ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 2973/2015
ΕΘΝΙΚΗΣ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ
Ενάγουσα
και
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΦΩΤΙΟΥ
Εναγόμενος
1 Δεκεμβρίου, 2025
Εμφανίσεις:
Για Ενάγουσα: κ. Βασιλακκάς για Ε. Φλουρέντζου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. με κ. Κουρουπίδη για Άντης Τριανταφυλλίδης & Υιοί Δ.Ε.Π.Ε.
Εναγόμενος: προσωπικά
ΑΠΟΦΑΣΗ
Κατά τον επίδικο χρόνο αυτής της αγωγής, ο Εναγόμενος ήταν ο γενικός διευθυντής της Ενάγουσας εταιρείας. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος επέδειξε αμέλεια στην άσκηση των καθηκόντων. Η ισχυριζόμενη αμέλεια αφορούσε ενέργειες και παραλείψεις του Εναγόμενου όταν περί το 2006 η Ενάγουσα αγόρασε κτίριο στη Λευκωσία για να στεγάσει τις εργασίες της. Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι, ως αποτέλεσμα της αμέλειας του Εναγόμενου, υπέστη ζημιά ΛΚ200.000 (€341.720,28). Μέσω της παρούσας αγωγής, η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον του Εναγόμενου το ποσό αυτό, ως αποζημίωση. Ο Εναγόμενος αρνείται τον ισχυρισμό περί αμέλειας και ισχυρίζεται ότι ενήργησε με συνετό τρόπο.
Στη βάση αυτή η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση.
Κατά την ακρόαση η πλευρά της Ενάγουσας παρουσίασε δύο μάρτυρες. Πρόκειται για τον κτηματομεσίτη κ. Κώστα Καθητζιώτη (ΜΕ1) και λειτουργό της Ενάγουσας που είχε διατελέσει ιδιαιτέρα γραμματέας του Εναγόμενου κατά τον επίδικο χρόνο κα Νικολέτα Παπανικολάου (ΜΕ2). Για σκοπούς υπεράσπισης κατέθεσε ο ίδιος ο Εναγόμενος (ΜΥ1). Παράλληλα οι δύο πλευρές παρουσίασαν μεγάλο αριθμό εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια.
Μεγάλο μέρος των γεγονότων δεν αμφισβητείται. Αυτό το μέρος των γεγονότων προκύπτει τόσο από τα δικόγραφα όσο και κατά την εξέλιξη της ακρόασης αλλά και μέσα από τα έγγραφα που παρουσιάστηκαν από τις δύο πλευρές.
Θα ξεκινήσω με την παράθεση αυτών των μη αμφισβητούμενων γεγονότων. Θέτουν το ευρύτερο πλαίσιο της επίδικης διαφοράς και καθορίζουν το υπόβαθρο για την εξέταση των ζητημάτων στα οποία υπάρχει διάσταση μεταξύ των δύο πλευρών. Τα παραθέτω με χρονολογική σειρά:
1. Οι Εταιρείες A.L. Prochoice Group Public Ltd και Salamis Tours (Holdings) Public Limited (στο εξής «Prochoice» και «Salamis» αντίστοιχα), ήταν ιδιοκτήτριες ακινήτου επί της οδού Ιφιγενείας στη Λευκωσία, στο οποίο είχε ανεγερθεί κτίριο εμβαδού 1.650 τετραγωνικών μέτρων, αποτελούμενο από δύο υπόγεια, ισόγειο, ημιώροφο, service floor και 5 ορόφους (στο εξής το «Επίδικο Ακίνητο» και το «Επίδικο Κτίριο», αντίστοιχα). Η Prochoice ήταν ιδιοκτήτρια 12/35 μεριδίου στο Επίδικο Ακίνητο και η Salamis ήταν ιδιοκτήτρια 23/35 μεριδίου.
2. Περί τον Αύγουστο 2005, οι εταιρείες ανέθεσαν την πώληση του Επίδικου Ακινήτου στον κτηματομεσίτη κ. Κώστα Καθητζιώτη (ΜΕ1). Ειδικότερα, ο διευθυντής της Prochoice κ. Λεωνίδου, παρέδωσε στον ΜΕ1 επιστολή ανάθεσης (Τεκμήριο 1) υπογραμμένη από τους δύο συνιδιοκτήτες και συμφωνήθηκε ότι ο ΜΕ1 θα λάμβανε προμήθεια επί της τιμής πώλησης. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 (που υπογράφεται από Prochoice και Salamis και απευθύνεται στον ΜΕ1):
«…η τιμή που ζητούμε είναι 1.500.000 λίρες καθαρά.
Το κτίριο είναι συνολικού εμβαδού 1650 μέτρα και αποτελείται από Ισόγειο, Ημιώροφο, service floor και 5 ορόφους.
Επίσης έχει 2 υπόγεια επίπεδα με 20 χώρους στάθμευσης καθώς και 4 χώρους στάθμευσης στο πλάι στο ισόγειο, 6 αποθήκες και η όλη κατασκευή είναι εξαιρετικής ποιότητας. Μέσα στο κτίριο έγιναν και από τις δύο εταιρείες συνολικές επενδύσεις ύψους 750.000 λιρών με αποτέλεσμα το εσωτερικό του κτιρίου να είναι από τα πολυτελέστερα που υπάρχουν στη Λευκωσία.»
3. Ο ΜΕ1 ενημερώθηκε σε κάποιο στάδιο ότι η Ενάγουσα εταιρεία ενδιαφερόταν να αγοράσει κτίριο στη Λευκωσία και περί τα τέλη Οκτωβρίου-αρχές Νοεμβρίου 2005 ο ΜΕ1 ετοίμασε την επιστολή, Τεκμήριο 2, προς την Ενάγουσα. Στην εν λόγω επιστολή περιέγραφε λεπτομερώς το Επίδικο Κτίριο, τους χώρους αυτού, την εσωτερική διαρρύθμιση, αναφέρεται σε blinds, συστήματα κλιματισμού τύπου VRV, ψευδοτάβανα κτλ. Στην εν λόγω επιστολή αναφέρεται ότι «Η τιμή του κτιρίου είναι ΛΚ1.690.000». Η επιστολή αυτή διαβιβάστηκε στον Εναγόμενο μέσω ενός συνεργάτη του Εναγόμενου, του κ. Μιχάλη Μηνά, μαζί με τα αρχιτεκτονικά σχέδια του Επίδικου Κτιρίου.
4. Σε κάποιο στάδιο περί τον Δεκέμβριο 2005, στο Τεκμήριο 1 συμπληρώθηκε χειρόγραφα, πάνω από τις υπογραφές των ιδιοκτητών, το εξής κείμενο:
«Η παρούσα προσφορά μας ισχύει για περίοδο 2 μηνών από 20/12/2005 μέχρι 20/2/2006. Οι ιδιοκτήτες έχουν το δικαίωμα με την παρέλευση του πρώτου μήνα της διάρκειας του option να δώσουν προειδοποίηση 15 ημερών και να τερματιστεί το παρόν option αφού δεν εξασκηθεί το δικαίωμα πώλησης του αναφερόμενου κτιρίου».
Το αντίγραφο της επιστολής Τεκμήριο 1 με αυτή τη χειρόγραφη προσθήκη κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3. Οι συνθήκες υπό τις οποίες αναγράφηκε η εν λόγω προσθήκη αμφισβητούνται.
5. Στο Τεκμήριο 3, που είναι φωτοαντίγραφο και όχι πρωτότυπο, υπάρχουν και άλλες χειρόγραφες προσθήκες. Στο κάτω μέρος αυτού, μετά τις υπογραφές των ιδιοκτήτριων εταιρειών, με διαφορετικό γραφικό χαρακτήρα από το προηγούμενο χειρόγραφο κείμενο της παραγράφου 4 πιο πάνω, καταγράφονται τα εξής:
«- First Option to Sell – αποκλειστικό δικαίωμα πώλησης
- Οποιοδήποτε ποσό εισπραχθεί από τους ιδιοκτήτες ως προϊόν της πώλησης του ακινήτου πέραν της συμφωνηθείσας τιμής του, ήτοι ΛΚ1.500.000 θα πληρωθεί από τους ιδιοκτήτες στο κτηματομεσιτικό γραφείου του κ. ΚΚ ως αμοιβή και της [sic] υπηρεσίες του για την πώληση του κτιρίου».
Ο Εναγόμενος δέχεται ότι αυτό το χειρόγραφο κείμενο έχει γραφτεί από τον ίδιο. Σημειώνω όμως παρενθετικά πως υποστηρίζει ότι είχε γράψει το λεκτικό σε άλλο έγγραφο και αυτό «τοποθετήθηκε» στο Τεκμήριο 3 (που όπως σημείωσα είναι αντίγραφο) ωσάν να αποτελεί μέρος του ιδίου εγγράφου, κατόπιν «σύνθεσης με φωτοτυπική μηχανή» (όπως το έθεσε). Σε αυτό θα επανέλθω.
6. Στις 8.2.2006 δημοσιεύτηκε από την Ενάγουσα εταιρεία στον ημερήσιο τύπο ανακοίνωση, Τεκμήρια 4(α) και 4(β), με τίτλο «Εκδήλωση ενδιαφέροντος για αγορά κτηρίου». Μέσω αυτής η Ενάγουσα «προκηρύσσει εκδήλωση ενδιαφέροντος από άτομα και εταιρείες» που διαθέτουν κτίριο που πληροί την περιγραφή και κριτήρια που καθορίζονται στην ανακοίνωση. Οι ενδιαφερόμενοι καλούνται να υποβάλουν προτάσεις, σε σφραγισμένο φάκελο, στον γενικό διευθυντή της Ενάγουσας (τον Εναγόμενο), μέχρι 27 Φεβρουαρίου 2006.
7. Ο ΜΕ1 είδε την ανακοίνωση Τεκμήριο 4 και επικοινώνησε μέσω του κ. Μηνά με τον Εναγόμενο για να ρωτήσει περί τίνος πρόκειται ενόψει του αποκλειστικού δικαιώματος πώλησης του Επίδικου Ακινήτου που είχε δοθεί από τις ιδιοκτήτριες εταιρείες. Ο Εναγόμενος του διαβίβασε και πάλιν μέσω του κ. Μηνά, ότι αυτή ήταν η συνήθης πρακτική που ακολουθείται για αγορά κτιρίων από τη μητρική εταιρεία της Ενάγουσας.
8. Σε συνεδρία του διοικητικού συμβουλίου της Ενάγουσας εταιρείας ημερομηνίας 23.2.2006 έλαβαν χώρα τα ακόλουθα, σύμφωνα με τα πρακτικά (Τεκμήριο 28):
«Ο Γενικός Διευθυντής [Εναγόμενος] ενημερώνει το Διοικητικό Συμβούλιο ότι πρέπει να ληφθεί σύντομα απόφαση για τη μεταστέγαση της εταιρείας ενόψει του του γεγονότος ότι οι υφιστάμενοι χώροι πρέπει να εγκαταλειφθούν μέχρι τον Σεπτέμβριο, για να μπορέσουν να εκτελεστούν οι εργασίες βελτίωσης που έχουν συμφωνηθεί με τους ενοικιαστές πριν την παράδοση του κτιρίου στο τέλος του έτους.
Αναφέρει δε ότι η εταιρία βρίσκεται σε στάδιο γρήγορης ανάπτυξης και ότι η εγκατάσταση της σε σύγχρονους χώρους με ευκολία πρόσβασης από εντός και εκτός της πόλης της Λευκωσίας, είναι πολύ σημαντική, τόσο για τη λειτουργικότητα της, όσο και για την εικόνα της. Λέει επίσης ότι η εταιρεία δεν διαθέτει διοικητικά υποκαταστήματα.
Ο Γενικός Διευθυντής εισηγείται την αγορά κτηρίου εμβαδού 1.300-1.500 τ.μ. ωφέλιμου χώρου για κάλυψη των αναγκών στέγασης της εταιρίας για τα επόμενα 5-7 χρόνια τουλάχιστον.
Εισηγείται επίσης όπως το Διοικητικό Συμβούλιο αφού λάβει απόφαση για αγορά κτηρίου, καθορίσει και τις διαδικασίας της αγοράς του.
Ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου εισηγείται όπως το θέμα του κτηρίου εξετασθεί στο επόμενο Διοικητικό Συμβούλιο καθώς δεν υπάρχει αρκετός χρόνος στην παρούσα σύσκεψη.»
9. Κατά τον χρόνο εκείνο, η Ενάγουσα στεγαζόταν σε άλλο ιδιόκτητο κτίριο στο ιστορικό κέντρο της Λευκωσίας. Όμως είχε συμφωνήσει την πώληση εκείνου του κτιρίου προς το Πανεπιστήμιο Κύπρου και έπρεπε να παραδώσει κατοχή περί το καλοκαίρι 2006.
10. Εκ μέρους της Prochoice και της Salamis, υποβλήθηκε προσφορά προς την Ενάγουσα για πώληση του Επίδικου Κτιρίου. Η προσφορά ήταν υπογραμμένη από τον κ. Ανδρέα Λεωνίδου, εκπροσώπου της Prochoice, και παραλήφθηκε από την Ενάγουσα στις 27.2.2006 (Τεκμήριο 6). Σύμφωνα με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6:
«Αναφορικά με το κτίριο στην οδό Ιφιγένειας 7 – Στρόβολος.
Το κτίριο ανήκει κατά 12/35 στην εταιρεία [Prochoice] και κατά 23/35 στην εταιρεία [Salamis].
Το κτίριο έχει συνολικό εμβαδό 1600τ.μ. περίπου ενώ ο κάθε όροφος έχει εμβαδόν 189τ.μ. Το κτίριο διαθέτει service floor στον οποίο όροφο βρίσκονται όλα τα βοηθητικά μηχανήματα του κτιρίου. Σε όλους του ορόφους υπάρχουν συστήματα air-conditions VRV, συστήματα πυρασφάλειας, συστήματα συναγερμού ενώ οι διαχωρισμοί στους ορόφους έχουν γίνει με τα ακριβότερα υλικά που υπάρχουν διαθέσιμα στην αγορά. Λόγω κακής συνεννόησης η αίτηση για πιστοποιητικό τελικής έγκρισης άργησε να υποβληθεί γι’αυτό και μέχρι σήμερα δεν έχει εκδοθεί. Το κτίριο βρίσκεται σε άριστη κατάσταση και είναι από τα ωραιότερα στη Λευκωσία με δύο υπόγεια επίπεδα χώρων στάθμευσης για 22 αυτοκίνητα καθώς και χώρους στάθμευσης για 4 αυτοκίνητα στο πλάι. Στο πρώτο υπόγειο επίπεδο υπάρχει μεγάλος χώρος που χρησιμοποιείται σαν εκπαιδευτικό κέντρο και εστίασης για το προσωπικό. Συνολικά στο κτίριο μπορούν να εργαστούν άνετα γύρω στα 110 άτομα.
Η τιμή του κτιρίου είναι 1,700,000 λίρες Κύπρου».
11. Πέραν της προσφοράς του Επίδικου Κτιρίου από Prochoice και Salamis, υποβλήθηκαν στην Ενάγουσα προσφορές από διάφορα άλλα πρόσωπα σε σχέση με κτίρια διαθέσιμα προς αγορά. Οι προσφορές που είχαν υποβληθεί εξετάστηκαν και επιλέχθηκαν 6 κτίρια που πληρούσαν τα κριτήρια. Ακολούθως προγραμματίστηκαν κατ’ ιδίαν συναντήσεις στις 27 και 28 Μαρτίου 2006 με εκπροσώπους των προσφοροδοτών και τον Εναγόμενο μαζί με τον αρχιτέκτονα που διόρισε η Ενάγουσα και η μητρική της εταιρεία κ. Κωνσταντίνο Μαργαρίτη. Η συνάντηση μεταξύ Εναγόμενου, κ. Μαργαρίτη και κ. Λεωνίδου σε σχέση με το Επίδικο Κτίριο έγινε στις 27.3.2006 (σχετικό το Τεκμήριο 35).
12. Μετά τη συνάντηση, ο κ. Μαργαρίτης πραγματοποίησε επιτόπια εξέταση των επιλεχθέντων κτιρίων και ετοίμασε έκθεση αξιολόγησης ημερομηνίας 29.3.2005 (Τεκμήριο 7). Από τα προτεινόμενα κτίρια, σύμφωνα με την έκθεση Τεκμήριο 7, το καταλληλότερο ήταν το Επίδικο Κτίριο. Σύμφωνα με την έκθεση του κ. Μαργαρίτη, στο Επίδικο Κτίριο:
«η ποιότητα κατασκευής διαχωριστικών-ψευδοροφών & λοιπών Η/Μ εγκαταστάσεων κατηγορίας Α, (υπερυψωμένα δάπεδα, δομημένη καλωδίωση κατηγορία 5 – φωτισμός P.L., spots, black lighting, V.R.V., κλιματισμός, ανανέωση αέρα). Τα πιο πάνω ισχύουν & για το ισόγειο & το πατάρι που η ποιότητα υλικών είναι άριστη».
Το συμπέρασμα του κ. Μαργαρίτη, όπως καταγράφεται στην έκθεση του είναι πως το Επίδικο Κτίριο συνιστά:
«πολύ καλή λύση, χωρίς προβλήματα, με έτοιμη όλη την εσωτερική διαμόρφωση (χωρίσματα, μοκέτες, ψευδοροφές, Η/Μ εγκαταστάσεις) και άμεση».
13. Στις 5.4.2006 ο Δούκας Παλαιολόγος, πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ενάγουσας εξουσιοδοτεί γραπτώς τον Εναγόμενο (Τεκμήριο 30) να υπογράψει εκ μέρους της Ενάγουσας «πωλητήριο έγγραφο για την αγορά του [Επίδικου Ακινήτου] όπως αυτό έχει προταθεί από τους πωλητές».
14. Στις 5.5.2006 το Επίδικο Κτίριο εκτιμήθηκε από εκτιμητικό γραφείο Αντώνης Λοΐζου & Συνεργάτες που ετοίμασε σχετική έκθεση, Τεκμήριο 22. Στην έκθεση, σελ. 2, αναφέρονται τα εξής:
«Υπάρχουν πολύ καλής ποιότητας ψευδοτάβανα με ακριβά φωτιστικά, structure cabling και υπερυψωμένα πατώματα, εσωτερικές πόρτες και διαχωριστικά από ξύλο. Πάνω από το πατάρι υπάρχει ενδιάμεσος όροφος, χαμηλού ύψους, που περιλαμβάνει τες μηχανολογικές εγκαταστάσεις του κτιρίου με τα μηχανήματα των κλιματιστικών τύπου VRV. Πάνω από τον όροφο αυτό υπάρχουν πέντε όμοιας ποιότητας και εμβαδού όροφοι γραφείων. Είναι όλοι άριστης ποιότητας με υπερυψωμένα πατώματα, structured cabling, διπλά γυαλιά, συστήματα πυρανίχνευσης, σύστημα συναγερμού, κεντρικός πίνακας ελέγχου των κλιματιστικών, ακριβά φωτιστικά και ψευδοτάβανα, άριστης ποιότητας διαχωριστικά γραφείων, πολύ καλής ποιότητας κουζίνες και είδη υγιεινής.»
Στην ίδια έκθεση, Τεκμήριο 22, σημειώνονται κάποιες παρατηρήσεις που αφορούν, μεταξύ άλλων, υπέρβαση του συντελεστή δόμησης και μη εξασφάλιση τελικής έγκρισης. Η έκθεση καταλήγει ότι η αγοραία αξία του Επίδικου Κτιρίου είναι ΛΚ1.900.000.
15. Το διοικητικό συμβούλιο της Ενάγουσας συνεδρίασε στις 23.5.2006. Σύμφωνα με τα πρακτικά της συνεδρίας, Τεκμήριο 8, ο Εναγόμενος που παρίστατο στη συνεδρία:
«Ενημέρωσε το διοικητικό συμβούλιο για την πορεία των προσπαθειών για αγορά νέου κτηρίου για μεταστέγαση της εταιρείας και αναφέρει ότι, μετά τη δημόσια εκδήλωση ενδιαφέροντος της εταιρείας έχουν προταθεί 10 ακίνητα από τα οποία τα 6 πληρούσαν τις προδιαγραφές και ότι:
(α) έχει γίνει επιλογή, κατόπιν εισήγησης του αρχιτέκτονα, του [Επίδικου Ακινήτου],
(β) έχει γίνει μελέτη πολιτικού μηχανικού και το [Επίδικο Κτίριο] είναι κατάλληλο και δεν παρουσιάζει κανένα κατασκευαστικό πρόβλημα,
(γ) έχει γίνει εκτίμηση της αξίας του ακινήτου από ανεξάρτητο εκτιμητή ακινήτων και ότι η εκτιμημένη αξία του ακινήτου είναι ΛΚ1.900.000».
[Ο Εναγόμενος ακολούθως, σύμφωνα με το πρακτικό, εξηγεί με λεπτομέρεια στο διοικητικό συμβούλιο το ζήτημα της υπέρβασης του συντελεστή δόμησης και ότι αυτό αντανακλάται στην τιμή αγοράς ΛΚ1.700.000 που είναι χαμηλότερη από την εκτιμημένη αξία.]
Ο Γενικός Διευθυντής [ο Εναγόμενος] εισηγείται την έγκριση της αγοράς του [Επίδικου Ακινήτου] και όπως η αγορά του ακινήτου γίνει εξ αδιαιρέτου με την Μητρική Εταιρεία, Εθνική Ασφαλιστική (Κύπρου) Λτδ κατά 12/35 και 23/35 αντίστοιχα καθ’ ότι ο διαχωρισμός της ιδιοκτησίας του ακινήτου εξυπηρετεί και τις δύο Εταιρείες…
Το Διοικητικό Συμβούλιο αποφασίζει ομόφωνα την αγορά μεριδίου 12/35 του [Επίδικου Ακινήτου] έναντι ποσού ΛΚ700.000 και εξουσιοδοτεί το Γενικό Διευθυντή [Εναγόμενο] όπως προβεί σε όλες τις ενέργειες για την αγορά και την μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα της εταιρείας και προς τούτο παραχωρείται ειδική εξουσιοδότηση.
Ολόκληρος ο φάκελος του κτηρίου κατατίθεται στο αρχείο Πρακτικών και περιλαμβάνει:
i. Μελέτη αρχιτέκτονα
ii. Μελέτη πολιτικού μηχανικού
iii. Μελέτη ανεξάρτητου εκτιμητή ακινήτων».
Ο Εναγόμενος έλαβε γραπτή εξουσιοδότηση από την Ενάγουσα (Τεκμήριο 10) να παραστεί στο Κτηματολόγιο και να αποδεχτεί τη μεταβίβαση του Επίδικου Ακινήτου.
16. Αντίστοιχη απόφαση (Τεκμήριο 9) λήφθηκε την ίδια μέρα και από τη μητρική εταιρεία, για αγορά του 23/35 μεριδίου έναντι ποσού ΛΚ1.000.000 και με τη σειρά της η μητρική εταιρεία εξουσιοδότησε τον Εναγόμενο να ενεργήσει εκ μέρους της για την αγορά. Παρών στη συνεδρία του διοικητικού συμβουλίου της μητρικής εταιρείας ήταν και ο Εναγόμενος. Η εξουσιοδότηση του Εναγόμενου να παραστεί στο Κτηματολόγιο και να αποδεχτεί τη μεταβίβαση κατέστη Τεκμήριο 11.
17. Σύμφωνα με τις αποφάσεις που λήφθηκαν από τα διοικητικά συμβούλια, το ποσό των ΛΚ1.700.000 θα πληρωνόταν ως εξής: το μερίδιο 23/35 στο Επίδικο Ακίνητο που πωλούσε η Salamis θα αγοραζόταν από τη μητρική εταιρεία για ΛΚ1.000.000 και το μερίδιο 12/35 στο Επίδικο Ακίνητο που πωλούσε η Salamis θα αγοραζόταν από την Ενάγουσα για ΛΚ700.000.
18. Στις 27.7.2006 στάλθηκε στην Prochoice και στη Salamis, με κοινοποίηση στον Εναγόμενο, επιστολή από τους δικηγόρους του ΜΕ1, Τεκμήριο 26. Σε αυτήν οι δικηγόροι αναφέρουν ότι παρακάμφθηκε ο ΜΕ1 στην πώληση του Επίδικου Ακινήτου. Η επιστολή αναφέρει μεταξύ άλλων ότι:
«1. κατά παράβαση των όσων είχαν συμφωνηθεί έχετε παρακάμψει τους πελάτες μας και επροχωρήσατε και εσυμπληρώσατε την συμφωνία πωλήσεων με την Εθνική Ασφαλιστική την οποία οι πελάτες μας σας είχαν εισαγάγει.
2. Η ίδια παράκαμψη δυστυχώς έλαβε χώρα και εκ μέρους των ιθυνόντων της Εθνικής Ασφαλιστικής, οι οποίοι εγνώριζαν και συνεχίζουν να γνωρίζουν την εμπλοκή των πελατών μας στο θέμα.
3. Χωρίς αμφιβολία, η ανωτέρω προσέγγιση σας και η αρωγή που εξεδηλώθη εκ μέρους της Εθνικής Ασφαλιστικής, έχει σχέση και συνδέεται άμεσα με το ποσό που συνεφωνήσατε να πωλήσετε το ακίνητο σας στην Εθνική Ασφαλιστική και φυσικά με τα συμφέροντα και δικαιώματα τα οποία προκύπτουν από αυτό το γεγονός.»
19. Στις 2.8.2006 ο Εναγόμενος απέστειλε επιστολή προς τον κ. Νίκο Χαραλάμπους της Deloitte & Touche. Πρόκειται για την επιστολή Τεκμήριο 23 που δαχτυλογράφησε η ΜΕ2 κατά παράκληση του Εναγόμενου. Αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«Η Εταιρία μας αποφάσισε την αγορά νέου κτιρίου για στέγαση των κεντρικών της γραφείων.
Το ακίνητο που έχει επιλεγεί είναι συνιδιοκτησία εξ αδιαιρέτου των:
(α) Salamis κατά 23/35 (Α’ Ιδιοκτήτης), και
(β) Prochoice κατά 12/35 (Β’ Ιδιοκτήτης).
Το συνολικό συμφωνηθέν ποσό για την αγορά του ακινήτου είναι ΛΚ1.700.000.
Η διαπραγμάτευση της αγοράς έχει γίνει ξεχωριστά με τους δύο πιο πάνω ιδιοκτήτες και έχουν συμφωνηθεί τα εξής:
(α) ΛΚ1.000.000 με τον Α’ ιδιοκτήτη
(β) ΛΚ700.000 με τον Β’ ιδιοκτήτη
Επειδή τα πιο πάνω ποσά δεν είναι αναλογικά ως προς τα μερίδια στο ακίνητο των δύο συνιδιοκτητών και επειδή τυχόν γνώση της πιο πάνω συμφωνίας για τα ποσά από τον Α’ ιδιοκτήτη, θα έχει πολύ πιθανόν ως αποτέλεσμα αυτός να εγείρει απαίτηση για μεγαλύτερο ποσό, έτσι ώστε το μερίδιο του στο συνολικό τίμημα να αντιστοιχεί με το μερίδιο του σαν ιδιοκτήτης του ακινήτου, εξετάζουμε το ενδεχόμενο να προβούμε στην πιο κάτω διευθέτηση:
Το ποσό των ΛΚ700.000 που θα πληρωθεί στον Β’ ιδιοκτήτη να παρουσιαστεί κατά:
(α) ΛΚ500.000 για το μερίδιο του στο ακίνητο (πωλητήριο έγγραφο για το ακίνητο), και
(β) ΛΚ200.000 για τους εξοπλισμούς και προσαρμογές (raised floors, διαχωριστικά, ψευδοροφές, συστήματα κλιματισμού κλπ) που είναι εγκατεστημένα στο κτήριο και η αξία είναι πολύ μεγαλύτερη από το πιο πάνω ποσό (ξεχωριστό πωλητήριο έγγραφο).
Σε περίπτωση υλοποίησης της πιο πάνω διευθέτησης οι λογιστικές εγγραφές θα είναι
(α) κτήριο ΛΚ1.500.000 + μεταβιβαστικά τέλη
(β) fittings ΛΚ200.000
Παρακαλώ όπως μας ενημερώσετε κατά πόσο συμφωνείτε με τον τρόπο χειρισμού των λογιστικών εγγραφών και όπως έχουμε τις παρατηρήσεις σας…»
20. Στις 3.8.2006 ο Εναγόμενος στέλνει προς το εκτιμητικό γραφείο Αντώνης Λοΐζου & Συνεργάτες επιστολή (Τεκμήριο 24) με την οποία τους ζητά να ετοιμαστεί ξεχωριστή εκτίμηση για τα διαχωριστικά, ψευδοροφές, raised floors, συστήματα κλιματισμού, αερισμού, structure cabling και άλλες προσαρτήσεις (fittings) του Επίδικου Κτιρίου.
Συγκεκριμένα, η επιστολή Τεκμήριο 24 αναφέρει:
«Σε συνέχεια της έκθεσης εκτίμησης σας με αναφ. […] αναφορικά με το πιο πάνω κτήριο παρακαλώ όπως μας ετοιμάστε ξεχωριστή εκτίμηση για τα fittings (διαχωριστικά, ψευδοροφές, raised floors, συστήματα κλιματισμού, αερισμού, structure cabling) και οποιωνδήποτε άλλων προσαρμογών».
21. Σε απάντηση, το εκτιμητικό γραφείο αποστέλλει την επόμενη μέρα 4.8.2006 επιστολή προς τον Εναγόμενο (Τεκμήριο 25) με στην οποία αναφέρει τα εξής για την αξία των προσαρτημάτων (fixtures and fittings) και χωρίς να διευκρινίζει σε ποιο μέρος του Επίδικου Κτιρίου ή όροφο αυτά βρίσκονται:
«Οι τιμές κατά προσέγγιση είναι ως κατωτέρω:
Διαχωριστικά ΛΚ18.000
Ψευδοροφές ΛΚ17.000
Raised floors ΛΚ40.000
VRV εξαερισμός ΛΚ90.000
Structure cabling ΛΚ20.000
Φωτιστικά ΛΚ10.000
Απρόβλεπτα ΛΚ5.000
ΛΚ200.000
Πιστεύω ότι τα πιο πάνω είναι ικανοποιητικά για τους σκοπούς σας».
22. Στις 7.8.2006 (Τεκμήριο 32) η Deloitte & Touche απάντησε στον Εναγόμενο αναφέροντας, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«Σε σχέση με την επιστολή σας ημερομηνίας 2 Αυγούστου που έχετε αποστείλει μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου θα ήθελα να σχολιάσω ως ακολούθως:
(ι) Συμφωνώ με τις λογιστικές εγγραφές όπως προτείνονται. Φυσικά αντιλαμβάνομαι, με βάση την τηλεφωνική μας επικοινωνία, ότι ο λόγος που υπάρχει αυτή διαφοροποίηση στην τιμή είναι ότι τα κτίρια που χρησιμοποιούσε ο Β’ ιδιοκτήτης είναι ανώτερου επιπέδου και ο εξοπλισμός τους είναι μεγαλύτερης αξίας από το συμφωνηθέν ποσό (ΛΚ200.000).
(ιι) Οι αξίες αυτές θα πρέπει να υποστηρίζονται και από εκτίμηση την οποία θα έχει διενεργήσει ανεξάρτητος επαγγελματίας εκτιμητής…»
23. Στις 9.8.2006 υπογράφηκαν οι ακόλουθες συμφωνίες:
(α) πωλητήριο έγγραφο (Τεκμήριο 13) μεταξύ της Salamis ως πωλητή και της μητρικής εταιρείας της Ενάγουσας ως αγοραστή. Με αυτό η Salamis πωλεί το 23/35 μερίδιο του Επίδικου Ακινήτου. Η Salamis δηλώνει ότι κατέχει το ισόγειο, ημιώροφο, 1ο και 2ο όροφο καθώς και το 1ο επίπεδο του υπόγειου χώρου στάθμευσης του Επίδικου Κτιρίου. Το τίμημα πώλησης ήταν ΛΚ1.000.000 και ήταν πληρωτέο κατά ΛΚ100.000 με την υπογραφή και ΛΚ900.00 με τη μεταβίβαση της κυριότητας. Η Prochoice προσυπογράφει αυτό το πωλητήριο έγγραφο δηλώνοντας ότι συγκατατίθεται στην πώληση του 23/35 μεριδίου της Salamis. (στο εξής το «1ο Πωλητήριο Έγγραφο»)
(β) πωλητήριο έγγραφο (Τεκμήριο 12) μεταξύ της Prochoice ως πωλητή και της Ενάγουσας ως αγοραστή. Με αυτό η Prochoice πωλεί 12/35 μερίδιο του Επίδικου Ακινήτου. Η Prochoice δηλώνει ότι κατέχει τον 3ο, 4ο και 5ο όροφο καθώς και το 2ο επίδικου του υπόγειου χώρους στάθμευσης του Επίδικου Ακινήτου. Το τίμημα πώλησης ήταν ΛΚ500.000 και ήταν πληρωτέο κατά ΛΚ10.000 κατά την υπογραφή και ΛΚ490.000 με τη μεταβίβαση της κυριότητας. Η Salamis προσυπογράφει αυτό το πωλητήριο έγγραφο δηλώνοντας ότι συγκατατίθεται στην πώληση του 12/35 μεριδίου της Prochoice. (στο εξής το «2ο Πωλητήριο Έγγραφο»)
(γ) πωλητήριο έγγραφο (Τεκμήριο 14) μεταξύ Prochoice ως πωλητή και της Ενάγουσας ως αγοραστή. Σύμφωνα με το προοίμιο αυτής της συμφωνίας «επειδή ο πωλητής [Prochoice] είναι ιδιοκτήτης των διαχωριστικών και των προσαρμογών (fittings) καθώς και του συστήματος κλιματισμού τα οποία βρίσκονται τοποθετημένα και/ή προσαρμοσμένα [στο Επίδικο Κτίριο]…», πωλεί τα αντικείμενα αυτά έναντι ποσού ΛΚ200.000. Το ποσό ήταν πληρωτέο κατά ΛΚ50.000 «κατά ή προ της 14.8.2006» (παράγραφος 3(α)) και το υπόλοιπο ΛΚ150.000 με τη μεταβίβαση του Επίδικου Ακινήτου. (στο εξής το «3ο Πωλητήριο Έγγραφο»). Το 3ο Πωλητήριο Έγγραφο δεν προσυπογράφηκε από τη Salamis, ως ο έτερος ιδιοκτήτης όπως και στην περίπτωση των δύο άλλων πωλητηρίων εγγράφων.
24. Η μεταβίβαση του Επίδικου Ακινήτου με βάση το 1ο και 2ο Πωλητήριο Έγγραφο έγινε στις 16.8.2006.
25. Προς πληρωμή του τιμήματος αγοράς του Επίδικου Ακινήτου, έγιναν οι ακόλουθες πληρωμές:
(α) το ποσό ΛΚ1.000.000 που θα πληρωνόταν η Salamis δυνάμει του 1ου Πωλητηρίου Εγγράφου πληρώθηκε ως εξής:
(i) ποσό ΛΚ100.000 με επιταγή της μητρικής εταιρείας (Τεκμήριο 15) ημερομηνίας 9.8.2005
(ii) ποσό ΛΚ900.000 με τραπεζική επιταγή (Τεκμήριο 16) ημερομηνίας 16.8.2006
(β) το ποσό των ΛΚ500.000 που θα πληρωνόταν η Prochoice δυνάμει του 2ου Πωλητηρίου Εγγράφου πληρώθηκε ως εξής:
(i) ποσό ΛΚ490.000 με τραπεζική επιταγή (Τεκμήριο 17) ημερομηνίας 16.8.2006
(ii) ποσό ΛΚ10.000 στον διευθυντή Εσωτερικών Προσόδων με τραπεζική επιταγή ημερομηνίας 14.8.2006 (Τεκμήριο 18 (μέρος))
(γ) για το ποσό των ΛΚ200.000 που θα πληρωνόταν η Prochoice δυνάμει του 3ου Πωλητηρίου Εγγράφου δόθηκε προς τον Εναγόμενο εξουσιοδότηση από την Ενάγουσα για την έκδοση επιταγής ΛΚ200.000 «προς την Prochoice» (Τεκμήριο 29, σχετικό και το Τεκμήριο 36). Τελικά το εν λόγω ποσό πληρώθηκε ως εξής:
(i) ποσό ΛΚ50.000 με τραπεζική επιταγή ημερομηνίας 14.8.2006 (Τεκμήριο 18 (μέρος)) που εκδόθηκε στο όνομα του Διευθυντή Εσωτερικών Προσόδων
(ii) ποσό ΛΚ150.000 με επιταγή της Ενάγουσας ημερομηνίας 17.8.2006 (Τεκμήριο 20) που εκδόθηκε στο όνομα του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπούσε την Prochoice και τη Salamis. Η πληρωμή αυτή έγινε με γραπτή υπόδειξη/γραπτές οδηγίες (Τεκμήριο 21) της Prochoice μέσω επιστολής ημερομηνίας 9.8.2006. Σημειώνω ότι για το ποσό αυτό είχε αρχικά εκδοθεί επιταγή της Ενάγουσας ημερομηνίας 16.8.2006 (Τεκμήριο 31) στο όνομα της Prochoice όμως η επιταγή εκείνη ακυρώθηκε και αντικαταστάθηκε με την επιταγή Τεκμήριο 20.
26. Στις 15.9.2006 στάλθηκε στον Εναγόμενο προσωπικά 2η επιστολή από τους δικηγόρους του ΜΕ1 στην οποία του ανέφεραν ότι παράκαμψε τον ΜΕ1 στην αγορά του Επίδικου Ακινήτου. Πρόκειται να την επιστολή Τεκμήριο 27 όπου αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«…οι πελάτες μας, όπως ισχυρίζονται, γνωρίζουν με λεπτομέρειες τα όσα έλαβαν χώραν, την παντελή έλλειψη διαφάνειας που επικράτησε στα θέματα που είχαν σχέση με την τιμή που προσεφέρθη το ακίνητο, τις διάφορες σκοπιμότητες που επιδιώχθηκαν και τελικά υιοθετήθηκαν, τις μεθοδεύσεις που έλαβαν χώραν μεταξύ πωλητών και αγοραστών, οι οποίες πιθανόν να ευρίσκονταν εντός των ορίων του ποινικού κώδικα, για να εξοστρακισθούν οι πελάτες μας ως οι διαμεσολαβητές στην πώληση του ακινήτου…»
27. Η πιο πάνω επιστολή των δικηγόρων του ΜΕ1 απαντήθηκε με επιστολή των δικηγόρων του Εναγόμενου ημερομηνίας 21.9.2006 (Τεκμήριο 33) στην οποία, μεταξύ άλλων αναφέρονται τα εξής:
«Παρεκλήθην παρά του πελάτη μου κ. Γεώργιου Φωτίου […] να σας καλέσω όπως αποσύρετε αμέσως οποιονδήποτε σχόλιο ή και υπαινιγμό που αφορά τον πελάτη μου στο εν λόγω φαξ.
Ο πελάτης μου ουδεμία σχέση έχει με τα πρόσωπα εκ μέρους των οποίων αποστείλατε το φαξ και επιφυλάττει πλήρως τα δικαιώματα του εναντίον παντός υπευθύνου ο οποίος επιχειρεί να εμπλέξει το πρόσωπο του σε διαφορές οι οποίες ουδόλως τον αφορούν.»
28. Όταν ο ΜΕ1 πληροφορήθηκε ότι το Επίδικο Κτίριο είχε πωληθεί στην Ενάγουσα εταιρεία, ζήτησε (Τεκμήριο 5) από την Prochoice και Salamis την πληρωμή της προμήθειας του. Οι δύο εταιρείες αμέλησαν να το πράξουν. Ο ΜΕ1 καταχώρησε την αγωγή 7408/2007 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας εναντίον της Prochoice και της Salamis για την προμήθεια του στα πλαίσια της οποίας εξασφάλισε σχετική απόφαση υπέρ του. Στην ακρόαση εκείνης της υπόθεσης κατέθεσε ο κ. Ανδρέου, συνεργάτης του ΜΕ1, και η γραπτή δήλωση που είχε παρουσιάσει κατά την κυρίως εξέταση του είναι το Τεκμήριο 45. Στην ίδια δίκη, κατέθεσε επίσης ο κ. Μηνά, συνεργάτης της Ενάγουσας, και η γραπτή δήλωση που είχε παρουσιάσει κατά την κυρίως εξέταση του είναι το Τεκμήριο 44. Σημειώνω ότι τα Τεκμήρια 44 και 45 παρουσιάστηκαν από τον Εναγόμενο.
29. Όπως σημείωσα στην αρχή ο Εναγόμενος ήταν κατά τον επίδικο χρόνο της αγοράς του Επίδικου Ακινήτου ο γενικός διευθυντής της Ενάγουσας εταιρείας. Περί το 2008 διορίστηκε διευθύνοντας σύμβουλος της Ενάγουσας. Απολύθηκε περί το 2012. Οι αρμοδιότητες του διευθύνοντα συμβούλου και του γενικού διευθυντή είναι ως καταγράφονται στο έγγραφο, Τεκμήριο 43.
30. Περί τις αρχές 2012 υποβλήθηκε ανώνυμη καταγγελία στην Ενάγουσα εις βάρος του Εναγόμενου που, μεταξύ άλλων, αφορούσε ότι αυτός «κέρδισε πάρα πολλά χρήματα τόσο από την πώληση του παλαιού και την αγορά καινούργιου κτηρίου όπου βρίσκονται τα κεντρικά γραφεία της Εταιρείας» (Τεκμήριο 38).
31. Η καταγγελία διερευνήθηκε εσωτερικά και στα πλαίσια της διερεύνησης ο Εναγόμενος είχε παραδώσει γραπτό υπόμνημα τον ερευνώντα λειτουργό ημερομηνίας 26.3.2012 (Τεκμήριο 39) όπου αναφέρει τα εξής σε σχέση με αυτό το ζήτημα:
«Ο ένας εκ των δύο συνιδιοκτητών του ακινήτου, η [Prochoice] αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα με αρκετές οφειλές προς την Τράπεζα της, το Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων (φορολογίες) και προς τρίτους ή τουλάχιστον προς τον κατασκευαστή του κτιρίου.
Το ακίνητο ήταν υποθηκευμένο προς όφελος της Λαϊκής Τράπεζας για ΛΚ540.000, ως επίσης υπήρχε προσημείωση (ΜΕΜΟ) από το Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων για απλήρωτες φορολογίες ύψους ΛΚ183.000.
[…]
Οι επιταγές […] εκδόθηκαν όπως οι οδηγίες των δικηγόρων τους, ενώ η επιταγή [για ΛΚ150.000] εκδόθηκε αρχικά σε διαταγή της [Prochoice] και την επόμενη με έγγραφες οδηγίες των δικαιούχων αντικαταστάθηκε με ισόποση επιταγή σε διαταγή [των δικηγόρων τους], ένεκα του ότι οι δικαιούχοι, έχοντας υπερβάσεις στους τραπεζικούς τους λογαριασμούς, επιθυμούσαν την έκδοση της επιταγής αυτής σε διαταγή των δικηγόρων τους».
32. Κατόπιν της έρευνας, εκδόθηκε σχετικό πόρισμα στις 9.4.2012. Εκεί, μεταξύ άλλων καταγράφονται τα εξής:
«Ύστερα από όσο αναλυτικά αναφέρθηκαν είναι προφανές ότι, οι τιμές αγοράς και πώλησης ήταν συμφέρουσες για την Εταιρία, όπως προκύπτει και από τις σχετικές εκτιμήσεις των ανεξάρτητων εκτιμητών. Ωστόσο, το γεγονός ότι [ο Εναγόμενος] διευκόλυνε την Prochoice και αποδέχτηκε να εκδώσει νέα επιταγή ποσού 150 χιλ. ΛΚ (€256 χιλ) υπέρ των δικηγόρων σε αντικατάσταση ισόποσης υπέρ των ιδιοκτητών για την εξόφληση μέρους του τιμήματος αγοράς, μας δημιουργεί προβληματισμό για το ποια ήταν η πραγματική αιτία της εν λόγω διευκόλυνσης».»
33. Οι εκτιμητές ακινήτων Rois Nicolaides, Talattinis, Christodoulou διενήργησαν στις 23.12.2010 εκτίμηση του Επίδικου Ακινήτου (Τεκμήριο 41), σύμφωνα με την οποία η αγοραία αξία κατά τον χρόνο εκείνο ήταν €5.380.000. Οι εκτιμητές ακινήτων Αντώνης Λοΐζου & Συνεργάτες διενήργησαν εκτίμηση του Επίδικου Ακινήτου στις 23.11.2010 (Τεκμήριο 40), σύμφωνα με την οποία η αγοραία αξία κατά τον χρόνο εκείνο ήταν €4.900.000.
Όπως σημείωσα στην αρχή, τα πιο πάνω γεγονότα είτε είναι κοινώς αποδεκτά και δεν αμφισβητήθηκαν είτε προκύπτουν από το περιεχόμενο εγγράφων που επίσης δεν αμφισβητήθηκε. Συνεπώς, καθίστανται και δικά μου ευρήματα.
Πέραν των πιο πάνω, στη μαρτυρία του ο ΜΕ1 ανέφερε ότι περί τα τέλη Οκτωβρίου 2005 πληροφορήθηκε από τον κ. Μιχάλη Μηνά, τον οποίο περιγράφει ως συνεργάτη κάποιου Σάββα Χριστοφόρου που εργαζόταν με τον Εναγόμενο, πως η Ενάγουσα ενδιαφερόταν να αγοράσει κτίριο στη Λευκωσία. Μετά από παράκληση του κ. Μηνά, ο ΜΕ1 συνέταξε την επιστολή Τεκμήριο 2 την οποία διαβίβασε στον Εναγόμενο μαζί με τα αρχιτεκτονικά σχέδια του Επίδικου Κτιρίου. Μετά τις επαφές αυτές, ο Εναγόμενος του διεμήνυσε μέσω του κ. Μηνά ότι η Ενάγουσα ενδιαφερόταν για την αγορά του Επίδικου Κτιρίου και ζήτησε από τον ΜΕ1 να του εξασφαλίσει αποκλειστικό δικαίωμα αγοράς δύο μηνών ώστε να λάβει οδηγίες από τη μητρική εταιρεία στην Ελλάδα.
Ο ΜΕ1 ανέφερε ότι συζήτησε το θέμα με τον κ. Λεωνίδου της Prochoice και, αφού οι δύο εταιρείες συμφώνησαν, ο κ. Λεωνίδου κατέγραψε τα χειρόγραφα που παρουσιάζονται πάνω από τις υπογραφές των ιδιοκτητών στο Τεκμήριο 3. Αντίγραφο διαβιβάστηκε στον Εναγόμενο από τον κ. Μηνά. Ο κ. Μηνά και ο κ. Ανδρέου ενημέρωσαν τον ΜΕ1 ότι ο Εναγόμενος κατέγραψε τις χειρόγραφες προσθήκες που παρουσιάζονται στο κάτω μέρος του Τεκμηρίου 3 και του παρέδωσαν το Τεκμήριο 3 στη μορφή που κατατέθηκε ως τεκμήριο.
Ο ΜΕ1 συνέχισε λέγοντας ότι τον Ιανουάριο 2006 είχε την εντύπωση ότι ο κ. Λεωνίδου τον απέφευγε. Το Φεβρουάριο 2006 είδε την ειδοποίηση Τεκμήριο 4 στον τύπο ότι η Ενάγουσα ενδιαφερόταν να αγοράσει κτίριο.
Ο ΜΕ1 και Εναγόμενος δεν είχαν συναντηθεί ή μιλήσει απευθείας μεταξύ τους πριν τη δίκη αυτής της υπόθεσης. Οι επαφές τους ήταν μέσω συνεργατών τους.
Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΕ1 επέμενε ότι το ποσό των ΛΚ1.500.000 που η Prochoice και η Salamis τον εξουσιοδοτούν να πωλήσει το Επίδικο Ακίνητο αφορούσε ολόκληρο το Επίδικο Κτίριο με τα προσαρτήματα του. Επισήμανε ότι σε επιτόπια εξέταση του Επίδικου Κτιρίου που διενήργησε, ξεναγήθηκε από τον κ. Λεωνίδου στους χώρους, του υποδείχθηκαν τα προσαρτήματα, συστήματα κλιματισμού κτλ και καμία αναφορά έγινε για πώληση των προσαρτημάτων ξεχωριστά. Αντίθετα, σημείωσε ότι η αναφορά στο Τεκμήριο 1 σε ΛΚ750.000 σε εσωτερικές επενδύσεις του κτιρίου έγινε γιατί τα προσαρτήματα συμπεριλαμβάνονταν στην τιμή των ΛΚ1.500.000 που ζητούσαν οι πωλητές. Η δε αναφορά στο Τεκμήριο 1 σε ΛΚ.1.500.000 «καθαρά» αναφερόταν στην προμήθεια του. Πρόσθεσε ότι όταν ο κ. Λεωνίδου του παρέδιδε την επιστολή Τεκμήριο 1, τον είχε ενημερώσει ότι η Salamis θα λάμβανε το ποσό των ΛΚ1.000.000 και η Prochoice ποσό ΛΚ500.000.
Τέθηκε στον ΜΕ1 κατά την αντεξέταση πως παρότι ο γραφικός χαρακτήρας στο κάτω μέρος του Τεκμηρίου 3 ανήκει στον Εναγόμενο, εντούτοις το Τεκμήριο 3 δεν είναι αυθεντικό αλλά «είναι προϊόν σύνθεσης σε φωτοτυπική μηχανή». Ο ΜΕ1 διαφώνησε και σημείωσε ότι δεν έχει στην κατοχή του το πρωτότυπο γιατί αυτό έχει κατατεθεί στο Δικαστήριο στα πλαίσια της δικής του υπόθεσης που είχε καταχωρήσει εναντίον της Prochoice και Salamis για την προμήθεια του.
Ο ΜΕ1 ρωτήθηκε επίσης κατά την αντεξέταση γιατί δεν υπέβαλε προσφορά για το Επίδικο Ακίνητο όταν εντόπισε τη δημοσίευση, Τεκμήριο 4. Ο ΜΕ1 απάντησε ότι θεωρούσε πως η προσφορά του κτιρίου προς πώληση, η περιγραφή του και η τιμή στην οποία διατίθετο ήταν σε γνώση της Ενάγουσας εταιρείας.
Θεωρώ τον ΜΕ1 αξιόπιστο μάρτυρα. Κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του παρέμεινε σταθερός στη θέση του και δεν διαπίστωσα αντιφάσεις ή ασυνέπειες. Οι αναφορές τους συνάδουν με το περιεχόμενο των εγγράφων που παρουσίασε και, γενικότερα, συνάδουν με τα κοινώς αποδεκτά γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση όπως τα παρέθεσα πιο πάνω. Σε σχέση με τις αναφορές του για τον τρόπο με τον οποίο διακινήθηκαν, διαβιβάστηκαν, συντάχθηκαν (τόσο στο δακτυλογραφημένο μέρος όσο και στις χειρόγραφες προσθήκες) τα Τεκμήρια 1, 2 και 3, αυτά που ο ΜΕ1 κατέθεσε συνάδουν και επιβεβαιώνονται από τα Τεκμήρια 44 και 45 που παρουσίασε ο ίδιος ο Εναγόμενος. Υπενθυμίζω ότι το Τεκμήριο 44 είναι γραπτή δήλωση του κ. Μιχάλη Μηνά, η οποία κατατέθηκε ως μέρος της μαρτυρίας του στην αγωγή 7408/2007 και τo Τεκμήριο 45 είναι γραπτή δήλωση του κ. Γεώργιου Ανδρέου που επίσης κατατέθηκε ως μέρος της μαρτυρίας του στην αγωγή εκείνη.
Συνεπώς, ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων, κρίνω ότι ο ΜΕ1 ήταν μάρτυρας αξιόπιστος, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή και η μαρτυρία του που περίγραψα πιο πάνω καθίσταται μέρος των ευρημάτων.
Προχωρώ στην κα Νικολέττα Παπανικολάου (ΜΕ2) η οποία ήταν και είναι υπάλληλος της Ενάγουσας εταιρείας. Κατά τον επίδικο χρόνο ήταν ιδιαιτέρα γραμματέας του Εναγόμενου που ήταν τότε ο γενικός διευθυντής. Όταν εκείνος έγινε διευθύνων σύμβουλος, η ίδια παρέμεινε ιδιαιτέρα γραμματέας του. Παρέμεινε στην ίδια θέση και μετά την απόλυση του Εναγόμενου και σήμερα είναι ιδιαιτέρα γραμματέας του νυν διευθύνοντα συμβούλου της Ενάγουσας εταιρείας. Τα καθήκοντα της περιλαμβάνουν την αρχειοθέτηση και φύλαξη εγγράφων, περιλαμβανομένων των εγγράφων που αφορούσαν την αγορά του Επίδικου Κτιρίου από την Ενάγουσα. Περιλαμβάνουν επίσης την ετοιμασία πρακτικών των συνεδριών του διοικητικού συμβουλίου και αρχειοθέτηση τους, την παραλαβή, προώθηση και ταξινόμηση αλληλογραφίας, τη διευθέτηση συναντήσεων και άλλα συναφή.
Ως η ιδιαιτέρα γραμματέας του Εναγόμενου κατά τον επίδικο χρόνο, εξήγησε ότι ήταν το άτομο που χειριζόταν τα διαδικαστικά ζητήματα της διαδικασίας προσφορών, παραλάμβανε τους φακέλους προσφορών και ετοίμασε συγκεντρωτικό πίνακα με τα βασικά στοιχεία όλων των προσφερόμενων κτιρίων (σχετικό το Τεκμήριο 37). Εξήγησε ότι δεν συμμετείχε η ίδια σε συναντήσεις ή τηλεφωνικές συνδιαλέξεις αλλά διευθετούσε τα σχετικά ραντεβού για τον Εναγόμενο.
Κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας της αναφέρθηκε στον τρόπο με τον οποίο υποβλήθηκε η προσφορά της Prochoice και της Salamis για την πώληση του Επίδικου κτιρίου. Η ΜΕ2 ανέφερε ότι ο Εναγόμενος είχε συνάντηση στο γραφείο του με κάποιο κ. Ζένιο Δημητρίου. Η ίδια δεν ήταν παρούσα στη συνάντηση αλλά όταν εξήλθαν του γραφείου, ο κ. Δημητρίου της παρέδωσε την προσφορά σε φάκελο που κρατούσε. Ο Εναγόμενος της είπε να τον καταχωρήσει στις προσφορές για τα υποψήφια κτήρια.
Κατά την αντεξέταση της, σε σχέση με τη διαμόρφωση των εσωτερικών χώρων του Επίδικου Κτιρίου, η ΜΕ2 κατέθεσε ότι τα εσωτερικά διαχωριστικά του 5ου ορόφου ήταν διαφορετικά από αυτά των υπόλοιπων ορόφων και, γενικότερα, η εσωτερική διαμόρφωση του κάθε ορόφου ήταν διαφορετική.
Το κύριο μέρος της μαρτυρίας της εστιάστηκε στην παρουσίαση διαφόρων εγγράφων που σχετίζονται με την υπόθεση. Κατά την αντεξέταση υποβλήθηκε στη ΜΕ2 ότι δεν παρουσίασε όλα τα σχετικά έγγραφα αλλά επιλεκτικά παρουσίασε συγκεκριμένα μόνο έγγραφα με σκοπό να επιβαρύνει τη θέση του Εναγόμενου. Η ΜΕ2 διαφώνησε σημειώνοντας ότι παρουσίασε έγγραφα που ήταν στο αρχείο που τηρούσε και τα οποία γνώριζε.
Η υποβολή αυτή, ότι δηλαδή η ΜΕ2 ήταν μεροληπτική και κατάθεσε με πρόθεση να παρουσιάσει μια στρεβλωμένη εικόνα εις βάρος του Εναγόμενου δεν στοιχειοθετήθηκε. Ούτε υποστηρίζεται από το σύνολο της μαρτυρίας της και τα έγγραφα που η ΜΕ2 παρουσίασε. Αυτό που διαφαίνεται είναι ότι παρουσίασε έγγραφα που γνώριζε και είχε στην κατοχή της, εξήγησε για το κάθε ένα το πλαίσιο στο οποίο ετοιμάστηκε και τα γεγονότα που γνώριζε σε σχέση με το περιεχόμενο του. Ήταν πειστική, σταθερή και σαφής στις απαντήσεις που έδινε, ως πρόσωπο χωρίς άμεση εμπλοκή με τα γεγονότα και χωρίς εκτελεστική εξουσία στην Ενάγουσα εταιρεία.
Θεωρώ ότι ήταν αξιόπιστη και το σύνολο της μαρτυρίας της γίνεται αποδεκτό ως τέτοιο. Ως αποτέλεσμα αυτής της διαπίστωσης, η μαρτυρία της που έχω περιγράψει πιο πάνω καθίσταται μέρος των ευρημάτων.
Προχωρώ στη μαρτυρία του Εναγόμενου.
Καθοριστικό για τους σκοπούς της παρούσας αγωγής ήταν κατά πόσο ο Εναγόμενος είχε ενημερώσει το διοικητικό συμβούλιο της Ενάγουσας ότι το Επίδικο Ακίνητο που τους είχε προσφερθεί προς αγορά στην τιμή των ΛΚ1.700.000 ήταν διαθέσιμο προς πώληση μέσω του ΜΕ1 – και μάλιστα με αποκλειστικό δικαίωμα αγοράς για περίοδο 2 μηνών (που έληγε στις 20.2.2006 ήτοι κατά τη διάρκεια της περιόδου προσφορών) στην τιμή των ΛΚ1.500.000.
Η θέση του Εναγόμενου σε σχέση με αυτό το καίριο ζήτημα, ούτε σταθερή ούτε πειστική ήταν. Στην αρχή της μαρτυρίας του απέφυγε να τοποθετηθεί εάν είχε ενημερώσει το διοικητικό συμβούλιο. Αργότερα υποστήριξε ότι είχε ενημερώσει τον κ. Δούκα Παλαιολόγο, πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου. Μετά υποστήριξε ότι είχε ενημερώσει και τον κ. Τσιτσιρίδη, που ήταν τότε μέλος του διοικητικού συμβουλίου. Δεν μπορώ να δεχτώ ότι είχε δώσει αυτή την καίρια πληροφορία στο διοικητικό συμβούλιο – που αφορούσε το βασικό θέμα του ποσού που θα πληρωνόταν για την αγορά του Επίδικου Ακινήτου – και η πληροφορία ή το γεγονός αυτό δεν αποτυπώνεται στα πρακτικά των συνεδριών. Ούτε μπορώ να δεχτώ ότι ενημέρωσε έστω ανεπίσημα κάποια μεμονωμένα μέλη του διοικητικού συμβουλίου αλλά όχι ολόκληρο το σώμα κατά τις συνεδρίες όπου συζητείτο η αγορά κτιρίου και λαμβάνονταν αποφάσεις για αυτό το ζήτημα. Ως θέμα κοινής λογικής δεν μπορώ να δεχτώ ότι ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου, αν γνώριζε, δεν θα έκανε κάποια επισήμανση στα πρακτικά ή δεν θα έθετε προς συζήτηση στη συνεδρία με τα άλλα μέλη του σώματος ότι το ίδιο κτίριο που μέχρι 20.2.2006 ήταν προς πώληση για ΛΚ1.500.000, λίγες μόνο μέρες μετά διατίθετο προς πώληση για ΛΚ1.700.000.
Καθόλου πειστικές οι απαντήσεις του Εναγόμενου όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει γιατί δεν προσπάθησε να εγείρει το ζήτημα της τιμής και της προηγούμενης διάθεσης του Επίδικου Ακινήτου για ΛΚ1.500.000 κατά τη διαπραγμάτευση και κατ΄ ιδίαν συνάντηση που είχε με τον κ. Λεωνίδου. Υποστήριξε ότι το έθεσε αλλά η απάντηση είναι πως η τιμή δεν ήταν διαπραγματεύσιμη, ότι η Salamis ήθελε να λάβει ποσό ΛΚ1.000.000, ότι η τιμή είχε αυξηθεί από τις 20.2.2006 κατά ΛΚ200.000 ένεκα της ανόδου των τιμών στα ακίνητα (μέσα σε διάστημα 7 ημερών!). Να προσθέσω εδώ ότι η Salamis εξ αρχής ήθελε ΛΚ1.000.000 για το μερίδιο της άρα η αξία του μεριδίου της Prochoice είναι αυτή που αυξήθηκε από ΛΚ500.000 σε ΛΚ700.000 σε διάστημα λίγων ημερών.
Η εξήγηση του Εναγόμενου για τη χειρόγραφη δική του σημείωση στο Τεκμήριο 3 επίσης καθόλου πειστική είναι. Γιατί να έγραψε το κείμενο σε ξεχωριστό χαρτί και κάποιος (ποιος;) να συνέθεσε το Τεκμήριο 3 με φωτοτυπική μηχανή; Ποιος ο λόγος να γράφει ο Εναγόμενος ότι «οποιοδήποτε ποσό εισπραχθεί από τους ιδιοκτήτες ως προϊόν της πώλησης του ακινήτου πέραν της συμφωνηθείσας τιμής του, ήτοι ΛΚ1.500.000 θα πληρωθεί από τους ιδιοκτήτες στο κτηματομεσιτικό γραφείο ως αμοιβή για τις υπηρεσίες τους για την πώληση του κτιρίου»; Υπό ποιες περιστάσεις και για ποιο λόγο να γράψει ο Εναγόμενος (είτε στο Τεκμήριο 3 είτε σε ξεχωριστό έγγραφο) αυτή τη σημείωση; Ποιο συμφέρον ή ενδιαφέρον, έστω, της Ενάγουσας μπορεί να εξυπηρετούσε αυτή η φράση;
Περισσότερα ερωτηματικά παρά απαντήσεις ήγειραν όσα ανέφερε προσπαθώντας να εξηγήσει γιατί υπογράφτηκε το 3ο Πωλητήριο Έγγραφο με την Prochoice που αφορούσε τις ΛΚ200.000 για τα προσαρτήματα του κτιρίου. Γιατί πληρώνεται μόνο ο ένας εκ των δύο ιδιοκτητών (μάλιστα ο ιδιοκτήτης που κατέχει το μερίδιο μειοψηφίας 12/35) για τα προσαρτήματα; Γιατί στο κείμενο του 3ου Πωλητηρίου Εγγράφου δεν διευκρινίζεται ποια αντικείμενα και προσαρτήματα πωλούνται; Μάλιστα η περιγραφή τους στο προοίμιο αναφέρεται γενικά σε ολόκληρο το κτίριο και όχι στο μέρος που κατείχε η Prochoice. Γιατί το 3ο Πωλητήριο έγγραφο δεν προσυπογράφεται από τον έτερο ιδιοκτήτη όπως τα άλλα δύο; Γιατί συμφωνείται ξεχωριστή τιμή για τα προσαρτήματα ενώ στην τιμή των ΛΚ.1.500.000 του Τεκμηρίου 1 και 3, ξεκάθαρα προκύπτει από το κείμενο ότι τα προσαρτήματα συμπεριλαμβάνονται; Σημειώνω πως ούτε το εκτιμητικό γραφείο Αντώνη Λοΐζου ούτε ο κ. Μαργαρίνης στις εκθέσεις τους, Τεκμήρια 6 και 7, διαχωρίζουν το κτίριο από τα προσαρτήματα του.
Υποστήριξε ο Εναγόμενος και εξήγησε με περισσή (μάλλον δυσανάλογη λεπτομέρεια, θα έλεγα) ότι η Prochoice αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, είχε οφειλές στην τράπεζα και για αυτό το λόγο ζήτησε όπως οι ΛΚ200.000 πληρωθούν με βάση το 3ο Πωλητήριο Έγγραφο. Δηλαδή αυτό που εισηγείται είναι ότι συμμετείχε με την Prochoice, μια εταιρεία στην οποία δεν είχε συμφέρον ο ίδιος, σε μια πλάνη και προκάλεσε ουσιαστικά την Ενάγουσα να συνάψει το εικονικό 3ο Πωλητήριο Έγγραφο για να βοηθήσει την Prochoice ή τον Λεωνίδου να ξεγελάσει τους οφειλέτες του;
Υποστήριξε περαιτέρω ο Εναγόμενος ότι ένας άλλος λόγος που βοήθησε την Prochoice, στην πλάνη αυτή του 3ου Πωλητηρίου Εγγράφου ήταν διότι η Salamis – ο συνιδιοκτήτης κατά 23/35 του Επίδικου Ακινήτου – δεν γνώριζε ότι ο κ. Λεωνίδου ήθελε να τους εξαπατήσει εισπράττοντας ΛΚ200.000 επιπλέον.
Συγκεκριμένα, σε σχέση με αυτό το ζήτημα ο Εναγόμενος ανέφερε πως «είναι πιθανόν η Salamis να μην ήταν υπόψη της η τιμή που πρότεινε ο κύριος [Λεωνίδου] με την προσφορά τους και αφορούσε το μερίδιο τους, διότι στην προσφορά δεν γράφει το ποσό το οποίο θα πάρει ο καθένας. Πώς αυτός [ο κ. Λεωνίδου] ενήργησε στη συνέχεια για να είμαι ειλικρινής, στην πορεία, ήταν ένα θέμα που μας απασχόλησε. Καταλήξαμε ότι το δικό μας συμφέρον ήταν αυτό που έγινε στην πορεία και το έχω περιγράψει εκτεταμένα». Ακολούθως, σε σχέση με το 3ο Πωλητήριο Έγγραφο ο Εναγόμενος ανέφερε ότι «δεν ξέρω αν ο κύριος η Prochoice ο κύριος Λεωνίδου το είχε πει στην Salamis ή όχι. Η δική μου αντίληψη και άποψη όπως τα έζησα δεν γνώριζε γιατί από τις διαπραγματεύσεις και τις συζητήσεις με την Prochoice διαπίστωσα ότι υπήρχε μια τέτοια περίπτωση να μην γνώριζε. Και μεταφέρθηκε και σε εμάς μέσω της συμπεριφοράς του κυρίου Λεωνίδου το οποίο ενδεχομένως να έθετε σε κίνδυνο και την εξέλιξη της πράξης καθότι αυτό που εγώ αντιλήφθηκα από τη Salamis ήταν ότι το κτίριο θα ήταν 1.500.000 καθαρά. Διότι έθεσα το ερώτημα στον κύριο Λεωνίδου καθαρά, πως ήταν χωρίς την αμοιβή του μεσίτη και χωρίς τα έξοδα της διαδικασίας. Το ερώτημα σας δεν μπορώ να γνωρίζω με βεβαιότητα αν το γνώριζε ή αν δεν γνώριζε η Salamis».
Μετά την απάντηση αυτή ο Εναγόμενος ερωτήθηκε σε ποιο μεσίτη αναφέρεται και απάντησε ως εξής: «Δεν αναφέρομαι σε συγκεκριμένο μεσίτη. Αναφέρομαι ότι το ποσό όταν ρώτησα σε κάποια στιγμή τον κύριο Λεωνίδου ότι εγώ θυμούμαι ότι το κτίριο ήταν 1.500.000 και αυτή τη γνώση την είχα από το τεκμήριο 1 και 3 στη διαδικασία και από εκεί μπορώ να εικάσω ότι αφορά τους μεσίτες που πιθανόν να έδωσαν το κτίριο.»
Διέκρινε, είπε, ο Εναγόμενος κάποια ένταση στις σχέσεις του κ. Λεωνίδου (της Prochoice) και του κ. Λουκά που εκπροσωπούσε τη Salamis. Αυτό του ήγειρε υποψίες ότι μπορεί να μην γνώριζε για την τιμή των ΛΚ1.700.000 η Salamis. Όμως αφού έλαβε συμβουλή από τους ελεγκτές της Ενάγουσας και αφού συζήτησε το θέμα με τον τότε πρόεδρο, αποφασίστηκε η χωριστή πληρωμή των ΛΚ200.000 για να μην υπαναχωρήσει από τη συναλλαγή η Prochoice.
Δεν υπάρχει λογική σε αυτές τις θέσεις. Εάν ο ιδιοκτήτης που κατείχε το 23/35 μερίδιο στο Επίδικο Ακίνητο ήταν έτοιμος να πωλήσει για συνολικό ποσό ΛΚ1.500.000, δηλαδή το ποσό για το οποίο είχε παραχωρηθεί δικαίωμα πώλησης στον κτηματομεσίτη, γιατί να μην γίνει μια προσπάθεια ή νύξη προς τον ιδιοκτήτη εκείνο για να εξασφαλιστεί η τιμή των ΛΚ1.500.000; Αντί αυτής της προσπάθειας, ο γενικός διευθυντής επιλέγει να μην ενημερώσει και να μη συζητήσει καν το ζήτημα με τον εκπρόσωπο της Salamis. Επιλέγει να αφήσει την Ενάγουσα εταιρεία να πληρώσει ΛΚ200.000 περισσότερες στον έτερο ιδιοκτήτη, με ένα εικονικό 3ο Πωλητήριο Έγγραφο, μήπως και υπαναχωρήσει; Μάλιστα, ο γενικός διευθυντής μπαίνει στον κόπο και αναλαμβάνει την πρωτοβουλία να ζητήσει ξεχωριστή εκτίμηση των προσαρτημάτων και να λάβει συμβουλή από τους ελεγκτές της Ενάγουσας, παραπλανώντας και εκείνους, για να είναι σίγουρος ότι η εικονική συναλλαγή του 3ου Πωλητηρίου Εγγράφου μπορεί να δικαιολογηθεί; Σε ποιον να δικαιολογηθεί δεν διευκρινίζει ο Εναγόμενος. Εάν το διοικητικό συμβούλιο της Ενάγουσας ήταν ενήμερο και σύμφωνο, όπως υποστηρίζει, δεν χρειαζόταν η ξεχωριστή εκτίμηση και ξεχωριστή συμβουλή των ελεγκτών. Να δικαιολογηθεί προς τη Salamis δεν υπήρχε λόγος γιατί η Salamis, σύμφωνα με τον Εναγόμενο, δεν γνώριζε. Ούτε βεβαίως διευκρινίζει κατά ποσό ο κοινός δικηγόρος της Salamis και της Prochoice επίσης συμμετείχε στην προσπάθεια συσκότισης του έτερου πελάτη του – της Salamis δηλαδή - προς όφελος της Prochoice. Το όλο επιχείρημα του Εναγόμενου στερείται σοβαρότητας.
Προσπαθώντας να εξηγήσει ο Εναγόμενος γιατί έγινε η καταγγελία εναντίον του που οδήγησε σε εσωτερικό έλεγχο, και πάλιν δεν ήταν πειστικός. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο υπήρχε «προσπάθεια εκβιασμού [του] από τον πρώην υπάλληλο της ενάγουσας κ. Σάββα Χριστοφόρου που επιχειρήθηκε σε συνεργασία με τον κ. Μιχάλη Μηνά. Ο δεύτερος γνώριζε και/ή είχε φιλικές σχέσεις με ανώτατο στέλεχος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος που ήταν η επικεφαλής εταιρεία του ομίλου της ενάγουσας. Ο εκβιασμός αποσκοπούσε στο να λάβει αποζημιώσεις ο κ. Σ. Χριστοφόρου για την απόλυση του και εστιαζόταν σε συκοφαντίες εναντίον μου, με τη συνδρομή του κ. Μ. Μηνά ο οποίος ήταν δυσαρεστημένος από εμένα διότι δεν έλαβα υπόψη την «προσφορά» Τεκμήριο 2, από την οποία θα είχε οικονομικό όφελος το κτηματομεσιτικό γραφείο Κώστα Καθητζιώτη και κατ’ επέκταση ο ίδιος».
Αυτές οι εξηγήσεις δεν απαντούν γιατί να έγινε η καταγγελία 6 χρόνια μετά τα επίδικα γεγονότα. Εισηγείται ο Εναγόμενος ότι το κίνητρο του κ. Χριστοφόρου ήταν να λάβει αποζημιώσεις για την απόλυση του (χωρίς να εξηγεί τί αποζημιώσεις και με ποιο τρόπο ο Εναγόμενος τον εμπόδιζε να τις λάβει). Εισηγείται επίσης ότι ο κ. Χριστοφόρου συνέπραξε με τον κ. Μηνά ο οποίος επίσης ήθελε να βλάψει τον Εναγόμενο για δικούς του λόγους και συγκεκριμένα γιατί ο Εναγόμενος δεν έλαβε υπόψη την προσφορά Τεκμήριο 2 από την οποία θα είχε όφελος ο ΜΕ1 και, κατ’ επέκταση ο κ. Μηνά. Δεν εξηγεί όμως με ποιο τρόπο θα είχε όφελος ο κ. Μηνά ή ποιο θα ήταν αυτό το όφελος. Ούτε εξηγεί γιατί αυτά τα δύο πρόσωπα που ήταν δυσαρεστημένα (όπως εισηγείται) μαζί του, για ανεξάρτητο λόγο ο καθένας, αποφάσισαν να συμπράξουν και να τον καταγγείλουν ψευδώς στην Ενάγουσα. Αυτές οι εξηγήσεις του Εναγόμενου δεν είναι πειστικές.
Στην επιστολή του Εναγόμενου ημερομηνίας 26.3.2012 (Τεκμήριο 39) που αυτός ετοίμασε για σκοπούς του εσωτερικού ελέγχου περιλαμβάνονται και άλλες αναφορές για τον κ. Χριστοφόρου που επίσης δεν στέκουν στη βάσανο της λογικής. Αναφέρει μεταξύ άλλων ότι «ο κ. Σάββας Χριστοφόρου, ο οποίος διάθετε πρακτορείο και με τον οποίο υπήρχε μικρή συνεργασία προσλήφθηκε το 2008 με καθήκοντα την ανάπτυξη και την εξυπηρέτηση χαρτοφυλακίου μεγάλων πελατών και τη διαχείριση της πρακτορειακής μας εταιρείας. […] Στις 29.12.2010 ο κ. Χριστοφόρου τερμάτισε μονομερώς τη Συμφωνία για τη μεταφορά των εργασιών του, προφασιζόμενος ότι η εταιρία δεν τήρησε τις υποχρεώσεις της για έγκαιρη εξόφληση της αποζημίωσης του […] Καθ’ όλη τη διάρκεια της εργοδότησης του, ο κ. Χριστοφόρου επέδειξε άσχημη συμπεριφορά και αρνητική στάση, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να συνεργαστεί με κανένα άλλο μέλος του προσωπικού. […] Στις 10.03.2011 οδήγησε τρία άγνωστα πρόσωπα (ένα υπόδικο και δύο αλλοδαπούς) στο γραφείο μου, με σκοπό τον εκφοβισμό μου για την ικανοποίηση των απαιτήσεων του. Το γεγονός αυτό ήταν από μόνο του τέτοιο που με υποχρέωσε να προβώ στην άμεση απόλυση του. Στη συνέχεια ο κ. Χριστοφόρου ενοχλούσε και εκφόβιζε τα μέλη του προσωπικού που εξυπηρετούσαν πελάτες του αρχικού του χαρτοφυλακίου, γεγονός που με υποχρέωσε να τον καλέσω και να συμφωνήσω στο να μεταφέρει το χαρτοφυλάκιο αυτό αλλού, με την υποχρέωση εκ μέρους του να εισπράξει για λογαριασμό μας τα οφειλόμενα ασφάλιστρα έναντι προμήθειας, ως να ήταν συνεργαζόμενος πράκτορας, όπως και έγινε. Αργότερα ο κ. Χριστοφόρου έθεσε εκ νέου θέμα αποζημίωσης για την απόλυση του, το οποίο απέρριψα. Αυτό ήταν και η αφορμή να αρχίσει να διαδίδει διάφορα ψεύδη για το ήθος μου και να προβαίνει σε ενέργειες που σκοπό είχαν να πλήξουν το πρόσωπο μου εντός και εκτός της εταιρείας αλλά και στη δημιουργία προβλημάτων εντός της οικογένειας μου. Το αποκορύφωμα των ενεργειών του ήταν η απειλή για χρησιμοποίηση προσωπικότητας του ομίλου μας για διασυρμό μου, σε συνεργασία με πρώην στέλεχος της τράπεζας μας και συνεργάτη το πρακτορείου, που στο παρελθόν επιδίωξε μαζί με κτηματομεσιτικό γραφείο να έχει όφελος από την αγορά του κτιρίου μας. Στις 9.3.2012 και αφού απέτυχε στις ως άνω εκβιαστικές του ενέργειες, καταχώρησε αγωγή εναντίον της εταιρίας και εμένα προσωπικά για παράνομη απόλυση.»
Το πιο πάνω κείμενο στερείται λογικής. Υποστηρίζει ουσιαστικά ο Εναγόμενος ότι ο κ. Χριστοφόρου τον απείλησε με άτομα του υπόκοσμου, στα γραφεία της Ενάγουσας, ότι εκφόβιζε άλλα μέλη του προσωπικού της Ενάγουσας όμως ο Εναγόμενος (που τότε ήταν διοικητικός σύμβουλος) τον κάλεσε (!) και συμφώνησε μαζί του (!) να του παραχωρήσει το χαρτοφυλάκιο του και μάλιστα συμφώνησε με άτομο τέτοιου χαρακτήρα ότι θα του ανέθετε να εισπράξει εκ μέρους της Ενάγουσας οφειλόμενα ασφάλιστρα έναντι προμήθειας. Αυτές οι δικαιολογίες δεν γίνονται αποδεκτές γιατί δεν φαντάζουν αληθινές.
Σύμφωνα με τον Εναγόμενο ενώ «η Ενάγουσα και/ή οι αξιωματούχοι και/ή υπάλληλοι και/ή αντιπρόσωποι της, ενώ γνώριζαν ότι δεν υποβλήθηκε άλλη προσφορά ή πρόταση για την αγορά του επίδικου κτιρίου, πέραν από αυτήν που υποβλήθηκε στα πλαίσια της διαδικασίας της ανοικτής πρόσκλησης ενδιαφέροντος που η ίδια καθόρισε, δόλια ή ψευδώς προέβηκαν σε καταγγελία μου στην αστυνομία και σε αγωγή εναντίον μου με σκοπό να με δυσφημίσουν και να με εξοντώσουν επαγγελματικά και οικονομικά.» Δεν προσέφερε κάποια εξήγηση γιατί να τηρεί η Ενάγουσα εκδικητική ή καταδιωκτική στάση απέναντι του σε βαθμό που ο οργανισμός αυτός τον οποίο υπηρέτησε για πολλά χρόνια να προβεί δόλια και ψευδώς σε καταγγελία εναντίον του. Δέχτηκε όμως ότι μετά την απόλυση του το 2013 και κατόπιν σχετικής καταγγελίας από την Ενάγουσα, καταδικάστηκε για κλοπή «κάποιου ποσού», όπως το έθεσε, την περίοδο 2011 και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 10 μηνών με 3ετή αναστολή. Για την υπόθεση εκείνη έχει καταχωρηθεί εναντίον του άλλη αγωγή από την Ενάγουσα η οποία εκκρεμεί προς εκδίκαση.
Εν πολλοίς η εικόνα που άφησε ο Εναγόμενος είναι πως αντί να εξηγήσει γιατί δεν ενημέρωσε το διοικητικό συμβούλιο για την τιμή ΛΚ1.500.000 στην οποία ήταν διαθέσιμο αποκλειστικά στην Ενάγουσα το Επίδικο Ακίνητο μέχρι 20.2.2006, η προσπάθεια του ήταν να δικαιολογήσει γιατί ορθά πληρώθηκε επιπλέον ποσό ΛΚ200.000 σε ένα εκ των δύο ιδιοκτητών, με εικονική συμφωνία.
Θεωρώ ότι δεν χρειάζεται να επεκταθώ περαιτέρω. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο Εναγόμενος δεν κατέθεσε την αλήθεια. Η εντύπωση που άφησε ήταν ότι με τη μαρτυρία του προσπάθησε να παρουσιάσει μια εικόνα που θεωρούσε ότι ήταν θετική για τον ίδιο επιδιώκοντας να δικαιολογήσει τις πράξεις και παραλείψεις του. Όμως οι δικαιολογίες του δεν έπεισαν γιατί δεν στέκουν στη βάσανο της λογικής, δεν συνάδουν με το περιεχόμενο της έγγραφης μαρτυρίας και δεν ήταν πειστικές. Καταλήγω ότι δεν ήταν μάρτυρας που κατέθεσε την αλήθεια. Θεωρώ ότι η μαρτυρία του ήταν, σε μεγάλο βαθμό και επί ουσιαστικών ζητημάτων, κατασκευασμένη. Συνεπώς, δεν τον θεωρώ αξιόπιστο και δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του για διαμόρφωση ευρημάτων.
Από όσα έχω αναφέρει πιο πάνω, από τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα που παραθέτω στην αρχή της απόφασης μου και από τα υπόλοιπα ευρήματα στα οποία οδηγήθηκα από τη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2 διαμορφώνεται το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση.
Αυτό που παραμένει είναι η υπαγωγή των γεγονότων στις νομικές αρχές για να διαπιστωθεί εάν στοιχειοθετείται στον απαιτούμενο βαθμό η βάση αγωγής που επικαλείται η Ενάγουσα και οι αξιώσεις που εγείρει.
Όπως σημείωσα στην αρχή της απόφασης μου, η Ενάγουσα υποστηρίζει ότι ο Εναγόμενος ενήργησε αμελώς στην εκτέλεση των καθηκόντων του.
Το αστικό αδίκημα της αμέλειας κωδικοποιείται στο άρθρο 51(1) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα:
«Αμέλεια συνίσταται:
(α) στην τέλεση πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις δεν θα τελούσε λογικό συνετό πρόσωπο ή στην παράλειψη τέλεσης πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις τέτοιο πρόσωπο θα τελούσε ή
(β) στην παράλειψη καταβολής τέτοιας δεξιότητας ή επιμέλειας για την άσκηση επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας όπως ένα λογικό συνετό πρόσωπο, που έχει τα προσόντα για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού, επιτηδεύματος αυτού ή ασχολίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, και στην πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής:
Νοείται ότι για αυτή δύναται να τύχει αποζημίωσης μόνο το πρόσωπο έναντι του οποίου ο υπαίτιος της αμέλειας υπέχει υποχρέωση, υπό τις περιστάσεις, να μην επιδείξει αμέλεια.»
Σε σχέση με τα συστατικά στοιχεία που συνθέτουν το αστικό αδίκημα της αμέλειας, παραπέμπω στην ακόλουθη ανάλυση από την υπόθεση Στρατμάρκο Λτδ ν Πέτρου Μιχαήλ (1989) 1 ΑΑΔ (Ε) 453:
«Αμέλεια είναι, κατά το άρθρο 51 του Νόμου Περί Αστικών Αδικημάτων, που στην ουσία κωδικοποιεί τις αρχές του Κοινού Δικαίου στον κλάδο αυτό, παράβαση καθήκοντος επιμέλειας. Το καθήκον τούτο περιλαμβάνει την επιμέλεια που υποθετικά καταβάλλει ο μέσος λογικός άνθρωπος κάτω από τις ίδιες αντικειμενικές συνθήκες και περιστάσεις που ενήργησε ο εναγόμενος.
Βασικό χαρακτηριστικό της αμέλειας είναι, καταρχήν, η έλλειψη της προσήκουσας προσοχής την οποία ο δράστης όφειλε και μπορούσε στις δοσμένες περιστάσεις να καταβάλει για να μην προκαλέσει ζημιά στον πλησίον του. Τα στοιχεία του «μέσου συνετού ανθρώπου» και του «πλησίον» διαγράφουν τα όρια της επιμέλειας την οποία όφειλε να καταβάλει ο εναγόμενος. Η έννοια του καθήκοντος επιμέλειας ολοκληρώνεται με το στοιχείο της δυνατότητας πρόβλεψης, ότι, δηλαδή, η ενεργούμενη παρά το καθήκον επιμέλειας πράξη μπορεί να προκαλέσει το συγκεκριμένο ζημιογόνο αποτέλεσμα»[1].
Επανέρχομαι στην παρούσα υπόθεση.
Το πρώτο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο, ο Εναγόμενος «υπέχει υποχρέωση, υπό τις περιστάσεις, να μην επιδείξει αμέλεια» (ως το άρθρο 51(1) Κεφ.148). Δηλαδή, κατά πόσο ο Εναγόμενος, ως γενικός διευθυντής τότε της Ενάγουσας εταιρείας ήταν πρόσωπο το οποίο υπέχει καθήκον επιμέλειας έναντι της Ενάγουσας.
Η απάντηση είναι, σαφώς, θετική. Αυτό προκύπτει αβίαστα από τα καθήκοντα του γενικού διευθυντή της Ενάγουσας όπως καταγράφονται στο Τεκμήριο 43 αλλά και από την γενικότερη φύση των καθηκόντων του Εναγόμενου σε αυτή την περίπτωση.
Από το Τεκμήριο 8 και Τεκμήριο 28 προκύπτει ότι ο Εναγόμενος δεν ήταν «ο τελευταίος τροχός της αμάξης» (όπως εκείνος το έθεσε στη μαρτυρία του) αλλά είχε κεντρικό ρόλο στη διαδικασία αγοράς του κτιρίου. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 28 ενημερώνει το διοικητικό συμβούλιο για την ανάγκη μεταστέγασης, ότι τα χρονικά περιθώρια είναι στενά, τις προδιαγραφές που πρέπει να έχει το νέο κτίριο. Στο Τεκμήριο 8 φαίνεται ότι ο Εναγόμενος ήταν το πρόσωπο που παράλαβε τις προσφορές, τις αξιολόγησε και διευθέτησε την εξέταση τους από τον κ. Μαργαρίτη. Διενήργησε συναντήσεις με τους προσφοροδότες και ήταν το πρόσωπο που εισηγήθηκε την αγορά του Επίδικου Κτιρίου. Του παραχωρείται ειδική εξουσιοδότηση να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για την υλοποίηση της αγοράς (τεκμήριο 10 και 11).
Επιπλέον είναι, κατά δική του ομολογία, το πρόσωπο που είχε τον γενικό έλεγχο των εργασιών της Ενάγουσας. Λογοδοτούσε απευθείας το διοικητικό συμβούλιο και παρίστατο στις συνεδρίες του, είχε την πρωτοβουλία κινήσεων και ενεργειών σε ό,τι αφορούσε την αγορά ιδιόκτητων γραφείων. Ήταν το πρόσωπο που θεωρήθηκε αρμόδιο από τον ΜΕ1, τον κ. Μηνά και τον κ. Ανδρέου για να αποταθούν με την πληροφορία ότι το Επίδικο Ακίνητο είναι προς πώληση. Είναι το πρόσωπο που προσέγγισαν και αυτός ζήτησε το αποκλειστικό δικαίωμα αγοράς δύο μηνών για να διαβουλευτεί με τη μητρική εταιρεία. Αργότερα, καθόρισε και επέβλεπε τη διαδικασία προσφορών, διενήργησε συναντήσεις με προσφοροδότες, διαβουλευόταν με τους νομικούς, τεχνικούς και οικονομικούς συμβούλους της Ενάγουσας για αυτό το ζήτημα. Περαιτέρω παρουσίαζε τις ενέργειες του στο διοικητικό συμβούλιο και προέβαινε σε εισηγήσεις για την προτιμότερη πορεία και έλαβε ρητή εξουσιοδότηση να υλοποιήσει την απόφαση για αγορά του κτιρίου. Όλα αυτά δείχνουν έπαιζε ουσιαστικό εάν όχι καθοριστικό ρόλο στην όλη διαδικασία.
Εξάλλου, ο Εναγόμενος συμφώνησε αντεξεταζόμενος ότι τα καθήκοντα του περιλάμβαναν αυτά που καταγράφονται στο έγγραφο Τεκμήριο 43. Συμφώνησε επίσης ότι ως γενικός διευθυντής είχε «υποχρέωση για πλήρη εξασφάλιση των συμφερόντων της Ενάγουσας» και ότι «μέλημα του θα έπρεπε να είναι το καλώς νοούμενο συμφέρον της Ενάγουσας». Περαιτέρω, συμφώνησε ότι στο πλαίσιο προάσπισης των συμφερόντων της Ενάγουσας όφειλε «να μοιράζεται την οποιαδήποτε πληροφορία ήταν σχετική και με την αγορά του επίδικου ακινήτου» με το διοικητικό συμβούλιο.
Φυσική απόρροια αυτού του ρόλου και αρμοδιοτήτων είναι, θεωρώ, ότι όφειλε καθήκον επιμέλειας προς την Ενάγουσα εταιρεία.
Το δεύτερο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί εάν τέλεσε κάποια πράξη που ο μέσος συνετός γενικός διευθυντής στη θέση του δεν θα τελούσε ή παρέλειψε να τελέσει πράξη την οποία ο μέσος συνετός γενικός διευθυντής στη θέση του θα τελούσε.
Αυτό το ερώτημα απαντάται σε συνάρτηση με τις λεπτομέρειες αμέλειας που δικογραφούνται στην έκθεση απαίτησης.
Στην παρούσα περίπτωση, προκύπτει από τα ευρήματα ότι ο Εναγόμενος δεν ενημέρωσε εξ αρχής το διοικητικό συμβούλιο της Ενάγουσας ότι το Επίδικο Ακίνητο ήταν διαθέσιμο, μάλιστα με αποκλειστικό δικαίωμα αγοράς, εντός της περιόδου προσφορών για συνολικό ποσό ΛΚ1.500.000. Ούτε ενημέρωσε για αυτό το γεγονός όταν το διοικητικό συμβούλιο συζητούσε και αποφάσιζε κατά πόσο θα αποδεχτεί την πρόταση του Επίδικου Ακινήτου που υποβλήθηκε από τους δύο ιδιοκτήτες. Δεν ενημέρωσε ότι το ίδιο ακίνητο που ο κ. Λεωνίδου της Prochoice προσέφερε για ΛΚ1.700.000 ήταν μέχρι λίγες μέρες πριν διαθέσιμο για ΛΚ200.000 λιγότερα. Επιπρόσθετα, δεν ενημέρωσε την Ενάγουσα ότι το ποσό των ΛΚ200.000 για δήθεν προσαρτήματα, θα πληρωνόταν μόνο στον ένα εκ των δύο ιδιοκτητών, μάλιστα (όπως ο Εναγόμενος υποστήριξε) εν αγνοία του άλλου. Ούτε ενημέρωσε ότι προς το σκοπό αυτό συμφώνησε και προκάλεσε την υπογραφή του εικονικού 3ου Πωλητηρίου Εγγράφου. Δεν ενημέρωσε ότι ανέθεσε στους εκτιμητές και στους ελεγκτές να ετοιμάσουν συμπληρωματικές εκθέσεις/θέσεις για να «υποστηρίξουν» το εικονικό 3ο Πωλητήριο Έγγραφο. Δεν ενημέρωσε επίσης το διοικητικό συμβούλιο ότι το ποσό των ΛΚ200.000 δεν πληρώθηκε στην Prochoice, ως η εξουσιοδότηση του, αλλά κατά ΛΚ50.000 στον Φόρο και κατά ΛΚ.150.000 στους δικηγόρους της Prochoice.
Κρίνω ότι ο μέσος συνετός γενικός διευθυντής μιας εταιρείας θα έθετε τα πιο πάνω υπόψη του διοικητικού συμβουλίου. Καμία πειστική δικαιολογία δόθηκε από τον Εναγόμενο για αυτές τις πράξεις και παραλήψεις. Καμία λογική εξήγηση εντοπίζω στα γεγονότα.
Αυτές οι πράξεις και παραλείψεις του Εναγόμενου συνιστούν αμέλεια.
Το επόμενο ερώτημα αφορά κατά πόσον η Ενάγουσα δικαιούται στο ποσό των ΛΚ200.000 (€341.720,28) που διεκδικεί ως ζημιά που υπέστη συνεπεία της αμέλειας.
Καθοριστικό είναι κατά πόσο, με βάση τα δεδομένα της παρούσας περίπτωσης, διαπιστώνεται «το στοιχείο της δυνατότητας πρόβλεψης, ότι, δηλαδή, η ενεργούμενη παρά το καθήκον επιμέλειας πράξη μπορεί να προκαλέσει το συγκεκριμένο ζημιογόνο αποτέλεσμα»[2]
Η απάντηση και σε αυτό το ερώτημα είναι, θεωρώ, θετική. Το διοικητικό συμβούλιο της Ενάγουσας δεν γνώριζε ότι το Επίδικο Ακίνητο μπορούσε να είχε αποκτηθεί, τουλάχιστον μέχρι τις 20.2.2006 για ποσό ΛΚ1.500.000. Η ενάγουσα είχε αποκλειστικό δικαίωμα αγοράς του επίδικου ακινήτου για αυτό το ποσό. Τελώντας σε άγνοια προχώρησε και συμφώνησε στην πληρωμή ποσού ΛΚ1.700.000 για την απόκτηση του ιδίου κτιρίου. Συγκεκριμένα πλήρωσε στην Prochoice, για μερίδιο 12/35, ποσό ΛΚ500.000 που ήθελε εξαρχής πλέον ποσό ΛΚ200.000. Θεωρώ ότι οι ΛΚ200.000 συνιστούν ζημιά που υπέστη η Ενάγουσα ως αποτέλεσμα και ως φυσική απόρροια της αμέλειας του Εναγόμενου. Θεωρώ επίσης ότι ήταν καθόλα προβλέψιμο για τον Εναγόμενο ότι η παράληψη του να ενημερώσει την Ενάγουσα την οδήγησε να συμφωνήσει στην πληρωμή ΛΚ1.700.000 για το Επίδικο Ακίνητο.
Δεν παραγνωρίζω πως το Επίδικο Ακίνητο αποκτήθηκε σε τιμή χαμηλότερη της αγοραίας αξίας του που κατά το 2006 είχε εκτιμηθεί σε ΛΚ1.900.000. Είναι επίσης γεγονός ότι η αξία του Επίδικου Ακινήτου ανέβηκε τα επόμενα χρόνια. Σχετικές είναι οι εκτιμήσεις Τεκμήρια 40 και 41, αν και δεν έχει διευκρινιστεί η αξία εργασιών ανακαίνισης και βελτίωσης που διενεργήθηκαν στο κτίριο (προκύπτει από την έκθεση εσωτερικού ελέγχου ότι έγιναν τέτοιες εργασίες). Αυτό δεν αλλάζει το δεδομένο ότι τελώντας σε άγνοια ότι το Επίδικο Ακίνητο ήταν διαθέσιμο αποκλειστικά σε εκείνη για ΛΚ1.500.000, η Ενάγουσα συμφώνησε στην αγορά του για ΛΚ1.700.000, δηλαδή ΛΚ200.000 περισσότερα. Κρίνω ότι, η πληρωμή επιπλέον ποσού ΛΚ200.000 από την Ενάγουσα είναι απόρροια της αμέλειας του Εναγόμενου.
Συνεπώς, καταλήγω ότι η Ενάγουσα δικαιούται σε αποζημίωση για τη ζημιά που υπέστη ως αποτέλεσμα της αμέλειας του Εναγόμενου.
Καταληκτικά, για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αγωγή επιτυγχάνει.
Εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου για ποσό €341.720,28. Επί του ποσού αυτού επιδικάζεται νόμιμος τόκος από την καταχώρηση της αγωγής.
Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου, όπως θα υπολογιστούν και θα εγκριθούν.
(Υπ.) ……..………………………….…………..
Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Σχετική και η Φοινικαρίδης ν Γεωργίου κ.α. (1991)1 Α.Α.Δ. 475 και Elpiniki Panayiotou v Georghios Kyriakou Mavrou (1979)1 C.L.R. 215
[2] Στρατμάρκο (ανωτέρω).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο