ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ν. ΦΙΟΝΤΟΡ ΓΙΑΚΟΥΠΙΒ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1858/17, 17/2/2026
print
Τίτλος:
ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ν. ΦΙΟΝΤΟΡ ΓΙΑΚΟΥΠΙΒ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1858/17, 17/2/2026

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

 

Ενώπιον: Ν. Παπανδρέου, Ε.Δ.

 

Αρ. Αγωγής: 1858/17

 

Μεταξύ:

                                        ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ

Ενάγοντος

                                                                 -και-

                            

 

1.    ΦΙΟΝΤΟΡ ΓΙΑΚΟΥΠΙΒ

2.    VIDENT LIMITED (HE 167306)

3.    ΒΙΚΤΩΡ ΓΙΑΚΟΥΠΙΒ

Εναγόμενων

 

 

Ημερομηνία: 17 Φεβρουαρίου 2026

 

Εμφανίσεις:

 

Για Ενάγοντα: κ. Ν. Ροτσίδης μαζί με κα Στ. Χρίστου για Ν. Ροτσίδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε

 

Για Εναγόμενους: κ. Χρ. Ιωσήφ μαζί με κ. Γ. Μίτλετον για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε.

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Ι.  ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

1.    Με την παρούσα αγωγή του, ο Ενάγων αξιώνει εναντίον των Εναγόμενων γενικές, ειδικές, παραδειγματικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες, πόνους, ταλαιπωρία και ζημιές που υπέστη, στα πλαίσια οδοντικής θεραπείας που έλαβε κατά την περίοδο από το 2014 έως το 2016 από τον Εναγόμενο 1, οδοντίατρο. Η θεραπεία αυτή συνίστατο στην κατασκευή και τοποθέτηση γέφυρας στα έξι μπροστινά του δόντια, η οποία θα τοποθετείτο επί λεγόμενων  «ενδοριζικών αξόνων». Εναγάγει, επίσης, την Εναγόμενη 2, κλινική από όπου ο Εναγόμενος 1 παρείχε οδοντιατρικές υπηρεσίες και τον Εναγόμενο 3 ως διευθυντή της Εναγόμενης 2 και το πρόσωπο που διαχειριζόταν την Εναγόμενη 2.

 

2.    Ο Ενάγων στηρίζει την αξίωσή του σε αμέλεια και παράβαση σύμβασης. Επίσης τη στηρίζει στο αστικό αδίκημα της επίθεσης, λόγω του ότι ο Εναγόμενος 1, κατά τον χρόνο που πρότεινε και εκτέλεσε τη θεραπεία, δεν ήταν εγγεγραμμένος ως οδοντίατρος στο σχετικό μητρώο, στην Κυπριακή Δημοκρατία. Συνεπώς, ισχυρίστηκε, ο Ενάγων δεν παραχώρησε πραγματική συγκατάθεση στην επίδικη θεραπεία. Αξιώνει, ακόμη την επιστροφή προκαταβολής που κατέβαλε στην Εναγόμενη 2, στη βάση του ότι η σύμβαση συνήφθη συνεπεία ψευδών παραστάσεων, αλλά και στη βάση της πλήρους αποτυχίας ανταλλάγματος.

 

3.    Οι Εναγόμενοι, αποδεχόμενοι ότι ο Εναγόμενος 1 δεν διατηρούσε άδεια ασκήσεως επαγγέλματος κατά τον χρόνο έναρξης της θεραπείας, προβάλλουν ότι τη θεραπεία πρότειναν και εκτέλεσαν από κοινού οι Εναγόμενοι 1 και 3. Ειδικότερα, ο τελευταίος, πατέρας του  Εναγόμενου 1 και έμπειρος οδοντίατρος, επέβλεπε την εκτέλεση της θεραπείας. Τα όσα έλαβαν χώρα στα πλαίσια της επίδικης θεραπείας, αποτελούν συνήθεις επιπλοκές και υλοποίηση ρίσκων και κινδύνων για τους οποίους ο Ενάγων είχε προηγουμένως ενημερωθεί πλήρως. Εγείρουν Ανταπαίτηση με την οποία ανταπαιτούν το υπόλοιπο της συμφωνηθείσας αμοιβής τους.

 

II.  ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

 

4.    Ο Ενάγων ισχυρίζεται με την Έκθεση Απαίτησης του ότι το έτος 2014 αποτάθηκε προς την Εναγόμενη 2, οδοντιατρική κλινική, προκειμένου να λάβει οδοντιατρική θεραπεία προς αποκατάσταση προβλήματος υγείας που αντιμετώπιζε στα δόντια του. Ο Εναγόμενος 1 παρουσιάστηκε ψευδώς στον Ενάγοντα ως αδειούχος και έμπειρος οδοντίατρος, με ιδιαίτερη εξειδίκευση και εμπειρία στην προσθετολογία. Σκοπός του ήταν να τον εξαπατήσει παροτρύνοντάς τον να αγοράσει τις υπηρεσίες του. Η Εναγόμενη 2, ήταν η ιδιοκτήτρια και/ή κάτοχος και/ή ασκούσε τον έλεγχο και/ή την εποπτεία και/ή διαχειριζόταν την κλινική. Ο Εναγόμενος 3 ήταν οδοντίατρος, πατέρας του Εναγόμενου 1 και παρουσιαζόταν ως διευθυντής και/ή υπεύθυνος για τη λειτουργία της κλινικής. Κατόπιν εξέτασης και σχετικής διάγνωσης, ο Ενάγων στηριζόμενος στις ως άνω παραστάσεις του Εναγόμενου 1 συμφώνησε με τον Εναγόμενο 1, προς αποκατάσταση των προβλημάτων του, συγκεκριμένο πλάνο θεραπείας στα μπροστινά 6 δόντια του, έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής ύψους €3.000. Η σύμβαση προέβλεπε ότι το ως άνω ποσό θα καταβαλλόταν ως εξής: €1.500 με την ολοκλήρωση της θεραπείας και €500 μηνιαίως ακολούθως, μέχρι την πλήρη εξόφλησή του. Ακολούθως, αναφέρθηκε και σε άλλους όρους της σύμβασης που αφορούν κυρίως στην ποιότητα των υπηρεσιών του Εναγόμενου 1 προς τον Ενάγοντα. Προς εκπλήρωση της σύμβασης, ο Ενάγων κατέβαλε στον Εναγόμενο 1 το συνολικό ποσό των €1.500 έναντι του πιο πάνω ποσού των €3.000.

 

5.    Συνέχισε ότι κατά την περίοδο μεταξύ Μαΐου του 2014 και Φεβρουαρίου του 2016, ο Εναγόμενος 1 υπέβαλε τον Ενάγοντα σε σειρά συναντήσεων και θεραπειών, επιχειρώντας ανεπιτυχώς να εφαρμόσει τη συμφωνηθείσα θεραπεία. Κατά συνέπεια, το υπόλοιπο συμφωνηθέν ποσό, ο Ενάγων δεν το κατέβαλε στον Εναγόμενο 1. Ακολούθως, παραθέτει, ως τις περιγράφει, λεπτομέρειες παραστάσεων του Εναγόμενου 1 που αποδείχθηκαν ψευδείς και/ή λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παράβασης σύμβασης και/ή παράβασης θέσμιων και νόμιμων καθηκόντων και/ή υποχρεώσεων του Εναγόμενου 1 έναντι του Ενάγοντος. Εκεί αναφέρεται ότι (α) ο Εναγόμενος 1 δεν ήταν εγγεγραμμένος στο Μητρώο Οδοντιάτρων, (β) δεν είχε επαρκή πείρα ή δεξιότητες ως οδοντίατρος ή προσθετολόγος, (γ) εφάρμοσε κοντούς ενδοριζικούς άξονες, (δ) διενήργησε ακροριζεκτομή στο δόντι 12 αφαιρώντας μεγαλύτερο κομμάτι από αυτό που θα έπρεπε, (ε) επιχείρησε κατ’ επανάληψη εφαρμογή άξονα επί του δοντιού 12 ενώ αυτό κατέστη ακατάλληλο για χρήση σε προσθετική θεραπεία, (στ) παρέλειψε να αφαιρέσει κύστη με διάμετρο 18 μιλιμέτρων που βρισκόταν στη δεξιά κάτω γνάθο, (ζ) προέβη σε λανθασμένες μετρήσεις ή δεν προέβη σε καμία ενέργεια για διόρθωση της σύγκλισης με αποτέλεσμα τα δόντια της άνω γνάθου να μην ταιριάζουν με τα δόντια της κάτω γνάθου, (η) τοποθέτησε τους άξονες, κορώνες και τη γέφυρα με λανθασμένο τρόπο, λόγω της απειρίας του υπέβαλε τον Ενάγοντα σε σωρεία αχρείαστων παρεμβάσεων και επισκέψεων, (θ) παρέλειψε να ολοκληρώσει τη θεραπεία εντός ενός μηνός και (ι) πρότεινε και εφάρμοσε ακατάλληλη, υπό τις περιστάσεις, θεραπεία. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά, ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος 1 επενέβη στο σώμα του Ενάγοντος και διενήργησε την ως άνω θεραπεία χωρίς τη συγκατάθεσή του και/ή κατά τρόπο παράνομο και/ή υπό συνθήκες και/ή περιστάσεις που συνιστούν και/ή ισοδυναμούν με επίθεση και/ή επέμβαση κατά του προσώπου του Ενάγοντα (“trespass to the person”).

 

6.    Ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη 2 ενήργησε κατά παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας και/ή της μεταβιβαζόμενης υποχρέωσης επιμέλειας της και/ή των εκ του Νόμου και Κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων και/ή υποχρεώσεων της προς τον Ενάγοντα, εφόσον επέτρεψε την άσκηση επαγγέλματος από μη αδειούχο και μη κατάλληλο άτομο και δεν μερίμνησε ή εξασφάλισε ότι η θεραπεία της Εναγόμενης 2 προς τον Ενάγοντα χορηγείτο με την εύλογη δεξιότητα και φροντίδα. Πρόσθετα, ότι ο Εναγόμενος 3 ενήργησε αμελώς και/ή κατά παράβαση των θέσμιων καθηκόντων του και/ή κατά παράβαση των εκ του Νόμου και Κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων και/ή υποχρεώσεών του, καθώς επέτρεψε στον Εναγόμενο 1 να παρουσιάζεται ως αδειούχος οδοντίατρος και να προσφέρει οδοντιατρικές υπηρεσίες χωρίς να είναι εγγεγραμμένος στο μητρώο οδοντιάτρων. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά, σε σχέση με τον Εναγόμενο 3, ισχυρίζεται ότι φέρει ευθύνη και για τις πράξεις του Εναγόμενου 1, αφού αυτός συνέργησε, παρείχε συνδρομή, εξουσιοδότησε και ενέκρινε τις εν λόγω πράξεις του.

 

7.    Ισχυρίζεται ότι συνεπεία των πιο πάνω, ο Ενάγων υπέστη βλάβη, ζημιές, πόνο και ταλαιπωρία ως εξής: (α) σοβαρές μολύνσεις και/ή φλεγμονές στο στόμα, δόντια και ούλα, (β) κατάγματα στα δόντια 12, 13 και 23 (ρίζες), (γ) αλλοιώσεις στις πορσελάνες των δοντιών 13 – 23 και 33 – 42, (δ) καταστροφή οδοντικής ρίζας του δοντιού 12, (ε) απώλεια του δοντιού 22, (στ) κακή σύγκλιση της άνω και κάτω σιαγόνας, (ζ) τερηδόνα, (η) πονόδοντο, κεφαλαλγίες, εμμένουσες ημικρανίες και πρήξιμο στο στόμα, (θ) ενόχληση και πόνο κατά τη σύγκλιση των δοντιών, (ι) κύστες στις ρίζες των δοντιών του, (κ) υποβλήθηκε σε μακροχρόνια θεραπεία και πολύωρες χειρουργικές επεμβάσεις και (λ) πόνο, ταλαιπωρία, έντονο άγχος και ψυχική οδύνη. Επιπλέον, ισχυρίζεται ότι επωμίστηκε ως οικονομική ζημιά το ποσό των €1.500 ως τίμημα που κατέβαλε στους Εναγόμενους, άνευ αντιπαροχής, εφόσον η θεραπεία απέτυχε πλήρως. Σημείωσε ότι συνεπεία των πιο πάνω, ο Ενάγων επισκεπτόταν συνεχώς οδοντίατρους και υποβλήθηκε σε εκ νέου θεραπείες προκειμένου να αποκατασταθεί η ζημιά, το κόστος των οποίων ανήλθε σε €3.900, ποσό το οποίο αξιώνει από τους Εναγόμενους.

 

8.    Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση, αρνούμενοι τις θέσεις του Ενάγοντος. Κατέγραψαν τις λεπτομέρειες των ακαδημαϊκών και επαγγελματικών του προσόντων. Ουδέποτε ο Εναγόμενος 1 παρουσιάστηκε ως εγγεγραμμένος οδοντίατρος. Αντιθέτως, ο Εναγόμενος 1 ανέφερε στον Ενάγοντα ότι προσκόμισε όλα τα απαραίτητα έγγραφα και αναμένεται η επίσημη εγγραφή του. Ενώ παραδέχονται την ιδιότητα των Εναγόμενων 2 και 3, ισχυρίζονται ότι όλες οι συζητήσεις έγιναν μεταξύ του Ενάγοντος και των Εναγόμενων 1 και 3. Αμφότεροι εξέτασαν τον Ενάγοντα, εντόπισαν πρόβλημα που αντιμετώπιζε και συζήτησαν τις επιλογές του. Συνεχίζουν ότι πρότειναν συγκεκριμένο πλάνο θεραπείας, με την τοποθέτηση οδοντικών εμφυτευμάτων, λύση που ο Ενάγων απέρριψε για οικονομικούς λόγους. Στη συνέχεια, ο Εναγόμενος 1 εισηγήθηκε ως εναλλακτική λύση την επίδικη θεραπεία. Παρ’ όλους τους ενδοιασμούς του Εναγόμενου 3 και κατόπιν λεπτομερούς επεξήγησης όλων των πιθανών κινδύνων, ο Ενάγων την αποδέχθηκε. Η θεραπεία εκτελέστηκε στην παρουσία και με τη συμβολή του Εναγόμενου 3.

 

9.    Αποδέχθηκαν ότι με την πάροδο του χρόνου παρατηρήθηκε ελαφριά κινητικότητα στη γέφυρα χωρίς να δημιουργείται ιδιαίτερο πρόβλημα στη μάσηση, σύγκλιση ή αισθητική. Αναφέρθηκαν στις ενέργειες που έγιναν για σκοπούς επίλυσης του εν λόγω προβλήματος. Ο Εναγόμενος 1 τρόχισε τη γέφυρα, αφού ο Ενάγων είχε την αίσθηση ότι δεν κλείνει σωστά το στόμα του.  Λόγω του εκτεταμένου τροχίσματος, δημιουργήθηκε μικρή οπή στο πίσω μέρος της γέφυρας, πρόβλημα το οποίο ο Εναγόμενος 1 εντόπισε και ενημέρωσε τον Ενάγοντα ότι θα διόρθωνε χωρίς οποιαδήποτε χρέωση. Εις άρνηση των λεπτομερειών αμέλειας, παράβασης σύμβασης, ψευδών παραστάσεων και παράβασης νόμιμων καθηκόντων, επαναλαμβάνουν τα όσα έχουν ήδη προσθέτοντας τις θέσεις της τους ως προς τους λόγους δια τους οποίους η μέθοδος που χρησιμοποίησαν ήταν κατάλληλη υπό τις περιστάσεις. Στη βάση των πιο πάνω αρνήθηκαν την κατ’ ισχυρισμό ευθύνη των Εναγόμενων 2 και 3.

 

10. Πρόταξαν ότι στην περίπτωση που ήθελε φανεί ότι ο Ενάγων υπέστη τις κατ’ ισχυρισμό σωματικές βλάβες και ζημιές, αυτές δεν οφείλονται ούτε και συνδέονται με ενέργειες των Εναγόμενων, αλλά σε άλλους λόγους που αφορούν μεταγενέστερα συμβάντα ή προϋπάρχοντες λόγους, όπως λ.χ. προηγούμενες θεραπείες που έλαβε ο Ενάγων. Αρνήθηκαν πλήρως τις λεπτομέρειες ως προς τις κατ’ ισχυρισμό σωματικές βλάβες του Ενάγοντος. Αξίωσαν απόρριψη της αγωγής και προέβαλαν ανταπαίτηση για το υπόλοιπο εναπομείναν ποσό που είχε συμφωνηθεί δυνάμει της μεταξύ τους συμφωνίας, ήτοι, €1.500 πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα.

 

11. Με την Απάντηση στην Υπεράσπιση και την Υπεράσπιση στην Ανταπαίτησή του ο Ενάγων αρνήθηκε πλήρως τους ισχυρισμούς των Εναγόμενων και επανέλαβε τους ισχυρισμούς του στην Έκθεση Απαίτησής του. Αρνήθηκε ρητώς τις θέσεις των Εναγόμενων ως προς την παρουσία και/ή ανάμειξη του Εναγόμενου 3. Ισχυρίστηκε ότι καμία άλλη εναλλακτική θεραπεία του προτάθηκε, σύμφωνα με τις θέσεις των Εναγόμενων. Η θεραπεία που αποδέχθηκε να ακολουθήσει, ήταν η μοναδική θεραπεία που του πρότεινε ο Εναγόμενος 1 και ισχυρίστηκε ότι οι σωματικές του βλάβες, πόνος και ταλαιπωρία προκλήθηκαν αποκλειστικά από πράξεις και παραλείψεις των Εναγόμενων. Σε σχέση με την Ανταπαίτηση των Εναγόμενων, προέβαλε ότι λόγω των ψευδών παραστάσεων του Εναγόμενου 1, οι Εναγόμενοι δεν δικαιούνται σε οποιοδήποτε αντάλλαγμα και ότι το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόμενων έχει παραγραφεί.

 

 

III.   ΣΥΝΟΨΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ

 

12. Προς υποστήριξη της απαίτησης κατέθεσαν ο Ενάγων (ΜΕ1) και ο Δρ. Μάριος Ταραμίδης, οδοντίατρος (ΜΕ2). Ο ΜΕ1 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Κατά την κυρίως εξέταση του κατατέθηκαν τα Τεκμήρια 1 μέχρι 12 και το Τεκμήριο προς Αναγνώριση Α. Κατά την αντεξέταση του κατατέθηκαν τα Τεκμήρια 13 μέχρι 15. Το Τεκμήριο 16, κατηγορητήριο στην ποινική υπόθεση σε βάρος του Εναγόμενου 1. Ο ΜΕ2 κατέθεσε επίσης γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Β. Κατά την κυρίως εξέταση του κατατέθηκαν τα Τεκμήρια 17 μέχρι 28. Κατά την αντεξέταση του κατατέθηκαν τα Τεκμήρια 29 μέχρι 32.

 

13. Προς υποστήριξη της υπεράσπισης κατέθεσαν ο Εναγόμενος 1 (ΜΥ1), η σύζυγος του (ΜΥ2) και ο Δρ. Δημήτρης Παπαδόπουλος, οδοντίατρος (ΜΥ3). Οι ΜΥ1, ΜΥ2 και ΜΥ3 κατέθεσαν γραπτές δηλώσεις ως μέρος της κυρίως εξέτασής τους, οι οποίες σημειώθηκαν ως Έγγραφα Γ, Δ και Ε, αντίστοιχα. Κατά την κυρίως εξέταση του ΜΥ1 κατατέθηκαν τα Τεκμήρια 33 μέχρι 56. Κατά την αντεξέταση του, κατατέθηκαν τα Τεκμήρια 57 μέχρι 59. Κατά την κυρίως εξέταση του ΜΥ3 κατατέθηκε το Τεκμήριο 60. Κατά την αντεξέταση του κατατέθηκε το Τεκμήριο 61.

 

 

(α) Σύνοψη μαρτυρίας ΜΕ1

 

14. Ο ΜΕ1 κατέθεσε ότι το έτος 2014, αντιμετώπιζε πρόβλημα στην οδοντοστοιχία της άνω γνάθου του, όπου είχε τοποθετημένη γέφυρα στα πάνω μπροστινά του δόντια, με αριθμούς 13 μέχρι 23. Η γέφυρα χρειαζόταν επανακόλληση, ή, έτσι πίστευε. Επισκέφθηκε έτσι για πρώτη φορά την Εναγόμενη 2 στις 21.5.2014, εταιρεία περιορισμένης ευθύνης (Τεκμήριο 1). Αναφέρθηκε στην ιδιότητα των διαδίκων. Κατέθεσε ότι ο Εναγόμενος 1, του συστήθηκε ως έμπειρος και ειδικός οδοντίατρος - προσθετολόγος και ανέλαβε να επιλύσει το πρόβλημα της υγείας του. Ως Τεκμήριο 2, κατέθεσε αντίγραφο της επαγγελματικής κάρτας που ο Εναγόμενος 1 παραχώρησε στον Ενάγοντα κατά την εν λόγω επίσκεψη. Ουδέποτε του συστήθηκε ως βοηθός οδοντίατρος και ουδέποτε του ανέφερε ότι δεν ήταν εγγεγραμμένος στον Οδοντιατρικό Σύλλογο. Τόσο το πλάνο θεραπείας όσο και το κόστος τα συζήτησε μόνο με τον Εναγόμενο 1, χωρίς την παρουσία ή ανάμιξη του Εναγόμενου 3.

 

15. Μετά από την αρχική εξέταση, ο Εναγόμενος 1, του πρότεινε να αφαιρεθεί η γέφυρα από τα δόντια 13 μέχρι 23 και να εφαρμόσει καινούργια γέφυρα. Δεν του ανάφερε τίποτε για εμφυτεύματα. Του ανέφερε ότι καλό θα ήταν να αποκατασταθούν όλες οι προσθετικές εργασίες στο στόμα του, αλλά η θεραπεία που του πρότεινε για τα δόντια 13 μέχρι 23, δεν θα επηρέαζε την όποια απόφαση του στο μέλλον να αποκαταστήσει και τις υπόλοιπες προσθετικές εργασίες. Του ανέφερε ότι θα είχε τρία χρόνια εγγύηση για την θεραπεία που θα τον υπέβαλλε. Εμπιστεύτηκε την κρίση και τις συμβουλές του Εναγόμενου 1 και αποδέχθηκε τη λύση που του πρότεινε και αφού τον διαβεβαίωσε ότι η θεραπεία δεν θα ήταν εμπόδιο για την αποκατάσταση και των άλλων προσθετικών εργασιών, μεταγενέστερα. Συμφώνησαν να προχωρήσουν με την ως άνω θεραπεία για το συνολικό ποσό των €3000, από το οποίο τα €1.000 θα καταβάλλονταν μόλις ολοκληρωνόταν η θεραπεία και το υπόλοιπο σε μηνιαίες δόσεις των €500. Τη θεραπεία υποχρεωτικά την είχε τερματίσει εξ αποκλειστικής υπαιτιότητας του Εναγόμενου 1, το Φεβρουάριο του 2016, ενάμιση χρόνο αφού την ξεκίνησε και μετά από γραπτή παραδοχή του Εναγόμενου 1, ότι η βασική θεραπεία έπρεπε να επαναληφθεί. Ουδέποτε η θεραπεία ολοκληρώθηκε. Ως Τεκμήριο 3, κατέθεσε τηλεφωνικά μηνύματα μεταξύ του ιδίου και του Εναγόμενου 1, κατά την χρονική περίοδο από 19.5.2014 μέχρι 6.5.2016.

 

16. Συνέχισε ότι ουδέποτε ο Εναγόμενος 1 του εξήγησε τις πιθανές επιπλοκές. Ο Εναγόμενος 3 δεν ήταν παρών. Ακολούθως, παρέθεσε με χρονολογική σειρά τις επισκέψεις του στην Εναγόμενη 2, για ολοκλήρωση της θεραπείας του από τον Εναγόμενο 1. Ως Τεκμήριο 4 κατέθεσε δέσμη πανοραμικών διαφόρων ημερομηνιών από το 2014 μέχρι το 2016. Η τελευταία επίσκεψη του έγινε στις 17.2.2016. Στις 19.2.2016, ζήτησε γραπτή ιατρική έκθεση από τον Εναγόμενο 1 για την θεραπεία στην οποία τον υπέβαλε. Την εν λόγω επιστολή του κατέθεσε ως Τεκμήριο 5. Η έκθεση του Εναγόμενου 1 ετοιμάστηκε στις 19.2.2016, ECLI:CY:AD:2016:D147 (Τεκμήριο προς Αναγνώριση Α, η οποία κατατέθηκε στη συνέχεια ως Τεκμήριο 46). Ανάλογη επιστολή απέστειλε και στον Εναγόμενο 3 (Τεκμήριο 6). Ακολούθως, ο Ενάγων ζήτησε από τον Εναγόμενο 1 πίσω τα χρήματα που του είχε καταβάλει (€1.500) ώστε να επιλύσει τα προβλήματα που του δημιούργησε με άλλον οδοντίατρο. Ο Εναγόμενος 1 αρνήθηκε να του τα επιστρέψει. Αργότερα, τον Μάιο του 2016, ανακάλυψε ότι ο Εναγόμενος 1 δεν κατείχε άδεια άσκησης επαγγέλματος από τον Οδοντιατρικό Σύλλογο Κύπρου, κατά τη διάρκεια της κυρίως θεραπείας του Ενάγοντα. Ως οδοντίατρος ενεγράφη την 31.3.2015. Ως Τεκμήριο 7 κατέθεσε σχετική γνωστοποίηση / δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα ημερ. 15.1.2016. Κατόπιν σχετικής καταγγελίας του Ενάγοντος, ο Εναγόμενος 1 διώχθηκε ποινικά και καταδικάστηκε κατόπιν παραδοχής του.  

 

17. Στις 18.2.2016 ο Ενάγων επισκέφθηκε τον Δρα Ταραμίδη (ΜΕ2) προς αξιολόγηση της κατάστασης του. Αναφέρθηκε λεπτομερώς στα ευρήματά του ΜΕ2, τη θεραπεία που διενήργησε στα δόντια του Ενάγοντος, τις σωματικές του βλάβες, τον πόνο και την ταλαιπωρία του. Κατέθεσε ότι υπέστη ζημιά ύψους €1.500 τα οποία κατέβαλε στον Εναγόμενο 1 για σκοπούς της θεραπείας του, η οποία δεν ολοκληρώθηκε και υποχρεωτικά καταστράφηκε από τον ΜΕ2, προς επίλυση του προβλήματος. Ως Τεκμήριο 8, κατέθεσε δέσμη αποδείξεων των ποσών που κατέβαλε προς την Εναγόμενη 2. Συμπλήρωσε ότι κατέβαλε στον ΜΕ2 το ποσό των €40, για πανοραμική ακτινογραφία που έγινε στις 18.2.2016 (Τεκμήριο 9.) Ως Τεκμήριο 10, κατέθεσε το πλάνο θεραπείας που του είχε παραδώσει ο ΜΕ2. Ως Τεκμήριο 11, κατέθεσε ιατρικό πιστοποιητικό του ΜΕ2, ημερ. 25.4.2018. Συνέχισε ότι για τις υπηρεσίες του ΜΕ2, κατέβαλε το ποσό των €3.900 για επιδιόρθωση της ζημιάς που υπέστη από τους Εναγόμενους. Ως Τεκμήριο 12 κατέθεσε δέσμη αποδείξεων πληρωμής του ιδίου προς την κλινική του ΜΕ2.

 

18. Ερωτηθείς κατά την αντεξέταση του κατά πόσο σήμερα αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πρόβλημα με τα δόντια του, απάντησε ότι είναι μια χαρά, απλώς ο ένας ο άξονας που κόλλησε ο Εναγόμενος 1, πιθανόν να έχει αποκολληθεί. Ερωτηθείς κατά πόσο οι άξονες στα δόντια 23 και 21 βρίσκονται σήμερα στο στόμα του, συμφώνησε. Ερωτηθείς κατά πόσο αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πρόβλημα βρουξισμού, απάντησε ότι ξεπέρασε το πρόβλημα αυτό με την πάροδο της θεραπείας του από τον ΜΕ2. Βρουξισμό αντιμετώπιζε και κατά τη θεραπεία του στους Εναγόμενους. Αποδέχθηκε την εισήγηση του συνηγόρου των Εναγόμενων ότι τον Ιούλιο του 2015, ο Εναγόμενος 1 τον ενημέρωσε ότι άνοιξε τη δική του κλινική, όπου και τον επισκεπτόταν. Κατέθεσε, ερωτηθείς σχετικά, ότι η σύμβαση αρχικά είχε γίνει με την Εναγόμενη 2, στην οποία διευθυντής ήταν ο Εναγόμενος 3. Ερωτηθείς κατά πόσο έχει οποιοδήποτε παράπονο από τους Εναγόμενους 2 και 3 από τον Αύγουστο του έτους 2015 και εντεύθεν, οπότε και ο Εναγόμενος 1 αποχώρησε από την Εναγόμενη 2, απάντησε καταφατικά προβάλλοντας ότι πρόκειται για τη συνέχεια μιας θεραπείας και δεν μπορεί να το διαχωρίσει. Επιβεβαίωσε ότι υπήρχε προϋπάρχον ζήτημα με τη σύγκλιση του και ειδικότερα, ότι όταν το στόμα έκλεινε από την αριστερή πλευρά τα δόντια δεν εφάπτονταν. Προϋπήρχε τοποθετημένη γέφυρα από προηγούμενο οδοντίατρο. Διευκρίνισε ότι όταν μετέβη στην Εναγόμενη 2 η γέφυρα ήταν τοποθετημένη αλλά κουνιόταν. Επισήμανε όμως ότι δεν αντιμετώπιζε πόνο. Ως Τεκμήρια 13 μέχρι 15, κατέθεσε φωτογραφίες, τις οποίες ο Ενάγων αναγνώρισε ότι αποτελούν φωτογραφίες του στόματος του, πριν την τοποθέτηση αξόνων από τον Εναγόμενο 1, μετά την τοποθέτηση αξόνων και με την προσωρινή συγκόλληση της γέφυρας.

 

19. Σε υποβολή του συνηγόρου του Εναγόμενων ότι κατά την πρώτη τους συνάντηση, οι Εναγόμενοι 1 και 3 τον ενημέρωσαν ως προς το ότι μια ολιστική θεραπεία, η οποία θα πρέπει να συμπεριλάβει και τα πίσω δόντια, όσο και τα μπροστινά δόντια ήταν η καταλληλότερη, διαφώνησε. Επανέλαβε τη θέση του ότι ο Εναγόμενος 3 ουδέποτε ήταν παρών. Μόνο μία ή δύο φορές, όταν προέκυψε το πρόβλημα με την τοποθέτηση των αξόνων παρουσιάστηκε. Κατά τα λοιπά, ήταν απών. Σε υποβολή ότι προτάθηκε ολιστική θεραπεία, ότι του είχε αναφερθεί ότι εάν δεν γινόταν αυτό τότε υπήρχε αυξημένος κίνδυνος η οποιαδήποτε θεραπεία να μην είναι επιτυχής και σε υποβολή ότι του είχαν προταθεί εμφυτεύματα στα δόντια, διαφώνησε. Διαφώνησε επίσης στην υποβολή ότι ο λόγος που δεν επέλεξε αυτήν την θεραπεία, και επέλεξε την λιγότερο καλή θεραπεία, ήταν οικονομικός.

 

(β)  Σύνοψη μαρτυρίας Δρος Ταραμίδη (ΜΕ2)

 

20. Ο ΜΕ2 κατέθεσε ότι είναι κάτοχος πτυχίου οδοντιατρικής με ειδίκευση στην περιοδοντολογία και προσθετολογία και τριακονταετή κλινική εμπειρία στην προσθετολογία και αποκατάσταση προσθετικών δοντιών. Ως Δέσμη Τεκμηρίων 17 κατέθεσε το βιογραφικό του σημείωμα και αντίγραφα των ακαδημαϊκών του διπλωμάτων. Ως Τεκμήριο 18 κατέθεσε έγγραφο το οποίο συνέταξε ο ίδιος, όπου παρέθεσε ορισμούς διαφόρων ιατρικών όρων, προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου. Κατέθεσε ότι ο Ενάγων τον επισκέφθηκε στο ιατρείο του, στην κλινική όπου εργάζεται, για πρώτη φορά στις 18.2.2016, αναζητώντας άμεση οδοντιατρική αξιολόγηση και θεραπεία, λόγω σοβαρών προβλημάτων που αντιμετώπιζε, τα οποία, όπως του είχε αναφέρει, προκλήθηκαν μετά από οδοντιατρική θεραπεία, στην οποία είχε υποβληθεί από τον Εναγόμενο 1.

 

21. Κατέθεσε ότι αυθημερόν έγινε κλινική και ακτινολογική εξέταση. Κατέθεσε σχετικά με τα ευρήματα. Σε μία λευκή κόλλα, σχεδίασε ενώπιον του Δικαστηρίου τα έξι μπροστινά δόντια για τα οποία γίνεται λόγος, 13 μέχρι 23, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 19. Αναγνώρισε ότι το Τεκμήριο 11 αποτελεί την δική του ιατρική έκθεση, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε. Ως Τεκμήριο 20 κατέθεσε πανοραμική ακτινογραφία που έβγαλε κατά την πρώτη επίσκεψη του Ενάγοντα στον ΜΕ2,[1] επεξηγώντας το περιεχόμενό της. Ως Τεκμήριο 21, κατέθεσε αντίγραφο της πανοραμικής ακτινογραφίας ως το Τεκμήριο 20, όπου προέβη σε κάποιες σημειώσεις με σκοπό να καταδείξει ότι οι άξονες που τοποθετήθηκαν για σκοπούς στήριξης της γέφυρας, δεν είχαν το κατάλληλο μήκος, ώστε να μπορούν πράγματι να την στηρίξουν. Αναφέρθηκε στους πόνους και τα συμπτώματα που αντιμετώπιζε ο Ενάγων την πρώτη επίσκεψη στο ιατρείο του.

 

22. Σημείωσε ότι για την αποκατάσταση των προβλημάτων του Ενάγοντα, απαιτήθηκε νέος σχεδιασμός θεραπείας, τις λεπτομέρειες της οποίας παρέθεσε. Η γέφυρα που τοποθέτησε ο Εναγόμενος 1, θα έπρεπε να αφαιρεθεί ολοκληρωτικά. Διευκρίνισε κατά την αντεξέταση του, ότι αφαίρεσε τη γέφυρα στις 30.3.2016. Τότε είχε αντιληφθεί την έκταση της κακοδουλειάς που είχε γίνει, παραθέτοντας σχετικές λεπτομέρειες. Προς επίρρωση των θέσεων του κατέθεσε αποσπάσματα από σχετική βιβλιογραφία, ως Τεκμήρια 22 και 23. Ως Τεκμήριο 24, κατέθεσε την επαγγελματική κάρτα του που δίνει στους ασθενείς του, όπου αναφέρεται και η ειδίκευσή του. Ως Τεκμήριο 25, κατέθεσε πανοραμική ακτινογραφία ημερ. 20.2.2025 την οποία έβγαλε ο ίδιος, δυνάμει της οποίας διαγνώστηκε μικροκάταγμα της υφιστάμενης ρίζας του δοντιού 13. Ως Τεκμήριο 26, κατέθεσε πανοραμική ακτινογραφία ημερ. 14.6.2014, την οποία έβαλε ο Εναγόμενος 1, επί της οποίας σημείωσε το υλικό της απονεύρωσης στο δόντι 22 που βγήκε έξω, κατά τη θέση του, προκαλώντας φλεγμονή στο συγκεκριμένο δόντι. Ως Τεκμήριο 27, κατέθεσε πανοραμική ακτινογραφία ημερ. 4.7.2015, την οποία έβγαλε ο Εναγόμενος 1, στην οποία, ως ανέφερε, σημείωσε με τόξο τον κοντό άξονα στο δόντι 12. Ως Τεκμήριο 28, κατέθεσε ιστορικό επισκέψεων του Ενάγοντα στον ΜΕ2. Κατέληξε, στα εξής συμπεράσματα: (α) Οι άξονες που τοποθετήθηκαν από τον Εναγόμενο 1, ήταν ατελείς, ήτοι κοντοί,  (β) η διαδικασία απονεύρωσης στο δόντι 22 και η ακροριζεκτομή στο δόντι 12 είχαν αποτύχει, (γ) έγιναν επανειλημμένες αχρείαστες παρεμβάσεις στο στόμα του Ενάγοντος, (δ) έγινε ανεπιτυχής συγκόλληση της γέφυρας, η οποία παρουσίαζε κινητικότητα, (ε) υπήρχε μεγάλη ακρορριζική κύστη στο δόντι 46 που δεν αφαιρέθηκε, (στ) το πλάνο θεραπείας ήταν εξ υπαρχής μη ενδεδειγμένο. Ακολούθως, κατέγραψε λεπτομέρειες της θεραπείας που διενήργησε ο ίδιος.

 

23. Αντεξεταζόμενος, κατέθεσε ότι η θεραπεία στην οποία υπέβαλε τον Ενάγοντα ξεκίνησε στις 30.3.2016 και ολοκληρώθηκε τον Σεπτέμβριο του 2016. Στην θεραπεία αυτή περιλήφθηκαν όλα τα δόντια του Ενάγοντα που ήταν προβληματικά. Κατέθεσε ως προς τους λόγους που κράτησε τους άξονες στα δόντια 13 και 21. Επανέλαβε τις θέσεις του ως προς τα συμπεράσματα του. Διευκρίνισε ότι τα όσα καταγράφει επί του Τεκμηρίου 11 ως προς τα δόντια 26, 35, 44 και 45 δεν αφορούν τη θεραπεία που έκανε ο Εναγόμενος 1, αλλά θεραπείες προηγούμενων οδοντίατρων, εφόσον ο Εναγόμενος 1 επικεντρώθηκε μόνο στα έξι μπροστινά δόντια. Ακολούθησε συζήτηση ως προς τη θέση του ΜΕ2 ότι εντοπίζονταν κενά μεταξύ της γέφυρας και των δοντιών 13 και 23. Διευκρίνισε ότι το πρόβλημα στον Ενάγοντα επιλύθηκε οριστικά με την τοποθέτηση εμφυτευμάτων. Σε υποβολή του συνηγόρου των Εναγόμενων ότι ο κανόνας που επικαλέστηκε ως προς το ύψος των αξόνων δεν είναι απόλυτος αλλά ενδεικτικός, διαφώνησε. Στο σημείο αυτό, κατατέθηκε το Τεκμήριο 29, ως προς τους κανόνες του ενδεδειγμένου μήκος αξόνων. Κατατέθηκε επίσης ως Τεκμήριο 30 μεγέθυνση της πανοραμικής ακτινογραφίας, ως η έκτη φωτογραφία επί του Τεκμηρίου 4, ημερ. 4.8.2015. Ως Τεκμήριο 31 κατατέθηκε ακτινογραφία περίπτωσης άλλου ασθενούς του ΜΕ2, που κατά την εισήγηση του συνηγόρου, τοποθετήθηκαν κοντοί άξονες. Ο ΜΕ2 διευκρίνισε ότι ο εν λόγω  «κοντός» άξονας στη θέση 46 τοποθετήθηκε από άλλον συνάδελφο και υπό άλλες περιστάσεις. Αντεξετάστηκε εν σχέσει με το σύνολο των προαναφερθέντων συμπερασμάτων του. Ως Τεκμήριο 32 κατατέθηκε ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 15.10.24 με συνημμένη επιστολή ημερ. 22.5.24 από τους συνηγόρους των Εναγόμενων προς τους συνηγόρους του Ενάγοντα.

 

 

(γ) Σύνοψη μαρτυρίας Φίοντορ Γιακούπιβ (ΜΥ1)

 

24. Ο Εναγόμενος 1 κατέθεσε ως προς τα επαγγελματικά και ακαδημαϊκά του προσόντα, καταθέτοντας τα σχετικά επί τούτου Τεκμήρια 33 μέχρι 36 και Τεκμήρια 39 μέχρι 44. Σημείωσε ότι ο Εναγόμενος 3 είναι εγγεγραμμένος ως αδειούχος οδοντίατρος στην Κυπριακή Δημοκρατία από το 1989. Αντίγραφο της σχετικής του εγγραφής, κατέθεσε ως Τεκμήριο 37.  Η Εναγόμενη 2 αποτελεί εταιρεία περιορισμένης ευθύνης. Ως Τεκμήριο 38, κατέθεσε αντίγραφο της σύστασής της. Περί το 2017, κατηγορήθηκε για την άσκηση οδοντιατρικής χωρίς να είναι επίσημα εγγεγραμμένος στο Μητρώο Οδοντιάτρων Κύπρου, για την περίοδο Μαΐου 2014 μέχρι Μαρτίου 2015, ήτοι για περίοδο 10 μηνών (Τεκμήριο 16). Παραδέχθηκε άμεσα την κατηγορία και του επιβλήθηκε πρόστιμο €2.000 με αναστολή 2 χρόνων. Είναι λευκού ποινικού μητρώου (Τεκμήριο 45). Από τον Ιούλιο του 2015 δεν εργάζεται στην Εναγόμενη 2. Ίδρυσε τη δική του οδοντιατρική εταιρεία. Αναγνώρισε το Τεκμήριο προς Αναγνώριση Α, ως την ιατρική του έκθεση, ημερ. 22.2.2016 και την κατέθσε ως Τεκμήριο 46.

 

25. Κατέθεσε ότι κατά την πρώτη επίσκεψη του Ενάγοντος, ο Εναγόμενος 1 του ανέφερε ότι δεν είχε ακόμη εγγραφεί ως οδοντίατρος στην Κυπριακή Δημοκρατία, ωστόσο, ότι ήταν εγγεγραμμένος οδοντίατρος στην Μόσχα και ότι εκκρεμούσαν συγκεκριμένες επιπρόσθετες εξετάσεις, ούτως ώστε να αναγνωριστεί το πτυχίο του στην Κυπριακή Δημοκρατία και να εγγραφεί και επίσημα ως οδοντίατρος. Εξάλλου, κατά την εν λόγω πρώτη επίσκεψη ήταν παρών και ο Εναγόμενος 3, ο οποίος ήταν αδειούχος οδοντίατρος στην Κυπριακή Δημοκρατία από το 1989. Ο Ενάγων παραπονέθηκε σε σχέση με την θεραπεία που είχε λάβει από τους προηγούμενους του οδοντίατρους. Αμφότεροι οι Εναγόμενοι 1 και 3 διενήργησαν ενδοστοματική κλινική εξέταση. Λήφθηκε πανοραμική ακτινογραφία (Τεκμήριο 4(1)) και προέβησαν σε συγκεκριμένες διαπιστώσεις, τις οποίες κατέγραψε. Ακολούθως, τον ενημέρωσαν για όλες τις πιθανές θεραπείες, το κόστος και το ρίσκο αυτών. Ειδικότερα, επεξήγησαν με λεπτομέρεια το πρόβλημα που αντιμετώπιζε ο Ενάγων και ότι η ιδανικότερη θεραπεία θα ήταν η εξής: (α) Σε σχέση με τα 6 μπροστινά δόντια η τοποθέτηση οδοντικών εμφυτευμάτων, αφού η χρήση των υφιστάμενων ριζών για κατασκευή και τοποθέτηση γέφυρας ελλόχευε αρκετό ρίσκο και κίνδυνο, (β) η αφαίρεση των κυστών κάτω από τα δόντια 12, 22 και 46 – 47 και (γ) η επισκευή και αποκατάσταση και των πισινών δοντιών, προς διόρθωση του προβλήματος της σύγκλισης. Κατόπιν, τον πληροφόρησαν για το κόστος.

 

26. Ο Ενάγων δήλωσε ότι αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και ως συνεπώς δεν θα ήταν δυνατή η υλοποίηση της προτεινόμενης θεραπείας. Επίσης, τους απαγόρευσε ρητά να προχωρήσουν με την αφαίρεση της κύστης κάτω από τα δόντια 46 και 47 και να προχωρήσουν σε διόρθωση των υφιστάμενων οδοντιατρικών εργασιών. Αμφότεροι οι Εναγόμενοι 1 και 3 προσπάθησαν να τον μεταπείσουν, αναφέροντάς του τα ρίσκα (1) μη αφαίρεσης της κύστης, η οποία πολύ πιθανόν να προκαλούσε μολύνσεις και πρόβλημα στα δόντια 46 και 47, (2) της μη διόρθωσης των υφιστάμενων οδοντιατρικών εργασιών, εφόσον δεν θα μπορούσε να διορθωθεί το πρόβλημα με την σύγκλιση και (3) του ρίσκου θεραπείας χωρίς εμφυτεύματα, η οποία πιθανόν να μην πετύχαινε και να αποδεικνύετο στο μέλλον ότι τα εμφυτεύματα ήταν η μόνη λύση. Παρόλες τις προσπάθειες και των δύο, o Ενάγων δεν μεταπείστηκε.

 

27. Δεδομένου του ότι το πιο άμεσα αντιαισθητικό πρόβλημα του Ενάγοντος ήταν το ότι δεν είχε τα 6 μπροστινά δόντια και λόγω του ότι ήθελαν να τον βοηθήσουν, τού ανέφεραν ότι θα μπορούσαν να δοκιμάσουν να κατασκευάσουν και να τοποθετήσουν γέφυρα στα 6 μπροστινά δόντια. Αυτή θα ήταν πιο οικονομική λύση σε σχέση με τα εμφυτεύματα και θα περιορίζετο μόνο στα 6 μπροστινά δόντια (χωρίς να επιλύει τα υπόλοιπα προβλήματα). Ο Εναγόμενος 3 εξέφρασε στον Ενάγοντα με πιο έντονο τρόπο τις ανησυχίες του σε σχέση με την προταθείσα θεραπεία, λόγω του ότι θα ήταν πολύ χρονοβόρα, ενώ η επιτυχία της ήταν αμφίβολη.  Λόγω των ρίσκων που περιλαμβάνονταν στην εν λόγω θεραπεία, δεν δόθηκε οποιαδήποτε εγγύηση για τις εν λόγω εργασίες, ούτε και συζητήθηκε χρονικός ορίζοντας ολοκλήρωσης της θεραπείας. Επίσης, η Εναγόμενη 2 δεν παρείχε σε εκείνο το χρονικό διάστημα εγγυήσεις σε οποιονδήποτε ασθενή της για οποιανδήποτε θεραπεία. Δεν υπήρχε ούτε πρακτική για κατάρτιση γραπτού πλάνου θεραπείας και για αυτό δεν υπογράφηκε οτιδήποτε σχετικό με τον Ενάγοντα. Συμφώνησαν και την αμοιβή στην οποία οι Εναγόμενοι εφάρμοσαν και σχετική έκπτωση. Στη βάση των πιο πάνω, το αρχικό πλάνο θεραπείας περιελάβανε την ετοιμασία των υφιστάμενων πέντε θέσεων 12, 13, 21, 22 και 23 (το δόντι 11 δεν υπήρχε εξ αρχής) για να χρήζουν τοποθέτησης γέφυρας στα έξι μπροστινά δόντια. Ακολούθως, κατέθεσε ότι ξεκίνησε η εκτέλεση της θεραπείας, υπό την επίβλεψη πάντοτε και εμπλοκή του Εναγόμενου 3. Αναφέρθηκε στις λεπτομέρειες των επισκέψεων του Ενάγοντος από τις 4.6.2014 και εντεύθεν, τα προβλήματα που προέκυπταν και τις ενέργειες προς αντιμετώπισή τους. Ακολούθως, αναφέρθηκε στις ιατρικές του απόψεις ως προς την εξέλιξη της επίδικης θεραπείας, προς υποστήριξη των οποίων, κατέθεσε βιβλιογραφία ως τα Τεκμήρια 47 μέχρι 54. Δια ζώσης πρόσθεσε ότι, κατά τη διάρκεια της ειδικότητας του, παρακολούθησε ασθενής και εκτέλεσε εκατοντάδες θεραπείες με τοποθέτηση αξόνων και γεφυρών. Ακολούθως, επεξήγησε την έννοια του σκελετού επικάλυψης πορσελάνης, καταθέτοντας Τεκμήρια 55 και 56.

 

28. Αντεξεταζόμενος επιβεβαίωσε τη θέση του κ. Ροτσίδη ότι τον Μάιο του 2014, όταν ξεκίνησε να κάνει εργασίες στο στόμα του Ενάγοντος, δεν ήταν εγγεγραμμένος στον Οδοντιατρικό Σύλλογο Κύπρου, επαναλαμβάνοντας τις σχετικές επί του σημείου θέσεις του. Αρνήθηκε την υποβολή του κ. Ροτσίδη ότι ουδέποτε ενημέρωσε τον Ενάγοντα ότι δεν διατηρούσε άδεια ασκήσεως επαγγέλματος. Ερωτηθείς εάν είχε μισθό από την κλινική, απάντησε καταφατικά. Αρνήθηκε τη θέση του κ. Ροτσίδη περί παραπλάνησης, για τον λόγο ότι κατείχε σχετική ειδικότητα, γνώσεις, και εμπειρία για να προβεί στην επίδικη θεραπεία. Σε υποβολή του κ. Ροτσίδη ότι ουδέποτε ο Ενάγων ενημερώθηκε για τους κινδύνους της θεραπείας που υποβλήθηκε, διαφώνησε. Διαφώνησε και με την υποβολή του ότι ουδέποτε πρότεινε εμφυτεύματα στον Ενάγοντα και ότι η μοναδική λύση που εισηγήθηκε ήταν η γέφυρα. Ακολούθησε συζήτηση ως προς την πείρα του Ενάγοντα και τη φύση της ειδικότητας του. Ερωτηθείς κατά πόσο ο Ενάγων χρειάστηκε να επισκεφθεί δύο φορές τις πρώτες βοήθειες λόγω μόλυνσης, η οποία σχετιζόταν με τις πράξεις του, απάντησε αρνητικά, επαναλαμβάνοντας τις θέσεις του. Σε υποβολή του κ. Ροτσίδη ότι η θεραπεία διήρκησε σχεδόν δύο χρόνια και ουδέποτε ολοκληρώθηκε επιτυχώς, διαφώνησε. Ως Τεκμήριο 59, κατέθεσε διορθωμένη μετάφραση της ειδικότητας του, από το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών. Σε υποβολή του κ. Ροτσίδη ότι το πλάνο θεραπείας ήταν λανθασμένο και ήταν το αποτέλεσμα της απειρίας του και της ανεπάρκειας του, διαφώνησε. Σε υποβολή του κ. Ροτσίδη ότι αποτελεί υποχρέωση ιατρού να προστατεύει τον ασθενή του και όχι να εκτελεί εντολές, διερωτήθηκε εάν έπρεπε να αφήσει τον Ενάγοντα χωρίς μπροστινά δόντια. Σε εισήγηση του κ. Ροτσίδη ότι το πλάνο θεραπείας που επέλεξε ήταν ένα πείραμα, διαφώνησε, προβάλλοντας ότι το εν λόγω πλάνο καταρτίστηκε από τον Εναγόμενο 3.

 

29. Ακολούθησε συζήτηση ως προς την κινητικότητα της γέφυρας, με τον Εναγόμενο 1 να επαναλαμβάνει τη θέση του περί επεξήγησης των ρίσκων που ενείχε η τοποθέτηση μιας γέφυρας. Κατέθεσε ότι ο Ενάγων ήταν βρουξιστής και για τον λόγο αυτό υπήρχε κινητικότητα στη γέφυρα. Σε υποβολή του κ. Ροτσίδη ότι ο Εναγόμενος 1 τρόχιζε τα δόντια του Ενάγοντα αυθαίρετα, απάντησε ότι είχε πρόωρες επαφές και τις διόρθωνε, δηλαδή, τις λείαινε. Σε υποβολή του κ. Ροτσίδη ότι από το συνεχές τρόχισμα παρουσιάστηκε μια τρύπα στον σκελετό και στο τέλος η γέφυρα αποκολλήθηκε με όλους τους άξονες, απάντησε ότι οι άξονες ποτέ δεν ξεκόλλησαν, παρά μόνο η γέφυρα. Ακολούθως, κατέθεσε ότι δεν έχει και τόση σημασία εάν αποκολλήθηκαν και οι άξονες ή μόνο η γέφυρα. Ερωτηθείς αναφορικά με την οπή που παρουσιάστηκε στη γέφυρα που τοποθέτησε η οποία ήταν καινούρια, κατέθεσε ότι φάνηκε ο σκελετός της γέφυρας. Ενόψει τούτου, πρότεινε στον Ενάγοντα να του αντικαταστήσει τη γέφυρα, με δικά του έξοδα. Πρόσθεσε ότι δεν ήταν προβληματική η γέφυρα καθώς δεν δημιουργούσε οποιοδήποτε παθολογικό πρόβλημα, αλλά έφυγε μόνο η πορσελάνη.

 

(δ) Σύνοψη μαρτυρίας Sanya Bolich Yakubiv (ΜΥ2)

 

30. Η ΜΥ2, σύζυγος του Εναγόμενου 1, κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν στην Εναγόμενη 2 στην υποδοχή. Κατέθεσε ότι ο Ενάγων επισκεπτόταν τον Εναγόμενο 1 μέχρι τον Φεβρουάριο του 2016. Στις 17.2.2016, η ίδια τον υποδέχθηκε, σύμφωνα με το προγραμματισμένο τους ραντεβού και ο Ενάγων μετέβη στο γραφείο του Εναγόμενου 1. Κάποια στιγμή, άκουσε δυνατές φωνές και εισήλθε στο γραφείο του Εναγόμενου 1. Αντίκρυσε τον Ενάγοντα σε έξαλλη κατάσταση, να φωνάζει, να βρίζει και να απειλεί τον σύζυγό της. Αντιλήφθηκε από τα όσα άκουγε, ότι ο Ενάγων εξαγριώθηκε, μόλις ο σύζυγός της του ζήτησε να καλύψει οφειλές του προς την Εναγόμενη 2 για να μπορεί να συνεχίσει τον επισκέπτεται. Έκτοτε, δεν τον ξαναείδε. Αντεξεταζόμενη, συμφώνησε ότι η οποιαδήποτε νομική ή οικονομική επίπτωση στο σύζυγο της, την επηρεάζει άμεσα. Διευκρίνισε ότι δεν γνωρίζει ο,τιδήποτε για την παρούσα υπόθεση πέραν του περιστατικού για το οποίο κατέθεσε. Σε υποβολή ότι η σκηνή κράτησε λιγότερο από δύο λεπτά, απάντησε ότι κράτησε πολλή ώρα γιατί δεν μπήκε αμέσως μέσα. Η επιθετικότητα του Ενάγοντος αυξανόταν συνεχώς.

 

(ε)  Σύνοψη μαρτυρίας Δρος Νίκου Παπαδόπουλου (ΜΥ3)

 

31. Ο ΜΥ3 κατέθεσε ότι είναι οδοντίατρος από το 1990. Αναφέρθηκε στα ακαδημαϊκά του προσόντα και τις λεπτομέρειες της επαγγελματικής του πείρας. Κατέθεσε, επίσης, ότι είναι ο πρόεδρος του Οδοντιατρικού Συλλόγου Λευκωσίας - Κερύνειας από το έτος 2015 μέχρι σήμερα. Αναφέρθηκε στα ερωτήματα που του τέθηκαν από την πλευρά των Εναγόμενων, στα έγγραφα στα οποία βασίστηκε για να διαμορφώσει την άποψη του και κατέθεσε ως Τεκμήριο 60, ιατρική έκθεση που ετοίμασε ο ίδιος. Υιοθέτησε τη βιβλιογραφία ως τα Τεκμήρια 29, 47 και 48. Πρόσθεσε ότι δεν μπορεί να εκφέρει άποψη για τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης και δεν είναι σε θέση να γνωρίζει τί λέχθηκε μεταξύ των διαδίκων. Επομένως, αναπόφευκτα προβαίνει σε υποθέσεις (“assumptions”) σχετικά με τα γεγονότα αυτά, ουσιαστικά όπου έκρινε απαραίτητο, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την επεξήγηση ρίσκων και επιπλοκών προς τον Ενάγοντα. Κατέθεσε τα ιατρικά του συμπεράσματα εν σχέσει με την επίδικη θεραπεία, απαντώντας στις επί μέρους θέσεις του ΜΕ2 και επεξηγώντας ότι τα όσα προέκυψαν αποτελούν συνήθεις επιπλοκές. Κατέθεσε ότι η επίδικη θεραπεία ορθά υιοθετήθηκε, ως θέμα αρχής (“in principle”). Αποδέχθηκε ότι η ιδανικότερη θεραπεία θα ήταν η τοποθέτηση εμφυτευμάτων, όπως και έγινε από τον ΜΕ2, αλλά σε περίπτωση που αυτή απορριπτόταν από τον ασθενή, τότε η θεραπεία με την τοποθέτηση γέφυρας επί αξόνων ήταν επίσης ενδεδειγμένη, η οποία για τους λόγους που επεξήγησε, διενεργήθηκε από τους Εναγόμενους επιμελώς και σύμφωνα με τη βιβλιογραφία, στην οποία παρέπεμψε. Δια ζώσης, κατά την κυρίως εξέταση του, υπό την ιδιότητα του ως Προέδρου του Οδοντιατρικού Συλλόγου κατέθεσε ως προς τις αναγνωρισμένες οδοντιατρικές ειδικότητες.

 

32. Αντεξεταζόμενος, αποδέχθηκε ότι αποτελεί υποχρέωση οδοντιάτρου η κατάρτιση πλάνου θεραπείας, διευκρινίζοντας εκ νέου ότι δεν διατηρεί προσωπική γνώση ως προς το τί λέχθηκε μεταξύ των διαδίκων. Όμως, κατέθεσε, δεν προκύπτει από τον Νόμο ότι η κατάρτιση γραπτού πλάνου θεραπείας και γραπτής συγκατάθεσης, αποτελεί προϋπόθεση. Δεν έχει υπόψιν του οποιαδήποτε καταγγελία εναντίον του ΜΥ1 είτε ως προς το ότι παρουσιαζόταν ή παρουσιάζεται ως ειδικός προσθετολόγος, είτε ότι δεν είχε άδεια ασκήσεως επαγγέλματος κατά τον χρόνο που διενήργησε την επίδικη θεραπεία. Σε υποβολή του κ. Ροτσίδη ότι η θεραπεία που υιοθετήθηκε ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία, κατέθεσε ότι τουλάχιστον δύο δόντια βρίσκονται ακόμη στο στόμα του Ενάγοντα. Σε κάθε περίπτωση ήταν μια επιλογή, ιδιαίτερα εάν υφίστατο οικονομική αδυναμία σε σχέση με την ιδανικότερη επιλογή, τοποθέτησης εμφυτευμάτων. Σε υποβολή του κ. Ροτσίδη ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Ενάγων είχε ρίζες και όχι μύλη, απάντησε ότι συμφωνεί ότι η μύλη του ήταν περιορισμένη. Ακολούθησε συζήτηση ως προς την δυνατότητα στήριξης μιας γέφυρας στις ρίζες που παρουσιάζονται στο στόμα του Ενάγοντα δυνάμει του Τεκμηρίου 13. Επίσης, ακολούθησε συζήτηση ως προς την κινητικότητα της γέφυρας, κατόπιν της μόνιμης συγκόλλησης, με τον ΜΥ3 να επαναλαμβάνει ουσιαστικά τη θέση του ότι πρόκειται για εξέλιξη που δεν είναι ασυνήθιστη.

 

33. Σε υποβολή του κ. Ροτσίδη ότι εν προκειμένω δεν υπήρχε αρκετό υλικό δοντιού ώστε να μπορεί να εφαρμοστεί μια γέφυρα, κατέθεσε ότι τοποθετήθηκαν άξονες για να αυξηθεί το κολόβωμα του δοντιού, που είναι το μέρος που φαίνεται απ’ έξω. Σημείωσε όμως ότι, εάν οι άξονες απεκολλούντο, είναι ένδειξη ότι ήταν κοντοί. Αν αποκολλείτο η γέφυρα, σημαίνει πως μπορεί να χρειαζόταν πιο ισχυρή κόλλα. Ακολούθησε συζήτηση ως προς την μέθοδο “Vertical Preparation” που κατά τη θέση του ΜΥ1 είχε χρησιμοποιηθεί από τον Εναγόμενο 1. Κατατέθηκε ως Τεκμήριο 61, πανοραμική ακτινογραφία ημερ. 20.2.2025, εν σχέσει με το ζήτημα του μήκους των αξόνων. Ερωτηθείς αναφορικά με τον χρόνο που χρειάζεται για να γίνουν επαναληπτικές απονευρώσεις, ανέφερε ότι για κάθε επανάληψη χρειάζεται από 25 μέχρι 45 λεπτά. Αναφέρθηκε στη διαδικασία απονεύρωσης και ακολούθησε συζήτηση ως προς την ακροριζεκτομή που διενήργησε ο Εναγόμενος 1 στο δόντι 12.

 

 

IV. ΚΟΙΝΩΣ ΑΠΟΔΕΚΤΑ Η ΜΗ ΑΜΦΙΣΒΗΤΟΥΜΕΝΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 

34. Από τη δικογραφία και την προσκομισθείσα ενώπιον μου μαρτυρία, προκύπτουν τα πιο κάτω ως κοινώς αποδεκτά ή μη αμφισβητούμενα γεγονότα και, συνεπώς, προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα, ως εξής:  

 

35. Ο Ενάγων, γεννηθείς στις 14.2.1971, το έτος 2014 αντιμετώπιζε πρόβλημα στην οδοντοστοιχία της άνω γνάθου του, στα μπροστινά του δόντια με αριθμούς 13 μέχρι 23.[2] Ο Εναγόμενος 1 εργαζόταν το έτος 2014 στην Εναγόμενη 2, ως οδοντίατρος. Στην εν λόγω κλινική λάμβανε μισθό. Ο Εναγόμενος 3 είναι ο πατέρας του Εναγόμενου 1, επίσης οδοντίατρος, διευθυντής και υπεύθυνος της Εναγόμενης 2.[3] Ο Εναγόμενος 1 ενεγράφη στο Μητρώο Οδοντιάτρων Κύπρου στις 31.3.2015. Προηγουμένως, δεν ήταν εγγεγραμμένος στο Μητρώο Οδοντιάτρων Κύπρου.

 

36. Ο Ενάγων επισκέφθηκε για πρώτη φορά την Εναγόμενη 2, στις 21.5.2014.[4] Δεν υπήρχε δόντι στη θέση 11. Τα δόντια του ήταν ήδη απονευρωμένα από προηγούμενη θεραπεία. Υπήρχε κύστη στα δόντια 12, 22 και κάτω από το δόντι 46. Υπήρχε πρόβλημα λανθασμένης σύγκλισης στα πίσω δόντια. Του τοποθετήθηκε γέφυρα περί το 2001 από άλλον οδοντίατρο. Κατά την εν λόγω πρώτη επίσκεψη, διενεργήθηκε ενδοστοματική εξέταση και λήφθηκε πανοραμική ακτινογραφία, ως την πρώτη φωτογραφία επί της Δέσμης Τεκμηρίων 4. Κατόπιν συζήτησης, ο Ενάγων συμφώνησε όπως τοποθετηθεί γέφυρα στα ως άνω έξι μπροστινά του δόντια, στις θέσεις δοντιών 11, 12, 13 και 21, 22 και 23, ως το θεραπευτικό μέτρο του προαναφερθέντος προβλήματος που αντιμετώπιζε. Δεν καταρτίστηκε γραπτό πλάνο θεραπείας. Αποτελεί επίδικο θέμα από ποιον λέχθηκε τί κατά την εν λόγω συνάντηση. Ο σκελετός της γέφυρας που θα κατασκευαζόταν ήταν από ζιρκόνι και ο σκοπός της ήταν να καλύψει τα έξι μπροστινά δόντια στις ως άνω θέσεις δοντιών και θα τοποθετείτο επί αξόνων, που επίσης θα κατασκευάζονταν για σκοπούς της θεραπείας. Συμφωνήθηκε ότι το κόστος για την προαναφερθείσα θεραπεία θα ανερχόταν στις €3.000 με το εξής χρονοδιάγραμμά αποπληρωμής: Με την καταβολή του ποσού των €1.000 με την ολοκλήρωση της θεραπείας και μηνιαίες δόσεις ύψους €500 μεταγενέστερα μέχρι την πλήρη εξόφληση του υπολοίπου.[5] Καταβλήθηκε από τον Ενάγοντα στην Εναγόμενη 2 το συνολικό ποσό των €1.500.

 

37. Η επίδικη θεραπεία ξεκίνησε στις 4.6.2014. Ειδικότερα, έγινε καθαρισμός και επαναληπτικές απονευρώσεις στα δόντια 13 μέχρι 23. Σκοπός των απονευρώσεων ήταν να δεχτούν τους άξονες επί των οποίων θα τοποθετείτο η γέφυρα. Ακολούθησαν και άλλες επισκέψεις. Λήφθηκε εκ νέου πανοραμική ακτινογραφία, ως η δεύτερη σελίδα της Δέσμης Τεκμηρίων 4. Το Τεκμήριο 13 αποτελεί φωτογραφία από το στόμα του Ενάγοντος, πριν από την τοποθέτηση αξόνων. Το Τεκμήριο 14, απεικονίζει το στόμα του Ενάγοντος αμέσως μετά με την τοποθέτηση αξόνων. Το Τεκμήριο 15 απεικονίζει το στόμα του Ενάγοντος με την προσωρινή συγκόλληση της γέφυρας στις 8.9.2014.[6]

 

38. Στις 25.6.2014, έγινε χειρουργική εξαγωγή κύστης και ακροριζεκτομή στο δόντι 12. Στα πλαίσια αυτά, ο Εναγόμενος 1 απέκοψε μέρος της ρίζας του δοντιού 12.[7] Ακροριζεκτομή είναι μια οδοντιατρική διαδικασία που πραγματοποιείται όταν μια απονεύρωση (ενδοδοντική θεραπεία) δεν έχει επιτύχει πλήρως και η φλεγμονή ή η μόλυνση επιμένει στην άκρη της ρίζας του δοντιού. Κατά τη διάρκεια της ακροριζεκτομής, αφαιρείται το μολυσμένο άκρο της ρίζας και τους γύρω κυστικούς ιστούς, προκειμένου να διατηρηθεί το δόντι στο στόμα και να αποφευχθεί η εξαγωγή του. Τις πιο πολλές φορές γίνεται όταν δεν υπάρχει πρόσβαση για επανάληψη μιας αποτυχημένης απονεύρωσης. Συγκεκριμένα, ανοίγεται ένα μικρό παράθυρο στο ούλος όπως και στο κόκαλο από κάτω για να μπορούν να δουν πλέον το άκρο της ρίζας και την κύστη, τα οποία πρέπει να αφαιρεθούν και τα οποία όταν αφαιρεθούν, σφραγίζεται ο ριζικός σωλήνας ανάστροφα (από πάνω προς τα κάτω) με βιοσυμβατό υλικό και ύστερα κλείνεται και γίνεται ραφή. Ο λόγος που διενεργήθηκε ακροριζεκτομή επί του δοντιού 12 στις 25.6.2014, ήταν η προϋπάρχουσα μόλυνση στο δόντι αυτό, η οποία παρέμεινε ακόμη και μετά την επαναληπτική απονεύρωση που διενήργησε ο Εναγόμενος 1. Σκοπός ήταν να αφαιρεθεί η εν λόγω μόλυνση, προτού τοποθετηθεί η γέφυρα και επί του άξονα που είχε εν τω μεταξύ επίσης τοποθετηθεί στο δόντι 12. Πρόσθετα, στις 30.6.2014, έγινε χειρουργική εξαγωγή του δοντιού 22 μαζί με την ακροριζική κύστη.

 

39. Τον Ιούλιο του έτους 2015, ο Εναγόμενος 1 αποχώρησε από την Εναγόμενη 2 και άνοιξε δική του κλινική, όπου γίνονταν οι επόμενες επισκέψεις από τον Ενάγοντα για έλεγχο και παρακολούθηση. Ουδέποτε ο Εναγόμενος 1 μέσω  της νέας κλινικής του εξέδωσε οποιοδήποτε τιμολόγιο στον Ενάγοντα. Η τελευταία φορά που ο Ενάγων συναντήθηκε με τον Εναγόμενο 1 ήταν στην δική  του κλινική, στις 17.2.2016 οπότε και διέκοψαν τη συνεργασία τους. Ο Ενάγων και ο Εναγόμενος 1 αντάλλαξαν γραπτά τηλεφωνικά μηνύματα, σύμφωνα με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3. Στις 19.2.2016 ζήτησε γραπτώς ιατρική έκθεση από τον Εναγόμενο 1, αναφορικά με την θεραπεία που τον υπέβαλε, με κοινοποίηση στην Εναγόμενη 2. Η εν λόγω επιστολή του Ενάγοντα αποτελείται από το Τεκμήριο 5. Με επιστολή ημερ. 22.2.2016, η οποία αποτελείται από το Τεκμήριο 46, ο Εναγόμενος απάντησε στον Ενάγοντα και παρέθεσε τις θέσεις του ως προς τις εργασίες που έλαβαν χώρα. Στις 24.2.2016 ο Ενάγων επισκέφθηκε τον Εναγόμενο 3, στην Εναγόμενη 2 κλινική για εξέταση. Στις 29.3.2016, ο Ενάγων απέστειλε στους Εναγόμενους 2 και 3 επιστολή ως το Τεκμήριο 6, δια της οποίας, μεταξύ άλλων, ζητούσε τις θέσεις τους ως προς τη θεραπεία που είχε υποβληθεί. Το έτος 2017, ο Εναγόμενος 1 διώχθηκε ποινικά για την άσκηση οδοντιατρικής χωρίς να είναι επίσημα εγγεγραμμένος στο Μητρώο Οδοντιάτρων Κύπρου, ως το Τεκμήριο 16. Στην κατηγορία αυτή παραδέχθηκε και του επιβλήθηκε πρόστιμο ύψους €2000, με αναστολή 2 ετών.

 

 

V.  ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ

 

(α) Γενικές Παρατηρήσεις

 

Ο Ενάγων (ΜΕ1)

 

40. Ο Ενάγων άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του ως προς την εξέλιξη των γεγονότων από την έναρξη μέχρι και τη λήξη της εκτέλεσης της επίδικης θεραπείας, καθώς και τη μετέπειτα θεραπεία του από τον ΜΕ2. Οι λεπτομερείς του θέσεις στηρίζονται και στην ενώπιον μου έγγραφη μαρτυρία όπως είναι, για παράδειγμα, το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3. Στηρίζεται και στην αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΕ2, ως θα επεξηγηθεί και στη συνέχεια. Από το εδώλιο του μάρτυρα κατέθεσε με αφοπλιστική απλότητα και άνευ ίχνους επιτήδευσης. Κατά την εξιστόρηση των πόνων και της ταλαιπωρίας του, κατέθετε με τέτοιο αυθορμητισμό και αναστάτωση ως εύλογα αναμένεται από πρόσωπο που γνησίως υπέστη μια τέτοια παρατεταμένη ταλαιπωρία που περιέγραψε. Ο πόνος και η ταλαιπωρία που περιέγραψε, βρίσκουν έρεισμα και στα ιατρικά ευρήματα και συμπεράσματα του θεράποντος ιατρού του ΜΕ2, στην έκταση που αυτά υιοθετούνται από το Δικαστήριο, ως θα επεξηγηθεί στη συνέχεια. Των πιο πάνω δοθέντων αλλά και για τους λόγους που καταγράφονται στη συνέχεια, ο ΜΕ1 κρίνεται ως μάρτυρας αλήθειας και αποδέχομαι τη μαρτυρία του εκτός στην έκταση που καταγράφεται αμέσως πιο κάτω (βλ. παρ. 41 πιο κάτω) και για τους λόγους που αναπτύσσονται στα πλαίσια των επί μέρους θέσεων των μερών.

 

41. Ως προανέφερα, υπάρχουν πτυχές από τη μαρτυρία του ΜΕ1, τις οποίες το Δικαστήριο δεν δύναται να αποδεχθεί. Πρώτον, ο ΜΕ1 εξέφρασε κατ’ επανάληψη γνώμη ως προς τα ιατρικά θέματα. Για παράδειγμα, αναφέρθηκε στο ότι οι απονευρώσεις έγιναν σε πολύ λίγο χρόνο,[8] ότι οι άξονες κολλήθηκαν με λάθος υλικό,[9] ότι κατά την ακροριζεκτομή του δοντιού 12 ο Εναγόμενος 1 απέκοψε μεγαλύτερο κομμάτι από τη ρίζα του δοντιού του λόγω αμέλειας, καθώς και τον άξονα που είχε ήδη τοποθετήσει στο συγκεκριμένο δόντι.[10] Ως ο ίδιος κατέθεσε δεν είναι ιατρός. Πρόκειται σαφώς για μη αποδεκτή μαρτυρία γνώμης (βλ. σύγγραμμα Ηλιάδη & Σάντυ, «το Δίκαιο της Απόδειξης», Β’ Έκδοση, σελ. 573) Κατά συνέπεια, δεν δύναμαι να λάβω υπόψη τις σχετικές αναφορές του. Δεύτερον, η θέση του ότι ο Εναγόμενος 1 του ανέφερε ότι θα είχε τρία χρόνια εγγύηση για την επίδικη θεραπεία εκφεύγει της δικογραφίας.[11] Συνεπώς, οι εν λόγω αναφορές του δεν δύνανται να ληφθούν και δεν λαμβάνονται υπόψη (Παπαγεωργίου v. Κλάππα (1991) 1 Α.Α.Δ. 24, Βαριανού ν. Βορκά (2010) 1 ΑΑΔ 1541 και Mega Print Colours by Rolandos Ltd Πολ. Έφ. 267/2016, 18.2.2025).

 

42. Αποτέλεσε τη θέση των συνηγόρων των Εναγόμενων ότι η έκταση των αναφορών του Ενάγοντος σε ιατρικά θέματα αποτελεί από μόνη της απόδειξη της αναξιοπιστίας και παραφροσύνης του Ενάγοντος. Δεν με βρίσκει σύμφωνη η εν λόγω εισήγηση. Είναι εύλογα αναμενόμενο ότι όταν πρόσωπο γνησίως υποφέρει από σοβαρό πρόβλημα υγείας, ως αυτό που περιέγραψε ο Ενάγων, από το οποίο ταλαιπωρείται για παρατεταμένο χρονικό διάστημα, θα προβεί σε δική του έρευνα με σκοπό την καλύτερη κατανόηση των αιτιών, με απώτερο σκοπό την εξεύρεση μηχανισμού οριστικής επίλυσής του. Το γεγονός ότι διατηρεί και την προσωπική του άποψη για το τι ιατρικά του συμβαίνει, δεν τον καθιστά ούτε αναξιόπιστο, ούτε παράφρων. Ούτε και έχει την ελάχιστη σημασία κατά πόσο η δική του αντίληψη είναι ιατρικά ορθή ή λανθασμένη, ή, ακόμη και συγκεχυμένη, εφόσον το ζήτημα αποτελεί αντικείμενο εμπειρογνωμοσύνης.

 

 

Ο Εναγόμενος 1 (ΜΥ1)

 

43. Ο ΜΥ1 δεν άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του έβριθε γενικολογιών, ασαφειών, ασυνεπειών, αντιφάσεων και μεταβολών. Απέφευγε να απαντά στα εύλογα ερωτήματα που του τίθοντο κατά την αντεξέταση του, καταφεύγοντας συχνά σε θέσεις που δεν παρουσίαζαν συνέπεια, ειρμό και συνοχή, τόσο ως ζήτημα λογικής όσο και στη βάση πρότερων του θέσεων. Κατέφευγε σε μη σχετικά θέματα είτε με την ερώτηση που του τίθετο, είτε με την ίδια την υπόθεση, τάση που ανέδειξε και συχνή προσπάθεια αποπροσανατολισμού. Κατέφευγε και σε μη δικογραφημένα πεδία, όπως το ότι τα όσα προκλήθηκαν στο στόμα του Ενάγοντος ήταν λόγω βρουξισμού που αντιμετώπιζε.

 

44. Πρόσθετα, η μαρτυρία του περιείχε θέσεις και ισχυρισμούς, που δεν στηρίζονται στα ενώπιον μου στοιχεία και εκφεύγουν των ορίων της λογικής. Παραδείγματα είναι η θέση του ότι ο Ενάγων δεν του παραπονέθηκε, παρά τα όσα καταγράφονται στο Τεκμήριο 3, ή ότι εναπόκειτο στον ασθενή αποφασίσει τη μέθοδο θεραπείας (όπως τροχίσματα) ή ότι η επίδικη θεραπεία πέτυχε, παρά το ότι, ως απεδέχθη, ο ίδιος πρότεινε στον Ενάγοντα να του αντικαταστήσει τη γέφυρα λόγω της κατάστασης στην οποία ο ίδιος την επέφερε, λόγω των συνεχών τροχισμάτων. Τα σημεία αυτά εξετάζονται πιο κάτω. Σημειώνω ότι δεν δύναμαι να αποδώσω βαρύτητα στις ιατρικές του απόψεις ως προς τα όσα έχουν λάβει χώρα κατά την εξέλιξη της θεραπείας, ενόψει του δεν κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας, και ορθά, εφόσον είναι ο ίδιος που εναγάγεται για την επίδικη θεραπεία. 

 

45. Υπό το φως όλων των πιο πάνω αλλά και των όσων καταγράφονται στη συνέχεια εν σχέσει με τις επί μέρους θέσεις των μαρτύρων, δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του Εναγόμενου 1, εκτός μόνο κατά την έκταση που αυτή συνάδει με τη μαρτυρία του Ενάγοντος και την ενώπιον μου αποδεκτή ιατρική μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων ΜΕ2 και ΜΥ3, σύμφωνα με τα όσα καταγράφονται στις παρ. 124 - 221 πιο κάτω. 

 

 

Μαρτυρία ΜΥ2

 

46. Η μαρτυρία της ΜΥ2 περιορίστηκε σε μόνο ένα περιστατικό στο γραφείο του Εναγόμενου 1 στη νέα του κλινική, στις 17.2.2016. Ως η ίδια αποδέχθηκε κατά την αντεξέταση της, η όποια νομική ή οικονομική επίπτωση στον σύζυγο της επηρεάζει και την ίδια, αποδεχόμενη ότι έχουν μαζί δύο μικρά παιδιά. Είναι υπό αυτό το πρίσμα που προσεγγίζω τη μαρτυρία της. Η όλη μαρτυρία της σε σχέση με το εν λόγω περιστατικό είναι εμποτισμένη με το στοιχείο της υπερβολής. Για τους λόγους που καταγράφονται στη συνέχεια, αποδέχομαι τη μαρτυρία της μόνο στην έκταση που συνάδει με τις θέσεις του Ενάγοντος, ως προς το εν λόγω περιστατικό. Κατά τα λοιπά, δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία της.

 

 

Μαρτυρία εμπειρογνώμων ΜΕ2 και ΜΥ3

 

47. Εξετάζοντας τη μαρτυρία των ΜΕ2 και ΜΥ3 και έχοντας κατά νου την πείρα και τα προσόντα τους, σύμφωνα με τα όσα κατέθεσαν και τα οποία δεν αποτέλεσαν αντικείμενο αμφισβήτησης, διαπιστώνεται ότι είναι εμπειρογνώμονες, οδοντίατροι. Οι εν λόγω μάρτυρες κατέθεσαν εντός της σφαίρας της εμπειρογνωμοσύνης τους, η οποία ήταν αναγκαία για σκοπούς επίλυσης των επίδικων θεμάτων. Ως προς την ουσία των θέσεων τους, τονίζω ότι το Δικαστήριο προσεγγίζει τη μαρτυρία τους έχοντας κατά νου τις σχετικές αρχές αξιολόγησης μαρτύρων ως έχουν πρόσφατα συνοψιστεί, με αναφορά σε σχετικές αυθεντίες, στις αποφάσεις του Εφετείου Robert Keith Stark κ.ά. ν. David Marsland κ.ά. Πολ. Έφ. 233/19, 6.5.2025 και Zilha Ozay Oguz v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Γενικού Εισαγγελέα κ.ά. Πολ. Εφ. 271/18, 15.3.24. Εκεί, μεταξύ άλλων, επαναλήφθηκε η πάγια νομολογιακή αρχή ότι θα πρέπει πρώτα το Δικαστήριο να πεισθεί ότι ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στον τομέα που καταθέτει και στη συνέχεια να εξετάσει εάν με τη μαρτυρία του, έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια έτσι ώστε να το καταστήσει ικανό να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του, προκειμένου να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με μαρτυρία (βλ. επίσης σύγγραμμα Ηλιάδη & Σάντη, «Το Δίκαιο της Απόδειξης», Β' Έκδοση, Λευκωσία, Hippasus Publishing, 2016, στις σελ. 580 - 582). Σημειώνεται επίσης ότι η εκτίμηση της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα από το Δικαστήριο δεν διαφέρει από την αντιμετώπιση άλλων μαρτύρων (Ανδρούλλα Κώστα Βασιλείου ν. Πέτρου Κώστα Πέτρου Πολ. Εφ. 106/15, 19.3.2025). Μόνο που η συμπεριφορά του εμπειρογνώμονα στο εδώλιο του μάρτυρα δεν έχει τόση σπουδαιότητα για τη διαπίστωση της αξιοπιστίας της. Έχω επίσης κατά νου τα όσα αναφέρθηκαν στην πρόσφατη απόφαση ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ ΙΩΑΝΝΟΥ v. YIANGOS I SOCRATOUS & SONS LTD, Πολ. Έφ. Αρ.149/2015, 3.2.2023, ως εξής (η έμφαση είναι του Δικαστηρίου):

«Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων, δεν δεσμεύει το Δικαστήριο, ούτε υποκαθιστά το έργο του, παρά μόνο το βοηθά - με την παράθεση των σχετικών επιστημονικών κριτηρίων - να καταλήξει στα δικά του, ανεξάρτητα συμπεράσματα, ενώ παράλληλα η σοβαρότητα και η υπευθυνότητα με την οποία οι ως άνω μάρτυρες που κατέθεσαν ως πραγματογνώμονες προσέγγισαν το έργο τους, αποτελεί επίσης σημαντικό στοιχείο αξιολόγησης τους (βλ. Μιτσιγιώργη και άλλος ν Αδελφών Γαλάζη (Ομόρρυθμης Εταιρείας) (1997) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1811). Εν πάση περιπτώσει το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να υιοθετήσει τις απόψεις ενός εμπειρογνώμονα έστω και αν αυτός δεν έχει αντεξεταστεί.  Μπορεί δε να υιοθετήσει τη θέση ενός εμπειρογνώμονα είτε εν όλω, είτε εν μέρει, είτε καθόλου, ανάλογα με τα ευρήματα του και την αξιολόγηση της μαρτυρίας, (βλ. Vasilikos Cements Works ν. Stavrou (1978) 1 C.L.R. 389 και Νικολάου ν. Σταύρου (1992) 1(B) Α.Α.Δ. 746). Όπως άλλωστε υποδεικνύεται στο σύγγραμμα Phipson on Evidence, 13η έκδοση, παρ. 27-35, πλανάται ακόμα και σήμερα η υποψία ότι οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες πιθανόν να διάκεινται ευνοϊκά υπέρ του διαδίκου που τους καλεί να μαρτυρήσουν (βλ. Αναστασιάδης ν. Δημοκρατίας (1977) 2 C.L.R. 97 και Φιλίππου ν. Οδυσσέως (1989) 1 C.L.R. 1)».

 

48. Έχω κατά νου ότι ο ΜΕ2 είναι ο θεράπων ιατρός του Ενάγοντος και προσεγγίζω τη μαρτυρία του με την ανάλογη περίσκεψη. Όμως, δεν προκύπτει εκ προοιμίου έλλειψη ανεξαρτησίας του από το στοιχείο αυτό. Ως αναφέρθηκε στην υπόθεση Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ν. Χ.Γ. Πολ. Εφ. 152/15, 23.5.2024, «ο ιατρός που περιθάλπει ένα ασθενή κατά κανόνα βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση για να μαρτυρήσει για την κατάσταση του.  Και εφόσον κριθεί ως αξιόπιστος η μαρτυρία του είναι υψίστης σημασίας για το δικαστήριο.» Ο ΜΕ2, παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του με τα συμπεράσματα του στην μέγιστη τους έκταση να στηρίζονται στα κλινικά και ακτινολογικά του ευρήματα, τα οποία επεξήγησε με πλήρη λεπτομέρεια, επαγγελματισμό και πλήρη κατανόηση έναντι της ιδιότητας και του έργου του ως μάρτυρος ενώπιον του Δικαστηρίου. Κρίνεται αξιόπιστος με τη μαρτυρία του να είναι ύψιστης σημασίας για το Δικαστήριο (Χ.Γ., ανωτέρω).

 

49. Αποτέλεσε τη θέση της πλευράς των Εναγόμενων ότι ο ΜΕ2 επιχείρησε να τοποθετηθεί επί γεγονότων για τα οποία δεν διατηρεί προσωπική γνώση, στοιχείο που κατέδειξε την μεροληψία του κατά την προσκόμιση της μαρτυρίας του. Σε ό,τι αφορά τη γνώση του περί γεγονότων, επεξήγησε ο ΜΕ2 ότι γνώση αντλεί από τα όσα του είχε αναφέρει ο Ενάγων και από τα όσα έχει διαβάσει από το Τεκμήριο 3. Δεν προκύπτει ο,τιδήποτε μεμπτό από την ανάγνωση του Τεκμηρίου 3, ούτε από το γεγονός ότι πληροφορήθηκε από τον Ενάγοντα γεγονότα τα οποία προωθεί και στην παρούσα αγωγή. Αντιθέτως, η προσπάθεια του ΜΕ2 να αντιληφθεί το τί έλαβε χώρα, είναι πλήρως κατανοητή και αναπόφευκτη εφόσον ήταν και ο θεράπων ιατρός του ΜΕ2, ο οποίος κατάρτισε πλάνο θεραπείας, το εκτέλεσε και απάλλαξε τον Ενάγοντα από όλα τα προβλήματα που αντιμετώπιζε στο στόμα του.

 

50. Αποτέλεσε ακόμη τη θέση των ευπαίδευτων συνηγόρων των Εναγόμενων ότι ο ΜΕ2 εντελώς παράλογα δεν αποδέχθηκε τη θέση ότι μια οποιαδήποτε θεραπεία ενέχει ρίσκα και ότι οφείλει ο οδοντίατρος να μην εφαρμόσει θεραπεία που το ζητά ασθενής του, στοιχείο που αναδεικνύει την μεροληψία του. Αυτό το οποίο ο ΜΕ2 ανέφερε κατ’ ουσία είναι ότι η επιλογή θεραπείας με την τοποθέτηση γέφυρας ήταν ανέφικτο να εκτελεστεί επιτυχώς και για τον λόγο αυτόν δεν θα έπρεπε να είχε προταθεί στον Εναγόμενο 1, για τους λόγους που επεξήγησε. Για τους λόγους που επεξηγούνται πιο κάτω, η θέση αυτή είναι αποδεκτή και απολύτως εύλογη. Κατ’ επέκταση ουδεμία μεροληψία προκύπτει.

 

51. Ο ΜΥ3 ειλικρινώς κατέθεσε ότι τα συμπεράσματα του στηρίζονται επί της υπόθεσης ότι επεξηγήθηκαν πλήρως οι κίνδυνοι στον Ενάγοντα της επίδικης θεραπείας. Για τους λόγους όμως που επεξηγούνται στη συνέχεια, η θέση αυτή του Εναγόμενου 1 δεν γίνεται αποδεκτή. Αυτό από μόνο του καταρρίπτει το μέγιστο των συμπερασμάτων του, ε εφόσον βασίστηκαν σε αυτή την υπόθεση. Περαιτέρω, οι θέσεις του παρέμειναν σε θεωρητικό επίπεδο χωρίς επαρκή διασύνδεση με την κατάσταση που επικρατούσε στο στόμα του Ενάγοντος, ως επεξηγείται στη συνέχεια στη σχετική ενότητα πιο κάτω.

 

52. Στρέφομαι στις επί μέρους θέσεις των μαρτύρων.

 

 

(β) Αξιολόγηση θέσεων ως προς την πρώτη επίσκεψη του Ενάγοντος στην Εναγόμενη 2 στις 21.5.2014

 

53. Η θέση του Εναγόμενου 1 ότι κατά την πρώτη επίσκεψη του Ενάγοντος, τον πληροφόρησε για το γεγονός ότι δεν ήταν εγγεγραμμένος οδοντίατρος στο σχετικό μητρώο της Κυπριακής Δημοκρατίας και για το ότι εκκρεμούσε η εγγραφή του στο σχετικό μητρώο κατόπιν σχετικών εξετάσεων, αντικρούεται της σχετικής δικογραφημένης θέσης του. Ειδικότερα, στην παρ. 4(iv) της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησής του, ισχυρίζεται ότι ανέφερε στον Ενάγοντα ότι, «έχει προσκομίσει όλα τα απαραίτητα έγγραφα και αναμένει την εγγραφή του και επίσημα». Επομένως, με βάση τη δικογραφημένη του θέση, η ενημέρωση που παραχώρησε προς τον Ενάγοντα, ήταν περί της βέβαιης εγγραφής του, αναδεικνύοντας μια τυπικής φύσεως διαδικασία. Καμία αναφορά γίνεται στο ότι εκκρεμούσαν εξετάσεις για αναγνώριση του πτυχίου του, που έλαβε από πανεπιστήμιο στη Μόσχα. Συναφώς, η θέση αυτή, ως εκπίπτουσα της δικογραφίας, δεν δύναται να ληφθεί υπόψιν (βλ. αυθεντίες παρ. 41 πιο πάνω).

 

54. Για σκοπούς πληρότητας σημειώνω ότι η ως άνω θέση του δεν κρίνεται πειστική. Εν πρώτοις, αποδυναμώνεται από το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 1, ως ο ίδιος αποδέχθηκε,[12] τον Μάιο του 2014, παραχώρησε στον Ενάγοντα την επαγγελματική κάρτα όπου παρουσιάζεται ως οδοντίατρος – προσθετολόγος στην Εναγόμενη 2 κλινική. Η εν λόγω επαγγελματική κάρτα, ως κατέθεσε ο Ενάγων και δεν αμφισβητήθηκε, αποτελείται από το Τεκμήριο 2. Από εκεί πράγματι προκύπτει ότι ο Εναγόμενος 1 παρουσιάζεται ως «Οδοντίατρος» και, μάλιστα, «Προσθετολόγος», στην Εναγόμενη 2 κλινική, της οποίας τα στοιχεία επίσης καταγράφονται. Δεν συγκεράζεται το γεγονός αυτό, με τη θέση ότι ο Εναγόμενος 1 επεξήγησε ότι δεν είναι εγγεγραμμένος οδοντίατρος και, μάλιστα, ότι, εκκρεμούσε και η επιτυχία του σε συγκεκριμένες εξετάσεις αναγνώρισης του πτυχίου του.

 

55. Ο Εναγόμενος 1 κατά την αντεξέταση του επί του σημείου πρόβαλε θέσεις που στερούνται ειρμού, συνοχής και πειστικότητας. Ειδικότερα, σε αντίθεση με την ως άνω θέση του, κατέθεσε ότι: «Δεν είπα ότι του το είπα από την αρχή. Ήταν πάνω στη συζήτηση. Δεν έκατσε ο Απόστολος πάνω στην καρέκλα και η πρώτη μας κουβέντα ήταν ‘καλημέρα Απόστολε, δεν έχω άδεια, δεν είμαι γραμμένος στον σύλλογο’. Δεν του έχω πει ότι δεν ήμουν γραμμένος στο σύλλογο». Παρόλα αυτά συνέχισε ότι ο Ενάγων «ήξερε» ότι δεν ήταν εγγεγραμμένος στο σύλλογο, χωρίς να τοποθετείται περαιτέρω, αλλά περιορίστηκε, καταλήγοντας, υπεκφεύγοντας, ότι δεν έχει να κρύψει κάτι εφόσον καταδικάστηκε για το θέμα αυτό.[13] Σε υποβολή δε του κ. Ροτσίδη ότι τον παραπλάνησε παραχωρώντας του την επαγγελματική του κάρτα ενώ κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν είχε περάσει τα μαθήματα που ζήτησε το ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ, κατέθεσε ότι εφόσον είχε ειδικότητα δεν τον παραπλάνησε, χωρίς να προβάλλει διαφωνία ως προς το ουσιώδες, ήτοι, ως προς το κατά πόσο επισήμανε ότι δεν ήταν εγγεγραμμένος οδοντίατρος, σύμφωνα με την πρωταρχική και δικογραφημένη του θέση.

 

56. Κατόπιν εκτενούς αντεξέτασης επί του σημείου, επιχείρησε να αποστασιοποιήσει τον εαυτό του από την εν λόγω θεραπεία, προβάλλοντας αόριστα ότι ο Ενάγων «ήταν ενήμερος για ό,τι του έγινε από τον κ. Βίκτωρ Γακοπυμπιβ».[14] Η προσπάθεια του αυτή αντίκεται πλήρως στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 46, όπου εκεί αναφέρει ότι είναι ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 που προέβη στην επίδικη θεραπεία, παρά τους δισταγμούς του Εναγόμενου 3. Αντίκειται ακόμη και στη δική του εκδοχή είναι ο ίδιος που «υλοποίησε» τη θεραπεία, υπό την επίβλεψη και εμπλοκή του Εναγόμενου 3.[15] Αντίκειται και σε μεταγενέστερη δήλωση του, ότι θεωρεί ότι ο Ενάγων «ήταν τυχερός που ήρθε κοντά μου τζιαι έκαμα του τη θεραπεία.»[16] Υπό το φως των πιο πάνω δεν αποδέχομαι τη θέση του περί σχετικής πρότερης ενημέρωσης του Ενάγοντος. Αντιθέτως, η προβολή μιας τέτοιας θέσης υπό τις ως άνω συνθήκες, αποτελεί στοιχείο που πλήττει την ευρύτερη αξιοπιστία του ως μάρτυρος.

 

57. Πρόσθετα, η εκδοχή του Εναγόμενου 1 ως προς το τί λέχθηκε και από ποιον στερείται ειρμού και συνοχής. Για παράδειγμα, αφού ο Εναγόμενος 1 κατέθεσε ότι η χρήση υφιστάμενων ριζών για κατασκευή και τοποθέτηση γέφυρας ελλόχευε «αρκετό ρίσκο και κίνδυνο»,[17] ότι η επίδικη θεραπεία ενείχε σοβαρούς κινδύνους, όσο ικανά η επιμελώς και εάν εκτελείτο η θεραπεία,[18] ότι η επιτυχία της θεραπείας ήταν «αμφίβολη»,[19] ότι είναι μάλιστα λόγω των ρίσκων αυτών που δεν δόθηκε εγγύηση[20] και τέθηκε χρονικός ορίζοντας λήξης της,[21] κατά την αντεξέταση του, σε υποβολή του κ. Ροτσίδη ότι εάν θεωρούσε ότι το πλάνο θεραπείας με γέφυρα ήταν επικίνδυνο όφειλε να μην προχωρήσει στη θεραπεία αυτή, απάντησε ότι δεν θεωρούσε ότι ήταν επικίνδυνο το πλάνο.[22]

 

58. Στερείται όμως και πειστικότητας. Για παράδειγμα, η κατ’ ισχυρισμό επεξήγηση όλων των κινδύνων και πιθανών επιπλοκών της επίδικης θεραπείας, δεν στηρίζεται σε κανένα άλλο στοιχείο. Ειδικότερα, ο Εναγόμενος 3, χωρίς οποιαδήποτε επεξήγηση, δεν κλήθηκε να καταθέσει. Τούτο παρά το ότι ο Εναγόμενος 1 πρόταξε ότι είναι ο ίδιος ο Εναγόμενος 3 που κατάρτησε το πλάνο θεραπείας, ενημέρωσε σθεναρώς τον Ενάγοντα για τους κινδύνους και τις επιπλοκές και επέβλεπε την εκτέλεση της θεραπείας. Επίσης, σε κανένα σημείο αναδεικνύεται οποιαδήποτε αναφορά σε αυξημένους κινδύνους της «αμφίβολης» αυτής θεραπείας, στα πλαίσια των τηλεφωνικών μηνυμάτων μεταξύ του Ενάγοντος και του Εναγόμενου 1 που καταλαμβάνουν περίοδο δύο ετών (Τεκμήριο 3). Σε κανένα σημείο προκύπτει να εκφράζει ο Ενάγων οποιαδήποτε σχετική ανησυχία, πριν από την έναρξη της θεραπείας. Περιορίζεται στο να εκφράσει ανησυχία μόνο ως προς το κόστος της (βλ. σελ. 1 του Τεκμηρίου 3). Αλλά ούτε και κατόπιν γίνεται λόγος για την υλοποίηση των κινδύνων αυτών, για τους οποίους είχε ενημερωθεί ο Ενάγων, σύμφωνα με τη θέση του. Εύλογα θα αναμενόταν να γίνει μνεία στους κινδύνους αυτούς, έστω σε κάποιο χρονικό σημείο στα πλαίσια του Τεκμηρίου 3, ενόψει της σοβαρότητας τους (σύμφωνα με τα όσα περιέγραψε ο Εναγόμενος 1), του ότι η επιτυχής εφαρμογή της ήταν «αμφίβολη», ως χαρακτηριστικά κατέθεσε ο ίδιος ο Εναγόμενος 1, αλλά και την ίδια την εξέλιξη της επίδικης θεραπείας.

 

59. Η πειστικότητα της εκδοχής του Εναγόμενου 1 ως προς την ενημέρωση κινδύνων αποδυναμώνεται περαιτέρω και από το εξής: Ως είναι κοινώς αποδεκτό, στο δόντι 46 εντοπίστηκε από τον Εναγόμενο 1 μια μεγάλη κύστη, που δεν αφαιρέθηκε από τον ίδιο αλλά από τον ΜΕ2, μετέπειτα. Ο ΜΕ2 επεξήγησε με μεγάλη λεπτομέρεια τους κινδύνους που παρουσίαζε η εν λόγω κύστη, η οποία αυξανόταν σε μέγεθος και μπορούσε ακόμη και να προκαλέσει παραισθητικά προβλήματα στα κάτω χείλη, αφού ήταν πολύ κοντά στο νεύρο που οδηγεί στα κάτω χείλη δεξιά, θέσεις που δεν αμφισβητήθηκαν. Η κύστη αυτή οδήγησε στην ανάγκη αφαίρεσης των δοντιών 46 και 47 από τον ίδιο. Ο ίδιος ο ΜΥ1 ανέφερε ότι οι κύστες «μεγαλώνουν εις βάρος του οστού και μεγαλώνοντας επεκτείνονται και σε γειτονικά ανατομικά μόρια όπως το ιγμόρειο, προκαλώντας μολύνσεις και αποστήματα.»[23] Δεν είναι πειστική η θέση ότι μια κύστη η οποία εγκυμονεί τόσο σοβαρούς κινδύνους για την όλη υγεία του ασθενούς, απορρίπτεται για το κόστος, το οποίο ούτε και αναφέρθηκε από τον Εναγόμενο 1, σε σχέση με την κύστη αυτή. Ποιο ήταν το δυσβάστακτο για τον Ενάγοντα κόστος αφαίρεσης μίας κύστης, ώστε να συναινέσει με πλήρη γνώση στους τόσους κινδύνους οι οποίοι του είχαν, κατ’ ισχυρισμό επεξηγηθεί;

 

60. Αναλογιζόμενη το σύνολο της μαρτυρίας του Εναγόμενου 1, το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3, αλλά και τα όσα έχουν ακολουθήσει στα πλαίσια εκτέλεσης της θεραπείας, αναφορά στα οποία θα γίνει πιο κάτω, η εικόνα που ευλόγως αναδεικνύεται, είναι ότι ο Εναγόμενος 1 ουδόλως είχε εκτιμήσει την πραγματική έκταση των κινδύνων της επίδικης θεραπείας. Εξ ου και η αυθόρμητη στάση του κατά την αντεξέταση του, σε πλήρη μεταβολή των όσων επιμελώς κατέγραψε στη γραπτή του δήλωση, ότι δεν θεωρούσε τη θεραπεία επικίνδυνη (βλ. παρ. 57 πιο πάνω).

 

61. Ακόμη, οι θέσεις του Εναγόμενου 1 ως προς την ενημέρωση και τη φερόμενη εμπλοκή του Εναγόμενου 3, αφ’ ενός, δεν επιβεβαιώθηκαν από τον Εναγόμενο 3 και, αφ’ ετέρου, είναι εμποτιζόμενες σε πολλά σημεία τους με γενικότητα. Ειδικότερα, ενώ αναφέρει ότι ο Ενάγων ενημερώθηκε για το ότι η θεραπεία μπορεί να μην πετύχει και ότι πιθανόν να χρειάζονταν εμφυτεύματα στο μέλλον, εντούτοις, δεν γίνεται αναφορά στις συνέπειες της αποτυχίας της θεραπείας της τοποθέτησης της γέφυρας. Για παράδειγμα, δεν εντοπίζεται αναφορά στο ποιες θα μπορούσαν να είναι οι συνέπειες της τοποθέτησης γέφυρας σε προϋπάρχον πρόβλημα σύγκλισης το οποίο δεν θα διορθωνόταν.[24] Ειδικότερα, δεν επεξηγήθηκε κατά πόσο ο Ενάγων ενημερώθηκε ότι η προσθετική εργασία τοποθέτησης γέφυρας επί προϋπάρχοντος προβλήματος σύγκλισης, θα μπορούσε να τον οδηγήσει να υποφέρει από πόνους, πονοκεφάλους και ένταση στο μασητικό του σύστημα, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να βρίσκει ηρεμία ή ταλαιπωρία στα πλαίσια ανάγκης να υποβάλλεται σε συνεχή τροχίσματα (ως ήταν και η εδώ εξέλιξη, σύμφωνα με τα όσα θα εξεταστούν στη συνέχεια). Δεν επεξηγήθηκε κατά πόσο ο Ενάγων ενημερώθηκε για την έκταση της ταλαιπωρίας που ενδεχομένως να υποβαλλόταν εάν η θεραπεία «δεν πετύχαινε»,[25] αλλά και το κατά πόσο ο Ενάγων θα έπρεπε να υποβάλλεται σε συνεχή τροχίσματα μετά την τοποθέτηση της γέφυρας και κατά πόσο η αποτυχία μιας τέτοιας θεραπείας θα μπορούσε να περιλαμβάνει κινητικότητα, αποκόλληση και επανακόλληση γέφυρας και γενικώς, συνεχείς επισκέψεις στον Εναγόμενο 1 για πέραν των δύο ετών, σύμφωνα με την εδώ εξέλιξη.  

 

62. Αποτέλεσε τη θέση των συνηγόρων των Εναγόμενων, ότι ο Ενάγων κατά την αντεξέταση του αποδέχθηκε ότι του είχε προταθεί λύση με εμφυτεύματα την οποία απέρριψε λόγω κόστους. Δεν δύναται να συναχθεί ευλόγως ένα τέτοιο συμπέρασμα από το απόσπασμα της αντεξέτασης που παραπέμπει πλευρά των Εναγόμενων. Αναφέρει ο Ενάγων, «(ε)προτείναν μου 5.800 για εμφυτεύματα. Ήταν η καλύτερη λύση που μου πρότειναν, ισχυρίζονται. Αλλά εγώ επέλεξα την χειρότερη λύση με όλα τα ρίσκα!»[26]  Αυτό το οποίο προβάλλει στο σημείο αυτό είναι το παράλογο, κατά την άποψη του, της θέσης των Εναγόμενων. Αμέσως μετά συνεχίζει και λέει ότι η θέση αυτή δεν έχει λογική.[27] Δεν προκύπτει τέτοια αποδοχή. Ούτε το γεγονός ότι ο Ενάγων αναφέρεται σε οικονομική στενότητα στην σελ. 1 του Τεκμηρίου 3, πριν από την έναρξη της θεραπείας, εξυπακούει ότι του προτάθηκε θεραπεία με εμφυτεύματα. Το τί εκεί καταγράφεται είναι οικονομική στενότητα να ξεκινήσει την επίδικη θεραπεία. Δεν γίνεται αναφορά σε κόστος άλλων θεραπειών, για σκοπούς σύγκρισης του κόστους. Ούτε και εξάγεται ότι εν τέλει δεν θα προέβαινε σε πιο ακριβή θεραπεία, εφόσον το τί εκεί αναφέρει ο Ενάγων είναι ότι «πρέπει να είναι σίγουρος» ότι θα μπορεί να πληρώσει, όπως και μπόρεσε.

 

63. Δεν κρίνεται πειστική, η θέση ότι ο Ενάγων θα συναινούσε στην επίδικη θεραπεία με πλήρη γνώση των αυξημένων κινδύνων, αποκλειστικά προς εξοικονόμηση χρημάτων. Τούτο ιδίως ενόψει της θέσης του Εναγόμενου 1, σύμφωνα με την οποία η επιτυχία της επίδικης θεραπείας ήταν «αμφίβολη» σε τέτοιο βαθμό ώστε πιθανόν «να αποδεικνύετο στο μέλλον ότι τα εμφυτεύματα ήταν η μόνη λύση».[28] Επομένως, η (πιθανή) αποτυχία της, όχι μόνο θα αναιρούσε πλήρως το οικονομικό όφελος προς τον Ενάγοντα της φθηνότερης (πιο επικίνδυνης) θεραπείας, αλλά θα προκαλούσε πρόσθετη οικονομική επιβάρυνση στον ίδιο, εφόσον θα έπρεπε να επωμιστεί, επιπρόσθετα, και το μεταγενέστερο κόστος των εμφυτευμάτων.

 

64. Επιχειρηματολογούν οι συνήγοροι των Εναγόμενων ότι, ενώ στην παρ. 6 της γραπτής του δήλωσης ο Ενάγων καταθέτει ότι ο Εναγόμενος 1 του ανέφερε ότι «καλό θα ήταν να αποκατασταθούν όλες οι προσθετικές εργασίες στο στόμα του», κατά την αντεξέταση του κατέθεσε ότι, «δεν συζητήθηκε τούτο το θέμα απλώς το θέμα που συζητήθηκε ήταν αν θα μου κολλούσαν τη γέφυρα την υφιστάμενη ή αν θα έκανε καινούρια γέφυρα.»[29] Πρόκειται, επιχειρηματολογούν, για ουσιώδη αντίφαση. Δεν με βρίσκει σύμφωνη η θέση αυτή. Ο Ενάγων στο συγκεκριμένο σημείο της αντεξέτασης του, στην ουσία διευκρινίζει ότι ο ίδιος είναι που ερώτησε τον Εναγόμενο 1 εάν η τοποθέτηση γέφυρας θα επηρέαζε τη δυνατότητα του να προβεί σε μεταγενέστερη θεραπεία στα πίσω δόντια, με τον Εναγόμενο 1 να ανταποκρίνεται αρνητικά. Είναι για τον λόγο αυτόν, κατέθεσε, που προχώρησαν στην επίδικη θεραπεία.[30] Αυτό είναι που αναφέρει και στην παρ. 6 της γραπτής του δήλωσης. Επρόκειτο για απάντηση σε συγκεκριμένο ερώτημα που έθεσε ο ίδιος στον Εναγόμενο 1, ως προς τους πιθανούς περιορισμούς της θεραπείας με γέφυρα, σε τυχόν μετέπειτα απόφασή του προβεί σε πίσω διορθώσεις. Δεν επρόκειτο για αποδοχή του ότι του εισηγήθηκαν θεραπεία με εμφυτεύματα.

 

65. Ο Ενάγων παρέμεινε σταθερός στη θέση του ότι ουδέποτε του προτάθηκε θεραπεία με εμφυτεύματα. Διευκρίνισε κατ’ επανάληψη ότι αυτό το οποίο συζητήθηκε με τον Εναγόμενο 1 ήταν κατά πόσο θα κολλούσαν την υφιστάμενη γέφυρα ή θα προχωρούσαν με καινούρια.[31] Η θέση του αυτή κρίνεται πειστική. Ο Εναγόμενος 1 ξεκαθάρισε ότι δεν τοποθετούσε εμφυτεύματα κατά τον ουσιώδη χρόνο της πρώτης επίσκεψης.[32] Η θέση του ότι τα εμφυτεύματα που είχαν προταθεί στον Ενάγοντα θα τοποθετούντο από τον Εναγόμενο 3, δεν δύναται να γίνει αποδεκτή, με δεδομένο το γεγονός ότι δεν προκύπτει η εμπλοκή του κατά την πρώτη συνάντηση, για τους λόγους που ήδη έχω παραθέσει πιο πάνω και στη βάση των όσων καταγράφονται στις παρ. 69 - 74 πιο κάτω.

 

66. Προς επίρρωση των θέσεων του, ο Εναγόμενος 1 κατέθεσε ότι όταν ο Ενάγων προσήλθε στην Εναγόμενη 2 η γέφυρα που τοποθέτησε προηγούμενος οδοντίατρος, δεν βρισκόταν στο στόμα του. Ότι ήταν πλήρως αποκολλημένη. Ότι το στόμα του ήταν αυτό που αποτυπώνεται από τη φωτογραφία επί του Τεκμηρίου 13. Ναι μεν αυτή ήταν εικόνα του πριν από την έναρξη της θεραπείας, όμως, ως προκύπτει από τα ενώπιον μου στοιχεία, δεν ήταν η εικόνα του στόματός του όταν αποτάθηκε στην Εναγόμενη 2. Ο Ενάγων κατέθεσε ότι η γέφυρα που προϋπήρχε κουνιόταν, αλλά βρισκόταν στο στόμα του. Η θέση του Εναγόμενου 1 ότι η γέφυρα δεν ήταν στο στόμα του Ενάγοντος, καταρρίπτεται από το περιεχόμενο της πρώτης σελίδας του Τεκμηρίου 3 (ανταλλαγή μηνυμάτων μεταξύ τους). Ο Εναγόμενος 1 αποτείνεται στον Ενάγοντα μία εβδομάδα μετά την πρώτη επίσκεψη, και τον ερωτά κατά πόσο έχει καταλήξει στο εάν θα προχωρήσει. Αφού ο Ενάγων του εκφράζει οικονομική στενότητα και ότι θα το σκεφτεί, ο Εναγόμενος 1 του αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι: «(…) Φτάνει να μην υπεθυνότητας κανένα δόντι και να έχουμε άλλα παρατράγουδα (…) μόνο να έχεις έννοια να μην δαγκώνεις με τα μπροστινά». Επομένως, συνάγεται αβίαστα ότι υπήρχαν μπροστινά δόντια στο στόμα του Ενάγοντος, μία εβδομάδα ακόμη μετά την πρώτη του επίσκεψη στην Εναγόμενη 2, σε πλήρη αντίθεση με την ως άνω θέση του Εναγόμενου 1.

 

67. Αυτό το οποίο αναδεικνύεται είναι ότι ο Εναγόμενος 1, ο οποίος δεν τοποθετούσε εμφυτεύματα κατά τον ουσιώδη χρόνο (ως ο ίδιος κατέθεσε), δεν πρότεινε οιαδήποτε θεραπεία με εμφυτεύματα. Μάλιστα δε, κατόπιν της τελευταίας συνάντησης τους και αφού είχε αποκρυσταλλωθεί το ακατάλληλο της επίδικης θεραπείας, ως επεξηγείται και πιο κάτω, ο Ενάγων ρώτησε τον Εναγόμενο 1 τί θα στοίχιζε για να γίνουν εμφυτεύματα. Ο Εναγόμενος 1, παραθέτοντας το κόστος, συνέχισε στην ίδια γραμμή: «Αλλά όπως σου έγραψα μπορούμε να αντικαταστήσουμε  την παλιά γέφυρα», ήτοι, αυτή που τοποθέτησε ο Εναγόμενος 1, «με μια καινούρια σε πρώτη φάση από τη στιγμή που έχουμε έτοιμες τις ρίζες και εάν και εφ’ όσον χρειαστεί στο μέλλον κάτι τότε αποφασίζεις ανάλογα».[33] Με τον προσήκοντα σεβασμό, η στάση αυτή δεν καταδεικνύει πραγματική πεποίθηση του γεγονότος ότι η θεραπεία με εμφυτεύματα αποτελούσε την «ιδανικότερη θεραπεία». Ούτε και πραγματική εκτίμηση της επικινδυνότητας της επίδικης θεραπείας, ακόμη και μετά που αυτή απέτυχε, πόσο μάλλον δε πρότερης και πλήρους επεξήγησης των σχετικών κινδύνων στον Ενάγοντα.

 

68. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, δεν αποδέχομαι τις θέσεις του Εναγόμενου 1 ως προς την πρώτη του συνάντηση με τον Ενάγοντα. Αποδέχομαι τις θέσεις του Ενάγοντος στην πλήρη τους έκταση.

 

 

(γ) Αξιολόγηση θέσεων ως προς την εμπλοκή του Εναγόμενου 3 κατά την εκτέλεση της θεραπείας

 

69. Αποτέλεσε τη θέση του Ενάγοντος ότι η πρώτη φορά που του μίλησε ο Εναγόμενος 3 και τον εξέτασε, ήταν όταν κατά την εκτέλεση της επίδικης θεραπείας από τον Εναγόμενο 1, προέκυψε πρόβλημα με την τοποθέτηση των αξόνων.[34] Αυτό έγινε τον Ιούνιο του 2014, μεταξύ των ημερομηνιών 6.6.2014 με 8.6.2014[35] και πριν από την εξαγωγή του δοντιού 22 (η οποία έλαβε χώρα στις 30.6.2014).[36] Είναι τότε που ο Εναγόμενος 3 έκανε μια «αόριστη» αναφορά σε εμφυτεύματα χωρίς, όμως, να προβαίνει σε οποιαδήποτε θεραπεία στο στόμα του.[37] Πριν από πιο πάνω χρονικό σημείο, ο Εναγόμενος 3 δεν είχε καμία εμπλοκή με την εκτέλεση της θεραπείας.[38] Από την άλλη, η θέση του Εναγόμενου 1 ήταν ότι η θεραπεία με την τοποθέτηση γέφυρας εκτελέστηκε από τον Εναγόμενο 1, υπό την επίβλεψη και την εμπλοκή του Εναγόμενου 3.

 

70. Κατά την αντεξέταση του επί του πιο πάνω σημείου, τέθηκαν στον Ενάγοντα κάποιες ασυνέπειες επί της γραπτής του δήλωσης. Ειδικότερα, του τέθηκε η αναφορά του στην παρ. 75 της γραπτής του δήλωσης όπου αναφέρει ότι «ο Εναγόμενος 3 γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει εξ αρχής της θεραπείας μου ότι δεν είχε πιθανότητες επιτυχίας διότι με εξέτασε είδε το στόμα μου είδε τις πανοραμικές και ήταν ενήμερος πλήρως για το τί συνέβαινε» δεν συνάδει με την παρ. 87 όπου αναφέρει ότι «ο Εναγόμενος 3 ουδέποτε επενέβηκε ουσιαστικά στη θεραπεία που πρότεινε και ακολούθησε ο Εναγόμενος 1 στην περίπτωση μου.»[39] Ασυνέπεια εντοπίστηκε και σε σχέση με τις δηλώσεις του ότι ο Εναγόμενος 1 σε κάποια στιγμή εξέφρασε την άποψη ως προς την τοποθέτηση εμφυτευμάτων. Ανάλογες ήταν και οι αγορεύσεις των συνηγόρων, ως προς τις ασυνέπειες αυτές.

 

71. Εν πρώτοις, σημειώνεται ότι ορθά επισήμανε ο συνήγορος των Εναγόμενων, ότι ο Ενάγων κατά την αντεξέταση του υπέδειξε τρία χωριστά χρονικά σημεία όπου ο Εναγόμενος 3 τον εξέτασε και του ανέφερε τη θεραπεία εμφυτευμάτων, ως εξής: (α) μεταξύ της χρονικής περιόδου 6.6.2014 και 8.6.2015, ήτοι, μόλις τοποθετήθηκαν οι άξονες, (β) με την ακροριζεκτομή στο δόντι 12 στις 25.6.2014 και (γ) στις 24.2.2016 όταν επισκέφθηκε τον Εναγόμενο 3 στην Εναγόμενη 2, για να λάβει την άποψη του, κατόπιν της τελευταίας του συνάντησης με τον Εναγόμενο 1.[40] Αυτά όμως δεν αναδεικνύουν ασυνέπεια με τις ως άνω δηλώσεις του. Ο Ενάγων εξειδίκευσε τις ως άνω θέσεις του, χωρίς να τις αναιρεί ή να τις υπονομεύει. Η θέση του ήταν σαφής και λιτή: Ο Εναγόμενος 3 γνώριζε τί συνέβαινε στο στόμα του με την επίδικη θεραπεία, επειδή τον εξέτασε περί τις δύο φορές κατά τη διάρκεια εκτέλεσής της από τον Εναγόμενο 1 και μία κατόπιν. Όμως, ο Εναγόμενος 3 δεν προέβη σε οποιαδήποτε θεραπευτική ενέργεια στο στόμα του.

 

72. Σε σχέση με το κατά πόσο ο Εναγόμενος 3 τον συμβούλευσε να τοποθετήσει εμφυτεύματα, ο Ενάγων σημείωσε ότι επρόκειτο για γενική αναφορά σε εμφυτεύματα, αφού η θεραπεία ξεκίνησε και παρουσιάστηκε συγκεκριμένο πρόβλημα. Σαφώς η αναφορά σε «εμφυτεύματα» τέθηκε στα πλαίσια διαχείρισης του εν λόγω προβλήματος και όχι πρότερης εισήγησης. Μάλιστα, σύμφωνα με τα όσα κατέθεσε ο Ενάγων, την άποψη του αυτή ο Εναγόμενος 3 αναίρεσε αργότερα τον Φεβρουάριο του 2016, όταν ανέφερε στον Ενάγοντα κατά την προαναφερθείσα τους συνάντηση, ότι η θεραπεία με εμφυτεύματα δεν ενδεικνυόταν, γιατί είναι καπνιστής και του πρότεινε μασελάκι.[41] Δεν συνάγεται οποιαδήποτε πραγματική συμβουλή, στάθμισης ρίσκων και διάφορων παραγόντων, με βάση τα όσα ο Ενάγων κατέθεσε που κατά τη θέση της πλευράς των Εναγόμενων, πλήττουν την εκδοχή του. Αφ’ ενός, κατέθεσε, το ζήτημα τέθηκε για πρώτη φορά μετά την έναρξη της θεραπείας και, αφ’ ετέρου, κατά τρόπο γενικό και αόριστο. Χαρακτηριστική είναι και η θέση του Ενάγοντος, όταν προέκυψε το πρόβλημα με τους άξονες, «δεν καταλάβαινα την έκταση του προβλήματος»[42] και ότι είναι μετά που αντιλήφθηκε την έκταση του προβλήματος, όταν είδε την έκταση του τροχίσματος που έγινε.[43] Θέση που κρίνεται απολύτως εύλογη υπό τις ως άνω συνθήκες και ιδιαίτερα με βάση το γεγονός ότι η επίδικη θεραπεία ήταν ήδη σε εξέλιξη.

 

73. Κατ’ επέκταση, οι ως άνω αναφορές του Ενάγοντος ουδόλως αναιρούν ή κλονίζουν την πρωταρχική του θέση, ότι δεν του είχε προταθεί θεραπεία με εμφυτεύματα κατά την πρώτη επίσκεψη του στην Εναγόμενη 2. Ούτε και δύναμαι ευλόγως να υιοθετήσω την άποψη ότι, η τοποθέτηση αξόνων δεν αποτελούν ουσιαστικό διάβημα στη θεραπεία,[44] ώστε να δύναται να θεωρηθεί ότι η αναφορά του Εναγόμενου 3 σε εμφυτεύματα, έγινε πριν από τη λήψη ενός τέτοιου ουσιαστικού διαβήματος, σύμφωνα με τη σχετική εισήγηση κατά την αντεξέτασή του. Η τοποθέτηση αξόνων, σύμφωνα με τα ενώπιον μου στοιχεία, επρόκειτο για άκρως επεμβατική ενέργεια στο στόμα του Ενάγοντος, οι οποίοι άξονες εισχωρούν μέσα στις ρίζες των δοντιών, όπως και έγινε εν προκειμένω.[45]

 

74. Ο Εναγόμενος 1 επικαλέστηκε επίσης τη διαμόρφωση του ιατρικού χώρου της Εναγόμενης 2 προς επίρρωση της θέσης του για το θέμα επίβλεψης της επίδικης θεραπείας από τον Εναγόμενο 3. Η οπτική και ακουστική επαφή λόγω διαμόρφωσης του γραφειακού χώρου της Εναγόμενης 2, δεν εξυπακούει και ουσιαστική ιατρική επίβλεψη της θεραπείας. Πέραν των ως άνω αναφορών του Ενάγοντος, δεν υφίσταται κανένα άλλο στοιχείο ενώπιον μου από το οποίο να δύναται να συναχθεί οιαδήποτε άλλη εμπλοκή του Εναγόμενου 3 και δη κατά τρόπο που να τεκμηριώνεται η επίβλεψη της θεραπείας που πρότεινε και εκτελούσε ο Εναγόμενος 1. Ως προανέφερα, ο Εναγόμενος 3 δεν κατέθεσε στη διαδικασία. Δεν δύναμαι να αποδεχθώ ούτε και την εν λόγω θέση του Εναγόμενου 1. Αποδέχομαι πλήρως τις θέσεις του Ενάγοντος επί των πιο πάνω.

 

 

  (δ) Αξιολόγηση μαρτυρίας αναφορικά με τα μέρη της επίδικη συμφωνίας

 

75. Αποτέλεσε τη δικογραφημένη θέση του Ενάγοντος ότι ο Ενάγων είναι με τον Εναγόμενο 1 που συμβλήθηκε (βλ. παρ. 5 μέχρι 8 της Έκθεσης Απαίτησης). Η πλευρά των Εναγόμενων αρνείται τη θέση αυτή (βλ. παρ. 6 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης), χωρίς όμως να προβάλλεται θετικός ισχυρισμός ως τα συμβαλλόμενα μέρη της σύμβασης. Η προαναφερθείσα δικογραφημένη θέση αυτή του Ενάγοντος, δεν προωθήθηκε από τον ίδιο τον Ενάγοντα, ο οποίος κατά τη μαρτυρία του κατέθεσε ότι είναι με την Εναγόμενη 2 που συμβλήθηκε και όχι με τον Εναγόμενο 1, προσωπικά.[46]

 

76. Πέραν τούτου, κανένα άλλο στοιχείο υφίσταται ενώπιον μου από το οποίο να δύναται να εξαχθεί ότι είτε ο Εναγόμενος 1, είτε ο Εναγόμενος 3 συμβλήθηκαν με τον Ενάγοντα υπό την προσωπική τους ιδιότητα, για την παροχή οδοντιατρικών υπηρεσιών. Όπως ο Εναγόμενος 1 κατέθεσε και δεν αμφισβητήθηκε, ήταν εργοδοτούμενος της Εναγόμενης 2, από όπου εργαζόταν και λάμβανε μισθό.[47] Το γεγονός αυτό αποδέχεται και ο ίδιος ο Ενάγων.[48] Η θέση του ότι λάμβανε μισθό, δεν αμφισβητήθηκε. Συνεπώς, αποδέχομαι τις ως άνω θέσεις του Εναγόμενου 1. Τα πιο πάνω ήταν σαφή κατά τον χρόνο συνομολόγησης της σύμβασης στον Ενάγοντα, ενόψει και του περιεχομένου της επαγγελματικής κάρτας που παραχώρησε ο Εναγόμενος 1 όπου παρουσιάζεται ως οδοντίατρος στην Εναγόμενη 2. Περιπλέον, η προκαταβολή στην ολότητά της καταβλήθηκε στην Εναγόμενη 2, θέση που είναι αποδεκτή από τον Ενάγοντα (βλ. παρ. 5 της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση). Συνεπώς, αποδέχομαι και αυτή την θέση. 

 

77. Επιπρόσθετα, είναι ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 που κατέθεσε ότι στις 17.2.2016, ECLI:CY:AD:2016:D147 ενημέρωσε τον Ενάγοντα για την «οφειλή του προς την Εναγόμενη 2», η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο ανερχόταν στο ποσό των €1500, ήτοι, το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό από που είχε εξ αρχής συμφωνηθεί.[49] Τον ενημέρωσε ακόμη ότι για να συνεχίσει να τον παρακολουθεί στη νέα του κλινική, θα έπρεπε να «εξοφλήσει τις οφειλές του προς την Εναγόμενη 2» εφόσον δεν ήταν στο δικό του χέρι «ή ευθύνη οι οφειλές του Ενάγοντα προς την Εναγόμενη 2».[50] Προκύπτει ότι οι Εναγόμενοι δεν προώθησαν τη θέση ότι το εναπομείναν ποσό αμοιβής δικαιούτο να το εισπράξει ή να το αξιώσει, είτε ο Εναγόμενος 1, είτε ο Εναγόμενος 3, παρά το περιεχόμενο της Ανταπαίτησής τους.  

 

(ε)    Αξιολόγηση θέσεων αναφορικά με το θέμα άδειας ασκήσεως επαγγέλματος, τα προσόντα και εμπειρία του Εναγόμενου 1 ως οδοντίατρος

 

78. Ο Εναγόμενος κατέθεσε ότι είναι εγγεγραμμένος οδοντίατρος στο Μητρώο Οδοντιάτρων Κύπρου και ασκεί το επάγγελμα του οδοντιάτρου στην κλινική Yakubiv Dental Clinic. Κατέθεσε ότι είναι κάτοχος πτυχίου Οδοντιατρικής από το Κρατικό Ιατρικό Στοματολογικό Πανεπιστήμιο της Μόσχας (Moscow State University of Medicine and Dentistry), το οποίο του απονεμήθηκε στις 25.6.2010 και κατέθεσε ως Τεκμήριο 33. Κατέθεσε επίσης μετάφρασή του από τα ρωσικά στα ελληνικά, ως Τεκμήριο 34. Με την αποφοίτησή του από το εν λόγω πανεπιστήμιο, εγγράφηκε ως οδοντίατρος στη Μόσχα. Οι εν λόγω θέσεις του δεν αποτέλεσαν αντικείμενο αμφισβήτησης, στηρίζονται στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 34 και συνεπώς τις αποδέχομαι.

 

79. Πρόσθεσε ο Εναγόμενος 1 ότι από τις 1.9.2010 μέχρι τις 31.9.2012, παρακολούθησε την ειδικότητά του στο ίδιο πανεπιστήμιο, από την οποία απέκτησε πτυχίο στην «Ορθοπεδική Οδοντιατρική». Αντίγραφο της ειδικότητας και μετάφραση του εγγράφου από την ρωσική γλώσσα στην ελληνική γλώσσα κατέθεσε ως Τεκμήρια 35 και 36, αντίστοιχα. Περί το έτος 2012, επέστρεψε στην Κύπρο και εργάστηκε ως βοηθός οδοντίατρος στην Εναγόμενη 2, μέχρι να πιστοποιηθούν τα πτυχία του από τις αρμόδιες κρατικές αρχές στην Κύπρο και να εγγραφεί πλέον και τυπικά ως οδοντίατρος στην Κυπριακή Δημοκρατία. Σε κατοπινό στάδιο, ως Τεκμήριο 59, κατέθεσε εκ νέου μετάφραση του Τεκμηρίου 35, όπου η ειδικότητα η οποία αναφέρεται δεν είναι «Ορθοπεδική Οδοντιατρική» αλλά «Προσθετική Οδοντιατρική». Τούτο διότι, όπως επεξήγησε, δεν υπάρχει στην οδοντιατρική ο όρος «ορθοπεδική οδοντιατρική», πρόκειται στην ουσία για λανθασμένη μετάφραση της «προσθετικής οδοντιατρικής»,[51] διευκρινίζοντας ότι ο Σύλλογος Οδοντιάτρων δεν αναγνωρίζει την ειδικότητα αυτή, όπως και οποιαδήποτε άλλη ειδικότητα. Διευκρίνισε ακόμη ότι στις σπουδές του στη Ρωσία, ιδιαίτερα στα πλαίσια της εν λόγω ειδικότητας του, έβλεπε ασθενείς και προέβαινε σε πράξεις που αφορούν προσθετική οδοντιατρική αντλώντας κατά τον τρόπο αυτό σχετική πείρα. Αποδέχομαι τις ως άνω θέσεις του. Εξηγώ.

 

80. Παρά το ότι τα Τεκμήρια 36 και 59 αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία, είναι σαφές ότι οι δηλώσεις που εκεί μεταφέρθηκαν αυτούσιες και εγγράφως και αποτελούν πρώτου βαθμού εξ ακοής. Αποτελούν έγγραφα που σύμφωνα με τον Εναγόμενο 1, καταρτίστηκαν από το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών (PIO), θέση που δεν αμφισβητήθηκε και προκύπτει και από το ίδιο το περιεχόμενο τους, όπου εκεί καταγράφεται ότι αυτά έχουν καταρτιστεί σύμφωνα με τον Νόμο Ν. 45(Ι)/2019. Δεν υπήρξε ούτε ισχυρισμός ότι τα πτυχία που παρουσίασε δεν είναι αυθεντικά πτυχία πανεπιστημίου. Σε ό,τι αφορά τη διάσταση μεταξύ «ορθοπεδικής» και «προσθετικής» οδοντιατρικής επί των Τεκμηρίων 36 και 59, αντίστοιχα, εύλογες κρίνονται οι θέσεις του Εναγόμενου 1 ως προς το ότι το ζήτημα αποτελούσε ζήτημα μετάφρασης. Δεν υπάρχει ενώπιον μου άλλη μαρτυρία δια το ότι υπάρχει ειδικότητα «ορθοπεδικής» οδοντιατρικής. Οι θέσεις του επί τούτου στην ουσία παρέμειναν αναντίλεκτες. Συνεπώς, αποδέχομαι τη θέση του Εναγόμενου 1, ότι η ειδικότητα που έλαβε στη Μόσχα, είναι σύμφωνη με αυτά που καταγράφονται επί του Τεκμηρίου 39, ήτοι, αυτή της «προσθετικής οδοντιατρικής».

 

81. Αποδέχομαι ακόμη τη θέση του ότι η εν λόγω ειδικότητα δεν αποτελεί στοιχείο αναγνώρισης στην Κυπριακή Δημοκρατία και είναι για τον λόγο αυτόν που δεν κατέθεσε το εν λόγω έγγραφο στον Οδοντιατρικό Σύλλογο. Η εν λόγω θέση του δεν αμφισβητήθηκε, ενώ επιβεβαιώθηκε και από τον ΜΥ3, υπό την ιδιότητα του ως Προέδρου του Οδοντιατρικού Συλλόγου. Η θέση του ότι ο ίδιος στα πλαίσια της προαναφερθείσας ειδικότητας που έλαβε από τη Ρωσία, είχε την ευκαιρία να αντλήσει πρακτική άσκηση σε θέματα προσθετικής οδοντιατρικής, κρίνεται εύλογη, με δεδομένο και το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 36 και 59, όπου εκεί αναφέρεται ότι ο Εναγόμενος 1 «παρακολούθησε επιτυχώς» πρόγραμμα «κλινικής εκπαίδευσης» για τη συγκεκριμένη ειδικότητα και συνεπώς, την αποδέχομαι. Αποδέχομαι και τη θέση του ότι με την επιστροφή του, εργαζόταν ως βοηθός οδοντιάτρου, από το 2012 μέχρι και την εγγραφή του, θέση που επίσης δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του. Των πιο πάνω δοθέντων, η θέση του κ. Ροτσίδη, ως ήταν και η υποβολή του προς τον ίδιο, ότι ο Εναγόμενος 1 δεν είχε καμία σχετική πρακτική εμπειρία με τη θεραπεία που διενήργησε, δεν δύναται να γίνει αποδεκτή.

 

82. Ήταν η θέση του ΜΥ3 ότι βάσει κανονισμού του εν λόγω Οδοντιατρικού Συλλόγου, οι ειδικότητες που είναι αναγνωρισμένες πέραν από το πτυχίο είναι η ειδικότητα της ορθοδοντικής και η ειδικότητα της γναθοπροσωπικής χειρουργικής. Όλοι οι υπόλοιποι οδοντίατροι με το πτυχίο που έχουν πάρει δικαιούνται να εξασκούν όλο το φάσμα της οδοντιατρικής, περιλαμβανομένων και απονευρώσεων. Ο ΜΥ3 παρέμεινε σταθερός στις ως άνω θέσεις του και τις αποδέχομαι. Τούτου δοθέντος, δεν με βρίσκει σύμφωνη η θέση που προβλήθηκε κατά την αντεξέταση του Εναγόμενου 1 ότι για να διενεργηθεί η επίδικη θεραπεία, θα έπρεπε ο Εναγόμενος 1 πέραν από πτυχίο οδοντιατρικής, να έχει και συγκεκριμένη ειδικότητα, όπως είναι αυτή του ενδοδονιστή.

 

83. Πρόσθεσε ο Εναγόμενος 1 ότι στο πλαίσιο των ενεργειών του για αναγνώριση, πιστοποίηση και εγγραφή, υπέβαλε αίτηση στο ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ. για εγγραφή του στο Μητρώο Οδοντιάτρων Κύπρου. Εις απάντηση, το ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ. του κοινοποίησε με επιστολή του ημερ. 24.1.2012 (Τεκμήριο 39), ότι για να επιτευχθεί αυτό θα πρέπει να προσκομίσει πιστοποιητικά ισοτιμίας και αντιστοιχίας του πτυχίου του, διαδικασία που προώθησε αμέσως. Αφού εξετάστηκε η αίτησή του, το ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ. με επιστολή του ημερ. 14.5.2013 (Τεκμήριο 40), τον ενημέρωσε ότι προκειμένου να λάβει το εν λόγω πιστοποιητικό, απαιτείται η επιτυχία σε ειδικές εξετάσεις σε συγκεκριμένα μαθήματα, παρότι είχε επιτυχώς παρακολουθήσει τα συγκεκριμένα μαθήματα στο πλαίσιο του πτυχίου και ειδικότητας του στο Κρατικό Ιατρικό Οδοντιατρικό Πανεπιστήμιο της Μόσχας. Τον Οκτώβριο του 2014 συμμετείχε επιτυχώς στη δεύτερη εξεταστική οδοντιατρικής του 2014, συνεπεία της οποίας εκδόθηκε το απαιτούμενο πιστοποιητικό αναγνώρισης ισοτιμίας. Ως Τεκμήριο 41, κατέθεσε αντίγραφο του σχετικού Υπηρεσιακού Σημειώματος, ημερ. 6.11.2014. Συνεπεία των πιο πάνω, την 19.12.2014 το ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ., με επιστολή του (Τεκμήριο 42), αναγνώρισε τον τίτλο σπουδών του από το Κρατικό Ιατρικό Οδοντιατρικό Πανεπιστήμιο της Μόσχας ως τίτλο ισότιμο και αντίστοιχο προς πτυχίου πανεπιστημιακού επιπέδου στον κλάδο Οδοντιατρική. Ακολούθως, εγγράφηκε στο Μητρώο Οδοντιάτρων στις 31.3.2015. Το σύνολο των πιο πάνω στηρίζονται στο περιεχόμενο των προαναφερθέντων τεκμηρίων και αποδέχομαι τις ως άνω θέσεις του στο σύνολό τους.

 

84. Πέραν των όσων έχουν καταγραφεί στις παρ. 53 – 55 ανωτέρω, ενώ Εναγόμενος 1 επισήμανε κατ’ επανάληψη ότι το ζήτημα είναι «τυπικό», με βάση τα όσα ο ίδιος παρουσίασε, επρόκειτο για απολύτως ουσιαστικό ζήτημα. Ειδικότερα, από το Τεκμήριο 40, προκύπτει ότι παρά το ότι το Κυπριακό Συμβούλιο Αναγνώρισης Τίτλων Σπουδών είχε ενώπιον του τα ακαδημαϊκά προσόντα του Εναγόμενου 1, εντούτοις, έθεσε ως προϋπόθεση αναγνώρισης του πτυχίου του την επιτυχία στις εξής εξετάσεις: κινητή προσθετική, ακίνητη προσθετική, περιοδοντολογία και ενδοδοντία. Τίθεται υπόψιν του στην εν λόγω επιστολή ότι σε περίπτωση που δεν ικανοποιήσει την προϋπόθεση αυτή εντός τεσσάρων ετών, τότε, η ως άνω απόφαση του Συμβουλίου παύει να ισχύει. Επομένως, δεν αποδέχομαι τη θέση του ότι η εγγραφή του ήταν «τυπικής» φύσεως. Είναι ένα έτος κατόπιν που παρακάθισε τις εξετάσεις και συγκεκριμένα τον Οκτώβριο του 2014. Καθίσταται σαφές ότι εκκρεμούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο εκτέλεσης της επίδικης θεραπείας ουσιαστικός έλεγχος της καταλληλότητας του προς εγγραφή, ως οδοντιάτρου στη Δημοκρατία, παρά τα προσόντα που είχε ήδη αποκτήσει μέχρι το εκείνο το χρονικό σημείο. Η διαπίστωση μου ότι επιχείρησε να παρουσιάσει την απουσία εγγραφής του στο Μητρώο Οδοντιάτρων ως μια απλή τυπική εκκρεμότητα, αποδυναμώνει περαιτέρω την ευρύτερη αξιοπιστία του ως μάρτυρα ενώπιον του Δικαστηρίου.   

 

 

(στ) Αξιολόγηση θέσεων αναφορικά με τις επισκέψεις του Ενάγοντα στον Εναγόμενο 1 κατά την εκτέλεση της επίδικης θεραπείας 

 

85. Αποτέλεσε τη θέση των συνηγόρων των Εναγόμενων, ότι ο Ενάγων κατά την αντεξέταση του επιβεβαίωσε το σύνολο του περιεχομένου του Τεκμηρίου 46 (έκθεση του Εναγόμενου 1). Παρά ταύτα, αντιφατικά προς την στάση του αυτή, δήλωσε ότι είναι ψευδές. Ούτε και αυτή η θέση με βρίσκει σύμφωνη. Μεταξύ της εκδοχής του Ενάγοντος και του Τεκμηρίου 46 υπήρχαν εκτεταμένες διαφοροποιήσεις. Για παράδειγμα, υπήρχαν διαφοροποιήσεις  αναφορικά με το τι λέχθηκε κατά την πρώτη επίσκεψη του Ενάγοντος στην Εναγόμενη 2. Επίσης, στο Τεκμήριο 46, παραλείπεται αναφορά στην εξαγωγή του δοντιού 22. Παραλείπεται καταγραφή σωρείας άλλων επισκέψεων, στις οποίες έκανε αναφορά ο Ενάγων στη μαρτυρία του, ως επεξηγείται κατωτέρω. Παράλληλα, υπάρχουν διαφοροποιήσεις ως προς συγκεκριμένες ημερομηνίες εξέλιξης της θεραπείας (λ.χ. ημερομηνία τοποθέτησης αξόνων). Είναι σαφώς στο πλαίσιο αυτό που ο Ενάγων διαφώνησε με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 46.[52] Δεν εντοπίζεται ουσιώδης αντίφαση που να δύναται να πλήξει την αξιοπιστία του. Στρέφομαι στο ιστορικό των επισκέψεων.

 

86. Εκτός από τις επισκέψεις αναφορά στις οποίες γίνεται στην Ενότητα IV ανωτέρω (κοινώς αποδεκτά γεγονότα), εκτενής μαρτυρία δόθηκε από αμφότερες τις πλευρές και ως προς τις υπόλοιπες επισκέψεις, για δύο έτη, μέχρι και τη λήξη της συνεργασίας των μερών στις 17.2.2016.

 

87. Ειδικότερα, ο Ενάγων κατέθεσε ότι η επόμενη επίσκεψη ήταν μία ημέρα κατόπιν, στις 5.6.2014, οπότε επισκέφθηκε τον Εναγόμενο 1 για λήψη μέτρων και κατασκευή αξόνων, που θα τοποθετούνταν στα δόντια 13, 12, 21, 22 και 23. Η θέση του αυτή δεν αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης κατά την αντεξέταση του.[53] Εντούτοις, ο ΜΥ1 στην παρ. 48 της δήλωσης του, δεν αναφέρεται σε οποιαδήποτε επίσκεψη ημερ. 5.6.2014. Η επόμενη επίσκεψη στην οποία αναφέρεται είναι ημερ. 9.6.2014. Κατέθεσε ότι ο Ενάγων επισκέφθηκε την Εναγόμενη 2 κατά την εν λόγω ημερομηνία προκειμένου να γίνει η προετοιμασία των ριζών των πιο πάνω δοντιών, για σκοπούς τοποθέτησης των ενδοριζικών αξόνων, ως τα στηρίγματα της γέφυρας. Επιπρόσθετα, ενώ και πάλιν δεν αμφισβητείται η θέση του Ενάγοντα κατά την αντεξέταση του ότι στις 6.6.2014 έλαβε χώρα η τοποθέτηση των προαναφερθέντων αξόνων, εντούτοις, ο Εναγόμενος 1 στη γραπτή του δήλωση αναφέρει ότι η τοποθέτηση των αξόνων έγινε στις 14.6.2014.

 

88. Από τη σελ. 2 του Τεκμηρίου 3, προκύπτει ότι πράγματι, οι άξονες είχαν τοποθετηθεί στις 6.6.2014, εφόσον κατά την προαναφερθείσα ημερομηνία γίνεται λόγος για αποκόλληση του ενός. Παράλληλα, προηγουμένως, από τις 4.6.2014 γίνεται λόγος για επισπευσμένη επίσκεψη για τον σκοπό αυτόν. Η διαπίστωση μου αυτή συνάδει και με τη θέση του Ενάγοντος στην παρ. 15 της γραπτής του δήλωσης, ότι την ίδια ημερομηνία που τοποθετήθηκαν οι άξονες, ο άξονας στο δόντι 22 αποκολλήθηκε. Συνάδει και με τη θέση του ότι την αμέσως επόμενη ημέρα, στις 7.6.2014 και 8.6.2014, ο Ενάγων επισκέφθηκε εκ νέου τον Εναγόμενο 1 ώστε να επιλυθεί το ζήτημα του άξονα στο δόντι 22. Το σύνολο των πιο πάνω συμβάντων βρίσκει έρεισμα στη δεύτερη σελίδα του Τεκμηρίου 3. Η ημερομηνία που αναφέρει ο ΜΥ1 στη δήλωση του, ως η τοποθέτηση των αξόνων, είναι μεταγενέστερη των προαναφερθέντων, στοιχείο που δεν συνάδει με τη χρονική λογική εξέλιξης των πραγμάτων. Υπό το φως όλων των πιο πάνω και με δεδομένο το γεγονός ότι το περιεχόμενο των ιατρικών πράξεων δεν αποτέλεσε αντικείμενο διάστασης, αποδέχομαι το σύνολο των πιο πάνω θέσεων του Ενάγοντος. Δεν αποδέχομαι τις ημερομηνίες που κατέγραψε ο Εναγόμενος 1 στις παρ. 48 και 49 της γραπτής του δήλωσης.

 

89. Χωρίς αμφισβήτηση κατά την αντεξέταση του Ενάγοντος, παρέμειναν και οι θέσεις του ως προς τις επισκέψεις του στις 7.6.2014, 8.6.2014 και 14.6.2014. Σύμφωνα με τα λεχθέντα του στις παρ. 16 μέχρι 18 της γραπτής του δήλωσης, αυτές αφορούσαν (α) την ανάγκη επανακόλλησης του άξονα στο δόντι 22 που αποκολλήθηκε στις 6.6.2014 (την ίδια ημερομηνία της τοποθέτησής του) και (β) το γεγονός ότι, ακολούθως, το δόντι 22 φούσκωσε, παρουσίασε πυρετό και πόνο και αναγκάστηκε ο Ενάγων να λάβει συνταγή αντιβίωσης από τον Εναγόμενο 1.[54] Ο Εναγόμενος 1 αποδέχεται τη θέση του Ενάγοντος στην γραπτή του δήλωση ότι το δόντι 22 παρουσίασε μόλυνση,[55] θέση την οποία επίσης αποδέχομαι, εφόσον συνάδει με τα όσα ο Ενάγων έχει καταθέσει αναφορικά με το δόντι αυτό. Σε σχέση με τη λήψη πανοραμικής φωτογραφίας στις 14.6.2014, η θέση του αυτή στηρίζεται και στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4 (τέταρτη φωτογραφία). Συνεπώς, αποδέχομαι και αυτές τις θέσεις του Ενάγοντος.

 

90. Κατόπιν, στις 25.6.2014, διενεργήθηκε ακροριζεκτομή και χειρουργική εξαγωγή κύστης στο δόντι 12 (βλ. παρ. 38, ανωτέρω). Αποτέλεσε τη θέση του Ενάγοντος ότι σε αυτό το χρονικό σημείο, παρά την αντιβίωση που λάμβανε, το δόντι 22 και πάλιν φούσκωσε και τον πονούσε. Επίσης και πάλιν είχε πυρετό. Έτσι, στις 26.6.2014 επισκέφθηκε και πάλιν τον Εναγόμενο 1. Τον επισκέφθηκε και στις 27.6.2014 για τον λόγο ότι είχε φουσκώσει το πρόσωπο του. Ακολούθως, στις 27.6.2014 και στις 28.6.2014 μετέβηκε στις πρώτες βοήθειες για ενδοφλέβεια αντιβίωση οπότε και τον συνόδευσε ο ΜΥ1. Ο ΜΥ1 δεν αμφισβήτησε τη θέση του Ενάγοντα ότι τον συνόδευσε στις πρώτες βοήθειες, όπου έλαβε ενδοφλέβια αντιβίωση, προβάλλοντας ότι επρόκειτο για συνήθη επιπλοκή της επαναληπτικής απονεύρωσης στο δόντι 22. Σε ότι αφορά την τελευταία αυτή θέση του, αποτελεί στοιχείο εξέτασης της ιατρικής μαρτυρίας ενώπιον μου. Κατά τα λοιπά, αποδέχομαι τις προαναφερθείσες θέσεις του Ενάγοντος, ενόψει της μη αμφισβητήτησης τους.

 

91. Ακολούθησε η εξαγωγή του δοντιού 22 στις 30.6.2014 (βλ. παρ. 38 πιο πάνω). Αποτέλεσε τη θέση του Ενάγοντος ότι η επεξήγηση που του παραχώρησε ο Εναγόμενος 1 ήταν ότι είχε εντοπιστεί πρόβλημα με το μηχάνημα απονευρώσεων της κλινικής και ότι έγινε και σε άλλον ασθενή αυτό. Όμως, η σχετική του θέση, δεν αποτελεί αντικείμενο της δικογραφίας και συνεπώς δεν δύναται να ληφθεί και δεν λαμβάνεται υπόψιν.

 

92. Χωρίς αμφισβήτηση κατά την αντεξέταση του παρέμειναν και οι θέσεις του Ενάγοντος στις παρ. 22 μέχρι 46 γραπτής του δήλωσης, ως προς τις επισκέψεις του στον Εναγόμενο 1 μεταξύ των ημερομηνιών 4.7.2014 και 12.12.2014 και τα όσα είχαν εκεί λάβει χώρα. Σε σχέση με ορισμένες εξ αυτών, σημειώνονται επιπρόσθετα τα εξής:

 

(α) Σε σχέση με τις αναφορές του Ενάγοντος περί «πλαστικών δοντιών» (βλ. λ.χ. παρ. 26 της γραπτής του δήλωσης), ο Εναγόμενος 1 σημείωσε ότι είχε τοποθετηθεί πλαστική γέφυρα πριν από την προσωρινή συγκόλληση της γέφυρας, ως είθισται. Η θέση του αυτή δεν αμφισβητήθηκε και την αποδέχομαι.

 

(β) Σε σχέση με την επίσκεψη ημερ. 1.9.2014 (βλ. παρ. 31 της γραπτής δήλωσης του Ενάγοντος), ο Εναγόμενος 1 στην παρ. 52 της γραπτής του δήλωσης, πρόσθεσε ότι με βάση την πιο πάνω εξέλιξη, ήτοι, την εξαγωγή του δοντιού 22, σκοπός ήταν η γέφυρα να στηριχθεί μόνο επί των δοντιών 12, 13, 21 και 23. Στις θέσεις 11 και 22 που δεν υπήρχαν δόντια, η γέφυρα θα χρησιμοποιούσε τις εν λόγω θέσεις ως πρόβολα. Υπενθυμίζω εδώ ότι στη θέση 11 εξ αρχής δεν υπήρχε δόντι. Οι εν λόγω θέσεις του δεν αποτέλεσαν αντικείμενο αμφισβήτησης, συνάδουν με τη χρονολογική εξέλιξη των πραγμάτων (εξαγωγή του δοντιού 22 μεσούσης της θεραπείας) και συνεπώς τις αποδέχομαι, ως ζήτημα γεγονότων. Σημειώνω εδώ ότι το ενδεδειγμένο της κρίσης του αυτής αποτελεί στοιχείο αξιολόγησης σε μεταγενέστερο στάδιο. 

 

(γ) Σε σχέση με την επίσκεψη ημερ. 8.9.2014 (βλ. παρ. 32 της γραπτής δήλωσης του Ενάγοντα) ο ΜΥ1 πρόσθεσε ότι κατά την εν λόγω ημερομηνία, λήφθηκε και φωτογραφία, προκειμένου να συγκριθεί το αρχικό με το τελικό αποτέλεσμα, ως το Τεκμήριο 15. Η θέση αυτή δεν αμφισβητήθηκε από τον Ενάγοντα και, συνεπώς, την αποδέχομαι.

 

(δ) Σε σχέση με τις θέσεις του Ενάγοντος ως προς την κινητικότητα της γέφυρας που ακολούθησε, τα συμπτώματα πόνου που αντιμετώπιζε ο Ενάγων και τις κατ’ επανάληψη επισκέψεις του στον Εναγόμενο 1 (βλ. παρ. 34 μέχρι 41 της γραπτής του δήλωσης), ούτε και αυτές αποτέλεσαν αντικείμενο αμφισβήτησης κατά την αντεξέταση του. Πρόσθεσε ο Εναγόμενος 1 κατά τη δική του μαρτυρία, ότι μετά την πρώτη συγκόλληση με προσωρινή κονία στις 8.9.2014 και μέχρι τις 4.10.2014, ο Ενάγων είχε εκφράσει παράπονα για αστάθεια της γέφυρας και για το ότι η γέφυρα είχε κενά και έμπαιναν μέσα φαγητά. Κατά την διάρκεια της περιόδου αυτής, τον επισκέφθηκε σε διάφορες ημερομηνίες για διόρθωση της γέφυρας.[56] Σε σχέση με την επίσκεψη 30.9.2014, πρόσθεσε ότι αποκόλλησαν τη γέφυρα και δόθηκε για διορθώσεις. Σε σχέση με την επίσκεψη ημερ. 4.10.2014, πρόσθεσε ότι η γέφυρα είχε ξεκολλήσει, κάτι το οποίο διορθώθηκε αυθημερόν. Οι ως άνω θέσεις του ΜΥ1 δεν αμφισβητήθηκαν, συνάδουν πλήρως με τα όσα ο ΜΕ1 κατέθεσε και τις αποδέχομαι.

 

(ε) Κατέθεσε ο Εναγόμενος 1 ότι τα προβλήματα με τη γέφυρα είχαν επιλυθεί μετά τις 4.10.2014, θέση που ουδόλως βρίσκει έρεισμα με βάση την μετέπειτα εξέλιξη των πραγμάτων. Δεν αποδέχομαι τη θέση του αυτή.

 

93. Χωρίς αμφισβήτηση παρέμεινε η θέση του Ενάγοντος ότι στις 27.2.2015 επισκέφθηκε τον Εναγόμενο 1 για μόνιμη συγκόλληση της γέφυρας.[57] Ακολούθησαν οι θέσεις του Ενάγοντος ως προς την κινητικότητα και αυτής της (πλέον μόνιμης) γέφυρας, τον πόνο που αντιμετώπιζε και αποκόλλησή της άλλες δύο φορές. Κατέθεσε ότι σε αυτό το χρονικό διάστημα, επισκεπτόταν τον Εναγόμενο 1, ο οποίος συνέχισε να τροχίζει τη γέφυρα. Σχετικές είναι οι παρ. 47 μέχρι 68 της γραπτής του δήλωσης.

 

94. Ειδικότερα, ήταν η θέση του Ενάγοντος ότι λίγες ημέρες μετά από τη μόνιμη συγκόλληση της γέφυρας, στις 2.3.2015, επισκέφτηκε τον Εναγόμενο 1 για τον λόγο ότι πονούσε. Η θέση του ότι έλαβε χώρα η ως άνω ιατρική επίσκεψη, στηρίζεται στη σελ. 18 του Τεκμηρίου 3. Εκεί γίνεται αναφορά από τον Ενάγοντα στις 2.3.2015 ότι, «τα δόντια βρίσκουν μπροστά και μάλλον θέλουν εξισορρόπηση» και ακολουθείται διευθέτηση για ραντεβού αυθημερόν. Στην παρ. 49 της γραπτής του δήλωσης, κατέθεσε ότι ο πόνος που αισθανόταν προκαλείτο από τις πρόωρες επαφές της γέφυρας, με τα κάτω μπροστινά δόντια. Δεν υποβλήθηκε στον Ενάγοντα ότι ο πόνος δεν διασυνδεόταν με το γεγονός αυτό, ούτε και το ότι δεν υφίσταντο οι πρόωρες αυτές επαφές. Εξάλλου, η ως άνω θέση του Ενάγοντος επιβεβαιώνεται και από τα ακτινολογικά ευρήματα του ΜΕ2, ο οποίος κατέθεσε ότι κατά την κλινική εξέταση του Ενάγοντος στις 18.2.2016 διαπίστωσε, μεταξύ άλλων, ότι η συγκεκριμένη γέφυρα είχε πρόωρα σημεία επαφής με τα κάτω μπροστινά δόντια, γεγονός το οποίο, μαζί με το προϋπάρχον πρόβλημα σύγκλισης στα πισινά δόντια, προκαλούσε στον Ενάγοντα μόνιμη υπερένταση και υπερδιέγερση στους μασητικούς μυείς όλου του μασητικού συστήματος.[58] Ούτε και η θέση αυτού του ΜΕ2 αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης κατά την αντεξέταση του και την αποδέχομαι. Σχετικά είναι και τα όσα έχω καταγράψει στις παρ. 145 - 146 πιο κάτω. Επομένως, είναι με ασφάλεια που δύναμαι να εξαγάγω ότι ο Ενάγων επισκέφθηκε τον Εναγόμενο 1 κατά την προαναφερθείσα ημερομηνία, 2.3.2015, λόγω προβλημάτων που αντιμετώπιζε με τη γέφυρα, ήτοι, προώρων επαφών με τα κάτω δόντια, τα οποία του προκαλούσαν πόνο. Αποδέχομαι και τη θέση του Ενάγοντος ότι σε αυτή την συνάντηση ο Εναγόμενος 1 τρόχισε τη γέφυρα, θέση η οποία προκύπτει και από τις ίδιες τις αναφορές του Εναγόμενου 1, ότι προχώρησε σε διορθωτικά μέτρα, τα οποία, αφ’ ενός, δεν καθόρισε και, αφ’ ετέρου, δεν διαφώνησε ότι επρόκειτο για τρόχισμα.

 

95. Η θέση του Ενάγοντος ότι στη συνέχεια, στις 30.3.2015, επισκέφθηκε τον Εναγόμενο 1 για τον λόγο ότι η γέφυρα παρουσίαζε κινητικότητα, είναι αποδεκτή και από τον ίδιο τον Εναγόμενο 1. Η θέση του Ενάγοντος ότι επισκέφθηκε τον Εναγόμενο 1 και στις 17.4.2015 γιατί του το ζήτησε για έλεγχο, βρίσκει έρεισμα στη σελ. 19 του Τεκμηρίου 3. Συνεπώς, αποδέχομαι και τις προαναφερθείσες θέσεις του.

 

96. Αποτέλεσε τη θέση του Εναγόμενου 1, ότι ο Ενάγων στις 20.4.2015 δήλωσε ότι τα θέματα είχαν επιλυθεί κατόπιν των προαναφερθέντων διορθωτικών παρεμβάσεων του Εναγόμενου 1. Ούτε και αυτή η θέση με βρίσκει σύμφωνη. Κατά τη σχετική στιχομυθία σύμφωνα με το Τεκμήριο 13, σελ. 19, ρωτά ο Εναγόμενος 1 τον Ενάγοντα, εάν είναι καλύτερη η γέφυρα και ο Ενάγων απαντά, «ναι είναι καλύτερα». Συνεχίζει ο Εναγόμενος 1 και εισηγείται «άφηστην έτσι ακόμα 2 – 3 ημέρες να σιγουρευτούμε ότι τούτη τη φορά είναι οκ και θα σου (τηλεφωνήσω) να έρθεις», στο οποίο ο Ενάγων απαντά «οκ». Δεν προκύπτει ότι ο Ενάγων δήλωσε ότι τα ζητήματα είχαν επιλυθεί. Ούτε και προκύπτει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, με βάση τα πιο πάνω, ο Εναγόμενος 1 αντιλήφθηκε ότι τα προβλήματα είχαν «επιλυθεί» οριστικώς, ως άφησε να νοηθεί κατά τη μαρτυρία του.

 

97. Αντιθέτως, είναι ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 που κατέθεσε ότι περί τον Μάιο του έτους 2015 και πάλιν παρουσιάστηκαν προβλήματα κινητικότητας. Μάλιστα, στα πλαίσια αυτά, ως προκύπτει και από τη σελ. 20 του Τεκμηρίου 3, ο Εναγόμενος 1 πρότεινε στον Ενάγοντα να ξεκολλήσει τη γέφυρα και να την κολλήσει ξανά στις 25.5.2015 και διευθετήθηκε ραντεβού για τον σκοπό αυτό. Στα πλαίσια αυτά, απολογήθηκε στον Ενάγοντα για τη συνεχή ταλαιπωρία.

 

98. Κατέθεσε ο Εναγόμενος 1 ότι αποκόλλησε τη γέφυρα στις 25.5.2015 και την ξανακόλλησε. Ακολούθησαν, κατέθεσε, επτά μήνες χωρίς κανένα πρόβλημα, μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2015. Κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, ο Ενάγων τον επισκεπτόταν κάθε τόσο για έλεγχο, χωρίς να προκύπτει οποιοδήποτε πρόβλημα με τη γέφυρα. Είναι τον Ιανουάριο με Φεβρουάριο του 2016, που ο Ενάγων παραπονέθηκε ξανά για προβλήματα στην κινητικότητα της γέφυρας.

 

99. Ο Ενάγων, από την άλλην, κατέθεσε ότι πράγματι ο Εναγόμενος 1 του είχε αναφέρει ότι θα έπρεπε η (μόνιμη και διορθωμένη πλέον) γέφυρα να αποκολληθεί και να ξανακολληθεί. Όμως αυτό δεν έγινε κατορθωτό. Στην προαναφερθείσα συνάντηση ημερ. 25.5.2015 αφού ο Εναγόμενος 1 προσπάθησε να ξεκολλήσει τη γέφυρα κτυπώντας την με ειδικό εργαλείο, δεν τα κατάφερε. Του είπε να την αφήσουν να ξεκολλήσει μόνη της. Μεταξύ της περιόδου 25.5.2015 και Δεκεμβρίου 2015, αναφέρθηκε σε πέντε άλλες επισκέψεις στον Εναγόμενο 1, που συνδέονταν κατά κύριο λόγο με την κινητικότητα της γέφυρας και ότι ανέμενε ο Εναγόμενος 1 η γέφυρα να ξεκολλήσει από μόνη της.

 

100. Δεν αποδέχομαι τη θέση του Εναγόμενου 1 ότι αποκόλλησε και κόλλησε την γέφυρα στις 25.5.2015. Η θέση του αυτή δεν συνάδει με την ενώπιον μου έγγραφη μαρτυρία. Εξηγώ.

 

101. Από τις συνομιλίες του με τον Ενάγοντα κατά την περίοδο από 26.5.2015 μέχρι το τέλος του Οκτωβρίου του 2015, προκύπτει αβίαστα ότι είναι ο ίδιος που καλούσε τον Ενάγοντα για έλεγχο, σύμφωνα και με τις σχετικές θέσεις του τελευταίου. Η διαπίστωση μου αυτή παρέχει έρεισμα στη θέση του Ενάγοντος ότι στις 7.7.2015, 4.8.2015, 27.10.2015 και 19.11.2015 επισκέφθηκε τον Εναγόμενο 1 για έλεγχο, κατόπιν έκκλησης του ιδίου, την οποία αποδέχομαι. Παρά τούτο, ουδόλως ο Εναγόμενος 1 επεξήγησε σε τι συνίστατο ο έλεγχος αυτός, ως εύλογα θα αναμενόταν, με δεδομένη τη θέση του ότι το ζήτημα της γέφυρας είχε διορθωθεί και κανένα παράπονο εξέφραζε ο Ενάγων.[59] Δεν επεξήγησε για ποιον λόγο οι συνεχείς αυτοί έλεγχοι ήταν αναγκαίοι, κατά την κρίση του. Δεν στέκει στη βάσανο της λογικής ασθενής να μεταβαίνει για μήνες για έλεγχο για μια θεραπεία που έχει ολοκληρωθεί χωρίς κανένα πρόβλημα.

 

102. Ακόμη, η θέση του Εναγόμενου 1 ότι είναι πλέον τον Ιανουάριο - Φεβρουάριο του 2016 που ο Ενάγων παραπονέθηκε εκ νέου για προβλήματα κινητικότητας της γέφυρας, καταρρίπτεται από το περιεχόμενο των μηνυμάτων ημερ. 2.12.2015, επί του Τεκμηρίου 3 (σελ. 23), όπου ο Ενάγων τονίζει «τα δόντια σούζουνται πολύ περισσότερο … λογικά πρέπει να ξεκόλλησαν όλα αλλά δεν θέλω να τα τραβήσω .. όσο πιο σύντομα μπορείς pls.» Ο Εναγόμενος 1 απαντά ότι θα μιλήσουν την επόμενη ημέρα για ραντεβού. Εάν πράγματι δεν ανέμενε ο Εναγόμενος 1 να αποκολληθεί η γέφυρα από μόνη της, σύμφωνα με τη δική του κατάθεση, ευλόγως θα αναμενόταν κάποιου είδους αντίδραση ή απάντηση στην τοποθέτηση του ασθενούς του περί «τραβήγματος» της (μόνιμης και διορθωμένης) γέφυρας από τον ασθενή του. Μάλιστα δε, σε πλήρη αντίφαση με τα όσα κατέθεσε στην παρ. 63 της γραπτής του δήλωσης αναφορικά με τα όσα έλαβαν χώρα στις 25.5.2015, αναφέρει στη σελ. 3 του Τεκμηρίου 46 (έκθεση που συντάχθηκε από τον ίδιο): «Αφού συζητήσαμε μαζί το πρόβλημα που παρουσιάστηκε και εφόσον όπως εσείς αναφέρατε δεν σας παρουσίαζε κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα, αποφασίσαμε μαζί να μην προσπαθήσω να αφαιρέσουμε την γέφυρα, αλλά να επισκέπτεστε την κλινική σε τακτά χρονικά διαστήματα για παρακολούθηση.»

 

103.   Υπό το φως των πιο πάνω, δεν δύναμαι να αποδεχθώ τις σχετικές του θέσεις. Αποδέχομαι τις θέσεις του Ενάγοντος, οι οποίες συνάδουν με τους συνεχείς ελέγχους κατόπιν της επίσκεψης ημερ. 25.5.2015. Είναι σαφές, σύμφωνα και με τη θέση του Ενάγοντος, ότι οι εν λόγω έλεγχοι διενεργούντο ώστε ο Εναγόμενος 1 να ελέγξει κατά πόσο η γέφυρα πράγματι επρόκειτο να αποκολληθεί από μόνη της.

 

104.   Κατά τη θέση ακόμη του Εναγόμενου 1, περί τον Ιανουάριο - Φεβρουάριο του 2016, λόγω κινητικότητας της γέφυρας, προχώρησε σε δεύτερη αποκόλληση και επανακόλλησή της. Η θέση του Ενάγοντος ήταν ότι η γέφυρα αποκολλήθηκε την 1.2.2016 από μόνη της, μαζί με όλους τους άξονες και ότι ο Εναγόμενος 1 του την επανακόλλησε μόνιμα, ξανά, στις 2.2.2016. Η εξέλιξη της αποκόλλησης αποτελεί συνέχεια των γεγονότων ως τα περιέγραψε ο Ενάγων από τις 25.5.2015, θέσεις που έγιναν αποδεκτές, σύμφωνα με τα όσα έχω παραθέσει πιο πάνω. Η θέση του Ενάγοντος περί αποκόλλησης την 1.2.2016, ενισχύεται και από το μήνυμα του ημερ. 2.2.2016 (βλ. σελ. 23 του Τεκμηρίου 3) όπου αναφέρει στις 6:40 π.μ.: «Γιατρέ καλημέρα… τα δόντια εξεκολλήσαν πλήρως … εβγήκαν όλοι οι άξονες μαζί με τα δόντια… σε παρακαλώ να βρεθούμε σήμερα και να ακυρωθεί το αυριανό ραντεβού». Του απάντησε ο Εναγόμενος 1 την ίδια ημερομηνία, «(ν)αι έλα σήμερα να τα κολλήσουμε». Επομένως, αποδέχομαι και αυτές τις θέσεις του Ενάγοντος. Δεν αποδέχομαι τη θέση του Εναγόμενου 1 ότι στο στάδιο αυτό αποκόλλησε μόνος του τη γέφυρα και την επανακόλλησε.

 

105.   Αποτέλεσε τη θέση του Ενάγοντος ότι στις 3.2.2016 την επόμενη ημέρα που του ξανακόλλησε την γέφυρα ο Εναγόμενος 1 καθώς και στις 6.2.2016, 8.2.2016, 16.2.2016, και στις 17.2.2016, αναγκάστηκε να επισκέπτεται τον Εναγόμενο 1 γιατί πονούσε υπερβολικά. Σε όλες αυτές τις επισκέψεις, ο Εναγόμενος 1 συνέχιζε το τρόχισμα. Ο Εναγόμενος 1, αποδεχόμενος τις συχνές επισκέψεις, την αναφορά του Ενάγοντος σε πόνο, καθώς και τα συνεχή τροχίσματα, πρόταξε ότι δεν μπορούσε να διαγνώσει οποιοδήποτε πρόβλημα με τη γέφυρα. Πρόταξε ακόμη ότι ο Ενάγων επέμεινε να προχωρεί σε τροχίσματα, λόγω του ότι είχε την αίσθηση ότι δεν έκλεινε το στόμα του. Οι θέσεις του αυτές δεν αποτέλεσαν αντικείμενο αμφισβήτησης και τις αποδέχομαι.

 

106.   Κατέθεσε ο Ενάγων ότι στις 17.2.2016 αναγκάστηκε να επισκεφθεί τον Εναγόμενο 1 στην κλινική του καθώς και πάλιν πονούσε υπερβολικά. Συνεχίστηκε το τρόχισμα. Συνέχισε ότι:

 

«Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που του επέτρεψα να με υποβάλει σε αυτό το βασανιστήριο. Συζητήσαμε για το πως καταλήξαμε έτσι. Ενώ στην αρχή με διάφορα ψέματα προσπαθούσε να δικαιολογηθεί, αναγκάστηκε να παραδεχθεί ότι όντως υπάρχει πρόβλημα με την κατασκευή της γέφυρας και θα αναλάβει να την αντικαταστήσει με δικό του κόστος. Το πρόβλημα όπως παραδέχθηκε δεν ήταν ότι από το πολύ τρόχισμα είχε τρυπήσει η γέφυρα αλλά από την αρχική κατασκευή της γέφυρας, προκαλούσε πρόβλημα στην σύγκλιση μου. Για να δικαιολογηθεί μου είχε πει ότι δεν φταίει αυτός αλλά o τεχνίτης που την είχε κατασκευάσει. Επειδή του είχα πει ότι δεν αντέχω από τους πολλούς πόνους και την ταλαιπωρία θα πήγαινα σε άλλο οδοντίατρο προφανώς φοβήθηκε για τις όποιες συνέπειες, και μου υποσχέθηκε να αντικαταστήσει την γέφυρα με δικά του έξοδα άμεσα.»[60]

 

107. Από την αντίπερα όχθη, ο Εναγόμενος 1 κατέθεσε ότι στις 17.2.2016 ο Ενάγων τον επισκέφθηκε ως το προγραμματισμένο τους ραντεβού. Κατά τη διάρκεια αυτού, μεταξύ άλλων, ενημέρωσε τον Ενάγοντα για την οφειλή του προς την Εναγόμενη 2. Τον ενημέρωσε ότι για να συνεχίσει να τον παρακολουθεί (πλέον στη δική του κλινική) θα έπρεπε να εξοφλήσει τις οφειλές του προς την Εναγόμενη 2. Ο Ενάγων ξεκίνησε να φωνάζει και να τον απειλεί. Επίσης, τον ενημέρωσε ότι επιθυμεί τη λήξη της συνεργασίας τους. Ανάλογη ήταν και η μαρτυρία της ΜΥ2.

 

108. Σημειώνω εδώ ότι η μαρτυρία της ΜΥ2 εκδήλως διαπνέεται από το στοιχείο της υπερβολής και γενικότητας. Ενώ αναφέρεται σε «βρισιές και απειλές», δεν επεξήγησε σε τί έγκειντο οι απειλές αυτές. Περαιτέρω, δεν συνάδουν οι εκδήλως υπερβολικές της θέσεις με τη μετέπειτα επικοινωνία του Ενάγοντος και του Εναγόμενου 1, ως αυτό επιμαρτυρείται από το Τεκμήριο 3 (βλ. σελ. 25 μέχρι 26), όπου ο Εναγόμενος 1 του ζητά να επικοινωνήσει μαζί του. Δεν συνάδουν ούτε και ως ζήτημα λογικής, με τη θέση του Εναγόμενου 1 ότι κατά την ως άνω συνάντηση διευθετήθηκε και άλλο ραντεβού, στις 26.2.2016 (βλ. σελ. 3, παρ. 3 του Τεκμηρίου 46). Σχετικά παραπέμπω και στην παρ. 46, ανωτέρω.

 

109. Παράλληλα, η προσπάθεια του Εναγόμενου 1 να διασυνδέσει την αντίδραση του Ενάγοντος με το γεγονός ότι του ζητήθηκε να εξοφλήσει τις υποχρεώσεις του έναντι της Εναγόμενης 2, εκφεύγει της λογικής εξέλιξης των πραγμάτων, όπως αυτά έχουν διαμορφωθεί. Αντιθέτως, αναδεικνύει προσπάθεια αποπροσανατολισμού. Το περιστατικό αυτό σαφώς και αποτελούσε την κορύφωση της εξέλιξης των γεγονότων, ως αυτά περιεγράφηκαν από τον Ενάγοντα, επιμαρτυρούνται από το Τεκμήριο 3 και έγιναν αποδεκτά. Στα πλαίσια του εν λόγω περιστατικού, κατέστη σαφές ότι ο Εναγόμενος 1 δεν θα κατάφερνε να ολοκληρώσει τη θεραπεία. Παρά τούτο, αξίωνε την καταβολή πλήρους αμοιβής για τη θεραπεία αυτή. Αυτό προκύπτει αβίαστα και από την δική του παραδοχή ότι πρότεινε στον Ενάγοντα να του αντικαταστήσει τη γέφυρα, η οποία στο μεσοδιάστημα είχε πρόσθετα τρυπήσει και φθαρεί. Επομένως, ακόμη και εάν η αντίδραση του Ενάγοντος ήταν έντονη, δεν αναιρεί το προαναφερθέν ιστορικό της εκτέλεσης της επίδικης θεραπείας. Υπό το φως των πιο πάνω αλλά και υπό το φως της ευρύτερης εικόνας της αξιοπιστίας των μαρτύρων ενώπιον του Δικαστηρίου, αποδέχομαι την πιο πάνω εκδοχή του Ενάγοντος. Δεν αποδέχομαι την εκδοχή του Εναγόμενου 1.

 

110. Επιχείρησε η πλευρά των Εναγόμενων να πλήξει την αξιοπιστία του Ενάγοντος, στη βάση του ότι ενώ αντέδρασε έντονα στις 17.2.2016, εντούτοις, μετέπειτα ρώτησε τον Εναγόμενο 1 πόσο στοιχίζουν τα εμφυτεύματα, ενώ στις 24.2.2016, επισκέφθηκε και τον Εναγόμενο 3 και άλλους οδοντιάτρους για εξέταση. Δεν δύναμαι να υιοθετήσω αυτή την προσέγγιση. Οι ως άνω κινήσεις του Ενάγοντος ενισχύουν περαιτέρω το αξιόπιστο της εκδοχής του. Τούτο διότι αναδεικνύουν είναι πρόσωπο που απελπισμένα προσπαθεί να αντιληφθεί τι είναι αυτό που του συνέβη και να το λύσει οριστικώς, μιας και υπέφερε, σύμφωνα με τη θέση του, για περίοδο δύο ετών. Αυτές ήταν και οι επεξηγήσεις του κατά την αντεξέταση του επί του σημείου, οι οποίες τη βάση των ως άνω περιστάσεων κρίνονται εύλογες και τις αποδέχομαι.

 

111. Σημειώνω εδώ ότι το σύνολο των πιο πάνω αναφορών του καταδεικνύει ότι ουδόλως ο Ενάγων ήταν αποπροσανατολισμένος ως προς το τί έλαβε χώρα κατά την επίδικη θεραπεία, σύμφωνα με την σχετική εισήγηση της πλευράς των Εναγόμενων. Ήταν απολύτως ακριβής, αλλά, και, δίκαιος και ακριβής ακόμη και έναντι του Εναγόμενου 1 με την ειλικρίνεια που σαφώς τον διακατείχε, με το σύνολο των θέσεων του να στηρίζονται και επί του περιεχομένου του Τεκμηρίου 3. Στη βάση και της ευρύτερης αξιόπιστης εικόνας του ως μάρτυρα ενώπιον του Δικαστηρίου, αποδέχομαι τη μαρτυρία του εν σχέσει με το ιστορικό των επισκέψεων του στον Εναγόμενο 1 και την εκτέλεση της επίδικης θεραπείας, σε όλα τα ουσιώδη σημεία της. Από την άλλην, ο Εναγόμενος 1 δεν κατέθεσε με αντίστοιχη ακρίβεια, σε μια προσπάθεια υποβάθμισης της έκτασης της ταλαιπωρίας στην οποία υποβλήθηκε ο Ενάγων κατά την εκτέλεση της επίδικης θεραπείας. Χαρακτηριστικό είναι ότι σε υποβολή του κ. Ροτσίδη ότι ουδέποτε κατάφερε να ολοκληρώσει τη θεραπεία, απάντησε, μεταξύ άλλων, ότι το 90% των επισκέψεων αφορούσαν απλούς ελέγχους (“check ups” [61]), θέση που καταρρίπτεται από τα όσα έχουν παρατεθεί πιο πάνω. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, αλλά και για τους λόγους που έχουν καταγραφεί εν σχέσει με την ευρύτερη μη αξιόπιστη εικόνα του ως μάρτυρος ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν αποδέχομαι τις θέσεις του, στην έκταση που διαφοροποιούνται από τις θέσεις του Ενάγοντος, ως έχει επεξηγηθεί πιο πάνω.

 

112. Σημειώνεται ακόμη ότι ο ΜΕ2 εξέτασε τον Ενάγοντα, σύμφωνα με την ενώπιον μου αδιαμφισβήτητη μαρτυρία, μία ημέρα κατόπιν της προαναφερθείσας τελευταίας συνάντησης του Ενάγοντος και του Εναγόμενου 1, στις 18.2.2016, ECLI:CY:AD:2016:D147. Εκεί ο ΜΕ2, προέβη σε κλινική του εξέταση και διαπίστωσε, μεταξύ άλλων, κινητικότητα και αστάθεια στη γέφυρα.[62] Η θέση του αυτή δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του και την αποδέχομαι. Πρόσθετα, η θέση του αυτή παρέχει ανεξάρτητο και πρόσθετο έρεισμα στο σύνολο των θέσεων του Ενάγοντος που αφορούν στην κινητικότητα της γέφυρας. Με βάση όμως το προαναφερθέν κλινικό εύρημα του ΜΕ2, συνάγεται ότι η κινητικότητα της γέφυρας αποτελούσε στοιχείο που ουδέποτε επιλύθηκε οριστικά από τον Εναγόμενο 1. Τούτο με δεδομένο το γεγονός ότι η κινητικότητα και αστάθεια της γέφυρας, αποτελούσε στοιχείο το οποίο εντοπίστηκε μετά την τελευταία συνάντηση του Ενάγοντος με τον Εναγόμενο 1, θέση που επίσης δεν αμφισβητήθηκε και την αποδέχομαι.

 

113. Μνεία έγινε από τους συνηγόρους των Εναγόμενων, ότι ο Ενάγων, στο τέλος της αντεξέτασης του, κατέθεσε ότι άκουσε από γνωστό του πρόσωπο, ότι ο Εναγόμενος 1 μαζί με ένα τρίτο πρόσωπο «έσπαζαν πλάκα» εις βάρος του, ήθελαν να του κάνουν κακό, διερωτώμενος αν ήθελαν και να τον σκοτώσουν. Κατά την εισήγηση τους, η αναφορά αυτή εκθεμελιώνει την όλη δικογραφημένη θέση του Ενάγοντος και καθιστά τη μαρτυρία ακροσφαλή και προϊόν παραλογισμού. Ούτε και η προαναφερθείσα θέση με βρίσκει σύμφωνη. Η θέση αυτή τέθηκε κατόπιν υποβολής ότι ο Εναγόμενος 1 συνόδευσε τον Ενάγοντα στις Πρώτες Βοήθειες από υπερβάλλοντα ζήλο και αίσθημα φροντίδας που τον διακατείχε, έναντι του Ενάγοντος. Επιχείρησε ο Ενάγων με την ως άνω  τοποθέτηση του να αναδείξει ως ο ίδιος κατέθεσε την άποψη του για «την ποιότητα του ανθρώπου του Εναγόμενου 1». Εξέφρασε στα πλαίσια αυτά μια υποψία την οποία διατηρεί με βάση τα λεχθέντα ενός γνωστού του. Σαφώς η αναφορά του έγινε στα πλαίσια του αισθήματος της αδικίας που αισθάνεται έναντι του Εναγόμενου 1 και προσπάθειας του Ενάγοντος για κατανόηση και εκλογίκευση της ταλαιπωρίας που υπέστη στα πλαίσια της επίδικης θεραπείας. Δεν αναίρεσε καθ’ οιονδήποτε τρόπο τα όσα είχε προηγουμένως αναφέρει, ώστε να τίθεται ζήτημα εκθεμελίωσης της υπόθεσης του, με βάση και μόνο την αναφορά του αυτή. Δεν δύναμαι συνεπώς να αποδεχθώ την εν λόγω εισήγηση των συνηγόρων. Διευκρινίζω ότι σαφώς δεν δύναμαι ευλόγως να αποδώσω και δεν αποδίδεται οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτή την υποψία του Ενάγοντος, για σκοπούς επίλυσης των επίδικων θεμάτων, ενόψει της γενικότητας που τη διέπει.

 

 

(ζ) Αξιολόγηση μαρτυρίας ως προς τη θεραπεία που έλαβε από τον ΜΕ2

 

114. Στο πλαίσιο της γραπτής του δήλωσης, ο ΜΕ2 παρέθεσε τα κλινικά ευρήματα του κατά την πρώτη επίσκεψη του Ενάγοντος στις 18.2.2016, τα ακτινολογικά του ευρήματα κατόπιν πανοραμικής ακτινογραφίας που λήφθηκε την ίδια ημερομηνία (Τεκμήριο 20), καθώς και τα ευρήματα του όταν ο ίδιος αφαίρεσε τη γέφυρα που τοποθέτησε ο Εναγόμενος 1. Στις λεπτομέρειες αυτών, θα αναφερθώ στα πλαίσια αξιολόγησης των ενώπιον μου ιατρικών συμπερασμάτων, στη σχετική ενότητα πιο κάτω.

 

115. Ακολούθως, συνέστησε συγκεκριμένο πλάνο θεραπείας, το οποίο αποτυπώθηκε εγγράφως δυνάμει του Τεκμηρίου 10, με το οποίο ο Ενάγων συμφώνησε. Όταν αποτάθηκε ο Ενάγων στον ΜΕ2, δεν υπήρχαν δόντια στις θέσεις 11 και 22. Στο δόντι 22 είχε γίνει εξαγωγή από τον ίδιο τον Εναγόμενο 1 στις 30.6.2014, ενώ το δόντι 11 δεν υπήρχε κατά τον χρόνο που ο Ενάγων αποτάθηκε στον Εναγόμενο 1. Οι ως άνω θέσεις του επιβεβαιώθηκαν και από τον ίδιο τον Ενάγοντα, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο αμφισβήτησης και τις αποδέχομαι. Σε σχέση με τη θεραπεία που εφάρμοσε σημείωσε τα εξής:

 

(α)  Στην πρώτη φάση αφαιρέθηκαν τα δόντια 46, 47, 12 και 23 καθώς και τα προβλήματα στις θέσεις 11 και 22. Σημείωσε ότι από τον στοματοχειρουργό της κλινικής, χειρουργήθηκε η μεγάλη ενδοοστική κύστη κάτω από το δόντι 46, και τοποθετήθηκε βιομοσχεύμα κόκκαλο και κολλαγόνο στην περιοχή. Τα δόντια 13 και 21 ενώ παρουσίαζαν πολύ κοντούς ενδοριζικούς άξονες, αποφάσισε να τα διατηρήσει.

 

(β) Στη δεύτερη φάση τοποθετήθηκαν έξι εμφυτεύματα Megagen στις θέσεις 11, 12, 22 και 23 και στις θέσεις 46 και 47 τα οποία τοποθετήθηκαν έναν χρόνο αργότερα, ώστε να υπάρξει πλήρης επούλωση της περιοχής που είχε εντοπιστεί η μεγάλη ενδοοστική κύστη και το κόκκαλο να μπορεί να δεχτεί τα εμφυτεύματα. Τα εμφυτεύματα παρέμειναν ανενόχλητα για οκτώ εβδομάδες ώστε να υπάρξει υγιής και πλήρης οστεοενσωμάτωσή τους με το οστούν της γνάθου.

 

(γ) Στην τρίτη φάση αλλάχθηκαν όλες οι υπάρχουσες γέφυρες ή κορώνες που μέχρι εκείνη την στιγμή είχε στο στόμα ο Ενάγων. Ειδικότερα, αλλάχθηκαν 20 κορώνες στα δόντια 17 - 13, 21, 24 - 26 και 45 -36. Όλες οι νέες κορώνες έγιναν ολοκεραμικές με το υλικό Emax, εκτός των δοντιών 13 και 21 που οι κορώνες λόγω των μεταλλικών ενδοριζικών άξονων έγιναν μεταλλοκεραμικές. Σε αυτή τη φάση ολοκληρώθηκαν και οι προσθετικές εργασίες οι οποίες φόρτισαν τα εμφυτεύματα που τοποθετήθηκαν στη δεύτερη φάση. Δηλαδή, μία μεταλλοκεραμική γέφυρα δύο τεμαχίων στα εμφυτεύματα 46 και 47, μία μεταλλοκεραμική γέφυρα δύο τεμαχίων στα εμφυτεύματα 11 και 12 και δύο κορώνες μεταλλοκεραμικές στα εμφυτεύματα 22 και 23. Με την ολοκλήρωση της τρίτης φάσης διορθώθηκε και η σύγκλιση του ασθενούς. Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι μόνο τα δόντια 13 μέχρι 23 (τα έξι μπροστινά δόντια) αφορούσαν τη θεραπεία που είχε κάνει ο Εναγόμενος 1.

 

116.   Η ως άνω μαρτυρία του ΜΕ2, πλην μίας πτυχής, αυτής των κοντών ενδοριζικών αξόνων, παρέμεινε αναντίλεκτη και στηρίζεται στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 10, η αυθεντικότητα του οποίου δεν αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης. Το ζήτημα των κατ’ ισχυρισμό κοντών ενδοριζικών αξόνων, αποτελεί αντικείμενο εξέτασης στις παρ. 158 – 174 πιο κάτω. Αντικείμενο εξέτασης των ιατρικών συμπερασμάτων, αποτελούν και οι λόγοι που οδήγησαν τον ΜΕ2 να διατηρήσει τα δόντια 13 και 21. Κατά τα λοιπά, συνεπώς, αποδέχομαι τις ως άνω θέσεις του ΜΕ2.

 

117.   Επιχείρησε να αναδείξει η πλευρά των Εναγόμενων το γεγονός ότι η θεραπεία του ΜΕ2 διήρκησε 26 μήνες, στοιχείο το οποίο αναδεικνύει ότι δεν ήταν παράλογο το χρονικό διάστημα που υποβαλλόταν ο Ενάγων σε θεραπεία από τον Εναγόμενο 1. Δεν δύναμαι να υιοθετήσω τη θέση αυτή. Όπως ο ΜΕ2 επεξήγησε με λεπτομέρεια και σαφήνεια,[63] το δικό του πλάνο θεραπείας (Τεκμήριο 10), δεν αφορούσε μόνο τα μπροστινά δόντια 12 – 23 και την εφαρμογή μιας μόνο γέφυρας, αλλά μια ολική αποκατάσταση όλων των δοντιών του ασθενούς, με εμφυτεύματα. Συγκεκριμένα, η ολική θεραπεία σύμφωνα με το Τεκμήριο 10, περιλάμβανε 24 δόντια και αποπερατώθηκε μέσα σε 20 επισκέψεις, ως τεκμηριώνεται από το ιστορικό επισκέψεων (Τεκμήριο 28). Από εκεί προκύπτει, ότι η θεραπεία ξεκίνησε στις 30.3.2016 και ολοκληρώθηκε στις 7.9.2016. Τον Αύγουστο, ως επεξήγησε, δεν εργάζεται, οπότε η θεραπεία διήρκησε τέσσερις μήνες και όχι 26. Από τις 7.9.2016, ξεκίνησε ξανά η θεραπεία στις 13.3.2018, τοπικά, όπου κάτω δεξιά κινήθηκε για θεραπεία εμφυτευμάτων στις περιοχές των δοντιών 46 και 47. Ο λόγος που αναμένονταν 18 μήνες πριν συνεχίσει τη θεραπεία με εμφυτεύματα στη συγκεκριμένη περιοχή, ήταν ότι αναμενόταν η επούλωση και αποθεραπεία ακτινολογικά της μεγάλης κύστης που βρισκόταν κάτω από το δόντι 46. Η συγκεκριμένη θεραπεία των εμφυτευμάτων στις περιοχές των δοντιών 46 και 47, περατώθηκε στις 21.5.2018. Παρέμεινε πλήρως σταθερός στις πιο πάνω θέσεις του, οι οποίες στηρίζονται στο περιεχόμενο των Τεκμηρίων 10 και 28 και συνεπώς τις αποδέχομαι.

 

 

(η) Θέσεις ως προς τον πόνο και την ταλαιπωρία του Ενάγοντος και κόστος θεραπείας

 

118. Κατά την εξιστόρηση των γεγονότων από τον Ενάγοντα, κατέθεσε ότι υπέφερε καθ΄ όλη τη διάρκεια της εκτέλεσης της επίδικης θεραπείας από αφόρητους και συνεχείς πόνους στην άνω γνάθο, πονόδοντους, πονοκεφάλους, πρήξιμο στο στόμα και δυσφορία. Παρέμεινε πλήρως σταθερός στις εν λόγω θέσεις του, οι οποίες βρίσκουν έρεισμα και στις συνεχείς παρεμβάσεις του Εναγόμενου 1 στα δόντια του, ως περιεγράφηκαν πιο πάνω. Πρόσθετα, βρίσκουν έρεισμα και στα ευρήματα του ΜΕ2 ο οποίος, ως κατέθεσε, κατόπιν κλινικής του εξέτασης διαπίστωσε ότι είχε πρόωρη σύγκλιση μπροστά και γενικότερα, κακή σύγκλιση στοιχείο που, ως επίσης κατέθεσε, προκαλούσε τα συμπτώματα αυτά. Χαρακτηριστικό είναι το εξής απόσπασμα από τη μαρτυρία του ΜΕ2:

 

«Ο ασθενής όταν ήρθε σε εμένα τον Φεβρουάριο του 2016 ίδρωνε, ήταν ιδρωμένος. Έκαμε μου τρομερή εντύπωση ότι μέσα στον χειμώνα τούτος ο άνθρωπος που το tension που είχε, ίδρωνε. Και ίδρωνε διότι δεν εμπορούσε να έβρει μια θέση να κλείσει τα δόντια του και να έχει ηρεμία σύγκλισης, που ήταν πάρα πολύ σημαντικό. Είναι το πιο σημαντικό πράγμα σε ένα άτομο όσον αφορά το μασητικό του σύστημα, είναι να μπορεί να βρίσκει θέση ηρεμίας τζιαι σωστή σύγκλισης ώστε οι μύες που εν όλοι συνδεδεμένοι με τούτον όλο το όργανο να βρίσκονται σε ηρεμία και όχι σε μόνιμο tension. Όταν ήρθε κοντά μας ήταν συνέχεια ιδρωμένος τζιαι σε κατάσταση που τον έβλεπες ότι ήταν uneasy, ήταν ανήσυχος, δεν έβρισκε ηρεμία ο άνθρωπος. Πράγμα που σταμάτησε μετά που τελειώσαμε τη θεραπεία μας.»[64]

 

119. Ανέδειξε ακόμη ότι υπέστη άγχος και ταλαιπωρία συνεπεία της αχρείαστης θεραπείας που τον υπέβαλε ο Εναγόμενος 1, όπως συνεχή τροχίσματα και αχρείαστες επισκέψεις. Η ταλαιπωρία του Ενάγοντος από τα ανωτέρω είναι σαφής και αυταπόδεικτη. Το στοιχείο αυθορμητισμού και έντασης που τον διακατείχε κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, αντανακλούσε τη γνησιότητα για την ταλαιπωρία και τους πόνους που αισθάνθηκε ότι υπέστη[65] και δεν συνάδει με εκμετάλλευση των γεγονότων όπως εξελίχθηκαν, σύμφωνα με τη σχετική θέση του Εναγόμενου 1.[66] Οι θέσεις του ως προς τους πόνους και την ταλαιπωρία που αντιμετώπιζε, βρίσκουν έρεισμα και στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3. Συνεπώς, αποδέχομαι τις θέσεις του Ενάγοντος επί του σημείου.

 

120. Αποτέλεσε ακόμη τη θέση του ότι οι πόνοι και η δυσφορία αποκαταστάθηκαν μόνο με την αφαίρεση της γέφυρας που τοποθέτησε ο Εναγόμενος 1 στο στόμα του, από τον ΜΕ2, στα πλαίσια εκτέλεσης της δικής του θεραπείας.[67] Η θέση αυτή επιβεβαιώθηκε και από τον ΜΕ2 (βλ. παρ. 118 πιο πάνω) και την αποδέχομαι.

 

121. Πρόταξε ότι τα πιο πάνω επηρέασαν την κοινωνική του ζωή και την εργασία. Όμως, οι εν λόγω θέσεις του απέμειναν στη σφαίρα της γενικότητας και δεν δύναμαι να εξαγάγω οιαδήποτε συγκεκριμένα συμπεράσματα στη βάση αυτών. Συνεπώς, δεν δύναμαι να αποδώσω οιαδήποτε βαρύτητα στις εν λόγω θέσεις του. 

 

122. Αποτέλεσε τη θέση του Ενάγοντος ότι το κόστος για τις επιδιορθωτικές εργασίες που εκτέλεσε ο ΜΕ2 σε σχέση με τη γέφυρα που τοποθέτησε ο Εναγόμενος 1, ανήλθε στο ποσό των €3.900. Ο ΜΕ2 κατέθεσε ότι το συνολικό κόστος της διορθωτικής θεραπείας ανήλθε στο ποσό των €11.900, αλλά το κόστος που σχετίζεται με την αποκατάσταση των ελαττωματικών εργασιών που προκάλεσε ο Εναγόμενος 1, ανήλθε στις €3.900.[68] Κατά το στάδιο των αγορεύσεων, προωθήθηκε από την πλευρά των Εναγόμενων η θέση ότι με βάση το Τεκμήριο 28 (ιστορικό επισκέψεων του Ενάγοντος στον ΜΕ2), το μοναδικό ποσό που σχετίζεται με την προγενέστερη θεραπεία του Εναγόμενου 1, είναι το ποσό των €1.000 που αφορά την κοπή της γέφυρας. Ο ΜΕ2 κατά την αντεξέταση του διευκρίνισε ότι στις 10.3.2016, λήφθηκαν αποτυπώματα της πάνω και κάτω γνάθου για να ελεγχθεί το πρόβλημα της σύγκλισης που υπήρχε. Δεν υποβλήθηκε στον ΜΕ2 ότι τα πιο πάνω διαβήματα δεν ήταν αναγκαία για σκοπούς επιδιόρθωσης των προβλημάτων στο στόμα του Ενάγοντος που προξενήθηκαν από την επίδικη θεραπεία. Είναι αφού λήφθηκαν τα εν λόγω αποτυπώματα, που ο ΜΕ2 προχώρησε στην αποκοπή της γέφυρας, στις 30.3.3016. Συνεπώς, δεν με βρίσκει σύμφωνη η ως άνω εισήγηση της πλευράς των Εναγόμενων. Παρά τούτο, δεν εντοπίζεται από πού προκύπτει το εναπομείναν ποσό των €400 (από το ποσό των €3.900 που αξιώνεται). Συνεπώς, καταλήγω ότι το ποσό το οποίο τεκμηριώνεται ότι συνδέεται με την επιδιόρθωση της θεραπείας του Εναγόμενου 1, είναι το συνολικό ποσό των €3.500.

 

123.   Στρέφομαι σε αξιολόγηση των ενώπιον μου ιατρικών θέσεων και συμπερασμάτων των εμπειρογνωμόνων, Δρος Ταραμίδη και Δρος Παπαδόπουλου, ΜΕ2 και ΜΥ3.

 

 

VI. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΩΝ

 

124. Οι θέσεις των εμπειρογνωμόνων ΜΕ2 και ΜΥ3, περιστράφηκαν γύρω από τα εξής ερωτήματα: 

 

(α) Κατά πόσο η τοποθέτηση γέφυρας επί αξόνων στα έξι μπροστινά δόντια του Ενάγοντος, αποτελούσε ενδεδειγμένο πλάνο θεραπείας με βάση τα δεδομένα που είχαν ενώπιον τους οι Εναγόμενοι·

 

(β) Κατά πόσο η θεραπεία εκτελέστηκε με τον ενδεδειγμένο τρόπο. Λόγος έγινε για ατελείς άξονες, κενά μεταξύ της γέφυρας και των δοντιών, κινητικότητα της γέφυρας, αποκόλλησή της και αποκόλληση των αξόνων·

 

(γ) Κατά πόσο ο Εναγόμενος 1 όφειλε να αφαιρέσει την κύστη κάτω από το δόντι 46·

 

(δ) Κατά πόσο ο Εναγόμενοι 1 και 3, προκάλεσαν κατάγματα στα δόντια του Ενάγοντα στις θέσεις 12, 13 και 23·

 

(ε) Κατά πόσο ο Εναγόμενος 1 προκάλεσε την απώλεια του δοντιού 22· και

 

(στ) Κατά πόσο ο Εναγόμενος 1 με τις ενέργειες του, προκάλεσε την καταστροφή της οδοντικής ρίζας στο δόντι 12.

 

(α)   Κατά πόσο η τοποθέτηση γέφυρας αποτελούσε ενδεδειγμένο πλάνο θεραπείας με βάση τα δεδομένα που ο Εναγόμενος 1 είχε ενώπιον του

 

 

i.             Σύνοψη εκατέρωθεν θέσεων

 

125.   Κατέθεσε ο ΜΕ2 ότι τα δόντια 13, 12, 21, 22 και 23 είχαν λίγο υλικό δοντιού υπερουλικά (πάνω από το ούλο), γεγονός το οποίο τα έθετε κακούς υποψήφιους για συγκράτηση μόνιμης γέφυρας. Τούτο διότι, όπως διευκρίνισε και κατά την αντεξέταση του, τα όρια της γέφυρας πρέπει να έχουν επαφή με συμπαγές υλικό δοντιού και όχι άξονες.[69] Γι’ αυτό και η μικρότερη παρουσία υλικού δοντιού υπερουλικά για δημιουργία καλών συνθηκών τοποθέτησης μιας ακίνητης γέφυρας είναι περίπου τα δύο χιλιοστά (mm). Συνέχισε ότι στο Τεκμήριο 13, φαίνεται ότι δεν υπήρχε καθόλου συμπαγές υλικό δοντιού υπερουλικά και αυτό θέτει την επιλογή αυτού του πλάνου θεραπείας λανθασμένη. Γέφυρες δεν μπαίνουν πάνω σε ρίζες αλλά σε δόντια που έχουν κάποιο κολόβωμα. Προς υποστήριξη της θέσης του, παρέπεμψε στο Τεκμήριο 23, απόσπασμα συγγράμματος «Ακίνητη Επανορθωτική Οδοντριατρική» του Δημήτριου Ανδριτσάκη, όπου παρουσιάζονται φωτογραφίες που θα μπορούσαν να συγκριθούν με την φωτογραφία του Ενάγοντα που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 13, για να διαφανεί ότι δεν θα έπρεπε ο Εναγόμενος 1 να είχε προχωρήσει στην χρήση αυτών των συγκεκριμένων δοντιών, και ιδιαίτερα των δοντιών 12, 22 και 23, που τελικά δεν ήταν δόντια αλλά μόνο προβληματικές ρίζες. Δια ζώσης διευκρίνισε ότι οι δυνάμεις της γέφυρας θα πρέπει να διοχετεύονται στο ίδιο το δόντι και όχι πάνω στον άξονα, γιατί η τοποθέτηση της γέφυρας θα τους αποσυνδέσει από το δόντι.

 

126.   Αντεξεταζόμενος, επανέλαβε τις θέσεις του. Ερωτηθείς κατά πόσο διατηρήθηκε ο κανόνας των δύο μιλιμέτρων με βάση το Τεκμήριο 13, απάντησε αρνητικά, επεξηγώντας ότι το γεγονός αυτό ήταν έκδηλο όταν ο ίδιος έκοψε τη γέφυρα.[70] Ερωτηθείς σχετικά, σημείωσε ότι η τεχνική “vertical preparation” χρησιμοποιείται όταν υπάρχει το σωστό κολόβωμα, που εν προκειμένω δεν υπήρχε.[71] Κατά την κρίση του ΜΕ2, η επίδικη θεραπεία δεν θα έπρεπε να προταθεί στον Ενάγοντα. Η μόνη θεραπεία που θα έπρεπε να του είχε προταθεί είναι η τοποθέτηση εμφυτευμάτων, θεραπεία που διενήργησε ο ίδιος μεταγενέστερα. Η θεραπεία που διενήργησε ο Εναγόμενος 1, ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία, εξ υπαρχής. Υπήρχαν, πρόσθεσε, σοβαρά θέματα σύγκλισης που θα έπρεπε να επιλυθούν προτού αξιολογηθεί οποιαδήποτε θεραπεία στο στόμα του Ενάγοντος.

 

127.   Αποτέλεσε από την αντίπερα όχθη τη θέση του ΜΥ3, ότι μελετώντας τα Τεκμήρια 4(1), 4(2) και 13, πράγματι, η ιδανικότερη θεραπεία θα περιλάμβανε: (α) την εξαγωγή όποιων εκ των έξι μπροστινών δοντιών δεν θα μπορούσαν να διασωθούν και την τοποθέτηση εμφυτευμάτων σε αυτές τις θέσεις, (β) την εξαγωγή των κυστών που παρουσιάζονται και ειδικότερα της κύστης κάτω από τα δόντια 46 και 47 (τοποθετώντας ενδεχομένως εμφυτεύματα και σε ορισμένα από τα πίσω δόντια, συμπεριλαμβανομένων των δοντιών 46 και 47) και (γ) την ολική αποκατάσταση του στόματος του Ενάγοντα, η οποία θα συμπεριλάμβανε τόσο τα μπροστινά όσο και τα πισινά δόντια, την επιδιόρθωση υφιστάμενων οδοντιατρικών εργασιών και φθορών. Εναλλακτικά, θα μπορούσε να γίνει απόπειρα εξαγωγής των όποιων από τα 6 μπροστινά δόντια δεν μπορούσαν να διασωθούν, να τοποθετηθούν άξονες και στην συνέχεια να τοποθετηθεί γέφυρα στα 6 μπροστινά δόντια. Η συγκεκριμένη θεραπεία ενέχει ρίσκα και ενδέχεται να προκληθούν επιπλοκές, ωστόσο, είναι μία απόλυτα ορθή επιλογή, η οποία ακολουθείται από πάρα πολλούς οδοντίατρους, ιδιαίτερα όταν το οικονομικό ζήτημα συνιστά σημαντικό παράγοντα για τον ασθενή. Συνέχισε ότι σε περίπτωση που επεξηγήθηκαν στον ασθενή τα ρίσκα και κίνδυνοι της, τότε εναπόκειται στον ίδιο τον ασθενή να επιλέξει σε ποιαν από τις δύο θεραπείες επιθυμεί να υποβληθεί, αφ' ης στιγμής και οι δύο θεραπείες είναι κατ' αρχήν (in principle) ιατρικά ορθές και ενδεδειγμένες.

 

128.   Αντεξεταζόμενος, σε υποβολή του κ. Ροτσίδη ότι η μοναδική ορθή θεραπεία που θα έπρεπε να εφαρμοστεί εξ αρχής είναι αυτή που ο ίδιος περιέγραψε ως την ιδανικότερη θεραπεία, επανέλαβε τη θέση του ότι επρόκειτο για την ιδανικότερη αλλά όχι τη μόνη λύση. Αποδέχθηκε την εισήγηση του κ. Ροτσίδη ότι αυτή ήταν και η θεραπεία που ακολουθήθηκε από τον ΜΕ2 χωρίς κανένα πρόβλημα, προβάλλοντας όμως ότι έγινε ένας τρόπος θεραπείας, μετά είδαν κάποια προβλήματα και μετά την πρώτη θεραπεία που ακολουθήθηκε ο ασθενής συνειδητοποίησε ότι η επιλογή που ίσως του εισηγήθηκε ο γιατρός του ήταν η καλύτερη επιλογή. Με παραπομπή στο Τεκμήριο 13 και κατόπιν υποβολής του κ. Ροτσίδη ότι δεν υπάρχουν ούτε κολοβώματα ούτε τίποτα για να στηρίξουν τη γέφυρα, είναι μόνο ρίζες, απάντησε ότι εάν καθαρίσουμε το μαλακό μέρος του δοντιού, την τερηδόνα και είμαστε ακόμα και ίσο ύψος με τα όλα μπορεί να στηριχτούν γέφυρες. Αναφέρθηκε επίσης και στην μέθοδο “Vertical Preparation Technique” που κατά τη θέση του υιοθέτησε ο Εναγόμενος στην περίπτωση του Εναγόμενου 1.

 

 

ii.            Αξιολόγηση εκατέρωθεν θέσεων ως προς την καταλληλότητα της προτεινόμενης θεραπείας με γέφυρα

 

 

Απουσία επαρκούς οδοντικού υλικού στα έξι μπροστινά δόντια

 

129.   Ο ΜΕ2 παρέμεινε πλήρως σταθερός στις ως άνω θέσεις του, παρέχοντας σαφείς και πλήρεις επεξηγήσεις,[72] παραπέμποντας σε σωρεία λεπτομερειών και στοιχείων, όπως στα Τεκμήρια 13 και 23. Οι θέσεις του ήταν κατανοητές για το Δικαστήριο και εναρμονίζονται με τη λογική των πραγμάτων, ήτοι, με την ανάγκη διασφάλισης μόνιμης συγκράτησης της γέφυρας.

 

130.   Από την αντίπερα όχθη, οι τοποθετήσεις του ΜΥ3 διαπνέονταν από ασάφεια και γενικές τοποθετήσεις. Ο ΜΥ3 περιοριζόταν στη θεωρία των πραγμάτων, χωρίς να συνδέει επαρκώς τη θεωρία με την υπό κρίση περίπτωση του Ενάγοντα. Ως ο ίδιος ανέφερε είναι «κατ’ αρχήν» (in principle) που θα μπορούσε η τοποθέτηση γέφυρας να προταθεί ως θεραπεία. Παρά την εκτενή αντεξέταση του επί του σημείου, οι απαντήσεις του ήταν εξίσου θεωρητικές. Για παράδειγμα, σε υποβολή του κ. Ροτσίδη ότι εν προκειμένω, υπήρχαν ρίζες και όχι δόντια, κατέθεσε ότι το δόντι αποτελείται και από το κολόβωμα, το οποίο είναι αυτό που είναι έξω από τα ούλα. Μπορεί να υπάρχουν ρίζες που είναι ένα ή δύο χιλιοστά πάνω από τα ούλα και ότι αυτό είναι κάτι που μπορεί να επιδιορθωθεί. Δεν διασύνδεσε όμως την συγκεκριμένη περίπτωση του Ενάγοντα με την ως άνω θεώρησή του. Δεν τοποθετήθηκε ως προς το κατά πόσο μπορούσε να επιδιορθωθεί το ζήτημα στην περίπτωση του Ενάγοντος. Δεν διευκρίνισε ούτε και τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να «επιδιορθωθεί».

 

131.   Στο σημείο αυτό, ο κ. Ροτσίδης του υπέδειξε το Τεκμήριο 13 στα πλαίσια, προφανώς, της προσπάθειας του συνηγόρου να καλέσει τον ΜΥ3 να τοποθετηθεί επί της συγκεκριμένης περίπτωσης του Ενάγοντα. Του υπέβαλε ότι εδώ δεν έχουμε ούτε κολοβώματα που να μπορούσαν να στηρίξουν τη γέφυρα, βλέπουμε μόνο ρίζες. Αντιμέτωπος με την εισήγηση αυτή, δεν τοποθετήθηκε ως προς το κατά πόσο πράγματι βλέπουμε μόνο ρίζες. Κατέθεσε ότι «η επιστημονική μου άποψη είναι ότι εάν καθαρίσουμε .. εάν καθαρίσουμε το μαλακό μέρος του δοντιού, την τερηδόνα και είμαστε ακόμα και ίσο ύψος με τα ούλα μπορεί να στηριχτούν γέφυρες είτε ένα δόντι είτε δύο, όσα περισσότερα όσο το καλύτερο.»[73]  Δεν επεξήγησε σε τί αφορά η αναφορά του σε «μαλακό μέρος του δοντιού», με ποιον τρόπο η «τερηδόνα» συνδέεται με το ερώτημα που του τέθηκε και κατά πόσο η ως άνω θεώρησή του εφαρμόστηκε στην υπό κρίση περίπτωση. Και πάλιν περιορίστηκε σε ένα θεωρητικό, αλλά, και ασαφές πλαίσιο απαντήσεων. Σε υποβολή του κ. Ροτσίδη ότι εν προκειμένω, «δεν μιλούμε για διάσωση φυσικών δοντιών, εδώ μιλούμε για απόπειρα χρήσης μη αποκαταστάσιμων ριζών για να στηρίζουμε γέφυρα», κατέφυγε στην εξής τοποθέτηση: «Και εγώ σας λέω ότι το 1989 είχα έναν ασθενή που είχε 4 δόντια όλο το στόμα μπροστά –πίσω, του είπα ‘θα κρατήσουν μερικά χρόνια τα δόντια σου’ και ακόμα τον βλέπω και χαμογελά. Έπρεπε να του βγάλω τα δόντια και να πάω για εμφυτεύματα γιατί ήθελα να γίνω πλούσιος;»[74] Ακολούθως, κατέθεσε ότι θα μπορούσε να σταθεί πολλά χρόνια η συγκεκριμένη γέφυρα, εφόσον γίνονταν καλές απονευρώσεις, καλοί άξονες πάνω στα δόντια αυτά, καλή συγκόλληση της γέφυρας και υπήρχε καλός οδοντοτεχνίτης. Όμως, αποδέχθηκε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, η οδοντική μύλη ήταν περιορισμένη, κάποιες ρίζες είχαν κύστες, υπήρχε κακή σύγκλιση και κακή προϋπάρχουσα απονεύρωση.

 

132.   Αποδέχομαι επί του σημείου τις θέσεις του ΜΕ2. Δεν αποδέχομαι τις θέσεις του ΜΥ3.

 

 

Κατ’ ισχυρισμό εφαρμογή μεθόδου “Vertical Preparation”

 

133.   Αποτέλεσε τη θέση του ΜΥ3 ότι μια γέφυρα τοποθετείται, όταν αυτό είναι εφικτό και όταν υπάρχει αρκετό υλικό στα φυσικά δόντια του ασθενούς, τα οποία τροχίζονται πριν την προσκόλληση των γεφυρών. Αυτό αποκαλείται στην οδοντιατρική ως το ‘Ferrule Effect’. Ανκαι δεν είναι ιδανικό, δύναται να χρησιμοποιηθεί και άξονας για τη στήριξη γέφυρας σε περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει αρκετή ουσία δοντιού. Συχνά, σε τέτοιες περιπτώσεις είναι ενδεδειγμένη και χρησιμοποιείται η μέθοδος “Vertical Preparation Technique”, με την οποία διασφαλίζεται η χρήση όσο το δυνατό περισσότερης επιφάνειας δοντιού για τη χρήση σε προσθετικές θεραπείες. Παρέπεμψε στα Τεκμήρια 29 και 47 μέχρι 54, προς υποστήριξη της ως άνω θέσης του. Με κάθε σεβασμό, δεν καθίσταται αντιληπτό με ποιον τρόπο η προαναφερθείσα μέθοδος εξασφάλισε της συγκράτησης της γέφυρας και δη με ποιον τρόπο «διασφαλίστηκε» η «χρήση όσο το δυνατό περισσότερης επιφάνειας δοντιού για τη χρήση σε προσθετικές θεραπείες», με δεδομένο το γεγονός αυτή εξ αρχής δεν υπήρχε, σύμφωνα με τα όσα έχουν παρατεθεί πιο πάνω. Σε υποβολή ότι αυτή ήταν η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε από τον Εναγόμενο 1, ο ΜΕ2 απάντησε με πειστικότητα και ευκρίνεια ότι:

«Όταν κάνουμε preparation, το τέρμα του preparation μας πρέπει να σταματήσει βιολογικά 2,5 μιλίμετρα μακριά από το κόκαλο. Εάν τούτο το πράγμα δεν γίνει με τούτον τον τρόπο τότε προκαλούμε μόνιμα προβλήματα περιοδοντίτιδας στον ασθενή, διότι το κόκαλο αντιδρά στο υλικό το οποίο είναι πολύ κοντά του βιολογικά και αρχίζει με τους οστεοκλάστες να δημιουργεί διάλυση του οστού και να το παίρνει μακριά και φτάνει ακριβώς στη βιολογική θέση που αρέσει στο οστούν που το οστούν είναι okay βιολογικά. Υπάρχει αντίδρασης βασικά. Όλα τα είδη preparation είναι actually vertical.»[75]

 

134.   Ερωτηθείς κατά πόσο η τεχνική αυτή εφαρμόζεται με σκοπό να διασφαλίζεται η χρήση όσο το δυνατό περισσότερης επιφάνειας για προσθετικές εργασίες, απάντησε ότι αν έχεις το σωστό κολόβωμα, και τα σωστά δεδομένα τότε ναι, στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως, τα δεδομένα δεν υπήρχαν. Συνέχισε ότι οποιοδήποτε “prepratation” είναι καταδικασμένο σε αποτυχία, στην απουσία των αναγκαίων αυτών δεδομένων. Ο ΜΕ2 παρέμεινε πλήρως σταθερός στις ως άνω θέσεις του. Παρά τούτο, δεν του τέθηκε η βιβλιογραφία που επικαλέστηκε ο ΜΥ3 στα πλαίσια της δικής του μαρτυρίας, ώστε να του δοθεί η ευκαιρία να τοποθετηθεί επί του περιεχομένου της και δη αναφορικά με το κατά πόσο προκύπτει οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα από τα εκεί αναφερόμενα. Κατ΄ επέκταση, δεν δύναμαι να εξαγάγω οποιοδήποτε ασφαλές συμπέρασμα από τις ως άνω αναφορές του ΜΥ3.

 

135.   Υπό το φως όλων των πιο πάνω, καθίσταται εμφανές ότι η θέση του ΜΥ3 ότι η τοποθέτηση γέφυρας στα έξι μπροστινά δόντια του Ενάγοντος αποτελούσε μια ενδεδειγμένη θεραπεία, δεν έχει διασυνδεθεί επαρκώς με τα πιο πάνω ιδιαίτερα δεδομένα και πραγματικότητες που επικρατούσαν στο στόμα του κατά τον κρίσιμο χρόνο.

 

 

Λανθασμένη προϋπάρχουσα σύγκλιση

 

136.   Κεφαλαιώδους σημασίας είναι και το στοιχείο της κακής προϋπάρχουσας σύγκλισης του Ενάγοντος. Είναι κοινώς αποδεκτό ότι, κατά τον χρόνο που ο Ενάγων αποτάθηκε στον Εναγόμενο 1 αντιμετώπιζε πρόβλημα σύγκλισης στα πίσω δόντια. Επεξήγησε ο ΜΕ2 ότι, ανατομικά και μυοσκελετικά οι άνθρωποι έχουν συγκεκριμένη θέση όπου όλα τα δόντια της άνω γνάθου κλείνουν ισορροπημένα σε όλα τα δόντια της κάτω γνάθου. Αυτή η θέση λέγεται θέση σύγκλισης και είναι σημαντική για τη μάσηση αλλά και για το μασητικό σύστημα - μασητικούς μύες, την κροταφογναθική άρθρωση και τα δόντια. Η θέση αυτή βρίσκεται όταν ο ασθενής από τη θέση ηρεμίας της κάτω γνάθου, κλείσει (περίπου 3 mm μετρημένα στα μπροστινά δόντια) μέχρι να βρει τα δόντια της άνω γνάθου, με εκείνα της κάτω γνάθου. Επεξήγησε ο ΜΕ2 ότι δεν υπήρχε μια θέση σύγκλισης για όλο το στόμα του Ενάγοντος εφόσον αλλού έκλειναν τα δόντια αριστερά και αλλού δεξιά. Σχετική ήταν η εξής αναφορά του ίδιου του ΜΥ1 κατά την δια ζώσης μαρτυρία του:

«(…) όταν επισκέφθηκε ο Απόστολος την κλινική μας ήταν ήδη ασθενής από που είχε κάνει τα δόντια του. Είχε παντού μεταλλοκεραμικές στεφάνες τα οποία δεν είχαν κανένα ανατομικό σχήμα. Δηλαδή ήταν φαγωμένες. Τα δόντια μας έχουν κάποιο σχήμα. Έχουν βοθρία και φύματα. Αυτό γίνεται ανατομικά ούτως ώστε όταν κλείνει η πάνω με την κάτω γνάθο να κλειδώνει η άρθρωση. Ο Απόστολος σε όλες τις θήκες που είχε ήταν φαγωμένα. Ήταν flat, ήταν ίσια άρα δεν μπορούσε να κλείσει το στόμα του[76]

 

137.   Κατέθεσε ο ΜΕ2 ότι, το ζήτημα της σύγκλισης θα έπρεπε να είχε επιλυθεί εξαρχής, προτού ο Εναγόμενος 1 προτείνει στον Ενάγοντα οποιαδήποτε περαιτέρω θεραπεία για τα άνω μπροστινά δόντια.[77] Αντιθέτως επεξήγησε η προσθετική εργασία εκτελέστηκε σε στόμα με λανθασμένη προϋπάρχουσα σύγκλιση, οικοδομώντας επί του προϋπάρχοντος προβλήματος. Κατ’ επέκταση, δημιουργήθηκαν πρόωρες επαφές της γέφυρας, ήτοι, των έξι μπροστινών δοντιών με την κάτω γνάθο. Η εξέλιξη αυτή ενέτεινε το προϋπάρχον πρόβλημα της σύγκλισης, προκαλώντας πόνους και συμπτώματα τα οποία περιέγραψε λεπτομερώς. Ανέφερε χαρακτηριστικά ότι:

 

«Δεν θα ξεχάσω επίσης την κατάσταση την οποία ήταν ο ασθενής ήταν σε αγωνία έβλεπες τον ασθενή ότι βρίσκετουν σε αγωνία, ήταν ιδρωμένος, αγωνιούσε δεν έβρισκε ηρεμία, διότι δεν έβρισκε σύγκλιση. Δεν έβρισκε σωστή σύγκλιση δεν μπορούσε να κλείσει έναν τόπο. Σκεφτείτε να σας βάλω μία πέτρα και να βρίσκεις πέτρα πρώτα και να μην βρίσκει ηρεμία.»[78]

 

«(…) θα έπρεπε να είχε επιλυθεί εξαρχής προτού ο Εναγόμενος 1 προτείνει στον Ενάγοντα οποιαδήποτε περαιτέρω θεραπεία για τα άνω μπροστινά δόντια. Σαν συνέπεια αυτής της κακής σύγκλισης, δημιουργήθηκαν έντονα προβλήματα στον ασθενή, διότι σε τέτοιες περιπτώσεις κακής σύγκλισης με πρόωρα σημεία επαφής όπως στην συγκεκριμένη περίπτωση, ο ασθενής δεν βρίσκει καθόλου ηρεμία για τον λόγο ότι οι μασητικοί μύες όλου του μασητικού συστήματος βρίσκονται σε μόνιμη υπερένταση και υπερδιέγερση. Παράλληλα, έθετε σε κίνδυνο τα δόντια από κατάγματα και την κρατοφογναθική άρθρωση από φλεγμονές και παθολογικές δυνάμεις.»[79]

 

«Ξέρω αν ερχόταν ένας ασθενής σε εμένα και μου έλεγε ότι ‘θέλω αποκλειστικά να κάμω τα 6 μπροστινά μου δόντια’ και έβαλε ότι υπήρχε σοβαρό πρόβλημα σύγκλισης στα πίσω δόντια, το οποίο υπήρχε στον ασθενή, είχε δύο διαφορετικές συγκλίσεις, θα του έλεγα ‘δεν μπορούσε να προχωρήσουμε με τα πάνω μπροστινά δόντια εάν δεν διορθώσουμε πρώτα τη σύγκλιση’.»[80]

 

138.   Αμφότεροι οι ΜΥ1 και ΜΥ3 επιχείρησαν να απομονώσουν το θέμα σύγκλισης, από τη θεραπεία που πρότεινε ο Εναγόμενος 1. Ειδικότερα, ο ΜΥ3 κατέθεσε ότι «η σύγκλιση ορίζεται από τα πίσω δόντια. Εάν ένας οδοντίατρος επέμβει μόνο στα 6 μπροστινά δόντια, δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα σύγκλισης.»[81] Ανάλογες ήταν και οι τοποθετήσεις του ΜΥ1. Κατά την αντεξέταση του ΜΥ3, διεφάνη ότι οι θέσεις του τέθηκαν σε θεωρητικό επίπεδο και μόνο, διευκρινίζοντας ότι η τοποθέτηση γέφυρας επί των έξι μπροστινών δοντιών «μπορεί να μην επηρεάζουν καθόλου τη σύγκλιση».[82] Όπως εξάλλου διευκρίνισε κατά την κυρίως εξέταση του, δεν διατηρεί ιδία γνώση ως προς το κατά πόσο υφίστατο κακή σύγκλιση στο στόμα του Ενάγοντα.[83]

 

139.   Εκφεύγει παντελώς των ορίων της λογικής να προβάλλεται μια οδοντική θεραπεία ως ορθή και ενδεδειγμένη, η οποία διαιωνίζει και εγκαθιδρύει μόνιμα, αντί να επιλύει ή, έστω, να μετριάζει, πρόβλημα βασικής λειτουργίας του ανθρώπινου σώματος, όπως αυτό της λανθασμένης σύγκλισης στο στόμα, με όλες τις συνεπακόλουθες, σοβαρές και ακατάπαυστες δυσμενείς επιπτώσεις στην λειτουργικότητα του προσώπου αυτού. Ως ο ΜΥ3 κατέθεσε, μια οδοντική θεραπεία προορίζεται να διαρκέσει πέντε τουλάχιστον έτη. Αβίαστα συνάγεται ότι ο Εναγόμενος 1 αδιαφόρησε για τη διαιώνιση αυτού του άκρως σοβαρού προβλήματος του Ενάγοντος, παρά το ότι ακόμη και ο ίδιος αναγνώρισε την έκταση του προβλήματος (βλ. παρ. 136 πιο πάνω). Ενδεικτική ήταν η εξής τοποθέτησή του ΜΥ1 κατά την αντεξέταση του, σε υποβολή του κ. Ροτσίδη ότι ένας ιατρός δεν έχει αποστολή να εκτελεί εντολές, αλλά να καθοδηγεί και να προστατεύει τον ασθενή και εάν κρίνει ότι η επιθυμητή θεραπεία είναι επιβλαβής, οφείλει να την απορρίψει:

 

«Συμφωνώ εάν αυτό μπορεί να προκαλέσει κάποια μόλυνσης στον ασθενή. Επαναλαμβάνω ότι ο Απόστολος ήρθε κοντά μας χωρίς τα 6 μπροστά, έλειπαν. Δεν ήταν λάθος το πλάνο που κάναμε, ούτε η θεραπεία. Ήταν να τον αφήσω χωρίς μπροστινά δόντια;»[84]

 

140.   Δεν προκύπτει όμως από τα ενώπιον μου στοιχεία ότι μοναδικός σκοπός του Εναγόμενου 1, ήταν να καλύψει τον Ενάγοντα ως ζήτημα αισθητικής και μόνο ή να εγκαταστήσει κάποια δόντια. Όφειλε ο Εναγόμενος 1 να εφαρμόσει κατάλληλη οδοντική θεραπεία με βάση τα ενώπιον του δεδομένα. Συγκλίνω και υιοθετώ πλήρως τις θέσεις του ΜΕ2 επί του σημείου. Χαρακτηριστική είναι η εξής τοποθέτησή του:

 

«(…) οι Eναγόμενοι έπιασαν μια λανθασμένη σύγκλιση ενός ασθενούς και ήρθαν να μπαλώσουν και να βάλουν έξι δόντια στην πάνω γνάθο με ... εν ηξέρω με ποια σύγκλιση, δεν ξέρω με ποια σύγκλιση τα ταίρκασαν, γι' αυτό τζιαι δεν εταίριαζε η δουλειά στη σύγκλιση, δεν υπήρχε σύγκλιση ... ήταν λανθασμένη η σύγκλιση της πάνω μπροστά δουλειάς. Εάν είσαι σωστός επαγγελματίας και επιστήμονας, όταν έρθει ένας ασθενής κοντά σου και δεις ότι υπάρχει λανθασμένη σύγκλιση δεν έρχεσαι να τοποθετήσεις μια νέα δουλειά με τη λανθασμένη σύγκλιση σαν βάση, διότι θα ξέρεις ότι η δουλειά δεν θα πάει καλά. Έχεις ευθύνη να εξηγήσεις στον ασθενή ότι η δουλειά δεν θα πάει καλά, ότι η δουλειά θα αποτύχει και ότι θα έπρεπε να ξεκινήσουν με τη διόρθωση της σύγκλισης κάμνοντας τα πίσω δόντια πρώτα και ύστερα να τελειώσουν την πάνω μπροστά δουλειά όπως τζιαι έγινε μαζί μας. Έτσι το εξήγησα του ασθενούς, δηλαδή του εξήγησα ότι ό,τι και να κάμουμε θα αποτύχει η δουλειά εάν δεν γίνουν τα πίσω. [85]

 

141.   Κατέθεσε ακόμη ότι:

              «Στη συγκεκριμένη περίπτωση, επειδή ο ασθενής επήγε στον οδοντίατρο των Eναγόμενων για να του φτιάξει την πάνω μπροστά δουλειά, έπρεπε αρχικά ο Eναγόμενος να τσιεκάρει τη σύγκλιση και από τη μια και από την άλλην να δει τι γίνεται με τη σύγκλιση πριν αποφασίσει τι θα κάμει, εκτός που το γεγονός ότι τα δόντια δεν ήταν σε θέση να δεχτούν τη γέφυρα και τους άξονες όπως έχω εξηγήσει ενδελεχώς μέσα στη γραπτή μου δήλωση, έπρεπε να δει ότι υπάρχει μια συγκεκριμένη σύγκλιση. Εάν δεν υπάρχει μια συγκεκριμένη σύγκλιση, τότε δεν μπορείς να κάμεις μεμονωμένα μια δουλειά μέσα στο στόμα κάποιου ασθενούς για τον λόγο ότι δεν ξέρεις με ποια σύγκλιση θα την εφαρμόσεις τούτην τη δουλειά. Και όσο πιο μπροστά πάει τούτο το πράγμα τόσο χειρότερο εν το πρόβλημα, για τον λόγο ότι μπροστά δέχεται διαφορετικές θέσεις και που τις δύο συγκλίσεις, και που την αριστερή και από τη δεξιά. Όταν ήρθε κοντά μου ο ασθενής για να δω τα πάνω τα μπροστινά του δόντια για τον ίδιο λόγο που επήε στον Εναγόμενο, του είπα ‘Απόστολε, δεν μπορώ να σου κάμω την πάνω την κεντρική δουλειά, διότι υπάρχουν λάθη στη σύγκλισή σου έτσι και αλλιώς πίσω. Για να μπορέσουμε να κάνουμε μια σωστή δουλειά πάνω μπροστά, πρέπει πρώτα να διορθώσουμε τις θέσεις των δοντιών πίσω να έχεις μια σύγκλιση και μετά να προχωρήσουμε να κάμουμε τη δουλειά τη γέφυρα της πάνω της μπροστά.’ Αυτό το πράγμα έπρεπε να γίνει. Δηλαδή επήε στον Εναγόμενο, του είπε ‘δέστε τα δόντια μου τούτα τα έξι’, δεν ξέρω τι λέχθηκε μεταξύ τους, ‘θέλω να τα φτιάξω’. Ο Eναγόμενος έπρεπε να δει την όλη κατάσταση της γνάθου. Πώς κλείει η γνάθος; Κλείουν μαζί; Ο Απόστολος έκλειε μια έτσι μια έτσι, μια από την μια μεριά και μια από την άλλη, μια αριστερά και μια δεξιά. Όταν ήρτε κοντά μου ήταν Φλεβάρης και δεν θα ξεχάσω ότι ο ασθενής ίδρωνε, ίδρωνε διότι δεν εμπορούσε να βρει ηρεμία με τζιείνην τη σύγκλιση που είχε.»[86]

 

142.   Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ3 επί του σημείου αυτού, κατέθεσε ότι υπήρχε και άλλη εναλλακτική, αυτή της μασελίτσας. Κατέθεσε ότι «αν ο ασθενής δεν θέλει να βάλει μασελίτσα γιατί αισθάνεται μειονεκτικά, τότε η δεύτερη επιλογή είναι μια σωστή θέση.»[87] Δεν φαίνεται η λύση της «μασελίτσας» να έχει προταθεί στον Ενάγοντα και να την έχει απορρίψει. Περιπλέον, η «δεύτερη επιλογή» στην οποία αναφέρεται ο ΜΥ3, ήτοι, αυτή που υιοθέτησε ο Εναγόμενος 1, προϋποθέτει «μια σωστή θέση», ως ο ίδιος επίσης ανέφερε. Όμως, εν προκειμένω, με βάση τις ικανές και πειστικές επεξηγήσεις του ΜΕ2, αυτή η «σωστή θέση» δεν μπορούσε να επιτευχθεί με την τοποθέτηση γέφυρας, με δεδομένο το προϋπάρχον πρόβλημα σύγκλισης του Ενάγοντος. Συνεπώς, δεν αποδέχομαι τις σχετικές θέσεις του ΜΥ3. Αποδέχομαι το σύνολο των ως άνω θέσεων του ΜΕ2, οι οποίες χαρακτηρίζονται από σταθερότητα, πειστικότητα και συνοχή.

 

143.   Η προϋπάρχουσα κακή σύγκλιση στο στόμα του Ενάγοντος, αποτελούσε γεγονός, το οποίο από μόνο του αλλά και σωρευτικά με τα όσα καταγράφονται στην παρούσα ενότητα, καταδεικνύουν ότι ήταν ευλόγως αναμενόμενο ότι ο Ενάγων, δεν θα έβρισκε σταθερότητα και ηρεμία στη σύγκλιση του στόματος του, ώστε να τίθεται ζήτημα ενδεδειγμένης οδοντικής θεραπείας του. Κανένα στοιχείο δεν καταδείχθηκε από τον ΜΥ1 ή ΜΥ3, κατά τρόπο που να δύναται να θεωρηθεί ότι η θεραπεία αυτή ενείχε περιθώρια επιτυχίας. Τα πιο πάνω, καθιστούν απολύτως εύλογο το συμπέρασμα ότι τα δεδομένα που ο Εναγόμενος 1 είχε ενώπιον του κατά τον χρόνο που πρότεινε την θεραπεία αυτή, την καθιστούσαν εξ υπαρχής μη ενδεδειγμένη και χωρίς πιθανότητες επιτυχίας.  

 

144.   Σαφής ένδειξη του ως άνω συμπεράσματος του ΜΕ2, αποτελεί και η εξέλιξη και τα ίδια τα αποτελέσματα της θεραπείας. Ειδικότερα, ως ο ΜΕ2 κατέθεσε, παρατηρήθηκαν πρόωρες επαφές των έξι μπροστινών δοντιών με την κάτω γνάθο. Παράλληλα, ο Ενάγων υποβλήθηκε σε συνεχή τροχίσματα της γέφυρας σε μια προσπάθεια να βρεθεί μια θέση σύγκλισης, η οποία όμως και δεν βρέθηκε ποτέ. Αντιθέτως, η γέφυρα στην ουσία καταστράφηκε από τα πολλά τροχίσματα (σπάσιμο πορσελάνης, δημιουργία οπής και απογύμνωση σκελετού). Επιπρόσθετα, παρουσιαζόταν συνεχής κινητικότητα και αστάθεια της γέφυρας, αποκόλληση και επανακόλληση της καθώς και των αξόνων, Στρέφομαι στα εν λόγω ζητήματα αμέσως πιο κάτω.

 

 

Πρόωρες επαφές

 

145.   Ο ΜΕ2 κατά την πρώτη κλινική εξέταση του Ενάγοντος στις 18.2.2016, διαπίστωσε το ζήτημα των προώρων επαφών της γέφυρας με τα μπροστινά κάτω δόντια.[88] Οι πρόωρες επαφές, όπως επεξήγησε, προκαλούσαν πόνο στον Ενάγοντα. Σχετικά είναι και τα όσα έχω καταγράψει στην παρ. 94 πιο πάνω. Οι ΜΥ1 και ΜΥ3, αποδεχόμενοι ότι υφίστατο προϋπάρχον πρόβλημα σύ προώρωνγκλισης στα πίσω δόντια, αμφισβήτησαν τη θέση του ΜΕ2 ότι η γέφυρα δημιούργησε πρόωρη σύγκλιση και στα έξι μπροστινά δόντια. Επικαλέστηκαν το γεγονός της κινητικότητας της γέφυρας, προβάλλοντας ότι όταν κλείνει η γνάθος, η μπροστινή γέφυρα κουνιέται και κλείνει.[89] Με κάθε σεβασμό, η εν λόγω θέση δεν δύναται να γίνει αποδεκτή. Εν πρώτοις, δεν νοείται να γίνεται επίκληση ενός στοιχείου αποτυχίας της γέφυρας (κινητικότητα), ώστε να τίθεται θέμα αναίρεσης κάποιου άλλου προβλήματος για το οποίο γίνεται λόγος. Η θέση αυτή αναδεικνύει στοιχεία αστοχίας στην όλη προσέγγιση του ΜΥ1. Δεύτερον, δεν επεξηγήθηκε με ποιον τρόπο μια γέφυρα που κουνιέται, διορθώνει το πρόβλημα της σύγκλισης. Το ζήτημα δεν ήταν απλώς να κλείνει το στόμα, το ζήτημα ήταν η σύγκλιση. Όπως επεξήγησε ο ΜΕ2 με σταθερότητα και λεπτομέρεια: 

 

«Όχι, δεν είναι τόσο απλουστευμένα. Εν ωραίο που το σκέφτεστε έτσι, αλλά δεν είναι έτσι. Δεν κλείνουμε απλά μες στο στόμα. Έχουμε πλαγιολισθήσεις, δηλαδή κάνει κυκλική κίνηση η γνάθος όταν τρώμε. Δηλαδή εάν δείτε μια αγελάδα πώς τρώει, σέρνει τα δόντια της και κάμνει κυκλικές κινήσεις. Σε πολύ μικρότερο βαθμό το κάνουμε και εμείς οι άνθρωποι όταν μασούμε. Γι' αυτό τζιαι είμαστε πάρα πολλά επιλεκτικοί οι οδοντίατροι στο πώς θα μπουν αυτά τα σημεία επαφής και τα σημεία πλαγιολισθήσεων. Έτσι λέγονται.»[90]

 

146.   Συνεπώς, δεν αποδέχομαι την πιο πάνω θέση του ΜΥ3. Αποδέχομαι τη θέση του ΜΕ2 ότι υπήρχαν πρόωρες επαφές της γέφυρας, με τα κάτω μπροστινά δόντια.

 

 

Τροχίσματα και συνέπειες τροχισμάτων στη γέφυρα

 

147.   Από το ιστορικό των επισκέψεων του Ενάγοντος στον Εναγόμενο 1, παρατηρείται συνεχής προσπάθεια τροχίσματος. Το ζήτημα αυτό αποτέλεσε σημείο εκτενούς αντεξέτασης του Εναγόμενου 1, στα πλαίσια της οποίας αναδείχθηκε προσπάθεια μετακύλισης ευθύνης στον Ενάγοντα, ως ασθενή. Η προσέγγιση αυτή του Εναγόμενου 1 αναδεικνύει αδυναμία του να ανταποκριθεί και να διαχειριστεί τις συνέπειες της θεραπείας που ο ίδιος επέλεξε, πρότεινε και εφάρμοσε ή, έστω, να αναγνωρίσει την έκταση και τη σοβαρότητα των προβλημάτων που ανέκυψαν.

 

148.   Ειδικότερα, ο Εναγόμενος 1 πρόταξε ότι ενώ ο ίδιος δεν μπορούσε να διαγνώσει οποιοδήποτε πρόβλημα με τη γέφυρα, προχωρούσε σε τροχίσματα κατόπιν επιμονής του Ενάγοντος. Τούτο διότι, ο Ενάγων είχε την αίσθηση ότι δεν έκλεινε το στόμα του. Κατέθεσε κατά την αντεξέταση του ότι ο ίδιος ο Εναγόμενος 1, δεν εντόπιζε οποιοδήποτε πρόβλημα στη σύγκλιση, ούτε καν «έβλεπε» τις πρόωρες επαφές για τις οποίες παραπονείτο ο Ενάγων.[91] Εντούτοις, προέβαινε σε συνεχή τροχίσματα. Με κάθε σεβασμό, δεν είναι αντιληπτό επί ποιας βάσης θεώρησε ο Εναγόμενος 1 ότι είναι ο Ενάγων, ως ασθενής, που θα έπρεπε να εξεύρει τη λύση στα προβλήματα που ανέκυψαν και να επιβάλει, κατ’ επέκταση, την έκταση των τροχισμάτων που θα έπρεπε να διενεργηθούν, ώστε να εξευρεθεί μια ορθή θέση σύγκλισης. Είναι με αφοπλιστική ειλικρίνεια και απλότητα που ο Ενάγων επεξήγησε κατά την αντεξέταση του ότι εξέλαβε ότι ο Εναγόμενος 1 θα πρέπει να τροχίζει ώστε να έρθει η γέφυρα στη θέση της. Ανέφερε χαρακτηριστικά ότι «τούτο έγινε συνήθεια για μέρες, μήνες τρόχιζε και όταν πονούσα θεώρησα ότι πρέπει να τροχίσει.»[92] Η προσέγγιση του κρίνεται εύλογη και γνήσια, με δεδομένη την σχέση μεταξύ επαγγελματία οδοντιάτρου και ασθενούς. Εξίσου ανεπιτήδευτη και πειστική ήταν και η θέση του ότι κατά το στάδιο του τροχίσματος στις 12.9.2014, «(δ)εν καταλάβαινα τη δεδομένη στιγμή την σοβαρότητα του προβλήματος και νόμιζα ότι με τρόχισμα θα βρισκόταν η θέση που δεν θα πονούσε ή θα μου προκαλούσε δυσφορία, αφού ο Εναγόμενος 1 με καθησύχαζε»,[93] θέση την οποία επίσης αποδέχομαι.

 

149.   Επιπρόσθετα, εφόσον ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 δεν μπορούσε να εντοπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα με την γέφυρα, δεν είναι αντιληπτό σε ποια βάση, ως επαγγελματίας οδοντίατρος, συνέχισε να τροχίζει. Παράλληλα, συνέχισε να τροχίζει, παρά το ότι δεν βρισκόταν επίλυση στο πρόβλημα. Αποτέλεσμα, ως αποδέχθηκε ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 κατά την αντεξέταση του έσπασε η πορσελάνη της γέφυρας, φάνηκε ο σκελετός της, και δημιουργήθηκε μια οπή.[94] Είναι αυτά τα στοιχεία που τον οδήγησαν να εισηγηθεί στον Ενάγοντα να αντικαταστήσει τη γέφυρα, με δικά του έξοδα, εφόσον «κανονικά δεν πρέπει να φαίνεται ο σκελετός»,[95] ως ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 αποδέχθηκε. Οι πιο πάνω θέσεις δεν αποτέλεσαν αντικείμενο αμφισβήτησης, ως ζήτημα γεγονότων και τις αποδέχομαι.

 

150.   Η αντεξέταση του Εναγόμενου 1 επί του σημείου ήταν σφοδρή και ανέδειξε αστάθεια και ασυνέπεια. Παρά την πιο πάνω εξέλιξη της γέφυρας την οποία περιέγραψε κατ’ επανάληψη, σε υποβολή του κ. Ροτσίδη ότι μια τρύπα στον σκελετό της γέφυρας, ανεξαρτήτως του εάν προκαλεί άμεσο πρόβλημα υγείας, συνιστά μια καταστραμμένη γέφυρα που χρήζει αντικατάστασης, απέφυγε να απαντήσει, προβάλλοντας ότι, «δεν ήταν τρύπα ακριβώς» και ότι ο ίδιος θα τα άλλαζε, γιατί ο ασθενής πλήρωσε και θα πρέπει να είναι μια δουλειά «άλφα - άλφα».[96] Εν τέλει, κατέφυγε σε μη σχετικά πεδία, προβάλλοντας ότι η κατάσταση της γέφυρας δεν δημιουργούσε οποιοδήποτε παθολογικό πρόβλημα και ότι εάν δεν υπήρχε το θέμα με την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος «δεν θα ήμασταν εδώ τώρα.»[97]

 

151.   Επιπρόσθετα, ενώ πρόταξε ότι κατά τον χρόνο που γίνονταν τα τροχίσματα ο Ενάγων έλεγε ότι ήταν μια χαρά, αμέσως μετά κατέθεσε ότι, «έρχετουν και έλεε συνέχεια ότι είσιεν πρόβλημα».[98] Συνέχισε ότι ο ίδιος δεν μπορούσε να εντοπίσει πρόβλημα με τη σύγκλιση, αλλά ότι προέβαινε σε μικροδιορθώσεις, χωρίς να επεξηγεί τί είναι αυτό που επιδιόρθωνε, κατά την αντίληψη του, με δεδομένο το γεγονός ότι δεν έβλεπε κάποιο πρόβλημα.[99] Στο εύλογο ερώτημα του κ. Ροτσίδη κατά πόσο ένας ιατρός επιτρέπεται να προβαίνει σε θεραπευτική πράξη ή παρέμβαση χωρίς πρώτα να προηγηθεί διάγνωση, μετέβαλε την ως άνω θέση του αναφέροντας ότι ο ασθενής είχε επαφές τις οποίες ένοιωθε πρόωρα, καταφεύγοντας αμέσως μετά στη θεωρία του πράγματος, ότι κάποιος μπορεί να νοιώσει τις επαφές πιο έντονα ή πιο λίγο. Αμέσως όμως μετά, και πάλιν άφησε να νοηθεί ότι κανένα πρόβλημα είχε ο Ενάγων αφού, ανέφερε, προχωρούσε σε τροχίσματα διότι δεν ήθελε να του πει «Απόστολε, εν έσιεις τίποτε, λέεις ψέματα.»[100] Εμμένοντας, ο κ. Ροτσίδης επί του σημείου του έθεσε ότι η ιατρική πράξη ακόμα και όταν αφορά τρόχισμα των δοντιών, συνιστά επεμβατική παρέμβαση και, ως τέτοια, χρειάζεται από τον γιατρό αιτιολόγηση και τεκμηρίωση. Απάντησε ξεκαθαρίζοντας ότι, τελικώς, ο Ενάγων ένοιωθε πρόωρες επαφές, επεξηγώντας τί είναι οι πρόωρες επαφές. Τούτο παρά την πρότερη θέση του ότι η κινητικότητα της γέφυρας δεν επέτρεπε πρόωρη σύγκλιση (βλ. παρ. 145 πιο πάνω).

 

152.   Εν τέλει, σε υποβολή του κ. Ροτσίδη ότι το να δηλώνει ο ΜΥ1 ότι δεν διέγνωσε τίποτε αλλά να προχωρεί σε τροχίσματα επειδή και μόνο του το ζητούσε ο ασθενής συνιστά από μόνο του αμέλεια, κατέφυγε στη γενική τοποθέτηση ότι δεν τίθεται ζήτημα αμέλειας, καθώς έβλεπε τον ασθενή κάθε μέρα, ακόμη και Σάββατο. Κατέθεσε στο σημείο αυτό «(έ)ρχετουν ένιωθε ότι ήταν ψηλά τα δόντια, βλέπαμε πού ήταν οι επαφές πρόωρες ή μη και το πρώτο πράγμα που κάνει κάποιος είναι να λειαίνει, εσείς λέτε τρόχισμα εγώ λέω λείανση»,[101] χωρίς και πάλιν να ξεκαθαρίζει, κατά πόσο ο ίδιος διέγνωσε τις πρόωρες αυτές επαφές, ή όχι. Σε υποβολή του κ. Ροτσίδη ότι το τρόχισμα της γέφυρας χωρίς κλινική αιτία αλλοιώνει την εφαρμογή της, διαταράσσει την ισορροπία της σύγκλισης και μπορεί να οδηγήσει και σε καταστροφή της, επιχείρησε να αποπροσανατολίσει, παραπέμποντας στο Τεκμήριο 28, ιστορικό επισκέψεων του Ενάγοντος στον ΜΕ2, όπου εκεί καταγράφεται ότι και ο τελευταίος τρόχισε τη σύγκλιση του Ενάγοντος. Κατέφυγε τελικώς σε αοριστολογία και σε μη σχετικά με το ερώτημα ζητήματα, ήτοι, ότι με την πάροδο του χρόνου, ακόμα και οι ασθενείς που δεν έχουν προσθετικά χρόνια, η σύγκλιση αλλάζει.[102]

 

153.   Υπό το φως όλων των πιο πάνω, ουδόλως αναδεικνύεται και ως εκ τούτου δεν αποδέχομαι τη θέση του ΜΥ3 ότι η τοποθέτηση γέφυρας αποτελούσε μια από τις ενδεδειγμένες υπό τις περιστάσεις θεραπεία. Αποδέχομαι τη θέση του ΜΕ2 ότι η τοποθέτηση γέφυρας δεν αποτελούσε ενδεδειγμένη επιλογή, υπό τις περιστάσεις. Τούτο διότι δεν προκύπτει εύλογο περιθώριο ώστε αυτή να μπορούσε να εφαρμοστεί με επιτυχία. Τα υφιστάμενα δεδομένα δεν καταδείκνυαν την ύπαρξη των ελάχιστων προϋποθέσεων στήριξης, ώστε να τίθεται ζήτημα ουσιαστικού σταθμίσματος κινδύνου έναντι οφέλους, της επίδικης θεραπείας. Ως εύλογα το έθεσε ο ΜΕ1, «(ε)αν δεν υπάρχουν τούντα δεδομένα, δεν έχουμε τούτα τα δεδομένα από την αρχή, δηλαδή σωστά κολοβώματα για να βάλουμε γέφυρα, τότε αρνούμαστε να βάλουμε γέφυρα καθοδηγούμε τον ασθενή μας ότι πρέπει οι ρίζες τούτες να αφαιρεθούν και να τοποθετηθούν εμφυτεύματα[103]

 

154.   Κατ’ επέκταση, απολύτως εύλογη κρίνεται και η τοποθέτηση του ΜΕ2 ότι όφειλε ο Εναγόμενος 1 να μην προτείνει τη θεραπεία αυτή, ως μία από τις πιθανές λύσεις των προβλημάτων του αλλά ούτε και να την εκτελέσει. Δεν ετίθετο ή δεν θα έπρεπε να τίθεται ζήτημα επιλογής του ασθενή για να υποβληθεί σε μια θεραπεία που ήταν εξ υπαρχής ήταν ακατάλληλη. Επιπρόσθετα, αποδέχομαι τη θέση του ΜΕ2 ότι συνεπεία της εφαρμογής της, ο Εναγόμενος 1 ενέτεινε το πρόβλημα της προϋπάρχουσας σύγκλισης, εφόσον δημιούργησε πρόσθετο πρόβλημα στη σύγκλιση και των μπροστινών έξι δοντιών, ήτοι, πρόωρα σημεία επαφής με την κάτω γνάθο και επακόλουθα συμπτώματα πόνων, ως περιεγράφηκαν από τον Ενάγοντα.

 

155.   Στρέφομαι στο δεύτερο σημείο που αποτέλεσε αντικείμενο συζήτησης των εμπειρογνώμων, ήτοι, κατά πόσο η θεραπεία εφαρμόστηκε και εκτελέστηκε με ενδεδειγμένο τρόπο, ανεξαρτήτως του αν ήταν ενδεδειγμένη.  

 

 

(β) Εκτέλεση της επίδικης θεραπείας

 

 

i.             Σύνοψη εκατέρωθεν θέσεων

 

156.   Ο ΜΕ2 παρέπεμψε στα εξής στοιχεία προς επίρρωση της θέσης του ότι δεν έγινε η δέουσα εργασία κατά την εκτέλεση της επίδικης θεραπείας από τον Εναγόμενο 1:

 

(α) Τα όρια της εν λόγω γέφυρας κυρίως στα δόντια 13 και 23 δεν ήταν στεγανά. Υπήρχαν, κατέθεσε, κενά μεταξύ του σκελετού της γέφυρας και των υφιστάμενων δοντιών, στοιχείο που εντόπισε κατά την κλινική και ακτινολογική εξέταση του Ενάγοντος.  

 

(β) Οι ενδοριζικοί άξονες που τοποθέτησε ο Εναγόμενος 1, ήταν ατελής, ήτοι, «κοντοί». Αποτέλεσμα, η γέφυρα κουνιόταν και αποκολλείτο. Επεξήγησε ο ΜΕ2 ότι οι ατελείς άξονες διαπιστώθηκαν με την πανοραμική ακτινογραφία ημερ. 18.2.2016  (Τεκμήρια 20 και 21). Η θέση του ΜΥ3 ήταν ότι οι άξονες που τοποθετήθηκαν είχαν το σωστό μήκος για σκοπούς συγκράτησης της γέφυρας.

 

(γ) Η γέφυρα κουνιόταν και ήταν ασταθής. Επεξήγησε ο ΜΕ2 ότι εντόπισε κινητικότητα και αστάθεια στη γέφυρα κατά την πρώτη κλινική εξέταση του Ενάγοντος στις 18.2.2016. Ο ΜΥ3 κατέθεσε ότι κάποια κινητικότητα ήταν αναμενόμενη, για τους λόγους που επεξήγησε.

 

 

ii.            Αξιολόγηση αναφορικά με το ζήτημα των κενών (“v-defects”)

 

157.   O ME2 παρέπεμψε στο Τεκμήριο 20 (την πρώτη ακτινογραφία που έβγαλε ο ΜΕ2 στις 18.2.2016) και σημείωσε σε αυτό τα κενά που εντοπίζονται, τα οποία ονόμασε “v-defects”, λόγω του σχήματός τους. Υπέδειξε τέσσερα τέτοια κενά, με τη σήμανση «Χ2», στα δόντια 12, 13, 21 και 23. Σημείωσε ότι, αυτά τα κενά δεν θα έπρεπε να υπάρχουν καθώς ο άξονας πρέπει να είναι στεγανός και σταθερός μέσα στη ρίζα του δοντιού και η ρίζα του δοντιού πρέπει να «αγκαλιάζει» παντού τον άξονα. Εν προκειμένω, με την ύπαρξη των εν λόγω κενών, η ρίζα δεν «αγκάλιαζε» σταθερά τον άξονα που σημαίνει ότι ο άξονας ήταν επιρρεπής στις δυνάμεις του στόματος να ξεκολλήσει ή να πάρει κομμάτι της ρίζας μαζί του, δηλαδή, να δημιουργήσει σπάσιμο ξεκολλώντας. Παρέμενε πλήρως σταθερός στις ως άνω θέσεις του. Επεξήγησε πλήρως τον τρόπο και τα εργαλεία που χρησιμοποίησε προς επίρρωση των συμπερασμάτων του. Επεξήγησε ότι ο τρόπος για να ελεγχθεί εάν μια γέφυρα είναι σωστή, χρησιμοποιείται ο ανιχνευτήρας ο οποίος έχει συγκεκριμένο μέγεθος. Εάν η μύτη σκαλώνει αρκετά σημαίνει ότι υπάρχει κενό. Εν προκειμένω, τα κενά φαίνονταν με γυμνό μάτι.[104] Συνεπώς, αποδέχομαι τις θέσεις του περί ύπαρξης των κενών που περιέγραψε και προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Παρά ταύτα, ορθά επιχειρηματολογούν οι συνήγοροι των Εναγόμενων ότι ο ΜΕ2 δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί με ευκρίνεια ως προς την αιτία που υπήρχαν αυτά τα κενά. Αναφέρθηκε σε δύο πιθανές αιτίες, είτε ότι η τοποθέτηση της γέφυρας δεν έγινε με τον δέοντα τρόπο, είτε γιατί δημιουργήθηκε δευτερογενής τερηδόνα.[105] Η θέση του αυτή δεν αμφισβητήθηκε και την αποδέχομαι.

 

 

iii.          Αξιολόγηση αναφορικά με το ζήτημα του μήκους των αξόνων

 

O κανόνας πρακτικής των 2/3

 

158.   Επεξήγησε ο ΜΕ2 ότι όταν φτιάχνεται ενδοριζικός άξονας, υπάρχουν κανόνες. Βασικός κανόνας είναι ότι ο άξονας θα πρέπει να έχει μήκος τουλάχιστον όσο και η κλινική κορώνα του δοντιού. Εάν είναι δόντι που έχει μεγάλες ρίζες, ο άξονας θα πρέπει να φτάνει τα 2/3 μέχρι 3/4 της ρίζας. Προς επίρρωση των θέσεων του, παρέπεμψε στο Τεκμήριο 22, απόσπασμα από το σύγγραμμα «Ακίνητη Επανορθωτική Οδοντιατρική», του Δημήτριου Π. Ανδριτσάκη, όπου στη σελ. 257 καταγράφεται ότι, «το μήκος του άξονα κατά τους περισσότερους ερευνητές πρέπει να είναι το λιγότερο ίσο με το μήκος της κλινικής μύλης του δοντιού. Σε δόντια με μακρύ ριζικό σωλήνα, το μήκος του άξονα μπορεί να είναι ίσο με τα ? του ολικού μήκους της ρίζας».

 

159.   Παρέμεινε πλήρως σταθερός και επεξηγηματικός στην ως άνω τοποθέτηση του. Προέβη ενώπιον του Δικαστηρίου σε χειρόγραφες σημειώσεις επί του Τεκμηρίου 20, υποδεικνύοντας τα σημεία που θα έπρεπε να έφταναν οι άξονες, μέσα στα δόντια του Ενάγοντος.[106] Κατέθεσε ως Τεκμήριο 21 μελέτη την οποία διενήργησε σε αντίγραφο του Τεκμηρίου 20, όπου κατέγραψε ακριβείς μετρήσεις ριζών και αξόνων των εν λόγω δοντιών. Σημείωσε με λεπτομέρεια τα εξής: (α) Το δόντι 13, είχε 16,2 μιλίμετρα ρίζα και ο άξονας έφτανε το βάθος 6,2 μιλιμέτρων. Συνάγεται, συνέχισε, ότι είναι κοντότερος από τη μισή ρίζα του δοντιού, ενώ θα πρέπει να ήταν σε βάθος 2/3 της ρίζας για να δίνει στήριξη στο δόντι, (β) η ρίζα του δοντιού 21 ήταν 19,57 μιλίμετρα και το μήκος του άξονά του ήταν 8 ή 7,57 μιλίμετρα, δηλαδή, σχεδόν το 32% 33% της ρίζας, (γ) ο άξονας του δοντιού 23 σε μια ρίζα μεγέθους 20,5 μιλιμέτρων, είχε βάθος 7,53 μιλίμετρα και (δ) Το δόντι 12 είχε ιδιαίτερα κοντή ρίζα, 4 mm, ιδιαίτερα κοντό άξονα και ένα τεράστιο κενό.[107] Η πλευρά των Εναγόμενων επιχείρησε να αμφισβητήσει την ορθότητα των ως άνω μετρήσεων προβάλλοντας ότι, οι μετρήσεις που έγιναν δεν ήταν ορθές. Κατέθεσε ο ΜΥ3 ότι «δια γυμνού οφθαλμού», «οι κόκκινες γραμμές δεν είναι παράλληλες σε σχέση με τον άξονα τον οποίον αποπειρώνται να μετρήσουν με αποτέλεσμα να καταγράφεται μεγαλύτερη απόσταση από την πραγματική».[108]

 

160.   Ο ΜΕ2 κατά την εκτενή του αντεξέταση, παρέμεινε πλήρως σταθερός στις θέσεις του, επεξηγώντας με λεπτομέρεια τις χειρόγραφες σημειώσεις του. Επεξήγησε ακόμη ότι ακόμη και εάν συμφωνήσει με μια μικρή απόκλιση, και πάλιν δεν ικανοποιείται ο κανόνας των 2/3. Δεν παρατηρείται προσπάθεια παραπλάνησης ως η σχετική εισήγηση της πλευράς των Εναγόμενων. Μάλιστα δε, ως επεξηγείται πιο κάτω, ο ίδιος ο ΜΥ3 στη συνέχεια αποδέχτηκε ότι το μήκος των αξόνων δεν πληροί τον κανόνα των δύο 2/3 (βλ. σενάριο (β) του Τεκμηρίου 29). Με δεδομένη την εν λόγω αποδοχή του ΜΥ3, η συζήτηση αναφορικά με το κατά πόσο οι μετρήσεις του ΜΕ2 ήταν απολύτως ορθές σε επίπεδο μιλιμέτρων, καθίσταται άνευ αντικειμένου.

 

161.   Στο πιο πάνω πλαίσιο, κατέθεσε ο ΜΥ3 ότι ο κανόνας των 2/3 δεν αποτελεί άκαμπτο κανόνα και ότι μπορούν να εφαρμοστούν και πιο κοντοί άξονες, εκεί όπου οι συνθήκες το επιτρέπουν. Πλην όμως, δεν καταδείχθηκαν ποιες ήταν οι «συνθήκες» αυτές που δικαιολογούσαν απόκλιση από τον προαναφερόμενο κανόνα. Συνεπώς, η θέση αυτή δεν διασυνδέθηκε επαρκώς με την υπό κρίση περίπτωση.

 

162.   Προς υποστήριξη της θέσης του ΜΥ3 ότι ο κανόνας των 2/3 δεν είναι άκαμπτος, παρέπεμψε επιπρόσθετα στο Τεκμήριο 29, έγγραφο το οποίο λήφθηκε από το διαδίκτυο, όπου, αναφορικά με το ενδεδειγμένο μήκος αξόνων, καταγράφεται ότι:

“Recommended post length. (a) The length of the post inside the canal must be equal to or greater than the crown’s length, or (b) two-thirds the length of the root.”

 

163.   Στην προκείμενη περίπτωση, εισηγήθηκε, με παραπομπή στο Τεκμήριο 30 (πανοραμική ακτινογραφία ημερ. 4.8.2015) εφαρμόστηκε το σενάριο (α). Ο ΜΕ2 διευκρίνισε ότι συμφωνεί με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 29. Όμως, επεξήγησε, στη συγκεκριμένη περίπτωση ο κανόνας (α) δεν εφαρμόζεται καθώς δεν υπήρχαν κορώνες. Δηλαδή, ως επεξήγησε με εκ νέου παραπομπή στο Τεκμήριο 13, εν προκειμένω, λόγος γίνεται για ρίζες. Αυτή ήταν η εικόνα που είχε ο Εναγόμενος 1 ενώπιον του. Συνέχισε ότι, εφόσον δεν υπήρχαν κορώνες, ο Εναγόμενος 1 δεν μπορούσε να γνωρίζει σε ποιο βάθος να τοποθετήσει τον άξονα, σύμφωνα με το (α) του Τεκμηρίου 29. Είναι για τον λόγο αυτόν που θα έπρεπε να είχε μετρήσει τη ρίζα και, ανάλογα, να τοποθετηθεί και ο άξονας, στα 2/3 περίπου της ρίζας. Στον αντίλογο, ο ΜΥ3 κατέθεσε ότι με βάση το Τεκμήριο 30, ο κανόνας ως το σενάριο (α) πληρούται, σημειώνοντας ότι το μήκος της κορώνας, αναφορά στο οποίο γίνεται στο Τεκμήριο 29, δεν είναι κατ’ ανάγκη το μήκος ενός αληθινού δοντιού, αλλά μπορεί να είναι και το μήκος της καινούριας προσθετικής κλινικής μύλης.[109] Ο ΜΕ2 διαφώνησε σφόδρα με την τοποθέτηση αυτή, προβάλλοντας ότι σαφώς πρόκειται για το φυσικό δόντι και όχι την κορώνα που ύστερα δημιούργησε ο Εναγόμενος 1.

 

164.   Από τις δύο ως άνω εκδοχές αποδέχομαι αυτήν του ΜΕ2. Εύλογα μπορεί να θεωρηθεί ότι εάν έπρεπε να ληφθεί υπόψιν η προσθετική μύλη, αυτό θα καταγραφόταν με σαφήνεια στο Τεκμήριο 29. Δεν υπάρχει κανένα άλλο στοιχείο ενώπιον μου από το οποίο να προκύπτει ότι θα έπρεπε να είχε ληφθεί υπόψιν και το ύψος της προσθετικής μύλης. Ούτε και μια τέτοια θέση συνάγεται ως ζήτημα λογικής συνοχής, με βάση τη σειρά σταδίων που ο ίδιος ο ΜΥ3 περιέγραψε, για σκοπούς τοποθέτησης μιας γέφυρας. Ειδικότερα, ο ΜΥ3 κατέθεσε ότι σε μια θεραπεία με γέφυρα, μετά την ολοκλήρωση και τοποθέτηση των αξόνων, λαμβάνονται μέτρα για τη γέφυρα, τα οποία αποστέλλονται σε οδοντοτεχνίτη ο οποίος θα την κατασκευάσει. Στη συνέχεια, όταν κατασκευαστεί η γέφυρα, τότε τοποθετείται από τον οδοντίατρο.[110] Με βάση αυτή τη σειρά των πραγμάτων, δεν είναι αντιληπτό με ποιον τρόπο θα μπορούσε να υπολογιστεί το ορθό μήκος άξονα, προτού κατασκευαστεί η γέφυρα και προτού, μάλιστα, ληφθούν μέτρα για σκοπούς κατασκευής της.

 

165.   Παρεμβάλλω εδώ ότι το γεγονός ότι το Τεκμήριο 29 δεν κατατέθηκε από τον ΜΕ1, ως ήταν η αρχική του πρόθεση δεν αποτελεί στοιχείο το οποίο θα πρέπει να πλήξει την αξιοπιστία του, ως η σχετική εισήγηση των συνηγόρων των Εναγόμενων. Ο ΜΕ2 παρείχε πειστικές επεξηγήσεις ως προς τον λόγο που δεν το κατέθεσε στη διαδικασία ως τεκμήριο και ιδιαίτερα ότι δεν μπορούσε να εντοπίσει την πηγή προέλευσης του εν λόγω εγγράφου, θέση που στηρίζεται από το ίδιο το έγγραφο. Η στάση του αυτή συνάδει και με τον επαγγελματισμό που θα πρέπει να επιδεικνύει εμπειρογνώμονας μάρτυρας, ο οποίος αναμένεται ότι δεν θα παραθέτει έγγραφα, την πηγή προέλευσης των οποίων δεν γνωρίζει.

 

166.   Δεδομένων των πιο πάνω και με δεδομένη την ευρύτερη γενικότητα που διέπει τις θέσεις του ΜΥ3, ως έχω επεξηγήσει πιο πάνω, δεν αποδέχομαι τη θέση του ΜΥ3 ότι στην προκείμενη περίπτωση πληρούται το σενάριο (α) του Τεκμηρίου 29. Αποδέχομαι τη θέση του ΜΕ2 ότι κανένα από τα δύο σενάρια ικανοποιείται, σε σχέση με τα δόντια 13, 21 και 23. Περιπλέον, καμία ειδική περίσταση προκύπτει με βάση τα ενώπιον μου στοιχεία ώστε να δύναται να στοιχειοθετήσει ότι ορθά οι Εναγόμενοι απέκλιναν από τους ως άνω κανόνες, σε σχέση με τα δόντια 13, 21 και 23.

 

167.   Δεν αποδέχομαι ούτε και τη θέση της πλευράς των Εναγόμενων ότι μεροληπτικά ο ΜΕ2 δεν προέβη σε μετρήσεις που αφορούν το σενάριο (α) του Τεκμηρίου 29.[111] Τούτο διότι θέση του ήταν ότι ο εν λόγω κανόνας ουδεμία σχέση έχει με την υπό κρίση περίπτωση. Σαφώς είναι εξ αρχής που θεώρησε την μη εφαρμογή σεναρίου (α) αυτονόητη, με δεδομένη την πρωταρχική του θέση ότι η γέφυρα τοποθετήθηκε αμιγώς σε ρίζες και όχι δόντια.

 

  Μήκος άξονα στο δόντι 12

168.   Σε σχέση με το δόντι 12, κατέθεσε ο ΜΕ2 ότι το μέγεθος της ρίζας που είχε απομείνει κατόπιν της ακροριζεκτομής που διενήργησε ο ΜΥ1 (βλ. παρ. 217 – 221, πιο κάτω), ήταν τόσο μικρό, που καθιστούσε το δόντι εντελώς ακατάλληλο για οποιαδήποτε χρήση του σε προσθετική εργασία. Δεν προσφερόταν καμία οστική συγκράτηση.[112] Παράλληλα, σημείωσε ότι αποκόπηκε και ανάλογο μήκος του άξονα που ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 είχε τοποθετήσει στο εν λόγω δόντι.

 

169.   Η θέση του ΜΕ2 ότι είχε αποκόψει ανάλογο μήκος άξονα, έγινε αποδεκτή από τον ΜΥ1 και συνεπώς την αποδέχομαι.[113] Ο ΜΥ3, αποδεχόμενος ότι η ρίζα στο δόντι 12 ήταν κοντή, σημείωσε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει κατά πόσο «μακροπρόθεσμα αυτό θα επηρέαζε κάτι άλλο. Είναι όμως αναγκαίο κακό» με σκοπό να αφαιρεθεί μια κύστη.[114] Σε υποβολή του κ. Ροτσίδη ότι ο Εναγόμενος 1, στήριξε την γέφυρα πάνω σε αυτόν τον κοντό άξονα και για αυτό κουνιόταν, κατέθεσε ότι «θα ήσασταν πολύ σωστός αν η γέφυρα κρατιέτουν μόνο από το δόντι αυτό. Η γέφυρα κρατιέται από τέσσερα δόντια, το συνολικό σύστημα δεν μπορεί να επηρεαστεί από το πιο αδύνατο. Επηρεάζεται από όλα. Αν τα υπόλοιπα είναι σταθερά σημαίνει ότι η γέφυρα είναι σταθερή.»[115]

 

170.   Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι ο ΜΥ3, σε πλήρη σύμπνοια με τη θέση του ΜΕ2, συμφώνησε ότι το δόντι 12 δεν θα μπορούσε να αποτελέσει βάση στήριξης της γέφυρας από μόνο του. Η παράμετρος που πρόσθεσε, ήτοι, ότι όλα τα υπόλοιπα «δόντια είναι σταθερά» δεν υφίσταται εν προκειμένω. Τούτο διότι, ως προανέφερα, τα δόντια 13, 12 και 23 δεν ικανοποιούσαν κανέναν από τους κανόνες του Τεκμηρίου 29 (βλ. παρ. 162 πιο πάνω). Η γέφυρα στηριζόταν μόνο σε αυτά, πλέον του δοντιού 12, εφόσον στο δόντι 22 είχε ήδη γίνει εξαγωγή (βλ. παρ. 204 - 215 πιο κάτω). Στη θέση δοντιού 11, εξαρχής δεν υπήρχε δόντι. Κοντολογίς, η γέφυρα στηριζόταν σε τέσσερα δόντια, τρία εκ των οποίων δεν πληρούσαν τις αναγκαίες προϋποθέσεις μήκους αξόνων και το τέταρτο ήταν ανέφικτο, λόγω του μήκους της ρίζας του, να παραχωρήσει επαρκή στήριξη στη γέφυρα. Κατ’ συνέπεια, αποδέχομαι πλήρως τις θέσεις του ΜΕ2 επί του σημείου αυτού. Δεν αποδέχομαι αυτές του ΜΥ3.

 

171.   Αποτέλεσε τη θέση των συνηγόρων των Εναγόμενων, ότι με βάση το Τεκμήριο 30, το μήκος της ρίζας του δοντιού 12, είναι 7,35 mm, ενώ το μήκος της κορώνας είναι 7,45 mm και συνεπώς, πληρούται το σενάριο (α) του Τεκμηρίου 20. Δεν δύναμαι να αποδεχτώ τη θέση αυτή. Εν πρώτοις, επαναλαμβάνονται τα όσα έχουν αναφερθεί στην παρ. 164 πιο πάνω, τα οποία εφαρμόζονται κατ’ αναλογίαν. Δεύτερον, το ερώτημα εν προκειμένω, δεν ήταν κατά πόσο το μήκος του άξονα ήταν κατάλληλο, αλλά, κατά πόσο, ανεξαρτήτως του κατά πόσο πληρούται οιοδήποτε από τα δύο σενάρια του Τεκμηρίου 29, το δόντι 12 θα μπορούσε να παράσχει επαρκή στήριξη, με δεδομένη την ακροριζεκτομή η οποία είχε προηγηθεί και η οποία απέληξε στο να χάνεται περί το ½ της ρίζας του εν λόγω δοντιού. Ο δε άξονας ο οποίος είχε τοποθετεί προγενέστερα (αγνώστου μήκους) επίσης αποκόπηκε, καθώς όπως ο ΜΥ1 επεξήγησε «(δ)εν μπορούσαμε να αφήσουμε το μεταλλικό κομμάτι του άξονα να εξέχει μέσα στο κόκκαλο (…)».[116] Επομένως, ήταν εξ ορισμού, ατελής. Οι μετρήσεις στις οποίες παρέπεμψαν οι συνήγοροι επί του Τεκμηρίου 30, έγιναν αφού είχαν λάβει χώρα όλα τα πιο πάνω (ακροριζεκτομή, αφαίρεση πέραν της μισής ρίζας, αφαίρεση ανάλογου μεγέθους άξονα). Μάλιστα, η θέση ότι το δόντι 12 θα μπορούσε να παράσχει στήριξη στη γέφυρα, λόγω του μήκους του άξονα του, έρχεται σε αντίθεση με την προαναφερθείσα θέση του ΜΥ3, δια της οποίας ο τελευταίος διευκρινίζει ότι αυτό θα προϋπόθετε ολόκληρο το σύστημα να ήταν σε σταθερή λειτουργία, που δεν ήταν, για τους λόγους που έχουν προαναφερθεί. Υπό τις ως άνω συνθήκες δεν δύναμαι να αποδεχθώ την ως άνω εισήγηση των ευπαίδευτων συνηγόρων.

 

172.   Αντιθέτως, η κατάσταση στην οποία περιήλθε το δόντι 12 κατόπιν της ακροριζεκτομής, ανεξαρτήτως του κατά πόσο η ακροριζεκτομή που διενεργήθηκε ήταν αναγκαία για σκοπούς αφαίρεσης κύστης (ζήτημα το οποίο εξετάζει στην παρ. 217 – 221 πιο κάτω), αποτελούσε περαιτέρω σαφή ένδειξη μη καταλληλότητας της θεραπείας με γέφυρα, με δεδομένο το γεγονός ότι δεν μπορούσε (πλέον) το δόντι αυτό να παράσχει στήριξη σε προσθετική εργασία τοποθέτησης γέφυρας.

 

173.   Ένα ακόμη στοιχείο που καθιστά την όλη εκδοχή του ΜΥ3 επισφαλή σε σχέση με το ζήτημα του μήκους των αξόνων, είναι η θέση του ότι δεν έχει υπόψιν του να έχουν αποκολληθεί οι άξονες. Ανέφερε ειδικότερα ότι (η έμφαση είναι του Δικαστηρίου):

 

«Δεν θυμάμαι ότι υπήρχε πρόβλημα αποκόλλησης αξόνων, εξ όσων έχω διαβάσει, έχω δει, πουθενά δεν έχω δει ότι αποκολλήθηκαν οι άξονες στο παρελθόν. Εξ όσων θυμάμαι, η αποκόλληση γινόταν στο επίπεδο της γέφυρας. Άρα, τελείως διαφορετική είναι η κατάσταση αν η αποκόλληση της γέφυρας είναι το πρόβλημα και λύνεται τελείως διαφορετικά. Άρα, θεωρώ και πάλι, επαναλαμβάνω, ότι οι άξονες ήταν μέσα στα κλινικά όρια της συνήθους οδοντιατρικής.»[117]

 

174.   Ειδικότερα, κατά την αντεξέταση του κατέθεσε με σαφήνεια ότι «αν οι άξονες ξικολλούσαν ήταν ένδειξη ότι ήταν κοντοί».[118] Εν προκειμένω, σύμφωνα με την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία ως προς το περιεχόμενο των επισκέψεων του Ενάγοντος στον Εναγόμενο 1 (βλ. παρ. 104 πιο πάνω), την 1.2.2016, οι άξονες είχαν αποκολληθεί μαζί με τη γέφυρα. Το δεδομένο όμως της αποκόλλησης των αξόνων, σαφώς προκύπτει από τη μαρτυρία του ότι δεν ήταν υπόψιν του ΜΥ3, κατά τον χρόνο που εξέφραζε τη γνώμη ότι οι άξονες είχαν το σωστό μήκος. Κατέθεσε, ιδιαίτερα ότι: «Πολύ ωραία, αυτό που λέτε άμα πάρετε τις ακριβείς μετρήσεις ισχύει, αλλά και πάλι, αποτυχία ενός άξονα ορίζεται όπως έχετε και εσείς αναφέρει η αποκόλλησή του. Αποκολλήσεις αξόνων δεν θυμάμαι να έχετε αναφέρει κανένας, ούτε εσείς, ούτε κανένας από τους μάρτυρες.»[119] Η διαπίστωση αυτή από μόνη της καθιστά επισφαλές το συμπέρασμα του ΜΥ3 ότι οι άξονες δεν ήταν ατελής. Το γεγονός ότι οι άξονες αποκολλήθηκαν, παρέχει πρόσθετο έρεισμα ως θέμα κοινής λογικής, ότι οι άξονες δεν τοποθετήθηκαν στο ενδεδειγμένο μήκος. Αυτή ήταν και η θέση του ίδιου του ΜΥ3. Σε σχέση με τις θέσεις του περί βρουξισμού, σημειώνω τα πιο κάτω.

 

 

Οι αναφορές σε βρουξισμό

 

175.   Ορθά ο κ. Ροτσίδης επιχειρηματολόγησε ότι η θέση που προβλήθηκε κατά την διάρκεια της ακρόασης, δεν δικογραφείται, με την πλευρά των Εναγόμενων να προτάσσουν τη θέση αυτή ως κεντρικό ισχυρισμό Υπεράσπισης. Ειδικότερα, η Υπεράσπιση πρόταξε το ζήτημα αυτό, ως αιτία που δεν μπορούσε να σταθεροποιηθεί η γέφυρα, παρουσίαζε κινητικότητα, προκαλούντο τα αναφερόμενα από τον Ενάγοντα συμπτώματα, υπήρχε φθορά στην πορσελάνη της γέφυρας κλπ. Προωθήθηκε δηλαδή όχι μόνο ως ουσιώδης ισχυρισμός γεγονότων, αλλά κεντρικός στην όλη Υπεράσπιση. Ως εκτός δικογραφίας δεν δύνανται να ληφθούν υπόψιν (βλ. αυθεντίες στην παρ. 41 πιο πάνω). Προσθέτω εδώ, ως αναφέρθηκε στην Ανδρέα Παναγιώτου ν. Αλεξάνδρας Μαρκαντώνη Πολ. Εφ. 298/2016 και 303/2016, 4.7.2025 (η έμφαση είναι του Δικαστηρίου):

«Δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά για τη μεγάλη σημασία των δικογράφων και για την προσοχή που πρέπει να καταβάλλεται κατά την σύνταξη τους, ώστε να περιλαμβάνονται σε αυτά, όλοι οι ισχυρισμοί τους οποίους ένας διάδικος σκοπεύει να επικαλεστεί κατά την ακρόαση της υπόθεσης και ειδικά σε υποθέσεις ιατρικής αμέλειας, όπου τα Δικαστήρια συνήθως καλούνται να αποφασίσουν επί λεπτών θεμάτων (Λεύκος Χαραλάμπους ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. Έφεση 224/2015, ημερ. 14.2.2024). Τα Δικαστήρια οφείλουν να εκδίδουν τις αποφάσεις τους μόνο σε σχέση με τα επίδικα θέματα, και επίδικα θέματα είναι αυτά τα οποία καθορίζονται από τα δικόγραφα και μόνο.»

176.   Σχετική με το θέμα της ανάγκης λεπτομερούς δικογράφησης σε υποθέσεις ιατρικής αμέλειας είναι και η Απολλώνειο Ιδιωτικό Νοσοκομείο Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Κοσμά Μολέσκη Πολ. Έφ. 139/18 και 168/18, 27.6.2024.

 

177.   Χωρίς επηρεασμό της ως άνω διαπίστωσης μου και για σκοπούς πληρότητας και μόνο, σημειώνω ότι η θέση αυτή, αποτελεί περαιτέρω ένδειξη μη καταλληλότητας της επίδικης θεραπείας. Επιπλέον, δεν διεφάνη ποια μέτρα έλαβε ο Εναγόμενος 1 για προστασία του Ενάγοντος από τον βρουξισμό κατά την εκτέλεση της θεραπείας. Οι επεξηγήσεις του ΜΥ1 ουδόλως κατατόπισαν. Αντιθέτως, ανέδειξαν προσπάθεια αποπροσανατολισμού. Ειδικότερα, σε υποβολή ότι εάν όντως διαγίγνωσκε ότι ο Ενάγων ήταν βρουξιστής, θα έπρεπε να το τεκμηριώσουν και να του κατασκευάσουν προστατευτικό νάρθηκα ώστε για προστατευτεί και τη δουλειά, κάτι που δεν έγινε, κατέφυγε στην εξής τοποθέτηση:  «Κοιτάξετε, στην κλινική μου τωρά κάνουμε πάρα πολλούς νάρθηκες. Ο νάρθηκας κάποιες φορές προστατεύει, κάποιες φορές έσιει το αντίθετο αποτέλεσμα γιατί οι ασθενείς, πρώτο και κύριο, δυσκολεύονται ... έπρεπε να σας φέρω έναν νάρθηκα βρυγμού για να μπορείτε να δείτε τι είναι τούτο το πράγμα, πολλές φορές οι ασθενείς δεν τους δέχονται, πολλές φορές οι ασθενείς αρχίζουν και σφίγγουν παραπάνω τα δόντια τους με τους νάρθηκες. Άρα, δεν είναι αναγκαίο ο νάρθηκας. Μπορεί να γίνει, μπορεί να μην γίνει. Και το μπότοξ είναι μια από τις θεραπείες του βρυγμού αλλά δεν έρχεται όποιος έχει βρυγμό και του κάνουμε μπότοξ.»[120]

 

178.   Και πάλιν όμως απέφυγε να τοποθετηθεί εν σχέσει με το πώς ο ίδιος διαχειρίστηκε τον βρουξισμό στην περίπτωση του Ενάγοντος, προτού του προτείνει και εφαρμόσει τη θεραπεία με γέφυρα. Ακολούθως, κατεύθυνε και πάλιν τη συζήτηση αλλού, παραπέμποντας στο Τεκμήριο 28 δια του οποίου προκύπτει ότι ο ΜΕ2, στα πλαίσια της θεραπείας του, του είχε κατασκευάσει νάρθηκα, σημειώνοντας ότι «καλά εκάμαν, μπορεί να βοήθησε μπορεί και όχι». Ακόμη, δεν καταδείχθηκε ότι ο βρουξισμός προϋπήρχε ή προκλήθηκε από την θεραπεία αυτή. Ο ίδιος ο Ενάγων και ο ΜΕ2 κατέθεσαν και δεν αμφισβητήθηκε, ότι ο Ενάγων έπαψε να ταλαιπωρείται από βρουξισμό με την αφαίρεση της επίδικης γέφυρας από τον ΜΕ2. Συνεπώς, όπως και εάν ήθελε ιδωθεί το ζήτημα του βρουξισμού, μόνο σε βάρος της εκδοχής των Εναγόμενων θα μπορούσε να λειτουργήσει.

 

 

Το γεγονός ότι διατηρήθηκαν οι άξονες 13 και 21 από τον ΜΕ2 στα πλαίσια της δικής του θεραπείας 

 

179.   Επιχειρηματολόγησαν οι ΜΥ1 και ΜΥ3 ότι, το γεγονός ότι οι άξονες 13 και 21 βρίσκονται ακόμη στο στόμα του Ενάγοντος, αποτελεί ένδειξη επιτυχούς θεραπείας. Η θέση ότι τα εν λόγω δόντια βρίσκονται στο στόμα του Ενάγοντος δεν αμφισβητήθηκε, επιβεβαιώθηκε και από τον ίδιο τον ΜΕ2 και την αποδέχομαι. Όμως, η θέση περί «επιτυχίας» της επίδικης θεραπείας, στην πιο πάνω βάση, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Εξηγώ.

 

180.   Πρώτον, ως ο ΜΕ2 διευκρίνισε κατά την αντεξέταση του επί του σημείου, ο ίδιος προέβη σε εργασίες στα δόντια αυτά. Ειδικότερα, κατέθεσε ότι: «Τελική δουλειά είχε γίνει από εμένα που πρόσεξα, ήξερα ότι ο άξονας είχε τα προβλήματα που είχε. Πρόσεξα να το αφήσω μόνο του, να μην παίρνει άλλες δυνάμεις, το έθεσα ελαφρά εκτός συγκλίσεως για να μην παίρνει έντονες μασητικές δυνάμεις και έτσι να προσπαθήσω να το κρατήσω όσο περισσότερο χρόνο γινόταν. Όταν ξεκινήσαμε να δουλεύουμε πάνω στο 13, να υπενθυμίσω ότι είχαμε πει στον ασθενή ότι υπάρχουν προβλήματα με τον άξονα, αλλά επειδή δεν μπορούσαμε να τον βγάλουμε, δεν θέλαμε να χτυπήσουμε τον άξονα. Έπρεπε να δεχτούμε τον άξονα ως έχει και να κάνουμε δουλειά όσο πιο σωστά εγίνετουν και να δώσουμε στο δόντι όσο πιο λίγη πίεση, δηλαδή να είναι ελαφρά εκτός των πολλών μασητικών δυνάμεων.»[121]

 

181.   Επεξήγησε ακόμη ότι δεν είχε τη δυνατότητα να τοποθετήσει καινούριους άξονες στα δόντια 13 και 21, γιατί ήταν κολλημένοι και θα έπρεπε να τους χτυπήσει για να τους βγάλει, με ρίσκο να δημιουργήσει κάταγμα στη ρίζα ή στην κορώνα του δοντιού. Ο Εναγόμενος 1 είχε τη δυνατότητα να τους τοποθετήσει σωστά, στο σωστό βάθος. Επομένως, εισηγήθηκε στον Ενάγοντα, να κρατήσει τα δύο συγκεκριμένα δόντια ως έχουν με τα ρίσκα που συνεπάγονται δύο μη ολοκληρωμένοι άξονες. Του εισηγήθηκε επίσης να τοποθετήσουν κορώνες και εάν στο μέλλον δημιουργηθούν προβλήματα, τότε, να τα αντιμετωπίσουν αναλόγως. Το δόντι 13, τον Ιανουάριο του έτους 2025, παρουσίασε ευστειστότητα.[122] Οι πιο πάνω θέσεις του δεν αμφισβητήθηκαν, διαπνέονται από σταθερότητα, λεπτομέρεια, πειστικότητα και συνοχή και τις αποδέχομαι.

 

182.   Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι ο ΜΕ2 δεν άφησε τους δύο άξονες στα δόντια του Ενάγοντα στο στόμα επειδή θεώρησε την εργασία επιτυχή, αλλά για σκοπούς μετριασμού των ρίσκων να βγάλει τους άξονες, ως επεξήγησε με λεπτομέρεια και σαφήνεια. Στα πλαίσια αυτά, διασφάλισε ότι δέχονταν μόνο ελαφριά πίεση.

 

183.   Δεύτερον, ανεξαρτήτως των πιο πάνω, η θεραπεία που συμφώνησε να υποβληθεί ο Ενάγων από τον Εναγόμενο 1, δεν αφορούσε μόνο την τοποθέτηση αξόνων στα δόντια 13 και 21. Σκοπός της θεραπείας ήταν η τοποθέτηση γέφυρας στα έξι μπροστινά δόντια. Κατ’ επέκταση, δεν δύναται υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις να θεωρηθεί ότι η συμφωνηθείσα θεραπεία πέτυχε, μόνο για τον λόγο ότι οι άξονες στα δόντια 13 και 21, διατηρήθηκαν στο στόμα του Ενάγοντα.

 

184.   Στρέφομαι στο ζήτημα της κινητικότητας της γέφυρας.

 

 

iv.          Αξιολόγηση αναφορικά με το ζήτημα της κινητικότητας της γέφυρας 

 

185.   Σύμφωνα με την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία,[123] η γέφυρα παρουσίαζε αστάθεια και κινητικότητα, τόσο κατά το στάδιο προσωρινής όσο και κατά το στάδιο της μόνιμης συγκόλλησης, μέχρι την αποκοπή της από τον ΜΕ2, στις 30.3.2016.

 

186.   Ο ΜΥ3, κατέθεσε ότι είθισται η γέφυρα να συγκολλάται πρώτα με προσωρινή κονία/γόμα ούτως ώστε να λυθούν οποιαδήποτε προβλήματα ή επιπλοκές προκύψουν πριν την συγκόλληση της γέφυρας με μόνιμο υλικό. Κατά την αντεξέταση του διευκρίνισε ότι μια κονία προσωρινής συγκόλλησης έχει το 1/10 της ισχύος από τη μόνιμη συγκόλληση. Επομένως, είναι πολύ εύκολο να αποκολληθεί υπό κάποιες συνθήκες.[124] Δεν είναι ασυνήθιστο για μία γέφυρα να παρουσιάζει κάποια κινητικότητα, να έχει κάποια κενά, να χρειάζονται αλλαγές από τον οδοντοτεχνίτη ή ακόμα και να ξεκολληθεί στο στάδιο κατά το οποίο είναι κολλημένη με προσωρινή κονία, όσο ικανά και επιμελώς και εάν οι εργασίες εκτελεστούν από τον οδοντίατρο. Συνήθως, αυτά τα θέματα επιλύονται από τον οδοντίατρο εντός 1 - 3 μηνών από την συγκόλληση με προσωρινή κονία / γόμα. Όταν πλέον τα όποια ζητήματα προκύψουν μετά την προσωρινή συγκόλληση επιλυθούν και παρέλθει ένα εύλογο χρονικό διάστημα 3 - 5 μηνών, τότε η γέφυρα συγκολλάται πλέον με μόνιμο υλικό. Και σε αυτό το στάδιο δεν είναι ασυνήθιστο για έναν ασθενή να μην νιώθει άνετα με την γέφυρα, για την γέφυρα να παρουσιάζει κάποια κινητικότητα, να χρειάζονται αλλαγές από τον οδοντοτεχνίτη ή ακόμα και να ξεκολληθεί, όσο ικανά και επιμελώς και εάν οι εργασίες εκτελεστούν από τον οδοντίατρο. Τα εν λόγω ζητήματα, εάν προκύψουν, αντιμετωπίζονται. Σε περίπτωση που ένας ασθενής είναι βρουξιστής, οι πιο πάνω επιπλοκές είναι πολύ πιο πιθανές και έντονες.

 

187.   Αποδέχομαι τη θέση του ΜΥ3 ότι με την προσωρινή συγκόλληση της γέφυρας, κάποια κινητικότητα της γέφυρας ήταν αναμενόμενη, λόγω της δύναμης του υλικού της κόλλας που χρησιμοποιείται. Τούτο συνάδει και με τον σκοπό της προσωρινής συγκόλλησης, που είναι να εγκαθιδρυθεί η γέφυρα στην απόλυτα ορθή της θέση και να επιβεβαιώσει ο οδοντίατρος ότι ο ασθενής αισθάνεται άνετα και δεν εντοπίζονται προβλήματα, προτού προχωρήσει στο στάδιο της μόνιμης συγκόλλησης. Οι εν λόγω θέσεις του δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση του.[125]  Όμως, οι θέσεις του ΜΥ3 ως προς την αποκόλληση της γέφυρας κατόπιν της μόνιμης συγκόλλησης, διαπνέονται από γενικότητα, με τις απαντήσεις του να περιορίζονται σε θεωρητικό και μόνο επίπεδο, άνευ εφαρμογής της θεωρίας στην υπό κρίση περίπτωση. Ειδικότερα, σε υποβολή του κ. Ροτσίδη ότι εν προκειμένω, η γέφυρα αποκολλείτο και μετά την μόνιμη συγκόλλησή της, απάντησε ότι σε μια τέτοια περίπτωση θα πρέπει να αναζητηθούν οι λόγοι. Πιθανοί λόγοι είναι η μόνιμη κονία να χρειάζεται κάτι συμπληρωματικό. Υπάρχουν, κατέθεσε, στην οδοντιατρική πολλές τεχνικές για να αυξηθεί συγκόλληση. Οφείλει ο οδοντίατρος να εντοπίσει τους λόγους, όμως ο ίδιος δεν μπορεί να γνωρίζει τις ιδιαίτερες τεχνικές λεπτομέρειες του συγκεκριμένου περιστατικού. Σαφώς και οι ως άνω τοποθετήσεις του, δεν δύνανται να διαφωτίσουν το Δικαστήριο ως προς οιαδήποτε άλλη σταθερή εκδοχή αναφορικά με τους λόγους αποκόλλησης της μόνιμης πλέον γέφυρας στο στόμα του Ενάγοντα, πέραν αυτής που επεξηγήθηκε από τον ΜΕ2. Παρά τα πιο πάνω, σε υποβολή του κ. Ροτσίδη ότι η κατ’ επανάληψη αποκόλληση της γέφυρας αποτελούσε σαφή ένδειξη αποτυχημένης κατασκευής ή εφαρμογής από τον οδοντίατρο, απέφυγε να απαντήσει ευθέως, προβάλλοντας ότι όταν ο ασθενής είναι  βρουξιστής ακόμα και το πιο ισχυρό οδοντιατρικό υλικό μπορεί να σπάσει. Σε σχέση με το θέμα του βρουξισμού, σχετικά είναι τα όσα έχω παραθέσει στις παρ. 175 - 178 πιο πάνω, τα οποία υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται. 

 

188.   Επιπρόσθετα, κατά την αντεξέταση του, ο ΜΥ3 περιόρισε τη γενικότητα της θέσης του ότι «δεν είναι ασυνήθιστο» μια γέφυρα να παρουσιάζει κινητικότητα, ακόμη και μετά τη μόνιμη της συγκόλληση, προβάλλοντας ότι η κινητικότητα που αναφέρεται «είναι επιπέδου των 50 - 150 μικρών. Όλα τα δόντια μας έχουν κινητικότητα, είτε είναι περιοδοντικά που έχουν περισσότερη κινητικότητα, όταν δεν είναι περιοδοντικά κουνιούνται λιγότερο (…) Άρα σε αυτήν την περίπτωση εάν κουνιέται η γέφυρα ακόμα και αν είναι κολλημένη με μόνιμο υλικό είναι δυνατό σε πολύ μικρό εύρος του επιπέδου 150 μικρών να υπάρχει μια κινητικότητα.» Όμως, δεν είναι αυτού του είδους κινητικότητα της γέφυρας που παρουσιάστηκε στην υπόθεση του Ενάγοντος, ήτοι, κινητικότητα όπως υπάρχει σε υφιστάμενα υγιή και γνήσια δόντια. Στα πλαίσια της προσπάθειας του συνηγόρου να τον καλέσει να τοποθετηθεί συγκεκριμένα, ο ΜΥ3 και πάλιν απέφευγε να απαντήσει. Ειδικότερα, σε υποβολή ότι η κινητικότητα της γέφυρας αναιρεί την ίδια την εργασία, ήτοι, τη μόνιμη συγκόλληση της γέφυρας, ο ΜΥ3 ζήτησε να του ορίσει τί σημαίνει «κουνιέται». Ο κ. Ροτσίδης συνέχισε, «κουνιέται» σε βαθμό που οδηγεί τον ασθενή σε πόνο, προβλήματα και συνεχείς επισκέψεις στον οδοντίατρο, απάντησε ότι εάν έχει μεγαλύτερη κινητικότητα από τα 150 - 200 μικρά και προκαλείται πόνος, τότε αυτό είναι ένδειξη ότι θα πρέπει να εξεταστεί η όλη κατασκευή της γέφυρας, αποφεύγοντας να απαντήσει με σαφήνεια την ερώτηση. Με τον προσήκοντα σεβασμό, το Δικαστήριο δεν δύναται ευλόγως να βασιστεί στις ως άνω γενικές, θεωρητικές και ασαφείς τοποθετήσεις του ΜΥ3 για την εξαγωγή οιωνδήποτε συμπερασμάτων.

 

189.   Σε μεταγενέστερο σημείο της αντεξέτασης του, ερωτηθείς από τον κ. Ροτσίδη, «εσείς κύριε Παπαδόπουλε, έμπειρος οδοντίατρος και Πρόεδρος και του Οδοντιατρικού Συλλόγου, μας βάζετε θέση ότι είναι αναμενόμενο να βάζουμε μόνιμες ακίνητες γέφυρες και μετά να τις κολλούμε και να τις ξεκολλούμε;» απάντησε ότι «(η) σωστή επιστημονική τοποθέτηση είναι ότι όταν κολληθεί μόνιμα μια γέφυρα ότι θεωρείται ότι θα πρέπει να κρατήσει στο στόμα 5 χρόνια χωρίς προβλήματα. Αν υπάρχουν προβλήματα τα οποία δεν διαγνώσθησαν στην αρχή, τότε οφείλει ο οδοντίατρος να τα βρει και να διορθώσει το πρόβλημα.»[126] Εν προκειμένω, όμως, τα «προβλήματα» αυτά, δεν είχαν διορθωθεί, ούτε και κράτησε η γέφυρα στο στόμα του Ενάγοντα για περίοδο 5 ετών, χωρίς προβλήματα. Στα πλαίσια της επίπονης προσπάθειας του κ. Ροτσίδη να τον καλέσει να τοποθετηθεί ακόμη πιο συγκεκριμένα, κατέφυγε και πάλιν σε θεωρητικές απαντήσεις περί βρουξισμού, χωρίς να απαντά ευθέως. Πρόσθετα, σημειώνω εδώ για σκοπούς πληρότητας, ότι και οι τοποθετήσεις του περί βρουξισμού, τέθηκαν και πάλιν σε θεωρητικό επίπεδο, με έμφαση τις πιο σοβαρές περιπτώσεις βρουξισμού ως τις περιέγραψε, χωρίς όμως να μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει, ως ζήτημα γεγονότων, ότι ο Ενάγων ενέπιπτε στην κατηγορία αυτή,[127] ή σε μια λιγότερο σοβαρή κατηγορία.

 

190.   Καθ’ υπόδειξη του κ. Ροτσίδη της αλληλουχίας των σχετικών γεγονότων, ήτοι, ότι (α) η μόνιμη συγκόλληση της γέφυρας έγινε στις 27.2.2015, (β) ότι λόγω προβλημάτων που παρουσιάστηκαν ο Εναγόμενος 1 τρεις μήνες αργότερα, στις 25.5.2015 αποπειράθηκε να την αποκολλήσει αλλά φοβόταν να μην κάνει ζημιά στους άξονες και στις ρίζες και είπε στον Ενάγοντα να περιμένει να ξεκολλήσει από μόνη της, (γ) ο δε άξονας στο δόντι 22 κολλήθηκε και αποκολλήθηκε την ίδια ημέρα και (δ) τελικά στις 2.2.2016 η γέφυρα ξεκόλλησε μαζί με τους άξονες, απάντησε ότι εάν η αποκόλληση γίνεται επανειλημμένα «κάτι δεν πήγε από την αρχή καλά. Επανειλημμένα εννοώ ότι 1 ή 2 φορές, η επανάληψη των ξεκολλημάτων υποδηλώνει μηχανικό ή στατικό πρόβλημα και οφείλουν να ανευρεθούν οι αιτίες». Σε υποβολή του κ. Ροτσίδη ότι ουδέποτε η γέφυρα λειτούργησε με τον τρόπο που θα έπρεπε κατέφυγε και πάλιν σε θεωρητική τοποθέτηση, ότι το ζήτημα ουσιαστικά είναι υποκειμενικό. Από την όλη μαρτυρία του ΜΥ3, το Δικαστήριο δεν δύναται να εξαγάγει σαφή συμπεράσματα και δεν αποδέχομαι τις θέσεις του επί του σημείου αυτού.

 

191.   Αποδέχομαι τις θέσεις του ΜΕ2 ότι η κινητικότητα της γέφυρας προκλήθηκε από τα προαναφερθέντα προβλήματα που έχει εντοπίσει (ανεπαρκής επιφάνεια στήριξης, ατελής άξονες και λανθασμένη σύγκλιση).

 

192.   Στρέφομαι στο τρίτο σημείο που αποτέλεσε αντικείμενο συζήτησης των εμπειρογνώμων, ήτοι, το κατά πόσο θα έπρεπε να είχε αφαιρεθεί η προϋπάρχουσα κύστη στο δόντι 46, ενόψει των κινδύνων που εγκυμονούσε.

 

(γ)  Το ζήτημα της κύστης κάτω από το δόντι 46

 

193.   Είναι κοινώς αποδεκτό ότι κατά τον χρόνο που ο Ενάγων επισκέφθηκε τον ΜΥ1, είχε μια κύστη κάτω από το δόντι 46. Ο ΜΕ2 κατά την μαρτυρία του, υπέδειξε την εν λόγω κύστη ως με την ένδειξη «Ζ» στο Τεκμήριο 20. Κατέθεσε ότι η κύστη αυτή ήταν 18 μιλίμετρα ενώ στο ιατρείο του οι μεγαλύτερες κύστες που είδε ήταν της τάξης των 8 με 10 μιλιμέτρων. Επρόκειτο για ασυνήθιστα μεγάλη κύστη, η οποία ήταν πάρα πολύ κοντά στο νεύρο το οποίο οδηγεί στα κάτω χείλη του ασθενούς δεξιά. Σημείωσε ακόμη ότι, εάν αυτή η κύστη έμενε για αρκετό χρονικό διάστημα, θα μπορούσε να πλησιάσει και να δημιουργήσει παραισθητικά προβλήματα στο νεύρο, που πάει στα κάτω χείλη δεξιά.[128]

 

194.   Κατά το στάδιο των αγορεύσεων, οι συνήγοροι του Ενάγοντα διευκρίνισαν ότι δεν εμμένουν απόλυτα σε σχέση με το ζήτημα αυτό, καθώς δεν φαίνεται να προξενήθηκε οποιαδήποτε ζημιά από την παράλειψη του Εναγόμενου 1 να αφαιρέσει την εν λόγω κύστη. Καλούν όμως το Δικαστήριο να εξαγάγει συμπεράσματα ως προς τον ευρύτερο επαγγελματισμό του, με δεδομένη και τη θέση του ΜΥ1 ότι, πράγματι εντόπισε την εν λόγω κύστη.

 

195.   Κατέθεσε ο ΜΕ2 ότι η κύστη «είχε πιάσει και τις ρίζες» του δοντιού 47, λόγω αύξησης του μεγέθους της κύστης, έπρεπε και το δόντι 47 να αφαιρεθεί και να τοποθετηθεί στη θέση του εμφύτευμα, όπως και στο δόντι 46.[129] Κατέθεσε επίσης ότι η εν λόγω κύστη έμεινε στο στόμα του Ενάγοντα για περίοδο 21 μηνών, την οποία εν τέλει αφαίρεσε ο ίδιος. Οι εν λόγω θέσεις του δεν αποτέλεσαν αντικείμενο αμφισβήτησης. Ούτε και οι θέσεις του ΜΕ2 ως προς τους κινδύνους που εγκυμονούσε η ύπαρξη κύστης αμφισβητήθηκαν. Η θέση του ΜΥ1 ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο που εξέτασε τον Ενάγοντα ο ίδιος, η κύστη δεν τον ενοχλούσε, δεν αλλοιώνει την ως άνω εικόνα ως προς τους κινδύνους που η κύστη αυτή εγκυμονούσε. Των πιο πάνω δοθέντων αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΕ2 επί του σημείου στην πλήρη της έκταση.

 

196.   Η θέση των Εναγόμενων ήταν ότι ο ΜΥ1 είχε εντοπίσει την εν λόγω κύστη αλλά του απαγόρευσε ο Ενάγων να την αφαιρέσει. Συνεπώς, συνεχίζουν, δεν είχαν δικαίωμα να την αφαιρέσουν. Το ζήτημα του τι λέχθηκε μεταξύ των διαδίκων πριν από την έναρξη της θεραπείας από τον Εναγόμενο 1, αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης στις παρ. 53 – 68 πιο πάνω, με το Δικαστήριο να έχει απορρίψει πλήρως την εκδοχή του ΜΥ1. Παρά τα πιο πάνω, πράγματι, δεν δύναται με ασφάλεια να εξαχθεί ότι είναι η αδράνεια του Εναγόμενου 1 να την αφαιρέσει που οδήγησε στην ανάγκη αφαίρεσης του δοντιού 47, με δεδομένο το γεγονός ότι η κύστη προϋπήρχε και ήταν ήδη σε εξέλιξη, πριν από την υποβολή του Ενάγοντος σε θεραπεία από τον Εναγόμενο 1.

 

197.   Στρέφομαι στο τέταρτο σημείο συζήτησης των εμπειρογνώμων, ήτοι, το κατά πόσο υπήρχαν κατάγματα στα δόντια 12, 23 και 23.

 

 

(δ)  Κατάγματα (δόντια 12, 13 και 23)

 

i.        Οι εκατέρωθεν θέσεις

 

198.   Ο ΜΕ2 κατέγραψε στο πιστοποιητικό του, Τεκμήριο 11 (σελ. 1 παρ. 1), ότι στην πανοραμική ακτινογραφία ημερ. 18.2.2016 που διενήργησε ο ίδιος (Τεκμήριο 20), διεφάνη ότι πιθανότατα υπήρχαν κατάγματα στα δόντια 23 και 12. Κατέγραψε επίσης (σελ. 2 παρ. 1), ότι οι περισσότερες πορσελάνες παρουσίαζαν κατάγματα σε βαθμό που οι μεταλλικοί σκελετοί είχαν απογυμνωθεί. Κατά την αντεξέταση του διευκρίνισε ότι όταν ίδιος αφαίρεσε τη γέφυρα, εντόπισε σε αυτά τα δύο δόντια “fractures”,[130] ήτοι, κομματάκια δοντιού. Ο ίδιος έκοψε τις κορώνες της γέφυρας στη μέση τους και τις αφαίρεσε χωρίς να θέσει πίεση πάνω στους άξονες. Ερωτηθείς κατά πόσο είναι πιθανόν τα κομματάκια να αποκολλήθηκαν κατά τη διενέργεια αυτής της εργασίας, όσο επιμελώς και αν έγινε, απάντησε καταφατικά. Ακολούθως, διευκρίνισε ότι δεν ετίθετο ζήτημα καταγμάτων στη ρίζα των δοντιών, εφόσον εδώ παρατηρήθηκαν κατάγματα στις κορώνες.

 

199.   Από την αντίπερα όχθη, ο ΜΥ3 κατέθεσε ότι από τις πανοραμικές ακτινογραφίες, Τεκμήρια 4(6) και 4(7), που είναι οι χρονικά τελευταίες πανοραμικές που έγιναν στον Ενάγοντα από τους Εναγόμενους, δεν μπορεί να εντοπίσει κάταγμα στις ρίζες των δοντιών 12, 13 και 23. Ένα δόντι που έχει κάταγμα στη ρίζα του, προκαλεί πάρα πολύ έντονο πόνο. Ως εκ τούτου, τον εκπλήττει ότι το δόντι 23 αφαιρέθηκε τέσσερις μήνες μετά από την έναρξη θεραπείας από τον ΜΕ2, με βάση το Τεκμήριο 28. Συνέχισε ότι, σε περίπτωση, ωστόσο, που ο ΜΕ2 αναφέρεται σε φθορά της πορσελάνης των κορόνων της γέφυρας, με αποτέλεσμα ο σκελετός της να ήταν σε κάποια σημεία απογυμνωμένος (και όχι κάταγμα στις ρίζες των δοντιών) ή σε κομματάκια της πορσελάνης που αποκολλήθηκαν, τότε είναι πιθανόν αυτές οι μικροφθορές είτε (1) να υπήρχαν στα δόντια 12, 13 και 23, λόγω του ότι ο Ενάγοντας ήταν βρουξιστής, είτε (2) να δημιουργήθηκαν κατά την αποκοπή της γέφυρας από τον ΜΕ2. Αυτό δεν είναι ασυνήθιστο, ακόμα και όταν η αποκοπή γίνεται με πάσα επιμέλεια και προσοχή. Αντεξεταζόμενος επανέλαβε τις θέσεις του.

 

 

 

ii.         Αξιολόγηση εκατέρωθεν θέσεων ως προς τα κατ΄ ισχυρισμό κατάγματα στα δόντια 12, 13 και 23

 

200.   Ορθά οι συνήγοροι των Εναγόμενων επιχειρηματολογούν ότι η δικογραφημένη θέση του Ενάγοντος ήταν ότι του προκλήθηκαν κατάγματα στις ρίζες των δοντιών 12, 13 και 23[131] και όχι κατάγματα στις κορώνες των εν λόγω δοντιών. Κατά την ακρόαση, εντούτοις, διευκρίνισε ο ΜΕ2 ότι αυτό που είχε εντοπίσει ήταν κατάγματα στις κορώνες των δοντιών και όχι στις ρίζες. Πρόκειται για θέση που εκπίπτει της δικογραφίας και δεν δύναται να ληφθεί υπόψιν (βλ. αυθεντίες παρ. 41, 175 και 176 πιο πάνω). Για σκοπούς όμως πληρότητας και μόνο, σημειώνεται ότι δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή η θέση ότι λόγω των ενεργειών του ο Εναγόμενος 1 προκάλεσε κατάγματα (“fractures”) στις κορώνες, ήτοι, τα κομματάκια δοντιού που επικαλέστηκε, με την αφαίρεση της γέφυρας. Τούτο διότι, κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ2 δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο τα εν λόγω κατάγματα να είχαν προκληθεί από τη διαδικασία που διενήργησε ο ίδιος, για σκοπούς αποκοπής της γέφυρας, όσο επιμελώς και να εκτελούσε την εν λόγω διαδικασία.

 

201.   Επειδή σχετική αναφορά γίνεται από τους συνηγόρους των Εναγόμενων και σε φθορά της πορσελάνης της γέφυρας στα πλαίσια της συζήτησης των καταγμάτων στις κορώνες, σημειώνω εδώ ότι, άλλο είναι το θέμα της φθοράς της πορσελάνης της γέφυρας. Το στοιχείο αυτό ο ΜΕ2 το διαπίστωσε κατά την κλινική εξέταση της πρώτης επίσκεψης του Ενάγοντος,[132] ήτοι, προτού προχωρήσει στη διεργασία αποκοπής της γέφυρας. Η εικόνα της γέφυρας κατά τον χρόνο της πρώτης επίσκεψης του Ενάγοντος στον ΜΕ2, συνάδει και με τα όσα ο ίδιος ο ΜΥ1 κατέθεσε ως προς στην κατάσταση που επήλθε η γέφυρα, συνεπεία των αλλεπάλληλων τροχισμάτων του, στοιχεία που τον οδήγησαν να εισηγηθεί την αντικατάστασή της άνευ χρέωσης (βλ. παρ. 149 πιο πάνω). Συνεπώς, δεν τίθεται ζήτημα πρόκλησης της εν λόγω φθοράς και του απογυμνωμένου σκελετού από οποιανδήποτε ενέργεια του ΜΕ2, κατά το μεταγενέστερο στάδιο αφαίρεσης της γέφυρας. Ούτε και του υποβλήθηκε μια τέτοια θέση κατά την αντεξέτασή του. Διευκρίνισε κατά την κυρίως εξέταση του ότι, κατά την πρώτη επίσκεψη του Ενάγοντος: «Μελετήσαμε τα δόντια τούτα είδαμε ότι υπήρχε πάρα πολύ από την τριβή, δηλαδή ήταν ‘φαγωμένο’ σε βαθμό που ο σκελετός στη δουλειά από κάτω, διότι όταν βγάζουμε μία γέφυρα σε έναν ασθενή πάνω σε 6 δόντια, ας πούμε όπως ήταν του συγκεκριμένου ασθενούς, κάνουμε ένα σκελετό πρώτα που κάτω, ο οποίος ήταν μεταλλικός ή ζιρκόνια και ο μεταλλικός σκελετός ήταν τα ζιρκόνια έρχεται και εμπίπτεται που πορσελάνη ώστε στη συγκεκριμένη να καλύπτεται αισθητικά ο ασθενής για να μπορεί να φαίνεται σαν δόντι. Στη δική του περίπτωση οι πορσελάνες τούτες ήταν ‘φαγωμένες’, είχαν cracks, ήταν ‘φαγωμένες’ οι πορσελάνες, δεν ήταν σε κατάσταση που να παρουσιάζεται όμορφα και ωραία.»[133]

 

202.   Καθίσταται εμφανές ότι οι αναφορές του σε φθαρμένη πορσελάνη στην παρ. 3 της σελ. 3 της γραπτής του δήλωσης, δεν αφορούν το στάδιο για το οποίο γίνεται λόγος στην παρούσα ενότητα, ήτοι το στάδιο κατά και αμέσως μετά την αποκοπή της γέφυρας από τον ίδιο.

 

203.   Προχωρώ στην εξέταση του επόμενου σημείου που απασχόλησε τους εμπειρογνώμονες, ήτοι, τη μόλυνση στο δόντι 22 και την εξαγωγή του.

 

 

(ε)   Μόλυνση και εξαγωγή δοντιού 22

 

i.             Οι εκατέρωθεν θέσεις

 

204.   Αναφορικά με το δόντι 22, αποτέλεσε τη θέση του ΜΕ2 ότι η επαναληπτική απονεύρωση που έγινε στις 4.6.2014 απέτυχε. Ειδικότερα, κατέθεσε ότι το μόνιμο υλικό σφράγισης της απονεύρωσης βγήκε έξω από το ακρορίζιο, προκαλώντας φλεγμονή στο δόντι 22. Προς επίρρωση της θέσης του, κατέθεσε εκ νέου την πανοραμική ακτινογραφία ημερ. 14.6.2014 (επί του Τεκμηρίου 4), ως Τεκμήριο 26. Επί αυτής, υπέδειξε την πορεία του μόνιμου υλικού σφράγισης έξω από το συγκεκριμένο δόντι. Συνεπεία τούτου, προκλήθηκε φλεγμονή στο δόντι 22, με αποτέλεσμα να καταστεί ανάγκη για την εξαγωγή του.

 

205.   Ο ΜΥ3 κατέθεσε ότι, σε περίπτωση που προϋπήρχε ακροριζική κύστη στο δόντι 22, η απόπειρα διάσωσής του καθίστατο ακόμα πιο δύσκολη, ειδικά στην περίπτωση που η θεραπεία ήταν επαναληπτική. Όπως βλέπει από το Τεκμήριο 13 και το Τεκμήριο 4(1), το δόντι 22 ήταν σε πολύ άσχημη κατάσταση και οι πιθανότητες να διασωθεί εξ αρχής ήταν μικρές. Ωστόσο, ένας συνεπής και επιμελής οδοντίατρος οφείλει να δοκιμάσει να το διασώσει. Η σωστή διαδικασία θα ήταν η επαναληπτική απονεύρωση του δοντιού 22, με σκοπό να δεχθεί τον άξονα (και στην συνέχεια την γέφυρα) και στην συνέχεια το δόντι να σφραγιστεί με μόνιμο υλικό σφράγισης (“sealler”). Οι πιθανότητες να παρουσιαστεί οίδημα μετά από επαναληπτική απονεύρωση δεν είναι αμελητέες και η πρόκληση του λεγόμενου flare-up (πρήξιμο / πόνος), παραμένει ένας συνεχής εφιάλτης για όλους τους οδοντίατρους, καθότι δεν υπάρχει ξεκάθαρη πρακτική που μπορεί να ακολουθηθεί για αποφυγή πρόκλησής του. Κατά την αντεξέταση του διευκρίνισε ότι η πιθανότητα επιτυχίας μιας επαναληπτικής απονεύρωσης, είναι μόλις στο 50%. Τις πλείστες φορές, το μόνιμο υλικό σφράγισης (“sealler”) απορροφάται από τον οργανισμό, εφόσον είναι βιοσυμβατικό. Όταν προκληθούν επιπλοκές σε ένα δόντι μετά από επαναληπτική απονεύρωση, ενδείκνυται συχνά όπως ο οδοντίατρος προχωρήσει σε εξαγωγή του προβληματικού δοντιού, για να σταματήσει η ταλαιπωρία του ασθενή και διότι συχνά είναι η ασφαλέστερη επιλογή.

 

206.   Κατά την αντεξέταση του, ερωτηθείς για τη διαφορά του υλικού “sealler” και «γουταπέρκας», απάντησε ότι το τελευταίο είναι ένα φυτικό υλικό το οποίο χρησιμοποιείται για να μπορέσει να πιεστεί το “sealler”, η κόλλα δηλαδή, να γεμίσει όλα τα κενά μέσα στον ριζικό σωλήνα. Συμφώνησε με την εισήγηση του κ. Ροτσίδη ότι το “sealler” είναι ένα υλικό πλήρωσης που χρησιμοποιείται για να φράξει μικροκενά μεταξύ των τοιχωμάτων του ριζικού σωλήνα και της «γουταπέρκας» και ότι, αντίθετα, η «γουταπέρκα» είναι η βασική ουσία με την οποία γεμίζουμε τον ριζικό σωλήνα και αντικαθιστούμε τον πολφό. Ερωτηθείς κατά πόσο η «γουταπέρκα» είναι το υλικό, το μόνιμο υλικό πλήρωσης σφράγισης της απονεύρωσης απάντησε ότι η γουταπέρκα μαζί με το “sealler” αποτελούν «ένα σύστημα». Ερωτηθείς κατά πόσο γνωρίζει ότι εν προκειμένω είναι η «γουταπέρκα» που εξήλθε εκτός του ακρορίζιου και όχι το “sealler”, απάντησε ότι θα έπρεπε να είχε ενώπιον του σχετική ακτινογραφία η οποία να δεικνύει τη θέση αυτή. Παρέπεμψε στο Τεκμήριο 30 αναφέροντας ότι με βάση τα όσα εκεί καταγράφονται, δεν φαίνεται να είναι εκτός ακρορίζιου η γουταπέρκα. Σε υποβολή του κ. Ροτσίδη ότι η έξοδος γουταπέρκα, πέραν του ακρορίζιου μπορεί να προκαλέσει έντονο πόνο, φλεγμονή, ακόμη και απόστημα απάντησε ότι το απόστημα προκαλείται από μικρόβια τα οποία έχουν να κάνουν με υλικά που είναι μολυσμένα. Η ίδια η γουταπέρκα δεν είναι μολυσμένο υλικό. Επομένως ακόμη και να μπορούσε να εντοπίσει γουταπέρκα να εξέρχεται εκτός ακρορίζιου, δεν είναι αυτή που μπορεί να προκάλεσε το όποιο απόστημα, το οποίο είναι ένδειξη ύπαρξης μικροβίων. Διευκρίνισε δε ότι η γουταπέρκα οφείλει να μην εξέρχεται εκτός ακρορίζιου για τον λόγο ότι δεν απορροφάται. Αλλά, εν προκειμένω, δεν έχει δει κανένα τεκμήριο προς επίρρωση μιας τέτοιας θέσης.

 

207.   Ερωτηθείς από τον κ. Ροτσίδη κατά πόσο σε μια απονεύρωση πρέπει να χρησιμοποιείται απομονωτήρας τύπου “rubber dam”, απάντησε ότι αυτό είναι που διδάσκεται στο Πανεπιστήμιο, όμως, στα ιδιωτικά ιατρεία σε όλον τον κόσμο το 80% των οδοντιάτρων δεν βάζει απομονωτήρα. Ερωτηθείς κατά πόσο στον Ενάγοντα θα μπορούσε να εφαρμοστεί αυτό το “rubber dam”, με δεδομένο το γεγονός ότι δεν είχε καθόλου μύλη, απάντησε ότι όταν δεν υπάρχει αρκετή οδοντική ουσία, η τοποθέτηση “rubber dam” είναι αδύνατη. Σε υποβολή ακόμη του κ. Ροτσίδη ότι ο Εναγόμενος 1 προχώρησε πρόωρα και τοποθέτησε τους άξονες χωρίς να περιμένει να βεβαιωθεί ότι ο Ενάγων δεν είχε κλινικά συμπτώματα μετά την απονεύρωση στις 4.6.2014, απάντησε ότι η ταχύτητα πολλές φορές στην οποία προχωρούμε γενικότερα στις εργασίες μας έχει να κάνει με την ανάγκη του ασθενούς να δεχτεί στοματική αποκατάσταση. Ενδείκνυται ακόμη και την ίδια ημέρα που έγινε η ενδοδοντική θεραπεία να μπει ο άξονας, αυτό γίνεται και στο Πανεπιστήμιο.

 

208.   Κατέθεσε ο ΜΥ1 ότι από την αρχή εντόπισε ακροριζική κύστη στο δόντι 22, η οποία κατέστησε την όλη θεραπεία ιδιαίτερα δύσκολη και απρόβλεπτη, ειδικά εφόσον είχαν να κάνουν με επαναληπτική ενδοδοντική θεραπεία. Προβήκαν σε επαναληπτική απονεύρωση του δοντιού 22 με σκοπό να δεχθεί ενδοριζικό άξονα, ο οποίος θα υποστήριζε τη γέφυρα. Το δόντι 22 ήταν σε πολύ άσχημη κατάσταση, όπως μπορεί να διαπιστωθεί από το Τεκμήριο 13, όμως προσπάθησαν να το διασώσουν. Από τις 4.6.2014 (απονεύρωση) μέχρι την 6.6.2014, ο Ενάγων δεν είχε παραπονεθεί για πόνο στο δόντι 22. Συνεπεία του οιδήματος, χορηγήθηκε αντιβίωση. Περί τα τέλη του Ιούνη του 2014 λόγω του πόνου που ο Ενάγοντας έλεγε ότι ένιωθε, μετέβη στις πρώτες βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας για να λάβει ενδοφλέβια αντιβίωση. Η ενδοφλέβια αντιβίωση ενεργεί πολύ πιο γρήγορα από ότι τα χάπια. Όταν τις επόμενες ημέρες λειτούργησαν τα αντιβιοτικά και το πρήξιμο και ο πόνος υποχώρησαν, την 30.6.2014, προχώρησε σε εξαγωγή του δοντιού 22. Αυτό έγινε διότι η μόλυνση (flare-up) δεν υποχωρούσε με την αντιβίωση. Η εξαγωγή έγινε εφόσον αυτός ήταν ο τρόπος να σταματήσει ο Ενάγων να ταλαιπωρείται με το συγκεκριμένο δόντι, αφ' ης στιγμής το (εξ αρχής δύσκολο) εγχείρημα να σωθεί το αυθεντικό / ζωντανό δόντι δεν είχε πετύχει. Αντεξεταζόμενος, ερωτηθείς πόση ώρα διήρκησαν οι πέντε απονευρώσεις που διενήργησε στις 4.6.2014, απάντησε ότι δεν μπορεί να θυμηθεί, αλλά θα έκανε περί τις δύο ώρες.

 

 

ii.            Αξιολόγηση εκατέρωθεν θέσεων αναφορικά με το δόντι 22

 

209.   Είναι κοινώς αποδεκτό ότι στο δόντι 22 προϋπήρχε κύστη.[134] Επίσης, όπως και στα υπόλοιπα δόντια, έγινε απονεύρωση με σκοπό το εν λόγω δόντι να δεχτεί τον άξονα επί του οποίου θα τοποθετείτο η γέφυρα. Η θέση του ΜΕ2 ότι η απονεύρωση που διενήργησε ο Εναγόμενος 1 απέτυχε, στηρίχθηκε στο γεγονός ότι το μόνιμο υλικό σφράγισης της απονεύρωσης βγήκε έξω από το ακρορίζιο, προκαλώντας φλεγμονή στο δόντι 22. Είναι λόγω αυτής της φλεγμονής που ο Ενάγων επισκέφθηκε τις πρώτες βοήθειες και είναι λόγω αυτής στη φλεγμονής, που ο Εναγόμενος 1 αναγκάστηκε να εξαγάγει το δόντι 22, η οποία δεν υποχωρούσε με αντιβίωση. 

 

210.   Η θέση του ΜΥ3 ότι το μόνιμο υλικό σφράγισης “sealler” είναι βιοσυμβατικό και δεν προκαλεί φλεγμονές όταν βγει εκτός ακροριζίου, καθώς απορροφάται από τον οργανισμό, δεν τέθηκε στον ΜΕ2 κατά την αντεξέταση του ΜΕ2, ώστε να του δοθεί η δυνατότητα να τοποθετηθεί. Σε κάθε περίπτωση όμως, κατά την αντεξέταση του ΜΥ3, διεφάνη ότι η πλευρά του Ενάγοντα δεν αμφισβήτησε τις ως άνω θέσεις του ΜΥ3. Συνεπώς, τις αποδέχομαι. Διεφάνη ακόμη κατά την αντεξέταση του ΜΥ3, ότι το μόνιμο υλικό σφράγισης για το οποίο έκανε λόγο ο ΜΕ2, αφορούσε στο υλικό «γουεταπέρκα» (όχι στο μόνιμο υλικό σφράγισης “sealler”). Σε πλήρη σύμπνοια με τις σχετικές υποβολές του κ. Ροτσίδη, ο ΜΥ3 αποδέχτηκε ότι το εν λόγω υλικό αποτελεί μέρος του συστήματος σφράγισης και ότι δεν πρέπει να βγαίνει έξω από το ακρορίζιο, για τον λόγο ότι δεν απορροφάται από τον οργανισμό. Συνεπώς, αποδέχομαι τη θέση αυτή.

 

211.   Όμως, στο σημείο αυτό της αντεξέτασης του, ο ΜΥ3 ξεκαθάρισε ότι από καμία από τις ακτινογραφίες που τέθηκαν ενώπιον του, προκύπτει ότι η «γουεταπέρκα» ξέφυγε από το ακρορίζιο. Ζήτησε κατ’ επανάληψη από τον κ. Ροτσίδη να του υποδειχθεί ακτινογραφία που προκύπτει αυτή η πορεία ή ροή, κατά τη θέση του, ώστε να μπορεί να τοποθετηθεί επί της συγκεκριμένης ακτινογραφίας. Παρά το ότι αυτή η ακτινογραφία ήταν διαθέσιμη, σύμφωνα πάντοτε με τα όσα ο ΜΕ2 κατέθεσε, και αποτέλεσε τη βάση των σχετικών επεξηγήσεων του ΜΕ2, εντούτοις, δεν του υποδείχθηκε. Υπενθυμίζω εδώ ότι ο ΜΕ2 υπέδειξε επί της πανοραμικής ακτινογραφίας ημερ. 14.6.2014 (Τεκμήριο 26), το υλικό της απονεύρωσης το οποίο βρίσκεται, κατά τη θέση του, έξω από το ακρορίζιο καθώς και το σημείο της άρχουσας ακροριζικής αλλοίωσης. Επρόκειτο για πανοραμική ακτινογραφία που έβγαλε ο Εναγόμενος 1 μετά την απονεύρωση που διενήργησε και πριν από την εξαγωγή του δοντιού 22. Επομένως, επρόκειτο για την κυρίως, αν όχι την αποκλειστική βάση, επί της οποίας σαφώς ο ΜΕ2 στήριξε το συμπέρασμα του περί ροής του μόνιμου υλικού συγκόλλησης έξω από το ακρορίζιο και κατ’ επέκταση, πρόκλησης φλεγμονής δυνάμει αυτού. Σαφώς και δεν ήταν κάτι που μπορούσε να διαπιστώσει στην απουσία της πανοραμικής αυτής ακτινογραφίας, αφού ο ίδιος τον εξέτασε για πρώτη φορά πολύ αργότερα στις 18.2.2016 και αφού είχε γίνει εξαγωγή του δοντιού 22. Ενδεικτικά είναι τα εξής αποσπάσματα από την αντεξέταση του ΜΥ3 (η έμφαση είναι του Δικαστηρίου):

 

                  «E. Γνωρίζετε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν εβγήκε έξω το seiler αλλά εβγήκε η γουταπέρκα πέραν του ακρορίζιου;  […]

                   A. Η απάντησή μου είναι ότι με βάση ό,τι μου υποβάλετε, έπρεπε να είχα μια ακτινογραφία εδώ ένα τεκμήριο που να δείχνει η ακτινογραφία αυτό που λέτε. Σε καμία ακτινογραφία που μου έχετε δώσει δεν υπάρχει γουταπέρκα η οποία να φεύγει του ακρορίζιου. Μπορείτε να  μου βρείτε το τεκμήριο που αναφέρεστε; Μπορώ να το έχω παρακαλώ;

        E.  Σας υποβάλλω ‑‑

        A.  Μου λέτε ότι βγήκε έξω η γουταπέρκα, εγώ τουλάχιστον απ' ότι βλέπω εδώ είναι εκεί που πρέπει στο Τεκμήριο 30. Υπάρχει άλλο τεκμήριο που να λέτε ότι έχει βγει από έξω; Τουλάχιστον ό,τι βλέπω απαντώ. Ποιο τεκμήριο αναφέρεστε;

                E.  Σας υποβάλλω ότι η έξοδος γουταπέρκα πέραν του ακρορίζιου μπορεί να προκαλέσει έντονο πόνο, φλεγμονή, ακόμα και απόστημα.

                A.  Το απόστημα αποτελείται από μικρόβια τα οποία έχουν να κάνουν με υλικά τα οποία είναι μολυσμένα. Η ίδια η γουταπέρκα δεν είναι μολυσμένο υλικό. Το να γίνει απόστημα, το οποίο να έχει μέσα πύο είναι μια ένδειξη, όπως επαναλαμβάνω, μικροβίων. Αλλά η ίδια η γουταπέρκα δεν μπορεί να προκαλέσει κατ' ανάγκη, κατ' ουδένα λόγο μάλλον, να προκαλέσει απόστημα. Αλλά και πάλι επαναλαμβάνω, δεν βλέπω πουθενά σε ακτινογραφία που μου έχετε δώσει να επιληφθώ και να μελετήσω να υπάρχει τέτοιου είδους γουταπέρκα. Που ακόμα και να υπήρχε, θεωρώ πως ότι δεν είναι αυτή που προκαλεί το απόστημα. Το απόστημα προκαλείται που άλλους λόγους.

               E.   Και σας υποβάλλω ότι αυτό, δηλαδή η έξοδος της γουταπέρκα, δηλαδή του μόνιμου υλικού σφράγισης πέραν του ακρορίζιου, δεν είναι φυσιολογική επιπλοκή, αλλά είναι σαφές λάθος στην εκτίμηση του μήκους της εργασίας.

               A.   Και πάλι η ερώτησή σας έχει να κάνει με αυτό το περιστατικό; Γιατί αν θέλετε να μιλούμε για οτιδήποτε άλλο από αυτήν την περίπτωση να μιλήσουμε. Πρέπει οφείλουμε να μην βγαίνουμε η γουταπέρκα εκτός του ακρορίζιου γιατί δεν απορροφάται. Αλλά σε αυτήν την περίπτωση επαναλαμβάνω δεν έχω δει κανένα τεκμήριο που να λέει ότι η γουταπέρκα έχει βγει πέραν του ακρορίζιου. Παρακαλώ φέρτε μου το.»[135]

 

212.   Σημειώνω ακόμη ότι, η θέση του ΜΥ3 ότι σε καμία από τις ενώπιον του ακτινογραφίες προκύπτει ότι η «γουεταπέρκα» εξήλθε από το ακρορίζιο στο δόντι 22, δεν έτυχε περαιτέρω διερεύνησης κατά την αντεξέταση του. Ούτε και αμφισβητήθηκε η θέση του ότι από το Τεκμήριο 30, προκύπτει ότι η «γουεταπέρκα» βρίσκεται στη θέση της, αμφισβητήθηκε.

 

213.   Υπό τις ως άνω συνθήκες, δεν δύναμαι να αποδεχθώ τις προαναφερθείσες θέσεις του ΜΕ2, με παραπομπή στο Τεκμήριο 26. Αποδέχομαι τη θέση του ΜΥ3 ότι σε καμία από τις ακτινογραφίες που τέθηκαν ενώπιον του προκύπτει ότι το μόνιμο υλικό σφράγισης ξέφυγε από το ακρορίζιο, προκαλώντας φλεγμονή. Κατ’ επέκταση, δεν αποδέχομαι τη θέση του ΜΕ2 ότι το υλικό σφράγισης εξήλθε από το ακρορίζιο και ότι λόγω αυτής της εξέλιξης που προκλήθηκε φλεγμονή στο δόντι 22 και η μετέπειτα ανάγκη για την αφαίρεσή του. 

 

214.   Απομένει το ερώτημα του κατά πόσο η μόλυνση στο δόντι 22 αποτελούσε συνήθη επιπλοκή απονεύρωσης. Η θέση του ΜΥ3 ότι η επιτυχία μιας επαναληπτικής απονεύρωσης είναι μόλις στο 50%, όσο επιμελώς και εάν εκτελεστεί η εν λόγω διεργασία, δεν έτυχε αμφισβήτησης. Δεν αμφισβητήθηκε ούτε και η θέση του ΜΥ3 ότι τέτοια μόλυνση αποτελεί συνήθη επιπλοκή απονεύρωσης. Τούτων δοθέντων αλλά και με δεδομένη την απόρριψη της θέσης του ΜΕ2 περί δημιουργίας μόλυνσης λόγω εκροής του μόνιμου υλικού σφράγισης εκτός ακροριζίου, εύλογο κρίνεται το συμπέρασμα του ΜΥ3 ότι η μόλυνση που παρουσιάστηκε στο δόντι 22 αποτελούσε μια τέτοια επιπλοκή, από την επαναληπτική απονεύρωση στο συγκεκριμένο δόντι, συμπέρασμα το οποίο αποδέχομαι.

 

215.   Κατ’ επέκταση εύλογη κρίνεται και η θέση του ΜΥ3 ότι η εξαγωγή του δοντιού 22 έγινε ώστε να σταματήσει ο Ενάγων να ταλαιπωρείται από την εν λόγω επιπλοκή, ως κατέθεσε, την οποία αποδέχομαι. Δεν υφίσταται ενώπιόν μου μαρτυρία ως προς άλλα μέτρα που θα μπορούσε να λάβει ο ΜΥ1 αντιμέτωπος με την επιπλοκή αυτή, ώστε να αποφευχθεί η εξαγωγή του δοντιού 22. Ούτε εξάλλου και δικογραφήθηκε μια τέτοια θέση, ούτε και προωθήθηκε κατά το στάδιο των αγορεύσεων. Σε ό,τι αφορά τη συζήτηση περί απομονωτήρα τύπου “rubber dam” σημειώνεται ότι ουδείς εκ των εμπειρογνωμόνων επεξήγησε στο Δικαστήριο περί τίνος επρόκειτο. Κατ’ επέκταση, το Δικαστήριο δεν δύναται να προβεί στην εξαγωγή οιωνδήποτε συμπερασμάτων, στη βάση αυτής. Σημειώνεται ότι καμία αναφορά γίνεται στο θέμα αυτό στις αγορεύσεις της πλευράς των Εναγόντων.

 

216.   Στρέφομαι στο επόμενο σημείο που αποτέλεσε αντικείμενο διαφωνίας των εμπειρογνώμων και δη στο κατά πόσο ο Εναγόμενος 1 διενήργησε την ακροριζεκτομή  στο δόντι 12 με λανθασμένο τρόπο.

 

 

 

(στ)  Ακροριζεκτομή - δόντι 12

 

i.             Οι εκατέρωθεν θέσεις

 

217.   Σύμφωνα με τον ΜΕ2, κατά την ακτινολογική εξέταση του Ενάγοντος στις 18.2.2016  εντόπισε ότι το δόντι 12 είχε ιδιαίτερα κοντή ρίζα. Ο Εναγόμενος 1 πραγματοποίησε ακροριζεκτομή σε αυτό. Επεξήγησε ότι πρόκειται για μικροχειρουργική επέμβαση που γίνεται σε δόντια που παρουσιάζουν ακροριζική αλλοίωση, η οποία δεν αποθεραπεύεται ούτε μετά από απονεύρωση, όπου διανοίγοντας το ούλο και το οστό της γνάθου αφαιρείται το άκρο της ρίζας (1 - 3 mm) και την αλλοίωση από οστό και εμφράσουμε το υπόλοιπο τις ρίζας ανάστροφα.[136] Στην περίπτωση του δοντιού 12, αφαιρέθηκε προφανώς τόσο μεγάλο κομμάτι από την ρίζα που είχε καταστραφεί.[137] Ειδικότερα, το δόντι παρουσιάζει ιδιαίτερα κοντή ρίζα (4 mm), ενώ θα έπρεπε να είχε μήκος ρίζας μεταξύ 12 - 17 mm.[138] Από μια σύγκριση των πανοραμικών τομογραφιών ημερ. 14.6.2014 (πρώτη φωτογραφία επί του Τεκμηρίου 4) και ημερ. 18.2.2016 (Τεκμήριο 20), την οποία έβγαλε ο ίδιος κατά την πρώτη επίσκεψη του Ενάγοντα στο ιατρείο του[139], προκύπτει ότι η ρίζα του δοντιού 12 που αποκόπηκε, είναι πέραν της μισής ρίζας.[140] Ανάλογη σύγκριση έκανε μεταξύ της ως άνω ακτινογραφίας από το Τεκμήριο 4 και του Τεκμηρίου 27, ακτινογραφία ημερ. 4.8.2015, καταλήγοντας στο ίδιο συμπέρασμα. Σημείωσε ακόμη ότι κατά την ακτινολογική εξέταση που διενήργησε ο ίδιος διεφάνη «ανοικτό ακρορίζιο» στο δόντι 12. Αντεξεταζόμενος κατέθεσε ότι μια ακροριζεκτομή θεωρείται αποτυχημένη, μεταξύ άλλων, όταν δεν υπάρχει σωστό μέγεθος ρίζας. Σε υποβολή του κ. Ιωσήφ ότι ουδέποτε ο Ενάγων εξέφρασε παράπονο σε σχέση με το δόντι 12, απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Αντεξετάστηκε και σε σχέση με την αναφορά του επί του Τεκμηρίου 11 περί «ανοιχτού ακρορίζιου» στο δόντι 12.

 

218.   Ο ΜΥ3 κατέθεσε ότι συμφωνεί με τον ορισμό της έννοιας «ακροριζεκτομή» που παραχώρησε ο ΜΕ2 επί του Τεκμήριου 18. Με βάση τις ως άνω ακτινογραφίες, φαίνεται ότι η ρίζα του δοντιού 12 είναι πράγματι ελαφρώς πιο κοντή από τις υπόλοιπες. Ωστόσο, με βάση τις μετρήσεις που εκτίθενται στο Τεκμήριο 30, το μήκος της ρίζας είναι 7,35 mm σε σύγκριση με το μήκος της στεφάνης, η οποία έχει μήκος 7,34 mm. Συνεπώς, το μήκος της ρίζας στο δόντι 12 είναι τουλάχιστον ίσο με το μήκος της στεφάνης και ως εκ τούτου δεν τίθεται θέμα κοντής ή ατελούς ρίζας. Εξάλλου, μελετώντας τις πανοραμικές ακτινογραφίες Τεκμήρια 4(6) και 4(7), το δόντι 12, τον Φεβρουάριο του 2016, 18 μήνες μετά την διαδικασία της ακροριζεκτομής, βρισκόταν στο στόμα του Ενάγοντα και επί αυτού στερεωμένη η γέφυρα. Αντιλαμβάνεται, σημείωσε, ότι το δόντι 12, μετά από σχεδόν 2 χρόνια, αφαιρέθηκε από τον ΜΕ2. Δεν γνωρίζει, ούτε μπορεί να γνωρίζει ποιοι ήταν οι λόγοι που στην συνέχεια το δόντι αφαιρέθηκε και τοποθετήθηκε εμφύτευμα. Βεβαίως, εάν είχε ληφθεί ολιστική απόφαση για εμφυτεύματα στα έξι μπροστινά δόντια, στην οποία συναίνεσε ο ασθενής, τότε στο γενικότερο πλαίσιο εμφυτευμάτων δεν είναι παράλογη η απόφαση αφαίρεσης ενός δοντιού το οποίο είχε τύχει ακροριζεκτομής στο παρελθόν. Αυτό δεν σημαίνει, βεβαίως, ότι η ακροριζεκτομή εκτελέστηκε λανθασμένα. Στο σημείο αυτό υιοθέτησε τη βιβλιογραφία, ως το Τεκμήριο 49, σε σχέση με τα πιο πάνω σημεία και ειδικότερα παρέπεμψε στον πίνακα 20-2 στη σελ. 498, προσθέτοντας ότι το δόντι 12 είχε, μετά την ακροριζεκτομή, προχωρήσει με πλήρη (complete) ή τουλάχιστον σε μερική επούλωση (partial healing).

 

219.   Αντεξεταζόμενος, επανέλαβε τη θέση του ότι η ακροριζεκτομή είναι μια διαδικασία που γίνεται για να αφαιρεθεί η περιαακροριζική αλλοίωση που υπάρχει εκεί και για να γίνει αυτό, θα πρέπει να αποκοπεί ελάχιστη ουσία δοντιού. Όταν η αλλοίωση είναι από την πίσω πλευρά της ρίζας, όπως εν προκειμένω, δεν υπάρχει πρόσβαση ως οδοντίατρος για να αφαιρεθεί η κύστη από την πίσω πλευρά. Οφείλει ο οδοντίατρος τότε να αποκόψει όση ουσία χρειάζεται για να αφαιρέσει χειρουργικά τη μόλυνση από την πίσω πλευρά του δοντιού. Άρα, το πόσο θα αφαιρεί από το δόντι έχει να κάνει με τις εκάστοτε συνθήκες. Αν είναι μικρή η αλλοίωση, κόβονται ένα δύο χιλιοστά, αν είναι μεγαλύτερη, οφείλει να κόψει  περισσότερα. Σκοπός είναι να αφαιρεθεί η μόλυνση. Δεν είναι σκοπός να αφαιρεθεί λιγότερη ενδοδοντική ουσία. Ακολούθως, ο κ. Ροτσίδης κάλεσε τον ΜΥ3 να προβεί σε σύγκριση μεταξύ της πρώτης ακτινογραφίας επί του Τεκμηρίου 4 και της ακτινογραφίας επί του Τεκμηρίου 27, υποβάλλοντας του ότι δεν έχει απλά αφαιρεθεί το άκρο της ρίζας, αλλά η μισή ρίζα. Σε απάντηση, ο ΜΥ3 κατέθεσε ότι με βάση το Τεκμήριο 27, φαίνεται να υπάρχει επούλωση του οστού, που είναι και ο σκοπός. Ανάλογες ήταν και οι θέσεις του ΜΥ1.

 

 

ii.            Αξιολόγηση αναφορικά με την κατ’ ισχυρισμό καταστροφής οδοντικής ρίζας στο δόντι 12.

 

220.   Σημειώνω κατ΄ αρχάς ότι δεν αμφισβητήθηκε το εύλογο της επιλογής του Εναγόμενου 1 να διενεργήσει ακροριζεκτομή στο δόντι 12, υπό τις ως άνω συνθήκες που έχουν περιγραφεί στην παρ. 38 πιο πάνω. Αυτό το οποίο αμφισβητείται είναι η ορθότητα της εκτέλεσής της. Σημειώνεται επίσης ότι, κατά την αντεξέταση του ΜΥ3, ο κ. Ροτσίδης διευκρίνισε ότι δεν αποτελεί τη θέση του Ενάγοντος ότι δεν έγινε σφράγιση στο δόντι 12 κατόπιν της ακροριζεκτομής, τονίζοντας ότι το ζήτημα που τίθεται εν σχέσει με το δόντι 12 αφορά το μέγεθος και την έκταση της εκτομής της ρίζας.[141] Δεν υφίσταται ούτε σχετική δικογράφηση αναφορικά με την παράλειψη σφράγισης, στο δόντι 12. Επομένως, τα όσα κατέθεσαν οι μάρτυρες αναφορικά με το ζήτημα αυτό, δεν δύνανται να ληφθούν υπόψιν, ως ζητήματα που εκπίπτουν της δικογραφίας και, κατ’ επέκταση, των προς επίλυση επίδικων θεμάτων, σύμφωνα και με την προαναφερθείσα δήλωση του κ. Ροτσίδη. Το ερώτημα επομένως, είναι κατά ποσό δύναται να εξαχθεί ότι το μέγεθος της ρίζας του δοντιού που απεκόπηκε κατά την ακροριζεκτομή, ήταν πέραν του ενδεδειγμένου.  

 

221.   Η θέση του ΜΕ2 ότι στα πλαίσια της ακροριζεκτομής αφαιρέθηκε πέραν του μισού της ρίζας του δοντιού, δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του. Συνεπώς την αποδέχομαι. Ο ΜΥ3 παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του ότι το μέγεθος της ρίζας που θα πρέπει να αποκοπεί σε κάθε περίπτωση, εξαρτάται από το μέγεθος της κύστης. Η θέση του αυτή δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του. Επίσης συνάδει και με τη λογική των πραγμάτων, με δεδομένο το ότι, ως είναι κοινώς αποδεκτό, σκοπός της ακροριζεκτομής είναι η αφαίρεση της μόλυνσης στην άκρη της ρίζας. Συνεπώς, την αποδέχομαι. Ως ορθά επιχειρηματολόγησαν οι συνήγοροι των Εναγόμενων,[142] δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ως προς το αρχικό μέγεθος της κύστης, ώστε να δύναται να εξαχθεί το δυσανάλογο του μεγέθους της αποκοπής του. Δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε σαφής επεξήγηση που να αιτιολογεί τη θέση του ΜΕ2 ότι η ρίζα θα έπρεπε να έχει μήκος 12 - 17 mm ακόμη, δηλαδή, και εκεί όπου το μέγεθος της κύστης δικαιολογούσε μεγαλύτερη αποκοπή της ρίζας. Εν τη απουσία σαφούς επεξήγησης επί του σημείου, δεν δύναμαι να υιοθετήσω την ως άνω θέση του ΜΕ2. Επιπρόσθετα, σταθερός παρέμεινε ο ΜΥ3 κατά την μαρτυρία του ότι από την ακτινογραφία, Τεκμήριο 27, προκύπτει το οστό στο σημείο του δοντιού 12, επουλώθηκε πλήρως,[143] θέση η οποία επίσης δεν αμφισβητήθηκε και την αποδέχομαι. Υπό το φως των πιο πάνω, δεν δύναμαι να αποδεχθώ το συμπέρασμα του ΜΕ2 ότι η ρίζα του δοντιού 12, καταστράφηκε συνεπεία ενεργειών του Εναγόμενου 1. Αποδέχομαι τις θέσεις του ΜΥ3 επί του σημείου. Τονίζω βεβαίως ότι, άλλο ζήτημα είναι το κατά πόσο το δόντι 12 θα μπορούσε υπό τις ως άνω συνθήκες να στηρίξει τη γέφυρα, ζήτημα το οποίο εξετάσθηκε στις παρ. 168 – 172, πιο πάνω. 

 

 

VIIΕΥΡΗΜΑΤΑ

 

222.   Πέραν των κοινώς αποδεκτών σημείων (βλ. παρ. 34 – 39 πιο πάνω), στη βάση της ενώπιον μου αποδεκτής και αξιόπιστης μαρτυρίας, τα πιο κάτω αποτελούν τα ευρήματα του Δικαστηρίου:

 

(α) Ο Εναγόμενος 1 είναι κάτοχος πτυχίου Οδοντιατρικής από το Κρατικό Ιατρικό Στοματολογικό Πανεπιστήμιο της Μόσχας (Moscow State University of Medicine and Dentistry), το οποίο του απονεμήθηκε στις 25.6.2010. Με την αποφοίτησή του από το εν λόγω πανεπιστήμιο, εγγράφηκε ως οδοντίατρος στη Μόσχα. Ακολούθως, παρακολούθησε την ειδικότητά του στο ίδιο πανεπιστήμιο, από την οποία απέκτησε πτυχίο στην «Προσθετική Οδοντιατρική». Στα πλαίσια της ειδικότητας του, παρακολουθούσε ασθενείς και έκανε εκατοντάδες θεραπείες με τοποθέτηση γέφυρας. Περί το έτος 2012, επέστρεψε στην Κύπρο και εργάστηκε ως βοηθός οδοντίατρος στην Εναγόμενη 2, μέχρι και την ημερομηνία της εγγραφής του στο Μητρώο Οδοντίατρων στις 31.3.2015. Η εν λόγω ειδικότητα δεν αποτελεί αντικείμενο αναγνώρισης στην Κυπριακή Δημοκρατία, από τον αρμόδιο Οδοντιατρικό Σύλλογο. Στο πλαίσιο των ενεργειών του Εναγόμενου 1 για αναγνώριση, πιστοποίηση και εγγραφή, υπέβαλε αίτηση στο ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ. για εγγραφή του στο Μητρώο Οδοντιάτρων Κύπρου. Εις απάντηση, το ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ. τον ενημέρωσε με επιστολή του ημερ. 24.1.2012, ότι για να επιτευχθεί αυτό θα πρέπει να προσκομίσει πιστοποιητικά ισοτιμίας και αντιστοιχίας του πτυχίου του, διαδικασία που προώθησε αμέσως. Αφού εξετάστηκε η αίτησή του, το ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ. με επιστολή του ημερ. 14.5.2013, τον ενημέρωσε εκ νέου ότι προκειμένου να λάβει το εν λόγω πιστοποιητικό, απαιτείται η επιτυχία σε ειδικές εξετάσεις σε συγκεκριμένα μαθήματα. Το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής αποτυπώνεται στο Τεκμήριο 40. Τον Οκτώβρη του 2014 συμμετείχε επιτυχώς στις εν λόγω εξετάσεις και εκδόθηκε το απαιτούμενο πιστοποιητικό αναγνώρισης ισοτιμίας, το οποίο αποτελείται από το Τεκμήριο 41. Συνεπεία των πιο πάνω, την 19.12.2014 το ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ., με επιστολή του, αναγνώρισε τον τίτλο σπουδών του από το Κρατικό Ιατρικό Οδοντιατρικό Πανεπιστήμιο της Μόσχας, ως τίτλο ισότιμο και αντίστοιχο προς πτυχίο πανεπιστημιακού επιπέδου στον κλάδο/ειδίκευση Οδοντιατρική. Ακολούθως, εγγράφηκε στο Μητρώο Οδοντιάτρων Κύπρου στις 31.3.2015, ως αναφέρεται ανωτέρω. Ο Εναγόμενος 3 είναι εγγεγραμμένος ως αδειούχος οδοντίατρος στην Κυπριακή Δημοκρατία από το 1989.

 

(β) Κατά την πρώτη επίσκεψη του Ενάγοντος στην Εναγόμενη 2, ο Ενάγων συναντήθηκε με τον Εναγόμενο 1. Ο τελευταίος παραχώρησε στον Ενάγοντα την επαγγελματική του κάρτα, ως το Τεκμήριο 2, στη οποία καταγράφεται ότι είναι «Οδοντίατρος – Προσθετολόγος» στην Εναγόμενη 2. Την εν λόγω κάρτα την παραχώρησε στον Ενάγοντα, πριν από την εγγραφή του στο Μητρώο Οδοντιάτρων στις 31.3.2015 και πριν από τις προαναφερθείσες εξετάσεις του Οκτωβρίου του έτους 2014. Δεν του είχε αναφέρει ότι δεν ήταν εγγεγραμμένος στο Μητρώο Οδοντιάτρων ή ότι εκκρεμούσε η επιτυχία του στις σχετικές εξετάσεις αναγνώρισης του πτυχίου του.

 

(γ) Κατά τον ουσιώδη χρόνο, στο στόμα του Ενάγοντος υπήρχε γέφυρα στα έξι άνω μπροστινά του δόντια, που τοποθέτησε προηγούμενος οδοντίατρος, το έτος 2002. Η εν λόγω γέφυρα κουνιόταν αλλά δεν προκαλούσε άλλα συμπτώματα στον Ενάγοντα. Αφού ο Εναγόμενος 1 εξέτασε το στόμα του Ενάγοντος, συζητήθηκε μεταξύ τους κατά πόσο θα κρατούσαν την υφιστάμενη γέφυρα ή θα κατασκεύαζαν καινούρια. Ο Εναγόμενος 1 απέρριψε το ενδεχόμενο να κρατούσε την υφιστάμενη γέφυρα. Του πρότεινε να κατασκευάσει καινούρια και να την τοποθετήσει επί των ίδιων, έξι άνω μπροστινών του δοντιών, ήτοι την επίδικη θεραπεία. Αφού συμφωνήθηκε και το κόστος, ο Ενάγων συμφώνησε να προχωρήσουν με την επίδικη θεραπεία.

 

(δ) Στο πιο πάνω πλαίσιο, στις 5.6.2014, λήφθηκαν μέτρα για κατασκευή των αξόνων που θα τοποθετούνταν στα δόντια 13, 12, 21, 22 και 23 και έγινε η προετοιμασία των δοντιών για να δεχτούν τους άξονες.[144] Στις 6.6.2014 τοποθετήθηκαν οι άξονες στα ως άνω απονευρωμένα δόντια του Ενάγοντος.[145] Ο άξονας στο δόντι 22 αποκολλήθηκε την ίδια ημέρα. Στις 7.6.2014, ο Ενάγων επισκέφθηκε τον Εναγόμενο 1 για να κολλήσει τον άξονα στο δόντι 22. Στις 8.6.2014, το δόντι 22 φούσκωσε και υπέστη μόλυνση. Επιπρόσθετα, πονούσε και είχε πυρετό. Έτσι, ο Ενάγων επισκέφθηκε τον Εναγόμενο 1 για να του συνταγογραφήσει αντιβίωση. Έλαβε παυσίπονα και αντιβίωση. Στις 14.6.2014, επισκέφθηκε τον Εναγόμενο 1 εκ νέου για εξέταση και λήψη πανοραμικής φωτογραφίας, όπως και έγινε, και η οποία αποτελείται από την τέταρτη φωτογραφία του Τεκμηρίου 4. Στις 26.6.2014, επισκέφθηκε τον Εναγόμενο 1 γιατί είχε φουσκώσει το δόντι 22 και τον πονούσε. Επίσης, και πάλιν αντιμετώπιζε πυρετό. Στις 27.6.2014 τον επισκέφθηκε και πάλι για τον λόγο ότι είχε φουσκώσει και το πρόσωπο του. Μετέβηκε στις Πρώτες Βοήθειες για ενδοφλέβια αντιβίωση με τη συνοδεία του Εναγόμενου 1. Επισκέφθηκε και πάλιν τις πρώτες βοήθειες στις 28.6.2014 για τον ίδιο λόγο.

 

(ε) Στις 4.7.2014, ο Ενάγων επισκέφθηκε τον Εναγόμενο 1 για να εξετάσει την πληγή που έγινε κατά την ακροριζεκτομή, αφού οι ραφές είχαν αποκοπεί. Η πληγή άνοιξε και έφτυνε αίμα. Στις 11.7.2014, επισκέφθηκε τον Εναγόμενο 1 στην κλινική για να εξετάσει την πληγή. Σε κάποιο στάδιο κοντά σε αυτές τις ημερομηνίες, είχε τοποθετηθεί πλαστική γέφυρα στα δόντια του Ενάγοντος ως είθισται, πριν από την προσωρινή συγκόλληση της γέφυρας. Στις 16.7.2014, επισκέφθηκε τον Εναγόμενο 1 για ανακατασκευή των πλαστικών δοντιών που του είχε τοποθετήσει προσωρινά, γιατί είχαν σπάσει. Στις 21.7.2014, επισκέφθηκε τον Εναγόμενο 1 για ακτινογραφία και επανεξέταση. Στις 28.7.2014, τον επισκέφτηκε για να του ετοιμάσει επιπρόσθετο σετ πλαστικών δοντιών, για να έχει επιπλέον σετ για κάθε ενδεχόμενο, λόγω των διακοπών. Περί τις 15.8.2014, τον επισκέφθηκε για να του γράψει αντιβίωση. Στις 27.8.2014 τον επισκέφθηκε για κλινική εξέταση.

 

(στ) Την 1.9.2014, ο Ενάγων επισκέφτηκε τον Εναγόμενο 1 για να λάβει μέτρα για την κατασκευή της γέφυρας. Στο χρονικό αυτό σημείο, δεν υπήρχαν δόντια στις θέσεις 11 και 22. Επομένως, σκοπός ήταν όπως η γέφυρα στηριχθεί στα δόντια 12, 13, 21 και 23. Στις θέσεις 11 και 22 που δεν υπήρχαν δόντια, η γέφυρα θα χρησιμοποιούσε τις εν λόγω θέσεις ως «πρόβολα». Στις 4.9.2014, επισκέφτηκε τον Εναγόμενο 1 στην κλινική για πρόβα σκελετού. Στις 8.9.2014, έγινε από τον Εναγόμενο 1 συγκόλληση του σκελετού γέφυρας ζιρκονίου στα έξι μπροστινά δόντια με προσωρινή κονία. Κατά την εν λόγω συνάντηση, λήφθηκε και φωτογραφία προκειμένου να συγκριθεί το αρχικό με το τελικό αποτέλεσμα, ως το Τεκμήριο 15. Κατόπιν, ο Ενάγων εξέφρασε παράπονα για αστάθεια της γέφυρας και για το ότι η γέφυρα είχε κενά και έμπαιναν μέσα φαγητά. Επίσης, αντιμετώπιζε πόνο. Έτσι, στις 10.9.2014 επισκέφθηκε τον Εναγόμενο 1. Στη συγκεκριμένη συνάντηση ο Εναγόμενος 1 τρόχιζε την γέφυρα για δυο ώρες περίπου. Ο Εναγόμενος 1 τον καθησύχαζε και του έλεγε ότι όλα θα πάνε καλά. Το τρόχισμα συνεχίστηκε μέχρι και την τελευταία τους συνάντηση, στις 17.2.2016. Στις 15.9.2014, λόγω συνεχών πόνων, επισκέφθηκε τον Εναγόμενο 1, ο οποίος συνέχισε με το τρόχισμα. Στις 19.9.2014, επισκέφθηκε εκ νέου τον Εναγόμενο 1 για επανεξέταση. Στις 29.9.2014, ενημέρωσε τον Εναγόμενο 1 ότι η γέφυρα ήταν προβληματική και μένουν φαγητά. Στις 30.9.2014 επισκέφθηκε τον Εναγόμενο 1 για να του αφαιρέσει τη γέφυρα και να τη στείλει στον τεχνίτη του για επιδιόρθωση. Στη συνάντηση αυτή ήταν και ο τεχνίτης για να δει τη γέφυρα και να κατανοήσει το πρόβλημα. Αποκολλήθηκε η γέφυρα και δόθηκε για διορθώσεις.

 

(ζ) Στις 2.10.2014, επισκέφθηκε τον Εναγόμενο 1 για να κολλήσει τη διορθωμένη γέφυρα. Στις 4.10.2014 τον επισκέφθηκε ξανά καθώς η διορθωμένη γέφυρα είχε ξεκολλήσει, για να του την κολλήσει ξανά, όπως και έγινε αυθημερόν. Στις 7.11.2014, 5.12.2014 και 12.12.2014, επισκέφθηκε τον Εναγόμενο 1 καθώς ο τελευταίος ζήτησε να τον δει.

 

(η) Στις 27.2.2015, ο Ενάγων επισκέφθηκε τον Εναγόμενο 1, για μόνιμη συγκόλληση της γέφυρας, δηλαδή, με μόνιμο τσιμέντο, όπως και έγινε. Στις 2.3.2015, ο Ενάγων επισκέφθηκε τον Εναγόμενο 1, λόγω προβλημάτων που αντιμετώπιζε με την γέφυρα, ήτοι, προώρων επαφών της γέφυρας με τα κάτω δόντια του, που του προκαλούσαν πόνο. Στην εν λόγω συνάντηση, συνέχισε να τροχίζει τη γέφυρα. Στις 30.3.2015, επισκέφθηκε τον Εναγόμενο 1 για τον λόγο ότι η γέφυρα παρουσίαζε κινητικότητα. Στις 17.4.2015 και 29.4.2015 επισκέφθηκε τον Εναγόμενο 1 και πάλιν για έλεγχο. Κατόπιν κινητικότητας της γέφυρας, ο Εναγόμενος 1 εισηγήθηκε στον Ενάγοντα ότι θα έπρεπε να ξεκολλήσει τη γέφυρα και να την κολλήσει. Για τον σκοπό αυτό διευθετήθηκε ραντεβού για τις 25.5.2015. Κατά την εν λόγω ημερομηνία, Εναγόμενος 1 προσπάθησε να ξεκολλήσει τη γέφυρα κτυπώντας την με ένα ειδικό εργαλείο, όμως, δεν τα κατάφερε. Ανέφερε στον Ενάγοντα να αφεθεί η γέφυρα να ξεκολλήσει από μόνη της.

 

(θ) Στις 7.7.2015, 4.8.2015, 27.10.2015, 19.11.2015 και 1.12.2015 επισκέφθηκε τον Εναγόμενο 1 και πάλιν για έλεγχο κατόπιν σχετικών εκκλήσεων του τελευταίου. Η γέφυρα κουνιόταν, ταλαιπωρούσε τον Ενάγοντα και του δημιούργησε άγχος. Ο Εναγόμενος 1 καθόλη τη διάρκεια αυτή ανέμενε να αποκολληθεί η γέφυρα από μόνη της. Την 2.12.2015, ο Ενάγων ενημέρωσε τον Εναγόμενο 1 ότι θα έπρεπε να τον δει όσο το δυνατό πιο σύντομα, καθώς η γέφυρα κουνιόταν πολύ περισσότερο και δεν ήθελε να την τραβήξει μόνος του. Του εισηγήθηκε και πάλιν να περιμένει μέχρι να αποκολληθεί από μόνη της.  Η γέφυρα τελικώς αποκολλήθηκε από μόνη της, μαζί με όλους τους άξονες, την 1.2.2016. Στις 2.2.2016, ο Εναγόμενος 1 την επανακόλλησε με μόνιμο τσιμέντο. Την επόμενη ημέρα, ήτοι στις 3.2.2016 αλλά και στις 6.2.2016, 8.2.2016, 16.2.2016 και στις 17.2.2016, ο Ενάγων αναγκάστηκε να επισκέπτεται τον Εναγόμενο 1 γιατί πονούσε υπερβολικά. Σε όλες αυτές τις επισκέψεις, ο Εναγόμενος 1 συνέχιζε το τρόχισμα. Ο Εναγόμενος 1 δεν μπορούσε να εντοπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα με τη γέφυρα, όμως, συνέχισε να την τροχίζει.

 

(ι) Λόγω του εκτεταμένου τροχίσματος, έσπασε η πορσελάνη της γέφυρας, φθάρηκε η επιφάνεια της, σε κάποια σημεία φάνηκε ο σκελετός της και παρουσιάστηκε μια οπή (τρύπα) σε αυτήν. Κατά το στάδιο των τροχισμάτων ο Ενάγων ανέμενε ότι θα βρισκόταν μια θέση σύγκλισης που δεν θα του προκαλούσε πόνο, αφού τον καθησύχαζε σχετικά ο Εναγόμενος 1, η οποία όμως δεν βρέθηκε.

 

(κ) Στις 17.2.2016, ο Ενάγων αναγκάστηκε να επισκεφτεί τον Εναγόμενο 1 καθώς πονούσε υπερβολικά. Συνεχίστηκε το τρόχισμα. Αντέδρασε έντονα ο Ενάγων και συζήτησαν πώς κατέληξαν έτσι. Ο Εναγόμενος 1 του ανέφερε ότι όντως υπάρχει πρόβλημα με την κατασκευή της γέφυρας και ανέλαβε να την αντικαταστήσει με δικά του έξοδα. Όμως ανέφερε στον Ενάγοντα ότι για να γίνει αυτό, θα έπρεπε να εξοφλήσει την οφειλή του προς την Εναγόμενη 2. Το πρόβλημα, του ανέφερε, δεν ήταν ότι από το πολύ τρόχισμα τρύπησε η γέφυρα αλλά ότι, από την αρχική κατασκευή της, η γέφυρα προκαλούσε πρόβλημα στην σύγκλιση του. Του είπε ότι δεν φταίει αυτός αλλά o τεχνίτης που την είχε κατασκευάσει. Του υποσχέθηκε να την αντικαταστήσει με δικά του έξοδα άμεσα. Ο Ενάγων αντέδρασε έντονα. Σε μεταγενέστερη ημερομηνία, ο Ενάγων ζήτησε από τον Εναγόμενο 1 να του επιστρέψει το ποσό της προκαταβολής, ώστε να αποταθεί σε άλλον οδοντίατρο για να του επιλύσει το πρόβλημα που του δημιούργησε, με τον τελευταίο να αρνείται.

 

(λ) Το σύνολο των πιο πάνω  πράξεων στο στόμα του Ενάγοντος έγιναν από τον Εναγόμενο 1, χωρίς εμπλοκή του Εναγόμενου 3. Η μόνη εμπλοκή που είχε ο Εναγόμενος 3 ήταν ότι εξέτασε τον Ενάγοντα μεταξύ των ημερομηνιών 6.6.2014 και 8.6.2015, όταν προέκυψε πρόβλημα με τους άξονες που τοποθέτησε ο Εναγόμενος 1. Εκεί προέβη σε αόριστη αναφορά σε «εμφυτεύματα.» Δεν προέβη σε οποιαδήποτε θεραπεία. Εξέτασε τον Ενάγοντα και στις 25.6.2014, με την ακροριζεκτομή στο δόντι 12, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε θεραπεία. Τον εξέτασε και μετά την τελευταία συνάντηση του Ενάγοντα με τον Εναγόμενο 1, ήτοι στις 24.2.2016, ECLI:CY:AD:2016:D147 οπότε και του ανέφερε ότι η θεραπεία με εμφυτεύματα δεν ενδεικνυόταν, γιατί είναι καπνιστής και του πρότεινε μασελάκι.

 

(μ) Στις 18.2.2016, ο Ενάγων επισκέφθηκε τον ΜΕ2 για πρώτη φορά. Κατά την εν λόγω  ημερομηνία ο ΜΕ2 διενήργησε κλινικό και ακτινολογικό έλεγχο στο στόμα του Ενάγοντος. Ο ακτινολογικός έλεγχος διενεργήθηκε με πανοραμική ακτινογραφία της ως άνω ημερομηνίας, αντίγραφο της οποίας αποτελείται από το Τεκμήριο 20. Κατά την κλινική και ακτινολογική του εξέταση διαπιστώθηκαν τα εξής: (α) κακή σύγκλιση της γέφυρας της άνω γνάθου μπροστά με πρόωρα σημεία επαφής προς την κάτω γνάθο, (β) φλεγμονή ακροριζικά στην περιοχή του δοντιού 12, (γ) κινητικότητα και αστάθεια στη γέφυρα, (δ) φθορές στη γέφυρα και σε κάποια σημεία ο σκελετός ήταν απογυμνωμένος, (ε) τα όρια της εν λόγω γέφυρας κυρίως στα δόντια 13, 12 και 23 δεν ήταν στεγανά, (στ) οι άξονες στα δόντια 13, 21, και 23 ήταν ατελής, (ζ) το δόντι 12 είχε κοντή ρίζα (4 mm) και κοντό άξονα, (η) μεγάλη κύστη στην περιοχή του δοντιού 46 με διάμετρο 18 mm. Ο ΜΕ2, συνέστησε στον Ενάγοντα συγκεκριμένο πλάνο θεραπείας, το οποίο αποτυπώθηκε εγγράφως δυνάμει του Τεκμηρίου 10, με το οποίο ο Ενάγων συμφώνησε. Όταν αποτάθηκε ο Ενάγων στον ΜΕ2, δεν υπήρχαν δόντια στις θέσεις 11 και 22. Στο δόντι 22 είχε γίνει εξαγωγή από τον ίδιο τον Εναγόμενο 1 στις 30.6.2014, ενώ το δόντι 11 δεν υπήρχε κατά τον χρόνο που ο Ενάγων αποτάθηκε στον Εναγόμενο 1. Σε σχέση με τη θεραπεία που υιοθετήθηκε από τον ΜΕ2 στην κλινική όπου εργάζεται, αυτή είχε ως εξής:

 

i.        Στην πρώτη φάση αφαιρέθηκαν τα δόντια 46, 47, 12 και 23 όπως και τα προβλήματα στις θέσεις 11 και 22. Επίσης, από τον στοματοχειρουργό της κλινικής του ΜΕ2, χειρουργήθηκε η μεγάλη ενδοοστική κύστη κάτω από το δόντι 46, και τοποθετήθηκε βιομοσχεύμα κόκκαλο και κολλαγόνο στην περιοχή. Τα δόντια 13 και 21 αποφάσισε να τα διατηρήσει και αυτά βρίσκονται ακόμη στο στόμα του Ενάγοντος. Ο λόγος που τους κράτησε είναι γιατί υφίστατο ρίσκο να δημιουργηθεί κάταγμα στη ρίζα ή στην κορώνα των δοντιών εάν τους αφαιρούσε. Τα έθεσε εκτός συγκλίσεως για να μην λαμβάνουν έντονες μασητικές δυνάμεις. Επεξήγησε στον Ενάγοντα ότι θα ήταν υπό παρακολούθηση. Το ένα εξ αυτών, τον Ιανουάριο του 2025 παρουσίασε ευσειστότητα.

 

ii.        Στη δεύτερη φάση τοποθετήθηκαν έξι εμφυτεύματα Megagen στις θέσεις 11, 12, 22 και 23 και στις θέσεις 46 και 47 τα οποία τοποθετήθηκαν έναν χρόνο αργότερα, ώστε να υπάρξει πλήρης επούλωση της περιοχής που είχε εντοπιστεί η μεγάλη ενδοοστική κύστη και το κόκκαλο να μπορεί να δεχτεί τα εμφυτεύματα. Τα εμφυτεύματα παρέμειναν ανενόχλητα για 8 εβδομάδες ώστε να υπάρχει υγιή και πλήρη οστεοενσωμάτωση τους με το οστούν της γνάθου.

 

iii.        Στην τρίτη φάση αλλάχθηκαν όλες οι υπάρχουσες γέφυρες ή κορώνες που μέχρι εκείνη την στιγμή είχε στο στόμα ο Ενάγων. Ειδικότερα, αλλάχθηκαν 20 κορώνες στα δόντια 17 - 13, 21, 24 - 26 και 45 -36. Όλες οι νέες κορώνες έγιναν ολοκεραμικές με το υλικό Emax, εκτός των δοντιών 13 και 21 που οι κορώνες λόγω των μεταλλικών ενδοριζικών άξονων έγιναν μεταλλοκεραμικές. Σε αυτή την φάση ολοκληρώθηκαν και οι προσθετικές εργασίες οι οποίες φόρτισαν τα εμφυτεύματα που τοποθετήθηκαν στη δεύτερη φάση. Δηλαδή, μία μεταλλοκεραμική γέφυρα δύο τεμαχίων στα εμφυτεύματα 46 και 47, μία μεταλλοκεραμική γέφυρα δύο τεμαχίων στα εμφυτεύματα 11 και 12 και δύο κορώνες μεταλλοκεραμικές στα εμφυτεύματα 22 και 23. Με την ολοκλήρωση της τρίτης φάσης διορθώθηκε και η σύγκλιση του ασθενούς.

 

(ν) Προτού γίνουν τα πιο πάνω, στις 30.3.2016 αποκόπηκε η γέφυρα από τον ίδιο τον ΜΕ2. Το κόστος των επιδιορθωτικών εργασιών από τον ΜΕ2 που σχετίζονταν με την επίδικη θεραπεία, ανήλθε στο ποσό των €3500.

 

(ξ) Η θεραπεία του ΜΕ2 δεν αφορούσε μόνο τα μπροστινά δόντια 12 – 23 αλλά μια ολική αποκατάσταση όλων των δοντιών του ασθενούς με εμφυτεύματα. Συγκεκριμένα, η ολική θεραπεία περιλάμβανε 24 δόντια και αποπερατώθηκε μέσα σε 20 επισκέψεις. Ειδικότερα, ξεκίνησε στις 30.3.2016 και ολοκληρώθηκε στις 7.9.2016. Τον Αύγουστο ο ΜΕ2 δεν εργάζεται, οπότε η θεραπεία διήρκησε τέσσερις μήνες. Από τις 7.9.2016, ξεκίνησε ξανά η θεραπεία στις 13.3.2018, τοπικά, για θεραπεία εμφυτευμάτων, στις περιοχές των δοντιών 46 και 47. Ο λόγος που αναμένονταν 18 μήνες πριν συνεχίσει τη θεραπεία με εμφυτεύματα στη συγκεκριμένη περιοχή, ήταν διότι αναμενόταν η επούλωση και αποθεραπεία ακτινολογικά της μεγάλης κύστης, η οποία βρισκόταν κάτω από το δόντι 46. Η συγκεκριμένη θεραπεία των εμφυτευμάτων στις περιοχές 46 και 47, περατώθηκε στις 21.5.2018.

 

(ο) Σε σχέση με τις ενέργειες του Εναγόμενου 1, βρίσκω ότι:

 

i.        Προτού ο Εναγόμενος προτείνει και υποβάλει τον Ενάγοντα στην επίδικη θεραπεία, τα δόντια 13, 12, 22 και 23 παρουσίαζαν τόσο λίγο υλικό δοντιού πάνω από τα ούλα, που τα καθιστούσε ακατάλληλους υποψήφιους για σκοπούς συγκράτησης της γέφυρας. Τα όρια μιας γέφυρας πρέπει να τελειώνουν και να κλείνουν στεγανά, σε συμπαγές του δοντιού και όχι σε άξονες. Τα δόντια 12, 22 και 23 δεν αποτελούσαν δόντια αλλά προβληματικές ρίζες. Γέφυρες δεν τοποθετούνται πάνω σε ρίζες αλλά σε δόντια που έχουν κάποιο κολόβωμα, ώστε οι δυνάμεις της προσθετικής εργασίας να διοχετεύονται στο δόντι και όχι σε άξονα. Εν προκειμένω, η γέφυρα συγκρατείτο από τους άξονες. Επιπρόσθετα, η τοποθέτηση γέφυρας στην οδοντοστοιχία του Ενάγοντος όπου προϋπήρχε λανθασμένη σύγκλιση, διαιώνιζε και ενέτεινε το προϋπάρχον πρόβλημα, δημιουργώντας και πρόωρες επαφές της γέφυρας ήτοι, των έξι μπροστινών δοντιών της γέφυρας με τα μπροστινά δόντια της κάτω γνάθου. Οι πρόωρες αυτές επαφές δημιουργούσαν υπερένταση και υπερδιέγερση σε όλο το μασητικό σύστημα του Ενάγοντος. Κατ’ επέκταση, προκαλούσαν στον Ενάγοντα πόνους και έντονη δυσφορία. Επιπρόσθετα, έθεταν σε κίνδυνο τα δόντια από κατάγματα και την κροταφογναθική άρθρωση από φλεγμονές και παθολογικές δυνάμεις. Η απουσία επαρκούς οδοντικού υλικού στα δόντια 13 - 23 και ορθής σύγκλισης στο στόμα του Ενάγοντος, καθιστούσε ανέφικτη την επιτυχία της επίδικης θεραπείας.  

 

ii.        Οι άξονες που τοποθέτησε ο Εναγόμενος 1 στα δόντια 13, 21 και 23 ήταν ατελής, ήτοι, μικρότερου μήκους από το ενδεδειγμένο και επιτρεπτό. Συγκεκριμένα, δεν είχαν μήκος  στα 2/3 της ρίζας του δοντιού, ώστε να δύνανται να συγκρατήσουν επαρκώς και μόνιμα τη γέφυρα που στηρίχθηκε επ’ αυτών. Το δε δόντι 12, κατόπιν της ακροριζεκτομής που διενεργήθηκε από τον Εναγόμενο 1, κατέστη εντελώς ακατάλληλο για χρήση του σε προσθετική εργασία, μιας και δεν προσέφερε καμία οστική συγκράτηση. Τούτο διότι είχε αποκοπεί στα πλαίσια της εν λόγω ακροριζεκτομής, μεγάλο μέρος του δοντιού, ήτοι, μισή ρίζα του δοντιού περίπου. Παράλληλα, αποκόπηκε και ανάλογο μήκος του άξονα που ο Εναγόμενος 1 είχε προηγουμένως τοποθετήσει στο εν λόγω δόντι.

 

iii.        Αποτέλεσμα των πιο πάνω, ήταν η κινητικότητα της γέφυρας, η συνεχής αποκόλληση της και η αποκόλληση των αξόνων, σύμφωνα με τα γεγονότα, ως αυτά εξελίχθηκαν και καταγράφονται στις παρ. 222(δ) μέχρι (κ) πιο πάνω.   

 

iv.        Επιπλέον, η μεγάλη κύστη κάτω από το δόντι 46 μεγάλωνε με την πάροδο του χρόνου. Η κύστη ήταν πάρα πολύ κοντά στο νεύρο, το οποίο οδηγεί στα κάτω χείλη του ασθενούς δεξιά. Κατά τον χρόνο της κλινικής εξέτασης του Ενάγοντος από τον ΜΕ2 στις 18.2.2016, η κύστη είχε «πιάσει» πάνω στη ρίζα και του δοντιού 47 και είναι για τον λόγο αυτόν που αφαιρέθηκε στη συνέχεια και το συγκεκριμένο δόντι, όπως και το δόντι 46. Εάν αυτή η κύστη έμενε για αρκετό χρονικό διάστημα και δεν αφαιρείτο από τον ΜΕ2, όπως έγινε στη συνέχεια, θα μπορούσε να πλησιάσει και να δημιουργήσει παραισθητικά προβλήματα στο νεύρο, που συνδέεται με τα κάτω χείλη δεξιά.

 

v.        Σε σχέση με δόντι 22, κατόπιν της επανακόλλησης του άξονα σε αυτό, στις 7.6.2014, παρουσιάστηκε η επιπλοκή “flare-up”, ήτοι οίδημα, από την επαναληπτική απονεύρωση που προηγήθηκε. Επειδή δεν υποχώρησε με αντιβίωση, ο Εναγόμενος 1 αφαίρεσε το δόντι ώστε να παύσει ο Ενάγων να ταλαιπωρείται. Σε σχέση με το δόντι 12, κατά τη διενέργεια της ακροριζεκτομής (βλ. παρ. 38 πιο πάνω), αφαιρέθηκε μισή ρίζα του δοντιού περίπου. Από την ακτινογραφία Τεκμήριο 27, προκύπτει ότι το οστό στο σημείο του δοντιού 12, είχε επουλωθεί πλήρως. Τέλος, διαπιστώθηκαν κενά μεταξύ των δοντιών 12, 13, 21, 23 και της γέφυρας, πέραν του ενδεδειγμένου μεγέθους. Τα κενά αυτά είχαν προκληθεί είτε για τον λόγο ότι η τοποθέτηση της γέφυρας δεν έγινε με τον δέοντα τρόπο, ήτοι δεν χρησιμοποιήθηκε ειδικό εργαλείο (ανιχνευτήρας) για να διαπιστωθεί η ύπαρξή τους, είτε για τον λόγο ότι εισχώρησε τερηδόνα στα δόντια. 

 

(π) Καθ΄ όλη τη διάρκεια της εκτέλεσης της επίδικης θεραπείας, ο Ενάγων υπέφερε από αφόρητους και συνεχείς πόνους στην άνω γνάθο, πονόδοντους, πονοκεφάλους, πρήξιμο στο στόμα και δυσφορία. Ταλαιπωρείτο από τις συνεχείς ενέργειες του Εναγόμενου 1 στο στόμα του και τις συνεχείς επισκέψεις σ’ αυτόν. Από τα πιο πάνω συμπτώματα, πόνους και ταλαιπωρία, απελευθερώθηκε μόνο με την αφαίρεση της γέφυρας από τον ΜΕ2 τον Μάρτιο του έτους 2016.

 

223.   Στρέφομαι στη νομική πτυχή που διέπει τις αξιώσεις του Ενάγοντος, στη βάση των αιτιών αγωγής που προώθησε με βάση την Έκθεση Απαίτησής του, σύμφωνα με τα όσα έχουν καταγραφεί στην παρ. 2 πιο πάνω.

 

 

 

 

VIII. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

 

(α)   Αμέλεια

   

i.        Γενικές αρχές

 

224.   Το αστικό αδίκημα της αμέλειας θεσπίζεται δυνάμει του άρθρου 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Στο σύγγραμμα Charlesworth & Percy on Negligence, 12η Έκδοση (2010), στη σελ. 597, παρ. 9-107 υπό τον πλαγιότιτλο “Dentist - the duty of care”, αναφέρονται τα εξής: “The duty of a dentist is to exercise due care and skill in treatment of his patients. The duty is the same as that owed by a surgeon or physician.”

 

225.   Χρήσιμη καθοδήγηση για την νομική πτυχή που διέπει τις αρχές ιατρικής αμέλειας παρατίθεται στην πρωτόδικη απόφαση του Έντιμου Αλ. Παναγιώτου Α.Ε.Δ. (ως ήταν τότε), στην υπόθεση Μαρίας Χριστίνας Τσιοπουριάν ν. Νεόφυτος Νεοφύτου Αρ. Αγωγής 7502/08, 15.2.2016 («Νεοφύτου») ως εξής (η έμφαση είναι του Δικαστηρίου):

 

«Η ιατρική αμέλεια αποτελεί μέρος της ευρύτερης έννοιας της επαγγελματικής αμέλειας που υπέχει κάθε πρόσωπο που ασκεί επάγγελμα ή επιτήδευμα. Το επίπεδο δεξιότητας που πρέπει να επιδεικνύει ο επαγγελματίας ιατρός σε πρόσωπα που τίθενται υπό την φροντίδα του, έχει τεθεί με σαφήνεια και με παραπομπή σε Αγγλική Νομολογία στην  απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου Αθανασίου ν. Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614. Παραθέτω το πιο κάτω σχετικό απόσπασμα από την απόφαση:

 

‘Το καθήκον ιατρού, όπως και κάθε ειδικευμένου επαγγελματία (πρακτήρα), προς πρόσωπο, το οποίο βασιζόμενο στην δεξιότητα του περιέρχεται υπό την φροντίδα του, προσδιορίζεται περιεκτικά στην απόφαση Ashcroft v. Mersey Regional Health Authority (1983) 2 All E.R. 245.  Συνίσταται, στην στράτευση της γνώσης και την επίδειξη της επιμέλειας που αναμένεται από πρόσωπο το οποίο κατέχει και διακηρύττει ότι κατέχει τη συγκεκριμένη δεξιότητα, καθήκον το οποίο στην περίπτωση του ωτορινολαρυγγολόγου προσλαμβάνει τη μορφή της δεξιότητας που αναμένεται από Ιατρό της ειδικότητας του. Η προσέγγιση του Δικαστή Kilner Brown J.  στην πιο πάνω υπόθεση έτυχε της έγκρισης του Αγγλικού Εφετείου (βλ. Note Ashcroft v. Mersey Regional Health Authority (1985) 2 All E.R. 96).

 

Το επίπεδο δεξιότητας, το οποίο αναμένεται από επαγγελματία ιατρό (medical practitioner), τέθηκε με την ίδια σαφήνεια από τον McNair, J., στην Bolam v. Friern Hospital Management Committee (1957) 1 W.L.R. 582.  Είναι εκείνο της συνήθους δεξιότητας την οποίαν αναμένεται να έχει πρόσωπο το οποίο επαγγέλλεται και ασκεί τη συγκεκριμένη ειδικότητα. Η ορθότητα της προσέγγισης αυτής επιβεβαιώθηκε σε σειρά μεταγενέστερων αποφάσεων, που επίσης επεξηγούν το πρακτικό πεδίο εφαρμογής της (βλ. μεταξύ άλλων, Sideway v. Gov. of Bethlem Roval Hospital (1985) A.C. 871, 893 -894; Wilsher v. Essex A.H.A. (1987) QB 730).

 

Η σχέση ιατρού με τον ασθενή δεν χρειάζεται να είναι συμβατική ούτε είναι αναγκαίο να αποδειχθεί ότι η ιατρική φροντίδα παρέχεται με αμοιβή. Στο σύγγραμμα του Michel Jones Medical Negligence, 4th ed., εκδόσεις Sweet &  Maxwell 2008 παρ. 2-28 στην σελίδα 88, παρατίθεται επί του προκειμένου, το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση R v. Bateman (1925) 94 L.J.K.B 791:

 

If a person holds himself out as possessing special skill and knowledge and he is consulted, as possessing such skill and knowledge, by or on behalf of a patient, he owes a duty to the patient to use due caution in undertaking the treatment. If he accepts the responsibility and undertakes the treatment and the patient submits to his direction and treatment accordingly, he owes a duty to the patient to use diligence, care, knowledge, skill and caution in administrating the treatment. No contractual relation is necessary, nor is it necessary that the service be rendered for reward’. 

 

Στην υπόθεση Αγγελή ν. Βορκά (2007) 1Β Α.Α.Δ 761, 770, λέχθηκε ότι ο ασθενής που επιζητά αποζημιώσεις για ιατρική αμέλεια θα πρέπει να αποδείξει τα πιο κάτω:

 

(i)  Την ύπαρξη υποχρέωσης επιμέλειας προς τον ασθενή. Προς τούτο ο ασθενής θα πρέπει να αποδείξει την ύπαρξη της σχέσης γιατρού - ασθενή. Ο γιατρός έχει τη νομική υποχρέωση να περιθάλψει ένα ασθενή στο νοσοκομείο ή στην κλινική όπου εργάζεται, αλλά δεν έχει καμιά νομική υποχρέωση να ενεργήσει ως σωτήρας για ένα ξένο που χάνει τις αισθήσεις του σε μια δεξίωση ή τραυματίζεται σε ένα τροχαίο ατύχημα. Εδώ σημειώνεται η νομική υποχρέωση σε αντίθεση με την ηθική.

 

(ii)  Αμελή πράξη ή παράλειψη εκ μέρους του γιατρού. Ο ασθενής θα πρέπει να αποδείξει ότι ο γιατρός έχει παραβιάσει το καθήκον του να είναι επιμελής, παρουσιάζοντας μαρτυρία ότι οι ενέργειες του γιατρού ήταν κατώτερες από ό,τι θεωρούνται ως ικανοποιητικές από τα Δικαστήρια.

 

(iii) Την πρόκληση ζημιάς. Ο ασθενής θα πρέπει να αποδείξει ότι λόγω των ενεργειών του γιατρού, η υγεία του έχει χειροτερεύσει ή ότι έχει υποστεί κάποια άλλη συγκεκριμένη ζημιά.

 

Στην ίδια υπόθεση, τονίστηκε ότι δεν αναμένεται από ένα γιατρό να είναι πάντα επιτυχής στο ιατρικό έργο που αναλαμβάνει. Το καθήκον του όπως όλων των άλλων επαγγελματιών, είναι η άσκηση λογικής φροντίδας και προσοχής

 

Στην υπόθεση Γιάλλουρος ν. Ψύλλου κα (2009) 1Β Α.Α.Δ 1552 αφού λέχθηκε ότι το ζήτημα της ιατρικής αμέλειας εξετάζεται στην βάση του επιπέδου του λογικού επαγγελματία, παρατέθηκε το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Street on Torts 11 εκδ. (2003) σελ. 265:

 

The defendant must exhibit the degree of skill which a member of the public would expect from a person in his or her position. Pressures on him - even pressures for which he is in no way responsible - will not excuse an error on his part. Negligence is not to be equated with moral culpability or general incompetence. (.) Errors of judgment are often the essence of professional negligence. An error of itself is not negligence. The issue in all cases is whether the error in question evidenced a failure of professional competence. The virtual immunity offered to doctors for errors of clinical judgment was firmly condemned by the House of Lords in Whitehouse v. Jordan.’

 

Στα πλαίσια εξέτασης του κατά πόσον μια συγκεκριμένη ιατρική πράξη συνιστά αμέλεια, το Δικαστήριο θα διερευνήσει αν ο γιατρός ακολούθησε στο υπό κρίση περιστατικό, την συνήθη ιατρική πρακτική. Παρόλα αυτά έχει νομολογηθεί ότι για να κριθεί κατά πόσον ένας γιατρός ήταν αμελής ή όχι δεν θα ληφθεί αποκλειστικά υπόψη η γνώμη που θα έχει ένα εξειδικευμένο ιατρικό σώμα. Το Δικαστήριο θα αξιολογήσει αυτού του είδους την μαρτυρία, προκειμένου να αποφασίσει αν η υπό κρίση ιατρική πρακτική θέτει ή όχι τον ασθενή σε κίνδυνο. Ακόμη δηλαδή και αν αποδειχθεί ότι ο ιατρός ακολούθησε μια αποδεκτή ιατρικά τακτική, πιθανόν να κριθεί αμελής αν η πρακτική αυτή είναι κατά την κρίση του Δικαστηρίου, επικίνδυνη για τον ασθενή.

 

Σχετική είναι η υπόθεση Bolitho v. Hakney Health Authority (1997) 4 ALL ER 771, στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων και τα πιο κάτω στην σελίδα 779:

 

‘These decisions demonstrate that in cases of diagnosis and treatment there are cases where, despite a body of professional opinion sanctioning the defendant's conduct, the defendant can properly be held liable for negligence (I am not here considering questions of disclosure of risk). In my judgment that is because, in some cases, it cannot be demonstrated to the judge's satisfaction that the body of opinion relied on is reasonable or responsible. In the vast majority of cases the fact that distinguished experts in the field are of a particular opinion will demonstrate the reasonableness of that opinion. In particular, where there are questions of assessment of the relative risks and benefits of adopting a particular medical practice, a reasonable view necessarily presupposes that the relative risks and benefits have been weighed by the experts in forming their opinions.  But if, in a rare case, it can be demonstrated that the professional opinion is not capable of withstanding logical analysis, the judge is entitled to hold that the body of opinion is not reasonable or responsible.’

 

Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι παρέχεται η δυνατότητα στο Δικαστήριο να αποφασίσει ότι μια συνήθης ιατρική πρακτική δεν είναι ούτε εύλογη ούτε υπεύθυνη. Ιδιαίτερα αν καταδειχθεί ότι αυτή δεν αντέχει σε μια λογική ανάλυση και θέτει σε κίνδυνο τον ασθενή. Αυτό συμβαίνει κυρίως στις περιπτώσεις που δεν σταθμίζονται από τον γιατρό, οι κίνδυνοι και τα οφέλη από την εφαρμογή της συνήθους ιατρικής πρακτικής. 

 

Εντούτοις, είναι σε σπάνιες περιπτώσεις που το Δικαστήριο αποδέχεται μια συνήθη ιατρική πρακτική ως μη εύλογη. Θα πρέπει να αποδειχθεί επί του προκειμένου, η παράλειψη στάθμισης του κινδύνου για τον ασθενή. Σχετική είναι η υπόθεση Γιάλλουρος ν. Ψύλλου (ανωτέρω) στην οποία με  αναφορά στην αγγλική απόφαση Maynard v. West Midland RHA [1984] 1 W.L.R. 634, λέχθηκε ότι σπάνια αποδεικνύεται ότι η επαγγελματική γνώμη των ατόμων που ασκούν το ίδιο επάγγελμα με αυτό του εναγομένου δεν αντέχει τη βάσανο της λογικής ανάλυσης, οπότε και το Δικαστήριο δικαιούται να προβεί σε εύρημα ότι η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων δεν είναι λογική και υπεύθυνη.»

 

226.   Διαφωτιστική είναι και η πρωτόδικη απόφαση στην υπόθεση Μιχάλη Α. Μιχαηλίδη ν. Αντώνη Οικονομίδη Αρ. Αγωγής 1399/04, 24.1.2013 (υπό Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ., ως ήταν τότε), η οποία επικυρώθηκε στην απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου Μιχάλη Α. Μιχαηλίδης ν. Αντώνη Οικονομίδη Πολ. Έφ. 94/13, 30.6.2022, ECLI:CY:AD:2022:D288. Αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής:

 

«Σήμερα ένας γιατρός δεν αναμένεται ότι θα είναι πάντα επιτυχής στο ιατρικό έργο που αναλαμβάνει. Το καθήκον του, όπως όλων των άλλων επαγγελματιών, είναι η άσκηση λογικής φροντίδας και προσοχής. Όπως έχει λεχθεί το 1838 από το Δικαστή Tindal στην υπόθεση Lanphier v. Phipos (1835-42) All E.R. Ree 421, που αφορούσε ιατρική αμέλεια:

 

‘Every person who enters into a learned profession undertakes to bring to the exercise of it a reasonable degree of care and skill. He does not undertake, if he is an attorney, that at all events you shall gain your case, nor does a surgeon undertake that he will perform a cure, nor does he undertake to use the highest possible degree of skill. There may be persons who have higher education and greater advantages than he has, but he undertakes to bring a fair, reasonable and competent degree of skill.’

 

[.] Το γεγονός ότι μια χειρουργική επέμβαση επιφέρει κάποια επιπλοκή δεν εξυπακούει ότι έχει επιδειχθεί αμέλεια εκ μέρους του γιατρού ή του νοσοκομειακού προσωπικού. Όπως είχε θέσει το θέμα ο Δικαστής Denning στις οδηγίες του προς τους ενόρκους στην υπόθεση Hatcher v. Black and Others (βλ. Lord Denning, The Discipline of Law, p. 242):

 

‘But in a hospital, when a person who is ill goes in for treatment, there is always some risk, no matter what care is used. Every surgical operation involves risks. It would be wrong, and, indeed, bad law, to say that simply because a misadventure or mishap occurred, the hospital and the doctors are thereby liable. It would be disastrous to the community if it were so. It would mean that a doctor examining a patient, or a surgeon operating at a table, instead of getting on with his work, would be for ever looking over his shoulder to see if someone was coming up with a dagger - for an action for negligence against a doctor is for him like unto a dagger. His professional reputation is as dear to him as his body, perhaps more so, and an action for negligence can wound his reputation as severely as a dagger can his body. You must not, therefore, find him negligent simply because something happens to go wrong; if, for instance, one of the risks inherent in an operation actually takes place or some complication ensues which lessens or takes away the benefits that were hoped for, or if in a matter of opinion he makes an error of judgment. You should only find him guilty of negligence when he falls short of the standard of a reasonably skillful medical man, in short, when he is deserving of censure - for negligence in a medical man is deserving of censure.’

 

[...] Δύο σημαντικές αποφάσεις που εκδόθηκαν τελευταία έχουν οριοθετήσει καθοριστικά τις προεκτάσεις της ιατρικής αμέλειας. Οι αποφάσεις αυτές είναι γνωστές σαν οι αποφάσεις Bolam and Bolitho.

 

Στην υπόθεση Bolam v. Friern Hospital Committee (1957) 2 All E.R. 118, ο ενάγων υπέφερε από κατάθλιψη και κατόπιν εξέτασης του συστήθηκε ότι θα έπρεπε να υποβληθεί σε θεραπεία με ηλεκτροσόκ (anti-electric shock treatment). Η θεραπεία αυτή προϋπέθετε την τοποθέτηση ηλεκτροδίων στην κεφαλή για τη διοχέτευση ηλεκτρικού ρεύματος 150 volts ανά κύκλους το δευτερόλεπτο από μια μηχανή στον εγκέφαλο. Ένα από τα επακόλουθα της θεραπείας αυτής ήταν η πρόκληση σπασμών που έπαιρνε τη μορφή παροξυσμού με μια μικρή πιθανότητα πρόκλησης καταγμάτων. Για την αποφυγή καταγμάτων από τη σωματική αντίδραση στην παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, δόθηκε μαρτυρία ότι ένας αριθμός γιατρών ήταν υπέρ της χορήγησης ηρεμιστικών χαπιών πριν από την επέμβαση, άλλοι γιατροί υπέρ του δεσίματος των ασθενών στο κρεβάτι με σεντόνια και άλλοι υπέρ της κράτησης του ασθενή με τα χέρια από τους ώμους από νοσοκόμους. Στην περίπτωση του Bolam, σύμφωνα με την τακτική που υιοθετούσε το νοσοκομείο, δεν του επεξηγήθηκε η πιθανότητα πρόκλησης καταγμάτων, δεν του δόθηκαν ηρεμιστικά χάπια και δεν τον κράτησαν νοσοκόμοι με τα χέρια. Απλά ο ασθενής ξάπλωσε στο κρεβάτι, του τοποθετήθηκε ένα φίμωτρο στο στόμα και στις δύο πλευρές του κρεβατιού στεκόντουσαν νοσοκόμοι για να μην τον αφήσουν να πέσει στο έδαφος. Κατά τη διάρκεια της εφαρμογής της μεθόδου του ηλεκτροσόκ ο ενάγων υπέστη κάταγμα της κοτύλης (acetabulam) που είναι σπάνιο κάταγμα και διάφορα άλλα κατάγματα με πολύ οδυνηρές συνέπειες.

 

Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι:

 

(i) Ένας γιατρός δεν είναι ένοχος αμέλειας αν ενεργεί σύμφωνα με μια τακτική που είναι αποδεκτή ως ορθή από ένα υπεύθυνο σώμα εξειδικευμένων ιατρικών λειτουργών ανεξάρτητα αν ένα άλλο εξειδικευμένο σώμα διατηρεί διαφορετική άποψη∙

 

(ii)Ένας γιατρός που πιστεύει ότι οι πιθανότητες κινδύνου σε μια συγκεκριμένη θεραπεία είναι μηδαμινές, δεν έχει υποχρέωση να τις αποκαλύψει στον ασθενή και

 

(iii) Για να επιτύχει ένας ασθενής σε απαίτηση γιατί να μην του έχει δοθεί προειδοποίηση για τα πιθανά επακόλουθα που μπορεί να προκύψουν θα πρέπει να αποδείξει ότι έστω και αν του δινόταν η προειδοποίηση, δεν θα έδινε τη συγκατάθεση του για τη συγκεκριμένη θεραπεία.

 

Η ανακούφιση που πρόσφερε η απόφαση Bolam στον ιατρικό κόσμο δεν διάρκεσε πολύ, αφού η αρχή που διατυπώθηκε διαφοροποιήθηκε λίγο αργότερα με την απόφαση Bolithο and Others v. City and Hackney Health Authority (1993) 4 Med. L. R. 381, σύμφωνα με το σκεπτικό της οποίας το ερώτημα αν ένας γιατρός έχει ενεργήσει αμελώς ή όχι κρίνεται από το Δικαστήριο και όχι με βάση την πρακτική που υιοθετείται από ένα εξειδικευμένο ιατρικό σώμα. [...] Ο κανόνας ο οποίος προκύπτει από την απόφαση Bοlitho που αποτελεί σήμερα την νομική θέση που εφαρμόζεται είναι ότι ένας γιατρός δεν μπορεί να αποφύγει την ευθύνη για ιατρική αμέλεια αν αποδείξει ότι ακολούθησε μια καθιερωμένη πρακτική που είχε υιοθετηθεί από ένα υπεύθυνο σώμα εξειδικευμένων ιατρικών λειτουργών.  Σήμερα το ερώτημα αν ένας γιατρός είναι ένοχος αμέλειας πρέπει να απαντάται από το Δικαστήριο μέσα στα πλαίσια του συνόλου της μαρτυρίας που παρουσιάζεται

 

Όπως έχει τονιστεί χαρακτηριστικά στην υπόθεση Bolitho, ‘It is not enough for the defendant to call a number of doctors to say that what he had done or not was in accord with accepted clinical practice. It is necessary for the judge to consider that evidence and decide whether that clinical practice puts the patient unnecessarily at risk.' [.] Οι πιο πάνω αρχές και νομολογία υιοθετήθηκαν και σε πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου όπως στην Αθηνά Βαριάνου  ν. Δρ. Ανδρέα Βορκά Πολ. Εφ. 269/06, ημερ. 24.9.10».

 

227.   Σε σχέση με το ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας, στην Αλέκος Αλέκου ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Πολ. Εφ. 98/2014, 4.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A168 με παραπομπή στην Βαριανού ν. Βορκά (2010) 1Γ ΑΑΔ 1541, τονίστηκε η ανάγκη να καταδεικνύεται πάντοτε η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραβίασης του καθήκοντος επιμέλειας και της ζημιάς που προκύπτει. Αναφέρθηκε επίσης, ότι η απόδειξη του συνδετικού αυτού στοιχείου στην αλυσίδα του συγκεκριμένου αστικού αδικήματος βαρύνει τον ενάγοντα και η απάντηση θα πρέπει να αναζητηθεί στην ιατρική μαρτυρία. Στην Ανδρέας Παναγιώτου ν. Αλεξάνδρας Μαρκαντώνη κ.ά. Πολ. Εφ. 298/2016, 303/2016 και 313/2016, 4.7.2025 με παραπομπή στην απόφαση Νίκος Σαρίδης ν. Ιωάννη Πυρκώτη (Κατασκευαστές) Λτδ Πολ Έφ. 180/2017, 7.4.2025 τονίστηκε ότι ο θέμα της αιτιώδους συνάφειας, η οποία πρέπει να αποδεικνύεται ως πραγματικό γεγονός και να αποφασίζεται με την κοινή λογική (βλ. επίσης Ανδρέας Αγαθοκλέους υπό την ιδιότητα του ως Διαχειριστής της Περιουσίας του Αποβιώσαντος Μιχάλη Αγαθοκλέους ν. Celestyal Ship Management Ltd κ.ά. Πολ. Εφ. 175/2018, 24.11.2025 και εκεί αναφερόμενες αυθεντίες).

 

228.   Σε σχέση με το κριτήριο αιτιώδους συνάφειας σε υποθέσεις ιατρικής αμέλειας, διαφωτιστική είναι η πρόσφατη απόφαση το Εφετείου στην υπόθεση Μαρία Παπαγεωργίου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας Μέσω του Γενικού Εισαγγελέα Πολ. Εφ. 46/2023, 21.6.2024, αναφέρθηκαν τα εξής (η έμφαση είναι του Δικαστηρίου):

 

«Ως προς την αιτιώδη συνάφεια το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι η εφεσείουσα δεν την απέδειξε στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι η ζημιά δεν θα παρουσιαζόταν παρά την ως άνω αμέλεια των Πρώτων Βοηθειών. Βασίσθηκε σε αγγλική νομολογία αναφορικά με παραλείψεις, θεωρώντας ότι το κρίσιμο ερώτημα ήταν, τι θα συνέβαινε αν ένα γεγονός το οποίο δεν συνέβη, είχε συμβεί. Με άλλα λόγια, εφάρμοσε το γνωστό ‘but for test of causation’. Παρέπεμψε δε σχετικά, μεταξύ άλλων, στην απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής των Λόρδων, Wilsher v. Essex Area Health Authority [1988] 1 All ER 871, την οποία επικαλείται και η συνήγορος του εφεσιβλήτου ενώπιον μας.

 

(…) Σε περιπτώσεις δε, όπως η παρούσα, όπου η μη άμεση αντιμετώπιση αποτελεί μια από τις αιτίες που συνέδραμαν στην πρόκληση της βλάβης της εφεσείουσας, η αποτυχία της να ικανοποιήσει το ‘but for test’, δεν είναι μοιραία για την επιτυχία της αγωγής της.

 

Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Medical Negligence, Michael A. Jones, 5η έκδοση, Sweet & Maxwell, σελίδες 563 και 564, σε περιπτώσεις, όπως η παρούσα, όπου εντοπίζονται σωρευτικές αιτίες για την πρόκληση της βλάβης, η εφαρμοζόμενη αρχή είναι ότι είναι αρκετό όπως ο ενάγων αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η αμέλεια αποτέλεσε μία ουσιώδη συνδρομή στην πρόκληση της βλάβης, με την έννοια του ‘ουσιώδους’ (‘material’) να συνίσταται απλώς σε κάτι περισσότερο από de minimis:

 

‘in a case involving cumulative causes, where the inadequacies of medical science mean the relative potency of the causes cannot be established, a claimant merely has to establish that the defendant's breach of duty was a 'material' contribution, meaning something more than de minimis.’

 

Στην απόφαση Bailey v Ministry of Defence [2008] ECWCA Civ 883, το Εφετείο της Αγγλίας, διέκρινε ρητώς τα νομολογηθέντα περί αιτιώδους συνάφειας στην Wilsher (ανωτέρω), όπου βασίσθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο, εφόσον δεν αφορούσε περίπτωση πέραν της μίας αιτίας που συνέδραμε στην πρόκληση της ζημιάς. Έθεσε δε τον πιο κάτω εξειδικευμένο κανόνα περί αιτιώδους συνάφειας σε περιπτώσεις όπου συντρέχουν πέραν της μιας αιτίας πρόκλησης της βλάβης: ‘I would summarise the position in relation to the cumulative cause cases as follows. If the evidence demonstrates on a balance of probabilities that the injury would have occurred as a result of a non-tortious cause or causes in any event, the claimant will have failed to establish that the tortious cause contributed. If the evidence demonstrates that 'but for' the contribution of the tortious cause the injury would probably not have occurred, the claimant will (obviously) have discharged the burden. In a case where medical science cannot establish the probability that 'but for' an act of negligence the injury would not have happened but can establish that the contribution of the negligent cause was more than negligible, the 'but for' test is modified, and the claimant will succeed.’  (…)

 

Είμαστε της άποψης, ότι από το σύνολο της πιο πάνω μαρτυρίας προκύπτει, συνεπώς, ότι το γεγονός ότι η πάθηση δεν αντιμετωπίσθηκε αμέσως, ενισχύει την πραγμάτωση του εγγενούς κίνδυνου. Με αυτή την έννοια, η αμελής μη διάγνωση και συνακόλουθα το γεγονός ότι δε αντιμετωπίστηκε η πάθηση αμέσως όπως απαιτείται από την ορθή πρακτική, καθώς και η αργοπορημένη  αντιμετώπιση της μόλυνσης που διαγνώστηκε κατά τη δεύτερη επίσκεψη της εφεσείουσας στις Πρώτες Βοήθειες, αποτελούν αιτίες που συνέδραμαν κατά τρόπο μη αμελητέο, στην πρόκληση της βλάβης της εφεσείουσας. Με άλλα λόγια, βάσει της ορθής καθοδήγησης από τη νομολογία, σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσαν οι ως άνω παραλείψεις να θεωρηθούν ότι συνέδραμαν στην πρόκληση της βλάβης της εφεσείουσας μόνον σε βαθμό de minimis.»

 

229.   Το πιο πάνω απόσπασμα βρίσκεται σε πλήρη σύμπνοια με τα όσα καταγράφονται στο Charlesworth & Percy on Negligence 12η Έκδοση (2010), στη σελ. 614, παρ. 9-143, ως εξής: “In the context of unsuccessful medical treatment it can be problematic to identify precisely the injury flowing from a particular breach of duty. The burden rests upon the claimant to prove that the breach was a material cause of the adverse result of which he complaints. Having said as much, once a breach of duty is established and the claimant has thereby been exposed to the risk of an injury which is due course results, the exact mechanism by which that injury has arisen is immaterial and it matters not if, for instance, it was unforeseeable.”

 

(ii) Συμπεράσματα ως προς το ζήτημα της αμέλειας

      

Παραβίαση καθήκοντος επιμέλειας

230.   Εν προκειμένω, στη βάση των ευρημάτων του Δικαστηρίου, ο Εναγόμενος 1, υπό την επικαλούμενη κατά τον ουσιώδη χρόνο ιδιότητα του ως οδοντίατρος, εξέτασε κλινικά και ακτινολογικά τα δόντια του Ενάγοντος και τον αξιολόγησε. Η μαρτυρία του Εναγόμενου 1 ότι ενημέρωσε τον Ενάγοντα ότι δεν ήταν εγγεγραμμένος οδοντίατρος κατά τον ουσιώδη χρόνο ή αναφορικά με την εμπλοκή του Εναγόμενου 3, δεν έγινε αποδεκτή. Σημειώνεται εδώ επίσης ότι αποτελεί κοινό τόπο ότι το μέτρο δεξιότητας που θα πρέπει να εφαρμοστεί στην υπό κρίση περίπτωση, είναι αυτό της συνήθους επιμέλειας που αναμένεται από επαγγελματία οδοντίατρο και όχι αυτό που αναμένεται από έναν μαθητευόμενο οδοντίατρο.[146]

 

231.   Στη βάση επίσης των ευρημάτων του Δικαστηρίου, αφού ο Εναγόμενος εξέτασε και αξιολόγησε το στόμα του Ενάγοντος, του πρότεινε συγκεκριμένη οδοντιατρική θεραπεία με την τοποθέτηση γέφυρας στα έξι μπροστινά δόντια, επί αξόνων. Ο Ενάγων συμφώνησε. Τα στοιχεία αυτά ενεργοποίησαν το καθήκον επιμέλειας του Εναγόμενου 1, ως οδοντιάτρου, να ασκήσει εύλογη φροντίδα και επιμέλεια, έναντι του Ενάγοντος, ως ασθενούς, στο προαναφερθέν μέτρο, κατά την εκτέλεση της θεραπείας που πρότεινε. Νοείται ότι το καθήκον του Εναγόμενου 1 ως οδοντιάτρου, έναντι του Ενάγοντος ήταν και να του προτείνει κατάλληλη θεραπεία στη βάση των δεδομένων που είχε ενώπιον του (βλ. παρ. 224, ανωτέρω).

 

232.   Για τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί, αυτό δεν έγινε. Η θεραπεία που ο Εναγόμενος 1 πρότεινε να εφαρμόσει στο στόμα του Ενάγοντος δεν ήταν κατάλληλη, ούτε ενδεδειγμένη. Αντιθέτως, με βάση την αποδεκτή ιατρική μαρτυρία του Δρος Ταραμίδη (ΜΕ2), υπήρχαν συγκεκριμένα και σαφή στοιχεία ενώπιον του Εναγόμενου 1, τα οποία καθιστούσαν τη θεραπεία με την τοποθέτηση της γέφυρας στερούμενη εύλογης προοπτικής επιτυχίας. Τα στοιχεία αυτά, είχαν ως εξής:

 

233.   Πρώτον, η απουσία επαρκούς υλικού δοντιού υπερουλικά στα έξι μπροστινά δόντια, το οποίο θα μπορούσε να συγκρατήσει μόνιμα τη γέφυρα επί αξόνων. Ο ΜΕ2 επεξήγησε με σαφήνεια την ορθή οδοντιατρική πρακτική ως εξής: Τα όρια μιας γέφυρας πρέπει να τελειώνουν και να κλείνουν στεγανά, σε συμπαγές του δοντιού και όχι σε άξονες, όπως έγινε εν προκειμένω Καθίστατο επομένως ευλόγως προβλεπτό, ότι η γέφυρα δεν θα μπορούσε να συγκρατηθεί από τον υφιστάμενο όγκο δοντιού, στα έξι μπροστινά άνω δόντια του Ενάγοντος.

 

234.   Η δυνατότητα του δοντιού 12 να αποτελέσει στοιχείο συγκράτησης της γέφυρας κατέστη ακόμη πιο ασθενής, κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης της επίδικης θεραπείας και συγκεκριμένα κατόπιν της ακροριζεκτομής που διενήργησε ο Εναγόμενος 1 σε αυτό. Τούτο διότι, με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, αποκόπηκε μισό περίπου μέγεθος της ρίζας και ανάλογο μέγεθος άξονα που είχε τοποθετηθεί προηγουμένως για σκοπούς συγκράτησης της γέφυρας. Η κατάσταση αυτή στο δόντι 12 αποκρυσταλλώθηκε, προτού ο Εναγόμενος 1 διενεργήσει την πρώτη συγκόλληση της γέφυρας. Το γεγονός αυτό παρείχε περαιτέρω εύλογη και αντικειμενική ένδειξη ακόμη και κατόπιν της έναρξης της θεραπείας, ότι η κατάσταση των έξι μπροστινών δοντιών του Ενάγοντος, σωρευτικά ιδωμένη, δεν άφηνε εύλογα περιθώρια για επαρκή συγκράτηση της γέφυρας επί αξόνων και κατ’ επέκταση επιτυχίας της. Χωρίς ο Εναγόμενος 1 να στρέψει, ως όφειλε, την προσοχή του με επάρκεια στην εξέλιξη αυτή, προχώρησε με την επίδικη θεραπεία, αποκόπτοντας και τον άξονα στο δόντι 12, ο οποίος όμως και αυτός είχε εξ αρχής τοποθετηθεί για σκοπούς συγκράτησης της γέφυρας.

 

235.   Δεύτερον, το προϋπάρχον πρόβλημα σύγκλισης καθιστούσε ιδιαιτέρως ακατάλληλη και επισφαλή την τοποθέτηση γέφυρας στα έξι μπροστινά δόντια του Ενάγοντος. Σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία του ΜΕ2, η εφαρμογή  προθετικής εργασίας επί σε στόμα όπου υφίσταται σοβαρό προϋπάρχον πρόβλημα σύγκλισης στα δόντια, έθετε σε κίνδυνο τα δόντια από κατάγματα και την κρατοφογναθική άρθρωση από φλεγμονές και παθολογικές δυνάμεις. Επιπλέον, η τοποθέτηση γέφυρας στην οδοντοστοιχία του Ενάγοντος όπου προϋπήρχε λανθασμένη σύγκλιση εγκαθίδρυσε, διαιώνισε και ενέτεινε προϋπάρχον πρόβλημα αυτό, δια της δημιουργίας προώρων επαφών της γέφυρας, με τα μπροστινά δόντια της κάτω γνάθου. Οι πρόωρες αυτές επαφές δημιουργούσαν υπερένταση και υπερδιέγερση σε όλο το μασητικό σύστημα του Ενάγοντος. Κατ’ επέκταση, προκαλούσαν στον Ενάγοντα έντονους πόνους, πονοκεφάλους και έντονη δυσφορία. Επρόκειτο και πάλιν για ευλόγως προβλεπτούς αλλά και βέβαιους κινδύνους, με δεδομένο το προϋπάρχον πρόβλημα σύγκλισης.

236.   Από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν δύναται να συναχθεί, με αντικειμενικά κριτήρια, εύλογο περιθώριο επιτυχίας της ως άνω θεραπείας. Δεν κατέστη δυνατό να προσδιοριστεί στη βάση ποιων δεδομένων ο Εναγόμενος 1 έκρινε ότι η θεραπεία αυτή θα μπορούσε να έχει επιτυχή κατάληξη, με δεδομένη την υφιστάμενη κατάσταση στο στόμα του Ενάγοντος, ως επεξηγήθηκε ανωτέρω. Η θέση του ΜΥ3 ότι θα μπορούσε η θεραπεία να επιτύχει απέμεινε σε θεωρητικό επίπεδο, χωρίς σαφή ή επαρκή διασύνδεση με τα δεδομένα που επικρατούσαν στο στόμα του Ενάγοντος, κατά τον ουσιώδη χρόνο που η θεραπεία του είχε προταθεί από τον Εναγόμενο 1.

 

237.   Ενισχυτικό της ως άνω διαπίστωσης μου ήταν και οι μεταγενέστερες ενέργειες και ευρύτερη στάση του Εναγόμενου 1, αφού εφάρμοσε τη γέφυρα στο στόμα του Ενάγοντος. Ειδικότερα, όταν τοποθετήθηκε η γέφυρα και άρχισαν να υλοποιούνται οι βέβαιοι ή, κατ’ ελάχιστον, απολύτως προβλεπτοί κίνδυνοι στους οποίους ο Εναγόμενος 1 εξέθεσε τον Ενάγοντα, ο τελευταίος παραπονείτο για πρόωρες επαφές, πονοκεφάλους και πόνους. Ούτε όμως και εκεί αφαίρεσε τη γέφυρα. Αντί τούτου, ο Εναγόμενος 1 άρχισε να τροχίζει τη γέφυρα για 1,5 χρόνο περίπου (από τις 10.9.2014 μέχρι τις 17.2.2016), χωρίς να παρατίθεται συγκεκριμένο πλάνο στον ασθενή, με συγκεκριμένο χρονικό ορίζοντα. Χωρίς ένα τέτοιο ξεκάθαρο πλάνο, επέμεινε δια τροχισμάτων να προσπαθεί να εξεύρει, απαραιτήτως, μια θέση σύγκλισης όπου ο Ενάγων θα αισθανόταν άνετα και δεν θα πονούσε. Στα πλαίσια αυτά τρόχιζε στην ουσία στα τυφλά, εφόσον ως ο ίδιος κατέθεσε, δεν μπορούσε να εντοπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα με τη γέφυρα και ότι βασιζόταν στις εκκλήσεις του Ενάγοντος για περαιτέρω τροχίσματα. Χαρακτηριστική είναι η θέση που εξέφρασε στον Ενάγοντα μέσω μηνυμάτων, ότι δεν πιστεύει ο πόνος για τον οποίο παραπονείτο να σχετίζεται με τη γέφυρα (βλ. σελ. 24, του Τεκμηρίου 3, μηνύματα ημερ. 5.2.2016 και 6.2.2016). Χαρακτηριστική επίσης είναι η θέση του κατά την αντεξέταση του, ότι προχωρούσε σε τροχίσματα καθώς δεν ήθελε να πει στον Ενάγοντα, «Απόστολε, εν έσιεις τίποτε, λέεις ψέματα.»[147]

 

238.   Απέτυχε επομένως, παρά την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος, να διαπιστώσει ότι η επίδικη θεραπεία δεν θα μπορούσε να επιτύχει και να αφαιρέσει ευθείς αμέσως τη γέφυρα, ώστε να μετριάσει τον πόνο και την ταλαιπωρία του Ενάγοντος. Αυτό παρά και το ότι ο Ενάγων εξέφραζε κατ’ εξακολούθηση σαφείς και έντονους πόνους που ευλόγως αναδείκνυαν ότι δεν μπορούσε να βρει ηρεμία στη σύγκλιση του και στο στόμα του.

 

239.   Η επεξήγησή του ότι του το ζητούσε ο Ενάγων, όχι μόνο δεν κρίθηκε πειστική, αλλά, ακριβώς, αναδεικνύει στοιχείο προχειρότητας και παρερμηνείας των γεγονότων. Δεν εναπόκειται σε ασθενή να εντοπίσει την παρεμβατική λύση ή την όποια ιατρική λύση. Ούτε και είναι σε θέση να το πράξει, λόγω έλλειψης γνώσεων. Είναι γι’ αυτόν τον λόγο αποτείνεται σε ειδικό επαγγελματία. Είναι στον ίδιο τον Εναγόμενο 1 που εναπόκειτο να εντοπίσει τη λύση στους αναφερόμενους πόνους του Ενάγοντος, να την αναλογιστεί εξισορροπώντας τους κινδύνους και τα οφέλη και να ενημερώσει τον ασθενή. Ακόμη και εάν δεν μπορούσε να εντοπίσει τη λύση, όφειλε να το ξεκαθαρίσει στον Ενάγοντα, ενεργώντας με ειλικρίνεια απέναντι στον ασθενή, με επιστημονική υπευθυνότητα και με τον προσήκοντα σεβασμό έναντι του ρόλου του. Ο Εναγόμενος 1 όμως, παρά το ότι δεν εντόπισε οποιοδήποτε πρόβλημα, συνέχισε να τροχίζει χωρίς να είναι σαφές μέχρι πότε θα το έπραττε, παραγνωρίζοντας τους πόνους και την ταλαιπωρία που προξενούσε στον Ενάγοντα μεσοδιάστημα.

 

240.   Το γεγονός ότι κανένα σαφές πλάνο είχε υπόψιν του ο Εναγόμενος 1, αναδεικνύεται αβίαστα και από το γεγονός ότι η γέφυρα από τα τροχίσματα, φθάρηκε και σε κάποια σημεία έσπασε η πορσελάνη της ενώ δημιουργήθηκε και μια οπή. Είναι μόνο όταν ο Ενάγων αντέδρασε έντονα στο γραφείο του, στις 17.2.2016, που ο Ενάγων πρότεινε να του αντικαταστήσει τη γέφυρα εξ ολοκλήρου. Μόνο και μόνο τότε, σταμάτησε να τροχίζει στα πλαίσια της προσπάθειας του να εντοπίσει μια ορθή θέση σύγκλισης, που δεν ήταν εφικτό να ανευρεθεί, σύμφωνα με όλα όσα έχω παραθέσει πιο πάνω.

 

241.   Η κατάσταση στην οποία περιήλθε η γέφυρα, αφού αποκολλήθηκε και επανακολλήθηκε δύο φορές, ενώ επρόκειτο για «μόνιμη» γέφυρα, το γεγονός ότι οι πόνοι και η δυσφορία στο στόμα του Ενάγοντος συνέχιζαν να τον ταλαιπωρούν μέχρι και την τελευταία τους συνάντηση, αλλά και το ίδιο το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 1 αντιλήφθηκε την ανάγκη αντικατάστασης της γέφυρας και της επανατοποθέτησης νέας, με δικά του έξοδα, καταδεικνύει ότι η επίδικη θεραπεία είχε αποτύχει. Δεν υπάρχουν εύλογα περιθώρια  για οιοδήποτε άλλο συμπέρασμα. Ούτε και το γεγονός ότι ο ΜΕ2 κράτησε τα δόντια 13 και 21 δύναται να αποτελέσει τη βάση για εξαγωγή συμπεράσματος ότι η επίδικη θεραπεία εφαρμόστηκε επιτυχώς. Σχετικά είναι τα όσα έχουν ήδη καταγραφεί στις παρ. 179 – 180 πιο πάνω. 

 

242.   Είναι ορθή η θέση των ευπαίδευτων συνηγόρων των Εναγόμενων ότι η παραβίαση καθήκοντος επιμέλειας δεν κρίνεται μόνο εκ του αποτελέσματος και μόνο (βλ. Νεοφύτου, Bolitho και Γιάλλουρος, ανωτέρω). Τούτο διότι, δεν αναμένεται ένας ιατρός να είναι επιτυχής στο ιατρικό έργο που αναλαμβάνει, νοουμένου όμως ότι ο ίδιος ασκεί λογική φροντίδα και προσοχή σύμφωνα με το μέτρο του λογικού επαγγελματία (Γεωργία Μιχαήλ ν. Άλκη Λαπίθη κ.ά. Πολ. Έφ. 336/11 12.1.2018, ECLI:CY:AD:2018:A13 και Πολυκλινική Υγεία Λτδ ν. Τάσου Λάμπρου (2016) 1 ΑΑΔ 2634) δηλαδή, ως επαγγελματία ο οποίος επιδεικνύει τη συνήθη δεξιότητα  την οποία αναμένεται να έχει πρόσωπο το οποίο επαγγέλλεται και ασκεί τη συγκεκριμένη ειδικότητα (Γιάλλουρος, Οικονομίδη, Νεοφύτου και Lanphier ανωτέρω).

 

243.   Τα πιο πάνω, όμως, δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην υπό κρίση περίπτωση. Εν προκειμένω, η ύπαρξη των ως άνω δεδομένων στο στόμα του Ενάγοντος αποτελούσε σαφή και επαρκή βάση εξ υπαρχής, ώστε να οδηγήσουν τον επαγγελματία οδοντίατρο, ο οποίος επιδεικνύει συνήθη δεξιότητα, να αποκλείσει την επιλογή της τοποθέτησης της γέφυρας επί αξόνων, ως αρμόζουσα θεραπεία στα έξι μπροστινά δόντια του Ενάγοντος. Κατ’ επέκταση, όφειλε να μην την προτείνει ως επιλογή «θεραπείας».

 

244.   Στη βάση των δεδομένων που υπήρχαν στο στόμα του Ενάγοντος κατά τον χρόνο που ο Εναγόμενος 1 του πρότεινε τη συγκεκριμένη θεραπεία, καθίσταται εμφανές ότι η υπό κρίση θεραπεία δεν αντέχει σε μια λογική ανάλυση (Νεοφύτου, ανωτέρω). Ο δε Εναγόμενος 1 δεν στάθμισε ορθά τους κινδύνους αλλά ούτε και τα οφέλη της (βλ. λ.χ. παρ. 139 – 140, πιο πάνω). Κατ’ επέκταση δεν ενέπιπτε στο φάσμα της εύλογης και υπεύθυνης πρακτικής. Αντιθέτως, εξέθεσε τον Ενάγοντα σε σοβαρούς κινδύνους και αχρείαστους κινδύνους (βλ. Bolitho (ανωτέρω)), οι οποίοι περιγράφησαν από τον ΜΕ2.

 

245.   Το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 1 πρότεινε και εκτέλεσε μια ακατάλληλη θεραπεία υπό τις περιστάσεις και μη ενδεδειγμένη θεραπεία, στο στόμα του Ενάγοντος, συνιστά από μόνο του παραβίαση του καθήκοντος επιμέλειας, από τον Εναγόμενο 1 έναντι του Ενάγοντος, ως ασθενούς του.

 

246.   Επιπρόσθετα και ανεξαρτήτως των πιο πάνω, στη βάση των ευρημάτων του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι ο Εναγόμενος 1 εκτέλεσε την επίδικη θεραπεία χωρίς να ασκεί εύλογη, φροντίδα και προσοχή, στο μέτρο που αναμένεται από έναν επαγγελματία ιατρό. Ειδικότερα:

 

(α) Εφάρμοσε υπό τις περιστάσεις ατελείς (κοντούς) ενδοριζικούς άξονες στα δόντια 13, 21 και 23, ήτοι πιο κοντούς άξονες από το ενδεδειγμένο όριο για σκοπούς συγκράτησης της γέφυρας. Ειδικότερα, οι άξονες που εφάρμοσε δεν ικανοποιούσαν τον κανόνα ορθής οδοντιατρικής πρακτικής, ότι θα πρέπει να έχουν μήκος τουλάχιστον 2/3 της ρίζας του δοντιού, σύμφωνα με τα όσα πειστικά παρέθεσε ο ΜΕ2.

 

(β) Παρέλειψε να διορθώσει το πρόβλημα της προϋπάρχουσας σύγκλισης προτού «κτίσει» προσθετική εργασία επ’ αυτής. Σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία του ΜΕ2, όφειλε ο Εναγόμενος 1 να πράξει τούτο ώστε να διασφαλίσει ότι δεν θα ενεργοποιούντο οι ως άνω αναφερόμενοι στις παρ. 233 και 235 κίνδυνοι ή να δημιουργούντο πρόωρες επαφές στα έξι μπροστινά δόντια, όπως και έγινε, με όλες τις επακόλουθες συνέπειες πόνου και δυσφορίας.

 

(γ) Υπέβαλε τον Ενάγοντα σε σωρεία αχρείαστων παρεμβάσεων και επισκέψεων, ως αποτέλεσμα της ακατάλληλης θεραπείας που επέλεξε και εφάρμοσε. Ειδικότερα, προέβη σε κατ΄ επανάληψη τροχίσματα, επανειλημμένη αποκόλληση και επανακόλληση της γέφυρας, ενώ όφειλε να είχε αντιληφθεί νωρίτερα ότι δεν θα βρισκόταν θέση σύγκλισης με την οποία ο Ενάγων θα έπαυε να αισθάνεται πόνους και δυσφορία, για τους λόγους που έχουν εκτεθεί στην παρ. 237 - 240 πιο πάνω.

 

247.   Η κάθε μία από τις ως άνω διαπιστώσεις μου συνιστά χωριστή παραβίαση καθήκοντος επιμέλειας από τον Εναγόμενο 1 έναντι του Ενάγοντος.

 

248.   Στρέφομαι σε επί μέρους θέσεις του Ενάγοντος που δεν δύναμαι να αποδεχθώ.

 

249.   Εν πρώτοις, σε συμφωνία με τους ευπαίδευτους συνήγορους των Εναγόμενων, σημειώνω ότι δεν τεκμηριώνεται η θέση ότι ο Εναγόμενος 1 δεν κατείχε επαρκή εμπειρία ως οδοντίατρος ή πραγματικές δεξιότητες για να προβεί στην υπό κρίση θεραπεία, σύμφωνα με τη σχετική δικογραφημένη του θέση (βλ. παρ. 9(2)). Τούτο διότι, στη βάση των ευρημάτων του Δικαστηρίου, ήταν πτυχιούχος οδοντιατρικής από το έτος 2010, ήταν εγγεγραμμένος οδοντίατρος στη Μόσχα από το έτος 2010, απέκτησε σχετική ειδικότητα προσθετικής οδοντιατρικής αναγνωρισμένη στη Ρωσία το έτος 2012 αλλά και προηγούμενη πείρα με ασθενείς σε ανάλογες θεραπείες στη Μόσχα. Σε ό,τι αφορά την αναφορά του Ενάγοντος στην ίδια υποπαράγραφο ότι ο Εναγόμενος 1 δεν είχε την ειδικότητα του προσθετολόγου,  ως ο ΜΥ3 επεξήγησε υπό την ιδιότητα του ως Πρόεδρος του Οδοντιατρικού Συλλόγου, θέση που έγινε αποδεκτή, δεν υπάρχει αναγνωρισμένη ειδικότητα «προσθετολόγου» στην Κυπριακή Δημοκρατία. Τούτων δοθέντων, δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης καθήκοντος επιμέλειας έναντι του Ενάγοντος, στη βάση του ότι ανέλαβε να εκτελέσει οδοντιατρική θεραπεία ενώ δεν είχε είτε επαρκή πείρα ή επαρκείς δεξιότητες, ως οδοντίατρος.[148]

 

250.   Είναι, κατ’ επέκταση, ορθή και η θέση των συνηγόρων των Εναγόμενων ότι η παράλειψη εγγραφής του Ενάγοντος στο Μητρώο Οδοντιάτρων Κύπρου, προτού ο ίδιος προτείνει την επίδικη θεραπεία στον Ενάγοντα, δεν δύναται να αποτελέσει αφ’ εαυτής παραβίαση καθήκοντος επιμέλειας, σύμφωνα με τη σχετική δικογραφημένη θέση του Ενάγοντος.[149] Η παραβίαση καθήκοντος επιμέλειας του Εναγόμενου 1 έναντι του Ενάγοντος, η οποία συνίστατο, εν προκειμένω, στα στοιχεία και γεγονότα που έχουν παρατεθεί πιο πάνω, δεν διασυνδέθηκε, ως πραγματικό ζήτημα, με την έλλειψη πείρας ή γνώσεων περί οδοντιατρικών θεραπειών εκ μέρους του Εναγόμενου 1, για τους λόγους που προανέφερα. Πράγματι δε, στη συνέχεια, πέτυχε στις σχετικές εξετάσεις που εκκρεμούσαν και εγγράφηκε στο σχετικό μητρώο στις 31.3.2015, πριν από τη διακοπή της συνεργασίας του με τον Ενάγοντα, χωρίς να ανακύπτει οιοδήποτε πρόβλημα γνωστικό ή κατάρτισης. Είναι στη βάση των πιο πάνω που εύστοχα επιχειρηματολογούν οι συνήγοροι των Εναγόμενων, με αναφορά στο γεγονός ότι το έτος 2015 πράγματι ενεγράφη στο σχετικό μητρώο, ότι:

 

«(…) η απόκτηση δεξιότητας και ικανότητας δεν αποκτάται εν μία νυκτί, τραβώντας αυθαίρετα μια γραμμή στην άμμο, με την εγγραφή στο μητρώο οδοντριάτρων, αλλά αποκτάται μέσω πολυετούς πανεπιστημιακής εξιδείκευσης και παρακολούθησης ασθενώς, κάτι που ισχύει στην περίπτωση του Εναγόμενου 1, πολύ πριν να αναλάβει τη θεραπεία του Ενάγοντος τον Ιούνιου του 2014[150]

 

251.   Βεβαίως, άλλο είναι το ζήτημα της ευρύτερης στάσης του Εναγόμενου 1 έναντι των υποχρεώσεών του για εγγραφή στο μητρώο, ως στοιχείο αξιολόγησης της αξιοπιστίας του σύμφωνα με τα όσα έχουν καταγραφεί στα πλαίσια της εν λόγω αξιολόγησης.

 

252.   Ως ορθά επίσης προβάλλουν οι συνήγοροι των Εναγόμενων, παραβίαση νομοθετικού καθήκοντος δεν γεννά αυτόματα αγώγιμο δικαίωμα, εναντίον του παραβάτη, για αποζημιώσεις. Για να ενεργοποιηθεί το εν λόγω δικαίωμα θα πρέπει να πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις (βλ. Δήμος Πάφου ν. C & N Kyriakou Ltd Πολ. Εφ. 228/2009, 23.3.2017), ECLI:CY:AD:2017:A100.[151] Δεν προωθήθηκε όμως η υπόθεση του Ενάγοντος στη βάση αυτή.

 

253.   Επιπρόσθετα, δεν αποδεικνύεται στον απαιτούμενο βαθμό, αμελής πράξη του Εναγόμενου 1, στα πλαίσια της ακροριζεκτομής στο δόντι 12, για τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί στις παρ. 217 – 221, πιο πάνω. Ούτε και το γεγονός ότι διαπιστώθηκαν κενά μεταξύ των δοντιών 12, 13, 21, 23 και της γέφυρας, πέραν του ενδεδειγμένου μεγέθους, δύναται να αποτελέσει χωριστή βάση παραβίασης καθήκοντος επιμέλειας από τον Εναγόμενο 1. Τούτο διότι, όπως επεξηγήθηκε ανωτέρω, σύμφωνα με τον ΜΕ2, τα κενά αυτά είχαν προκληθεί, είτε για τον λόγο ότι η τοποθέτηση της γέφυρας δεν έγινε με τον δέοντα τρόπο (ήτοι, δεν χρησιμοποιήθηκε ειδικό εργαλείο (ανιχνευτήρας) για να διαπιστωθεί η ύπαρξή τους), είτε για τον λόγο ότι εισχώρησε τερηδόνα στα δόντια. Η δε πιθανότητα εισχώρησης τερηδόνας στα δόντια, δεν διασυνδέθηκε, στη βάση της ενώπιον μου μαρτυρίας, με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη του Εναγόμενου 1.

 

254.   Σε σχέση με το δόντι 22, το Δικαστήριο, δεν αποδέχθηκε το συμπέρασμα του ΜΕ2 ότι η μόλυνση που εκεί παρουσιάστηκε, ήταν το αποτέλεσμα της εκροής του μόνιμου υλικού σφράγισης από το ακρορίζιο. Αποδέχθη το συμπέρασμα του ΜΥ3 ότι η παρατηρθείσα μόλυνση αποτελούσε συνήθη επιπλοκή της επαναληπτικής απονεύρωσης που προηγήθηκε (“flare – up”). Ως τέτοια, δεν υφίσταται επαρκής διασύνδεση της εν λόγω μόλυνσης με συγκεκριμένη αμελή πράξη του Εναγόμενου 1 κατά την εκτέλεση της επίδικης θεραπείας (βλ. Μιχάλη Α. Μιχαηλίδη, ανωτέρω). Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, επειδή τα συμπτώματα της μόλυνσης αυτής δεν υποχωρούσαν, ακόμη και μετά τη χορηγηθείσα αντιβίωση, ο Εναγόμενος 1 αφαίρεσε το δόντι 22, ώστε να απαλλάξει τον Ενάγοντα από τα συμπτώματα αυτά. Το εύλογο της κρίσης του και της ενέργειας του να προχωρήσει σε εξαγωγή του δοντιού 22, με δεδομένα τα συμπτώματα που παρουσιάστηκαν, δεν αμφισβητήθηκε. Σχετικά παραπέμπω στις 204 – 215, ανωτέρω.

 

255.   Το ερώτημα που απομένει σε σχέση με το δόντι 22, είναι κατά πόσο η ως άνω επιπλοκή θα μπορούσε να καταλογιστεί στον Εναγόμενο 1 καθώς έγινε στα πλαίσια εκτέλεσης ακατάλληλης και μη ενδεδειγμένης θεραπείας. Η απάντηση είναι αρνητική. Τούτο διότι, αφ΄ ενός, δεν υπάρχει θετική δικογράφηση μιας τέτοιας θέσης, ως ζήτημα γεγονότων (βλ. αυθεντίες στις παρ. 41, 175 και 176 ανωτέρω). Αφ’ ετέρου, δεν είναι σαφές από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου ότι η θεραπεία δια της τοποθέτησης εμφυτευμάτων, η οποία ο Ενάγων ισχυρίστηκε ότι θα έπρεπε εξ αρχής να του είχε προταθεί, δεν θα προϋπόθετε τέτοιες επαναληπτικές απονευρώσεις σε όλα τα δόντια, εγκυμονώντας πανομοιότυπους κινδύνους. Λέγω τούτο έχοντας κατά νουν την κοινή αποδοχή ότι προηγήθηκαν απονευρώσεις το 2001 από προηγούμενο οδοντίατρο, οι οποίες δεν πέτυχαν και ότι η επαναληπτική απονεύρωση που έγινε εν προκειμένω, ήταν αναγκαία ώστε τα δόντια να δεχτούν την προσθετική εργασία.

 

256.   Σε σχέση με την κύστη κάτω από το δόντι 46, σημειώνεται ότι κατά το στάδιο των αγορεύσεων, οι συνήγοροι του Ενάγοντα, διευκρίνισαν ότι δεν θα επιμείνουν εκτενώς, καθώς η μη αφαίρεση της κύστης στο δόντι 46 από τον Εναγόμενο 1 δεν φαίνεται να προκάλεσε άμεση βλάβη στον Ενάγοντα. Επί του σημείου αυτού, σχετικά είναι τα όσα έχουν καταγραφεί στις παρ.193 - 196 πιο πάνω.

 

257.   Στρέφομαι στις συνέπειες στον Ενάγοντα από την παραβίαση καθήκοντος του Εναγόμενου 1 έναντι του, σύμφωνα με τα όσα έχουν καταγραφεί πιο πάνω.

 

Συνέπειες παραβίασης καθήκοντος επιμέλειας

258.   Συνεπεία των ως άνω αναφερόμενων παραβιάσεων, ο Ενάγων υποβλήθηκε σε μια μη ενδεδειγμένη, ακατάλληλη και άκρως παρεμβατική οδοντική θεραπεία στο στόμα του, από τις 4.6.2014 μέχρι τις 17.2.2016. Ειδικότερα, στα πλαίσια της εν λόγω θεραπείας, ο Εναγόμενος 1 εισχώρησε άξονες σε πέντε από τα έξι μπροστινά δόντια του Ενάγοντος. Μετά την εξαγωγή του δοντιού 22, παρέμειναν τέσσερις άξονες. Ο ένας εξ αυτών είχε αποκοπεί εν μέρει κατόπιν της ακροριζεκτομής που έλαβε χώρα στις 25.6.2014, στο δόντι 12. Είναι επί αυτών των τεσσάρων αξόνων που τοποθέτησε και τη γέφυρα. Η γέφυρα του προκαλούσε πρόωρες επαφές με τα κάτω μπροστινά δόντια, προκαλώντας του πόνους, κεφαλαλγίες, έντονη δυσφορία, υπερένταση και υπερδιέγερση σε όλο το μασητικό του σύστημα και δεν μπορούσε να βρει ηρεμία σε μια ορθή θέση σύγκλισης.

 

259.   Περιπλέον, αποτέλεσμα της απουσίας επαρκούς οδοντικού υλικού υπερουλικά (τόσο εξ υπαρχής αρχής όσο και κατόπιν της ακροριζεκτομής στο δόντι 12), της απουσίας ορθής σύγκλισης, των προώρων επαφών των δοντιών της γέφυρας με τα κάτω μπροστινά δόντια και της ανεπαρκούς συγκράτησης της γέφυρας από ατελείς άξονες, ήταν η κινητικότητα και αστάθεια της γέφυρας, η αποκόλληση της και επανακόλληση (στις 30.9.2014, 2.10.2014, 4.10.2014, 27.2.2015, 1.2.2016, 2.2.2016 και 3.2.2016) και αποκόλληση αξόνων την 1.2.2016, σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία του ΜΕ2 και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Για όλο αυτό το διάστημα, ο Ενάγων υπέφερε από πονόδοντούς, κεφαλαλγίες και δυσφορία, προερχόμενοι από το σύνολο των πιο πάνω δεδομένων που επικρατούσαν στο στόμα του.

 

260.   Η ταλαιπωρία του εντείνετο και από το γεγονός ότι καθ΄ όλη τη διάρκεια αυτή, αναγκαζόταν να επισκέπτεται συνεχώς τον Εναγόμενο 1. Καταγράφηκαν περί τις 45 επισκέψεις σε περίοδο δύο περίπου ετών. Το περιεχόμενο των εν λόγω επισκέψεων καθιστά την ταλαιπωρία του αυταπόδειχτη. Κατά τη διάρκεια αυτών των επισκέψεων, ο Εναγόμενος 1 συνέχισε να παρεμβαίνει στα δόντια του, παρά τις σαφείς ενδείξεις που είχε ενώπιον του ότι η θεραπεία δεν μπορούσε να εφαρμοστεί επιτυχώς (αποκόλληση γέφυρας, αξόνων, κινητικότητα, πρόωρες επαφές κλπ). Στα πλαίσια αυτά, προέβαινε σε συνεχή τροχίσματα τα οποία προκαλούσαν αυξημένη δυσφορία στον Ενάγοντα. Σχετικά παραπέμπω στα όσα έχουν καταγραφεί στις παρ. 237 – 240 πιο πάνω.

 

261.   Πρόσθετα, όταν παρουσιάστηκε εκ νέου κινητικότητα στη γέφυρα ακόμη και μετά τη συγκόλληση της με μόνιμο τσιμέντο στις 27.2.2015, ο Εναγόμενος αποτυγχάνοντας εκ νέου να εντοπίσει το γεγονός ότι ο Ενάγων επωμιζόταν τις συνέπειες μιας εξ αρχής ακατάλληλης θεραπείας, του ζήτησε να περιμένει να αποκολληθεί από μόνη της. Από τον Μάρτιο του 2015 μέχρι και την ημερομηνία που η γέφυρα τελικώς αποκολλήθηκε από μόνη της την 1.2.2016 (μαζί με όλους τους άξονες) ήτοι, για λίγο λιγότερο από ένα έτος, ο Ενάγων ζούσε με δόντια που κουνιούνταν στο στόμα του, με την επακόλουθη δυσφορία που του προκαλείτο. Όταν πλέον η γέφυρα αποκολλήθηκε από μόνη της την 1.2.2016, ο Ενάγων υπέστη εκ νέου τον πόνο, δυσφορία και ταλαιπωρία για να του επανακολλήσει την μόνιμη γέφυρα, ξανά ο Εναγόμενος 1 στις 3.2.2016, ECLI:CY:AD:2016:D147. Ακολούθως, ο Ενάγων υπέστη περαιτέρω ταλαιπωρία, στα πλαίσια της εκ νέου αφαίρεσης της γέφυρας από τον ΜΕ2, στις 30.3.3016. Είναι τότε και μόνο τότε που ο Ενάγων απαλλάχθηκε από όλα τα προαναφερθέντα συμπτώματα.

 

262.   Είναι σαφές, ότι το σύνολο των πιο πάνω, ήταν το απότοκο των παραβιάσεων καθήκοντος επιμέλειας του Εναγόμενου 1 έναντι του Ενάγοντος, ως αυτά έχουν καταγραφεί πιο πάνω. Το δε γεγονός ότι ο Ενάγων σύμφωνα με την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία, δεν αντιμετώπιζε συμπτώματα πόνων, κεφαλαλγιών και έντονης δυσφορίας πριν από την έναρξη της θεραπείας από τον Εναγόμενο 1 αλλά και το γεγονός ότι απελευθερώθηκε από το σύνολο των συμπτωμάτων αυτών με την αφαίρεση γέφυρας, παρέχουν περαιτέρω έρεισμα στο συμπέρασμα ότι αυτά πράγματι ήταν το απότοκο της θεραπείας που εκτελούσε ο Εναγόμενος 1 στο στόμα του.

 

263.   Αποτέλεσε τη θέση των Εναγόμενων ότι δεν καταδείχθηκε ότι εάν λάμβανε την ‘ορθή’ θεραπεία με εμφυτεύματα ο Ενάγων θα ταλαιπωρείτο λιγότερο. Συνεπώς, δεν θα πρέπει να επιδικαστεί αποζημίωση για πόνους και ταλαιπωρία που ο Ενάγων τυχόν υπέστη συνεπεία της επίδικης θεραπείας. Η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνη. Ο Ενάγων, υποβλήθηκε, ως προανάφερα σε μια ακατάλληλη θεραπεία που δεν αναίρεσε την ανάγκη για εφαρμογή της ενδεδειγμένης θεραπείας εμφυτευμάτων, όπως και έγινε από τον ΜΕ2 μεταγενέστερα. Επίσης, τον εξέθεσε σε πρόσθετη ταλαιπωρία, εφόσον κατέστη αναγκαία η αποκοπή της γέφυρας από τον ΜΕ2 ξανά στις 30.3.2016, ώστε να δυνηθεί να εφαρμόσει την κατάλληλη θεραπεία εμφυτευμάτων.

 

264.   Υπό το φως όλων των πιο πάνω, καταλήγω ο Ενάγων απέδειξε στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι τα όσα έχουν καταγραφεί αμέσως πιο πάνω, ήταν το απότοκο της επίδικης μη ενδεδειγμένης θεραπείας που τον υπέβαλε ο Εναγόμενος 1 και των αμελών του πράξεων κατά την εκτέλεσή της. Κατ’ επέκταση, πληρούται το κριτήριο και της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αμέλειας και ζημιάς.

 

(β) Επίθεση

 

265.   Οι συνήγοροι των Εναγόμενων επιχειρηματολογούν ότι στοιχειοθετείται και το αστικό αδίκημα της επίθεσης, δυνάμει του άρθρου 26 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Ως αποκλειστική βάση επί γεγονότων της ως άνω θέσης τους, επικαλέστηκαν την παράλειψη του Εναγόμενου 1 να ενημερώσει τον Ενάγοντα ότι δεν ήταν εγγεγραμμένος οδοντίατρος κατά τον ουσιώδη χρόνο και την ψευδή του παράσταση ότι ήταν έμπειρος οδοντίατρος με εξειδίκευση στην προσθετολογία. Παραπέμπουν επί τούτου στις αγγλικές αυθεντίες R v. Melin [2019] EWCA Crim 557, R v. Richardson [1999] QB 444 και Appleton a.o. v Garrett 34 BMLR 23.

 

266.   Σύμφωνα με το άρθρο 26 του Κεφ. 148, επίθεση συvίσταται στηv εκ πρoθέσεως χρήση κάθε είδoυς βίας κατά τoυ πρoσώπoυ άλλoυ, είτε με κτύπημα, επαφή, μετακίvηση είτε άλλως πως, είτε άμεσα είτε έμμεσα, χωρίς τη συvαίvεση τoυ, ή με τη συvαίvεση τoυ αv η συvαίvεση για αυτό λήφθηκε με απάτη, ή κατόπιν απόπειρας ή απειλής με πράξη ή χειρovoμία χρήσης τέτoιας βίας κατά τoυ πρoσώπoυ άλλoυ αv τo πρόσωπo πoυ απoπειράται ή απειλεί τη χρήση βίας πρoκαλεί στov άλλo πεπoίθηση η oπoία εδραιώvεται σε εύλoγη αιτία, ότι αυτός έχει κατά τov εv λόγω χρόvo τηv πρόθεση και τηv ικαvότητα για πραγμάτωση τoυ σκoπoύ τoυ. Στην Chatterton v Gerson [1981] QB 432 at 442, παραπομπή στην οποία γίνεται στην Garrett (ανωτέρω), αναφέρονται τα εξής (η έμφαση είναι του Δικαστηρίου):

 

“(…) once the patient is informed in broad terms of the nature of the procedure which is intended and gives her consent, that consent is real, and the cause of the action on which to base a claim for failure to go into risks and implications is negligence, not trespass. Of course, if information is withheld in bad faith, the consent will be vitiated by fraud. Of course, if by some accident, as in a case in the 1940s in the Salford Hundred Court, where a boy was admitted to hospital for a tonsilectomy and due to administrative error was circumcised instead, trespass would be the appropriate cause of action against the doctor, though he was as much the victim of the error as the boy. But in my judgment it would be very much against the interests of justice if actions which are really based on a failure by the doctor to perform his duty adequately to inform were pleaded in trespass.”

 

267.   Στο σύγγραμμα του Michael Jones, “Medical Negligence”, 4η Έκδοση (2008), στη σελ. 549, παρ. 6 - 003, αναφέρεται ότι (η έμφαση είναι του Δικαστηρίου):

 

“The tort of battery has generally been regarded as unsuitable as a method of providing compensation for the victims of medical accidents, partly because of its technical limitations, but principally because it is an intentional tort (which can overlap with the criminal offence of assault), and this is considered to be inappropriate in the context of doctor – patient relationship. Nonetheless the tort is relevant because of the nature of medical practice which often involves physical contact with the patient’s body. The courts have been anxious to restrict its application, particularly in the area of information disclosure, and in the interpretation given to the defence of necessity.”

 

268.   Στη βάση των ευρημάτων του Δικαστηρίου, ο Ενάγων πράγματι παραχώρησε τη συναίνεση του στην εκτέλεση της επίδικης θεραπείας από τον Εναγόμενο 1. Επί τούτου, ορθά οι συνήγοροι του Ενάγοντος παραπέμπουν σχετικά στη δικογραφημένη θέση του Ενάγοντος περί σύναψης σχετικής συμφωνίας. Δεν τίθεται ζήτημα απουσίας συναίνεσης του στη συγκεκριμένη θεραπεία ή αντίληψης του Ενάγοντος ως προς την φύση της, ήτοι ότι, θα τοποθετείτο γέφυρα επί αξόνων στα έξι μπροστινά του δόντια από τον Εναγόμενο 1. H υπό κρίση  περίπτωση διακρίνεται από τις περιπτώσεις ιατρικής αμέλειας, όπου γίνεται λόγος για εκτέλεση θεραπείας στην οποία, ως ζήτημα γεγονότων, ο ασθενής, δεν έχει συγκατατεθεί (βλ.  σύγγραμμα Michael Jones, “Medical Negligence”, 4η Έκδοση (2008), στις σελ. 551 – 552, με παραπομπή, μεταξύ άλλων, στις αυθεντίες In Re F (Mental Patient: Sterilisaton) [1990] 2 AC 1 (Lord Donaldson M.R.), T v. T [1988] Fam 52, Allan v. New Mount Sinai Hospital (1980) 109 DLR 634 και St George’s Healthcare NHS Trust v. S [1999] Fam 26). Επεξηγείται λ.χ. στη σελ. 552 του εν λόγω συγγράμματος, ότι “(..) if, through some oversight, a doctor fails to obtain the patient’s consent to the procedure in question he will be liable in battery. So if he performs the wrong operation, or operates on the wrong limb, or the wrong patient, he commits a battery.

 

269.   Στρέφομαι στο κατά πόσο η συναίνεση του Ενάγοντος στην επίδικη θεραπεία, λήφθηκε με απάτη επί της βάσης που καταγράφεται στην παρ. 265 πιο πάνω. Επισημαίνεται κατ΄ αρχάς ότι στη βάση των ευρημάτων του Δικαστηρίου, δεν αποδεικνύεται ψευδής παράσταση ως προς την ύπαρξη των προσόντων, της κατάρτισης και της εμπειρίας του Εναγόμενου 1. Σχετικά επί του σημείου παραπέμπω και στα όσα καταγράφηκαν στις παρ. 249 – 250 πιο πάνω. Στη βάση των ευρημάτων του Δικαστηρίου, τα στοιχεία που ο Εναγόμενος 1 δεν αποκάλυψε στο Ενάγοντα ήταν (α) το γεγονός ότι δεν είχε πετύχει, ούτε παρακαθίσει εξετάσεις εξομοίωσης του πτυχίου του κατά τον ουσιώδη χρόνο που πρότεινε και εκτέλεσε τη θεραπεία και δεν είχε, κατ’ επέκταση, εγγραφεί στο σχετικό Μητρώο Οδοντιάτρων και (β) ότι η ειδικότητα που παρέστησε στον Ενάγοντα  δια του Τεκμηρίου 2 (επαγγελματική του κάρτα) ότι κατείχε, ειδικότητα που έλαβε από τη Μόσχα, δεν αποτελεί αντικείμενο αναγνώρισης της Κυπριακή Δημοκρατία, ούτε και αναγνωρίστηκε ως τέτοια. Κατ’ επέκταση, το μοναδικό ερώτημα είναι κατά πόσον η παράλειψη του Εναγόμενου 1 να θέσει υπόψιν του Ενάγοντος τα στοιχεία αυτά, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η συναίνεση του Ενάγοντος, λήφθηκε με απάτη.  

 

270.   Ουδεμία εκ των αυθεντιών στις οποίες με έχουν παραπέμψει οι συνήγοροι του Ενάγοντος, στηρίζει μια τέτοια θέση. Οι αυθεντίες R v. Melin [2019] EWCA Crim 557 και R v. Richardson [1999] QB 444 αποτελούν ποινικές υποθέσεις για αδικήματα που εμπεριέχουν το στοιχείο της επίθεσης. Στην Richardson αναφέρθηκε ότι (…) it was suggested in argument that we might be assisted by the civil law of consent, where such expressions as 'real' or 'informed' consent prevail. In this regard, the criminal and the civil law do not run along the same track. The concept of informed consent has no place in the criminal law.” Ούτε και με βάση τα εκεί γεγονότα, θα μπορούσαν να βοηθήσουν την υπόθεση του Ενάγοντος για επίθεση. Στην Melin το πρόσωπο που διενεργούσε ιατρικές πράξεις, δεν ήταν ιατρικά καταρτισμένο, στοιχείο που δεν ισχύει εν προκειμένω. Στην Richardson, οδοντίατρος διεγράφη από το μητρώο οδοντιάτρων και συνέχισε να παρέχει υπηρεσίες. Ανατρέποντας την καταδίκη του για επίθεση στα πλαίσια διενέργειας οδοντικών θεραπειών χωρίς άδεια, αποφασίστηκε ότι: Only a mistake about the nature of the act alleged to constitute an assault or the identity of the assailant vitiated consent in criminal law, and for this purpose a person's professional status or qualifications did not constitute part of their identity.”

 

271.   Σχετικό επίσης είναι το απόσπασμα από την Απολλώνειο Ιδιωτικό Νοσοκομείο Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Κοσμά Μολέσκη κ.ά. Πολ. Εφ. 139/2018 και 168/2018, 27.6.2024 όπου αναφέρθηκαν τα εξής (η έμφαση είναι του  Δικαστηρίου):

 

«(…) αποδίδεται στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι αγνόησε ή/και δεν έλαβε υπόψη τις αξιώσεις του εφεσείοντα σε σχέση με το αστικό αδίκημα της επίθεσης (…) Είναι, όμως, γεγονός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της ανάλυσης της νομικής πτυχής, εξήγησε και τα εξής:

 

Σε περίπτωση που ο ασθενής δίδει τη συγκατάθεση του για επέμβαση αλλά η συγκατάθεση δόθηκε χωρίς αυτός να λάβει όλες τις σχετικές πληροφορίες, τότε αυτό συνιστά αμέλεια και όχι παραβίαση του δικαιώματος του ασθενής να έχει έλεγχο επί του σώματος του. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Tort Law της Jenny Steele, κάτω από τον τίτλο ‘Uninformed Consent’, όπου εξηγείται η διάκριση μεταξύ των περιπτώσεων όπου δεν υπάρχει καθόλου συγκατάθεση και των περιπτώσεων όπου η συγκατάθεση δίδεται χωρίς να έχει προηγηθεί ικανοποιητική ενημέρωση: ‘The doctrine of informed consent originated in the United States. This doctrine holds that consent to medical treatment is real and valid only if it is based on sufficient information about the risks involved. Generally speaking, sufficiency of information would be judged for the purpose of this doctrine according to the requirements of a ‘prudent patient’. The doctrine of informed consent in the context of the tort of battery was rejected by the House of Lords in Sidaway v. Bethlem Royal Hospital [1985] AC 871, holding that questions of information and advice as to risks should be addressed solely through the tort of negligence, not through trespass to the person.’

 

Γι' αυτό και, προφανώς, ορθά ενέταξε το όλο ζήτημα της επέμβασης στο αστικό αδίκημα της αμέλειας και όχι της επίθεσης, αποδίδοντας την αποζημίωση την οποία έκρινε ενδεδειγμένη.» 

 

272.   Στη Garrett (ανωτέρω), στην οποία επίσης με έχουν παραπέμψει οι συνήγοροι του Ενάγοντος, ο εκεί οδοντίατρος είχε διαγραφεί από το μητρώο οδοντιάτρων για περίοδο δύο ετών, κατόπιν πειθαρχικής δίωξης, λόγω υποβολής ασθενών σε κατάφωρα αχρείαστες θεραπείες (“gross overtreatment”). Στο διάστημα αυτό, υπέβαλε δεκάδες πρόσωπα εκ νέου σε κατάφωρα αχρείαστες θεραπείες. Αποτέλεσε εύρημα του Δικαστηρίου ότι από τα πρόσωπα αυτά, περί τα 80 πρόσωπα καταχώρησαν απαιτήσεις σε βάρος του. Οκτώ εξ αυτών αποτέλεσαν το αντικείμενο της εν λόγω υπόθεσης. Ο οδοντίατρος αποδέχθηκε τις εναντίον του αξιώσεις για αμέλεια. Κρίθηκε επίσης ότι ήταν υπεύθυνος για το αστικό αδίκημα της επίθεσης στη βάση των περιστατικών της υπόθεσης (η έμφαση είναι του Δικαστηρίου):

 

“The evidence undoubtedly establishes that none of these eight plaintiffs was given any information on which to base a suitably informed consent. None was told why Mr Garrett was of the view that massive restorative treatment was required, often on perfect teeth. Typically, the plaintiff went for a normal routine check-up and was subjected to the course of treatment without any explanation at all. Only one of the plaintiffs, Mrs Fenton, seems to have questioned the need for the treatment. Her unchallenged evidence was that Mr Garrett retorted in an annoyed and abrupt manner, saying: ‘What if I were to question your judgment and capabilities?’ I am quite satisfied that the failure to inform in these eight cases was not mere negligence and that Mr Garrett withheld information deliberately and in bad faith. The scale of the unnecessary treatment was so great that it must have been obvious to him that it was indeed unnecessary. The radiographs that he took before he embarked on the treatment showed in many cases that the teeth in these young plaintiffs were free from caries and were in what has been described as 'virgin condition'. Much of the treatment on these teeth was considerable in its scope and extent. (…). I conclude therefore that Mr Garrett deliberately embarked on large-scale treatment of these plaintiffs which he knew was unnecessary and that he deliberately withheld from them the information that the treatment was unnecessary because he knew that they would not have consented had they known the true position. I think Professor Elderton is probably right when he says that Mr Garrett restricted his treatment almost entirely to the posterior teeth because he knew that the patients would be more likely to question what he was doing if he attacked the anterior teeth. I find, therefore, that none of the plaintiffs consented, at any rate to the treatment of those teeth that required no treatment, and that, at least in relation to those teeth, the tort of trespass to the person has been made out.”

 

273.   Σημειώνεται ότι παρά την επίκληση της ως άνω αυθεντίας, η θέση του Ενάγοντος για επίθεση ως προς τα γεγονότα, δεν στηριζόταν στο ότι η επίδικη θεραπεία ήταν παντελώς αχρείαστη (όπως στην Garrett) αλλά στην ιδιότητα του Εναγόμενου 1.[152]

 

274.   Ανεξαρτήτως τούτου, σημειώνω για σκοπούς πληρότητας ότι δεν αναδεικνύονται ανάλογα με την Garrett στοιχεία εν προκειμένω. Δεν αναδεικνύεται ότι ο Εναγόμενος 1 κακή τη πίστη και επιτηδευμένα, υπέβαλε τον Ενάγοντα σε οδοντική θεραπεία ενώ τα δόντια του ήταν πλήρως υγιή. Ναι μεν και στην υπό κρίση περίπτωση υφίσταται το στοιχείο αχρείαστης θεραπείας, υπό την έννοια ότι δεν ήταν κατάλληλη, αλλά δεν τίθεται ζήτημα ότι ο Ενάγων δεν έχρηζε καμίας οδοντικής θεραπείας στην οποία ο Εναγόμενος τον υπέβαλε κακή τη πίστει και εν γνώση ότι επρόκειτο για περίπτωση που δεν έχρηζε θεραπείας. Δεν υφίστανται σωρεία παράλληλων παραπόνων ώστε να δύναται να εξαχθεί προσχεδιασμένο εγχείρημα υποβολής όσο περισσότερων προσώπων ήταν δυνατό, σε οδοντικές θεραπείες, χωρίς να είναι απαραίτητες, όπως ήταν η περίπτωση στην Garrett.

 

275.   Το σύνολο των πιο πάνω επισφραγίζει την αποτυχία της απαίτησης του Ενάγοντος, στη βάση του αστικού αδικήματος της επίθεσης.

(γ) Παράβαση σύμβασης

 

276.   Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου και τα όσα καταγράφηκαν στις παρ. 75 – 77, δεν καταδείχθηκε συμβατική σχέση μεταξύ του Ενάγοντος και του Εναγόμενου 1, ως ήταν  η δικογραφημένη του θέση. Η διαπίστωση μου αυτή, επισφραγίζει την αποτυχία και αυτής της πτυχής της αξίωσης του Ενάγοντα (αξίωση (Ε) της Έκθεσης Απαίτησης).

 

 

   (δ)  Ειδικές και Γενικές Αποζημιώσεις

277.   Σύμφωνα με τη νομολογία, σε περιπτώσεις όπου αποδεικνύεται αμέλεια, εάν οι ζημιές που έχουν αποκρυσταλλωθεί μέχρι τη δίκη και ο αριθμητικός υπολογισμός τους είναι δυνατός, επιδικάζονται ως ειδικές αποζημιώσεις. Aποζημιώσεις για πόνο, ταλαιπωρία και απώλεια της προσωπικής άνεσης επιδικάζονται υπό τη μορφή γενικών αποζημιώσεων (Jamal Ismail v. Αντωνίου κ.ά. Πολ. Εφ. 333/2009 12.2.2014 και Κυριακή Κολάνη ν. Δημήτρη Ταμπούρα (2001) 1 ΑΑΔ 1108).

 

278.   Όσον αφορά την κατηγορία γενικών αποζημιώσεων, το Δικαστήριο δύναται να αποδώσει ποσό στη βάση της αρχής της αποκατάστασης (Alfa Concrete Public Company Ltd ν. Γλυκύ Πολ. Εφ. 316/13 21.7.20, ECLI:CY:AD:2020:A253 και όχι τιμωρίας του παραβάτη. Η ατέλεια του χρήματος ως μέσου για αποκατάσταση δεν πρέπει να επενεργεί ως επαύξηση των αποζημιώσεων (Μαυρομετρή ν. Λουκά (1995) 1 ΑΑΔ 66) εκτός λελογισμένων ορίων (Γεώργιος Γιαννακού ν. Χρυστάλλα Ευριπίδου Κυρίου Άλλως Χρυστάλλα Καραβολιά Πολ. Έφ. 464/19, 16.7.2025). Στόχος των αποζημιώσεων είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και στη ζημιά του διαδίκου που τραυματίστηκε χωρίς να εναποτίθεται υπέρμετρο βάρος στον αδικοπραγούντα (βλ. Ismail (ανωτέρω) και εκεί αναφερόμενες αποφάσεις). Tο Δικαστήριο καθοδηγείται από προηγούμενες αποφάσεις οι οποίες δεν αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο υπό την έννοια του stare decisis (Παναγή ν. Θεοδώρου (1992) 1 ΑΑΔ 1303). Η συνεχής μείωση της αξίας του χρήματος λαμβάνεται σοβαρά υπόψη με τη νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου να δείχνει σταθερή άνοδο του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων (βλ. Ismail (ανωτέρω), Παναγιώτου ν. Φραγκέσκου (1999) 1 ΑΑΔ 687 και G&L Calibers Ltd v. Λεμεσιανού (2003) 1 ΑΑΔ 948) με το Ανώτατο Δικαστήριο να έχει τονίσει την ανάγκη για δίκαιη και φιλελεύθερη αποτίμηση του ανθρώπινου πόνου (βλ. Ismail (ανωτέρω) και εκεί αναφερόμενες αποφάσεις). Επομένως, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πάροδος του χρόνου από την επιδίκαση αποζημιώσεων σε ανάλογα ατυχήματα σε παλαιότερα χρόνια (Alfa Concrete Public Company Ltd ν. Γλυκύ Πολ. Εφ. 316/13 21.7.20, ECLI:CY:AD:2020:A253 και Χατζηνικόλα ν. Χριστοδούλου Πολ. Έφ. 68/15, 23.12.23).  

 

279.   Η αρχή της αποκατάστασης εφαρμόζεται και σε σχέση με την κατηγορία των ειδικών αποζημιώσεων. Στα πλαίσια αυτά, o ενάγων έχει το βάρος να αποδείξει με σαφή και συγκεκριμένη μαρτυρία τα κονδύλια που διεκδικεί ως ειδικές ζημιές με την απόδειξη τους να κυμαίνεται σε αυστηρά πλαίσια (HAKAM QASEM HUSSEIN BADAR v. ΗΛΙΑ Πολ. Έφ. 17/2014, 25.10.22, ECLI:CY:AD:2022:A400, Αντωνιάδης ν. Σταύρου (1998) 1 ΑΑΔ 1171 και εκεί αναφερόμενες αυθεντίες και βλ. Παναγιώτου ν. Φραγκέσκου κ.ά. (1999) 1 ΑΑΔ 687, Χαραλάμπους ν. Χαραλάμπους (Αρ.2) (2012) 1 ΑΑΔ 753 Ηρακλέους ν. Πέτρου (1994) 1 Α.Α.Δ. 239 και Cornelius Desmond O' Dwyer v. Χριστόφορου Καραγιαννά κ.ά. Πολ. Έφ. 47/15, 1.12.23).

 

280.   Έχοντας κατά νου την ταλαιπωρία και τον πόνο που ο Ενάγων  υπέστη στα πλαίσια της επίδικης θεραπείας, η οποία κρίθηκε ότι ήταν εξ υπαρχής ακατάλληλη, καθώς και τη διάρκεια της ταλαιπωρίας του, ήτοι για περίοδο δύο ετών περίπου, προχωρώ να εξετάσω το ύψος των αποζημιώσεων που δικαιούται ως γενικές αποζημιώσεις. Σημειώνεται εδώ ότι ο Ενάγων δεν προώθησε την αξίωση του  υπό της παραγράφου (Δ) της Έκθεσης Απαίτησης, για μελλοντικές αποζημιώσεις και συναφώς θεωρείται ότι έχει εγκαταλειφθεί.

 

281.   Ως προς τις γενικές αποζημιώσεις, στην Νεάρχου v. Στεφανίδη και Ευανθίας Προδρόμου (2003) 1 Α.Α.Δ. 351, επιδικάστηκαν ως γενικές αποζημιώσεις £7.000 για τραυματισμό ενήλικα άνδρα που υπέστη συνεπεία τροχαίου ατυχήματος, κάταγμα δεξιού βραχίονα, μικροεκδορές, απώλεια δύο δοντιών και κινητικότητα των υπολοίπων καθώς και σπάσιμο τριών εμπροσθίων κορώνων. Παρέμεινε στο νοσοκομείο για τρεις ημέρες και εγχειρίστηκε δύο φορές για το κάταγμα. Η θεραπεία για την επούλωση των τραυμάτων του στόματος και την αποκατάσταση των βλαβών στα δόντια κράτησε 1,5 περίπου μήνα.

 

282.   Στην Χρυσάνθου  ν. Φραντζή (2010) 1 ΑΑΔ 1295, παιδί ηλικίας σχεδόν τριών ετών, υπέστη κατάγματα βάσεων όλων των δεξιών μεταταρσίων οστών, τοποθετήθηκε σε γύψο για περίπου δύο βδομάδες και δεν μπορούσε αρχικά να περπατήσει. Επίσης, χτύπησε στο στόμα και το πηγούνι και οι πληγές του είχαν συρραφεί, έχασε πέντε νεογιλούς οδόντες και δεν μπορούσε αρχικά να δαγκώσει και να έχει ομαλή μάσηση. Διαπιστώθηκε ότι θα παρέμενε για τρία έτη χωρίς εμπρόσθιους κάτω οδόντες και θα χρειαζόταν να υποβληθεί σε ορθοδοντική θεραπεία για αποκατάσταση και ανατολή όλων των μονίμων οδόντων με την ανάγκη, ενδεχομένως, υποβολής σε θεραπεία, μέχρι και χειρούργηση μέχρι και τα έντεκά του χρόνια. Υπέστη παράλληλα κρανιοεγκεφαλική κάκωση, με διάσειση εγκεφάλου. Επικυρώθηκε το ποσό των €14,000 ως γενικές αποζημιώσεις.

 

283.   Στη Λυσάνδρου ν. Περδίος Αρ. Αγωγής 5906/07, 4.11.2014, ο Ενάγων υπέστη συνεπεία επίθεσης οίδημα στο άνω και κάτω χείλος, μώλωπες στην ινιακή περιοχή, κακώσεις δοντιών στη περιοχή προσθίων άνω γνάθου, ήτοι του 21ου και του 11ου δοντιού, κάταγμα της μύλης του 22ου δοντιού και απόπτωση κρεμαστιαίας γέφυρας του 21ου δοντιού. Ως αποτέλεσμα, ο Ενάγων έχασε δύο μπροστινά δόντια. Τα δόντια που υπέστησαν κακώσεις ήταν ο άνω δεξιός κεντρικός κοπτήρας και ο άνω αριστερός κεντρικός κοπτήρας.  Κάταγμα της μύλης υπέστη το δόντι, δίπλα από τον προαναφερόμενο άνω αριστερό κεντρικό κοπτήρα. Για τις πρώτες δύο εβδομάδες μετά την επίθεση, τα ούλα του ήταν πρησμένα και γεμάτα πληγές και δεν μπορούσε να μασήσει το φαΐ. Τρεφόταν μόνο με υγρή ή μαλακή τροφή.  Αισθανόταν πόνο σε όλο του το πρόσωπο το οποίο, ως εκ της επίθεσης, είχε μελανιάσει και παραμορφωθεί.  Υπέφερε από ζάλη ως αποτέλεσμα της οποίας αδυνατούσε να φροντίζει μόνος του τον εαυτό του.  Επίσης, χρειαζόταν κάποιον να του αλλάζει τις πληγές και πρόσλαβε νοσοκόμα. Για περίοδο δύο μηνών μετά την έξοδο του από το Νοσοκομείο, ο Ενάγων επισκεπτόταν τα εξωτερικά ιατρεία για περίθαλψη και εκτίμηση της κατάστασης του. Το γεγονός ότι του έλειπαν τα δύο μπροστινά του δόντια επηρέασε τον Ενάγοντα και ψυχολογικά. Ειδικότερα, όταν μιλούσε ή γελούσε αισθανόταν αμηχανία αφού συν τοις άλλοις οι άνθρωποι που ήταν τριγύρω του τον ρωτούσαν τί του είχε συμβεί, πράγμα που επαύξανε την ψυχική του ταλαιπωρία.  Αισθανόταν αμηχανία όταν μιλούσε ή όταν γελούσε, αφού συν τοις άλλοις οι τριγύρω του τον ρωτούσαν τι του είχε συμβεί.  Ένεκα αυτής της κατάστασης ντρεπόταν για τον εαυτό του και αισθανόταν μειονεκτικά.  Για έναν ολόκληρο μήνα μετά την επίθεση απέφευγε τον κόσμο, μείωσε τις κοινωνικές του σχέσεις και περιόρισε τις κοινωνικές του εξόδους. Η αποκατάσταση των δοντιών του Ενάγοντος επήλθε 5 χρόνια αργότερα με οδοντικές θεραπείες. Ενωρίτερα αδυνατούσε να υποβληθεί στις θεραπείες αυτές λόγω οικονομικών πόρων. Για 5 ολόκληρα χρόνια δεν μιλούσε και δεν χαμογελούσε ελεύθερα με επίπτωση στην ψυχολογία του.  Λήφθηκε υπόψιν ότι η επίθεση προκάλεσε τον εξευτελισμό του Ενάγοντα και επέφερε την ταπείνωσή του. Τούτο διότι ήταν σφορδή,  με τον Εναγόμενο να έχει γροθοκόπησει το πρόσωπο του και επανειλημμένα στο κεφάλι.  Κρίθηκε ως εύλογο και δίκαιο το ποσό των €17,000, για σκοπούς αποκατάστασης.

 

284.   Οι συνήγοροι του Ενάγοντος παρέπεμψαν το Δικαστήριο στην Χατζηπαύλου κ.ά. ν. Φωτίου κ.ά. Αρ. Αγωγής 4129/2008, 7.1.2014. Εκεί, ο Ενάγων, 16 ετών, μετά από τροχαίο ατύχημα υπέστη κάκωση κεφαλής με ζάλη, ναυτία και κεφαλαλγία. Είχε τραύματα στο πρόσωπο και στο κάτω χείλος σε δύο σημεία, διαμπερές το ένα, του οποίου έγινε συρραφή. Παρουσίαζε ακόμη έγκαυμα τριβής δεξιάς παρειάς και δεξιάς κοιλίας καθώς και απώλεια δύο δοντιών. Εξήλθε από το νοσοκομείο την επομένη, με σύσταση να παρακολουθείται στα εξωτερικά ιατρεία, όπως και έγινε. Παραπονιόταν για έντονο πόνο στην άνω γνάθο και για αδυναμία λειτουργίας στοματογναθικού συστήματος και δυσφορία. Κατόπιν σχετικής εξέτασης από γναθοχειρουργό, διαπιστώθηκαν εκδορές στο πρόσωπο, εκγόμφωση των δοντιών αρ. 11 και 13 και εμβύθιση του δοντιού αρ. 12 και πολλαπλά κατάγματα της φατνιακής απόφυσης της άνω γνάθου δεξιά. Ο Ενάγων παρουσίαζε απώλεια των δοντιών αρ.11, 12 και 13 και μερική απώλεια οστικού υποβάθρου. Περαιτέρω έφερε μερική οδοντοστοιχία που καθιστούσε δύσκολη τη μάσηση και του δημιουργούσε αισθητικό πρόβλημα και αναπηρία. Συνεστήθη αποκατάσταση των απολεσθέντων μόνιμων δοντιών με χειρουργική επέμβαση για τοποθέτηση οδοντικών εμφυτευμάτων. Η βλάβη που υπέστη θεωρείτο μόνιμη λόγω της απώλειας των τριών φυσικών δοντιών και μέρους του οστικού υποβάθρου της φατνιακής απόφυσης. Η παραπάνω χειρουργική επέμβαση έγινε. Ακολούθως και συγκεκριμένα έξι περίπου μήνες αργότερα τοποθετήθηκαν τα δόντια επί των μοσχευμάτων. Κατά τη διάρκεια των δύο περίπου ετών που ο Ενάγων υποβαλλόταν σε θεραπεία αποκατάστασης των απολεσθέντων δοντιών υπέστη μεγάλη και σοβαρή ταλαιπωρία, αφού, συν τοις άλλοις είχε δυσκολία τόσο στη μάσηση όσο και στην ομιλία.

 

285.   Συνεπεία των τραυματισμών του παρέμεινε στο σπίτι για ένα περίπου μήνα, ενώ όταν επέστρεψε στη καθημερινότητα του αντιμετώπισε και τους συμμαθητές του οι οποίοι τον ενοχλούσαν και κορόιδευαν, για όσα εμφανή είχε υποστεί στο πρόσωπο, με αποτέλεσμα να του δημιουργείται περαιτέρω αναστάτωση. Δεν μπορούσε να παρακολουθήσει κανονικά τα μαθήματα στο σχολείο. Ζητούσε άδεια από τους καθηγητές του και έβγαινε έξω από την τάξη. Είχε κυριευθεί από φοβίες και καταληφθεί από σύμπλεγμα κατωτερότητας, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να βγαίνει έξω και να παραμένει κλεισμένος στο δωμάτιό του. Αποτέλεσμα ήταν και η διάλυση του δεσμού που είχε τότε. Εξαιτίας των παραπάνω προβλημάτων του επισκέφθηκε Ψυχίατρο, τρεις φορές. Τα κύρια συμπτώματα που παρουσίαζε κατά την εξέτασή του ήταν ήπιοι πονοκέφαλοι και ζαλάδες, καταθλιπτική διάθεση, συμπτώματα άγχους και διαταραγμένος ύπνος. Κατά το ψυχίατρο οι πονοκέφαλοι και οι ζαλάδες από τους οποίους υπέφερε είναι συνήθη συμπτώματα μεταδιασειστικού συνδρόμου και εξακολουθούσαν να τον ταλαιπωρούν, με μειωμένη ένταση. Ο Ενάγων υπέστη μετατραυματική αγχώδη διαταραχή, ως αποτέλεσμα του δυστυχήματος, με κύρια συμπτώματα, το διαταραγμένο ύπνο με εφιάλτες, με περιεχόμενο το επίδικο δυστύχημα, άγχος και κατάθλιψη. Τα συμπτώματα αυτά ήταν επακόλουθα του ψυχικού κλονισμού  που του προκάλεσε το δυστύχημα και ιδιαίτερα έντονα, προκαλώντας σημαντική αναστάτωση στην καθημερινή ζωή του. Τέλος, λήφθηκε υπόψιν ότι απότοκο του δυστυχήματος ήταν και μία γραμμοειδής ουλή στην περιοχή του πώγωνα, ορατή από κοντινή απόσταση, η οποία θα παρέμενε. Επιδικάστηκε ποσό των €20.000, ως γενικές αποζημιώσεις.

 

286.   Στην Γιώργος Καλαιτσίδης ν. Shady Rahban Αρ. Αγωγής 7173/2014, 21.6.2016, ο Ενάγων δέχθηκε απρόκλητη επίθεση από τον Εναγόμενο, αρχικά με σπρωξίματα και ακολούθως σε γροθιές στο κεφάλι και στο πρόσωπο, η οποία είχε ως αποτέλεσμα, αρχικά, ο Ενάγοντας να χάσει τις αισθήσεις του και όταν τις επανάκτησε να αντιμετωπίζει πόνο στο κεφάλι και ζάλη. Από ιατρική εξέταση στην οποία υπεβλήθη την ίδια μέρα, μία περίπου ώρα μετά που δέχθηκε την επίθεση, προέκυψε ότι υπέστη οίδημα και στις δύο πλευρές της κάτω γνάθου, καθώς επίσης και απόπτωση/κάταγμα του πλάγιου οδόντος στην δεξιά πλευρά. Επιδικάστηκε ποσό ύψους €2.500, ως γενικές αποζημιώσεις.

 

287.   Το μέγιστο εκ των ως άνω αυθεντιών αφορούν σε σοβαρότερους και εκτενέστερους τραυματισμούς και ταλαιπωρία σε σχέση με την υπό κρίση περίπτωση και αφορούν σε μόνιμα κατάλοιπα. Εν προκειμένω η ταλαιπωρία του Ενάγοντος διήρκησε για περίοδο περίπου 2 ετών. Δεν υπάρχουν μόνιμα κατάλοιπα. Δεν υπάρχουν αποδεδειγμένα ψυχικά τραύματα. Λαμβάνω όμως υπόψιν το χρονικό διάστημα που παρήλθε από την έκδοση των πιο πάνω αποφάσεων και την έκταση της ταλαιπωρίας που Ενάγοντος, από τα συμπτώματα που περιέγραψε. Η ταλαιπωρία αυτή έγκειτο στην ίδια την εκτέλεση της θεραπείας αλλά και στο γεγονός ότι δεν μπορούσε να βρει ηρεμία στο στόμα του, στοιχείο που είναι κατανοητό ότι επηρέαζε βασικές του λειτουργίες. Των πιο πάνω δοθέντων, κρίνεται ότι το ποσό των €12,000 θα ήταν δίκαιο και εύλογο ως γενικές αποζημιώσεις.

 

288.   Σε σχέση με την αξίωση του για επιδιορθωτική θεραπεία από τον ΜΕ2, για τους λόγους που έχω αναφέρει στην παρ. 122 πιο πάνω, το ποσό που συνδέεται με την επιδιόρθωση των συνεπειών της επίδικης θεραπείας, είναι το ποσό των €3.500. Ευλόγως επωμίστηκε το ποσό αυτό ο Ενάγων, καθώς συνίστατο σε κόστος για τη διάγνωση του προβλήματος και ακολούθως για την αφαίρεση της γέφυρας. Το εύλογο των ενεργειών αυτών στηρίζεται και στην αποδεκτή μαρτυρία του ΜΕ1 ο οποίος διευκρίνισε ότι μόνο με την αποκοπή της γέφυρας στις 30.3.2016, ελευθερώθηκε από τα συμπτώματα που τον ταλαιπωρούσαν. Το υπόλοιπο ποσό των €400, από τις €3.900 που αξιώνει, δεν αποδείχθηκε ότι συνδέεται με την επιδιόρθωση αυτή και συνεπώς δεν το δικαιούται ο Ενάγων.

 

289.   Σε σχέση με το ποσό των €1500 το οποίο αξιώνεται ως περαιτέρω ειδική ζημιά, η δυνατότητα ανάκτησής του στη βάση της αρχής της αποκατάστασης, δεν αλλοιώνεται από το γεγονός ότι δόθηκε ως προκαταβολή στην Εναγόμενη 2, στα πλαίσια πληρωμής της επίδικης θεραπείας. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, η επίδικη θεραπεία ήταν εξ υπαρχής ακατάλληλη και μη ενδεδειγμένη και δεν θα έπρεπε να είχε προταθεί στον Ενάγοντα, ούτε και να εκτελεστεί. Η εφαρμογή μιας τέτοιας ακατάλληλης θεραπείας, συνιστά από μόνη της παράβαση καθήκοντος επιμέλειας, ως επεξηγήθηκε στη σχετική ενότητα πιο πάνω. Στην απουσία μιας τέτοιας παράβασης, ο Ενάγων δεν θα είχε επωμιστεί ούτε τις συνέπειές της ως καταγράφηκαν πιο πάνω, ούτε και το πιο πάνω ποσό. Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα Jones on Medical Negligence, 4η Έκδοση, παρ. 12-006:

 

“The fundamental principle applied to the assessment of an award of damages in tort is that the claimant should be fully compensated. He is entitled to be restored to the position that he would have been in had the tort not been committed, in so far as this can be done by the payment of money.”

 

 

290.   Συνεπώς, ο Ενάγων απέδειξε ως ειδικές ζημιές το ποσό των €5000. Στρέφομαι στην αξίωση του Ενάγοντος για τιμωρητικές αποζημιώσεις.

 

(ε) Τιμωρητικές Αποζημιώσεις

 

291.   Η επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων δεν προϋποθέτει την απόδειξη συγκεκριμένου αστικού αδικήματος (Kuddus v. Chief Constable of Leicestershire [2002] 2 AC 122). Νοουμένου ότι έχει αποδειχθεί η διάπραξη κάποιου αστικού αδικήματος, το Δικαστήριο επικεντρώνεται και αξιολογεί τη διαγωγή του Εναγόμενου, ώστε να κρίνει κατά πόσο δικαιολογείται η επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων (βλ. συγγράμματα Michael Jones, “Medical Negligence”, 4η Έκδοση (2008) σελ. 976 και McGregor on Damages, 17th Έκδοση (2002) στη σελ. 370, με παραπομπή στην προαναφερθείσα αυθεντία). Παρά τη γενική αυτή αρχή, αναφέρονται στο σύγγραμμα McGregor on Damages (ανωτέρω) στη σελ. 372, παρ. 11-015, τα εξής σε σχέση με το αστικό αδίκημα της αμέλειας:

 

“It would not of course be expected that actions in negligence would lead to exemplary damages, either before or after Rookes,[153] since the necessary mental element is not present and it is thought that this would be true even of gross negligence.”

 

292.   Κατά πάγια νομολογία, παραδειγματικές ή τιμωρητικές αποζημιώσεις επιδικάζονται εκεί όπου η διαγωγή του εναγόμενου είναι τόσο αξιόμπεμπτη ώστε να αρμόζει επιβολή τιμωρίας από Πολιτικό Δικαστήριο (Μαρία Ξενοφώνοτος ν. Taker Sayed Rajab, Πολ. Εφ. 169/2010, 26.11.2014 και Cornelius Desmond O’ Dwyer v. Χριστοφόρου Καραγιάννα κ.ά. Πολ. Εφ. 47/2015, 1.12.2023).  Αξιόμεμπτη διαγωγή είναι εκείνη που συνοδεύεται από έντονα στοιχεία αλαζονείας, θρασύτητας ή αθέμιτου κινήτρου ή καταπιεστικής συμπεριφοράς ή όταν τείνει να ταπεινώσει το θύμα του αδικήματος, για την οποία επιβάλλεται τιμωρία ως ένδειξης της απέχθειας με την οποία ο νόμος αντιμετωπίζει τέτοια συμπεριφορά (Andrian Holdings Ltd v. Δημοκρατίας (1998) 1 Α.Α.Δ. 1836, Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδριανής Πάλμα κ.ά. (2015) 1 Α.Α.Δ. 2489, O’ Dwyer (ανωτέρω).

293.   Τιμωρητικές αποζημιώσεις αποδίδονται για να δείξει το Δικαστήριο τον αποτροπιασμό του για τη συμπεριφορά του εναγόμενου έχοντας ως στόχο την τιμωρία και τον παραδειγματισμό Stassinos Investment and Finance Limited v. Γενικός Εισαγγελέας κ.ά. Πολιτική Έφεση Αρ. 142/2013, 3/3/2020, O’ Dwyer (ανωτέρω). Παράλληλα, αποσκοπούν στο να αποτρέψουν τον εναγόμενο από παρόμοια συμπεριφορά Γενικός Εισαγγελέας v. Πάλμα κ.ά. (2015) 1 Α.Α.Δ. 2489, Νικολάου v. Επίσημου Παραλήπτη ως Διαχειριστή της Περιουσίας του Λούη Αιμιλίου (2009) 1 Α.Α.Δ. 1339.  Η σοβαρότητα της συμπεριφοράς του εναγομένου, όπως και η οικονομική του κατάσταση αποτελούν παράγοντες καθοριστικούς για τον καθορισμό του ύψους τέτοιων αποζημιώσεων Taker Sayed Rajab (ανωτέρω) και Λουκάς Κωνσταντίνου ή Λουκάς Κ. Μήτα ν. Γ. & Κ. Σοφοκλέους Λίμιτεδ (2003) 1 ΑΑΔ 1952. Στις περιπτώσεις που επιδικάζονται παραδειγματικές ή τιμωρητικές αποζημιώσεις είναι εσφαλμένος ο διαχωρισμός σε τιμωρητικές αποζημιώσεις και αποζημιώσεις που στόχο έχουν την αποζημίωση του θύματος για τις ζημιές που έχει υποστεί. Σε τέτοιες περιπτώσεις δικαιολογείται η επιδίκαση ενός μόνο ποσού αποζημιώσεων, το ύψος του οποίου καθορίζεται μετά από σφαιρική θεώρηση όλων των γεγονότων της υπόθεσης (Taker Sayed Rajab (ανωτέρω)). Ζήτημα επιδίκασης τιμωρητικών ή παραδειγματικών αποζημιώσεων τίθεται μόνο στην περίπτωση αστικών αδικημάτων και όχι σε σχέση με παράβαση σύμβασης (Taker Sayed Rajab)

 

294.   Εν προκειμένω, παρά τη σοβαρή αμέλεια που καταδείχθηκε εκ μέρους του Εναγόμενου 1 δεν εντοπίζονται τέτοια στοιχεία αποτροπιασμού διαγωγής του (βλ. κατ’ αναλογίαν Μολέσκη (ανωτέρω)). Η ευρύτερη στάση του δεν καταδεικνύει στοιχεία κακοπιστίας ή καταπιεστικής συμπεριφοράς ή αλαζονείας. Καταδεικνύει κατάφωρη αμέλεια στην επιλογή και εκτέλεση της θεραπείας και αδυναμία διαχείρισης των επιπτώσεων που αυτή επέφερε στον Ενάγοντα, με τη δεξιότητα που θα αναμενόταν από έναν επαγγελματία οδοντίατρο. Η απουσία τέτοιας δεξιότητας, δεν τιμωρείται σε πολιτικό Δικαστήριο, με την επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων (βλ. απόσπασμα από σύγγραμμα McGregor στην παρ. 291 πιο πάνω).

 

 

(στ) Ευθύνη Εναγόμενης 2

 

295.   Αποτελεί κοινό τόπο ότι κατά τον χρόνο έναρξης της επίδικης θεραπείας, ο Εναγόμενος 1 εργοδοτείτο από την Εναγόμενη 2 κλινική και ότι είναι από την Εναγόμενη 2 που παρείχε οδοντιατρικές υπηρεσίες. Μάλιστα οι συνήγοροι των Εναγόμενων στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων, εις απάντηση των θέσεων του Ενάγοντος για την ευθύνη του Εναγόμενου 3, αναφέρουν ότι δεν ήταν ο Εναγόμενος 3 αλλά η Εναγόμενη 2 «ο εργοδότης» του Εναγόμενου 1.[154] Τούτο είναι αρκετό στην απόδοση ευθύνης στην Εναγόμενη 2, εργοδότριας εταιρείας του, ως την εκ προστήσεως υπεύθυνη της αποδειχθείσας αμέλειας του Εναγόμενου 1 (Τουμάζου ν. Ιωάννης Ιωάννου Πολ. Εφ. 22/2015, 29.10.2025). Όμως, η αξίωση του Ενάγοντος έναντι της Εναγόμενης 1, δεν δικογραφήθηκε στη βάση αυτή. Δικογραφήθηκε στη βάση της πρωτογενούς αμέλειας της Εναγόμενης 2, έναντι του Ενάγοντα και, ειδικότερα, στη βάση της μη μεταβιβαζόμενης και απευθείας υποχρέωσης επιμέλειας της Εναγόμενης 2 έναντί του. Για τη διαφοροποίηση μεταξύ των δύο παραπέμπω στην υπόθεση Πολυκλινική Υγεία Λτδ ν. Τάσου Λάμπου κ.ά. (2016) 1 ΑΑΔ 2634. Επομένως, αυτό είναι και το πλαίσιο που θα εξεταστεί η κατ’ ισχυρισμό ευθύνη της Εναγόμενης 2.

 

296.   Διαφωτιστική επί του ζητήματος της μη μεταβιβαζόμενης υποχρέωσης επιμέλειας νοσηλευτηρίων, είναι η πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Απολλώνειο Ιδιωτικό Νοσοκομείο Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Κοσμά Μολέσκη κ.ά. Πολ. Εφ. 139/2018 και 168/2018, 27.6.2024, στην οποία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του Ενάγοντος με έχουν παραπέμψει. Το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση (υπό Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ., ως ήταν τότε), παρέθεσε εκ νέου τις αρχές δημιουργίας μη μεταβιβαζόμενης υποχρέωσης επιμέλειας προς τον ασθενή, ως αυτές είχαν αποκρυσταλλωθεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Έχοντας κατά νου το σύνολο των σχετικών αρχών ως παρατέθηκαν στην εν λόγω υπόθεση, σημειώνω εν προκειμένω τα εξής.

 

297.   Οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν επέρριψαν ο ένας στην ευθύνη στον άλλον. Αντιθέτως, η Υπεράσπιση τους ήταν κοινή και επίκεντρο είχε την απουσία οιασδήποτε αμέλειας από τον Εναγόμενο 1. Όμως η θέση αυτή δεν έγινε αποδεκτή. Επίσης, πέραν του ότι υφίσταται πραγματική σχέση εργοδότησης, μεταξύ Εναγόμενου 1 και Εναγόμενης 2, αυτό, όπως και στην Μολέσκη, ήταν σαφές και προς τον ίδιο τον Ενάγοντα. Όπως και στη Μολέσκη, έτσι παρουσιαζόταν και σε τρίτους. Ενδεικτικό είναι το περιεχόμενο της επαγγελματικής του κάρτας (Τεκμήριο 2). Επιπλέον, αποτελεί κοινό τόπο με βάση τα δικόγραφα, ότι η Εναγόμενη 2 ήταν η ιδιοκτήτρια της κλινικής, κατείχε αυτήν, ασκούσε εποπτεία και τη διαχειριζόταν. Ακόμη, αποτελεί κοινό τόπο ότι ο Ενάγων είναι με την Εναγόμενη 2 που συμβλήθηκε, ότι είναι στην Εναγόμενη 2 που κατέβαλε το συνολικό ποσό των €1.500 ως αμοιβή, ενώ ο Εναγόμενος 1 προώθησε κατ’ επανάληψη ότι ο ίδιος κανένα όφελος έλαβε, είτε χρηματικό είτε άλλως πως, από την εν λόγω θεραπεία, εφόσον λάμβανε μόνο μισθό από την Εναγόμενη 2. Από τα πιο πάνω στοιχεία, αβίαστα προκύπτει ότι η Εναγόμενη 2 ανέλαβε την ευθύνη εφαρμογής κατάλληλης και ασφαλούς οδοντικής θεραπείας προς τον Ενάγοντα και επομένως, τελούσε υπό ανάλογο καθήκον επιμέλειας έναντί του. 

 

298.   Στη βάση των ευρημάτων του Δικαστηρίου, αυτό δεν έγινε. Η Εναγόμενη 2 επέτρεψε την επιλογή, εφαρμογή και εκτέλεση μιας ακατάλληλης θεραπείας στο στόμα του Ενάγοντος από τον Εναγόμενο 1, εν τη εννοία της Bolitho (ανωτέρω). Η Εναγόμενη 2 επέτρεψε και τη συνέχιση αυτής, παρά το ότι σε μεταγενέστερο στάδιο, ο  διευθυντής της, Εναγόμενος 3, με πολυετή πείρα ως οδοντίατρος, έλαβε γνώση για την εξέλιξη της θεραπείας αυτής, σε αρχικά στάδια της εφαρμογής της (αμέσως με την τοποθέτηση αξόνων και πριν την συγκόλληση της γέφυρας). Ούτε και τότε λήφθηκαν οποιαδήποτε μέτρα, ώστε να μην προχωρήσει η συγκόλληση της γέφυρας. Οι ως άνω παραλείψεις της συνιστούν παραβίαση του καθήκοντος της επιμέλειας, πρωτογενώς, πέραν και ανεξάρτητα από τη σχέση εργοδότη – εργοδοτούμενου που υφίστατο μεταξύ της και του Εναγόμενου 1.

 

299.   Αποτέλεσε τη θέση των συνηγόρων των Εναγόμενων ότι, με δεδομένο το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 1 έπαψε να εργάζεται στην Εναγόμενη 2 από τον Ιούλιο του έτους 2015 και εντεύθεν, το ύψος της αποζημίωσης θα πρέπει να επιμεριστεί αναλόγως. Δεν με βρίσκει σύμφωνη η σχετική εισήγηση. Η γενεσιουργός αιτία των πόνων και της ταλαιπωρίας που υπέστη ο Ενάγων, ήταν η εφαρμογή μιας εξ υπαρχής ακατάλληλης και μη ενδεδειγμένης θεραπείας. Οι κίνδυνοι στους οποίους εκτέθηκε ο Ενάγων ήταν εξ υπαρχής, ευλόγως προβλεπτοί, αν όχι βέβαιοι, και τέθηκαν εξ υπαρχής σε κίνηση με την επιλογή μιας άκρως ακατάλληλης και επικίνδυνης θεραπείας. Η μεταγενέστερη αποχώρηση του Εναγόμενου 1 από την Εναγόμενη 2 (η οποία αποχώρηση έλαβε χώρα κατόπιν των περισσότερων διαβημάτων στη θεραπεία αυτή, ως προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου) δεν δύναται να θεωρηθεί ως γεγονός ικανό να διακόψει την αιτιώδη αλυσίδα. Οι κίνδυνοι ήταν ήδη εν εξελίξει, κατά τη φυσική εξέλιξη των πραγμάτων, ήτοι, από το στάδιο της επιλογής και αρχικής εκτέλεσης μιας εκ προοιμίου λανθασμένης, ακατάλληλης και επικίνδυνης θεραπείας. Αυτό προκύπτει από τα δεδομένα που  υπήρχαν στο στόμα του Ενάγοντος κατά τον ουσιώδη χρόνο (βλ. παρ. 233 - 236 πιο πάνω).

 

300.   Υπό το φως όλων των πιο πάνω, η Εναγόμενη 2 καθίσταται υπεύθυνη στην πλήρη έκταση της ευθύνης του Εναγόμενου 1 έναντι του Ενάγοντος. Στρέφομαι στην απαίτηση του Ενάγοντος έναντι του Εναγόμενου 3.

 

 

(ζ) Ευθύνη Εναγόμενου 3

 

301.   Στη βάση των ευρημάτων του Δικαστηρίου, δεν δύναται να συναχθεί ότι ο Εναγόμενος 3 υπείχε οποιοδήποτε καθήκον έναντι του Ενάγοντος. Ουδέποτε ανέλαβε την ευθύνη της θεραπείας ούτε και είχε επαρκή εμπλοκή στην θεραπεία του Ενάγοντος. Το γεγονός ότι εξέτασε τον Ενάγοντα σε κάποιο σημείο στο πλαίσιο της θεραπείας, δεν αποτελεί στοιχείο που από μόνο του θα πρέπει να θεωρηθεί ότι ανέλαβε προσωπικά την ευθύνη να τον περιθάλψει ή να συνεχίσει με την θεραπεία που είχε ήδη προτείνει και ξεκινήσει ο Εναγόμενος 1. Το γεγονός και μόνο ότι ήταν διευθυντής και μέτοχος της Εναγόμενης 2 δεν αλλοιώνει την πιο πάνω εικόνα, με δεδομένη την πάγια χωριστής νομικής οντότητας από τα μέλη της (Salomon v. Salomon [1897] 2 A.C. 22 και A.I.A.S (ADVANCED INTELLIGENT AUTOMATIC SYSTEMS) LTD v. ΔΗΜΗΤΡΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ (2016) 1 ΑΑΔ 2200. Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν δύναται να αποδοθεί οποιαδήποτε ευθύνη στον Εναγόμενο 3.

 

 

(η) Η Ανταπαίτηση

 

302.   Η Ανταπαίτηση των Εναγόμενων στηρίζεται αποκλειστικά στην μη καταβολή του υπολοίπου της συμφωνηθείσας αμοιβής από τον Ενάγοντα, για το ποσό των €1.500. Υπενθυμίζω εδώ ότι η συμφωνηθείσα αμοιβή ήταν για το ποσό των €3.000 και ο Ενάγων κατέβαλε στην Εναγόμενη, το ήμισυ του ποσού αυτού. Για το υπό κρίση ζήτημα δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Εν πρώτοις, ουδέν συμβατικό δικαίωμα προκύπτει ότι διατηρούν οι Εναγόμενοι 1 και 3 για να αξιώνουν την αμοιβή αυτή. Τούτο διότι, ουδεμία συμβατική συσχέτιση προκύπτει μεταξύ αυτών και του Ενάγοντος. Η σύμβαση για την παροχή οδοντιατρικών υπηρεσιών, σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου αλλά και τις ίδιες τις θέσεις των Εναγόμενων, συνομολογήθηκε μεταξύ του Ενάγοντος και της Εναγόμενης 2, κλινικής. Η πιο πάνω διαπίστωση μου δεν αφήνει περιθώρια επιτυχίας της Ανταπαίτησης του Εναγόμενου 1 και του Εναγόμενου 3 για το υπόλοιπο της αμοιβής.

 

303.   Ούτε όμως και η αξίωση της Εναγόμενης 2 έναντι του Ενάγοντος δύναται να επιτύχει. Τούτο διότι, αντικείμενο της σύμβασης ήταν η τοποθέτηση μόνιμης γέφυρας στα έξι μπροστινά δόντια του Ενάγοντος. Αυτό ποτέ δεν έγινε κατορθωτό, για τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί. Η γέφυρα αποκολλάτο και επανακολλάτο και τα συνεχή τροχίσματα του Εναγόμενου 1 απέληξαν σε εκτενή αλλοίωση της. Σε κάποια σημεία απογυμνώθηκε ο σκελετός της, σε άλλα φθάρηκαν, έσπασαν οι πορσελάνες και δημιουργήθηκε και μια οπή (τρύπα). Παράλληλα, ουδέποτε σταθεροποιήθηκε στο στόμα του Ενάγοντος και συνεχώς του προκαλούσε προβλήματα όπως πονοκεφάλους και πόνους στα δόντια. Ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 πρόσφερε να του την αντικαταστήσει εξ υπαρχής με δικά του έξοδα, αφού η γέφυρα περιήλθε στην κατάσταση αυτή. Στην πραγματικότητα ουδέποτε η Εναγόμενη 2 κατάφερε να εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις, έναντι του Ενάγοντος, γεγονός που κατέστη σαφές τόσο με βάση το ιστορικό και την κατάσταση στην οποία περιήλθε η μόνιμη γέφυρα αλλά και την ίδια την προσφορά του Εναγόμενου 1 να προβεί σε εκ νέου εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων.

 

304.   Παρεμβάλλω εδώ και το αυτονόητο, ότι δεν υποχρεούτο ο Ενάγων να αποδεχτεί την πρόταση αυτή του Εναγόμενου 1. Αντιθέτως, η ενέργεια του να μην αποδεχτεί εκ νέου προσπάθεια εκπλήρωσης της υποχρέωσης της Εναγόμενης 2, αποτελούσε παντελώς εύλογη προσέγγιση, με δεδομένο το ιστορικό που προηγήθηκε και της ταλαιπωρίας που του προξενήθηκε, για περίοδο δύο ετών. Δεν υποχρεούτο ο Ενάγων να αναμένει την επιτυχία της εκπλήρωσης της σύμβασης από την Εναγόμενη 2 εσαεί και να υποβάλλεται σε συνεχή ταλαιπωρία και κίνδυνους για την ίδια του την υγεία μέχρι αυτό (και εάν), γινόταν κατορθωτό. Εύλογη κρίνεται και η προσέγγιση του να μην αποδεχθεί την εν λόγω προσφορά για αντικατάσταση της γέφυρας από τον Εναγόμενο 1, με δεδομένο το γεγονός ότι η σχέση εμπιστοσύνης βρίσκεται στο επίκεντρο της σχέσης μεταξύ ιατρού και ασθενή, η οποία και σαφώς (και ευλόγως) διαταράχθηκε με βάση το προαναφερθέν ιστορικό.

 

305.   Τούτων δοθέντων δεν δύναται ευλόγως να εξαχθεί το συμπέρασμα η Εναγόμενη 2 εκπλήρωσε τη συμβατική της υποχρέωση για την τοποθέτηση γέφυρας στα έξι μπροστινά δόντια του Ενάγοντος, ώστε να ενεργοποιείται και το δικαίωμα της για να λάβει ολόκληρο το ποσό της συμφωνηθείσας αμοιβής. Υπενθυμίζω εδώ η ολοκλήρωση της θεραπείας αποτελούσε προϋπόθεση για την καταβολή της συμφωνηθείσας αμοιβής της.

 

306.   Τα πιο πάνω επισφραγίζουν την αποτυχία της Ανταπαίτησης.

 

 

IX. ΤΟΚΟΣ

 

307.   Το θέμα του καθορισμού του τόκου εμπίπτει εντός των πλαισίων της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το οποίο διατηρεί ευρεία διακριτική ευχέρεια (Μιρέλα Μαρκίδου ν. Χριστάκης Παπαμάρκου, Πολ. Έφ. Αρ. 288/18, 16.7.24, Χρυσάνθου κ.ά. ν. Φραντζή (2010) 1(Β) ΑΑΔ 1295, Α. Εργοληπτική Εταιρεία Γιαννάκης Γιάννη Συμεού & Υιοί Λτδ ν. Δημήτρη Σάββα Πολ. Έφ. Αρ. 266/2017, 2.12.2025 και Cornelius Desmond O' Dwyer v. Χριστόφορου Καραγιαννά κ.ά. Πολ. Έφ. 47/15, 1.12.23). Το Άρθρο 58Α του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, προνοεί για την εξουσία του Δικαστηρίου να επιδικάσει τόκο επί των αποζημιώσεων «για ολόκληρη ή για μέρος της περιόδου μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποία γεννήθηκε το αγώγιμο δικαίωμα και της ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής» (βλ. Δέσπω Χατζηνικόλα ν. Χριστοδούλου Χριστοδούλου Πολ. Έφ. 68/2015, 20.12.2023). Εκτενής ανάλυση του θέματος με ειδική αναφορά στην αγγλική νομολογία έγινε στην υπόθεση Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου (1991) 1 ΑΑΔ 475.

 

308.   Σε σχέση με τις ειδικές αποζημιώσεις εκεί αναφέρθηκε ότι:

 

«Το ύψος των ειδικών ζημιών είναι γνωστό κατά το χρόνο της δίκης και, ως θέμα αρχής, το ορθό θα ήταν να επιδικάζεται τόκος από την ημερομηνία κατά την οποία ο ενάγων είχε υποστεί την κάθε ζημιά. Όμως αυτό θα συνεπαγόταν πολυδιάσπαση των ποσών και ενασχόληση με πολλές αριθμητικές πράξεις συνήθως με αντικείμενο μικρά  ποσά κάθε  φορά.  Αναφέρεται  το  παράδειγμα της απώλειας απολαβών που είναι σταδιακή και που εκτείνεται στη μεγάλη καμιά φορά περίοδο από την ημέρα της γέννησης του αγώγιμου δικαιώματος ως τη δίκη. Έτσι, ευνοήθηκε η προσέγγιση του θέματος πάνω σε γενικές γραμμές και προκρίθηκε ως δίκαιη η επιδίκαση τόκου πάνω στο συνολικό ποσό των ειδικών αποζημιώσεων που επιδικάζονται, από την ημέρα της γέννησης του αγώγιμου δικαιώματος ως τη δίκη, μειωμένου όμως κατά το μισό ώστε να αντισταθμιστεί το γεγονός ότι δεν προκύπτει όλη η ζημιά από την αρχή. Τονίζεται πως αυτό μόνο σε συνηθισμένες περιπτώσεις. Δεν αποκλείεται διαφορετική προσέγγιση όταν τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης το δικαιολογούν.»

 

309.   Στην υπό κρίση περίπτωση, με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, η επίδικη θεραπεία ξεκίνησε στις 4.6.2014 και ουδέποτε ολοκληρώθηκε. Στις 18.2.2016, κατά την κλινική εξέταση του Ενάγοντος στον ΜΕ2, αποκρυσταλλώθηκαν το σύνολο των ουσιωδών θέσεων του Ενάγοντος, στον βαθμό που αυτές έχουν αποδειχθεί. Παρά τούτο, η αγωγή καταχωρήθηκε στις 24.4.2017 και η Έκθεση Απαίτησης στις 14.9.2018. Η καθυστέρηση αυτή δεν επιχειρήθηκε να επεξηγηθεί. Συναφώς, κρίνω ότι ο τόκος επί των γενικών αποζημιώσεων θα πρέπει να επιδικαστεί από την ημερομηνία καταχώρησης της Έκθεσης Απαίτησης, ήτοι από τις 14.9.2018 μέχρι πλήρους εξόφλησης του εν λόγω ποσού.

 

310.   Σε σχέση με τις ειδικές αποζημιώσεις και έχοντας κατά νου την προαναφερθείσα αδικαιολόγητη καθυστέρηση και τις ως άνω αρχές, καταλήγω ότι ο νόμιμος τόκος επί του ποσού των €5.000 θα πρέπει να επιδικαστεί από την ημερομηνία καταχώρησης της Έκθεσης Απαίτησης, ήτοι από τις 14.9.2018 μέχρι εξόφλησης. Είναι στην Φοινικαρίδης που τονίστηκε ότι «σε όλες τις περιπτώσεις είναι δυνατό να διαδραματίσει ρόλο ο τρόπος με τον οποίο προωθήθηκε η αγωγή προς εκδίκαση. Στις περιπτώσεις που παρατηρείται αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της αγωγής θα ήταν λανθασμένο να επιδικάζεται τόκος χωρίς να ληφθεί υπόψη η καθυστέρηση αυτή. Για όσο χρόνο διαρκεί η αδικαιολόγητη καθυστέρηση ο ενάγων στερείται τα χρήματα στα οποία δικαιούται από δικό του σφάλμα» (βλ. επίσης Ανθίτσα Ιωάννου κ.ά. ν. Χριστάκη Αντωνίου Σοφιανού Πολ. Έφ. 155/2015, 18.4.2024 και Cornelius Desmond O' Dwyer v. Χριστόφορου Καραγιαννά κ.ά. Πολ. Έφ. 47/15, 1.12.23). Ο τόκος, εν προκειμένω, δεν θα μειωθεί κατά το ήμισυ μέχρι σήμερα, καθώς, το σύνολο των ειδικών ζημιών του Ενάγοντος για τις οποίες της επιδικάζεται το ως άνω ποσό, είχαν ήδη αποκρυσταλλωθεί μέχρι την προαναφερθείσα ημερομηνία. Συνεπώς, το σκεπτικό της Φοινικαρίδης δυνάμει του οποίου είναι εύλογο και δίκαιο να μειώνεται ο τόκος κατά το ήμισυ, ώστε να αντανακλάται το γεγονός ότι δεν αποκρυσταλλώνεται το σύνολο της ζημιάς μέχρι την ημερομηνία έναρξης επιδίκασης του τόκου, ως ζήτημα λογικής, δεν τυγχάνει εφαρμογής.

 

X. ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

311.   Υπό το φως όλων των πιο πάνω εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντος και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, ως εξής:

 

(α) Για το ποσό των €12.000, πλέον νόμιμο τόκο από τις 14.9.2018, μέχρι εξόφλησης

(β) Για το ποσό των €5.000, πλέον νόμιμο τόκο από τις 14.9.2018 μέχρι εξόφλησης.

 

312.   Η αξίωση του Ενάγοντος έναντι του Εναγόμενου 3, ως επίσης και οι αξιώσεις του Ενάγοντος εναντίον όλων των Εναγόμενων, υπό των παραγράφων (Γ), (Δ) και (Ε) της Έκθεσης Απαίτησης, απορρίπτονται.

 

313.   Απορρίπτεται και η Ανταπαίτηση των Εναγόμενων.

 

314.   Όσον αφορά την επιδίκαση εξόδων, λαμβάνω υπόψιν μου ότι ο Ενάγων πέτυχε στην αξίωση του έναντι των Εναγόμενων 1 και 2 και απέτυχε έναντι του Εναγόμενου 3. Λαμβάνω επίσης υπόψιν μου ότι είναι ο επιτυχών διάδικος και στην Ανταπαίτηση των Εναγόμενων. Τούτων δοθέντων και στη βάση της κοινής εκπροσώπησης των Εναγόμενων αλλά και του γεγονότος ότι η Αγωγή και η Ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως τα έξοδα επιδικαστούν υπέρ του Ενάγοντος και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 τόσο στην Αγωγή όσο και στην Ανταπαίτηση, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, μειωμένα κατά 1/3, ώστε να αντικατοπτρίζεται το γεγονός ότι η επιτυχία του Ενάγοντος στην Αγωγή ήταν μερική (βλ. Χάσικος ν. Γιωργαλλά κ.ά. Αρ. Αγωγής 7575/12, 26.2.2021 υπό Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ., ως ήταν τότε όπου παραπομπή γίνεται στην Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.ά. (2005) 1 ΑΑΔ 256). Νοείται ότι εκεί όπου τα έξοδα της Αγωγής και της Ανταπαίτησης ήταν κοινά, επιδικάζεται ένα σετ εξόδων. Σε σχέση τον Εναγόμενο 3, υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της.

 

 

 

 

(Υπ.) ………………………………

 

Ν. Παπανδρέου, Ε.Δ.

 

 

Πιστό αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής



[1] Βλ. πρακτικά ημερ. 21.2.2025, σελ. 7.

[2] Βλ. παρ. 2 Εγγράφου Α, πρακτικά ημερ. 15.1.2025, ώρα έναρξης 10:30 π.μ., σελ. 4.

[3] Βλ. παρ. 4 Εγγράφου Α και Τεκμήριο 1.

[4] Βλ. παρ. 3 Εγγράφου Α.

[5] Βλ. παρ. 7 Εγγράφου Α και παρ. 41 Εγγράφου Γ.

[6] Βλ. πρακτικά ημερ. 15.1.2025, ώρα έναρξης 10:30 π.μ., σελ. 23 – 26.

[7] Βλ. παρ. 19 Εγγράφου Α, παρ. 50 Εγγράφου Γ και πρακτικά ημερ. 15.1.2025, ώρα έναρξης 10:30 π.μ., σελ. 4.

[8] Βλ. παρ. 13 Εγγράφου Α.

[9] Βλ. παρ. 15 Εγγράφου Α.

[10] Βλ. παρ. 19 Εγγράφου Α.

[11] Βλ. παρ. 6 Εγγράφου Α.

[12] Βλ. πρακτικά ημερ. 4.4.2025, ώρα έναρξης 11:05 π.μ., σελ. 39.

[13] Βλ. πρακτικά ημερ. 4.4.2025, ώρα έναρξης 11:05 π.μ. σελ. 38.

[14] Βλ. πρακτικά ημερ. 4.4.2025, ώρα έναρξης 11:05 π.μ. σελ. 38.

[15] Βλ. παρ. 45 του Εγγράφου Γ.

[16] Βλ. πρακτικά ημερ. 4.4.2025, ώρα έναρξης 11:05 π.μ. σελ. 43.

 

[17] Βλ. παρ. 29.1 και παρ. 43 του Εγγράφου Γ.

[18] Βλ. παρ. 35 του Εγγράφου Γ.

[19] Βλ. παρ. 37 του Εγγράφου Γ.

[20] Βλ. παρ. 38 του Εγγράφου Γ.

[21] Βλ. παρ. 43 του Εγγράφου Γ.

 

[22] Βλ. πρακτικά ημερ. 8.4.2025, ώρα έναρξης 11:03 π.μ., σελ. 13.

[23] Βλ. παρ. 85 Εγγράφου Γ.

[24] Βλ. παρ. 32 Εγγράφου Γ.

[25] Βλ. παρ. 32 Εγγράφου Γ.

[26] Βλ. πρακτικά ημερ. 15.1.2025, ώρα έναρξης 14:05 π.μ., σελ. 3.

[27] Βλ. πρακτικά ημερ. 15.1.2025, ώρα έναρξης 14:05 π.μ., σελ. 3, γρ. 29.

 

[28] Βλ. παρ. 32 Εγγράφου Γ.

[29] Βλ. πρακτικά ημερ. 15.1.2025, ώρα έναρξης 10:30 π.μ., σελ. 32, γρ. 18 μέχρι 21.

[30] Βλ. πρακτικά ημερ. 15.1.2025, ώρα έναρξης 10:30 π.μ., σελ. 32, γρ. 4 μέχρι 10.

[31] Βλ. πρακτικά ημερ. 15.1.2025, ώρα έναρξης 10:30 π.μ., σελ. 32.

[32] Βλ. πρακτικά ημερ. 4.4.2025, ώρα έναρξης 13:30 μ.μ., σελ. 14.

[33] Βλ. Τεκμήριο 3, σελ. 27.

[34] Βλ. παρ. 5 Εγγράφου Α.

[35] Βλ. πρακτικά ημερ. 15.1.2025, ώρα έναρξης 10:30 π.μ., σελ. 37.

 

[36] Βλ. πρακτικά ημερ. 15.1.2025, ώρα έναρξης 10:30 π.μ., σελ. 35.

[37] Βλ. πρακτικά ημερ. 15.1.2025, ώρα έναρξης 10:30 π.μ., σελ. 36, γρ. 6 – 8 και σελ. 38, γρ. 27 και 31.

[38] Βλ. πρακτικά ημερ. 15.1.2025, ώρα έναρξης 10:30 π.μ., σελ. 36.

[39] Βλ. πρακτικά ημερ. 15.1.2025, ώρα έναρξης 10:30 π.μ., σελ. 35 μέχρι 41.

[40] Βλ. πρακτικά ημερ. 15.1.2025, ώρα έναρξης 10:30 π.μ., σελ. 35 μέχρι 41 και παρ. 73 Εγγράφου Α.

[41] Βλ. παρ. 87 Εγγράφου Α και πρακτικά ημερ. 15.1.2025, ώρα έναρξης 10:30 π.μ., σελ. 38, γρ. 23 – 25.

[42] Βλ. πρακτικά ημερ. 15.1.2025, ώρα έναρξης 10:30 π.μ., σελ. 36, γρ. 24 και σελ. 37, γρ. 27.

[43] Βλ. πρακτικά ημερ. 15.1.2025, ώρα έναρξης 10:30 π.μ., σελ. 37, γρ. 28.

[44] Βλ. πρακτικά ημερ. 15.1.2025, ώρα έναρξης 10:30 π.μ., σελ. 25, γρ. 32 και σελ. 36, γρ. 5.

[45] Βλ. παρ. 90 και 91 της γραπτής του δήλωσης.

[46] Βλ. πρακτικά ημερ. 15.1.2025, ώρα έναρξης 10:30 π.μ., σελ. 13, γρ. 21 και σελ. 14, γρ. 18 – 20 και πρακτικά ημερ. 15.1.2025, ώρα έναρξης 14:05, σελ. 4 – 5.

[47] Βλ. πρακτικά ημερ. 4.4.2025, ώρα έναρξης 11:05 π.μ., σελ. 42 – 43.

[48] Βλ. παρ. 4 Εγγράφου Α.

[49] Βλ. παρ. 69 Εγγράφου Γ.

[50] Βλ. παρ. 69 Εγγράφου Γ.

[51] Βλ. πρακτικά ημερ. 4.4.2025, 13:30 μ.μ., σελ. 5.

[52] Βλ. πρακτικά ημερ. 15.1.2025 ώρα έναρξης 10:30 π.μ., σελ. 12.

[53] Βλ. πρακτικά ημερ. 15.1.2025 ώρα έναρξης 10:30 π.μ., σελ. 4, γρ. 3 - 5.

[54] Βλ. και πρακτικά ημερ. 12.5.2025, ώρα έναρξης 11:02 π.μ., σελ. 2.

[55] Βλ. παρ. 51 Εγγράφου Γ.

[56] Βλ. παρ. 56 Εγγράφου Γ.

[57] Βλ. επίσης πρακτικά ημερ. 8.4.2025, ώρα έναρξης 12:30 μ.μ., σελ. 17, γρ. 20 – 23.

[58] Βλ. παρ. 5 Εγγράφου Β.

[59] Βλ. παρ. 65 του Εγγράφου Γ.

[60] Βλ. παρ. 68 Εγγράφου Α.

[61] Βλ. πρακτικά ημερ. 4.4.2025, ώρα έναρξης 13:30 μ.μ., σελ. 13.

[62] Βλ. σελ. 3 Εγγράφου Β.

[63] Βλ. σελ. 9 - 10 Εγγράφου Β.

[64] Βλ. πρακτικά ημερ. 7.3.2025, ώρα έναρξης 11:10 π.μ., σελ. 21 – 22 και βλ. πρακτικά ημερ. 14.3.2025, ώρα έναρξης 12:05 μ.μ., σελ. 32.

 

[65] Βλ. λ.χ. πρακτικά ημερ.15.1.2025, ώρα έναρξης 10:30 π.μ., σελ. 8 – 9.

[66] Βλ. παρ. 74 Εγγράφου Γ.

[67] Βλ. παρ. 72 Εγγράφου Α.

[68] Βλ. παρ. 7, σελ. 9 Εγγράφου Β.

[69] Βλ. πρακτικά ημερ. 14.3.2025, ώρα έναρξης 11:02 π.μ., σελ. 6.

[70] Βλ. πρακτικά ημερ. 14.3.2025, ώρα έναρξης 11:02 π.μ., σελ. 7.

[71] Βλ. πρακτικά ημερ. 14.3.2025, ώρα έναρξης 11:02 π.μ., σελ. 8.

[72] Βλ. λ.χ. πρακτικά ημερ. 21.2.2025, ώρα έναρξης 12:20 μ.μ., σελ. 29 – 30.

[73] Βλ. πρακτικά ημερ. 19.5.2025, ώρα έναρξης 12:05 μ.μ. σελ. 2.

 

[74] Βλ. πρακτικά ημερ. 19.5.2025, ώρα έναρξης 12:05 μ.μ. σελ. 2.

[75] Βλ. πρακτικά ημερ. 14.3.2025, ώρα έναρξης 11:02 π.μ., σελ. 7.

[76] Βλ. πρακτικά ημερ. 4.4.2025, ώρα έναρξης 11:05, σελ. 36.

[77] Βλ. σελ. 2 του Εγγράφου Β και βλ. πρακτικά ημερ. 7.3.2025, ώρα έναρξης 13:50, σελ. 3.

[78] Βλ. πρακτικά ημερ. 21.2.2025, σελ. 26.

[79] Βλ. σελ. 2, παρ. 5 του Εγγράφου Β.

[80] Βλ. πρακτικά ημερ. 7.3.2025, ώρα έναρξης 13:50, σελ. 3.

[81] Βλ. πρακτικά ημερ. 19.5.2025, ώρα έναρξης 10:28 π.μ., σελ. 22.

[82] Βλ. πρακτικά ημερ. 26.5.2025, ώρα έναρξης 10:40 π.μ., σελ. 8.

[83] Βλ. παρ. 40 Εγγράφου Ε.

[84] Βλ. πρακτικά ημερ. 8.4.2025, ώρα έναρξης 11:03 π.μ. σελ. 13.

[85] Βλ. πρακτικά ημερ. 14.3.2025, ώρα έναρξης 12:05 μ.μ. σελ. 36.

[86] Βλ. πρακτικά ημερ. 14.3.2025, ώρα έναρξης 12:05 μ.μ., σελ. 32.

[87] Βλ. πρακτικά ημερ. 19.5.2025, ώρα έναρξης 10:28 π.μ., σελ. 19.

[88] Βλ. σελ. 2, παρ. 5 – 6, Εγγράφου Β

[89] Βλ. πρακτικά ημερ. 14.3.2025, ώρα έναρξης 12:05 μ.μ., σελ. 34 και παρ. 41 του Εγγράφου Ε.

[90] Βλ. πρακτικά ημερ. 14.3.2025, ώρα έναρξης 12:05 μ.μ., σελ. 34.

[91] Βλ. πρακτικά ημερ. 8.4.2025, ώρα έναρξης 12:30 μ.μ. σελ. 9.

[92] Βλ. πρακτικά ημερ. 29.2.2025, ώρα έναρξης 11:10 π.μ., σελ. 3.

[93] Βλ. παρ. 35 Εγγράφου Α.

[94] Βλ. πρακτικά ημερ. 8.4.2025, ώρα έναρξης 12:30 μ.μ. σελ. 9, γρ. 8 – 10 και σελ. 13 - 15, πρακτικά ημερ. 12.5.2025, ώρα έναρξης 12:45, σελ. 7.

[95] Βλ. πρακτικά ημερ. 8.4.2025, ώρα έναρξης 12:30 μ.μ., σελ. 14 και βλ. επίσης σελ. 15.

[96] Βλ. πρακτικά ημερ. 8.4.2025, ώρα έναρξης 12:30 μ.μ., σελ. 15.

[97] Βλ. πρακτικά ημερ. 8.4.2025, ώρα έναρξης 12:30 μ.μ., σελ. 15.

[98] Βλ. πρακτικά ημερ. 8.4.2025, ώρα έναρξης 12:30 μ.μ., σελ. 7 - 8.

[99] Βλ. πρακτικά ημερ. 8.4.2025, ώρα έναρξης 12:30 μ.μ., σελ. 8.

 

[100] Βλ. πρακτικά ημερ. 8.4.2025, ώρα έναρξης 12:30 μ.μ., σελ. 8.

 

[101] Βλ. πρακτικά ημερ. 8.4.2025, ώρα έναρξης 12:30 μ.μ., σελ. 9.

[102] Βλ. πρακτικά ημερ. 8.4.2025, ώρα έναρξης 12:30 μ.μ., σελ. 10 – 11.

[103] Βλ. πρακτικά ημερ. 7.3.2025, ώρα έναρξης 11:10 π.μ., σελ. 39.

[104] Βλ. πρακτικά ημερ. 14.3.2025, ώρα έναρξης 11:02 π.μ., σελ. 7.

[105] Βλ. πρακτικά ημερ. 14.3.2025, ώρα έναρξης 11:02 π.μ., σελ. 5.

[106] Βλ. πρακτικά ημερ. 21.2.2025, ώρα έναρξης 12:20 μ.μ., σελ. 23.

[107] Βλ. πρακτικά ημερ. 21.2.2025, ώρα έναρξης 12:20 μ.μ. σελ. 22 - 26 και παρ. 3 Εγγράφου Β.

[108] Βλ. παρ. 37 Εγγράφου Ε.

[109] Βλ. παρ. 35 Εγγράφου Ε.

[110] Βλ. παρ. 21 Εγγράφου Ε.

[111] Βλ. αγόρευση συνηγόρων Εναγόμενων, σελ. 15.

[112] Βλ. παρ. 2 – 3 του Τεκμηρίου 11.

[113] Βλ. πρακτικά ημερ. 12.5.2025, ώρα έναρξης 11:02 π.μ., σελ. 4.

[114] Βλ. πρακτικά ημερ. 26.5.2025, ώρα έναρξης 10:50 π.μ. σελ. 29.

[115] Βλ. πρακτικά ημερ. 26.5.2025, ώρα έναρξης 10:50 π.μ., σελ. 29.

[116] Βλ. πρακτικά ημερ. 12.5.2025, ώρα έναρξης 11:02 π.μ., σελ. 4.

[117] Βλ. πρακτικά ημερ. 26.5.2025, ώρα έναρξης 10:40 π.μ., σελ. 2.

[118] Βλ. πρακτικά ημερ. 19.5.2025, ώρα έναρξης 12:05 μ.μ., σελ. 15.

 

[119] Βλ. πρακτικά ημερ. 26.5.2025, ώρα έναρξης 10:40 π.μ., σελ. 3.

[120] Βλ. πρακτικά ημερ. 8.4.2025, ώρα έναρξης 12:30 π.μ., σελ. 5.

 

[121] Βλ. πρακτικά ημερ. 14.3.2025, ώρα έναρξης 11:02 π.μ., σελ. 3.

[122] Βλ .πρακτικά ημερ. 7.3.2025, ώρα έναρξης 11:10 π.μ., σελ. 35.

[123] Βλ. ενότητα V(στ), ανωτέρω.

[124] Πρακτικά ημερ. 19.5.2025, ώρα έναρξης 12:05, σελ. 5 – 6.

[125] Βλ. πρακτικά ημερ. 19.5.2025, ώρα έναρξης 12:05 μ.μ., σελ. 9.

 

[126] Βλ. πρακτικά ημερ. 19.5.2025, ώρα έναρξης 12:05 μ.μ., σελ. 13.

[127] Βλ. πρακτικά ημερ. 19.5.2025, ώρα έναρξης 12:05 μ.μ., σελ. 13 - 14.

[128] Βλ. πρακτικά ημερ. 21.2.2025, ώρα έναρξης 12:20 μ.μ., σελ. 22 και πρακτικά ημερ. 7.3.2025, ώρα έναρξης 13:50 μ.μ., σελ. 20.

[129] Βλ. πρακτικά ημερ. 7.3.2025, ώρα έναρξης 11:10 π.μ., σελ. 38.

[130] Βλ. πρακτικά ημερ. 14.3.2015, ώρα έναρξης 12:05, σελ. 20.

[131] Βλ. παρ. 15(2) της Έκθεσης Απαίτησης.

[132] Βλ. παρ. 3, σελ. 3 Εγγράφου Β.

[133] Βλ. πρακτικά ημερ. 21.2.2025, ώρα έναρξης 12:20 μ.μ., σελ. 6.

[134] Βλ. παρ. 27.4 του Εγγράφου Γ, πρακτικά ημερ. 4.4.2025 ώρα έναρξης 13:30 μ.μ. σελ. 10, πρακτικά ημερ. 12.5.2025, ώρα έναρξης 11:02 π.μ. σελ. 16, γρ. 7 και πρακτικά ημερ. 19.5.2025, ώρα έναρξης 12:05 μ.μ. σελ. 3 - 4.

[135] Βλ. πρακτικά ημερ. 26.5.2025, ώρα έναρξης 10:40 π.μ., σελ. 23 μέχρι 25.

[136] Βλ. Τεκμήρια 11 και 18.

[137] Βλ. σελ. 2, Τεκμήριο 11 και βλ. πρακτικά ημερ. 21.2.2025, ώρα έναρξης 12:20, σελ. 25, γρ. 19.

[138] Βλ. παρ. 2, Τεκμήριο 11.

[139] Βλ. πρακτικά ημερ. 21.2.2025, ώρα έναρξης 12:20, σελ. 9.

[140] Βλ. πρακτικά ημερ. 21.2.2025, ώρα έναρξης 12:20 π.μ., σελ. 20.

[141] Βλ. πρακτικά ημερ. 26.5.2025, ώρα έναρξης 10:40, σελ. 28.

[142] Βλ. αγόρευση συνηγόρων Εναγόμενων, σελ. 67, παρ. 168.

[143] Βλ. πρακτικά ημερ. 26.5.2025,  ώρα έναρξης 10:40, σελ. 27 - 28.

[144] Βλ. παρ. 14 Εγγράφου Α, πρακτικά ημερ. 15.1.2025 ώρα έναρξης 10:30 π.μ. σελ. 4, γρ. 3 – 5.

[145] Βλ. παρ. 15 Εγγράφου Α και πρακτικά ημερ. 15.1.2025 ώρα έναρξης 10:30 π.μ. σελ. 4, γρ. 6 - 8.

[146] Βλ. παρ. 90, σελ. 49 - 50 της γραπτής αγόρευσης των συνηγόρων των Εναγόμενων.

[147] Βλ. πρακτικά ημερ. 8.4.2025, ώρα έναρξης 12:30 μ.μ., σελ. 8.

 

[148] Βλ. παρ. 9(2), Λεπτομερειών Αμέλειας, της Έκθεσης Απαίτησης.

[149] Βλ. παρ. 9(1), Λεπτομερειών Αμέλειας, της Έκθεσης Απαίτησης.

 

[150] Βλ. αγορεύσεις συνηγόρων Εναγόμενων σελ. 53 – 55.

[151] Και βλ. Σύγγραμμα Charlesworth & Percy on Negligence 12η έκδοση, σελ. 880: (…) the basic rule is that in the ordinary case breach of a statutory duty does not in itself give rise to a private law cause of action for damages. Such an action can arise if, as a matter of construction of the statute in question, it is shown ‘that the statutory duty was imposed for the protection of a limited class of the public and that Parliament intended to confer on members of that class a private right of action for breach of the duty. [per Lord Browne – Wilkinson in X (Minors v. Bedfordshire CC [1995] 2 AC 633]. No difficulty should arise where the statute under consideration, or indeed another statute, indicates in terms that a civil remedy does or does not arise for breach of the duty imposed.”

 

[152] Βλ. σελ. 5 μέχρι 10 της γραπτής αγόρευσης των συνηγόρων των Εναγόντων.

[153] Rooks v. Barnard [1964] AC 1129. Επεξηγείται στο Σύγγραμμα McGregor on Damages, 17η  Έκδοση (2003), σελ. 370, παρ. 11-011 ότι: “Before Rookes exemplary damages had become well established in the torts of defamation, false imprisonment and trespass to property. However it was questioned by some after Rookes, with exemplary damages having there been declared anomalous, as to whether the anomaly should be expanded and the Court of Appeal accepted the propriety of those doubts on AB v. South West Water Services [1993] QB 507, CA by holding that an award of exemplary damages could only be made where the claimant’s cause of action was one in respect of which wards of this kind had already been made before Rookes was decided. However, the House of Lords too the view in Kuddus v. Chief Constable of Leicestershire [2002] 2 AC 122, that this did not properly represent the law. It was the features of the defendant’s behaviour rather than the cause of action sued upon which has to be looked at in order to decide whether exemplary damages were appropriate”.

[154] Βλ. γραπτή αγόρευση συνηγόρων Εναγόμενων, παρ. 265, σελ. 87.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο