Public Joint – Stock Company Commercial Bank «PrivatBank» ν. PricewaterhouseCoopers Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 886/18, 27/2/2026
print
Τίτλος:
Public Joint – Stock Company Commercial Bank «PrivatBank» ν. PricewaterhouseCoopers Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 886/18, 27/2/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Π.Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 886/18

Μεταξύ:

Public Joint – Stock Company Commercial Bank «PrivatBank»

Ενάγουσα

v.

 

1. PricewaterhouseCoopers Ltd 

2.Limited liability company Audit firm «PricewaterhouseCoopers (Audit)»

Εναγόμενων

---------------------------------

Αίτηση ημερομηνίας 12/07/2019 από τους Εναγόμενους 2

για ακύρωση και/ή παραμερισμό των διαταγμάτων ημερ. 10/05/2018 και 17/10/2018 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος

 

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 27 Φεβρουαρίου, 2026

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για τους Εναγόμενους 2 - Αιτητές: κ. Γεωργιάδης, με κ. Κάσσινο και κ. Χαραλάμπους για Γεωργιάδης & Πελίδης   Δ.Ε.Π.Ε.

Για την Ενάγουσα - Καθ΄ης η αίτηση: κ. Γ. Τριανταφυλλίδης, με κ. Οικονόμου και κα Χριστοδούλου για Άντης Τριανταφυλλίδης Δ.Ε.Π.Ε. και για Χρύσης Δημητριάδης Δ.Ε.Π.Ε.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Με την αίτησή της η Αιτήτρια - Εναγόμενη 2 ζητά την έκδοση αριθμού διαταγμάτων. Συγκεκριμένα, αιτείται διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η ακύρωση ή/και ο παραμερισμός (set aside) των διαταγμάτων ημερομηνίας 10/05/2018 και 17/10/2018 με τα οποία παραχωρήθηκε άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος της αγωγής κατά πρώτο, σύμφωνα με την Διήμερή Σύμβαση μεταξύ της Κύπρου και της Ουκρανίας και κατά δεύτερο σύμφωνα με τις πρόνοιες της Σύμβασης της Χάγης. Ταυτοχρόνως, ζητείται διάταγμα με το οποίο να παραμερίζεται ή/και να απορρίπτεται ή/και να αναστέλλεται η αγωγή εναντίον της Εναγόμενης 2 - Αιτήτριας καθώς επίσης και διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται ή/και να παραμερίζεται η επίδοση της ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος και των υπόλοιπων εγγράφων στην Εναγόμενη 2 – Αιτήτρια αλλά και διάταγμα που να παραμερίζει ή/και αναστέλλει την δικαστική διαδικασία μέχρι την εκδίκαση και έκδοση της τελικής απόφασης στην έφεση που εκκρεμεί στο High Court της Αγγλίας.

 

Ζητoύνται, επικουρικά, διατάγματα με τα οποία να παραμερίζεται ή/και να απορρίπτεται ή/και να αναστέλλεται η δικαστική διαδικασία λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, λόγω αποκλειστικής δικαιοδοσίας των Ουκρανικών Δικαστηρίων, ένεκα του ότι η Κύπρος δεν αποτελεί τον φυσικό και κατάλληλο τόπο διεξαγωγής της δικαστικής διαδικασίας, λόγω κατάχρησης της διαδικασίας και επειδή εκκρεμούν στην Ουκρανία και το Ηνωμένο Βασίλειο άλλες δικαστικές διαδικασίες που είχαν προηγηθεί της καταχώρησης της παρούσας αγωγής.    

 

Νομική βάση για την αίτηση αποτελούν οι Δ.2 θ.θ.1, 2 και 3, Δ.5 θ.θ.1, 2, 7, 9 και 10, Δ.5Α, Δ.6 θ.θ.1, 2 και 4 ‑ 9, Δ.16 θ.θ. 1, 2, 3 και 9, Δ.27 θ.3, Δ.39 θ.θ. 1- 4 και 18, Δ.48 θ.θ.1‑13 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, το Annual Practice 1958 (Vol 1), τα άρθρα 21, 23, 29, 30, 31, 32 και 41 του περί Δικαστηρίων Νόμου, το άρθρο 3 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, το Άρθρο 169 του Συντάγματος, τα άρθρα 2, 3, 7, 11, 13, 14, 56, 57, 59 και 61- 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, στον (ΕΚ) 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για το Εφαρμοστέο Δίκαιο στις Εξωσυμβατικές Ενοχές (Ρώμη Ι), στον (ΕΚ) 864/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για το Εφαρμοστέο Δίκαιο στις Εξωσυμβατικές Ενοχές (Ρώμη ΙΙ), ο περί της Συμβάσεως της Βιέννης επί του Δικαίου των Συνθηκών (Κυρωτικός) Νόμος του 1976 (Ν.62/1976), τα άρθρα 2, 18, 22, 23, 24 και 73 του περί Συμβάσεων Νόμου, τα άρθρα 1 - 26 του περί της Συμφωνίας Μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ουκρανίας για Νομική Συνεργασία σε Αστικά Θέματα (Κυρωτικός) Νόμος του 2005 (Ν.8(ΙΙΙ)/2005), η Σύμβαση της Χάγης περί της εν Αλλοδαπή Επιδόσεως Δικαστικών και Έτερων Εγγράφων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις που κυρώθηκε με τον Νόμο 40/1982, το Άρθρο 30 του  Κανονισμού (ΕΚ) 1215/12 για την Διεθνή Δικαιοδοσία, την Αναγνώριση και την Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις, στις συμφυείς εξουσίες και/ή στη διακριτική εξουσία και/ή πρακτική του Δικαστηρίου και στη σχετική νομολογία, το Κοινοδίκαιο και το δίκαιο της Επιείκειας.         

 

            Τα γεγονότα στα οποία στηρίχθηκε η αίτηση παρατέθηκαν σε ένορκη δήλωση του William Latmir ενώ το νομικό πλαίσιο προς υποστήριξη των ισχυρισμών, που περιέχονται στην ένορκη δήλωση, καταγράφηκε σε γνωμοδοτήσεις που εστιάζονται στην εφαρμογή του Ουκρανικού Δικαίου επί των γεγονότων της Dr. Martinenko καθώς και του Lord Collins και του Michaels, εμπειρογνωμόνων διεθνούς δικαίου.  Παρέθεσαν τις θέσεις τους αναφορικά με την ερμηνεία και την εφαρμογή της Συμφωνίας μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ουκρανίας για Νομική Συνεργασία σε Αστικά Θέματα καθώς και τους λόγους που θεωρούν ότι η διαφορά μπορεί να επιλυθεί μόνο από τα Ουκρανικά Δικαστήρια. Ο William Richard Gordon Latimir, ο οποίος εργοδοτείτο από τον Οκτώβριο του 2005 μέχρι τον Ιούνιο του 2019 από την PwC Ρωσίας, καταγράφει ότι μεταξύ των καθηκόντων του ήταν η επίβλεψη της Διαχείρισης Κινδύνων σε σχέση με την Εναγόμενη 2 – Αιτήτρια. Είναι ορκωτός λογιστής και έχει ολοκληρώσει τις σπουδές του στην Αγγλία, ενώ παράλληλα έχει εργαστεί στα γραφεία της εταιρείας PwC στο Ηνωμένο Βασίλειο, στη Λάτβια καθώς και στη Σλοβακία. Έχει εξουσιοδοτηθεί στην κατάρτιση της συγκεκριμένης ένορκης δήλωσης εκ μέρους της Εναγόμενης 2 – Αιτήτριας. Υποστηρίζει ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων, αντίληψη των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων και πέραν των 30 χρόνων εμπειρία ως ελεγκτής ενώ εξέτασε και το υλικό που είχε περισυλλέγει για τους ελέγχους της PwC Ουκρανίας για τα έτη 2013, 2014 και 2015. Επιπρόσθετα, έχει λάβει συμβουλή τόσο από τους δικηγόρους της Εναγόμενης 2 – Αιτήτριας στην Ουκρανία καθώς και από τους Κύπριους δικηγόρους της. Προωθεί τη θέση ότι η μαρτυρία του αφορά μόνο το γεγονός κατά πόσο το Δικαστήριο μπορεί ή κατά πόσο έπρεπε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια κατά τον χρόνο που η   Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση ζητούσε άδεια για να επιδώσει εκτός δικαιοδοσίας και κατά πόσο η Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση έχει αποκαλύψει μια πραγματική αξίωση εναντίον της Εναγόμενης 2 - Αιτήτριας σε σχέση με τις αξιώσεις της, ιδιαίτερα σε σχέση με το γεγονός της συντρέχουσας ευθύνης της με την Eναγόμενη 1.

 

            Ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο είχε εκδώσει δύο (2) πανoμοιότυπα διατάγματα με τα οποία επέτρεψε την επίδοση στην PwC Ουκρανίας. Το πρώτο διάταγμα εκδόθηκε στις 10/05/2018, μετά από μονομερή αίτηση της Ενάγουσας - Καθ΄ης η αίτηση και το δεύτερο εκδόθηκε στις 17/10/2018 με τον ίδιο τρόπο. Η μόνη διαφορά μεταξύ των δύο εκδοθέντων διαταγμάτων αφορά τη μέθοδο με την οποία η Ενάγουσα - Καθ΄ης η αίτηση εξουσιοδοτήθηκε από το Δικαστήριο να επιδώσει την Ειδοποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. Σήμερα βρίσκονται και τα δύο διατάγματα σε ισχύ, πλην όμως επίδοση είχε επιτευχθεί σύμφωνα με το δεύτερο διάταγμα επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Προωθεί τη θέση ότι η έκδοση του δεύτερου διατάγματος συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας αφού ένας αιτητής δεν μπορεί να επιζητεί την ίδια θεραπεία καταχωρώντας δύο πανομοιότυπες αιτήσεις στην ίδια διαδικασία. Υποστηρίζει ότι η Ενάγουσα - Καθ΄ης η Αίτηση έπρεπε πρώτα να αποσύρει την πρώτη αίτηση και να ζητήσει την ακύρωση του πρώτου διατάγματος και μετά να καταχωρίσει δεύτερη αίτηση, αφού δεν είναι επιτρεπτό να προωθούνται παράλληλα και οι δύο αιτήσεις. Λόγω της παράλειψης της Ενάγουσας – Καθ΄ης η Αίτηση να το πράξει, κατά τη δική του άποψη, τα δύο διατάγματα θα πρέπει να παραμεριστούν συνιστώντας κατάχρηση της διαδικασίας.

 

            Διαζευκτικά, ισχυρίζεται ότι σε σχέση με τη δεύτερη αίτηση, η οποία βασιζόταν αποκλειστικά σε μαρτυρία του Kostiantyn Shevhenko που την συνόδευε, τα όσα προωθεί και αφορούν την πρώτη αίτηση θα πρέπει να θεωρηθούν ότι εφαρμόζονται πλήρως και σε σχέση με αυτήν. Υποστηρίζει ότι η Ενάγουσα – Καθ΄ης η Αίτηση δεν απέδειξε ότι έχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση αναφορικά με τις αξιώσεις της και παραπλάνησε το Δικαστήριο και στις δύο Αιτήσεις. Παράλληλα, παρέλειψε να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων και της σχέσης μεταξύ της Τράπεζας, της PwC Ukraine και της PwC Cyprus. Αναφερόμενος στα γεγονότα που σχετίζονται με την ουσία της υπόθεσης καταγράφει ότι η Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση είναι εμπορική τράπεζα εγγεγραμμένη στην Ουκρανία και μέχρι το 2016 διατηρούσε 2,589 υποκαταστήματα στην Ουκρανία, ένα στην Κύπρο και θυγατρικές τράπεζες στη Λάτβια, το Λονδίνο και το Πεκίνο. Το υποκατάστημα στην Κύπρο διενεργούσε  εργασίες εκ μέρους της Ενάγουσας - Καθ' ης η Αίτηση και δεν είχε ξεχωριστή νομική οντότητα. Λόγω της απότομης μείωσης ρευστότητας, τον Δεκέμβριο 2016, η Κεντρική Τράπεζα της Ουκρανίας κήρυξε την Ενάγουσα -  Καθ' ης η Αίτηση  πτωχεύσασα και προχώρησε με την κρατικοποίηση και ανακεφαλαίωσή της. Σήμερα το 100% των μετοχών της ανήκουν στο Υπουργείο Οικονομικών της Ουκρανίας, το οποίο κρατά τις μετοχές εκ μέρους του κράτους. Οι Εποπτικές Αρχές της Ουκρανίας ανακάλυψαν ένα τεράστιων διαστάσεων σχέδιο υπεξαίρεσης και απάτης από τους πρώην ιδιοκτήτες της Τράπεζας, αφού αυτοί έλεγχαν όλες τις σημαντικές αποφάσεις που λαμβάνονταν από την Τράπεζα. Σύμφωνα με την Τράπεζα αυτό που οδήγησε στην απώλεια ρευστότητας ήταν η παραχώρηση μεγάλης έκτασης μη ανακτήσιμων δανείων σε δανειολήπτες που συνδέονταν με τους πρώην ιδιοκτήτες της. Οι δανειστές δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στην αποπληρωμή των δανείων ενώ οι παραχωρηθείσες εγγυήσεις ήταν είτε ανεπαρκείς ή μη εκτελεστές. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του Shevchenko, και στις δύο αιτήσεις, οι απώλειες της Τράπεζας ανέρχονται σε $5.5 δισεκατομμύρια και προκλήθηκαν αποκλειστικά από την απάτη των πρώην ιδιοκτητών της Τράπεζας. Εναντίον των πρώην ιδιοκτητών καταχωρίστηκε διαδικασία στο Δικαστήριο της Αγγλίας τον Δεκέμβριο του 2017, η υπόθεση με αριθμό No. BL-2017-000665. Παρά το γεγονός αυτό η Τράπεζα καταχώρισε και την υπό κρίση διαδικασία στην Κύπρο εναντίον της PwC Ουκρανίας και της PwC Κύπρου σε μια προσπάθεια να τους καταλογίσει ευθύνη για κατ΄ ισχυρισμό σοβαρές παραλήψεις και σοβαρή αμέλεια στον έλεγχο των λογαριασμών τόσο της Τράπεζας καθώς και του Υποκαταστήματος αναφορικά με τα έτη 2013, 2014 και 2015 έτσι ώστε να ανακτήσει τις απώλειες της. Κατά τη δική του άποψη η Τράπεζα δεν έχει προσφέρει μαρτυρία από την οποία να αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση εναντίον της PwC Ουκρανίας για τις κατ’ ισχυρισμό τεράστιες παραλείψεις, για τις οποίες η PwC Ουκρανίας αρνείται την ευθύνη.

 

            Προωθεί τη θέση ότι εκτός από τις κατ’ ισχυρισμό συμβατικές παραβάσεις και αδικοπραξίες η Ενάγουσα - Καθ΄ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι υπήρξε εκ προστήσεως ευθύνη σε σχέση με την παραβίαση των καθηκόντων της Εναγόμενης 2 - Αιτήτριας προς την Τράπεζα, όμως δεν προσφέρει μαρτυρία για την προώθηση των συγκεκριμένων ισχυρισμών. Κατά τη δική του άποψη η Ενάγουσα – Καθ΄ης η αίτηση καταγράφει μόνο την φύση και την έκταση των, κατ’ ισχυρισμό, παραλείψεων τόσο της Εναγόμενης 1 καθώς και της Εναγόμενης 2 – Αιτήτριας  χωρίς να προσδιορίζει τα σημεία που συνιστούν ένδειξη των παραβιάσεων του καθήκοντός τους. Ισχυρίζεται ότι η Τράπεζα είχε καθήκον, τόσο κατά την καταχώρηση της πρώτης αίτησης αλλά και της δεύτερης, να προσκομίσει τέτοια μαρτυρία που να υποστηρίζει με επάρκεια τις αξιώσεις της και ότι οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί που προβάλλονται είναι άνευ αντικειμένου. Επεξηγεί, ότι ο έλεγχος των ενοποιημένων οικονομικών λογαριασμών και των λογαριασμών του υποκαταστήματος που διενεργήθηκαν από την PwC Ουκρανίας και PwC Κύπρου ρυθμίζεται από διαφορετικές επιστολές δέσμευσης (engagement letters), οι οποίες ρυθμίζονται από διαφορετικούς νόμους. Παρά το γεγονός αυτό, καθώς και το γεγονός ότι οι δύο ελεγκτικοί οίκοι είχαν εντελώς διαφορετικά καθήκοντα, σύμφωνα με τις επιστολές δέσμευσης, η Τράπεζα προωθεί τον ισχυρισμό ότι οι έλεγχοι έγιναν παράλληλα, ως ένας έλεγχος, για ένα μόνο πελάτη, αναφορικά με κάθε ένα από τα τρία έτη και γι' αυτό η Eναγόμενη 1 με την Eναγόμενη 2 - Αιτήτρια ευθύνονται αλληλέγγυα και ξεχωριστά για το ποσό που αξιώνεται, το οποίο ανέρχεται στα $3 δισεκατομμύρια από τα $5.5 δισεκατομμύρια που διατείνεται ότι απώλεσε. Υποστηρίζει ότι η Ενάγουσα – Καθ΄ ης η αίτηση δεν προσκόμισε μαρτυρία που να προσδιορίζει ποσοτικά το συγκεκριμένο ποσό ή που να εξηγεί πώς αποκαλύπτεται, νομικά ή πραγματικά, από τα γεγονότα και τη μαρτυρία που προσκόμισε, εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον και των δύο ελεγκτικών οίκων. Κατά τη δική του άποψη η αξίωση της Τράπεζας εναντίον της Εναγόμενης 2 -  Αιτήτριας ρυθμίζεται από τον Ουκρανικό Νόμο και αν το Κυπριακό Δικαστήριο προχωρήσει στην ακρόαση της υπόθεσης θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο θα πρέπει να αποδοθεί οποιαδήποτε ευθύνη δυνάμει του Ουκρανικού Νόμου. Αρνείται ότι υπάρχει οποιαδήποτε πραγματική υπόθεση προς εκδίκαση εναντίον της Εναγόμενης 2 – Αιτήτριας, αφού αυτή εκτέλεσε όλες τις υποχρεώσεις, ως αυτές προσδιορίστηκαν από την επιστολή δέσμευσης, πλήρως και ικανοποιητικά, ενεργώντας σύμφωνα με τον Ουκρανικό Νόμο και τα λογιστικά πρότυπα. Υποστηρίζει ότι παρά το γεγονός ότι η Τράπεζα παραδέχεται πιθανή ταύτιση μεταξύ της παρούσας υπόθεσης και της εκκρεμούσας διαδικασίας στην Αγγλία δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε εισήγηση, έτσι ώστε να αποφευχθεί οποιαδήποτε απαγορευμένη διπλή ανάκτηση.

 

            Είναι η θέση του Ομνύοντα ότι οι ένορκες δηλώσεις Shevchenko δεν περιλαμβάνουν αποδεκτή και επαρκή μαρτυρία προς θεμελίωση της πρώτης ή/και της δεύτερης αίτησης. Ισχυρίζεται ότι ο συγκεκριμένος δεν αποκαλύπτει τη θέση που κατείχε στην Τράπεζα πριν την ανάληψη των καθηκόντων του στην Κύπρο το 2017 και κατά πόσο εργαζόταν, κατά τα επίδικα χρόνια, στην Τράπεζα. Ούτε και αποκαλύπτει την πηγή των γνώσεων του σε σχέση με τα γεγονότα που δεν ήταν υπόψιν του ή για τα οποία δεν έχει πρωτογενή γνώση. Ενημερώθηκε από την OV ότι κανένας από τους εργοδοτούμενους της Εναγόμενης 2 – Αιτήτριας, από αυτούς που ενεπλάκησαν στον έλεγχο και την κατάρτιση των ενοποιημένων οικονομικών λογαριασμών της Τράπεζας στην Ουκρανία, δεν θυμάται να τον έχει γνωρίσει ή να έχει επικοινωνήσει μαζί του. Γι' αυτό και εισηγείται ότι το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσής του δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποδεχτή μαρτυρία για υποστήριξη των δύο αιτήσεων. Προωθεί τη θέση ότι το Κυπριακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία αναφορικά με την Eναγόμενη 2 - Αιτήτρια και ότι η άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας θα πρέπει να ακυρωθεί για σωρεία λόγων. Συγκεκριμένα, ότι η δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων σε σχέση με την Εναγόμενη 2 - Αιτήτρια διέπεται αποκλειστικά από το Άρθρο 17 της Συμφωνίας  μεταξύ της Κύπρου και της Ουκρανίας για Νομική Συνεργασία σε Αστικά Θέματα (Κυρωτικός) Νόμος Ν.8(ΙΙΙ/05). Ότι η Τράπεζα απέτυχε στο καθήκον της να αποκαλύψει στο Δικαστήριο τις πρόνοιες του Άρθρου 17 της Συμφωνίας και αυτό συνιστά παραβίαση του καθήκοντος της πλήρους αποκάλυψης. Ότι ακόμα και αν η Τράπεζα θεωρούσε ότι η Συμφωνία δεν εφαρμόζεται είχε καθήκον να την αποκαλύψει στο Δικαστήριο, έτσι ώστε να δώσει στο Δικαστήριο την ευκαιρία να μορφοποιήσει τη δική του άποψη. Ότι, λόγω της παραβίασης του καθήκοντος για πλήρη αποκάλυψη, η Τράπεζα παρουσίασε τη μαρτυρία της έτσι ώστε να προωθήσει τα δικά της συμφέροντα παραγνωρίζοντας γεγονότα και μαρτυρία η οποία ήταν υπόψιν της ή/και θα μπορούσε να αποκαλυφθεί. Υποστηρίζει, ο Ομνύοντας, ότι ακριβώς λόγω αυτής της παραβίασης του καθήκοντος της Τράπεζας να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη όλων των γεγονότων, τα διατάγματα θα πρέπει να ακυρωθούν. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ο Shevchenko προβαίνει σε ακροσφαλείς δηλώσεις και συγκεκριμένα ότι η PwC Ουκρανίας και η PwC Κύπρου έδρασαν μαζί για να διεξαγάγουν έναν έλεγχο και γι' αυτό ευθύνονται και οι δύο. Στην πραγματικότητα όμως οι έλεγχοι ήταν πολλοί και διακριτοί αφού η PwC Ουκρανίας είχε εργοδοτηθεί για να εκτελέσει έλεγχο των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων του Ομίλου (Group Audit) ενώ για τους άλλους ελέγχους (component audits) εργοδοτήθηκαν άλλα ελεγκτικά γραφεία. H PwC Κύπρου είχε εργοδοτηθεί για να διενεργήσει το «component audit» του παραρτήματος της Τράπεζας στην Κύπρο. Σύμφωνα με τον Κυπριακό Νόμο η PwC Κύπρου όφειλε να καταρτήσει οικονομικές καταστάσεις του υποκαταστήματος, τις οποίες θα καταχωρούσε στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Κατά τη δική του άποψη ο κάθε ένας από τους ελέγχους αφορούσε αποκλειστικά την εταιρεία που τον διενεργούσε. Εισηγείται ότι δεν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία που να αποκαλύπτει ότι η PwC Ουκρανίας και η PwC Κύπρου θα μπορούσαν να θεωρηθούν συνυπεύθυνες για τις ξεχωριστές τους πράξεις, τις οποίες διενήργησαν σε διαφορετικές δικαιοδοσίες και δυνάμει ξεχωριστών επιστολών ανάθεσης. Το γεγονός αυτό, από μόνο του, αποκαλύπτει ότι η PwC Ουκρανίας δεν είναι αναγκαίος και κατάλληλος διάδικος στη διαδικασία εναντίον της PwC Κύπρου, στην Κύπρο. Η θέση αυτή υποστηρίζεται από τη διαφορετική συμβατική σχέση μεταξύ της Τράπεζα και της PwC Ουκρανίας και της Τράπεζας και της PwC Κύπρου καθώς και από τα Διεθνή Πρότυπα Ελέγχου (ISA).

 

            Εισηγείται, ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν είναι το κατάλληλο φόρουμ για να ακουστεί και να αποφασιστεί η αξίωση της Τράπεζας εναντίον της PwC Ουκρανίας, αφού αφορά διάφορα μεταξύ μίας Ουκρανικής τράπεζας με έναν Ουκρανικό λογιστικό οίκο σε σχέση με συμβόλαιο, το οποίο διέπεται από το Ουκρανικό Δίκαιο και εκτελέστηκε στην Ουκρανία. Επικαλείται την έκθεση της  Dr. Martinenko, η οποία ετοιμάστηκε για την PwC Ουκρανίας, για να υποδείξει ότι αναμφίβολα το Δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την αξίωση της Τράπεζας εναντίον της PwC Ουκρανίας είναι το Ουκρανικό Δικαστήριο. Κατά τη δική του άποψη η Τράπεζα αποσκοπεί στο να αποζημιωθεί για τις ίδιες ή σχεδόν τις ίδιες απώλειες που είχε και για τις οποίες έχει ενεργοποιήσει τη διαδικασία στην Αγγλία. Προωθεί τη θέση ότι είναι ανορθόδοξο να ακουστεί η υπό κρίση υπόθεση πριν ολοκληρωθεί η διαδικασία στην Αγγλία και ενώ υπάρχουν σε εξέλιξη διαδικασίες στην Ουκρανία και πρόσφατα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Κατά τη δική του άποψη η Τράπεζα δεν μπορεί να τεκμηριώσει ότι υπάρχει πραγματική ένδειξη ότι η PwC Ουκρανίας θα κληθεί υπόλογη για τον έλεγχο που διενεργήθηκε στην Κύπρο.

 

            Προωθηθεί τη θέση ότι η Ενάγουσα - Καθ' ης η αίτηση στην πρώτη αίτηση που καταχώρισε βασίστηκε σε κάποια άρθρα της Διμερούς Συμφωνίας, όπως διαφαίνεται από την ένορκη δήλωση Shevchenko και την έκθεση της Δρ. Paliashvili που τη συνοδεύει, όμως παρά το γεγονός αυτό ούτε ο Shevchenko ούτε η Δρ. Paliashvili αναφέρονται ή εφιστούν την προσοχή του Δικαστηρίου στο Άρθρο 17 της Διμερούς Συμφωνίας, το οποίο καθορίζει τη δικαιοδοσία ή την έλλειψη δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Το συγκεκριμένο Άρθρο καταγράφει τις προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιούνται πριν το Κυπριακό Δικαστήριο αναλάβει δικαιοδοσία. Εισηγείται ότι η Τράπεζα δεν προσκόμισε στοιχεία τα οποία να αποδεικνύουν, έστω και στην όψη τους, ότι πληρείται οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις του Άρθρου 17 της Συμφωνίας. Αντίθετα, προκύπτει από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης Shevchenko ότι ο μόνος λόγος, στον οποίο βασίζεται η έκδοση τόσο του πρώτου καθώς και του δεύτερου διατάγματος, δεν συμπεριλαμβάνεται στο Άρθρο 17 της Συμφωνίας, ήτοι ότι η PwC συνιστά αναγκαίο και κατάλληλο διάδικο. Το γεγονός ότι η Τράπεζα απέτυχε να παρουσιάσει μαρτυρία, έτσι ώστε να καταδείξει ότι η αξίωση της εναντίον της PwC Ουκρανίας εμπίπτει εντός των προϋποθέσεων του Άρθρου 17 της Συμφωνίας  οδηγεί, κατά τη δική του άποψη, στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει νομική βάση που να εντάξει την PwC Ουκρανίας στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων και το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την αγωγή εναντίον της και να ακυρώσει και τα δύο διατάγματα επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας.

 

            Υποστηρίζει ότι ακόμα και αν η Τράπεζα ή η Δρ. Paliashvili ειλικρινά πίστευαν ότι η Συμφωνία δεν επηρεάζει οποιαδήποτε θέματα δικαιοδοσίας είχαν καθήκον να ενημερώσουν το Δικαστήριο για τις πρόνοιες του Άρθρου 17 και να επιτρέψουν στο ίδιο το Δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του άποψη αναφορικά με την εφαρμογή των προνοιών του συγκεκριμένου άρθρου στα γεγονότα. Η συγκεκριμένη παράλειψη ισούται με θεμελιώδη παράλειψη να προβούν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη. Η Τράπεζα όχι μόνο απέτυχε να αποκαλύψει το Άρθρο 17 της Συμφωνίας αλλά παραχώρησε ψευδής και παραπλανητικές εγγυήσεις και δηλώσεις στο Δικαστήριο αναφορικά με το γεγονός ότι δεν υπήρχαν περιορισμοί δικαιοδοσίας. Παραπέμπει στις παραγράφους 74, 77, 110 και 114 της ένορκης δήλωσης Shevchenko και στις παραγράφους 10.9, 10.10 και 10.11 της έκθεσης της Δρ. Paliashvili.

 

            Κατά τη δική του άποψη δεν υπάρχει νομική βάση για έκδοση διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας γιατί η PwC Ουκρανίας και η PwC Κύπρου δεν διενήργησαν έναν έλεγχο και ως εκ τούτου δεν μπορούν να θεωρηθούν υπόλογες αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα. Υποστηρίζει ότι η ένορκη δήλωση Shevchenko παραπλανητικά δηλώνει ότι οι δύο Εταιρίες ενεργούσαν μαζί για να ολοκληρώσουν έναν έλεγχο και ότι οι αξιώσεις εναντίον τους είναι τόσο στενά συνδεδεμένες που να μπορούν να ακουστούν σε Κυπριακό Δικαστήριο. Ισχυρίζεται ότι οι θέσεις που καταγράφονται στις παραγράφους 104 μέχρι και 112 της ένορκης δήλωσης του Shevchenko, προς υποστήριξη της αίτησης επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, είναι παραπλανητικές, ανακριβής και μη ολοκληρωμένες. H μαρτυρία καταδεικνύει ότι δεν υπάρχει βάσιμος ισχυρισμός ότι οι δύο Εταιρείες θα μπορούσαν να θεωρηθούν αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα υπόλογες, ότι η PwC Ουκρανίας δεν συνιστά αναγκαίο και απαραίτητο διάδικο σε δικαστική διαδικασία εναντίον της PwC Κύπρου, ότι η Κύπρος δεν είναι το κατάλληλο φόρουμ στο οποίο να εκδικαστεί αξίωση εναντίον της PwC Ουκρανίας και ότι δεν υπάρχει σοβαρό ή πραγματικό ζήτημα προς εκδίκαση που να αφορά την ευθύνη των δύο ελεγκτικών οίκων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα. Διατείνεται, ότι η αρχική ένορκη δήλωση του Shevchenko λανθασμένα χαρακτηρίζει τους ελέγχους που διενεργήθηκαν από την Eναγόμενη 1 και την Εναγόμενη 2 - Αιτήτρια ως ένα έλεγχο και, περιγράφοντας τις δύο Εταιρείες ωσάν να είναι μια νομική οντότητα, παραπλανεί το Δικαστήριο. Το ίδιο μπορεί να λεχθεί και σε σχέση με τη περιγραφή που δίνει ότι η PwC είχε εργοδοτηθεί για να διενεργήσει τον λογιστικό έλεγχο των ενοποιημένων λογαριασμών της Τράπεζας και του Κυπριακού Παραρτήματος. Μόνο η PwC Ουκρανίας είχε διοριστεί για να διενεργήσει τον έλεγχο των ενοποιημένων λογαριασμών του Ομίλου (Group Accounts). Η περιγραφή του, σε σχέση με τον έλεγχο που διενεργήθηκε, δεν αποκαλύπτει το γεγονός ότι στην πραγματικότητα είχαν διενεργηθεί δύο ξεχωριστοί έλεγχοι. Εμμένει στη θέση του ότι οι δύο Εταιρείες διενήργησαν ξεχωριστούς και ανεξάρτητους οικονομικούς ελέγχους και ότι οι ψευδείς και παραπλανητικές δηλώσεις είχαν γίνει έτσι ώστε να πειστεί το Δικαστήριο ότι υπάρχουν λόγοι και μαρτυρία που καταδεικνύουν ότι η Τράπεζα έχει αξιώσεις εναντίον και των δύο Εταιρειών, για να δοθεί η εντύπωση ότι η PwC Ουκρανίας είναι αναγκαίος και απαραίτητος διάδικος στην αξίωση εναντίον της PwC Κύπρου και ότι το Κυπριακό Δικαστήριο είναι το σωστό φόρουμ για να ακούσει την υπόθεση. Υποστηρίζει ότι είναι αυταπόδεικτο ότι δεν υπάρχει δικαιοδοτική βάση για να προχωρήσει η αγωγή εναντίον της PwC Ουκρανίας στην Κύπρο.

 

            Εισηγείται, ότι η ένορκη δήλωση Shevchenko παραλείπει να αναφερθεί σε κρίσιμα στοιχεία που αποκαλύπτουν ότι οι δύο Εταιρείες δεν διενήργησαν ένα έλεγχο και ως εκ τούτου δεν μπορούν να θεωρηθούν αλληλέγγυα και κεχωρισμένα υπόλογες για τον λογιστικό έλεγχο της Τράπεζας και του Παραρτήματος. Κατά τη δική του άποψη το γεγονός ότι ελεγκτικές Εταιρείες βρίσκονται σε διαφορετικές δικαιοδοσίες αλλά μοιράζονται το ίδιο όνομα δεν τις καθιστά μια εταιρεία αφού διέπονται από τους νόμους της χώρας στην οποία βρίσκονται και υπόκεινται σε διαφορετικές προϋποθέσεις αδειοδότησης. Είναι η θέση του ότι υπήρχαν ξεχωριστές ομάδες στις δύο Εταιρείες, οι οποίες προέβαιναν σε ξεχωριστούς ελέγχους, διαφορετικών οικονομικών καταστάσεων, σε συμμόρφωση με διαφορετικές επιστολές ανάθεσης. Η εργασία τους ρυθμιζόταν από τον Νόμο της κάθε δικαιοδοσίας. Η απόφαση για να προσληφθεί η PwC Κύπρου είχε ληφθεί από την Τράπεζα και όχι από την PwC Ουκρανίας και οι έλεγχοι του Κυπριακού Παραρτήματος θα μπορούσαν να διενεργηθούν από οποιοδήποτε λογιστικό οίκο, ακόμα και εκτός του Ομίλου της PwC. Δίδει ως παράδειγμα τη Λετονία, όπου η Τράπεζα είχε διορίσει την KPMG Λετονίας για τη κατάρτιση των εκεί οικονομικών καταστάσεων. Υποστηρίζει ότι οι δύο Εταιρείες είχαν ξεχωριστές, διακριτές λογιστικές ευθύνες και εύρος εργασίας γι΄αυτό και οι υπηρεσίες τους παρέχονταν δυνάμει ξεχωριστών επιστολών ανάθεσης. Προωθεί τη θέση ότι η Τράπεζα παρέλειψε να αποκαλύψει ότι τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα διαφοροποιούν τον τρόπο που διενεργείται ο λογιστικός έλεγχος ενός ομίλου από τον λογιστικό έλεγχο ενός παραρτήματος και ότι, ως έχουν τα γεγονότα, η PwC Κύπρου δεν έχει ευθύνη για την αξίωση της Τράπεζας. Εξήγησε ότι το λογιστικό πρότυπο ISA600, σε σχέση με τον λογιστικό έλεγχο ομίλου προνοεί ότι ο λογιστικός οίκος είναι υπεύθυνος για τις οδηγίες, την επίβλεψη και εκτέλεση της ανάθεσης και για την λογιστική έκθεση που αφορά τις οικονομικές καταστάσεις του ομίλου. Δεν καταγράφεται ευθύνη για τον λογιστικό έλεγχο των παραρτημάτων. Στην συγκεκριμένη περίπτωση ο λογιστικός έλεγχος που έγινε στο Παράρτημα από την PwC Κύπρου απευθυνόταν στην PwC Ουκρανίας και σχετιζόταν με τον λογιστικό έλεγχο του Ομίλου και όχι την Τράπεζα. Εν πάση περιπτώσει εξαιρούνταν από τον έλεγχο του κυπριακού Παραρτήματος οι δανειακές συμβάσεις που έτυχαν έγκρισης από τα Κεντρικά Γραφεία, η εκτίμηση της δυνατότητας του Παραρτήματος να συνεχίσει ως δρώσα επιχείρηση, η εκτίμηση των εγγυήσεων για το δανειακό πορτοφόλιο και η εκτίμηση συνδεόμενων δραστηριοτήτων. Ευθύνη για αυτά τα τέσσερα κεφάλαια στον λογιστικό έλεγχο του Ομίλου, που αφορούν τo επίκεντρο των ισχυρισμών της Τράπεζας, φέρει αποκλειστικά η PwC Ουκρανίας. Το μεγαλύτερο μέρος των δανείων που παραχωρήθηκαν από το Παράρτημα έτυχαν έγκρισης από τα Κεντρικά Γραφεία στην Ουκρανία μεταφέροντας το οικονομικό ρίσκο από το Παράρτημα στα Κεντρικά Γραφεία της Τράπεζας. Ο Ομνύοντας δηλώνει πεπεισμένος ότι αν όλα αυτά είχαν εξηγηθεί στο Δικαστήριο το Δικαστήριο θα απέρριπτε τις δύο αιτήσεις και θα οδηγείτο στην κατάληξη ότι δεν υπήρχε εναγόμενος «άγκυρα» και συνακόλουθα ότι η PwC Ουκρανίας δεν είναι αναγκαίος και κατάλληλος διάδικος.                            

 

            Υποστηρίζει ότι η επιστολή ανάθεσης της PwC Κύπρου καταγράφει ότι η συγκεκριμένη εταιρεία θα διενεργήσει έλεγχο του Παραρτήματος στην Κύπρο και θα προωθήσει το αποτέλεσμα στην PwC Ουκρανίας. Όμως η επιστολή ανάθεσης της PwC Ουκρανίας δεν καταγράφει οτιδήποτε σε σχέση με τη διενέργεια του ελέγχου του Κυπριακού Παραρτήματος. Είναι η θέση του ότι η PwC Ουκρανίας δεν είναι συνυπεύθυνη για τη διενέργεια ελέγχου και κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων του Παραρτήματος, το οποίο υπόκειται στους Κυπριακούς Νόμους. Εν πάση περιπτώσει ο λογιστικός έλεγχος της PwC Κύπρου ολοκληρώθηκε βδομάδες μετά που είχαν εκδοθεί οι ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις από την PwC Ουκρανίας. Δεν υπήρχαν οι οικονομικές εκθέσεις που αφορούσαν το Παράρτημα κατά το χρόνο έκδοσης των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων της PwC Ουκρανίας και αυτό καταδεικνύει ότι δεν χρησιμοποιήθηκαν κατά τον λογιστικό ελέγχου του Ομίλου. Οπωσδήποτε ο κυπριακός οικονομικός έλεγχος υπόκειτο σε διαφορετικές νομικές απαιτήσεις, αφού στην Κύπρο εφαρμόζεται ο περί Εταιρειών Νόμος, ο οποίος καθορίζει τις προϋποθέσεις που αφορούν τις οικονομικές καταστάσεις και τους ελέγχους εταιρειών.

            Ισχυρίζεται ότι οι λογιστικοί έλεγχοι διέπονται και καθοδηγούνται από συμφωνηθέντες όρους, οι οποίοι αποτυπώνονται στις επιστολές ανάθεσης. Οι όροι των δύο επιστολών ανάθεσης ήταν διαφορετικοί. Η PwC Ουκρανίας προσλήφθηκε από την Τράπεζα ενώ η PwC Κύπρου από την διεύθυνση του Παραρτήματος. Η επιστολή ανάθεσης της PwC Ουκρανίας κατέγραφε τους όρους που την αφορούσαν, συμπεριλαμβανομένων και των δικαιωμάτων που θα καταβάλλονταν για την εκτέλεση των Ουκρανικών ελέγχων. Τα δικαιώματα για την εργασία της PwC Κύπρου καταγράφονταν στην επιστολή ανάθεσης της PwC Κύπρου. Το γεγονός ότι εφαρμόστηκαν ξεχωριστά έντυπα αποδοχής και συνέχισης και διαφορετικές επιστολές ανάθεσης λογιστικών εργασιών είναι περαιτέρω απόδειξη ότι ο έλεγχος της Τράπεζας και ο έλεγχος του Παραρτήματος ήταν ξεχωριστός από τη φύση του.  Η επιστολή ανάθεσης, το engagement letter, που αφορούσε το έτος 2015 μεταξύ της Tράπεζας και της PwC Ουκρανίας συμπεριλάμβανε αριθμό ειδικών αναφορών στους νόμους της Ουκρανίας και το ίδιο συνέβαινε και με το «engagement letter» της PwC Κύπρου, το οποίο συμπεριλάμβανε αναφορές στους Νόμους και τις απαιτήσεις που αφορούν την Κύπρο. Στο κάθε γράμμα καταγραφόταν ξεχωριστά το ποσό που απαιτείτο για τη διενέργεια των συγκεκριμένων ελέγχων. Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τον Shevchenko, το κόστος των συγκεκριμένων υπηρεσιών είχε συζητηθεί με διαφορετικούς εταίρους στην Ουκρανία από την Κύπρο. Απαιτείτο ξεχωριστή αποδοχή των όρων των επιστολών ανάθεσης από την PwC Ουκρανίας και από στην PwC Κύπρου καταδεικνύοντας ότι παρέχονταν ξεχωριστές και διαφορετικές υπηρεσίες. Επιπρόσθετα, ο Shevchenko απέτυχε να αποκαλύψει στο Δικαστήριο την έκδοση, από την Τράπεζα, των επιστολών διαχείρισης και εκπροσώπησης, «management and representation letters», τα οποία είχαν απευθυνθεί μόνο προς την PwC Ουκρανίας. Στόχευαν, οι συγκεκριμένες επιστολές, στον έλεγχο που είχε γίνει στην Τράπεζα στην Ουκρανία. Η μη αποκάλυψη όλων αυτών των γεγονότων οδηγεί στο συμπέρασμα ότι απεκρύβησαν γεγονότα έτσι ώστε να πειστεί το Δικαστήριο ότι η PwC Ουκρανίας ήταν απαραίτητος και αναγκαίος διάδικος στη διαδικασία εναντίον της PwC Κύπρου και ότι η Κύπρος είναι το σωστό φόρουμ για να επιλυθεί η διαφορά.

 

            Υποδεικνύει, ο Ομνύοντας, ότι οι επιστολές ανάθεσης των δύο Εταιρειών από μόνες τους αποκαλύπτουν ότι οι δύο Εταιρείες είχαν συμφωνήσει να μην θεωρηθούν αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα υπόλογες για οποιεσδήποτε τυχόν  αποζημιώσεις θα διεκδικούνταν από την Τράπεζα. Παραπέμπει στους όρους 33 ‑ 35 της επιστολής ανάθεσης της PwC Κύπρου, οι οποίοι υποστηρίζουν τις θέσεις του καθώς επίσης στους όρους 12.7 ‑ 12.9 της επιστολής ανάθεσης της PwC Ουκρανίας, οι οποίες καθορίζουν το πλαίσιο της ευθύνης της. Υποστηρίζει ότι ακόμα και η έκθεση της Δρ. Paliashvili κάνει αναφορά στον όρο 12.9 της επιστολής ανάθεσης της PwC Ουκρανίας στον οποίο γίνεται ρητή μνεία ότι οι δύο λογιστικοί οίκοι βρίσκονται σε ξεχωριστή συμβατική σχέση με την Τράπεζα. Ο Shevchenko απέτυχε να υποδείξει στο Δικαστήριο αυτές τις πτυχές των συμφωνιών και τις παραδοχές της Δρ. Paliashvili σε σχέση με το γεγονός αυτό. Αντίθετα, ο Shevchenko, στις παραγράφους 107 και 109 της ένορκης δήλωσής του προωθεί τη θέση ότι οι δύο λογιστικοί οίκοι είναι αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα υπεύθυνοι για όλο το ποσό που αξιώνει η Τράπεζα, χωρίς όμως να επεξηγεί που βασίζει τον ισχυρισμό του.

 

            Είναι η θέση του ότι, όπως επεξηγείται στην έκθεση του Δρ. Martinenko, σύμφωνα με τον Ουκρανικό Νόμο η Τράπεζα μπορεί να προωθήσει αξίωση εναντίον της PwC Ουκρανίας βασιζόμενη στη συμβατική τους σχέση, η οποία προκύπτει από την επιστολή ανάθεσης. Υποστηρίζει ότι η εισήγηση της Δρ. Paliashvili ότι θα μπορούσε να προωθηθεί μη συμβατική αξίωση δεν είναι βιώσιμη σύμφωνα με το Ουκρανικό Δίκαιο. Εν πάση περιπτώσει το Δικαστήριο, σύμφωνα με τον Ουκρανικό Νόμο, έχει καθήκον να καθορίσει το σωστό πλαίσιο της αξίωσης. Ως εκ τούτου, είναι η εισήγηση του Ομνύοντα, ότι οι θέσεις που καταγράφονται στην παράγραφο 7.10 της έκθεση της Δρ. Paliashvili είναι ανυπόστατες αφού οι δύο Εταιρείες ενήργησαν ξεχωριστά η κάθε μια και για τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί δεν μπορούν να θεωρηθούν αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα υπόλογες για τη ζημιά της Τράπεζας.

 

            Εισηγείται, ότι τα όσα ισχυρίζεται η Δρ. Paliashvili και αφορούν τόσο τις πρόνοιες της Ουκρανικής όσο και της Κυπριακής επιστολής ανάθεσης, ιδιαίτερα σε σχέση με το δικαίωμα της Τράπεζας να θεωρήσει υπόλογη οποιαδήποτε εταιρεία κάτω από την ομπρέλα της PwC δυνάμει της συγκεκριμένης επιστολής, είναι λανθασμένα. Υποστηρίζεται, από τον Δρ. Martinenko, ότι η θέση που προωθείται, για την κοινή και ξεχωριστή ευθύνη των δύο Εταιρειών, είναι προφανώς λανθασμένη και ασυνεπής αφού υπάρχει η δήλωση ότι οι δύο αυτές Εταιρείες ενεργούσαν ξεχωριστά και στα πλαίσια διαφορετικού νομικού συστήματος.

 

            Ο Ομνύοντας υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει πιθανότητα οι δύο Εταιρείες να μπορούν να θεωρηθούν από κοινού και/ή ξεχωριστά υπεύθυνες, αφού κατ’ ουσία υπάρχουν δύο ξεχωριστές και διακριτές αξιώσεις, οι οποίες υπόκεινται σε διαφορετικούς νόμους, εναντίον δύο διαφορετικών μερών. Επισημαίνει ότι η Τράπεζα είχε συμφωνήσει στον αποκλεισμό της ευθύνης της PwC Ουκρανίας σε σχέση με διενεργηθείσα από την ίδια εργασία. Υπό αυτές τις συνθήκες, είναι η δική του πεποίθηση, ότι η PwC Ουκρανίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αναγκαίος και κατάλληλος διάδικος σε διαδικασία εναντίον της PwC Κύπρου και περαιτέρω η Κύπρος δεν μπορεί να θεωρηθεί ως το σωστό φόρουμ, στο οποίο να προωθηθούν διαδικασίες εναντίον της PwC Ουκρανίας.

 

            Ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει νομικό θέμα προς εκδίκαση το οποίο να σχετίζεται με την ευθύνη των δύο λογιστικών οίκων για ζημιές ύψους $3 δισεκατομμυρίων. Παρά τις εκφρασθείσες απόψεις του Shevchenko, συγκεκριμένα στις παραγράφους 25, 29, 85 και 86 της ένορκης δήλωσής του, δεν προσκομίστηκε μαρτυρία και δεν επεξηγήθηκε με ποιον τρόπο καθορίστηκε ή σε ποια βάση αποφασίστηκε ότι οι δύο αυτές Εταιρείες θα πρέπει να θεωρηθούν συνυπεύθυνες για τα $3 δισεκατομμύρια από τα $5.5 δισεκατομμύρια που ισχυρίζεται η Τράπεζα ότι είναι η ζημιά της. Η ίδια η Τράπεζα όφειλε να προσκομίσει μαρτυρία και να επεξηγήσει πώς θα προωθήσει, τόσο νομικά καθώς και πραγματικά, την απόδειξη των ζημιών της. Κατά τη δική του άποψη τόσο οι Κύπριοι καθώς και οι Ουκρανοί δικηγόροι είχαν καθήκον να αποκαλύψουν μαρτυρία που να αφορά τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, έτσι ώστε να αποδείξουν την αξία τους καθώς και το γεγονός ότι λόγω αυτών η Τράπεζα υπέστη ζημιές ύψους $3 δισεκατομμυρίων ενώ θα έπρεπε να υποδείξουν νομικά και πραγματικά ότι οι δύο λογιστικοί οίκοι είναι συνυπεύθυνοι για τις συγκεκριμένες απώλειες ή/και για τα συγκεκριμένα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Ελλείψει της συγκεκριμένης μαρτυρίας η Τράπεζα απέτυχε να αποδείξει ότι έχει καλή και συζητήσιμη υπόθεση εναντίον οποιασδήποτε από τις δύο αυτές Εταιρείες καθώς επίσης και ότι υπάρχει σοβαρό θέμα προς εκδίκαση. Το θέμα, κατά τη δική του άποψη, καθίσταται σοβαρότερο ενόψει του ότι η Τράπεζα έχει στην κατοχή της όλα τα αποδειχτικά στοιχεία που αφορούν τα συγκεκριμένα μη εξυπηρετούμενα δάνεια και έχει ενεργοποιήσει εναντίον των πρώην ιδιοκτητών της διαδικασία στην Αγγλία, η οποία αφορά ακριβώς τις απώλειες της από τα συγκεκριμένα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Υποστηρίζει ότι ο Shevchenko δεν έχει αποκαλύψει, παρά την ευρεία υπηρεσία του στη συγκεκριμένη Τράπεζα, ότι είχαν γίνει ανεξάρτητοι έλεγχοι από έναν νέο λογιστικό οίκο, τον Ernst and Young, ο οποίος οίκος δεν μπορούσε να καθορίσει το ποσό της απώλειας σε σχέση με τα χρόνια που διενεργείτο ο έλεγχος από την PwC Ουκρανίας. Δεν αποκαλύφθηκε ότι η ίδια η Τράπεζα, το 2016, στις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις της αναγνώρισε απώλεια $5,9 δισεκατομμυρίων, έτσι ώστε να μειώσει την έκταση του πορτοφόλιο των δανείων της. Είναι η θέση του ότι οι συγκεκριμένες επιστολές διαχείρισης και εκπροσώπησης (management representation letters) είναι ανακόλουθες με την αξίωση της Τράπεζας εναντίον της PwC Ουκρανίας. Είναι αυταπόδεικτο ότι τα γεγονότα, όπως παρουσιάστηκαν από την Τράπεζα σε σχέση με την PwC Ουκρανίας, συνιστούν σημαντικά γεγονότα που θα έπρεπε να αποκαλυφθούν στο Δικαστήριο. Η παράλειψη αναφοράς, στις επιστολές διαχείρισης και εκπροσώπησης, είναι επίσης σημαντική αφού προβάλλεται ισχυρισμός, από τον Shevchenko, για απάτη. Τόσο ο Shevchenko όσο και η Δρ. Paliashvili απέτυχαν να στρέψουν την προσοχή του Δικαστηρίου στην αποδοχή του περιεχομένου των management letters και από τις δύο πλευρές. Η Τράπεζα γνώριζε ή θα έπρεπε να αναμένει ότι η PwC Ουκρανίας θα βασιζόταν στην ύπαρξη των συγκεκριμένων, ως μέρος της Υπεράσπισής της, σε οποιεσδήποτε αξιώσεις ή ισχυρισμούς προωθούνταν στην ένορκη δήλωση του Shevchenko.

 

            Είναι η θέση του ότι ο Shevchenko δεν αναφέρθηκε στα αποτελέσματα του ελέγχου που έγινε από την Ελεγκτική Αρχή Τραπεζών στην Ουκρανία, ο οποίος έλεγχος δεν αποκάλυψε απάτη ή/και παραπληροφόρηση στους λογαριασμούς της Τράπεζας ή δάνεια τα οποία ήταν χωρίς τις απαραίτητες παρεχόμενες εγγυήσεις. Αντί αυτού ο Shevchenko παρουσίασε αποτελέσματα της έρευνας που διενεργήθηκε από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, στο Παράρτημα της Τράπεζας στην Κύπρο. Σύμφωνα με τον Shevchenko τον Δεκέμβριο του 2015 είχαν αποκαλυφθεί ελλείψεις στο κεφάλαιο της Τράπεζας, αλλά μέχρι και τότε δεν φαίνεται να υπήρχαν ενδείξεις για την οποιαδήποτε απάτη από τους πρώην ιδιοκτήτες της ή οποιεσδήποτε ψευδής δηλώσεις στους λογαριασμούς. Αντίθετα, τον Φεβρουάριο του 2016, η Εθνική Αρχή Τραπεζών της Ουκρανίας ενέκρινε την αναδιάρθρωση της Τράπεζας και για τους μήνες Μάρτιο μέχρι Νοέμβριο του 2016 συνέχισε να ελέγχει την Τράπεζα. Στις 10/12/2016 η Τράπεζα υπέστη απότομη μείωση στη ρευστότητά της και στις 18/12/2016 τέθηκε υπό εκκαθάριση. Κατά τη δική του άποψη η Τράπεζα είχε καθήκον να πληροφορήσει και να ενημερώσει το Δικαστήριο για τα αποτελέσματα της έρευνας από την Κρατική Αρχή Τραπεζών Ουκρανίας, όπως έπραξε με τα αποτελέσματα της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου που αφορούσαν το Παράρτημα στην Κύπρο. Η συγκεκριμένη πληροφόρηση ήταν απαραίτητη και αναγκαία σε σχέση με την αξίωση της Τράπεζας, αφού σχετίζεται με το επίπεδο ευθύνης και την έκταση των καθηκόντων των δύο ελεγκτικών οίκων.

 

            Όσον αφορά τη διαδικασία που ενεργοποιήθηκε στα Αγγλικά Δικαστήρια, μεταξύ της Τράπεζας και των πρώην ιδιοκτητών της, προέκυψε από τη συγκεκριμένη διαδικασία ότι η Τράπεζα απέτυχε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο καθοριστικά γεγονότα, τα οποία θα έριχναν φως στην εγκυρότητα της αξίωσής της τόσο σε σχέση με την έκταση του αξιωμένου ποσού καθώς και σε σχέση με τα αίτια της απώλειας. Αυτό συνιστά σοβαρή έλλειψη ή/και αποτυχία αποκάλυψης όλων των γεγονότων στο Δικαστήριο. Υποστηρίζει ότι υπάρχει επικάλυψη γεγονότων της παρούσας διαδικασίας με τη διαδικασία που ενεργοποιήθηκε στα Αγγλικά Δικαστήρια, η οποία είναι αποδεχτή, σε κάποια έκταση και από τον Shevchenko. Προωθεί τη θέση ότι παρά το συγκεκριμένο γεγονός δεν παραχωρήθηκαν, στην ένορκη δήλωση Shevchenko, οποιεσδήποτε λεπτομέρειες σε σχέση με αυτήν την αλληλοκάλυψη και δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση γιατί, ως εισηγείται, είναι πιο γρήγορο για τα Κυπριακά Δικαστήρια να προχωρήσουν και να αποφασίσουν γεγονότα τα οποία βρίσκονται υπό εκδίκαση στα Αγγλικά Δικαστήρια. Το αγγλικό Δικαστήριο, σε απόφασή του ημερομηνίας 04/12/2018, αποφάσισε όπως ακυρώσει το διάταγμα παγοποίησης, μεταξύ άλλων, γιατί η Τράπεζα είχε σκόπιμα αποκρύψει στοιχεία και είχε παραπλανήσει το Δικαστήριο. Επίσης αποφάσισε ότι δεν είχε δικαιοδοσία εναντίον των πρώην ιδιοκτητών και απέρριψε την αξίωση εναντίον τους. Επιπρόσθετα, προχώρησε ένα βήμα περαιτέρω και αποφάσισε ότι ακόμα και αν είχε δικαιοδοσία εναντίον των πρώην ιδιοκτητών θα ανέστελλε τη διαδικασία ενόψει του ότι υπήρχαν συναφείς διαδικασίες στην Ουκρανία. Η Τράπεζα καταχώρισε έφεση σε σχέση με τη συγκεκριμένη αγγλική απόφαση και παρά το γεγονός αυτό προωθείται ενώπιον των Κυπριακών Δικαστηρίων την υπό κρίση υπόθεση.

 

            Εμμένει στη θέση του ότι η Τράπεζα δεν έχει αποκαλύψει οποιαδήποτε μαρτυρία ή πληροφορία που να αφορά την απάτη αλλά ούτε και έχει συμπλέξει τις αξιώσεις εναντίον των δύο λογιστικών γραφείων. Εν πάση περιπτώσει είναι η δική του εισήγηση ότι διαφαίνεται από την αγγλική απόφαση ότι υπάρχει σοβαρή αλληλοκάλυψη μεταξύ της αγγλικής διαδικασίας και της υπό κρίση διαδικασίας ενώ υπάρχει μεγάλο ρίσκο διπλής αποζημίωσης της Τράπεζας. Η Τράπεζα δεν προσέφερε εισηγήσεις αναφορικά με το πώς ν’ αποφευχθεί η διπλή αποζημίωση. Όσον αφορά τις σχετιζόμενες διαδικασίες στην Ουκρανία υποστηρίζει ότι ο Shevchenko αποφεύγει να τις αποκαλύψει, όμως το γεγονός παραμένει ότι υπάρχουν σε εκκρεμότητα διαδικασίες στην Ουκρανία, οι οποίες σχετίζονται με τα επίδικα θέματα. Πρόσφατα η Τράπεζα καταχώρισε και διαδικασία στις Ηνωμένες Πολιτείες εναντίον των πρώην ιδιοκτητών καθώς και άλλων προσώπων. Εκείνη η διαδικασία περιγράφει τις προσπάθειες που είχαν γίνει για να μην αποκαλυφθεί η απατηλή συμπεριφορά των τότε ιδιοκτητών της Τράπεζας. Σ’ εκείνη την διαδικασία ανατρέπονται οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην υπό κρίση διαδικασία, ότι οι απώλειες της Τράπεζας είναι το αποτέλεσμα των ελέγχων που είχαν γίνει από την PwC Ουκρανίας και την PwC Κύπρου. Αντίθετα, εκεί προβάλλεται ότι οι ανώτεροι διευθυντές καθώς και άλλοι λειτουργοί της Τράπεζας είχαν εμπλακεί σε ένα σχέδιο, το οποίο ενίσχυε την κατασκευή υποστηρικτικών εγγράφων για την παροχή δανείων, έτσι ώστε να αποφευχθεί η αποκάλυψη της απάτης.

 

            Υποστηρίζει ότι το Άρθρο 17 της Διμερούς Συμφωνίας καθορίζει αποκλειστικά την εμβέλεια της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων και είναι ξεκάθαρο ότι, το συγκεκριμένο άρθρο, δεν αποδίδει δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια για οποιαδήποτε διαδικασία εναντίον της PwC Ουκρανίας. Ακόμα και αν οι κανόνες, οι Κυπριακοί κανόνες για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, εφαρμόζονταν δεν πληρείται οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις που καθορίζονται έτσι ώστε να δικαιολογείται η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Καταγράφει, ότι η PwC Ουκρανίας δεν μπορεί να θεωρηθεί αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα υπόλογη με την PwC Κύπρου για τις κατ’ ισχυρισμόν απώλειες της Τράπεζας. Καταλήγει, ότι σε σχέση με την PwC Ουκρανίας το κατάλληλο φόρουμ εκδίκασης της οποιασδήποτε διαφοράς είναι η Ουκρανία και ότι ακόμα και αν το Κυπριακό Δικαστήριο κέκτητο δικαιοδοσίας η αποτυχία της Τράπεζας να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των εγγράφων στο Κυπριακό Δικαστήριο, η οποία ήταν μεγάλη σε έκταση, καταδεικνύει ότι τα διατάγματα θα πρέπει να ακυρωθούν σε εκείνην τη βάση και μόνο. Κατά τη δική του άποψη το Δικαστήριο θα πρέπει να αναστείλει την παρούσα διαδικασία μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης στη διαδικασία που εκκρεμεί στα Αγγλικά Δικαστήρια ή/και μέχρι την τελική απόφαση στα Ουκρανικά Δικαστήρια, υπό τους όρους που το ίδιο το Δικαστήριο θεωρεί δίκαιους υπό τις περιστάσεις. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 30 της Σύμβασης των Βρυξελλών Ι, οι οποίες στην παρούσα διαδικασία πληρούνται, δικαιολογείται η αναστολή της παρούσας διαδικασίας μέχρι την έκδοση της απόφασης ενώπιον του Αγγλικού Δικαστηρίου.

 

            Η αίτηση αντιμετωπίστηκε με ένσταση, στην οποία παρατέθηκαν δεκαέξι (16) λόγοι ενστάσεως οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: Ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί γιατί η Εναγόμενη 2  - Αιτήτρια παρέλειψε να αποκαλύψει οποιοδήποτε βάσιμο λόγο που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ότι το διάταγμα, ημερομηνίας 10/05/2018, με το οποίο δόθηκε άδεια για επίδοση της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας, είναι έγκυρο ή/και δικαιολογημένο ή/και εκδόθηκε στη βάση της μαρτυρίας που προσκομίστηκε από την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση στην ένορκη δήλωση του Shevchenko ημερομηνίας 10/05/2018. Ότι το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 17/10/2018, με το οποίο εξασφαλίστηκε άδεια για επίδοση της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος σύμφωνα με τη Σύμβαση της Χάγης, είναι έγκυρο ή/και δικαιολογημένο στη βάση της μαρτυρίας που προσκομίστηκε μέσω της ένορκης δήλωσης του Shevchenko ημερομηνίας 17/10/2018. Ότι η Ενάγουσα - Καθ΄ ης η αίτηση έχει καταδείξει εκ πρώτη όψεως καλή συζητήσιμη υπόθεση εναντίον της Εναγόμενης 2 - Αιτήτριας τόσο στη βάση της πρώτης, όσο και στη βάση της δεύτερης ένορκης δήλωσης Shevchenko. Ότι η πρώτη ένορκη δήλωση Shevchenko περιλαμβάνει το αναγκαίο υπόβαθρο γεγονότων για την έκδοση του διατάγματος ημερομηνίας 10/05/2018 για επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος σύμφωνα με τη Συμφωνία μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ουκρανίας για Νομική Συνεργασία σε Αστικά Θέματα (Ν.8ΙΙΙ/2005). Ότι η δεύτερη ένορκη δήλωση επίσης περιλαμβάνει το αναγκαίο υπόβαθρο γεγονότων για την έκδοση του διατάγματος ημερομηνίας 17/10/2018, για επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος σύμφωνα με τις πρόνοιες της Σύμβασης της Χάγης. Ότι το γεγονός ότι ζητήθηκαν και εξασφαλίστηκαν δύο διατάγματα για την επίδοση της αγωγής εκτός δικαιοδοσίας δεν συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου αλλά ήταν επιτρεπτό και ενδεδειγμένο, έτσι ώστε η επίδοση του Κλητηρίου να επιτευχθεί, αφού η αρχική επίδοση του Κλητηρίου είχε απορριφθεί από το Holosiivskyi District Court στις 14/08/2018 και από το Kiev City Commercial Court στις 19/09/2018. Ότι η μαρτυρία τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη ένορκη δήλωση του Shevchenko είναι αποδεχτή ή/και επαρκής ή/και έγκυρη σύμφωνα με το Κυπριακό Δίκαιο. Ότι το Κυπριακό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την αγωγή στη βάση του ότι η Εναγόμενη 2 - Αιτήτρια είναι αναγκαία και κατάλληλη διάδικος στην αγωγή, η οποία καταχωρίστηκε δεόντως εναντίον της Εναγόμενης 1. Ότι το Άρθρο 17 της Διμερούς Συμφωνίας δεν θεμελιώνει δικαιοδοτικό κανόνα και ως εκ τούτου είναι άσχετο για τους σκοπούς της αίτησης για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και σχετίζεται μόνο αναφορικά με τη διαπίστωση του κατά πόσο ένα Κυπριακό ή ένα Ουκρανικό Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να αναγνωρίσει και να εκτελέσει απόφαση η οποία εκδόθηκε από το Δικαστήριο άλλου κράτους. Ότι η Ενάγουσα - Καθ΄ ης η αίτηση έχει καταδείξει στο Δικαστήριο, στη βάση της μαρτυρίας που προσκομίστηκε, την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής αιτίας αγωγής εναντίον της Εναγόμενης 1. Ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης εφόσον σ΄ αυτό το στάδιο είναι αρκετό να ικανοποιηθεί ότι η Ενάγουσα - Καθ΄ ης η αίτηση έχει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής. Ότι η Ενάγουσα - Καθ΄ ης η αίτηση απέσεισε πλήρως το καθήκον της για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη αποκαλύπτοντας όλα τα ουσιαστικά γεγονότα, τα οποία είναι σχετικά με την αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Ότι η Κύπρος είναι το κατάλληλο φόρουμ (forum conveniens) για την εκδίκαση και έκδοση απόφασης στην αγωγή. Ότι η ύπαρξη των Αγγλικών διαδικασιών ή/και διαδικασιών οι οποίες εκκρεμούν σε άλλες χώρες, οι οποίες καταγράφονται στην ένορκη δήλωση του Latimir, δεν είναι σχετικές ή στενά συνδεδεμένες με την υπό κρίση διαδικασία και δεν δημιουργούν οποιοδήποτε εμπόδιο για την προώθηση ή/και συνέχιση της αγωγής στην Κύπρο και ότι το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία, στο παρόν στάδιο, να αναστείλει την αγωγή εκκρεμούσης της έκδοσης απόφασης σε αλλοδαπές διαδικασίες.

 

            Η νομική βάση που καταγράφεται στην ένσταση είναι πανομοιότυπη με αυτήν που παρατίθεται στην αίτηση και ως εκ τούτου δεν θα επαναληφθεί.

 

            Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίχθηκε η ένσταση καταγράφονται σε ένορκες δηλώσεις του Michael Ashley και Konstantin Shevchenko. Ο Michael Ashley, στην ένορκη δήλωσή του που συνοδεύει την ένσταση, κατέγραψε ότι κλήθηκε από την Ενάγουσα - Καθ΄ης η αίτηση να ετοιμάσει μια έκθεση σε σχέση με τον τρόπο που τυγχάνουν λογιστικού χειρισμού οι εταιρείες. Του ζητήθηκε να εξηγήσει τη σχέση μεταξύ του «group audit» και του «component audit», τον λόγο για τον οποίο εκδίδονται οι επιστολές ανάθεσης και την σημασία του περιεχομένου τους για τον  λογιστή - ελεγκτή. Όσον αφορά το «component audit» εξήγησε ότι είναι αναπόσπαστο μέρος της ελεγκτικής εργασίας. Η οικονομική πληροφόρηση που περιλαμβάνει ταυτίζεται και ενσωματώνεται στις οικονομικές καταστάσεις, οι οποίες συγκαταλέγονται στο «group audit». Υποστήριξε ότι δεν είναι σωστό να χαρακτηρίζεται το «component audit» ως ξεχωριστός έλεγχος και ότι είναι πιο σωστό να το περιγράψει κάποιος σαν μέρος του ολοκληρωμένου ελέγχου του λογιστή αφού βασίζεται στα έγγραφα που θα παραλάβει. Κατά τη δική του άποψη η PwC Κύπρου έπρεπε να χρησιμοποιήσει την εργασία που είχε διενεργηθεί για τα «component audits» ως μέρος της εργασίας που θα διενεργούσε προς συμμόρφωση με τα Κυπριακά Λογιστικά Πρότυπα. Συγκεκριμένη εργασία, η οποία είχε διενεργηθεί από την PwC Ουκρανίας και αφορούσε τις οικονομικές καταστάσεις ολόκληρου του Ομίλου, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από την PwC Κύπρου προς υποστήριξη των κυπριακών οικονομικών καταστάσεων. Όσον αφορά τις επιστολές ανάθεσης κατέγραψε ότι αυτές ζητούνται από τους λογιστές – ελεγκτές ως μια ένδειξη των απαιτήσεων της εταιρείας που θα ελεγχθεί για να γνωρίζει ο ελεγκτικός οίκος πρώτον, τι απαιτείται και κατά πόσο έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του σε σχέση με την ετοιμασία των λογιστικών και των οικονομικών καταστάσεων και δεύτερον, για να υπάρχει ολοκληρωμένη πληροφόρηση στον ελεγκτή, έτσι ώστε να μπορεί να ξεκινήσει την ελεγκτική του εργασία.

 

               Ο Shevehenko στη δική του ένορκη δήλωση καταγράφει ότι είχε ορκιστεί δύο φορές σε σχέση με την υπό κρίση διαδικασία και συγκεκριμένα στις 10/05/2018 και στις 17/10/2018 και είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος από την Τράπεζα να το πράξει εκ νέου. Η μητρική του γλώσσα είναι η Ουκρανική, όμως έχει πολύ καλή γνώση της Ρωσικής και Αγγλικής γλώσσας. Σε σχέση με τα γεγονότα εκφράζει την άποψη ότι το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση ασχολείται με τα πλεονεκτήματα της αξίωσης της Τράπεζας εναντίον της PwC Ουκρανίας ενώ σ’ αυτό το στάδιο της διαδικασίας αυτό που απασχολεί είναι κατά πόσο υπάρχει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής σύμφωνα με την Δ.6 θ.4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Όλα τα υπόλοιπα, κατά τον ίδιο, συνιστούν θέματα για τη δίκη, δεν μπορούν να τύχουν σχολιασμού στο παρόν στάδιο και παρεπόμενα δεν μπορούν να θεωρηθούν ως θέματα τα οποία δεν έχουν αποκαλυφθεί στις ένορκες δηλώσεις που είχαν υποστηρίξει τις δύο αιτήσεις. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι η ένορκη δήλωση του Latimir εμπεριέχει νομικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι αφορούν τις αγορεύσεις των δικηγόρων και όχι τις θέσεις των διαδίκων. Όσον αφορά τα δύο διατάγματα που εκδόθηκαν εξήγησε ότι στις 10/05/2018 η Τράπεζα επεδίωξε και εξασφάλισε το πρώτο διάταγμα, με το οποίο το Δικαστήριο έδωσε άδεια για επίδοση της διαδικασίας στην PwC Ουκρανίας σε διεύθυνση στην Ουκρανία σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διμερούς Συμφωνίας. Στις 17/10/2018 εκδόθηκε δεύτερο διάταγμα, με το οποίο το Δικαστήριο έδωσε άδεια για την επίδοση των εγγράφων της διαδικασίας σύμφωνα με τις πρόνοιες της Σύμβασης της Χάγης. Οι λόγοι για τους οποίους απαιτείτο η έκδοση του δεύτερου διατάγματος επεξηγούνται στη δική του ένορκη δήλωση της ίδιας ημερομηνίας. Συνοπτικά καταγράφει ότι μεταξύ του Μαΐου και Σεπτεμβρίου του 2018 η Τράπεζα επιδίωξε την επίδοση των εγγράφων σύμφωνα με το πρώτο διάταγμα πλην όμως δεν της επιτράπηκε ενόψει δύο αποφάσεων, ημερομηνίας 14/08/2018 και 19/09/2018, που δόθηκαν από Δικαστήρια της Ουκρανίας με τις οποίες εκδόθηκαν διατάγματα με τα οποία δεν επιτράπηκε η επίδοση σύμφωνα με τη Διημερή Σύμβαση. Στις δύο διαδικασίες στην Ουκρανία η PwC Ουκρανίας εκπροσωπήθηκε και οι δικηγόροι της πρόβαλαν ένσταση στην επίδοση των δικογράφων ενώ δεν επιτράπηκε στους δικηγόρους της Τράπεζας να λάβουν μέρος στη διαδικασία και να υποβάλουν τις θέσεις τους. Ως εκ τούτου για να επιτευχθεί η επίδοση στην PwC Ουκρανίας η Τράπεζα επεδίωξε την έκδοση του δεύτερου διατάγματος επιλέγοντας μια διαφορετική μέθοδο επίδοσης, ήτοι σύμφωνα με τη Σύμβαση της Χάγης. Η μόνη διαφορά, μεταξύ των δύο διαταγμάτων, είναι η μέθοδος με την οποία δόθηκε άδεια από το Δικαστήριο στην Τράπεζα να επιδώσει τα έγγραφα της διαδικασίας. Κατά τη δική του άποψη ήταν επιτρεπτό για την Τράπεζα να επιδιώξει να επιδώσει τα έγγραφα της διαδικασίας με δύο διαφορετικές εναλλακτικές μεθόδους, έχοντας υπόψιν ότι η επίδοση δικαστικών εγγράφων στην Ουκρανία επιτρέπεται τόσο με τη Διμερή Σύμβαση μεταξύ Κύπρου και Ουκρανίας καθώς και με τη Σύμβαση της Χάγης, ιδιαίτερα γνωρίζοντας ότι είχε αποτύχει η προσπάθεια επίδοσης δυνάμει της Διμερούς Σύμβασης.

 

            Είναι η θέση του Ομνύοντα ότι τα σχόλια του Latimir, που αφορούν την αποδεκτότητα της μαρτυρίας που προσκομίστηκε προς υποστήριξη των αιτημάτων για έκδοση των δύο διαταγμάτων, συνιστούν θέμα νομικό και θέμα το οποίο θα απασχολήσει τους δικηγόρους στον κατάλληλο χρόνο. Δηλώνει, ότι πριν τον διορισμό του ως γενικός διευθυντής του κυπριακού παραρτήματος της Τράπεζας ο ίδιος υπηρέτησε σε πολλές θέσεις εντός της Τράπεζας στην Ουκρανία. Ισχυρίζεται ότι ο Latimir εργοδοτήθηκε από την PwC Ρωσίας μεταξύ των ετών 2005 ‑ 2019 και παρά το γεγονός ότι ο ίδιος δήλωνε ότι στα καθήκοντά του ενέπιπτε η επιτήρηση της PwC Ουκρανίας δεν προκύπτει ή/και ο ίδιος δεν κατέγραψε κατά πόσο τα συγκεκριμένα καθήκοντα τον ενέπλεκαν προσωπικά στην καθημερινή λειτουργία της PwC Ουκρανίας. Εισηγείται ότι ο Latimir δεν έχει προσωπική γνώση σε σχέση με τα θέματα τα οποία πραγματεύεται στην ένορκη δήλωσή του.

 

               Υποστηρίζει ότι η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ενόψει του ότι το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία, δυνάμει της Δ.6 θ.1(h) των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών σε σχέση με την Eναγόμενη 2 - Αιτήτρια, γιατί αυτή είναι αναγκαίος διάδικος στην αξίωση της Τράπεζας εναντίον της Εναγόμενης 1. Το Άρθρο 17 της Διμερούς Σύμβασης, στο οποίο βασίζεται η Eναγόμενη 2 - Αιτήτρια, δεν σχετίζεται με το συγκεκριμένο θέμα αφού αφορά την αναγνώριση και εκτέλεση στην Κύπρο και στην Ουκρανία εκδοθεισών αποφάσεων από οποιοδήποτε Δικαστήριο των δύο αυτών κρατών. Κατά τη δική του άποψη δεν συνιστά κανόνα δικαιοδοσίας, πόσο μάλλον κανόνα που να μπορεί να εφαρμοστεί έτσι ώστε να αποκλειστεί η κατά τόπο δικαιοδοσία. Ισχυρίζεται ότι η Eναγόμενη 2 – Αιτήτρια  προωθεί τη θέση ότι δεν είναι αναγκαίος και απαραίτητος διάδικος, πλην όμως είναι η δική του αντίληψη ότι η σημαντική ερώτηση, για σκοπούς της Δ.6 θ.1(h), είναι κατά πόσο η Eναγόμενη 2 - Αιτήτρια θα ήταν διάδικος στη διαδικασία αν η Eναγόμενη 1 και η Eναγόμενη 2 βρίσκονταν εντός της ίδιας δικαιοδοσίας. Εισηγείται ότι η απάντηση στο ερώτημα είναι καταφατική, με δεδομένο ότι οι αξιώσεις βασίζονται πάνω στα ίδια γεγονότα αφού η Τράπεζα προωθεί τη θέση ότι είναι και οι δύο υπαίτιες για την απώλεια και τη ζημιά της. Είναι η θέση του ότι οι όροι διεκπεραίωσης της εκτελεσθείσας, από την Εναγόμενη 2 – Αιτήτρια, εργασίας συνέπιπταν με αυτούς της Εναγόμενης 1 και η έκταση της σύγκλισης ήταν τόσο μεγάλη που οι δύο αξιώσεις της Τράπεζας είναι άρρηκτα συνδεδεμένες και γι' αυτό είναι σωστό όπως εκδικαστούν μαζί έτσι ώστε να αποφευχθεί το ρίσκο της έκδοσης δύο αντιφατικών αποφάσεων. Υποστηρίζει ότι καμία από τις υπερασπίσεις που προωθούνται από την Εναγόμενη 2 – Αιτήτρια, μέσω της ένορκης δήλωσης Latimir, δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει τον ισχυρισμό ότι δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως καλή υπόθεση εναντίον της.  Κατά τη δική του άποψη η Κύπρος είναι ξεκάθαρα το καλύτερο φόρουμ για την εκδίκαση της αξίωσης της Ενάγουσας – Καθ΄ης η αίτηση εναντίον και των δύο Eναγόμενων. Τούτο, διότι στην επιστολή ανάθεσης εργασίας της Ενάγουσας 1 υπάρχει όρος αποκλειστικής δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Ως εκ τούτου, η Κύπρος είναι το μόνο φόρουμ στο οποίο μπορούν να εκδικαστούν μαζί και οι δύο αξιώσεις.

 

            Είναι η δική του θέση ότι οι ισχυρισμοί της Εναγόμενης 2 – Αιτήτριας, που αφορούν την μη αποκάλυψη από την Ενάγουσα – Καθ΄ης η αίτηση όλων των θεμάτων που πιθανόν να επηρεάζουν την αξίωση εναντίον της Εναγόμενης 2 – Καθ΄ης η αίτηση, είναι αβάσιμοι. Υποστηρίζει ότι το καθήκον της Τράπεζας, κατά την καταχώριση των δύο αιτήσεων, περιοριζόταν μόνο στην αποκάλυψη γεγονότων που ήταν σχετικά και ουσιώδη σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα προς εξέταση από το Δικαστήριο, ήτοι την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στους Εναγόμενους 2 και η Τράπεζα ικανοποίησε το συγκεκριμένο καθήκον. Στην έκταση που η υπό κρίση αίτηση επιζητεί την αναστολή της διαδικασίας προωθεί την άποψη ότι οι οποιεσδήποτε διαδικασίες στο εξωτερικό, οι οποίες αφορούν διαφορετικά μέρη, δεν μπορούν να επηρεάσουν με οποιονδήποτε τρόπο την υπό εξέλιξη διαδικασία στο Κυπριακό Δικαστήριο.

 

            Σχολιάζοντας το θέμα της δικαιοδοσίας, το οποίο προκύπτει από τη Διμερή Συμφωνία μεταξύ της Ουκρανίας και της Κύπρου, είναι η δική του θέση ότι σκοπός του Άρθρου 17 της Διμερούς Συμφωνίας δεν είναι να καθορίσει κανόνα δικαιοδοσίας, πόσο μάλλον κανόνα που να αποκλείει την ενεργοποίηση της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Ισχυρίζεται ότι το Άρθρο 17 είναι σχετικό μόνο για σκοπούς προώθησης της διαδικασίας αναγνώρισης και  εφαρμογής αποφάσεων που λήφθηκαν από τα Δικαστήρια αυτών των δύο κρατών, σύμφωνα με τα Άρθρα 20 και 21 της Συμφωνίας. Πιστεύοντας ότι το Άρθρο 17 της Διμερούς Συμφωνίας είναι άσχετο με το θέμα του κατά πόσο τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία επί της Εναγόμενης 2 – Αιτήτριας, κατά τη δική του άποψη δεν ήταν απαραίτητο για την Τράπεζα να επιδιώξει να προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με την προϋπόθεση που τίθεται στο συγκεκριμένο άρθρο. Εισηγείται ότι εν πάση περιπτώσει οι συγκεκριμένες προϋποθέσεις πληρούνταν από τα γεγονότα.

 

            Σε σχέση με τον ισχυρισμό που προβάλλεται, ότι η Eναγόμενη 2 – Αιτήτρια  δεν είναι απαραίτητη ή αναγκαία διάδικος για την αξίωση της Τράπεζας εναντίον της Εναγόμενης 1, προωθεί τη θέση ότι αυτό είναι θέμα νομικών εισηγήσεων, οι οποίες θα προωθηθούν κατά την εκδίκαση της αγωγής. Υποστηρίζει όμως ότι για σκοπούς της Δ.6 θ.1(h) εάν και οι δύο Εναγόμενες ήταν εντός της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων θα ήταν ορθό όπως αυτές συνενωθούν σε σχέση με την αξίωση της Τράπεζας. Λόγω του ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως καλή  υπόθεση εναντίον της Εναγόμενης 1 καθώς και της Εναγόμενης 2, η Eναγόμενη 2 – Αιτήτρια θεωρείται αναγκαίος και απαραίτητος διάδικος στην αξίωση της Τράπεζας εναντίον της Εναγόμενης 1 και ως εκ τούτου η άδεια επίδοσης στην Eναγόμενη 2 - Αιτήτρια εκτός δικαιοδοσίας ορθά εκδόθηκε στις 10/05/2018. Εισηγείται ότι ο οποιοσδήποτε σχολιασμός που αφορά το θέμα του κατά πόσο οι δύο Εναγόμενες θα μπορούσαν να θεωρηθούν αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα υπόλογες στην Τράπεζα είναι άσχετος αφού μόνο μετά από την ολοκλήρωση της δίκης θα διαφανεί κατά πόσο οι απώλειες της Τράπεζας, για τις οποίες θεωρεί υπεύθυνες και τις Εναγόμενες, μπορούν να αποδοθούν αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα. Προς υποστήριξη των θέσεων του παραπέμπει στους όρους 33 ‑ 35 της επιστολής ανάθεσης εργασίας από την Τράπεζα προς την Eναγόμενη 1 και στους όρους 12.7 ‑ 12.9 της επιστολής ανάθεσης εργασίας στην Eναγόμενη 2, οι οποίοι κατά τη δική του άποψη φαίνεται να ρυθμίζουν την ευθύνη μεταξύ των διαφορετικών οντοτήτων της PwC. Έχοντας υπόψιν ότι η Eναγόμενη 1 και η Εναγόμενη 2 είχαν αναλάβει συμβατικές υποχρεώσεις προς την Τράπεζα, σε σχέση με την εκτέλεση των «component audits», είναι εύλογο να υποτεθεί ότι ο όρος 35 και ο όρος 12.9 των επιστολών ανάθεσης εργασίας δεν μπορούν να εφαρμοστούν. Ακόμη και αν γινόταν αποδεχτή η θέση του Latimir αυτό θα οδηγούσε στο γεγονός ότι η Τράπεζα δεν θα μπορούσε να προωθήσει αξίωση εναντίον της Εναγόμενης 1 σε σχέση με οτιδήποτε αφορά τα «group audits» και εναντίον της Εναγόμενης 2 – Αιτήτριας αναφορικά με τις εκθέσεις που απαιτούνται από την Κυπριακή Νομοθεσία. Όμως το γεγονός παραμένει ότι η Τράπεζα μπορεί να προχωρήσει με αξιώσεις εναντίον και των δύο Eναγόμενων, βασιζόμενη στους όρους που καταγράφονται στις επιστολές ανάθεσης, αναφορικά με τις υπηρεσίες που παρασχέθηκαν και αφορούσαν τόσο τα «component audits» καθώς και τα «group audits». Προωθεί τη θέση ότι η αξίωση της Τράπεζας εναντίον της PwC Ουκρανίας προκύπτει από εκτελεσθείσα εργασία για σκοπούς του «group audit» αλλά και σε σχέση με την ευθύνη που είχε αναφορικά με την εργασία που διενεργήθηκε από τη PwC Κύπρου για σκοπούς των «component audits». Κατά τη δική του άποψη δεν ήταν αναγκαίο για την Τράπεζα να αποδείξει ότι η PwC Κύπρου και η PwC Ουκρανίας θα ήταν αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα υπεύθυνες προς αυτήν έτσι ώστε να αποδείξει ότι η PwC Ουκρανίας ήταν αναγκαίος και απαραίτητος διάδικος στην αξίωσή της εναντίον της PwC Κύπρου για σκοπούς της Δ. 6. Η Τράπεζα αποκάλυψε την ύπαρξη των επιστολών ανάθεσης εργασίας των Eναγόμενων 1 και 2, οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 5 και 10 στην πρώτη του ένορκη δήλωση.

 

            Εμμένει στη θέση του ότι η PwC Ουκρανίας είναι αναγκαίος διάδικος στη διαδικασία και η συγκεκριμένη θέση ενισχύεται από το γεγονός ότι η PwC Ουκρανίας ήταν ο κύριος ελεγκτής της Tράπεζας και ο ελεγκτής ο οποίος υπέγραφε τους ελεγμένους οικονομικούς λογαριασμούς της. Η PwC Κύπρου είχε διενεργήσει τους ελέγχους του Κυπριακού Παραρτήματος και με αυτόν τον τρόπο συνέβαλε στην εργασία που εκτελέστηκε από την PwC Ουκρανίας, στην έκταση που αφορούσε τους ενοποιημένους οικονομικούς λογαριασμούς. Ο ίδιος, στην πρώτη ένορκη δήλωσή του, προώθησε τη θέση ότι τόσο η PwC Κύπρου όσο και η PwC Ουκρανίας έλεγχαν την ίδια νομική οντότητα και η αλληλοκάλυψη, σε σχέση με την εκτελεσθείσα εργασία, ήταν εκτενής, σε τέτοιο βαθμό, που οι οντότητες της PwC θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι είχαν εκτελέσει μια ενιαία εργασία για την  Τράπεζα. Εξηγεί ότι οι δύο Εναγόμενες είχαν υποβάλει προσφορά, το 2013, το 2014 και 2015, για την ανάληψη της υπηρεσίας κατάρτισης των ενοποιημένων λογαριασμών της Τράπεζας. Στην προσφορά που υποβλήθηκε από την PwC Ουκρανίας καταγράφηκε ότι θα επέβλεπε τους λογιστικούς ελέγχους που θα διενεργούνταν σε σχέση με ολόκληρο τον Όμιλο. Οι δύο Εναγόμενες εργοδοτήθηκαν για να ενεργήσουν εκ μέρους της ίδιας νομικής οντότητας, ήτοι της Τράπεζας. Είναι κοινό έδαφος ότι παρά το γεγονός ότι η PwC Κύπρου εργοδοτήθηκε για να προχωρήσει στην κατάρτιση των οικονομικών καταστάσεων του Παραρτήματος της Κύπρου, έχει ξεχωριστή νομική οντότητα από την PwC Ουκρανίας. Η λειτουργία ωστόσο του κυπριακού παραρτήματος της PwC ήταν τόσο διασυνδεδεμένη με τη λειτουργεία των κεντρικών γραφείων της PwC που φανερώνει ότι υπήρχε σύνδεση μεταξύ των δύο Eναγόμενων. Οι ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις του Ομίλου έπρεπε να συμπεριλάβουν τόσο τις πληροφορίες από το κυπριακό Παράρτημα όσο και τις πληροφορίες από το Ουκρανικό. Υποστηρίζει ότι απαιτείτο και από τις δύο εταιρείες όπως εκτελέσουν την εργασία τους σύμφωνα με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα IFRS και ISAS.

 

            Επεξηγεί ότι η ανάγκη επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας προέκυψε από το γεγονός ότι δεν θα μπορούσε να επιδοθεί η αγωγή στην Eναγόμενη 2 – Αιτήτρια  χωρίς τη λήψη άδειας, από τη στιγμή που οι δύο Εταιρείες ήταν ξεχωριστές νομικές οντότητες. Στην πρώτη του ένορκη δήλωση υπέδειξε ότι η PwC Ουκρανίας είχε υπογράψει τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και ότι η PwC Κύπρου είχε εκτελέσει τον έλεγχο των κυπριακών λογαριασμών και είχε συνεισφέρει στην εργασία που ολοκληρώθηκε από την PwC Ουκρανίας σε σχέση με τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις. Είναι η δική του θέση ότι η έγκριση της μονομερούς αιτήσεως της Τράπεζας, στις 10/05/2018, ήταν ορθή και το Δικαστήριο δεν τελούσε υπό πλάνη ότι οι δύο Εναγόμενες συνιστούσαν μια νομική οντότητα ή ότι υπήρχε μόνο ένας Εναγόμενος στη διαδικασία.             Συμφώνησε με τη θέση του Latimir ότι η Τράπεζα θα μπορούσε να εργοδοτήσει διαφορετική ελεγκτική εταιρεία σε σχέση με το κυπριακό Παράρτημα. Αυτό όμως, κατά την δική του άποψη, είναι άσχετο έχοντας κατά νου ότι η Τράπεζα είχε στην ουσία εργοδοτήσει την PwC Κύπρου για να διενεργήσει τον έλεγχο των λογαριασμών. Ισχυρίζεται, ότι ο παραλληλισμός, στον οποίο προέβη ο Latimir στην ένορκη δήλωσή του, με το παράρτημα της Λατβίας είναι άσχετος με τα υπό εξέταση γεγονότα.

 

            Υπέδειξε ότι στην πρώτη του ένορκη δήλωση είχε προωθήσει τη θέση ότι η PwC Κύπρου είχε εκτελέσει μέρος της εργασίας, στην οποία εργασία θα βασιζόταν η PwC Ουκρανίας για να ολοκληρώσει τη δική της εργασία, ήτοι την κατάρτιση των «group audits». Ως εκ τούτου η εργασία και των δύο λογιστικών οίκων ήταν συνδεδεμένη και θα έπρεπε να θεωρείται ως μια. Κανένας όρος από τα λογιστικά πρότυπα ISA600, στα οποία στηρίζεται η Εναγόμενη 2 – Αιτήτρια, δεν απέκλειε την ευθύνη της PwC Κύπρου σε σχέση με την προσφερθείσα υπηρεσία. Η επίδραση του ISA600, κατά τη δική του άποψη, είναι ότι και οι δύο ελεγκτές είναι συνυπεύθυνοι για την ίδια δουλειά επιβεβαιώνοντας ότι οποιαδήποτε αξίωση εναντίον τους θα πρέπει να συνενώνεται στην ίδια διαδικασία. Εισηγείται ότι το Πρότυπο ISA600 παρέχει υποστήριξη για τη θέση της Τράπεζας ότι πρακτικά ο έλεγχος που είχε ολοκληρωθεί από την PwC Κύπρου και την PwC Ουκρανίας συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό έτσι ώστε να καθίσταται η PwC Ουκρανίας απαραίτητος διάδικος στην αξίωση της Τράπεζας εναντίον της PwC Κύπρου. Υποδεικνύει, ότι εάν η PwC Ουκρανίας δεν ικανοποιείτο με τα στοιχεία που είχαν συγκεντρωθεί για να καταρτιστούν οι ενοποιημένες καταστάσεις λογαριασμού, τα οποία στοιχεία είχαν συλλεχθεί από την PwC Κύπρου, τότε θα ήταν υποχρεωμένη να συλλέξει τα συγκεκριμένα στοιχεία η ίδια.

 

            Επιμένει στη θέση του ότι οι έλεγχοι δεν ήταν ξεχωριστοί και διακριτοί και ότι η PwC Κύπρου θα έπρεπε να ελέγξει όλα τα θέματα που αφορούσαν τον διασυνδεδεμένο έλεγχο ή θα έπρεπε να ικανοποιηθεί από την εργασία που είχε διενεργηθεί από την PwC Ουκρανίας επί των ίδιων θεμάτων. Καταγράφει ότι η Ενάγουσα – Καθ’ ης η αίτηση παρείχε εγγυήσεις σε σχέση με το χαρτοφυλάκιο του δανεισμού του κυπριακού Παραρτήματος, ήτοι του κάλυπτε το 99% το 2015. Υποστηρίζει ότι η Ενάγουσα – Καθ΄ης η αίτηση και το κυπριακό Παράρτημα αυτής δεν ήταν ξεχωριστές νομικές οντότητες και ότι οποιεσδήποτε απώλειες προέκυπταν από το δανειακό χαρτοφυλάκιο του κυπριακού Παραρτήματος θα είχαν άμεση επίδραση στην ικανότητα της Ενάγουσας - Καθ΄ης η αίτηση να αντιμετωπίσει τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από τις εγγυήσεις. Δηλώνει, ότι η Ενάγουσα – Καθ΄ης η αίτηση δεν είχε γνώση των διασυνδεδεμένων και των διαχωρισμένων, μεταξύ της PwC Ουκρανίας και PwC Κύπρου, εργασιών. Υποστηρίζει ότι πράγματι η Ενάγουσα – Καθ΄ης η αίτηση έχει αξιώσεις εναντίον της PwC Κύπρου οι οποίες ρυθμίζονται από το Κυπριακό Δίκαιο και αξιώσεις εναντίον της PwC Ουκρανίας, οι οποίες διέπονται από το Ουκρανικό Δίκαιο. Εισηγείται, ότι παρά το γεγονός αυτό το Δικαστήριο είναι ικανό να επιλύσει τις διαφορές που προκύπτουν και διέπονται από διαφορετικά νομικά συστήματα. Ισχυρίζεται ότι αυτό δεν επηρεάζει με οποιονδήποτε τρόπο την υπόθεση της Τράπεζας, αφού συμπίπτουν τα γεγονότα επί των οποίων βασίζει τις αξιώσεις της.

 

            Σύμφωνα με τον Ομνύοντα ο σχολιασμός, στην ένορκη δήλωση του Latimir, που αφορά το ύψος της αξίωσης της Ενάγουσας – Καθ΄ης η αίτηση είναι άσχετος με το θέμα του κατά πόσο το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία σε σχέση με την Εναγόμενη 2 – Αιτήτρια. Εισηγείται, ότι κανένας από τους λόγους που προωθήθηκαν στην ένορκη δήλωση του Latimir δεν τεκμηριώνει τη θέση ότι δεν υπάρχει σοβαρό και πραγματικό θέμα προς εκδίκαση ή ότι δεν υπάρχει εναντίον της PwC Ουκρανίας ή της PwC Κύπρου εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση. Οι όποιες θέσεις του, οι οποίες σχετίζονται με την έκταση της ευθύνης της PwC Ουκρανίας και της PwC Κύπρου, είναι θέμα γεγονότων και μπορεί να διαπιστωθεί μόνο κατά τη δίκη, αφού θα πρέπει να προσκομιστεί μαρτυρία εμπειρογνωμόνων και από τις δύο πλευρές για να προσδιοριστούν. Υποστηρίζει ότι η Τράπεζα είχε εκτιμήσει τις ζημιές της στα $3 δισεκατομμύρια. Επικαλείται τις παραγράφους 82 ‑ 101 της πρώτης ένορκης δήλωσής του για να εξηγήσει ότι η  αρχική εκτίμηση των απωλειών ανερχόταν στα $5,5 δισεκατομμύρια όμως, έχοντας επανεκτιμήσει τις ζημιές, το ποσό περιορίστηκε στα $3 δισεκατομμύρια. Το συγκεκριμένο ποσό αντικατοπτρίζει τις ζημιές που υπέστη η Ενάγουσα – Καθ΄ης η αίτηση ως  αποτέλεσμα της συνεχούς απάτης και των πράξεων των πρώην ιδιοκτητών της μεταξύ των ημερομηνιών που η PwC Ουκρανίας εξέδωσε την έκθεσή της για το 2013, ήτοι 27/06/2014 και την αναγκαία κρατικοποίηση της Τράπεζας και την επακόλουθη αναδιάρθρωση της. Πραγματεύεται την πρώτη απόφαση των αγγλικών Δικαστηρίων και δηλώνει ότι διαφωνεί με τη θέση του Latimir, όπως την έχει παραθέσει στην παράγραφο 103 της δικής του ένορκης δήλωσης. Κατά την δική του άποψη η αγγλική αξίωση συνδέεται μόνο με τις απώλειες που προκλήθηκαν από την απάτη που είχε διενεργηθεί εναντίον της Τράπεζας από τους ιδιοκτήτες της. Όσον αφορά τις άλλες απώλειες αυτές αξιώνονται σε άλλες δικαιοδοσίες. Εν πάση περιπτώσει το συγκεκριμένο εύρημα του αγγλικού πρωτόδικου Δικαστηρίου ανατράπηκε από το Εφετείο στις 15/10/2019, στην οποία απόφαση διαπιστώθηκε ότι η Τράπεζα έχει μια καλή αξίωση εναντίον των πρώην ιδιοκτητών της σε σχέση με απώλειες που ανέρχονται στα $1,9 δισεκατομμύρια.

 

            Όσον αφορά στις Δηλώσεις Πληρότητας (Management and Representation Letters) που εκδόθηκαν από την Tράπεζα προς την PwC Ουκρανίας αναφορικά με τον κάθε ένα έλεγχο του Ομίλου, όπως προκύπτει και από την ένορκη δήλωση του κου Ashley, οι συγκεκριμένες Δηλώσεις απαιτούνται από τους ελεγκτές ως μέρος των αποδεικτικών στοιχείων ότι πραγματοποιήθηκε ο έλεγχος και παραχωρούνται σε κάθε σημαντικό έλεγχο. Η παραχώρηση της δήλωσης πληρότητας γίνεται, συνήθως, την ίδια μέρα που εκδίδεται η έκθεση ελέγχου που υπογράφεται από τους ελεγκτές. Οι παραστάσεις που περιέχονται στις δηλώσεις προκύπτουν από τις εισηγήσεις των ελεγκτών και συζητούνται με τη διαχείριση του οργανισμού που υπέστη τον έλεγχο πριν την έκδοση. Η σημαντικότητα των συγκεκριμένων δηλώσεων επιβεβαιώνεται από το πρότυπο ISA580, στο οποίο πρότυπο ο κος Latimir κάνει αποσπασματική και παραπλανητική αναφορά. Κατά τη δική του άποψη οι συγκεκριμένες Δηλώσεις Πληρότητας δεν απαλλάσσουν την PwC Ουκρανίας από την οποιαδήποτε υποχρέωση, όπως επεξηγείται στην έκθεση της Δρ. Paliashvili, στις παραγράφους 34 και 43 και όπως επεξηγείται και στη δεύτερη έκθεση της Δρ. Paliashvili στις παραγράφους 35 ‑ 41. Είναι η δική του εισήγηση ότι οι συγκεκριμένες Δηλώσεις Πληρότητας δεν παρέχουν στην PwC Ουκρανίας απάντηση στις αξιώσεις της Τράπεζας. Αντίθετα, το περιεχόμενό τους αποτελεί μαρτυρία ότι ο λογιστικός έλεγχος της PwC Ουκρανίας με την PwC Κύπρου ήταν ενιαίος αλλά παρέλειψε να εντοπίσει τα προβλήματα που είχαν προκύψει από την παραχώρηση δανείων χωρίς εξασφάλιση. Ο λόγος των προβλημάτων της Ενάγουσας – Καθ΄ης η αίτηση ήταν το γεγονός ότι παραχωρούσε δάνεια σε μεγάλη κλίμακα σε επισφαλείς δανειστές, οι οποίοι συνδέονταν με τους πρώην ιδιοκτήτες της. Ακριβώς οι συγκεκριμένες Δηλώσεις Πληρότητας καταδεικνύουν ότι η PwC Ουκρανίας είχε γνώση ότι υπήρχαν προβλήματα σε σχέση με τον δανεισμό εντός της Τράπεζας. Υποστηρίζει, ότι η θέση της Ενάγουσας – Καθ΄ης η αίτηση βασίζεται ακριβώς στο γεγονός ότι η PwC Ουκρανίας θα έπρεπε να επιστήσει την προσοχή της Ενάγουσας  - Καθ΄ης η αίτηση ή να την καταστίσει ενήμερη, έτσι ώστε να διερευνήσει τα γεγονότα.

 

            Όσον αφορά τις Δηλώσεις Πληρότητας που υπογράφτηκαν από την Ενάγουσα – Καθ΄ης η αίτηση και την PwC Ουκρανίας, μετά την ολοκλήρωση του λογιστικού ελέγχου του Ομίλου, υποστηρίζει ότι είναι τυπική γραφειοκρατική διαδικασία που χρησιμοποιείται συνήθως στην Ουκρανία, έτσι ώστε να επιβεβαιωθεί η συγκεκριμένη παροχή των καθορισμένων υπηρεσιών που αφορούν λογιστικές εργασίες και άλλες φορολογικές εργασίες. Η επίδραση τους, όσον αφορά τον Ουκρανικό Νόμο, επεξηγείται στην πρώτη έκθεση της Δρ. Paliashvili στις παραγράφους 5.7. Συνακόλουθα η θέση του Latimir, ότι η Τράπεζα δεν προέβη σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη της ύπαρξης των Δηλώσεων Πληρότητας, δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή γιατί τα συγκεκριμένα έγγραφα έχουν κατατεθεί ως τεκμήρια, Τεκμήρια 11 ‑ 15 στην πρώτη ένορκη δήλωσή του. Με αναφορά στις έρευνες που είχαν γίνει από την National Bank of Ukraine (NBU) υποστηρίζει ότι τα αποτελέσματα της έρευνας συνιστούν ιδιοκτησία της NBU και είναι εμπιστευτικά και ως εκ τούτου δεν μπορούν να αποκαλυφθούν. Όπως ο ίδιος επεξήγησε, στην πρώτη ένορκη δήλωσή του, η NBU εξέδωσε ενημερωτικά δελτία, στα οποία είχε καταγράψει περιληπτικά τα κύρια ευρήματά της, από τα οποία επιβεβαιώνεται ότι η Ενάγουσα – Καθ΄ης η αίτηση υπέστη μία μεγάλης κλίμακας απάτη την περίοδο των τελευταίων 10 ετών με καταληκτική ημερομηνία τον Δεκέμβριο του 2016, η οποία απάτη οδήγησε στο να έχει, η Τράπεζα, ζημιές ύψους $ 5,5 δισεκατομμύρια.

 

            Σε σχέση με τη θέση του Latimir, η οποία αφορά τον περιορισμό της ευθύνης της PwC Ουκρανίας, όρος 10.2 της  Ουκρανικής συμφωνίας ανάθεσης, ο ίδιος υποστηρίζει ότι ο συγκεκριμένος όρος δεν μπορεί να βοηθήσει την PwC Ουκρανίας στο να αποδείξει ότι η Ενάγουσα – Αιτήτρια δεν έχει καλή υπόθεση εναντίον της. Όπως ο ίδιος ενημερώνεται από τον κο Ashley ο όρος 10.2 απλώς περιορίζει την έκταση της ευθύνης της PwC Ουκρανίας σε συγκεκριμένο ποσό όμως δεν την αποκλείει. Εν πάση περιπτώσει, η Δρ. Paliashvili επεξηγεί, στη δική της έκθεση, ότι ο συγκεκριμένος όρος δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί από την PwC Ουκρανίας ως να αποκλείει ή να περιορίζει την ευθύνη της προς την Ενάγουσα – Καθ΄ης η αίτηση ενόψει των γεγονότων.

 

            Υποστηρίζει ότι οι αγγλικές διαδικασίες έχουν αποκαλυφθεί στο Δικαστήριο, στην παράγραφο 102 της πρώτης ένορκης δήλωσής του. Οι συγκεκριμένες διαδικασίες αφορούν αξίωση της Ενάγουσας – Καθ΄ης η αίτηση εναντίον των πρώην ιδιοκτητών της και έξι εταιρειών οι οποίες συνδέονται με αυτούς. Αφορούν συγκεκριμένο σχέδιο απάτης, δυνάμει του οποίου αποσπάστηκε το ποσό των $1,9 δισεκατομμυρίων από την Τράπεζα. Οι συγκεκριμένες διαδικασίες δεν αφορούν οποιαδήποτε θέματα που εμπλέκουν την PwC Ουκρανίας και την PwC Κύπρου, εξ’ ού και δεν είναι μέρη στις διαδικασίες εκείνες ούτε και δεσμεύονται με οποιονδήποτε τρόπο από τα ευρήματα του αγγλικού Δικαστηρίου. Όσον αφορά τη διαδικασία λίβελλου που εκκρεμεί στα αγγλικά Δικαστήρια υποστηρίζει ότι το αγγλικό Εφετείο απέρριψε την αίτηση για αναστολή της διαδικασίας ακριβώς λόγω του γεγονότος ότι εκκρεμούσε ενώπιον του Ουκρανικού Εφετείου άλλη διαδικασία. Εν πάση περιπτώσει είναι η εισήγησή του ότι οι διαδικασίες λίβελλου δεν επηρεάζουν με οποιονδήποτε τρόπο την υπό εξέταση διαδικασία. Ούτε και οι διαδικασίες στις Ηνωμένες Πολιτείες την επηρεάζουν. Καταλήγει, ότι η Ενάγουσα – Αιτήτρια έχει καταχωρήσει αριθμό αξιώσεων εναντίον των πρώην ιδιοκτητών και των συγγενών τους. H PwC Ουκρανίας και η PwC Κύπρου δεν εμπλέκονται με οποιονδήποτε τρόπο στην αγγλική διαδικασία ή στις διαδικασίες στις Ηνωμένες Πολιτείες και ως εκ τούτου δεν δεσμεύονται με οποιαδήποτε ευρήματα προκύψουν σε εκείνες τις διαδικασίες. Εν πάση περιπτώσει εάν υπάρξει οποιαδήποτε αλληλοκάλυψη των αξιώσεων θα τύχει αντιμετώπισης από την ίδια την Ενάγουσα – Καθ΄ης η αίτηση και δεν σχετίζεται με οποιονδήποτε τρόπο με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου.

 

Η ακρόαση της αίτησης ολοκληρώθηκε με την καταχώρηση εκτενών και εμπεριστατωμένων αγορεύσεων και από τις δύο πλευρές και της παράθεσης σύνοψης των θέσεων των δύο πλευρών δια ζώσης στο Δικαστήριο. Το περιεχόμενο τόσο των γραπτών αγορεύσεων καθώς και των προφορικών διευκρινήσεων είναι υπόψη του Δικαστηρίου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγόμενης 2 - Αιτήτριας προωθεί τη θέση ότι η Ενάγουσα – Καθ΄ ης η αίτηση υπέπεσε σε διαδοχικά δικονομικά σφάλματα τα οποία απαριθμεί και σκόπιμα απέκρυψε γεγονότα έτσι ώστε να κινείται μεταξύ τριών Δικαστηρίων με σκοπό να παραπλανήσει το Κυπριακό Δικαστήριο στην έκδοση των διαφόρων διαταγμάτων, των οποίων την ακύρωση αιτείται με την υπό κρίση αίτηση η Εναγόμενη 2 - Αιτήτρια.

 

Στην αντίπερα όχθη, ο συνήγορος της Ενάγουσας - Καθ΄ης η αίτηση προωθεί τη θέση ότι η Ενάγουσα - Καθ΄ης η αίτηση έδρασε με σύνεση και σύμφωνα με τους δικονομικούς θεσμούς. Απορρίπτει τους ισχυρισμούς που προβάλλονται σε σχέση με την εφαρμογή του Άρθρου 17 της Διμερούς Συμφωνίας μεταξύ Κύπρου και Ουκρανίας και προωθεί την άποψη ότι η εμβέλειά του περιορίζεται στην αναγνώριση και εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων και όχι την επίδοση εγγράφων.  Παραπέμπει στις απαιτήσεις της Δ.6 θ.4 που διέπει την παροχή άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και εισηγείται ότι αποδείχθηκε κατά την έκδοση των δύο διαταγμάτων η ύπαρξη καλής αιτίας αγωγής εναντίον της Εναγόμενης 2 – Αιτήτριας για παράβαση σύμβασης αλλά και για το αστικό αδίκημα της παραβίασης του καθήκοντος επιμέλειας κατά την διενέργεια ελέγχου για τα έτη 2013, 2014 και 2015. Υποστήριξε ότι η Εναγόμενη 2 – Αιτήτρια είναι αναγκαίος και/ή κατάλληλος διάδικος αφού η απαίτηση εναντίον της Εναγόμενης 1 είναι γνήσια και αδιαμφισβήτητα καλόπιστη και ότι το έργο που είχε αναληφθεί από την PwC Ουκρανίας και την PwC Κύπρου αλληλεπικαλυπτόταν σε σημαντικό βαθμό και ήταν στενά συνδεδεμένο ως προς τα γεγονότα. Εισηγείται, ότι η Κύπρος είναι η μόνη δικαιοδοσία στην οποία μπορούν να εκδικαστούν όλες οι αξιώσεις της Τράπεζας γιατί οι Συμφωνίες Ανάθεσης με την PwC Κύπρου περιέχουν ρήτρες αποκλειστικής δικαιοδοσίας.               

 

Το Δικαστήριο, ως έχει προλεχθεί, έχει κατά νου τις εκφρασθείσες απόψεις και των δύο πλευρών και θα αναφερθεί σ’ αυτές όπου κρίνει τούτου απαραίτητο.

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 

Η Ενάγουσα – Καθ΄ης η αίτηση αξιώνει από τις Εναγόμενες 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα αποζημιώσεις ύψους $3 δισεκατομμυρίων για ζημιές που υπέστη ως αποτέλεσμα παραβάσεων της μεταξύ τους σύμβασης για παροχή ελεγκτικών υπηρεσιών ή/και για παράβαση των καθηκόντων τους ως ελεγκτές αναφορικά με τον έλεγχο των οικονομικών της καταστάσεων για τα έτη 2013, 2014 και 2015.

 

Η Ενάγουσα - Καθ΄ης η αίτηση μετά την επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος στην Εναγόμενη 1 απευθύνθηκε στο Δικαστήριο αρχικά με την αίτηση ημερ. 10/05/2018 με την οποία αιτήθηκε την έκδοση διατάγματος που να επιτρέπει την επίδοση της Ειδοποίησης Κλητηρίου Εντάλματος της αγωγής στην και διατάγματος που να επιτρέπει την επίδοση δυνάμει των προνοιών της Συμφωνίας μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ουκρανίας για Νομική Συνεργασία σε Αστικά Θέματα στην Εναγόμενη 2 στην Ουκρανία. Εκδόθηκε το πρώτο διάταγμα πλην όμως η προσπάθεια επίδοσης απέτυχε λόγω του ότι τα Ουκρανικά Δικαστήρια δεν είχαν εγκρίνει την προώθησή της για τους λόγους που καταγράφονται στην απόφασή τους. Είναι αποδεκτό και από τα δύο Μέρη ότι η επίδοση σύμφωνα με το Διάταγμα ημερ. 10/05/2018 εμποδίστηκε με δικαστικές  αποφάσεις των Ουκρανικών Δικαστηρίων.

 

Ακολούθως καταχωρίστηκε δεύτερη αίτηση ημερ. 17/10/2018 με την οποία η Ενάγουσα αιτήθηκε την έκδοση διατάγματος που να επιτρέπει την επίδοση της Ειδοποίησης Κλητηρίου Εντάλματος της αγωγής στην Ουκρανία και διατάγματος που να επιτρέπει την επίδοση δυνάμει των προνοιών της Σύμβασης της Χάγης. Η συγκεκριμένη επίδοση επιτεύχθηκε και καταχωρίστηκε η υπό κρίση αίτηση για  παραμερισμό και των δύο διαταγμάτων για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας.  Ακολούθησε η καταχώριση αριθμού Γνωμοδοτήσεων τόσο από κύπριους νομικούς καθώς και από Ουκρανούς νομικούς αλλά και Άγγλους διεθνολόγους αναφορικά με τα θέματα που απασχολούν στην παρούσα.

 

ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ

 

Με την υπό κρίση αίτηση ζητείται ο παραμερισμός των διαταγμάτων για την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος ημερ. 10/05/2018 και 17/10/2018 καθώς η απόρριψη της αγωγής. Εξετάζοντας το συγκεκριμένο αίτημα της Εναγόμενης 2 – Αιτήτριας το Δικαστήριο έχει καθήκον να ακολουθήσει το λόγο της Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.α. (1996) 1 Α.Α.Δ. 597, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Το πρωτόδικο Δικαστήριο επελήφθη της αίτησης για τον παραμερισμό του διατάγματος για επίδοση στο εξωτερικό με αναφορά όχι μόνο στα γεγονότα που στοιχειοθέτησαν την αρχική αίτηση αλλά και στα γεγονότα που είχαν προσκομιστεί στο πλαίσιο της αίτησης για παραμερισμό. Αυτό συνιστά σφάλμα. Σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου τονίζεται ότι τα μόνα σχετικά γεγονότα είναι εκείνα που υποστηρίζουν την αίτηση για τη χορήγηση άδειας για επίδοση στο εξωτερικό.».

 

(Η έμφαση είναι του Δικαστηρίου)

 

Ακολουθεί στη συνέχεια επι μέρους εκτίμηση των νομικών θέσεων που προβλήθηκαν από την Εναγόμενη 2 - Αιτήτρια για ακύρωση των δύο εκδοθέντων διαταγμάτων επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Το Δικαστήριο θα περιοριστεί στα γεγονότα που συνόδευαν εκείνες τις δύο αιτήσεις κατά την αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων και όχι σε οτιδήποτε προστέθηκε στη συνέχεια με οποιαδήποτε άλλη διαδικασία ή ένορκη δήλωση.  

 

 ΚΑΤΑΧΡΗΣΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ

 

Προτάσσεται, εν πρώτης, ότι η έκδοση των δύο διαταγμάτων συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Προς απάντηση του συγκεκριμένου ισχυρισμού θα πρέπει να γίνει μια μικρή αναφορά στο ιστορικό της έκδοσης των διαταγμάτων.      Στις 10/05/2018 καταχωρίστηκε η πρώτη αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, η οποία στηρίχθηκε στα Άρθρα 5 - 9 της Συμφωνίας μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ουκρανίας για Νομική Συνεργασία σε Αστικά Θέματα, Ν.8(ΙΙΙ)/05. Εκδόθηκε διάταγμα της ίδιας ημερομηνίας με το οποίο επιτρεπόταν η επίδοση πλην όμως δεν ολοκληρώθηκε η επίδοση των εγγράφων ακολουθώντας το εκδοθέν διάταγμα, ήτοι σύμφωνα με τη συγκεκριμένη Συμφωνία, γιατί δεν επιτράπηκε από το Δικαστήριο του Holosiivskyi District Court of Kyiv της Ουκρανίας. Η Εναγόμενη 2 – Αιτήτρια είχε προσφύγει στο Δικαστήριο στην Ουκρανία το οποίο αποφάσισε, στις 14/08/2018, ότι δεν θα επιτρεπόταν η επίδοση. Δεν επιτράπηκε στην Ενάγουσα – Καθ΄ης η αίτηση ν΄ ακουστεί στην συγκεκριμένη διαδικασία. Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι επισυνημμένη ως Τεκμήριο 4(b) στην ένορκη δήλωση του Shevchenko ημερ. 17/10/2018. Λόγω του ότι είχε αποφασιστεί ότι το Holosiivskyi District Court of Kyiv δεν είχε δικαιοδοσία ακολούθησε διαδικασία στο Kyiv City Commercial Court στις 19/09/2018. Το συγκεκριμένο Δικαστήριο αποφάσισε την επιστροφή των εγγράφων δικαστικής συνδρομής για επίδοση των εγγράφων της Αγ. Αρ.886/16 πρώτον, γιατί δεν ήταν συνταγμένα στην ελληνική γλώσσα και μεταφρασμένα στα ουκρανικά αλλά ήταν συνταγμένα στα αγγλικά και δεύτερον, γιατί δεν είχαν ετοιμαστεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και ως εκ τούτου δεν ικανοποιούνταν οι προϋποθέσεις του Άρθρου 6(2) της Συμφωνίας, Τεκμήριο 4(d) στην ένορκη δήλωση Shevchenko ημερ. 17/10/2018. Η συγκεκριμένη άρνηση οδήγησε στην καταχώριση της δεύτερης αίτησης για επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας, ημερ. 17/10/2018, η οποία βασίστηκε στην επίδοση σύμφωνα με την Σύμβαση της Χάγης.

 

Στο The White Book 2013, στη σελ.3, υπό τον τίτλο «6.40.5 Service on a defendant out of the United Kingdom» διαβάζονται τα ακόλουθα τα οποία υπερτονίζουν την σημασία της επίδοσης σύμφωνα με τις πρόνοιες της Σύμβασης της Χάγης:

 

«There is no express provision in Section IV of Pt 6 permitting service of a claim form out of the jurisdiction by an alternative method, but it now seems settled that the court has such jurisdiction and that it is derived from the court's power to give directions as to service under r.6.37(5)(b)(i) (Cecil v. Bayat [2011] EWCA Civ 135[2011] 1 W.L.R. 3086, CA ). This authorizes the court to make an order for alternative service pursuant to r.6.15(1), and also to make such an order with retrospective effect pursuant to r.6.15(2). The Court of Appeal has stressed that these powers should be regarded as exceptional and must be exercised cautiously….».

 

Σχετικές είναι, μεταξύ άλλων και οι αποφάσεις Abela and others v. Baadarani (2013) 4 All ER 119, Cecil and others v. Bayat and others (2011) EWCA Civ. 135. Το ακόλουθο απόσπασμα από την Cecil and others v. Bayat and others είναι κατατοπιστικό:

 

« 65. In modern times, outside the context of the European Union, the most important source of the consent of states to service of foreign process within their territory is to be found in the Hague Convention (in relation to the state parties to it) and in bilateral conventions on this matter. Because service out of the jurisdiction without the consent of the state in which service is to be effected is an interference with the sovereignty of that state, service on a party to the Hague Convention by an alternative method under CPR r 6.15 should be regarded as exceptional, to be permitted in special circumstances only.

66 It follows, in my judgment, that while the fact that proceedings served by an alternative method will come to the attention of a defendant more speedily than proceedings served under the Hague Convention is a relevant consideration when deciding whether to make an order under CPR r 6.15, it is in general not a sufficient reason for an order for service by an alternative method. »

 

Το ερώτημα προς απάντηση είναι κατά πόσο η έκδοση των δύο διαταγμάτων επίδοσης μπορεί να λογιστεί ως κατάχρηση της διαδικασίας.  

 

Κατάχρηση, σύμφωνα με την νομολογία, συνιστά η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων. Το Δικαστήριο έχει καθήκον να παρεμποδίσει την πρόκληση αδικίας όταν διαπιστώσει κατάχρηση της διαδικασίας και να διαφυλάξει το κύρος της δικαιοσύνης. Το θέμα της κατάχρησης εξετάζεται πάντοτε υπό το φως των συγκεκριμένων γεγονότων. Οι αρχές που εφαρμόζονται καταγράφονται με πολύ ευκρίνεια, μεταξύ άλλων, στις αποφάσεις Τζεννάρο Περρέλλα  (1995) 1 Α.Α.Δ. 217, Beogradska Banka D.D. (1996) 1 Α.Α.Δ. 872, Δημοκρατία ν. Ανδρέα Ηλιάδη Ποιν. Εφ. 349/18 κ.α. ημερ. 31/05/2019 και πιο πρόσφατα στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χρίστη Χατζημιτσή κ.α. Πολ. Εφ. 311/2022 ημερ. 30/01/2025. Σε μια τέτοια περίπτωση εξετάζεται ο σκοπός και η εμβέλεια των δύο δικαστικών διαδικασιών. Στρεφόμενη στα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό κρίση αίτηση το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η Εναγόμενη 2 – Αιτήτρια δεν εξειδίκευσε ποια ήταν η καταπίεση ή ο δυσμενής επηρεασμός που υπέστη από την έκδοση των δύο διαταγμάτων. Προκύπτει, ότι η προώθηση της επίδοσης σύμφωνα με το διάταγμα ημερομηνίας 10/05/2018, της πρώτης αίτησης, είχε απορριφθεί για τους λόγους που καταγράφονται στην απόφαση του Ουκρανικού Δικαστηρίου και συγκεκριμένα γιατί τα έγγραφα ήταν καταρτισμένα σε άλλη γλώσσα και όχι στα ουκρανικά και λόγω του ότι το συγκεκριμένο Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία. Η συγκεκριμένη θέση υιοθετήθηκε και από το δεύτερο Ουκρανικό Δικαστήριο που επιλήφθηκε του αιτήματος για παροχή νομικής συνδρομής και το αίτημα επιστράφηκε χωρίς να εκτελεστεί. Η συγκεκριμένη εξέλιξη κατ΄ουσία τερμάτισε την ισχύ του πρώτου διατάγματος οπόταν δεν τίθετο θέμα απόσυρσης της πρώτης αίτησης ως εισηγείται η πλευρά της Εναγόμενης 2 – Αιτήτριας. Δεν υπήρχαν δύο παράλληλες διαδικασίες. Ολοκληρώθηκε η πρώτη διαδικασία με την απόρριψη του αιτήματος για επίδοση με την άρνηση από τα Ουκρανικά Δικαστήρια να παρέχουν νομική συνδρομή και η Ενάγουσα – Καθ΄ης η αίτηση αποτάθηκε στο Δικαστήριο με δεύτερη αίτηση, ημερομηνίας 17/10/2018, σε μια προσπάθεια να επιτευχθεί η επίδοση των εγγράφων της διαδικασίας. Δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε κατάχρηση στον τρόπο που ενήργησε η Ενάγουσα - Καθ΄ης η αίτηση αφού δεν υπήρχαν οποιεσδήποτε παράλληλες διαδικασίες. Συνακόλουθα η εισήγηση για κατάχρηση της διαδικασίας είναι αβάσιμη. 

 

Άρθρο 17 της Συμφωνίας     

 

Και οι δύο πλευρές επεκτάθηκαν σε μεγάλο βαθμό τόσο στις γραπτές τους αγορεύσεις καθώς και στις δια ζώσης παρουσιάσεις τους στο Άρθρο 17 της Διμερούς Συμφωνίας. Έχει καταχωριστεί επίσης αριθμός Γνωματεύσεων σε σχέση με την εφαρμογή του και από τις δύο πλευρές, των οποίων το περιεχόμενο είναι πραγματικά μεγάλου ακαδημαϊκού ενδιαφέροντος. Με μεγάλο σεβασμό προς όλους όσοι κατάρτισαν γνωματεύσεις σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου η ερμηνεία μια διεθνούς σύμβασης στο εσωτερικό πεδίο είναι έργο του Δικαστηρίου. Υιοθετούνται τα όσα αναφέρθηκαν από τον Μαλακτό Δ. στην απόφαση Επι της αφορώσι τον Rovstovtev Πολ. Εφ. 40/20 ημερ. 30/04/2020 από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα:  

 

«Στο εσωτερικό πεδίο, εκάστου των συμβαλλομένων Κρατών, η ερμηνεία διεθνούς σύμβασης  είναι έργο του Δικαστηρίου και όπου το νομοθετικό σώμα εκδίδει ερμηνευτικό μιας διεθνούς σύμβασης νόμο, αυτός επίσης ερμηνεύεται από το Δικαστήριο».

 

Έγινε πολύς λόγος αναφορικά με την εφαρμογή του Άρθρου 17 της Διακρατικής Συμφωνίας μεταξύ Κύπρου και Ουκρανίας, Ν.8(ΙΙΙ)/2005 για να προωθηθεί η θέση, από την Εναγόμενη 2 – Αιτήτρια, ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία σε σχέση με διαφορά στην οποία εμπλέκονται Ουκρανικά συμφέροντα εκτός εάν τυγχάνει εφαρμογής μια από τις προϋποθέσεις του συγκεκριμένου Άρθρου. Το Άρθρο 17 προνοεί ως ακολούθως :

 

«Για τους σκοπούς της παρούσας Συμφωνίας, δικαστήριο ενός Συμβαλλόμενου Μέρους που εκδίδει απόφαση θα θεωρείται ότι έχει δικαιοδοσία για την υπόθεση, εάν ικανοποιείται μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α) ο κατηγορούμενος είχε τη διαμονή του στο έδαφος του εν λόγω Συμβαλλόμενου Μέρους κατά το χρόνο έναρξης της διαδικασίας, ή

(β) η διαδικασία αφορά διαφορά που προέκυψε από επαγγελματική δραστηριότητα που διεξάγεται στο εν λόγω Συμβαλλόμενο Μέρος και ο εναγόμενος είχε εγγεγραμμένο γραφείο αντιπροσώπευσης στο έδαφος αυτού του Μέρους κατά το χρόνο έναρξης της διαδικασίας, ή

(γ) ο εναγόμενος αποδέχθηκε κατηγορηματικά και εγγράφως τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου του εν λόγω Συμβαλλόμενου Μέρους, ή

(δ) σε περίπτωση συμβατικών διαφορών, το συμβόλαιο έχει συνομολογηθεί στο έδαφος του εν λόγω Συμβαλλόμενου Μέρους ή έχει εκτελεστεί ή πρόκειται να εκτελεστεί εκεί, ή το αντικείμενο της διαδικασίας βρίσκεται εκεί, ή

(ε) σε περίπτωση μη συμβατικών διαφορών, η παραβίαση ή το αποτέλεσμα της λαμβάνει χώραν στο έδαφος του εν λόγω Συμβαλλόμενου Μέρους, ή

(στ) σε περίπτωση θεμάτων που αφορούν την προσωπική κατάσταση, διάδικος έχει τη διαμονή του στο έδαφος του εν λόγω Συμβαλλόμενου Μέρους, ή

(ζ) σε περίπτωση υποχρεώσεων διατροφής, ο οφειλέτης έχει τη διαμονή του στο έδαφος του εν λόγω Συμβαλλόμενου Μέρους, ή

(η) σε περίπτωση κληρονομικής διαδοχής, ο αποθανών είχε τη διαμονή ή το κύριο μέρος της περιουσίας του στο έδαφος του εν λόγω ·Συμβαλλόμενου Μέρους κατά τον χρόνο του θανάτου του, ή

(θ) η ακίνητη ιδιοκτησία η οποία είναι το αντικείμενο της διαδικασίας βρίσκεται στο έδαφος του εν λόγω Συμβαλλόμενου Μέρους.».

 

            Εισηγείται, η Εναγόμενη 2 – Αιτήτρια, ότι δεν πληρείται καμιά από τις προϋποθέσεις που τίθενται στο συγκεκριμένο Άρθρο και ως εκ τούτου τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν το παράπονο της Ενάγουσας – Καθ΄ης η αίτηση, η οποία είναι Ουκρανική τράπεζα. Δόθηκε σωρεία γνωματεύσεων, ως έχει προλεχθεί, από έγκριτους νομικούς του εξωτερικού αλλά και του εσωτερικού. Οι γνωματεύσεις αφορούσαν την εφαρμογή του Ουκρανικού Δικαίου στα υπό κρίση γεγονότα, τις διαφοροποιήσεις του από το Κυπριακό Δίκαιο, την εφαρμογή του Κυπριακού Δικαίου στα γεγονότα καθώς και την εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου σε σχέση με το Άρθρο 17 της Διμερούς Συμφωνίας.

 

Διεθνείς ή διμερείς συμφωνίες σε ότι αφορά την παροχή συνδρομής σε δικαστικά ζητήματα, συνάπτονται για να τηρούνται, με σκοπό, μεταξύ άλλων, την αποφυγή της αμφισβήτησης της κρατικής κυριαρχίας μεταξύ των συμβαλλομένων κρατών. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Σύμβαση της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών μεταξύ Κρατών και Διεθνών Οργανισμών ή μεταξύ Διεθνών Οργανισμών, που κυρώθηκε με το Ν.234/90, θεσμοποιεί κανόνες για την ερμηνεία διεθνών συνθηκών που καθιστούν τον πρωταρχικό σκοπό της σύμβασης τον κεντρικό άξονα ερμηνείας, αναφορά γίνεται στο  Μέρος III της Σύμβασης της Βιέννης. 

 

Καθοδηγητικό, σε σχέση με τον τρόπο ερμηνείας των Διεθνών Συμβάσεων, είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το Σύγγραμμα «International LAW», 8η εκδ, Malcolm N. Shaw όπου στην σελίδα 706 καταγράφονται τα ακόλουθα:

 

«One of the enduring problems facing courts and tribunals and lawyers, both in the municipal and international law spheres, relates to the question of interpretation. Accordingly, rules and techniques have been put forward to aid judicial bodies in resolving such problems. As far as international law is concerned, there are three basic approaches to treaty interpretation. The first centres on the actual text of the agreement and emphasises the analysis of the words used. The second looks to the intention of the parties adopting the agreement as the solution to ambiguous provisions and can be termed the subjective approach in contradiction to the objective approach of the previous school. The third approach adopts a wider prospective than the other two and emphasises the object and purpose of the treaty as the most important backcloth against which the meaning of any particular treaty provision should be measured. This teleological school of thought has the effect of underlining the role of the judge or arbitrator, since he will be called upon to define the object and purpose of the treaty, and it has been criticised for encouraging judicial law- making. Nevertheless, any true interpretation of a treaty in international law will have to take into account all aspects of the agreement, from the words employed to the intention of the parties and aims of the particular document. It is not possible to exclude completely any one of these components. »               

Η Συμφωνία μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ουκρανίας για Νομική Συνεργασία σε Αστικά Θέματα συνομολογήθηκε στο πλαίσιο του κοινού στόχου των δυο χωρών για την παροχή αμοιβαίας συνδρομής σε αστικά θέματα και η έκταση της νομικής συνδρομής φαίνεται να προσδιορίστηκε στο Άρθρο 5 της Συμφωνίας στη «λήψη μαρτυρίας από διαδίκους, μάρτυρες και εμπειρογνώμονες, τη διενέργεια εξετάσεων, την επίδοση και γνωστοποίηση εγγράφων, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων και άλλων πράξεων δυνάμει της νομοθεσίας των Συμβαλλομένων Μερών». Τα ίδια τα μέρη επέλεξαν να συμπεριλάβουν την επίδοση και γνωστοποίηση εγγράφων στην Συμφωνία στο Άρθρο 5 ενώ για την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων επέλεξαν να συγκεκριμενοποιήσουν τις προϋποθέσεις στο Άρθρο 17 της Συμφωνίας.

 

Στην παρούσα περίπτωση, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, είναι εμφανές ότι παρά την ενδιαφέρουσα πρόταση ερμηνείας από τον συνήγορο της Εναγόμενης 2 - Αιτήτριας, το σχετικό άρθρο δεν μπορεί να αναγνωστεί με τον τρόπο που εισηγείται. Έχοντας κατά νου τις πρόνοιες του Άρθρου 17 ιδωμένες σε συνάρτηση με το περιεχόμενου του Άρθρου 21, και συγκεκριμένα του τίτλου του, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τα Άρθρα 17 και επέκεινα αφορούν την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων. Δεν αφορούν το θέμα κατά πόσο τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν μια διαφορά.  Ως εκ τούτου το Άρθρο 17 της Διμερούς  Σύμβασης δεν ρυθμίζει αποκλειστικά τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου σε σχέση με την Εναγόμενη 2 – Αιτήτρια και θα πρέπει να εξεταστούν οι υπόλοιπες θέσεις της Εναγόμενης 2 – Αιτήτριας.

 

 

 

 

ΜΗ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΟΥΣΙΩΔΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ

 

Προωθείται από την Εναγόμενη 2 – Αιτήτρια, ως λόγος για την ακύρωση των δύο διαταγμάτων επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, η παραβίαση, εκ μέρους της Ενάγουσας - Καθ΄ ης η αίτηση, του καθήκοντος πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Έχει υποδειχθεί στην απόφαση Larissa (Αρ. 2) (1997) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1333, ότι η αρχή της υποχρέωσης αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων σε περιπτώσεις διαταγμάτων που εξασφαλίζονται με μονομερείς αιτήσεις εφαρμόζεται και σε αιτήσεις για εξασφάλιση άδειας για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας. Η υποχρέωση, σε περιπτώσεις ως και η υπό συζήτηση,  για πλήρη αποκάλυψη είναι αναμφισβήτητη. Όμως, όπως  εξηγήθηκε στην υπόθεση Brink΄s Mat Ltd v. Elcombe (1988) 1 W.L.R. 1350, η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Γρηγορίου v. Χριστοφόρου (1995) 1 Α.Α.Δ. 248, δεν συνιστά παραπλάνηση του Δικαστηρίου κάθε παράλειψη. Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων, εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, τα οποία θα βάρυναν στη σκέψη του τελευταίου όταν εξέταζε την μονομερή αίτηση. Σχετικό είναι το σκεπτικό της απόφασης  Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.α ν. Adeona Holdings Ltd (2015) 1 Α.Α.Δ. 386, στην οποία επιβεβαιώνεται η αναγκαιότητα για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, σημειώνεται όμως ότι δεν είναι κάθε παράλειψη αποκάλυψης που οδηγεί σε ακύρωση.  Όπως υποδεικνύεται:

 

«Το δεύτερο φαινόμενο που παρατηρείται, αφορά τους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι τα τελευταία χρόνια προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τις όποιες ελλείψεις στην ένορκη δήλωση του αντιδίκου τους, υποβάλλοντας ακραίες και αβάσιμες εισηγήσεις για μη αποκάλυψη, αγνοώντας το γεγονός ότι η σχετική νομολογία δίδει έμφαση στη μη αποκάλυψη «ουσιωδών γεγονότων». Παρατηρούμε ότι αυτό συνήθως γίνεται όταν οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος επί της ουσίας είναι λίγες, οπότε εναποτίθενται όλες οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος στη μη αποκάλυψη κάποιου στοιχείου, το οποίο τις περισσότερες φορές δεν είναι καθόλου ουσιώδες. ...θα πρέπει να τονίσουμε το αυτονόητο, ότι τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποπροσανατολίζονται από αβάσιμες εισηγήσεις που δίδουν έμφαση στη μη αποκάλυψη κάποιου ασήμαντου στοιχείου, το οποίο δεν αφορά σε ουσιώδες γεγονός.».

 

Σχετικό επί του θέματος είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση The Cyprus Potato Marketing Board v. Primlaks (Pacific Violet) BV κ.α. (1990) 1 Α.Α.Δ. 219:

 

«Πρέπει να υπομνησθεί εδώ ότι πλήθος αποφάσεων καθιέρωσε την αρχή ότι σε αιτήσεις για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας υφίσταται υποχρέωση για ειλικρινή αποκάλυψη όλων των σημαντικών στοιχείων με βάση τα οποία το δικαστήριο θα κληθεί να ασκήσει τη διακριτική εξουσία που έχει στο προκείμενο. Η raison d' etre του κανόνα είναι ότι η επίδοση αγωγής εκτός δικαιοδοσίας θεωρείται κατά τρόπο επέμβαση στην κυριαρχία ξένου κράτους και η έννοια της αβροφροσύνης στις διεθνείς σχέσεις (comitas) επιβάλλει στα ημεδαπά δικαστήρια προσεκτική εξέταση κάθε περίπτωσης και πιστή συμμόρφωση προς τους κανόνες που καθιστούν επιτρεπτή την επίδοση. George Monro Ltd. v. American Cyanamid Corporation [1944] K.B. 432, 437, The Brado [1949] A.C. 326, 357 και The Siskina v. DistoscompaniaNaviera S.A. [1979] A.C. 210, 254. Παρεμπιπτόντως, η αρχή που επιτάσσει την παράθεση των ουσιαστικών περιστατικών έχει ευρύτερη εφαρμογή και καλύπτει πλην των επιδόσεων και όλες τις περιπτώσεις αιτήσεων χωρίς κοινοποίηση στο αντίδικο. The Hagen [1908-1910] All E.R. Rep. 21, The Andria [1984] 1 All E.R. 1126 Altobeigi v. M/V Nada & Another [1985] 1 C.L.R. 543. Οι Dicey & Morris "The Conflict of Laws" έκδοση 1980, τόμος 1, σελ. 197 αναφέρουν επιγραμματικά επί του θέματος:

"Since the application for leave is made ex-parte a full and fair disclosure of all relevant facts ought to be made."».

 

Στην ICC CHEMICAL CORPORATION v. POLYPACK LLC Πολ. Εφ. Ε154/17 ημερ. 13/11/2023, από την οποία και η ακόλουθη περικοπή, διαβάζονται τα ακόλουθα:

 

«          …..άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας δίδεται με βάση τη Δ.6 θ.1 και 4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών νοουμένου ότι η υπό κρίση περίπτωση εμπίπτει εντός μιας εκ των προϋποθέσεων του θ.1(a)-(h) και το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ο ενάγων έχει εκ πρώτη όψεως καλή αιτία αγωγής και ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας.».

 

Σχετικές είναι και οι αποφάσεις Her Brittanic Majesty΄s Secretary of State for Defence v. A.P. Lanitis Investments Ltd (1999) 1(B) A.A.Δ. 995, Demstar United v. Zim Israel Navigation Co Limited κ.ά. (ανωτέρω), Amathus Navigation Co Ltd v. Concord Express Liners (1993) 1 Α.Α.Δ. 1030 και Αναφορικά με την Αίτηση του Ivan Guta κ.α. Πολ. Εφ. 7/24 ημερ. 26/03/2025.

 

Η εμπλοκή, στις περιπτώσεις που υπάρχουν αναμεμιγμένα μέρη από την αλλοδαπή, της διεύρυνσης της τοπικής αρμοδιότητας του Δικαστηρίου και της καταλληλόλητάς του να εκδικάσει υπόθεση στην οποία υπάρχουν αλλοδαποί εναγόμενοι, είναι παράγοντας καθοριστικής σημασίας. Ο ενάγοντας οφείλει, από τα αρχικά στάδια, να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις επέκτασης της αρμοδιότητάς του. Το σκεπτικό της απόφασης ΤΗΛΕΤΥΠΟΣ Α.Ε. v. MEGA CHANNEL MANAGEMENT LTD (2004) 1 Α.Α.Δ. 1863 είναι κατατοπιστικό:

 

«          ………οι πρόνοιες της Δ.2, θ.2 πρέπει να διαβάζονται σε συνδυασμό με αυτές της Δ.6, θ.1.  Έχουμε τη γνώμη πως ο σκοπός της συνδυασμένης λειτουργίας των δύο κανονισμών είναι να μη καταχωρείται και επιδίδεται ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος στο εξωτερικό, αν δεν ληφθεί προηγουμένως η άδεια του Δικαστηρίου. Ο λόγος είναι προφανής. Τα Δικαστήρια ασκούν, συνήθως, δικαιοδοσία μέσα στα γεωγραφικά όρια της χώρας τους.  Δεν απευθύνεται επομένως εντολή δια του κλητηρίου εντάλματος σε διάδικο που μένει στο εξωτερικό να εμφανιστεί ενώπιον τους. Γι΄αυτό και επιδίδεται ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος, που αποτελεί μια διακρατική φιλοφρονητική χειρονομία να ειδοποιείται ο διάδικος που μένει στο εξωτερικό πως εκκρεμεί κάποια διαδικασία εις βάρος του στη χώρα από την οποία εκδίδεται η ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος.». 

 

            Επιστρέφοντας στα γεγονότα που απασχολούν στην παρούσα προωθείται η θέση ότι απεκρύβει από το Δικαστήριο, κατά την έκδοση του πρώτου Διατάγματος, το Άρθρο 17 της Διακρατικής Συμφωνίας μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ουκρανίας για Νομική Συνεργασία σε Αστικά Θέματα, Ν.8(ΙΙΙ)/2005. Ανάγνωση της νομικής βάσης της πρώτης αίτησης αποκαλύπτει ότι έγινε αναφορά στα Άρθρα 5 – 9 της Συμφωνίας. Σ΄ αυτά τα Άρθρα ήθελε η Ενάγουσα – Αιτήτρια να βασιστεί, για να υποστηρίξει το αίτημά της για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, για τους λόγους που καταγράφηκαν στην ένορκη δήλωση του Shevchenko που συνόδευσε την πρώτη αίτηση. Το Άρθρο 5 της Συμφωνίας, το οποίο οριοθετεί το πλαίσιο παροχής της νομικής συνδρομής, περιλαμβάνει την «επίδοση και γνωστοποίηση εγγράφων» ενώ το Άρθρο 8, το οποίο τιτλοφορείται «Επίδοση Εγγράφων» καταγράφει τις προϋποθέσεις επίδοσης. Αν η Ενάγουσα – Καθ΄ης η αίτηση ήθελε να κρατήσει κρυφό το Άρθρο 17 δεν θα επέλεγε να χρησιμοποιήσει τη Συμφωνία μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ουκρανίας, Ν.8(ΙΙΙ)/2005 αλλά θα ενεργοποιούσε τις πρόνοιες της Σύμβασης της Χάγης ευθύς εξ αρχής.  

 

Το  Δικαστήριο έχοντας διαπιστώσει, είναι παραδεκτό και από τα δύο Μέρη στη διαδικασία, ότι το πρώτο διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας το οποίο είχε βασιστεί στη Διμερή Συμφωνία έχει απορριφθεί από τα Ουκρανικά Δικαστήρια θεωρεί ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος εξέτασης του συγκεκριμένου ισχυρισμού. Το γεγονός ότι το διάταγμα, ημερ. 10/05/2018, δεν ακυρώθηκε δεν σημαίνει παράλληλα ότι βρίσκεται σε ισχύ αφού απορρίφθηκε η εκτέλεσή του από τις Ουκρανικές Αρχές και τα έγγραφα επιστράφηκαν. Η οποιαδήποτε συζήτηση επί του θέματος είναι επι ματαίω. Σχετική αναφορά γίνεται στην απόφαση Αναφορικά με την Luchian Marina Tudor (2011) 1 Α.Α.Δ. 1176 στην οποία αποφασίστηκε ότι «Τα Δικαστήρια δεν ενεργούν επί ματαίω, ούτε επιλύουν ακαδημαϊκά ζητήματα, ούτε και προχωρούν σε επίλυση διαφορών οι οποίες είτε έχουν εκλείψει, είτε λόγω μεταβολής των συνθηκών…».

 

 Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η Ενάγουσα - Καθ΄ης η αίτηση απέκρυψε το γεγονός ότι τυχόν απόφαση εναντίον της Εναγόμενης 2 - Αιτήτριας δεν θα μπορεί να εφαρμοστεί στα Ουκρανικά Δικαστήρια γιατί δεν εφαρμόζεται καμιά από τις προϋποθέσεις του Άρθρου 17 της Διμερούς Συμφωνίας, με όλο το σεβασμό προς τον ευπαίδευτο συνήγορο της Εναγόμενης 2 – Αιτήτριας, αυτό είναι ένα θέμα το οποίο δεν θα απασχολούσε το Δικαστήριο στο στάδιο της παραχώρησης αδείας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ούτε το γεγονός ότι η εταιρεία Ernst & Young δεν μπόρεσε να προσδιορίσει επακριβώς το ποσό της ζημιάς. Σημειωτέων, ότι στις παραγράφους 50 και 51 της ένορκης δήλωσης Shevchenko ημερ.10/05/2018 το γεγονός αυτό αποκαλύπτεται. Εν πάση περιπτώσει η έκταση της ζημιάς συνιστά θέμα μαρτυρίας κατά την δίκη και όχι θέμα που θα εξεταζόταν στο προκαταρτικό στάδιο της έκδοσης διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας.   

 

          Σημαντικό είναι να παρατεθούν στο σημείο αυτό δύο επισημάνσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου που σημειώθηκαν στην υπόθεση Commerzbank Auslandsbanken Holding AG κ.α. ν. Adeona Holding Ltd (ανωτέρω) αναφορικά με την έκδοση μονομερών διαταγμάτων και την εξέταση από το πρωτόδικο Δικαστήριο του κατά πόσον τηρήθηκε από τον αιτητή η υποχρέωση για πλήρη αποκάλυψη κατά την μονομερή διαδικασία. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα, μέρος του οποίου έχει σημειωθεί και πιο πάνω:

 

« Λόγω των δραστικών επιπτώσεων που συνήθως ακολουθούν εύρημα δικαστηρίου ότι δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη, τα τελευταία χρόνια διαπιστώθηκαν δύο φαινόμενα. Πρώτον, μια δικαιολογημένη φοβία εκ μέρους των δικηγόρων των αιτητών ως προς τον κίνδυνο να θεωρηθεί η πλευρά τους ότι δεν προέβη σε πλήρη αποκάλυψη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να τίθενται ενώπιον των δικαστηρίων όγκοι εγγράφων, τα οποία, χωρίς οποιαδήποτε επεξήγηση, τις περισσότερες φορές τείνουν να συσκοτίζουν παρά να διαφωτίζουν το δικαστήριο. Όπως τονίστηκε από το αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση National Bank of Sharjah v. Dellborg,The Times, December 24, 1992 (CA), υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά μεταξύ ειλικρινούς και πλήρους αποκάλυψης και του κατακλυσμού του δικαστηρίου με σωρεία εγγράφων, πλείστα των οποίων είναι μη ουσιώδη και αχρείαστα για τους σκοπούς που τίθενται ενώπιον του δικαστηρίου. Γι' αυτό είναι πολύ σημαντικό όπως στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, να επεξηγείται με τρόπο λακωνικό η σημασία των εγγράφων που επισυνάπτονται. Περαιτέρω, θα πρέπει να τονίζεται το σημαντικό μέρος των εγγράφων, ώστε τα ουσιώδη θέματα να αναδύονται εύκολα με μια απλή συνδυασμένη ανάγνωση της ένορκης δήλωσης και των εγγράφων. Διαφορετικά υπάρχει κίνδυνος η αποκάλυψη να μην θεωρηθεί ειλικρινής και πλήρης.

Το δεύτερο φαινόμενο που παρατηρείται, αφορά τους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι τα τελευταία χρόνια προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τις όποιες ελλείψεις στην ένορκη δήλωση του αντιδίκου τους, υποβάλλοντας ακραίες και αβάσιμες εισηγήσεις για μη αποκάλυψη, αγνοώντας το γεγονός ότι η σχετική νομολογία δίδει έμφαση στη μη αποκάλυψη «ουσιωδών γεγονότων». Παρατηρούμε ότι αυτό συνήθως γίνεται όταν οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος επί της ουσίας είναι λίγες, οπότε εναποτίθενται όλες οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος στη μη αποκάλυψη κάποιου στοιχείου, το οποίο τις περισσότερες φορές δεν είναι καθόλου ουσιώδες.

Χωρίς να θέλουμε με κανένα τρόπο να αδυνατίσουμε ποσώς την υποχρέωση για ειλικρινή και πλήρη αποκάλυψη, θα πρέπει να τονίσουμε το αυτονόητο, ότι τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποπροσανατολίζονται από αβάσιμες εισηγήσεις που δίδουν έμφαση στη μη αποκάλυψη κάποιου ασήμαντου στοιχείου, το οποίο δεν αφορά σε ουσιώδες γεγονός. Ούτε ο κανόνας πρακτικής για ακύρωση του διατάγματος σε περίπτωση μη αποκάλυψης, θα πρέπει να αφεθεί να μετατραπεί σε εργαλείο αδικίας.».

 

Τα θέματα που θέτει η Εναγόμενη 2 - Αιτήτρια και ισχυρίζεται ότι δεν αποκαλύφθηκαν αφορούν τοποθετήσεις αντίθετες από αυτές της Ενάγουσας – Καθ΄ης η αίτηση. Για παράδειγμα, η Ενάγουσα – Καθ΄ης η αίτηση υποστηρίζει ότι υπήρχε αλληλοεπικάλυψη της λογιστικής εργασίας που διενεργήθηκε από την PwC Κύπρου με την PwC Ουκρανίας. Η Εναγόμενη 2 - Αιτήτρια υποστηρίζει ότι δεν υπήρξε οποιοσδήποτε ενιαίος έλεγχος αλλά ξεχωριστοί έλεγχοι δυνάμει των όρων που συμφωνήθηκαν στις επιστολές δέσμευσης. Η συγκεκριμένη τοποθέτηση δεν συνιστά θέμα απόκρυψης αλλά συνιστά θέμα αντίθετης άποψης. Το ίδιο μπορεί να λεχθεί για το θέμα της έκτασης της ευθύνης των δύο Εναγόμενων, της μαρτυρίας που αφορά τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, την παράλειψη προσκόμισης του πορίσματος της έρευνας της NBU και την εκδοχή που προωθήθηκε ενώπιον του Αγγλικού Δικαστηρίου. Δεν πρόκειται για γεγονότα που αποκρύβησαν αλλά για την εκδοχή της Εναγόμενης 2 – Αιτήτριας και επομένως η μη αναφορά αυτών στην αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας δεν μπορεί αβασάνιστα να οδηγήσει σε παραμερισμό των σχετικών διαταγμάτων. Τα συγκεκριμένα γεγονότα, ακόμη και αν υποτεθεί ότι δεν αποκαλύφθηκαν σε όλη τους την έκταση, δεν αφορούν σε ουσιώδη γεγονότα που θα επηρέαζαν την έκδοση ενός διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Βεβαίως, θα πρέπει να επισημανθεί ότι για τα πλείστα από αυτά γίνεται αναφορά στις δύο ένορκες δηλώσεις Shevchenko, οι οποίες συνόδευαν τις δύο αιτήσεις, χωρίς όμως η συγκεκριμένη αναφορά να είναι εκτενής. Ως εκ τούτου ούτε αυτή η εισήγηση της Εναγόμενης 2 – Αιτήτριας μπορεί να γίνει αποδεκτή.  

 

ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ ΚΑΛΗ ΑΙΤΙΑ ΑΓΩΓΗΣ

 

Σύμφωνα με την νομολογία αυτό που απαιτείται είναι η αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας να συνοδεύεται από εύλογη μαρτυρία από την οποία να προκύπτει η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος χωρίς όμως να απαιτείται η οποιαδήποτε απόφαση επι των θεμάτων που θα απασχολήσουν στην δίκη, βλ. G.C.C. Computers Ltd v. Pendril Datacom Ltd (ανωτέρω), Her Brittanic Majesty's Secretary of State for Defence v. A.P. Lanitis Investments Ltd, (ανωτέρω) όπου στη σελ.1003 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, και τα εξής:

 

« Χρειάζεται πάντως εύλογη μαρτυρία από την οποία να προκύπτει η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος: βλ. Hentelryck v. William Lyall Shipbuilding Co Ltd [1921] 1 A.C. 698στη σελ. 701. Και μάλιστα με πληρότητα. Όπως επεσήμανε ο Ιωσηφίδης, Δ. Στη George D. Counnas and Sons Ltd ν. Zim Israel Navigation Co. Ltd and Another (1963) 2 C.L.R. 266,268: "the plaintiff has to state in the affidavit or affidavits in support of his application the entire set of facts founding the enforceable right". Το κριτήριο είναι αντικειμενικό, με την έννοια ότι δεν αποφαίνεται το Δικαστήριο αναφορικά με την αξία της μαρτυρίας Όπως λέχθηκε στη Sekavin S.A. ν. Ship «Platon Ch"(1981) 1 C.L.R. 297, 300:

 

" . . . the disclosure of a cause of action is solely dependent on the objective implications of the facts set forth in the affidavit and not on the examination on the merits of the factual situation. Belief in the existence of a cause of action is not of itself sufficient. The facts must give rise to the existence of a prima facie or arguable case in order for the Court to exercise its dicrection in favour of the proponent of service outside jurisdiction”. »

 

Εάν τα γεγονότα που είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που έδιδε την άδεια δικαιολογούσαν την έκδοση του διατάγματος, δεν είναι επιτρεπτό στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης να προτιμηθούν άλλες θέσεις γεγονότων ανατρεπτικές των τότε προβαλλομένων ώστε να ανατραπεί το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου τότε στηρίχτηκε το Δικαστήριο και να παραμεριστεί το διάταγμα. Δεν επιτρέπεται στο στάδιο τούτο η αξιολόγηση θέσεων ως προς τα γεγονότα της ουσίας της υπόθεσης και η απόρριψη των προβαλλομένων τότε ως γεγονότων. 

 

Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο τα γεγονότα που τέθηκαν κατά το χρόνο λήψης της άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, τόσο στην πρώτη αίτηση καθώς και στη δεύτερη, αποκάλυπταν εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής εναντίον της Εναγόμενης 2 – Αιτήτριας. Σημειώνεται, ότι η αξίωση της Ενάγουσας – Καθ΄ης η αίτηση αφορά το ποσό των $3δις ως αποζημιώσεις για ζημιές που υπέστη ως αποτέλεσμα παραβίασης της σύμβασης ή/και αμέλειας ή/και παράβασης των νόμιμων καθηκόντων των Εναγόμενων 1 και 2 υπό την αντίστοιχη ή/και την κοινή τους ιδιότητα ως ελεγκτές - υπεύθυνοι για τον προβλεπόμενο ή/και άλλο έλεγχο των οικονομικών καταστάσεων ή/και εξελιγμένων λογαριασμών, στους οποίους συμπεριλαμβανόταν το Παράρτημα της Ενάγουσας στην Κύπρο ή/και οι θυγατρικές τράπεζες ή/και το τραπεζικό συγκρότημα της Ενάγουσας – Καθ΄ης η αίτηση αναφορικά με τα οικονομικά έτη 2013, 2014 και 2015. Διαφάνηκε μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που συνόδευαν τις δύο αιτήσεις, ήτοι τις ένορκες δηλώσεις  1 και 2 του Shevchenko, ότι η Ενάγουσα – Καθ΄ης η αίτηση, μεταξύ άλλων, προωθεί τη θέση ότι τόσο η Εναγόμενη 1 καθώς και η Εναγόμενη 2 όφειλαν να είχαν αποκαλύψει την απάτη των πρώην ιδιοκτητών της Τράπεζας κατά την διάρκεια των ελέγχων που διενήργησαν για τα έτη 2013, 2014 και 2015 και ότι σκόπιμα και ηθελημένα παράβηκαν τα καθήκοντά τους. Εξετάζοντας όσα το γενικά οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα της αγωγής καταγράφει, διαπιστώνει κανείς, ότι, αυτό, αναφέρεται, τόσο στις θεραπείες που επιδιώκονται εναντίον και των δύο Εναγόμενων, όσο και στα αίτια και τη βάση του δικαιώματος της Ενάγουσας - Καθ' ης η αίτηση κατά τρόπο που ικανοποιείται η προαναφερόμενη προϋπόθεση της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση στην υπό κρίση αγωγή. Ιδωμένο το Κλητήριο Ένταλμα σε συσχετισμό με το περιεχόμενο των δύο ενόρκων δηλώσεων Shevchenko που συνόδευαν τις δύο αιτήσεις ενδυναμώνει την θέση ότι οι δύο Εναγόμενες, οι οποίες ήταν επιφορτισμένες με την διενέργεια των σχετικών οικονομικών ελέγχων και την κατάρτιση των Ενοποιημένων Οικονομικών Καταστάσεων για τα έτη 2013, 2014 και 2015, δεν προέβησαν σε οποιεσδήποτε επιφυλάξεις στις Ελεγκτικές Γνώμες που εξέδωσαν για τα έτη 2013 και 2014 ενώ για το 2015 κατέγραψαν επιφύλαξη μόνο σε σχέση με την έλλειψη αποκάλυψης με αναφορά στα συνδεδεμένα μέρη. Προς τούτο σχετικές είναι οι αναφορές στις υποθέσεις Re Fereos Ltd (1997) 1 Α.Α.Δ. 959, Re Lumiere T.V. Public Company Ltd (2006) 1 Α.Α.Δ. 757, Avila Management Services Ltd κ. α. ν. Frantisek Stepanek κ.α. (2012) 1 Α.Α.Δ. 1403 και Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd (2013) 1 Α.Α.Δ. 1235.  Το θέμα όμως δεν είναι τόσο απλό.    

 

Στη συγκεκριμένη περίπτωση η Ενάγουσα – Καθ΄ης η αίτηση υποστηρίζει ότι ο έλεγχος του Παραρτήματος στην Κύπρο θα ενσωματωνόταν στους ενοποιημένους οικονομικούς λογαριασμούς της Εναγόμενης 2 – Αιτήτριας και ότι η επιστολή ανάθεσης κατέγραφε ότι τα αποτελέσματα του ελέγχου του Παραρτήματος θα προωθούντο στην Ουκρανία. Στις ένορκες δηλώσεις Shevchenko αναλύονται - κρίνω - με επάρκεια οι βάσεις αγωγής εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 και τα στοιχεία που υποστηρίζουν την από κοινού εκδίκαση των θεμάτων που απασχολούν. Αρκεί στην παρούσα φάση το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι έχει καταδειχθεί συζητήσιμη υπόθεση. Είναι η διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι αυτό εν προκειμένω καταδεικνύεται αφού στην ένορκη δήλωση του Latimir, η οποία υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, γίνεται παραδοχή ότι το Παράρτημα της Τράπεζας στην Κύπρο δεν είχε ξεχωριστή νομική οντότητα από την Εναγόμενη 2 – Αιτήτρια και ότι τα δάνεια παραχωρούνταν από τα κεντρικά γραφεία της Τράπεζας. Προκύπτει ότι έγινε μια παρουσίαση από την PwC Ουκρανίας στην Τράπεζα, σε σχέση με την προσφορά των ελεγκτικών υπηρεσιών τόσο σε σχέση με τον Όμιλο όσο και σε σχέση με το Παράρτημα στην Κύπρο. Συνάφθηκαν πανομοιότυπες γραπτές συμφωνίες ανάθεσης, για κάθε επίδικο έτος και με τους δύο ελεγκτικούς οίκους. Αυτό, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι στις συγκεκριμένες ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις που ετοιμάστηκαν, μέχρι και το έτος 2015, τόσο από την PwC Ουκρανίας όσο και από την PwC Κύπρου δεν εντοπίστηκαν τα τεράστια ελλείματα κεφαλαίων, τα οποία αφορούσαν ανείσπρακτα δάνεια μεγάλης κλίμακας σε δανειολήπτες που σχετίζονταν με τους προηγούμενους ιδιοκτήτες και συνδεδεμένα με αυτούς πρόσωπα τα οποία  οδήγησαν στην κήρυξη της Τράπεζας ως αφερέγγυας τον Δεκέμβριο 2016, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση. 

 

          Προωθείται, από τον Shevchenko, η θέση ότι υπήρξαν παραβιάσεις των συμβάσεων, Συμφωνιών Ανάθεσης, οι οποίες προκύπτουν από την συμβατική σχέση των εμπλεκομένων καθώς και παραλήψεις στην εκτέλεση των καθηκόντων οι οποίες αφορούν το καθήκον επιμέλειας και των δύο ελεγκτικών οίκων οι οποίες οδήγησαν στην πρόκληση ζημιάς στην Τράπεζα. Τα όσα επικαλείται η Εναγόμενη 2 - Αιτήτρια εις απάντηση των συγκεκριμένων ισχυρισμών της Ενάγουσας – Καθ΄ης η αίτηση αφορούν επιχειρήματα των οποίων η βαρύτητα και πειστικότητα θα κριθεί κατά την ακρόαση. Όλες αυτές οι εισηγήσεις της Εναγόμενης 2 – Αιτήτριας συνιστούν γεγονότα που θα στελεχώσουν την υπεράσπισή της. Εμπλέκονται πραγματικά ζητήματα σε σχέση με αμφισβητούμενα γεγονότα τα οποία, σύμφωνα με την νομολογία, θα πρέπει να γίνει προσπάθεια να μην εκδικαστούν με βάση τις ένορκες δηλώσεις. Σχετικός είναι ο λόγος της Gasto Shipping Company Limited νMineag SQM (Africa) (Proprietory) Limited κ.ά. (Aρ. 2) (1999) 1 Α.Α.Δ. 1634.

 

Με όλο το σεβασμό προς τις εισηγήσεις που παρατίθενται από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Εναγόμενης 2 – Αιτήτριας στο Μέρος 4 και στο Μέρος 8 της εμπεριστατωμένης αγόρευσής του, το Δικαστήριο δεν μπορεί να εμβαθύνει σε τέτοιο βαθμό που να απορρίψει τη μαρτυρία του Shevchenko ή να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να της αποδοθεί οποιαδήποτε αποδεικτική αξία. Σύμφωνα με την νομολογία που έχει υπομνησθεί ανωτέρω τέτοια προσέγγιση είναι ανεπίτρεπτη. Αναφορά γίνεται στο Annual Practice 1959 όπου, στην σελ.144 καταγράφεται ότι το Δικαστήριο δεν διερευνά την ουσία της αγωγής κατά την εξέταση του θέματος κατά πόσο αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση.

 

ΑΝΑΓΚΑΙΟΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΛΗΛΟΣ ΔΙΑΔΙΚΟΣ

 

            Η εξέταση του θέματος κατά πόσο ένας διάδικος είναι αναγκαίος και κατάλληλος σύμφωνα με την αγγλική νομολογία αφορά το ερώτημα κατά πόσο αν τα δύο μέρη βρίσκονταν στην ίδια δικαιοδοσία θα ήταν αναγκαίοι και κατάλληλοι διάδικοι για τα υπό εξέταση θέματα. Παραπομπή γίνεται στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση The Public Institution for Social Security v. Khaled Al Rajaan and others [2025] EWCA Civ.1505:   

 

«The applicable test for determining whether a person is a "necessary or proper party to the claim" is well established. It is set out in the judgment of Lord Collins of Mapesbury in Altimo Holdings and Investment Ltd v Kyrgyz Mobil Tel Limited [2011] UKPC 7[2012] 1 WLR 1804 at [87] as follows:

"... the question whether D2 is a proper party is answered by asking: 'supposing both parties had been within the jurisdiction would they both have been proper parties to the action?' … D2 will be a proper party if the claims against D1 and D2 involve one investigation … [or if they are] 'closely bound up' [or involve] 'a common thread'…"».

 

Ανασκόπηση της αγγλικής νομολογίας καθώς και της κυπριακής καταδεικνύει ότι υπάρχουν παράγοντες όπως η αποτελεσματική διαχείριση της αξίωσης, οι οποίοι παραγκωνίζουν την απαίτηση για κάποιας μορφής εδαφική σύνδεση πριν επιτραπεί η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Δηλαδή, θα πρέπει να υπάρχει κάποιο ζήτημα μεταξύ του ενάγοντα και του κυρίως εναγόμενου ( anchor defenadant), ακόμη και θέμα διαδικασίας, το οποίο να προκύπτει μεταξύ του ενάγοντα και του ευρισκόμενου εκτός δικαιοδοσίας το οποίο θα αποτελέσει θέμα διερεύνησης και απόφασης σε σχέση και με τους δύο κατά την ίδια ακρόαση. Σχετική είναι η απόφαση Commercial Bank of Dubai PSC and others v. Addalla Juma Majid Al Sari and others [2024] EWCH 3304 Civ. στην οποία έγινε εκτεταμένη ανάλυση των αρχών επί του θέματος και η Altimo Holdings and Investments Limited v. Kyrgyz Mobile Telephones Ltd [2012] 1 WLR 1807 στις παραγράφους 71 – 88.    

 

          Το Δικαστήριο θα πρέπει να απαντήσει το ερώτημα κατά πόσο υπάρχει πραγματικό ζήτημα προς εκδίκαση μεταξύ της Ενάγουσας – Καθ΄ης η αίτηση και του κυρίως εναγόμενου (anchor defendant), ήτοι της Εναγόμενης 1, επι της ουσίας καθώς επίσης και κατά πόσο είναι εύλογο για τα κυπριακά δικαστήρια να εκδικάσουν την διαφορά. Το ερώτημα, κατά πόσο είναι εύλογο για τα κυπριακά δικαστήρια να εκδικάσουν την διαφορά, είναι αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, έχοντας υπόψη τα γεγονότα ως εκτέθηκαν με λεπτομέρεια στις ένορκες δηλώσεις Shevtchenko, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι υπάρχει πραγματικό ζήτημα προς εκδίκαση μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1 – anchor defendant – αφού, ενώ ήταν επιφορτισμένη με το καθήκον του οικονομικού ελέγχου του Παραρτήματος της Ενάγουσας στην Κύπρο, σε σχέση με τα έτη 2013, 2014 και 2015, εξέδωσε τις οικονομικές  καταστάσεις για τα συγκεκριμένα έτη χωρίς την οποιαδήποτε επιφύλαξη αναφορικά με τα απλήρωτα δάνεια τα οποία είχαν εγκριθεί από την μητρική Τράπεζα, της οποίας οι εξελεγμένες οικονομικές καταστάσεις είχαν καταρτιστεί από την Εναγόμενη 2 – Αιτήτρια, η οποία επίσης απέτυχε να εντοπίσει το πρόβλημα των απλήρωτων και χωρίς την παροχή εγγυήσεων δανείων.

 

          Επιπλέον, σε σχέση με το ερώτημα κατά πόσο είναι εύλογο για τα Κυπριακά Δικαστήρια να εκδικάσουν τη διαφορά, δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι στην επιστολή ανάθεσης της Εναγόμενης 1 υπάρχει ρήτρα δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Εκ του συγκεκριμένου γεγονότος προκύπτει ότι τα κυπριακά δικαστήρια είναι κατάλληλα και αρμόδια να εκδικάσουν τη διαφορά μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1 αφού αυτή είναι η επιλογή των δύο εμπλεκομένων Μερών.

 

Η Ενάγουσα – Αιτήτρια προώθησε την αίτηση της στη δικαιοδοτική βάση που παρέχει η Δ.6 θ.1(h) των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, η οποία καθορίζει τα εξής:

 

«...1....Service out of jurisdiction of a writ of summons or notice of a writ of summons may be allowed by the Court or Judge whenever.

………………………………………………………………………………………….

(h) any person out of Cyprus is a necessary or proper party to an action properly brought against some other duly served in Cyprus.».

 

 Η εκ μέρους του Δικαστηρίου διαπίστωση του κατά πόσον ο ημεδαπός συνεναγόμενος, πράγματι, ενάχθηκε ορθά βασίζεται στα όσα η έκθεση απαίτησης παραθέτει ως κρίσιμα γεγονότα, βλ. GCC Computers Ltd v. Pendril Datacom Ltd (2000) 1 Α.Α.Δ. 1584. Το φαινόμενο ο ενάγων να προσπαθεί να παρακάμψει τις νομοθετικές πρόνοιες περί αναγκαίας προηγούμενης άδειας για την καταχώριση και σφράγιση κλητηρίου εντάλματος προοριζόμενου να επιδοθεί εκτός δικαιοδοσίας εισάγοντας έναν «εικονικό εναγόμενο» («bogus defendant») δεν είναι άγνωστο. Σε τέτοια περίπτωση το διάταγμα για την εκτός δικαιοδοσίας επίδοση δικαστικών εγγράφων παραμερίζεται. Παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από το The Annual Practice, 1958Volume 1, σελ.163:

 

«Leave refused or Order discharged.

 

Action not «properly brought» - An action must be «properly brought» to justify an order under this Rule (Tyne Improvement Commissioners v. Armement Anversois Societe Anonyme, The Brabo, [1949] A.C. 326).

 

Bogus Defendants - A good cause of action must be shown both against the defendant within and the defendant outside the jurisdiction.  It will not be permitted to bring in a bogus defendant in this country for the purpose of joining a substantial defendant abroad, who could not have been sued alone (Yorkshire Tunnery Co. v. Eglinton, etc, Co.54 L.S. Ch. 81).  In Flower v. Rose, 7 T.L.R. 280, an action was brought by consignees of wool against owners of a ship, residing in Scotland, and their agents in London, for an account, etc. held, that the ex parte order to serve the Scotch defendants must be set aside, on the ground that there was no cause of action against the English defendants, and that they were only joined with a view to drag in the Scotch defendants as parties to the action.  See also Sharples v. Eason & Son, [1911] 2 Ir.R. 436, C.A. and Ross v. Eason & Son, [1911] 2 Ir R. 459, C.A.».

 

Σύμφωνα με τις δύο ένορκες δηλώσεις του Shevchenko η Εναγόμενη 2 - Αιτήτρια συνενώθηκε στην παρούσα αγωγή ως αναγκαίος διάδικος γιατί οι αξιώσεις της Ενάγουσας – Καθ΄ης η αίτηση εναντίον της ημεδαπής Εναγόμενης 1 συνδέονται και αλληλεξαρτώνται με τις αξιώσεις της κατά της αλλοδαπής Εναγόμενης 2, ήτοι της Αιτήτριας. Ο Shevhenco στήριξε την άποψή του στις επιστολές ανάθεσης εργασίας που ρύθμιζαν τις συμβατικές υποχρεώσεις των εμπλεκομένων μερών, Τεκμήρια 5 και 10 της ένορκης δήλωσης Shevchenko 1. Εντούτοις εξετάζοντας το περιεχόμενο των συγκεκριμένων επιστολών, έχοντας πάντοτε υπόψη τα όσα ο ίδιος ο Shevchenko κατέγραψε και παραδέχθηκε, οι επιστολές ανάθεσης εργασίας της PwC Κύπρου αφορούσαν τον έλεγχο του Παραρτήματος της Τράπεζας στην Κύπρο ενώ οι επιστολές ανάθεσης εργασίας της PwC Ουκρανίας αφορούσαν τα «group audits», ως τα χαρακτηρίζει ο ίδιος, για όλο τον Όμιλο. Όμως υποστηρίζει ότι οι συγκεκριμένοι έλεγχοι, παρόλο που είχαν γίνει σε συμμόρφωση με διαφορετικές νομοθετικές απαιτήσεις, απαιτείτο και από τις δύο Εταιρείες να συμμορφωθούν με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα IFRS και ISAS. Σύμφωνα με τα συγκεκριμένα πρότυπα προωθείται η θέση ότι θα έπρεπε να  εντοπιστούν τα υπέρογκα και ακάλυπτα δάνεια τόσο στην Τράπεζα στην Ουκρανία καθώς και στο Παράρτημα της Κύπρου. Δεν εντοπίστηκαν από οποιαδήποτε εκ των δύο Εναγόμενων αλλά αντίθετα δεν εξέφρασαν καμία επιφύλαξη στις Εκθέσεις τους. Η θέση του Shevchenko, ότι η PwC Κύπρου συνέβαλε στην εργασία που εκτελέστηκε για την κατάρτιση των ενοποιημένων λογαριασμών από την PwC Ουκρανίας, δεν μπορεί να απορριφθεί σ’ αυτό το πρώιμο στάδιο έχοντας υπόψη ότι η Επιστολή Ανάθεσης της PwC Κύπρου καταγράφει ότι τα αποτελέσματα του ελέγχου θα προωθηθούν στην PwC Ουκρανίας. Από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου το ερώτημα κατά πόσο αν η Εναγόμενη 2 βρισκόταν στην ίδια δικαιοδοσία θα ήταν αναγκαίος και κατάλληλος διάδικος απαντάται καταφατικά. 

 

FORUM NON CONVINIENS

 

Προωθήθηκε η εισήγηση ότι η Κύπρος δεν είναι το κατάλληλο forum convenience. Έχει εμπεδωθεί από τη νομολογία μας η αρχή ότι το βάρος απόδειξης μετατοπίζεται στον εναγόμενο όταν πρόκειται να δείξει ότι υπάρχει καταλληλότερο βήμα (forum) αλλού. Στην περίπτωση δε κατά την οποία δεν φαίνεται καθαρά πού υπάρχει αυτό το βήμα, με την έννοια ότι δεν υπάρχει τόπος ο οποίος να συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά του φυσικού forum, το Δικαστήριο οφείλει να μην ικανοποιήσει το αίτημα αναστολής.

 

Στην υπόθεση Cyprus Trading Corporation Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd (ανωτέρω) στη σελ. 1187 γίνεται μία επισκόπηση της σχετικής με το θέμα νομολογίας και παρατίθεται η ακόλουθη περικοπή από την Αγγλική υπόθεση Macshannon v. Rockware Glass Ltd (1978) 1 All E.R 630  όπως αυτή υιοθετήθηκε από το Εφετείο στην υπόθεση Guendjian v. Societe Tunisienne De Banque S.A. (1983) 1 C.L.R 588 με επιδοκιμασία :

 

«Για να δικαιολογείται η αναστολή μιας υπόθεσης πρέπει να ικανοποιηθούν δύο όροι, ένας θετικός και ένας αρνητικός.

 

(α) Ο εναγόμενος πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει άλλο βήμα (forum) στου οποίου τη δικαιοδοσία υπάγεται, στο οποίο μπορεί να απονεμηθεί δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων, με ουσιαστικά λιγότερη δυσκολία ή έξοδα, και

 

(β) Η αναστολή δεν πρέπει να αποστερεί από τον ενάγοντα οποιοδήποτε νόμιμο προσωπικό ή διαδικαστικό πλεονέκτημα, που θα ήταν διαθέσιμο σε αυτόν αν επικαλείτο τη δικαιοδοσία του Αγγλικού Δικαστηρίου».

 

Ο Lord Goff στην απόφαση Airbus Industrie GIE v. Patel [1999] AC 119 χαρακτήρισε το συγκεκριμένο δόγμα ως «the most civilised legal principle».   Διαφωτιστική αναφορά στο συγκεκριμένο θέμα γίνεται στο σύγγραμμα του Andrian Briggs, “The Conflict of Laws, 5η εκδ., 2024, στις σελ. 67 και επέκεινα όπου επεξηγούνται οι αρχές της καθοδηγητικής επι του θέματος απόφασης The Spiliada Maritime Corporation v. Cansulex Ltd [1986] 3 All E.R. 843 στην οποία συνοψίζονται οι αρχές που διέπουν το θέμα του forum non conveniens ως ακολούθως:

 

«(d) Since the question is whether there exists some other forum which is clearly more appropriate for the trial of the action, the court will look first to see what factors there are which point in the direction of another forum.  These are the factors which Lord Diplock described, in MacShannon's case [1978] 1 All ER 625 at 630, [1978] AC 795 at 812, as indicating that justice can be done in the other forum at 'substantially less inconvenience or expense΄.  Having regard to the anxiety expressed in your Lordships' House in the Societe du Gaz case 1926 SC(HL) 13 concerning the use of the word ΄convenience΄ in this context, I respectfully consider that it may be more desirable, now that the English and Scottish principles are regarded as being the same, to adopt the expression used by Lord Keith in the Abidin Daver [1984] 1 All ER 470 at 479, [1984] AC 398 at 415 when he referred to the ΄natural forum΄ as being ΄that with which the action has the most real and substantial connection΄. So it is for connecting factors in this sense that the court must first look; and these will include not only factors affecting convenience or expense (such as availability of witnesses), but also other factors such as the law governing the relevant transaction (as to which see Credit Chimique v. James Sxott Engineering Group Ltd 1982 SLT 131), and the places where the parties respectively reside or carry on business.

 

(e) If the court concludes at that stage that there is no other available forum which is clearly more appropriate for the trial of the action, it will ordinarily refuse a stay...........

 

(f) If, however, the court concludes at that stage that there is some other available forum which prima facie is clearly more appropriate for the trial of the action, it will ordinarily grant a stay unless there are circumstances by reason of which justice requires that a stay should nevertheless not be granted.  In this inquiry, the court will consider all the circumstances or the case, including circumstances which go beyond those taken into account when considering connecting factors with other jurisdictions. One such factor can be the fact, if established objectively by cogent evidence, that the plaintiff will not obtain justice in the foreign jurisdiction: see The Abidim Dsaver [1984] 1 All ER 470 at 476, [1984] AC 398 at 411 per Lord Diplock, a passage which now makes plain that, on this inquiry, the burden of proof shifts to the plaintiff.  How far other advantages to the plaintiff in proceeding in this country may be relevant in this connection, I shall have to consider at a later stage. ».

 

          Προκύπτει από το υλικό που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου - που περιλαμβάνει και εκείνο στο οποίο δεν κάμνει ρητή αναφορά αλλά έχει υπόψη - ότι η Ουκρανία είναι η χώρα που εδρεύει τόσο η Ενάγουσα – Καθ΄ης η αίτηση όσο και η Εναγόμενη 2 – Αιτήτρια και είναι ο τόπος διαμονής των περισσότερων μαρτύρων αλλά και που εντοπίζονται τα περισσότερα στοιχεία της μαρτυρίας. Είναι επίσης το μέρος που συνέβησαν τα περισσότερα γεγονότα που αποτελούν το υπόβαθρο της υπόθεσης. Επιπροσθέτως, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι στις συμβάσεις που αφορούν την σχέση της Ενάγουσας – Καθ΄ης η αίτηση με την Εναγόμενη 2 – Αιτήτρια εφαρμόζεται το Ουκρανικό Δίκαιο.

 

          Σύμφωνα με το σύγγραμμα του Andrian Briggs, The Conflict of Laws στη σελίδα 68:

 

«As to the appropriateness, attention will focus on the location of the events and of the witnesses to them, on the law which will be applied to determine the matters in dispute (local courts mostly apply their own law better than foreign courts do), on general issues of trial convenience, on the relative strength of connection with England and with the alternative forum, on whether the foreign court will be able to gather in and tie up all the loose ends better overall than the English court, and so on. Evaluation of these factors is a matter for the judge hearing the application, and in a perfect world, appeals would be discouraged. ».

 

Εξέταση του όγκου των Γνωματεύσεων που προσκομίστηκαν σε σχέση με τους νομικούς ισχυρισμούς τόσο από Ουκρανούς δικηγόρους, διακεκριμένους Άγγλους νομικούς καθώς και έγκριτους κύπριους πρώην Δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου φανερώνει την έκταση της διαφωνίας που υπάρχει σε όλο της το εύρος. Έχει τεθεί μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ αλλοδαπού, ήτοι του Ουκρανικού και ημεδαπού δικαίου. Το γεγονός αυτό δεν μπορεί να παραβλεφθεί από το Δικαστήριο.

 

Ανασκόπηση του συνόλου των δεδομένων της υπόθεσης οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η προσφορότερη δικαιοδοσία για εκδίκαση της επίδικης διαφοράς σε σχέση με την απαίτηση που αφορά την Εναγόμενη 1 είναι η Κύπρος και σε σχέση με την απαίτηση που αφορά την Εναγόμενη 2 – Αιτήτρια η Ουκρανία. Δεν μπορεί να αγνοηθεί ότι μεταξύ της Ενάγουσας – Καθ΄ης η αίτηση και της Εναγόμενης 1 έχει συμφωνηθεί ότι το εφαρμοστέο δίκαιο είναι το Κυπριακό. Δεν μπορεί βεβαίως να παραβλεφθεί ότι η Ενάγουσα – Καθ΄ης η αίτηση είναι Ουκρανικών συμφερόντων όπως και η Εναγόμενη 2 – Καθ΄ης η αίτηση. Παράλληλα, θα κληθούν μάρτυρες από την Ουκρανία για να δώσουν μαρτυρία επι Ουκρανικού Δικαίου, αφού οι επιστολές ανάθεσης της Εναγόμενης 2 – Καθ΄ης η αίτηση καθώς και οι Δηλώσεις Πληρότητας που υπέγραψε διέπονται από το Ουκρανικό δίκαιο ενώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι στις συγκεκριμένες συμφωνίες υπάρχει ρήτρα για περιορισμό της ευθύνης, η οποία θα πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με το Ουκρανικό Δίκαιο. Υπό τις περιστάσεις που καταγράφηκαν η Κύπρος παρουσιάζεται να έχει λιγότερη σύνδεση με την υπόθεση από την Ουκρανία βλ. Zeeland Navigation Co Ltd v. Banque Worms (2001) 1 Α.Α.Δ. 707.

 

Για όλους τους λόγους που προαναφέρθηκαν είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η υπόθεση έχει στενότερο σύνδεσμο με την Ουκρανία παρά με την Κύπρο και το καταλληλότερο φόρουμ για εκδίκαση της υπόθεσης εναντίον της Εναγόμενης 2 – Αιτήτριας είναι το Ουκρανικό Δικαστήριο. Ως εκ του συγκεκριμένου συμπεράσματος η εκδίκαση της υπόθεσης σε σχέση με την Εναγόμενη 2 – Αιτήτρια θα ανασταλεί.

 

Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται προς όφελος της Εναγόμενης 2 – Αιτήτριας, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

           

 

(Υπ.) …………………………………

 Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Π.Ε.Δ.

 

Πιστόν Αντίγραφον

Πρωτοκολλητής

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο