ΛΙΝΑ ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΥ ν. THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LTD, Αίτηση/Έφεση αρ.: 564/2025., 12/1/2026
print
Τίτλος:
ΛΙΝΑ ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΥ ν. THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LTD, Αίτηση/Έφεση αρ.: 564/2025., 12/1/2026

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Ενώπιον: Μιχάλη Γ. Λοΐζου, Α. Ε. Δ.                                

Αίτηση/Έφεση αρ.: 564/2025.

ΑΝΑΦΟΡΙΚΆ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΕΩΣ ΚΑΙ ΥΠΟΘΗΚΕΥΣΕΩΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΝΟΜΟ ΤΟΥ 1965, ΝΟΜΟ 9/1965

Μεταξύ:  

ΛΙΝΑ ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΥ

Αιτήτριας

/Εφεσείουσας

-και-

THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LTD

Καθ' ης η Αίτηση

/Εφεσίβλητης

-------------------

Ημερομηνία: 12/01/2026.

Εμφανίσεις:

Για την Αιτήτρια/Εφεσείουσα: κ. Π. Γιάννακας για την Πέτρος Γιάννακας & Σια Δ.Ε.Π.Ε.

Για την Καθ’ ης η Αίτηση/Εφεσίβλητη: κ. Θ. Σέας για την Ι. Φράγκος & Σια Δ.Ε.Π.Ε.

---------------------

ΑΠΟΦΑΣΗ

I.

Εισαγωγή

Αντικείμενο της Αίτησης/Έφεσης

Με την υπό κρίση Αίτηση/Έφεση η Αιτήτρια αιτείται την έκδοση διατάγματος παραμερισμού ή/και ακύρωσης της ειδοποίησης κατά τύπο ΙΑ, ημερομηνίας 15/10/2025, με την οποία η Καθ’ ης η Αίτηση γνωστοποίησε την πρόθεσή της να προβεί σε πώληση, μέσω ηλεκτρονικού συστήματος πλειστηριασμού, του ενυπόθηκου ακινήτου με αριθμό εγγραφής 13/[ ], φύλλο/σχέδιο 21/54Ε2, τεμάχιο ΕΠΙ [ ], μερίδιο 1/1, ήτοι διαμερίσματος αρ. [ ] στον 4ο όροφο, στον Στρόβολο, περιοχή Αγίου Δημητρίου, Επαρχία Λευκωσίας, το οποίο έχει υποθηκευθεί δυνάμει της υποθήκης με αριθμό Υ4958/2005.

Περαιτέρω, η Αιτήτρια ζητεί την έκδοση διατάγματος με το οποίο να ακυρώνεται η προγραμματισθείσα πώληση του εν λόγω ενυπόθηκου ακινήτου μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος πλειστηριασμού www.eauction-cy.com, ορισθείσα για τις 15/01/2026 και ώρα 10:00 π.μ.

Νομική βάση

Η Αιτήτρια στηρίζει την Αίτηση/Έφεσή της σε σειρά διατάξεων, συνταγματικών, νομοθετικών κανονιστικών και άλλων, στο κοινοδίκαιο και στο δίκαιο της επιείκειας, στη νομολογία και στην εγγενή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου, όπως παρατίθενται στο σχετικό δικόγραφο. Ειδικότερα, επικαλείται τα Άρθρα 23, 26, 28, 30, 32 και 35 του Συντάγματος, τα Άρθρα 6 και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, τον περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960, Νόμος 14/1960, τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, τα Άρθρα 5, 21, 27, 36, 37, 44, 44Α ─ 44ΙΑΑ και 51 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965, Νόμος 9/1965, τα Άρθρα 2, 80 και 81 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ. 224, τους περί Πώλησης Ενυπόθηκου Ακινήτου σύμφωνα με το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Κανονισμούς, Κ.Δ.Π. 185/2015 και τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας.

Οι λόγοι έφεσης

Η Αιτήτρια προβάλλει ότι η ειδοποίηση κατά τύπο ΙΑ και η διαδικασία πλειστηριασμού είναι παράνομες ή άκυρες για διάφορους λόγους, περιλαμβανομένων της μη τήρησης της προβλεπόμενης από το Μέρος VIA περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965, Νόμος 9/1965 διαδικασίας, της μη νόμιμης ή ελλιπούς επίδοσης των ειδοποιήσεων τύπου ΙΑ,  Ι, ΙΒ και Θ σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, της μη συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις του Νόμου 9/1965 για την εκποίηση και δημοσίευση του επίδικου ακινήτου, καθώς και της παράλειψης κοινοποίησης στην Αιτήτρια των εκτιμήσεων και στοιχείων που ορίζει ο Νόμος 9/1965, περιλαμβανομένου ότι δεν της δόθηκε η δυνατότητα επαρκούς ενημέρωσης σχετικά με την υπερημερία ή την οφειλή του ενυπόθηκου χρέους. Επιπλέον, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η διαδικασία διεξάγεται καταχρηστικά και παράτυπα, παραβιάζοντας τα δικαιώματά της, τη φυσική δικαιοσύνη και τις συνταγματικές της εγγυήσεις.

Προσκομισθείσα μαρτυρία

Η Αίτηση/Έφεση τεκμηριώνεται στο πραγματικό υπόβαθρο που προβάλλει η Αιτήτρια, όπως αυτό παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο με ένορκη δήλωσή της ημερομηνίας 08/12/2025, η οποία καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της Αίτησης/Έφεσης. Λεπτομερής αναφορά στο περιεχόμενο των ισχυρισμών θα γίνει σε κατοπινό στάδιο της απόφασης.

ΙΙ.

Ένσταση Καθ’ ης η Αίτηση

Νομική βάση

Η Καθ’ ης η Αίτηση καταχώρησε ένσταση στην Αίτηση/Έφεση, στηριζόμενη σε σειρά διατάξεων, συνταγματικών νομοθετικών, κανονιστικών και άλλων, στη νομολογία και στην εγγενή εξουσία του Δικαστηρίου, περιλαμβανομένων των Άρθρων 23, 26, 28, 30, 35, 54, 83, 144, 154 και 155 του Συντάγματος, του Άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, τον περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960, Νόμος 14/1960, των Άρθρων 5, 21, 27, 44Α ─ 441E και Παραρτημάτων του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965, Νόμος 9/1965, των Άρθρων 27, 80 και 81 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224, τον περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμο του 2015, Νόμος 169(I)/2015, τον περί Διαχειριστών Πιστώσεων και Αγοραστών Πιστώσεων και για Συναφή Θέματα Νόμο του 2024, Νόμος 122(I)/2024, τους περί Πώλησης Ενυπόθηκου Ακινήτου σύμφωνα με το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Κανονισμούς, Κ.Δ.Π. 185/2015, τους περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 1956 (3956/1956), το περί Πώλησης Ενυπόθηκου Ακινήτου μέσω Ηλεκτρονικού Συστήματος Πλειστηριασμού Διάταγμα του 2019, Κ.Δ.Π. 346/2019 και των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.  

Προβαλλόμενοι λόγοι ένστασης

Σύμφωνα με την ένσταση, η Καθ’ ης η Αίτηση προβάλλει ότι απέστειλε ή επέδωσε κανονικά τις ειδοποιήσεις τύπου Θ, Ι, ΙΒ και ΙΑ προς την Αιτήτρια και τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965, Νόμος 9/1965. Τονίζεται ότι τυχόν μη νόμιμη ή ελλιπής αποστολή των ειδοποιήσεων τύπου Ι και ΙΒ δεν συνιστά λόγο παραμερισμού της ειδοποίησης τύπου ΙΑ σύμφωνα με το Άρθρο 44Γ(3) του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965. Περαιτέρω, η Καθ’ ης η Αίτηση υποστηρίζει ότι, πέραν της πλήρους συμμόρφωσής της με τις προβλέψεις του Νόμου 9/1965, το Δελτίο Ειδοποίησης Ηλεκτρονικού Πλειστηριασμού και τα ζητήματα που αφορούν τη δημοσίευσή του είναι μη εφέσιμα, ενώ οι εκτιμήσεις του ακινήτου δεν αποτελούν λόγο παραμερισμού της ειδοποίησης τύπου ΙΑ και δεν εξετάζονται στην παρούσα διαδικασία. Επισημαίνεται ότι όλες οι σχετικές ειδοποιήσεις παραλήφθηκαν από την Αιτήτρια, γεγονός που αποδεικνύει ότι έλαβε γνώση της διαδικασίας και ότι έχει επιτευχθεί ο σκοπός του νομοθέτη. Ζητήματα που αφορούν την Αγωγή με αρ. 2557/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας δεν συνιστούν λόγο παραμερισμού της ειδοποίησης τύπου ΙΑ και δεν εξετάζονται στην παρούσα Αίτηση/Έφεση. Η Καθ’ ης η Αίτηση υποστηρίζει ότι το Άρθρο 37 του Νόμου 9/1965 δεν εφαρμόζεται στην υπό κρίση περίπτωση, δεδομένου ότι ισχύουν οι πρόνοιες του Μέρους VIA (Άρθρα 44Α ─ 44ΙΑΑ). Ανεξαρτήτως αυτού, η υπερημερία υπερβαίνει τις 120 ημέρες, καθώς το χρέος κατέστη απαιτητό και πληρωτέο με επιστολές τερματισμού που απέστειλε η Καθ’ ης η Αίτηση, περιλαμβανομένης της Αιτήτριας. Επιπλέον, ζητήματα που αφορούν την πώληση της πιστωτικής διευκόλυνσης της Υποθήκης αριθμού Υ4958/2005 ή την ενημέρωση της Αιτήτριας δεν εξετάζονται στα πλαίσια της Αίτησης/Έφεσης. Ανεξαρτήτως αυτού, η Αιτήτρια ενημερώθηκε πλήρως σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου 169(I)/2015. Το Δικαστήριο δεν εξετάζει ισχυρισμούς της Αιτήτριας που δεν συνοδεύονται από συγκεκριμένους λόγους έφεσης ούτε λόγους έφεσης που δεν υποστηρίζονται από την Ένορκη Δήλωση της Αιτήτριας. Συνολικά, η διαδικασία που ακολουθήθηκε από την Καθ’ ης η Αίτηση είναι πλήρως σύμφωνη με τις πρόνοιες του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965 και με το Σύνταγμα, καθιστώντας τη σχετική ειδοποίηση τύπου ΙΑ νόμιμη και έγκυρη. Η Καθ’ ης η Αίτηση υποστηρίζει τέλος ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν είναι δίκαιη ούτε εύλογη.

Υποστηρικτική ένορκη δήλωση

Η ένσταση της Καθ’ ης η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Γεωργίου Σιεκκερή, ημερομηνίας 30/12/2025, που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για την τεκμηρίωση των ισχυρισμών της. Το περιεχόμενο της δήλωσης θα εξεταστεί αναλυτικά σε επόμενο στάδιο της απόφασης.

III.

Ισχυρισμοί των Μερών και Αξιολόγηση

Αιτήτριας

Το Δικαστήριο έχει εξετάσει τη μαρτυρία της Αιτήτριας υπό το φως του συνόλου του αποδεικτικού υλικού που έχει τεθεί ενώπιόν του στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης/Έφεσης, καθώς και των τεκμηρίων που παρουσιάστηκαν προς υποστήριξή της. Η μαρτυρία της έχει αντιπαραβληθεί και συγκριθεί με τους αντίθετους και αντικρουόμενους ισχυρισμούς που προέκυψαν από τη διαδικασία.

Κατόπιν αυτής της εξέτασης, το Δικαστήριο κρίνει ότι η μαρτυρία της Αιτήτριας είναι αξιόπιστη, καθόσον δεν διαπιστώνονται ουσιώδεις αντιφάσεις με άλλα αποδεικτικά στοιχεία ούτε αυτοαναιρέσεις ικανές να πλήξουν τη συνολική της αξιοπιστία. Πράγματι, η αφήγησή της εμφανίζει εσωτερική συνοχή και ευθυγραμμίζεται, στον πυρήνα της, με τα λοιπά αποδεικτικά δεδομένα της υπόθεσης.

Σημειώνεται, ωστόσο, ότι ορισμένοι από τους ισχυρισμούς της, συμπεριλαμβανομένων και ισχυρισμών που κρίνονται κρίσιμης σημασίας, διατυπώνονται σε γενικό επίπεδο ή χωρίς την πλήρη τεκμηρίωση και τις ειδικότερες λεπτομέρειες που, υπό άλλες συνθήκες, θα επέτρεπαν τον πληρέστερο έλεγχο της ακρίβειάς τους. Το Δικαστήριο κρίνει, όμως, ότι η εν λόγω γενικότητα ή η έλλειψη πληρέστερης τεκμηρίωσης είναι, σε σημαντικό βαθμό, αντικειμενικά δικαιολογημένη, λαμβανομένης υπόψη της παρόδου σημαντικού χρονικού διαστήματος από την τέλεση κάποιων εκ των ισχυριζόμενων γεγονότων, παράγοντας ο οποίος ευλόγως επηρεάζει τόσο τη δυνατότητα ακριβούς ανάκλησης λεπτομερειών όσο και τη διατήρηση ή τη δυνατότητα προσκόμισης αποδεικτικών στοιχείων προς υποστήριξη των σχετικών ισχυρισμών.

Το Δικαστήριο διευκρινίζει ότι η ανωτέρω διαπίστωση δεν αφορά το σύνολο των προβαλλόμενων ισχυρισμών της Αιτήτριας σωρευτικά, πλην όμως καταλαμβάνει ουσιώδες και σημαντικότερο μέρος αυτών. Υπό τα δεδομένα αυτά, και συνεκτιμώντας το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, η μαρτυρία της Αιτήτριας γίνεται δεκτή ως αξιόπιστη και, κατά συντριπτική πλειονότητα, ακριβής εν συνόλω, κρινόμενη επαρκής για την αξιολόγηση και επίλυση των ζητημάτων που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου, για τους λόγους που αναλύονται στη συνέχεια.

Βασικός ισχυρισμός και θέση της Αιτήτριας, όπως προκύπτει από την πιο πάνω αναφερόμενη ένορκη δήλωσή της που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της Αίτησης/Έφεσης, είναι ότι από τον Αύγουστο του 1995 μέχρι και τον Οκτώβριο του 2023 ήταν μόνιμη κάτοικος Βρυξελλών, Βελγίου, όπου και εργαζόταν σε διάφορες θέσεις, και συγκεκριμένα στον Παγκόσμιο Οργανισμό Τελωνείων, στη Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και, μετά την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σε διάφορες θέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ήτοι στη Γενική Διεύθυνση Δικαιοσύνης, στη Γενική Διεύθυνση Τελωνειακής Ένωσης και Φορολογίας, μέχρι και τη συνταξιοδότησή της το έτος 2023.

Μετά τη συνταξιοδότησή της, διαμένει μαζί με τον σύζυγό της κατά διαστήματα στη Χάγη της Ολλανδίας και κατά διαστήματα στην Κύπρο

Αξιοσημείωτη είναι η εισαγωγική αναφορά στην παράγραφο 1 της εν λόγω ένορκης δήλωσης, όπου η Αιτήτρια αυτοπροσδιορίζεται ως «η Εφεσείουσα/Αιτήτρια στην πιο πάνω Αίτηση/Έφεση», κατά τρόπο που παραπέμπει στον τίτλο της διαδικασίας, στον οποίο ως τόπος διαμονής της στην Κύπρο αναφέρεται η διεύθυνση «Ευβοίας 9, Διαμέρισμα 201, Domain House, 1087 Λευκωσία».

Συναφώς, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι, καθ’ όλη τη διάρκεια της διαμονής της στο εξωτερικό, και ιδίως κατά τις επίδικες ημερομηνίες, η διεύθυνση διαμονής της στο εξωτερικό ήταν γνωστή στην Τράπεζα Κύπρου, την οποία είχε ενημερώσει σχετικά πριν ακόμη αναχωρήσει από την Κύπρο το έτος 1995, κοινοποιώντας παράλληλα και τα στοιχεία επικοινωνίας της. Υπό τα δεδομένα αυτά, η Τράπεζα Κύπρου τελούσε σε γνώση του τόπου και του τρόπου επικοινωνίας με την Αιτήτρια και, συνεπώς, τελούσε σε γνώση ότι οι διευθύνσεις στις οποίες φέρεται να αναφέρθηκαν ή και απεστάλησαν διάφορα έγγραφα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση δεν αποτελούσαν την τελευταία γνωστή προς αυτήν διεύθυνση διαμονής της.

Κατ’ επέκταση, ως φερόμενη διάδοχος της Τράπεζας Κύπρου, η Καθ’ ης η Αίτηση τεκμαίρεται ότι τελούσε σε γνώση των ίδιων ουσιωδών πραγματικών περιστατικών, ανεξαρτήτως της άγνοιας της Αιτήτριας ως προς την απόκτηση των εν λόγω δικαιωμάτων που αφορούν την επίδικη υποθήκη.   

Η Αιτήτρια, σε ό,τι αφορά την επίδικη υποθήκη, ισχυρίζεται ότι αυτή παραχωρήθηκε προς εξασφάλιση δανείου, το οποίο είχε παραχωρηθεί από την Τράπεζα Κύπρου στον σημερινό συνιδιοκτήτη του σχετικού ακινήτου και αδελφό της, Μιχάλη Παπαμιχαλόπουλο, αρχικά κατά το έτος 1998.

Όπως περαιτέρω αναφέρει, το μερίδιο του ακινήτου που ήταν εγγεγραμμένο στο όνομά της, παραχωρήθηκε με υποθήκη προς εξασφάλιση δανεισμού του εν λόγω αδελφού της από την Τράπεζα Κύπρου, στις 20/05/2005. Η πράξη αυτή έγινε δυνάμει πληρεξουσίου ημερομηνίας 25/09/1995, το οποίο είχε παραχωρηθεί στον αδελφό της και το οποίο μεταγενέστερα, στις 23/07/2008, ανακλήθηκε, με ταυτόχρονη επίσημη ενημέρωση του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, καθώς και της Τράπεζας Κύπρου.

Αναφέρει επίσης ότι το γεγονός της ύπαρξης αγωγής και, ειδικότερα, της Αγωγής με αρ. 2557/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, σχετικά με τον ως άνω δανεισμό και την επίδικη υποθήκη, εναντίον, μεταξύ άλλων, του αδελφού της Μιχάλη Παπαμιχαλόπουλου και της ίδιας, περιήλθε στην αντίληψή της, μόλις περί τον Οκτώβριο ή Νοέμβριο του έτους 2025.

Όπως περαιτέρω ισχυρίζεται, ουδέποτε της επιδόθηκε προσωπικά κλητήριο ένταλμα για την εν λόγω αγωγή και η εκπροσώπησή της, όπως διαπίστωσε, από κοινού με τους λοιπούς εναγόμενους από δικηγόρο στη διαδικασία αυτή, έλαβε χώρα εν αγνοία της και χωρίς την εξουσιοδότησή της.

Εξ ου και, όπως προεκτείνει, διόρισε άλλο δικηγόρο, ο οποίος, μετά από ενημέρωση και έρευνα του δικαστικού φακέλου, επιβεβαίωσε ότι ουδέποτε της επιδόθηκε κλητήριο ένταλμα για την εν λόγω αγωγή και ότι δεν είχε υπογράψει έντυπο διορισμού του δικηγόρου που καταχώρησε για αυτήν σημείωμα εμφάνισης στη διαδικασία.

Κατόπιν οδηγιών της, ο εν λόγω δικηγόρος καταχώρησε στις 28/11/2025 ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου, προς διασφάλιση των δικαιωμάτων της και προς υπεράσπιση των συμφερόντων της στο πλαίσιο της διαδικασίας.    

Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι οι σχέσεις της με τον αδελφό της, Μιχάλη Παπαμιχαλόπουλο, δεν ήταν καλές και ότι δεν υπήρχε επικοινωνία μεταξύ τους, καθώς και ότι τελούσε με την πεποίθηση ότι το δάνειο που είχε παραχωρηθεί στον αδελφό της από την Τράπεζα Κύπρου, χρόνια πριν, είχε ήδη εξοφληθεί.

Όπως περαιτέρω ισχυρίζεται, στις 25/11/2025 της επιδόθηκε από την Καθ’ ης η Αίτηση ─ χωρίς προηγουμένως να της κοινοποιηθεί ή επιδοθεί οποιαδήποτε άλλη σχετική ειδοποίηση προς ενημέρωση και διασφάλιση των νόμιμων δικαιωμάτων της ─ η ειδοποίηση κατά τον τύπο ΙΑ.

Με την εν λόγω ειδοποίηση, η Καθ’ ης η Αίτηση δηλώνει την πρόθεσή της να πωλήσει το μερίδιο της στο ακίνητο που επιβαρύνεται από την επίδικη υποθήκη μέσω της διαδικασίας πλειστηριασμού στις 15/01/2026, επικαλούμενη τις πρόνοιες του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965, Νόμος 9/1965.

Σύμφωνα με τη νομική συμβουλή που έλαβε η Αιτήτρια, η Καθ’ ης η Αίτηση δεν συμμορφώνεται με τις προαναφερθείσες πρόνοιες, γεγονός που, κατά τη θέση της, καθιστά βάσιμη την καταχώριση της Αίτησης/Έφεσής της.

Οι ανωτέρω ισχυρισμοί της Αιτήτριας, πέραν της γενικής άρνησης και απόρριψής τους από πλευράς της Καθ’ ης η Αίτηση στο πλαίσιο της συνολικής αμφισβήτησης των ισχυρισμών της Αιτήτριας, δεν τέθηκαν υπό ουσιαστική αμφισβήτηση μέσω της προβολής οποιουδήποτε θετικού, συγκεκριμένου και επαρκώς τεκμηριωμένου ισχυρισμού περί του αντιθέτου. Περαιτέρω, οι εν λόγω ισχυρισμοί υποστηρίζονται ευλόγως και από τα στοιχεία που προκύπτουν από τη Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκευσης Ακινήτου ημερομηνίας 20/05/2005, η οποία προσκομίστηκε ως Τεκμήριο Α στην προαναφερόμενη ένορκη δήλωση του Γεωργίου Σιεκκερή, καταχωρηθείσα προς υποστήριξη της ένστασης της Καθ’ ης η Αίτηση.

Από το περιεχόμενο του εν λόγω τεκμηρίου, προκύπτει ότι ο αδελφός της Αιτήτριας, Μιχάλης Παπαμιχαλόπουλος, ενεργούσε υπό την ιδιότητά του ως αντιπρόσωπος της δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου (με αριθμό αναφοράς P/A 871/1997), στοιχείο το οποίο δύναται ευλόγως να υποστηρίξει τον ισχυρισμό περί απουσίας της Αιτήτριας στο εξωτερικό κατά τον κρίσιμο χρόνο και συνιστά περαιτέρω αποδεικτικό στοιχείο της γνώσης της Τράπεζας Κύπρου ότι αυτή δεν μπορούσε να έχει άμεση φυσική επαφή και επικοινωνία μαζί της, ακριβώς λόγω της εν λόγω απουσίας, για την οποία τελούσε εν γνώσει.

Συναφώς παρατηρείται ότι στην ανωτέρω Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκευσης Ακινήτου, στο μέρος όπου γίνεται αναφορά, μεταξύ άλλων, στους δηλούντες Μιχάλη Παπαμιχαλόπουλο και την Αιτήτρια, πέραν της σωρευτικής ένδειξης ότι είναι «μόνιμοι κάτοικοι Κύπρου», ως διεύθυνση διαμονής αναφέρεται και πάλι σωρευτικά «φ/δι Τράπεζας Κύπρου Λτδ, Ο&Μ, Λευκωσία».

Δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε συγκεκριμένη διεύθυνση διαμονής της Αιτήτριας, γεγονός που αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε σχέση με τον γενικό ισχυρισμό της Καθ’ ης η Αίτηση περί της τελευταίας γνωστής σε αυτήν διεύθυνσης διαμονής της Αιτήτριας, όπως αυτός προβάλλεται είτε βάσει του αρχείου της Τράπεζας Κύπρου είτε βάσει ιδίων στοιχείων. Και τούτο, καθότι ουδέν στοιχείο από το εν λόγω αρχείο έχει προσκομιστεί που να καταδεικνύει απτά την ύπαρξη καταγεγραμμένης και καταχωρημένης διεύθυνσης διαμονής της Αιτήτριας ή, σε κάθε περίπτωση, ποια ήταν αυτή.

Εν αμφιβόλω τίθεται, όπως σχολιάζεται και κατωτέρω, και η ίδια η πηγή γνώσης ή πληροφόρησης της Καθ’ ης η Αίτηση επί του ανωτέρω ζητήματος, ιδίως σε συνάρτηση με τον φάκελο της υπόθεσης τον οποίο επικαλείται ο προαναφερόμενος Γεώργιος Σιέκκερής.  

Περαιτέρω, στο έγγραφο της Συμφωνίας Δανείου ημερομηνίας 26/11/2008, το οποίο περιλαμβάνεται επίσης στο ίδιο ως άνω Τεκμήριο Α, στο «Παράστημα Συμφωνίας», μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι: «Σε περίπτωση εκποίησης της περιουσίας σας στο Βέλγιο, το προϊόν της είσπραξης θα κατατεθεί στο υπόλοιπο του εγκριθέντος δανείου για μείωση των προς την Τράπεζα υποχρεώσεών σας» καθώς και ότι «το αργότερο μέχρι το τέλος Απριλίου 2009 να υλοποιηθεί η υπόσχεσή σας ότι οι αδελφές σας θα υπογράψουν δέσμευση ότι θα σας μεταβιβάσουν το μερίδιό τους στο ενυπόθηκο κτήμα με αρ. εγγραφής Ν3022, στην οποία θα καθορισθεί η σχετική μελλοντική ημερομηνία μεταβίβασης».

Τα προαναφερόμενα στοιχεία, ελλείψει οποιασδήποτε σχετικής εξήγησης από πλευράς της Καθ’ ης η Αίτηση, όχι μόνο δεν αποκλείουν τους ανωτέρω ισχυρισμούς της Αιτήτριας, αλλά, αντιθέτως, τείνουν έστω και έμμεσα να τους υποστηρίξουν. Τούτο προκύπτει αφενός από την αναφορά στο Βέλγιο, η οποία δεν έχει άλλως επεξηγηθεί ούτε προκύπτει πώς δύναται να σχετίζεται με τον συμβαλλόμενο Μιχάλη Παπαμιχαλόπουλο, και αφετέρου από τη δέσμευση του τελευταίου για ενέργεια η οποία, κατά τον κρίσιμο χρόνο, προφανώς δεν ήταν υλοποιήσιμη σε ό,τι αφορά την Αιτήτρια και η οποία, όπως εκ των πραγμάτων προκύπτει λόγω της συνεχιζόμενης συνιδιοκτησίας της Αιτήτριας επί του ακινήτου μέχρι και σήμερα, δεν φαίνεται να έχει υλοποιηθεί. Τα στοιχεία αυτά δεν αποκλείουν ούτε αντικρούουν ουσιαστικά τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο απουσίαζε στο εξωτερικό και συγκεκριμένα στο Βέλγιο και δεν είχε γνώση των σχετικών ενεργειών του αδελφού της Μιχάλη Παπαμιχαλόπουλου.

Περαιτέρω υποστήριξη στους προαναφερόμενους ισχυρισμούς της Αιτήτριας παρέχει και το Πιστοποιητικό Έρευνας Ακίνητης Ιδιοκτησίας ημερομηνίας 21/05/2025, το οποίο αφορά το πρόσωπο της Αιτήτριας και αποτελεί επίσης μέρος του προειρημένου Τεκμηρίου Α. Στο εν λόγω πιστοποιητικό, όπου γίνεται αναφορά στη διεύθυνση της Αιτήτριας, αυτή καταγράφεται ως «Βέλγιο». Η εν λόγω καταχώρηση αντανακλά τα στοιχεία που το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας τηρεί καταχωρημένα στο Κτηματικό Μητρώο αναφορικά με την Αιτήτρια και παρέχει άμεση και θετική υποστήριξη στον ισχυρισμό της ότι υπήρξε κάτοικος Βελγίου.

Περαιτέρω, το γεγονός αυτό καταδεικνύει ότι σε κάποιο χρονικό σημείο υπήρξε επικοινωνία της Αιτήτριας με το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, στοιχείο το οποίο παρέχει έμμεση, πλην σαφή, υποστήριξη και στον ισχυρισμό της ότι προέβη σε ανάκληση του πληρεξουσίου ημερομηνίας 25/09/1995 στις 23/07/2008, κατόπιν επίσημης ενημέρωσης του εν λόγω Τμήματος. Κατ’ επέκταση, καθίσταται ευλογοφανής και ο ισχυρισμός της περί σύγχρονης ενημέρωσης και της Τράπεζας Κύπρου.   

Η θέση περί της βασιμότητας του ισχυρισμού της Αιτήτριας ότι, κατά τους ουσιώδεις χρόνους, υπήρξε κάτοικος Βελγίου, υποστηρίζεται περαιτέρω και από τα στοιχεία που προκύπτουν από το σημείωμα εμφάνισης το οποίο καταχωρήθηκε στις 13/10/2021 για λογαριασμό της στο πλαίσιο της Αγωγής με αρ. 2557/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, μέρος του Τεκμηρίου Γ της ανωτέρω ένορκης δήλωσης του Γεωργίου Σιεκκερή. Το εν λόγω σημείωμα εμφάνισης, το οποίο, σύμφωνα με τον ισχυρισμό της Αιτήτριας, καταχωρήθηκε εν αγνοία της και χωρίς την εξουσιοδότησή της ─ ζήτημα στο οποίο το Δικαστήριο θα επανέλθει κατωτέρω ─ αναφέρει και πάλι, ως διεύθυνση διαμονής της Αιτήτριας, τις «Βρυξέλλες, Βέλγιο».

Το στοιχείο αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία, ιδίως εάν ληφθεί υπόψη ότι στο κλητήριο ένταλμα της εν λόγω Αγωγής, επίσης μέρος του προειρημένου Τεκμηρίου Γ, η Τράπεζα Κύπρου ανέφερε ως διεύθυνση διαμονής της Αιτήτριας την «Πρωταγόρου 17, πολυκατοικία Βασιλική 5, Διαμέρισμα 202, 1045 Λευκωσία». Ως προς τη δικονομική προέκταση του ζητήματος και τη δυνατότητα επηρεασμού της νομικής θέσης της Τράπεζας Κύπρου, και κατ’ επέκταση της Καθ’ ης η Αίτηση, καθώς επίσης και της Αιτήτριας, από το ανωτέρω δεδομένο, το Δικαστήριο θα επανέλθει ακολούθως.

Καθ’ ης η Αϊτηση

Η Καθ’ ης η Αίτηση αρνείται τους πιο πάνω ισχυρισμούς και θέσεις της Αιτήτριας, τους οποίους, μέσω της προαναφερόμενης ένορκης δήλωσης του Γεώργιου Σιεκκερή, επιχείρησε να θέσει υπό αμφισβήτηση.

Το Δικαστήριο εξέτασε τη μαρτυρία του Γεωργίου Σιεκκερή στο σύνολό της, προσεγγίζοντάς την κριτικά υπό το πρίσμα του συνόλου της προσαχθείσας κατά την ακρόαση της Αίτησης/Έφεσης μαρτυρίας και των τεκμηρίων που προσφέρθηκαν προς υποστήριξη αυτής. Η εν λόγω μαρτυρία αξιολογήθηκε συγκριτικά και σε αντιπαραβολή με τους αντικρουόμενους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, η οποία, σε αντίθεση με τον Γεώργιο Σιεκκερή, κατέθεσε από προσωπική γνώση, χωρίς να έχει προκύψει ή να έχει αναδειχθεί οτιδήποτε προς το αντίθετο.

Το Δικαστήριο κρίνει ότι η μαρτυρία του Γεωργίου Σιεκκερή δεν δύναται να γίνει αποδεκτή, καθότι δεν έχει επαρκώς δικαιολογηθεί το υπόβαθρο της γνώσης του επί των επίμαχων γεγονότων, ώστε να πληρούται ο ελάχιστος απαιτούμενος βαθμός βεβαιότητας ως προς την ακρίβεια των ισχυρισμών του. Περαιτέρω, η γενικότητα και αοριστία των καταθέσεών του δημιουργεί στο Δικαστήριο εύλογες αμφιβολίες τόσο ως προς την αξιοπιστία όσο και ως προς την ειλικρίνειά του.

Κατά συνέπεια, και για τους λόγους που εκτίθενται εκτενέστερα κατωτέρω, η μαρτυρία του Γεωργίου Σιεκκερή, στον βαθμό που αφορά γεγονότα τα οποία δεν είναι κοινώς παραδεκτά ή αντικειμενικά αναντίλεκτα, δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται.

Βασικός ισχυρισμός και θέση της Καθ’ ης η Αίτηση, τον οποίο προβάλλει και ο Γεώργιος Σιεκκερής, είναι ότι τα έγγραφα που αφορούν την υπό κρίση υπόθεση και τα οποία απεστάλησαν στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, περιλαμβανομένης και της Αιτήτριας, αποστάλθηκαν στις τελευταίες διευθύνσεις που ήταν καταχωρημένες στο μητρώο της Τράπεζας Κύπρου. Οι εν λόγω διευθύνσεις, κατά τον ισχυρισμό της Καθ’ ης η Αίτηση, αποτελούσαν τις τελευταίες γνωστές σε αυτήν διευθύνσεις διαμονής των προσώπων αυτών.

Συναφώς, ο Γεώργιος Σιεκκερής προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η Καθ’ ης η Αίτηση δεν είχε οποιαδήποτε γνώση αναφορικά με τη διεύθυνση διαμονής της Αιτήτριας στο Βέλγιο, όπως αυτή ισχυρίζεται. Περαιτέρω, επικαλείται ότι, σύμφωνα με τη νομική συμβουλή την οποία έλαβε, το βάρος απόδειξης ως προς την κοινοποίηση στην Τράπεζα Κύπρου της εν λόγω διεύθυνσης διαμονής φέρει η ίδια η Αιτήτρια. Επιπρόσθετα, υποστηρίζει ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλει η Αιτήτρια στη σχετική παράγραφο της ένορκης δήλωσής της αντιφάσκουν με άλλους ισχυρισμούς τους οποίους η ίδια προβάλλει στο ίδιο ένορκο κείμενο. Τέλος, επισημαίνει ότι, σε κάθε περίπτωση, η διαδικασία εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965, Νόμος 9/1965, κινήθηκε το έτος 2023, δηλαδή κατά το έτος κατά το οποίο η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι επέστρεψε στην Κύπρο.     

Στην εισαγωγή της προειρημένης ένορκης δήλωσής του, ο Γεώργιος Σιεκκερής αναφέρει ότι είναι υπάλληλος της εταιρείας Themis Portfolio Management Ltd, η οποία, δυνάμει σχετικής σύμβασης, παρέχει στην Καθ’ ης η Αίτηση υπηρεσίες διαχείρισης χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων, συναφών συμφωνιών και άλλων συναφών θεμάτων. Περαιτέρω, εκτίθεται ότι, για τους λόγους που η ίδια επικαλείται, η Καθ’ ης η Αίτηση, σε σχέση με την παρούσα υπόθεση και την επίδικη υποθήκη, έχει υποκαταστήσει την Τράπεζα Κύπρου στα σχετικά δικαιώματά της.

Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι παρέχει τις εν λόγω υπηρεσίες προς την Καθ’ ης η Αίτηση από την 01/10/2021, μεταξύ άλλων και σε σχέση με την παρούσα υπόθεση και την επίδικη υποθήκη. Υποστηρίζει περαιτέρω ότι, λόγω της θέσης που κατέχει, έχει γνώση των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης και ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος τόσο από την Καθ’ ης η Αίτηση όσο και από την εργοδότριά του να προβεί στην υποβολή της εν λόγω ένορκης δήλωσης.

Τέλος, αναφέρει ότι η ένορκη δήλωσή του βασίζεται τόσο σε στοιχεία τα οποία, όπως υποστηρίζει, γνωρίζει προσωπικά δυνάμει της θέσης και των καθηκόντων του και κατόπιν μελέτης του σχετικού φακέλου της υπόθεσης, όσο και σε πληροφορίες που έλαβε από άλλους λειτουργούς που χειρίζονται την παρούσα υπόθεση, καθώς και σε συμβουλές που έλαβε από τους δικηγόρους που την εκπροσωπούν.

Οι ανωτέρω αποτελούν και τους μοναδικούς ισχυρισμούς του μάρτυρα αναφορικά με τη γνώση του και την πηγή της πληροφόρησής του. Οι ισχυρισμοί αυτοί διατυπώνονται σε γενικό και αόριστο επίπεδο και, σε καμία περίπτωση, δεν καθιστούν σαφές τι ακριβώς περιείχε ο φάκελος της υπόθεσης, τον οποίο ο μάρτυρας ισχυρίζεται ότι μελέτησε, ούτε από ποια πηγή προήλθε το περιεχόμενό του, ήτοι εάν προερχόταν από την Τράπεζα Κύπρου ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή φορέα. Εν προκειμένω, και παρά τις πρόνοιες του Άρθρου 23(2)(ιν)(ν) του περί Διαχειριστών Πιστώσεων και Αγοραστών Πιστώσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2024, Νόμος 122(I)/2024 δεν δύναται να γίνει οποιαδήποτε υπόθεση ή συμπλήρωση των κενών της μαρτυρίας του. Και τούτο, εφόσον καμία ρητή αναφορά ή άλλο απτό αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει από τη μαρτυρία του Γιώργου Σιεκκερή ως προς το ότι υπήρξε πράγματι οποιαδήποτε παράδοση ή κατοχή εγγράφων από την Τράπεζα Κύπρου προς την Καθ’ ης η Αίτηση, όπως αναφέρεται στο πιο πάνω Άρθρο 23(2)(ιν) του Νόμου 122(Ι)/2024.  

Περαιτέρω, ο μάρτυρας δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε ειδική ή συγκεκριμένη αναφορά περί άμεσης ή προσωπικής ενημέρωσής του από λειτουργό της Τράπεζας Κύπρου αναφορικά με τα γεγονότα που άπτονται της παρούσας υπόθεσης. Επιπλέον, ουδέν απτό στοιχείο από τον εν λόγω φάκελο προσκομίστηκε ή υποδείχθηκε, το οποίο να τεκμηριώνει θετικά τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς του ως προς τα επίδικα γεγονότα. Λαμβανομένων υπόψη και των προνοιών του πιο πάνω Άρθρου 23(2)(ν) του Νόμου 122(Ι)/2024, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι η Καθ’ ης η Αίτηση είχε στη διάθεσή της πλήρες και ολοκληρωμένο αρχείο της Τράπεζας Κύπρου αναφορικά με την παρούσα υπόθεση και την επίδικη υποθήκη, προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι δεν προσκομίστηκε οποιοδήποτε έγγραφο, πέραν των επίδικων επιστολών, από το οποίο να προκύπτει επίσημα καταγεγραμμένη ή καταχωρημένη η διεύθυνση διαμονής της Αιτήτριας. Όπως κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Αιτήτριας έχει αναφερθεί, στην Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκευσης Ακινήτου, στο μέρος όπου γίνεται αναφορά, μεταξύ άλλων, στους δηλούντες Μιχάλη Παπαμιχαλόπουλο και την Αιτήτρια, ως διεύθυνση διαμονής αναφέρεται σωρευτικά «φ/δι Τράπεζας Κύπρου Λτδ, Ο&Μ, Λευκωσία».    

Λαμβανομένων υπόψη και των αντίστοιχων ισχυρισμών της Αιτήτριας, όπως αυτοί έχουν ήδη αξιολογηθεί ανωτέρω ─ οι οποίοι αξιολογήθηκαν και με βάση τεκμήρια που ο ίδιος παρουσίασε ─, οι ισχυρισμοί του μάρτυρα παραμένουν μετέωροι και, σε κάθε περίπτωση, δεν δύνανται να γίνουν αποδεκτοί ως ακριβείς και αξιόπιστοι. Τούτο αφορά, ειδικότερα, τον ισχυρισμό ότι η Τράπεζα Κύπρου δεν γνώριζε τη διαμονή της Αιτήτριας στο Βέλγιο, τον ισχυρισμό ότι οι σχετικές επιστολές που απεστάλησαν προς την Αιτήτρια στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης και της επίδικης υποθήκης εστάλησαν στην τελευταία γνωστή προς την Τράπεζα Κύπρου διεύθυνσή της, καθώς και ─ το πλέον κρίσιμο ─ τον ισχυρισμό περί του από πού και βάσει ποιων στοιχείων προκύπτει η γνώση της Καθ’ ης η Αίτηση αναφορικά με την τελευταία γνωστή διεύθυνση διαμονής της Αιτήτριας.

Περαιτέρω, και σε συνέχεια των ανωτέρω, και χωρίς παραγνώριση της γενικότητας και αοριστίας των ισχυρισμών του μάρτυρα, καθώς και της μη επαρκούς τεκμηρίωσης ως προς την πηγή γνώσης και πληροφόρησής του αναφορικά με τα επίδικα γεγονότα, παρατηρούνται σε σχέση με τους ισχυρισμούς του και τα ακόλουθα.

Ο μάρτυρας ισχυρίζεται ότι η Τράπεζα Κύπρου, λόγω παράλειψης εκ μέρους του Μιχάλη Παπαμιχαλόπουλου να τηρεί τους συμφωνηθέντες όρους αναφορικά με τον δανεισμό του, προέβη σε τερματισμό της σχετικής σύμβασης και τον κάλεσε προς εξόφληση του υπολοίπου του τηρούμενου λογαριασμού, καλώντας παράλληλα και την Αιτήτρια, καθώς και άλλα εμπλεκόμενα πρόσωπα.

Η θέση του μάρτυρα ήταν ότι η σχετική επιστολή ημερομηνίας 08/05/2019, η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Β στην εν λόγω ένορκη δήλωση, απεστάλη στις τελευταίες γνωστές διευθύνσεις που ήταν καταχωρημένες στο μητρώο της Τράπεζας Κύπρου, ήτοι: (α) προς τον Μιχάλη Παπαμιχαλόπουλο στη διεύθυνση «Στασίνου 51, 2002 Στρόβολος, Λευκωσία» και (β) προς την Αιτήτρια στη διεύθυνση «Πρωταγόρου 17, Πολυκατοικία Βασιλική 5, Διαμέρισμα 202, 1045 Λευκωσία».

Ακολούθως, ισχυρίζεται ότι, λόγω μη συμμόρφωσης, η Τράπεζα Κύπρου καταχώρησε την πιο πάνω Αγωγή με αριθμό 2557/2019 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Περαιτέρω, κατά την εξέλιξη της διαδικασίας, καταχωρήθηκε και εκ μέρους της Αιτήτριας σημείωμα εμφάνισης από δικηγόρο. Αμφότερα, όπως έχει ήδη αναφερθεί, παρουσιάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως μέρος του Τεκμηρίου Γ.

Όπως επίσης έχει ήδη επισημανθεί, στο κλητήριο ένταλμα της εν λόγω Αγωγής η Τράπεζα Κύπρου ανέφερε, κατά τον ίδιο τρόπο όπως και στις επιστολές ημερομηνίας 08/05/2019, ως διεύθυνση διαμονής του Μιχάλη Παπαμιχαλόπουλου τη «Στασίνου 51, 2002 Στρόβολος, Λευκωσία» και ως διεύθυνση διαμονής της Αιτήτριας την «Πρωταγόρου 17, Πολυκατοικία Βασιλική 5, Διαμέρισμα 202, 1045 Λευκωσία».

Ωστόσο, στο σημείωμα εμφάνισης, το οποίο ─ όπως έχει ήδη αναφερθεί ανωτέρω ─ καταχωρήθηκε από δικηγόρο εκ μέρους όλων των εναγομένων από κοινού, ανεξαρτήτως του λόγου καταχώρησής του και για την Αιτήτρια και ασχέτως της προβαλλόμενης θέσης της Αιτήτριας ότι τούτο έγινε εν αγνοία της και χωρίς την εξουσιοδότησή της, αναγραφόταν ρητώς ότι η διεύθυνση διαμονής της Αιτήτριας δεν ήταν η αναφερόμενη στο κλητήριο ένταλμα, αλλά οι «Βρυξέλλες, Βέλγιο».

Κατά συνέπεια, όπως έχει ήδη πιο πάνω σχολιαστεί, το στοιχείο αυτό έθετε τη σχετική πληροφορία σε γνώση της Τράπεζας Κύπρου ─ στην περίπτωση που ήθελε υποτεθεί ότι δεν γνώριζε προηγουμένως ─ και, ως εκ τούτου, δεν δύναται να υποστηριχθεί, αντιθέτως δε αντικρούεται, ο ισχυρισμός του Γεωργίου Σιεκκερή ότι οι επιστολές ή ειδοποιήσεις που, μεταγενέστερα της καταχώρησης του εν λόγω σημειώματος εμφάνισης στις 13/10/2021, κοινοποιήθηκαν προς την Αιτήτρια στην «Πρωταγόρου 17, πολυκατοικία Βασιλική 5, Διαμέρισμα 202, 1045 Λευκωσία» ή σε άλλη διεύθυνση στην Κύπρο, απεστάλησαν στην τελευταία γνωστή για την Τράπεζα Κύπρου ή/και την Καθ’ ης η Αίτηση διεύθυνση διαμονής της Αιτήτριας.

Εν προκειμένω, πέραν του ζητήματος της γνώσης της Τράπεζας Κύπρου ή/και της Καθ’ ης η Αίτηση, ανακύπτει και η δικονομική διάσταση του ζητήματος, μέσω της οποίας δύνανται να ελεγχθούν και να αξιολογηθούν οι προβαλλόμενοι, συναφείς με την παρούσα διαδικασία, ισχυρισμοί των μαρτύρων. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη Δ.16 κ.3(1)(δ) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο σημείωμα εμφάνισης που καταχωρείται από εναγόμενο πρέπει να περιέχεται η πλήρης διεύθυνσή του, ενώ, σύμφωνα με τη Δ.16 κ.3(2), σε περίπτωση που δεν περιέχεται τέτοια διεύθυνση, το σημείωμα δεν παραλαμβάνεται από τον Πρωτοκολλητή, και περαιτέρω, εάν περιλαμβάνει παραπλανητική ή ψευδή διεύθυνση, δύναται να παραμεριστεί από το Δικαστήριο κατόπιν αιτήσεως του ενάγοντος.

Στην προκείμενη περίπτωση, προκύπτει ως παραδεκτό γεγονός ότι αφενός ο Πρωτοκολλητής παρέλαβε το σημείωμα εμφάνισης που καταχωρήθηκε από τον δικηγόρο για λογαριασμό της Αιτήτριας, στο οποίο αναφερόταν ως διεύθυνση διαμονής της οι «Βρυξέλλες, Βέλγιο», ανεξαρτήτως του κατά πόσο η εν λόγω διεύθυνση ήταν ή όχι πλήρης. Αφετέρου, η Τράπεζα Κύπρου, και πάλι ανεξαρτήτως του κατά πόσο θεωρούσε ότι η εν λόγω διεύθυνση ήταν ελλιπής, παραπλανητική ή αναληθής, δεν προέβη σε οποιοδήποτε διάβημα δυνάμει της Δ.16 κ.3(2) για τον παραμερισμό του σημειώματος εμφάνισης.

Υπό τα δεδομένα αυτά, η Τράπεζα Κύπρου κωλυόταν πλέον να προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η τελευταία γνωστή σε αυτήν διεύθυνση διαμονής της Αιτήτριας ήταν οποιαδήποτε διεύθυνση αυτής στην Κύπρο. Κατ’ επέκταση, ο σχετικός ισχυρισμός του Γεωργίου Σιεκκερή εκ μέρους της Καθ’ ης η Αίτηση δεν δύναται να γίνει δεκτός, ενώ αντιθέτως ενισχύεται και υποστηρίζεται, όπως ανωτέρω έχει σχολιαστεί, ο αντίθετος ισχυρισμός της Αιτήτριας.

Επί των ανωτέρω, σημειώνεται ότι, σύμφωνα με τη Δ.16 κ.11, μόνο όταν ο εναγόμενος είναι κάτοικος Κύπρου το σημείωμα εμφάνισης που καταχωρείται για αυτόν από δικηγόρο πρέπει υποχρεωτικά να συνοδεύεται από υπογεγραμμένο από τον εναγόμενο έντυπο διορισμού δικηγόρου (retainer). Το γεγονός αυτό, ανεξαρτήτως της θέσης της Αιτήτριας ότι αγνοούσε αυτές τις ενέργειες, υποστηρίζει περαιτέρω την ανωτέρω θέση της ότι ήταν κάτοικος εξωτερικού κατά τους κρίσιμους χρόνους και αντικρούει τους αντίστοιχους ισχυρισμούς του Γεώργιου Σιεκκερή περί του αντιθέτου.               

Περαιτέρω, σε συνέχεια των ανωτέρω και λόγω του ισχυρισμού της Αιτήτριας ότι τα ανωτέρω διαβήματα στο πλαίσιο της Αγωγής με αρ. 2557/2019 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας πραγματοποιήθηκαν εν αγνοία της και χωρίς την εξουσιοδότησή της προς τον δικηγόρο, σημειώνονται τα εξής, τα οποία, παρότι αποτελούν δεδομένο δικονομικής προσέγγισης που δεν συνάδει με τους ανωτέρω ισχυρισμούς της, κρίνεται ότι δεν επηρεάζουν την αξιοπιστία της και δεν παρέχουν έδαφος για υποστήριξη των αντίθετων ισχυρισμών του Γεωργίου Σιεκκερή κατά τρόπο που να διαφοροποιεί την κρίση του Δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία της. 

Στο Annual Practice 1958, Τόμος Ι, σελ. 183, αναφορικά με την O.12, r.1 των R.S.C και το ζήτημα της εμφάνισης εναγομένου, αναφέρεται ότι ο δικηγόρος που καταχωρεί εμφάνιση για λογαριασμό εναγομένου τεκμαίρεται ότι έχει αναλάβει σιωπηρά την υποχρέωση και εγγύηση πως ενεργεί κατόπιν νόμιμης εξουσιοδότησης.

Συναφώς, ως προς το ζήτημα της μη εξουσιοδοτημένης εμφάνισης δικηγόρου, παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα, από το οποίο προκύπτει ότι ο εναγόμενος δύναται, ως το προσήκον δικονομικό διάβημα, να ζητήσει την «ακύρωση», ήτοι τον παραμερισμό της εμφάνισης από το Δικαστήριο, κατόπιν αιτήματος ή αίτησης με κλήση:

«Unauthorised Appearance.─ If a solicitor appears for a defendant without his knowledge or authority, the defendant has a clear right to have the appearance vacated (see Gray v. Coles (1891), 65 L. T. 743, in that case on motion; Yonge v. Toynbee, [1910] 1 K. B. 215, C. A.; The Neptune, [1919] P. 21, on summons; Simmons v. “Liberal Opinion”, [1911] 1 K. B. p. 968, on application in Court at the conclusion of trial).»

Περαιτέρω, στη νομική εγκυκλοπαίδεια Halsbury’s Laws of England, 2020, Τόμος 65, Lexis+ UK (ημερομηνία πρόσβασης: 09/01/2026), στην παράγραφο 548, η οποία πραγματεύεται τις συνέπειες δικονομικών ενεργειών δικηγόρου χωρίς εξουσιοδότηση, αναφέρεται ότι:

«(…) if a solicitor takes, defends or continues proceedings without the authority of the litigant whom he purports to represent, those proceedings will be summarily stayed if the proceedings are instituted without authority, or the defence will be struck out if they are defended without authority, on the application of a party by motion or summons. Moreover, if proceedings were originally begun or defended with authority, but that authority is revoked and the claim or defence is continued by the solicitor while unauthorised, the position is similar with regard to the proceedings taken during the unauthorised period. If the solicitor has been purporting to act for a claimant the order will direct him to pay the claimant's costs on the standard basis and also all costs which the claimant may have been ordered to pay to the defendant and the defendant's additional costs on the standard basis. (…) The solicitor may, further, in serious cases, be committed for taking proceedings in the name of a person without authority, and in gross cases, where there is fraud, his name may be struck off the roll.».

Συναφώς, η Δ.3 προβλέπει ότι ένας διάδικος μπορεί να αλλάξει δικηγόρο κατά τη διάρκεια μιας υπόθεσης, μετά την κατάθεση της σχετικής ειδοποίησης στο δικαστήριο. Μέχρι να κατατεθεί και να κοινοποιηθεί η ειδοποίηση στους λοιπούς διαδίκους, ο προηγούμενος δικηγόρος παραμένει ο νόμιμος εκπρόσωπος του διαδίκου.

Ως εκ τούτου, η δικονομική επιλογή της Αιτήτριας να καταχωρήσει ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου στο πλαίσιο της Αγωγής με αρ. 2557/2019 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα της Δ.3, δεν αναιρεί το τεκμήριο της νόμιμης εξουσιοδότησης του δικηγόρου και δεν ανατρέπει τα δεδομένα επί των γεγονότων που δημιουργούνται από τις ενέργειες τις οποίες προέβη για λογαριασμό της.

Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι ο παραπάνω σχολιασμός δεν δεσμεύει με οποιονδήποτε τρόπο όσα, από δικονομική ή πραγματική άποψη, ενδέχεται να απασχολήσουν το Δικαστήριο στο πλαίσιο της εν λόγω Αγωγής. Σχολιάζεται αποκλειστικά από την άποψη της προσέγγισης των προβαλλόμενων ισχυρισμών των μαρτύρων στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας και για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας τους.

Επανερχόμενος στους ισχυρισμούς του Γεωργίου Σιεκκερή, ισχυρίστηκε ότι η Καθ’ ης η Αίτηση, αφού υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα της Τράπεζας Κύπρου αναφορικά με την επίδικη υποθήκη, ξεκίνησε διαδικασία εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις πρόνοιες του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Νόμος 9/1965.

Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, η Καθ’ ης η Αίτηση απέστειλε ειδοποιήσεις στους Μιχάλη Παπαμιχαλόπουλο και στην Αιτήτρια ως εξής:

-       03/03/2023 με απλό ταχυδρομείο, ειδοποίηση τύπου Θ, Τεκμήριο Ε,

-       15/05/2025 μέσω συστημένου ταχυδρομείου, ειδοποίηση τύπου Ι, Τεκμήριο ΣΤ,

-       28/07/2025 μέσω συστημένου ταχυδρομείου, ειδοποίηση τύπου ΙΒ, Τεκμήριο Ζ,

-       15/10/2025 μέσω συστημένου ταχυδρομείου, ειδοποίηση τύπου ΙΑ, Τεκμήριο Η.

Υπό το φως των ανωτέρω, από την εξέταση των σχετικών Τεκμηρίων και των συνοδευτικών εγγράφων προκύπτει ότι όλες οι ειδοποιήσεις που αφορούν την Αιτήτρια απεστάλησαν σε διεύθυνση ή διευθύνσεις στην Κύπρο, χωρίς όπως έχει ήδη λεχθεί να στοιχειοθετείται με αξιόπιστη μαρτυρία ότι οποιαδήποτε από αυτές αποτελούσε την τελευταία γνωστή προς την Καθ’ ης η Αίτηση διεύθυνση διαμονής της Αιτήτριας, ούτε ότι η τελευταία γνωστή διεύθυνσή της Αιτήτριας δεν βρισκόταν στο εξωτερικό και δη στο Βέλγιο. Περαιτέρω, όπως προκύπτει σαφώς από τα έγγραφα ιχνηλάτησης και παράδοσης των Κυπριακών Ταχυδρομείων που περιλαμβάνονται στα εν λόγω Τεκμήρια, καμία από τις ειδοποιήσεις αυτές δεν παραλήφθηκε προσωπικά από την Αιτήτρια, αλλά είτε παραλήφθηκε από τρίτο πρόσωπο είτε δεν παραλήφθηκε καθόλου, γεγονός το οποίο ενισχύει τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας περί μη γνώσης και μη πραγματικής ενημέρωσής της.

Όπως ειδικότερα προκύπτει από τα σχετικά έγγραφα του συστήματος ιχνηλάτησης των Κυπριακών Ταχυδρομείων:

-       Η ειδοποίηση τύπου Ι (Τεκμήριο ΣΤ) αποστάλθηκε στην Αιτήτρια, πέραν της διεύθυνσης «[ ] 17, πολυκατοικία [ ] 5, Διαμέρισμα [ ], [ ] Λευκωσία», και στη διεύθυνση «[ ] 13, Διαμ. [ ], [ ] Στρόβολος, Λευκωσία». Η μεν πρώτη παραλήφθηκε από τον αδελφό της Αιτήτριας, Μιχάλη Παπαμιχαλόπουλο, η δε δεύτερη παρέμεινε αζήτητη. Το γεγονός αυτό προβληματίζει, καθότι, εάν η τελευταία γνωστή προς την Καθ’ ης η Αίτηση διεύθυνση διαμονής της Αιτήτριας ήταν πράγματι η «[ ] 17, πολυκατοικία [ ] 5, Διαμέρισμα [ ], [ ] Λευκωσία», δεν θα υφίστατο λόγος αποστολής της ειδοποίησης και σε άλλη διεύθυνση. Το στοιχείο αυτό πλήττει περαιτέρω την αξιοπιστία του Γεωργίου Σιεκκερή ως προς τους σχετικούς ισχυρισμούς του και, παράλληλα, ενισχύει τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι κατά τον Μάρτιο του 2023 εξακολουθούσε να κατοικεί στο εξωτερικό και δεν παρέλαβε προσωπικά την εν λόγω ειδοποίηση ή είχε γνώση αυτής.

-       Η ειδοποίηση τύπου ΙΒ (Τεκμήριο Ζ) αποστάλθηκε στην Αιτήτρια μόνο στην ανωτέρω διεύθυνση « [ ] 17, πολυκατοικία [ ] 5, Διαμέρισμα [ ], [ ] Λευκωσία», η οποία και πάλι παραλήφθηκε από τον αδελφό της Μιχάλη Παπαμιχαλόπουλο.

Σε σχέση με τα προαναφερόμενα, δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι, κατά το τεκμήριο κανονικότητας, το Ταχυδρομείο δεν παραδίδει ταχυδρομική επιστολή σε πρόσωπο άλλο από τον παραλήπτη, εκτός εάν συντρέχουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Ωστόσο, στην προκείμενη περίπτωση, λαμβανομένων υπόψη των ισχυρισμών της Αιτήτριας περί ενεργειών του αδελφού της, Μιχάλη Παπαμιχαλόπουλου, σε σχέση με την παρούσα υπόθεση και την επίδικη υποθήκη εν αγνοία της, καθώς και του γεγονότος ότι ο εν λόγω αδελφός της είχε στο παρελθόν στην κατοχή του πληρεξούσιο έγγραφο από την ίδια, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς της, μεταγενέστερα ανακάλεσε ─ ισχυρισμών οι οποίοι δεν τέθηκαν ουσιαστικά και θετικά υπό αμφισβήτηση ─, για να μπορούσαν οι ισχυρισμοί του Γεωργίου Σιεκκερή να υποστηριχθούν ως αξιόπιστοι, θα έπρεπε να είχαν παρασχεθεί συγκεκριμένες διευκρινίσεις ή και τεκμηρίωση αναφορικά με τις περιστάσεις υπό τις οποίες οι επίμαχες ειδοποιήσεις, απευθυνόμενες στην Αιτήτρια, παραδόθηκαν στον Μιχάλη Παπαμιχαλόπουλο. Τέτοιες διευκρινίσεις, ωστόσο, δεν παρέχονται, όπως προκύπτει από τη γενικότητα των σχετικών ισχυρισμών.

Περαιτέρω, σημειώνεται ότι το γεγονός πως η ειδοποίηση κατά τον τύπο ΙΑ (Τεκμήριο Η) που αποστάλθηκε με συστημένο ταχυδρομείο, η οποία απευθυνόταν στην Αιτήτρια, παρέμεινε αζήτητη, την ίδια στιγμή που και η αντίστοιχη ειδοποίηση προς τον Μιχάλη Παπαμιχαλόπουλο δεν παραλήφθηκε, τείνει να ενισχύσει τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας ότι τελούσε σε άγνοια ως προς το σύνολο των ειδοποιήσεων που φέρονται να είχαν προηγουμένως παραληφθεί από τον εν λόγω αδελφό της.

Είναι σημαντικό, σε σχέση με τα ανωτέρω, ότι, όπως έχει ήδη παρατηρηθεί, ο ισχυρισμός της Αιτήτριας πως ο τόπος διαμονής της, από τον χρόνο που επέστρεψε στην Κύπρο και διαμένει κατά διαστήματα όταν δεν βρίσκεται στην Ολλανδία, είναι η διεύθυνση « [ ] 9, Διαμέρισμα [ ], [ ] House, [ ] Λευκωσία», δεν έχει τεθεί ουσιαστικά και θετικά υπό αμφισβήτηση από τον Γεώργιο Σιεκκερή, πέραν μίας γενικής και συνολικής άρνησης των ισχυρισμών της. Περαιτέρω, το γεγονός ότι, σε σχέση με την επίδοση της ειδοποίησης κατά τον τύπο ΙΑ που φέρεται να της επιδόθηκε στις 25/11/2025, ο δικαστικός επιδότης περιορίζεται να αναφέρει στη σχετική ένορκη δήλωσή του, η οποία περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο Θ, ότι η επίδοση έλαβε χώρα «στη Λευκωσία», χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση, δεν παρέχει έρεισμα για διαφορετική αξιολόγηση ούτε των ισχυρισμών της Αιτήτριας ούτε των αντίστοιχων ισχυρισμών του Γεωργίου Σιεκκερή.   

IV.

Νομική Ανάλυση

Εφαρμοστέες διατάξεις

Η ειδοποίηση κατά τον τύπο ΙΑ εντάσσεται στη διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει των διατάξεων του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Νόμος 9/1965 και αποτελεί ουσιώδες και αναγκαίο στάδιο για τη νόμιμη διεξαγωγή πλειστηριασμού. Η διαδικασία εκποίησης άρχεται με την επίδοση ειδοποίησης κατά τον τύπο Ι και, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του ενυπόθηκου οφειλέτη προς αυτήν, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να επιδώσει ειδοποίηση κατά τον τύπο ΙΑ, με την οποία γνωστοποιεί την πρόθεσή του να προβεί σε πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με πλειστηριασμό σε συγκεκριμένη ημερομηνία και ώρα.

Σχετικές είναι οι ακόλουθες πρόνοιες του Άρθρου 44Γ του Νόμου 9/1965, και δη των εδαφίων (1) και (2):

«(1) Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44Β, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στην έναρξη της διαδικασίας που προβλέπεται από τις διατάξεις του  παρόντος Μέρους, αφού επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» του Δεύτερου Παραρτήματος, συνοδευόμενη από κατάσταση λογαριασμού του απαιτούμενου ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και όλων των εξόδων για την είσπραξή του καλώντας τον όπως εξοφλήσει το ποσό, σύμφωνα με την επιδοθείσα κατάσταση λογαριασμού, τάσσοντας σε αυτόν προθεσμία όχι μικρότερη των σαράντα πέντε (45) ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης προς εξόφληση του απαιτούμενου ποσού:

Νοείται ότι, με την ειδοποίηση ενημερώνεται ο ενυπόθηκος οφειλέτης ότι σε περίπτωση μη εξόφλησης του απαιτούμενου ποσού που καθορίζεται σε αυτήν, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να ασκήσει το δικαίωμά του για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με βάση τις διατάξεις του παρόντος Μέρους:

Νοείται περαιτέρω ότι, μετά την επίδοση της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Ι», οποιαδήποτε αρμόδια αρχή παρέχει, μετά από την υποβολή σχετικού αιτήματος από τον ενυπόθηκο δανειστή, όλες τις σχετικές πληροφορίες, αναφορικά με τους φόρους, τα τέλη και τις χρεώσεις που επιβαρύνουν το ενυπόθηκο ακίνητο, εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την ημερομηνία υποβολής τέτοιου αιτήματος:

Νοείται έτι περαιτέρω ότι, η έγγραφη ειδοποίηση από αδειοδοτημένο ίδρυμα κατά τον Τύπο «I» του Δεύτερου Παραρτήματος, αποστέλλεται μόνο μετά την παρέλευση τουλάχιστον τριάντα (30) ημερών από την αποστολή της ειδοποίησης που αναφέρεται στον Τύπο «Θ» του Δεύτερου Παραρτήματος.

(2) Σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης που του επιδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1), ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση, στην οποία να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με   πλειστηριασμό˙ η ειδοποίηση επιδίδεται κατά τον Τύπο «IΑ» του Δευτέρου Παραρτήματος, εντός περιόδου όχι μικρότερης των σαράντα πέντε (45) ηµερών από την καθορισμένη ημέρα και ώρα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου.».

Με την επίδοση της ειδοποίησης κατά τον τύπο ΙΑ γεννάται δικαίωμα του ενυπόθηκου οφειλέτη ή άλλου ενδιαφερόμενου προσώπου να καταχωρίσει, εντός προθεσμίας σαράντα πέντε (45) ημερών από την παραλαβή της, έφεση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου προς παραμερισμό της, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 44Γ(3). Οι λόγοι για τους οποίους δύναται να παραμεριστεί η ειδοποίηση κατά τον τύπο ΙΑ προβλέπονται ρητώς και εξαντλητικά στον Νόμο 9/1965 από το εν λόγω Άρθρο 44Γ(3). Σύμφωνα με αυτό:

«Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, εντός σαράντα πέντε (45) ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο (2) να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης μόνο, για τους ακόλουθους λόγους:

(α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις˙

(β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί˙

(γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή˙

(δ) έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου˙

(ε)  ο ενυπόθηκος οφειλέτης είναι επιλέξιμος οφειλέτης και το αδειοδοτημένο ίδρυμα, παρά το ότι είχε υποχρέωση δυνάμει του περί της Σύστασης και Λειτουργίας Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως Νόμου, δεν έχει προσέλθει σε διαμεσολάβηση δυνάμει των διατάξεων του Μέρους VIA του εν λόγω Νόμου.

(στ) έχει εκδοθεί προστατευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διατάγματα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου ή εκκρεμεί ενώπιον Δικαστηρίου αίτηση για έκδοση τέτοιου προστατευτικού διατάγματος˙

(ζ) ο ενυπόθηκος οφειλέτης του οποίου η συμμετοχή εγκρίνεται  στο σχέδιο “ΕΣΤΙΑ για αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και στήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων” ή σε οποιαδήποτε άλλο κυβερνητικό σχέδιο επιδότησης πιστωτικής διευκόλυνσης, νοουμένου ότι αυτός αποδέχεται και τηρεί τη συμφωνία και τις πιστωτικές του υποχρεώσεις όπως προκύπτουν από το εν λόγω σχέδιο ή εκκρεμεί σχετική αίτηση.

(η)(i) η ειδοποίηση αφορά ακίνητο το οποίο αποτελεί κύρια κατοικία, ως αυτή ορίζεται στο Σχέδιο, σε σχέση με το οποίο, έχει εγκριθεί αίτηση για ένταξη στο Σχέδιο. ή

(ii) η ειδοποίηση αφορά ακίνητο το οποίο αποτελεί κύρια κατοικία, ως αυτή ορίζεται στο Σχέδιο, σε σχέση με το οποίο, έχει υποβληθεί και εκκρεμεί αίτηση ή ένσταση για ένταξη στο Σχέδιο, αναφορικά με την οποία-

(αα) ο αιτητής για ένταξη στο Σχέδιο ή οποιοδήποτε μέλος της οικογένειάς του, ως αυτή ορίζεται στο Σχέδιο, πληροί τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στον όρο 2.2.2 του Σχεδίου. ή

(ββ) ο αιτητής για ένταξη στο Σχέδιο, πληροί τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στον όρο 2.5 του Σχεδίου:

Νοείται ότι, για σκοπούς εφαρμογής των διατάξεων της παρούσας παραγράφου, ο όρος “Σχέδιο” σημαίνει το σχέδιο “Ενοίκιο Έναντι Δόσης”, το οποίο εγκρίθηκε με την υπ’ αριθμόν 95.054 Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, ημερομηνίας 12 Ιουλίου 2023, ως αυτό εκάστοτε τροποποιείται.».

Ο παραμερισμός της ειδοποίησης κατά τον τύπο ΙΑ επιφέρει ακύρωση του προγραμματισθέντος πλειστηριασμού και διακόπτει τη διαδικασία εκποίησης που προβλέπεται στο Μέρος VIA του Νόμου 9/1965. Αντιθέτως, εφόσον η ειδοποίηση κατά τον τύπο ΙΑ δεν παραμεριστεί, είτε λόγω μη άσκησης έφεσης εντός της νόμιμης προθεσμίας είτε λόγω απόρριψης της καταχωρισθείσας έφεσης, ο πλειστηριασμός δύναται να διεξαχθεί και η διαδικασία εκποίησης να συνεχιστεί νόμιμα, είτε κατά τον πρώτο πλειστηριασμό είτε σύμφωνα με τις περαιτέρω διαδικασίες που προβλέπονται στο Μέρος VIA. Προϋπόθεση, σε κάθε περίπτωση, για τη νόμιμη εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου αποτελεί ο μη παραμερισμός και η ισχύς της ειδοποίησης κατά τον τύπο ΙΑ.

Βλέπετε συναφώς, αναφορικά με την ανωτέρω διαδικασία σύμφωνα με τις πρόνοιες του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965, την ανάλυση που περιέχεται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Re Χατζησωφρονίου, Αίτηση Αρ. 4/2023, 21/11/2025.  

Νομικό ζήτημα υπό κρίση

Όπως προκύπτει από τους πιο πάνω προβαλλόμενους από τους διαδίκους ισχυρισμούς, στην προκείμενη περίπτωση τίθεται κατ’ αρχάς και ως ζήτημα πρωταρχικής σημασίας, το οποίο αρμόζει να εξεταστεί από το Δικαστήριο κατά προτεραιότητα, το κατά πόσο υπήρξε, σύμφωνα με το Άρθρο 44Γ(3)(β) του Νόμου 9/1965, δέουσα επίδοση προς την Αιτήτρια εκ μέρους της Καθ’ ης η Αίτηση της ειδοποίησης κατά τον τύπο ΙΑ, με την οποία, όπως προαναφέρθηκε, γνωστοποιείται η πρόθεσή της να προβεί σε πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με πλειστηριασμό κατά την πιο πάνω ημερομηνία και ώρα.

Συναφείς τυγχάνουν οι πρόνοιες του ερμηνευτικού Άρθρου 44ΙΕ του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965, το οποίο, αναφορικά με τον όρο «επίδοση», προνοεί ότι αυτός σημαίνει:

«(…) σε κάθε περίπτωση την παράδοση ειδοποίησης ή επικοινωνίας με συστημένη επιστολή, η οποία απευθύνεται στην τελευταία γνωστή διεύθυνση της κατοικίας ή του εγγεγραμμένου γραφείου του προσώπου, στο οποίο η ειδοποίηση ή η επικοινωνία απευθύνεται, ή στη σχετική διεύθυνση που είναι καταχωρισμένη σε μητρώο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, και σε περίπτωση που αυτό δεν είναι εφικτό,  την ιδιωτική επίδοση τέτοιας ειδοποίησης ή επικοινωνίας σε τέτοιο πρόσωπο:

Νοείται ότι η ιδιωτική επίδοση δύναται να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο προβλέπεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, περιλαμβανομένης και της δυνατότητας υποκατάστατης επίδοσης με διάταγμα Δικαστηρίου κατόπιν γενικής αίτησης:

Νοείται περαιτέρω ότι η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας δυνατόν να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο προβλέπεται σε Κανονισμό, διεθνή σύμβαση, νόμο, δευτερογενή νομοθεσία ή διαδικαστικό κανονισμό ισχύει στη Δημοκρατία:

Νοείται έτι περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται η ειδοποίηση ή η επικοινωνία είναι πρόσωπο το οποίο έχει δικαίωμα στο εκπλειστηρίασμα της πώλησης λόγω της εγγραφής στο κτηματικό μητρώο επί του ενυπόθηκου ακινήτου οποιουδήποτε εμπράγματου βάρους προς όφελός του, η εν λόγω ειδοποίηση αποστέλλεται στη διεύθυνση που είναι καταχωρισμένη στο σχετικό Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο σε σχέση με το πρόσωπο αυτό και την οποία ο ενυπόθηκος δανειστής ή ο κάτοχος εμπράγματου βάρους δικαιούται να ζητήσει και να λάβει από το εν λόγω κτηματολογικό γραφείο.»    

Έπεται ότι, προϋπόθεση της δέουσας επίδοσης κατά το Άρθρο 44Γ(2) του Νόμου 9/1965 αποτελεί η παράδοση της ειδοποίησης κατά τον τύπο ΙΑ, αφενός, στην τελευταία γνωστή διεύθυνση κατοικίας του προσώπου στο οποίο, σύμφωνα με τις σχετικές πρόνοιες του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965, αυτή πρέπει να επιδοθεί ή στη σχετική διεύθυνση που είναι καταχωρισμένη στο Κτηματικό Μητρώο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και, αφετέρου, μόνο στην περίπτωση που τούτο δεν είναι εφικτό, η ιδιωτική επίδοση της εν λόγω ειδοποίησης.

Συναφής τυγχάνει η απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ ν. Παντέλα, Πολιτική Έφεση Αρ. 159/2021, 01/12/2023, όπου, μεταξύ άλλων, εξετάζοντας τους σκοπούς του Νομοθέτη αναφορικά με τις πρόνοιες του προαναφερθέντος Άρθρου 44ΙΕ του Νόμου 9/1965, αναφέρθηκε ότι ο Νομοθέτης:

«Θέλησε να ιεραρχήσει τον τρόπο επίδοσης, δίδοντας επιτακτικό προβάδισμα στη συστημένη επιστολή. Μόνον όταν η επίδοση με αυτόν τον τρόπο είναι ανέφικτη, διανοίγεται ο δρόμος εναλλακτικά για ιδιωτική επίδοση, συμφώνως προς τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας, περιλαμβανομένης και της δυνατότητας υποκατάστατης επίδοσης, κατόπιν έκδοσης σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου.».

Περαιτέρω δε, επισημάνθηκε πως:

«(…) το γεγονός ότι με την προσωπική επίδοση ο παραλήπτης ή ενδιαφερόμενος ειδοποίησης, επικοινωνίας ή εγγράφου σαφέστατα λαμβάνει γνώση και δύναται να υπερασπιστεί ή να ασκήσει τα όποια ένδικα μέσα του παρέχονται, (…) δεν δικαιολογεί ερμηνεία άλλη από εκείνη που είναι κρυστάλλινα καθαρή.»

Και διευκρινίστηκε ότι:

«Την υποχρέωση επίδοσης της ειδοποίησης φέρει ασφαλώς ο ενυπόθηκος δανειστής, ο οποίος, συνακόλουθα, φέρει και το βάρος απόδειξης του “ανέφικτου” της εκ του Νόμου επιβαλλόμενης μεθόδου επίδοσης.».

V.

Σύνδεση Πραγματικών Ευρημάτων με Νόμο

Στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία της Αιτήτριας, αυτή από τον Αύγουστο του 1995 έως και τον Οκτώβριο του 2023 διέμενε μόνιμα στις Βρυξέλλες του Βελγίου, όπου και εργαζόταν μέχρι τη συνταξιοδότησή της το έτος 2023. Έκτοτε, διαμένει μαζί με τον σύζυγό της κατά διαστήματα στη Χάγη της Ολλανδίας και κατά διαστήματα στην Κύπρο, στη διεύθυνση «Ευβοίας 9, Διαμέρισμα 201, Domain House, 1087 Λευκωσία».

Περαιτέρω, με βάση και πάλι την αποδεκτή μαρτυρία της Αιτήτριας, η Τράπεζα Κύπρου είχε ενημερωθεί για τη μετοίκηση της Αιτήτριας στο εξωτερικό πριν ακόμη την αναχώρησή της από την Κύπρο το έτος 1995, καθότι της είχαν κοινοποιηθεί σχετικά στοιχεία επικοινωνίας. Συναφώς, σύμφωνα με την ίδια αποδεκτή μαρτυρία, η Τράπεζα Κύπρου δεν γνώριζε ως τελευταία γνωστή διεύθυνση διαμονής της Αιτήτριας ούτε την «[ ] 17, πολυκατοικία [ ] 5, Διαμέρισμα [ ], [ ] Λευκωσία» ούτε την «[ ] 13, Διαμέρισμα [ ], [ ] Στρόβολος, Λευκωσία».

Περαιτέρω, λόγω της απόρριψης της μαρτυρίας του Γεώργιου Σιεκκερή, η Καθ’ ης η Αίτηση δεν απέδειξε ότι, βάσει του αρχείου της Τράπεζας Κύπρου ή άλλως πώς, είχε γνώση ότι η τελευταία προς αυτήν γνωστή διεύθυνση διαμονής της Αιτήτριας ήταν οποιαδήποτε εκ των προαναφερόμενων διευθύνσεων, και ειδικότερα η διεύθυνση « [ ] 17, πολυκατοικία [ ] 5, Διαμέρισμα [ ], [ ] Λευκωσία».

Τέλος, σύμφωνα με την αντικειμενικά αναντίλεκτη και αποδεκτή μαρτυρία που προκύπτει από το Πιστοποιητικό Έρευνας Ακίνητης Ιδιοκτησίας ημερομηνίας 21/05/2025, το οποίο αφορά την Αιτήτρια και αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου Α στην ένορκη δήλωση του Γεώργιου Σιεκκερή, η δηλωθείσα στο Κτηματικό Μητρώο διεύθυνση διαμονής της Αιτήτριας είναι το «Βέλγιο».   

Έπεται ότι η προϋπόθεση της δέουσας επίδοσης κατά το Άρθρο 44Γ(2) του Νόμου 9/1965, ήτοι η παράδοση της ειδοποίησης ημερομηνίας 15/10/2025 κατά τον τύπο ΙΑ μέσω συστημένου ταχυδρομείου, αφενός στην τελευταία γνωστή διεύθυνση κατοικίας της Αιτήτριας ή στη σχετική διεύθυνση που είναι καταχωρισμένη στο Κτηματικό Μητρώο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, δεν έχει ικανοποιηθεί, όπως τούτο προκύπτει από την αποδεκτή μαρτυρία της Αιτήτριας.

Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνεται λόγος περί ανέφικτης επίδοσης με συστημένη επιστολή στην τελευταία γνωστή διεύθυνση κατοικίας της Αιτήτριας, κατά τα διαλαμβανόμενα του Άρθρου 44ΙΕ του Νόμου 9/1965, ώστε η ιδιωτική επίδοση της εν λόγω ειδοποίησης, η οποία φέρεται να επιτεύχθηκε προς αυτήν στις 25/11/2025, να δύναται, υπό το φως και της κρίσης του Εφετείου στην υπόθεση Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ ν. Παντέλα, Πολιτική Έφεση Αρ. 159/2021, 01/12/2023, να θεωρηθεί σύννομη. Και τούτο διότι η Καθ’ ης η Αίτηση επιχείρησε την παράδοση προς την Αιτήτρια της ειδοποίησης ημερομηνίας 15/10/2025 κατά τον Τύπο ΙΑ, μέσω συστημένου ταχυδρομείου, στη διεύθυνση « [ ] 17, πολυκατοικία [ ] 5, Διαμέρισμα [ ], [ ] Λευκωσία», η οποία, ωστόσο, δεν αποδείχθηκε ότι αποτελούσε την τελευταία γνωστή προς την Καθ’ ης η Αίτηση διεύθυνση διαμονής της Αιτήτριας. Το γεγονός ότι η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι κατά την παραμονή της στην Κύπρο διέμενε σε διαφορετική διεύθυνση και, εν πάση περιπτώσει, ότι η επίδοση της ειδοποίησης κατά τον Τύπο ΙΑ μέσω συστημένου ταχυδρομείου στη διεύθυνση «[ ] 17, πολυκατοικία [ ] 5, Διαμέρισμα [ ], [ ] Λευκωσία» θα ήταν ανέφικτη στην πράξη, δεν έχει σημασία. Τονίζεται δε ότι η ουσιώδης προϋπόθεση, σύμφωνα με το Άρθρο 44ΙΕ του Νόμου 9/1965, είναι η επίδοση στην τελευταία γνωστή προς τον αποστολέα διεύθυνση του ενυπόθηκου οφειλέτη, ανεξαρτήτως χώρας διαμονής. Δηλαδή, καθοριστική είναι η γνώση της τελευταίας γνωστής διεύθυνσης και όχι η γνωστή τελευταία διεύθυνση του προσώπου στην Κύπρο.            

VI.

Συμπέρασμα και Κατάληξη

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η Αίτηση/Έφεση κρίνεται βάσιμη και, ως εκ τούτου, εκδίδεται δυνάμει του Άρθρου 44Γ(3) του Νόμου 9/1965 διάταγμα παραμερισμού της ειδοποίησης ημερομηνίας 15/10/2025 κατά τον τύπο ΙΑ, την οποία η Καθ’ ης η Αίτηση, Themis Portfolio Management Holdings Ltd, εξέδωσε σε σχέση με την Αιτήτρια Λίνα Παπαμιχαλόπουλου. Με την εν λόγω ειδοποίηση, η Καθ’ ης η Αίτηση γνωστοποίησε την πρόθεσή της να προβεί σε πώληση, μέσω ηλεκτρονικού συστήματος πλειστηριασμού στις 15/01/2026 και ώρα 10:00 π.μ., του ενυπόθηκου ακινήτου με αριθμό εγγραφής 13/[ ], φύλλο/σχέδιο 21/54Ε2, τεμάχιο ΕΠΙ [ ], μερίδιο 1/1 ─ ήτοι του διαμερίσματος αρ. [ ], στον 4ο όροφο, στον Στρόβολο, περιοχή Αγίου Δημητρίου, Επαρχία Λευκωσίας ─ το οποίο έχει υποθηκευθεί δυνάμει της Υποθήκης αριθμού Υ4958/2005. Ο παραμερισμός της ειδοποίησης κατά τον τύπο ΙΑ ως άνω, επιφέρει ακύρωση του προγραμματισθέντος πλειστηριασμού και διακόπτει τη διαδικασία εκποίησης που προβλέπεται στο Μέρος VIA του Νόμου 9/1965 στο βαθμό που αφορά την ως άνω Αιτήτρια Λίνα Παπαμιχαλόπουλου και το μερίδιό της στο ανωτέρω ενυπόθηκο ακίνητο.  

Τα έξοδα, ποσού €3.000 πλέον Φ.Π.Α., όπως κατά την ακρόαση της Αίτησης/Έφεσης συνοπτικά υπολογίστηκαν και συμφωνήθηκαν ως εύλογα και δίκαια υπό τις περιστάσεις, εγκρίνονται από το Δικαστήριο ως τέτοια και επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και κατά της Καθ’ ης η Αίτηση.

Υπογραφή: ____________________

Μιχάλης Γ. Λοΐζου, Α. Ε. Δ.  

Πιστό αντίγραφο

Πρωτοκολλητής

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο