ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Μιχάλη Γ. Λοΐζου, Α. Ε. Δ.
Αρ. Αίτησης: ΠΣΑ 10/2024.
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣ ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ (ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΣΧΕΔΙΑ ΑΠΟΠΛΗΡΩΜΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΑΠΑΛΛΑΓΗΣ ΟΦΕΙΛΩΝ) ΝΟΜΟ ΤΟΥ 2015, ΝΟΜΟΣ 65(Ι)/2015
─ ΚΑΙ ─
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΣΟΥΖΗ ΧΑΝΝΑΤΖΙΑ, Α.Δ.Τ. [ ], ΑΠΟ [ ] 25, [ ] ΣΤΡΟΒΟΛΟΣ, ΧΡΕΩΣΤΙΔΑ
Μεταξύ:
Themis Portfolio Management Holdings Ltd
Αιτήτριας
─ και ─
- Σούζη Χαννατζιά
- Μάριου Ιερόπουλου
- Υπηρεσία Αφερεγγυότητας
Καθ' ων η Αίτηση
-------------------
[Αίτηση της Themis Portfolio Management Holdings Ltd ημερομηνίας 18/12/2025 για ακύρωση διατάγματος επιβολής Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωμής]
Ημερομηνία: 29/01/2026.
Εμφανίσεις:
Για Αιτήτρια: κ. Σ. Π. Στεφάνου για Πανάγος & Πανάγος Δ.Ε.Π.Ε.
Για την Καθ’ ης η Αίτηση 1: κ. Ν. Θεοδώρου για Νικόλας Α. Θεοδώρου & Σια Δ.Ε.Π.Ε.
Για τον Καθ’ ου η Αίτηση 2: Καμία εμφάνιση.
Για την Καθ’ ης η Αίτηση 3: Καμία εμφάνιση.
---------------------
ΑΠΟΦΑΣΗ
Με την υπό κρίση αίτηση, η Themis Portfolio Management Holdings Ltd, Αιτήτρια (εφεξής «η Αιτήτρια»), ζητεί την έκδοση διαταγμάτων με τα οποία να ακυρωθούν και/ή παραμεριστούν, αφενός, το διάταγμα ημερομηνίας 21/10/2024, δυνάμει του οποίου επιβλήθηκε εις βάρος της Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής σε σχέση με τη χρεώστιδα Σούζη Χαννατζιά, Καθ’ ης η Αίτηση 1 (εφεξής «η Χρεώστιδα») και, αφετέρου, το Προστατευτικό Διάταγμα ημερομηνίας 17/04/2024 καθώς και οποιαδήποτε παράταση της ισχύος του, τα οποία εκδόθηκαν στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας.
Η Αίτηση της Αιτήτριας βασίζεται στις διατάξεις του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμο του 2015, Νόμος 65(I)/2015 (εφεξής «ο Νόμος 65(Ι)/2015»), στον αντίστοιχο περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2016 (5/2016), καθώς και σε άλλες νομοθεσίες, όπως ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος του 1965, Νόμος 9/1965, ο περί Πτώχευσης Νόμος, Κεφ. 5, ο περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμος του 2002, Νόμος 118(I)/2002 και οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί 2023. Η Αίτηση επικαλείται επίσης διατάξεις του Συντάγματος και στηρίζεται στις συμφυείς εξουσίες, τη διακριτική ευχέρεια και την πάγια πρακτική του Δικαστηρίου.
Εκτενέστερη ανάλυση της νομικής βάσης της Αίτησης, όπως αυτή εκτέθηκε από την Αιτήτρια, χωρίς στο παρόν στάδιο να επιχειρείται εξαντλητική παράθεση όλων των διατάξεων που επικαλείται, θα παρατεθεί σε μεταγενέστερο σημείο της παρούσας απόφασης, στον βαθμό και στα σημεία όπου αυτό κριθεί αναγκαίο.
Η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Χριστόδουλου Παπαλαμπριανού, στο περιεχόμενο και στους προβαλλόμενους με αυτήν ισχυρισμούς το Δικαστήριο θα επανέλθει, εφόσον και κατά το μέρος που αυτό κριθεί αναγκαίο, κατά την ανάλυση και αξιολόγηση των επί μέρους ισχυρισμών και θέσεων της Αιτήτριας.
Η Χρεώστιδα εγείρει ένσταση και επικαλείται τους ακόλουθους λόγους, οι οποίοι παρατίθενται συνοπτικά. Διατείνεται ότι δεν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ή για την επιτυχία της Αίτησης. Συναφώς, η Αίτηση είναι νομικά και πραγματικά ανυπόστατη, αβάσιμη, παράτυπη ή ανεπίτρεπτη, αντίθετη στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς και την πρακτική του Δικαστηρίου, ή στηρίζεται σε λανθασμένη ή ελλιπή νομική βάση. Καθώς επίσης, η Αίτηση είναι κακόπιστη ή εκδικητική, στοχεύει στην εκποίηση κύριας κατοικίας ή συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Επιπλέον, η Αιτήτρια δεν προσκόμισε στοιχεία που να αμφισβητούν την προηγούμενη διαπίστωση του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 72(1) του Νόμου 65(I)/2015 για την Χρεώστιδα. Περαιτέρω, η Αιτήτρια εμποδίζεται ή κωλύεται να προωθήσει την Αίτηση ή να αιτηθεί τα αιτούμενα διατάγματα λόγω της δικής της συμπεριφοράς ή παραλείψεων, που περιλαμβάνουν: (α) μη αμφισβήτηση ή αίτηση ακύρωσης του Προστατευτικού Διατάγματος ημερομηνίας 17/04/2024 και των κριτηρίων επιλεξιμότητας του Άρθρου 35 του Νόμου 60(I)/2015, (β) συμμετοχή στη διαδικασία εκτίμησης της αξίας της εξασφάλισης και επαλήθευσης του χρέους, και (γ) μη αίτηση διευκρινίσεων ή πληροφοριών από τον Σύμβουλο Αφερεγγυότητας σχετικά με την Κατάσταση Προσωπικών Οικονομικών Στοιχείων της Χρεώστιδας και την πρόταση του Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωμής πριν και κατά τη διάρκεια της συνέλευσης πιστωτών. Επιπρόσθετα, η Αιτήτρια δεν προσκόμισε στοιχεία που να δείχνουν ότι: (α) δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 72(1) του Νόμου 60(I)/2015, (β) δεν υπήρξε μείωση του εισοδήματος της Χρεώστιδας πέραν του 25%, (γ) δεν θα βρισκόταν σε ίδια ή καλύτερη θέση ως πιστωτής σε σχέση με το εάν η περιουσία της Χρεώστιδας διατίθετο σύμφωνα με τον περί Πτώχευσης Νόμο, Κεφ. 5, ή (δ) η άρνηση έκδοσης των ανωτέρω διαταγμάτων θα της προκαλούσε ανεπανόρθωτη ζημιά. Επιπλέον, όλα τα σχετικά και ουσιώδη γεγονότα είναι ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου ή παρατέθηκαν μέσω της Αίτησης και της ένορκης δήλωσης της Χρεώστιδας βάσει των οποίων εκδόθηκε το προσβαλλόμενο διάταγμα επιβολής του Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωμής. Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωση του Χριστόδουλου Παπαλαμπριανού είναι άσχετοι και δεν επηρεάζουν, ούτε θα ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο κατά την εξέταση της Αίτησης. Τέλος, η Αιτήτρια ζητεί την έκδοση των διαταγμάτων παραβλέποντας ή καταστρατηγώντας τον σκοπό της δυνατότητας παραμερισμού ή ακύρωσης Προστατευτικού Διατάγματος ή διατάγματος επιβολής Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωμής σύμφωνα με τον Νόμο 60(I)/2015.
Η Ένσταση της Χρεώστιδας βασίζεται στον Νόμο 65(I)/2015, στον αντίστοιχο περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2016 (5/2016), στον περί Πτώχευσης Νόμο, Κεφ. 5, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς 2023, στο Σύνταγμα, και στηρίζεται στις συμφυείς εξουσίες, τη διακριτική ευχέρεια και την πάγια πρακτική του Δικαστηρίου.
Το Δικαστήριο δεν παραθέτει εξαντλητικά όλα τα άρθρα και διατάξεις επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση, και θα επανέλθει σε εκτενέστερη ανάλυση της νομικής της βάσης σε επόμενο στάδιο της παρούσας απόφασης, εκεί και όπου κρίνεται απαραίτητο.
Η ένσταση της Χρεώστιδας, υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Συμβούλου Αφερεγγυότητας, Μάριου Ιερόπουλου, Καθ’ ου η Αίτηση 2 (εφεξής «ο Σύμβουλος»), στο περιεχόμενο της οποίας παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά και οι ισχυρισμοί που προβάλλει η Χρεώστιδα. Το Δικαστήριο επανέρχεται στα εν λόγω στοιχεία ακολούθως, στο πλαίσιο της εξέτασης της Αίτησης.
Ο Νόμος 65(Ι)/2015 παρουσιάζει την ίδια νομοθετική αρχιτεκτονική και επιδιώκει παρεμφερείς σκοπούς με την Personal Insolvency Act 2012 της Ιρλανδίας. Ως εκ τούτου, η αναφορά στη νομολογία των ιρλανδικών δικαστηρίων, ιδιαιτέρως δε του High Court της Ιρλανδίας, όπου διαπιστώνεται εκτεταμένος έλεγχος της εφαρμογής του μηχανισμού του Personal Insolvency Arrangement (εφεξής «PIA»), δύναται να αποβεί ιδιαίτερα χρήσιμη ως προς τις πρόνοιες και τις διαδικασίες στις οποίες διαπιστώνεται ταυτοσημία ή ουσιαστική ομοιότητα.
Όπως επισημάνθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Ιρλανδίας στην υπόθεση Re Fergus O’Connor, [2023] IESC 31, η πτώχευση εξυπηρετεί ευρύ φάσμα σκοπών και δεν μπορεί πλέον να θεωρείται απλώς ως μέσο προστασίας των πιστωτών. Ο αρχικός κύριος σκοπός του Νόμου περί πτωχεύσεων, θεσπισθέντος από πολύ παλιά, ήταν η αποτροπή της απάτης από πτωχεύσαντες. Από τότε, η αντίληψη για την πτώχευση έχει εξελιχθεί. Πλέον, θεωρείται ότι εξυπηρετεί ευρύτερους σκοπούς και έχει κοινωνικό αντίκτυπο, καθώς παρέχει τακτική διευθέτηση των χρεών, διασφαλίζει ισότητα μεταξύ των πιστωτών και προστατεύει, τόσο τους οφειλέτες, όσο και τους πιστωτές.
Σήμερα, ένας από τους βασικούς σκοπούς της πτώχευσης, είναι και η προστασία των πτωχευσάντων από «εκδικητικούς» πιστωτές, μέσω της απαλλαγής από το υπόλοιπο των χρεών τους όταν δεν μπορούν να τα εξοφλήσουν πλήρως, συμβάλλοντας έτσι στην «επανένταξή» τους. Παρ’ όλα αυτά, η πτώχευση εξακολουθεί να φέρει ένα βαθμό στίγματος, που μπορεί να διαρκέσει και να επηρεάσει την πιστοληπτική ικανότητα ενός ατόμου, παρά τη μείωση της νόμιμης περιόδου αποκλεισμού από τις συνήθεις οικονομικές δραστηριότητες στις πρόσφατες τροποποιήσεις του σχετικού Νόμου. Το στοιχείο της ντροπής, που βρίσκει αντήχηση στην ιστορία, μπορεί να είναι σήμερα λιγότερο εμφανές στο φως της σύγχρονης θεώρησης για τον κοινωνικό αντίκτυπο του χρέους. Ωστόσο, ένα πρόσωπο που κηρύσσεται πτωχεύσαν, αποκτά ένα καθεστώς που, μεταξύ άλλων, περιορίζει τις οικονομικές του δραστηριότητες για τη διάρκεια της πτώχευσης και μπορεί να έχει σημαντικές συνέπειες στην πιστοληπτική του ικανότητα, πολύ μετά τη λήξη της. Επιπλέον, με την κήρυξη της πτώχευσης, τα περιουσιακά του στοιχεία περιέρχονται αμέσως στον Διαχειριστή, ενώ, μεταξύ άλλων, τίθενται περιορισμοί στη δυνατότητα λήψης δικαστικών μέτρων. Η πτώχευση, θεωρείται «ως αποτυπώνοντας αρνητικά το χαρακτήρα και τη φήμη του ατόμου».
Η Personal Insolvency Act 2012, παρέχει ένα εντελώς νέο νομοθετικό καινοτόμο πλαίσιο, μέσω του οποίου τα χρέη αφερέγγυων προσώπων μπορούν να διαγραφούν ή να αναδιαρθρωθούν ολικά ή μερικά, προβλέποντας μια διαδικασία ευρείας εμβέλειας με σκοπό τη μετρίαση των συνεπειών της αφερεγγυότητας, χωρίς τις πιο αυστηρές συνέπειες της πτώχευσης. Ένα πρόσωπο που κάνει χρήση του εν λόγω πλαισίου, δεν αποκτά διαφορετικό νομικό καθεστώς σε σχέση με άλλα πρόσωπα και η προσφυγή στη διαδικασία προσωπικής αφερεγγυότητας δεν συνεπάγεται τους περιορισμούς που επιβάλλονται εκ του Νόμου σε πτωχεύσαντα όσον αφορά, μεταξύ άλλων, την ιδιοκτησία περιουσιακών στοιχείων ή το δικαίωμα λήψης δικαστικών μέτρων.
Ο εν λόγω Νόμος, αντικατοπτρίζει τη σημασία για την κοινωνία της προστασίας των οφειλετών, όχι μόνο για το προσωπικό συμφέρον του οφειλέτη ή της οικογένειάς του, αλλά και προς το συμφέρον του κοινού καλού, συμπεριλαμβανομένης της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος στο κράτος. Διατυπώνει τρεις υπερισχύοντες στόχους: πρώτον, τη μετρίαση των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν οι οφειλέτες λόγω αφερεγγυότητας, μειώνοντας τις αρνητικές συνέπειες για την οικονομική δραστηριότητα· δεύτερον, την δυνατότητα ανάκτησης των οφειλών από τους πιστωτές με τακτικό και λογικό τρόπο, στο μέτρο που τα μέσα των οφειλετών το επιτρέπουν· και τρίτον, τη δυνατότητα των αφερέγγυων οφειλετών να διευθετούν τα χρέη τους χωρίς προσφυγή στην πτώχευση, καθιστώντας δυνατή την ενεργό συμμετοχή τους στην οικονομική ζωή του κράτους.
Το αντιλαμβανόμενο όφελος για την κοινωνία και το κοινό καλό, μέσω της διασφάλισης και ενίσχυσης της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος, θεωρήθηκε υψηλής αξίας, όπως επίσης και η τακτική και λογική διευθέτηση των χρεών και η ανάκτηση των υποχρεώσεων από τους πιστωτές. Ο πιο πάνω Νόμος στηρίζεται στη θεμελιωμένη θέση ότι η πτώχευση πρέπει να αποφεύγεται, εφόσον υπάρχει διαθέσιμος εναλλακτικός, λογικός και τακτικός τρόπος διευθέτησης για τον οφειλέτη και τον πιστωτή.
Ο σκοπός συνεπώς του εν λόγω Νόμου, είναι να αποτραπεί η κήρυξη ενός οφειλέτη σε πτώχευση, προσφέροντας μέσω του καθεστώτος προσωπικής αφερεγγυότητας ένα πιο ευνοϊκό μέσο για την αντιμετώπιση των οφειλών. Όταν μια αίτηση για έγκριση ενός PIA υποβάλλεται στο αρμόδιο Δικαστήριο, οι αρχές αυτές, καθώς και οι ρητές νόμιμες προϋποθέσεις που τις αντικατοπτρίζουν, καθοδηγούν την εκτίμηση της λογικότητας και της δικαιοσύνης του σχεδίου, το οποίο, μόλις εγκριθεί, καθίσταται δεσμευτικό για όλους τους σχετικούς πιστωτές, προστατεύοντας τη συνεχιζόμενη οικονομική δραστηριότητα του οφειλέτη και διευκολύνοντας την επιστροφή του στις συνήθεις οικονομικές δραστηριότητες.
Αντίστοιχη με την πιο πάνω προσέγγιση, υιοθετήθηκε και από το Εφετείο της Κύπρου στην απόφαση Hellenic Public Company Limited ν. Αναστασίου, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε129/2022, 18/01/2024, όπου, κατά την ερμηνεία των σκοπών του Νόμου 65(Ι)/2015, αναδείχθηκε η σαφής ομοιότητά του με την Personal Insolvency Act 2012 της Ιρλανδίας, με ρητή αναφορά στη σχετική νομολογία των ιρλανδικών δικαστηρίων. Ενδεικτικώς, το Εφετείο επισημαίνει τα ακόλουθα πολύ σημαντικά αναφορικά με τους σκοπούς του Νόμου:
«Η οικονομική κρίση που έπληξε την Κύπρο το 2012, οδήγησε στην αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, ως αποτέλεσμα των οποίων δημιουργήθηκαν προβλήματα σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού τομέα. Η πολιτεία έλαβε μια σειρά από έκτακτα ειδικά μέτρα, ένα από τα οποία ήταν η θέσπιση ειδικής νομοθεσίας και σχετικών κανονισμών αναφορικά με φυσικά πρόσωπα που κατέστησαν αφερέγγυα λόγω της οικονομικής κρίσης. Πρόκειται για τον περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμο του 2015 (Ν.65(Ι)/2015) και τον περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2016 (5/2016).
Στο προοίμιο του Νόμου 65(Ι)/2015, αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι η ψήφιση κατέστη αναγκαία “επειδή οι χρεώστες επηρεαζόμενοι από τη μειωμένη οικονομική δραστηριότητα στη Δημοκρατία, αντιμετωπίζουν έκτακτες δυσκολίες για να ανταποκριθούν σε υποχρεώσεις που προκύπτουν από δάνεια που έχουν συνάψει και περιέρχονται ή κινδυνεύουν να περιέλθουν σε κατάσταση αφερεγγυότητας”. Ως αποτέλεσμα ο Νομοθέτης έκρινε ότι “θα πρέπει να υποβοηθηθούν αφερέγγυοι χρεώστες να αντιμετωπίσουν τις οφειλές τους, περιλαμβανομένης και της δυνατότητας διαγραφής οφειλών, κάτω από κάποιες προϋποθέσεις και στη βάση καθορισμένης διαδικασίας, έτσι ώστε να αποφεύγεται η πτώχευση και να διευκολύνεται η ενεργός συμμετοχή των προσώπων αυτών, στην οικονομική δραστηριότητα στη Δημοκρατία.”
Προκύπτει από το προοίμιο αλλά και τις πρόνοιες του Νόμου 65(Ι)/2015 ότι βασικός σκοπός του Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωμής (ΠΣΑ), είναι η παραχώρηση πρόσθετων εργαλείων για επαναφορά της ισορροπίας μεταξύ των δικαιωμάτων των χρεωστών και πιστωτών, μέσω δίκαιων και βιώσιμων σχεδίων αποπληρωμής. Επιδίωξη είναι να αποφευχθεί η πτώχευση, να επανέλθει η φερεγγυότητα και να διατηρηθεί η κύρια κατοικία του χρεώστη (…) (βλ. επίσης τις αναφορές στην In the matter of Joseph O' Connor, a Debtor [2015] IEHC 320, para.49-51 σε σχέση με το σκοπό του Personal Insolvency Act 2012 της Ιρλανδίας, ο οποίος προσομοιάζει με το δικό μας Νόμο 65(Ι)/2015).».
Στην πιο πάνω απόφαση του Εφετείου, αναφέρθηκε περαιτέρω ότι η πλήρης και ειλικρινής αποκάλυψη εκ μέρους του χρεώστη των περιουσιακών του στοιχείων, των υποχρεώσεων και των μέσων του, αποτελεί κύριο και ουσιώδες στοιχείο των διαδικασιών του Νόμου 65(Ι)/2015 που αφορούν τον μηχανισμό του Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωμής (εφεξής «το ΠΣΑ»). Συγκεκριμένα, ελέχθη ότι:
«(…) σε όλα τα στάδια της διαδικασίας που οδηγεί στην έκδοση ΠΣΑ, και ειδικότερα τόσο κατά την έκδοση προστατευτικού διατάγματος όσο και κατά την έκδοση διατάγματος επιβολής του όπου εμπλέκεται το Δικαστήριο, ο χρεώστης θα πρέπει να ενεργεί καλή τη πίστη (bona fide) και να προβαίνει σε πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιαστικών στοιχείων της οικονομικής του κατάστασης, τα οποία μπορούν να επιδράσουν στην κρίση του Δικαστηρίου. Απόκρυψη ουσιωδών στοιχείων μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση είτε του προστατευτικού διατάγματος είτε του διατάγματος επιβολής του Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωμής, τα οποία εκδίδονται μονομερώς (βλ. In Re Nugent (A Debtor) [2016] IEHC 127).».
Η Αιτήτρια, σε ότι αφορά την υπό εξέταση Αίτηση, έχει εγείρει σειρά λόγων προς στήριξη της θέσης ότι αυτή θα πρέπει να επιτύχει και το Δικαστήριο να προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος ακύρωσης του Διατάγματος Επιβολής του ΠΣΑ. Το Δικαστήριο, ωστόσο, κρίνει σκόπιμο να εξετάσει κατ’ αρχάς τον λόγο εκείνον που, κατά την κρίση του, άπτεται του πυρήνα των πιο πάνω σκοπών του Νόμου 65(Ι)/2015, και ο οποίος αφορά στην φερόμενη αδυναμία της Χρεώστιδας να αποπληρώσει τα χρέη της. Η θετική ή αρνητική απόφανση του Δικαστηρίου επί του ζητήματος αυτού, καθορίζει και το κατά πόσο καθίσταται αναγκαία η περαιτέρω ενασχόλησή του με τις λοιπές προϋποθέσεις και λόγους που τίθενται δυνάμει του Νόμου 65(Ι)/2015.
Η Αιτήτρια υποστηρίζει συναφώς ότι, στην προκείμενη περίπτωση της Χρεώστιδας, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των Άρθρων 72(1)(ε) και 72(2) του Νόμου 65(Ι)/2015.
Όπως ισχυρίζεται ο Χριστόδουλος Παπαλαμπριανού στην ένορκη δήλωσή του, από τα στοιχεία που η ίδια η Χρεώστιδα προσκόμισε για την υποστήριξη της αίτησής της ημερομηνίας 14/10/2024 και στη βάση της οποίας εκδόθηκε του Διάταγμα Επιβολής του ΠΣΑ, προκύπτει έλλειψη ουσιωδών πληροφοριών για την περίοδο 2021-2024. Οι καταστάσεις ασφαλιστέων αποδοχών, σχολιάζει, καλύπτουν μόνο τα έτη 2009-2020 και δεν περιλαμβάνουν στοιχεία για τα έτη 2021-2024, επομένως δεν παρέχουν ασφαλή βάση για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Για την εν λόγω περίοδο, προεκτείνει, υπάρχει μόνο ο ισχυρισμός της Χρεώστιδας ότι είναι άνεργη και λαμβάνει επιδόματα.
Ωστόσο, από τα διαθέσιμα στοιχεία του Ασφαλιστικού Λογαριασμού των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Τεκμήριο 12, είναι η θέση του ότι προκύπτει πως οι ασφαλιστέες αποδοχές της, παρουσίασαν γενικά σταθερότητα με μικρές μειώσεις, οι οποίες δεν έφτασαν το όριο του 25% που προβλέπει ο Νόμος 65(Ι)/2015, με μοναδική εξαίρεση το έτος 2020. Σύμφωνα με τη νομική συμβουλή που έλαβε, αναφέρει ότι, η απαιτούμενη μείωση πρέπει να είναι μόνιμη και γενικευμένη και όχι περιορισμένη σε ένα μόνο έτος που εξυπηρετεί τους ισχυρισμούς της Χρεώστιδας.
Παράλληλα, προβάλλει πως η συμφωνία πιστωτικών διευκολύνσεων της Χρεώστιδας, τερματίστηκε το 2019 όταν οι απολαβές της Χρεώστιδας ήταν σταθερές και δεν είχαν μειωθεί σε βαθμό που να δικαιολογεί την εφαρμογή των προνοιών του Νόμου 65(Ι)/2015. Από την Κατάσταση Προσωπικών Οικονομικών Στοιχείων (εφεξής «η ΚΠΟΣ») που προσκόμισε η ίδια η Χρεώστιδα, είναι η θέση του πως προκύπτει ότι η Χρεώστιδα λαμβάνει μηνιαία εισοδήματα €850, τα οποία ωστόσο επιχείρησε να αποκρύψει. Σε ετήσια βάση, προεκτείνει, τα εισοδήματα αυτά δείχνουν ότι δεν υπήρξε καμία μείωση κατά το έτος 2024.
Ο μάρτυρας σημειώνει επίσης ότι δεν προσκομίστηκε επαρκής μαρτυρία για τα συνολικά εισοδήματα της Χρεώστιδας. Δεν κατατέθηκαν φορολογικές της δηλώσεις, ούτε πραγματοποιήθηκαν έρευνες στα Τμήματα των Εφόρου Εταιρειών και Κτηματολογίου, το Χρηματιστήριο, ή και προσκομίστηκαν καταστάσεις τραπεζικών λογαριασμών, ώστε να εξεταστούν πιθανές πηγές εισοδήματος όπως μετοχές, ενοίκια ή γεωργικά έσοδα. Παρουσιάστηκαν μόνο οι ασφαλιστέες αποδοχές της Χρεώστιδας για την περίοδο 2009-2020, οι οποίες δεν αποτυπώνουν τα συνολικά εισοδήματα, αλλά μόνο τη μισθοδοτική πορεία από συγκεκριμένο εργοδότη. Επιπλέον, κατατέθηκε μόνο ένα απόκομμα μισθοδοσίας του συζύγου της Χρεώστιδας για τον Ιούνιο 2024, Τεκμήριο 13, το οποίο δεν επιτρέπει ασφαλή συμπεράσματα για την οικονομική του κατάσταση, ούτε πληροί τις προϋποθέσεις του Νόμου 65(Ι)/2015 αναφορικά με την μείωση εισοδημάτων. Σύμφωνα με τη νομική συμβουλή που έλαβε ο μάρτυρας, αναφέρει την άποψη ότι, ο Νόμος 65(Ι)/2015, προβλέπει ότι η μείωση εισοδημάτων εξετάζεται σε προσωπικό επίπεδο και όχι βάσει οικογενειακών εισοδημάτων. Η Χρεώστιδα επιχειρεί να συγχέει τα δικά της εισοδήματα με αυτά του συζύγου της, με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο και να τύχει αδικαιολόγητα της προστασίας του σχετικού νομοθετικού πλαισίου.
Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι, η Χρεώστιδα, δεν απέδειξε ότι η μείωση των αποδοχών της οφείλεται σε γεγονότα εκτός του ελέγχου της. Η ανεργία της, αναφέρει συναφώς, δεν συνεπάγεται αυτομάτως υπαγωγή στις πρόνοιες του Νόμου 65(Ι)/2015, καθώς μπορεί να προέκυψε από παραίτηση και, σε κάθε περίπτωση, θα μπορούσε να είχε αναζητήσει εργασία. Το χρονικό διάστημα των τεσσάρων ετών, τόνισε, θεωρείται επαρκές ώστε η Χρεώστιδα να είχε εξασφαλίσει απασχόληση εάν υπήρχε πραγματική ανάγκη.
Τέλος, με την αίτηση της 14ης/10/2024 για την έκδοση Διατάγματος Επιβολής του ΠΣΑ, η Χρεώστιδα εμποδίζει την Αιτήτρια να εκτελέσει την απόφαση ή να ασκήσει τα δικαιώματά της, όχι μόνο εναντίον της ίδιας, αλλά και εναντίον του συζύγου της, ο οποίος δεν συμμετέχει στη διαδικασία, διαθέτει σημαντικά εισοδήματα και κατέχει το μισό του υποθηκευμένου ακινήτου.
Με την ένορκη δήλωση του, ο Σύμβουλος, διαφωνεί με τις προειρημένες θέσεις του Χριστόδουλου Παπαλαμπριανού και υποστηρίζει ότι η Χρεώστιδα πληροί τα κριτήρια επιλεξιμότητας του Άρθρου 72(1)(ε) του Νόμου 65(Ι)/2015, καθώς, είναι η άποψη του, η μείωση του εισοδήματός της τεκμηριώνεται στην ένορκη δήλωση της που κατατέθηκε προς υποστήριξη της αίτησης της τής 14ης/10/2024 για έκδοση Διατάγματος Επιβολής του ΠΣΑ, ιδίως στην παράγραφο 19(δ). Η απαίτηση της Αιτήτριας, αναφέρει περαιτέρω, για «διαρκή και καθολική» μείωση εισοδημάτων, δεν προβλέπεται από τον Νόμο 65(Ι)/2015 και δεν υποστηρίζεται από αποφάσεις Εφετείου. Κατά την θέση του, το κύριο κριτήριο για την εφαρμογή του Νόμου 65(Ι)/2015, είναι η πραγματική και αντικειμενική αδυναμία αποπληρωμής των χρεών, λόγω οικονομικής δυσχέρειας, και όχι η μόνιμη ή καθολική μείωση εισοδημάτων. Σύμφωνα με το Άρθρο 72(2) του Νόμου 65(Ι)/2015, προεκτείνει, οποιαδήποτε μείωση εισοδημάτων ενός χρεώστη από το 2012 έως την ισχύ του Νόμου 65(Ι)/2015 στις 07/08/2015, θεωρείται αποτέλεσμα οικονομικής κρίσης ή καταστάσεων εκτός του ελέγχου του, εκτός αν ο πιστωτής αποδείξει το αντίθετο βάσει ισοζυγίου πιθανοτήτων. Το βάρος απόδειξης, συνεχίζει ο μάρτυρας, το φέρει η Αιτήτρια και δεν αρκούν ερωτήσεις ή εικασίες για να μετατοπιστεί στο χρεώστη.
Η Χρεώστιδα, αναφέρει περαιτέρω ο Σύμβουλος, δεν κατέστη άνεργη λόγω παραίτησης. Στην πιο πάνω αναφερόμενη ένορκη δήλωσή της στις 14/10/2024, στην παράγραφο 18, επιβεβαιώνει ότι, μαζί με τον σύζυγό της, δεν διαθέτουν κανένα άλλο εισόδημα, παρέχοντας έτσι, κατά την εκτίμηση του, πλήρη και έγκυρη μαρτυρία για τα εισοδήματά τους. Η προαναφερόμενη κατάσταση από τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων, συνεχίζει, δείχνει ότι όλα τα προηγούμενα χρόνια, το συνολικό εισόδημά της Χρεώστιδας ήταν κάτω από το φορολογητέο όριο των €19.500. Τα Διατάγματα του Υπουργικού Συμβουλίου και οι ανακοινώσεις από το Τμήμα Φορολογίας και την PWC Κύπρου για τα έτη 2012-2022 που παρουσιάζει, αποδεικνύουν ότι για εισοδήματα κάτω από το φορολογητέο όριο, η υποβολή φορολογικής δήλωσης ήταν προαιρετική και όχι υποχρεωτική, και η Αιτήτρια δεν ζήτησε ποτέ αυτή την πληροφορία κατά τη διάρκεια του Προστατευτικού Διατάγματος. Τα εισοδήματα του συζύγου της Χρεώστιδας, αναφέρει επιπλέον, λήφθηκαν πλήρως υπόψη κατά τον καθορισμό της μηνιαίας δόσης στο ΠΣΑ, όπως καταγράφεται ρητά στη σελίδα 3 της σχετικής πρότασης.
Η Αιτήτρια, ισχυρίζεται ο μάρτυρας, αρνήθηκε να αποδεχθεί ή να προχωρήσει σε οποιαδήποτε αναδιάρθρωση του δανείου της Χρεώστιδας και, κατά την αντίληψη του, στοχεύει αποκλειστικά στην είσπραξη εφάπαξ μετρητών, χωρίς να προχωρά σε αναδιαρθρώσεις οικιστικών δανείων, ανεξαρτήτως εισοδήματος ή ιστορικού αποπληρωμών. Παράλληλα, προβάλλει στοιχεία άσχετα με τις προϋποθέσεις του Νόμου 65(Ι)/2015, όπως ο τερματισμός της πιστωτικής διευκόλυνσης, και υποστηρίζει λανθασμένα ότι η Χρεώστιδα δεν κατέθεσε φορολογικές δηλώσεις ή καταστάσεις ασφαλιστικών αποδοχών για τα έτη 2021-2024, κάτι που δεν προβλέπεται, ούτε από τον Νόμο 65(Ι)/2015, ούτε από τις διαδικασίες του Τμήματος Αφερεγγυότητας.
Επιπλέον, συνεχίζει ο Σύμβουλος, ο Χριστόδουλος Παπαλαμπριανού ψευδώς ισχυρίζεται ότι δεν πραγματοποιήθηκε έρευνα με το Τμήμα Κτηματολογίου, καθώς, στην προαναφερόμενη ένορκη δήλωση της Χρεώστιδας ημερομηνίας 14/10/2024, στην παράγραφο 19(β) και στα Τεκμήρια 9 και 10, περιλαμβάνονται παγκύπριες έρευνες ακινήτων της ίδιας και του συζύγου της, που αποδεικνύουν ότι πληρούνται τα αριθμητικά κριτήρια του Νόμου 65(Ι)/2015 για την αξία της οικίας τους και ότι δεν διαθέτουν άλλα ακίνητα. Στο Τεκμήριο 11, αναφέρει επίσης, επισυνάπτεται επιστολή της Αιτήτριας για την εκποίηση χωραφιού του συζύγου της Χρεώστιδας και την καταβολή του προϊόντος του πλειστηριασμού για την αποπληρωμή του δανείου. Η Αιτήτρια, είναι η θέση του μάρτυρα, προσπαθεί να παραπλανήσει, δείχνοντας έλλειψη ενδιαφέροντος για την εφαρμογή του Νόμου 65(Ι)/2015.
Ο μάρτυρας, επικαλούμενος την ιδιότητα του ως σύμβουλος αφερεγγυότητας, επισημαίνει ότι, με την υποβολή της εναρκτήριας αίτησης και της ΚΠΟΣ, το Τμήμα Αφερεγγυότητας επικοινωνεί με όλα τα αρμόδια όργανα: χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, εταιρείες εξαγοράς δανείων, Τμήμα Κτηματολογίου, Εφόρου Εταιρειών, Έφορο Μηχανοκίνητων Οχημάτων, Χρηματιστήριο και άλλους· για τη συλλογή πλήρους πληροφορίας σχετικά με τα οικονομικά, περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις ενός χρεώστη. Εάν οποιοδήποτε στοιχείο κριθεί ελλιπές ή μη υποβληθέν, η αίτηση απορρίπτεται, επιστρέφεται προς διόρθωση ή ζητείται επιπρόσθετη τεκμηρίωση. Είναι συνεπώς, εύλογο το ερώτημα που θέτει προς προβληματισμό, γιατί οι λειτουργοί της Αιτήτριας, καθ’ όλη τη διάρκεια των διαβουλεύσεων στο πλαίσιο του Προστατευτικού Διατάγματος, δεν ζήτησαν ποτέ πρόσθετα στοιχεία που θεωρούσαν ότι ίσως δεν είχαν παραληφθεί.
Ο μάρτυρας, υπογραμμίζει ότι, η μείωση των εισοδημάτων ενός χρεώστη, οδηγεί συνήθως σε αδυναμία αποπληρωμής των δανείων του. Σε περίπτωση αύξησης των εισοδημάτων και επιθυμίας εξόδου από την αφερεγγυότητα, απαιτείται η συνεργασία των πιστωτών του. Λόγω της αρχικής άρνησης των τραπεζών, συνεχίζει, να προχωρήσουν σε αναδιάρθρωση δανείων και της εν συνεχεία στάσης των εταιρειών εξαγοράς μη εξυπηρετούμενων δανείων, όπως η Αιτήτρια, ένας χρεώστης που βρίσκεται σε δυσχερή οικονομική κατάσταση για λόγους που δεν ευθύνεται, δεν έχει άλλη επιλογή από το να επιδιώξει ρύθμιση των οφειλών του μέσω του πλαισίου αφερεγγυότητας, η οποία όμως συγκρούεται με τα συμφέροντα των εταιρειών εξαγοράς δανείων. Η Οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου του 2015 για τη Διαχείριση Καθυστερήσεων και Αναδιάρθρωση Δανείων δεν είναι δεσμευτική για την Αιτήτρια, η οποία απολαμβάνει τα οφέλη από την εξαγορά δανείων, χωρίς ωστόσο να αναλαμβάνει υποχρεώσεις.
Τέλος, ο Σύμβουλος επισημαίνει ότι, οποιαδήποτε αίτηση υποβολής ΠΣΑ για χρεώστη σε κοινή ή οικογενειακή υπόθεση, απαιτεί πλήρη στοιχεία για όλα τα εισοδήματα και τις υποχρεώσεις των εμπλεκομένων, συμπεριλαμβανομένων των εισοδημάτων του/της συζύγου, όπως γίνεται σε κάθε αξιολόγηση νέου ή υπό αναδιάρθρωση δανείου. Η Αιτήτρια συνειδητά αγνοεί τις σχετικές οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας οι οποίες δεν επιτρέπουν την εξέταση μόνο του εισοδήματος ενός έγγαμου χρεώστη με εξαρτώμενα. Όλες οι παραπάνω παρατηρήσεις, είναι η άποψη του, καταδεικνύουν ότι η Χρεώστιδα πληροί τα κριτήρια επιλεξιμότητας του Νόμου 65(Ι)/2015 και ότι η Αιτήτρια δεν έχει προσκομίσει αποδείξεις για να αμφισβητήσει την προηγούμενη σχετική διαπίστωση του Δικαστηρίου.
Όπως προνοείται στο Νόμο 65(Ι)/2015, σε περίπτωση κατά την οποία ΠΣΑ απορρίφθηκε από τη συνέλευση των πιστωτών, σύμφωνα με τις διατάξεις του Τίτλου ΙΙΙ του Κεφαλαίου 2, και νοουμένου ότι πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του Άρθρου 72(1), ο χρεώστης δύναται να αιτηθεί μονομερώς στο Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος, με το οποίο να επιβάλλεται σε όλους τους πιστωτές το ΠΣΑ που αυτοί απέρριψαν στη συνέλευσή τους.
Μία εκ των αναγκαίων προϋποθέσεων, σύμφωνα με το Άρθρο 72(1)(ε) του Νόμου 65(Ι)/2015, είναι ότι ο χρεώστης αδυνατεί να αποπληρώσει τα χρέη του λόγω χειροτέρευσης της οικονομικής του κατάστασης, ως αποτέλεσμα γεγονότων ή καταστάσεων εκτός του ελέγχου του, τα οποία επισυνέβησαν από το έτος 2009 και εντεύθεν και πριν από την υποβολή αίτησης για έκδοση προστατευτικού διατάγματος σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 39 του Νόμου 65(Ι)/2015, και τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα την ουσιαστική μείωση του εισοδήματός του κατά ποσοστό τουλάχιστον 25%.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το Άρθρο 72(2) του Νόμου 65(Ι)/2015, για σκοπούς εφαρμογής της ανωτέρω πρόνοιας, τεκμαίρεται ότι οποιαδήποτε μείωση στο εισόδημα την οποία υπέστη ο χρεώστης από το έτος 2012 μέχρι την ημερομηνία έναρξης ισχύος του Νόμου 65(Ι)/2015, ήτοι την 07/05/2015, οφείλεται σε γεγονότα ή καταστάσεις εκτός του ελέγχου του χρεώστη, και ειδικότερα στην οικονομική κρίση, εκτός εάν ο πιστωτής δύναται να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι ο λόγος για τον οποίο ο χρεώστης αδυνατεί να αποπληρώσει τα χρέη του είναι άλλος από την οικονομική κρίση.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ως πρώτο και βασικό στοιχείο ότι ο χρεώστης πρέπει να «αδυνατεί» πράγματι να αποπληρώσει τα χρέη του. Απαιτείται ουσιαστική και πραγματική αδυναμία εξυπηρέτησης των υποχρεώσεών του, η οποία πρέπει να υφίσταται κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήτοι κατά την υποβολή της αίτησης για έκδοση προστατευτικού διατάγματος σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 39 του Νόμου 65(Ι)/2015.
Κατά δεύτερον, η εν λόγω αδυναμία αποπληρωμής πρέπει να οφείλεται σε χειροτέρευση της οικονομικής κατάστασης του χρεώστη, ως αποτέλεσμα γεγονότων ή καταστάσεων εκτός του ελέγχου του, τα οποία επισυνέβησαν από το έτος 2009 και εντεύθεν, και πριν από την υποβολή της ως άνω αίτησης για έκδοση προστατευτικού διατάγματος σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 39 του Νόμου 65(Ι)/2015. Ο χρονικός αυτός περιορισμός λειτουργεί αποκλειστικά, με αποτέλεσμα γεγονότα εκτός του εν λόγω χρονικού πλαισίου να μην λαμβάνονται υπόψη.
Περαιτέρω, απαιτείται η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της χειροτέρευσης της οικονομικής κατάστασης και της αδυναμίας αποπληρωμής των χρεών. Δηλαδή, η αδυναμία πρέπει να αποτελεί αποτέλεσμα της χειροτέρευσης της οικονομικής κατάστασης και δεν αρκεί η απλή συνύπαρξη των δύο αυτών στοιχείων. Συνεπώς, η αδυναμία αποπληρωμής δεν δύναται να οφείλεται σε λόγο διαφορετικό της ως άνω χειροτέρευσης της οικονομικής κατάστασης του χρεώστη.
Επιπλέον, αυτή η χειροτέρευση της οικονομικής κατάστασης του χρεώστη, πρέπει να προέρχεται από γεγονότα ή καταστάσεις εκτός του ελέγχου του χρεώστη.
Τέλος, απαιτείται απόδειξη ότι τα πιο πάνω αναφερόμενα κρίσιμα γεγονότα, είχαν ως αποτέλεσμα την ουσιαστική μείωση του εισοδήματος του χρεώστη σε ποσοστό τουλάχιστον 25% ή περισσότερο.
Για μειώσεις εισοδήματος που επήλθαν από το έτος 2012 μέχρι την 07/05/2015, ημερομηνία έναρξης ισχύος του Νόμου 65(Ι)/2015, ισχύει μαχητό τεκμήριο ότι αυτές οφείλονται σε γεγονότα εκτός του ελέγχου του χρεώστη και, ειδικότερα, στην οικονομική κρίση. Το τεκμήριο αυτό, ανατρέπεται μόνο εάν ο πιστωτής αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η αδυναμία αποπληρωμής οφείλεται σε άλλο λόγο.
Η Χρεώστιδα, με την πιο πάνω αναφερόμενη ένορκη δήλωσή της ημερομηνίας 14/10/2024, την οποία παρουσίασε προς υποστήριξη της αίτησης της για την έκδοση του Διατάγματος Επιβολής του ΠΣΑ, ανέφερε, στην παράγραφο 19(δ), ότι το εισόδημά της για το έτος 2009 ανερχόταν συνολικά στο ποσό των €13.074 και για το έτος 2012 στο ποσό των €13.239. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι κατά το έτος 2015, ως αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης, το εισόδημά της μειώθηκε σε ποσοστό άνω του 16%, περιοριζόμενο στο ποσό των €11.063. Επιπλέον, υποστήριξε ότι από τον Μάρτιο του 2020 κατέστη άνεργη, με αποτέλεσμα το εισόδημά της για το έτος εκείνο να ανέλθει μόλις στο ποσό των €3.348, ήτοι να καταγραφεί μείωση άνω του 25% και συγκεκριμένα κατά 74,71% σε σύγκριση με το εισόδημά της του έτους 2012. Συνεπώς, είναι η θέση της, προκύπτει σαφώς ότι υπήρξε ουσιαστική μείωση του εισοδήματος της οικογένειάς της, τόσο σε σχέση με το έτος 2009 όσο και, ιδίως, μετά το έτος 2012, σε ποσοστό που υπερβαίνει το 25%.
Η επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της οικογένειάς της, όπως συναφώς υποστηρίζει, επήλθε ως αποτέλεσμα γεγονότων ή καταστάσεων εκτός του ελέγχου της, τα οποία έλαβαν χώρα από το έτος 2009 και εντεύθεν, με τελικό αποτέλεσμα τη συνολική και ουσιαστική μείωση του εισοδήματός της κατά ποσοστό άνω του 25%. Η Αιτήτρια, όπως ευλόγως συνάγεται από τους ανωτέρω ισχυρισμούς της, θεμελιώνει την ανωτέρω θέση της για επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της οικογένειας της, κατ’ αρχάς, στη μείωση των εισοδημάτων της και, κυρίως, στην απώλεια της εργασίας της, όπως προαναφέρθηκε, από τον Μάρτιο του 2020.
Προς υποστήριξη και τεκμηρίωση των ανωτέρω, η Χρεώστιδα, με την πιο πάνω ένορκη δήλωση της ημερομηνίας 14/10/2024, προσκόμισε, ως Τεκμήριο 13, κατάσταση του ασφαλιστικού της λογαριασμού από τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ημερομηνίας 29/01/2024, επιγραφόμενη «Ασφαλιστικός Λογαριασμός για όλα τα έτη», στην οποία καταγράφονται οι ασφαλιστικές μονάδες και οι ασφαλιστέες αποδοχές της για τα έτη από το 2001 έως και το 2020.
Περαιτέρω, στην παράγραφο 23 της ίδιας ένορκης δήλωσης, η Χρεώστιδα αναφέρει ότι, μετά την έκδοση του Προστατευτικού Διατάγματος στις 17/04/2024, κατέστη άνεργη και ότι, μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία προέβη στην εν λόγω ένορκη δήλωση, ήτοι την 14η/10/2024, δεν είχε λάβει οποιαδήποτε ανταπόκριση στις αιτήσεις εργοδότησης που είχε υποβάλει. Κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα, ήταν η θέση της, το οικογενειακό εισόδημα αποτελούνταν αποκλειστικά από τον μηνιαίο μισθό και την υπερωριακή απασχόληση του συζύγου της, καθώς και από κρατικά επιδόματα, περιλαμβανομένων επιδομάτων επανεγκατάστασης και οδοιπορικών.
Επιπλέον, στην παράγραφο 25 της προαναφερθείσας ένορκης δήλωσής της, η οποία υπενθυμίζεται έγινε στις 14/10/2024, η Χρεώστιδα αναφέρει ότι κατέβαλε και συνεχίζει να καταβάλλει ουσιαστικές προσπάθειες για την εξεύρεση νέας εργασίας, υποβάλλοντας αιτήσεις για διάφορες θέσεις απασχόλησης. Κατά την ημερομηνία της δήλωσης, ήταν ο ισχυρισμός της, παρέμενε άνεργη, γεγονός που ελήφθη υπόψη από τον Σύμβουλο κατά τον καθορισμό της αρχικής μηνιαίας δόσης στο προτεινόμενο ΠΣΑ, η οποία ορίστηκε στο ποσό των €800.
Από τα ανωτέρω, συνάγεται ότι η σαφής θέση της Χρεώστιδας είναι πως, κατά το χρονικό διάστημα μετά την 17/04/2024 που εκδόθηκε το Προστατευτικό Διάταγμα, έως την 14/10/2024 που ορκιζόταν για την εν λόγω ένορκη δήλωση της προς υποστήριξη της αίτησης για την έκδοση Διατάγματος Επιβολής του ΠΣΑ, παρέμενε άνεργη και καταβαλλόταν σε συνεχή και ουσιαστική προσπάθεια εξεύρεσης εργασίας.
Τέλος, στην παράγραφο 28 της προαναφερθείσας ένορκης δήλωσής της, η Χρεώστιδα αναφέρει ότι δεν υπέβαλε φορολογικές δηλώσεις, όπως είχε δικαίωμα, δεδομένου ότι το εισόδημά της ήταν κατώτερο του φορολογητέου ορίου των €19.500. Επισημαίνει δε ότι, πέραν του μισθού της και των κρατικών επιδομάτων, δεν διέθετε οποιοδήποτε άλλο εισόδημα.
Όπως εύλογα συνάγεται, τα ανωτέρω επιχειρήματα της Χρεώστιδας, στοχεύουν αφενός, στο να δικαιολογήσουν την απουσία περαιτέρω εγγράφων ή άλλων μαρτυρικών στοιχείων που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς της και αφετέρου, στο να στηρίξουν τη θέση της περί επιδείνωσης της οικονομικής κατάστασης της οικογένειάς της, η οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, προέκυψε από γεγονότα ή καταστάσεις εκτός του ελέγχου της, και έλαβε χώρα από το έτος 2009 και εντεύθεν, με τελικό αποτέλεσμα τη συνολική και ουσιαστική μείωση του εισοδήματός της κατά ποσοστό άνω του 25%. Προσεχτική ωστόσο εξέταση τους, αναδεικνύει τα εξής, τα οποία ξενίζουν.
Η Χρεώστιδα, με την προαναφερθείσα ένορκη δήλωσή της ημερομηνίας 14/10/2024, παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου το προτεινόμενο ΠΣΑ, επισυνάπτοντάς το ως Τεκμήριο 3. Στο εν λόγω ΠΣΑ, ο Σύμβουλος, στην παράγραφο Β, αναφερόμενος σε πληθυντικό αριθμό χρεωστών (περιλαμβάνοντας προφανώς και τον σύζυγο της Χρεώστιδας), σημειώνει ότι το καθαρό μηνιαίο εισόδημα που η Χρεώστιδα μπορούσε να διαθέσει για την αποπληρωμή των χρεών της, ανέρχεται σε €800, «περίπου». Το προτεινόμενο ΠΣΑ, το οποίο φέρει ημερομηνία 29/08/2024, στην ίδια παράγραφο αναφέρεται ότι, σε αυτό, επισυνάπτονται οι ΚΠΟΣ «και των δύο χρεωστών». Ωστόσο, οι ΚΠΟΣ δεν περιλαμβάνονταν στο Τεκμήριο 3 και, κατά συνέπεια, δεν είχαν παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου με την ένορκη δήλωση της Χρεώστιδας.
Ανατρέχοντας στην ΚΠΟΣ που αφορά την Χρεώστιδα, η οποία φέρει ημερομηνία 21/02/2024 και κατατέθηκε ως Τεκμήριο Γ στην ένορκη δήλωση του Κωνσταντίνου Παπακωνσταντίνου ημερομηνίας 27/03/2024, προς υποστήριξη της αίτησης της Υπηρεσίας Αφερεγγυότητας για την έκδοση Προστατευτικού Διατάγματος της ίδιας ημερομηνίας, προκύπτει ότι, στο Μέρος 2 της ΚΠΟΣ, όπου γίνεται αναφορά στο επάγγελμα, η Χρεώστιδα δηλώνει τα εξής:
- εργοδοτούμενη στην εταιρεία [ ] Ltd με μηνιαίο εισόδημα €970 για την περίοδο 01/2009 έως 05/2020,
- άνεργη για την περίοδο 06/2020 έως 12/2023, και
- εργοδοτούμενη στην εταιρεία [ ] Services (Cyprus) Ltd με μηνιαίο εισόδημα €750 από 01/2024 έως και την ημερομηνία υποβολής της εν λόγω ΚΠΟΣ στις 21/02/2024.
Στα έγγραφα που συνοδεύουν την πιο πάνω ΚΠΟΣ της Χρεώστιδας, περιλαμβάνεται επιστολή της προαναφερόμενης [ ] Services (Cyprus) Ltd, ημερομηνίας 31/01/2024, με την ένδειξη «to whom it may concern», με την οποία επιβεβαιώνεται η εργοδότησή της από τις 17/01/2024, με μηνιαίες απολαβές «περί» τα €750.
Από τα ανωτέρω, προκύπτει ότι, ενώ η Χρεώστιδα ισχυρίζεται πως από τον Μάρτιο του 2020 κατέστη άνεργη, εν συνεχεία, προβάλλει εκ νέου τον ισχυρισμό ότι κατέστη άνεργη μετά την έκδοση του Προστατευτικού Διατάγματος στις 17/04/2024. Υπό τα δεδομένα αυτά, συνάγεται ότι μεσολάβησε χρονικό διάστημα, απροσδιόριστο ως προς τη διάρκειά του, μεταξύ του Μαρτίου 2020 και χρονικού σημείου μεταγενέστερου της 17/04/2024, κατά το οποίο είχε απασχόληση. Δεν αποκλείεται αυτό να ήταν ακόμη και κατά το έτος 2020 που η Χρεώστιδα ισχυρίζεται μείωση του εισοδήματος της σε ποσοστό που υπερβαίνει το 25% λόγω απώλειας της εργασίας της κατά τον Μάρτιο, ήτοι μεταγενέστερα. Ωστόσο, η Χρεώστιδα, δεν παρέχει σαφή στοιχεία για αυτήν την περίοδο, ούτε και αυτή διευκρινίζεται από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία. Συνιστώσα, που αφορά χρονικό διάστημα και μετά την έκδοση της κατάστασης του ασφαλιστικού λογαριασμού της Χρεώστισας από τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων στις 29/01/2024, Τεκμήριο 13 στην ένορκη δήλωσή της, ο οποίος, επαναλαμβάνεται, επιγράφεται «Ασφαλιστικός Λογαριασμός για όλα τα έτη». Σημειώνεται ότι, παρά την ημερομηνία έκδοσης, 29/01/2024 και την αναφορά, «για όλα τα έτη», η κατάσταση καταγράφει ασφαλιστικές μονάδες και ασφαλιστέες αποδοχές, μόνον για τα έτη 2001 έως 2020, αφήνοντας περιθώριο για το εύλογο συμπέρασμα, βάσει των ανωτέρω, ότι η Χρεώστιδα είχε εργασία, είτε ως μισθωτή, είτε ως αυτοεργοδοτούμενη, χωρίς όμως να υπάρχουν στοιχεία σχετικά τη διάρκεια αυτής της απασχόλησης ή με το ύψος των εισοδημάτων, η οποία δεν αποκλείεται να ήταν αδήλωτη.
Περαιτέρω, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η Χρεώστιδα ─ η οποία υπενθυμίζεται ότι, με την προειρημένη ένορκη δήλωσή της τής 14/10/2024, προς υποστήριξη της αίτησής της για έκδοση Διατάγματος Επιβολής του ΠΣΑ, δήλωνε ότι από τον Μάρτιο 2020 είχε καταστεί άνεργη και ότι, ως εκ τούτου, είχε επέλθει ουσιαστική μείωση του εισοδήματός της, τόσο σε σχέση με το έτος 2009 όσο και, ιδίως, μετά το 2012, σε ποσοστό άνω του 25% ─ δεν εξέθεσε την πραγματική της κατάσταση ή, σε κάθε περίπτωση, δεν την απεικόνισε πλήρως και με ακρίβεια.
Συγκεκριμένα:
- Δεν αποκαλύπτει ─ ως ανωτέρω εντοπίστηκε από τους ίδιους τους ισχυρισμούς της ─ την εργοδότηση της μεταξύ Μαρτίου 2020 και μεταγενέστερα της 17/04/2024, ούτε τη διάρκεια αυτής.
- Στην ΚΠΟΣ ημερομηνίας 21/02/2024, η ίδια ισχυριζόταν ότι η εργοδότηση της στην [ ] Cyprus Ltd τερματίστηκε τον Μάιο 2020 και όχι τον Μάρτιο, ενώ επιπλέον δήλωνε ότι εργαζόταν στην [ ] Services (Cyprus) Ltd, γεγονός που επιβεβαιώνεται από σχετική επιστολή της εταιρείας, σύμφωνα με την οποία η εργοδότηση της άρχισε στις 17/01/2024.
Συνεπώς, η Χρεώστιδα δεν ήταν άνεργη κατά την ημερομηνία 14/10/2024, όπως ισχυριζόταν στην ένορκη δήλωσή της. Αντιθέτως, φαίνεται ότι είχε εργασία ήδη από τις 17/01/2024. Επιπλέον, η δήλωσή της στην ΚΠΟΣ ότι ήταν άνεργη κατά την περίοδο 06/2020-12/2023 έρχεται σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς της στην ένορκη δήλωση. Εύλογα συνάγεται ότι υπήρξε εργοδοτούμενη για κάποια περίοδο με ημερομηνία έναρξης μετά τον Μάρτιο 2020 αλλά τέλος μέχρι και μετά τον Απρίλιο 2024, και συνεπώς θα ήταν αδύνατον να μην είχε εργασία τον Δεκέμβριο του 2023.
Όλα τα προαναφερόμενα αποτελούν αντιφάσεις που δημιουργούν αβεβαιότητα και πλήττουν την αξιοπιστία των ισχυρισμών της Χρεώστιδας σχετικά με την ανεργία και τη μείωση του εισοδήματός της, όπως πότε και αν υπήρξε, ποια ήταν η έκτασή της και ποιες ήταν οι επιπτώσεις της στην οικονομική της κατάσταση.
Η ανεργία, πρέπει να αναφερθεί περαιτέρω, αποδεικνύεται σωρευτικά. Από τη στιγμή που η Χρεώστιδα, όπως η ίδια ισχυρίζεται, δεν υπέβαλλε φορολογικές δηλώσεις λόγω του ότι δεν είχε υποχρέωση υποβολής εξαιτίας του εισοδήματός της, όφειλε κατ’ αρχάς να είχε εξασφαλίσει σχετική βεβαίωση από τον Έφορο Φορολογίας. Περαιτέρω, θα έπρεπε να προσκομίσει και βεβαίωση από το Τμήμα Εργασίας αναφορικά με το κατά πόσο είχε εγγραφεί ως άνεργη, από πότε και για ποια χρονική περίοδο, καθώς και κατά πόσο είχε υποβάλει οποιαδήποτε αίτηση για επίδομα ανεργίας. Αναφορικά δε με τον τερματισμό της εργοδότησής της, είτε λόγω πλεονασμού είτε για οποιονδήποτε άλλο λόγο, σε αντιδιαστολή προς την οικειοθελή αποχώρησή της, υπήρχε η δυνατότητα προσκόμισης της σχετικής επιστολής τερματισμού της απασχόλησής της από τον εργοδότη της ή, εναλλακτικά, βεβαίωσης εκδοθείσας μεταγενέστερα που να αναφέρει τα ουσιώδη στοιχεία του τερματισμού. Σε κάθε περίπτωση, και υπό τις περιστάσεις, ήταν λογικά αναμενόμενο η Χρεώστιδα να είχε αναφερθεί στα πιο πάνω ζητήματα στην ένορκη κατάθεσή της με τη μέγιστη δυνατή λεπτομέρεια. Εντούτοις, η σχετική ένορκη δήλωσή της δεν διακρίνεται από την απαιτούμενη λεπτομέρεια.
Σημειώνεται συναφώς ότι, με την πιο πάνω ένορκη δήλωσή του, ο Σύμβουλος, αν και διαφώνησε με τις θέσεις του Χριστόδουλου Παπαλαμπριανού, οι οποίες αναδεικνύουν τα ανωτέρω, υποστήριξε ότι η Χρεώστιδα πληροί τα κριτήρια επιλεξιμότητας του Άρθρου 72(1)(ε) του Νόμου 65(Ι)/2015. Ειδικότερα, ανέφερε ότι η μείωση του εισοδήματος της Χρεώστιδας τεκμηριώνεται στην αίτησή της ημερομηνίας 14/10/2024, και ιδίως στην προειρημένη παράγραφο 19(δ) της υποστηρικτικής ένορκης δήλωσής της. Ωστόσο, η θέση αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, καθότι στηρίζεται ουσιαστικά στις δηλώσεις της ίδιας της Χρεώστιδας, οι οποίες έχουν ήδη αξιολογηθεί ως άνω. Οι εν λόγω δηλώσεις, από την πιο πάνω μαρτυρία του Συμβούλου, δεν φαίνεται να διερευνήθηκαν περαιτέρω από τον Σύμβουλο, αν και τούτο ήταν δυνατόν, εφόσον σχετική συγκατάθεση της Χρεώστιδας του είχε παρασχεθεί, ούτε πριν από την υποβολή της πρότασης για το ΠΣΑ, ούτε μεταγενέστερα. Υπό τα δεδομένα αυτά, και για τους προαναφερόμενους λόγους, οι δηλώσεις αυτές της Χρεώστιδας δεν μπορούν να θεωρηθούν ακριβείς, πλήρεις ή αξιόπιστες.
Επί του προκειμένου, πρέπει να τονιστεί ότι η δυνατότητα που παρέχεται στην Υπηρεσία Αφερεγγυότητας να διενεργεί σχετικούς ελέγχους ─ για τους οποίους δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου θετική μαρτυρία ότι πράγματι διενεργήθηκαν στην περίπτωση της Χρεώστιδας ─ δεν απαλλάσσει τον Σύμβουλο Αφερεγγυότητας από την αναγκαία μέριμνα, απορρέουσα από τον ρόλο του, να προβεί στις δικές του εξετάσεις.
Επισημαίνεται πως, με το Άρθρο 16 του περί Συμβούλων Αφερεγγυότητας Νόμου του 2015, Νόμος 64(I)/2015, ο Νομοθέτης εναποθέτει ρόλο ιδιαίτερης θεσμικής βαρύτητας στον Σύμβουλο Αφερεγγυότητας, αναγνωρίζοντάς του την ιδιότητα του προστάτη του δημοσίου συμφέροντος. Η ιδιότητα αυτή, ιδίως σε συνάρτηση με τη συμμετοχή του σε δικαστικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, προσδίδει στον Σύμβουλο Αφερεγγυότητας χαρακτήρα συλλειτουργού της δικαιοσύνης. Ο ρόλος του, ως ανεξάρτητος διαμεσολαβητής, είναι ουσίας και ευθύνης.
Συνεπώς, ένας Σύμβουλος Αφερεγγυότητας, πρέπει να έχει κατά νου τον πιο πάνω ρόλο του ως ανεξάρτητος διαμεσολαβητής και να γνωρίζει πλήρως τις υποχρεώσεις του, οι οποίες περιλαμβάνουν την υποχρέωση να θέτει τα στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου με πληρότητα και διαφάνεια (βλ. Re Darren Reilly, [2017] IEHC 558 και Re Mark Fay, [2020] IEHC 163). Όπως άλλωστε ανέφερε το High Court της Ιρλανδίας στην υπόθεση Re Jonathan Bourke, [2022] IEHC 371, μπορεί κανείς εύκολα να κατανοήσει – και πράγματι να επαινέσει – την αποφασιστικότητα ενός Συμβούλου Αφερεγγυότητας να βρει λύση στην κατάσταση του οφειλέτη η οποία αποφέρει καλύτερο αποτέλεσμα για τους πιστωτές σε σχέση με ό,τι θα προέκυπτε μέσω πτώχευσης ή άλλων διαδικασιών εκτέλεσης. Ωστόσο, αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο εντός των πλαισίων του Νόμου και σε συνθήκες όπου όλες οι πληροφορίες του οφειλέτη, που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου, έχουν επαληθευθεί και μπορούν να θεωρηθούν αξιόπιστες. Είναι καθήκον του Συμβούλου Αφερεγγυότητας να διασφαλίζει ότι οι πιστωτές και, τελικά, το Δικαστήριο, μπορούν να στηριχθούν στην αλήθεια και την ακρίβεια των στοιχείων και των αριθμητικών δεδομένων που υποβάλλονται εκ μέρους του οφειλέτη.
Στην υπόθεση Re Lisa Parkin, [2019] IEHC 56, το High Court της Ιρλανδίας ανέφερε ότι ο πιστωτής, με την ένορκη δήλωση που υποβάλλει για να υποστηρίξει την ένσταση του στην επιβολή PIA, οφείλει να διατυπώνει την αντίρρησή του με σαφήνεια και να παρέχει τα σχετικά στοιχεία, ώστε να δίδεται η ευκαιρία στον καθ’ ου να ασχοληθεί με την αντίστοιχη πτυχή της υπόθεσης και να παρουσιάσει τα κατάλληλα αποδεικτικά στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου σε απάντηση, αντιμετωπίζοντας τα εγειρόμενα ζητήματα με ενημερωμένο τρόπο. Όπως επισημάνθηκε, το βάρος απόδειξης φέρει ο αιτών την επιβολή του PIA, προκειμένου να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχουν πληρωθεί όλες οι σχετικές απαιτήσεις του Νόμου.
Στην προκείμενη περίπτωση, δεδομένου ότι η Αιτήτρια, μέσω της μαρτυρίας του Χριστόδουλου Παπαλαμπριανού, απέσεισε το αποδεικτικό βάρος που έφερε σε σχέση με τα ανωτέρω, η Χρεώστιδα έφερε το νομικό βάρος απόδειξης ότι οι περιστάσεις ικανοποιούσαν την προαναφερόμενη προϋπόθεση του Άρθρου 72(1)(ε) του Νόμου 65(Ι)/2015. Τούτο, όμως, για τους προαναφερόμενους λόγους ─ οι οποίοι, άλλωστε, καταδεικνύουν τη μη συμμόρφωσή της με την υποχρέωση για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη των σχετικών στοιχείων ─ δεν αποδείχθηκε.
Συναφώς, πρέπει να λεχθεί περαιτέρω ότι αποτελεί προϋπόθεση του Άρθρου 72(1)(ε) του Νόμου 65(Ι)/2015 τα γεγονότα και οι καταστάσεις εκτός του ελέγχου του χρεώστη, προκειμένου να συνιστούν αδυναμία αποπληρωμής των χρεών του κατά την έννοια του Νόμου 65(Ι)/2015 λόγω χειροτέρευσης της οικονομικής του κατάστασης, να αποδειχθεί ότι είχαν ως αποτέλεσμα την ουσιαστική μείωση του εισοδήματός του κατά τουλάχιστον 25% ή περισσότερο. Τούτο προϋποθέτει συνολική αποτίμηση των γεγονότων που έχουν επισυμβεί από το έτος 2009 και εντεύθεν, καθώς και πριν από την υποβολή της αίτησης για έκδοση προστατευτικού διατάγματος δυνάμει του Άρθρου 39 του Νόμου 65(Ι)/2015, σε συνδυασμό με τα στοιχεία που αφορούν την οικονομική κατάσταση και τη δυνατότητα του χρεώστη να αποπληρώνει τα χρέη του, ώστε να διαπιστωθεί ο μέσος όρος των εισοδημάτων της εν λόγω περιόδου και κατά πόσο υπήρξε, κατά μέσο όρο, μείωση τουλάχιστον 25% ή μεγαλύτερη, με σημείο αναφοράς τον χρόνο υποβολής της εν λόγω αίτησης.
Στοιχείο, αναφορικά με το οποίο η Αιτήτρια έφερε το νομικό βάρος απόδειξης, το οποίο όμως, υπό το φως όλων των ανωτέρω παρατηρήσεων του Δικαστηρίου σχετικά με την προσκομισθείσα μαρτυρία και την αξιολόγησή της, δεν κατόρθωσε να αποσείσει ή σε κάθε περίπτωση να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό με τα στοιχεία που παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, παρέλκει η περαιτέρω εξέταση οποιουδήποτε άλλου λόγου ακύρωσης που εγείρεται από την Αιτήτρια με την Αίτησή της. Η Αίτηση, για τους λόγους που έχουν προεκτεθεί, κρίνεται βάσιμη και επιτυγχάνει, δυνάμει του Άρθρου 72(5) του Νόμου 65(Ι)/2015, ως ακολούθως.
Εν προκειμένω σημειώνεται ότι το Διάταγμα Επιβολής του ΠΣΑ της Χρεώστιδας εκδόθηκε από το Δικαστήριο στις 21/10/2024 και επιδόθηκε στην Αιτήτρια, σύμφωνα με το Άρθρο 72(4) του Νόμου 65(Ι)/2015, στις 14/11/2025. Η δε εξεταζόμενη Αίτηση, καταχωρήθηκε από την Αιτήτρια στο Δικαστήριο στις 25/11/2025, ήτοι εντός της προβλεπόμενης, βάσει του Άρθρου 72(5) του Νόμου 65(Ι)/2015, προθεσμίας των 15 ημερών.
Σε ό,τι αφορά το αιτητικό υπό το στοιχείο Β της Αίτησης, τούτο είναι άνευ αντικειμένου, δεδομένου ότι δεν υφίσταται εν ισχύ προστατευτικό διάταγμα σε σχέση με τη Χρεώστιδα. Ειδικότερα, δυνάμει του τελευταίου διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 21/10/2024 περί ανανέωσης, η περίοδος ισχύος του προστατευτικού διατάγματος ημερομηνίας 17/04/2024 είχε ανανεωθεί μέχρι την αποπεράτωση της Αίτησης της Χρεώστιδας ημερομηνίας 14/10/2024 για την επιβολή Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωμής. Η αποπεράτωση της εν λόγω Αίτησης επήλθε με την έκδοση του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 21/10/2024 περί επιβολής και, ως εκ τούτου, δεν υφίσταται πλέον προστατευτικό διάταγμα σε ισχύ. Σε κάθε περίπτωση, τέτοιο διάταγμα παύει αυτομάτως να ισχύει με τη διεκπεραίωση της παρούσας διαδικασίας, λαμβανομένου υπόψη του αποτελέσματός της.
Σε ό,τι αφορά τα έξοδα διαδικασίας δυνάμει του Άρθρου 72(5) του Νόμου 65(Ι)/2015 που ζητούνται, σημειώνεται ότι ο εν λόγω Νόμος 65(Ι)/2015 δεν περιέχει ρητή διάταξη αναφορικά με τον τρόπο επιδίκασης των εξόδων μεταξύ των διαδίκων, όπως αλλού προνοείται, ενδεικτικώς, στο Άρθρο 41(5) του ίδιου Νόμου 65(Ι)/2015. Συνεπώς, το Δικαστήριο αποφασίζει επί του ζητήματος βάσει της σχετικής εξουσίας και της ευρείας διακριτικής ευχέρειας που του παρέχει το Άρθρο 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Νόμος 14/1960, καθώς και της παγίως διαμορφωμένης νομολογίας, σύμφωνα με την οποία η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου κατά την επιδίκαση των εξόδων πρέπει να ασκείται δικαστικά και όχι αυθαίρετα, με γενικό κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός εάν συντρέχει εύλογος λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής. Όπως χαρακτηριστικά ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Spinneys Cyprus Ltd v. Χρίστου, κ.α., (2004) 1 Α.Α.Δ. 1833: «Η επιλογή της δικαστικής διαδικασίας συνεπάγεται και την ανάληψη των συνεπειών της αποτυχίας της.». Στην υπόθεση Tanager Designated Activity Company v. Ryan, a.a., [2019] IEHC 694, που αφορούσε διαδικασία βάσει της Personal Insolvency Act 2012, το High Court της Ιρλανδίας ανέφερε ότι η έκδοση διαταγής για επιδίκαση εξόδων υπηρετεί τους σκοπούς της διανεμητικής δικαιοσύνης (distributive justice) και αποσκοπεί στη διασφάλιση του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο.
Στην προκείμενη περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη το αποτέλεσμα της εκδίκασης και το γεγονός ότι αυτό επηρεάστηκε καθοριστικά από την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Χρεώστιδας, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, καθώς και από το εύρημα του Δικαστηρίου περί μη συμμόρφωσής της με το καθήκον για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, τα έξοδα είναι λογικό και δίκαιο να επιδικαστούν υπέρ της Αιτήτριας, ως επιτυχούσας διάδικου.
Κατ’ ακολουθία, εκδίδονται τα ακόλουθα διατάγματα:
Α. Εκδίδεται διάταγμα, δυνάμει του οποίου ακυρώνεται το Διάταγμα ημερομηνίας 21/10/2024, με το οποίο επιβλήθηκε εις βάρος της Αιτήτριας, Themis Portfolio Management Holdings Ltd, Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής σε σχέση με τη Χρεώστιδα, Σούζη Χαννατζιά, και τερματίζεται το εν λόγω Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής.
Β. Περαιτέρω, εκδίδεται διάταγμα επιδίκασης των εξόδων της διαδικασίας υπέρ της Αιτήτριας, Themis Portfolio Management Holdings Ltd, και σε βάρος της Χρεώστιδας, Σούζη Χαννατζιά. Τα έξοδα αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, σύμφωνα με τον Κανονισμό 34 του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2016 (5/2016), και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.
Ο Πρωτοκολλητής να κοινοποιήσει την απόφαση του Δικαστηρίου στην Υπηρεσία Αφερεγγυότητας.
Υπογραφή: ____________________
Μιχάλης Γ. Λοΐζου, Α. Ε. Δ.
Πιστό αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο