ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 1104/2025
Μεταξύ:
1. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΡΟΛΟΓΗΣ
2. ΝΑΤΑΛΗ ΡΟΛΟΓΗ
Ενάγοντες
και
1. MONIKA TERZIAN
2. JACO KARAOGHLANIAN
3. KEVORK RAFFI BARSOUMIAN
4. CAROLINE BALTAIN
5. VAHAKN BARSOUMIAN
6. VANA BARSOUMIAN
Εναγόμενοι
2 Απριλίου, 2026
Εμφανίσεις:
Για Ενάγοντες/Αιτητές: κ. Χατζηπέτρος για Δημητρίου & Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε.
Για Εναγόμενους 1-6/Καθ’ ων η αίτηση: κ. Πουτζιουρής για Χρίστος Πουτζιουρής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
στην αίτηση των Εναγόντων ημερομηνίας 9.10.2025
για συνοπτική απόφαση κατά των Εναγόμενων 1-6 επί μέρους των αξιώσεων της αγωγής
Με την παρούσα αίτηση οι Ενάγοντες ζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης υπέρ τους και εναντίον των Εναγόμενων 1-6 αναφορικά με κάποιες από τις αξιώσεις που εγείρουν στην αγωγή.
Ο Ενάγων 1 αγόρασε από την Gordian Holdings Ltd το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 4146, στη Αγλαντζιά, Λευκωσία ενώ οι Ενάγοντες 1 & 2 είχαν αγοράσει από την Sky CAC Ltd το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 4145, στην Αγλαντζιά, Λευκωσία. Τα δύο ακίνητα αγοράστηκαν μέσω ηλεκτρονικού πλειστηριασμού και έχουν εγγραφεί στα ονόματα των νέων ιδιοκτητών. Οι νέοι τίτλοι ιδιοκτησίας παρουσιάστηκαν ως Τεκμήρια 1 και 2 στην ένορκη δήλωση της αίτησης.
Τα δύο ακίνητα εφάπτονται. Στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής 4145 βρίσκεται διώροφη κατοικία και το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 4146 είναι οικόπεδο που χρησιμοποιείται ως η αυλή της κατοικίας. Προηγούμενος ιδιοκτήτης του ακινήτου στο οποίου βρίσκεται η κατοικία ήταν ο Εναγόμενος 2 ενώ προηγούμενη ιδιοκτήτρια του οικοπέδου ήταν η Εναγόμενη 1 (σχετικά τα Τεκμήρια 3 και 4 της Αίτησης).
Μετά την απόκτηση των δύο ακινήτων, οι Ενάγοντες προέβησαν σε επιτόπια επιθεώρηση και διαπίστωσαν ότι τόσο η κατοικία όσο και το οικόπεδο κατέχονται από τους Εναγόμενους 1-6, που είναι μέλη της ίδιας οικογένειας. Η κατοχή επιβεβαιώνεται και από τους ίδιους τους Εναγόμενους μέσω της ένστασης.
Οι Ενάγοντες προέβησαν σε προφορικές οχλήσεις ζητώντας να τους παραδοθεί η κατοχή των ακινήτων, χωρίς αποτέλεσμα. Αργότερα απέστειλαν προς τους Εναγόμενους 1-6 την επιστολή ημερομηνίας 30.6.2025 (Τεκμήριο 5 στην Αίτηση) με την οποία, μεταξύ άλλων, ενημέρωναν για την απόκτηση των δύο ακινήτων, ενημέρωναν ότι δεν συναινούν στη συνέχιση της κατοχής από τους Εναγόμενους και επαναλαμβάνουν την απαίτηση για παράδοση κενής και ελεύθερης κατοχής. Οι Εναγόμενοι δεν απάντησαν και συνεχίζουν την κατοχή των ακινήτων.
Αυτή η στάση οδήγησε στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής με την οποία οι Ενάγοντες αξιώνουν διατάγματα για την παράδοση κενής και ελεύθερης κατοχής των δύο ακινήτων (παρακλητικά Α, Β, Ι και Κ), δηλωτικές αποφάσεις ότι αυτά κατέχονται παράνομα (παρακλητικό Γ και Λ), αποζημιώσεις σε σχέση με την ενοικιαστική αξία (παρακλητικά Στ και Μ), τόκους και έξοδα.
Ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας Αίτησης με την οποία οι Ενάγοντες ζητούν συνοπτική απόφαση σε σχέση με τα διατάγματα που αφορούν παράδοση κατοχής (παρακλητικά Α, Β, Ι και Κ της αγωγής), πλέον έξοδα. Σε σχέση με τις υπόλοιπες αξιώσεις, οι Ενάγοντες επιφυλάσσονται να τις προωθήσουν στην πορεία της υπόθεσης.
Οι Εναγόμενοι 1-6 έχουν καταχωρήσει ένσταση στην αίτηση υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης, ότι κατέχουν νόμιμα τα δύο ακίνητα και ότι πρέπει να τους δοθεί η δυνατότητα να προβάλουν την υπεράσπιση τους σε δίκη.
Δεν χρειάζεται να επεκταθώ περαιτέρω στις εκατέρωθεν θέσεις. Σημειώνω μόνο ότι εξέτασα όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου για σκοπούς της Αίτησης καθώς και το περιεχόμενο του φακέλου. Στην ακρόαση της Αίτησης, οι δύο πλευρές παρουσίασαν γραπτές αγορεύσεις και προέβησαν σε προφορικές τοποθετήσεις. Ειδική αναφορά σε κάποια επιχειρήματα γίνεται κατωτέρω, στο βαθμό που κρίνεται αναγκαίο.
Ξεκινώ από τη νομική βάση της Αίτησης και τις αρχές που διέπουν αιτήσεις αυτής της φύσης. Αυτό θα καθορίσει το πλαίσιο για την ανάλυση που θα ακολουθήσει.
Η Αίτηση βασίζεται στο Μέρος 24 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023. Υποβλήθηκε μετά την καταχώρηση εμφάνισης από τους Εναγόμενους 1-6 (Μέρος 24.3 ΚΠΔ), υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που περιλαμβάνει αναφορές στα έγγραφα και νομικά σημεία και σε αυτή καταγράφεται η πεποίθηση των Εναγόντων ότι, με βάση τη μαρτυρία, οι Εναγόμενοι 1-6 δεν έχουν πραγματική προοπτική επιτυχίας επί των αξιώσεων για τις οποίες ζητούν συνοπτική απόφαση, ούτε υπάρχει λόγος για τον οποίο οι αξιώσεις εκείνες να προχωρήσουν σε δίκη (Μέρος 24.4(2)(3) ΚΠΔ). Συνεπώς, οι τυπικές προϋποθέσεις του Μέρους 24 πληρούνται.
Προχωρώ στις ουσιαστικές προϋποθέσεις. Σύμφωνα με το Μέρος 24.2 ΚΠΔ:
«(1) Το δικαστήριο δύναται να εκδώσει συνοπτική απόφαση εναντίον ενάγοντα ή εναγόμενου επί του συνόλου απαίτησης ή επί συγκεκριμένου ζητήματος αν:
(α) κρίνει ότι:
(i) ο ενάγων δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης ή του ζητήματος· ή
(ii) ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης ή του ζητήματος· και
(β) δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.»
Η βάση για την ορθή προσέγγιση αυτής της εξουσίας του Δικαστηρίου καθορίζεται από το ίδιο το λεκτικό του Μέρους 24.2 ΚΠΔ. Σύμφωνα με αυτό, το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει συνοπτική απόφαση εναντίον εναγόμενου, εν όλω ή εν μέρει, εάν πληρούνται σωρευτικά, δύο προϋποθέσεις. Συγκεκριμένα, πρέπει το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι (α) ο εναγόμενος δεν διαθέτει ρεαλιστική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης και (β) δεν υπάρχει άλλος επιτακτικός λόγος να διεξαχθεί δίκη.
Ως προς τον τρόπο με τον οποίο το Δικαστήριο προσεγγίζει αυτή τη διάταξη των νέων ΚΠΔ, δεν εντοπίζεται Κυπριακό δικαστικό προηγούμενο από το Εφετείο ή το Ανώτατο Δικαστήριο, αν και έχουν εκδοθεί αποφάσεις από πρωτόδικα Δικαστήρια στις οποίες με έχουν παραπέμψει οι συνήγοροι των δύο πλευρών και τις οποίες έχω μελετήσει.
Βοηθητική είναι η καθοδήγηση της Αγγλικής νομολογίας για την αντίστοιχη διάταξη των Αγγλικών Θεσμών, που είναι πανομοιότυπη[1]. Έχω ανατρέξει στις σχετικές παραγράφους του White Book 2021. Παραθέτω απόσπασμα από την παράγραφο 24.2.3, σελίδα 840 που θεωρώ σχετικό και βοηθητικό. Σημειώνω ότι οι Αγγλικές αποφάσεις στο πιο κάτω απόσπασμα αφορούσαν περιπτώσεις αιτήσεων που καταχωρήθηκαν από εναγόμενους για συνοπτική απόρριψη των αγωγών. Συνεπώς, οι αναφορές στο απόσπασμα σε ενάγοντα (claimant) πρέπει να διαβάζονται ωσάν να αναφέρονται σε εναγόμενο (defendant) ώστε να εφαρμοστούν κατ΄ αντιστοιχία στην παρούσα περίπτωση:
«24.2.3 The following principles applicable to applications for summary judgement were formulated by Lawson J in Easyair Ltd v Opal Telecom Ltd [2009] EWHC 339 (Ch) at [15] and approved by the Court of Appeal in AC Ward & Sons Ltd v Catlin (Five) Ltd [2009] EWCA Civ 1098; [2010] Lloyd’s Rep. I.R. 301 at 24:
i) The court must consider whether the claimant has a ‘realistic’ as opposed to ‘fanciful’ prospect of success: Swain v Hillman [2001] 1 All ER 91;
ii) A ‘realistic’ claim is one that carries some degree of conviction. This means a claim that is more than merely arguable: ED & F Man Liquid Products v Patel [2003] EWCA Civ 472 at [8];
iii) In reaching its conclusion the court must not conduct a ‘mini trial’: Swain v Hillman;
iv) This does not mean that the court must take at face value and without analysis everything that a claimant says in his statements before the court. In some cases it may be clear that there is no real substance in factual assertions made, particularly if contradicted by contemporaneous documents: ED & F Man Liquid Products Ltd v Patel at [10];…»
Όπως ανέφερα και πιο πάνω, το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι ο εναγόμενος δεν διαθέτει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης, όμως πρέπει επίσης να μην υπάρχει άλλος επιτακτικός λόγος να προχωρήσει η υπόθεση σε δίκη.
Ξεκινώ από την προϋπόθεση να δείξει ο εναγόμενος πραγματική, ρεαλιστική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης. Αναφορικά με το βάρος απόδειξης, στο White Book 2021, παράγραφος 24.2.5, σελίδα 842 αναφέρονται σχετικά τα εξής:
«If the applicant for summary judgement adduces credible evidence in support of their application, the respondent becomes subject to an evidentiary burden of proving some real prospect of success or some other reason for trial The standard of proof required of the respondent is not high. It suffices merely to rebut the applicant’s statement of belief. The language of R.24.2 (“no real prospect”…. “no other reason”…) indicates that in determining the question, the court must apply a negative test. The respondent’s case must cαrry some degree of conviction: the court is not required to accept without analysis everything said by a party in his statement before the court (ED& F Man Liquid Products Ltd v Patel [2003] EWCA Civ 472; [2003] C.P. Rep. 51 at [10]). In evaluating the prospects of success of a claim or defence judges are not required to abandon their critical faculties (Calland v Financial Conduct Authority [2015] EWCA Civ 192 at [29])».
Από την πιο πάνω ανάλυση, προκύπτει ότι το κριτήριο είναι διαφορετικό από αυτό που ίσχυε σε αιτήσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης υπό τους παλαιούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Εκεί, η αποκάλυψη υπεράσπισης που ήταν «κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή»[2] αρκούσε για να δοθεί στον εναγόμενο η δυνατότητα να υπερασπιστεί την αγωγή σε δίκη. Τώρα ο εναγόμενος πρέπει να δείξει ότι διαθέτει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης.
Προχωρώ να εξετάσω τη μαρτυρία που έχει παρουσιάσει η πλευρά των Εναγόντων. Αναφέρθηκα ήδη πιο πάνω στο υπόβαθρο που περιβάλλει την αγωγή. Οι Ενάγοντες βασίζουν τις αξιώσεις για τις οποίες ζητούν συνοπτική απόφαση στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης[3]. Από τη μαρτυρία που παρουσίασαν μέσω των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την Αίτηση αλλά και από γεγονότα που είναι κοινώς αποδεκτά προκύπτουν τα εξής: (α) οι Ενάγοντες 1 & 2 είναι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του ακινήτου στο οποίο βρίσκεται η διώροφη κατοικία (αρ. εγγραφής 4145), (β) ο Ενάγων 1 είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του οικοπέδου (αρ. εγγραφής 4146), (γ) οι Εναγόμενοι 1-6 κατέχουν τα δύο ακίνητα, (δ) οι Ενάγοντες έχουν έχει ζητήσει την παράδοση κενής και ελεύθερης κατοχής τους και (ε) οι Εναγόμενοι 1-6 αρνούνται και συνεχίζουν να τα κατέχουν.
Με δεδομένα τα πιο πάνω, κρίνω ότι οι Ενάγοντες έχουν αποσείσει το γενικό βάρος απόδειξης που βρισκόταν στους ώμους τους και έχουν επιτύχει να στοιχειοθετήσουν, στον απαιτούμενο βαθμό, τις αξιώσεις για τις οποίες ζητούν συνοπτική απόφαση.
Συνεπώς, το αποδεικτικό βάρος μετατίθεται στους ώμους των Εναγόμενων 1-6 που πρέπει πλέον να δείξουν ότι διαθέτουν πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης ή άλλο επιτακτικό λόγο για τη διεξαγωγή κανονικής δίκης[4].
Οι Εναγόμενοι 1-6 προβάλλουν τη θέση ότι κατέχουν νόμιμα τα επίδικα ακίνητα. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 ήταν μεν οι προηγούμενοι ιδιοκτήτες όμως καμία μαρτυρία έχουν παρουσιάσει που να δείχνει από που έλκουν δικαίωμα σε συνέχιση της κατοχής όπως ισχυρίζονται. Το γεγονός ότι ήταν σε κατοχή όταν αποκτήθηκαν τα ακίνητα από τους Ενάγοντες, δεν συνεπάγεται αυτόματα δικαίωμα σε συνέχιση της κατοχής. Έστω και αν η κατοχή ήταν σε γνώση των Εναγόντων πριν την αγορά των ακινήτων, αυτό δεν συνιστά εμπόδιο στην προσπάθεια ανάληψης κατοχής από τους Ενάγοντες (σημειώνω ότι οι Ενάγοντες αναφέρουν ότι η κατοχή περιήλθε σε γνώση τους μεταγενέστερα ενώ οι Εναγόμενοι δεν προσφέρουν πληροφορίες ως τη θέση ότι η γνώση προηγείτο της αγοράς).
Περαιτέρω, παρότι οι Εναγόμενοι δέχονται ότι τα ακίνητα έχουν αγοραστεί από τους Ενάγοντες, αμφισβητούν ότι οι Ενάγοντες είναι υφιστάμενοι ιδιοκτήτες. Όμως, πέραν μιας απλής αναφοράς περί αμφισβήτησης, δεν έχουν παρουσιάσει οποιοδήποτε στοιχείο που να πλήττει την εγκυρότητα ή νομιμότητα της εγγραφής των ακινήτων στο όνομα των Εναγόντων.
Αναφέρουν επίσης ότι οι Ενάγοντες έχουν καταχωρήσει ποινική υπόθεση εναντίον τους και υποστηρίζουν ότι αυτό καθιστά τη διαδικασία καταχρηστική και κακόπιστη. Δεν συμφωνώ με αυτή τη θέση. Οι επιδιώξεις με την αγωγή και την ποινική διαδικασία είναι διακριτές.
Έχοντας εξετάσει όσα τέθηκαν ενώπιον μου μέσω της ένστασης, κρίνω ότι δεν έχει παρουσιαστεί οποιοδήποτε στοιχείο, νομικό ή πραγματικό, από την πλευρά των Εναγόμενων 1-6 που να θέτει σε αμφιβολία ότι οι Ενάγοντες έχουν καταστεί εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες των δύο ακινήτων. Ούτε έχει παρουσιαστεί οτιδήποτε που να εισηγείται ότι οι Εναγόμενοι 1-6 δικαιούνται να διατηρούν κατοχή των ακινήτων.
Σαφώς, η εξέταση της μαρτυρίας σε αυτό το στάδιο δεν πρέπει να μετατρέψει τη διαδικασία της Αίτησης σε «μίνι δίκη»[5]. Όμως, ως επεξηγείται στο White Book 2021, παράγραφος 24.3.5:
«The respondent’s case must carry some degree of conviction: the court is not required to accept without analysis everything said by a party in his statements before the court (ED & F Man Liquid Products Ltd v Patel [2003] EWCA Civ 472; [2003] C.P. Rep. 51 at [10]). In evaluating the prospects of success of a claim or defence, judges are not required to abandon their critical faculties (Calland v Financial Conduct Authority [2015] EWCA Civ 192 at [29]). However, the proper disposal of an issue under Pt 24 does not involve the judge in conducting a mini trial (Swain v Hillman [2001]1 All ER 91). Therefore the court hearing a Pt 24 application should be wary or trying issues of fact on evidence where the facts are apparently credible and are to be set against the facts being advanced by the other side. Choosing between them is the function of the trial judge, not the judge on an interim application, unless there is some inherent improbability in what is being asserted or some extraneous evidence which would contradict it.»
Επί της ουσίας λοιπόν, κρίνω ότι δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία από την πλευρά των Εναγόμενων 1-6 που να αποκαλύπτει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης στις αξιώσεις για τις οποίες ζητείται συνοπτική απόφαση.
Πέραν αυτή της διαπίστωσης, δεν διακρίνω επιτακτικό λόγο για τον οποίο αυτές οι αξιώσεις πρέπει να προχωρήσουν σε δίκη. Η Αγγλική νομολογία για αυτό το ζήτημα είναι η μόνη διαθέσιμη για σκοπούς καθοδήγησης. Στο White Book 2021, παράγραφος 24.2.4 παρατίθενται διάφορα παραδείγματα από Αγγλική νομολογία όπου κρίθηκε ότι συνέτρεχαν επιτακτικές περιστάσεις (compelling reasons) για σκοπούς του Part 24 CPR, ώστε να επιτραπεί να προχωρήσει η υπόθεση σε δίκη. Εκεί οι αποφάσεις εισηγούνται ότι ο λόγος που θα προβληθεί πρέπει να είναι πράγματι «επιτακτικός» (compelling). Ως τέτοιος θεωρήθηκε πχ η περίπτωση όπου η ενάγουσα εταιρεία ήταν υπό εκκαθάριση και υπήρχαν διάφορες απαιτήσεις και ανταπαιτήσεις μεταξύ των διαδίκων στο πλαίσιο της εκκαθάρισης («claims and cross-claims between the parties»)[6]. Επιτακτική κρίθηκε επίσης η ανάγκη για διεξαγωγή κανονικής δίκης όταν υπήρχαν στην ίδια αγωγή και άλλοι εναγόμενοι, πλην εκείνου εναντίον του οποίου ο ενάγων ζητούσε συνοπτική απόφαση, και δεν μπορούσαν να διαχωριστούν τα ζητήματα που θα αποφασίζονταν συνοπτικά με αυτά που αφορούσαν τους υπόλοιπους[7]. Η παρούσα περίπτωση δεν εμπίπτει ούτε προσομοιάζει σε οποιανδήποτε από εκείνες τις υποθέσεις.
Ακολουθεί από τα πιο πάνω ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του Μέρους 24 ΚΠΔ για έκδοση συνοπτικής απόφασης υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγόμενων 1-6, για τις αξιώσεις που αφορά αυτή η Αίτηση.
Ένα τελευταίο ζήτημα που εγείρεται από την πλευρά των Εναγόμενων 1-6 και θεωρώ ότι χρήζει απάντησης, είναι η θέση ότι η διαδικασία του Μέρους 24.2 ΚΠΔ καταστρατηγεί το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη. Δεν συμφωνώ με αυτή τη θέση.
Οι Εναγόμενοι 1-6 δεν έχουν αποστερηθεί του δικαιώματος για πρόσβαση στο Δικαστήριο. Αντίθετα έχουν ενημερωθεί πλήρως για τις αξιώσεις που αφορά αυτή η Αίτηση. Είχαν τη δυνατότητα να εγείρουν ένσταση και παρουσίασαν δύο ένορκες δηλώσεις προς υποστήριξη της ένστασης τους. Είχαν επίσης την ευκαιρία να επιχειρηματολογήσουν μέσω του δικηγόρου τους, τόσο γραπτώς όσο και προφορικά. Το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο δεν συνεπάγεται δικαίωμα σε κανονική δίκη, χωρίς ρεαλιστική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης και χωρίς άλλο επιτακτικό λόγο. Εξ άλλου, δικαίωμα σε δίκαιη αντιμετώπιση στο Δικαστήριο διαθέτουν και οι αντίδικοι.
Συνιστά πρωταρχικό καθήκον του Δικαστηρίου να διαχειρίζεται τις υποθέσεις με δίκαιο τρόπο και αναλογικό κόστος. Το καθήκον αυτό περιλαμβάνει τον ταχύ και αποτελεσματικό χειρισμό κάθε υπόθεσης και τη δίκαιη κατανομή των πόρων του Δικαστηρίου, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης για κατανομή πόρων και σε άλλες υποθέσεις. Η εξουσία που παρέχεται στο Δικαστήριο δυνάμει του Μέρους 24.2 είναι, ουσιαστικά, ένα εργαλείο για την αποτελεσματική προαγωγή του πρωταρχικού σκοπού των δικονομικών κανόνων. Η αποτελεσματική διαχείριση των υποθέσεων είναι απαραίτητη για τη διασφάλιση του δικαιώματος πρόσβασης των πολιτών στη δικαιοσύνη.
Στο σύγγραμμα Zuckerman on Civil Procedure, Principles, 4η έκδοση, 2021 αναφέρονται σχετικά με αυτό ακριβώς το ζήτημα τα ακόλουθα στην παράγραφο 9.62:
«In his Access to Justice reports Lord Wolf found the old rule unsatisfactory because it allowed unmeritorious cases to go to trial when they should have been disposed of summarily. The test of “a real prospect of succeeding” must therefore be understood in the context of the reports’ policy to promote proportionate use of resources. The purpose of the CPR test is to avoid the use of the normal pre-trial and trial procedures for resolving disputes that cannot benefit from the use of these procedures. It follows that summary judgment must be given where the normal processes are not likely to turn up something that could make a difference to the outcome».
(υπογράμμιση δική μου)
Καταληκτικά, η Αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται συνοπτική απόφαση στην αγωγή υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγόμενων 1-6 ως τα παρακλητικά (Α), (Β), (Ι) και (Κ) της αγωγής.
Στην περίπτωση του διατάγματος (Α), ενόψει του ότι στο εν λόγω ακίνητο βρίσκεται η κατοικία των Εναγόμενων 1-6, η περίοδος συμμόρφωσης καθορίζεται σε 3 μήνες από την επίδοση του Διατάγματος, αντί 30 μέρες που ζητούν οι Ενάγοντες. Κρίνω ότι αυτό είναι το εύλογο χρονικό διάστημα, υπό τις περιστάσεις.
Το αντίστοιχο χρονικό διάστημα σε σχέση με το διάταγμα (Ι) που αφορά το οικόπεδο, παραμένει 30 ημέρες ως το αιτητικό.
Παραμένει το θέμα των εξόδων της Αίτησης, τα οποία ακολουθώντας το αποτέλεσμα επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγόμενων 1-6, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα. Αναφορικά με το ύψος των εξόδων, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, αντικείμενο και πορεία εκδίκασης της Αίτησης, κρίνω εύλογο και επιδικάζω ποσό €5.000. πλέον ΦΠΑ.
(Υπ.) …………………………………………………….
Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Rule 24.2, Civil Procedure Rules (amended by the Civil Procedure (Amendment No. 3) Rules 2000)
[2] Λαζάρου κ.α. ν Μακεδόνας (1999)1(Β) Α.Α.Δ. 817
[3] Σχετικές ADCS International Limited v Κώστα Κουτσοφτίδη κ.α., Πολιτική Έφεση 312/2019, ημερομηνίας 6.11.2025, Liasidou a.o. v Papademetriou (1975) 1 CLR 122, Μάρκου ν Χρυσοστόμου (2004) 1 Β ΑΑΔ 813
[4] White Book 2021, paragraph 24.2.5, page 842 (ανωτέρω)
[5] Swain v Hillman (ανωτέρω)
[6] Bouygues (UK) Ltd v Dahl-Jensen (UK) Ltd [2000] B.L.R. 522
[7] Ilife v Feltham Construction Ltd [2015] EWCA Civ 715
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο