ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
Αρ. Αίτησης: 1/2021
Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113
και
Αναφορικά με την εταιρεία Cyprus Popular Bank Public Co Ltd
28 Απριλίου, 2026
Εμφανίσεις:
Για Αιτητές: κ. Μιχαήλ για Ε. Φλουρέντζου & Σία Δ.Ε.Π.Ε.
Για Εκκαθαριστή/Καθ’ ου η Αίτηση: κα Κυριάκου για Polakis Sarris + Co LLC
ΑΠΟΦΑΣΗ
στην αίτηση ημερομηνίας 24.6.2025 των εξ ανταπαιτήσεως εναγόντων (στο εξής οι «Αιτητές») στις αγωγές 1152/2018, 1154/2018 και 1505/2018 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας για άδεια συνέχισης των αγωγών τους
Οι Αιτητές είναι εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντες σε τρεις αγωγές που εκκρεμούν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Συγκεκριμένα:
1. Ο Εμμανουήλ Κωνσταντίνος Τσαφαντάκης και η Μαρία Κουβαράκη είναι εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντες στην αγωγή 1152/2018.
2. Ο Εμμανουήλ Κωνσταντίνος Τσαφαντάκης και η Μαρία Κουβαράκη είναι εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντες στην αγωγή 1154/2018.
3. Ο Εμμανουήλ Κωνσταντίνος Τσαφαντάκης είναι εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντας στην αγωγή 1505/2018.
Η Λαϊκή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ (στο εξής η «Λαϊκή Τράπεζα») είναι εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2 στις αγωγές αυτές. Η ενάγουσα και εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 είναι η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (στο εξής η «Τράπεζα Κύπρου») που στην πορεία υποκαταστάθηκε από την B2Kapital Cyprus Limited. Ενώ οι αγωγές εκκρεμούσαν προς εκδίκαση, η Λαϊκή Τράπεζα τέθηκε σε εκκαθάριση. Με την παρούσα Αίτηση, οι Αιτητές ζητούν άδεια για να συνεχίσουν τις ανταπαιτήσεις τους εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας.
Θα ξεκινήσω με μια αναφορά στις γενικές αρχές που διέπουν αιτήσεις αυτής της φύσης και ακολούθως θα εξετάσω κατά πόσο στις υπό αναφορά αγωγές είναι ορθό να δοθεί η αιτούμενη άδεια για συνέχιση τους εναντίον του εκκαθαριστή της Λαϊκής Τράπεζας.
Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 220 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113:
«Όταν έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης ή έχει διοριστεί προσωρινός εκκαθαριστής, καμμιά αγωγή ή διαδικασία συνεχίζεται ή αρχίζει εναντίον της εταιρείας εκτός μετά από άδεια του Δικαστηρίου και με τέτοιους όρους που το Δικαστήριο δυνατό να επιβάλει.»
Ο σκοπός αυτής της διάταξης επεξηγείται στο ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα The Principles of Company Law, Robert Pennington, 1959 edition, σελ. 524. To απόσπασμα αυτό αφορά το section 231 του Companies Act 1948 που είναι αντίστοιχο του άρθρου 220 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113. Αναφέρονται τα εξής:
«When a winding up order is made, or a provisional liquidator is appointed, no action or proceeding against the company may be commenced or continued in any court without leave of the Companies Court. The purpose of this is to ensure that all claims against the company which can be determined by the cheap, summary procedure available in a winding up are not made the subject of extensive litigation. But the court will always give a plaintiff leave to proceed against a company if he has a prima facie case and his claim could not be dealt with in the winding up, or the remedy he seeks could not be given him therein.»
Δηλαδή, από την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης, όλες οι αξιώσεις εναντίον της υπό εκκαθάριση εταιρείας που μπορούν να τύχουν χειρισμού μέσω της σχετικά ανέξοδης και συνοπτικής διαδικασίας της επαλήθευσης, πρέπει να προωθούνται με αυτή τη διαδικασία αντί μέσω αντιδικίας στο Δικαστήριο. Για αυτόν τον λόγο καμία αγωγή ξεκινά ή συνεχίζει εναντίον της εταιρείας εκτός μετά από άδεια του Δικαστηρίου. Για να δοθεί άδεια για συνέχιση μιας αγωγής μετά την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης, πρέπει ο αιτητής να ικανοποιήσει το Δικαστήριο (α) ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της εταιρείας αλλά και (β) ότι η απαίτηση του δεν μπορεί να τύχει χειρισμού στα πλαίσια της εκκαθάρισης. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι σωρευτικές.
Στρέφομαι τώρα στις υπό αναφορά αγωγές. Ξεκινώ από τις αγωγές 1152/2018 και 1154/2018 που αφορούν δάνεια σε ξένο συνάλλαγμα που παραχωρήθηκαν στους Αιτητές. Οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στις Υπερασπίσεις και Ανταπαιτήσεις είναι σχεδόν ταυτόσημες. Αυτές αφορούν συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων που είχαν συνάψει οι Αιτητές περί το 2006 με τη Λαϊκή Τράπεζα. Στην πορεία τα δάνεια κατέστησαν υπερήμερα (κατά τη θέση της ενάγουσας σε κάθε αγωγή). Οι Αιτητές δεν εξόφλησαν το χρεωστικό υπόλοιπο με αποτέλεσμα την έγερση των αγωγών. Τα επίδικα δάνεια μεταβιβάστηκαν το 2013 στην Τράπεζα Κύπρου, στα πλαίσια των μέτρων εξυγίανσης. Οι εξασφαλίσεις για τα δάνεια εκείνα περιλάμβαναν ενεχυρίαση μετοχών και αξιογράφων της Λαϊκής Τράπεζας όμως στις αγωγές δεν εγείρεται από την Τράπεζα Κύπρου οποιαδήποτε αξίωση αναφορικά με εκείνες τις εξασφαλίσεις.
Όπως ανέφερα πιο πάνω, σε κάθε αγωγή οι Αιτητές καταχώρησαν Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. Οι Ανταπαιτήσεις στρέφονται εναντίον της Τράπεζας Κύπρου και εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας.
Στις Υπερασπίσεις οι Αιτητές αμφισβητούν τη νομιμότητα των διαταγμάτων του 2013 αναφορικά με την εξυγίανση της Λαϊκής Τράπεζας και της Τράπεζας Κύπρου και τη συνταγματικότητα του Ν.17(Ι)/2013. Επίσης προβάλλουν ισχυρισμούς περί δόλιας/παράνομης/καταχρηστικής/αντισυνταγματικής κτλ μεταβίβασης από πλευράς των Αρμόδιων Αρχών (όπως αναφέρουν) των περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής Τράπεζας προς την Τράπεζα Κύπρου. Προβάλλουν επίσης ισχυρισμούς περί ακυρότητας των δανειακών συμβάσεων.
Στα πλαίσια των Ανταπαιτήσεων προβάλλονται ισχυρισμοί περί αμέλειας της Λαϊκής Τράπεζας. Οι λεπτομέρειες αμέλειας εστιάζουν ότι η Λαϊκή Τράπεζα προχώρησε «σε πράξεις και/ή ενέργειες τόσο αμελώς που επηρέασαν την κεφαλαιουχική της βάση, ιδιαίτερα με επενδύσεις και/ή ανοίγματα στο εξωτερικό που οδήγησαν στην οικονομική κατάρρευση της και επηρέασαν τους Εναγόμενους στη σύμβαση δανείου που υπέγραψαν» και που γενικότερα οδήγησαν στην ανάγκη λήψης μέτρων εξυγίανσης και εκμηδενισμό της αξίας των μετοχών που είχαν ενεχυριαστεί προς εξασφάλιση των δανείων (παράγραφος 12 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης).
Οι αξιώσεις που εγείρονται Ανταπαιτητικά αφορούν δηλωτική απόφαση ότι τα διατάγματα του 2013 και ο Ν.17(Ι)/2013 είναι αντισυνταγματικά (παρακλητικό Α), δήλωση ότι η Τράπεζα Κύπρου δεν δικαιούται σε προώθηση της αγωγής λόγω ακυρότητας των συμβάσεων (παρακλητικό Β), δηλωτικές αποφάσεις ότι οι επίδικες δανειακές συμβάσεις είναι άκυρες (παρακλητικά Γ και Δ) καθώς και δηλωτική απόφαση ότι σε περίπτωση που κριθεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να πληρώσουν δυνάμει των δανειακών συμβάσεων τότε το πληρωτέο ποσό θα πρέπει να καθοριστεί με βάση την ισοτιμία του ξένου νομίσματος έναντι του ευρώ κατά τη χορήγηση των δανείων (παρακλητικό Ε).
Από την πιο πάνω συνοπτική αναφορά στα δικόγραφα προκύπτει το εξής καθοριστικό. Ενόψει των αξιώσεων που οι Αιτητές εγείρουν με τις Ανταπαιτήσεις τους, δεν διακρίνω αναγκαιότητα συνέχισης της αγωγής εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας. Οι αξιώσεις μπορούν να προωθηθούν ανταπαιτητικά και χωρίς να είναι διάδικος η Λαϊκή Τράπεζα. Δεν περιλαμβάνεται σε αυτές οποιαδήποτε αιτούμενη διαταγή ή θεραπεία που να στρέφεται εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας, δεν περιλαμβάνεται οποιαδήποτε οικονομική αξίωση εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας και καμία από τις δηλωτικές αποφάσεις μπορεί να επηρεάσει ή αφορά τη σχέση μεταξύ των Αιτητών και της εκκαθάρισης της Λαϊκής Τράπεζας σήμερα. Υπάρχει μεν αναφορά στο δικόγραφο στις εξασφαλίσεις επί αξιογράφων και μετοχών της Λαϊκής Τράπεζας όμως αυτή η αναφορά δεν συναρτάται με κάποια από τις αιτούμενες θεραπείες.
Συνεπώς, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι οι Αιτητές έχουν καταδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας, ούτε έχω ικανοποιηθεί ότι είναι αναγκαία η συνέχιση των αγωγών 1152/2018 και 1154/2018 εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας.
Προχωρώ στην αγωγή 1505/2018. Η αγωγή εκείνη αφορά αξιώσεις που προκύπτουν από δάνειο σε ξένο συνάλλαγμα που έλαβε ο Εμμανουήλ Κωνσταντίνος Τσαφαντάκης από τη Λαϊκή Τράπεζα το 2007. Μέσω της αγωγής η Τράπεζα Κύπρου διεκδικεί το κατ΄ ισχυρισμό οφειλόμενο υπόλοιπο του δανείου. Μέρος των εξασφαλίσεων του δανείου ήταν εγγυητικές επιστολές, η μια εκ των οποίων εκδόθηκε από τη Laiki (Hellas) S.A. και η δεύτερη από την Marfin Egnatia Bank SA. Οι δανειακές συμβάσεις μεταφέρθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου το 2013. Στην αγωγή, η Τράπεζα Κύπρου δεν εγείρει οποιαδήποτε αξίωση αναφορικά με τις εν λόγω εγγυητικές επιστολές.
Η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση που καταχώρησε ο Εμμανουήλ Κωνσταντίνος Τσαφαντάκης στην αγωγή 1505/2018 περιλαμβάνει ισχυρισμούς αντίστοιχους με τις δύο προαναφερόμενες αγωγές. Συγκεκριμένα, η Υπεράσπιση περιλαμβάνει ισχυρισμούς περί αντισυνταγματικότητας των μέτρων εξυγίανσης, των σχετικών διαταγμάτων και του Ν.17(Ι)/2013. Περιλαμβάνει επίσης ισχυρισμούς περί παρανομίας/δόλου/κατάχρησης κτλ των Αρμόδιων Αρχών (όπως τις ονομάζει) στη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής Τράπεζας προς την Τράπεζα Κύπρου. Υπάρχει επίσης ισχυρισμός ότι η αγωγή είναι πρόωρη γιατί θα έπρεπε να προηγηθούν διαβήματα προς είσπραξη των εγγυητικών επιστολών. Προβάλλεται η θέση ότι η δανειακή σύμβαση είναι άκυρη ή ακυρώσιμη ή παράνομη. Σε σχέση με τις εγγυητικές, υπάρχει ο ισχυρισμός πως όταν η Τράπεζα Κύπρου αιτήθηκε την πληρωμή των εγγυητικών ένεκα της υπερημερίας, ο ειδικός διαχειριστής (τότε) της Λαϊκής Τράπεζας επικαλέστηκε το καθεστώς εξυγίανσης και δήλωσε ότι η Λαϊκή Τράπεζα «δεν είναι σε θέση να προβεί στην πληρωμή τους» (Τεκμήριο 7 της Αίτησης).
Στα πλαίσια της Ανταπαίτησης προβάλλονται ισχυρισμοί για αμέλεια που αποδίδεται στη Λαϊκή Τράπεζα, με λεπτομέρειες αμέλειας όπως στις δύο άλλες αγωγές.
Οι αξιώσεις που εγείρονται ανταπαιτητικά αφορούν δηλωτική απόφαση ότι η αγωγή είναι πρόωρη επειδή πρώτα έπρεπε να προωθηθεί διαδικασία στην Ελλάδα για είσπραξη των εγγυητικών επιστολών (παρακλητικό Α), δηλωτική απόφαση ότι ο Ν.17(Ι)/2013 και τα διατάγματα εξυγίανσης είναι αντισυνταγματικά (παρακλητικό Β), δήλωση ότι η σύμβαση δανείου είναι άκυρη (παρακλητικά Γ, Δ και Ε) καθώς και δηλωτική απόφαση ότι σε περίπτωση που διαπιστωθεί οφειλή τότε το πληρωτέο ποσό πρέπει να καθοριστεί με ισοτιμία συναλλάγματος που ίσχυε κατά την υπογραφή της δανειακής σύμβασης (παρακλητικό Στ).
Όπως και στην περίπτωση των αγωγών 1152/2018 και 1154/2018, από την πιο πάνω αναφορά στις αξιώσεις της Ανταπαίτησης δεν διακρίνω αναγκαιότητα συνέχισης της αγωγής εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας. Αυτές οι αξιώσεις μπορούν να προωθηθούν ανταπαιτητικά και χωρίς να είναι διάδικος η Λαϊκή Τράπεζα. Δεν περιλαμβάνεται σε αυτές οποιαδήποτε αιτούμενη διαταγή που να στρέφεται εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας, δεν περιλαμβάνεται οποιαδήποτε οικονομική αξίωση εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας και καμία από τις δηλωτικές αποφάσεις μπορεί να επηρεάσει ή αφορά τη σχέση μεταξύ του Εμμανουήλ Κωνσταντίνου Τσαφαντάκη και της εκκαθάρισης της Λαϊκής Τράπεζας σήμερα. Περαιτέρω, ενόψει της φύσης των αξιώσεων της ανταπαίτησης, αυτές μπορούν να προωθηθούν εναντίον της Τράπεζας Κύπρου αυτοτελώς.
Συνεπώς, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας σε σχέση με τις αξιώσεις της ανταπαίτησης, ούτε ότι είναι αναγκαία η συνέχιση της ανταπαίτησης εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας.
Πριν ολοκληρώσω να προσθέσω και το εξής. Το Δικαστήριο εκκαθάρισης έχει καθήκον να διασφαλίσει ότι η εκκαθάριση μιας εταιρείας θα ολοκληρωθεί το συντομότερο δυνατό. Έχει επίσης καθήκον να διαφυλάξει την περιουσία της υπό εκκαθάριση εταιρείας στην οποία προσβλέπουν οι πιστωτές για να εισπράξουν το λαβείν τους. Η υπεράσπιση μιας αγωγής δημιουργεί και προϋποθέτει δικηγορικά έξοδα. Είναι επίσης διαδικασία χρονοβόρα μέχρι την τελεσιδικία. Το Δικαστήριο, από τη μια, οφείλει να έχει αυτά κατά νου. Από την άλλη, δεν πρέπει να αποστερήσει σε διάδικο που διαθέτει συζητήσιμη, ουσιαστική και μη επαληθεύσιμη αξίωση εναντίον της εταιρείας, τη δυνατότητα να την προωθήσει στο Δικαστήριο. Στην προσπάθεια εξισορρόπησης των συμφερόντων και δικαιωμάτων όλων των εμπλεκομένων, μέσα από τη νομολογία έχει εδραιωθεί ότι δεν χορηγείται άδεια για συνέχιση αγωγής εκτός εάν το Δικαστήριο εκκαθάρισης ικανοποιηθεί ότι υπάρχει συγκεκριμένη μαρτυρία που να στοιχειοθετεί εκ πρώτης όψεως πιθανότητα επιτυχίας σε αξίωση που εγείρεται.
Στην περίπτωση των τριών επίδικων αγωγών, για τους λόγους που εξήγησα δεν θεωρώ αναγκαία τη συμμετοχή της Λαϊκής Τράπεζας για την προώθηση των αξιώσεων που εγείρονται από τους Αιτητές μέσω των Ανταπαιτήσεων.
Εάν δοθεί η αιτούμενη άδεια για συνέχιση των αγωγών εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας, η εκδίκαση θα προκαλέσει, αναπόφευκτα, έξοδα ώστε η Λαϊκή Τράπεζα να τις υπερασπιστεί. Τα έξοδα αυτά θα πληρωθούν από την περιουσία της Λαϊκής Τράπεζας στην οποία προσμένουν όλοι οι μη εξασφαλισμένοι πιστωτές. Ενόψει του ότι οι αξιώσεις δεν συναρτώνται άμεσα με τη Λαϊκή Τράπεζα αλλά και ζυγίζοντας το συμφέρον του συνόλου των μη εξασφαλισμένων πιστωτών, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι δικαιολογείται να χορηγηθεί άδεια για συνέχιση.
Έχω σημειώσει ότι στις Ανταπαιτήσεις εγείρονται ισχυρισμοί για αμέλεια της Λαϊκής Τράπεζας (έστω και εάν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνδέονται με τις αξιώσεις που εγείρονται). Αντιλαμβάνομαι την επιθυμία των Αιτητών για ηθική, ίσως, ικανοποίηση που ενδεχομένως θα τους παρείχε η ευκαιρία εκδίκασης αυτών των ισχυρισμών. Όμως, όπως σημείωσα ήδη, οι αξιώσεις της Ανταπαίτησης, ως είναι διατυπωμένες, δεν προϋποθέτουν εύρημα για αμέλεια της Λαϊκής Τράπεζας. Το Δικαστήριο Εκκαθάρισης έχει ευθύνη και καθήκον να διαφυλάξει την περιουσία της Λαϊκής Τράπεζας για διανομή προς τους πιστωτές. Δεν είναι ορθό ούτε δίκαιο να επιτραπεί η συνέχιση αγωγών που θα δημιουργήσει έξοδα τα οποία θα επιβαρύνουν την ήδη περιορισμένη περιουσία που παραμένει προς διανομή, χωρίς να διαπιστώνεται πραγματική και ουσιαστική ανάγκη[1].
Καταληκτικά, για τους λόγους που εξήγησα κρίνω ότι η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται.
Αναφορικά με τα έξοδα της Αίτησης, ακολουθώντας το αποτέλεσμα επιδικάζονται εναντίον των Αιτητών και υπέρ της καθ’ ης η αίτηση, όπως θα υπολογιστούν και θα εγκριθούν.
(Υπ.) ……………………………………….…………..
Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Σχετική η ανάλυση στο σύγγραμμα Ian F. Fletcher, The Law of Insolvency, 4η έκδοση, σελ 702, παράγραφος 22-007.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο