ΜΑΡΙΑ ΑΡΓΥΡΟΥ ΧΑΡΙΤΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 56/2026, 18/2/2026
print
Τίτλος:
ΜΑΡΙΑ ΑΡΓΥΡΟΥ ΧΑΡΙΤΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 56/2026, 18/2/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

 

Αρ. Αγωγής: 56/2026

 

Μεταξύ:

 

ΜΑΡΙΑ ΑΡΓΥΡΟΥ ΧΑΡΙΤΟΥ

Ενάγουσα

 

και

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ

Εναγόμενη

 

18 Φεβρουαρίου, 2026.

 

Εμφανίσεις:

Για Ενάγουσα/Αιτήτρια: κ. Π. Βορκάς με κα Φυλακτού για Μιχάλης Βορκάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.

Για Εναγόμενη/Καθ΄ης η Αίτηση: κ. Μ. Βασιλείου για Ηλίας Νεοκλέους & Σία Δ.Ε.Π.Ε.

 

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

στην Αίτηση της Ενάγουσας/Αιτήτριας ημερομηνίας 16.1.2026
για ενδιάμεσα διατάγματα

 

 

Με την παρούσα Αίτηση η Ενάγουσα/Αιτήτρια ζητά την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων που, ουσιαστικά, να απαγορεύουν την εκποίηση δύο ενυπόθηκων ακινήτων με αριθμούς εγγραφής 0/[ ] και 0/[ ] του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας (στο εξής τα «Επίδικα Ακίνητα») μέχρι την εκδίκαση της αγωγής.

 

Από τα ενώπιον μου στοιχεία προκύπτει ότι μεγάλο μέρος των γεγονότων είναι κοινώς αποδεκτά. Συνοψίζω τα γεγονότα αυτά ως εξής.

 

Το 1996 κάποιος Χριστάκης Γεωργίου Σιακαλλή υπέγραψε χρεωστικό γραμμάτιο με την ΣΠΕ Κυπερούντας δια του οποίου έλαβε ποσό ΛΚ20.000 (στο εξής το «Χρεωστικό Γραμμάτιο»). Το Χρεωστικό Γραμμάτιο εξασφαλίστηκε με την υποθήκη Υ10488/1996 (στο εξής η «Επίδικη Υποθήκη») επί ακινήτου της Ενάγουσας με αριθμό εγγραφής [ ]. Το χρέος εξασφαλίστηκε επίσης με προσωπική εγγύηση της Ενάγουσας και του συζύγου της, Χαρίτου Χαρίτου. Σε κάποιο στάδιο, χωρίς να διευκρινίζεται πώς και πότε, το ενυπόθηκο ακίνητο φαίνεται να υποδιαιρέθηκε στα δύο Επίδικα Ακίνητα. Επαναλαμβάνω ότι δεν είναι ξεκάθαρο πως προέκυψαν τα δύο Επίδικα Ακίνητα που βαρύνονται με την υποθήκη Υ10488/1996.

 

Ο οφειλέτης δεν εκπλήρωσε τους όρους του Χρεωστικού Γραμματίου και το 2020 εκδόθηκε διαιτητική απόφαση (στο εξής η «Διαιτητική Απόφαση») υπέρ της ΣΠΕ Κυπερούντας:

 

«όπως το οφειλόμενο ποσό του ως άνω γραμματίου εκ ΛΚ 21.548,37 και οι τόκοι προς 8,5% ετησίως από 1.1.1999 επί του εκάστοτε υπολοίπου μέχρι τελείας εξοφλήσεως πληρωθούν αλληλεγγύως από τον πρωτοφειλέτη, τους εγγυητές και την υποθήκη με αριθμό Υ10488/96» (Τεκμήριο 3 στην αίτηση).

 

Η Διαιτητική Απόφαση ενεγράφη στο μητρώο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας για σκοπούς εκτέλεσης το 2001 (στο εξής η «Δικαστική Απόφαση» και το «Εξ Αποφάσεως Χρέος»). Σε κατοπινό στάδιο η νυν Εναγόμενη/Καθ’ ης η Αίτηση (στο εξής η «ΚΕΔΙΠΕΣ») υποκατέστησε την ΣΠΕ Κυπερούντας.

 

Το Εξ Αποφάσεως Χρέος δεν εξοφλήθηκε και η Δικαστική Απόφαση ανανεωνόταν για κάποια χρόνια για σκοπούς εκτέλεσης. Στο ενδιάμεσο γίνονταν διάφορες συζητήσεις σε μια προσπάθεια διευθέτησης του Εξ Αποφάσεως Χρέους. Η Ενάγουσα υποστηρίζει ότι ο σύζυγος της, Χαρίτος Χαρίτου, σε κάποιο στάδιο είχε καταλήξει σε συμφωνία με τη ΣΠΕ Κυπερούντας για διευθέτηση στα πλαίσια της οποίας, μεταξύ άλλων, θα αποφεύγετο η εκποίηση της Επίδικης Υποθήκης (στο εξής η «Ισχυριζόμενη Συμφωνία Διευθέτησης»). Η ΚΕΔΙΠΕΣ διαφωνεί ότι υφίσταται τέτοια συμφωνία. Αυτό, δηλαδή κατά πόσο υφίσταται η Ισχυριζόμενη Συμφωνία Διευθέτησης, είναι το αντικείμενο της αγωγής 2970/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας που εκκρεμεί προς εκδίκαση. Η τελευταία περίοδος ανανέωσης της Δικαστικής Απόφασης εξέπνευσε στις 30.6.2023. Σήμερα, η Δικαστική Απόφαση δεν είναι εκτελεστή.

 

Η ΚΕΔΙΠΕΣ έχει ξεκινήσει τη διαδικασία πλειστηριασμού των Επίδικων Ακινήτων δυνάμει του Μέρους VIA του Ν.9/65. Στις 24.2.2026 είναι προγραμματισμένος ο πλειστηριασμός των Επίδικων Ακινήτων. Αυτή η εξέλιξη αποτέλεσε το έναυσμα της παρούσας αγωγής και της υπό κρίση Αίτησης.

 

Μέσω της αγωγής, η Ενάγουσα αξιώνει αριθμό αναγνωριστικών αποφάσεων και διαταγμάτων. Σε αυτά περιλαμβάνονται αναγνωριστική απόφαση ότι η ΚΕΔΙΠΕΣ εμποδίζεται στην άσκηση των δικαιωμάτων της που απορρέουν από την Επίδικη Υποθήκη ένεκα του ότι η Δικαστική Απόφαση δεν είναι εκτελεστή και/ή ένεκα του ότι τα δικαιώματα της ΚΕΔΙΠΕΣ ως ενυπόθηκου δανειστή έχουν παραγραφεί. Αξιώνει επίσης διάταγμα για τη διαγραφή της Επίδικης Υποθήκης από το Κτηματικό Μητρώο και διάταγμα που να αναγνωρίζει την ύπαρξη της Ισχυριζόμενης Συμφωνίας Διευθέτησης μεταξύ του Χαρίτου Χαρίτου (συζύγου της Ενάγουσας) και της ΣΠΕ Κυπερούντας προς διευθέτηση των οφειλών που προκύπτουν από το Χρεωστικό Γραμμάτιο.

 

Παράλληλα με την καταχώρηση της αγωγής, η Ενάγουσα καταχώρησε και την υπό κρίση Αίτηση. Όπως ανέφερα στην αρχή, μέσω αυτής της Αίτησης επιδιώκει να εμποδίσει τον πλειστηριασμό των Επίδικων Ακινήτων μέχρι την εκδίκαση της αγωγής.

 

Προς υποστήριξη της Αίτησης, η Ενάγουσα καταχώρησε ένορκες δηλώσεις της ιδίας και του συζύγου της. Βασίζεται, ουσιαστικά, στα γεγονότα που έχω περιγράψει πιο πάνω. Υποστηρίζει ότι η εκπνοή της Δικαστικής Απόφασης, η παραγραφή των δικαιωμάτων της ΚΕΔΙΠΕΣ δυνάμει της Επίδικης Υποθήκης και ύπαρξη της Ισχυριζόμενης Συμφωνίας Διευθέτησης, δικαιολογούν την παροχή της αιτούμενης ενδιάμεσης θεραπείας.

 

Η πλευρά της ΚΕΔΙΠΕΣ διαφωνεί. Η δική της θέση είναι ότι η Επίδικη Υποθήκη είναι αυτοτελής, υποστηρίζει ότι τα δικαιώματα της ως ενυπόθηκου δανειστή υφίστανται και εφόσον υφίσταται ενυπόθηκη οφειλή, δικαιούται στον πλειστηριασμό των Επίδικων Ακινήτων. Παράλληλα αρνείται την ύπαρξη της Ισχυριζόμενης Συμφωνίας Διευθέτησης.

 

Οι αναφορές στην Ισχυριζόμενη Συμφωνία Διευθέτησης δεν με έχουν απασχολήσει. Η ύπαρξη ή όχι τέτοιας συμφωνίας και οι όροι αυτής είναι ζήτημα που θα αποφασιστεί στα πλαίσια της αγωγής 2970/2019. Συνεπώς δεν επηρεάζουν το εδώ αποτέλεσμα σε σχέση με την Αίτηση.

 

Πριν προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας, σημειώνω ότι έχω μελετήσει το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου καθώς και τις αγορεύσεις των συνηγόρων, γραπτές και προφορικές, καθώς και τη νομολογία στην οποία με έχουν παραπέμψει.

 

Προσθέτω ότι μέσω της Αίτησης και της ένστασης έχουν εγερθεί και διάφορα άλλα ζητήματα. Επικεντρώνομαι όμως σε εκείνα που προ-ανέφερα από τα οποία θα κριθεί το αποτέλεσμα. Έχω μεν εξετάσει τα υπόλοιπα αλλά δεν τα κρίνω ικανά να διαφοροποιήσουν την κατάληξη μου σε σχέση με την Αίτηση, την οποία εξηγώ στη συνέχεια.

 

Καταρχάς σημειώνω τα ακόλουθα. Και οι δύο πλευρές, στην Αίτηση, ένσταση και στις αγορεύσεις έχουν αναφερθεί στη διαδικασία του Μέρους VIA του Ν.9/65 και στις ειδοποιήσεις που έχουν εκδοθεί και σταλθεί δυνάμει αυτού.

 

Η διαδικασία πλειστηριασμού των ενυπόθηκων ακινήτων δυνάμει του Ν.9/65 δεν με έχει απασχολήσει. Η αγωγή και η παρούσα Αίτηση δεν θα καταστούν όχημα για να εξεταστεί το νομότυπο της διαδικασίας εκείνης. Προσεγγίζω και αποφασίζω την παρούσα Αίτηση μόνο υπό το πρίσμα του άρθρου 32(1) του Ν.14/60 που η Ενάγουσα επικαλείται.

 

Η γενική εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα εκπηγάζει από το άρθρο 32(1) του Ν.14/60. Το λεκτικό έχει ως εξής:

 

«Τηρουμένου οποιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού, δικαστήριο κατά την άσκηση της πολιτικής του δικαιοδοσίας, δύναται να εκδίδει ενδιάμεσο διάταγμα (απαγορευτικό, διηνεκές, ή προστακτικό) ή να διορίζει παραλήπτη, εάν το κρίνει δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις, παρόλο που δεν αξιώνεται ή χορηγείται μαζί με αυτό οποιαδήποτε αποζημίωση ή άλλη θεραπεία:

 

Νοείται ότι, δεν εκδίδεται ενδιάμεσο διάταγμα, εκτός εάν το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ’ ακροατηρίου διαδικασία, ότι υπάρχει πιθανότητα ο αιτών διάδικος να δικαιούται θεραπεία, και ότι θα είναι δύσκολη ή αδύνατη η πλήρης απονομή δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, εάν δεν εκδοθεί το εν λόγω διάταγμα.»

 

Παρά τις πρόσφατες τροποποιήσεις αυτής της διάταξης, επί της ουσίας οι προϋποθέσεις παραμένουν οι ίδιες.

 

Όπως προκύπτει από το πιο πάνω λεκτικό, το Δικαστήριο εκδίδει παρεμπίπτον διάταγμα μόνο εάν ο αιτητής καταδείξει (α) ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (β) ότι υπάρχει πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία και (γ) εάν δείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον εάν δεν εκδοθεί το διάταγμα. Τέλος, διάταγμα εκδίδεται μόνο εφόσον το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτό είναι «δίκαιον ή πρόσφορον» υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης.

 

Αναφορικά με την 1η προϋπόθεση του άρθρου 32(1) του Ν.14/1960, σύμφωνα με τη νομολογία το Δικαστήριο ανατρέχει στα δικόγραφα για να αποφασίσει κατά πόσο αποκαλύπτεται καλή βάση αγωγής.

 

Όπως επαναλήφθηκε στην σχετικά πρόσφατη απόφαση του Εφετείου Laxiflora Holdings Ltd κ.α. ν Κώστα Ζερβού κ.α., πολιτικές εφέσεις Ε38/2021 και Ε42/2021, ημερομηνίας 12.2.2024:

 

«για εκπλήρωση της πρώτης προϋπόθεσης απαιτείται απλώς η δικογραφημένη ανάδειξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση. Δεν πληρούν την πρώτη προϋπόθεση, αγωγές στηριζόμενες σε βάσεις άγνωστες στον Νόμο ή και τη Νομολογία όπου η συνέχιση τους θα απολήξει να είναι ανούσια και ενοχλητική (frivolous and vexatious), αλλά και απαιτήσεις όπου επιδιώκεται η απόδοση θεραπείας παράλογης ή απαράδεκτης.»

 

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αξιώσεις που η Ενάγουσα εγείρει με την αγωγή της (όπως τις έχω περιγράψει πιο πάνω) δεν φαίνονται έκδηλα απαράδεκτες ή αντινομικές. Κρίνω ότι η αγωγή αποκαλύπτει νομικά και πραγματικά ζητήματα προς εξέταση κατά τη δίκη. Συνεπώς, θεωρώ ότι η 1η προϋπόθεση πληρείται.

 

Προχωρώ στη 2η προϋπόθεση του άρθρου 32(1) του Ν.14/60, που αφορά το κατά πόσο διαπιστώνεται ορατή πιθανότητα επιτυχίας στις αξιώσεις που εγείρονται.

 

«Ορατή πιθανότητα επιτυχίας» σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων[1]. Εξετάζοντας κατά πόσο πληρείται αυτή η προϋπόθεση, το Δικαστήριο περιορίζεται να διαπιστώσει αν υπάρχει ενδεχόμενο, με βάση το μαρτυρικό υλικό, ο αιτητής να επιτύχει στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας[2].

 

Στην Laxiflora (ανωτέρω), η προσέγγιση της νομολογίας συνοψίστηκε ως εξής:

 

«Κατά την εξέταση της προϋπόθεσης αυτής γίνεται συσχέτιση της νομικής βάσης της αγωγής με την προσκομισθείσα, από πλευράς αιτητή, μαρτυρίας. Σταθμίζεται βέβαια και η αντίθετη εκδοχή του καθ' ου η αίτηση. Η υποκειμενική και εξαντλητική αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά και η επιλογή εκδοχών και η εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων θα πρέπει να αποφεύγεται. Αυτά είναι αξιώματα που ανήκουν στην κυρίως δίκη. Αυτού λεχθέντος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία, κάποια αποτίμηση της αποδεικτικής δύναμης της μαρτυρίας εκείνου που ζητά τη θεραπεία, θα πρέπει να γίνεται από το Δικαστήριο.»

 

Στην παρούσα περίπτωση, η Ενάγουσα βασίζεται κυρίως σε νομικά επιχειρήματα για να στοιχειοθετήσει αυτή την προϋπόθεση.

 

Ένα από τα κεντρικά προς απόφαση ζητήματα κατά τη δίκη είναι κατά πόσο η ΚΕΔΙΠΕΣ δικαιούται να εξασκήσει τα δικαιώματα της ως ενυπόθηκος δανειστής δυνάμει της Επίδικης Υποθήκης.

 

Επικεντρώνομαι επομένως σε αυτό το ζήτημα.

 

Είναι κοινώς αποδεκτό ότι η Δικαστική Απόφαση έχει εκπνεύσει και, άρα δεν είναι εκτελεστή. Εφόσον η Δικαστική Απόφαση δεν είναι εκτελεστή, η ΚΕΔΙΠΕΣ διατηρεί τη δυνατότητα εκποίησης της Επίδικης Υποθήκης προς εξόφληση του Εξ Αποφάσεως Χρέους; Μπορεί να επικαλείται εξόφληση του Εξ Αποφάσεως Χρέους ως βάση για το δικαίωμα της να πωλήσει τα Επίδικα Ακίνητα δια πλειστηριασμού;

 

Η άλλη οδός που επικαλείται η ΚΕΔΙΠΕΣ για να εκποιήσει τα Επίδικα Ακίνητα είναι μέσω της Σύμβασης Υποθήκης. Αναφορικά με αυτό το ζήτημα, σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση του Εφετείου Χάρης Θεοχάρους κ.α. ν Astrobank Public Company Limited, Πολιτική Έφεση 119/2020, ημερομηνίας 17.12.2025, όπου σημειώνεται η αυτοτέλεια της σύμβασης υποθήκης, η οποία συνεχίζει ακόμα και όταν η Δικαστική απόφαση που περιλαμβάνει διάταγμα για εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου δεν είναι σε ισχύ.

 

Εάν η ΚΕΔΙΠΕΣ προωθεί την πώληση των Επίδικων Ακινήτων βασιζόμενη στη σύμβαση της Επίδικης Υποθήκης, θα πρέπει να εξεταστεί το ζήτημα της παραγραφής που εγείρει η Ενάγουσα. Σύμφωνα με το άρθρο 5 του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου, Ν.66(Ι)/2012:

 

«5.-(1) Καμιά αγωγή επί ή για ή σε σχέση με υποθήκη ή ενέχυρο δεν εγείρεται μετά την πάροδο δώδεκα ετών από την ημέρα που συμπληρώθηκε η βάση της αγωγής.

(2) Οποιαδήποτε διαδικασία εκποιήσεως ενυπόθηκης ακίνητης ιδιοκτησίας ή ενεχυριασμένου πράγματος δυνάμει οποιουδήποτε νόμου θεωρείται αγωγή.»

 

Εδώ είναι δεδομένο ότι η Διαιτητική Απόφαση εκδόθηκε το 2000 και η Δικαστική Απόφαση το 2001. Η συμπλήρωση της βάσης αγωγής σε σχέση με το Χρεωστικό Γραμμάτιο σίγουρα προηγείται της Διαιτητικής Απόφασης. Με αυτά τα δεδομένα μπορεί να προωθείται διαδικασία εκποίησης στη βάση της Επίδικης Υποθήκης ή μήπως το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή έχει παραγραφεί;

 

Τα πιο πάνω ερωτήματα σαφώς θα απαντηθούν κατά την κυρίως δίκη και όχι σε αυτό το στάδιο.

 

Για σκοπούς του παρόντος σταδίου, αναφέρω μόνο ότι η πλευρά της Ενάγουσας έχει στοιχειοθετήσει ορατή πιθανότητα επιτυχίας για τις αναγνωριστικές αποφάσεις που εγείρει με βάση τα πιο πάνω. Συνεπώς η 2η προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60, πληρείται.

 

Προχωρώντας, για σκοπούς της 3ης προϋπόθεσης του άρθρου 32(1) του Ν.14/60, ο αιτητής πρέπει να καταδείξει ότι χωρίς την ενδιάμεση θεραπεία θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.

 

Η γενική προσέγγιση είναι ότι ζημιά δεν θεωρείται ανεπανόρθωτη εάν μπορεί να αποκατασταθεί μεταγενέστερα σε χρήμα. Αυτό όμως δεν είναι απόλυτο. Η υφή κάποιας υπόθεσης, υπό το πρίσμα των αξιώσεων που εγείρονται, των επίδικων θεμάτων και της διαθέσιμης μαρτυρίας, μπορεί να συνθέτουν ένα πλαίσιο ιδιαίτερων περιστάσεων που να δικαιολογούν τη χορήγηση της αιτούμενης θεραπείας διότι η οικονομική αποζημίωση δεν θα καταφέρει τη δίκαιη αποκατάσταση[3].

 

Όπως αναφέρθηκε στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου American University of Cyprus (AUCY) Ltd κ.α. ν SCFB Ltd, Πολιτική έφεση Ε6/2022, ημερομηνίας 4.3.2025:

 

«Η τρίτη προϋπόθεση ως γνωστό αφορά στη δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το διάταγμα. Τούτο έχει συνδεθεί με την επάρκεια της θεραπείας των αποζημιώσεων, χωρίς αυτό να είναι απόλυτα ακριβές, αφού η έννοια της δικαιοσύνης δεν περιορίζεται στα στεγανά της υλικής ζημιάς. Η δικαιοσύνη ταυτίζεται με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία.

 

[…] Πέραν της Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη (2001) 1(Β) ΑΑΔ 1245, στην οποία κάνει αναφορά το πρωτόδικο Δικαστήριο, παραπέμπουμε στο σύγγραμμα Διατάγματα, Injunctions (ανωτέρω), σελ. 131-141, όπου αναφέρεται ότι η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία.»

 

Στην παρούσα περίπτωση, θεωρώ ότι και η συγκεκριμένη προϋπόθεση πληρείται.

 

Εάν αποξενωθούν τα Επίδικα Ακίνητα και κατά τη δίκη διαπιστωθεί ότι η ΚΕΔΙΠΕΣ δεν είχε δικαίωμα εκποίησης της Επίδικης Υποθήκης, τότε η Ενάγουσα και το Δικαστήριο θα έχουν τεθεί προ τετελεσμένων και δεν θα υπάρχει τρόπος απόδοσης αποτελεσματικής θεραπείας. Τα Επίδικα Ακίνητα θα έχουν πλέον χαθεί και η τυχόν επιτυχία της αγωγής θα είναι άνευ αντικρίσματος.

 

Θεωρώ επομένως, ότι και η 3η προϋπόθεση του άρθρου 32(1) του Ν.14/60 πληρείται.

 

Περαιτέρω, από τα ενώπιον μου στοιχεία κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο να παρασχεθεί η ενδιάμεση θεραπεία ώστε να διαφυλαχθούν τα Επίδικα Ακίνητα μέχρι την εκδίκαση της αγωγής.

 

Έχω σταθμίσει τις επιπτώσεις στις δύο πλευρές τόσο σε περίπτωση έγκρισης όσο και σε περίπτωση απόρριψης της Αίτησης. Κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της έκδοσης διατάγματος για τη διαφύλαξη των Επίδικων Ακινήτων. Εάν τα Επίδικα Ακίνητα εκποιηθούν τότε το αντικείμενο της αγωγής θα έχει χαθεί. Από την άλλη, εάν εκδοθεί διάταγμα για τη διατήρηση των Επίδικων Ακινήτων, η ΚΕΔΙΠΕΣ θα συνεχίσει στην ίδια θέση που βρίσκεται σήμερα μέχρι την περάτωση της κυρίως δίκης.

 

Συνεπώς, για τους λόγους που εξήγησα και υπό το πρίσμα των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης, κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο να παρασχεθεί ενδιάμεση θεραπεία για τη διατήρηση των Επίδικων Ακινήτων που βαρύνονται με την Επίδικη Υποθήκη.

 

Συνεπώς, η Αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Α της Αίτησης. Το διάταγμα ισχύει μέχρι την περάτωση της αγωγής.

 

Παραμένει το θέμα των εξόδων της Αίτησης. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας/Αιτήτριας και εναντίον της Εναγόμενης/Καθ’ ης η Αίτηση.

 

Δεν έχουν αναρτηθεί προτεινόμενοι κατάλογοι εξόδων (Μέρος 39.9(1)). Λαμβάνοντας υπόψη την κλίμακα, τη φύση και πορεία εκδίκασης της Αίτησης, κρίνω εύλογο και επιδικάζω ποσό €4.000 πλέον ΦΠΑ.

 

 

 

 

(Υπ.)  ………..…….……………………………………
Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

 

 

Πρωτοκολλητής



[1] Οδυσσέως (ανωτέρω)

[2] Fellowes v Fisher [1975]2 All E.R. 829

[3] Karydas Taxi Services Ltd v Komodikis (1975) 1 ΑΑΔ 330


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο