Ευγένιου Κολαρίδη κ.α. ν. Σάββα Γιάγκου κ.α., Αρ. Αγωγής 3855/16, 12/2/2026
print
Τίτλος:
Ευγένιου Κολαρίδη κ.α. ν. Σάββα Γιάγκου κ.α., Αρ. Αγωγής 3855/16, 12/2/2026

Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας

Ενώπιον: Π. Αγαπητού, Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής 3855/16

Μεταξύ

  1. Ευγένιου Κολαρίδη
  2. Private Institute of Accountancy Kolarides Ltd

Εναγόντων

  1. Σάββα Γιάγκου
  2. Σάββας Γιάγκου εμπορευόμενος με την επωνυμία Private Institute of Accountancy “Accounting 4U”

Εναγόμενων

Ημερομηνία:                                    12η Φεβρουαρίου, 2026

Εμφανίσεις:

Για Ενάγοντες:                    κος. Τριλλίδης

Για Εναγόμενους:              κος. Αγγελίδης

Απόφαση

(Η Απόφαση του Δικαστηρίου αποστέλλεται στους δικηγόρους των διαδίκων με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και θεωρείται δημόσια απαγγελθείσα)

Εισαγωγή

            Η παρούσα Αγωγή έχει δύο αντικείμενα. Το πρώτο αφορά στο κατά πόσο οι Εναγόμενοι παραβίασαν δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας των Εναγόντων με την κυκλοφορία εγχειριδίων στα οποία, όπως οι Ενάγοντες ισχυρίζονται, περιέχονται αυτολεξεί αντιγραφές από εγχειρίδιά τους.

Το δεύτερο αφορά στο κατά πόσο οι Ενάγοντες δυσφήμισαν τους Εναγόμενους μ’ επιστολή που οι συνήγοροι των Εναγόντων απέστειλαν στους Εναγόμενους και με την οποία ισχυρίζονταν την προαναφερόμενη παραβίαση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

Δικόγραφα

            Μια και τα δικόγραφα αποτελούν το θεμέλιο της δίκης, αλλά και λόγω της έκτασης των δικογράφων της παρούσας υπόθεσης, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω σύνοψή τους, προς ευχερέστερη παρακολούθηση της Απόφασης, χωρίς, προς το παρόν, οτιδήποτε αναφέρω ν’ αποτελεί κι εύρημά μου.

Αγωγή

Κατά τους ισχυρισμούς, ο Ενάγων 1 είναι εγνωσμένου κύρους και φήμης καθηγητής λογιστικής, καθώς και συγγραφέας δημοφιλών εγχειριδίων λογιστικής τα οποία κυκλοφορούν και διατίθενται προς πώληση για σκοπούς διδασκαλίας και τα οποία αφορούν σε τρία επίπεδα. Τα εγχειρίδια αποτελούν γνήσιο πνευματικό έργο του Ενάγοντα 1. Η Ενάγουσα 2 δραστηριοποιείται στον τομέα της παροχής μαθημάτων λογιστικής από το 1970 και ιδρύθηκε ως εταιρεία από τον Ενάγοντα 1 το 1985. Ενάγων 1 κι Ενάγουσα 2 είναι μεταξύ τους απόλυτα ταυτισμένοι.

Ο Εναγόμενος 1 είναι καθηγητής λογιστικής και διατηρεί το ινστιτούτο με την ονομασία του οποίου κι εμπορεύεται.

Οι Ενάγοντες διαπίστωσαν ότι οι Εναγόμενοι σε δικό τους εγχειρίδιο, που τυπώθηκε το έτος 2014, συμπεριέλαβαν αυτούσια κι εκτενή αποσπάσματα από εκείνα των Εναγόντων, παρουσιάζοντας αυτά ως δικά τους. Τ’ αποσπάσματα δεν περιορίζονται σε λέξεις και περιλαμβάνουν πίνακες και γραφήματα.

Για τα πιο πάνω οι Ενάγοντες ειδοποίησαν τους Εναγόμενους. αλλά εκείνοι δεν έπραξαν οτιδήποτε προς αποκάλυψη στοιχείων που να σχετίζονται με τις εκδόσεις, απαντώντας μάλιστα ότι είναι οι Ενάγοντες που παραβιάζουν τα δικαιώματα του Εναγόμενου 1.

Σε λεπτομέρειες που παρατίθενται στο Κλητήριο, οι Ενάγοντες προσθέτουν ότι μεταξύ των ετών 1993 – 2003, ο Εναγόμενος 1 ήταν συνεργάτης των Εναγόντων με ημιαπασχόληση και είχε γνώση των εγχειριδίων τους, της δημοφιλίας τους, αλλά κι ότι αυτά αποτελούσαν πνευματική ιδιοκτησία των Εναγόντων, καθώς και τ’ ότι η χρήση τους παραβίαζε προστατευόμενα δικαιώματά τους.

Οι Εναγόμενοι θεωρούνται ανταγωνιστική επιχείρηση προς τους Ενάγοντες και με τη χρήση εγχειριδίων απέκτησαν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, προκαλώντας παράλληλα ζημιά στους Ενάγοντες.

Για τα πιο πάνω οι Ενάγοντες απαιτούν σχετικά απαγορευτικά διατάγματα ως προς την παραβίαση των δικαιωμάτων τους, ως προς τη διάθεση ή κυκλοφορία του εγχειρίδιου των Εναγόμενων με τίτλο «Level 1 – Accounting Elementary (Elementary Theory & Practice Questions)» και ως προς την παράδοση του υλικού, είτε αυτό είναι σ’ έντυπη είτε ηλεκτρονική μορφή, προς καταστροφή. Αξιώνουν παράλληλα παραδειγματικές, επαυξημένες, γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για παραβίαση δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας και αθέμιτο ανταγωνισμό αλλά κι απόδοση λογαριασμών (account for profits).

Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση

Αρχικά οι Εναγόμενοι έγειραν δύο προδικαστικές ενστάσεις, η πρώτη αφορούσα στ’ ότι με το δικόγραφο δεν αποκαλύπτεται αιτία αγωγής και η δεύτερη ότι η Αγωγή είναι επιπόλαια κι ενοχλητική. Παρεμβάλλω ότι καμία εκ των δύο δεν ακούστηκε πράγματι προδικαστικώς.

Οι Εναγόμενοι παραδέχονται ότι ο Ενάγων 1 είναι ο ιδρυτής της Ενάγουσας 2 κι ότι αυτή διατηρεί ινστιτούτο λογιστικής. Επίσης ότι ο Εναγόμενος 1 είναι κι ίδιος καθηγητής λογιστικής κι ότι διατηρεί το Εναγόμενο 2 φροντιστήριο. Πράγματι ο Εναγόμενος 1 εργοδοτείτο από τους Ενάγοντες, αλλά από το 1991 μέχρι και το 2003 και δίχως οι Ενάγοντες να καταβάλλουν για τον Εναγόμενο 1 εισφορές σε κοινωνικές ασφαλίσεις. Παραδέχονται επίσης ότι έλαβαν την επιστολή των δικηγόρων των Εναγόντων κι ότι οι ίδιοι απάντησαν σ’ αυτή. 

Οι Εναγόμενοι προσφέρουν μαθήματα λογιστικής για τις εξετάσεις LCCI με σχετική πιστοποίηση – την οποία οι Ενάγοντες δεν διαθέτουν - για τα επίπεδα 1, 2 και 3, αλλά και μαθήματα για Παγκύπριες εξετάσεις λογιστικής και γενικά δραστηριοποιούνται, έστω εν μέρει, στον ίδιο επαγγελματικό τομέα με τους Ενάγοντες. Ο Εναγόμενος 1 έχει επαγγελματικά προσόντα που δεν έχουν οι Ενάγοντες.

Γενικώς οι Εναγόμενοι αρνούνται την αξίωση των Εναγόντων και τα όσα τους καταλογίζονται.

Ως προς τους ισχυρισμούς των Εναγόντων αναφορικά με το επίμαχο εγχειρίδιο που χρησιμοποιούν οι Εναγόμενοι, αποτελεί θέση των Εναγόμενων ότι αυτό είναι δικό τους πνευματικό έργο, τ’ οποίο πρόκυψε από βιβλιογραφία και την εμπειρία του Εναγόμενου 1. Το δε περιεχόμενο, τ’ οποίο οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι αποτελεί δική τους πνευματική ιδιοκτησία, είναι κτήμα της λογιστικής κοινότητας και δεν εφευρέθηκε από τους Ενάγοντες, αλλά κι ουδέποτε οι Εναγόμενοι αναδημοσίευσαν περιεχόμενο κατ’ αντιγραφή των εγχειριδίων των Εναγόντων.

Οι Εναγόμενοι θεωρούν τις υπηρεσίες που εκείνοι προσφέρουν ποιοτικά αναβαθμισμένες εν σχέσει μ’ εκείνες που προσφέρουν οι Ενάγοντες, όπως προκύπτει από την επιτυχία τους, την αύξηση των μαθητών τους ανά έτος και τ’ αποτελέσματα τους στις εξετάσεις και δεν ευθύνονται για την όποια μείωση του κύκλου εργασιών των Εναγόντων, η οποία εάν πράγματι υπάρχει, έχει προκληθεί από τη σωρεία ανταγωνιστικών φροντιστηρίων και από το γεγονός της μη επικαιροποίησης των γνώσεων του Ενάγοντος 1.

Ανταπαιτητικά οι Εναγόμενοι προβάλλουν ότι η επιστολή εκ μέρους των Εναγόντων ημερομηνίας 12.7.16 αποτελεί κακόπιστη δυσφημιστική δημοσίευση, λίβελο και συνιστά επιζήμια ψευδολογία προς την αξιοπρέπεια, το κύρος, ήθος και την αξιοπιστία του Εναγόμενου 1 κι αξιώνουν γενικές και ειδικές αποζημιώσεις, αλλά και σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο οι Ενάγοντες να εμποδίζονται από το δημοσιεύουν την επιστολή, αλλά και να δυσφημούν περαιτέρω τους Εναγόμενους.

Παραθέτουν, τέλος, κι αυτούσιο το κείμενο της προαναφερθείσας επιστολής.

Απάντηση στην Υπεράσπιση κι Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση

            Απαντώντας στην Υπεράσπιση οι Ενάγοντες ενώνουν επίδικα θέματα με τους Εναγόμενους κι απορρίπτουν ισχυρισμούς που δεν αποτελούν παραδοχές και δεν συνάδουν με την Αγωγή. Αναφέρουν επίσης ότι η εργοδότηση του Εναγόμενου 1 ήταν νόμιμη, ενώ ισχυρίζονται ότι η επιστολή που οι δικηγόροι τους έστειλαν στους Εναγόμενους δεν αποτελεί δυσφήμιση.

            Υπερασπιζόμενοι την Ανταπαίτηση, οι Ενάγοντες αναφέρουν ότι μ’ αυτή δεν αποκαλύπτεται αιτία αγωγής κι ότι εγείρεται εκδικητικά, καταχρηστικά και κατά παράβαση των κανόνων δικογράφησης. Επί της ουσίας δε, ισχυρίζονται ότι η επιστολή 12.7.2016 αποστάλθηκε από δικηγόρους προς τους Εναγόμενους και μόνον και δεν αποτελεί δημοσίευση, αλλ’ ούτε είναι δυσφημιστικού περιεχομένου, ενώ δεν περιλαμβάνονται λεπτομέρειες για προφορική δυσφήμιση ούτε προβάλλεται αξίωση ειδικής ζημιάς εν σχέση προς την κατ’ ισχυρισμό επιζήμια ψευδολογία.

Απάντηση στην Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση

            Στην Απάντησή τους στην Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση οι Εναγόμενοι επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς στους στην Ανταπαίτηση κι αναφέρουν ότι η επιστολή 12.7.2016 δεν καλύπτεται απ’ οποιοδήποτε προνόμιο.

Μαρτυρία κι Ακρόαση

            Απαίτηση κι Ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν.

            Στην υπόθεση κατέθεσαν 4 μάρτυρες, 2 για κάθε πλευρά. Προχωρώ να συνοψίσω την ενώπιον μου μαρτυρία, χωρίς, και πάλι, ακόμα τα πιο κάτω ν’ αποτελούν ευρήματά μου.

Ενάγων 1

            Πρώτο άκουσα τον Ενάγοντα 1, ο οποίος, ως μέρος της κύριας εξέτασής του, κατέθεσε τη γραπτή δήλωση Έγγραφο Α. Σ’ αυτό αναφέρεται πρώτιστα στα ακαδημαϊκά κι επαγγελματικά του προσόντα, καταθέτοντας σχετικά το Τεκμήριο 1. Τη δεκαετία του ΄80 ίδρυσε την Ενάγουσα 2, στην οποία είναι και διευθυντής και η οποία από το 1985 προσφέρει υπηρεσίες φροντιστηρίου λογιστικής. Προς τούτο κατέθεσε σχετική δέσμη ως Τεκμήριο 2, αλλά και δέσμη παλαιών φωτογραφιών με καθηγητές και μαθητές του, ως Τεκμήριο 3. Καταθέτοντας κατάλογο δημοσιεύσεων με σχετικά εξώφυλλα βιβλίων ως Τεκμήριο 4, ο Ενάγων 1, ανέφερε ότι εκδίδει βιβλία από το 1971, τα οποία διατίθενται σε βιβλιοπωλεία και φροντιστήρια ανά το Παγκύπριο και αφορούν και τα 3 επίπεδα διδασκαλίας του LCCI. Προς κατάδειξη του κύρους και φήμης των Εναγόντων κατέθεσε, ως Τεκμήριο 5, γραφήματα στα οποία φαίνεται ο αριθμός των μαθητών της σχολής του, οι οποίοι στις αρχές της δεκαετίας του ’90 ξεπέρασαν και τους 1000. Ενδεικτικό του κύκλου εργασιών των Εναγόντων είναι, κατά το μάρτυρα, το γεγονός ότι κατά το έτος 1998 απασχολούσε 8 καθηγητές με καθεστώς ημιαπασχόλησης, ένας εκ των οποίων ήταν και ο Εναγόμενος 1, όπως φαίνεται στην κατάσταση Τεκμήριο 6 που κατέθεσε.

            Έπειτα ο Ενάγων 1 αναφέρθηκε στους Εναγόμενους κι ότι ο Εναγόμενος 1 είναι καθηγητής λογιστικής κι ιδιοκτήτης του Εναγόμενου 2, και δραστηριοποιείται στον ίδιο τομέα με τους Ενάγοντες. Σχετικά προσκόμισε τη δέσμη Τεκμήριο 7. Ο Ενάγων 1 επεκτάθηκε αναφέροντας ότι, ως φαίνεται, οι Εναγόμενοι είναι επιτυχημένοι καθότι φοιτούν κοντά τους πολλοί μαθητές και κατέθεσε, ως Τεκμήριο 8, πίνακες για τον αριθμό φοιτητών στους Εναγόμενους για τα έτη 2015 και 2016 τους οποίους οι ίδιοι οι Εναγόμενοι κυκλοφορούν δημόσια, και στους οποίους φαίνεται, μεταξύ άλλων, ότι για το επίπεδο 1 είχαν τουλάχιστον 57. Κατέθεσε σχετικά και το Τεκμήριο 15, που αποτελείται από δέσμη φωτογραφιών διαφημιστικών πινακίδων που οι Εναγόμενοι αναρτούν σε διάφορα σημεία, ακόμα κι έξω από το φροντιστήριο των Εναγόντων.

            Ως προς το παράπονό του εναντίον των Εναγόμενων, ο Ενάγων 1 κατέθεσε το δικό τους εγχειρίδιο με τίτλο «Level 1 – Accounting Elementary (Elementary Theory & Practice Questions)», τ’ οποίο φέρει στο εξώφυλλο την ένδειξη «September 2014», ως Τεκμήριο 9, κι ανέφερε ότι συγκεκριμένες σελίδες αυτού, τις οποίες υποδεικνύει, αποτελούν ξεκάθαρη αντιγραφή από τα δικά του προϋπάρχοντα εγχειρίδια. Κατέθεσε έπειτα δύο εκδόσεις του δικού του εγχειριδίου των ετών 1998 και 2008 αντίστοιχα, ως Τεκμήρια 10 και 11.

            Ήταν η θέση του Ενάγοντος 1 ότι στο Τεκμήριο 9 οι Εναγόμενοι αντέγραψαν κείμενα και σχεδιαγράμματα έκτασης 15 σελίδων από τα Τεκμήρια 10 και 11 και απέκτησαν οικονομικό όφελος ένεκα τούτου, διαθέτοντας το Τεκμήριο 9, στους φοιτητές τους και μπορεί και σε τρίτους. Παρά την προσπάθειά του να μάθει αναφορικά με άλλους τρόπους που πιθανώς οι Εναγόμενοι να διαθέτουν το Τεκμήριο 9, είτε ηλεκτρονικά είτε εντύπως, η επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 12.7.2016 – Τεκμήρια 12 και 13 - έτυχε απάντησης μέσω του ηλεκτρονικού μηνύματος των Εναγόμενων 14.7.2016 – Τεκμήριο 14 - χωρίς να περιέχεται οποιαδήποτε πληροφόρηση. Αντ’ αυτού με το Τεκμήριο 14, ο Εναγόμενος χλεύασε τους Ενάγοντες και κατέδειξε ότι δεν προτίθεται να πράξει οτιδήποτε σχετικά με την αναφερόμενη παραβίαση των πνευματικών τους δικαιωμάτων.

            Προς απάντηση των ισχυρισμών που οι Εναγόμενοι προωθούν ότι ο ίδιος δεν είναι πιστοποιημένος για τις εξετάσεις LCCI, προσκόμισε το Τεκμήριο 16 κι αντιπαρέβαλε τις θέσεις του πρώτον σχετικά με τα προσόντα τα οποία ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι υπερισχύει, έπειτα με το ζήτημα της καταβολής κοινωνικών ασφαλίσεων κατά την απασχόληση του Εναγόμενου από τους Ενάγοντες, μετέπειτα με το ζήτημα της παραβίασης πνευματικών δικαιωμάτων και τέλος με τον ισχυρισμό της δυσφήμισης που αποτελεί και την αιτία για την Ανταπαίτηση.

            Αντεξεταζόμενος ανέφερε, σε σύνοψη τα εξής: Όταν ο Εναγόμενος 1 έφυγε από συνεργάτης του φροντιστηρίου του Ενάγοντος πήρε μαζί του μαθητές που φοιτούσαν σ’ αυτό και μάλιστα παρέδιδε και παράλληλα μαθήματα ενόσω ήταν συνεργάτης. Όταν ο Ενάγων 1 το αντιλήφθηκε ζήτησε από τον Εναγόμενο 1 να φύγει. Πέραν τούτου, ο Εναγόμενος 1 πήρε μαζί του και τις λύσεις των βιβλίων. Αρνήθηκε ότι οι σημειώσεις που χρησιμοποιεί ο Εναγόμενος 1 είναι πιο ενημερωμένες από τις δικές του κι ότι είναι γι’ αυτό το λόγο τον προτιμούσαν οι μαθητές. Αποδέχθηκε ότι η λογιστική επιστήμη καθιέρωσε μια σειρά από έννοιες κι ορισμούς για να υπάρχει κοινή αντίληψη και γλώσσα και ότι δεν δημιούργησε ο ίδιος σχετικές λογιστικές αρχές και ορολογία. Υποστήριξε όμως ότι τα δικά του γραφόμενα δεν αποτελούν αυτολεξεί αντιγραφές από άλλα συγγράμματα κι ότι απλώς βασίστηκε σ’ άλλα συγγράμματα για να γράψει τα βιβλία του με τα δικά του χέρια και σκέψη. Του υπεβλήθη ότι και ο ίδιος εν αγνοία του αντέγραψε άλλα συγγράμματα κι ότι κι ο Εναγόμενος 1 συμπεριέλαβε στις δικές του εκδόσεις τα ίδια κι έτσι ο Ενάγων 1 εσφαλμένα θεωρεί ότι ο Εναγόμενος 1 αντέγραψε από τον ίδιο, με τον Ενάγοντα 1 ν’ αναφέρει ότι ο Εναγόμενος 1 προέβη σε αυτολεξεί αντιγραφή του δικού έργου. Απέδωσε τη μείωση στον αριθμό των μαθητών του φροντιστηρίου, όπως προκύπτει από τ’ αντίστοιχο Τεκμήριο κυρίως στ’ ότι άνοιξε το πανεπιστήμιο, αλλά επέρριψε κι ευθύνες στις ενέργειες του Εναγόμενου 1.

            Ως προς τα λοιπά αποσπάσματα βιβλίων που του παρουσιάστηκαν από την Υπεράσπιση και κατατέθηκαν κατά την αντεξέταση του Ενάγοντος 1 ως Τεκμήρια 17 έως 28, ο Ενάγων 1 ανέφερε ότι κανένα εξ αυτών δεν μοιάζει με τα δικά του, αντίθετα, το εγχειρίδιο των Εναγόμενων που είναι πανομοιότυπο με το δικό του.

            Τέλος υπεβλήθη στον Ενάγοντα 1 ότι η επιστολή ημερομηνίας 12.7.2016 ήταν δυσφημιστική. Χωρίς ο ίδιος να είναι σε θέση να τοποθετηθεί επί τούτου μια και αφορά νομικό ζήτημα και το αποτέλεσμα της διαδικασίας, ο μάρτυρας απλώς ανέφερε ότι την επιστολή ημερομηνίας 12.7.2016 την απέστειλαν οι δικηγόροι του και την έλαβε ο Εναγόμενος 1 κι ότι δεν δημοσιεύθηκε οπουδήποτε αλλού.

Σωτηρούλα Βορκά (ΜΕ1)

            Δεύτερη άκουσα τη Σωτηρούλα Βορκά, υπάλληλο του Τμήματος Φορολογίας. Σκοπός της κλήτευσής της στο Δικαστήριο ήταν να προσκομίσει έγγραφα που της ζητήθηκαν από την πλευρά των Εναγόντων. Κατά την έναρξη της μαρτυρίας της επεσήμανε ότι, βάσει σχετικής εγκυκλίου του Υπουργείου εις το οποίο το Τμήμα της υπάγεται, τα στοιχεία που της ζητήθηκαν να προσκομίσει καλύπτονται από υπηρεσιακό απόρρητο κι ότι η ιδιωτική διαφορά δεν αιτιολογεί αποκάλυψη ως θέμα δημοσίου συμφέροντος. Με σχετική ενδιάμεση Απόφασή μου, δεν επέτρεψα εν τέλει την κατάθεση των εγγράφων που κλητεύθηκε να παρουσιάσει η μάρτυρας, οπότε ουσιαστικά δεν δόθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία στην υπόθεση εκτός από το γεγονός ότι για τα έτη 2014, 2015 και 2019 έως και 2022, ο Εναγόμενος δεν υπέβαλε φορολογικές δηλώσεις. Η μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε.

Εναγόμενος 1

            Με το κλείσιμο της υπόθεσης για τους Ενάγοντες, άκουσα τον Εναγόμενο 1. Ως μέρος της κύριας εξέτασής του, κατάθεσε γραπτή δήλωση, το Έγγραφο Β, τ’ οποίο συνοψίζω ως εξής: Ο Εναγόμενος 1 αναφέρει τα προσόντα του και κατέθεσε τα  Τεκμήρια 29 και 30 σχετικά με την εγγραφή και δραστηριότητες της εμπορικής επωνυμίας. Ισχυρίζεται επίσης ότι το εγχειρίδιο που δίδεται στους μαθητές, δηλαδή το Τεκμήριο 9, είναι αποτέλεσμα κοπιώδους εργασίας του ιδίου και πνευματικό του έργο, ενώ οι αναφορές σε συγκεκριμένους λογιστικούς όρους δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι αποτελούν αναπαραγωγή των βιβλίων των Εναγόντων, καθότι προκύπτουν από τη λογιστική επιστήμη και τα διεθνή λογιστικά πρότυπα και είναι επομένως κτήμα της λογιστικής κοινότητας. Κατά τον Εναγόμενο 1, το Τεκμήριο 9 ουδεμία σχέση έχει με τα βιβλία των Εναγόντων. Προς απόδειξη των ισχυρισμών του παρέθεσε συγκεκριμένο πίνακα, ο οποίος περιέχει παραπομπές σε παραδείγματα ορισμών, ασκήσεων και πινάκων τα οποία ανευρίσκονται τόσο στο Τεκμήριο 9 όσο και σε συγκεκριμένες σελίδες των Τεκμήριων 17 έως 28.

Ήταν επίσης θέση του Εναγόμενου 1 ότι ουδέποτε θεώρησε την επιχείρησή του ανταγωνιστική μ’ εκείνη των Εναγόντων καθότι η ζήτηση για μαθήματα λογιστικής αυξάνεται στην Κύπρο, ενώ οι υπηρεσίες που ο ίδιος προσφέρει είναι ποιοτικά αναβαθμισμένες εν συγκρίσει μ’ εκείνες τον Εναγόντων.

            Έπειτα ο Εναγόμενος 1 αναφέρεται στην Ανταπαίτηση κι ισχυρίζεται ότι η επιστολή των δικηγόρων των Εναγόντων αποτελεί δυσφήμιση καθότι του αποδίδεται μ’ αυτή ανάρμοστη συμπεριφορά.

            Αντεξεταζόμενος υποστήριξε ότι ο ίδιος συνεισέφερε στη συγγραφή δύο παραγράφων στο βιβλίο του Ενάγοντος 1, ενόσω συνεργαζόταν μαζί του, αφού προφορικά ενημέρωσε τον Ενάγοντα 1 για ένα σημείο που έχρηζε αναθεώρησης. Εν τέλει, ως διαφάνηκε, ο Εναγόμενος 1 ισχυριζόμενος τα πιο πάνω χρησιμοποίησε τη φράση «πνευματικά δικαιώματα» προκειμένου να καταδείξει ότι στην παρούσα υπόθεση πρόκειται για ζητήματα που αφορούν τη λογιστική επιστήμη.

            Ενώ αρχικώς ανέφερε ότι δεν έχει βιβλία για τις τάξεις του λυκείου, κατόπιν αναγνώρισης εκτύπωσης σελίδας από προφίλ του Εναγόμενου 2 στο Facebook, Τεκμήριο 31, ανέφερε ότι τα εν λόγω βιβλία τα πουλά Παγκύπρια.

            Υποστήριξε ότι κατά μέσο όρο από το 2005 μέχρι και την ημέρα της μαρτυρίας του φοιτούν στο δικό του φροντιστήριο περί τους 110 μαθητές για το LCCI ανά μήνα, ενώ το σύνολο ανερχόταν στο μέγιστο των 200. Κατά τα έτη 2014, 2015 και 2016 τα δίδακτρα για έκαστο ανέρχονταν αντίστοιχα σε €50, €70 και €90 ανά μήνα. Ανέφερε επίσης ότι ο κύκλος εργασιών του φροντιστηρίου του είχε μεν σταδιακά ανοδική πορεία, αλλά τούτο δεν εξυπακούει κατ’ ανάγκη κι αύξηση των εσόδων.

            Αναγνώρισε ότι τα στοιχεία που παρουσιάζονται στο Τεκμήριο 8, τ’ οποίο κατέθεσε ο Ενάγων 1, είναι ακριβή κι αποδέχθηκε ότι το πρώτο επίπεδο εκμάθησης του LCCI είναι το δημοφιλέστερο.

            Σχετικά με το δικό του εγχειρίδιο, Τεκμήριο 9, περιόρισε τη χρήση του μέχρι και τους 18 μήνες σύνολο – έχοντας αναφέρει προηγουμένως ότι ήταν για ένα εξάμηνο κι έπειτα για μια σχολική χρονιά -, κι ανέφερε ότι περί το έτος 2016 άλλαξαν τα διεθνή λογιστικά πρότυπα κι έτσι και η διδακτέα ύλη. Ως προς το λόγο που δεν παρουσίασε άλλα βιβλία που χρησιμοποιούσε μετά τους 18 μήνες, ανέφερε ότι δεν θα άφηνε τις δραστηριότητές του για να στέλνει αυτά.

            Όταν του ζητήθηκε να επεξηγήσει τους λόγους που αποσπάσματα από τα εγχειρίδια του Ενάγοντος 1 εμφανίζονται αυτολεξεί στο Τεκμήριο 9, ανέφερε ότι στα εγχειρίδια του Ενάγοντος 1, σε συγκεκριμένο σημείο, δεν υπάρχει έμφαση (bold) στα γραφόμενα κι έπειτα ότι η ταύτιση σε συγκεκριμένα σημεία πρόκυψε λόγω της αποτύπωσης στο μυαλό του της ύλης που χρησιμοποιούσε ενόσω συνεργαζόταν με το φροντιστήριο του Ενάγοντος 1.

            Του ζητήθηκε να εντοπίσει αναφορές στα Τεκμήρια 17 έως 28, οι οποίες να εντοπίζονται και στα εγχειρίδια του Ενάγοντος 1, αλλά κι αντιστοίχως στο Τεκμήριο 9, με τον μάρτυρα να υποστηρίζει ότι τα γραφόμενα είναι κατ’ ουσία τα ίδια, αφού οι όροι έχουν την ίδια ερμηνεία. Ανέφερε ότι ούτε καν είδε τα βιβλία του Ενάγοντος 1. Κληθείς να επεξηγήσει συγκεκριμένες ομοιότητες μεταξύ του δικού εγχειριδίου και των βιβλίων του Ενάγοντος, όπως την αναγραφή συγκεκριμένων ίδιων αριθμών σε ίδιες λογιστικές πράξεις, ο Εναγόμενος 1 ανέφερε ότι οι αριθμοί χρησιμοποιούνται από 7 δισεκατομμύρια κόσμο, ενώ αναφορικά με τ’ ότι συγκεκριμένη σελίδα είναι πανομοιότυπη υπέδειξε ότι οι αναφορές αποτελούν μόνο λογιστικές παρουσιάσεις.

ΜΥ1

            Τελευταίος μάρτυρας στην υπόθεση ήταν ο εγκεκριμένος λογιστής Νικόλας Γιάλλουρος. Κατέθεσε, ως μέρος της κύριας εξέτασής του, γραπτή δήλωση, το Έγγραφο Γ. Μ’ αυτό ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι σύγκρινε τα εγχειρίδια του Ενάγοντος 1 με το εγχειρίδιο του Εναγόμενου 1 και κατέληξε ότι οι όποιες ομοιότητες εντοπίζονται αφορούν πολύ βασικές λογιστικές αρχές, που μπορούν να εντοπιστούν σε πολλά βιβλία λογιστικής και δεν μπορούν παρά να διατυπωθούν με συγκεκριμένο τρόπο. Ήταν επίσης η θέση του μάρτυρα ότι τα όσα διατυπώνονται δεν μπορεί να ειπωθεί ότι είναι δημιούργημα κάποιου συγκεκριμένου και η όποια ομοιότητα δεν μπορεί ν’ αποδοθεί σ’ αντιγραφή.

            Αντεξεταζόμενος επανέλαβε ότι οι ομοιότητες μεταξύ βιβλίων του Ενάγοντος 1 κι εγχειριδίου του Εναγόμενου 1 αφορούν σε ορολογίες του επαγγέλματος, αλλά κι ότι κάποιες ομοιότητες είναι ίσως τυχαίες. Έπειτα αποδέχθηκε ότι μπορεί να μην εντοπίζονται σ’ άλλα συγγράμματα απόλυτα όμοιες σελίδες, δηλαδή γραμμένες με την ίδια σειρά και διαμόρφωση, αλλά επέμεινε ότι οι έννοιες δεν είναι πνευματικά δικαιώματα του Ενάγοντος 1.

Αγορεύσεις συνηγόρων

            Με το κλείσιμο της υπόθεσης και για την Υπεράσπιση, οι συνήγοροι κατέθεσαν γραπτώς τις αγορεύσεις τους, τις οποίες, έχοντας τις λάβει υπόψη μου στην πλήρη μορφή τους, συνοψίζω ως ακολούθως:

            Από πλευράς τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Εναγόντων ξεκινούν συνοψίζοντας τη δικογραφία και προσκομισθείσα μαρτυρία, αλλά και δίδουν τη δική τους αξιολόγηση επ’ αυτής. Υποστηρίζουν, με αναφορές στο Νόμο και στη σχετική Νομολογία, ότι, εν προκειμένω, έχει αποδειχθεί ότι οι Εναγόμενοι παραβίασαν το δικαίωμα των Εναγόντων στην πνευματική τους ιδιοκτησία, η οποία αποτελεί πρωτότυπο έργο, εντός της εννοίας που αποδίδεται διαχρονικά κι εισηγούνται καταληκτικά ότι το Δικαστήριο έχει ενώπιον του όλα τα στοιχεία ούτως ώστε ν’ αποδώσει στους Ενάγοντες θεραπεία, έστω κι αν δεν έχει αποδειχθεί ειδική ζημιά, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τη διαγωγή των Εναγόμενων και τις περιστάσεις της υπόθεσης. Σημειώνεται επίσης ότι, μέσω της αγόρευσής τους, οι συνήγοροι δηλώνουν ότι παραιτούνται της αξίωσης για παροχή λογαριασμών (account for profits). Ως προς την Ανταπαίτηση, με τη λακωνική τοποθέτησή τους, οι συνήγοροι εισηγούνται ότι δεν έχει αποδειχθεί καν δημοσίευση του κειμένου, μια κι αυτό αποστάλθηκε μόνον στον Εναγόμενο 1 από τους ίδιους τους δικηγόρους.

            Εξ αντιθέτου οι ευπαίδευτοι συνήγοροι για τους Εναγόμενους υπεραμύνονται της θέσης του πελάτη του ότι τα όσα οι Ενάγοντα αποκαλούν παραβίαση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας αφορούν σε βασικές λογιστικές έννοιες οι οποίες είναι κοινό κτήμα, ενώ προβάλλουν και τη θέση ότι, από τη στιγμή που ο Ενάγων 1 χρησιμοποίησε προϋπάρχοντα κείμενα θα έπρεπε ν’ αποδείξει ότι έχει εφαρμόσει ανεξάρτητα τη δική του εργασία για να δικαιολογήσει ότι το αποτέλεσμα προστατεύεται. Αναφέρονται έπειτα και στο αστικό αδίκημα του αθέμιτου ανταγωνισμού, κι υποβάλλουν ότι οι Εναγόμενοι ουδέποτε εξασφάλισαν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα εις βάρος των Εναγόντων, αλλ’ ούτε και απέδειξαν ότι στοιχειοθετείται το αδίκημα που προβλέπεται στο Άρθρο 35 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148. Ως προς το ζήτημα των αποζημιώσεων, είναι η θέση των συνηγόρων ότι, στην απουσία στοιχείων που καταδεικνύουν οποιαδήποτε ειδική ζημιά αλλά κι οποιοδήποτε όφελος των Εναγόμενων, το Δικαστήριο, σε περίπτωση επιτυχίας της Αγωγής, θα μπορούσε να επιδικάσει μόνον ονομαστικές αποζημιώσεις. Σχετικά με την Ανταπαίτηση, οι συνήγοροι υποστηρίζουν ότι η Αγωγή κινήθηκε χωρίς νόμιμη αιτία και προς πρόκληση βλάβης στη φήμη και στο κύρος των Εναγόμενων κι εισηγούνται όπως χορηγηθούν προς αυτούς οι ανταπαιτητικώς αξιούμενες θεραπείες.     

Αξιολόγηση μαρτυρίας

Ενάγων 1

            Αξιολογώ τη μαρτυρία του Ενάγοντος 1 με προσοχή, έχοντας κατά νου το άμεσο όφελος που θα έχει από τυχόν έκδοση Απόφασης υπέρ του.

Τα προσόντα του Ενάγοντος 1 δεν αμφισβητήθηκαν κατά τη δίκη. Ούτε το γεγονός ότι είναι ο συγγραφέας των Τεκμηρίων 9 και 10, καθώς κι άλλων συγγραμμάτων, αλλ’ ούτε τ’ ότι έχει εδραιωθεί στην Κύπρο ως ένας εκ των αναγνωρίσιμων και εγνωσμένου κύρους καθηγητές λογιστικής, ως άλλωστε φάνηκε κι από τον αριθμό των μαθητών που φοίτησαν κοντά του κατά καιρούς. Επί τούτου η προσπάθεια της Υπεράσπισης περιορίστηκε στην έμμεση ανάδειξη των προσόντων του Εναγόμενου 2 ως συγκριτικά εμπλουτισμένων από εκείνων του Ενάγοντος 1, ζήτημα που εν πάση περιπτώσει δεν αφορούσε το εδώ επίδικο θέμα.

Κατά τη μαρτυρία του ο Ενάγων 1 ήταν σταθερός στις θέσεις του, απαντούσε με άνεση και δεν υπέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Οι απαντήσεις του συνήδαν απόλυτα με τις δικογραφημένες θέσεις των Εναγόντων. Πρέπει να πω ότι μεγάλο μέρος της αντεξέτασής του, η οποία ήταν εκτενής, αφορούσε το κατά πόσο τα βιβλία του είναι πράγματι προϊόν δικής του επινόησης ή εάν αυτά αποτελούν καταγραφή βασικών λογιστικών εννοιών, κοινών στη λογιστική κοινότητα. Ο Ενάγων 1, καθ’ όλη τη διαδικασία, ήταν ξεκάθαρος ότι ο ίδιος δεν έχει επινοήσει λογιστικές έννοιες ή ορισμούς κι ότι το παράπονό του δεν σχετίζεται με τούτο, αλλά επικεντρώνεται στην λέξη-προς-λέξη αντιγραφή ορισμένων σελίδων των εγχειριδίων του από τους Εναγόμενους, αλλά και στην αντιγραφή γραφημάτων και σχεδιαγραμμάτων.

Παρά τις προσπάθειες της Υπεράσπισης, η μαρτυρία του Ενάγοντος επί του θέματος παρέμεινε ακλόνητη. Παρά τα όσα του υποβλήθηκαν, δεν υπεδείχθη στον Ενάγοντα 1 οτιδήποτε απτό που ν’ αντικρούει ουσιωδώς τους ισχυρισμούς του. Μεγάλο μέρος των όσων κλήθηκε ο Ενάγων 1 ν’ απαντήσει αφορούσαν το κατά πόσο θα μπορούσε ν’ αποδειχθεί ότι ο ίδιος άντλησε στοιχεία από άλλα συγγράμματα κι επομένως τα ότι Τεκμήρια 10 και 11 δεν αποτελούν αυθεντική πνευματική του ιδιοκτησία, ισχυρισμός τον οποίο πρόβαλε η ίδια η Υπεράσπιση. Ο ίδιος ο Ενάγων 1 ανέφερε ότι κανένα εκ των συγγραμμάτων κι αποσπασμάτων, Τεκμηρίων 17 – 28, που η Υπεράσπιση παρουσίασε δεν είναι ίδια με τα δικά του, σ’ αντίθεση με το Τεκμήριο 9 – δηλαδή το εγχειρίδιο των Εναγόμενων – στο οποίο εντοπίζονται αντιγραμμένες ολόκληρες σελίδες χωρίς διαφοροποίηση. Η θέση τούτη του μάρτυρα, με απλή αντιπαραβολή των σχετικών Τεκμηρίων, επιβεβαιώθηκε.

Οφείλω να πω ότι η έκταση της αντεξέτασης του Ενάγοντος 1 δεν αντικατοπτρίζει τα όσα επί της ουσίας ενδιαφέρουν προς επίλυση του εδώ επίδικου ζητήματος. Τα βιβλία του Ενάγοντος, όπως και το εγχειρίδιο των Εναγόμενων, τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και έτυχαν σύγκρισης, τόσο από τον Ενάγοντα 1 όσο κι από τον Εναγόμενο 1. Και επί του ζητήματος τούτου, η θέση του Ενάγοντος 1 ότι οι επίμαχες σελίδες του βιβλίου του συναντιούνται πλήρως και λεπτομερώς αντιγραμμένες στο εγχειρίδιο των Εναγόμενων, κατέστη πασίδηλο – και πάλι – με απλή ανάγνωση κι αντιπαραβολή των σχετικών Τεκμηρίων 10, 11 κι 9.

Το κατά πόσο η αντιγραφή αποτελεί παραβίαση πνευματικών δικαιωμάτων, καθώς κι αν το κατά πόσο τα Τεκμήρια 10 κι 11 αποτελούν αυθεντική εργασία, αφορούν το τελικό συμπέρασμα του Δικαστηρίου κι επομένως δεν μπορεί να δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα στην όποια θέση του μάρτυρα, αλλά και των λοιπών μαρτύρων, ως προς το τούτο. Τέλος, οι θέσεις που υποβλήθηκαν στο μάρτυρα σε σχέση με την Ανταπαίτηση και το κατά πόσο η επιστολή των δικηγόρων του προς τον Εναγόμενο 1 αποτελούσε δυσφήμιση, επίσης αφορούν την κρίση του Δικαστηρίου, τ’ οποίο καλείται να εκτιμήσει κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις για στοιχειοθέτηση του αστικού αδικήματος της δυσφήμισης, μ’ αναφορά στο συγκεκριμένο κείμενο και το κατά πόσο αυτό δημοσιεύθηκε και η αξιολόγηση επί του θέματος, ως έχει νομολογηθεί δεν είναι δόκιμη[1].

Με όλα τα πιο πάνω κατά νου, ο Ενάγων 1 άφησε θετικότατη εντύπωση στο Δικαστήριο και δεν έχω οποιοδήποτε ενδοιασμό ν’ αποδεχθώ τη μαρτυρία του στο σύνολό της.

Σωτηρούλα Βορκά

            Ως ανέφερα παραθέτοντας την πολύ σύντομη μαρτυρία της, η ΜΕ1 κλητεύθηκε από την πλευρά των Εναγόντων προκειμένου να παρουσιάσει συγκεκριμένα στοιχεία σχετικά με τις φορολογικές δηλώσεις του Εναγόμενου 1. Λόγω της σχετικής ενδιάμεσης Απόφασής μου με την οποία έκρινα, εν πολλοίς, ότι τα συγκεκριμένα έγγραφα, με τη μορφή που παρουσιάστηκαν, δεν σχετίζονταν άμεσα με την ενώπιον μου διαδικασία, η μαρτυρία της ΜΕ1 ήταν εξαιρετικά περιορισμένη και τα όσα ανέφερε δεν έριξαν φως στα επίδικα θέματα ούτε και κρίνονται βοηθητικά αναφορικά με τα προς επίλυση ζητήματα ενώπιον μου. Αν και δεν έχω λόγο να μην κρίνω την μάρτυρα αξιόπιστη, επί της ουσίας, δεν είναι δυνατό να βασιστώ στη μαρτυρία της για εξαγωγή συμπερασμάτων.

Εναγόμενος 1

            Με την ίδια προσοχή, όπως και στην περίπτωση του Ενάγοντος 1, αξιολόγησα και τη μαρτυρία του Εναγόμενου 1.

            Κατά τη μαρτυρία του ο Εναγόμενος 1 ήταν εριστικός κι εμφανώς εκνευρισμένος. Τα εξωτερικά χαρακτηριστικά της μαρτυρίας του όμως, τα οποία αποτιμώνται αρνητικά, ωχριούν μπροστά στην πραγματικά αλγεινή εντύπωση που μου άφησε η ουσία της μαρτυρίας του. Ο Εναγόμενος 1 κατά την αντεξέτασή του πλατείαζε αποφεύγοντας ν’ απαντήσει ευθέως στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν. Υπέπεσε και σ’ αντιφάσεις όπως, αναφορικά με την αρχική του θέση ότι το εγχειρίδιό του, Τεκμήριο 9, το χρησιμοποιούσε για περίοδο μόνον 6 μηνών, την οποία έπειτα ανασκεύασε αναφέροντας ότι το χρησιμοποίησε για ένα σχολικό έτος, για να καταλήξει, εν τέλει, στ’ ότι το χρησιμοποιούσε για 18 μήνες. Αναγκάστηκε επίσης ν’ ανασκευάσει τη θέση του σχετικά με το κατά πόσο ο ίδιος πουλά βιβλία λυκείου, μόνον όταν του τέθηκε το Τεκμήριο 31, έχοντας ήδη αρνηθεί κάτι τέτοιο.

            Ο Εναγόμενος 1 δεν δίστασε μάλιστα να προβάλει κι εκτός δικογράφων θέσεις, οι οποίες, ειρήσθω εν παρόδω, παρέμειναν και μετέωρες, όπως ότι ο ίδιος συνεισέφερε στην συγγραφή ενός εκ των βιβλίων του Ενάγοντος 1. Η επικαλούμενη συνεισφορά του, σύμφωνα με την ανάπτυξη του θέματος από τον Εναγόμενο 1, ήταν να υποδείξει στον Ενάγοντα 1, και τούτο προφορικά, ότι δύο παράγραφοι έχρηζαν διαφοροποίησης. Η θέση τούτη, αφενός, ουδέποτε υποβλήθηκε στον Ενάγοντα 1 από το συνήγορο των Εναγόμενων, αλλά κι αφετέρου, κι όπως προανέφερα, δεν αποτελούσε δικογραφημένη θέση των Εναγόμενων. Παρά την ύστερη προσπάθειά του ν’ αποδώσει τα όσα ισχυρίστηκε σε μία, κατά τον ίδιο, αντίληψη της ερμηνείας του όρου «πνευματικά δικαιώματα», διαφάνηκε ότι σκοπός του Εναγόμενου 1 ήταν να υπερβάλει τους ισχυρισμούς του και να προσπαθήσει τεχνηέντως ν’ αποφύγει τα ουσιαστικά ζητήματα για τα οποία κλήθηκε να μαρτυρήσει.

             Άλλη μια ένδειξη της τάσης τούτης του Εναγόμενου 1 ήταν και τα όσα ανέφερε όταν κλήθηκε να απαντήσει αναφορικά με τις πρόδηλες ομοιότητες μεταξύ του Τεκμηρίου 9 και των Τεκμηρίων 10 κι 11. Ο Εναγόμενος 1 αρκέστηκε στο να υποδείξει ότι σ’ ένα σημείο η γραμματοσειρά που χρησιμοποίησε ο ίδιος ήταν μ’ έμφαση (bold). Ενώ αναφορικά με το κατά πόσο ακόμα κι οι αριθμοί που χρησιμοποίησε σε πίνακα, ο οποίος εντοπίζεται και σε βιβλίο του Ενάγοντος 1, ήταν ίδιοι, ο Εναγόμενος 1 αρκέστηκε στο ν’ αναφέρει ότι αυτοί οι αριθμοί χρησιμοποιούνται από 7 δισεκατομμύρια ανθρώπους, επειδή απλώς υπάρχουν ως αριθμοί. Όταν του ζητήθηκε να εντοπίσει τη συγκεκριμένη αποτύπωση σε οποιοδήποτε εκ των Τεκμηρίων 17 έως 28 που ο ίδιος προσκόμισε, ο Εναγόμενος 1 παρέπεμψε σε μια σελίδα που εντόπισε απλώς και μόνο να εμφανίζεται ο αριθμός 250, πλην όμως σε εντελώς άλλο πλαίσιο από τον πίνακα που παρουσιάζεται αυτούσιος τόσο στο δικό του εγχειρίδιο, όσο και στα εγχειρίδια του Ενάγοντος 1.

            Αποτέλεσε επίσης θέση της Υπεράσπισης ότι τα όσα ο Ενάγοντας 1 περιλαμβάνει στα βιβλία του αποτελούν απλώς λογιστικούς όρους κι έννοιες τόσο βασικές που είναι κτήμα της λογιστικής κοινότητας και δεν είναι δυνατό ν’ αποτελούν πνευματικό έργο του Ενάγοντος 1. Το κατά πόσο τούτο ισχύει ή όχι θ’ απασχολήσει το Δικαστήριο σε κατοπινό μέρος της παρούσας. Εκείνο που ελέγχεται εν προκειμένω αφορά τη μαρτυρία του Εναγόμενου 1 επί του θέματος. Κληθείς να εντοπίσει οτιδήποτε είτε στα Τεκμήρια 17 έως 28 που ν’ αντέγραψε ο Ενάγοντας 1 στα δικά του βιβλία, αλλά και παράλληλα να υποδείξει που φαίνεται ότι εκείνος χρησιμοποίησε τα συγκεκριμένα Τεκμήρια 17 έως 28 για να εκπονήσει τις επίμαχες σελίδες στο δικό του εγχειρίδιο, ο Εναγόμενος 1 εξήγησε εν τέλει ότι είναι κατ’ ουσία που το κείμενο έχει το ίδιο περιεχόμενο με το δικό του και παράλληλα στήριξε σθεναρά τη θέση ότι δεν είδε καν τα βιβλία του Ενάγοντος 1 προκειμένου να γράψει το δικό του. Οι θέσεις τούτες, εκτός από αυτοαναιρετικές, καταρρίπτονται μόνο με απλή σύγκριση των Τεκμήριων 10 και 11 με το Τεκμήριο 9. Όσων δε αφορά το κατά πόσο ο Εναγόμενος 1 είδε τα βιβλία του Ενάγοντος 1, ενώ ο Εναγόμενος 1 ήταν κάθετος επ’ αυτού, κληθείς να εξηγήσει τις ομοιότητες, ανέφερε σε κατοπινό στάδιο της αντεξέτασής του ότι αυτές πιθανώς κι εν μέρει να οφείλονται στα χρόνια που συνεργαζόταν με το φροντιστήριο των Εναγόντων. Εκτός του ότι η θέση προβλήθηκε εκ των υστέρων, δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στη λογική. Από τη μία ο Εναγόμενος 1 ισχυρίστηκε ότι δεν είδε καν τα εγχειρίδια του Ενάγοντος 1 όταν δημιουργούσε το εγχειρίδιό του κι από την άλλη απέδωσε τις ομοιότητες στην αποτύπωση των γραφομένων του Ενάγοντος 1 στο μυαλό του, ενέργεια που, κατά τα φαινόμενα, θ’ απαιτούσε φωτογραφική μνήμη κι ακρίβεια, μια και εκτός των κειμένων, παρουσιάζονται αντιγραφές αυτούσιων πινάκων με ακόμα και τους αριθμούς να μην διαφοροποιούνται.

            Επίσης αρνητική εντύπωση προκάλεσε και η δικαιολογία που ο Εναγόμενος πρόβαλε για την άρνησή του ν’ αποστείλει τ’ άλλα εγχειρίδιά στους Ενάγοντες και στους δικηγόρους τους, προβάλλοντας ότι δεν μπορούσε ν’ αφήσει τις δουλειές του για τούτο.      

Τέλος, ακατανόητη ήταν και η θέση του αναφορικά με το κατά πόσο η επιχείρηση των Εναγόντων ήταν ανταγωνιστική με τη δική του. Υπενθυμίζω ότι αποτέλεσε κοινό τόπο ότι αμφότεροι οι διάδικοι λειτουργούν φροντιστήρια λογιστικής στη Λευκωσία, τα οποία μεταξύ άλλων, προετοιμάζουν μαθητές για τις εξετάσεις του LCCI. Η εξήγηση που ο Εναγόμενος 1 έδωσε για την προαναφερθείσα θέση του ήταν ότι η ζήτηση για μαθήματα λογιστικής αυξάνεται οπότε και δεν αποτελεί ανταγωνιστή των Εναγόντων. Ως καθίσταται προφανές η εξήγηση στερείται πειστικότητας αφού – και πάλι – ο Εναγόμενος 1 κατέφυγε σε προσπάθεια απόδοσης διαφορετικής ερμηνείας από τη συνήθη, δηλαδή έθεσε το ζήτημα ωσάν το ερώτημα να ήταν εάν υπάρχει θέση για περισσότερο του ενός φροντιστηρίου λογιστικής στη Λευκωσία.

Είναι για τούτους τους λόγους που κρίνω ότι ο Εναγόμενος 1 δεν ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια, αλλά για να χρησιμοποιήσει το βήμα του μάρτυρα για ν’ αναδείξει την υπεροχή του σ΄ επίπεδο επαγγελματικής κατάρτισης έναντι του Ενάγοντος 1 και για να υποβαθμίσει, με κάθε τρόπο, τα εγχειρίδια του Ενάγοντος 1, προσφεύγοντας σε δικές του ερμηνείες, οι οποίες ούτε μπορούσαν να συγκεραστούν με τα Τεκμήρια που ο ίδιος προσκόμισε, αλλ’ ούτε να υποστηριχθούν λογικώς.

Απορρίπτω τη μαρτυρία του ως αναξιόπιστη.

MY1

            Κατά παρόμοιο τρόπο αξιολογώ και τη μαρτυρία του ΜΥ1. Ουσιαστικά ο ΜΥ1 επανέλαβε τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου, αναδεικνύοντας ότι οι όποιες ομοιότητες στα βιβλία του Ενάγοντος με το εγχειρίδιο του Εναγόμενου 1 προκύπτουν ως εκ της φύσεως του πραγματευόμενου ζητήματος κι ότι αυτές εντοπίζονται και σ’ άλλα βιβλία λογιστικής, ακόμα και στο διαδίκτυο.

Κληθείς όμως ο ΜΥ1 να υποδείξει με ποια συγκεκριμένα στοιχεία κατέληξε στο συμπέρασμά του, κατέφυγε κατ’ ουσία στην ίδια ερμηνεία που και ο Εναγόμενος απέδωσε. Αδυνατούσε δηλαδή να υποστηρίξει τον ισχυρισμό του έστω και μ’ ένα παράδειγμα που να φανερώνει ομοιότητες στο βαθμό που αβίαστα διαπιστώνονται στα συγκρινόμενα επίδικα κείμενα κι αρκέστηκε στο ν’ αναφέρει ότι ο Ενάγοντας 1 δεν εφηύρε βασικούς λογιστικούς όρους. Εν τέλει και έχοντας ενώπιον του τα Τεκμήρια 10, 11 και 9, ο ΜΥ1, αναγκάστηκε ν’ ανασκευάσει τον αρχικό ισχυρισμό του έως και να τον αναιρέσει, δεχόμενος ότι σελίδες που να παρουσιάζουν τέτοιο βαθμό ομοιότητες όπως εκείνες που παρουσιάζουν αναμεταξύ τους τα προαναφερθέντα Τεκμήρια, δεν εντοπίζονται στα λοιπά Τεκμήρια 17 έως 28.

            Εν όψει των πιο πάνω και δη του γεγονότος ότι εν τέλει η μαρτυρία του ΜΥ1 εστίασε στην επανάληψη της θέσης του Εναγόμενου, δεν μπορώ παρά να την κρίνω ως ακροσφαλές έδαφος για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του.

Ευρήματα γεγονότων

            Στη βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας, αλλά και των μη αμφισβητούμενων γεγονότων προβαίνω στα εξής ευρήματα, τα οποία συμπληρώνω πιο κάτω κατόπιν ανάλυσης που ακολουθεί:

            Ο Ενάγων 1 είναι καθηγητής λογιστικής, ιδρυτής και μέτοχος της Ενάγουσας 2 από τη δεκαετία του 1980. Η Ενάγουσα 2 λειτουργεί ιδιωτικό φροντιστήριο στη Λευκωσία στ’ οποίο παραδίδονται μαθήματα λογιστικής, συμπεριλαμβανομένης και προετοιμασίας για τις εξετάσεις του LCCI σε τρία επίπεδα.

            Ο Ενάγων 1 είναι επίσης και συγγραφέας, μεταξύ άλλων, των βιβλίων - εγχειριδίων Τεκμηρίων 10 και 11, τα οποία αντιστοίχως εκδόθηκαν το 1998 και το 2008 και τα οποία διένειμε προς χρήση στους μαθητές του φροντιστηρίου.

            Ο Εναγόμενος 1 είναι επίσης καθηγητής λογιστικής και διατηρεί την Εναγόμενη 2 εμπορική επωνυμία με την οποία λειτουργεί ιδιωτικό φροντιστήριο στη Λευκωσία στ’ οποίο παραδίδονται μαθήματα λογιστικής, συμπεριλαμβανομένης και προετοιμασίας για τις εξετάσεις του LCCI σε τρία επίπεδα.

            Ο Εναγόμενος 1 είναι ο συγγραφέας του Τεκμηρίου 9, τ’ οποίο εκδόθηκε το έτος 2014 και τ’ οποίο οι Εναγόμενοι διένειμαν προς χρήση στους μαθητές του φροντιστηρίου τους.

            Ο Εναγόμενος 1 μεταξύ των ετών 1991 και 2003 συνεργαζόταν με τους Ενάγοντες ως ένας εκ των καθηγητών στο φροντιστήριο που λειτουργούν.

            Η σελίδα 8 του Τεκμηρίου 9 είναι, εξαιρουμένων των λέξεων που συνοδεύουν τον υπότιτλο balance sheet και ενός σχεδιαγράμματος στο κάτω μέρος, λέξη-προς-λέξη ίδια με τη σελίδα 3 του Τεκμηρίου 10 και τη σελίδα 3 του Τεκμηρίου 11.

            Η σελίδα 17 του Τεκμηρίου 9 είναι, εξαιρουμένων των λέξεων που ακολουθούν τον υπότιτλο real accounts και ενός γραφήματος στο κάτω αριστερό μέρος, λέξη-προς-λέξη ίδια με τη σελίδα 17 του Τεκμηρίου 10 και τη σελίδα 15 του Τεκμηρίου 11, με το Τεκμήριο 9 μάλιστα να περιλαμβάνει και σχεδόν αυτολεξεί τη σημείωση που το Τεκμήριο 11 φέρει στο κάτω μέρος της σελίδας και η οποία λείπει από το Τεκμήριο 10.

            Οι σελίδες 18, 23, 24, 26, 42 και 43 του Τεκμηρίου 9 είναι κατ’ αντιστοιχία λέξη-προς-λέξη ίδιες με τις σελίδες 18, 21, 22, 23, 24, 47 και 48 του Τεκμηρίου 10 και τις σελίδες 16, 19, 20, 21, 22, 49, 50, 145 και 146 του Τεκμηρίου 11.

            Το κείμενο που βρίσκεται στη σελίδα 45 του Τεκμηρίου 9 υπό τον τίτλο Drawings εντοπίζεται ίδιο λέξη-προς-λέξη στη σελίδα 49 του Τεκμηρίου 10 και στη σελίδα 147 του Τεκμηρίου 11, ενώ ο πίνακας που βρίσκεται στην ίδια σελίδα του Τεκμηρίου 9 είναι πανομοιότυπος με τους πίνακες που περιλαμβάνονται στη σελίδα 147 του Τεκμηρίου 11. Οι δε 9 ορισμοί που δίνονται στη σελίδα 45 του Τεκμηρίου 9, εξαιρουμένων των λέξεων που συνοδεύουν τον υπότιτλο balance sheet, είναι λέξη-προς-λέξη ίδιοι με τους ορισμούς που περιλαμβάνονται στη σελίδα 3 του Τεκμηρίου 10 και τη σελίδα 3 του Τεκμηρίου 11.

            Η σελίδα 66 του Τεκμηρίου 9 είναι λέξη-προς-λέξη ίδια με το κείμενο που βρίσκεται στο δεύτερο μισό της σελίδας 82 και συνεχίζει στη σελίδα 83 του Τεκμηρίου 10 καθώς και με το κάτω μέρος της σελίδας 70 που συνεχίζει στη σελίδα 71 του Τεκμηρίου 11.

            Το κείμενο των 14 σημείων στη σελίδα 67 του Τεκμηρίου 9 υπό τον τίτλο Points to remember in recording transactions in the Cash Book είναι λέξη-προς-λέξη ίδιο με το κείμενο των ίδιων 14 σημείων που εντοπίζεται στη σελίδα 69 και συνεχίζει στη σελίδα 70 του Τεκμηρίου 11, και λέξη-προς-λέξη ίδιο με το κείμενο που εντοπίζεται στη σελίδα 81 και συνεχίζει στη σελίδα 82 του Τεκμηρίου 10, εξαιρουμένων 2 εκ των εν λόγω 14 σημείων.

            Το κείμενο στη σελίδα 106 του Τεκμηρίου 9 υπό τον τίτλο Trade discount and cash discount είναι λέξη-προς-λέξη ίδιο με το κείμενο που εντοπίζεται στη σελίδα 143 του Τεκμηρίου 10, εξαιρουμένης της προσθήκης note to remember πριν την καταληκτική πρόταση που είναι επίσης η ίδια, και λέξη-προς-λέξη ίδιο μ’ εκείνο που εντοπίζεται στη σελίδα 47 του Τεκμηρίου 11, η οποία περιέχει και τη σημείωση note to remember πριν την καταληκτική πρόταση.

            Η σελίδα 119 του Τεκμηρίου 9 είναι λέξη-προς-λέξη ίδια με τη σελίδα 225 του Τεκμηρίου 11.

            Στη σελίδα 125 του Τεκμηρίου 9, το κείμενο που εντοπίζεται πριν το μέσο της σελίδας και ξεκινά με τη φράση depreciation in defined as […], είναι λέξη-προς-λέξη ίδιο με εκείνο της σελίδας 165 που συνεχίζει στη σελίδα 166 μέχρι και το σημείο revaluation method (συμπεριλαμβανομένου) του Τεκμηρίου 10, αλλά και λέξη-προς-λέξη ίδιο μ’ εκείνο που εντοπίζεται στη σελίδα 129 του Τεκμηρίου 11 και συνεχίζει στη σελίδα 130, η οποία επίσης περιλαμβάνει κι αυτούσιο τον πίνακα υπό τον τίτλο book-keeping entries for the provision of annual depreciation journal, που ξεκινά από τη σελίδα 125 του Τεκμηρίου 9 και ολοκληρώνεται στη σελίδα 126 του ιδίου.

            Η σελίδα 140 του Τεκμηρίου 9, περιέχει λέξη-προς-λέξη ίδιο μέρος του κειμένου που εντοπίζεται στη σελίδα 259 και συνεχίζει στη σελίδα 260 του Τεκμηρίου 10 καθώς και μέρος του κειμένου που εντοπίζεται στη σελίδα 197 και συνεχίζει στη σελίδα 198 του Τεκμηρίου 10.

            Εκτός από συγκεκριμένους όρους κι επικεφαλίδες, σε κανένα εκ των Τεκμηρίων 17 έως 28 εντοπίζεται κείμενο που να είναι όμοιο με τα επίδικα κείμενα.

            Κατά τον επίδικο χρόνο ο Εναγόμενος χρησιμοποιούσε το Τεκμήριο 9 για περίοδο 18 μηνών και το διένειμε στους μαθητές του φροντιστηρίου του που παρακολουθούσαν το πρώτο επίπεδο των εξετάσεων για το LCCI, ενώ κατά τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή μεταξύ των ετών 2014 και 2016, στο φροντιστήριο του Εναγόμενου φοιτούσαν κατά μέσο όρο περί τους 50 μαθητές ανά εξάμηνο στο πρώτο επίπεδο. Τα μηνιαία δίδακτρα ανέρχονταν για το έτος 2014 σε €50, για το έτος 2015 σε €70 και για το έτος 2016 σε €90.

            Εκτός από τα εξώφυλλά και τις εισαγωγικές σελίδες τους, το Τεκμήριο 9 έχει συνολική έκταση περί τις 155 σελίδες, το Τεκμήριο 10 περί τις 340 σελίδες και το Τεκμήριο 11 περί τις 280 σελίδες.

            Οι συνήγοροι του Ενάγοντος απέστειλαν, στις 14.7.16, στον Εναγόμενο 1 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, Τεκμήριο 13, με συνημμένη την επιστολή, Τεκμήριο 12, ημερομηνίας 12.7.16. Ο Εναγόμενος 1 απάντησε στους συνηγόρους του Ενάγοντος 1 με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στις 14.7.2016.

Νομική Πτυχή

Γενικά

            Σε αστικής φύσεως υποθέσεις ο Ενάγων έχει το γενικό βάρος ν’ αποδείξει ότι η απαίτησή του είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι[2]. Το βάρος αποσείεται αποκλειστικά με μαρτυρία που κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη από το Δικαστήριο[3]. Το νομικό βάρος όμως δεν πρέπει να συγχέεται με το αποδεικτικό βάρος απόδειξης. Το πρώτο είναι πάντοτε στους ώμους του Ενάγοντος και δεν μεταφέρεται, ενώ το αποδεικτικό υποδηλώνει το βάρος που διάδικος φέρει να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία για την υποστήριξη επίδικου ή σχετικού θέματος, έτσι ώστε το Δικαστήριο να καλέσει την άλλη πλευρά ν’ απαντήσει.

Ειδικά

Προσβολή δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας:

            Σύμφωνα με το Άρθρο 3(1) του περί του Δικαιώματος Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων Νόμου του 1976 (Ν.59/76) στο (στο εξής ο «Ν.59/76»):

Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, προστατεύσιμα υπό του παρόντος Νόμου είναι—

(α)Υπό μεν δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας—

[…]

(ii) φιλολογικά έργα, συμπεριλαμβανομένων των προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών

Ενώ στο Άρθρο 2 του Ν.59/76 ως «φιλολογικό έργο» ορίζεται και περιλαμβάνει:

[…] αvεξαρτήτως φιλoλoγικής πoιότητoς, oιovδήπoτε τωv κάτωθι ή παρoμoίωv πρoς αυτά έργωv, ήτoι-

(γ) εγχειρίδια, πραγματείας, ιστoρικά έργα, βιoγραφίας, δoκίμια και άρθρα

Στο ίδιο Άρθρο 2, «έργο»:

[..] περιλαμβάvει μεταφράσεις, πρoσαρμoγάς, vέας απoδόσεις ή διασκευάς πρoϋφισταμέvωεπιστημονικών, φιλολογικών, μουσικών ή καλλιτεχνικών έργωv, ως επίσης και αvθoλoγίας, συλλoγάς ή έργα άτιvα, λόγω της επιλoγής και διασκευής τoυ περιεχoμέvoυ αυτώv, εμφαvίζoυv πρωτότυπov τιvα χαρακτήρα·

Σύμφωνα δε με το Άρθρο 3(2) του Ν.59/76:

(2) Δεν προστατεύεται κατά τον παρόντα Νόμο αντικείμενο, το οποίο—

(α) Δεν έχει διατυπωθεί γραπτά, φωνογραφηθεί, καταγραφεί, εγγραφεί με οποιοδήποτε τρόπο με ηλεκτρονικά ή άλλα μέσα, ή διαφορετικά εμφανισθεί με κάποια υλική μορφή, και

(β) δεν είναι πρωτότυπο:

Νοείται ότι έργο είναι πρωτότυπο, αν είναι προσωπικό πνευματικό δημιούργημα του δημιουργού του και όχι αντιγραφή ήδη υπάρχοντος έργου ή προσχεδίου ή προπλάσματος έργου. Η αναγνώριση προστασίας δεν εξαρτάται από την εφαρμογή κανενός πρόσθετου κριτηρίου.

Στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 23η έκδοση, 2020, σελίδα 1883, παράγραφος 24-10 δίδεται η εξής ερμηνεία του όρου «πρωτότυπο φιλολογικό έργο»:

«The definition of “literary work” is a wide one. The authorities conflict as to whether it is wide enough to encompass any ordered information, for example, circuit diagrams. There is no requirement for literary style or merit, although a single word or a title of a book or broadcast will not count as a literary work. Comparatively little by way of originality has traditionally been required in order for a literary work to attract copyright. However, EU case law has introduced a requirement that the work be the author’s own intellectual creation and this may have raised the hurdle. Nevertheless, an extract of a larger work comprising as few as 11 words will be a protected work if it contains an element of the work which, as such, expresses the author’s own intellectual creation».

Ως προς τον όρο «πρωτότυπο», στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Κώστας Σωκράτους ν Gruppo Editoriale Fabbri – Bompiani κ.α. (1997) 1 Α.Α.Δ. αναφέρθηκαν τα εξής, με αναφορά στην αυθεντία University of London Press Ltd. v. University Tutorial Press Ltd. [1916] 2 Ch 601:

«"Τhe word "original" does not in this connection mean that the work must be the expression of original or inventive thought. Copyright Acts are not concerned with the originality of ideas, but with the expression of thought ... The originality which is required relates to the expression of the thought. But the Act does not require that the expression must be in an original or novel form, but that the work must not be copied from another work - that it should originate from the author."

O ορισμός αυτός έτυχε ευρείας αποδοχής και ακολουθήθηκε απαρέγκλιτα από δικαστήρια όλων των βαθμίδων. Περιοριζόμαστε σε τρία παραδείγματα: Macmillan & Co. Ltd. v. Cooper (K. & J.) [1923] L.R. 51 Ind. App. 109, 93 L.J.P.C. 113, 40 T.L.R. 186, […]

Ο δικαστής Lord Αtkinson είχε συζητήσει περαιτέρω τα χαρακτηριστικά της πρωτοτυπίας στην υπόθεση MacMillan, ανωτέρω:

"Ιt will be observed that it is the product of the labour, skill, and capital of one man which must not be appropriated by another, not the elements, the raw material, if one may use the expression, upon which the labour and skill and capital of the first have been expended. To secure copyright for this product it is necessary that labour, skill, and capital should be expended sufficiently to impart to the product some quality or character which the raw material did not possess, and which differentiates the product from the raw material."

Θα προσθέταμε ότι στην ίδια απόφαση, αφού ο δικαστής αναφέρεται επιδοκιμαστικά σε αμερικανική απόφαση στο ίδιο θέμα, παρατηρεί στη συνέχεια:

"It brings out clearly the distinction between the materials upon which one claiming copyright has worked and the product of the application of his skill judgment, labour and learning to these materials, which product though it may be neither novel nor ingenious, is the claimant's original work in that it originates from him, and is not copied."

Είναι άξιο μνείας από την πρωτόδικη απόφαση και απόσπασμα από το κλασσικό στο θέμα έργο των Copinger and Skone James on Copyright, 12η έκδοση (1980) παράγραφος 456, σελ. 175 και 176. Από αυτό προκύπτει πως είναι η μορφή της πνευματικής εργασίας το προστατεύσιμο στοιχείο και όχι η ιδέα ή το περιεχόμενο:

"What is protected is not original thought or information, but the original expression of thought or information in some concrete form. Consequently, it is only an infringement if the defendant has made an unlawful use of the form in which the thought or information is expressed. The defendant must, to be liable, have made a substantial use of this form; he is not liable if he has taken from the work the essential idea, however original, and expressed the idea in his own form, or used the idea for his own purposes."».

Και πιο κάτω στην ίδια Απόφαση στην Κώστας Σωκράτους (ανωτέρω) εντοπίζονται τα εξής αναφορικά με την εμβέλεια της προστασίας:

«Το αγγλοσαξωνικό δίκαιο επικεντρώνεται στην απαγόρευση ουσιαστικής αντιγραφής ενός έργου. Είναι η πλέον κοινότυπη μέθοδος παραβίασης του δικαιώματος. Η ιδέα, όσο πρωτότυπη και αν παρουσιάζεται, δεν είναι προστατεύσιμο στοιχείο παρόλο που μέχρις ενός σημείου τυγχάνει έμμεσης προστασίας. Τη θεώρηση του αγγλικού δικαίου κατοπτρίζει σωστά το παρακάτω απόσπασμα από τους Clerk & Lindsell on Torts" 16η έκδοση, 1989, παράγραφος 28-02 στη σελ. 1550, που βασίζεται στις αποφάσεις που παραθέτουν οι εκδότες στις υποσημειώσεις:

"Copyright is a right to prevent actual copying or use of the actual work unaltered, rather than a monopoly of a certain field: the similarity of two works does not of itself constitute infringement, but may lead to the inference that one was copied from the other. There is no copyright in an idea, as such, however original, as an idea does not fall within any of the categories of protected "works"; but once an idea has been reduced to a form of expression that attracts copyright, the idea indirectly will receive a measure of protection."».

            Όσων αφορά την προσβολή του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, σχετικό είναι το Άρθρο 13 του Ν.59/76 στ’ οποίο αναφέρονται τα εξής:

«(1) Το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας προσβάλλεται από όποιο πρόσωπο προβαίνει, προκαλεί ή επιτρέπει σε άλλο πρόσωπο να προβεί, χωρίς την άδεια του δικαιούχου, στην τέλεση πράξης η οποία ελέγχεται από δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας.

[…]

(3) Σε αγωγή για προσβολή δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας -

(α) θεωρείται ότι έργο προστατεύεται με δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας, εκτός εάν ο εναγόμενος εγείρει τούτο ως επίδικο θέμα·

(β) οποτεδήποτε η ύπαρξη του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας δεν εγείρεται ως επίδικο θέμα, ο ενάγοντας θεωρείται δικαιούχος του απαιτούμενου δικαιώματος, εκτός εάν ο εναγόμενος εγείρει την ιδιοκτησία ως επίδικο θέμα·

(γ) μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου, το μεν έργο θεωρείται ότι είναι πρωτότυπο, η δε προβαλλόμενη από τον ενάγοντα, σε περίπτωση δημοσίευσης, ημερομηνία και τόπος αυτής τεκμαίρονται ως αληθείς.

(4) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, οι προσβολές κατά του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας είναι αγώγιμες, με αίτηση του δικαιούχου της πνευματικής ιδιοκτησίας.

(5) Σε κάθε αγωγή για προσβολή κατά του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, ο ενάγοντας δύναται να χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα θεραπείας με τη μορφή αποζημίωσης, απαγορευτικού διατάγματος, κατάθεσης λογαριασμών ή άλλως πως, τα οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει σε κάθε αντίστοιχη διαδικασία σε σχέση με την προσβολή άλλων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένου και του δικαιώματος παράδοσης στο δικαιούχο του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, ο οποίος θεωρείται ιδιοκτήτης όλων των αντιτύπων που, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αποτελούν αντίτυπα που ενέχουν προσβολή του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας που υπάρχει στο έργο αυτό:

Νοείται ότι δύναται να εκδοθεί απαγορευτικό διάταγμα κατά των διαμεσολαβητών, οι υπηρεσίες των οποίων χρησιμοποιούνται από τρίτο για την προσβολή δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας.»

Σύμφωνα με το σύγγραμμα Halsburys Laws of England, 5η Έκδοση, 2016, Τόμος 23 σελίδα 484 παράγραφος 712:

«The copying of the work is an act restricted by the copyright in every description of work».

Εν σχέση με τη συγκεκριμένη παραβίαση το Δικαστήριο, εκ τού Νόμου, έχει εξουσία να επιδικάζει κι επιπρόσθετες αποζημιώσεις υπό ορισμένες προϋποθέσεις είναι η παράγραφος 7 του ίδιου Άρθρου 13 του Ν.59/76, στ’ οποίο αναφέρονται τα εξής:

«(7) Οποτεδήποτε, σε αγωγή δυνάμει του παρόντος άρθρου, αποδεικνύεται ή γίνεται παραδεκτή η προσβολή δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας και το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη επιπρόσθετα από όλους τους υπόλοιπους ουσιώδεις λόγους -

(α) το κατάφωρο της προσβολής, και

(β) το τυχόν όφελος, το οποίο αποδεδειγμένα έχει προσπορισθεί ο εναγόμενος λόγω της προσβολής,

πείθεται ότι ο ενάγοντας δε δύναται άλλως πως να τύχει αποτελεσματικού μέσου θεραπείας, έχει εξουσία, κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσης λόγω της προσβολής, να επιδικάσει τέτοια επιπρόσθετη αποζημίωση δυνάμει του παρόντος εδαφίου, την οποία αυτό δύναται να θεωρήσει αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις».

Ως προς τον υπολογισμό των αποζημιώσεων σε περίπτωση που αποδειχθεί παραβίαση δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, σχετική είναι η Απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Άγγελος Κυριάκου Εκδόσεις Λτδ. ν Κυπριακής Δημοκρατίας (2013) 1 Α.Α.Δ. 1852, στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής βοηθητικά:

«Σε περίπτωση παραβίασης δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, θεωρούμε ότι πρωτοδίκως τέθηκαν με επάρκεια οι παράμετροι που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο επιδίκασης αποζημιώσεων. Θεωρούμε, όμως, χρήσιμη την αναφορά στο Σύγγραμμα Cornish Llewlyn & Alpin "Intellectual Property" 7η έκδοση, σελ.82 και 83:

«Ιn arriving at the measure of damages in the various fields of intellectual property, courts have to deal with recurrent circumstances. The similarities are often of broad outline rather than of detail. Accordingly statements about the proper approach to assessment provide general guidelines, not strict rules. In particular the judges resist being saddled with any single test for all cases. The fact that a particular assessment is difficult and must be rather rough-and-ready is not a reason for refusing to attempt it.

There are many ways in which particular copyrights and patents may be exploited. A starting point in assessing damages is accordingly to ask whether the claimant and defendant are in actual competition. Where this is so, the next question is whether the defendant might have had the claimant' s licence if only he had sought it. Then the measure of damages will likely be what the claimant would have charged for a licence (on the basis of the "user" principle". The award for infringements already perpetrated may well be based on a royalty for each infringement.  However, the claimant is not normally under any compulsion to grant licences. If he would not have done so, the court will look to his losses through the defendant' s competition. It is only where the claimant' s and defendant's anticipated profits are the same in the same market that the defendant' s gain will be the claimant' s loss […]"»

Δυσφήμιση

            Η Ανταπαίτηση των Εναγόμενων βασίζεται στο αστικό αδίκημα της δυσφήμισης.

Το Άρθρο 19 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, προβλέπει ότι:

«1. Έκαστος έχει το δικαίωμα ελευθερίας του λόγου και της καθ' οιονδήποτε τρόπον εκφράσεως.

2. Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν της γνώμης, της λήψεως και μεταδόσεως πληροφοριών και ιδεών άνευ επεμβάσεως οιασδήποτε δημοσίας αρχής και ανεξαρτήτως συνόρων.

3. Η ενάσκησις των δικαιωμάτων, περί ων η πρώτη και δευτέρα παράγραφος του παρόντος άρθρου, δύναται να υποβληθή εις διατυπώσεις, όρους, περιορισμούς ή ποινάς προδιαγεγραμμένους υπό του νόμου και αναγκαίους μόνον προς το συμφέρον της ασφαλείας της Δημοκρατίας ή της συνταγματικής τάξεως ή της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας τάξεως ή της δημοσίας υγιείας ή των δημοσίων ηθών ή προς προστασίαν της υπολήψεως ή των δικαιωμάτων άλλων ή προς παρεμπόδισιν της αποκαλύψεως πληροφοριών ληφθεισών εμπιστευτικώς ή προς διατήρησιν του κύρους και της αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας».

Η προστασία της υπόληψης και των δικαιωμάτων τρίτων λοιπόν, αποτελεί λόγο για να τεθεί περιορισμός στο δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης. Στο Κυπριακό Δίκαιο η προστασία αυτή εμπερικλείει τη δυνατότητα προσώπου, το οποίο ισχυρίζεται ότι η υπόληψή του και σχετικά δικαιώματα έχουν πληγεί λόγω της έκφρασης άλλου προσώπου, να καταχωρήσει αστική αγωγή στη βάση των Άρθρων 17 και 18 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Γενικά, το αδίκημα της δυσφήμισης στοιχειοθετείται όταν από τη μία ο ενάγων σε αγωγή αποδείξει ότι (α) έγινε δημοσίευση, (β) με δυσφημιστικό περιεχόμενο, (γ) η οποία αναφερόταν ή γινόταν αντιληπτό ότι αναφερόταν σε εκείνον, και από την άλλη ο εναγόμενος δεν καταφέρει να προβάλει επιτυχώς μία εκ των ειδικών υπερασπίσεων που περιλαμβάνονται στο Άρθρο 19 του Κεφ. 148[4].

Το κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι ή όχι δυσφημιστικό, εναπόκειται στην κρίση του δικάζοντος Δικαστηρίου που εξετάζεται ως ζήτημα πραγματικό. Το δε Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη φυσική έννοια των λέξεων, αλλά επίσης εξετάζει το κείμενο στο σύνολο του σε συνάρτηση με τον τόπο και χρόνο του δημοσιεύματος, αλλά και την κρατούσα κοινή γνώμη για το θέμα. Το ότι ο Ενάγων έχει θιχτεί και θεωρεί το δημοσίευμα δυσφημιστικό δεν αποτελεί το κριτήριο για να κριθεί ένα δημοσίευμα ως τέτοιο. Καθοριστική σημασία έχει το κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος προς τον οποίο απευθύνεται το κείμενο θα μπορούσε να το αντιληφθεί με δυσφημιστικό τρόπο[5].

Υπαγωγή ευρημάτων, ανάλυση και περαιτέρω ευρήματα

Απαίτηση

Τ’ ότι ο συγγραφέας των Τεκμηρίων 10 και 11 είναι ο Ενάγων 1 και ότι ο Εναγόμενος 1 είναι ο συγγραφέας του Τεκμηρίου 9, δεν αποτέλεσαν αμφισβητούμενα γεγονότα στην ενώπιον μου διαδικασία. Ούτε τ’ ότι τα Τεκμήρια 10 και 11 αποτελούν εγχειρίδια εντός της εννοίας του Άρθρου 2 του Ν.59/76 αμφισβητείται καθ’ οιονδήποτε τρόπο, αλλ’ ούτε τ’ ότι τα Τεκμήρια 10 και 11 εκδόθηκαν αντίστοιχα κατά τα έτη 1998 και 2008, ενώ το Τεκμήριο 9 εκδόθηκε το Σεπτέμβριο του 2014, αμφισβητήθηκαν καθ’ οιονδήποτε τρόπο. Τ’ ότι τα Τεκμήρια 10 και 11 δεν έφεραν κώδικα isbn ουδόλως μεταβάλλει τη φύση των Τεκμηρίων 10 κι 11, μια και δεν επιβάλλεται τέτοια υποχρέωση σε δημιουργό έργου. Άλλωστε, όπως προκύπτει από το Άρθρο 5(α) της Οδηγίας 2004/48/ΕΚ: «ούτως ώστε ο δημιουργός φιλολογικού ή καλλιτεχνικού έργου, στην απουσία απόδειξης του αντιθέτου, να θεωρείται δημιουργός, και επομένως να δικαιούται να εγείρει διαδικασίες κατά της παραβίασης, αρκεί τ’ όνομά του να εμφανίζεται στο έργο κατά το συνήθη τρόπο[6]». Παρόμοια πρόνοια γίνεται και στο Άρθρο 13(9) του Ν.59/76[7].

Επίδικο ζήτημα παρέμεινε το κατά πόσο τα Τεκμήρια 10 κι 11 αποτελούν πρωτότυπο έργο. Προς ανατροπή του μαχητού τεκμηρίου που δημιουργείται από τη σχετική πρόνοια του Άρθρου 13(3)(γ) του Ν.59/76, ήταν η θέση της Υπεράσπισης ότι το κείμενο, τ’ οποίο οι Ενάγοντες επικαλούνται ότι έτυχε αντιγραφής, δεν είναι πρωτότυπο, καθότι αυτό αφορά σε βασικές λογιστικές έννοιες, κοινό κτήμα της λογιστικής επιστήμης. Επί τούτου κι εφαρμόζοντας τις αρχές που έτυχαν ανάλυσης στην Κώστας Σωκράτους (ανωτέρω), η εισήγηση της Υπεράσπισης δεν βρίσκει έρεισμα στα Τεκμήρια 17 – 28, ως άλλωστε αναφέρθηκε στ’ αντίστοιχα ευρήματά μου. Αντίθετα, αυτό που καταδείχθηκε μέσα από μελέτη των όλων των σχετικών Τεκμηρίων ήταν ότι, μπορεί ο Ενάγων 1 να μην εφήυρε ή δημιούργησε τους ορισμούς και τις επικεφαλίδες των λογιστικών θεμάτων που πραγματεύεται στα Τεκμήρια 10 κι 11, αλλά οι εξηγήσεις κι ερμηνείες που απέδωσε, δεν συναντιούνται σε οποιοδήποτε εκ της σωρείας των συγγραμμάτων που οι Εναγόμενοι προσκόμισαν για ν’ αποδείξουν τη θέση τους. Απλή αντιπαραβολή των Τεκμηρίων 10 κι 11 με τα Τεκμήρια 17 έως 28, αποκαλύπτει ότι ο Ενάγων 1 δεν αρκέστηκε στην αντιγραφή κειμένων για να εκπονήσει τα Τεκμήρια 10 κι 11, αλλά χρησιμοποίησε δική του έκφραση και παρήγαγε πρωτότυπο έργο βασιζόμενος κι ακολουθώντας τις βασικές τούτες λογιστικές έννοιες.

Καταλήγω επομένως, ως μέρος των ευρημάτων μου, ότι οι λογιστικές έννοιες τις οποίες ο Ενάγων 1 παραθέτει στα Τεκμήρια 10 κι 11 αποτελέσαν τις πρώτες ύλες[8] επί των οποίων εξάσκησε το δικό του κόπο κι τη δική του επιδεξιότητα μ’ αποτέλεσμα το κείμενό του να διαθέτει τ’ απαιτούμενα χαρακτηριστικά αυθεντικότητας και ν’ αποτελεί τοιουτοτρόπως πρωτότυπο προστατεύσιμο έργο εν τη εννοία του Άρθρου 3(1) του Ν.59/76, χωρίς να έχει αποδειχθεί ότι υφίσταται οποιοσδήποτε εκ των παραγόντων που ν’ αποκλείει τα Τεκμήρια 10 και 11 από την προστασία σύμφωνα με το Άρθρο 3(2) του Ν.59/76.

Έρχομαι τώρα στο ζήτημα της ισχυριζόμενης παραβίασης του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας. Ως τ’ αντίστοιχα ευρήματά μου, ο Εναγόμενος 1 στο Τεκμήριο 9 αντέγραψε, με τις ελάχιστες εξαιρέσεις που συμπεριέλαβα, αυτούσιες και λέξη-προς-λέξη περί τις 15 σελίδες από τα Τεκμήρια 10 και 11. Στη πλειοψηφία τους οι αντιγραφές έγιναν χρησιμοποιώντας την ίδια δομή των σελίδων, τα ίδια σημεία στίξης, ακόμα και τις ίδιες εμφάσεις (bold).

Δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι ο Εναγόμενος 1 έλαβε την άδεια των Εναγόντων για ν’ αναπαράγει την πρωτότυπη εργασία τους κι ως είναι πρόδηλο από απλή ανάγνωση του Τεκμηρίου 9, ο Εναγόμενος 1, έχοντας αντιγράψει αυτό στην έκταση που προανέφερα, δεν απέδωσε οποιαδήποτε αναφορά ή παραπομπή στο έργο του Ενάγοντος 1. Άλλωστε η θέση της Υπεράσπισης ήταν, αφενός, ότι τα Τεκμήρια 10 κι 11 δεν αποτελούν πρωτότυπα έργα κι αφετέρου ότι ο Εναγόμενος 1 δεν αντέγραψε αυτά. Καταλήγω εν όψει των πιο πάνω ότι η ενέργεια του Εναγόμενου 1 ν’ αντιγράψει τις προαναφερθείσες σελίδες αποτελεί προσβολή του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας των Εναγόντων εντός της έννοιας του Άρθρου 13(1) του Ν.59/76.

Προκύπτει ότι με την αξιόπιστη μαρτυρία του Ενάγοντος 1, αλλά και ταυτόχρονα έχοντας, αφενός, απορρίψει τη μαρτυρία που προσκόμισε η Υπεράσπιση ως αναξιόπιστη κι, αφετέρου, έχοντας εξετάσει τα σχετικά Τεκμήρια 9, 10, 11 και 17 έως 28, η πλευρά των Εναγόντων απέσεισε το αποδεικτικό βάρος που της αναλογεί κι απέδειξε, στον απαιτούμενο βαθμό ότι ο Εναγόμενος 1 προέβη σε παραβίαση του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας των Εναγόντων, ενώ η Υπεράσπιση δεν απέδειξε τους δικούς της ισχυρισμούς επί των επίδικων ζητημάτων.

Έπεται ότι η Αγωγή πρέπει να επιτύχει - κι επιτυγχάνει. Το ζήτημα των θεραπειών που πρέπει ν’ αποδοθούν στους Ενάγοντες το πραγματεύομαι πιο κάτω στην παρούσα.

Ανταπαίτηση

            Προκειμένου οι Εναγόμενοι να πετύχαιναν στην Ανταπαίτησή τους θα έπρεπε να στοιχειοθετήσουν ότι οι Ενάγοντες διέπραξαν το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης. Ως ανέδειξα προηγουμένως, βασικές προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω αδικήματος, είναι η (α) δημοσίευση, (β) δυσφημιστικού κειμένου που (γ) αφορά τον κατ’ ισχυρισμό δυσφημούμενο.

            Ξεκινώντας από το πρώτο συστατικό στοιχείο, δηλαδή εκείνο της δημοσίευσης, αποτέλεσε μέρος των ευρημάτων μου ότι η επιστολή των δικηγόρων των Εναγόντων ημερομηνίας 12.7.16 αποστάλθηκε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ημερομηνίας 14.7.16 απευθείας στον ίδιο τον Εναγόμενο 1 και σε κανένα άλλο πρόσωπο.

            Σύμφωνα με το σύγγραμμα του Π. Πολυβίου «Το σύγχρονο δίκαιο της δυσφήμισης», Λευκωσία 2013 στη σελίδα 31:

«Δεν είναι δυνατόν να υπάρξει αγωγή για δυσφήμιση, εκτός εάν υπάρξει δημοσίευση των υπό κρίση λέξεων ή φράσεων σε πρόσωπο άλλο από τον ενάγοντα. Εάν δεν υπάρξει δημοσίευση σε τρίτα πρόσωπα, απλούστατα δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης. Η θεωρητική βάση αυτής της θεμελιακής αρχής είναι απλή. Το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης προστατεύει την υπόληψη (reputation) του ατόμου και η υπόληψη του ατόμου δεν είναι το τι ο ίδιος πιστεύει για τον εαυτό του αλλά το τι οι άλλοι πιστεύουν γι’ αυτόν.»

Κι έπειτα στην ίδια σελίδα με αναφορά την Αγγλική απόφαση Pullman v. Walter Hill & Co. [1891] 1 QB 524 παρατίθεται το εξής αυτούσιο απόσπασμα:

«What is the meaning of ‘publication’? The making known of the defamatory matter after it has been written to some person other than the person of whom it is written. If the statement is sent straight to the person of whom it was written, there is no publication of it; for you cannot publish a libel of a man to himself».

Ως καθίσταται αβίαστα ξεκάθαρο στην προκείμενη ενώπιον μου περίπτωση, οι συνήγοροι των Εναγόντων απηύθυναν επιστολή προς τον Εναγόμενο 1 αναφορικά με την προάσπιση των δικαιωμάτων των πελατών τους σε σχέση με την, τότε, ισχυριζόμενη παραβίαση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας κι επομένως δεν θα μπορούσε βάσιμα να υποστυλωθεί επιχείρημα περί ύπαρξης δημοσίευσης. Καμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκε βάσει της οποίας να διαφαίνεται ότι κοινοποιήθηκε σ’ οποιοδήποτε πρόσωπο άλλο από τον Εναγόμενο 1 η επιστολή των δικηγόρων των Εναγόντων.

Έχοντας καταλήξει ότι το πρωταρχικό συστατικό στοιχείο του υπό εξέταση αστικού αδικήματος δεν έχει αποδειχθεί, η ενασχόλησή μου με τα λοιπά συστατικά στοιχεία παρέλκει.

Η Ανταπαίτηση δεν έχει περιθώρια επιτυχίας κι αναπόδραστα θα πρέπει ν’ απορριφθεί κι απορρίπτεται.

Προδικαστικές ενστάσεις

Ως προς τις προδικαστικές ενστάσεις που ήγειρε με το δικόγραφό της η Υπεράσπιση, αυτές δεν προωθήθηκαν καθ’ οιονδήποτε τρόπο πέραν της απλής δικογράφησής τους. Ούτε όμως κι εγκαταλείφθηκαν ρητώς, οπότε θ’ αναφέρω και δυο λόγια για αυτές προτού προχωρήσω στο ζήτημα των θεραπειών. Ως καθίσταται αντιληπτό οι ενστάσεις τούτες σκόπευαν στην απόρριψη της Αγωγής ως μη αποκαλύπτουσας αγώγιμο δικαίωμα κι ως ενοχλητικής κι επιπόλαιας. Το κατά πόσο οι ενστάσεις αυτές, εάν δεν υπήρχε πρόθεση να εγκαταλειφθούν, θα έπρεπε να τύγχαναν σχετικού χειρισμού από την Υπεράσπιση κατά το αρχικό στάδιο της διαδικασίας, εκφεύγει της παρούσας συζήτησης. Άπτονταν εκ της φύσεως τους όμως του κατά πόσο η Αγωγή προωθείται επί ανεπαρκούς βάσης κι αλλότριων λόγων. Με την ανάλυση που προηγήθηκε όχι μόνο δεν αποδείχθηκε κάτι τέτοιο, αλλ’ αντίθετα η Αγωγή, για τους λόγους που προανέφερα, πέτυχε. Γι’ αυτό το λόγο και οι προδικαστικές ενστάσεις απορρίπτονται.  

Θεραπείες που θα αποδοθούν στους Ενάγοντες

            Με την εγκατάλειψη της θεραπείας της κατάστασης λογαριασμών (account for profits) οι Ενάγοντες αξιώνουν αποζημιώσεις.

Αποζημιώσεις

            Όπως επίσης αναφέρεται στην αγόρευση των συνηγόρων των Εναγόντων, αλλά κι ως διαφάνηκε κατά την ενώπιον μου διαδικασία, οι Ενάγοντες δεν απέδειξαν οποιαδήποτε ειδική ζημιά ένεκα της προσβολής του δικαιώματός τους στην πνευματική τους ιδιοκτησία, καθότι τόσο τα εγχειρίδια των Εναγόντων όσο και το εγχειρίδιο του Εναγόμενου 1 διατίθεντο στους μαθητές που φοιτούσαν στο φροντιστήριο εκάστου, έναντι της καταβολής μηνιαίων διδάκτρων. Έτσι λοιπόν δεν είναι δυνατό να προσδιοριστεί επακριβώς η όποια απώλεια είχαν οι Ενάγοντες, η οποία να συνδέεται άμεσα με την αντιγραφή των επίδικων σελίδων από το εγχειρίδιό τους στο εγχειρίδιο του Εναγόμενου 1. Ήταν άλλωστε η θέση του Ενάγοντος ότι η μείωση που παρουσίασε στις εγγραφές φοιτητών κατά τον ουσιώδη χρόνο, οφειλόταν, κυρίως, στη λειτουργία Πανεπιστημίου, αλλά κι εν μέρει στις ενέργειες του Εναγόμενου 1, χωρίς να είναι δυνατό να προσδιοριστεί επαρκώς το ποσοστό της μείωσης τούτης. Προστίθεται και δεν είναι δυνατό να παραγνωριστεί ούτε το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 1 αντέγραψε τις επίδικες σελίδες και τις ενέταξε ως μέρος του εγχειριδίου του, τ’ οποίο αποτελείται από περίπου 155 σελίδες.

Προκύπτει επομένως το ερώτημα, πως θα υπολογιστεί η αποζημίωση που θα πρέπει ν’ αποδοθεί στους Ενάγοντες. Σε αγωγή για προσβολή δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας δεν είναι αναγκαίο να προσφερθεί μαρτυρία για ειδική ζημιά και οι αποζημιώσεις παραμένουν ρευστές, όμως, όπως και σ’ οποιοδήποτε αστικό αδίκημα, περιορίζονται σ’ εκείνες που εκπηγάζουν άμεσα και φυσικά από το αδίκημα[9]. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 23η έκδοση, 2020, σελίδα 1908, παράγραφος 24-55, στις περιπτώσεις όπου ο ενάγων δεν εκμεταλλεύεται εμπορικά το έργο, εναπόκειται στο Δικαστήριο να προβεί σ’ έναν κατά προσέγγιση υπολογισμό λογικών δικαιωμάτων ή μ’ ένα κατ’ αποκοπή ποσό[10].

            Κατά τον υπολογισμό αποζημιώσεων αντλώ καθοδήγηση από την προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Άγγελος Κυριάκου Εκδόσεις Λτδ. (ανωτέρω). Εφαρμόζοντας την προσέγγιση τούτη θα πρέπει, εν πρώτοις, να θέσω το πλαίσιο στη βάση των ευρημάτων μου:

            Παρά την αντίληψη του Εναγόμενου 1, προκύπτει αδιαμφησβήτητα ότι η επιχείρησή του είναι ανταγωνιστική της επιχείρησης των Εναγόντων, μια κι αμφότεροι διατηρούν φροντιστήρια λογιστικής στη Λευκωσία κι ασχολούνται, κυρίως, με την προετοιμασία για τις εξετάσεις του LCCI.

            Πρόσθετα, ως το σχετικό εύρημά μου, ο Εναγόμενος 1, μεταξύ των ετών 1991 και 2003 συνεργαζόταν ως καθηγητής με καθεστώς ημιαπασχόλησης στο φροντιστήριο των Εναγόντων και κατά το χρόνο εκείνο χρησιμοποιούσε το τότε εγχειρίδιο του Ενάγοντος 1 για σκοπούς διδασκαλίας. Ήταν μάλιστα η θέση του Εναγόμενου 1 - εν μέσω των αντιφάσεων που ανέδειξα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του - ότι είναι πιθανόν τυχόν ομοιότητες μεταξύ του Τεκμηρίου 9 και των Τεκμηρίων 10 κι 11 να οφείλονται στη χρήση του Τεκμηρίου 10 κατά την συνεργασία του με τους Ενάγοντες. Εν όψει τούτων καταλήγω ότι ο Εναγόμενος 1 γνώριζε κατά το χρόνο έκδοσης του Τεκμηρίου 9, ότι το κείμενο που αντέγραψε ήταν έργο του Ενάγοντος κι ότι ο Ενάγοντας 1 ήταν ο δημιουργός του. Επίσης, έχοντας απορρίψει το σχετικό μέρος της μαρτυρίας του Εναγόμενου 1 κι έχοντας συμπεριλάβει στα ευρήματά μου ότι τα Τεκμήρια 17 – 28 δεν περιέχουν κείμενο όμοιο με τα Τεκμήρια 10 κι 11, καταλήγω επίσης ότι δεν είναι δυνατό, υπό τις περιστάσεις, ο Εναγόμενος 1 να έτρεφε την ειλικρινή πεποίθηση ότι το έργο του Ενάγοντος 1 δεν ήταν πρωτότυπο, εν τη εννοία του Ν.59/76, κι επομένως καταλήγω ότι ο Εναγόμενος 1 γνώριζε ότι αντέγραψε το πρωτότυπο έργο του Ενάγοντος 1.

            Αποτέλεσε επίσης μέρος των ευρημάτων μου ότι ο Εναγόμενος 1 διέθετε, ανά εξαμηνία και για 18 μήνες το εν λόγω εγχειρίδιο - Τεκμήριο 9 - στους μαθητές του πρώτου επιπέδου του LCCI που φοιτούσαν στο φροντιστήριό του. Οι μαθητές απαριθμούσαν περίπου τους 50 (γίνεται αναφορά στο Τεκμήριο 8 σε δύο εκ των πινάκων που αφορούν το πρώτο επίπεδο σε 47 επιτυχόντες και 57 επιτυχόντες αντίστοιχα) ανά εξάμηνο. Μεταξύ των ετών 2014 και 2016 τα δίδακτρα για έκαστο μαθητή κυμάνθηκαν, σύμφωνα με τα όσα ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 ανέφερε, από €50 έως και €90 μηνιαίως, κι επομένως ανέρχονταν κατά μέσο όρο σε €70 μηνιαίως. Λαμβάνοντας υπόψη και πάλι ότι η αντιγραφή του έργου των Εναγόντων αφορούσε σε περίπου το 10% της έκτασης του εγχειριδίου του Εναγόμενου 1, διαπιστώνω και καταλήγω - χωρίς να παραγνωρίζω ότι στο ζήτημα της προσέλκυσης μαθητών συντείνουν κι άλλοι, αστάθμητοι, παράγοντες - ότι οι Εναγόμενοι πράγματι επωφελήθηκαν οικονομικώς από την αντιγραφή στην οποία ο Εναγόμενος 1 προέβη[11] κι αναλόγως το όφελος των Εναγόμενων δύναται να θεωρηθεί ως μέρος της ζημιάς που υπέστηκαν οι Ενάγοντες.

            Δεν πρόκυψε από την ενώπιον μου μαρτυρία για την αγοραστική αξία των εγχειριδίων ή άλλων παρόμοιων με αυτά που κυκλοφορούν στην αγορά, αλλ’ ούτε και ο Ενάγων 1 ήταν πρόθυμος να χορηγήσει άδειες χρήσης των εγχειριδίων του σε τρίτους, ούτως ώστε να τίθεται επαρκώς, έστω και σε υποθετική βάση, ο παράγοντας τούτος προς υπολογισμό των αποζημιώσεων δηλαδή στη βάση της χρήσης του εγχειριδίου Τεκμηρίου 9 από τους Εναγόμενους.

            Έρχομαι τώρα στην έκταση της αντιγραφής. Αυτή μπορεί ν’ αποτελούσε περί τις 15 σελίδες από τα εγχειρίδια των Εναγόντων, αλλά δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί, εντός του πλαισίου, σημαντική. Επί του θέματος επαναλαμβάνω ότι ο Εναγόμενος 1 ουσιαστικά αντέγραψε λέξη-προς-λέξη τις επίδικες σελίδες, χωρίς, στις πλείστες περιπτώσεις, ν΄ αλλάξει ακόμα και τις εμφάσεις και σημεία στίξης. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 22η έκδοση, 2018, σελίδα 1833, παράγραφος 25-32, ακόμα κι ένα απόσπασμα 11 λέξεων δύναται να θεωρηθεί ότι ικανοποιεί τις προϋποθέσεις[12] για να θεωρηθεί ουσιαστικό μέρος. Προς καθορισμό του κατά πόσο το αντιγραμμένο μέρος θεωρείται σημαντικό συνυπολογίζεται και τ’ ότι το εγχειρίδιο του Εναγόμενου αφορούσε την ίδια δραστηριότητα κι είχε την ίδια χρήση μ’ εκείνο των Εναγόντων[13].

            Σχετική και σημαντική είναι επίσης και η στάση του Εναγόμενου 1 αναφορικά με την αποδεδειγμένη πλέον προσβολή του δικαιώματος των Εναγόντων. Η συμπεριφορά του Εναγόμενου 1 δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως άκρως αλαζονική. Η συμπεριφορά τούτη ξεκίνησε από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 14 και τ’ ότι παρά τ’ ότι τελούσε υπό την ειδοποίηση των δικηγόρων των Εναγόντων ούτε προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια ανταποκρινόμενος στην ειδοποίηση, ούτε απολογήθηκε. Επεκτάθηκε ακόμα και στην αίθουσα του Δικαστηρίου, μια και ο Εναγόμενος 1, ακόμα και κληθείς να επεξηγήσει τις πασίδηλες ομοιότητες μεταξύ του εγχειριδίου του και των προϋφιστάμενων εγχειριδίων των Εναγόντων, τα οποία τέθηκαν ενώπιον του, αρκέστηκε σε παρελκυστικές απαντήσεις, αρνούμενος, έστω και την υστάτη, να τοποθετηθεί ευθέως στα όσα οι λοιποί παράγοντες της δίκης, αλλά και το Δικαστήριο, διαπίστωνε αβίαστα από απλή σύγκριση των επίμαχων σελίδων. Προσθέτω στο σκεπτικό μου και τ’ ότι τα επιχειρήματα που πρόβαλε ο Εναγόμενος 1, ότι δηλαδή ήταν ο Ενάγων 1 που παραβίασε το δικό του δικαίωμα σε πνευματική ιδιοκτησία, αλλά και τ’ ότι τα κείμενα του Ενάγοντος 1 ουσιαστικά αποτελούσαν αντιγραφή από τα Τεκμήρια 17 - 28, καταρρίφθηκαν συλλήβδην ως ανυπόστατα κι αναπόδραστα απορρίφθηκαν. Το ζήτημα όμως δεν εξαντλείται στον τρόπο που ο Εναγόμενος συμπεριφέρθηκε υπερασπιζόμενος την Αγωγή, αλλά επεκτείνεται και στον τρόπο αντιγραφής των εν λόγω σελίδων, τον οποίο χαρακτήρισα, επανειλημμένα στην παρούσα, ως «λέξη-προς-λέξη». Όπως διαφαίνεται τα στοιχεία της στάσης του Εναγόμενου 1 τούτα είναι δυνατό να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο κατά την απόφασή του εάν θα επιδικάσει επιπρόσθετες ή ακόμα και τιμωρητικές αποζημιώσεις[14].

            Έχοντας διαπιστώσει ότι ο Εναγόμενος 1 αντέγραψε σημαντικό και ουσιώδες μέρος της πνευματικής ιδιοκτησίας των Εναγόντων κι ότι επέδειξε ιδιαίτερα αλαζονική συμπεριφορά, αλλά και τ’ ότι αποκόμισε όφελος λόγω τούτου, όφελος τ’ οποίο αποστέρησε από τους Ενάγοντες, καταλήγω συνδυαστικά ότι η εκ μέρους του παραβίαση των δικαιωμάτων των Εναγόντων ήτο κατάφορη[15]. Εν όψει της κατάληξής μου πιο πάνω, κρίνω ότι εν προκειμένω οι ονομαστικές αποζημιώσεις, δεν θα μπορούσαν ν’ αποτελέσουν αποτελεσματική θεραπεία για τη ζημιά που οι Ενάγοντες υπέστηκαν από την προσβολή του δικαιώματός τους, από τη στιγμή που η απόδειξη ειδικών αποζημιώσεων στην προκείμενη περίπτωση ήταν έως και αδύνατη, ενόψει του έμμεσου του προσπορισμού του οφέλους από τους Εναγόμενους εις βάρος των Εναγόντων. Ως προς το πότε το Δικαστήριο δύναται να επιδικάσει επιπρόσθετες αποζημιώσεις σχετική επίσης είναι η Απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση D & L Tourist Enterprises Ltd. v 1. Lacoste κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 84/2014, ημερομηνίας 3.7.20, ECLI:CY:AD:2020:D215, στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής:

«Προϋπόθεση για την άσκηση της εξουσίας για την επιδίκαση επιπρόσθετης αποζημίωσης είναι να πεισθεί το Δικαστήριο ότι «ο ενάγοντας δεν δύναται άλλως πως να τύχει αποτελεσματικού μέσου θεραπείας».  Τέτοια προϋπόθεση απουσιάζει από την κατά τα άλλα αντίστοιχη πρόνοια του άρθρου 97(2) του Copyright, Designs and Patents Act 1988 της Αγγλίας. Η συνήθης θεραπεία στις περιπτώσεις προσβολής δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας συνίσταται στην έκδοση σχετικών απαγορευτικών διαταγμάτων και στην επιδίκαση αποζημιώσεων.  Η επιδίκαση επιπρόσθετης αποζημίωσης αφορά στη πτυχή των αποζημιώσεων και πρέπει να έχει ως υπόβαθρο τη διαπίστωση ότι οι συνήθεις αποζημιώσεις είναι ανεπαρκείς.  Όπως και το ίδιο το Πρωτόδικο Δικαστήριο επεσήμανε με αναφορά στην Nottinghamshire Healthcare NHS Trust v. News Group Newspapers Ltd (2002) EWHC 409, η αγγλική προσέγγιση είναι ότι η επιπρόσθετη αποζημίωση δεν έχει τιμωρητικό σκοπό αλλά αυξητικό χαρακτήρα.  Επομένως, δεν στοχεύει στη τιμωρία του εναγόμενου, παρά το ότι είναι στοιχεία της δικής του συμπεριφοράς που αναφέρονται στο Νόμο ότι λαμβάνονται υπόψη, αλλά επιδικάζεται με αναφορά στον ενάγοντα και την ανάγκη για την δίκαιη αποζημίωση του».  

Θεωρώ ότι υπό τις περιστάσεις και κατ’ εφαρμογή της προσέγγισης που υιοθετήθηκε στην Άγγελος Κυριάκου Εκδόσεις Λτδ. (ανωτέρω), αλλά και των προνοιών τόσο του Άρθρου 13(1) της Οδηγίας 2004/48/ΕΚ όσο του Άρθρου 13(7) του Ν.59/76 παρέχονται τόσο στοιχεία όσο και η ευχέρεια όπως, στην ενώπιον μου περίπτωση, επιδικάσω κι επιπρόσθετες αποζημιώσεις.

Έρχομαι τώρα να εξετάσω το κατά πόσο αρμόζει και η επιδίκαση παραδειγματικών ή τιμωρητικών αποζημιώσεων. Οι αρχές επί της οποίες το Δικαστήριο δύναται να επιδικάσει θεραπεία που ν’ αποτελεί κι είδος τιμωρίας του αδικοπραγήσαντα αναλύθηκαν, αρχικά, στην Eliades v Lysarides (1979) 1 CLR 254, στην οποία έγινε αναφορά στην Απόφαση του Λόρδου Devlin στην απόφαση Rookes v. Barnard [1964] AC 1129, κι υιοθετήθηκαν σε σειρά μεταγενέστερων Αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου[16].

Οι αρχές συνοψίστηκαν και σχετικά πιο πρόσφατα στην Απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ξενοφώντος ν Rajab (2014) 1 Α.Α.Δ. 2605, στην οποία καθορίζεται και ο τρόπος που το Δικαστήριο επιδικάζει ενιαία την αποζημίωση, ως εξής:

«Παραδειγματικές ή τιμωρητικές αποζημιώσεις, επιδικάζονται εκεί όπου η διαγωγή του εναγομένου είναι τόσο αξιόμεμπτη ώστε να αρμόζει η επιβολή τιμωρίας από πολιτικό δικαστήριο. Η σοβαρότητα της συμπεριφοράς του εναγομένου, όπως και η οικονομική του κατάσταση αποτελούν παράγοντες καθοριστικούς για τον καθορισμό του ύψους τέτοιων αποζημιώσεων. Στις περιπτώσεις που επιδικάζονται παραδειγματικές ή τιμωρητικές αποζημιώσεις είναι εσφαλμένος ο διαχωρισμός σε τιμωρητικές αποζημιώσεις και αποζημιώσεις που στόχο έχουν την αποζημίωση του θύματος για τις ζημιές που έχει υποστεί. Σε τέτοιες περιπτώσεις δικαιολογείται η επιδίκαση ενός μόνο ποσού αποζημιώσεων, το ύψος του οποίου καθορίζεται μετά από σφαιρική θεώρηση όλων των γεγονότων της υπόθεσης».

Επιπρόσθετα στο σύγγραμμα Copinger & Skone James on Copyright, 16η έκδοση, 2011, στη σελίδα 1179 παράγραφος 21-201 αναφέρεται:

«There is nothing to stop the court awarding an additional sum in respect of aggravated damages to take account of injury to the claimant’s proper feelings of pride and dignity, humiliation, distress, insult, or pain caused by the circumstances of the defendant’s conduct. In addition, following the overruling of AB v South West Water Services it appears that the court now has power to award exemplary damages in cases involving copyright and the other rights covered in this work, provided the case falls into one of the three categories identified by Lord Devlin in Rookes v Barnard».

Στη βάση των σχετικών αρχών, το ερώτημα που πρέπει ν’ απαντηθεί είναι κατά πόσο στην παρούσα περίπτωση δικαιολογείται η επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων[17]. Έχοντας κατά νου την όλη στάση και συμπεριφορά του Εναγόμενου 1 προς τους Ενάγοντες και το εγχειρίδιό τους, η απάντηση, φρονώ, θα πρέπει να είναι καταφατική. Στο σύνολο των περιστάσεων, ο Εναγόμενος 1 είχε πολλές ευκαιρίες να μεταβάλει την κατάσταση που δημιούργησε η αντιγραφή των σελίδων από τα εγχειρίδια των Εναγόντων. Παρά ταύτα, ως διαφάνηκε και στην μαρτυρία του, παρέμεινε παντελώς αδιάφορος για την προσβολή των δικαιωμάτων, μια κι αντέγραψε λέξη-προς-λέξη ολόκληρες σελίδες από το εγχειρίδιο των Εναγόντων χωρίς ν’ αναφέρεται οποτεδήποτε στους Ενάγοντες ως πηγή για τα γραφόμενα, επέλεξε να προσβάλει έμμεσα κι άμεσα τον Ενάγοντα 1 υποβαθμίζοντας την κατάρτισή του κι αντιπαραβάλλοντας τη δική του ως να υπερτερεί, αλλά κι υποβαθμίζοντας το ίδιο το έργο των Εναγόντων, τ’ οποίο αντέγραψε στο βαθμό που ανέφερα, καταλογίζοντας στον Ενάγοντα 1 όμοια αντιγραφή από προϋφιστάμενα συγγράμματα.

Μέτρο των αποζημιώσεων

Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, αλλά κι υπολογίζοντας τόσο το οικονομικό όφελος που οι Εναγόμενοι απέκτησαν και τ’ οποίο συνδέθηκε και με την αντιγραφή μέρους του έργου των Εναγόντων και συνυπολογίζοντας το σύνολο των παραγόντων που ήδη προανέφερα, θεωρώ ότι ένα συνολικό ποσό της τάξεως των €10,000 θα ήταν, στην προκείμενη περίπτωση ορθό και δίκαιο να επιδικαστεί, ως αντιπροσωπευτικό τόσο ως μέτρο αποκατάστασης των Εναγόντων για τη ζημιά που υπέστηκαν όσο και της συμπεριφοράς των Εναγόμενων.

Διατάγματα

            Ως προανέφερα το ζήτημα των διαθέσιμων θεραπειών διέπεται από το Άρθρο 13(5) του Ν.56/79 (παρατίθεται αυτούσιο ανωτέρω). Σύμφωνα με την εν λόγω πρόνοια:

«Σε αγωγή για προσβολή κατά του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, ο ενάγοντας δύναται να χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα θεραπείας με τη μορφή αποζημίωσης, απαγορευτικού διατάγματος, κατάθεσης λογαριασμών ή άλλως πως, τα οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει σε κάθε αντίστοιχη διαδικασία σε σχέση με την προσβολή άλλων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένου και του δικαιώματος παράδοσης στο δικαιούχο του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, ο οποίος θεωρείται ιδιοκτήτης όλων των αντιτύπων που, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αποτελούν αντίτυπα που ενέχουν προσβολή του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας που υπάρχει στο έργο αυτό […]».

Πρόνοιες σχετικές με την εξουσία των Δικαστηρίων να εκδίδουν διορθωτικού τύπου αλλά και απαγορευτικά διατάγματα εντοπίζονται αντιστοίχως στ’ Άρθρα 10 κι 11 της Οδηγίας 2004/48/ΕΚ.

Στην σελίδα 1161, παράγραφος 21-168 του συγγράμματος Copinger & Scone James (γίνεται αναφορά ανωτέρω), υποδεικνύεται ότι εάν ο ενάγων επιτύχει στην δίκη αποδεικνύοντας προσβολή δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, θα δικαιούται υπό κανονικές συνθήκες και σε διάταγμα εις το διηνεκές για να περιορίσει μελλοντικές προσβολές.

Επαναφέροντας στο προσκήνιο τα όσα ευρήματά μου αφορούν την προσβολή του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας των Εναγόντων κι έχοντας διαπιστώσει ότι οι Εναγόμενοι, μέχρι στιγμής, δεν έχουν προβεί σε οποιεσδήποτε ενέργειες προκειμένου να αίρουν τις αντιγραφές στο εγχειρίδιό τους, κρίνω ότι η παρούσα περίπτωση είναι κατάλληλη για να εκδώσω και σχετικά Διατάγματα με σκοπό τη διόρθωση της κατάστασης και την αποτροπή περαιτέρω προσβολής.

Κατάληξη

            Η Αγωγή επιτυγχάνει.

            Επιδικάζεται υπέρ των Εναγόντων το ποσό των €10,000 ως αποζημιώσεις.

            Εκδίδονται Διατάγματα του Δικαστηρίου με τα οποία:

(1)  Απαγορεύεται στους Εναγόμενους και οι Εναγόμενοι εμποδίζονται από το ν’ αναπαράγουν και αντιγράφουν σε οποιαδήποτε μορφή, έντυπη ή ηλεκτρονική, οποιοδήποτε μέρους οποιασδήποτε έκδοσης του εγχειριδίου των Εναγόντων με τίτλο «AccountingFirst Level».

(2)  Απαγορεύεται στους Εναγόμενους και οι Εναγόμενοι εμποδίζονται από το να πωλούν ή διανέμουν και γενικά κυκλοφορούν το εγχειρίδιό τους με τίτλο «Level 1 – Accounting Elementary (Elementary Theory & Practice Questions)» ή οποιοδήποτε άλλο εγχειρίδιο ή σύγγραμμα στο βαθμό και νοουμένου ότι εκείνο περιλαμβάνει υλικό που κρίθηκε στην παρούσα Απόφαση ότι προσβάλλει τα πνευματικά δικαιώματα των Εναγόντων.

(3)  Οι Εναγόμενοι διατάσσονται όπως, εντός 30 ημερών από σήμερα, παραδώσουν στους δικηγόρους των Εναγόντων, το μέρος κάθε αντιγράφου, είτε σε έντυπη μορφή είτε ηλεκτρονικά, του εγχειριδίου τους Level 1 – Accounting Elementary (Elementary Theory & Practice Questions) τ’ οποίο κρίθηκε με την παρούσα Απόφαση του Δικαστηρίου ότι παραβιάζει το δικαίωμα σε πνευματική ιδιοκτησία των Εναγόντων, προς καταστροφή. 

            Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται.

            Όσον αφορά τα έξοδα, επειδή δεν τέθηκε οτιδήποτε ενώπιον μου που να δικαιολογεί παρέκκλιση από τον κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης, αυτά επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων κι εναντίον των Εναγόμενων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

Λόγω της συνεκδίκασης Απαίτησης και Ανταπαίτησης επιδικάζεται υπέρ των Εναγόντων κι εναντίον των Εναγόμενων μόνο ένα σετ εξόδων.

 

……………………………

Π. Αγαπητός

Επαρχιακός Δικαστής

Πιστό Αντίγραφο

Πρωτοκολλητής    

  

           

                              

             

           

                  

           

   



[1] Βλ. Γαληνιώτης Eλευθέριος ν. Eκδοτικός Oίκος Δίας Λτδ και Άλλης(2011) 1 Α.Α.Δ. 474

[2] (βλ. Χρυσάνθη Χρύσανθου και Σταύρος Φραντζή ν Αντρέα Φραντζή (2010) 1Β Α.Α.Δ.1295)

[3] βλ. Χ" Παυλή κ.ά v. Αβραάμ (2000) 1 ΑΑΔ 220 και Σωκράτης Ναθαναήλ v. Hissam Hes Ali (2001) 1 (Γ) 1689)

[4] Βλ. σελ. 27 του συγγράμματος «Το σύγχρονο δίκαιο της δυσφήμισης», Πολύβιος Γ. Πολυβίου (2013)

[5] Βλ. Εκδόσεις Αρκτίνος ν. Δώρου Γεωργιάδη (2011) 1 ΑΑΔ 407 και Ελευθέριος Γαληνιώτης ν. Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ., Πολ. Έφεση 116/08, ημερομηνίας 15.3.2011

[6] Βλ. Στο πρωτότυπο: «[…] for the author of a literary or artistic work, in the absence of proof to the contrary, to be regarded as such, and consequently to be entitled to institute infringement proceedings, it shall be sufficient for his name to appear on the work in the usual manner;»

[7] «Σε οποιαδήποτε ποινική ή αστική διαδικασία σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο, το όνομα, η δήλωση ή το σήμα του δικαιούχου, το οποίο εμφανίζεται στο προστατεύσιμο αντικείμενο, προσδιορίζει το δικαιούχο, είναι αποδεκτό ως μαρτυρία αναφορικά με την ταυτότητά του και θεωρείται ορθό μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου».

 

[8] Δανείζομαι τη φράση «raw materials» που χρησιμοποίησε ο Lord Atkinson στην Macmillan & Co. Ltd. v. Cooper (ανωτέρω στο απόσπασμα που παρουσιάζεται στην Κώστας Σωκράτους)

[9] Βλ. Halsburys Laws of England, 5η Έκδοση, 2016, Τόμος 23, σελίδα 596, παράγραφος 842: «In a claim for infringement of copyright it is not necessary to give proof of actual damage; the damages are at large but, as with any other tort, are restricted to those which flow directly and naturally from the tortious act».

[10] Στο πρωτότυπο: «[…] In cases in which the claimant does not exploit the work, the court will be left to make a crude estimate of a reasonable royalty or lump sum».

[11] Βλ. Copinger and Skone James on Copyright, 16η έκδοση, σελίδα 1184, παράγραφος 21-211: «Where defendant has mixed infringing and non-infringing material. While an account for profits may be a useful remedy in a simple case, it is very difficult to take where part only of the defendant’s material infringes the claimant’s copyright. In such a case an attempt must be made to apportion profits according to the relative value of the infringing and non-infringing material». – Έμφαση δοθείσα.

[12] Στο πρωτότυπο: «Even an extract of 11 words may be sufficient if it satisfies that test».

[13] Βλ. Halsbury’s Laws of England, 5η Έκδοση, 2016, Τόμος 23, σελίδα 491, παράγραφος 719: «For the same reason the use of even a small portion of an author’s work will be restrained, if it is used in a work which competes with the author’s work […]»

[14] Βλ. Copinger and Skone James on Copyright, 16η έκδοση, σελίδα 1181, παράγραφος 21-206: «However, the section permits an aggravation of the award on a basis far wider than that. Thus for example, the courts have taken into sometimes under the heading of flagrancy and sometimes not: the fact that the material reproduced was obviously stolen from the claimant; the destruction of evidence by the defendant; the fact that the infringement continued in the face of a warning; attempts to conceal the infringement by disingenuous correspondence; the absence of an apology; and upset caused to the claimant’s employees.»

[15] Βλ. Copinger and Skone James on Copyright, 16η έκδοση, σελίδα 1180, παράγραφος 21-203: «flagrancy implies scandalous conduct or deceit, including deliberate and calculated infringement where a defendant reaps a pecuniary advantage in excess of the damages he would otherwise have to pay».

[16] Βλ. μεταξύ άλλων, Papakokkinou a.o. v Kanther (1982) 1 CLR 65, Ερωτοκρίτου ν Θεωδόρου κ.α. (1997) 1 Α.Α.Δ. 1800 και Παπακοκκίνου κ.α. ν Δήμου Πάφου (1) (1998) 1 Α.Α.Δ. 634

[17] Οι οποίες διαχωρίζονται από της επαυξημένες αποζημιώσεις (aggravated damages), οι οποίες, όπως αναφέρεται στην απόφαση Eliades (ανωτέρω), αποτελούν μέρος των αποζημιώσεων προς αποκατάσταση της ζημιάς, ζήτημα που εν προκειμένω καλύπτεται από τη ρητή αναφορά σε επιπρόσθετες αποζημιώσεις (additional damages) οι οποίες αφορούν συγκεκριμένα τις περιπτώσεις προσβολής δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο