ENCORP LTD ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ, Αριθμός Αγωγής: 138/2026, 4/2/2026
print
Τίτλος:
ENCORP LTD ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ, Αριθμός Αγωγής: 138/2026, 4/2/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

Αριθμός Αγωγής: 138/2026

 

Μεταξύ:

ENCORP LTD

Ενάγουσα

 

και

 

ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

Εναγόμενου

Ημερομηνία: 4.2.2026

 

Εμφανίσεις:

Για Ενάγουσα/Αιτήτρια: κ. Λοϊζίδης για M.C. Loizides & Associates LLC

 

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

στη μονομερή αίτηση της Ενάγουσας/Αιτήτριας ημερομηνίας 3.2.2026

για ενδιάμεσα διατάγματα

 

 

Η παρούσα αγωγή και η υπό κρίση Αίτηση καταχωρήθηκαν χθες, 3.2.2026. Κατόπιν αιτήματος των συνηγόρων της Ενάγουσας/Αιτήτριας, επιλήφθηκα της Αίτησης αυθημερόν.

 

Από τα ενώπιον μου στοιχεία προκύπτει ότι η Ενάγουσα ήταν ανάδοχος σύμβασης του δημοσίου αρ. 22/2024, ημερομηνίας 23.12.2024 για την προμήθεια και συντήρηση επτά αντλιοφόρων/πυροσβεστικών οχημάτων με αναθέτουσα αρχή την Πυροσβεστική Υπηρεσία (στο εξής η «Συμφωνία»). Η θέση της Ενάγουσας είναι ότι η Πυροσβεστική Υπηρεσία, αντισυμβατικά, τερμάτισε τη Συμφωνία στις 30.1.2026. Μέσω της αγωγής, η Ενάγουσα αξιώνει (μεταξύ άλλων) αποζημιώσεις εναντίον του Εναγόμενου, Γενικού Εισαγγελέα.

 

Σύμφωνα με τους όρους της Συμφωνίας, η Ενάγουσα μερίμνησε για την έκδοση προς όφελος της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας δύο εγγυητικών επιστολών από το ασφαλιστικό ίδρυμα Axeria IARD. Πρόκειται για την Εγγυητική Προκαταβολής με αρ. BGAX-10261 για ποσό €585.887,12 (Τεκμήριο 5(α) στην Αίτηση) και την Εγγυητική Πιστής Εκτέλεσης με αρ. BGAX-10263 για ποσό €101.144,57 (Τεκμήριο 5(β) στην Αίτηση). Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, ο διευθυντής της Ενάγουσας ενημερώθηκε προφορικά στις 2.2.2026 από την Axeria IARD ότι «έχουν λάβει ειδοποίηση από τον Εναγόμενο για εξαργύρωση και εκταμίευση των επίδικων Εγγυητικών» (παράγραφος 40 της ένορκης δήλωσης της Αίτησης).

 

Mέσω της υπό κρίση μονομερούς Αίτησης, η Ενάγουσα επιδιώκει να παρεμποδίσει την πληρωμή των δύο Εγγυητικών Επιστολών.

 

Είχα την ευκαιρία να ακούσω χθες, 3.2.2026, τις θέσεις του συνηγόρου της Ενάγουσας σε σχέση με την Αίτηση. Όσα ανέφερε είναι καταγεγραμμένα στα πρακτικά και δεν θα τα επαναλάβω. Επιγραμματικά εισηγήθηκε ότι πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.

 

Πριν προχωρήσω σημειώνω ότι έχω εξετάσει όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου για σκοπούς της Αίτησης.

 

Αναφορικά με τις προϋποθέσεις χορήγησης ενδιάμεσης θεραπείας, όπως καθορίζονται στο άρθρο 32 του Ν.14/60, ο αιτών διάδικος πρέπει να καταδείξει (α) την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) την ύπαρξη ορατής πιθανότητας η Ενάγουσα να δικαιούται σε θεραπεία και (γ) ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς ενδιάμεση παρέμβαση. Επιπρόσθετα πρέπει το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί ενδιάμεσο διάταγμα[1].

 

Στην παρούσα περίπτωση, μέσω της αγωγής (έντυπο απαίτησης χωρίς έκθεση απαίτησης) η Ενάγουσα εγείρει αξιώσεις για αποζημιώσεις συνεπεία παράβασης συμφωνίας, απάτης, στη βάση της αρχής money had and received και άλλες συναφείς. Αξιώνει επίσης διάταγμα που να απαγορεύει στον Εναγόμενο να απαιτήσει πληρωμή των Εγγυητικών Επιστολών και διάταγμα που να απαγορεύσει στην Axeria IARD (που δεν είναι εναγόμενη) να εκτελέσει τις Εγγυητικές Επιστολές. Οι αξιώσεις αυτές δεν είναι έκδηλα αντινομικές ή απαράδεκτες, συνεπώς θεωρώ ότι η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 πληρείται.

 

Προχωρώ στη δεύτερη προϋπόθεση.

 

Από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση αλλά και όπως διαφάνηκε κατά τη χθεσινή ακρόαση της Αίτησης, υπάρχει διάσταση μεταξύ Ενάγουσας και Εναγόμενου σε σχέση με την ερμηνεία προνοιών της Σύμβασης και την εκατέρωθεν αντίληψη για τις συμβατικές υποχρεώσεις και δικαιώματα. Συνεπώς, αναφορικά με τις αξιώσεις της αγωγής για αποζημιώσεις σε αυτή τη βάση, θεωρώ ότι αποκαλύπτεται ορατή πιθανότητα επιτυχίας.

 

Όμως, αυτό που η Ενάγουσα επιδιώκει με την παρούσα Αίτηση είναι να παρεμποδίσει την πληρωμή των Εγγυητικών Επιστολών. Αυτή η ενδιάμεση θεραπεία συναρτάται με τις αξιώσεις της αγωγής που αφορούν απάτη καθώς και με τα διατάγματα που ζητά μέσω της αγωγής για μη εκτέλεση των Εγγυητικών Επιστολών (που είναι ταυτόσημα με αυτά που επιδιώκει με την υπό κρίση Αίτηση). Είναι σε σχέση με εκείνες τις αξιώσεις της αγωγής που πρέπει να διαπιστωθεί εάν υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, για σκοπούς της Αίτησης.

 

Μια εγγυητική επιστολή είναι αυτοτελής δέσμευση, μεταξύ εκδότη και δικαιούχου και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από μια εγγυητική επιστολή είναι ανεξάρτητες από την υποκείμενη σύμβαση[2]. Η ιδιαίτερη φύση των εγγυητικών επιστολών επισημάνθηκε στην Hellenic Bank Public Company Limited v Alpha Panareti Public Limited (2013) 1 ΑΑΔ 1235 όπου αναφέρθηκαν τα εξής:

 

«Μια εγγυητική επιστολή εκδιδομένη από τραπεζικό ίδρυμα αποτελεί στη βάση σαφούς νομολογίας ανέκκλητη επιβεβαίωση ότι θα πληρωθεί στη βάση των όρων της και γι΄ αυτό τα Δικαστήρια σπανίως επεμβαίνουν με την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων ώστε η εγγυητική να μην πληρωθεί ή να μην εκτελεστεί.

 

Οι εγγυητικές θεωρούνται στο εμπόριο ουσιαστικά ως μετρητά χρήματα και στην απουσία ισχυρότατου λόγου προς το αντίθετο δεν νοείται η μη πληρωμή ή η μη εκτέλεση της εγγυητικής. Ως τέτοιος λόγος έχει νομολογιακά αναγνωρισθεί μόνο η ύπαρξη δόλου που θα πρέπει να βαρύνει τον δικαιούχο της εγγυητικής και να είναι ταυτόχρονα και στη γνώση της τράπεζας. Έχει δε λεχθεί αυθεντικά από τη νομολογία ότι ο ισχυρισμός δόλου πρέπει όχι μόνο να τίθεται από τον ένα των διαδίκων, αλλά και να υποστηρίζεται από πλήρη και επαρκή στοιχεία ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να τον αξιολογήσει, έστω σε πρωταρχικό στάδιο, όταν ασχολείται με τη δυνατότητα έκδοσης προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος».

Επί τη βάση της πιο πάνω καθοδήγησης, πρέπει να εξετάσω εάν η θέση της Ενάγουσας για ύπαρξη δόλου από πλευράς του Εναγόμενου «υποστηρίζεται από πλήρη και επαρκή στοιχεία» τα οποία μάλιστα να είναι στη γνώση της Axeria IARD. Αυτά πρέπει να συνθέτουν «ισχυρότατους λόγους» για να εμποδιστεί η πληρωμή των Εγγυητικών Επιστολών.

 

Στρέφομαι επομένως στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση. Σχετικές με τον ισχυρισμό για ύπαρξη δόλου είναι οι παράγραφοι 48-53. Σε εκείνες τις παραγράφους δεν παρουσιάζονται στοιχεία που να συνθέτουν δόλια πρόθεση ή δόλιες ενέργειες από τον Εναγόμενο. Περιλαμβάνουν επιχειρήματα του ενόρκως δηλούντα που καταλήγει ότι ο Εναγόμενος «ούτε έχει δικαίωμα αλλά ούτε και πιστεύει έντιμα ότι έχει δικαίωμα ρευστοποίησης, καθότι είναι ξεκάθαρο από τα όσα αναφέρω ανωτέρω ότι οι αυθαίρετες ενέργειες του Εναγόμενου, είναι αποτέλεσμα λανθασμένης ερμηνείας των όρων της Συμφωνίας και της κακόπιστης και αντισυμβατικής εισαγωγής χρονικών περιορισμών και χρονοδιαγραμμάτων στην εκτέλεση των εργασιών. Επομένως και δεδομένων των ανωτέρω, η απαίτηση για ρευστοποίηση των Εγγυητικών, γίνεται δόλια από τον Εναγόμενο» (παράγραφος 51 της ένορκης δήλωσης).

 

Οι πιο πάνω αναφορές δεν είναι μαρτυρία για γεγονότα ή στοιχεία που συνθέτουν δόλιες ενέργειες. Είναι επιχειρήματα και συμπεράσματα του ενόρκως δηλούντα. Από τις επιστολές που παρουσιάστηκαν μέσω της Αίτησης, φαίνεται ότι από τον Σεπτέμβριο 2025 προέκυψε διαφωνία σε σχέση με τις συμβατικές υποχρεώσεις της Ενάγουσας. Φαίνεται ότι οι δύο πλευρές διαφωνούν ως προς την ερμηνεία κάποιων όρων της Συμφωνίας. Αυτό αναδείχθηκε και από τις αναφορές του συνηγόρου της Ενάγουσας κατά την χθεσινή ακρόαση. Όλα αυτά παραπέμπουν σε μια συμβατική διαφορά. Δεν υπάρχουν δεδομένα που να στοιχειοθετούν σε δόλια πρόθεση ή ενέργειες από πλευράς του Εναγόμενου. Η διαφορετική αντίληψη των προνοιών μιας σύμβασης δεν εξισούται με δόλο.

 

Όπως επισημάνθηκε στην Hellenic Bank Public Company Limited v Alpha Panareti Public Limited (ανωτέρω):

 

«…οι υποχρεώσεις που απορρέουν από μια εγγυητική επιστολή είναι ανεξάρτητες από τις μεταξύ των μερών ή των εμπορευομένων διαφορές, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους. Είναι γι’ αυτό το λόγο που τα Δικαστήρια δεν επεμβαίνουν στις εγγυητικές επιστολές, στην απουσία εμφανούς δόλου».

 

Συνοψίζοντας, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι η μαρτυρία που παρουσίασε η πλευρά της Ενάγουσας (σε αυτό το στάδιο) δεικνύει ορατή πιθανότητα επιτυχίας σε σχέση με τις αξιώσεις που αφορούν μη πληρωμή των Εγγυητικών Επιστολών. Συνεπώς, δεν πληρείται η αντίστοιχη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60.

 

Οι προϋποθέσεις για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων είναι σωρευτικές και η πιο πάνω διαπίστωση σφραγίζει το αποτέλεσμα της Αίτησης.

 

Όμως, πρέπει να προσθέσω ότι ούτε η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται. Όπου οι αποζημιώσεις μπορούν να υπολογιστούν τότε η έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος δεν είναι αναγκαία. Στην παρούσα περίπτωση θεωρώ ότι μπορεί να υπολογιστεί η ζημιά της Ενάγουσας εάν διαφανεί στο τέλος ότι ο Εναγόμενος λανθασμένα εισέπραξε τα ποσά των Εγγυητικών Επιστολών. Ούτε υπάρχει ισχυρισμός πως ο Εναγόμενος δεν θα είναι σε θέση να πληρώσει τυχόν ποσά που θα επιδικαστούν εναντίον του. Οι υπόλοιπες αναφορές στην ένορκη δήλωση ότι πληρωμή των Εγγυητικών Επιστολών «πιθανότατα να αποστερήσει από την Αιτήτρια τη δυνατότητα να συνεχίσει να αντλεί εγγυητικές από ασφαλιστικές εταιρείες – και δεδομένης της δυσκολίας άντλησης από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα του τόπου» δεν τεκμηριώνονται επαρκώς ώστε να είναι καθοριστικές. Συνιστούν, θεωρώ, ενδεχόμενους κινδύνους χωρίς να είναι αναπόδραστη συνέπεια τυχόν πληρωμής των Εγγυητικών Επιστολών.

 

Δεν χρειάζεται να επεκταθώ περαιτέρω.

 

Για τους λόγους που εξήγησα καταλήγω ότι η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται.

 

 

 

(Υπ.)…………………………………………….
Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

 

Πιστό αντίγραφο

 

 

Πρωτοκολλητής

 



[1] Μεταξύ άλλων Odysseos v Pieri Estates (1982) 1 CLR 557, National Bank of Greece S.A. v Motoria Ltd (1987) 1 CLR 303, Loouis Vuitton v Dermosak Limited κ.α. (1992) 1 (Β) ΑΑΔ 1453

[2] Edward Owen Engg Ltd v Barclays Bank Intl Ltd [1978] 1 All E.R. 976


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο