της αρνητικής εικόνας που εξέπεμπε ως εκ τούτου), να αναδύει και μια χαλαρότητα ή και ασυνέπεια λόγου η οποία παρεμπιπτόντως - και είναι σημαντικό αυτό να τονιστεί ευθύς εξ αρχής - δεν αποτιμάται εδώ ως στοιχείο απτόμενο τής βαρύτητας της μαρτυρίας του αλλά ως σημείο αξιολογικής αναφοράς άνευ ανεπίτρεπτης σύμπλεξης με τη μαρτυριακή αξιοπιστία του με το όποιο αποδεικτικό βάρος ή και επίπεδο απόδειξης (ως κατ’ αρχήν απογράφηκε ήδη πιο πάνω). Παραδείγματος χάριν, ο μάρτυς προέβαινε σε μνεία για αποστολή επιστολών προς τους εναγομένους για τον όγκο εργασιών που διδόταν προς τους ενάγοντες και για άλλα προβλήματα που ανέκυπταν ως εκ των πράξεων ή και παραλείψεων των εναγομένων που είχαν επακόλουθο και τη μείωση των εργασιών των εναγόντων και άλλες επάλληλες επιπτώσεις, χωρίς να παρουσιάσει τα έγγραφα αυτά ως τεκμήριο στη δίκη κάτι που μπορεί μεν να μην ακυρώνει εκ προοιμίου τις αναφορές του ως μαρτυριακώς αποδεκτές, αμβλύνει όμως, για τους λόγους που προείπα, τη σταθερότητα της μαρτυρίας και εκδοχής που προέβαλλε. Ο μάρτυς ενώ δήλωνε πως η συμφωνία προέβλεπε εξοπλισμό για τρία συνεργεία για την καθεμιά των δύο Περιοχών στις οποίες αφορούσε η συμφωνία, δεν ήξερε να πει ποια ήταν η συνολική αξία του εξοπλισμού που διέθεταν προς τούτο οι ενάγοντες δοσμένου ότι τα μηχανήματα που αναφέρονται στη συμφωνία (στον Πίνακα Γ) θα έπρεπε να ήσαν πολλαπλασιασμένα επί έξι, κάτι που, ως υπέδειξε και ο κ. Κρονίδης, προκύπτει μάλλον ως αξιοπερίεργο και ανακόλουθο με αυτές καθ’ εαυτές τις πρόνοιες της συμφωνίας (και πιο συγκεκριμένα με τον Όρο 1.6 αυτής). Ο μάρτυς δήλωσε βεβαίως ότι πριν από τον Ιούλιο 2012 οι ενάγοντες διατηρούσαν τρία συνεργεία για κάθε μια από τις δύο Περιοχές και άρα διέθεταν συνολικώς έξι συνεργεία προς τούτο. Ούτε επί αυτής της πτυχής ο μάρτυς παρουσιάστηκε σταθερός και σίγουρος για αυτά που έλεγε, τελώντας μάλιστα και σε αβεβαιότητα ως προς τον μηχανικό εξοπλισμό που διέθεταν οι ενάγοντες προς τούτο, με τρόπο που πολύ απείχε από το να εντυπωσιάσει ως προς την εκφορά συγκροτημένου και αρραγούς λόγου. Ο μάρτυς δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί για το αν η τιμή μονάδας για τις απαιτούμενες ποσότητες και τη διασύνδεση αυτών με τις αντίστοιχες προσφορές, απαντώντας ότι οι προσφορές γίνονταν αναλόγως του όγκου των ποσοτήτων, μα τονίζοντας σε άλλο στάδιο πως οι τιμές σε αρκετές περιπτώσεις ήσαν προκαθορισμένες και ότι ο εργολάβος δεν δικαιούνταν να τις αλλάζει αναλόγως της Περιοχής. Όταν του ζητήθηκε να διευκρινίσει τι ακριβώς είναι που εννοούσε με την αναφορά σε προκαθορισμένες τιμές, τούτος επεξήγησε πως οι τιμές αυτές δεν ήσαν καθορισμένες αλλά απόρροια μιας πρακτικής που ακολουθείται από όλους τους εργολάβους όταν αυτοί κοστολογούν. Μετέπειτα, παραδέχθηκε ότι (ως φαίνεται και στο Τεκμήριο 4, σελίδες 121-171), οι ενάγοντες υπέβαλαν την ίδια τιμή μονάδας ανά Περιοχή για όλα τα είδη εργασιών παρά τις απαιτούμενες και διαφορετικές ποσότητες της κάθε Περιοχής.

 

Απορρίπτω τη μαρτυρία του Ανδρέα Λαούρη (ΜΕ1).

 

Ο Ανδρέας Θρασυβούλου (ΜΕ2), ελέγχεται ως προς τη μαρτυρία του - όπως εξάλλου και ο Ανδρέας Λαούρης (ΜΕ1) - για το ότι προέβαινε και αυτός σε αναφορές υποτιθέμενων γεγονότων, μεταβλητές ή και σταθερές που ενώ (κατά τον ίδιον) βρίσκονταν εντυπωμένα σε οικονομικές καταστάσεις πληρωμών (αφορούντων στους επίμαχους χρόνους), τούτες δεν κατατέθηκαν από τον μάρτυρα ώστε να τύχουν επεξήγησης ή να απαρτίσουν αίτιο για αμφισβήτηση της προφορικής του μαρτυρίας. Ο μάρτυς, όπως και ο Ανδρέας Λαούρης (ΜΕ1), επιχείρησε να δώσει, στην έκταση που τούτος έκρινε αρκετό, μια εικόνα πραγμάτων ως την είχε συλλάβει και αντιληφθεί, παραλείποντας να ξεδιπλώσει για τον σκοπό αυτό (και κατά τρόπο αδιάθλαστο) όσα επιθυμούσε να πει, αντανακλώντας έτσι και μια σημειωτέα έλλειψη σταθερότητας.

 

Απορρίπτω τη μαρτυρία του Ανδρέα Θρασυβούλου (ΜΕ2).

 

Οι Τάσος Γρηγορίου (ΜΥ1), Αναστασία Γεωργίου (ΜΥ2) και Χριστόφορος Γεωργιάδης (ΜΥ3) παρέμειναν ορθολογικοί, συγκεκριμένοι και αταλάντευτοι στη μαρτυρία τους. Οι αναφορές τους υπήρξαν ευθυγραμμισμένες - και γνησίως - με κοινώς παραδεκτή έγγραφη μαρτυρία, όπως λόγου χάριν το κείμενο της συμφωνίας (βλ. Τεκμήριο 4), με καμιά ουσιαστική πτυχή των λεχθέντων τους να αμφισβητείται επιτυχώς ή και καθόλου από τους ενάγοντες.

 

Δέχομαι τη μαρτυρία και εκδοχή τους.

 

Προσήκει μια επισήμανση.

 

Ότι η απόρριψη της μαρτυρίας και εκδοχής των εναγόντων, δεν συνιστά στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας ενισχυτικό της μαρτυρίας και εκδοχής των εναγομένων (βλ. κατ’ αναλογίαν, Κωνσταντίνου ν Δημοκρατίας (1999) 2 ΑΑΔ 260, 268-269).

 

Περνώ στα ευρήματα.

 

Οι ενάγοντες 1 και 2 είναι εταιρείες περιορισμένης ευθύνης διά μετοχών, εγγεγραμμένες σύμφωνα με τον Περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ.113, έχοντας το εγγεγραμμένο γραφείο τους στην Λευκωσία. Οι ενάγοντες 3 αποτελούν νόμιμο συνεταιρισμό ο οποίος (κατά τεκμήριον) συστάθηκε από τους ενάγοντες 1 και 2. Επ’ αυτού απαιτείται μια παρένθεση. Υπέβαλαν οι εναγόμενοι ή άφησαν να νοηθεί ότι, κατ’ ουσίαν, η νομική υπόσταση των εναγόντων 3 δεν αποδείχθηκε κατά τα δέοντα. Τούτο δεν είναι ορθό. Δόθηκε ικανοποιητική και αναντίρρητη μαρτυρία - προερχόμενη μάλιστα από τους εναγομένους, με ενδεικτική παραπομπή σε επιστολές/τηλεομοιότυπα που οι εναγόμενοι απέστελλαν προς τους ενάγοντες 3 αναφορικώς προς την ανάθεση του Έργου (ως το Τεκμήριο 4, σελίδες 289-295, 343), ή ακόμη και για τις σχετικώς παρασχεθείσες προς τους εναγομένους προβλεπόμενες εγγυήσεις (ως το Τεκμήριο 4, σελίδες 41-59) - ότι οι ενάγοντες 3 λειτουργούσαν και συμβλήθηκαν με τους εναγομένους ως τέτοιοι ανεξαρτήτως αν δεν παρουσιάστηκε έγγραφη ή και άλλη πρωτογενής μαρτυρία για τη νόμιμη σύσταση τους (βλ. κατ’ αναλογίαν, Εδαξύλ Ξυλουργικές Επιχειρήσεις Λτδ και Άλλος ν Αγαθοκλέους (1996) 1(Β) ΑΑΔ 1337). Ανεξαρτήτως τούτου, το θέμα ανυπαρξίας διαδίκου, αν αυτή ήταν η τελική θέση των εναγομένων, μπορούσε να είχε επιλυθεί ενδιαμέσως διά της υποβολής αιτήματος διαγραφής των εναγόντων 3 ή και της αγωγής (στο βαθμό που τους επηρέαζε), κάτι όμως που δεν συνέβη (βλ. κατ’ αναλογίαν, Ανδρονίκου και Άλλου ν Επιτροπής του Σχεδίου Ταμείου Συντάξεων και Χορηγημάτων της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου και Εξαρτωμένους τους, ΠΕ 168/10, ημ. 24.2.16, Lioufis and Co Ltd v Ανδρονίκου και Άλλου (1996) 1(Β) ΑΑΔ 773, 780). Επανέρχομαι. Την 9.6.11 υπογράφθηκε η συμφωνία (συμβόλαιο με αριθμό 4600001792), με χρονική ισχύ δύο ετών, αρχομένης της 1.6.11 μέχρι 31.5.13, η οποία αφορούσε στον Διαγωνισμό. Ο Διαγωνισμός και επέκεινα η κατακύρωση του συμβολαίου και η συνομολόγηση της συμφωνίας, είχαν ως αντικείμενο την εκσκαφή και επανόρθωση χανδάκων διαφόρων διαστάσεων τα οποία ήσαν αναγκαία για την τοποθέτηση νέων υπογείων τροφοδοτικών καλωδίων μέσης και χαμηλής τάσης για ηλεκτροδότηση νέων υποστατικών και την αύξηση φορτίου σε υφιστάμενα υποστατικά καταναλωτών των εναγομένων. Δυνάμει του Διαγωνισμού και για καλύτερη διαχείριση εκτέλεσης των εργασιών, η Περιφέρεια Λευκωσίας-Κερύνειας-Μόρφου είχε διαχωριστεί σε πέντε Περιοχές για τις οποίες οι ενδεικτικές ποσότητες γεωγραφικής κάλυψης των αναγκών ήσαν διαφορετικές και οι προσφοροδότες έπρεπε να υποβάλουν έντυπο προσφοράς. Η συμφωνία, που κατακυρώθηκε ως εκ του Διαγωνισμού στους ενάγοντες 3 (για εκτέλεση του Έργου), αφορούσε στις Περιοχές Α και Β2 αντιστοίχως. Η Περιοχή Α περιελάμβανε τους Δήμους Λευκωσίας και Αγλαντζιάς, ενώ η Περιοχή Β2 εκτεινόταν ανατολικώς του αυτοκινητοδρόμου Λευκωσίας-Λεμεσού μέχρι τα όρια της Περιφέρειας Λάρνακας-Αμμοχώστου. Οι υπόλοιπες Περιοχές Β1, Γ και Δ αφορούσαν σε περιοχές της ευρύτερης Περιφέρειας Λευκωσίας-Κερύνειας-Μόρφου των οποίων οι εργασίες σκαμμάτων δόθηκαν σε άλλους προσφοροδότες βάσει του Διαγωνισμού. Οι ενάγοντες κατέθεσαν προσφορά και για τις πέντε Περιοχές. Οι εργασίες και ανάγκες του Τμήματος Υπογείων Κατασκευών των εναγομένων καθορίζονται γενικώς από την ανάγκη επέκτασης του υπογείου ηλεκτρικού δικτύου διανομής οι οποίες προκύπτουν μέσα από αιτήσεις καταναλωτών των εναγομένων για ηλεκτροδότηση. Η συμφωνία αφορούσε σε διασκορπισμένες εργασίες εκσκαφών οι οποίες δεν ήσαν εκ των προτέρων γνωστές στους εναγομένους και προέκυπταν κατά ακανόνιστη ροή και ρυθμό. Κατά τα έτη 2007-2011, οι εργασίες του Τμήματος Υπογείων Κατασκευών αυξήθηκαν ραγδαίως λόγω οικονομικής ανάπτυξης με την ανέγερση νέων οικοδομών και διαχωρισμού οικοπέδων. Στον καθορισμό των απαιτήσεων και ενδεικτικών ποσοτήτων στον Διαγωνισμό, συνεκτιμήθηκε ο εκκρεμής όγκος εργασιών, ο ρυθμός κατάθεσης αιτήσεων από καταναλωτές τα προηγούμενα έτη και οι ενδείξεις και προβλέψεις του Τμήματος Υπογείων Κατασκευών για την επικρατούσα κατάσταση της οικοδομικής ανάπτυξης τη συζητούμενη χρονική περίοδο. Οι ενδεικτικές ποσότητες του Διαγωνισμού είχαν καθοριστεί από τους εναγομένους καλόπιστα και κατά τις επικρατούσες τότε συνθήκες, στοιχεία που το Τμήμα Υπογείων Κατασκευών κατείχε με τις εν λόγω ενδεικτικές ποσότητες να μην αμφισβητούνται από τους ενάγοντες. Ενώ η συμφωνία είχε διάρκεια μέχρι 31.5.13, οι εναγόμενοι, ως ένδειξη καλής θελήσεως προς τους ενάγοντες, την παρέτειναν με την άνευ όρων ομογνωμία τους μέχρι και την 31.10.13 (βλ. Τεκμήρια 8 και 9) κι αυτό επειδή το ποσό της συμφωνίας δεν είχε εξαντληθεί αλλά και διότι ήταν παρακινδυνευμένο να προκηρυχθεί νέος διαγωνισμός για τις ίδιες Περιοχές αφού η πρόβλεψη καθορισμού ποσοτήτων δεν μπορούσε να γίνει με ασφάλεια κατά τα τότε επικρατούντα δεδομένα τής γενικότερης οικονομικής κατάστασης στην Κύπρο, ως αυτά είχαν διαμορφωθεί ιδίως μετά την οικονομική κρίση του 2013 και τις αλυσιδωτές συνέπειες που επήλθαν (για αυτό και για άλλους λόγους). Για παράδειγμα, οι αιτήσεις άρχισαν να μειώνονται σταδιακώς από τις αρχές 2012 με παρεπόμενο την αναστολή εργασιών ή και τη στάση αναμονής από τους πελάτες/καταναλωτές των εναγομένων για έργα που βρίσκονταν ήδη σε εξέλιξη. Έτσι, παρατηρήθηκε απουσία ενδιαφέροντος από τους καταναλωτές των εναγομένων για ηλεκτροδότηση παρότι είχαν υποβάλει σχετική αίτηση και καταβάλει το αντίστοιχο κόστος. Αναστάληκαν προσέτι ή ακυρώθηκαν προγραμματισμένα έργα σε Δήμους και κοινότητες τα οποία απαιτούσαν εκσκαφές για τοποθέτηση υπογείων καλωδίων. Όλα αυτά κατά τους ουσιώδεις για την αγωγή χρόνους, αναπροσάρμοσαν αναλόγως (και εκ των πραγμάτων) τη διαδικασία εκτέλεσης της συμφωνίας. Το ρεύμα εργασιών και η ανάγκη για εκσκαφές και τοποθέτηση υπογείων καλωδίων εξαρτιόνταν απολύτως από τις εισερχόμενες αιτήσεις πελατών. Κατ’ ακολουθίαν, με την παραπομπή του κατασκευαστικού φακέλου στο Τμήμα Υπογείων Κατασκευών και τη μελέτη του από τον Επιβλέποντα Μηχανικό, ο φάκελος παραδιδόταν στον Τεχνικό Επόπτη του Τμήματος ο οποίος επισκεπτόταν επιτόπου την οικοδομή ή τον αφορούντα χώρο για να διαπιστώσει το στάδιο στο οποίο βρίσκονταν τα πράγματα και αν είχαν ετοιμαστεί οι απαιτούμενες υποδομές ηλεκτροδότησης. Εκεί που ο καταναλωτής και πελάτης είχε ολοκληρώσει τα απαιτούμενα διαβήματα, ο κατασκευαστικός φάκελος προωθούνταν για εκτέλεση εργασιών σκαμμάτων ενώ σε αντίθετη περίπτωση παρέμενε σε εκκρεμότητα αναμένοντας γραπτή ειδοποίηση από τον πελάτη/καταναλωτή. Οι εργασίες σκαμμάτων ομαδοποιούνταν κατά Περιοχή και προτεραιότητα για να αποφεύγεται η άσκοπη μετακίνηση των πόρων του εργολάβου και για να αυξάνεται συνεπακολούθως η παραγωγικότητα. Οι εργασίες που προβλέπονταν από τον κατασκευαστικό φάκελο υποδεικνύονταν στον εργολάβο ο οποίος αφού λάμβανε προφορική εντολή από τον Επιβλέποντα Μηχανικό προχωρούσε στην εκτέλεση εργασιών σκαμμάτων. Μετά τη συμπλήρωση των εργασιών, διεξαγόταν στην παρουσία του εργολάβου επιμέτρηση των ποσοτήτων και όταν διαπιστωνόταν πως η ποιότητα της εργασίας ήταν ικανοποιητική, επιδιδόταν στον εργολάβο υπογεγραμμένο έντυπο επιμέτρησης για να εκδώσει σχετικό τιμολόγιο προς τους εναγομένους. Οι εναγόμενοι είχαν καθορίσει τον ενδεικτικό όγκο των εργασιών που αναμενόταν, με αφετηρία τις αιτήσεις καταναλωτών/πελατών των εναγομένων, των ενδείξεων και των ποσοτήτων. Η συμφωνία αφορούσε σε εργασίες σκαμμάτων σε αμφότερες τις Περιοχές, συμπεριλαμβάνοντας 450 τόσους φακέλους ετησίως για την περίοδο 2009-2011, με τη συχνότητα και ποσοτικό περιεχόμενο αυτών να εξαρτάται άμεσα από τον αριθμό των αιτήσεων των καταναλωτών/πελατών για ηλεκτροδότηση. Οι εναγόμενοι ήσαν ευθύς εξ αρχής σαφείς έναντι των εναγόντων σε όλα τα στάδια του Διαγωνισμού και της συνομολόγησης της συμφωνίας ως προς τα παρ’ αυτών αναμενόμενα, με τους ενάγοντες τόσον πριν από όσον και μετά τη συμφωνία εκτελούσαν παρόμοιας φύσης και αντικειμένου συμφωνίες. Ειδικότερα, με δύο διαδοχικά συμβόλαια οι ενάγοντες ανέλαβαν την εκσκαφή και επανόρθωση χανδάκων για τοποθέτηση υπογείων καλωδίων για την Περιφέρεια Λεμεσού μεταξύ 10.5.05 και 14.12.11 και ύστερα (με τη λήξη του σχετικού συμβολαίου), υπέβαλαν προσφορά και υπόγραψαν όμοια συμφωνία με τους εναγομένους (υπ’ αριθμόν 004/2013), για την Περιφέρεια Λάρνακας/Αμμοχώστου (βλ. το Τεκμήριο 10). Οι ενδεικτικές ποσότητες του Διαγωνισμού κατά το στάδιο υποβολής των προσφορών έγιναν αποδεκτές από τους ενάγοντες οι οποίοι κατέθεσαν και διάρθρωσαν τις προσφορές σε τιμές μονάδος δίχως να αμφισβητήσουν τις ποσότητες ως τούτες είχαν καθοριστεί. Κατόπιν γραπτού αιτήματος των εναγόντων προς τους εναγομένους ημερομηνίας 5.11.10 (βλ. το Τεκμήριο 11), οι εναγόμενοι συναντήθηκαν με όλους τους ενδιαφερόμενους προσφοροδότες όπου και τους επεξηγήθηκαν οι όροι του Διαγωνισμού και η φύση των υπό εκτέλεση εργασιών, συμπεριλαμβανομένου του θέματος των ποσοτήτων (βλ. Τεκμήριο 12). Οι ενάγοντες στην προσφορά συμπεριέλαβαν τις ίδιες τιμές μονάδος για τις πέντε Περιοχές, για το ίδιο είδος εργασίας και τούτο παρά τη μεγάλη διαφορά στις ποσότητες που αφορούσαν ξεχωριστώς στις αφορούσες Περιοχές. Με άλλα λόγια, οι τιμές μονάδος που οι ενάγοντες υπέβαλαν για συγκεκριμένο είδος εργασιών για τις πέντε Περιοχές δεν σχετίζονταν με τις ενδεικτικές ποσότητες αναφορικώς προς τον Διαγωνισμό αφού οι τιμές μονάδος που παρουσίασαν ήσαν πανομοιότυπες. Αυτό εξάγεται και από το Γενικό Έντυπο Προσφοράς που κατέθεσαν οι ενάγοντες στο Διαγωνισμό στο οποίο αποτυπώνονται τα ποσά προσφορών για την κάθε Περιοχή (βλ. Τεκμήριο 4, σελίδα 171) αλλά και στα Έντυπα Προσφοράς των εναγόντων για εκάστη των πέντε Περιοχών όπου για διαφορετικές ποσότητες και όμοιο είδος εργασίας τούτοι περιέλαβαν τις ίδιες τιμές μονάδος (βλ. Τεκμήριο 4, σελίδες 121-169). Η αυξομείωση κατά 20% στις ενδεικτικές ποσότητες, ως τούτες αναφέρονται στη συμφωνία, αφορούσε σε προληπτική κάλυψη στην περίπτωση εκείνη που η ποσότητες θα αυξάνονταν και τέθηκε για να καλύψει το ενδεχόμενο αυτό. Ως εμπεριέχεται στον Όρο 1.0 της συμφωνίας (βλ. Τεκμήριο 4, στη σελίδα 101), οι ποσότητες «…που δίδονται στο σχετικό έντυπο προσφοράς είναι ενδεικτικές για σκοπούς αξιολόγησης και κατακύρωσης του διαγωνισμού». Η τελική διαμόρφωση των αναφερόμενων επί τούτω ποσών στη συμφωνία ήταν ενδεικτικό και εξαρτώμενο από την ροή των αναλογούντων εργασιών. Με βάση τον Όρο 2.11.3 (Μέρος 2 των Γενικών Όρων - Τεκμήριο 4, σελίδα 35), προβλεπόταν ότι αν το ποσό της συμφωνίας δεν δαπανούνταν εντός της χρονικής διάρκειας της συμφωνίας, οι εναγόμενοι δεν δεσμεύονταν να πληρώσουν το υπόλοιπο ποσό. Το αντικείμενο και η φύση των εργασιών του Έργου - ως συνάγεται φερ’ ειπείν και από τη δέσμη εγγράφων/Τεκμήριο 13 - δεν αφορούσε σε ένα συνεχές κατασκευαστικό έργο με συγκεκριμένο και προκαθορισμένο περιεχόμενο και χρονοδιάγραμμα επιμέρους εργασιών, αλλά καθοριζόταν από τις τρέχουσες αιτήσεις καταναλωτών για σύνδεση/παροχή ηλεκτρικού ρεύματος. Οι εναγόμενοι τήρησαν ολοκληρωτικώς τους όρους της συμφωνίας. Η θέση των εναγόντων για δήθεν παράβαση της συμφωνίας από τους εναγομένους ισοδυναμούσα σε διατάραξη (disruption) των αναληφθεισών εργασιών, όχι μόνο δεν υποστηρίζεται από τη συμπεριφορά των εναγομένων έναντι των εναγόντων (βλ. κατ’ αναλογίαν, London Borough Council of Merton v Stanley Hugh Leach Limited (1985) 32 BLR 51), αλλά προσκρούει και στους όρους της συμφωνίας αφού επί παραδείγματι με τον Όρο 1.15 της συμφωνίας (βλ. Τεκμήριο 4, σελίδα 19), οι εναγόμενοι δεν ήσαν υποχρεωμένοι να παρέχουν συνεχή και καθημερινή εργασία στους ενάγοντες. Περιπλέον, κατά τον Όρο 2.11.3 (βλ. Τεκμήριο 4, σελίδα 35), εάν η συμφωνία ολοκληρωνόταν χωρίς να δαπανηθεί το προβλεπόμενο ποσό, οι εναγόμενοι δεν δεσμεύονταν να πληρώσουν το υπόλοιπο ποσό της συμφωνίας. Τούτο αποτέλεσε εξάλλου και σημείο αναφοράς σε επιστολή (τηλεομοιότυπο) των εναγομένων προς τους ενάγοντες ημερομηνίας 27.5.11 για κατακύρωση της προσφοράς και ανάθεσης εκτέλεσης των εργασιών προς τους τελευταίους αναφορικώς προς τις Περιοχές Α και Β2 (βλ. Τεκμήριο 4, σελίδα 293), όπου αποτυπωνόταν και το ότι η συμφωνία «…δεν αναμένεται να ξεπεράσει το ποσό των €4.356.569,60. Σε περίπτωση που δαπανηθεί το πιο πάνω ποσό πριν την λήξη του Συμβολαίου η Αρχή έχει το δικαίωμα να προβεί στη διακοπή του. Εάν η χρονική διάρκεια του συμβολαίου ολοκληρωθεί χωρίς να έχει δαπανηθεί το ποσό του συμβολαίου, η Αρχή δεν δεσμεύεται καθ’ οποιονδήποτε τρόπο να πληρώσει το υπόλοιπο ποσό». Οι ενάγοντες αποδέχθηκαν την επιστολή (τηλεομοιότυπο) διά επιστολής τους ημερομηνίας 27.5.11 (βλ. Τεκμήριο 4, σελίδα 297). Η από μέρους των εναγόντων διατήρηση σε ετοιμότητα υπεράριθμου, ως λέγουν, προσωπικού ελλείψει εργασίας, δεν δικαιολογούνταν κατά τις προβλέψεις της συμφωνίας και πάντως δεν αφορούσε στους εναγομένους. Κατά τη συμφωνία, οι ενάγοντες και ειδικότερα οι ενάγοντες 2 οι οποίοι εκτελούσαν τις εργασίες, αυξομείωσαν το προσωπικό τους και συνεπώς το ανάλογο κόστος των εργασιών που ήσαν έτοιμες προς εκτέλεση (βλ. Τεκμήριο 5). Το προσωπικό των εναγόντων για τις χρονικές περιόδους που δεν τους αναθέτονταν εργασίες, δεν διατηρούνταν σε ετοιμότητα αποκλειστικώς για τους εναγομένους δοσμένου και του ότι η συμφωνία δεν απαγόρευε ενασχόληση των εναγόντων με άλλα έργα εκτός της συμφωνίας. Όχι μόνο αυτό, αλλά πριν από τη συνομολόγηση της συμφωνίας και διαρκούσης της ισχύος αυτής κατακυρώθηκαν στους ενάγοντες προσφορές για εκτέλεση παρόμοιων εργασιών σε άλλες συμφωνίες/συμβόλαια με τους εναγομένους (βλ. Τεκμήριο 10). Οι ενάγοντες ποτέ δεν διέθεταν για εκτέλεση της συμφωνίας τρία συνεργεία σε ετοιμότητα για καθεμιά από τις δύο Περιοχές. Απεναντίας, παρουσίαζαν ένα συνεργείο σε κάθε Περιοχή, αποτελούμενο από ένα εκσκαφέα με μηχανοδηγό και γύρω στους δύο-τρεις εργάτες. Σε περίπτωση που σε μια εκ των δύο Περιοχών δεν υπήρχε εργασία προς διεκπεραίωση, το συνεργείο μετακινούνταν σε άλλη Περιοχή. Ο Όρος 1.8 της συμφωνίας (βλ. Τεκμήριο 4, σελίδα 15) δεν απαιτούσε ιδιόκτητο εξοπλισμό, με τον ελάχιστο αποδεκτό εξοπλισμό για σκοπούς αξιολόγησης της προσφοράς να αφορά μόνο σε μια Περιοχή. Αν και ο ελάχιστος εξοπλισμός που απαιτείτο κατά τη συμφωνία παρουσιάστηκε και επιθεωρήθηκε από τους εναγομένους πριν από την έναρξη της συμφωνίας, κατά τη διάρκεια εκτέλεσης της ο εξοπλισμός δεν παρουσιαζόταν και ο εργολάβος εκτελούσε τις εργασίες με ένα εκσκαφέα. Η υποχώρηση από τους εναγομένους ήταν συνειδητή για διατήρηση της ροής εργασίας προς τον εργολάβο. Ουδέποτε ζητήθηκε άλλος εξοπλισμός πέραν του ελάχιστου εξοπλισμού που προβλεπόταν, με την υποτιθέμενη αγορά νέου εξοπλισμού εκ πλευράς εναγόντων και την ανανέωση των μηχανημάτων από τους ενάγοντες, να ξεφεύγει από τη συμφωνία και να μην αφορά είτε αυτή είτε τους εναγομένους. Με τον Όρο 2.3.1 της συμφωνίας (βλ. Τεκμήριο 4, σελίδα 23), οι ενάγοντες όφειλαν να αρχίσουν κάθε εργασία εντός 48 ωρών από την ημερομηνία των γραπτών εντολών από τον επιβλέποντα μηχανικό των εναγομένων. Ο όρος καταδεικνύει και το ότι ο ισχυρισμός των εναγόντων πως το προσωπικό και ο εξοπλισμός τους κρατείτο ανενεργός και σε αναμονή, δίχως ανάκτηση του κόστους συμμόρφωσης προς το συζητούμενο, δεν μπορεί να ευσταθεί. Οι ενάγοντες είχαν πάντοτε πλήρη γνώση για τη φύση και το περιεχόμενο της συμφωνίας - και πέραν τού τεκμαρτού του πράγματος ένεκα του περιεχομένου της (βλ. κατ’ αναλογίαν, Χατζηστυλλή ν Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ (2012) 1(Β) ΑΑΔ 989, 994), διεξήχθη και συνάντηση μεταξύ των συμβαλλομένων τον Νοέμβριο 2010 στα γραφεία των εναγομένων όπου και επεξηγήθηκαν οι όροι του Διαγωνισμού και άλλες πτυχές που αργότερα συναποτέλεσαν όρους ή μέρους των όρων της συμφωνίας (βλ. Τεκμήριο 12) - με τις θέσεις των εναγόντων για παραβίαση της συμφωνίας αλλά και την ως εκ τούτης (της παραβίασης) πρόκλησης ζημιών στους ενάγοντες να μένουν έωλες βαρύνουσας και αξιόπιστης μαρτυρίας. Οι εναγόμενοι κατέβαλαν και εξόφλησαν τους ενάγοντες για τις εργασίες που εκτέλεσαν βάσει της συμφωνίας, τόσον για την αρχική περίοδο αυτής όσον και για την περίοδο μέχρι 31.10.13, πληρώνοντας σε αυτούς €1.059.247,45. Οι ενάγοντες μηδέποτε τερμάτισαν τη συμφωνία. Η θέση των εναγόντων ότι υφίστατο εξυπακουόμενος όρος στη συμφωνία πως οι εναγόμενοι υποχρεούνταν να μην παρεμποδίζουν ή να αποτρέπουν τους ενάγοντες από την εκτέλεση των συμβατικών τους υποχρεώσεων, δεν δικαιολογείται από τα γεγονότα και την αξιόπιστη μαρτυρία, μηδέ και η μαρτυρία που παρεισέφρησε θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή αφού - σε ένα γενικότερο επίπεδο ανάλυσης και στην απουσία εξαιρέσεων που εδώ δεν υπάρχουν - συγκρούεται με τον απαγορευτικό κανόνα εισαγωγής εξωγενούς μαρτυρίας για ερμηνεία εγγράφων (βλ. κατ’ αναλογίαν, Πίγκος Εστέιτς Λτδ ν Καλογήρου και Άλλων, ΠΕ 304/09, ημ. 28.9.15, Polykarpou v Polykarpou and Others (1982) 1 CLR 182, 190-192). Επί ενός ειδικότερου επιπέδου ανάλυσης - και ως αναγνωρίζει η νομολογία μας διά αποφάσεων όπως η Bauer v Διογένης Ηροδότου & Υιοί Λίμιτεδ (1994) 1 ΑΑΔ 325, 333, το σκεπτικό της οποίας παραφράζω αμέσως - η διά ερμηνείας συμπερίληψη σε συμφωνία όρου μη περιληφθέντος στο κείμενο της συμφωνίας συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον απολήγει στη συμπλήρωση της συμφωνίας με την προσθήκη νέου όρου και ότι εξυπακούεται η ύπαρξη τέτοιου όρου στη συμφωνία μόνο όταν η συμπερίληψη του κρίνεται απαραίτητο για την πρόσδοση εμπορικής δραστικότητας σε αυτή ώστε με βεβαιότητα να μπορεί να λεχθεί πως οι συμβαλλόμενοι αν είχαν ερωτηθεί αναντιλέκτως θα έλεγαν ότι ο όρος συνιστούσε μέρος της συμφωνίας. Εν προκειμένω, η ύπαρξη ρητών όρων στη συμφωνία όπως, δειγματικώς, των Όρων 2.3.2, 2.3.5, 2.11.3 και 2.12, του Όρου για τη Συνολική Αξία Συμβολαίου (ως το Τεκμήριο 4, στη σελίδα 335) και των επιστολών ημερομηνίας 27.5.11 (ως το Τεκμήριο 4, στη σελίδα 297), αποκλείουν την απόδοση αντίστοιχου εξυπακουόμενου όρου στη συμφωνία αφού οι ρητοί όροι της τελευταίας κρίνονται αντικειμενικώς ως περιεκτικοί και εμπορικώς δραστικοί για ό,τι συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων. Οι προθέσεις των συμβαλλομένων επί του προκειμένου εξεικονίζονται εναργώς στο λεκτικό της συμφωνίας και τούτη είναι η έννοια που μεταδίδει το κείμενο της στον μέσο λογικό άνθρωπο (βλ. κατ’ αναλογίαν, Ergo Constructions Ltd v Tanielo Holding Ltd (2012) 1(A) AAΔ.539, 547-548). Η πρόσθετη θέση των εναγόντων στην αγόρευση τους πως ο Όρος 2.11.3 (Μέρος 2 των Γενικών Όρων - Τεκμήριο 4, σελίδα 35) «…θεωρείται και/ή είναι exclusion clause και/ή όρος απαλλαχτικής ευθύνης ο οποίος βάση της πάγιας Νομολογία[ς] προσεγγίζεται αυστηρά και, σε περίπτωση αμφιβολίας ως προς την εμβέλειά του, ερμηνεύεται εναντίον του μέρους που τον επικαλείται για τον λόγο ότι σε μια συναλλαγή ενυπάρχει στοιχείο αντινομίας στο να υπόσχεται έναντι ανταλλάγματος και να μην εκτελείς. Επίσης βάση της Νομολογίας πρόνοια, η οποία αποβλέπει στην εξαίρεση συμβαλλομένου από υποχρέωση που ανάγεται στο θεμέλιο, στην πεμπτουσία, της συμφωνίας, είναι ανίσχυρη να τον απαλλάξει από ευθύνη για την παράβασή της», δεν δικογραφείται από τους ενάγοντες - και είχαν υποχρέωση να το έπρατταν αν ήθελαν να δομήσουν ένα τέτοιο ισχυρισμό (βλ. κατ’ αναλογίαν, Bullen & Leake & Jacob’s, Precedents of Pleadings, 13η εκδ., 1990, σελ. 1108) - με αποτέλεσμα τα όσα παρατέθηκαν συναφώς να καθίστανται απορριπτέα και να απορρίπτονται για τους παρόντες σκοπούς (βλ. κατ’ αναλογίαν, Γρηγορίου ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ΠΕ 75/13 ημ. 28.3.19, Latifundia Properties Ltd v Ψακή και Άλλων (2003) 1(Β) ΑΑΔ 670, 676, Βραχίμη ν Κουλουμπρή (1992) 1(Β) ΑΑΔ 836, 839-840). Όπως και να έχουν τα πράγματα, η άποψη των εναγόντων, έστω και αν περιβαλλόταν από αξιόπιστη μαρτυρία - κι ακόμη αν κατατασσόταν στο απόγειο της εντός, ακόμη, του σημερινού πιο φιλελεύθερου πλαισίου που εφαρμόζεται στην Αγγλία εν σχέσει προς τέτοιους απαλλαχτικής ευθύνης όρους (βλ. κατ’ αναλογίαν, Interactive E-Solutions JLT and Others v O3B Africa Limited (2018) EWCA Civ 62) - δεν θα μπορούσε να συναποτελέσει βήμα αποδοχής της θέσης των εναγόντων αφού θα απουσίαζε, ως εκ των αναλυθέντων, το αναγκαίο προς τούτο πραγματικό υπόβαθρο με δεδομένη πάντα και τη σαφήνεια τού υπό συζήτησιν όρου (βλ. κατ’ αναλογίαν, Saturn Building Co Ltd v Interamerican Insurance Co Ltd (2001) 1(Β) AAΔ 1097, 1102, Stefanos & Andreas Cold Stores Trading Limited ν Εταιρείας Αναψυκτικών Κεάν Λίμιτεδ (Αρ 2) (1998) 1(Δ) 2335, 2343).

 

Οι εναγόμενοι καθ’ όλους τους κρίσιμους χρόνους τήρησαν πιστώς τους όρους της συμφωνίας.

 

Οι ενάγοντες απέτυχαν (και ως ζήτημα αιτιώδους συνάφειας), να αποδείξουν την αγωγή στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων είτε για την όποια προκύπτουσα ευθύνη των εναγομένων βάσει της συμφωνίας είτε για τις υποτιθέμενες ζημιές τις οποίες εξίσου ανεπιτυχώς ισχυρίστηκαν οι ενάγοντες πως υπέστησαν ως εκ των παρεπομένων τής καταλογιζόμενης ούτω καλουμένης αντισυμβατικής και άλλης συμπεριφοράς των εναγομένων (βλ. κατ’ αναλογίαν, Βουζούνη και Άλλου ν Αποστόλου, ΠΕ 457/12, ημ. 10.4.19), ECLI:CY:AD:2019:A138.

 

Η αγωγή απορρίπτεται.

 

Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων και κατά των εναγόντων, ως τούτα θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

 

 

 

(Υπ.) ………………………..

Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

Πρωτοκολλητής

/ΕΔ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο