ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Koντοπούλου, Π.Ε.Δ.
Aγωγή αρ.: 1591/2016
Μεταξύ:
DIGIMED COMMUNICATION LTD
Ενάγοντες
-και-
1. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd
2. Κεντρική Τράπεζα Κύπρου ως Αρχή Εξυγίανσης
3. Κεντρική Τράπεζα Κύπρου
Εναγομένων
---------------
Ημερομηνία: 16 Δεκεμβρίου 2025
Εμφανίσεις:
Για ενάγουσα: κ. Μ. Μιχαήλ για Γεώργιος Κολοκασίδης & Συνεταίροι Δ.Ε.Π.Ε
Για εναγόμενους 2 και 3: κα Θ. Ραφτοπούλου για Αλέκος Ευαγγέλου & Σία Δ.Ε.Π.Ε
-----------------
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Η ενάγουσα αξιώνει €340.000 ως υπόλοιπο καταθέσεων και/ή ως αποζημιώσεις για ζημιές που έχει υποστεί από βαριά αμέλεια κατά τη λήψη μέτρων εξυγίανσης το 2013 στη Cyprus Popular Bank Ltd.
Δικογραφία των Μερών
Η Εναγόμενη 2 ενάγεται υπό την ιδιότητα της ως Αρχή Εξυγίανσης δυνάμει του νόμου 17(1)/13. Κατά τον επίδικο χρόνο, οι Ενάγοντες διατηρούσαν καταθέσεις στη Λαϊκή Τράπεζα στις 25/03/2013 για το συνολικό ποσό των €334.247. Το ποσό των €276.351 ήταν στον λογαριασμό ΧΧΧΧ060561 και το υπόλοιπο ποσό των €58.895 στο λογαριασμό ΧΧΧΧ096702. Οι τράπεζες παρέμειναν κλειστές από τις 16/03/2013 μέχρι 28/03/2013 και την 22/03/2013 δημοσιεύτηκε ο νόμος 17(1)/13. Στη συνέχεια, ίσχυαν για μεγάλο χρονικό διάστημα περιορισμοί στις συναλλαγές, ιδίως σε σχέση με το ύψος ποσού που μπορούσε να αποσυρθεί από την τράπεζα. Την 25/03/2013 επιτεύχθηκε πολιτική συμφωνία στο Eurogroup. Η συμφωνία που ανακοινώθηκε, προνοούσε τη διάλυση της Λαϊκής Τράπεζας και τον διαχωρισμό της Λαϊκής σε καλή και κακή τράπεζα και την απορρόφηση της καλής από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Ακολούθησε μνημόνιο της διάσωσης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Προηγουμένως, στις 16/03/2013 είχε επιτευχθεί πολιτική συμφωνία στο Eurogroup με βάση την οποίαν, το πρόβλημα των τραπεζών θα αντιμετωπίζετο με εφάπαξ εισφορά αλληλεγγύης, όμως η Βουλή των Αντιπροσώπων στις 19/03/2017 απέρριψε το σχετικό νομοσχέδιο. Στις 25/03/2013 λήφθηκε από κοινού απόφαση της Αρχής Εξυγίανσης και του Υπουργού Οικονομικών και αποφασίστηκε λήψη μέτρων εξυγίανσης της Λαϊκής δυνάμει του πιο πάνω νόμου.
Δημοσιεύθηκαν στη συνέχεια στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας Παράρτημα ΙΙΙ Μέρος I τα ακόλουθα Διατάγματα (τα Διατάγματα) ως Κανονιστικές Διοικητικές Πράξεις (ΚΔΠ) που αφορούσαν τη Λαϊκή, τους καταθέτες, μετόχους, το ενεργητικό, παθητικά και εργασίες της ήτοι:
(α) ΚΔΠ 94/13 Περί της Πώλησης Εργασιών της Cyprus Popular
(ημερ. 25.3.13) Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013.
(β) ΚΔΠ 97/13 Περί της Πώλησης Εργασιών των εν Ελλάδι Εργασιών
(ημερ.26.3.13) της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013.
(γ) ΚΔΠ 104/13 Περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της
(ημερ. 29.3.13) Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013.
(δ) ΚΔΠ 105/13 Περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών στο
(ημερ. 1.4.13) Ηνωμένο Βασίλειο της Cyprus Popular Bank
Public Co Ltd Διάταγμα του 2013.
(ε) ΚΔΠ 133/13 Περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus
(ημερ. 21.4.13) Popular Bank Public Co Ltd (Τροποποιητικό) Διάταγμα του 2013.
(στ) ΚΔΠ 156/13 Περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus
(ημερ. 14.5.13) της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (Τροποποιητικό 2) Διάταγμα του 2013.
(ζ) ΚΔΠ 276/13 Περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus
(ημερ. 30.7.13) της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (Τροποποιητικό 3) Διάταγμα του 2013.
(η) ΚΔΠ 279/13 Περί της Έκδοσης Μετοχικού Κεφαλαίου της
(ημερ.30.7.13) Τράπεζας Κύπρου προς αποζημίωση της Λαϊκής Τράπεζας Διάταγμα του 2013.
(θ) ΚΔΠ 462/13 Περί της Πώλησης Ορισμένων της Cyprus
(ημερ.20.12.13) Popular Bank Co Ltd (Συμπληρωματικό) Διάταγμα του 2013.
Την 25/03/2013 διορίστηκε η Άντρη Αντωνιάδου ως ειδική διαχειρίστρια της Λαϊκής. Η AΔΠ 197/13 είναι ανυπόστατη και χωρίς νομική αξία, διότι δεν λήφθηκαν από εξουσιοδοτημένο συλλογικό όργανο, δηλαδή της Αρχής Εξυγίανσης, αλλά από τον Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας. Η Εναγόμενη 2 δεν ήταν νόμιμα συγκροτημένη. Τα διατάγματα ήταν νομικά ανίσχυρα και δεν παρήγαγαν κανένα αποτέλεσμα. Η αποφασιστική συμμετοχή του Υπουργού Οικονομικών στην από κοινού απόφαση, παραβιάζει την αρχή διάκρισης των εξουσιών. Η Άντρη Αντωνιάδου υλοποίησε τα διατάγματα, διαπραγματεύτηκε και υπέγραψε συμφωνίες πώλησης περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής και ενεργούσε ως διαχειριστής της Λαϊκής υποκαθιστώντας το Διοικητικό Συμβούλιο της Λαϊκής το οποίο παραιτήθηκε. Δεν έλαβε μέτρα για την ακύρωση των διαταγμάτων. Στις 22/05/2013, απέστειλε καταστάσεις λογαριασμών στους Ενάγοντες με τις καταθέσεις τους στις 26/03/2013, το ποσό των 100.000 ευρώ ως εξασφαλισμένο ποσό μεταφέρθηκε στην Τράπεζα Κύπρου. Το υπόλοιπο ποσό των €237.008, περιγράφηκε ως ποσό απομείωσης. Οι Ενάγοντες έλαβαν κατάσταση λογαριασμού από την Τράπεζα Κύπρου για τις καταθέσεις τους €100.000.
Τα διατάγματα εκδόθηκαν κατά παράβαση των εκ του Νόμου καθηκόντων των εναγομένων 2 και υλοποιήθηκαν από τους εναγόμενους 1 (μέσω της Άντρης Αντωνιάδου) κατά παράβαση των ιδίων εκ του Νόμου καθηκόντων τους.
Λεπτομέρειες παράβασης εκ του Νόμου καθηκόντων
Μεταχειρίστηκαν με διαφορετικό τρόπο τους καταθέτες των εις Κύπρο υποκαταστημάτων της Λαϊκής με τους καταθέτες των στην Ελλάδα και εις το Ηνωμένο Βασίλειο (ΗΒ) υποκαταστημάτων της Λαϊκής κατά παράβαση της υποχρέωσης που τους επιβάλλει το αρ. 3(2)(γ) του N. 17(Ι)/13 ήτοι εφαρμόζοντας το μέτρο εξυγίανσης της πώλησης εργασιών διασφάλισε στους καταθέτες των στην Ελλάδα και εις ΙΙΒ υποκαταστημάτων τη διαθεσιμότητα και πρόσβαση στο σύνολο των καταθέσεων τους αμέσως ενώ στους καταθέτες των στην Κύπρο υποκαταστημάτων της Λαϊκής μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες διασφάλισε εφαρμόζοντας το ίδιο μέτρο τη διαθεσιμότητα και πρόσβαση αμέσως σε μόνο ποσό μέχρι €100.000,00 το δε υπόλοιπο εξ' αυτών παρέμεινε οφειλόμενο από τη Λαϊκή σε αυτούς χωρίς δυνατότητα αποπληρωμής περιγραφόμενο από τους ιδίους ως ποσό απομείωσης. Περαιτέρω διασφάλισαν το 72.5% ή και 100% των καταθέσεων ορισμένων κατηγοριών καταθετών στην Κύπρο ενώ στους ενάγοντες και σε άλλους που ευρίσκοντο στην ίδια μοίρα μόνο €100.000,00.
Κατά παράβαση της υποχρέωσης τους που επιβάλλει το αρ. 3(2)(δ) του Ν.17(Ι)/13 έθεσαν τους καταθέτες (πιστωτές) των στην Κύπρο υποκαταστημάτων της Λαϊκής μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες σε δυσμενέστερη οικονομική θέση από ότι θα ευρίσκοντο αν η Λαϊκή τίθετο εναλλακτικά σε εκκαθάριση ήτοι ενώ σε εκκαθάριση το όποιο έλλειμα (αν υπήρχε) της περιουσίας και ενεργητικού της Λαϊκής (μετά την πληρωμή των εξασφαλισμένων πιστωτών) σε σχέση με τις απαιτήσεις των μη εξασφαλισμένων πιστωτών μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες θα επιμερίζετο κατ' αναλογία (pail pasu) στους μη εξασφαλισμένους πιστωτές με τις ΚΔΠ μεγάλος αριθμός μη εξασφαλισμένων απαιτήσεων ικανοποιήθηκαν πλήρως (άνευ ικανοποιητικού ανταλλάγματος) με αποτέλεσμα να μειωθεί το μέρισμα στο οποίο Θα δικαιούνται οι εναπομείναντες πιστωτές. Περαιτέρω διέθεσαν το ενεργητικό και περιουσία της Λαϊκής σε εξευτελιστικές τιμές (που προέκυψαν μετά από αυθαίρετες εκτιμήσεις) και έλαβαν αντί χρημάτων μετοχές (σε υπό εξυγίανση ίδρυμα) που είναι εν πάση περιπτώσει αβέβαιης αξίας επένδυση ενώ σε εκκαθάριση το ενεργητικό και περιουσιακά στοιχεία θα πωλούντο έναντι μετρητών και στην πραγματική τους αξία και η απόδοση τους θα αύξανε και/ή υπερκάλυπτε τις απαιτήσεις των μη εξασφαλισμένων πιστωτών μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες.
Κατά παράβαση των υποχρεώσεων που τους επιβάλλει το αρ. 3(2)(ζ) του Ν.17(Ι)/13 επενέβησαν επί των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας δικαίωμα του συμβάλλεσθαι, δικαιώματα σε ίση μεταχείριση κ.α. των εναγόντων και άλλων πιστωτών παραβιάζοντας αυτά κατά τρόπο που υπερβαίνει τις πρόνοιες του Συντάγματος και της Ευρωπαϊκής Σύβασης για την Προάσπιση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (στο εξής η Σύμβαση) όπως εξηγείται πιο κάτω. Περαιτέρω παραβίασαν τα εκ του Συντάγματος και της Σύμβασης δικαιώματα των εναγόντων.
Έλαβαν μέτρα εξυγίανσης ενώ δεν δικαιούντο με βάση τις πρόνοιες του αρ. 6(1)(2) και (3) του Ν. 17(Ι)/13.
Διαχώρισαν τις εργασίες Λαϊκής αναλόγως της χώρας της Ευρωπαϊκής 'Ένωσης (ΕΕ) στην οποία διεξάγοντο κατά παράβαση των υποχρεώσεων τους με βάση τη Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής η Συνθήκη).
Διαχώρισαν τους πιστωτές/καταθέτες της Λαϊκής με βάση τη χώρα της ΕΕ στην οποία ζουν ή δραστηριοποιούνται ή επέλεξαν να συμβληθούν με τη Λαϊκή ενώ δεν είχαν τέτοια ευχέρεια.
Διαχώρισαν τη Λαϊκή που είναι και ήταν καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους μια οντότητα και οι εργασίες και επιχείρηση της ενιαία σε πολλές οντότητες και/ή επιχειρήσεις (ήτοι στα διάφορα υποκαταστήματα απ' όπου διεξάγοντο οι δραστηριότητές της) αναλόγως της γεωγραφικής τοποθεσίας των γραφείων ή υποκαταστημάτων της.
Ενήργησαν δέσμια των συμφωνιών της κυβέρνησης (ως η παρ. 5) και απέτυχαν να ασκήσουν οποιαδήποτε διακριτική ευχέρεια που τους παρείχε ο Νόμος 17(Ι)/13.
Δεν τήρησαν τις διαδικασίες και πρόνοιες του αρ. 9 του Ν.17(Ι)/13 και ειδικότερα χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του ισχυρισμού, τις πρόνοιες του αρ. 9 (2),(3),(4)(5),(8).
Δεν τήρησαν τις διαδικασίες και πρόνοιες του αρ. 22 και 23 του Ν.17(Ι)/13.
Δεν διασφάλισαν ως θα έπρεπε τα δικαιώματα των πιστωτών καταθετών που επιβάλλουν τα αρ. 24 και 25 του Ν.17(Ι)/13.
Χρησιμοποίησαν το προϊόν πώλησης των περιουσιακών στοιχείων ενεργητικού και επιχείρησης της Λαϊκής προς εξυγίανση/ανακεφαλαιοποίηση της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ αντί προς εξυγίανση της Λαϊκής ως θα έπρεπε.
Παράνομα χρησιμοποίησαν τη ρευστότητα που παρείχαν οι καταθέσεις των εναγόντων στη Λαϊκή για να αποδώσουν ποσό μέχρι €100.000,00 στους μικροκαταθέτες και έτσι να αποφύγουν τη δική τους εγγύηση μέσω του Ταμείου Προστασίας Καταθέσεων και/ή άλλως πως.
Παραβίασαν το αρ. 3(2)(η) αφού οι ενέργειες τους συνιστούσαν δημόσια ενίσχυση της Τράπεζας Κύπρου και παραβιάζετο το Κοινοτικό Κεκτημένο.
Ενήργησαν δέσμια των μελετών και αποφάσεων και/ή συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του ΕΥΡΩ αντί να ασκήσουν τη διακριτική τους ευχέρεια προς όφελος της Λαϊκής των καταθετών και μετόχων της.
Περαιτέρω ή διαζευκτικά οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι εναγόμενοι 2 εκδίδοντας και/ή εφαρμόζοντας τα Διατάγματα ενήργησαν αμελώς και/ή με βαριά αμέλεια απερίσκεπτα γνωρίζοντας ότι η συμπεριφορά τους θα προκαλούσε ζημιά στους ενάγοντες και άλλους που ευρίσκονται σε παρόμοια θέση.
Λεπτομέρειες βαριάς αμέλειας και/ή αμέλειας εναγομένων 2.
Όλες οι ανωτέρω εκτιθέμενες παραβάσεις εκ του νόμου καθηκόντων. Οι ενέργειες κατά παράβαση των εκ του Συντάγματος και της Σύμβασης ως εκτίθενται κατωτέρω.
Πώλησαν τις στην Ελλάδα εργασίες της Λαϊκής ενώ γνώριζαν ή έπρεπε να γνωρίζουν ότι αυτή η ενέργεια θα προκαλούσε οικονομικά προβλήματα στη Λαϊκή και/ή θα μείωνε το ποσό που Θα λάμβαναν σε εκκαθάριση οι μη εξασφαλισμένοι πιστωτές της Λαϊκής.
Πώλησαν τις στην Ελλάδα εργασίες της Λαϊκής στην Τράπεζα Πειραιώς σε τιμή κατά 2 δισεκατομμύρια τουλάχιστον χαμηλότερη της πραγματικής ή δικαίας αξίας τους.
Διέθεσαν το όποιο χρηματικό αντάλλαγμα έλαβαν για την πώληση των εν Ελλάδι εργασιών της Λαϊκής στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ για να αποκτήσουν μετοχές σε αυτήν ενεργώντας σαν επενδυτές καιροσκόποι αντί να το λάβουν σε μετρητά και να ενισχύσουν τη Λαϊκή.
Ενήργησαν κατά τον ίδιο πιο πάνω (παρ. (iii), (iv), και (ν)) τρόπο αναφορικά με τις εργασίες της Λαϊκής στο Ηνωμένο Βασίλειο πωλώντας τις στην Bank of Cyprus (UK) Ltd, επίσης δε αναφορικά με Θυγατρικές εταιρείες της Λαϊκής ως εις τα Διατάγματα περιγράφεται με την τιμή διάθεσης να είναι πολύ χαμηλότερη της πραγματικής ή δικαίας αξίας.
Πώλησαν/διέθεσαν το ενεργητικό και περιουσιακά στοιχεία της Λαϊκής στην Κύπρο και αλλού (με εξαιρέσεις ως την ΚΛΠ 104/13 προνοείται) στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ σε τιμή πολύ χαμηλότερη της πραγματικής ή δικαίας τιμής.
Έλαβαν σε αντάλλαγμα της πιο πάνω (παρ. (vii)) πώλησης/διάθεσης μετοχές στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ αντί μετρητών ενέργεια αφ' εαυτή αλόγιστη απερίσκεπτη και επιπόλαια αφού οι μετοχές είναι αβέβαιου αξίας και ευάλωτες σε πολλούς παράγοντες.
Ουσιαστικά επένδυσαν το όποιο προϊόν πώλησης/διάθεσης της περιουσίας και ενεργητικού της Λαϊκής και/ή έλαβαν αντί μετρητών, μετοχές στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ μια εταιρεία που εν γνώσει τους είχε προβλήματα και ευρίσκετο και αυτή σε καθεστώς εξυγίανσης και κατά συνέπεια αβέβαιου ή προβληματικού μέλλοντος ενεργώντας ούτω σαν επενδυτές τζογαδόροι ή καιροσκόποι.
Χρησιμοποίησαν το προϊόν πώλησης των περιουσιακών στοιχείων ενεργητικού και επιχείρησης της Λαϊκής προς εξυγίανση/ανακεφαλαιοποίηση της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ αντί προς εξυγίανση της Λαϊκής ως θα έπρεπε.
Έλαβαν τα πιο πάνω μέτρα χωρίς να έχουν στη διάθεσή τους και/ή να λάβουν υπόψη εξελεγμένους λογαριασμούς της Λαϊκής για το 2012 και χωρίς να έχουν την πραγματική εικόνα της οικονομικής κατάστασης της Λαϊκής.
Ενήργησαν με βάση αυθαίρετες και/ή καθοδηγούμενες και/ή εξαιρετικά συντηρητικές εκτιμήσεις της αξίας της περιουσίας και/ή ενεργητικού και/ή επιχείρησης της Λαϊκής και επακόλουθες εκτιμήσεις επί εκτιμήσεων.
Ενήργησαν με βάση συμβουλές ή εκτιμήσεις συμβούλων ενώ υπήρχαν και διαφορετικές εκτιμήσεις απερίσκεπτα επιλέγοντας τη χειρότερη.
Στις εκτιμήσεις τους χρησιμοποίησαν και/ή εφάρμοσαν αυστηρά ενδεικτικούς δείκτες που οι εναγόμενοι 3 έθεσαν και που αφορούσαν τη λειτουργία των Τραπεζών και όχι τη φερεγγυότητά τους και που διαφοροποιήθηκαν πρόσφατα (τότε) και που καμιά Τράπεζα δεν πληρούσε και χρειάζετο χρόνος προσαρμογής.
Αφού έλαβαν τις μετοχές της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ άσκησαν το δικαίωμα ψήφου απερίσκεπτα ψηφίζοντας υπέρ της μείωσης της ονομαστικής αξίας των μετοχών και αύξησης του κεφαλαίου επιφέροντας έτσι επιπλέον μείωση της αξίας των μετοχών που έλαβαν σε αντάλλαγμα της πώλησης της περιουσίας ενεργητικού και επιχείρησης της Λαϊκής.
Ενήργησαν δέσμια των συμφωνιών και/ή συναντιλήψεων της Κυβέρνησης με το EUROGROUP και των μελετών ή επιθυμιών της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ενώ δεν έπρεπε αφού έπρεπε να ασκήσουν δική τους κρίση.
Ανέχθηκαν την έκδοση και/ή τη διατήρηση των Διαταγμάτων υπό του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας ενώ δεν έπρεπε.
Εν προκειμένω οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι εναγόμενοι 2 δεν έπρεπε να ενεργήσουν ως ανωτέρω και ότι προέβλεπαν ότι οι ενέργειες τους Θα προξενούσαν ζημιά στους ενάγοντες και άλλους που ευρίσκοντο στην ίδια μοίρα αδιαφορώντας πλήρως για το αν Θα προξενούσαν ζημιά στους ενάγοντες ή άλλους απερίσκεπτα και επιπόλαια παρά την υποχρέωσή τους να λαμβάνουν όλα τα δέοντα μέτρα για αποφυγή πρόκλησης ζημιάς στους ενάγοντες και άλλους που ευρίσκοντο στην ίδια ή παρόμοια θέση.
Οι ενάγοντες θα στηριχθούν μεταξύ άλλων και στην αγοραία αξία των μετοχών της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και στην αρχή res ipsa loquitur.
Περαιτέρω ή διαζευκτικά οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι εναγόμενοι 3 αμελώς προκάλεσαν ζημιά στη Λαϊκή γνωρίζοντας ή προβλέποντας ή ενώ ήταν λογικά προβλεπτό ότι αυτή η ζημιά θα είχε αρνητικές ζημιογόνες επιπτώσεις στους ενάγοντες και άλλους σε παρόμοια θέση.
Βαριά αμέλεια και/ή αμέλεια εναγομένων 3 μεταξύ άλλων
Ενώ γνώριζαν ή έπρεπε να γνωρίζουν ότι η απομείωση των Ελληνικών Ομολόγων Θα επέφερε τεράστια ζημιά στη Λαϊκή και κατ' επέκταση στους καταθέτες και μετόχους της δεν έλαβαν οποιαδήποτε μέτρα για αποφυγή ή αντιστάθμιση αυτής της ζημιάς και περαιτέρω ανέχθηκαν την απομείωση των ομολόγων που κατείχε η Λαϊκή.
Ενώ γνώριζαν τον Μάϊο/Ιούνιο 2012 ότι η Λαϊκή είχε ανάγκη από ρευστότητα συγκατατέθηκαν στην αύξηση κεφαλαίου της Λαϊκής με έκδοση μετοχών στη Δημοκρατία έναντι έκδοσης Ομολόγου αντί μετρητών.
Ενώ γνώριζαν ότι η πώληση περιουσιακών στοιχείων ή εργασιών ήταν ένα μέτρο απόκτησης ρευστότητας απαγόρευσαν την πώληση περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής τον Ιούνιο του 2012.
Ανέχθηκαν τη ρητορική των πολιτικών και κυρίως των κυβερνώντων ότι προβλήματα είχαν οι Τράπεζες και όχι η Κυπριακή Οικονομία που προκαλούσε απόσυρση των καταθέσεων από τις Τράπεζες και
Απερίσκεπτα άλλαξαν τους δείκτες πρωτοβαθμίων κεφαλαίων, κεφαλαιακές απαιτήσεις κ.α. χωρίς να παράσχουν εύλογα ικανοποιητικό χρόνο προσαρμογής.
Υποκατέστησαν τις δικές τους εκτιμήσεις της οικονομικής κατάστασης της Λαϊκής αντί αυτής της Λαϊκής.
Μετέδιδαν εσφαλμένη και/ή κακή εικόνα της Λαϊκής στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
Ώθησαν τη Λαϊκή στη λήψη ή εξασφάλιση Emergency liquidity Assistance (LA) και/ή παραχώρησαν ή συναίνεσαν σε αυτό με πρόσχημα το χαμηλότοκο του ή/και για πολιτικούς σκοπούς αδιαφορώντας για το ότι αυτή μπορούσε να καταστεί άμεσα απαιτητή και πληρωτέα και περαιτέρω συναίνεσαν και/ή ανέχθηκαν τη μεταφορά του [LA στα εις Ελλάδα υποκαταστήματα.
Δεν άσκησαν ή ελλιπώς άσκησαν τις εποπτικές και άλλες εξουσίες τους στη Λαϊκή μέχρι το 2012 με αποτέλεσμα να προκληθούν προβλήματα.
Ενήργησαν με πολιτικά κίνητρα σε σχέση με τη Λαϊκή ως οι ίδιοι παραδέχθηκαν.
Ανέχθηκαν ή συναίνεσαν στην πώληση εργασιών της Λαϊκής ως τις ΚΛΠ διαλαμβάνεται και υπό συνθήκες ως την παρ. 13 και 14 ανωτέρω περιγράφονται.
Περαιτέρω ή διαζευκτικά οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 ενήργησαν κακόπιστα και/ή δολίως με σκοπό να καταδολιεύσουν τους ενάγοντες και άλλους που ευρίσκοντο σε παρόμοια θέση με αυτούς και να αποκομίσουν οι ίδιοι όφελος και δια ψευδών ή αναληθών παραστάσεων έπεισαν τους ενάγοντες να διατηρήσουν τις καταθέσεις τους στη Λαϊκή εις ζημίαν τους.
Λεπτομέρειες δόλου
Ενώ γνώριζαν ότι είχε ετοιμασθεί νομοσχέδιο που Θα προωθείτο στη Βουλή των Αντιπροσώπων για εξυγίανση Πιστωτικών Ιδρυμάτων (ως ο Ν.17(Ι)113) διέδιδαν και/ή διαβεβαίωναν ότι δεν υπήρχε πιθανότητα «κουρέματος» των καταθέσεων.
Ενώ γνώριζαν ότι εγίνοντο μελέτες σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ή και Κεντρικής Τράπεζας με διάφορα σενάρια για τις Τράπεζες περιλαμβανομένων και μεθόδων προστασίας της Ελληνικής Οικονομίας και/ή Τραπεζικού συστήματος που προνοούσαν μεταξύ άλλων πώληση των εις Ελλάδα υποκαταστημάτων των Κυπριακών Τραπεζών, κούρεμα των καταθέσεων, διάλυση Τραπεζών, προστασία του Ταμείου Προστασίας καταθετών κλπ διαβεβαίωναν ότι δεν έτρεχε οτιδήποτε και ότι δεν υπήρχε πιθανότητα «κουρέματος» καταθέσεων.
Οι εναγόμενοι 3 εγγράφως με επιστολές ημερομηνίας 11.2.13 προς τους εναγόμενους 1 και προς επαγγελματικούς συλλόγους όπως Παγκύπριος Δικηγορικός Σύλλογος διαβεβαίωναν ότι δεν Θα εγίνετο «κούρεμα» καταθέσεων επικαλούμενοι μεταξύ άλλων ότι αυτό αντίκειτο στο Σύνταγμα και την Σύμβαση και Πρώτο Πρωτόκολλο αυτής αρ.1 ενώ γνώριζαν ότι προετοίμασαν νομοσχέδιο που το επέτρεπε και/ή επέβαλλε και ότι το «κούρεμα» ήταν μέσα στους σχεδιασμούς τους και μάλιστα το προκρινόμενο από αυτούς.
Σιωπηρώς υιοθέτησαν και/ή ανέχθηκαν τις εξαγγελίες της κυβέρνησης που δια του πρώτου τη τάξει πολίτη του Προέδρου της Δημοκρατίας διαβεβαίωναν και δεσμεύοντο ότι δεν επρόκειτο να γίνει «κούρεμα» καταθέσεων ενώ γνώριζαν ή έπρεπε να γνωρίζουν ότι αυτό ήταν σοβαρό ενδεχόμενο αν όχι βεβαιότητα.
Ενώ γνώριζαν ότι η Λαϊκή είχε προβλήματα ρευστότητας και/ή βιωσιμότητας την κρατούσαν στον αναπνευστήρα για πολιτικούς ή προεκλογικούς σκοπούς μεταδίδοντας ούτω την εντύπωση ότι Θα υποστήριζαν και στήριζαν εμπράκτως τη συνέχιση των εργασιών της Λαϊκής και/ή ότι είχε ικανοποιητική ρευστότητα.
Όλα τα πιο πάνω οι εναγόμενοι 2,3 παρίσταναν καλώς γνωρίζοντες ότι είναι αναληθή ή όντας απερίσκεπτα αμελείς ως προς το αν ήταν αληθή ή όχι γνωρίζοντας ότι οι ενάγοντες Θα λάμβαναν γνώση (είτε απ' ευθείας είτε μέσω της Λαϊκής ή των επαγγελματιών με τους οποίους συνεργάζοντο) που ήταν και η πρόθεσή τους και θα άλλαζαν την πορεία τους πειθόμενοι από τις παραστάσεις και θα διατηρούσαν τις καταθέσεις τους στη Λαϊκή ενώ διαφορετικά Θα τις απέσυραν.
Εν προκειμένω οι ενάγοντες πείσθηκαν και διατήρησαν τις καταθέσεις τους στη Λαϊκή και υπέστησαν ζημιά. Παράλληλα οι εναγόμενοι ωφελήθηκαν από τα αποτελέσματα του δόλου τους.
Περαιτέρω ή διαζευκτικά οι εναγόμενοι 2,3 ενήργησαν ως ανωτέρω δολίως συναποφασίζοντας και/ή αποφασίζοντας τα όσα το ανακοινωθέν του Eurogroup της 25.3.13 προνοεί, οι εναγόμενοι 2 συναποφασίζοντας να Θέσουν τη Λαϊκή υπό καθεστώς εξυγίανσης, οι εναγόμενοι 2 εκδίδοντας και εφαρμόζοντας τις ΚΛΠ με τον τρόπο που τις εφάρμοσαν και οι εναγόμενοι 3 με τον τρόπο που ενήργησαν τόσο πριν τη λήψη των μέτρων που περιγράφονται στις παραγράφους ό και 7 όσο και μετά με σκοπό να καταδολιεύσουν τους ενάγοντες και άλλους που ευρίσκοντο στην ίδια θέση με αυτούς και να χρησιμοποιήσουν τις αποταμιεύσεις τους ή καταθέσεις τους προς ίδιον όφελος και/ή προς επίτευξη των δικών τους σκοπών και επιδιώξεων ήτοι μεταξύ άλλων για να:
Εξασφαλίσουν δανεισμό για τη Δημοκρατία.
Αποφύγουν την πληρωμή των εγγυημένων €100.000,00 καταθέσεων στους καταθέτες (αν το πέτυχαν).
Ενισχύσουν την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ.
Προστατεύσουν το Ελληνικό Τραπεζικό σύστημα και/ή την Ελληνική Οικονομία από τα προβλήματα ρευστότητας των εναγομένων 1 και/ή της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ.
Ενισχύσουν το Ελληνικό Τραπεζικό σύστημα με τα ποσά που έλαβε η Λαϊκή σε έκτακτη βοήθεια ρευστότητας (Emergency Liquidity Assistance ELA) και μετέφερε στην Ελλάδα.
Εξασφαλίσουν τη συνέχιση του ύψους του δανεισμού ΕLΑ στα ίδια επίπεδα για την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και/ή τις Κυπριακές Τράπεζες.
Επιτύχουν τους σκοπούς που περιγράφονται στο αρ. 3(1) του N. 17(Ι)/13 και στην από κοινού απόφαση και/ή τις ΚΛΠ.
Επιπλέον οι ίδιοι κόπτονται ότι με τις ενέργειές τους ως περιγράφονται ανωτέρω πέτυχαν τα εξής.
Περαιτέρω ή διαζευκτικά οι εναγόμενοι 2,3 ενήργησαν ως ανωτέρω δολίως συναποφασίζοντας και/ή αποφασίζοντας τα όσα το ανακοινωθέν του Eurogroup της 25.3.13 προνοεί, οι εναγόμενοι 2 συναποφασίζοντας να Θέσουν τη Λαϊκή υπό καθεστώς εξυγίανσης, οι εναγόμενοι 2 εκδίδοντας και εφαρμόζοντας τις ΚΛΠ με τον τρόπο που τις εφάρμοσαν και οι εναγόμενοι 3 με τον τρόπο που ενήργησαν τόσο πριν τη λήψη των μέτρων που περιγράφονται στις παραγράφους ό και 7 όσο και μετά με σκοπό να καταδολιεύσουν τους ενάγοντες και άλλους που ευρίσκοντο στην ίδια θέση με αυτούς και να χρησιμοποιήσουν τις αποταμιεύσεις τους ή καταθέσεις τους προς ίδιον όφελος και/ή προς επίτευξη των δικών τους σκοπών και επιδιώξεων ήτοι μεταξύ άλλων για να:
Εξασφαλίσουν δανεισμό για τη Δημοκρατία.
Αποφύγουν την πληρωμή των εγγυημένων €100.000,00 καταθέσεων στους καταθέτες (αν το πέτυχαν).
Ενισχύσουν την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ.
Προστατεύσουν το Ελληνικό Τραπεζικό σύστημα και/ή την Ελληνική Οικονομία από τα προβλήματα ρευστότητας των εναγομένων 1 και/ή της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ.
Ενισχύσουν το Ελληνικό Τραπεζικό σύστημα με τα ποσά που έλαβε η Λαϊκή σε έκτακτη βοήθεια ρευστότητας (Emergency Liquidity Assistance ELA) και μετέφερε στην Ελλάδα.
Εξασφαλίσουν τη συνέχιση του ύψους του δανεισμού ΕLΑ στα ίδια επίπεδα για την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και/ή τις Κυπριακές Τράπεζες.
Επιτύχουν τους σκοπούς που περιγράφονται στο αρ. 3(1) του N. 17(Ι)/13 και στην από κοινού απόφαση και/ή τις ΚΛΠ.
Επιπλέον οι ίδιοι κόπτονται ότι με τις ενέργειές τους ως περιγράφονται ανωτέρω πέτυχαν τα εξής:
Τη διατήρηση και συνέχιση προσφοράς των βασικών και κρίσιμων τραπεζικών εργασιών, με αποτέλεσμα να διασφαλίζεται η χρηματοοικονομική σταθερότητα του Κυπριακού τραπεζικού συστήματος στην ολότητά του.
Την πλήρη προστασία των καταθέσεων που Θα αποζημιώνονταν από το Ταμείο Προστασίας Καταθέσεων σε περίπτωση ενεργοποίησής του με τη διασφάλιση των ασφαλισμένων καταθέσεων.
Απέφυγαν την μετακύληση του κόστους εξυγίανσης των τραπεζών στους φορολογούμενους.
Απέφυγαν το ενδεχόμενο χιλιάδες εργαζομένων της Τράπεζας Κύπρου και της Λαϊκής Τράπεζας να βρεθούν στην ανεργία.
Επιπρόσθετα στην περίπτωση της Τράπεζας Κύπρου, οι ενδιαφερόμενοι έτυχαν χειρισμού σύμφωνα με τις πρόνοιες του Διατάγματος ΚΛΠ 103/2013, ' πως έχει τροποποιηθεί.
Εν προκειμένω μεταξύ άλλων η μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής στην Τράπεζα Πειραιώς και/ή στην Τράπεζα Κύπρου συνιστούσε δόλια μεταβίβαση και/ή δόλια προτίμηση και είτε αυτές πρέπει να ακυρωθούν είτε να αποζημιωθούν.
Περαιτέρω ή διαζευκτικά οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ο Ν.17(Ι)/13 και οι ΚΛΠ είναι αντισυνταγματικός και/ή παραβιάζουν τα εκ του Συντάγματος και της Σύμβασης και Πρώτου Πρωτοκόλλου αυτής αρ.1 δικαιώματα των εναγόντων.
Λεπτομέρειες Αντισυνταγματικότητας και Παραβίασης της Σύμβασης
Κατά παράβαση του δικαιώματος ιδιοκτησίας των αιτητών που κατοχυρώνεται από το αρ. 23 του Συντάγματος και τη Σύμβαση επεμβαίνουν στην ιδιοκτησία των εναγόντων και τους την αποστερούν ή περιορίζουν στην έκταση που αυτή υπερβαίνει το ποσό των €100.000,00 χωρίς αποζημίωση.
Εν προκειμένων η κατάθεση των εναγόντων οπωσδήποτε και αν θεωρηθεί είτε ως άμεσα διαθέσιμα χρήματα επί τη απαιτήσει τους είτε ως αγώγιμο δικαίωμα είναι δικαίωμα ιδιοκτησίας το οποίο κατέχεται, ή πωλείται ή εκχωρείται ή υποθηκεύεται ή δεσμεύεται ή μεταβιβάζεται ή ρευστοποιείται ή κληρονομείται και ξοδεύεται όπως όλα τα άλλα είδη ιδιοκτησίας κινητής ή ακίνητης.
H ΚΔΠ 104/13 ως τροποποιήθηκε καθώς και οι υπόλοιπες ΚΛΠ στην ολότητά τους και ο Ν.17(Ι)/13 αρ. 3,4,8,9-25 έχουν σαν αποτέλεσμα τον περιορισμό του δικαιώματος ιδιοκτησίας που προστατεύεται από το αρ. 23 και τη Σύμβαση και του αρ.1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου χωρίς αποζημίωση και/ή για ιδιωτικό σκοπό.
Παραβιάσθηκαν τα εκ του αρ. 24 του Συντάγματος δικαιώματα και υποχρεώσεις
των εναγόντων.
Εν προκειμένω το αρ. 24.1 επιβάλλει υποχρέωση στον κάθε ένα να συνεισφέρει στα δημόσια βάρη αναλόγως των δυνάμεων του υπό τις προϋποθέσεις και περιορισμούς των αρ. 24.2, 24.3 και 24.4. Αυτό σημαίνει ότι η υποχρέωση είναι η ίδια για όλους και ότι ο καθένας έχει δικαίωμα να μην συνεισφέρει σε μη δημόσια βάρη (δηλ. ιδιωτικά) ή να μην συνεισφέρει σε βάρη που άλλοι δεν συνεισφέρουν.
Στην έκταση που οι σκοποί του αρ. 3(1) του Ν.17(Ι)/13 ως και αυτοί που αναφέρονται στην από κοινού απόφαση και εις μίαν εκάστη ΚΛΠ (προοίμιο τούτων) Θεωρούνται και/ή είναι δημόσιοι σκοποί αυτοί συνιστούν δημόσιο βάρος στο οποίο έκαστος οφείλει να συνεισφέρει αναλόγως των δυνάμεων του.
Στην έκταση που οι σκοποί του αρ. 3(1) του Ν.17(Ι)/13 ως και αυτοί που αναφέρονται στην από κοινού απόφαση και εις μίαν εκάστη ΚΛΠ δεν είναι δημόσιοι σκοποί τότε δεν συνιστούν δημόσιο βάρος και έκαστος δικαιούται να μην συνεισφέρει είτε αναλόγως των δυνάμεων του είτε διαφορετικά.
Με τις ΚΛΠ και/ή το αρ. 4 του Ν.17(Ι)/13 επιβάλλεται στους ενάγοντες συνεισφορά ανόμοια με εκείνη που επιβάλλεται σε άλλους με τις ίδιες ακριβώς περιστάσεις (είτε είναι καταθέτες της Λαϊκής είτε άλλων Τραπεζών) με μέτρο άλλο από τις δυνάμεις τους έστω και αν η μοναδική διαφορά είναι η αναβολή της είσπραξης του λαβείν τους (που δεν είναι) και έτσι παραβιάζονται όλες οι εκφάνσεις του δικαιώματος. Περαιτέρω ως αναφέρεται για το αρ. 28 κατωτέρω του οποίου μια έκφανση είναι το αρ. 24.Οι ενάγοντες Θα στηριχθούν μεταξύ άλλων και στην απορριφθείσα από τη Βουλή πρόταση της κυβέρνησης.
Αντίκεινται στο αρ.25 του Συντάγματος, το οποίο προστατεύει το δικαίωμα της εργασίας και/ή της ενασχόλησης με επικερδή εργασία και/ή της επαγγελματικής και/ή επιχειρηματικής ελευθερίας και/ή ενασχόλησης, αλλά επίσης αντίκειται και στα άρθρα 15 και 16 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της E. E.
Παραβιάζονται από τις ΚΛΠ και ιδίως την ΚΛΠ 104/13 καθώς και από τα αρ. 4,8,9,14 και 24 του Ν. 17(Ι)/13 το δικαίωμα της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι που κατοχυρώνεται από το αρ. 26 του Συντάγματος ήτοι αλλάζει τον συμβαλλόμενο τους και αποδυναμώνει τούτον διαχωρίζει το αντικείμενο της συμφωνίας και περιορίζει ή παραποιεί τα συμβατικά δικαιώματα και/ή τα τροποποιεί μετά τη συνομολόγηση της συμφωνίας.
Παραβιάζεται το δικαίωμα των εναγόντων σε ίση μεταχείριση και ισότητα που κατοχυρώνεται από το αρ. 28 του Συντάγματος ήτοι:
γίνεται διαφορετική μεταχείριση των καταθετών της Λαϊκής από καταθέτες
άλλων τραπεζών στην επίτευξη των στόχων του αρ. 3(1) του Ν. 17(Ι)113 ενώ η ίδια η εκτελεστική εξουσία πρόκρινε άλλο μέτρο ως η απορριφθείσα από τη Βουλή των Αντιπροσώπων πρόταση της.
Γίνεται διαφορετική μεταχείριση των εναγόντων και άλλων καταθετών στα εις Κύπρο υποκαταστήματα της Λαϊκής από τους καταθέτες στα υποκαταστήματα της Λαϊκής εκτός Κύπρου στους οποίους διασφαλίζεται αμέσως η διαθεσιμότητα του συνόλου των καταθέσεων τους.
Γίνεται διαφορετική μεταχείριση των εναγόντων στους οποίους διασφαλίζει μόνο €100.000,00 εκ των καταθέσεων τους ενώ στους ακόλουθους καταθέτες των υποκαταστημάτων της Λαϊκής στην Κύπρο διασφαλίζεται:
Το σύνολο των υποχρεώσεων της Λαϊκής προς τη «Γενική Κυβέρνηση» της Κυπριακής Δημοκρατίας και/ή την Κυπριακή Δημοκρατία.
Ποσοστό 72.5% επί των υποχρεώσεων της Λαϊκής προς ασφαλιστικές εταιρείες.
Το σύνολο των υποχρεώσεων της Λαϊκής προς την ιδιωτική εταιρεία JCC Payment Systems Ltd.
Ποσοστό 72,5% των υποχρεώσεων της Λαϊκής προς φιλανθρωπικά ιδρύματα.
Ποσοστό 72.5% των υποχρεώσεων της Λαϊκής προς σχολεία και εκπαιδευτικά ιδρύματα.
Εν προκειμένω οι ΚΛΠ στην ολότητά τους και το γράμμα και το πνεύμα του Ν. 17(Ι)/3 παραβιάζουν τα ως άνω δικαιώματα των εναγόντων.
Οι ρήτρες περιορισμού ευθύνης και αποκατάστασης/αποζημίωσης που περιέχονται στα άρθρα 12 (16), 25, 26(1) - (3) και 29 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμο αποτελούν κατάφωρη παραβίαση του άρθρου 30 του Συντάγματος και των άρθρων 6 και 13 της Σύμβασης και 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής 'Ένωσης αφού με αυτό τον τρόπο ουσιαστικά εκμηδενίζεται το δικαίωμα των εναγόντων για δικαστική προστασία και/ή αποτελεσματική προσφυγή στη δικαιοσύνη και/ή πρόσβαση στα δικαστήρια καθώς για διεκδίκηση αποκατάστασης της πραγματικής ζημίας που έχουν υποστεί. Περαιτέρω έρχονται σε αντίθεση και με το άρθρο 3(2) (ζ) και 26 του ιδίου νόμου τα οποία προνοούν ότι, (a) η επέμβαση επί των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας δεν πρέπει να υπερβαίνει τις πρόνοιες του Συντάγματος και της Σύμβασης αλλά και (β) ότι το δικαίωμα δικαστικής αμφισβήτησης της ληφθείσας από την Αρχή Εξυγίανσης απόφασης σχετικά με το προσδιοριζόμενο αντάλλαγμα για το Θιγόμενο δικαίωμα ιδιοκτησίας και το δικαίωμα αναζήτησης οικονομικής επανόρθωσης του Θιγόμενου προσώπου από τη λήψη μέτρων εξυγίανσης δεν επηρεάζονται.
Παραβιάζεται το δικαίωμα των εναγόντων να απολαμβάνουν τα δικαιώματα του ΜΕΡΟΥΣ ΙΙ Περί Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και Ελευθεριών του Συντάγματος εκτός σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης που κατοχυρώνεται από το αρ. 33 του
Συντάγματος.
Τέλος παραβιάζεται το αρ. 179 του Συντάγματος.
Εξαιτίας όλων των πιο πάνω, η Λαϊκή παρέμεινε με ελάχιστα περιουσιακά στοιχεία και χωρίς εργασίες και αδυνατούσε να εξοφλήσει τις υποχρεώσεις της προς τους Ενάγοντες με αποτέλεσμα να μην έχει μέχρι σήμερα, καταβάλει το ποσό των 237.008 ευρώ στους Ενάγοντες.
Οι Εναγόμενοι 2 και 3 καταχώρησαν κοινή δικογραφημένη Υπεράσπιση στην αγωγή. Ήγειραν προδικαστική ένσταση, ότι δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα. Ήγειραν δεύτερη προδικαστική ένσταση ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο, στερείται δικαιοδοσίας να εξετάσει τη νομιμότητα των διαταγμάτων που εκδόθηκαν δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο 17.(1)/.13. Επίσης, εγείρουν προδικαστική ένσταση ότι το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων, έχει παραγραφεί. Επίσης εγείρουν ακόμα μίαν προδικαστική ένσταση, ότι το αγώγιμο δικαίωμα είναι πρόωρο, καθότι δεν έχει ολοκληρωθεί η εξυγίανση. Παραδέχονται ότι στις 28/05/2013 η Εναγόμενη 1 δεν μπορούσε να προβαίνει στην ανάληψη νέων υποχρεώσεων έναντι του κοινού υπό μορφή καταθέσεων, αξιογράφων ή άλλων στοιχείων αποδεικτικής οφειλής. Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, είναι νόμιμο πρόσωπο που ιδρύθηκε δυνάμει προνοιών του Συντάγματος. Είναι θεσμικά ανεξάρτητη, αυτόνομη και νομικά ενσωματωμένη στο ευρωπαϊκό σύστημα Κεντρικών Τραπεζών. Ο νόμος 17.(1).2013 ορίζει ότι η Αρχή Εξυγίανσης σημαίνει την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Τον Μάρτιο του 2013 εκδόθηκαν διατάγματα τα οποία επέβαλλαν περιοριστικά μέτρα δυνάμει του περί της Επιβολής Περιοριστικών Μέτρων στις συναλλαγές σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης νόμου 12(1)/13. Τα διατάγματα εκδόθηκαν από τον Υπουργό Οικονομικών μετά που εισήγηση του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας. Επειδή υπήρχε έλλειψη ουσιαστικής ρευστότητας και κίνδυνος εκροής καταθέσεων, οι πιο πάνω αποφάσεις δημοσιεύτηκαν με γνωστοποιήσεις που εξέδωσε ο Υπουργός Οικονομικών ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχονται δυνάμει του άρθρου 69 του περί Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμου 2002 μέχρι 2007.
Πλην της έκδοσης διαταγμάτων τα γεγονότα που οδήγησαν στην έκδοση της από κοινού απόφασης και των διαταγμάτων για την εξυγίανση της Τράπεζας Κύπρου και της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd έχουν ως εξής:
Κατά ή περί το Μάιο τον 2011 η Κυπριακή Δημοκρατία, μετά τις συνεχιζόμενες υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής της ικανότητας από τούς οίκους αξιολόγησης, αποκλείστηκε για σκοπούς χρηματοδότησης από τις διεθνείς αγορές.
H κεφαλαιακή Θέση της Εναγόμενης 1 επιδεινώθηκε αμέσως μετά τον Οκτώβριο τον 2011, όταν λήφθηκε η απόφαση για απομείωση των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς και λόγω της χειροτέρευσης της ποιότητας του δανειακού της χαρτοφυλακίου, ως αποτέλεσμα της επιδείνωσης της οικονομικής κατάστασης σε Κύπρο και Ελλάδα. H απομείωση των Ελληνικών ομολόγων και η σταδιακή αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων επηρέασε αρνητικά την κερδοφορία της τράπεζας και συνεπώς την κεφαλαιακή της βάση. Λεπτομέρειες αναφορικά με τα ανωτέρω Θα δοθούν κατά τη δικάσιμο.
Κατά ή περί τις 3/01/2012, η Κεντρική Τράπεζα με επιστολή της προς την Τράπεζα Κύπρου, στα πλαίσια των εξουσιών και καθηκόντων της, σύμφωνα με Ευρωπαϊκές οδηγίες και την κείμενη νομοθεσία, για διενέργεια εποπτικών ελέγχων, μεταξύ άλλων, για τον υπολογισμό των απαιτούμενων εποπτικών κεφαλαίων, απαίτησε, μετά τη διενέργεια εποπτικής αξιολόγησης, από την Τράπεζα Κύπρου να διατηρεί ελάχιστο δείκτη πρωτοβάθμιων κεφαλαίων σε ενοποιημένη βάση, ύψους 11,4%. H Τράπεζα Κύπρου παρουσίαζε συνολικό έλλειμμα κεφαλαίου ε903 εκατομμυρίων κατά την 30/09/2011 σε σχέση με τις εποπτικές απαιτήσεις της Κεντρικής Τράπεζας με βάση το προφίλ κινδύνου της Τράπεζας Κύπρου.
Εντός του Νοεμβρίου 2012 συμφωνήθηκε το προκαταρτικό μνημόνιο συναντίληψης της Κυπριακής Δημοκρατίας με την Τρόικα στο οποίο υπήρχε η πρόνοια για ποσό μέχρι €10δις. για κάλυψη των κεφαλαιακών αναγκών των τραπεζών, συμπεριλαμβανομένης της Τράπεζας Κύπρου, οι οποίες θα προσδιορίζονταν μέσω του διαγνωστικού ελέγχου της PIMCO πού Θα ολοκληρωνόταν στις αρχές του 2013. Ως εκ των πιο πάνω, λόγω της προοπτικής της υπογραφής του μνημονίου, αναμενόταν η Κυβέρνηση να έχει στη διάθεσή της επαρκείς πόρους για ανακεφαλαιοποίηση από το πρόγραμμα στήριξης την Τράπεζα Κύπρου.
Κατά ή περί την 20/07/2012 η Κεντρική Τράπεζα, ενόψει του γεγονότος ότι η Τράπεζα Κύπρου δεν τηρούσε τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις, ούτε συμμορφωνόταν με τους ελάχιστους εποπτικούς δείκτες ρευστότητας, απαγόρευσε την εκποίηση στοιχείων ενεργητικού της τράπεζας και τη μεταφορά κεφαλαίου ή/και ρευστότητας σε οποιαδήποτε θυγατρική της εταιρεία, χωρίς την προηγούμενη έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας.
Κατά ή περί την 7/11/2012 το Διοικητικό Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) αποφάσισε, με ισχύ από τις 14/11/2012, την αναστολή πρόσβασης της Τράπεζας Κύπρου και των υποκαταστημάτων της στα πιστοδοτικά μέσα άσκησης νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος για προληπτικούς λόγους, λόγω μη τήρησης των απαιτήσεων κεφαλαιακής επάρκειας. Ως αποτέλεσμα, στις 14/11/2012 η Τράπεζα Κύπρου αιτήθηκε στην Κεντρική Τράπεζα και της παραχωρήθηκε έκτακτη ρευστότητα (Emergency Liquidity Assistance -ELA) €2 δις, η οποία χρησιμοποιήθηκε μαζί με άλλα ρευστά διαθέσιμα της Τράπεζας Κύπρου για την αποπληρωμή ρευστότητας €3,85 δις την οποία ελάμβανε μέχρι εκείνη τη στιγμή η Τράπεζα Κύπρου μέσω πιστοδοτικών πράξεων Ευρωσυστήματος. H παροχή έκτακτης ρευστότητας από την Κεντρική Τράπεζα προϋποθέτει τη μη ένσταση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Μέχρι τις 30/11/2012 η Τράπεζα Κύπρου αποπλήρωσε την έκτακτη ρευστότητα £2 δις με χρήση διαθεσίμων από διατραπεζικές καταθέσεις και ρευστοποίηση ομολόγων.
Οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας της Τράπεζας Κύπρου στις 31/12/2012, με βάση τα προκαταρτικά αποτελέσματα για το έτος 2012, τα οποία, κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν είχαν εγκριθεί από το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας Κύπρου, ήταν 1,5% για το δείκτη Κύριων Βασικών Ιδίων Κεφαλαίων (5% στις 30/09/2012), 3,8% για το δείκτη Βασικών Ιδίων Κεφαλαίων (7,3% στις 30 Σεπτεμβρίου 2012) και 4,2% για το δείκτη Συνολικών Ιδίων Κεφαλαίων (7,6% στις 30 Σεπτεμβρίου 2012). Οι εν λόγω δείκτες υστερούσαν σημαντικά των εποπτικών απαιτήσεων πού για το έτος 2012 ανέρχονταν σε 8% ελάχιστο δείκτη Κυρίων Βασικών Ιδίων Κεφαλαίων, 9,5% ελάχιστο δείκτη Βασικών Ιδίων Κεφαλαίων και 11,5% ελάχιστο δείκτη Συνολικών Ιδίων Κεφαλαίων. Οι προκαταρτικοί δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας στις 31/12/2012, κατά τον ουσιώδη χρόνο, παρουσίασαν σημαντική μείωση σε σχέση με τούς δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας στις 30/09/2012 ως αποτέλεσμα των αυξημένων προβλέψεων για επισφαλείς απαιτήσεις πού διενεργήθηκαν το τελευταίο τρίμηνο του 2012. Ενδεικτικά, με βάση τα προκαταρτικά αποτελέσματα για το έτος 2012, τα οποία, κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν είχαν εγκριθεί από το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας Κύπρου, οι προβλέψεις για επισφαλείς χορηγήσεις ανήλθαν στα £1,860 δις για το έτος 2012 σε σχέση με £426 εκατομμύρια για το έτος 2011. Λεπτομέρειες αναφορικά με τα ανωτέρω Θα δοθούν κατά τη δικάσιμο.
Με βάση τα προκαταρτικά ενοποιημένα αποτελέσματα του 2012 η Τράπεζα Κύπρου πραγματοποίησε ζημιές μετά από προβλέψεις και προ φόρων €1,536 δις.
Με βάση τα προκαταρτικά αποτελέσματα για το έτος 2012 και τους ελάχιστους δείκτες κεφαλαιακών απαιτήσεων της Οδηγίας προς τις τράπεζες για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων και των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων του 2006 έως (Αρ.2) του 2011 το έλλειμμα Κύριων Βασικών Ιδίων Κεφαλαίων ανερχόταν στα €1,463 δις και το έλλειμμα Συνολικών Κεφαλαίων ανερχόταν στα €1,628 δις.
Με βάση τα τελικά ελεγμένα οικονομικά αποτελέσματα για το έτος 2012 πού ανακοινώθηκαν από την τράπεζα στις 11/10/20 13, η Τράπεζα Κύπρου κατέγραψε ζημιές μετά από προβλέψεις και προ φόρων ύψους €2,210 δις, προβλέψεις για επισφαλείς απαιτήσεις ύψους €2,306 δις και παρουσίασε έλλειμμα Κυρίων Βασικών Ιδίων Κεφαλαίων €2,134 δις και έλλειμμα Συνολικών Κεφαλαίων €2,285 δις. Επίσης, ο δείκτης Κύριων Βασικών Ιδίων Κεφαλαίων της τράπεζας κατά την ίδια περίοδο ήταν αρνητικός 1,9% και ο δείκτης των Συνολικών Κεφαλαίων της τράπεζας ανερχόταν σε 0,9%, σημαντικά χαμηλότερος από τις ελάχιστες εποπτικές απαιτήσεις.
Κατά ή περί την 1/02/2013 ολοκληρώθηκε η μελέτη πού εκπονήθηκε από τον οίκο PIMCO στη βάση του διαγνωστικού ελέγχου πού διενέργησε στο κυπριακό χρηματοπιστωτικό σύστημα, σύμφωνα με τις πρόνοιες του προκαταρτικού Μνημονίου Συναντίληψης πού συμφωνήθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, κατόπιν διαβούλευσης με τούς εντεταλμένους εκπροσώπους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Από τα αποτελέσματα του ανεξάρτητού διαγνωστικού ελέγχου πού διενέργησε ο πιο πάνω οίκος πρόκυπτε ότι τα περιουσιακά στοιχεία της Τράπεζας Κύπρου υπολείπονταν σημαντικά των υποχρεώσεων της. H Εναγόμενη 3 επιφυλάσσεται να αναφερθεί σε περαιτέρω λεπτομέρειες κατά τη δικάσιμο.
H ρευστότητα της Τράπεζας Κύπρου επιδεινώθηκε σημαντικά κατά τούς πρώτους τρεις μήνες του 2013, λόγω των αυξημένων εκροών καταθέσεων. Συγκεκριμένα, το σύνολο των καταθέσεων της Τράπεζας Κύπρου σε Κύπρο και Ελλάδα, που είναι οι κύριες αγορές που δραστηριοποιείτο το Συγκρότημα της Τράπεζας Κύπρου, ανήλθαν στα €24,024 δις στις 15/03/2013, μειωμένες κατά €2,058 δις σε σχέση με τις 31/12/2012.
Ως αποτέλεσμα των αυξημένων εκροών καταθέσεων η Τράπεζα Κύπρου αιτήθηκε το Φεβρουάριο του 2013 την παροχή έκτακτης ρευστότητας από την Κεντρική Τράπεζα (Emergency Liquidity Assistance - ELA) και στη συνέχεια αιτήθηκε παροχή επιπλέον έκτακτης ρευστότητας. Σύμφωνα με το εδάφιο (3) του άρθρου 46 του περί Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμου 138(Ι)/2002, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, η Κεντρική Τράπεζα δύναται να παρέχει δάνεια σε τράπεζες με εξασφάλιση και γι' αυτό, για την πιο πάνω παροχή έκτακτης ρευστότητας από την Κεντρική Τράπεζα (Emergency Liquidity Assistance - ELA) η Τράπεζα Κύπρου παρείχε, κατά καιρούς, εξασφαλίσεις επί των περιουσιακών στοιχείων της προς υπερκάλυψη της παρεχόμενης ρευστότητας.
H παροχή έκτακτης ρευστότητας από την Κεντρική Τράπεζα προϋποθέτει την μη ένσταση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Κατά ή περί την 31/03/2011 η θυγατρική της Λαϊκής Τράπεζας στην Ελλάδα Μαρφίν Εγνατία Τράπεζα A.E. μετατράπηκε σε υποκατάστημα. Παράλληλα κατά την ίδια περίοδο, το ελληνικό δανειακό χαρτοφυλάκιο της Λαϊκής Τράπεζας συνέχιζε να επιδεινώνεται, οδηγώντας σε ανάγκη υψηλότερων προβλέψεων, η οποία επιδείνωσε την ήδη πολύ κακή επιχειρησιακή απόδοση των εργασιών Ελλάδος. Λεπτομέρειες αναφορικά με τα ανωτέρω θα δοθούν κατά τη δικάσιμο.
Κατά ή περί το Σεπτέμβριο του 2011, η ρευστότητα της Λαϊκής Τράπεζας επιδεινώθηκε σημαντικά, λόγω των αυξημένων εκροών καταθέσεων. Ως αποτέλεσμα, η Λαϊκή Τράπεζα αιτήθηκε για πρώτη φορά το Σεπτέμβριο του 2011 την παροχή έκτακτης ρευστότητας από την Κεντρική Τράπεζα (Emergency Liquidity Assistance - ELA). H παροχή έκτακτης ρευστότητας από την Κεντρική Τράπεζα προϋποθέτει τη μη ένσταση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Λεπτομέρειες αναφορικά με τα ανωτέρω θα δοθούν κατά τη δικάσιμο.
H κεφαλαιακή Θέση της Λαϊκής Τράπεζας επιδεινώθηκε αμέσως μετά τον Οκτώβριο του 2011, όταν λήφθηκε η απόφαση για απομείωση των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς επίσης λόγω της χειροτέρευσης της ποιότητας του δανειακού της χαρτοφυλακίου ως αποτέλεσμα της επιδείνωσης της οικονομικής κατάστασης σε Κύπρο και Ελλάδα. H κατάσταση ρευστότητας της Λαϊκής Τράπεζας σημείωνε ήδη σημαντικές αδυναμίες, παρουσιάζοντας παραβάσεις από τις αρχές του 2011 στην τήρηση των εποπτικών δεικτών ρευστότητας που εφάρμοζε η Κεντρική Τράπεζα και παραβάσεις για περίοδο πολύ πριν το 2011 στην τήρηση των εποπτικών δεικτών ρευστότητας πού εφάρμοζε η Τράπεζα της Ελλάδος, σε σχέση με τις Ελληνικές εργασίες του Ομίλου της Λαϊκής Τράπεζας.
Κατά ή περί την 7/11/2011, η Κεντρική Τράπεζα με σχετική επιστολή της προς τη Λαϊκή Τράπεζα της επέβαλε σημαντικούς περιορισμούς σε Θέματα ρευστότητας προς αντιμετώπιση της επιδεινούμενης ρευστότητας της.
Κατά ή περί το Δεκέμβριο 2011, η Κεντρική Τράπεζα, με βάση εποπτική αξιολόγηση που διενήργησε, απαίτησε από την Λαϊκή Τράπεζα, με βάση το προφίλ κινδύνου της τράπεζας, να διατηρεί ελάχιστο δείκτη πρωτοβάθμιων κεφαλαίων σε ενοποιημένη βάση, ύψους 15,86% - εξαιρουμένων των κινδύνων σε κυβερνητικά ομόλογα. Επιπλέον του πιο πάνω ποσοστού απαιτούνταν κεφάλαια για τους κινδύνους από την έκθεση σε κυβερνητικά ομόλογα ύψους €1,561 δις. Το συνολικό έλλειμμα κεφαλαίων ανερχόταν στα €3,062 δις. H Κυβέρνηση δεσμεύθηκε ότι θα στηρίξει τη Λαϊκή Τράπεζα σε περίπτωση όπου το σχέδιο ανακεφαλαιοποίησης της δεν υλοποιείτο πλήρως μέσω ιδιωτικών πόρων. Ως εκ των πιο πάνω παρόλο πού δεν τηρούνταν οι ελάχιστοι εποπτικοί δείκτες κεφαλαιακός επάρκειας, η Λαϊκή Τράπεζα Θεωρείτο και ή ήταν φερέγγυα.
Κατά ή περί την 18/05/2012 η Βουλή των Αντιπροσώπων ενέκρινε την παροχή κρατικής στήριξης Λαϊκή Τράπεζα, ύψους €1,800 δις με την έκδοση σχετικού διατάγματος (Κ.Λ.Π. 182/2012) κατόπιν αίτησης που είχε υποβάλει η Λαϊκή Τράπεζα, με σκοπό την κάλυψη του κεφαλαιακού ελλείμματος για τη συμμόρφωση με τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών με ημερομηνία 8/12/2011, σχετικά με τη δημιουργία προσωρινών αποθεμάτων κεφαλαίου για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στον τραπεζικό τομέα.
Από το Σεπτέμβριο του 2011 και μετά, λόγω των συνεχιζόμενων εκροών καταθέσεων, των υποβαθμίσεων ομολόγων με αποτέλεσμα να καθίστανται μη επιλέξιμα για σκοπούς χρηματοδότησης από το Ευρωσύστημα, καθώς και λόγω της απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για αναστολή πρόσβασης της Λαϊκής Τράπεζας και των υποκαταστημάτων της στα πιστοδοτικά μέσα άσκησης νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος για προληπτικούς λόγους από τις 3/07/2012, η Λαϊκή Τράπεζα συνέχισε να αιτείται την παροχή επιπλέον έκτακτης ρευστότητας, έχοντας ως αποτέλεσμα στις 22/03/2013 το συνολικό υπόλοιπο έκτακτης ρευστότητας πού λάμβανε η Λαϊκή Τράπεζα να ανέρχεται σε £9,5 δις. Για την πιο πάνω παροχή έκτακτης ρευστότητας από την Κεντρική Τράπεζα (ELA) η Λαϊκή Τράπεζα παρείχε, κατά καιρούς, εξασφαλίσεις επί των περιουσιακών στοιχείων της προς υπερκάλυψη της παρεχόμενης ρευστότητας. H παροχή έκτακτης ρευστότητας από την Κεντρική Τράπεζα προϋποθέτει τη μη ένσταση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Κατά ή περί την 9/07/2012 η Κεντρική Τράπεζα, ενόψει του ότι η Λαϊκή Τράπεζα δεν τηρούσε τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις, ούτε συμμορφωνόταν με τους ελάχιστους εποπτικούς δείκτες ρευστότητας, απαγόρευσε την εκποίηση στοιχείων ενεργητικού της τράπεζας και τη μεταφορά κεφαλαίου και ρευστότητας σε οποιαδήποτε θυγατρική εταιρεία χωρίς την προηγούμενη έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας. Οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας της Λαϊκής Τράπεζας στις 31/12/2012, με βάση τα προκαταρτικά αποτελέσματα, τα οποία δεν είχαν εγκριθεί από το Διοικητικό Συμβούλιο της Λαϊκής Τράπεζας, ήταν 0,7% για το δείκτη Κύριων Βασικών Ιδίων Κεφαλαίων (2,7% στις 30/09/2012), 3,3% για το δείκτη Βασικών Ιδίων Κεφαλαίων (5,4% στις 30/092012) και 3,5% για το δείκτη Συνολικών Ιδίων Κεφαλαίων (5,5% στις 30/09/2012). Οι εν λόγω δείκτες υστερούσαν σημαντικά των εποπτικών απαιτήσεων που για το έτος 2012 ανέρχονταν σε 8% ελάχιστο δείκτη Κυρίων Βασικών Ιδίων Κεφαλαίων, 9,5% ελάχιστο δείκτη Βασικών Ιδίων Κεφαλαίων και 11,5% ελάχιστο δείκτη Συνολικών Ιδίων Κεφαλαίων. Οι προκαταρτικοί δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας στις 31/12/2012 παρουσίασαν σημαντική μείωση σε σχέση με τους δείκτες, κεφαλαιακής επάρκειας στις 30/09/2012 ως αποτέλεσμα των αυξημένων προβλέψεων για επισφαλείς απαιτήσεις που διενεργήθηκαν το τελευταίο τρίμηνο του 2012. Ενδεικτικά, αναφέρεται ότι με βάση τα τότε προκαταρτικά αποτελέσματα για το έτος 2012, τα οποία δεν είχαν εγκριθεί ακόμη από το Διοικητικό Συμβούλιο της Λαϊκής Τράπεζας, οι προβλέψεις για επισφαλείς χορηγήσεις ανήλθαν στα €1,779 δις για το έτος 2012 σε σχέση με €1,151 δις για το έτος 2011. Με βάση τα προκαταρκτικά αποτελέσματα η Λαϊκή Τράπεζα πραγματοποίησε κατά το 2012 ζημιές μετά προβλέψεις και προ φόρων €2,543 δις. Λεπτομέρειες αναφορικά με τα ανωτέρω θα δοθούν κατά τη δικάσιμο.
Με βάση τα προκαταρτικά αποτελέσματα για το έτος 2012 και τους ελάχιστούς δείκτες κεφαλαιακών απαιτήσεων της Οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας προς τις τράπεζες για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων και των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων του 2006 έως (Αρ.2) του 2011 το έλλειμμα Κύριων Βασικών Ιδίων Κεφαλαίων ανερχόταν στα €1,622 δις και το έλλειμμα Συνολικών Κεφαλαίων στα €1,782 δις.
Εντός του Νοεμβρίου 2012 συμφωνήθηκε το προκαταρτικό μνημόνιο συναντίληψης της Κυπριακής Δημοκρατίας με την Τρόικα στο οποίο υπήρχε η πρόνοια για ποσό μέχρι £10δις. για κάλυψη των κεφαλαιακών αναγκών των τραπεζών συμπεριλαμβανομένης της Λαϊκής Τράπεζας, οι οποίες θα προσδιορίζονταν μέσω του διαγνωστικού ελέγχου της PIMCO που Θα ολοκληρωνόταν στις αρχές του 2013. Ως εκ των πιο πάνω, λόγω της προοπτικής της υπογραφής του μνημονίου αναμενόταν η Κυβέρνηση να έχει στη διάθεσή της επαρκείς πόρους για την περαιτέρω ανακεφαλαιοποίηση της Λαϊκής Τράπεζας, από το πρόγραμμα στήριξης.
Από τα αποτελέσματα του ανεξάρτητου διαγνωστικού ελέγχου πού διενέργησε η εταιρεία PIMCO, όπως αναφέρεται πιο πάνω, προέκυπτε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, τα περιουσιακά στοιχεία της Λαϊκής Τράπεζας υπολείπονταν σημαντικά των υποχρεώσεων της και το έλλειμμα κεφαλαίων της Λαϊκής Τράπεζας υπολογίστηκε στα £2.782 δις με βάση το βασικό σενάριο και £3.835 δις. με βάση το ακραίο σενάριο. Λεπτομέρειες αναφορικά με τα ανωτέρω θα δοθούν κατά την δικάσιμο.
Μέσα στα πλαίσια των προσπαθειών για την υπογραφή του μνημονίου με την Τρόικα αναμενόταν ότι η Κυπριακή Κυβέρνηση μετά την λήψη της πρώτης δόσης Θα ήταν σε Θέση να στηρίξει τις τράπεζες, ώστε να έχουν επαρκή κεφάλαια σύμφωνα με τους Κανονισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Στις 16/03/2013 επιτεύχθηκε στο Eurogroup πολιτική συμφωνία με τις Κυπριακές αρχές για την εγκαθίδρυση προγράμματος οικονομικής προσαρμογής. Αυτά τα μέτρα περιλάμβαναν μεταξύ άλλων, την εισαγωγή εφάπαξ εισφοράς αλληλεγγύης που θα εφαρμοζόταν σε καταθέτες. Στις 19/03/2013 η Βουλή των Αντιπροσώπων καταψήφισε το νομοσχέδιο για την εφάπαξ εισφορά επί των καταθέσεων. Στις 21/03/2013 το Διοικητικό Συμβούλιο της Κεντρικής Τράπεζας αποφάσισε σε σχέση με παροχή έκτακτης ρευστότητας που ζήτησε η Κεντρική Τράπεζα να επιτρέψει την παροχή έκτακτης ρευστότητας μέχρι 25/03/2013 και έπειτα να συνεχιζόταν η παροχή μόνο αν θα ετίθετουν η εφαρμογή προγράμματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου που θα εξασφάλιζε τη φερεγγυότητα των επηρεαζόμενων τραπεζών. Από το συνολικό ποσό της χρηματοδότησης και το απόθεμα ρευστών διαθέσιμων της Τράπεζας Κύπρου στις 22/03/2013, τη δεδομένη στιγμή προέκυψε ότι δεν θα ήταν σε θέση να ικανοποιήσει τις υποχρεώσεις της αν εξέλειπε η παροχή έκτακτης ρευστότητας. Από το απόθεμα ρευστών διαθέσιμων της Λαϊκής Τράπεζας στις 22/03.2013, προέκυπτε ότι η Λαϊκή Τράπεζα τη δεδομένη χρονική στιγμή, δεν θα ήταν σε θέση να ικανοποιήσει τις υποχρεώσεις της αν εξέλειπε η παροχή έκτακτης ρευστότητας. Στις 25/03/2013 επιτεύχθηκε στο Eurogroup πολιτική συμφωνία για την εγκαθίδρυση προγράμματος οικονομικής προσαγωγής προς αποφυγή χρεωκοπίας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Συμφωνήθηκε η Λαϊκή Τράπεζα να διαχωριστεί σε καλή και κακή τράπεζα και όπως η καλή τράπεζα απορροφηθεί από την Τράπεζα Κύπρου και στην καλή τράπεζα να μεταφερθούν 9 δισεκατομμύρια έκτακτης παροχής ρευστότητας . Τα χρήματα του προγράμματος 10 δισεκατομμύρια, δεν θα χρησιμοποιηθούν για να ανακεφαλαιοποίηση της Κεντρικής Τράπεζας και της Τράπεζας Κύπρου και η ανακεφαλαιοποίηση της Τράπεζας Κύπρου θα γίνει από τους ίδιους πόρους. Το Eurogroup 25/03/2013 ζήτησε από τις Κυπριακές αρχές την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο να οριστικοποιήσουν μνημόνιο συναντίληψης μέχρι τις αρχές Απριλίου 2013. Ενόψει του άμεσου κινδύνου για πλήρη αποσταθεροποίηση του χρηματοοικονομικού συστήματος της χώρας και κατάρρευση του συνόλου του τομέα με καταστροφικές συνέπειες, η Αρχή Εξυγίανσης ασκώντας τις εξουσίες της δυνάμει του νόμου 17.1.13, μετά από κοινή απόφαση με τον Υπουργό Οικονομικών και βάσει της έκθεσης αρμόδιας εποπτικής αρχής και το σχέδιο εξυγίανσης που ετοιμάστηκε από την αρχή εξυγίανσης και αφού αποφάσισαν δυνάμει του άρθρου 6.1 του νόμου 17(1)13 ότι συνέτρεχαν επιτακτικοί λόγοι δημόσιου συμφέροντος, εκδόθηκαν διατάγματα για μη λήψη μέτρων εξυγίανσης της Τράπεζας Κύπρου και Λαϊκής Τράπεζας. Τα περιουσιακά στοιχεία της Λαϊκής Τράπεζας μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου, μεταβιβάστηκαν και υπολογίστηκαν στην εύλογη αξία τους στη βάση αποτίμησης από ανεξάρτητο εκτιμητή. Μέχρι τις 30/07/2013, παραδόθηκε στην Αρχή Εξυγίανσης έκθεση αποτίμησης ανεξάρτητου οίκου σύμφωνα με το άρθρο 22 του νόμου. Η Αρχή Εξυγίανσης δεδομένης της περαιτέρω μετατροπής 10% των ανασφάλιστων καταθέσεων στην Τράπεζα Κύπρου σε μετοχές A και αφού καθόρισε την εύλογη αξία των καθαρών περιουσιακών στοιχείων των δύο τραπεζών με τη σύμφωνη γνώμη του Υπουργού Οικονομικών, εξέδωσε διάταγμα ΚΔΠ279/2013 και η Τράπεζα Κύπρου εξέδωσε και παραχώρησε στη Λαϊκή Τράπεζα μετοχές τάξης A ονομαστικής αξίας ενός ευρώ, ώστε η Λαϊκή να κατέχει το 18.056371% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας Κύπρου. Τα διατάγματα με από κοινού απόφαση, έχουν νομική αξία και ισχύ, διότι εκδόθηκαν εντός του πλαισίου του νόμου που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Επίσης αρνούνται ότι τα διατάγματα είναι αντισυνταγματικά. Όλες οι πράξεις, διατάγματα, αποφάσεις και όλες οι προπαρασκευαστικές πράξεις, εκδόθηκαν αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα ουσιώδη γεγονότα περιστατικά που έγιναν κατά ή περί της 16/03/2013 και λήφθηκαν νόμιμα και ορθά σύμφωνα με το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και το Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι 2 και 3 λέγουν τα πιο κάτω:
Αρνούνται ότι υπήρξε παράβαση του άρθρου 3(2)(γ) του Νόμου 17(Ι)/2013 αναφορικά με την πώληση των υποκαταστημάτων της Εναγόμενης 1 στην Ελλάδα και στο Ηνωμένο Βασίλειο. Σε ό,τι αφορά την πώληση εργασιών της Εναγόμενης 1 στην Ελλάδα η Εναγόμενη 2 λέγει τα πιο κάτω:
Η πώληση των εργασιών της Εναγόμενης 1 στην Ελλάδα προηγήθηκε χρονικά της K.Δ.Π. 104/2013. Συνεπώς, κατά την ημερομηνία έκδοσης του Διατάγματος Κ.Δ.Π.104/2013, οι εργασίες της Εναγόμενης 1 στην Ελλάδα δεν περιλαμβάνονταν στα βιβλία της εν λόγω τράπεζας και συνεπώς δεν τίθεται Θέμα προνομιακής μεταχείρισης ορισμένων καταθετών έναντι των Εναγόντων.
Η πώληση των ελληνικών υποκαταστημάτων των Κυπριακών Τραπεζών είχε τεθεί ως προϋπόθεση από τους διεθνείς δανειστές της Κύπρου για την έγκριση του προγράμματος στήριξης της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά ή περί την 4η Μαρτίου 2013. Προς επίτευξη του στόχου αυτού κατά ή περί την 11/03/2013 αντιπροσωπεία από λειτουργούς της Κεντρικής Τράπεζας του Υπουργείου Οικονομικών και της Τρόικας μετέβησαν στην Ελλάδα για απευθείας διαπραγματεύσεις με την Τράπεζα της Ελλάδας και άλλες αρμόδιες αρχές. Λόγω του ότι δεν υπήρξε συμφωνία, αποφασίστηκε όπως η συζήτηση συνεχιστεί στις Βρυξέλλες στα πλαίσια του Eurogroup της 15ης Μαρτίου 2013. όπου συμφωνήθηκαν όροι στο περιεχόμενο των οποίων οι Εναγόμενοι 2 και 3 Θα αναφερθούν κατά τη δικάσιμο.
H πώληση των ελληνικών υποκαταστημάτων των Κυπριακών Τραπεζών στην Ελλάδα έγινε με τους πιο πάνω όρους.
Κατά ή περί τον Μάρτη του 2013 η Τράπεζα Πειραιώς εκδήλωσε ενδιαφέρον για την αγορά και στις 23/03/2013 εκπρόσωποι της Τράπεζας Πειραιώς ήλθαν στην Κύπρο για συζήτηση των λεπτομερειών και υπογραφή των σχετικών συμβολαίων. Οι διαπραγματεύσεις τελικά ολοκληρώθηκαν στις 26 Μαρτίου 2013 και εκδόθηκαν τα σχετικά Διατάγματα της Αρχής Εξυγίανσης.
Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά, η απόφαση και/ή συμφωνία για την πώληση των Ελληνικών υποκαταστημάτων της Εναγόμενης 1 ήταν απόφαση πού λήφθηκε σε ανώτατο πολιτικό επίπεδο για την έγκριση του προγράμματος στήριξης της Κυπριακής Δημοκρατίας και την διάσωση του τραπεζικού συστήματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Κυπριακής Οικονομίας γενικότερα.
H πώληση των Ελληνικών υποκαταστημάτων της Εναγόμενης 1 υπό τις περιστάσεις ήταν λογική και/ή ήταν εύλογη εμπορική πράξη.
Οι Εναγόμενοι 2 και 3 αρνούνται ότι παραβιάστηκε το άρθρο 3(2)(δ) του Νόμου 17(Ι)/2013 και ειδικότερα αρνούνται ότι οι Ενάγοντες βρίσκονται σε δυσμενέστερη οικονομικά θέση από αυτή που θα βρίσκονταν εάν η Εναγόμενη 1 τίθετο εναλλακτικά σε εκκαθάριση. Σε περίπτωση εκκαθάρισης της Λαϊκής Τράπεζας θα ενεργοποιούνταν οι πρόνοιες του περί Σύστασης και Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 και θα έπρεπε να αποζημιωθούν άμεσα όλες οι ασφαλισμένες καταθέσεις, με το συνολικό κόστος να ανέρχεται σε 7,5 δις περίπου με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία με ημερομηνία αναφοράς 31/12/2012. Το Ταμείο Προστασίας Καταθέσεων δεν διέθετε τα απαιτούμενα κεφάλαια για να καλύψει τους ασφαλισμένους καταθέτες της Τράπεζας Κύπρου και/ή της Λαϊκής Τράπεζας. Παράλληλα, η οφειλή έκαστης τράπεζας σε σχέση με την έκτακτη ρευστότητα που της είχε παρασχεθεί θα καθίστατο απευθείας ληξιπρόθεσμη και απαιτητή και η Κεντρική Τράπεζα, για σκοπούς είσπραξης του ποσού θα αξιοποιούσε τα περιουσιακά στοιχεία εκάστης τράπεζας που είχαν παραχωρηθεί ως εξασφάλιση. Ως εκ τούτου, τα περιουσιακά στοιχεία αυτά δεν Θα ήταν στη διάθεση του εκκαθαριστή προς ικανοποίηση των λοιπών πιστωτών και των μετόχων. Επιπλέον, χιλιάδες εργαζομένων της Τράπεζας κύπριού και της Λαϊκής Τράπεζας θα βρίσκονταν στην ανεργία. Σε κάθε περίπτωση, η Κυπριακή Δημοκρατία θα τίθετο σε ανυπέρβλητα δεινή οικονομική κατάσταση με καταστροφικές συνέπειες για τους καταθέτες, λοιπούς πιστωτές, όπως οι Ενάγοντες, τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και το κοινωνικό σύνολο.
Οι Εναγόμενοι 2 και 3 αρνούνται ότι παραβιάστηκαν οι υποχρεώσεις που επιβάλλει το άρθρο 3(2)(ζ) του Νόμου 17(Ι)/2013 και αρνούνται ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα ιδιοκτησίας των Εναγόντων.
Οι Εναγόμενοι 2 και 3 αρνούνται ότι δεν τηρήθηκαν οι διαδικασίες και πρόνοιες του άρθρου 9 του Νόμου 17(Ι)/2013 το οποία αφορά το μέτρο της πώλησης εργασιών και λέγει ότι το μέτρο αυτό εφαρμόστηκε ορθά στην περίπτωση της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd.
Οι Εναγόμενοι 2 και 3 αρνούνται ότι δεν τηρήθηκαν οι διαδικασίες των άρθρων 22 και 23 του Νόμου 17(Ι)/2013 και αρνείται ότι παραβιάστηκαν τα άρθρα 24 και 25 του Νόμου και/ή οποιεσδήποτε άλλες νομοθετικές διατάξεις.
Οι Εναγόμενοι 2 και 3 αρνούνται ότι χρησιμοποίησαν το προϊόν πώλησης των περιουσιακών στοιχείων ενεργητικού και επιχείρησης της Εναγόμενης 1 προς εξυγίανση της Τράπεζας Κύπρου.
Όλα τα μέτρα που λήφθηκαν, αποσκοπούσαν στην προστασία της Cyprus Popular Bank Ltd και της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και των υπόλοιπων τραπεζών και του τραπεζικού συστήματος της Δημοκρατίας. Αρνούνται ότι η πώληση των εν Ελλάδι της Εναγόμενης 1 προκάλεσε οικονομικά προβλήματα στη Λαϊκή και μείωσε το ποσό που θα λάμβαναν οι μη εξασφαλισμένοι πιστωτές της Λαϊκής. Αρνούνται ότι η πώληση των εργασιών στην Ελλάδα και στο Ηνωμένο Βασίλειο έγινε σε τιμή πολύ χαμηλότερη από την πραγματική και δίκαια αξία.
Οι Εναγόμενοι 2 και 3 αρνούνται ότι η Εναγόμενη 3 προκάλεσε οποιαδήποτε ζημιά στην Εναγόμενη 1 και/ή στους Ενάγοντες και λέγουν τα πιο κάτω:
Σε σχέση με την απομείωση των ελληνικών ομολόγων οι Εναγόμενοι 2 και 3 λέγουν ότι κατά πάντα ουσιώδη με την παρούσα αγωγή χρόνο ενημέρωσαν τον Υπουργό Οικονομικών της Κυπριακής Δημοκρατίας σε σχέση με την έκθεση των Κυπριακών Τραπεζών στα Ελληνικά ομόλογα και σε σχέση με τις επιπτώσεις σε αυτές σε περίπτωση αποδοχής του PSI. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά οι αποφάσεις που λήφθηκαν σε σχέση με το Ελληνικό PSI λήφθηκαν σε ανώτατο πολιτικό επίπεδο από τούς αρχηγούς των κρατών.
Αναφορικά με την παροχή κρατικής στήριξης στην Εναγόμενη 1, οι Εναγόμενοι 2 και 3 λέγουν ότι η έγκριση της παροχής κρατικής στήριξης στη Λαϊκή Τράπεζα ύψους €1,800 δις με την έκδοση σχετικού διατάγματος (Κ.Δ.Π. 182/2012) έγινε κατόπιν αίτησης που είχε υποβάλει η Λαϊκή Τράπεζα, με σκοπό την κάλυψη του κεφαλαιακού ελλείμματος για τη συμμόρφωση με τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών με ημερομηνία 8/12/2011, σχετικά με τη δημιουργία προσωρινών αποθεμάτων κεφαλαίου για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στον τραπεζικό τομέα.
Οι Εναγόμενοι 2 και 3 αρνούνται ότι η αλλαγή σε οποιουσδήποτε δείκτες πρωτοβάθμιων κεφαλαίων και/ή άλλων έγινε απερίσκεπτα και υιοθετούν και επαναλαμβάνουν το περιεχόμενο των παραγράφων 12 και 13 πιο πάνω.
Οι Εναγόμενοι 2 και 3 αρνούνται ότι ώθησαν την Λαϊκή Τράπεζα στη λήψη ELA και λέγουν ότι πριν την παραχώρηση ELA προς τη Λαϊκή Τράπεζα, η Εναγόμενη 3 ακολουθούσε όλες τις απαιτούμενες διαδικασίες και προέβαινε στις απαραίτητες αξιολογήσεις. Κατά πάντα ουσιώδη με την παρούσα αγωγή χρόνο, ήταν ενδεδειγμένο και/ή νόμιμο να παρέχεται E.L.A. στη Λαϊκή Τράπεζα, ειδικότερα λαμβανομένης υπόψιν και της προοπτικής υπογραφής Μνημονίου Συναντίληψης με την Τρόικα, βάσει του οποίου οι κυπριακές τράπεζες θα ανακεφαλαιοποιούνταν πλήρως με χρηματοδότηση από το πρόγραμμα στήριξης.
Περαιτέρω, η παραχώρηση ELA κατά τον ουσιώδη χρόνο προς την Λαϊκή Τράπεζα έγινε σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία και αφού με τα τότε δεδομένα, η εν λόγω τράπεζα δεν ήταν αφερέγγυα εξαιτίας της προοπτικής υλοποίησης του σχεδίου ανακεφαλαιοποίησης της και της Θέσης της Κυβέρνησης να την στηρίξει, η οποία Κυβέρνηση αναμενόταν να έχει στη διάθεση της επαρκείς πόρους για να ανακεφαλαιοποιήσει περαιτέρω και πλήρως, από το πρόγραμμα στήριξης, τη Λαϊκή Τράπεζα.
Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, μέχρι την 25/03/2013, δεν είχε προβάλει σε σχέση με την παροχή ELA από την Κεντρική Τράπεζα προς την Λαϊκή Τράπεζα, ή προς οποιαδήποτε άλλη τράπεζα ένσταση τέτοια που ενδεχομένως να εδείκνυε ότι η εν λόγω τράπεζα δεν ήταν φερέγγυα.
Περαιτέρω, οι τράπεζες παρείχαν επαρκείς εξασφαλίσεις επί των περιουσιακών στοιχείων τούς προς υπερκάλυψη της παρεχόμενης ρευστότητας.
Περαιτέρω στα πλαίσια των εποπτικών της αρμοδιοτήτων η Εναγόμενη 3, μεταξύ άλλων, έλαβε τα ακόλουθα μέτρα και/ή προέβη στις ακόλουθες ενέργειες σε σχέση με την Λαϊκή Τράπεζα και/ή υποκαταστήματα και/ή θυγατρικές αυτής σε όσες χώρες δραστηριοποιούνταν.
Μέσα στα πλαίσια της ετήσιας εποπτικής αξιολόγησης του Ομίλου της Λαϊκής Τράπεζας η Εναγόμενη 3 απέστειλε σχετικές επιστολές προς την Διεύθυνση της Λαϊκής Τράπεζας στις οποίες γίνεται πλήρης αναφορά στο ύψος των κινδύνων που αναλαμβάνει ο Όμιλος. Λεπτομέρειες αναφορικά με τα ανωτέρω Θα δοθούν κατά την δικάσιμο
Κατά ή περί την 7/11/2011 η Κεντρική Τράπεζα απαγόρευσε την παραχώρηση νέων χρηματοδοτήσεων/χορηγήσεων ή την απαλλαγή εξασφαλίσεων που κάλυπταν υφιστάμενες χρηματοδοτήσεις/χορηγήσεις προς τους συμβούλους και τους διευθυντές του Ομίλου της Λαϊκής Τράπεζας ή με συνδεδεμένα με αυτούς πρόσωπα χωρίς την εκ των προτέρων έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας.
Κατά ή περί την 7/11/2011 η Κεντρική Τράπεζα απαγόρευσε στον Όμιλο της Λαϊκής Τράπεζας να παραχωρεί συνολικά χρηματοδοτήσεις/χορηγήσεις πέραν των €250 χιλιάδων σε πελάτες ή ομίλους πελατών που δραστηριοποιούνται σε χώρες όπου ο δείκτης δανείων (πριν τις προβλέψεις) προς καταθέσεις της τράπεζας υπερβαίνει το 100% χωρίς την εκ των προτέρων έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας.
Κατά ή περί την 7/11/2011 η Κεντρική Τράπεζα απαγόρευσε την παραχώρηση οποιασδήποτε άλλης επιπρόσθετης χρηματοδότησης προς τον ίδιο πελάτη ή όμιλο πελατών πέραν του συνολικού ποσού των €250 χιλιάδων που αναφέρεται πιο πάνω πριν την έλευση χρονικού διαστήματος τουλάχιστον ό μηνών χωρίς την έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας.
Κατά ή περί την 7/11/2011 η Κεντρική Τράπεζα επέβαλε την άμεση ακύρωση όλων των αχρησιμοποίητων ορίων πελατών πέραν των €50 χιλιάδων.
Κατά ή περί την 7/11/2011 η Κεντρική Τράπεζα επέβαλε την ακύρωση στην λήξη τους όλων των χρησιμοποιηθέντων χρηματοδοτήσεων/χορηγήσεων που παραχωρήθηκαν κάτω από αναπληρούμενα όρια (revolving credit facilities).
Κατά ή περί την 7/11/2011 η Κεντρική Τράπεζα απαγόρευσε την διαγραφή οφειλών πελατών προς την τράπεζα πέραν των €50 χιλιάδων χωρίς την εκ των προτέρων έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας.
Κατά ή περί την 7/11/2011 η Κεντρική Τράπεζα απαγόρευσε την αποδέσμευση καταθέσεων που έχουν ληφθεί ως εξασφάλιση χρηματοδότησης/χορήγησης της τράπεζας προς πελάτη της εξαιρουμένης της περίπτωσης πλήρους εξόφλησης των δανειακών υπολοίπων του εν λόγω πελάτη/ομίλου συνδεδεμένων προσώπων. Σχετική είναι η επιστολή της Κεντρικής Τράπεζας ημερομηνίας 12/10/2011.
Κατά ή περί την 7/11/2011 η Κεντρική Τράπεζα απαγόρευσε την αποδέσμευση οποιονδήποτε εξασφαλίσεων που κάλυπταν χρηματοδοτήσεις/χορηγήσεις που δόθηκαν σε οποιονδήποτε πελάτη ή όμιλο πελατών χωρίς την έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας.
Κατά ή περί την 7/11/2011 η Κεντρική Τράπεζα απαγόρευσε τις
επενδύσεις σε χρεόγραφα ή μετοχές εταιρειών χωρίς την εκ των προτέρων έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας.
Κατά ή περί την 7/11/2011 η Κεντρική Τράπεζα απαγόρευσε την αποξένωση περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν στον Όμιλο της Λαϊκής Τράπεζας χωρίς την εκ των προτέρων έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας.
Περαιτέρω η Κεντρική Τράπεζα καθ' όλους τους ουσιώδης με την παρούσα αγωγή χρόνους εφάρμοζε αυστηρή και συνεχή εποπτεία των δραστηριοτήτων της Λαϊκής Τράπεζας ειδικότερα από την 7 Νοεμβρίου 2011 και μεταγενέστερα.
H Κεντρική Τράπεζα απέστειλε σωρεία επιστολών προς την τράπεζα με τις οποίες την καλούσε να συμμορφωθεί με τούς απαιτούμενους δείκτες ρευστότητας. Αντίγραφα των επιστολών θα παρουσιαστούν κατά την δικάσιμο.
Με επιστολή της η Κεντρική Τράπεζα, ημερομηνίας 29/11/2011, απαίτησε την άμεση απομάκρυνση του Διευθύνοντος Συμβούλου της Λαϊκής Τράπεζας κ. Ε. Μπουλούτα, προς εξασφάλιση των συμφερόντων των καταθετών και ενόψει της συνεχιζόμενης επιδείνωσης της κατάστασης ρευστότητας της τράπεζας.
Οι Εναγόμενοι 2 και 3 αρνούνται ότι έπεισαν με οποιοδήποτε τρόπο τούς Ενάγοντες και/ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να διατηρήσουν τις καταθέσεις τούς στην Εναγόμενη 1. Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι 2 και 3 λέγουν τα πιο κάτω:
Οι Εναγόμενοι 2 και 3 αρνούνται ότι προέβαιναν σε διαδόσεις και/ή διαβεβαιώσεις και/ή παραστάσεις και/ή σε οποιεσδήποτε παραπλανητικές διαβεβαιώσεις προς τούς Ενάγοντες και/ή προς οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο.
Ανεξάρτητα και χωρίς επηρεασμό των πιο πάνω, οι Εναγόμενοι 2 και 3 αρνούνται ότι οι Ενάγοντες στηρίχτηκαν σε οποιεσδήποτε παραστάσεις, δηλώσεις ή διαβεβαιώσεις των Εναγομένων για να μην αποσύρουν και/ή μεταφέρουν οποιαδήποτε χρήματα και/ή καταθέσεις τούς από την Εναγόμενη 1.
Ανεξάρτητα και χωρίς επηρεασμό των πιο πάνω, οι Εναγόμενοι 2 και 3 αρνούνται ότι είχαν πρόθεση και/ή γνώση και/ή λόγο να γνωρίζουν ότι οι Ενάγοντες Θα στηρίζονταν σε ισχυριζόμενες δηλώσεις και/ή διαβεβαιώσεις και/ή ότι οι οποιεσδήποτε δηλώσεις τούς θα τους ωθούσαν να διατηρήσουν και/ή να μην αποσύρουνε τις καταθέσεις τούς.
Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά, καθ' όλους τους ουσιώδης χρόνους οποιεσδήποτε διαβεβαιώσεις και/ή αναφορές έγιναν σε σχέση με την βιωσιμότητα της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd αποτελούσαν την καλόπιστη άποψη και/ή γνώμη και/ή γίνονταν πάντοτε με δεδομένη τη Θέση της Κυβέρνησης να στηρίξει την Cyprus Popular Bank Public Co Ltd.
Κατά πάντα ουσιώδη με την παρούσα αγωγή χρόνο, η Κυβέρνηση είχε την προοπτική υπογραφής μνημονίου, βάσει του οποίου οι κυπριακές τράπεζες θα αν κεφαλαιοποιούνταν πλήρως με χρηματοδότηση από το πρόγραμμα στήριξης.
H οικονομική κατάσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας ήταν κοινώς και/ή ευρέως γνωστή. Περαιτέρω, τα αποτελέσματα και οικονομικά δεδομένα των τραπεζών φαίνονταν και/ή ήταν κοινώς γνωστά και/ή καταγράφονταν στις ετήσιες οικονομικές τούς καταστάσεις, οι οποίες ήταν διαθέσιμες και/ή προσβάσιμες στο κοινό περιλαμβανομένων των Εναγόντων.
Η Εναγόμενη 2 προσέγγισε την Ελληνική Τράπεζα, τη Eurobank Cyprus Ltd, την Alpha Bank Cyprus Ltd και τις κάλεσε να δηλώσουν αν ενδιαφέρονται για την απόκτηση των εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας και οι τρεις πιο πάνω τράπεζες, απάντησαν αρνητικά. Εκτός από τα περίπου 9 δισεκατομμύρια του ELA που ανέλαβε η Τράπεζα Κύπρου, εκχωρήθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου περιουσιακά στοιχεία της Λαϊκής Τράπεζας αξίας μεγαλύτερης από το ELA. Η οφειλή της Λαϊκής Τράπεζας από το ELA, μεταφέρθηκε διά της εξυγίανσης στην Τράπεζα Κύπρου και περιλάμβανε ανάγκη σε ρευστότητα της ίδιας της Τράπεζας Κύπρου, δηλαδή ποσό 1.2 δισεκατομμύρια που αντιστοιχούσε σε οφειλή της Τράπεζας Κύπρου προς τη Λαϊκή Τράπεζα λόγω του ότι η Λαϊκή Τράπεζα χρηματοδότησε στις 26/03/2013 οφειλή της Τράπεζας Κύπρου προς την Τράπεζα Πειραιώς εκ της πώλησης των εν Ελλάδι εργασιών της Τράπεζας Κύπρου. Αρνιόνται ότι υπήρχε παραβίαση του άρθρου 23 του Συντάγματος και παράβαση της ευρωπαϊκής σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Οι Ενάγοντες ήταν απλά πιστωτές της Εναγόμενης 1. Αρνούνται ότι παραβιάστηκε το άρθρο 25 του Συντάγματος ή το άρθρο 26 του Συντάγματος. Υπήρχε ίση μεταχείριση σε σχέση με καταθέτες, διότι τα μέτρα εξυγίανσης λήφθηκαν για πιστωτικά ιδρύματα στα οποία εφαρμόζονταν οι διατάξεις του νόμου 17(1).13 για τράπεζες που χρειάζονταν τα μετρά εξυγίανσης για την ανακεφαλαιοποίηση τους. Οποιαδήποτε διαφοροποίηση που έγινε σε σχέση με συγκεκριμένες κατηγορίες καταθετών, έγινε νόμιμα. Οι εξαιρέσεις που έγιναν, είναι για σκοπούς προαγωγής της δημόσιας ωφέλειας και εξυπηρέτησης του δημόσιου συμφέροντος για την προστασία της εκπαίδευσης του φιλανθρωπικού έργου, την προστασία της σταθερότητας του χρηματοοικονομικού και πιστωτικού τομέα.
ΜΑΡΤΥΡΙΑ
Έγιναν τα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα
1. Οι Ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης διά μετοχών εγγεγραμμένη στην Κύπρο σύμφωνα με το Νόμο. Σχετικά παρουσιάζεται και κατατίθεται ως Τεκμήριο 1 Πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών για σύσταση των Εναγόντων στις 10/08/1988 και ως Τεκμήριο 2 Πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών ημερομηνίας 18/11/2024 ότι η Ενάγουσα Εταιρεία εξακολουθεί να υφίσταται.
2. Στις 26/03/2013 0ι Ενάγοντες διατηρούσαν στην Cyprus Popular Bank Public Co Ltd τους πιο κάτω λογαριασμούς με συνολικά πιστωτικά υπόλοιπα €337.008,11 ως ακολούθως:
(α) [ ] €58.958,15 (συμπεριλαμβάνονται οι δεδουλευμένοι τόκοι μέχρι 26/03/2013),
(β) [ ] €278.049,96 (συμπεριλαμβάνονται οι δεδουλευμένοι τόκοι μέχρι 26/03/2013), και
(γ) [ ] χωρίς ποσό.
3. Μετά την έκδοση των Διαταγμάτων που αναφέρονται στην παρ. 7.1 της Έκθεσης Απαίτησης, από το συνολικό ποσό των €337.008,11 των καταθέσεων των Εναγόντων, ποσό €100.000 μεταφέρθηκε στην Τράπεζα Κύπρου και το υπόλοιπο ποσό των €237.008,11 απομειώθηκε και οφείλεται από την Cyprus Popular Bank Public Co Ltd προς τους Ενάγοντες.
4. Οι Ενάγοντες υπέβαλαν αίτηση επαλήθευσης χρέους στον Εκκαθαριστή της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd για το ποσό των €237.008,11.
5. Στις 07/02/2023, ο Εκκαθαριστής της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd ενημέρωσε ότι η επαλήθευση χρέους έγινε αποδεκτή για το ποσό των €237.008,11. Σχετικά παρουσιάζεται και κατατίθεται ως Τεκμήριο 3 το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 07/02/2023 του Εκκαθαριστή της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Αυγουστίνου Παπαθωμά.
6. Στις 22/03/2023 η παρούσα αγωγή αποσύρθηκε εναντίον της Εναγόμενης 1 Cyprus Popular Bank Public Co Ltd.
7. Οι Ενάγοντες δεν έχουν μέχρι σήμερα λάβει οποιοδήποτε ποσό έναντι της ως άνω οφειλής από τον Εκκαθαριστή της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd.
Ο μοναδικός μάρτυρας των εναγόντων Σάββας Ταντής είναι ορκωτής λογιστής κατάθεσε το βιογραφικό του σημείωμα και ανέφερε ότι εξαιτίας της επαγγελματικής του ενασχόλησης με χρηματοοικονομικά θέματα παρακολουθούσε την πορεία των Κυπριακών Τραπεζών και τον τρόπο διακυβέρνησης και εποπτείας τους. Το 2011 ζήτησε συνάντηση με τον υπουργό οικονομικών επειδή ανησυχούσε ότι οι τράπεζες οδηγούνταν προς πτώχευση. Οι τράπεζες είχαν μεγάλη έκθεση στα Ελληνικά ομόλογα και υπήρχαν μεγάλα δάνεια στην Ελλάδα χωρίς επαρκείς εξασφαλίσεις. Εισηγήθηκε ταμείο σταθερότητας που θα αντλούσε κεφάλαια εκδίδοντας διαπραγματεύσιμα ομόλογα και το κράτος να είναι εγγυητής του τόκου. Εκείνη την εποχή η οικονομία είχε ρευστότητα και οι τράπεζες έδειχναν κερδοφορία.
Σε άρθρο που δημοσίευσε το 2011 ανέλυσε την υποβάθμιση των Κυπριακών Τραπεζών και προειδοποίησε την έκθεση των τραπεζών στα Ελληνικά ομόλογα και την μεγάλη υπεραξία που υπήρχε στα βιβλία της Λαϊκής Τράπεζας. Υπήρχε έκθεση των τριών τραπεζών σε δάνεια ύψους 30δις ευρώ της Ελλάδας. Σε άλλο άρθρο σημείωσε ότι μέτρα βελτίωσης της οικονομίας που ψήφισε η Βουλή δεν θα βοηθούσαν την κατάσταση. Προειδοποίησε με άλλο δημοσίευμα για οικονομική καταστροφή των τραπεζών εξαιτίας έκθεσης στην Ελληνική οικονομία. Οι τράπεζες είχαν επενδύσει 180% του ΑΕΠ τους σε ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου. Το πρώτο εξάμηνο του 2012 τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια δεν είχαν κτυπήσει τις τράπεζες και οι τρύπες των τραπεζών στη Ελλάδα δεν είχαν φανεί εξαιτίας το κούρεμα των ομολόγων που ξεπέρασε το 70%. Έθεσε διάφορα ερωτήματα αναφορικά με την Λαϊκή Τράπεζα για τα δάνεια που δόθηκαν για αγορά μετοχών της MIG και ποιες εξασφαλίσεις είχαν τα συγκεκριμένα δάνεια.
H Τράπεζα Κύπρου δεν κατάφερε να μαζέψει τα αναγκαία κεφάλαια που απαιτούσε η Κεντρική Τράπεζα με στόχο τα εποπτικά κεφάλαια να αυξηθούν στο 9%. Διερωτήθηκε γιατί δεχθήκαν αυξήσεις κεφαλαίων που αντιστοιχούν με 23% του ΑΕΠ. Η Κυπριακή Κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να επιστρέψει τις αγορές πριν σταθεροποιηθεί το τραπεζικό σύστημα.
Κατά τη επίδικη περίοδο οι Εναγόμενοι Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου υπό την ιδιότητα τους ως επόπτες των τραπεζών, επέδειξαν επαγγελματική αμέλεια, και ενέργησαν αντιεπαγγελματικά αφού προέβηκαν σε ενέργειες και παραλείψεις μη συνάδουσες προς το επίπεδο και το λογικά αναμενόμενο για Κεντρική Τράπεζα, είτε ως εποπτική αρχή είτε ως Αρχή Εξυγίανσης, το οποίο όφειλαν να επιδείξουν. Περαιτέρω, με αμελείς παραστάσεις και με μη εντοπισμό ουσιωδών γεγονότων και παραβιάζοντας σημαντικές υποχρεώσεις τους, απέτυχαν να εντοπίσουν σημαντικές ζημίες και εσφαλμένες λογιστικές πρακτικές οι οποίες παρουσίαζαν μια παραπλανητική οικονομική κατάσταση της τράπεζας ενώ στη πραγματικότητα η οικονομική κατάσταση που παρουσιαζόταν για την ΛΤ δεν ήταν η πραγματική και δεν ήταν η ορθή ή/και δίκαιη και δεν ενεργήσαν ως όφειλαν ως ανεξάρτητοι επόπτες για να προστατέψουν τους καταθέτες και τους επενδυτές της τράπεζας.
Oι παραβιάσεις ή άλλες πράξεις και παραλείψεις των εναγομένων στηρίζονται σε πέντε πυλώνες. Συγκεκριμένα:
Ο πρώτος πυλώνας είναι η εξαγορά του ποσοστού που κατείχε η HSBC στην AT και η εξαγορά του ποσοστού αυτού από την Marfin Financial Group, το Tosca Fund και την Laiki Bank (Nominees) Ltd.
Ο δεύτερος πυλώνας είναι οι παράνομες πιστωτικές διευκολύνσεις που έδωσε η ΛT στην Ελληνική θυγατρική της.
Ο τρίτος πυλώνας σχετίζεται με την Ελληνική θυγατρική Marfin Egnatia Bank (στο εξής ΜΕΒ) και συγκεκριμένα την μη αποτροπή της απόφασης για την διασυνοριακή συγχώνευση της ΜΕΒ σε υποκαταστήματα, η μεγάλη έκθεση της ΛΤ στην ΜΕΒ, οι μη επαρκείς προβλέψεις σε δάνεια που δόθηκαν κυρίως από τη ΜΕΒ στην Ελλάδα και η μεγάλη έκθεση της ΜΕΒ στα Ελληνικά ομόλογα.
Ο τέταρτος πυλώνας είναι η είναι η μη απαίτηση από την ΚΔ οικονομικής στήριξης ως αντάλλαγμα για την Θετική ψήφο στην επιμήκυνση και την απομοίωση (PSI) του Ελληνικού χρέους και η μη σύσταση Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας όμοιου με το Ελληνικό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.
Ο πέμπτος πυλώνας είναι η μερική πώληση τραπεζικών εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας προς την Τράπεζα Κύπρου.
Όσον αφορά τον τέταρτο πυλώνα στην Ελλάδα, το 2010 ψηφίστηκε ο νόμος Ν.3864/2010 και συστάθηκε το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (στο εξής «ΤΧΣ»), με σκοπό την στήριξη των Ελληνικών τραπεζών όποτε και εάν αυτό χρειαστεί (Τεκμήριο Β17, πηγή σελίδα 2, Έκθεση διαχείρισης του ΔΣ, Οικονομικές καταστάσεις του 2011, ΤΧΣ)
Στις 09/10/2011 το ΤΧΣ διέσωσε την Proton Bank και έγινε o μοναδικός της μέτοχος. Στις 15/03/2012 το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ) έδωσε στο ΤΧΣ ομόλογα αξίας 25 δις ευρώ τα οποία μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να κεφαλαιοποιεί τις Ελληνικές τράπεζες, πράγμα που έκανε την 20/04/2012 όταν το ΤΧΣ παραχώρησε δεσμευτικές επιστολές κεφαλαιακής ενίσχυσης προς τις τράπεζες Εθνική Τράπεζας της Ελλάδος (6,9 δις ευρώ ), EFG Ευrοbαnk-Εργασίας (4,2 δις ευρώ), Alpha Bank (1,9 δις Ευρώ) και Τράπεζα Πειραιώς (5,0 δις Ευρώ) – τεκμήριο B17 πηγή σελίδα 6, έκθεση διαχείρισης του ΔΣ, Οικονομικές καταστάσεις του 2011, ΤΧΣ).
Στις 13/12/2012 το ΕΤΧΣ έδωσε στο ΤΧΣ άλλα 16 δις ευρώ σε ομόλογα. (Τεκμήριο Β19, πηγή σελίδα 6, Οικονομικές καταστάσεις ΤΧΣ 2012).
Στις 31/12/2012 το ΤΧΣ συνολικά εισέφερε ομόλογα ονομαστικής αξίας 24,262εκ στις 4 πιο πάνω συστημικές τράπεζες (Τεκμήριο Β20 αναλυτικός πίνακας Ομολόγων ΤΧΣ προς τις 4 συστημικές Τράπεζες, πηγή σελίδα 8, Οικονομικές καταστάσεις ΤΧΣ 2012).
Όταν η Ελλάδα δέχτηκε την βοήθεια για βοηθήσει τις τράπεζες της μέσω του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής σταθερότητας το χρέος της προς ΑΕΠ αυξήθηκε πάνω από 160%. Όταν η Κύπρος κούρεψε τους καταθέτες της το χρέος προς ΑΕΠ ήταν 79.3 %. Δεν τίθετο θέμα μη βιώσιμου χρέους.
Η Κύπρος ήταν εκτός αγορών περίπου από τον Μάρτιο του 2011, όταν οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων ήταν πάνω από το 6%, ενώ αρχές Ιουλίου του 2011 ξεπέρασαν το 8%. (Τεκμήριο Β24) πηγή γράφημα αποδόσεων κρατικών Ομολόγων διαφόρων Ευρωπαϊκών χωρών συμπεριλαμβανομένης και της Κύπρου, πηγή σελίδα 22, Ετήσια Οικονομική Έκθεση ΚΤΚ του 2011). Το κράτος εξυπηρετούσε τις χρηματοδοτικές ανάγκες του, αντλώντας κεφάλαια από την εγχώρια αγορά . Την ίδια στιγμή το κράτος είχε μεγάλα δημοσιονομικά ελλείματα από το 2009. Συγκεκριμένα, η Κυπριακή Δημοκρατία (ΚΔ) το 2009 είχε δημοσιονομικό έλλειμα €1,014,7εκ., δηλαδή 5.4% του ΑΕΠ. Το 2010 η ΚΔ είχε δημοσιονομικό έλλειμα 911,7εκ Ευρώ, ήτοι 4.7% του ΑΕΠ. Το 2011 το έλλειμα ανέβηκε στο στα 1,122,1εκ, δηλαδή 5.7% του ΑΕΠ, όπως ακριβώς ήταν και το έλλειμα για το 2012. Ήταν ξεκάθαρο ότι η ΚΔ δεν θα μπορούσε να στηρίξει τις Τράπεζες της σε περίπτωση που χρειαζόταν διότι δεν μπορούσε να αντλήσει κεφάλαια από τις αγορές.
Η Λαϊκή Τράπεζα κρατούσε σύνολο 3.052 δις ΟΕΔ και είχε τελικά ζημιά από το κούρεμα των ΟΕΔ 2.331 δις, ενώ τα καθαρά κεφάλαια της μετά την αφαίρεση της υπεραξίας την 31-12-2010 ήταν μόνον 1.9 δις ευρώ. Το ποσό αυτό προκύπτει από την αφαίρεση της αξίας των ιδίων περιουσιακών στοιχείων το 2010 από την αξία των ιδίων κεφαλαίων, όπως τα δύο αυτά ποσά φαίνονται στο πιο πάνω Τεκμήριο.
Την 31/12/2010, η Τράπεζα Κύπρου κρατούσε ΟΕΔ ονομαστικής αξίας 2.087 δις και είχε τελικά ζημιά από το κούρεμα των ΟΕΔ 1.729 δις (Τεκμήριο Β27, πηγή σημείωση 15, Οικονομικές Καταστάσεις ΤΚ την 31/12/2011), ενώ τα ίδια κεφάλαια της την 31-12-2010 ήταν 2.737 δις ευρώ (Τεκμήριο Β28 Ισολογισμός Τράπεζας Κύπρου, πηγή, Οικονομικές καταστάσεις ΤΚ της 31/12/2012).
Οι δύο μεγάλες τράπεζες κρατούσαν Ελληνικά ομόλογα περισσότερα από τα καθαρά ίδια κεφάλαια τους. Ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας μετέβηκε στη σύνοδο χωρών της Ευρωζώνης τον Οκτώβριο 2011 και συμφώνησε στο κούρεμα των Ελληνικών Ομολόγων ύψους 50% χωρίς να εξασφαλίσει πρώτα χρηματοδότηση για τις Κυπριακές τράπεζες. Κάτω από την οικονομική κρίση ήταν βέβαιο ότι δεν θα εξασφάλιζαν ιδιωτική χρηματοδότηση. Υπήρχε έλλειψη συντονισμού μεταξύ της Κεντρικής Τράπεζας και Κυπριακής Δημοκρατίας εξαιτίας μη ενημέρωσης. Τον Ιούνιο 2012 η Κυπριακή Δημοκρατία αιτήθηκε στην Τρόικα χρηματοδότηση 17.5 δις ευρώ και το αίτημα δεν έγινε αποδεκτό στη βάση ότι το δάνειο για να είναι βιώσιμο δεν έπρεπε να υπερβαίνει τα 10δις ευρώ. Το χρέος της Κύπρου προς ΑΕΠ το 2012 ήταν 79.3 %. Η μη δημιουργία στην Κύπρο ταμείου χρηματοπιστωτικής σταθερότητας ήταν απαράδεκτη.
Αναφορικά με τον πέμπτο πυλώνα είπε τα εξής:
Στις 29/03/2013, με το διάταγμα Κ.Δ.Π 104/2013 της K.T.K. ως Αρχή Εξυγίανσης, πωλήθηκαν μέρος των τραπεζικών εργασιών της ΛΤ προς την ΤΚ. Ως αντάλλαγμα, αντί να δοθούν μετρητά από την ΤΚ προς την ΛΤ, δόθηκαν 845,758 χιλ. μετοχές της ΤΚ ονομαστικής αξίας 1 ευρώ, (Διάταγμα K.Δ.Π. 279/2013 ημερομηνίας 30/07/2013) το οποίο αντιστοιχούσε με το 18.1% του συνολικού εκδομένου κεφαλαίου της ΤΚ. H απόφαση να δοθούν μετοχές αντί μετρητών ήταν εσφαλμένη, καθότι η ΤΚ βρισκόταν σε καθεστώς εξυγίανσης όπως επίσης κανένας δεν γνώριζε την πραγματική της αξία αφού μέχρι εκείνη την μέρα (την ημέρα που δόθηκαν οι μετοχές αντί μετρητά), η ΤΚ δεν είχε ακόμα δημοσιοποιήσει τις οικονομικές της καταστάσεις για το έτος 2012.
Στις 21/11/2016 η ΤΚ ανακοίνωσε ένα σχέδιο διακανονισμού για την δημιουργία μιας νέας μητρικής εταιρείας η οποία θα αγοράσει όλες τις μετοχές της ΤΚ δίνοντας μετοχές της ΒΑΝΚ OF CYPRUS HOLDINGS PLC (εφεξής «ΒΟΟΗ») προς τους μετόχους της ΤΚ σε αναλογία μια μετοχή της BOCH για κάθε 20 μετοχές που κατείχαν οι μέτοχοι της ΤΚ (Τεκμήριο 30 πηγή, ανακοίνωση ΤΚ την 21/11/2016, πρόταση για εισαγωγή νέας μητρικής εταιρείας , σελίδες 10 και 11). Το σχέδιο ολοκληρώθηκε αρχές του 2017. Κατ’ επέκταση, η ΛΤ κρατούσε αρχές του 2017, 42,287,900 μετοχές της BOCH (845,758 χιλιάδες Ι20=42,287,900).
Στις 11/05/2017, η ΛΤ πώλησε τις μισές μετοχές που κατείχε στην ΒΟΟΗ (21,467,720 μετοχές) για Ευρώ 65,476,546 (Τεκμήριο 31, πηγή stockwatch, ανακοινώσεις πράξεων συνδεδεμένων προσώπων της ΒΟΟΗ ημερομηνίες 11/05/2017) ενώ συνεχίζει να κατέχει ακόμα 21,467,719 μετοχές έκθεση εκκαθαριστή ΛΤ ημερομηνίας 31/05/2024). Στις 27/09/2024 η μετοχή της BOCH έκλεισε στα Ευρώ 4,74 πηγή stockwatch, τιμή κλεισίματος μετοχής BOCH). H σημερινή αξία των μετοχών της BOCH που συνεχίζει να κατέχει η ΛΤ είναι Ευρώ 101,756,988 (21,467,719 μετοχές χ τιμή 4.74 ευρώ = 101,756,988 Ευρώ). H ζημία της ΛΤ έως την 24/09/2024 από το γεγονός ότι της δόθηκαν, με διατάγματα της ΚΤΚ, μετοχές της ΤΚ αντί μετρητά, είναι Ευρώ 678,524,466 (Ευρώ 845,758,000 (Ευρώ 65,476,546 - 101,756,988). Αυτά τα χρήματα θα ήταν σήμερα στην διάθεση του εκκαθαριστή της Λαϊκής να τα διανείμει στους πιστωτές, με προτεραιότητα στους καταθέτες, όπως είναι και οι Ενάγοντες στην παρούσα αγωγή.
Ένα ακόμα χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν ότι λίγες μόνο μέρες πριν την επιβολή της διάσωσης των τραπεζών με ίδια μέσα (κούρεμα καταθέσεων) στις 10/2/2013, η Financial Times δημοσίευσε άρθρο με το οποίο έφερνε στην δημοσιότητα ένα εμπιστευτικό σημείωμα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής το οποίο είχε συνταχθεί ενόψει της προσεχούς συνάντησης των υπουργών οικονομικών της ευρωζώνης, και το οποίο προέβλεπε ως μια επιλογή για την οικονομική διάσωση της Κύπρου, την επιβολή «bail - in», δηλαδή την συμμετοχή των μη ασφαλισμένων καταθετών και την δραστική συρρίκνωση του κυπριακού τραπεζικού τομέα. Η ΚΤΚ κλήθηκε από το Sigmalive να τοποθετηθεί για το πιο πάνω δημοσίευμα, και την επόμενη μέρα, 11/2/2013 η εκπρόσωπος τύπου της ΚΤΚ το διέψευσε δηλώνοντας πως: «Ούτε τέθηκε ούτε τίθεται θέμα των δικαιωμάτων των καταθετών, ούτως ή άλλως μια τέτοια ενέργεια θα ήταν αντισυνταγματική όπως επίσης αντισυνταγματική θα ήταν η όποια ενέργεια περιορισμού στην ανάληψη και χρήση των καταθέσεων από τους ιδιοκτήτες τους». Λίγες μέρες αργότερα, επιβλήθηκε και περιορισμός στις τραπεζικές συναλλαγές/αναλήψεις, και κούρεμα στις καταθέσεις, με την ΚΤΚ μάλιστα να συνηγορεί και να επιχειρηματολογεί μέχρι σήμερα για την «ορθότητα» και «νομιμότητα» αυτού του μέτρου.
Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι το επίσημο του προσόν είναι certified accountant. Του χορηγήθηκε άδεια άσκησης του επαγγέλματος του ανεξάρτητου λογιστή από το υπουργείο οικονομικών. Έχει δικό του λογιστικό γραφείο στο Κίτι. Ένα διάστημα εργαζόταν στην Sharelink ως επαγγελματίας χρηματιστής. Στα πλαίσια δραστηριοτήτων του ως χρηματιστής μάζεψε τα δημοσιευμένα στοιχεία δημόσιων εταιρειών. Έβλεπε την αξιολόγηση των πιστοληπτικών εταιρειών. Παραδέχθηκε ότι οι γνώσεις του περί του εποπτικού ρόλου της Κεντρικής Τράπεζας είναι περιορισμένες.
Αναφορικά με το να μην αποδεχτεί το Δικαστήριο την ελληνική θυγατρική της Λαϊκής Τράπεζας να γίνει υποκατάστημα η κεντρική δεν συμβούλευσε το Δικαστήριο. Ασχολήθηκε με τον ρόλο της κεντρικής ως αρχή εξυγίανσης για να αποφασίσει η Λαϊκή Τράπεζα να πάρει μετοχές της Τράπεζας Κύπρου και όχι μετρητά. Γνωρίζει σχεδόν καθόλου τη νομοθεσία για τη λήψη μέτρων εξυγίανσης στις τράπεζες. Δεν εκφράζει γνώμη για την νομιμότητα της απόφασης αλλά το θέμα είναι οι 850 εκατομμύρια μετοχές της Τράπεζας Κύπρου που δόθηκαν στην Λαϊκή Τράπεζα.
Οι πρώτες συζητήσεις για το PSI των Ελληνικών ομολόγων έγιναν το καλοκαίρι του 2011. Μετά ακολούθησε το PSI plus. Αυτό έγινε Οκτώβριο 2011. Τον Μάρτιο 2012 ολοκληρώθηκαν οι συζητήσεις και κατέληξαν σε κούρεμα 73.6%.
Ως χρηματιστής είχε ανησυχίες για την έκθεση της τράπεζας στα Ελληνικά ομόλογα. Πήγε να δει κάποιο στο υπουργείο οικονομικών το 2011. Συμφώνησε ότι τα Migo δάνεια της τράπεζας δόθηκαν το 2007 και η θυγατρική της Λαϊκής Τράπεζας μετατράπηκε σε υποκατάστημα τον Μάρτιο 2011. Η τριπλή συγχώνευση των εταιρειών στην Ελλάδα έγινε το 2008. Η κεντρική έπρεπε να συμβουλεύσει επειδή γνώριζε τα πολύ σοβαρά προβλήματα που είχε η Ελληνική θυγατρική. Δεν είναι νομικός και τα βλέπει μόνο υπό την σκοπιά του χρηματιστή. Προήρθαν τεράστιες ζημιές από την Ελληνική θυγατρική που τελικά η Λαϊκή δεν μπορούσε να σωθεί στην Κύπρο.
Συμφώνησε ότι το ταμείο χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της Ελλάδας δημιουργήθηκε τον Ιούνιο 2010 μετά τον Μάιο 2010 όταν η Ελλάδα μπήκε σε μνημόνιο. Η εισήγηση του στον αντιπρόσωπο του υπουργείου ήταν η δημιουργία ιδιωτικού ταμείου χρηματοπιστωτικής σταθερότητας που θα έβαζαν χρήματα οι ασφαλιστικές εταιρείες κτλ. και όχι η Τρόικα. Συμφώνησε ότι τότε που έκανε την εισήγηση η Κύπρος ήταν εκτός αγορών. Συμφώνησε ότι το κράτος ικανοποιούσε τις χρηματοδοτικές του ανάγκες εκδίδοντας ομόλογα σε ντόπια ταμεία. Δεν επιμένει ότι το συγκεκριμένο εγχείρημα θα είχε επιτυχία.
Συμφώνησε ότι μέσω του blog δεν πρόβλεψε το κούρεμα των καταθέσεων των Κυπριακών τραπεζών. Στα άρθρα που είχε αναρτήσει είχε συμπεριλάβει αρκετές προειδοποιήσεις. Ήταν θέση του ότι τα καθαρά κεφάλαια της τράπεζας μετά την αφαίρεση της υπεραξίας τον Δεκέμβρη 2010 ήταν 1.9.δις ενώ οι ζημιές από το κούρεμα των Ελληνικών ομολόγων ήταν 2.331 δις. Οι ζημιές ήταν πιο πολλές από τα κεφάλαια προέρχονταν από τα Ελληνικά ομόλογα. Μόνο τα 1.9 δις μετρούν ως πραγματικά κεφάλαια της τράπεζας. Η υπεραξία αφαιρείται από το κεφάλαια όταν γίνεται ο υπολογισμός των εποπτικών κεφαλαίων και δεν λαμβάνεται υπόψη. Αφαίρεσε την υπεραξία για να δει χειροπιαστά την ζημιά από το PSI και η Λαϊκή δεν είχε κεφάλαια. Δεν συμφωνεί με τους λογιστές της Λαϊκής τράπεζας που υπέγραψαν εκείνες τις οικονομικές καταστάσεις διότι εκείνη η υπεραξία που αφορούσε την εξαγορά ελληνικών θυγατρικών δεν υπήρχε και δεν υπήρχε βάση διεθνές λογιστικού προτύπου. Η υπεραξία έπρεπε να διαγραφεί από το 2010. Το ποσοστό των ζημιών της Λαϊκής Τράπεζας από το PSI ήταν 80% και συμφώνησαν χωρίς να πάρουν ανταλλάγματα. Συμφώνησαν ότι οι τράπεζες είχαν την επιλογή να μην δεχθούν το PSI αλλά να υποστούν τις συνέπειες.
Συμφώνησε ότι το 2013 η μόνη εναλλακτική της εκκαθάρισης της Λαϊκής ήταν η εξυγίανση. Δεν αμφισβητείται ο τρόπος που λειτούργησε η κεντρική σε όλες τις αποφάσεις και σε όλα τα διατάγματα. Αναφέρεται μόνο για την απόφαση να δοθούν στην τράπεζα μετοχές της Τράπεζας Κύπρου. Αυτό ήταν το λάθος. Η Τράπεζα Κύπρου λειτουργούσε σε κλίμα οικονομικής αβεβαιότητας και η μετοχή της θα έχανε την αξία της. Θα έπρεπε να δοθούν μετρητά για τα καθαρά περιουσιακά στοιχεία. Δεν αμφισβητεί την αναλογιστική μελέτη για την αξία των περιουσιακών στοιχείων. Η Λαϊκή Τράπεζα πήρε 845 μετοχές της Τράπεζας Κύπρου πώλησε τις μισές και ο εκκαθαριστής αναφέρθηκε σε ένα ποσό γύρω στα 200-250 εκατομμύρια που θα έπαιρναν πίσω οι καταθέτες.
Συμφώνησε ότι η Λαϊκή Τράπεζα προσπάθησε αρχές 2012 να εκδώσει κεφάλαια σε ιδιώτες επενδυτές και απέτυχε. Μετά ακολούθησε η στήριξη από το κράτος 1.8 δις και κρατήθηκε στην ζωή ακόμη 8 μήνες. Συμφώνησε ότι εκείνη την εποχή οι τράπεζες ήταν υποχρεωμένες να συμμορφωθούν με την απαίτηση της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών για την τήρηση χρονοδιαγραμμάτων για κεφαλαιακή επάρκεια.
Αναφορικά με την μελέτη της PIMCO διαφώνησε με την θέση της ότι η Λαϊκή έπρεπε να βρει 3.5 δις σε μια περίοδο οικονομικής κρίσης. Ήταν αναμενόμενο ότι θα αποτυγχάναν οι εκδόσεις κεφαλαίου της τράπεζας. Συμφώνησε ότι το 2012 δεν θα μπορούσε να γνωρίζει ότι η PIMCO διορίσθηκε με απαίτηση της ΤΡΟΙΚΑ. Δεν έχει αμφιβολία για την νομιμότητα των διαταγμάτων που ακολούθησε η κεντρική τράπεζα στο πλαίσιο του νόμου για την εξυγίανση.
Κατά την αντεξέταση φάνηκε ότι τα επίσημα προσόντα του μάρτυρα είναι αυτά του Chartered Accountant. Δίδασκε σε κολλέγιο χρηματοοικονομικά και λογιστικά. Του χορηγήθηκε άδεια επαγγέλματος του ανεξάρτητου λογιστή. Ήταν συνεργάτης χρηματιστής της Sharelink. Στην συνέχεια άνοιξε δικό του λογιστικό γραφείο. Εργάζεται και σε μια φθαρτεμπορική εταιρεία.
Δήλωσε ότι οι γνώσεις του για τον εποπτικό ρόλο των τραπεζών της Κεντρικής Τράπεζας είναι περιορισμένες ‘σχεδόν καθόλου’. Στην έκθεση του δεν μπαίνει σε νομικά θέματα που να αφορούν την εποπτεία.
Ένα θέμα που θίγει είναι ότι δεν συμβούλευσε η Κεντρική το Δικαστήριο αναφορικά με το να μην αποδεκτούν η ελληνική θυγατρική να γίνει υποκατάστημα. Είναι θέση του ότι μπορεί να εκφράσει γνώμη για θέματα εξυγίανσης υπό την ιδιότητα του ως χρηματιστής.
Αναφορικά με το κούρεμα των Ελληνικών ομολόγων ξεκίνησε η διαδικασία πέριξ του Ιουνίου, Ιουλίου 2011. Το πρώτο πρόγραμμα έδωσε επιλογή σε ιδιώτες κατόχους ομολόγων ανταλλαγής με νέα ομόλογα μεγαλύτερης χρονικής διάρκειας. Απέτυχε το πρώτο και μετά τον Οκτώβρη έγινε το πρόγραμμα PSI plus. Αυτό ολοκληρώθηκε τον Μάρτιο 2012 και κατέληξε σε 73% κούρεμα των ομολόγων. Ως χρηματιστής ανησυχούσε και είδε τον Αντρέα Τρόκκο και του είπε ότι θα έπρεπε να συσταθεί ταμείο χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Τότε δεν υπήρχε υπόνοια κατάρρευσης της Κυπριακής οικονομίας. Αυτή η συζήτηση έγινε μέσα του 2011 πριν το κούρεμα των ομολόγων. Έγιναν δάνεια για να αγοράσει ο κόσμος τις μετοχές της MIG με μόνη εξασφάλιση τις μετοχές. Υπήρχε ανησυχία όταν η θυγατρική έγινε υποκατάστημα της Λαϊκής στην Κύπρο. Οι ζημιές από την Ελλάδα και δάνεια που δόθηκαν με χαμηλές εξασφαλίσεις θα γυρίζαν ως μη εξυπηρετούμενα και θα γίνονταν ζημιές της Λαϊκής Τράπεζας. Τα Mig δάνεια δόθηκαν μέσα του 2007. Η συγχώνευση των τριών εταιρειών στην Ελλάδα που έγιναν μετά θυγατρική της Λαϊκής έγινε το 2008. Η θέση του είναι ότι η Κεντρική Τράπεζα είχε συμβουλευτική ιδιότητα που θα πρέπει να είχε ασκήσει συμβουλεύοντας το Δικαστήριο. Ο κ. Πουλλής ετοίμασε έκθεση και αριθμούσε τους κινδύνους στην οποία ήταν η θυγατρική και ότι όλες οι ζημιές της θα μεταφερόταν στην Λαϊκή. Δεν είναι νομικός βλέπει τις ζημιές από την σκοπιά του λογιστή. Εάν η θυγατρική πήγαινε για εκκαθάριση θα ήταν ευθύνη της Κεντρικής της Ελλάδας. Όταν έγινε υποκατάστημα οι ζημιές θα αφορούσαν την Λαϊκή.
Συμφώνησε ότι η ιδέα του ταμείου χρηματοπιστωτικής σταθερότητας δεν τέθηκε υπόψη του κ. Τρόκκου στα πλαίσια εμπεριστατωμένης έκθεσης. Στην Ελλάδα εκπονήθηκε τέτοιο ταμείο αφού η Ελλάδα μπήκε σε μνημόνιο. Συμφώνησε ότι η συμφωνία μνημονίου έγινε στα πλαίσια της Τρόικας με σκοπό την διάσωση της οικονομίας της χώρας. Η εισήγηση του ήταν να μπουν χρήματα ασφαλιστικών στο ταμείο και να γίνει συνεισφορά από άλλους ιδιώτες. Συμφώνησε ότι κατά τον χρόνο που έκανε την εισήγηση η Κύπρος ήταν εκτός αγορών. Αφορούσε τον χρόνο μετά την έκρηξη του Μαρί και ανέβαιναν οι αποδόσεις των Κυπριακών ομολόγων.
Μέσα από το Blog εισηγήθηκε ότι εγγυητής του ταμείου θα ήταν το κράτος που ήταν τότε εκτός αγορών. Ανέφερε ότι κατά την διάρκεια του 2011 είχαν βρεθεί ντόπιοι επενδυτές να δίνουν χρήματα στο κράτος. Δεν εγγυάται ότι το συγκεκριμένο εγχείρημα θα είχε επιτυχία. Συμφώνησε ότι οι ζημιές από τα Ελληνικά ομόλογα ήταν 2.331 δισεκατομμύρια ευρώ.
Ήταν θέση του ότι κακώς ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αποδέχθηκε το κούρεμα των ομολόγων χωρίς να πάρει ανταλλάγματα. Η Κεντρική τράπεζα ελέγχει τα πρωτοβάθμια κεφάλαια των τραπεζών από τα οποία αφαιρείται το ‘goodwill’. Προσπάθησε να βρει τα εποπτικά κεφάλαια και αφαίρεσε την υπεραξία να δει τα χειροπιαστά κεφάλαια της τράπεζας και να συγκρίνει τα χειροπιαστά κεφάλαια με την ζημιά από το PSI. Η Λαϊκή με την σύγκριση δεν είχε κεφάλαια. Δεν συμφώνησε με τους λογιστές της Λαϊκής Τράπεζας που υπέγραψαν τότε τις οικονομικές καταστάσεις. Για την εξαγορά των ελληνικών θυγατρικών δεν χρησιμοποιήθηκε το διεθνές λογιστικό πρότυπο και η υπεραξία του κεφαλαίου που θα έπρεπε να διαγραφεί από 2010.
Συμφώνησε ότι κατά το έτος 2013 ή μόνη εναλλακτική της εξυγίανσης της Λαϊκής ήταν η εκκαθάριση. Δεν αμφισβήτησε τον τρόπο που λειτούργησε η Κεντρική σε όλες τις αποφάσεις και για όλα τα διατάγματα και πράξεις. Μίλησε μόνο για την απόφαση να δοθούν στη Λαϊκή μετοχές της Τράπεζας Κύπρου. Ο λόγος είναι διότι δεν γνώριζε την πραγματική οικονομική κατάσταση της τράπεζας το 2012. Αυτό ήταν λάθος επειδή θα συνέχισε η άλλη τράπεζα να λειτουργεί σε κλίμα αβεβαιότητας της οικονομικής κρίσης. Ήταν βέβαιο ότι η μετοχή θα έχανε την αξία της. Δοθήκαν 850 εκατομμύρια περιουσιακά στοιχεία στην Τράπεζα Κύπρου και η Τράπεζα Κύπρου θα έδιδε 850 εκατομμύρια μετοχές του ενός ευρώ. Δεν αμφισβήτησε την έκθεση αποτίμησης της αξίας των περιουσιακών στοιχείων. Ήταν θέση του ότι λανθασμένα δόθηκαν μετοχές αντί μετρητά.
Στην υποβολή κατά πόσο γνωρίζει εάν οι καταθέτες έχουν αποζημιωθεί από την εκκαθαριστή της Λαϊκής Τράπεζας απάντησε ότι ο εκκαθαριστής είχε αναφερθεί σε ένα ποσό περίπου 200 εκατομμύρια δηλαδή ένα ποσοστό 8% με 9% του συνόλου για να θα δοθεί στους καταθέτες. Δεν γνωρίζει κατά πόσο έχουν πάρει ακόμη χρήματα.
Αναφορικά με το κούρεμα των Ελληνικών ομολόγων η Λαϊκή Τράπεζα έχανε 1.5 δισεκατομμύρια με το 50% και τα εποπτικά της κεφάλαια ήταν 1.9 δισεκατομμύρια. Εκείνη την ημέρα η Τράπεζα Κύπρου έχανε το 45% των κεφαλαίων της. Η Κύπρος ήταν η μοναδική χώρα που έχανε τα περισσότερα χρήματα από τις τράπεζες της. Τα ποσοστά των ζημιών της χώρας ήταν μεγαλύτερα από αυτά της Ελλάδας. Στην υποβολή κατά πόσο ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας θα μπορούσε να ασκήσει βέτο είπε όχι αλλά θα μπορούσε να διαβουλευτεί.
Συμφώνησε ότι η μόνη του γνώση γι’ αυτές τις διεργασίες ήταν αυτά που έμαθε από τα ΜΜΕ. Δεν αμφισβήτησε ότι σε πρώτο στάδιο είχε αποφασιστεί οι Τράπεζες να βρουν κεφάλαια μόνοι τους για την ανακεφαλαιοποίηση με αναφορά το τεκμήριο 36. Απέτυχε η ανακεφαλαιοποίηση και σε δεύτερο στάδιο στηρίχθηκε η Τράπεζα με 1.8 δισεκατομμύρια από το κράτος που της έδωσε λίγους μήνες ζωής. Το 2012 το κράτος αποτάθηκε στο Ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης. Συμφώνησε ότι μέχρι τον Ιούνιο 2012 οι τράπεζες έπρεπε να έχουν ένα συγκεκριμένο ποσοστό κεφαλαίων. Οι τράπεζες ήταν υποχρεωμένες να συμμορφωθούν με την απαίτηση της Ευρωπαϊκής Αρχής τραπεζών. Συμφώνησε ότι η αδυναμία των τραπεζών ήταν ένας από τους λόγους που το κράτος αποτάθηκε στον μηχανισμό στήριξης.
Επίσης θεωρεί λάθος ότι έφεραν την Pimco να ξεσκονίσουν και να ελέγξουν τις τράπεζες. Ανέφερε ότι δεν έπρεπε να είναι τόσο επιθετικοί για το ζήτημα κεφαλαίων σε περίοδο οικονομικής κρίσης. Στην υποβολή ότι ήρθε η Pimco ως όροι εντολής και απαίτηση της Τρόικας ανέφερε ότι όταν αναφέρθηκε στο συγκεκριμένο λάθος το 2012 δεν το γνώριζε ότι ήταν απαίτηση στην Τράπεζα.
Η υπεράσπιση κάλεσε μόνο ένα μάρτυρα τον Μιχάλη Στυλιανού (ΜΥ1) Γενικό Διευθυντή της Γενικής Διεύθυνσης Λειτουργών της Κεντρικής Τράπεζας και που από το 2013 μετατέθηκε στο τμήμα εξυγίανσης της οποίας ήταν προϊστάμενος μέχρι την 28 Μαΐου 2024.
Τον Μάρτιο 2013 δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου 17(1)/2013 εκδόθηκε από την αρχή εξυγίανσης μαζί με Υπουργό Οικονομικών διάταγμα εξυγίανσης της Λαϊκής Τράπεζας. Αναφέρθηκε στο τεκμήριο 36 ήτοι, της συμφωνίας Αρχηγών Κρατών για τον τραπεζικό τομέα την αποφυγή πιστοληπτικής κρίσης και βελτίωσης της ποιότητας και ποσότητας της κεφαλαιακής βάσης Ευρωπαϊκών τραπεζών. Απαιτήθηκε από τις τράπεζες η επίτευξη δείκτης βασικών πρωτοβάθμιων κεφαλαίων ύψους 9% μετά την αφαίρεση λογιστικών ζημιών που προέκυπταν από επενδύσεις σε κυβερνητικά ομόλογα κατά τις 30.9.2011 περιλαμβανομένων των ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου(ΟΕΔ). Αυτή η απαίτηση έπρεπε να επιτευχθεί μέχρι 30.6.2012 στη βάση σχεδίων ανακεφαλοποίησης. Η αύξηση θα χρηματοδοτείτο με ιδιωτικούς πόρους. Οι εθνικές κυβερνήσεις θα παρείχαν στήριξη μόνο στην περίπτωση που αυτές δεν πετυχαίναν ανακεφαλαιόποιηση μέσω ιδιωτικών κεφαλαίων. Εάν η κυβέρνηση δεν διέθετε τους πόρους θα χρηματοδοτείτο με δάνειο από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής σταθερότητας που συστάθηκε τον Ιούνιο 2010.
Λόγω απομείωσης των ΟΕΔ και αυξημένων προβλέψεων για επισφαλείς απαιτήσεις ως αποτέλεσμα της επιδείνωσης της ποιότητας του δανειακού χαρτοφυλακίου σε Κύπρο και Ελλάδα η Λαϊκή Τράπεζα είχε υποστεί σημαντικές ζημιές που την οδήγησαν σε έλλειμα κεφαλαίων με βάση την σύσταση της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (ΕΑΤ). Το έλλειμα της Λαϊκής υπολογίστηκε στα 1.971 εκατομμύρια με βάση την σύσταση της ΕΑΤ. Η Λαϊκή Τράπεζα υπέβαλε στην Κεντρική Τράπεζα σχέδιο ανακεφαλαιοποίησης που είχε εγκριθεί από το διοικητικό της συμβούλιο. Η κυβέρνηση με επιστολή ημερομηνίας 2.3.2012 προς τον διοικητή της Κεντρικής τράπεζας δήλωσε ότι θα στηρίξει την Λαϊκή Τράπεζα σε περίπτωση αποτυχίας του ιδιωτικού σχεδίου ανακεφαλοποίησης. Όντως απέτυχε και η Βουλή Αντιπροσώπων ενέκρινε κρατική στήριξη ύψους 1.8 δισεκατομμύρια ευρώ με την έκδοση αναδοχής των δικαιωμάτων προτίμησης της Cyprus Popular bank Co διατάγματος ΚΔΠ 182/2012. Παρά την κρατική στήριξη η τράπεζα δεν κατόρθωσε να καλύψει το χρηματικό έλλειμα για να καλύψει 9% βασικών πρωτοβάθμιων κεφαλαίων ως προνοούσε η συμφωνία αρχηγών κρατών και της σύστασης ΕΑΤ. Εν το μεταξύ λόγω συνεχών εκροών καταθέσεων από τον Σεπτέμβριο 2011 η Λαϊκή Τράπεζα αιτείτο από την Κεντρική Τράπεζα έκτακτη ρευστότητα (ELA). Για να εξασφαλίσει την ρευστότητα παρέχει επαρκείς εξασφαλίσεις στην Κεντρική Τράπεζα . Η Κεντρική Τράπεζα μπορούσε να εγκρίνει τέτοια χορηγία με την μη ένσταση του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ.
Στις 2.3.2012 η κυβέρνηση δήλωσε ότι θα στήριζε και την Τράπεζα Κύπρου ύψους 500 εκατομμύρια ευρώ για δικό της έλλειμα. Στις 25.6.2012 η Κυπριακή Δημοκρατία αποτάθηκε στον μηχανισμό στήριξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο για σύναψη δανείου για οικονομική στήριξη με σκοπό την χρηματοδότηση των κεφαλαιακών αναγκών του χρηματοπιστωτικού τομέα και για δημοσιονομικό έλλειμμα. Κατέφθασε στην Κύπρο η Τρόικα για συνομολόγηση προγράμματος μακροοικονομικής προσαρμογής.
Κατά τις συζητήσεις με την ΤΡΟΙΚΑ που έγιναν με τις Κυπριακές αρχές τον Ιούλιο του 2012 συμφωνήθηκε o διορισμός ανεξάρτητού εξωτερικού συμβούλου για εκτίμηση των κεφαλαιακών αναγκών του τραπεζικού τομέα. O υπολογισμός των κεφαλαιακών αναγκών των τραπεζών μέσω ανεξάρτητού διαγνωστικού ελέγχου τέθηκε ως προϋπόθεση από τούς διεθνείς δανειστές για τη χορήγηση δανείου και τη σύναψη συμφωνίας προγράμματος οικονομικής στήριξης. Συμφωνήθηκε επίσης ότι η επίβλεψη και ο συντονισμός του έργου του ανεξάρτητου εξωτερικού συμβούλου Θα ανατίθετο σε Συντονιστική Επιτροπή (Steering Committeee) στην οποία θα συμμετείχαν το Υπουργείο Οικονομικών, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και η Υπηρεσία Εποπτείας Συνεργατικών Εταιρειών εκ μέρους των κυπριακών αρχών και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η ΕΑΤ εκ μέρους των διεθνών δανειστών. H Συντονιστική Επιτροπή, στην οποία συμμετείχε μαζί με άλλους υπαλλήλους της Κεντρικής Τράπεζας, επέλεξε κατόπιν προσφορών την εταιρεία PACIFIC INVESTMENT MANAGEMENT COMPANY LLC, γνωστή ως PIMCO, για τη διενέργεια τον ανεξάρτητού διαγνωστικού ελέγχου για υπολογισμό των κεφαλαιακών αναγκών των τραπεζών. Σχετική είναι η Ανακοίνωση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ημερομηνίας 28/09/2012 με τίτλο «Ανεξάρτητος διαγνωστικός έλεγχος του τραπεζικού συστήματος της Κύπρου».
Τα πιστωτικά ιδρύματα πού συμμετείχαν στον ανεξάρτητο διαγνωστικό έλεγχο ήταν η Τράπεζα Κύπρου, η Λαϊκή Τράπεζα, η Ελληνική Τράπεζα, η Eurobank, η Alpha Bank καθώς και 15 Συνεργατικά Πιστωτικά Ιδρύματα. Τα συμμετέχοντα πιστωτικά ιδρύματα κάλυπταν το 73% του τραπεζικού τομέα. H PIMCO εκτίμησε τις κεφαλαιακές απαιτήσεις (έλλειμα ή πλεόνασμα) κάθε συμμετέχοντος ιδρύματος κατά τις 30.06.2012 με ελάχιστο δείκτη βασικών πρωτοβάθμιων κεφαλαίων το 9% για το βασικό σενάριο και 6% για το ακραίο σενάριο. H εν λόγω εκτίμηση έγινε για κάθε πιστωτικό ίδρυμα πού συμμετείχε στον έλεγχο, αφού υπολογίστηκαν οι αναμενόμενες ζημιές από το δανειακό χαρτοφυλάκιο για την περίοδο 1.07.2012-30.06.2015 καθώς και τα αναμενόμενα κέρδη πριν τις προβλέψεις για επισφαλείς απαιτήσεις για την ίδια περίοδο.
Στις 23 Νοεμβρίου του 2012 συμφωνήθηκε προκαταρτικό Μνημόνιο Συναντίληψης της Κυπριακής Δημοκρατίας με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή/ Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα/Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΤΡΟΪΚΑ). Στο Προκαταρκτικό Μνημόνιο υπήρχε πρόνοια για χρηματοδότηση μέχρι €10δις για κάλυψη των κεφαλαιακών αναγκών των τραπεζών, συμπεριλαμβανομένης της Λαϊκής Τράπεζας. Οι κεφαλαιακές ανάγκες των τραπεζών θα προσδιορίζονταν μέσω του διαγνωστικού ελέγχου πού θα διενεργούσε η PIMCO και θα ολοκληρωνόταν στις αρχές του 2013. Αναφορά σχετικά με την χρηματοδότηση των κεφαλαιακών αναγκών των τραπεζών γίνεται στην παράγραφο 1.10 στη σελίδα 4 του προκαταρκτικού Μνημονίου. Συνεπώς, λαμβάνοντας υπόψη το προκαταρτικό Μνημόνιο Συναντίληψης, το οποίο συμφωνήθηκε με τους διεθνείς δανειστές, η Κυβέρνηση διασφάλισε ότι θα είχε στη διάθεση της επαρκείς πόρους για την ανακεφαλαιοποίηση τόσο της Τράπεζας Κύπρου, όσο και της Λαϊκής Τράπεζας.
Το έλλειμμα της Λαϊκής υπολογίστηκε στα 2.782 εκατομμύρια στο βασικό σενάριο και στα 3.835 εκατομμύρια στο ακραίο σενάριο. Στις 16.3.2025 η κυβέρνηση κατέληξε σε συμφωνία με το Eurogroup που αφορούσε, μεταξύ άλλων, την εισβολή ενός one-off stability levy επί όλων των καταθέσεων σε όλες τις τράπεζες. Αυτό το σχέδιο υποβλήθηκε σε νομοσχέδιο και απορρίφθηκε από την Βουλή στις 19.3.2013. Το διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ αποφάσισε να επιτρέψει έκτακτη ρευστότητα προς την Λαϊκή Τράπεζα μέχρι 25.3.2025 σε περίπτωση μη επίτευξης συμφωνίας με την τρόικα. Χωρίς την ρευστότητα προέκυψε ότι και οι δύο τράπεζες δεν ήταν σε θέση να καλύψουν τις βραχυπρόθεσμες ανάγκες τους και θα έπρεπε να κηρύξουν στάση πληρωμών. Αυτό θα οδηγούσε σε πλήρη αποσταθεροποίηση του χρηματοοικονομικού συστήματος της χώρας. Θα προέκυπταν δυσμενείς επιπτώσεις για όλους τους καταθέτες των τραπεζών και το κράτος δεν ήταν σε θέση να εξασφαλίσει τις πρώτες εγγυημένες καταθέσεις των €100.000 ανά πελάτη. Ενόψει αυτού η Βουλή ψήφισε τον νόμο 17(1)/2013.
Με απλά λόγια όταν αναφερόμαστε στην εξυγίανση μιας τράπεζας, η οποία στα αγγλικά μεταφράζεται ως «resolution of a bank», εννοείται η διασφάλιση της συνέχισης των κρίσιμων λειτουργιών μίας τράπεζας για την οικονομία της χώρας, μέσω της εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης. Ουσιαστικά, τα μέτρα εξυγίανσης σε αντίθεση με την χρεοκοπία και εκκαθάριση της τράπεζας, οδηγούν στη διάσωση του συνόλου ή μέρους των εργασιών της τράπεζας, περιλαμβανομένων πάντοτε όλων των ασφαλισμένων καταθέσεων μέχρι του ποσού των ε100.000, καθώς και στη διασφάλιση συνεχούς πρόσβασης των πελατών της τράπεζας στους λογαριασμούς τους για σκοπούς διενέργειας τραπεζικών συναλλαγών. Με αυτό τον τρόπο, επιτυγχάνεται, μεταξύ άλλων, η συνέχιση κρίσιμων για την οικονομία και την κοινωνία τραπεζικών λειτουργιών (λήψη καταθέσεων, χορήγηση δανείων και διενέργεια πληρωμών) και η διασφάλιση της χρηματοοικονομικής σταθερότητας.
Προς αποφυγή χρεοκοπίας των δύο πιο πάνω τραπεζών και κατ' επέκταση της Κυπριακής Δημοκρατίας και των αρνητικών συνεπειών μιας τέτοιας εξέλιξης για τη χώρα, στις 25.03.20 13 επιτεύχθηκε στο Eurogroup νέα πολιτική συμφωνία με την Κυπριακή κυβέρνηση για την εγκαθίδρυση ενός προγράμματος οικονομικής προσαρμογής και αναδιάρθρωσης του χρηματοπιστωτικού τομέα.
Σύμφωνα με την Ανακοίνωση του Eurogroup που εκδόθηκε στις 25.03.2013, συμφωνήθηκε όπως η Λαϊκή Τράπεζα τεθεί άμεσα σε εξυγίανση με πλήρη συνεισφορά των μετόχων, ομολογιούχων και ανασφάλιστων καταθετών στη βάση απόφασης της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, με την χρήση του νέου νομοθετικού πλαισίου για την εξυγίανση τραπεζών. Περαιτέρω, η πολιτική συμφωνία στο Eurogroup προνοούσε το διαχωρισμό της Λαϊκής Τράπεζας σε καλή και κακή τράπεζα, την απορρόφηση της καλής τράπεζας από την Τράπεζα Κύπρου και τη σταδιακή διάλυση της κακής τράπεζας (run down over time). Συμφωνήθηκε, επίσης, ότι με την καλή τράπεζα θα μεταφέρονταν στην Τράπεζα Κύπρου το ποσό της έκτακτης ρευστότητας (ELA) πού χορηγήθηκε από την Κεντρική Τράπεζα, καθώς και όλες οι ασφαλισμένες καταθέσεις μέχρι του ποσού των £100.000. Επίσης, σε αντίθεση με τις πρόνοιες τον Προκαταρκτικού Μνημονίου Συναντίληψης που συμφωνήθηκε στις 23.11.2012 και της Συμφωνίας Αρχηγών Κρατών, η απόφαση του Eurogroup προνοούσε ότι τα χρήματα του προγράμματος (μέχρι 10 δις) δεν θα χρησιμοποιούνταν για την ανακεφαλαιοποίηση της Λαϊκής Τράπεζας και της Τράπεζας Κύπρου. Περαιτέρω, το Eurogroup απαιτούσε την άμεση εφαρμογή συμφωνίας μεταξύ Κύπρου και Ελλάδος για τα υποκαταστήματα των κυπριακών τραπεζών στην Ελλάδα, περιλαμβανομένων αυτών της Λαϊκής Τράπεζας, με σκοπό την προστασία της σταθερότητας των χρηματοπιστωτικών συστημάτων τόσο της Κύπρου όσο και της Ελλάδος. Σύμφωνα με την πιο πάνω Ανακοίνωση, το Eurogroup απαιτούσε από τις κυπριακές αρχές και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σε συνεργασία με την ΕΚΤ και το ΔΝΤ να οριστικοποιήσουν ένα Μνημόνιο Συναντίληψης μέχρι τις αρχές Απριλίου 2013.
Το τμήμα εποπτείας και ρύθμισης τραπεζικών ιδρυμάτων της Κεντρικής Τράπεζας σε σχετική έκθεση κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η Λαϊκή Τράπεζα ήταν μη βιώσιμη επειδή δεν μπορούσε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της.
Επιπλέον, η Μονάδα Εξυγίανσης ετοίμασε στις 24.03.2013 Έκθεση Αξιολόγησης των προϋποθέσεων που έθετε το άρθρο 6 του Νόμου 17(1)/2013 για τη λήψη μέτρων εξυγίανσης στην Λαϊκή Τράπεζα. Η Έκθεση αυτή κατατίθεται ως Τεκμήριο 48. Το εδάφιο (1) του άρθρου 6 του πιο πάνω Νόμου, ο οποίος ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, προβλέπει ότι η Αρχή Εξυγίανσης λαμβάνει μέτρα εξυγίανσης σε πιστωτικό ίδρυμα, μόνο εάν ισχύουν όλες οι ακόλουθες τρεις προϋποθέσεις:
(α) Το πιστωτικό Ίδρυμα δεν είναι βιώσιμο ή πιθανόν να καταστεί μη βιώσιμα.
(β) Χωρίς τη λήψη μέτρων εξυγίανσης, άλλες ενέργειες που δυνατό να ληφθούν από το πιστωτικό ίδρυμα ή από την αρμόδια εποπτική αρχή, δεν επαρκούν ούτως ώστε το ίδρυμα να μπορεί να τηρεί τις απαιτήσεις κεφαλαιακής επάρκειας ή και ρευστότητας, και
(γ) Το μέτρο εξυγίανσης είναι αναγκαίο για την προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας και την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος.
H πιο πάνω Έκθεση Αξιολόγησης κατέληγε στο συμπέρασμα ότι ισχύουν όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις του Νόμου 17(Ι)/2013 για λήψη μέτρων εξυγίανσης στη Λαϊκή Τράπεζα. Αναφορικά με την εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης που απαιτεί το εδάφιο (1) του άρθρου 6 του Νόμου 17(1)/2013, δηλαδή τη βιωσιμότητα της Λαϊκής Τράπεζας, η Μονάδα Εξυγίανσης αξιολόγησε την επάρκεια των διαθέσιμων κεφαλαίων, την επάρκεια των ρευστών διαθεσίμων και την εμπιστοσύνη του κοινού προς την τράπεζα και κατέληξε στα εξής συμπεράσματα:
Αναφορικά με την κεφαλαιακή επάρκεια, από τα στοιχεία που βρίσκονταν στη διάθεση της Κεντρικής Τράπεζας, προέκυπτε ότι η Λαϊκή Τράπεζα δεν τηρούσε τις απαιτήσεις κεφαλαιακής επάρκειας. Επίσης, τα αποτελέσματα του διαγνωστικού ελέγχου της PIMCO κατέδειξαν ότι το κεφαλαιακό έλλειμμα στις 30 Ιουνίου 2012 ανέρχετο σε €3,8 δις.
Αναφορικά με τη ρευστότητα της τράπεζας, στην Έκθεση αναφερόταν ότι αυτή εξαρτάτο εξ' ολοκλήρου από τον μηχανισμό άντλησης έκτακτης ρευστότητας (ELA) από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου χωρίς η τράπεζα να διαθέτει εναλλακτικές πηγές άντλησης χρηματοδότησης. Σημειωνόταν, επίσης, ότι η έκτακτη ρευστότητα που χορηγήθηκε προς την τράπεζα είχε φθάσει τα €9,5 δις χωρίς ο Όμιλος να διαθέτει άλλες αποδεκτές εξασφαλίσεις για την άντληση πρόσθετης ρευστότητας. Περαιτέρω, γινόταν αναφορά στην απόφαση που λήφθηκε στις 21 Μαρτίου 2013 από το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ με την οποία η παροχή έκτακτης ρευστότητας προς την τράπεζα μετά τις 25 Μαρτίου 2013 θα εξεταζόταν από την ΕΚΤ μόνο υπό την προϋπόθεση ότι θα τίθετο σε ισχύ συμφωνία για πρόγραμμα χρηματοδότησης της Κυπριακής Δημοκρατίας από της ΕΕ/ΔΝΤ το οποίο θα εξασφαλίζει τη φερεγγυότητα της τράπεζας. Τέλος, σημειωνόταν ότι τα αποθέματα ρευστότητας της τράπεζας ήταν εξαιρετικά χαμηλά και ανέρχονταν σε μόνο €44 εκ περίπου και μειώνονταν συνεχώς λόγω εκροών καταθέσεων. Τονίζεται ότι η τράπεζα δεν είχε πρόσβαση σε εναλλακτικές πηγές άντλησης χρηματοδότησης πέραν του μηχανισμού παροχής έκτακτης ρευστότητας από την Κεντρική Τράπεζα (ELA).
Αναφορικά με την εμπιστοσύνη του κοινού προς την τράπεζα, σημειωνόταν ότι οι συνολικές πελατειακές καταθέσεις στην Κύπρο και Ελλάδα, οι οποίες είναι οι κύριες αγορές που δραστηριοποιείτο η τράπεζα, παρουσίασαν μείωση κατά €3.7δις, ένδειξη ότι η εμπιστοσύνη του κοινού προς την τράπεζα είχε κλονιστεί.
Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση που σχετίζεται με τη δημόσια ωφέλεια και το δημόσιο συμφέρον, αξιολογήθηκε κατά πόσο αυτά εξυπηρετούνται με τη λήψη μέτρων εξυγίανσης αντί ενδεχόμενης εκκαθάρισης πού ήταν η μοναδική αναμενόμενη εξέλιξη υπό τις περιστάσεις, σε περίπτωση πού η Λαϊκή Τράπεζα δεν τίθετο σε εξυγίανση και έχοντας υπόψη ότι η τράπεζα είχε αξιολογηθεί ως μη βιώσιμη χωρίς τη λήψη μέτρων εξυγίανσης. Στην πιο πάνω Έκθεση έγινε αναφορά ότι σε περίπτωση εκκαθάρισης της τράπεζας θα ενεργοποιούνταν οι πρόνοιες του περί Σύστασης και Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 και Θα έπρεπε να αποζημιωθούν άμεσα όλες οι ασφαλισμένες καταθέσεις με το συνολικό κόστος να ανέρχεται σε €7,5δις περίπου με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία με ημερομηνία αναφοράς 31 Δεκεμβρίου 2012. Επίσης, αναφέρεται ότι το Ταμείο Προστασίας Καταθέσεων δεν διέθετε τα κεφάλαια για να καλύψει τούς ασφαλισμένους καταθέτες του πιστωτικού ιδρύματος και, συνεπώς, Θα ήταν αδύνατο να καταβληθεί η αποζημίωση που προνοείται στη νομοθεσία. Παράλληλα, η οφειλή του πιστωτικού ιδρύματος σε σχέση με την έκτακτη ρευστότητα πού του είχε παρασχεθεί μέχρι εκείνη τη στιγμή Θα καθίστατο απευθείας ληξιπρόθεσμη και απαιτητή και η Κεντρική Τράπεζα για σκοπούς είσπραξης του ποσού θα αξιοποιούσε τα περιουσιακά στοιχεία του πιστωτικού ιδρύματος που είχαν παραχωρηθεί ως εξασφάλιση. Ως εκ τούτου, τα περιουσιακά στοιχεία αυτά δεν θα ήταν στη διάθεση του εκκαθαριστή προς ικανοποίηση των λοιπών πιστωτών. Επιπλέον, χιλιάδες εργαζόμενοι του πιστωτικού ιδρύματος θα βρίσκονταν στην ανεργία. Συνεπώς, η Κυπριακή Δημοκρατία θα τίθετο σε δεινή οικονομική κατάσταση με καταστροφικές συνέπειες για τους καταθέτες και πιστωτές των τραπεζών, τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και το κοινωνικό σύνολο. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω και εν όψει του άμεσου κινδύνου για πλήρη αποσταθεροποίηση του χρηματοοικονομικού συστήματος της χώρας και κατάρρευση του συνόλου του χρηματοπιστωτικού τομέα με καταστροφικές συνέπειες για την οικονομία της χώρας και την κοινωνία, με βάση την πιο πάνω Έκθεση, η λήψη μέτρων εξυγίανσης κρίθηκε αναγκαία για την προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας και την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος.
Η αρχή εξυγίανσης βάση του νόμου 17(1)/2013 με την σύμφωνη γνώμη του Υπουργού Οικονομικών και αφού διαπίστωσε ότι συντρέχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 6(1) του νόμου την έθεσε σε εξυγίανση και εξέδωσε διάταγμα περί πώλησης της εργασιών της τράπεζας.
Σύμφωνα με το Διάταγμα Κ.Δ.Π.104/2013 όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα με τα Διατάγματα Κ.Δ.Π.133/2013, ΚΔ.Π.156/2013 και Κ.Δ.Π.276/2013, η Λαϊκή Τράπεζα μεταβίβασε στην Τράπεζα Κύπρου όλες τις ασφαλισμένες καταθέσεις των πελατών της, την οφειλή της προς την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου σε σχέση με του ELA, καθώς και σχεδόν όλα τα περιουσιακά της στοιχεία. H απόφαση για μεταφορά του ELA από τη Λαϊκή Τράπεζα προς την Τράπεζα Κύπρου ήταν μέρος και περιλαμβάνετο ως απαραίτητη προϋπόθεση στην απόφαση του Eurogroup της 25ης Μαρτίου 2013 για την παροχή οικονομικής στήριξης στη Δημοκρατία, την οποία η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κλήθηκε να εφαρμόσει κατά τη λήψη μέτρων εξυγίανσης.
Με επιστολή ημερομηνίας 28.03.13 προς τον Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, ο Υπουργός Οικονομικών, μεταξύ άλλων, υπέδειξε ότι για επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος δυνάμει των προνοιών του Ν.17(Ι)/2013, Θα πρέπει να περιληφθούν στις υποχρεώσεις που μεταβιβάζονται με βάση το πιο πάνω Διάταγμα (Κ.Δ.Π. 104/2013) από τη Λαϊκή Τράπεζα στην Τράπεζα Κύπρου το σύνολο (100%) των καταθέσεων των Πιστωτικών Ιδρυμάτων, Ασφαλιστικών Εταιρειών, Γενικής Κυβέρνησης, Εγχώριων Επικουρικών Χρηματοοικονομικών Οργανισμών και Φορέων (S124) που δεν είναι εγγεγραμμένοι στον Έφορο Εταιρειών, η JCC Payments System Ltd και Υποχρεώσεις που προκύπτουν από Συμφωνίες Επαναγοράς Χρηματοοικονομικών Μέσων (repo transactions).
Περαιτέρω, στις 28/03/2013 η Αρχή Εξυγίανσης αποφάσισε δυνάμει του άρθρου 3(1) του Ν. Ι 7(Ι)/2013 για λόγους προαγωγής της δημόσιας ωφέλειας και εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος, για την προάσπιση της εκπαίδευσης και του φιλανθρωπικού έργου, όπως οι κατηγορίες καταθέσεων των Φιλανθρωπικών Ιδρυμάτων και των Σχολείων και εκπαιδευτικών ιδρυμάτων εξαιρεθούν από τις πρόνοιες των Διαταγμάτων πού θα εκδοθούν βάσει του Ν. 17(Ι)/2013 και να μεταβιβαστούν επίσης σε ποσοστό 100% από τη Λαϊκή Τράπεζα στην Τράπεζα Κύπρου.
Υπό το φως των πιο πάνω, δυνάμει της υπό-παραγράφου (2)(γ) της παραγράφου 5 του Διατάγματος Κ.Δ.Π.104/2013 μεταβιβάστηκε από τη Λαϊκή Τράπεζα στην Τράπεζα Κύπρου ολόκληρο (100%) το ποσό των καταθέσεων που αναφέρονται στο Παράρτημα ΙΙ της K.Δ.Π. 104/2013. Οι κατηγορίες καταθέσεων πού μεταβιβάστηκαν εξ' ολοκλήρου (100%) στην Τράπεζα Κύπρου αφορούν τούς πιο κάτω:
1. Πιστωτικά ιδρύματα,
2. Ασφαλιστικές Εταιρείες,
3. Γενική Κυβέρνηση,
4. Εγχώριοι Επικουρικοί Χρηματοοικονομικοί Οργανισμοί και Φορείς που δεν είναι εγγεγραμμένοι στον Έφορο Εταιρειών,
5. Υποχρεώσεις που προκύπτουν από Συμφωνίες Επαναγοράς Χρηματοοικονομικών Μέσων (repo transactions),
6. Καταθέσεις τι οποίες κατέχει η JCC Payments Systems Ltd,
7. Φιλανθρωπικά ιδρύματα,
8. Σχολεία και εκπαιδευτικά ιδρύματα.
Σε μεταγενέστερο στάδιο και κατόπιν συνάντησης του Υπουργού Οικονομικών με το Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας που έγινε στις 20.04.2013, ο Υπουργός Οικονομικών απέστειλε επιστολή ημερομηνίας 21.04.2013 προς τον Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας με την οποία εισηγήθηκε, μεταξύ άλλων, την τροποποίηση του Παραρτήματος ΙΙ της K.Δ.Π. 104/2013, με σκοπό την μείωση του ποσού των καταθέσεων πού μεταβιβάστηκαν από τη Λαϊκή Τράπεζα στην Τράπεζα Κύπρου και, συνεπώς, την ελάφρυνση των επηρεαζόμενων ανασφάλιστων καταθετών της Λαϊκής Τράπεζας.
Ως εκ τούτου, η K.Δ.Π. 104/2013 τροποποιήθηκε ακολούθως με το Διάταγμα K.Δ.Π. 133/2013 με την αντικατάσταση του Παραρτήματος ΙΙ με νέο, ώστε (α) οι καταθέσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων, των ιδρυμάτων πληρωμών, της Γενικής Κυβέρνησης και οι υποχρεώσεις που προκύπτουν από Συμφωνίες Επαναγοράς Χρηματοοικονομικών Μέσων (repo transactions) να συνεχίσουν να μεταβιβάζονται σε ποσοστό 100% από την Λαϊκή Τράπεζα στην Τράπεζα Κύπρου, και (β) οι καταθέσεις των ασφαλιστικών εταιρειών, των εγχώριων επικουρικών χρηματοοικονομικών οργανισμών και φορέων που δεν είναι εγγεγραμμένοι στον Έφορο Εταιρειών, και το ανασφάλιστο ποσό των καταθέσεων (αυτό που υπερβαίνει τις €100.000) των φιλανθρωπικών ιδρυμάτων, των σχολείων και εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, να μεταβιβάζονται σε ποσοστό 72,5% από την Λαϊκή Τράπεζα στην Τράπεζα Κύπρου.
Τα περιουσιακά στοιχεία της Λαϊκής Τράπεζας μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου στην εύλογη αξία τους (fair value) στη βάση Έκθεσης Αποτίμησης από τον ανεξάρτητο ελεγκτικό οίκο KPMG LLP UK ημερ. 26.07.2013, «Εύλογη αξία» («fair value») και η τιμή που αναμένεται να εισπραχθεί για την πώληση ενός περιουσιακού στοιχείου ή να καταβληθεί για τη μεταβίβαση μιας υποχρέωσης σε μια κανονική συναλλαγή υπό ομαλές συνθήκες της αγοράς μεταξύ πωλητή και αγοραστή. Σύμφωνα με την πιο πάνω Έκθεση της KPMG, η εύλογη αξία των περιουσιακών στοιχείων που μεταβιβάστηκαν από τη Λαϊκή Τράπεζα στην Τράπεζα Κύπρου υπολογίστηκε στα €15.999 εκ. και η εύλογη αξία των υποχρεώσεων στα €15.617 εκ.
H διαφορά των €382 εκ. στην αποτίμηση της εύλογης αξίας των μεταβιβασθέντων περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής Τράπεζας στην Τράπεζα Κύπρου με την εύλογη αξία των υποχρεώσεων εξοφλήθηκε με την έκδοση μετοχών ισόποσης αξίας της Τράπεζας Κύπρου προς τη Λαϊκή Τράπεζα. Πιο συγκεκριμένα, η Αρχή Εξυγίανσης αφού καθόρισε την εύλογη αξία των καθαρών περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής Τράπεζας με βάση την πιο πάνω Έκθεση του ανεξάρτητού Οίκου KPMG LLP UK και παρόμοια Έκθεση που ετοιμάστηκε από τον ίδιο οίκο αναφορικά με την Τράπεζα Κύπρου και λαμβάνοντας υπόψη τη σύμφωνη γνώμη του Υπουργού Οικονομικών, εξέδωσε το Διάταγμα K.Δ.Π. 279/2013. Σύμφωνα με το Διάταγμα αυτό η Τράπεζα Κύπρου εξέδωσε και παραχώρησε στη Λαϊκή Τράπεζα τόσες Μετοχές Τάξης A' ονομαστικής αξίας ένα (1) εύρω έκαστη, έτσι ώστε η Λαϊκή Τράπεζα να αποκτήσει το 18,056% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας Κύπρου ως αντίτιμο για την καθαρή αξία των περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής Τράπεζας πού μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου.
Εκτός από την επένδυση στο μετοχικό κεφάλαιο της Τράπεζας Κύπρου, τα λοιπά κύρια περιουσιακά στοιχεία πού παρέμειναν στη Λαϊκή Τράπεζα αποτελούντο από επενδύσεις σε Θυγατρικές τράπεζες και χρηματοοικονομικά ιδρύματα στο εξωτερικό (Ελλάδα, Μάλτα, Σερβία, Ρουμανία, Ουκρανία και Ρωσία). Σύμφωνα με Έκθεση Αποτίμησης της KPMG LLP Ilk ημερομηνίας 16.08.20 13 η δίκαιη αξία (fair value) του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων που παρέμειναν στη Λαϊκή Τράπεζα ανερχόταν σε €769εκ., περιλαμβανομένων €3 82εκ. περίπου πού αντιπροσώπευαν τη δίκαιη αξία των μετοχών στην Τράπεζα Κύπρου πού έλαβε ως αντίτιμο η Λαϊκή Τράπεζα για την καθαρή αξία των περιουσιακών στοιχείων πού μεταβίβασε στην Τράπεζα Κύπρου. Επίσης, το σύνολο των υποχρεώσεων που παρέμειναν στη Λαϊκή Τράπεζα ήταν, σύμφωνα με την εν λόγω Έκθεση, €4.929εκ, περιλαμβανομένων ανασφάλιστων καταθέσεων πελατών ύψους €3.880εκ.
Τονίζεται ότι τυχόν απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρού το 2013 και συγκεκριμένα μετά τη λήψη μέτρων εξυγίανσης, για ανάκληση της τραπεζικής άδειας της Λαϊκής Τράπεζας Θα οδηγούσε, σύμφωνα με το άρθρο 33Β τον περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου 66(Ι)197, όπως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, σε καταχώρηση αίτησης στο Δικαστήριο για την εκκαθάριση της τράπεζας. Σε μία τέτοια περίπτωση, οι εποπτικές/ρυθμιστικές αρχές των Θυγατρικών τραπεζών εκτός Κύπρου θα προχωρούσαν σε λήψη μέτρων εναντίον των θυγατρικών εταιρειών της Λαϊκής Τράπεζας, περιλαμβανομένων είτε ανάκληση της άδειας λειτουργίας τούς είτε αναγκαστικής πώλησης μέρους ή όλων των εργασιών τους σε άλλη τράπεζα, εφόσον ο κύριος μέτοχος τους θα κηρυσσόταν ουσιαστικά σε πλήρη πτώχευση με αδυναμία άσκησης ελέγχου επί των θυγατρικών. Αυτό θα σήμαινε απώλεια του ανακτήσιμου ποσού που θα λάμβανε η Λαϊκή Τράπεζα από την πώληση αυτών των περιουσιακών της στοιχείων. Για αποφυγή αυτού του ενδεχομένου, η Κεντρική Τράπεζα, αντί να ανακαλέσει την άδεια της Λαϊκής Τράπεζας, προχώρησε στις 28.05.2013 σε τροποποίηση της τραπεζικής της άδειας, με την οποία απαγορευόταν η ανάληψη καταθέσεων ή άλλων υποχρεώσεων προς το κοινό. Ως αποτέλεσμα των μέτρων εξυγίανσης που λήφθηκαν στην Λαϊκή Τράπεζα και της τροποποίησης της τραπεζικής της άδειας η Λαϊκή Τράπεζα έπαυσε να διεξάγει τραπεζικές εργασίες και να προσφέρει τραπεζικές υπηρεσίες.
Σε ότι αφορά την πώληση των υποκαταστημάτων της Λαϊκής Τράπεζας στην Ελλάδα,
(i) H πώληση των ελληνικών υποκαταστημάτων των κυπριακών τραπεζών είχε τεθεί ως προϋπόθεση από τους διεθνείς δανειστές της Κύπρου για την έγκριση του προγράμματος στήριξης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στην Ανακοίνωση του Eurogroup ημερομηνίας 16.03.2013 το Eurogroup καλωσόριζε την επίτευξη συμφωνίας για την πώληση των υποκαταστημάτων των ελληνικών τραπεζών, η οποία θα προστάτευε την σταθερότητα των τραπεζικών συστημάτων τόσο της Ελλάδας όσο και της Κύπρου και δεν Θα επιβάρυνε το ελληνικό δημόσιο χρέος (βλέπε Τεκμήριο 44). Σχετική επίσης είναι η Ανακοίνωση του Eurogroup ημερομηνίας 25.03.2013 (Τεκμήριο 46). Σε περίπτωση που η Κυπριακή Κυβέρνηση δεν συναινούσε σε αυτή τη πώληση, οι διαπραγματεύσεις με την ΤΡΟΪΚΑ για τον καταρτισμό του τελικού Μνημονίου Συναντίληψης για οικονομική στήριξη της Κύπρου θα διακόπτονταν με συνεπακόλουθο την άτακτη χρεοκοπία του χρηματοπιστωτικού συστήματος και της ίδιας της Κυπριακής Δημοκρατίας.
(ii) Τον Μάρτιο του 2013, πριν από την απόφαση του Eurogroup ημερομηνίας 25.03.2013, η Τράπεζα Πειραιώς εκδήλωσε ενδιαφέρον για την αγορά των εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας στην Ελλάδα και στις 23.03.2013 εκπρόσωποι της Τράπεζας Πειραιώς ήλθαν στην Κύπρο για συζήτηση των λεπτομερειών και υπογραφή των σχετικών συμβολαίων. Οι διαπραγματεύσεις τελικά ολοκληρώθηκαν στις 26.03.2013 και εκδόθηκαν τα σχετικά Διατάγματα της Αρχής Εξυγίανσης.
Ο Νόμος 17(1)/2012 καταργήθηκε αφού αντικαταστάθηκε από τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και επενδυτικών εταιρειών νόμου 22(1)/2016 που είναι εναρμονιστικός ευρωπαϊκής οδηγίας. Με βάση το άρθρο 115(1) του νόμου θεωρείται ότι όλα τα μέτρα εξυγίανσης που λήφθηκαν δυνάμει του προηγούμενου νόμου ήταν σε ισχύ κατά την έναρξη του νέου νόμου. Την 8.1.2021 εκδόθηκε διάταγμα για την εκκαθάριση της τράπεζας μαζί με τον διορισμό εκκαθαριστή.
Οι δικαιούχοι των ανασφάλιστων καταθέσεων, όπως φαίνεται να είναι και οι Ενάγοντες στην παρούσα αγωγή, οι οποίοι παρέμειναν στα βιβλία της Λαϊκής Τράπεζας θα συμμετάσχουν στη διαδικασία εκκαθάρισης της περιουσίας της τράπεζας και θα λάβουν το ποσοστό πού αναλογεί σε αυτούς από τη διανομή των εισπράξεων από την ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων της εν λόγω τράπεζας.
Σε περίπτωση που η Λαϊκή Τράπεζα τον Μάρτιο του 2013 δεν τίθετο σε εξυγίανση και οδηγείτο σε εκκαθάριση, η οποία ήταν η μοναδική εναλλακτική επιλογή, και έχοντας υπόψη ότι η ρευστοποιήσιμη αξία περιουσιακών στοιχείων υπό τις πιεστικές συνθήκες εκκαθάρισης είναι αβέβαιη και η τιμή πολύ χαμηλότερη από την εύλογη αξία υπό ομαλές συνθήκες αγοράς, προκύπτει ότι οι εισπράξεις από την εκποίηση των περιουσιακών στοιχείων θα κατέληγαν σε μεγάλες ζημιές για τους ασφαλισμένους καταθέτες, καθώς επίσης σε πλήρη απώλεια του συνόλου της επένδυσης των κατόχων αξιογράφων και μετόχων. Περαιτέρω, έχοντας υπόψη το τεράστιο μέγεθος των περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής Τράπεζας, καθώς και την επικρατούσα οικονομική κατάσταση στην Κύπρο, η οποία θα επιδεινωνόταν δραματικά με τυχόν απόφαση για να τεθεί η Λαϊκή Τράπεζα σε εκκαθάριση, θα ήταν αδύνατο αυτά να εκποιηθούν σε σύντομο χρονικό διάστημα και να αποπληρωθούν, έστω και μερικώς, μόνο οι καταθέτες. H εκκαθάριση τράπεζας του μεγέθους της Λαϊκής Τράπεζας θα απαιτούσε πολύχρονη διαδικασία και τεράστια έξοδα με τις ζημιές για τους πιστωτές να μεγαλώνουν με την πάροδο του χρόνου.
Επίσης, σε περίπτωση εκκαθάρισης της Λαϊκής Τράπεζας Θα ενεργοποιούνταν οι πρόνοιες του περί Σύστασης και Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 και θα έπρεπε να αποζημιωθούν άμεσα, πριν από τούς μετόχους, όλες οι ασφαλισμένες καταθέσεις με το συνολικό κόστος να ανέρχεται σε €7.490.538.000, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία με ημερομηνία αναφοράς 31.12.2012. Το Ταμείο Προστασίας Καταθέσεων διέθετε κεφάλαια μόνο €12 εκ. περίπου, τα οποία ήταν σε θέση να καλύψουν μόνο ένα πολύ μικρό ποσοστό των ασφαλισμένων καταθετών της Λαϊκής Τράπεζας. Συνεπώς, θα ήταν παντελώς αδύνατο να αποζημιωθούν έστω οι ασφαλισμένοι καταθέτες, θα δημιουργείτο κοινωνική αναταραχή, οικονομική αποσταθεροποίηση και χρηματοοικονομική αστάθεια, γεγονότα τα οποία Θα οδηγούσαν σε πλήρη κατάρρευση της αγοράς και των τιμών και Θα μείωνε σε πρωτοφανή χαμηλά επίπεδα την αξία εκποίησης των περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής Τράπεζας.
Παράλληλα, η οφειλή της Λαϊκής Τράπεζας σε σχέση με την έκτακτη ρευστότητα που της είχε παρασχεθεί από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου θα καθίστατο απευθείας ληξιπρόθεσμη και απαιτητή και η Κεντρική Τράπεζα, για σκοπούς είσπραξης του ποσού θα αξιοποιούσε τα περιουσιακά στοιχεία της τράπεζας που είχαν παραχωρηθεί ως εξασφάλιση. Ως εκ τούτου, τα περιουσιακά στοιχεία αυτά δεν θα ήταν στη διάθεση τον εκκαθαριστή προς ικανοποίηση των λοιπών πιστωτών και των μετόχων.
Επιπλέον, εκατοντάδες χιλιάδες πελάτες της Λαϊκής Τράπεζας θα έχαναν την πρόσβαση στα χρήματά τους και σε τραπεζικές υπηρεσίες και δεκάδες χιλιάδες εργαζομένων της τράπεζας και άλλων επιχειρήσεων θα βρίσκονταν στην ανεργία. Σε κάθε περίπτωση και έχοντας υπόψη και την κατάσταση που βρισκόταν κατά την ίδια χρονική περίοδο και η Τράπεζα Κύπρου, η Κυπριακή Δημοκρατία θα τίθετο σε ανυπέρβλητα δεινή οικονομική κατάσταση με καταστροφικές συνέπειες για τους καταθέτες της τράπεζας, όπως οι Ενάγοντες, τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και την κοινωνική συνοχή.
Έχοντας υπόψη τα γεγονότα και τα δεδομένα όπως προέκυψαν μετά την πολιτική συμφωνία του Eurogroup της 25ης Μαρτίου 2013, καθώς επίσης τα εργαλεία και τις πρόνοιες του Νόμου 17(Ι)/2013, ο οποίος ίσχυε κατά τον ουσιώδη με την παρούσα αγωγή χρόνο, ικανοποιούνταν πλήρως οι αρχές που επιβάλλονται με το άρθρο 3 του πιο πάνω Νόμου. Υπό τις περιστάσεις, τα μέτρα εξυγίανσης στη Λαϊκή Τράπεζα λήφθηκαν με σκοπό την προστασία του δημόσιου συμφέροντος και αφού λήφθηκε υπόψιν η αρχή ότι οι πιστωτές ιδρύματος πού υπόκειται σε εξυγίανση επωμίζονται τις ζημιές μετά τους μετόχους, σύμφωνα με τη σειρά προτεραιότητας των απαιτήσεων τους δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 4 του Νόμου 17(Ι)/2013. Σε κάθε περίπτωση, οι καταθέτες της Λαϊκής Τράπεζας, όπως οι Ενάγοντες, σε περίπτωση που η τράπεζα τον Μάρτιο του 2013 τίθετο σε εκκαθάριση θα βρίσκονταν σε δυσμενέστερη θέση από αυτήν που βρέθηκαν με τη λήψη μέτρων εξυγίανσης στην πιο πάνω τράπεζα.
Σε αντιδιαστολή με την Κύπρο το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της Ελλάδας έγινε κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα με σκοπό την παροχή κεφαλαιακής στήριξης στις Τράπεζες. Το σημαντικό είναι η πηγή χρηματοδότησης του ταμείου και στην περίπτωση της ελληνικής κυβέρνησης η πηγή ήταν μέσω του προγράμματος στήριξης των συμφωνιών που είχε συνάψει η κυβέρνηση με την ΤΡΟΙΚΑ στην Κύπρο. Είχαν γίνει σκέψεις για τέτοιο ταμείο με την ΤΡΟΙΚΑ κατά το έτος 2012. Έγιναν συζητήσεις για ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών με τα χρήματα που θα διοχετεύονταν από το πρόγραμμα στήριξης. Τελικά όμως δεν κατέληξαν σε διάσωση των τραπεζών μέσω κρατικής στήριξης αλλά στη λήψη μέτρων εξυγίανσης, γι' αυτό δεν έγινε Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας. Επίσης εκείνην την εποχή το κράτος δεν ήταν σε θέση να χρηματοδοτήσει τέτοιο ταμείο. Όσον αφορά την παροχή μετοχών της Τράπεζας Κύπρου στη Λαϊκή Τράπεζα δεν είναι ασύνηθες σε περιπτώσεις εξαγοράς εταιρειών το αντάλλαγμα να είναι αντί μετρητά να δίνεται σε μετοχές στην εταιρεία, η οποία απόκτα την άλλη εταιρεία. Επίσης πρέπει να ληφθούν υπόψη οι συνθήκες που υπήρχαν εκείνην την εποχή. Η Τράπεζα Κύπρου είχε προβλήματα ρευστότητας και στηριζόταν σε παροχή ρευστότητας για κάλυψη άμεσων αναγκών. Επίσης τον Μάρτιο του 2013 είχαν εισαχθεί περιοριστικά μέτρα στη διακίνηση κεφαλαίων, αυτό έγινε για προστασία της ρευστότητας του τραπεζικού συστήματος και αστάθειας. Αν τότε είχε ζητηθεί από την Τράπεζα Κύπρου να καταβάλει το αντίτιμο των 382 εκατομμυρίων σε μετρητά αυτό θα επηρέαζε αρνητικά την Τράπεζα Κύπρου. Όταν η μετοχή της Τράπεζας Κύπρου είχε εισαχθεί στο χρηματιστήριο τον Δεκέμβρη του 2014 μετά τη λήψη μέτρων εξυγίανσης η αξία του ήταν περίπου στα 20 cent, σήμερα είναι € 6,30.
Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι εργάζεται στην Κεντρική Τράπεζα από το 1987 και θεωρεί ότι είναι ικανός να δώσει μαρτυρία για τα θέματα που έχει αναφέρει. Στις 31/12/10 η Λαϊκή Τράπεζα κατείχε Ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου περίπου αξίας 3 δις. Η Ελλάδα είχε μπει σε πρόγραμμα οικονομικής αναπροσαρμογής από τον Μάιο του 2010. Το δημόσιο χρέος της ήταν υπερβολικά ψηλό. Είχε αποφασιστεί αναζήτηση εθελοντικής συμμέτοχης των πιστωτών της Ελλάδας σε σχέδιο απομείωσης Ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου. Δέχτηκαν μείωση της αξίας ομολόγων των δανείων, η οποία ήταν στην πλειοψηφία και θα έπαιρναν σε αντάλλαγμα ομόλογα χαμηλότερης αξίας. Τελικά η απομείωση έφτανε 75% της ονομαστικής αξίας των ομολόγων. Δέχτηκαν οι πιστωτές την απομείωση, διότι έτσι και αλλιώς θα έχαναν τα χρήματά τους, διότι η Ελλάδα θα χρεοκοπούσε μέχρι τότε και με βάση τους ευρωπαϊκούς κανόνες που ισχύουν και σήμερα τα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου και όλα τα ομόλογα που εκδίδονται από χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης σταθμίζονται με συντελεστή κινδύνου “0” για σκοπούς υπολογισμού κεφαλαίων. Η θέση της ΤΡΟΙΚΑ ήταν ότι αν δοθούν περισσότερα χρήματα στην Ελλάδα θα έπρεπε και οι ιδιώτες πιστωτές να επωμιστούν και εκείνοι μέρος των ζημιών και αν κατέρρεε η Ελλάδα αυτό θα είχε ακόμα μεγαλύτερες συνέπειες στην Κύπρο και θα οδηγούσε στην ολική απώλεια των δανείων που είχαν των επενδύσεων που είχε κάνει η Ελληνική Τράπεζα σε Ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου. Η επένδυση σε ελληνικά ομόλογα ήταν μικρό μέρος του συνολικού ενεργητικού της Λαϊκής Τράπεζας που τότε ήταν γύρω στα 30 δις. Το ότι τα ομόλογα που κρατούσε η Λαϊκή Τράπεζα ήταν περισσότερα από τα ίδια κεφάλαιά της δεν είναι ασύνηθες και αναφέρθηκε σε λογαριασμούς άλλων τραπεζών που είχαν και εκείνοι αριθμό Ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου. Εκείνες οι Τράπεζες της Ελλάδας διασώθηκαν από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας. Κάτι τέτοιο είχε αποφασιστεί στη βάση του προκαταρκτικού μνημονίου που είχε συμφωνηθεί με την ΤΡΟΙΚΑ στην Κύπρο τον Νοέμβριο του 2012. Το μνημόνιο περιείχε ρητή πρόνοια για παροχή στήριξης για ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών και είχε σε αγκύλες το ποσό των 10 δις. Εργάστηκαν για τέτοιο πρόγραμμα μέχρι τον Μάρτιο του 2013.
Οι Τράπεζες ως ιδιωτικοί οργανισμοί με μετόχους διορίζουν διοικητικό συμβούλιο σε διευθυντικές αποφάσεις της Λαϊκής, δεν μπορούσε να παρέμβει η Κεντρική Τράπεζα. Η Λαϊκή Τράπεζα είχε αγοράσει Ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου πριν το 2010, δηλαδή σε χρόνο που η Ελλάδα ακόμα θεωρείτο από τους διεθνείς οίκους πιστοληπτικής αξιολόγησης να βρίσκεται στην κατηγορία «Α» της επενδυτικής βαθμίδας. Αυτό που έγινε στην Ελλάδα με τα ομόλογα ήταν κάτι μεμονωμένο και εξαιρετικό εξαιτίας των συνθηκών που δημιουργήθηκαν. Η Λαϊκή Τράπεζα υπέστη ζημιά από την απομείωση των ελληνικών ομολόγων 2‑3 δις. Όταν τέθηκε υπό εξυγίανση είχε μηδαμινά κεφάλαια λόγω συσσωρευμένων ζημιών και από τα ομόλογα του ελληνικού δημοσίου, όσο από τα μη εξυπηρετούμενα στην Κύπρο και Ελλάδα.
Διαφώνησε με την εισήγηση ότι την ημέρα απομείωσης ελληνικών ομολόγων η τράπεζα ήταν πτωχευμένη. Από τότε που έγινε η διαδικασία τον Φλεβάρη του '12 η τράπεζα τέθηκε υπό εξυγίανση τον Μάρτιο του '13. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια συσσωρεύονταν και αυξάνονταν με την πάροδο του χρόνου λόγω της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα και μετέπειτα της οικονομικής κρίσης στην Κύπρο. Τον Οκτώβρη του 2011 είχε αποφασιστεί ότι για να δοθεί περαιτέρω στήριξη στην Ελλάδα θα έπρεπε οι ιδιώτες επενδυτές να δεχτούν να παραχωρήσουν έκπτωση ή να χάσουν μέρος στις επενδύσεις τους. Ήταν εθελούσια η ιδιωτική παρέμβαση. Είχε αποφασιστεί από την ευρωπαϊκή αρχή τραπεζών να προχωρήσει με άσκηση για να φανεί τη δεδομένη στιγμή ποιες Τράπεζες συμμορφώνονταν με τον ελάχιστο δείκτη 9% των ιδίων κεφαλαίων. Μετά θα έπρεπε με δικές τους ενέργειες να καλύψουν το κεφαλαιακό έλλειμα μέχρι 30/6/12. Μετά θα υπήρχε δυνατότητα για κυβερνητική στήριξη και τελικώς αν δεν μπορούσε το κράτος να δανειστεί από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης η εκάστοτε κυβέρνηση. Αυτός ήταν ο οδικός χάρτης που θα κατέληγε στη διάσωση των τραπεζών που θα παρουσίαζαν έλλειμα. Η απόφαση της απομείωσης των ομολόγων αποφασίστηκε σε σύνοδο του 2011 και παράλληλα σε εκείνη τη σύνοδο αποφασίστηκε τι θα γινόταν με τις Τράπεζες που παρουσίαζαν κεφαλαιακά ελλείματα. Σε εκείνη την απόφαση υπήρχαν οι ενέργειες που θα γίνονταν για την κάλυψη κεφαλαιακών ελλειμάτων με τις προσπάθειες των ίδιων τραπεζών. Οι Τράπεζες είναι ιδιωτικοί οργανισμοί και κανένας ιδιωτικός οργανισμός δεν θέλει να κρατικοποιηθεί για ευνόητους λόγους. Θα έπρεπε πρώτα να δοθεί δυνατότητα στην ίδια τράπεζα, στο διοικητικό της συμβούλιο η ευκαιρία με δικές τους ενέργειες να ανακεφαλαιοποιηθούν. Η ανακεφαλαιοποίηση δεν γίνεται μόνο με την εισροή κεφαλαίου αλλά και με άλλες ενέργειες. Γίνεται με μείωση εξόδων, αύξηση εσόδων και μείωση περιουσιακών στοιχείων που έχουν υψηλό κίνδυνο. Στη συνέχεια επειδή το κράτος δεν είχε δικούς του πόρους λήφθηκε η απόφαση για να δανειστεί το κράτος από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης. Κατέληξαν σε προκαταρκτικό μνημόνιο τον Νοέμβριο του '12 που προνοούσε διάσωση Κυπριακών Τραπεζών μέσω κρατικής στήριξης από κεφάλαια που θα προέρχονταν μέσω του ευρωπαϊκού μηχανισμού στήριξης. Η Κεντρική Τράπεζα ενημέρωσε και τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας και τον Υπουργό Οικονομικών αναφορικά με την κατάσταση των τραπεζών και την έκθεση των τραπεζών στα Ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου. Με συναδέλφους του Υπουργείου Οικονομικών είχαν καθημερινή επαφή σε υπηρεσιακό επίπεδο. Η Κεντρική Τράπεζα ενημέρωνε ανελλιπώς τον Υπουργό Οικονομικών σε υπηρεσιακό επίπεδο. Αναφορικά με το θέμα πώλησης τραπεζικών εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας στην Τράπεζα Κύπρου ανέφερε ότι η Τράπεζα Κύπρου ήταν σε καθεστώς εξυγίανσης μέχρι 30/7/13 και η Κεντρική Τράπεζα γνώριζε την οικονομική κατάσταση της Τράπεζας Κύπρου. Συμφώνησε ότι η εύλογη αξία του τιμήματος εξαγοράς του μέρους της Λαϊκής Τράπεζας που πωλήθηκε στην Τράπεζα Κύπρου Τράπεζα Κύπρου ήταν 442εκ. 805 χιλ. Το διάταγμα που είχε εκδώσει η Κεντρική Τράπεζα στις 29/3/13 προνοούσε ότι θα διενεργείτο αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων. Η υποχρέωση της Λαϊκής Τράπεζας που θα μεταβιβάζονταν και που θα προέκυπτε θα καταβάλλετο ως αντίτιμο από την Τράπεζα Κύπρου προς τη Λαϊκή. Σε αυτό το πλαίσιο και με βάση τις πρόνοιες του περί Εξυγίανσης Νόμου που ήταν σε ισχύ ανατέθηκε στον ελεγκτικό του KPMG του Λονδίνου να διενεργήσει την αποτίμηση. Με βάση την έκθεση είχε προκύψει ότι η διαφορά της εύλογης αξίας των περιουσιακών στοιχείων με τις υποχρεώσεις ήταν 382 εκατομμύρια και έγινε εκείνη η άσκηση για σκοπούς καθορισμού του αντίτιμου. Η Τράπεζα Κύπρου με βάση τους διεθνείς λογιστικούς κανόνες για την ετοιμασία οικονομικών καταστάσεων είχε προβεί σε δική της αποτίμηση της εύλογης αξίας, η οποία ήταν διαφορετική. Στο τέλος της ημέρας όμως είτε με τον έναν τρόπο, είτε με τον άλλον, το αντίτιμο που καταβλήθηκε ήταν 845 εκατομμύρια μετοχές. Αυτό αντιστοιχούσε με 18,1 % του μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας Κύπρου. Η τιμή της μετοχής της Τράπεζα Κύπρου που είναι εισαγμένη στο χρηματιστήριο αποφασίζεται από την προσφορά και ζήτηση κατά τη διάρκεια των συνεδριάσεων του Χρηματιστηρίου. Η έκθεση της KPMG κατάληξε σε ένα ποσό στο οποίο κατάληξε η KPMG καθώς και η Τράπεζα Κύπρου σε άλλο ποσό. Έχουν μια διαφορά λιγότερο από 100 εκατομμύρια. Είχαν την εύλογη αξία της Τράπεζας Κύπρου και την εύλογη αξία της Λαϊκής Τράπεζας που θα κατέληγε ως ενωμένη οντότητα ουσιαστικά η μια θα ήταν το 18% της ενωμένης οντότητας και η άλλη το 82%. Γνωρίζει ότι το 2017 η Λαϊκή Τράπεζα πώλησε τις μισές μετοχές. Τον προηγούμενο χρόνο ο εκκαθαριστής της Λαϊκής Τράπεζας είχε πουλήσει και τις άλλες μισές μετοχές και εισέπραξε 90 εκατομμύρια που ανακοινώθηκαν. Συμφώνησε ότι η τιμή των μετοχών που πουλήθηκαν καθορίζεται από την προσφορά και τη ζήτηση καθώς καθορίζεται και από τις οικονομικές δυνατότητες της εταιρείας, στην συγκεκριμένη περίπτωση της Τράπεζας Κύπρου θα μπορούσε να ανεβεί η τιμή ή να κατέβει αναλόγως.
Σύμφωνα με τους ενοποιημένους ισολογισμούς της Λαϊκής Τράπεζας που έληξαν 31/12/10 το σύνολο των ιδίων κεφαλαίων ήταν 3,6 δις. Για να φτάσουν στο σύνολο των ιδίων κεφαλαίων φέρνουν το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων, αφαιρούν το σύνολο των υποχρεώσεων και η καθαρή λογιστική αξία της πράξης ήταν 3, 6 δις. Το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων ήταν 42,5 δις. Το σύνολο των υποχρεώσεων ήταν καταθέτες. Ήταν μέσα και οι καταθέσεις των πελατών και οφειλές σε άλλες Τράπεζες. Όταν αφαιρεθεί το σύνολο των υποχρεώσεων από το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων έφταναν στο σύνολο των ίδιων κεφαλαίων.
Το 1,6 δις των αύλων περιουσιακών στοιχείων περιλαμβάνεται στο σύνολο των περιουσιακών στοιχείων. Η ζημιά από τα ελληνικά ομόλογα υπολογίστηκε τον Φλεβάρη του 2012. Μετά από την απομείωση των ελληνικών ομολόγων τα κεφάλαια της Λαϊκής Τράπεζας είχαν μειωθεί κάτω από το ελάχιστο απαιτούμενο εποπτικό κεφάλαιο. Διαφώνησε με την εισήγηση ότι η Κεντρική Τράπεζα θα έπρεπε να προχωρήσει σε ανάκληση της τραπεζικής άδειας και την τοποθέτηση της τράπεζας σε καθεστώς εκκαθάρισης . Έτσι και αλλιώς το κράτος ενίσχυσε τη Λαϊκή τον Μάιο του 2012 με 1,8 δις. και ταυτόχρονα η Κυπριακή Κυβέρνηση υπέβαλε αίτηση στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας και στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Το σύνολο της επένδυσης Ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου ήταν μερίδιο γύρω στο 10% όλων των περιουσιακών στοιχείων και ήταν μηδενικού ρίσκου. Η εξυγίανση ήταν σημαντική, διασώθηκαν οι εργασίες της Λαϊκής Τράπεζας και το μεγαλύτερο μέρος των εκθέσεων, διότι 98% των καταθετών της Λαϊκής Τράπεζας είχαν καταθέσεις κάτω των €100 χιλ. και δεν επηρεάστηκαν από τα μέτρα εξυγίανσης. Ακόμα και εκείνοι που είχαν πάνω από 100 χιλ. διατήρησαν το ασφαλισμένο ποσό των 100 χιλ. Δηλαδή μπορούσαν να συνεχίσουν να κάνουν καταθέσεις, να παίρνουν δάνεια, να χρησιμοποιούν τους λογαριασμούς τους, να κάνουν πληρωμές κτλ.
Άλλο τα μέτρα εξυγίανσης και άλλο η κατάρρευση της τράπεζας, 2 διαφορετικά μέτρα. Τα μέτρα εξυγίανσης πρόλαβαν την κατάρρευση, η εκκαθάριση ήταν πολύ δυσμενέστερο μέτρο. Όσον αφορά το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας δεν έγινε μόνο για την Ελλάδα. Τότε προβλήματα δημοσιονομικά είχε η Ισπανία, η Πορτογαλία και η Ιρλανδία και αυτά τα χρήματα του ταμείου θα επρόκειτο να πληρωθούν από το ελληνικό δημόσιο. Αναφορικά με θέματα εποπτείας διετέλεσε προϊστάμενος της μονάδας εξυγίανσης. Το θέμα της εποπτείας καλύπτετουν από τη διεύθυνση εποπτείας της Κεντρικής Τράπεζας από άλλους συναδέλφους. Αληθεύει ότι τον Μάρτιο του 2011 η Marfin Egnatia ήταν θυγατρική της Λαϊκής Τράπεζα στην Ελλάδα και μετατράπηκε σε υποκατάστημα της Κύπρου. Είναι γεγονός ότι υποβλήθηκε αίτηση με βάση τη νομοθεσία στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας αλλά η Κεντρική Τράπεζα ενώ γνώριζε τη διαδικασία δεν μπορούσε να έχει οποιαδήποτε παρέμβαση. Δεν είναι μόνο τα ελληνικά ομόλογα που έφταιξαν για την κατάρρευση. Η Λαϊκή Τράπεζα παρουσίαζε ένα ποσό μη εξυπηρετούμενων δανείων, το οποίο σταδιακά μεγάλωνε ως ποσοστό. Αυτή η κατάσταση επιδεινώθηκε παρά το 1, 8 δις. που κατατέθηκε και έτσι δεν κατάφερε να πετύχει τον δείκτη των 9%, η κατάσταση με τα κεφάλαια ήταν μεταβαλλόμενη κατάσταση.
Το 1,8 δις. που υπολογίστηκε ως έλλειμα ήταν με ημερομηνία αναφοράς 31/3 ως τις 30/6. Η Λαϊκή Τράπεζα έπρεπε να ετοιμάσει νέες ενδιάμεσες οικονομικές καταστάσεις και έγιναν νέες προβλέψεις για κινδύνους, για επισφαλή δάνεια και διαφάνηκε ότι δεν πέτυχε το 9% και συνέχισε να παρουσιάζει κεφαλαιακό έλλειμα. Αυτή η ενέργεια ήταν σύμφωνη με την απόφαση των Αρχηγών Κρατών τον Οκτώβρη του 2011.
Ο διαγνωστικός έλεγχος της PIMCO με ορίζοντα τριετή από 30/6/12 ‑ 30/6/15 είχε σκοπό να υπολογίσει κεφαλαιακές ανάγκες και υπολογίστηκε στα 2,8 δις. κάτω από το βασικό σενάριο και η Λαϊκή έπρεπε να έχει αυτές τις πρόσθετες κεφαλαιακές ανάγκες για να αντέξει τις προβλεπόμενες ζημιές της περιόδου. Η αρχή της Ευρωπαϊκής αρχής των τραπεζών έγινε με ημερομηνία αναφοράς 30/9/11. Είναι η ημερομηνία με βάση τα κριτήρια που είχαν τεθεί για να υπολογιστεί το κεφαλαιακό έλλειμα της Λαϊκής Τράπεζας 1 δις 971 εκατομμύρια. Το ένα αναφέρεται στο κεφαλαιακό έλλειμα τη συγκεκριμένη στιγμή, δηλαδή 30/9/11, και το άλλο κεφαλαιακές ανάγκες σε μια τριετή περίοδο. Το νούμερο 2,834 δις είναι το βασικό και το νούμερο 2,962 δις το ακραίο σενάριο. Δεν έχει σχέση το κεφαλαιακό έλλειμα του 1,971 εκατομμύρια που υπολογίστηκαν με ημερομηνία αναφοράς 30/9/11. Η απόφαση των Αρχηγών Κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η σύσταση της Ε.Α.Τ. 8/12/11 έλεγε ότι οι Τράπεζες έπρεπε να είχαν ελάχιστο δείκτη πρωτοβάθμιου κεφαλαίου ύψους 9% κατά τις 30/6/12. Υπολογίστηκε το έλλειμα στις 30/11 αλλά το έλλειμα των 9% έπρεπε να καλυφτεί μέχρι 30/6. Δεν ήταν μόνο να καλυφθεί το έλλειμα 1,9 δις, και γι’ αυτό τον λόγο το ποσό των 1.8 δις που ήταν η κρατική στήριξη δεν επαρκούσε για να φτάσει στο 9% και συνέχισε να παρουσιάζει έλλειμα και τον Οκτώβριο. Τα πράγματα δεν είναι στατικά αλλά δυναμικά. Εξήγησε γιατί η στήριξη των €1,8 δις ήταν καλύτερη από την εκκαθάριση στις 30/6. Η τράπεζα παρουσίαζε δείκτες κάτω από τα ελάχιστα εποπτικά όρια και κλήθηκε να πάρει μέτρα για να βελτιώσει τη θέση της. Αυτό έγινε με βάση τη συμφωνία των Αρχηγών Κρατών τον Οκτώβριο 2011. Υπήρχε η δυνατότητα κρατικής στήριξης του κεφαλαίου και σε περίπτωση που το ίδιο το κράτος αντιμετώπιζε πρόβλημα υπήρχε η δυνατότητα για δανεισμό από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας. Υπήρχε βάσιμη προοπτική ούτως ώστε η Λαϊκή Τράπεζα να πετύχει ανακεφαλαιοποίηση και ικανοποίηση των εποπτικών δεικτών κεφαλαίων.
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ
Οι δύο μάρτυρες που παρουσιάστηκαν ενώπιον μου προβάλαν αντίθετες θέσεις ο ΜΕ1 την θέση ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 είχαν την ευθύνη και την επιμέλεια για την οικονομική σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος και ότι απέτυχαν στον ρόλο τους με αποτέλεσμα να επισυμβεί το κούρεμα των καταθέσεων και ο ΜΥ1 την θέση ότι οι εναγόμενες 2 και 3 μέσα στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους έκαναν το καλύτερο δυνατόν ώστε να αποφευχθούν τα χειρότερα που θα ήταν άνευ προηγούμενου τραπεζική κρίση που θα συμπαρέσυρε σε πτώχευση και το κράτος. Η κάθε αντίστοιχη πλευρά κλήτευσε μάρτυρες γνώμης που εν μέρει ήταν μάρτυρες γεγονότων. Ο ΜΕ1 δεν είχε καμία προσωπική εμπλοκή στα γεγονότα που αφορούσαν την τραπεζική κρίση του 2013. Από μακριά και εκ του ασφαλούς παρακολουθούσε την κατάσταση και σχολίαζε τις εξελίξεις. Ο δε ΜΥ1 ήταν λειτουργός της κεντρικής τράπεζας και έτσι ήταν σε καλύτερη θέση να γνωρίζει τα γεγονότα που οδήγησαν στο κούρεμα των καταθέσεων της Λαϊκής Τράπεζας και το κλείσιμο των εργασιών της τράπεζας. Ζητούνται αποζημιώσεις που αφορούν το σύνολο των καταθέσεων των εναγόντων που απομειώθηκαν ως αποτέλεσμα των μέτρων εξυγίανσης και που αποδίδουν το συγκεκριμένο αποτέλεσμα σε ενέργειες και/ή παραλείψεις της κεντρικής τράπεζας και των λειτουργών και αξιωματούχων της που συνιστούν βαριά αμέλεια. Οι ενέργειες και/ή παραλείψεις αυτές απαριθμούνται στην παράγραφο 14 της Έκθεσης απαιτήσεως.
Ο ΜΕ1 έδωσε μαρτυρία να εκφέρει την γνώμη του σε σχέση με τις εν λόγω ενέργειες και/ή παραλείψεις. Όμως για να εκφέρει την γνώμη του θα έπρεπε να είναι γνώστης του υποστρώματος γεγονότων που πλαισιώνουν την γνώμη. Φάνηκε από την μαρτυρία του ότι παρακολουθούσε από απόσταση τα γεγονότα που προηγήθηκαν και ακολούθησαν της εξυγίανσης ως θεατής και όχι άμεσα εμπλεκόμενες στις διεργασίες που οδήγησαν στο συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Κατά συνέπεια εφόσον οι εκτιμήσεις του βασίζονται εν μέρει σε ελλιπή γεγονότα ή λανθασμένα γεγονότα ή χωρίς να γνωρίζει όλα τα γεγονότα η γνώμη του και οι παρατηρήσεις του δεν μπορεί να είναι αποδεκτές. Κατά δεύτερο λόγο δεν απέδειξε ότι ακόμη και να γνώριζε όλα τα γεγονότα ότι κατείχε την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα για να εκφέρει την γνώμη ότι οι συγκεκριμένες πράξεις και/ή παραλείψεις της κεντρικής τράπεζας που εντόπισε ότι ήταν λάθος συνιστούν βαριά αμέλεια.
Κατά την αξιολόγηση των μαρτύρων είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω κάθε μάρτυρα και να σχηματίσω μία γενική εντύπωση για την αξιοπιστία του κάθε μάρτυρα. Παρατήρησα τον αυθορμητισμό του κάθε μάρτυρα και την αμεσότητα με την οποία απαντούσε τις ερωτήσεις κατά την αντεξέταση. Η γενική εντύπωση που απεκόμισα από κάθε μάρτυρα ήταν σημαντική για την διαμόρφωση της άποψης μου. Η αποτίμηση μου σε σχέση με την αξιοπιστία των μαρτύρων ασφαλώς δεν περιορίζεται στην φαινομενική εντύπωση που μου δημιούργησε εκ πρώτης όψεως ο κάθε μάρτυρας. Η πεποίθηση μου ότι ένας μάρτυρας ήταν μάρτυρας της αλήθειας βεβαιώνεται με συγκεκριμένα στοιχεία της υπόθεσης. Το ερώτημα ως προς την αξιοπιστία πρέπει να απαντηθεί με αυτοτέλεια έτσι που να δημιουργείται η απαραίτητη εικόνα της βεβαιότητας αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της μαρτυρίας την ποιότητα της και την πειστικότητα της σε σύγκριση με την υπόλοιπη μαρτυρία της υπόθεσης. (βλ. Ομήρου ν Δημοκρατία (2001) 2 ΑΑΔ 506). Ως εκ τούτου έχω αξιολογήσει ξεχωριστά κάθε μάρτυρα σε σχέση με τα λεγόμενα του και τα αποδεικτικά στοιχεία που έχει προσκομίσει για να πείσει για την αλήθεια της εκδοχής του. Επιπρόσθετα, έχω αναλύσει την μαρτυρία του κάθε μάρτυρα με αναφορά και την υπόλοιπη μαρτυρία της υπόθεσης ώστε σε κάθε περίπτωση η προφορική μαρτυρία να έχει διασταυρωθεί με άλλα στοιχεία ή να έχει καταρριφθεί από άλλα στοιχεία και/ή μαρτυρία που αποδεικνύονται ως αναντίλεκτη στην υπόθεση. Έλαβα υπόψη μου πιθανά ελατήρια που μπορεί να είχε κάθε μάρτυρας να πει ή να μην πει την αλήθεια ώστε να διαπιστωθεί με την μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια τι έγινε κατά την συμπλήρωσης της αίτησης για την απόκτηση των αξιογράφων και των γεγονότων που προηγήθηκαν της συμπλήρωσης της αίτησης.
Ο ΜΕ1 είχε την ιδιότητα του ορκωτή λογιστή με ενασχόληση σε χρηματοοικονομικά θέματα. Δεν είχε καμία εκπαίδευση ή εμπειρία σε θέματα τραπεζικά, σε εποπτεία τραπεζών, σε ζητήματα διαχείρισης εξυγίανσης τραπεζών για να είναι σε θέση να εκφέρει γνώμη για ζητήματα σωστής εποπτείας τραπεζών και διαχείρισης τραπεζικών κρίσεων που να περιλαμβάνει μέτρα εξυγίανσης. Ο ΜΕ1 με τις γενικές γνώσεις που αφορούν χρηματοοικονομικά θέματα ήταν σχολιαστής της επικαιρότητας της τραπεζικής κρίσης. Επειδή δεν γνώριζε τα πραγματικά γεγονότα που οδήγησαν τις τράπεζες να χρειάζονται οικονομική στήριξη από την Τρόικα που διαπραγματεύτηκε το κράτος με τους ευρωπαϊκούς εταίρους του στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής ένωσης δεν μπορεί να εκφέρει γνώμη ότι αυτές οι συμφωνίες ήταν λανθασμένες. Δεν διαφώνησε ότι η Λαϊκή Τράπεζα άνηκε στο ευρωσύστημα τραπεζών υπόχρεα να εφαρμόσει τους κανόνες που αφορούσαν τα ελάχιστα απαιτούμενα βασικά κεφάλαια για να έχει δικαίωμα να λειτουργεί ως τράπεζα και ότι εάν δεν τα κατείχε θα έπρεπε να λάβει οικονομική στήριξη. Επομένως, το ότι εφαρμόσθηκε ένα πρόγραμμα που συμφωνήθηκε σε επίπεδο του κράτους και όχι της κεντρικής τράπεζας δεν αμφισβητήθηκε. Εφόσον αυτή η απόφαση δεν ήταν αποκλειστικά της Κεντρικής τράπεζας αλλά απόφαση που λήφθηκε ως ένας παράγοντας της αρχής εξυγίανσης είναι η αρχή εξυγίανσης που έπρεπε να εφαρμόσει το πρόγραμμα που συμφωνήθηκε. Δεν υπάρχουν ενέργειες και/ή παραλείψεις της κεντρικής τράπεζας που οδηγήσαν στο κούρεμα καταθέσεων . Δεν αναφέρθηκαν στην μαρτυρία του άλλα γεγονότα που δεν αφορούν το πρόγραμμα στήριξης που συμφωνήθηκε επί των οποίων να μπορεί να βασιστεί εύρημα ότι κάποια πράξη ή παράλειψη της κεντρικής τράπεζας οδήγησε στην απομείωση των καταθέσεων της Λαϊκής τράπεζας.
Η μαρτυρία εμπειρογνώμονα λαμβάνεται υπόψη μόνο εάν είναι σχετική και αυτή η αρχή διατυπώθηκε με σαφήνεια στην υπόθεση Kayat Trading Ltd. v Genzyme Construction (2013) 1 ΑΑΔ 438. Η αποδεκτότητα μαρτυρίας εμπειρογνώμονα είναι η εξαίρεση στο κανόνα ότι ο μάρτυρας δεν μπορεί να εκφέρει γνώμη επί του επίδικου θέματος που στην προκειμένη περίπτωση είναι κατά πόσο η εναγόμενη ενήργησε εκτός της αρμοδιότητας που επιτρέπει ο νόμος ή εντός της αρμοδιότητας της τόσο λανθασμένα που προκάλεσε την απομείωση των καταθέσεων των εναγόντων. Προκειμένου ένας διάδικος να μπορέσει να προσφέρει μαρτυρία εμπειρογνώμονα θα πρέπει να καταδειχθεί ότι η μαρτυρία αυτή είναι αναγκαία στα περιστατικά της υπόθεσης και ότι ο προτιθέμενος εμπειρογνώμονας που πρόκειται να καταθέσει να έχει τα προσόντα που χρειάζεται ώστε να δώσει τέτοια μαρτυρία. Πρόσωπο το οποίο έχει τις γνώσεις, πείρα και/ή κατάρτιση επί συγκεκριμένου ζητήματος μπορεί να εκφέρει την γνώμη του επί ζητήματος που αμφισβητείται μεταξύ των μερών. Δεν αποδίδω βαρύτητα στην μαρτυρία του ΜΕ1 που δεν έχει καμία γνώση για τις αρμοδιότητες της κεντρικής τράπεζας και ειδικά του εποπτικού της ρόλου. Φάνηκε από την αντεξέταση ότι δεν είχε γνώση των πραγματικών γεγονότων που οδήγησαν στην απομείωση των κεφαλαίων της τράπεζας.
Πήγε σε λειτουργό του υπουργείου Οικονομικών και εισηγήθηκε την σύσταση ταμείου χρηματοπιστωτικής σταθερότητας αλλά δεν είχε υπόψη του από που θα αντλούσε το κράτος αυτά τα κεφάλαια από το 2011 εφόσον το κράτος ήταν αποκλεισμένο από τις αγορές. Θα είχε σημασία η σύσταση τέτοιου προληπτικού μέτρου εάν μπορούσε να αποδείξει ότι η δημιουργία του μέτρου ήταν κάτι το εφικτό. Φάνηκε ότι δεν γνώριζε ότι η Κεντρική Τράπεζα δεν είχε ανάμιξη στην απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της τράπεζας να επενδύσει σε ελληνικά ομόλογα και καμία εξουσία να το εμποδίσει καθότι τέτοια επένδυση θεωρείτο μηδενικού ρίσκου μέχρι την κατάρρευση της Ελληνικής οικονομίας που ήταν αναπάντεχο και πρωτόγνωρο συμβάν. Το ίδιο άκαιρο ήταν η τοποθέτηση του ότι η κεντρική τράπεζα μπορούσε να μην απαιτήσει όπως τα πρωτοβάθμια κεφάλαια των τραπεζών να ανέρχονται στο 9% των καταθέσεων αφού αυτή ήταν η απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής τράπεζας στο πλαίσιο του ευρωσυστήματος με σχετική απόφαση που λήφθηκε.
Δεν αμφισβήτησε τις πράξεις της κεντρικής τράπεζας που να αφορούν τα διατάγματα εξυγίανσης που λήφθηκαν στα πλαίσια του νόμου εξυγίανσης που ψηφίστηκε από την Βουλή 17(1)/2013. Δεν μπορούσε να εκφέρει άποψη για την αξία των περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής Τράπεζας καθώς και τα ελλείματα που παρουσίαζε εφόσον δεν είχε γνώση των οικονομικών καταστάσεων αυτής για το έτος 2012. Δεν αμφισβήτησε την έκθεση αποτίμησης των ειδικών για τα περιουσιακά στοιχεία της Λαϊκής Τράπεζας που μεταφέρθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου στα πλαίσια των διαταγμάτων εξυγίανσης έναντι μετοχικού κεφαλαίου της τράπεζας Κύπρου ότι ανέρχονταν τότε στο ποσό των 850 εκατομμυρίων ευρώ. Ούτε είχε υπόψη του τις οικονομικές πραγματικότητες της Τράπεζας Κύπρου να πληρώσει μετρητά για τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία εφόσον αυτή η ένεση δόθηκε στην Τράπεζα Κύπρου στα πλαίσια δικής της εξυγίανσης σε συμφωνία με την τρόικα και δεν αφορούσε απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας. Νοείται δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί και να αιτιολογήσει ότι η εκκαθάριση θα ήταν προσφορότερο μέτρο υπό τις περιστάσεις από την εξυγίανση ενόψει του ότι το κράτος δεν είχε τα κεφάλαια να αποζημιώσει τους καταθέτες για τις πρώτες €100.000 εγγυημένες τους καταθέσεις.
Δέχθηκε την θέση ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν θα μπορούσε να προβάλει βέτο στην σύνοδο κορυφής των ευρωκρατών για το κούρεμα των ελληνικών ομολόγων όμως θα μπορούσε να διαβουλευθεί. Δεν μπορούσε να αποδείξει ότι δεν υπήρχε ενημέρωση των Κυπριακών τραπεζών κατά τον δεδομένο χρόνο από τον διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας. Δεν είχε υπόψη του την απόφαση που λήφθηκε την ημέρα της απομείωσης των ελληνικών ομολόγων που αφορούσε την στήριξη των τραπεζών του ευρωσυστήματος και του τρόπου που θα πετυχαινόταν η οικονομική στήριξη των τραπεζών. Ανέφερε ότι σε σχέση με τις διεργασίες της Τρόικα και Eurogroup μοναδική πηγή πληροφόρησης του ήταν τα ΜΜΕ. Ούτε και ασφαλώς γνώριζε ότι η επιλογή της Pimco για να γίνει οικονομική αξιολόγηση των χρηματικών ελλειμάτων των τραπεζών λήφθηκε από την Τρόικα. Ενόψει του ότι ο μάρτυρας αυτός δεν γνώριζε τα πραγματικά γεγονότα που αφορούσαν την απομείωση των καταθέσεων και των επιλογών που υπήρχαν για την στήριξη των τραπεζών και αποζημίωσης των καταθετών η γνώμη του για το τι έπρεπε να γίνει δεν έχει σημασία. Περαιτέρω ενόψει της άγνοιας του για το νομικό και εποπτικό ρόλο της Κεντρικής Τράπεζας δεν μπορεί να θεωρείται εμπειρογνώμονας για τις πράξεις και/ή παραλείψεις της κεντρικής τράπεζας που οδήγησαν στις απώλειες των καταθετών της Λαϊκής Τράπεζας. Ενόψει απόρριψη της αποδοχής της μαρτυρίας του ΜΕ1 η απαίτηση είναι χωρίς πραγματικό στήριγμα.
Σε αντιδιαστολή με τον μάρτυρα των εναγόντων ο ΜΥ1 ως προϊστάμενος του τμήματος εξυγίανσης στην Κεντρική Τράπεζα κατά τον επίδικο χρόνο ήταν ο πιο αρμόδιος να γνωρίζει τα γεγονότα των ημερών και για να εκφέρει γνώμη για το κατά πόσο υπήρχαν εναλλακτικές λύσεις που θα ήταν καλύτερες για να αποφευχθούν ζημιές στους καταθέτες.
Υπήρχε οικονομική κρίση στη Ελλάδα που αναπόφευκτα επηρέασε και την Κύπρο με αποτέλεσμα σταδιακά αλλά απότομα να αυξηθούν τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια στα οποία ήταν εκτεθειμένη η Λαϊκή τράπεζα. Για να αντέξουν οι Ευρωπαϊκές τράπεζες την κρίση λήφθηκε απόφαση σε επίπεδο αρχηγών κρατών όπως οι τράπεζες διατηρούν επίπεδο 9% πρωτοβάθμιων κεφαλαίων μέχρι 30.6.2012. Με την απομείωση των ελληνικών ομολόγων λήφθηκε ταυτόχρονη απόφαση σε συμφωνία αρχηγών κρατών να δοθεί πρώτα ευκαιρία στις τράπεζες να αναχρηματοδοτήσουν μόνες τους το έλλειμα, στην συνέχεια αν δεν πετύχει το πρώτο εγχείρημα να λάβουν κρατική στήριξη και τέλος εάν αδυνατούσε το κράτος να γίνει σύσταση Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής σταθερότητας για να στηρίξει τις τράπεζες. Η Λαϊκή Τράπεζα δεν πληρούσε την απαίτηση για πρωτοβάθμια κεφάλαια με την απομείωση των ελληνικών ομολόγων και δεν κατάφερε μόνη της να προσελκύσει κεφάλαια. Ήταν τοποθέτηση του ότι ήταν καλύτερα που δέχθηκε στήριξη 1.8 δις από το κράτος διαφορετικά θα έχανε την άδεια της θα έκλεινε τις πόρτες της και οι ζημιές των καταθετών θα ήταν μεγαλύτερες. Ζήτησε το κράτος βοήθεια και στην αρχή εκπονήθηκε σχέδιο αναχρηματοδότησης των τραπεζών με την επιβολή διά μιας Levy επί όλων των καταθέσεων σε τράπεζες. Η σχετική εισήγηση απορρίφθηκε από την βουλή. Δεν ήταν μόνο η απομείωση των Ελληνικών ομολόγων που προκάλεσε το πρόβλημα της Λαϊκής τράπεζας αλλά τα αυξανόμενα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Επομένως, δεν μπορούσε να λυθεί το πρόβλημα με άλλο τρόπο από την στήριξη της στα πλαίσια της εξυγίανσης βάση απόφασης του κράτους με την Τρόικα. Το έλλειμα της Λαϊκής Τράπεζας ήταν τέτοιο που θα αναγκαζόταν να κλείσει τις πόρτες της εάν δεν της χορηγούσε η κεντρική τράπεζα έκτακτη ρευστότητα. Αποφασίσθηκε από τρόικα μέτρα εξυγίανσης με την απόρριψη του πρώτου σχεδίου με το levy με βάση το άρθρο 6 του περί εξυγίανσης Νόμου 17(1)/2013. Με αυτό των τρόπο διασώθηκαν οι εργασίες της Λαϊκής Τράπεζας και το 98% των καταθετών της που είχαν εγγυημένες καταθέσεις κάτω των €100,000. Ανέδειξε το πιο πάνω αποτέλεσμα της εξυγίανσης και έκανε αντιπαραβολή του σεναρίου της εκκαθάρισης που θα σήμαινε όχι μόνο ότι οι καταθέτες θα έχαναν και τις πρώτες €100,000 αλλά θα έκλεινε τις πόρτες της, θα χάνονταν οι εργασίες της και θα ακολουθούσε τρομερή οικονομική αστάθεια από τις επιπτώσεις. Στην περίπτωση της εκκαθάρισης οι καταθέτες δεν θα μπορούσαν να κάνουν αναλήψεις μετρητών να ζήσουν και να διεξάγουν άλλες αναγκαίες συναλλαγές που αφορούν την καθημερινότητα τους. Το ότι η Λαϊκή Τράπεζα ήταν στην συγκεκριμένη δεινή θέση μετά την απομείωση των Ελληνικών ομολόγων δεν αμφισβητήθηκε. Εφόσον τα γεγονότα που παρέθεσε ο ΜΥ1, ως ο πιο αρμόδιος να τα γνωρίζει, δεν αμφισβητήθηκαν με αξιόπιστη μαρτυρία το μονοπάτι της εξυγίανσης ήταν βάσιμη επιλογή για την διάσωση των καταθετών της Λαϊκής. Σε κάθε περίπτωση η απόφαση για εξυγίανση ήταν μονόδρομος εφόσον το κράτος ζήτησε στήριξη από τους Ευρωπαίους εταίρους και το σχέδιο της επιβολής Levy απορρίφθηκε από την βουλή.
Tο μεγαλύτερο πρόβλημα δημιουργίας ταμείου χρηματοπιστωτικής σταθερότητας ως αυτό που συστάθηκε στην Ελλάδα είναι ότι τα χρήματα για την σύσταση του ταμείου προήρθαν από το πρόγραμμα της Τρόικα. Στην Κύπρο το κράτος δεν κατέληξε σε συμφωνία για την διάσωση των τραπεζών με κρατική στήριξη αλλά μέσω της εξυγίανσης. Χωρίς τους απαραίτητους πόρους δεν θα μπορούσε να συσταθεί στην Κύπρο τέτοιο ταμείο.
Αναφορικά με την παραχώρηση μετοχών της Τράπεζας Κύπρου στους καταθέτες της Λαϊκής ως αντάλλαγμα για την μεταφορά των εργασιών της ως μέτρο εξυγίανσης αντί αντάλλαγμα σε μετρητά εστιάστηκε στις επικρατούσες οικονομικές συνθήκες της Τράπεζας Κύπρου τον Μάρτιο 2013. Η Τράπεζα Κύπρου αντιμετώπιζε πρόβλημα ρευστότητας και στηριζόταν σε έκτακτη ρευστότητα. Δεν τηρούσε τους εποπτικούς δείκτες ρευστότητας. Υπήρχε σε ισχύ περιορισμός στην διακίνηση των κεφαλαίων. Για να καταβάλει η Τράπεζα Κύπρου το αντίτιμο για την αγορά της Λαϊκής Τράπεζας 382 σε μετρητά αυτό θα επηρέαζε αρνητικά την Τράπεζα Κύπρου. Εν τέλει όταν εισήχθηκε η μετοχή της τράπεζας Κύπρου στην αγορά τον Δεκέμβριο 2014 η τιμή συναλλαγής ήταν 20 σεντ σήμερα αυτή η τιμή είναι 6.30 ευρώ.
Δεν θυμάται τον ακριβό αριθμό των Ελληνικών ομολόγων που κατείχε η Λαϊκή Τράπεζα στο χαρτοφυλάκιο της. Το πρόβλημα της Λαϊκής Τράπεζας προέκυψε από την απομείωση των Ελληνικών ομολόγων και από το αυξημένο των προβλέψεων για μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Το δημόσιο χρέος της Ελλάδας ήταν υπερβολικό και η χώρα μπήκε σε πρόγραμμα αναπροσαρμογής από τον Μάιο 2010. Εκείνη την εποχή ζητήθηκε εθελοντική συμμετοχή πιστωτών της Ελλάδας σε πρόγραμμα απομείωσης της αξίας των ομολόγων των δανείων. Δηλαδή, να γίνει ανταλλαγή με ομόλογα χαμηλότερης αξίας. Τελικά έγινε συμφωνία μεταξύ των κυβερνήσεων για απομείωση που έφθανε το 75% της αξίας των ομολόγων. Τότε δεν ήταν ασυνήθιστο οι Τράπεζες να αγοράζουν τα ομόλογα των χωρών στις οποίες δραστηριοποιούνταν. Μέχρι την τότε εποχή δεν υπήρχε επισήμανση κινδύνου σε σχέση με την αγορά κρατικών ομολόγων κρατών μελών που λογαριάζονταν για σκοπούς υπολογισμού των κεφαλαίων της τράπεζας ως περιουσιακά στοιχεία μηδενικού ρίσκου. Το ΠΣΙ των κρατικών ομολόγων της Ελλάδας ήταν εξαιρετικό γεγονός που δεν είχε γίνει προηγουμένως. Εάν δεν προχωρούσε η απομείωση ομολόγων ως έγινε θα οδηγούσε την Ελλάδα σε ολική κατάρρευση της οικονομίας και χρεοκοπία. Η επένδυση σε Ελληνικά ομόλογα ήταν μικρό μέρος του συνολικού ενεργητικού της Λαϊκής Τράπεζας που είχε ενεργητικό περιουσιακών στοιχείων εκείνη την εποχή πέραν των 30 δισεκατομμύρια. Η έκθεση περίπου €3δις ήταν το 10% των περιουσιακών στοιχείων της τράπεζας. Στην βάση Ευρωπαϊκών και διεθνών κανόνων η απόκτηση τέτοιων ομολόγων δεν θα έπρεπε να επιφέρει ζημιά.
Αρχές Ιουλίου 2012 η αντίληψη του ήταν και είναι γι’ αυτό για το οποίο εργάζονταν την στιγμή της αίτησης στον Ευρωπαϊκό μηχανισμός στήριξης για την παροχή κρατικής στήριξης και ανακεφαλαιοποίησης της τράπεζας. Το ζήτημα της αγοράς ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου πάρθηκε σε επίπεδο διευθυντικής απόφασης της Λαϊκής Τράπεζας ως ιδιωτική επιχείρηση και επιτρεπόταν τέτοια αγορά για επένδυση σε ομολόγων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης είχαν τα Ελληνικά ομόλογα στην κατηγορία ‘Α’ της επενδυτικής βαθμίδας.
Δεν επεκτάθηκε σε ζητήματα για τα οποία δεν είχε αρμοδιότητα ή γνώση. Επί παραδείγματι ,δεν γνωρίζει κατά πόσο οι εσωτερικοί κανονισμοί της Λαϊκής Τράπεζας προνοούσαν ότι έπρεπε να πωληθούν τα Ελληνικά ομόλογα το 2009. Όμως γνώριζε επακριβώς τους αριθμούς των απωλειών της Λαϊκής ως αποτέλεσμα της απομείωσης των ομολόγων. Η Λαϊκή Τράπεζα είχε υποστεί ζημιά ύψους 2.3 δις από την απομείωση των Ελληνικών ομολόγων. Επειδή γνώριζε τους αριθμούς δεν συμφώνησε στην υποβολή ότι αυτό επέφερε την πτώχευση της τράπεζας και αιτιολόγησε την θέση του . Η Λαϊκή Τράπεζα τέθηκε υπό εξυγίανση τον Μάρτιο 2013 ενώ η απομείωση έγινε τον Φεβρουάριο 2012. Υπήρχε και το πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων τα οποία αυξάνονταν με την πάροδο του χρόνου εξαιτίας της οικονομικής κρίσης. Τον Οκτώβριο 2011 είχε αποφασιστεί ότι για να δοθεί περαιτέρω στήριξη στην Ελλάδα οι ιδιώτες πιστωτές έπρεπε να παραχωρήσουν κάποια έκπτωση ή να χάσουν μέρος της επένδυσης τους. Στην σύνοδο κορυφής τον Οκτώβριο 2011 συμμετείχε και η Κύπρος. Πάρθηκε απόφαση οι τράπεζες να διατηρούν ελάχιστο κεφαλαιακό απόθεμα 9% για να καλύψουν ζημιές από επενδύσεις σε κυβερνητικά ομόλογα. Είχε ανατεθεί στην Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών να προχωρήσει σε μία άσκηση για να φανεί ποιες τράπεζες ήταν σε συμμόρφωση με το 9%. Έπρεπε εκείνες που είχαν έλλειμα να βρουν πρώτα δικά τους κεφάλαια μέχρι τον Ιούνιο 2012 για να αποταθούν για κρατική στήριξη. Αυτός ήταν ο οδικός χάρτης διάσωσης των τραπεζών. Η απόφαση αυτή πάρθηκε σε επίπεδο συνόδου της Ευρωζώνης τον Οκτώβριο 2011. Στην σύνοδο αποφασίστηκε ότι εάν το κράτος δεν είχε τους απαιτούμενους πόρους τότε θα δανειζόταν από τον Ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης. Στη βάση αυτό όταν το κράτος αιτήθηκε για στήριξη και καταλήξαν σε προκαταρτικό μνημόνιο τον Νοέμβριο 2012 αυτό προνοούσε την διάσωση των Κυπριακών τραπεζών από δάνεια του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης . Η Κεντρική Τράπεζα δεν συμμετείχε στη σύνοδο αρχηγών κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο πρόεδρος ενημερώθηκε μέσω του Υπουργού Οικονομικών για τις θέσεις της Κεντρικής Τράπεζας.
Η θέση του σε σχέση με την μεταφορά των εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας στην Τράπεζα Κύπρου ήταν εξίσου τεκμηριωμένη και αιτιολογημένη. Η Κεντρική Τράπεζα γνώριζε την οικονομική κατάσταση της Τράπεζας Κύπρου μέσω των τακτικών αναφορών και καταστάσεων που υπέβαλλε η Τράπεζα Κύπρου στην Κεντρική Τράπεζα. Το διάταγμα που είχε εκδώσει η Κεντρική Τράπεζα στις 29.3.2013 προνοούσε ότι θα διενεργείτο αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων της Λαϊκής Τράπεζας που θα μεταβιβαζόταν και ότι η διαφορά που θα προέκυπτε θα καταβάλλετο ως αντίτιμο από την Τράπεζα Κύπρου προς την Λαϊκή. Αυτή η εργασία ανατέθηκε τότε στην KPMG και προέκυψε ότι η διαφορά της εύλογης αξίας των περιουσιακών στοιχείων με τις υποχρεώσεις ήταν 382 εκατομμύρια για σκοπούς καθορισμού του αντίτιμου. Στο τέλος το αντίτιμο που καταβλήθηκε ήταν 845 εκατομμύρια μετοχές που αντιστοιχούσε στο 18.1% του μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας Κύπρου . Διαφώνησε στην υποβολή ότι η απόφαση ήταν εσφαλμένη. Με την εύλογη αξία της Τράπεζας Κύπρου και την εύλογη αξία της Λαϊκής Τράπεζας που κατέληγε ως ενωμένη οντότητα η μια οντότητα είχε ποσοστό αξίας 82% και η άλλη το 18 % αντίστοιχα. Δεν υπήρχε έλλειψη πληροφόρησης είχαν ανεξάρτητες εκτιμήσεις και αποτιμήσεις από την KPMG. Συμφώνησε ότι το 2017 η Λαϊκή Τράπεζα πώλησε τις μισές από αυτές τις μετοχές. Ο εκκαθαριστής της Λαϊκής Τράπεζας είχε ήδη πωλήσει τις άλλες μισές μετοχές τον προηγούμενο χρόνο και εισέπραξε 90 εκατομμύρια. Η τιμή των μετοχών καθορίζεται από προσφορά και ζήτηση και η τιμή θα μπορούσε να ανεβεί ή να κατεβεί. Βρέθηκε το αντίτιμο σε μορφή μετοχών επειδή αν ακολουθήθηκε η μέθοδος των μετρητών πιθανόν να μην επιβίωνε ούτε η Τράπεζα Κύπρου και αυτός ήταν ο τρόπος που συμφωνήθηκε με την Τρόικα. Το ότι η συγκεκριμένη επιλογή ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις ώστε να εισπράξουν κάποια αξία οι καταθέτες στο μέλλον το αιτιολόγησε επαρκώς ο ΜΥ1 και στην απουσία τεκμηριωμένης θέσης ότι τα μετρητά θα μπορούσαν να είναι καλύτερη επιλογή υπό τις δοσμένες περιστάσεις η δική του γνώμη γίνεται αποδεκτή.
Κατά πόσο αποδεικνύεται ότι η Κεντρική Τράπεζα ήταν αμελής σε σχέση με το καθήκον εποπτείας των τραπεζών και/ή ως αρχή εξυγίανσης
Οι ενάγοντες δεν προσκόμισαν καμία μαρτυρία για να στοιχειοθετήσουν τα όσα καταλογίζουν εναντίον της Κεντρικής τράπεζας στην έκθεση απαιτήσεως σε σχέση με τον εποπτικό της ρόλο ή σε σχέση με τις επιλογές που λήφθηκαν τότε στα πλαίσια της εξυγίανσης . Η κεντρική τράπεζα προσκόμισε την εμπεριστατωμένη μαρτυρία του ΜΥ1 που τεκμηριώνεται με έγγραφο υλικό που κατέθεσε για να καταδείξει ότι υπήρξε συνεχής ενημέρωση και εποπτεία των τραπεζών ώστε να διασφαλιστεί ότι είχαν συμμορφωθεί με την απόφαση των αρχηγών κρατών τον Οκτώβριο 2011. Ο ΜΕ1 δεν αμφισβήτησε την ορθότητα των διαταγμάτων εξυγίανσης και ο ΜΥ1 κατέδειξε ότι οι ενέργειες που λήφθηκαν ήταν σε συμμόρφωση με τα διατάγματα.
Οι ενάγοντες ανέδειξαν ως θέμα για το οποίο έγινε λάθος ότι δεν θα έπρεπε η Κυπριακή Δημοκρατία να αποδεχθεί το PSI χωρίς ανταλλάγματα που να αφορούν τις Κυπριακές τράπεζες και δεύτερο λάθος στα πλαίσια της εξυγίανσης ότι θα έπρεπε να δοθεί στους καταθέτες κατά την μεταφορά των εργασιών της Λαϊκής τράπεζας μετρητά αντί μετοχές της Τράπεζας Κύπρου.
Το άρθρο 6 του περί Κεντρικής Τράπεζας Νόμου 48/63 προνοεί για τις λειτουργίες της Κεντρικής Τράπεζας ως ακολούθως:
Λειτουργία της Τραπέζης
6.-(1) Η Τράπεζα θα ενασκή πάσαν λειτουργίαν αναγκαίαν διά την επίτευξιν του κυρίου αυτής σκοπού του προνοουμένου εν άρθρω 4, και διά την ρύθμισιν και έλεγχον του νομισματικού και τραπεζικού συστήματος της Δημοκρατίας, λαμβανομένων δε δεόντως υπ’ όψιν των εν τη Δημοκρατία κρατουσών οικονομικών συνθηκών, η Τράπεζα θα ενασκή τοιαύτας ετέρας λειτουργίας ως αι συνήθως ενασκούμεναι υπό Κεντρικών Τραπεζών.
(2) Άνευ επηρεασμού της γενικότητος των εν εδαφίων (1) διαλαμβανομένων διατάξεων, η Τράπεζα κέκτηται εξουσίαν όπως:
(α) ρυθμίζει την προσφοράν χρήματος και πίστεως˙
(β) διοική και διαχειρίζεται τα διεθνή αποθέματα της Δημοκρατίας˙
(γ) εποπτεύη τας εν τη Δημοκρατία Τραπέζας, επιφυλασσομένων των διατάξεων παντός ετέρου εκάστοτε εν ισχύ νόμου αφορώντος εις τας Τραπέζας˙
(δ) ενεργή ως τραπεζίτης και οικονομικός πράκτωρ της Κυβερνήσεως της Δημοκρατίας.
Η αστική ευθύνη της τράπεζας σε σχέση με τις γενικές λειτουργίες της εναγόμενης 2 ως αυτές προδιαγράφονται στο άρθρο 6, πιο πάνω, καθορίζεται από το άρθρο 47Α(11) το οποίο προνοεί ότι κανένα πρόσωπο το οποίο είναι σύμβουλος ή λειτουργός της κεντρικής τράπεζας δεν θα υπέχει ευθύνη για οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων και ευθυνών της Kεντρικής Tράπεζας εκτός και εάν αποδειχθεί ότι η πράξη ή η παράλειψη δεν είναι καλή τι πίστη ή είναι αποτέλεσμα σοβαρής αμέλειας.
Η αστική ευθύνη της τράπεζας σε σχέση με τον εποπτικό ρόλο πιστωτικών τραπεζών καθορίζεται στο άρθρο 32 του περί Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου 1997 ως ακολούθως:
Ευθύνη Κεντρικής Τράπεζας
32.-(1) Η Κεντρική Τράπεζα και οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο είναι σύμβουλος ή λειτουργός της Κεντρικής Τράπεζας, δεν υπόκειται σε οποιαδήποτε ευθύνη σε περίπτωση αγωγής, αίτησης ή άλλης νομικής διαδικασίας για αποζημιώσεις σχετικά με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων και ευθυνών της Κεντρικής Τράπεζας δυνάμει του παρόντος Νόμου ή δυνάμει οποιωνδήποτε κανονισμών που εκδίδονται σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο εκτός αν αποδειχθεί ότι η πράξη ή η παράλειψη δεν είναι καλή τη πίστει ή είναι αποτέλεσμα σοβαρής αμέλειας.
(2) Η προστασία που προνοείται στο εδάφιο (1) επεκτείνεται κατά τον ίδιο τρόπο στη Διαχειριστική Επιτροπή και στα δυνάμει του εδαφίου (4) του άρθρου 41 διοριζόμενα μέλη της Διαχειριστικής Επιτροπής του Κεντρικού Αρχείου Πληροφοριών αναφορικά με την άσκηση των καθηκόντων τους.
Οι ενάγοντες δεν προσκόμισαν καμία μαρτυρία για να αποδείξουν ότι όλες οι ενέργειες και τυχόν παραλείψεις λειτουργών της Κεντρικής τράπεζας σε σχέση με τον εποπτικό ρόλο πιστωτικών ιδρυμάτων δεν έγιναν καλή τι πίστη. Ούτε έχουν υποδείξει κάποια συγκεκριμένη παράλειψη ή ενέργεια της Κεντρικής Τράπεζας η οποία μπορεί να χαρακτηρισθεί ως σοβαρή αμέλεια που αποτέλεσε λόγος για να υποστούν οι ενάγοντες την οικονομική απώλεια για την οποία αξιώνουν αποζημιώσεις.
Η Κεντρική Τράπεζα ορίζεται ως εποπτική αρχή για την εποπτεία και εφαρμογή των διατάξεων του μέρους ΧΙΙ του νόμου. Ανάμεσα στις εφαρμοζόμενες διατάξεις για τις οποίες η Kεντρική Τράπεζα ορίζεται ως εποπτική αρχή για την εποπτεία των τραπεζών είναι, μεταξύ άλλων, και τα άρθρα 18, 29 , 36, και 52. (βλ. Άρθρο 120). Η εξουσία που τις παρέχεται ειδικά για να εκτελέσει τον εποπτικό της ρόλο σύμφωνα με το άρθρο 121 είναι να συλλέγει πληροφορίες, να διενεργεί έρευνες ή ελέγχους και να επιβάλλει κυρώσεις και η εξουσία αυτή είναι συμπληρωματική προς της διατάξεις του νόμου.
Το πρόβλημα προέκυψε, επειδή η Λαϊκή Τράπεζα είχε περιέλθει σε άσχημη οικονομική κατάσταση με αποτέλεσμα να μην διατηρεί τα αναγκαία ποσοστά πρωτοβάθμιων κεφαλαίων ώστε να συνεχίσει να λειτουργεί ως τράπεζα. Δεν έχει προσκομιστεί αξιόπιστη μαρτυρία ότι κάποια πράξη ή παράλειψη της Κεντρικής Τράπεζας είναι η αιτία για να περιπέσει η Λαϊκή Τράπεζα σε αυτήν τη δεινή θέση. Προσκομίστηκε μαρτυρία για να αναδειχθούν δύο ζητήματα: Το πρώτο είναι ότι παρέλειψε η Κεντρική Τράπεζα να ζητήσει ανταλλάγματα κατά τη στιγμή που λήφθηκε απόφαση από τους Αρχηγούς Κρατών της Ευρωζώνης να προχωρήσουν με το ελληνικό PSI σε σχέση με την έκθεση των τραπεζών στα ελληνικά ομόλογα. Το δεύτερο ζήτημα που αναπτύχθηκε είναι ότι κατά το στάδιο της εξυγίανσης της Λαϊκής Τράπεζας αντί να πάρουν ως αντάλλαγμα για τη μεταφορά των τραπεζικών εργασιών και περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής Τράπεζας στην Τράπεζα Κύπρου μετρητά, το αντάλλαγμα, ή αντιπαροχή ήταν μετοχές της Τράπεζας Κύπρου στους καταθέτες της Λαϊκής Τράπεζας. Με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου η απόφαση για το ελληνικό PSI χωρίς να ζητηθούν ανταλλάγματα το είδος που περιέγραψε ο Μ.Ε.1 δεν αφορούσε απόφαση ή πράξη ή παράλειψη της Κεντρικής Τράπεζας. Επίσης ο τρόπος εξυγίανσης της Λαϊκής Τράπεζας ή ακόμα και η απόφαση για την εξυγίανση της Κεντρικής Τράπεζας δεν ήταν απόφαση ή πράξη ή παράλειψη της Κεντρικής Τράπεζας, κατά συνέπεια οι Ενάγοντες δεν υπέδειξαν πράξη ή παράλειψη που οδήγησε στο αποτέλεσμα της απομείωσης των καταθέσεων των καταθετών της Λαϊκής Τράπεζας. Εκ του Νόμου αρμοδιότητα για την εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων ανήκει στην Κεντρική Τράπεζα. Οι Ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν ότι η Κεντρική Τράπεζα ως αρμόδια αρχή για την εποπτεία και η λειτουργία πιστωτικών ιδρυμάτων ήταν υπεύθυνη για τη συγκεκριμένη οικονομική απώλεια των Εναγόντων.
Θα έπρεπε οι Ενάγοντες να δικογραφήσουν με ουσιώδη γεγονότα την πράξη ή την παράλειψη που οδήγησε στο συγκεκριμένο αποτέλεσμα ήτοι, την εξυγίανση της Λαϊκής Τράπεζας. Η μόνη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου ήταν ότι πάρθηκε απόφαση από την Αρχή Εξυγίανσης για την εξυγίανση της Λαϊκής Τράπεζας ως μέτρο διάσωσης της Λαϊκής Τράπεζας αντί αυτή να τεθεί αμέσως σε καθεστώς εκκαθάρισης.
Δεν αμφισβητήθηκε η οικονομική κατάσταση της Λαϊκής Τράπεζας κατά εκείνον τον χρόνο ούτε για την αναγκαιότητα στήριξης της Λαϊκής Τράπεζας. Λήφθηκε απόφαση όπως τεθεί η Λαϊκή Τράπεζα σε καθεστώς εξυγίανσης με πλήρη συμμετοχή των μετόχων και των καταθέτων της Λαϊκής Τράπεζας εξαιρουμένων τις πρώτες €100.000 με τα δατάγματα ΚΔΠ 94/13 και 104/13.
Με βάση το άρθρο 3(2) του Ν. 17{Ι} /2013 οι μέτοχοι και μετά οι πιστωτές του υπό εξυγίανση ιδρύματος επωμίζονται με εκείνη την σειρά τυχόν ζημιές του πιστωτικού ιδρύματος. Με την ΚΔΠ 104/13 μεταφέρθηκαν όλα τα περιουσιακά στοιχεία της Λαικής Τράπεζας , πλην των όσων αναφέρονται στο παράρτημα 1 του διατάγματος, στην Τράπεζα Κύπρου. Με βάση την παράγραφο 5(2) του διατάγματος μόνο συγκεκριμένες υποχρεώσεις της Λαικής Τράπεζας μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου. Οι υπόλοιπες υποχρεώσεις της Λαικής Τράπεζας, ως οι ανασφάλιστες καταθέσεις, παραμένουν μέχρι σήμερα στα βιβλία της τράπεζας. Σύμφωνα με το άρθρο 4(3)(στ) του νόμου 17(Ι)/2013 οι ανασφάλιστες καταθέσεις έχουν προτεραιότητα έναντι χρέη της τράπεζας μειωμένης εξασφάλισης. Η αξία των περιουσιακών στοιχείων που μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου δεν επαρκούσαν για τη πλήρη μεταβίβαση των ανασφάλιστων καταθέσεων.
Ως προς τον ρόλο της Κεντρικής Τράπεζας ως αρχή εξυγίανσης το άρθρο 3 του Νόμου 17(1)/2013 είναι σχετικό:
(1) Η Επιτροπή Εξυγίανσης, με τη σύμφωνη γνώμη του Υπουργού Οικονομικών, δύναται να αποφασίζει τη λήψη μέτρων εξυγίανσης, με γνώμονα την καλύτερη επίτευξη των πιο κάτω στόχων:
(α) Τη συνέχιση προσφοράς κρίσιμων τραπεζικών ή χρηματοοικονομικών υπηρεσιών,
(β) την πρόληψη δημιουργίας ή εξάπλωσης κινδύνων που πιθανόν να έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος, εντός ή και εκτός της Δημοκρατίας,
(γ) τη διατήρηση της εμπιστοσύνης του κοινού στο χρηματοοικονομικό σύστημα,
(δ) την προστασία των δημόσιων πόρων αποτρέποντας επηρεαζόμενα ιδρύματα από το να βασίζονται σε δημόσια στήριξη για τη διάσωσή τους,
(ε) την προστασία των καταθετών που καλύπτονται από το Ταμείο Προστασίας Καταθέσεων,
(στ) την ελαχιστοποίηση του κόστους εξυγίανσης για τους φορολογούμενους,
(ζ) την προαγωγή της δημοσίας ωφέλειας και την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος.
(2) Κατά τη λήψη και εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης, κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο (1), εφαρμόζονται οι πιο κάτω γενικές αρχές:
(α) Οι μέτοχοι ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση επωμίζονται πρώτοι τυχόν ζημιές που προκύπτουν από την εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης,
(β) οι πιστωτές ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση επωμίζονται τις ζημιές μετά τους μετόχους, σύμφωνα με τη σειρά προτεραιότητας των απαιτήσεων τους δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 4,
(γ) εκτός όπου προνοείται διαφορετικά στον παρόντα Νόμο, ή εφόσον συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος, οι πιστωτές της ίδιας τάξεως τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης,
(δ) οι πιστωτές του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση δεν βρίσκονται σε δυσμενέστερη οικονομική θέση ως αποτέλεσμα της εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης συγκριτικά με τη θέση που θα βρίσκονταν εάν το εν λόγω ίδρυμα τίθετο εναλλακτικά σε εκκαθάριση,
(ε) δύναται να αντικαθίσταται η ανώτατη εκτελεστική διεύθυνση του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση,
(στ) τα ανώτερα διευθυντικά στελέχη του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση επωμίζονται ζημιές ανάλογες, με την ατομική ευθύνη που φέρουν για τους λόγους που έθεσαν το ίδρυμα σε εκκαθάριση, βάσει του αστικού ή ποινικού δικαίου,
(ζ) η επέμβαση επί των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας δεν υπερβαίνει πρόνοιες του Συντάγματος και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρώπινων Δικαιωμάτων,
(η) δεν δημιουργείται σύγκρουση με το κοινοτικό πλαίσιο για τις δημόσιες ενισχύσεις και τους κανόνες ανταγωνισμού:
Νοείται ότι, οποιεσδήποτε ζημιές, δαπάνες ή άλλα έξοδα, τα οποία προκύπτουν από την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης αναλαμβάνονται πρωτίστως από τους μετόχους και τους πιστωτές του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση, ενώ μόνον εφόσον εξαντληθούν οι πόροι των μετόχων και των πιστωτών, οι ζημίες, οι δαπάνες και τα άλλα έξοδα που προκύπτουν από την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης αναλαμβάνονται προσωρινά από το Ταμείο Εξυγίανσης.
Ήταν θέση του ΜΥ1 που δεν αμφισβητήθηκε με άλλη μαρτυρία ότι η εξυγίανση της Λαϊκής Τράπεζας με την μεταφορά των εργασιών της στην Τράπεζα Κύπρο είχε σκοπό την σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος, την πρόληψη του κινδύνου της στάσης των εργασιών της τράπεζας που θα συμπαράσυρε την διασφάλιση των εγγυημένων καταθέσεων, και την διασφάλιση προσφοράς κρίσιμων τραπεζικών ή χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, Ενόψει του ότι δεν διατέθηκαν πόροι στην Κυπριακή Δημοκρατία από το Ευρωπαϊκό πρόγραμμα στήριξης κρατών μελών για την ενίσχυση των πρωτοβάθμιων κεφαλαίων των επηρεαζόμενων τραπεζών , και το κράτος δεν είχε τους πόρους να καλύψει τους εγγυημένους καταθέτες για να συνεχίσει η Λαϊκή Τράπεζα τραπεζικές εργασίες, οι επιλογές της αρχής εξυγίανσης προκειμένου να επιτευχθούν οι σκοποί του νόμου ήταν περιορισμένες. Ο ΜΕ1 δεν αμφισβήτησε την ορθότητα των διαταγμάτων εξυγίανσης διά των οποίων διατάχθηκε η μεταφορά περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής Τράπεζας στην Τράπεζα Κύπρου. Δεν αμφισβητήθηκε το γεγονός ότι η Τράπεζα Κύπρου την δεδομένη στιγμή που τέθηκε και εκείνη σε καθεστώς εξυγίανσης αδυνατούσε να πληρώσει μετρητά για την αξία της περιουσίας που μεταφέρθηκε από την Λαϊκή Τράπεζα. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να θεωρείται ότι ήταν αυθαιρεσία η χρήση παγκόσμιας εμβέλειας εμπειρογνώμονες για να αξιολογήσουν την συνολική αξία του χαρτοφυλακίου της ενωμένης Τράπεζας για να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι οι εργασίες που μεταφέρθηκαν από την Λαϊκή Τράπεζα αντιστοιχούσαν στο 18% της αξίας του όλου των περιουσιακών στοιχείων της τράπεζας. Αυτή η αξία δόθηκε στους ανασφάλιστους καταθέτες ως μέτοχοι της Τράπεζας Κύπρου. Το άρθρο 115(1) του Νόμου 17(1)/13 προνοεί ότι τα μέτρα εξυγίανσης σε ισχύ θεωρούνται ότι είναι μέτρα που λήφθηκαν δυνάμει του νόμου και θα συνεχίσουν να ισχύουν μέχρι να ολοκληρωθούν, ανακληθούν ή ακυρωθούν. Μετά την ολοκλήρωση της εξυγίανσης η Τράπεζα ως εξήγησε ο ΜΥ1 τίθεται σε εκκαθάριση.
Η εν λόγω απόφαση λήφθηκε, διότι η εν λόγω τράπεζα δεν ήταν βιώσιμη και επρόκειτο να υποχρεωθεί να σταματήσει τις εργασίες της. Για να παρθεί απόφαση λήφθηκαν υπόψη τα κριτήρια που θέτει ο Νόμος ότι δεν υπήρχε εναλλακτική λύση και ότι εξυπηρετούσε το δημόσιο συμφέρον η εξυγίανση και όχι η εκκαθάριση. Λήφθηκε υπόψη το ενεργητικό και παθητικό της τράπεζας ως είχε διαμορφωθεί τη δεδομένη στιγμή. Οι Ενάγοντες δεν έχουν καταφέρει να αποδείξουν με αξιόπιστη μαρτυρία ότι θα ήταν σε καλύτερη θέση να ανακτήσουν τα χρήματα της επένδυσής τους σε κατάθεση στη Λαϊκή Τράπεζα αν δεν είχε τεθεί σε εξυγίανση η τράπεζα ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο. Ούτε τέθηκε υπόψη μου μαρτυρία ότι η Κεντρική Τράπεζα θα μπορούσε να κάνει ή να παραλείψει να κάνει κάτι μετά τον Οκτώβριο του 2011 για να αποφύγει την εξυγίανση ή για να αποκαταστήσει την ζημιά των Εναγόντων.
Στην υπόθεση ΜΣ Ιακωβίδης και Σία ν Γενικός Εισαγγελέας, 1 ΑΑΔ 1593 (2015) επεξηγήθηκε ότι στην περίπτωση που το αγώγιμο δικαίωμα βασίζεται στην εκπλήρωση καθήκοντος που βασίζεται σε συγκεκριμένη νομοθετική πρόνοια και/ή παράλειψη τήρησης της η αιτία για την γέννηση του δικαιώματος πρέπει να δικογραφείται ρητώς με αναφορά στα γεγονότα που θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμα.
Η συγκεκριμένη υπόθεση αφορούσε ζημιά που υπέστη συγκεκριμένη εταιρεία από την μείωση των τιμών φαρμάκων διά της έκδοσης διατάγματος που υποχρέωνε τους εμπόρους φαρμάκων να μειώσουν τις τιμές τους. Παρόλο που τα γεγονότα εκείνης της υπόθεσης διαφέρουν από τα γεγονότα της δικής μας υπόθεσης θεωρώ ότι εφαρμόζεται η γενική αρχή που διατυπώθηκε δηλαδή, ότι δημιουργείται αγώγιμο δικαίωμα για αμέλεια εκεί όπου ο νομοθέτης εναποθέτει συγκεκριμένο καθήκον σε δημόσια αρχή και αυτή δεν το εκπληρώνει με επάρκεια ή εκτελεί την εξουσία που της εναποθέτει ο νόμος πλημμελώς.
Η αμέλεια ως αστικό αδίκημα είναι βεβαίως πασίγνωστη ως έννοια και έχει αρχή στην υπόθεση Donoghue v. Stevenson (1932) A.C. 562. Αφορά τη νομική αναγκαιότητα λήψης εύλογης επιμέλειας ώστε να αποφευχθούν πράξεις ή παραλείψεις που προβλεπτώς μπορούν να επιφέρουν ζημία στον γείτονα. Ως «γείτονας», θεωρούνται όλα εκείνα τα πρόσωπα που είναι σε επαρκή σχέση εγγύτητας ή γειτονίας με το πρόσωπο που επιφέρει τη ζημία ώστε το τελευταίο να έπρεπε λογικά να γνώριζε ή να προέβλεπε ότι οι πράξεις του θα επηρέαζαν το άλλο μέρος.
Το άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, αποτελεί την κωδικοποίηση των αρχών του Κοινοδικαίου, (Στρατμάρκο Λτδ ν. Μιχαήλ (1989) 1 Α.Α.Δ. 393). Έχει λεχθεί στην υπόθεση αυτή ότι το βασικό χαρακτηριστικό της αμέλειας είναι η έλλειψη της προσήκουσας προσοχής, η οποία θα έπρεπε στις δοσμένες περιστάσεις να καταβληθεί από τον δράστη ώστε να μην προκληθεί ζημία στον πλησίον. Το όριο της επιμέλειας διαγράφεται από την επίδειξη της ανάλογης προσοχής από τον υποθετικό μέσο συνετό άνθρωπο.
Στο σύγγραμμα «Street on Torts» 11η έκδ. Σελ. 200 κ.ε., αναφέρεται ότι δεν υπάρχει γενικός κανόνας που να εξαιρεί τις δημόσιες αρχές από οποιαδήποτε ευθύνη λόγω αμελείας, απλώς και μόνο διότι είναι δημόσιες και όχι ιδιωτικές αρχές ή σώματα, (Mersey Docks and Harbour Board Trustees v. Gibbs (1866) LR 1 HL 93). Δεν υπάρχει με άλλα λόγια ασυλία εναντίον των δημοσίων αρχών ή του κράτους. Τα κριτήρια επιβολής καθήκοντος αμέλειας είναι τα ίδια όπως και στην περίπτωση των ιδιωτών. Στην υπόθεση Home Office v. Dorset Yacht Co Ltd (1970) AC 1004, HL, η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων αναφέρθηκε στο ότι η πιθανότητα της ζημιάς πρέπει να είναι εύλογα προβλεπτή. Όπου υπάρχει διακριτική ευχέρεια από το δημόσιο όργανο, ευχέρεια που δυνατόν να ασκείται καλόπιστα, αλλά κατά λανθασμένο τρόπο, δεν δημιουργεί κατ΄ ανάγκη δικαίωμα σε αποζημίωση. Στην υπόθεση Anns v. Merton London Borough Council (1978) AC 728, HL, λέχθηκε ότι εκεί όπου η άσκηση νομίμου δημοσίου καθήκοντως απορρέει από μια ευρεία άσκηση πολιτικής απόφασης, η εναπόθεση στοιχείου αμέλειας κατά το αστικό δίκαιο δεν επαφίεται κατά κανόνα στα πολιτικά Δικαστήρια. Όμως, τέτοιο καθήκον επιμέλειας μπορεί να εναποτεθεί στο στάδιο της εφαρμογής της πολιτικής αυτής του κράτους, («operational sphere»).
Έγινε προσπάθεια περαιτέρω επεξήγησης της εναπόθεσης καθήκοντος σε δημόσιες αρχές, εφόσον το κριτήριο της διαφοράς μεταξύ «policy and operational decisions» στην Anns v. Merton London Borough Council, δεν θεωρήθηκε ιδιαίτερα επαρκές, με τις κατευθυντήριες γραμμές που έδωσε ο Lord Browne‑Wilkinson στην X. V. Bedfordshire County Council (1995) 2 AC 633. Σχετική είναι και η μεταγενέστερη Barrett v. Enfield London Borough Council (2001) 2 ΑC 550. Η ουσία εν τέλει φαίνεται να έγκειται στην εφαρμογή των τριών βασικών γνωστών προϋποθέσεων της πρόβλεψης («foreseeability»), της εγγύτητας («proximity») και του δικαίου, ορθού και λογικού μέτρου («just, fair and reasonable»), τις οποίες το Δικαστήριο πρέπει να έχει κατά νουν πριν αποδώσει ευθύνη σε κρατική υπηρεσία. Στην άσκηση αυτή υπεισέρχεται και ο παράγοντας της πολιτικής του κράτους, αλλά και του τρόπου της εν τη πράξει εφαρμογής αυτής της πολιτικής.
Σε εκείνη την περίπτωση αποφασίσθηκε ότι το συγκεκριμένο υπουργείο άσκησε την διακριτική του εξουσία πλημμελώς διότι εν όψει προβλεπτής και καθορισμένης ζημιάς των εμπόρων φαρμάκων αποφάσισε να μειώσει τις τιμές άμεσα μη λαμβάνοντας υπόψη τις οικονομικές επιπτώσεις στους εμπόρους των φαρμάκων. Η μείωση των τιμών των φαρμάκων ήταν πολιτική του κράτους η διαχείριση της οποίας άνηκε στην αρμοδιότητα της συγκεκριμένης δημόσια αρχής η οποία όμως δεν άσκησε ορθά αυτή την εξουσία με αποτέλεσμα να προκύψουν οικονομικές ζημιές σε τρίτους για τις οποίες κρίθηκε εν τέλει υπόλογο το κράτος.
Στη δική μας υπόθεση εκφράζεται ως αιτία αγωγής ότι οι εναγόμενες 2 και 3 παραβίασαν καθήκον που απορρέει από τον νόμο και το Σύνταγμα χωρίς να διατυπώνονται γεγονότα που να διαμορφώνουν το συγκεκριμένο αγώγιμο δικαίωμα. Δεν είναι καν γνωστό κατά πόσο οι ενάγοντες βασίζονται σε συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη της Κεντρικής Τράπεζας με την αρμοδιότητα της ως εποπτική αρχή ή αρχή εξυγίανσης, Δεν έχει καθορισθεί με επάρκεια η συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη της Κεντρικής ως εποπτική αρχή ή αρχή εξυγίανσης που επικαλούνται προκειμένου να διαπιστωθεί παραβίαση νομικού καθήκοντος ή πλημμελή άσκηση της εξουσίας κατά την εκτέλεση του καθήκοντος ως επεξηγήθηκε στην υπόθεση ΜΣ Ιακωβίδης και Σια, ανωτέρω. Περαιτέρω, εφόσον δεν είναι γνωστή η πράξη ή παράλειψη την οποία καταγγέλλουν οι ενάγοντες ότι οι εναγόμενοι 2 ή 3 έχουν διαπράξει δεν είναι γνωστό κατά πόσο η συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη εμπίπτει στην αρμοδιότητα των εξουσιών της Κεντρικής Τράπεζας ως εποπτική αρχή ή αρχή εξυγίανσης.
Εκδόθηκε η απόφαση Μυρτώ Χριστοδουλίδου κ.α. ν Κεντρική Τράπεζα (2013) 3 ΑΑΔ 427 από την ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, που αποτελείτο από εννέα Δικαστές αποφασίσθηκε ότι το ζήτημα της εξυγίανσης της Λαικής Τράπεζας και των οικονομικών επιπτώσεων αυτής της απόφασης σε πελάτες της τράπεζας δημιουργούσαν διαφορές στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου με αποτέλεσμα οι προσφυγές που καταχωρήθηκαν κατά των διαταγμάτων εξυγίανσης να απορριφθούν. Η πλειοψηφία δεν καταπιάστηκε με το ζήτημα πράξεων κυβερνήσεως που εκφεύγουν Δικαστικό έλεγχο. Όμως ο Δικαστής Ερωτοκρίτου στην απόφαση μειοψηφίας ασχολήθηκε με το ζήτημα κατά πόσο η θέσπιση του Νόμου 17(1)/2013 και τα εν λόγω διατάγματα που εκδόθηκαν στην συνέχεια από την αρχή εξυγίανσης που εγκαθιδρύθηκε διά του νόμου αφορούσε «πολιτική απόφαση» κυβερνήσεως. Σκοπός αυτής της απόφασης ήταν η αποφυγή της χρεωκοπίας του κράτους, την ελαχιστοποίηση της ευθύνης για την οικονομική κατάρρευση των τραπεζών στους ώμους των φορολογουμένων και την προστασία των ζωτικών λειτουργιών του κράτους. Σημειώθηκε ότι η θέσπιση του Νόμου 17(1)/2013 έγινε προτού ακόμη ολοκληρωθεί το ομοιόμορφο πλαίσιο αποδοχής της Ευρωπαϊκής Οδηγίας για το ‘Bail in’ των καταθετών εξαιτίας της σοβαρότητας της οικονομικής κατάστασης στην Κύπρο.
Επεξήγησε πως ακόμη και εάν ταξινομηθεί μια πράξη ή παράλειψη στην σφαίρα του δημοσίου δικαίου δηλαδή εκεί όπου διοίκηση ασκεί δημόσια εξουσία και εμφανίζεται έναντι διοικούμενων επί εξουσιαστικής βάσης αυτή μπορεί να εκφεύγει δικαστικού ελέγχου εάν αυτή είναι πράξη κυβερνήσεως σκοπός της οποίας είναι να επιτρέπεται στην εκτελεστική εξουσία να ασκεί ελεύθερα την πολιτική της σε τομείς ευαίσθητους για τη λειτουργία και ασφάλεια του κράτους. Όμως διευκρίνισε ότι με την προσχώρηση της Κυπριακής Δημοκρατίας σε διεθνείς συνθήκες όπως η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και την είσοδο της στην Ευρωπαϊκή Ένωση τα πράγματα έχουν αλλάξει διότι το Δικαστήριο κάθε κράτους μέλους έχει την υποχρέωση να ελέγχει την πιστή εφαρμογή του ευρωπαϊκού δικαίου στο εθνικό σύστημα δικαίου.
Δεν γίνεται οι ενάγοντες να καταγγέλουν την Κεντρική Τράπεζα γενικά για πλημμελή εποπτεία των δραστηριοτήτων των τραπεζών χωρίς να επικεντρώνονται σε συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη της Κεντρικής Τράπεζας και χωρίς να προσδιορίζεται κατά πόσο η πράξη ή παράλειψη είναι από αυτές που ελέγχεται ή που δεν διαφεύγουν τον Δικαστικό έλεγχο. Δεν έχουν προσκομίσει μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι συγκεκριμένη πράξη και/ή παράλειψη της της Κεντρικής Τράπεζας εμπίπτουσα στις αρμοδιότητες της αποτέλεσε αιτία για την κατάρευση. Η κατάρρευση της Λαϊκής Τράπεζας και οι συνέπειες που ακολούθησαν από την κατάρρευση δεν μπορεί να απομονωθεί ως ένα γεγονός που από μόνο του παραπέμπει στην ανυπαρξία ή τον πλημμελή έλεγχο των δραστηριοτήτων των τραπεζών.
Αναμφίβολα οι δραστηριότητες των πιστωτικών ιδρυμάτων είναι σημαντικές για την εθνική οικονομία. Πρόκειται για μοναδικές οντότητες που κατέχουν το δικαίωμα να δέχονται καταθέσεις από το κοινό. Συμβάλλουν σημαντικά στην ανάπτυξη της οικονομίας του τόπου επειδή όχι μόνο διεξάγουν χιλιάδες συναλλαγές σε χρήμα αλλά είναι πηγή χρημάτων και πίστωσης προς δρώσες επιχειρήσεις. Όταν διαθέτουν δάνεια προς το κοινό συμβάλλουν στην αύξηση της ρευστότητας της χώρας και συμβάλλουν στην αύξηση του εθνικού εγχώριου προϊόντος. Στα ταμεία των τραπεζών κατατίθενται κεφάλαια πολλών επιχειρήσεων και νοικοκυριών. Η ρευστότητα των τραπεζών καθορίζει την δανειακή και επενδυτική τους πολιτική. Οι δραστηριότητες των τραπεζών είναι περιπλοκές και περιλαμβάνουν πλειάδα επενδυτικά και δανειοδοτικά προϊόντα που έχουν ως αποτέλεσμα την οικονομική ανάπτυξη του τόπου. Αυτές οι δραστηριότητες είναι αναγκαίες για μια υγιή οικονομία. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που αυτές οι δραστηριότητες υπόκεινται σε ελέγχους από διάφορους κρατικούς φορείς π.χ. Κεντρική Τράπεζα Αρχή Εξυγίανσης, Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς που σκοπό έχουν εν τέλει να αποφευχθεί η κατάρρευση των τραπεζών με αποτέλεσμα να πληγεί η οικονομική ευμάρεια του τόπου. Δεν έχει καταδειχθεί ότι ο έλεγχος αυτός δεν ήταν ικανοποιητικός αντιθέτως, η έλλειψη σοβαρών τραπεζικών κρίσεων προ του 2013 και η εμπιστοσύνη του κοινού προς τις τράπεζες προ του 2013 ήταν το αποτέλεσμα θεσμοθετημένου εποπτικού ελέγχου για σειρά δεκαετιών. Οι ενάγοντες είχαν το βάρος να αποδείξουν ότι το αποτέλεσμα της κατάρρευσης συνδέεται με συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που εμπίπτει στην θεσμική αρμοδιότητα των εναγόμενων 2 και 3.
Δεν έχουν καταδείξει πράξη ή παράλειψη της Κεντρικής Τράπεζας ασκώντας τον εποπτικό της ρόλο ή ως αρχή εξυγίανσης που να οδήγησε στην απώλεια των Εναγόντων. Με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου η απόφαση για το PSI των ελληνικών ομολόγων λήφθηκε σε επίπεδο Αρχηγών Κρατών. Επομένως η πράξη αυτή δεν ήταν αποτέλεσμα μίας απόφασης της Κεντρικής Τράπεζας και σύμφωνα με τα λεγόμενα του M.Y.1 ο διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας ενημέρωνε τον Υπουργό Οικονομικών που ήταν το πρόσωπο που ερχόταν σε επαφή με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Σε κάθε περίπτωση σε εκείνη τη σύνοδο κορυφής τον Οκτώβριο του 2011 παράλληλα με την απόφαση για το PSI λήφθηκε και απόφαση που αφορούσε τη στήριξη των τραπεζών με συγκεκριμένο τρόπο. Και να μην λαμβανόταν τέτοια απόφαση για τα PSI, η κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας ως έχει φανεί από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου θα είχε αδυσώπητες συνέπειες και στην κυπριακή οικονομία, πιθανόν χειρότερες συνέπειες από αυτές που είχαν επέλθει τελικώς με την εξυγίανση της Λαϊκής Τράπεζας. Η Λαϊκή Τράπεζα δεν κατάφερε μόνη της να προσελκύσει αρκετά κεφάλαια για να διατηρήσει το 9% ποσοστό πρωτοβάθμιων κεφαλαίων που κρίθηκε αναγκαίο ποσοστό για να αντέξουν τους κραδασμούς της οικονομικής κρίσης. Τα ελλείματα αυτά δεν οφείλονται μόνο στο ελληνικό PSI, αλλά και στο όλο αυξανόμενο ποσοστό μη εξυπηρετούμενων δανείων της ίδιας της τράπεζας. Στη συνέχεια έλαβε κρατική υποστήριξη 1, 8 δις με αποτέλεσμα η τράπεζα να καταφέρει να συνεχίσει τις εργασίες της με την έκτακτη ρευστότητα που τους παρείχε η Κεντρική Τράπεζα και τελικώς προτάθηκε εναλλακτικό σχέδιο για οικονομική στήριξη της τράπεζας με την επιβολή φορολογίας σε όλους τους κάθετες στην Κυπριακή Δημοκρατία. Ομως αυτό το μέτρο απορρίφθηκε από τη Βουλή και είναι σε εκείνο το στάδιο που λήφθηκε το μέτρο της εξυγίανσης και για το οποίο και πάλι δεν ευθύνεται η Κεντρική Τράπεζα εντός της αρμοδιότητας της είτε να την αποφύγει, είτε να την εφαρμόσει ως εξήγησε ο M.Y.1, επειδή όταν έγινε η εξυγίανση 98% όλων των καταθέτων έσωσαν τα χρήματά τους. Όλοι οι καταθέτες κατάφεραν να σώσουν τις πρώτες €100.000. Οι εργασίες της Λαϊκής Τράπεζας διαφυλάχθηκαν, διότι μεταφέρθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου. Όλα αυτά έγιναν κατορθωτά εξαιτίας της εξυγίανσης, εναλλακτικά αν τίθετουν σε εκκαθάριση θα υπήρχε κλείσιμο των εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας, μη πρόσβαση όλων των καταθετών στα χρήματά τους και μη ικανότητα του κράτους να διασφαλίσει τις εγγυημένες καταθέσεις.
Όσον αφορά τη δεύτερη πτυχή της υπόθεσης ότι θα έπρεπε να ανταλλαχθούν τα περιουσιακά στοιχεία της Λαϊκής Τράπεζας που μεταφέρθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου σε μετρητά και όχι με μετοχές, ούτε και αυτό υπήρξε απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας αλλά και ούτε κατόρθωσαν οι Ενάγοντες να αποδείξουν ότι αυτή η απόφαση είναι αιτία για να έχουν κάποια απώλεια ή ότι υπήρχε μια εναλλακτική λύση του προβλήματος τη δεδομένη στιγμή, εφόσον το μοναδικό εναλλακτικό σενάριο τότε θα ήταν η εκκαθάριση της Λαϊκής Τράπεζας και όχι η εξυγίανσή της. Υπέδειξε ο M.Y.1 ότι η τιμή της μετοχής της Τράπεζας Κύπρου τώρα συναλλάσσεται σε επίπεδα πέραν των €5 και εάν δεν γινόταν αυτή η μεταφορά θα έχαναν οι καταθέτες και τις πρώτες τους €100.000. Υπέδειξε επίσης ότι η Τράπεζα Κύπρου είχε και εκείνη ανάγκη από εξυγίανση και δεν είχε χρήματα σε ρευστό για να τα παραδώσει στους μετόχους τη δεδομένη στιγμή. Θα πρέπει να αποδειχθεί ότι κάποια πράξη ή παράλειψη της Κεντρικής Τράπεζας είναι αυτή που οδήγησε στο συγκεκριμένο αποτέλεσμα και αιτία για το συγκεκριμένο αποτέλεσμα δεν έχει αποδειχθεί, επομένως, δεν έχουν αποδείξει την υπόθεσή τους και η αγωγή τους απορρίπτεται. Δεν έχουν αποδείξει ότι η Κεντρική Τράπεζα που έχει συγκεκριμένες εξουσίες κατά την άσκηση του εποπτικού της ρόλου ή ως αρχή εξυγίανσης άσκησε πλημμελώς, αμελώς ή με βαριά αμέλεια τα καθήκοντα της με αποτέλεσμα να προκληθεί η συγκεκριμένη ζημιά στους Ενάγοντες. Αποτυχαίνει η αξίωση των Εναγόντων, απορρίπτεται η αγωγή και τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται εναντίον των Εναγόντων και υπέρ των Εναγομένων 2 και 3 όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπ.) ………………………….
Ν. Ταλαρίδου, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
/ΕΠ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο