GORDIAN HOLDINGS LTD ν. ΖΕΝΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΩΣΤΑ κ.α., Αρ. Αγωγής: 5566/2015, 30/3/2026
print
Τίτλος:
GORDIAN HOLDINGS LTD ν. ΖΕΝΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΩΣΤΑ κ.α., Αρ. Αγωγής: 5566/2015, 30/3/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου - Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

 

Αρ. Αγωγής: 5566/2015

 

Μεταξύ:

 

GORDIAN HOLDINGS LTD

Ενάγουσα

και

 

1. ΖΕΝΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΩΣΤΑ

2. ΑΛΕΞΙΑ ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΟΥ

Εναγόμενοι

 

 

30 Μαρτίου, 2026

 

Εμφανίσεις:

Για Eναγόμενη 2/Αιτήτρια: κα Ορφανίδου για Ορφανίδης, Χριστοφίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.

Για Ενάγουσα/Καθ’ ης η Αίτηση: κ. Ιωσήφ για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε.

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

Στην αίτηση της Εναγόμενης 2/Αιτήτριας ημερομηνίας 17.4.2024 για αναστολή εκτέλεσης απόφασης ημερομηνίας 27.3.2024 δυνάμει των προνοιών του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου, Ν.197(Ι)/2003

 

 

Η Ενάγουσα 2/Αιτήτρια είχε εγγυηθεί πιστωτικές διευκολύνσεις που είχαν παραχωρηθεί από την Τράπεζα Κύπρου στον Εναγόμενο 1, πρωτοφειλέτη. Οι πιστωτικές διευκολύνσεις κατέστησαν υπερήμερες με αποτέλεσμα η Τράπεζα Κύπρου να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή. Η αγωγή ουδέποτε επιδόθηκε στον Εναγόμενο 1 και η εκδίκαση προχώρησε μόνο για εκείνην.

 

Κατόπιν εκδίκασης της αγωγής, στις 27.3.2024 εκδόθηκε απόφαση υπέρ της Ενάγουσας (που στο μεταξύ υποκατέστησε την Τράπεζα Κύπρου) και εναντίον της Εναγόμενης 2 για ποσό €853.380,95 πλέον τόκο και έξοδα (στο εξής η «Επίδικη Απόφαση»).

 

Με την υπό κρίση Αίτηση, η Εναγόμενη 2/Αιτήτρια ζητά από το Δικαστήριο διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της Επίδικης Απόφασης, μέχρι εξαντλήσεως όλων των μέτρων εκτέλεσης εναντίον του πρωτοφειλέτη Εναγόμενου 1.

 

Αναφορικά με τον Εναγόμενο 1, παρότι δεν προωθήθηκε η αγωγή, εντούτοις η Ενάγουσα προχώρησε με διαδικασία εκποίησης ακινήτου του Εναγόμενου 1 το οποίο είχε υποθηκεύσει προς εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που του είχαν παραχωρηθεί στη βάση του Μέρους VIA του Ν.9/1965 (στο εξής το Ενυπόθηκο Ακίνητο). Η 1η διαδικασία πλειστηριασμού που διενεργήθηκε τον Οκτώβριο 2025 ήταν ανεπιτυχής.

 

Η θέση της Εναγόμενης 2 είναι ότι η αξία του Ενυπόθηκου Ακινήτου υπερκαλύπτει το Εξ Αποφάσεως Χρέος και συνεπώς είναι ορθό να χορηγηθεί η αιτούμενη αναστολή. Η Ενάγουσα διαφωνεί και έχει εγείρει ένσταση. Η δική της θέση είναι ότι η αξία του ενυπόθηκου ακινήτου είναι χαμηλότερη από το Εξ Αποφάσεως Χρέος, συνεπώς δεν υπάρχει περιθώριο αναστολής.

 

Πριν προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της Αίτησης, να αναφέρω ότι οι συνήγοροι της κάθε πλευράς έχουν αναπτύξει τα επιχειρήματα τους σε γραπτές αγορεύσεις το περιεχόμενο των οποίων έχω μελετήσει. Μελέτησα επίσης τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν μέσω της Αίτησης και ένστασης αντίστοιχα και των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την κάθε μια.

 

Η υπό κρίση Αίτηση εδράζεται στις πρόνοιες του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου Ν.197(Ι)/2003.

 

Αρχικά σημειώνω ότι πληρούνται τα κριτήρια εφαρμογής του Ν.197(Ι)/2003, όπως αυτά καθορίζονται στο άρθρο 3. Συγκεκριμένα, ο εγγυητής (Εναγόμενη 2) είναι φυσικό πρόσωπο το οποίο εγγυήθηκε σε πιστωτή (Ενάγουσα) να εκπληρώσει την υποχρέωση αποπληρωμής δανείου πρωτοφειλέτη ο οποίος δεν είναι νομικό πρόσωπο (Εναγόμενος 1).

 

Προχωρώντας, θεωρώ ότι είναι χρήσιμο να παραθέσω τις σχετικές διατάξεις των άρθρων 9 και 10 του Ν.197(Ι)/2003. Ξεκινώ με το άρθρο 9 του Ν.197(Ι)/2003 που προβλέπει τα ακόλουθα:

 

«9. Παρά τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου εκάστοτε σε ισχύ Νόμου, για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου παρέχεται εξουσία σε δικαστήριο να διατάξει καθ’ όσον αφορά τον εγγυητή, αναστολή της εκτέλεσης δικαστικής απόφασης εναντίον του στην έκταση που αφορά κατάσχεση και πώληση κινητής ιδιοκτησίας του ή πώληση ή επιβάρυνση (memo) της ακίνητης ιδιοκτησίας του ή αίτηση καταβολής μηνιαίων δόσεων όπως προβλέπεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο ή αίτηση έκδοσης διατάγματος παραλαβής όπως προβλέπεται στον περί Πτώχευσης Νόμο, ως ακολούθως:

 

(α)        κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης, ανεξάρτητα από το κατά πόσο αυτή εκδίδεται εκ συμφώνου ή κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας και κατόπιν παρουσίασης στο δικαστήριο από τον εγγυητή όλων των σχετικών στοιχείων·

 

(β)        σε περίπτωση έκδοσης απόφασης και τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 10, οποτεδήποτε μετά την έκδοση της απόφασης με τη συγκατάθεση του πιστωτή και του πρωτοφειλέτη ή χωρίς τέτοια συγκατάθεση…»

 

Η παρούσα Αίτηση υποβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 9(β) του Ν.197(Ι)/2003, μετά την έκδοση απόφασης για το χρέος και χωρίς τη συγκατάθεση πρωτοφειλέτη και πιστωτή.

 

Συνεχίζω με τις σχετικές διατάξεις του άρθρου 10(1)(γ)(δ) του Ν.197(Ι)/2003. Δεν είναι αμφιλεγόμενο να σημειώσω ότι η διατύπωση των διατάξεων αυτών θα μπορούσε να ήταν καλύτερη. Έχω απομονώσει το σχετικό μέρος:

 

10.(1)   Δικαστήριο διατάσσει δυνάμει του άρθρου 9, όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο και ορθό, την αναστολή της εκτέλεσης απόφασης καθ΄ όσον αφορά τον εγγυητή, και ενόσω παραμένει ανικανοποίητη η οφειλή, στις πιο κάτω περιπτώσεις

 

[…]

(γ) όταν υποβληθεί από τον εγγυητή αίτηση για αναστολή οποτεδήποτε μετά την έκδοση απόφασης και το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία που εκ πρώτης όψεως είναι τέτοιας αξίας ώστε να είναι αρκετή για να ικανοποιήσει την εξ’ αποφάσεως οφειλή, που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης:

 

[…]

 

Νοείται έτι περαιτέρω ότι, για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, το δικαστήριο δύναται να ικανοποιηθεί με βάση την ενώπιόν του μαρτυρία ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή και περιουσία να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή που αποτελεί το αντικείμενο σύμβασης εγγύησης, εάν ο πιστωτής δεν αποδείξει-

 

[…]

 

(ν) σε περίπτωση που εξακολουθεί να υφίσταται οποιαδήποτε υποθηκευμένη ακίνητη ιδιοκτησία του πρωτοφειλέτη προς όφελος του πιστωτή, ότι αυτή δεν έχει ακόμα εκποιηθεί δυνάμει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου.

 

(δ) σε περίπτωση που υπάρχει υποθήκη επί ακινήτου ιδιοκτησίας του πρωτοφειλέτη που δεν έχει εκποιηθεί

 

Στην παρούσα περίπτωση, κρίνω ότι δεν θα μπορούσε να χορηγηθεί η αιτούμενη αναστολή στη βάση του άρθρου 10(1)(γ) του Ν.197/2003. Αυτό διότι η μαρτυρία δεν στοιχειοθετεί πως ο Εναγόμενος 1 «έχει την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία που εκ πρώτης όψεως είναι τέτοιας αξίας ώστε να είναι αρκετή για να ικανοποιήσει την εξ’ αποφάσεως οφειλή». Από τη μαρτυρία προκύπτει το αντίθετο.

 

Συγκεκριμένα, η πλευρά της Εναγόμενης 2 έχει παρουσιάσει εκτίμηση σύμφωνα με την οποία η αξία του Ενυπόθηκου Ακινήτου είναι €1.007.000 και στη βάση αυτής υποστήριξε ότι ο Εναγόμενος 1 διαθέτει περιουσία που υπερβαίνει σε αξία το Εξ Αποφάσεως Χρέος. Όμως, δεν συμφωνώ ότι το ποσό της εκτίμησης αυτής είναι αντιπροσωπευτικό. Στην εν λόγω εκτίμηση, ο εκτιμητής δηλώνει ότι του ζητήθηκε να καθορίσει την «αγοραία αξία» του Ενυπόθηκου Ακινήτου που ορίζει στη σελίδα 3 της εκτίμησης του ως «το εκτιμώμενο ποσό για το οποίο ένα περιουσιακό στοιχείο ή υποχρέωση πρέπει να ανταλλαγεί κατά την ημερομηνία εκτίμησης μεταξύ πρόθυμου αγοραστή και πρόθυμου πωλητή σε μια συναλλαγή με ίσους όρους, ύστερα από κατάλληλο μάρκετινγκ όπου τα μέρη ενήργησαν το καθένα με πλήρη γνώση, σύνεση και χωρίς εξαναγκασμό».

 

Στην παρούσα όμως περίπτωση συμβαίνει κάτι διαφορετικό. Εκ των πραγμάτων, η πώληση του Ενυπόθηκου Ακινήτου θα διενεργηθεί στα πλαίσια της διαδικασίας εκποίησης του Μέρους VIA του Ν.9/1965. Δηλαδή το Ενυπόθηκο Ακίνητο θα πωληθεί από τον ενυπόθηκο δανειστή, σε δημόσιο πλειστηριασμό, για σκοπούς εξόφλησης του χρέους. Η πώληση δεν θα γίνει υπό περιστάσεις που επιτρέπουν «μια συναλλαγή με ίσους όρους, ύστερα από κατάλληλο μάρκετινγκ όπου τα μέρη ενήργησαν το καθένα με πλήρη γνώση, σύνεση και χωρίς εξαναγκασμό». Δηλαδή δεν μπορεί να επιτευχθεί η αγοραία αξία (ως ορίζεται πιο πάνω). Το πλαίσιο στο οποίο θα διενεργηθεί η πώληση θα είναι τελείως διαφορετικό. Συνεπώς, δεν δέχομαι ότι το ποσό αυτής της εκτίμησης αντιπροσωπεύει την αντικειμενική αξία του Ενυπόθηκου Ακινήτου.

 

Η πλευρά της Ενάγουσας παρουσίασε δύο εκτιμήσεις που διενεργήθηκαν για σκοπούς καθορισμού της αξίας του Ενυπόθηκου Ακινήτου. Οι εκτιμήσεις αυτές ετοιμάστηκαν για σκοπούς του πλειστηριασμού, προς καθορισμό της επιφυλασσόμενης τιμής πώλησης. Η μια εκτίμηση καθόρισε την αξία του Ενυπόθηκου Ακινήτου σε €670.000 και η δεύτερη σε €640.000. Αυτές οι αξίας είναι, θεωρώ πιο αντιπροσωπευτικές αφού οι εν λόγω εκτιμήσεις διενεργήθηκαν για σκοπούς της διαδικασίας εκποίησης του Ενυπόθηκου Ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή. Δεν είναι ανάγκη να αποφασιστεί ποια από τις δύο είναι ορθότερη. Αυτό που αβίαστα προκύπτει – και αυτό που ενδιαφέρει εδώ - είναι ότι το Ενυπόθηκο Ακίνητο είναι χαμηλότερης αξίας από το Εξ Αποφάσεως Χρέος. Μαρτυρία ότι ο Εναγόμενος 1 διαθέτει άλλη περιουσία ή εισοδήματα δεν έχει παρουσιαστεί.

 

Συνεπώς καταλήγω ότι δεν θα μπορούσε να χορηγηθεί η αιτούμενη αναστολή στη βάση του άρθρου 10(1)(γ) του Ν.197(Ι)/2003.

 

Ο συνήγορος της Εναγόμενης 2, στην αγόρευση του, εστίασε στο άρθρο 10(1)(δ) του Ν.197(Ι)/2003 και εισηγήθηκε ότι η Αίτηση πρέπει να εξεταστεί υπό αυτό το πρίσμα, ενόψει του ότι ο πλειστηριασμός του Ενυπόθηκου Ακινήτου ήταν ανεπιτυχής.

 

Στην παρούσα περίπτωση υπάρχει υποθήκη επί ακίνητης περιουσίας του πρωτοφειλέτη η οποία δεν έχει ακόμα εκποιηθεί. Συνεπώς θα μπορούσε να χορηγηθεί η αιτούμενη αναστολή σε αυτή τη βάση.

 

Το επόμενο ερώτημα είναι κατά πόσο θα ήταν ορθό και δίκαιο να ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης εναντίον της Εναγόμενης 2 για αυτόν τον λόγο, υπό τις ευρύτερες περιστάσεις της υπόθεσης.

 

Τα δεδομένα έχουν ως εξής. Το Εξ Αποφάσεως Χρέος δεν έχει εξοφληθεί, υπάρχει Ενυπόθηκο Ακίνητο, η αξία του Ενυπόθηκου Ακινήτου είναι χαμηλότερη από το Εξ Αποφάσεως Χρέος, δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι ο Εναγόμενος 1 διαθέτει άλλη περιουσία, η Εναγόμενη 2 ήταν εγγυήτρια και τώρα εξ αποφάσεως οφειλέτιδα, το Ενυπόθηκο Ακίνητο δεν έχει ακόμα εκποιηθεί, είναι όμως σε εξέλιξη διαδικασία εκποίησης του Μέρους VIA του Ν.9/1965.

 

Έχω σταθμίσει τα πιο πάνω. Στέκομαι ιδιαίτερα στο ότι υπάρχει το Ενυπόθηκο Ακίνητο και έχει τροχοδρομηθεί διαδικασία για εκποίηση του. Κρίνω ορθό και δίκαιο όπως διατάξω την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης μέχρι την ολοκλήρωση εκείνης της διαδικασίας. Είναι σαφές ότι θα παραμείνει οφειλόμενο υπόλοιπο του Εξ Αποφάσεως Χρέους για το οποίο θα είναι υπόλογη η Εναγόμενη 2. Όμως, υπό τις περιστάσεις, κρίνω ορθό να ολοκληρωθεί η διαδικασία του Μέρους VIA του Ν.9/19765 που είναι ήδη σε εξέλιξη ώστε να διαφανεί το ακριβές υπόλοιπο του Εξ Αποφάσεως Χρέους που παραμένει, πριν η Ενάγουσα προχωρήσει με μέτρα εκτέλεσης εναντίον της Εναγόμενης 2.

 

Δεν διαπιστώνω ότι η Ενάγουσα θα επηρεαστεί δυσανάλογα εάν χορηγηθεί προσωρινή αναστολή. Στο ενδιάμεσο θα συνεχίσει η διαδικασία εκποίησης ενώ, όταν το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό διακριβωθεί, η Ενάγουσα θα είναι ελεύθερη να προσπαθήσει την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης εναντίον της Εναγόμενης 2 με όλους τους τρόπους που είναι διαθέσιμοι.

 

Ένα τελευταίο σημείο που θα θίξω αφορά τη θέση της Ενάγουσας ότι αυτή η Αίτηση είναι καταχρηστική. Παραπέμπει στο ότι αίτημα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης είχε υποβληθεί και κατά τις τελικές αγορεύσεις στην ακρόαση από τον συνήγορο της Εναγόμενης. Άρα, εισηγείται, ότι η παρούσα είναι η δεύτερη προσπάθεια για επίτευξη του ίδιου αποτελέσματος. Θεωρώ όμως ότι δεν υπάρχει εμπόδιο. Παρά το ότι το ζήτημα εγέρθηκε από τον συνήγορο της Εναγόμενης 2 στην τελική του αγόρευση, εντούτοις δεν φαίνεται να εξετάστηκε κατά την έκδοση της απόφασης. Η παρούσα είναι η πρώτη φορά που το Δικαστήριο εξετάζει επί της ουσίας τέτοιο αίτημα.

 

Καταληκτικά, για τους λόγους που εξήγησα και σταθμίζοντας τα ενώπιον μου δεδομένα, καταλήγω ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως το αίτημα της Εναγόμενης 2/Αιτήτριας εγκριθεί και εγκρίνεται.

 

Εκδίδεται διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης ημερομηνίας 23.7.2024 αναφορικά με την Εναγόμενη 2/Αιτήτρια δυνάμει του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου, Ν.197(Ι)/2003, επί τη βάση του ότι ο πρωτοφειλέτης Εναγόμενος 1 διαθέτει ενυπόθηκη ακίνητη περιουσία που δεν έχει ακόμα εκποιηθεί.

 

Η αναστολή εκτέλεσης ισχύει μέχρι (α) την πώληση δια πλειστηριασμού του Ενυπόθηκου Ακινήτου στη βάση του άρθρου 44 Ζ του Μέρους VIA του Ν.9/1965, ή (β) την πώληση του Ενυπόθηκου Ακίνητου στη βάση του άρθρου 44Η του Μέρους VIA του Ν.9/1965, ή (γ) την αγορά από την Ενάγουσα του Ενυπόθηκου Ακινήτου στη βάση του άρθρου 44ΙΑ του Μέρους VIA του Ν.9/1965, οποιοδήποτε συμβεί ενωρίτερα.

 

Παραμένει το θέμα των εξόδων της Αίτησης. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης 2/Αιτήτριας και εναντίον της Ενάγουσας/Καθ’ ης η Αίτηση 1, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

(Υπ.)  ………………………..………………..
Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

Πιστόν αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο