ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Μιχάλη Γ. Λοΐζου, Α. Ε. Δ.
Αγωγή με αρ.: 1652/2025.
Μεταξύ:
ΑΔΑΜΑΝΤΙΟΣ ΣΥΡΙΓΟΣ
Ενάγοντα/Αιτητή
-και-
1. ΑΝΝΑ ΧΑΤΖΗΠΡΟΔΡΟΜΟΥ
Εναγόμενης 1/
Καθ’ ης η Αίτηση
2. FIRCHIP INVESTMENTS LTD
Εναγόμενων
-------------------
Ημερομηνία: 07/04/2026.
[Αίτηση του Ενάγοντα με κλήση, ημερομηνίας 24/03/2026, για αντεξέταση μάρτυρα στο πλαίσιο και για σκοπούς της ακρόασης ενδιάμεσης αίτησης.]
Εμφανίσεις:
Για τον Ενάγοντα/Αιτητή: κ. Γ. Λεοντίου για Γ. Λεοντίου Δ.Ε.Π.Ε.
Για την Εναγόμενη 1/Καθ’ ης η Αίτηση: κ. Μ. Παναγίδης για Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε.
---------------------
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Ο Ενάγων, με την παρούσα αίτηση, αξιώνει την έκδοση διατάγματος με το οποίο να του παραχωρηθεί άδεια αντεξέτασης της Εναγομένης 1, περιορισμένης όπως προβάλλει έκτασης, αναφορικά με ζητήματα που άπτονται της προέλευσης, εκτέλεσης, φύλαξης και γνησιότητας φερόμενου εγγράφου καταπιστεύματος ημερομηνίας 25/09/2012, καθώς και των περιστάσεων κατάρτισης, υπογραφής και προσκόμισής του.
Περαιτέρω, ζητεί όπως η αντεξέταση διεξαχθεί κατά την ορισθείσα ημερομηνία ακρόασης της ενδιάμεσης αίτησης για την έκδοση ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων ημερομηνίας 27/11/2025, σε ότι αφορά την διαδικασία ακρόασης της οποίας υποβάλλεται, ή σε χρόνο που το Δικαστήριο θα καθορίσει, με παράλληλη έκδοση οδηγιών ως προς τη διάρκεια αυτής, προς διασφάλιση της αναλογικότητας και προς αποφυγή επηρεασμού της εν λόγω σχετιζόμενης ενδιάμεσης διαδικασίας.
Το πραγματικό υπόβαθρο της υπό κρίση αίτησης εκτίθεται στην ένορκη δήλωση της Ανθής Ειρήνης Παπαμιχαήλ, ημερομηνίας 24/03/2026, η οποία, αφού αναφέρεται στην εξουσιοδότηση που έλαβε και στην πηγή της πληροφόρησής της σε σχέση με τους ισχυρισμούς που προβάλλει, παραθέτει το ιστορικό της επίδικης διαφοράς και της παρούσας διαδικασίας, καθώς και ─στις παραγράφους 21 έως 26─ την ακόλουθη θέση αναφορικά με την υπό κρίση Αίτηση:
«21. Η ένορκη δήλωση που κατατέθηκε προς υποστήριξη της Ένστασης της Καθ' ης η Αίτηση έχει γίνει από την δικηγόρο Ευαγγελία Καρτελιά η οποία εργάζεται ως δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Καθ' ης η Αίτηση στην παρούσα υπόθεση και αίτηση. Όπως αναφέρεται στην εν λόγω ένορκη δήλωση (παράγραφος 1), η πηγή της πληροφόρησης της Ευαγγελία Καρτελιά είναι η Καθ' ης η Αίτηση, η οποία την έχει εξουσιοδοτήσει, πλήρως και δεόντως, να προβεί στην ένορκη δήλωση για λογαριασμό της.
22. Η Καθ' ης η Αίτηση αποτελεί, ως εκ τούτου, την μοναδική πηγή των ισχυρισμών επί των οποίων καλείται το Δικαστήριο να στηριχθεί για την αποδοχή της ύπαρξης και γνησιότητας του φερόμενου καταπιστεύματος ημερομηνίας 25/09/2012.
23. Εξ όσων καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω, και εξ όσων με πληροφορεί ο δικηγόρος του Αιτητή, το ζήτημα της γνησιότητας του φερόμενου καταπιστεύματος είναι διακριτό, προκαταρτικό και καθοριστικό για σκοπούς της ενδιάμεσης αίτησης. Χωρίς την επίλυσή του, το Δικαστήριο διατρέχει τον κίνδυνο να αποφανθεί επί προσωρινής προστασίας στη βάση αναξιόπιστου υποβάθρου.
24. Εξ όσων καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω, και εξ όσων με πληροφορεί ο Αδαμάντιος Συρίγος, με την παρούσα αίτηση, δεν επιδιώκει την προεκδίκαση της κυρίας Αγωγής, εξαιτείται μόνο περιορισμένη και στοχευμένη αντεξέταση επί της προέλευσης, κατάρτισης, εκτέλεσης, φύλαξης και γνησιότητας του φερόμενου καταπιστεύματος ημερομηνίας 25/09/2012 που επικαλείται η Καθ' ης η Αίτηση.
Εξ όσων καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω, και εξ όσων με πληροφορεί ο δικηγόρος του Αιτητή, υπό τις περιστάσεις αυτές, όπου το Δικαστήριο καλείται να βασιστεί σε αμφισβητούμενο έγγραφο, που άπτεται άμεσα της επωφελούς κυριότητας των μετοχών, και υφίσταται ένορκη μαρτυρία περί ανυπαρξίας ή πλαστότητάς του, η αρχή της δίκαιης απονομής της δικαιοσύνης επιτάσσει όπως διαταχθεί περιορισμένη αντεξέταση της Καθ' ης η Αίτηση αποκλειστικά αναφορικά με την προέλευση, κατάρτιση, εκτέλεση, φύλαξη και γνησιότητα της φερόμενης πράξης εμπιστεύματος, ώστε το Δικαστήριο να μην αποφανθεί, επί της αιτούμενης ενδιάμεσης θεραπείας, επί εσφαλμένης ή αναξιόπιστης βάσης.
25. Εξ όσων καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω, και εξ όσων με πληροφορεί ο δικηγόρος του Αιτητή, η αντεξέταση μάρτυρα σε ενδιάμεσο στάδιο αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, πλην όμως επιτρέπεται όταν τούτο είναι αναγκαίο ώστε το Δικαστήριο να μην αποφανθεί επί αιτήματος προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος στην βάση αμφισβητούμενου ή ψευδούς αποδεικτικού υλικού. Η σχετική εξουσία του Δικαστηρίου πηγάζει από τους νέους Κανονισμούς της Πολιτικής Δικονομίας και αναγνωρίζεται τόσο από το Κυπριακό όσο και από το Αγγλικό δικονομικό δίκαιο, το οποίο είναι παρόμοιο επί τούτου, και ασκείται όταν επιβάλλεται για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.
26. Εξ όσων καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω, και εξ όσων με πληροφορεί ο δικηγόρος του Αιτητή, όταν, όπως και στην προκειμένη περίπτωση, αμφισβητείται ευθέως η γνησιότητα ή ύπαρξη εγγράφων επί των οποίων στηρίζεται αίτημα προσωρινής προστασίας, το Δικαστήριο ασκεί την διακριτική του ευχέρεια υπέρ της άδειας για αντεξέταση. Ταυτόχρονα, οι σχετικές δικαστικές αποφάσεις επιβεβαιώνουν ότι δεν υφίσταται απόλυτη απαγόρευση αντεξέτασης, απλώς και μόνο επειδή το ίδιο ζήτημα ενδέχεται να εξεταστεί στην κύρια δίκη - το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσον η αντεξέταση είναι αναγκαία για την δίκαιη εκδίκαση της ενδιάμεσης αίτησης.».
Σε νομικό επίπεδο, η υπό κρίση αίτηση, όπως καταγράφεται σε αυτήν, βασίζεται στα ακόλουθα:
«Η αίτηση βασίζεται στα Μέρη 1, 2, 23 (Κανονισμός 23.13), 25 και 32 (Κανονισμός 32.6) των νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, στον Περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ. 9, άρθρα 2, 3, 23, 26 και 27, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο του 1690 (14/1960) (ως έχει τροποποιηθεί), άρθρα 2 και 29 - 32, στις αρχές του κοινοδικαίου και της επιείκειας, στη νομολογία, και στη διακριτική ευχέρεια και σύμφυτη δικαιοδοσία και εξουσία του Δικαστηρίου.».
Η Εναγόμενη 1 καταχώρισε ένσταση στην παρούσα αίτηση, προβάλλοντας δεκαέξι συνολικά λόγους ένστασης. Μεταξύ αυτών, οι λόγοι υπ’ αριθμούς 1, 3 και 12 εγείρουν ζήτημα ως προς το νομικό υπόβαθρο της προώθησής της σε σχέση με το αιτούμενο διάταγμα. Ειδικότερα, στον λόγο υπ’ αριθμόν 12 αναφέρεται ότι: «Είναι αντινομικό να ζητείται η αντεξέταση προσώπου το οποίο δεν προέβη σε οποιαδήποτε ένορκη δήλωση.». Το ζήτημα του νομικού υποβάθρου της κρινόμενης αίτησης, σε σχέση με το αιτούμενο διάταγμα, πρέπει να εξεταστεί κατά προτεραιότητα, καθότι τυχόν αποδοχή της προβαλλόμενης θέσης είναι καθοριστική για την έκβαση της παρούσας αίτησης.
Η ένσταση της Εναγόμενης 1 υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της δικηγόρου Ευαγγελίας Καρτελιά, ημερομηνίας 02/04/2026. Στην παράγραφο 18 αυτής, προβάλλεται η θέση ότι δεν μπορεί να εκδοθεί διάταγμα αντεξέτασης της Εναγόμενης 1, καθότι δεν αποτελεί το πρόσωπο που προέβη στην ένορκη δήλωση η οποία καταχωρίστηκε προς υποστήριξη της ένστασης στην ενδιάμεση αίτηση για την έκδοση ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων ημερομηνίας 27/11/2025. Περαιτέρω, στην παράγραφο 23(στ) προβάλλεται η θέση ότι η αξίωση για αντεξέταση προσώπου που δεν έχει προβεί σε ένορκη δήλωση είναι νομικά αβάσιμη.
Στη νομική βάση της ένστασης της Εναγόμενης 1, προς υποστήριξή της, περιλαμβάνονται —όπως και στη νομική βάση της ως άνω Αίτησης— διατάξεις των Μερών 23 και 32 και ειδικότερα οι Κ.23.1–5, 7–16 και Κ.32.1, 2, 5, 6, 14 και 15 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023. Το Δικαστήριο κρίνει ότι, λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου της κρινόμενης αίτησης, οι εν λόγω διατάξεις αποτελούν το κατάλληλο σημείο εκκίνησης για την εξέτασή της.
Ο Κ.32.3(1) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών 2023 ορίζει τη «δήλωση μάρτυρα» ως τη γραπτή δήλωση, υπογεγραμμένη από πρόσωπο, η οποία περιέχει τη μαρτυρία που το πρόσωπο αυτό θα επιτρεπόταν να δώσει προφορικά. Ο όρος «δήλωση μάρτυρα» αποτελεί όρο γενικής εφαρμογής για τους σκοπούς του Μέρους 32 και διέπει το σύνολο των Κανονισμών που περιλαμβάνονται σε αυτό. Επισημαίνεται ότι το Μέρος 32 διέπει, γενικά, τα ζητήματα μαρτυρίας.
Βάσει του Κ.32.5(1), ο γενικός κανόνας είναι ότι σε ακροάσεις άλλες από δίκη, η μαρτυρία προσάγεται («κατατίθεται») με δήλωση μάρτυρα, εκτός εάν το Δικαστήριο ή οποιαδήποτε νομοθεσία προβλέπει διαφορετικά.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο Κ.32.6(1) προβλέπει ότι, όταν σε ακρόαση άλλη από δίκη προσάγεται γραπτή μαρτυρία, οποιοσδήποτε διάδικος δύναται να αιτηθεί από το Δικαστήριο άδεια αντεξέτασης του προσώπου που δίδει τη μαρτυρία.
Ερμηνευόμενος υπό το φως του Κ.32.3(1) και του Κ.32.5(1), ο Κ.32.6(1) καταδεικνύει ότι η αναφορά σε «πρόσωπο το οποίο δίδει τη μαρτυρία» αφορά αποκλειστικά το φυσικό πρόσωπο που προέβη στη δήλωση μάρτυρα και του οποίου η μαρτυρία περιέχεται σε αυτήν, ήτοι το πρόσωπο που θα μπορούσε να καταθέσει προφορικά το περιεχόμενο της δήλωσης.
Στρεφόμενο τώρα το Δικαστήριο, σε σχέση με τα ανωτέρω, στις πρόνοιες του Μέρους 23, το οποίο θέτει τους γενικούς κανόνες για αιτήσεις έκδοσης δικαστικών διαταγμάτων, διαπιστώνει ότι, σύμφωνα με τον Κ.23.1, «γραπτή μαρτυρία» σημαίνει ένορκη δήλωση ή, όπου κανονισμός το επιτρέπει, δήλωση μάρτυρα, καθώς και οποιαδήποτε τεκμήρια τη συνοδεύουν.
Συναφώς, δυνάμει του Κ.23.13(1), η ακρόαση ενδιάμεσης αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων και της γραπτής μαρτυρίας που αναφέρονται στην αίτηση και την ένσταση. Περαιτέρω, κατά τον Κ.23.4(5), όταν ο αιτητής στηρίζεται σε γεγονότα που παρατίθενται σε γραπτή μαρτυρία, τούτο πρέπει να αναφέρεται ειδικά στην αίτηση, ενώ οι σχετικές ένορκες δηλώσεις ή άλλη γραπτή μαρτυρία προσδιορίζονται και επισυνάπτονται, εκτός εάν έχουν ήδη καταχωριστεί στο Δικαστήριο στο πλαίσιο της ίδιας υπόθεσης. Αντίστοιχη πρόνοια ισχύει και για τον καθ’ ου η αίτηση, σε σχέση με την ένστασή του, δυνάμει του Κ.23.7(4). Σημειώνεται, επίσης, ότι σύμφωνα με τους Κ.23.4(4) και Κ.23.7(3), τόσο ο αιτητής όσο και ο καθ’ ου η αίτηση δύνανται να στηριχθούν και σε γεγονότα που προκύπτουν από τον φάκελο του Δικαστηρίου, νοουμένου ότι αυτά προσδιορίζονται ειδικά στην αίτηση ή την ένσταση, αντίστοιχα.
Συνεπώς, από τις πιο πάνω ρητές διατάξεις του ειδικού, για σκοπούς αιτήσεων έκδοσης δικαστικών διαταγμάτων, Μέρους 23, προκύπτει ότι η ακρόαση ενδιάμεσων αιτήσεων διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση και την ένσταση, περιλαμβανομένων όσων προκύπτουν από τον φάκελο του Δικαστηρίου, καθώς και της γραπτής μαρτυρίας που επίσης αναφέρεται σε αυτές. Η εν λόγω γραπτή μαρτυρία πρέπει να λαμβάνει τη μορφή ένορκης δήλωσης, εκτός εάν κανονισμός επιτρέπει την υποβολή της υπό μορφή δήλωσης μάρτυρα. Ο όρος «δήλωση μάρτυρα», όπως έχει ήδη αναφερθεί, αποτελεί όρο γενικής εφαρμογής για τους σκοπούς του Μέρους 32 και τυγχάνει της ανωτέρω ερμηνείας από το Δικαστήριο.
Ο Κ.23.13(2) προνοεί ότι:
«Το Δικαστήριο δύναται για καλό λόγο να επιτρέψει την αντεξέταση οποιουδήποτε προσώπου δίδει γραπτή μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης ή της ένστασης ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου η αντεξέταση του οποίου επιτρέπεται από οποιοδήποτε κανονισμό ή νόμο».
Με βάση το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης και σε συνέχεια της προηγηθείσας ανάλυσης, το Δικαστήριο δύναται να επιτρέψει την αντεξέταση οποιουδήποτε προσώπου που δίδει «γραπτή μαρτυρία» προς υποστήριξη της αίτησης ή της ένστασης, ήτοι του φυσικού προσώπου που προέβη στην ένορκη δήλωση. Σε περίπτωση, ωστόσο, που η γραπτή μαρτυρία έχει υποβληθεί, κατ’ εφαρμογή σχετικού κανονισμού, υπό μορφή δήλωσης μάρτυρα, η αντεξέταση αφορά το φυσικό πρόσωπο που προέβη στη δήλωση μάρτυρα και του οποίου η μαρτυρία περιέχεται σε αυτήν, ήτοι το πρόσωπο που θα μπορούσε να καταθέσει προφορικά το περιεχόμενό της.
Αυτή αποτελεί την πρώτη κατηγορία προσώπων, των οποίων η αντεξέταση δύναται να επιτραπεί από το Δικαστήριο δυνάμει του Κ.23.13(2). Λόγω του παρατακτικού διαζευκτικού συνδέσμου «ή», ο οποίος λειτουργεί διαζευκτικά, ο Κ.23.13(2) παρέχει, περαιτέρω, την εναλλακτική δυνατότητα στο Δικαστήριο να διατάξει την αντεξέταση «οποιουδήποτε άλλου προσώπου του οποίου η αντεξέταση επιτρέπεται από οποιονδήποτε κανονισμό ή νόμο».
Πάντοτε, σε σχέση με τις δύο προαναφερόμενες κατηγορίες, απαιτείται αναζήτηση, με βάση τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, «καλού λόγου» που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.
Σε σχέση με την ερμηνεία της έννοιας «καλός λόγος», ο συνήγορος του Ενάγοντα παρέπεμψε το Δικαστήριο στην υπόθεση Δήμος Λακατάμιας ν. Στρατή, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε47/2025, όπου το Εφετείο, σε μονομελή σύνθεση, αναφέρθηκε σε νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου που ερμήνευσε τη Δ.48 κ.8.4(2) των καταργηθέντων Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στην οποία συμπλέκονται και οι πρόνοιες της Δ.39 κ.1 των ιδίων Κανονισμών, ως διαφωτιστική. Με παραπομπή στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Κόκκινου ν. Κόκκινου, (2016) 1 Α.Α.Δ. 2523, το Εφετείο έθεσε ότι, για σκοπούς εξέτασης της ύπαρξης «καλού λόγου» κατά τον Κ.23.13(2), το κριτήριο είναι: «η ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.».
Σε σχέση με τα προαναφερόμενα, αναφορά μπορεί να γίνει και στην υπόθεση Σεβαστού ν. Σεβαστού, (2002) 1 Α.Α.Δ. 1980, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε στην παράλειψη της εφεσείουσας, της οποίας το αίτημα για απαγορευτικό διάταγμα είχε απορριφθεί από το πρωτόδικο δικαστήριο, και της οποίας η μαρτυρία κρίθηκε ότι ήταν από μόνη της αντινομική, λόγω ασαφειών και αντιφάσεων, να αντεξετάσει τον εφεσίβλητο. Ο τελευταίος, με την ένορκη δήλωσή του, είχε αναφερθεί στους βασικούς ισχυρισμούς της, τους οποίους αρνήθηκε, προβάλλοντας άλλη εκδοχή των γεγονότων, με αποτέλεσμα τα ζητήματα ασάφειας και αντιφάσεων που ανέκυψαν από τη μαρτυρία της εφεσείουσας να παραμείνουν, όπως αναφέρεται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αδιευκρίνιστα, αφού η εφεσείουσα, που είχε το βάρος απόδειξης, δεν έκαμε χρήση του δικαιώματος αντεξέτασης που της παρείχε η Δ.48 κ.4(2).
Συναφής είναι και η απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση American University of Cyprus (AUCY) Ltd κ.ά. ν. S.C.F.B. Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε6/2022, 04/03/2025, όπου, σε σχέση με ένορκη δήλωση ασκούμενου δικηγόρου, επί της οποίας ─στη βάση εξ ακοής μαρτυρίας του, με ρητή αναφορά στην εξουσιοδότηση, πηγή γνώσης και πληροφόρησής του─ στηρίχθηκε η έκδοση ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων από το Δικαστήριο, λέχθηκε ότι: «Τίποτα δεν εμπόδιζε την πλευρά της να αντεξετάσει τον ενόρκως δηλούντα ΑΠ. Σε περίπτωση που το έπραττε και προέκυπτε οποιαδήποτε αντίφαση, ανακολουθία ή σύγχυση στη μαρτυρία του ή ως προς τα γεγονότα, θα μπορούσε να την επικαλεστεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Επέλεξε να μην το πράξει.» (βλ. επίσης, Κτηματικές Επιχειρήσεις Χάρης Ερωτοκρίτου Λτδ ν. Κουλα, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε64/2019, 17/07/2024).
Το πιο ουσιώδες, συνεπώς, όπως καταδεικνύει και το κάτωθι απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Telemachou ν. Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 250/2015, 26/01/2024, είναι οι ανάγκες της υπόθεσης, ως προελέχθη, με απώτερο σκοπό την εξυπηρέτηση επίλυσης των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης:
«Με άδεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου αντεξετάστηκαν τόσο ο δικηγόρος κ. Νικόλας Αγγελίδης, όσο και τα άλλα δύο πρόσωπα που υποστήριζαν την ένσταση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο με την απόφασή του ημερ. 8.7.2015 απέρριψε την αίτηση του εφεσείοντα, για λόγους που παραθέτει, ενώ δεν παρέλειψε να σχολιάσει και το γεγονός ότι η αίτηση παραμερισμού δεν υποστηριζόταν από Ένορκη Δήλωση του πατέρα του, στον οποίο είχαν επιδοθεί τα σχετικά έγγραφα, αλλά αντίγραφο της εν λόγω Ένορκης Δήλωσης είχε επισυναφθεί ως τεκμήριο στην Ένορκη Δήλωση του δικηγόρου, κ. Νικόλα Αγγελίδη, η οποία, ως ελέχθη, υποστήριζε την αίτηση. Σε σχέση με αυτό το θέμα, θα πούμε απλώς πως αδυνατούμε να αντιληφθούμε γιατί η κατ΄ ισχυρισμόν κακή σχέση πατέρα και υιού δεν επέτρεψε όπως η συγκεκριμένη Ένορκη Δήλωση του πατέρα, τεθεί προς υποστήριξη της αίτησης παραμερισμού και αποφασίστηκε όπως αυτή τεθεί ως τεκμήριο στην Ένορκη Δήλωση του δικηγόρου, κ. Νικόλα Αγγελίδη, η οποία ήταν και η μόνη Ένορκη Δήλωση που υποστήριζε την αίτηση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αξιολογώντας την προσαχθείσα μαρτυρία, σημείωσε πως αυτή η επιλογή του εφεσείοντα στέρησε το δικαίωμα από τη ΣΠΕ να αντεξετάσει τον πατέρα του εφεσείοντα επί του περιεχομένου της Ένορκης Δήλωσής του, το οποίο αμφισβήτησε. Να σημειώσουμε, πως ο δικηγόρος, κ. Νικόλας Αγγελίδης, ο οποίος, ως ελέχθη, αντεξετάστηκε και επί του περιεχομένου της Ένορκης Δήλωσης του πατέρα του εφεσείοντα, δεν γνώριζε κατά πόσο το περιεχόμενο της εν λόγω Ένορκης Δήλωσης ανταποκρινόταν στην αλήθεια. (…).
Με κάθε σεβασμό, δεν συμφωνούμε. Κατ΄ αρχάς η ΣΠΕ ουδέποτε απεδέχθη το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 8 ως αληθές. Μάλιστα, γι΄ αυτό το θέμα, είχε προβάλει, ως ελέχθη, και συγκεκριμένο λόγο ένστασης. Και το κυριότερο, μέσω της αντεξέτασης του δικηγόρου κ. Νικόλα Αγγελίδη, αμφισβήτησε την αλήθεια του εν λόγω τεκμηρίου. Και βεβαίως ο κ. Νικόλας Αγγελίδης, ως ελέχθη, δεν μπορούσε να γνωρίζει κατά πόσο το περιεχόμενο του εν λόγω τεκμηρίου ανταποκρινόταν στην αλήθεια. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε για τον πατέρα του εφεσείοντα και για τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες συνετάχθη το Τεκμήριο 8, “ο ίδιος μιλούσε και εγώ έγγραφα, ακολούθως του τη διάβασα και μου είναι "ναι"”. Συνεπώς, δεν αντιλαμβανόμαστε στη βάση ποιας αξιόπιστης και ουσιαστικής μαρτυρίας ο εφεσείων είχε αποσείσει το βάρος απόδειξης των συγκεκριμένων θέσεών του, το οποίο δέχεται ότι ο ίδιος είχε. (…)».
Αυτά, σε σχέση με την ερμηνεία του όρου «καλός λόγος» στον πιο πάνω Κ.23.13(2), η εφαρμογή του οποίου δεν πρέπει να παραβλέπεται, εξετάζεται με βάση τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και υπό το πρίσμα των αρχών που διέπουν την έκδοση ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων. Καθότι, όπως έχει αναφερθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Διευθύντριας Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, Έφεση Αρ. 10/2020, 15/10/2020, το καθήκον του Δικαστηρίου είναι να κρίνει τη διαδικασία λαμβάνοντας υπόψη στο σύνολό του το ενώπιόν του υλικό, ενώ η αντεξέταση ή μη οποιουδήποτε προσώπου, ─το οποίο πλέον με βάση τον Κ.23.13(2) εμπίπτει σε οποιαδήποτε από τις δύο προαναφερόμενες κατηγορίες─, αποτελεί στοιχείο που συνεκτιμάται με όλα τα υπόλοιπα δεδομένα της υπόθεσης.
Επιπλέον, αναφέρθηκε και το ακόλουθο, μεγάλης σημασίας ως ζήτημα αρχής:
«Πάγια είναι η αρχή ότι το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται, στο προδικαστικό αυτό στάδιο, σε ευρήματα επί της ουσίας. Ό,τι απαιτείται και επιτρέπεται είναι η αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης του αιτητή για τους περιορισμένους σκοπούς της πιθανολόγησης επιτυχίας της αίτησής του.».
Συναφώς, μνεία γίνεται και στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Κυριακού, κ.α. ν. Κυριακού, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε301/2016, 26/09/2017, ECLI:CY:AD:2017:D317, όπου, στο ίδιο πνεύμα, λέχθηκαν τα εξής:
«Έχει κατ’ επανάληψη λεχθεί ότι το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό, δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση και ευρήματα επί της ουσίας. Είναι, όμως, εξίσου ορθό ότι οφείλει, παρά ταύτα, να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης του διαδίκου που ζητά ενδιάμεση θεραπεία, και αυτή είναι η έννοια της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32, με τον τρόπο που εξηγήθηκε στην υπόθεση Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd (1982) 1 CLR 557. Σ’ αυτά τα πλαίσια και για τους περιορισμένους σκοπούς της διαδικασίας, που συνίστανται στη διαπίστωση του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32, όπως ελέχθη στην υπόθεση Σεβαστού ν. Σεβαστού (2002) 1 Α.Α.Δ. 1980 και υιοθετήθηκε πρόσφατα στην υπόθεση Λόρδου ν. Σιακόλα, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε143/2015, 23.3.2017, ECLI:CY:AD:2017:A102, ECLI:CY:AD:2017:A102: “κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το Δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς, έστω και στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης στο παρόν στάδιο.”».
Έπεται από τα προαναφερόμενα ότι η εξέταση αιτήματος αντεξέτασης, δυνάμει του Κ.23.13(2), διενεργείται υπό το πρίσμα των ιδιαίτερων περιστάσεων της κάθε υπόθεσης και της αρχής ότι το Δικαστήριο, στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο, δεν υπεισέρχεται σε ευρήματα επί της ουσίας, δεν προβαίνει σε οριστικές διαπιστώσεις και δεν επιλύει τα επίδικα γεγονότα και ζητήματα. Ό,τι απαιτείται και επιτρέπεται είναι η αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης του αιτητή, για τους περιορισμένους σκοπούς της πιθανολόγησης επιτυχίας της αίτησής του. Περαιτέρω, η αντεξέταση ή μη οποιουδήποτε προσώπου, όπως προαναφέρθηκε, αποτελεί στοιχείο που συνεκτιμάται με όλα τα υπόλοιπα δεδομένα της υπόθεσης.
Αυτή αποτελεί και την ειδοποιό διαφορά της πιο πάνω νομολογίας μας με την αντίστοιχη ή, ευρύτερα, τη σχετική επί του κρινόμενου ζητήματος νομολογία στο Ηνωμένο Βασίλειο, στην οποία παραπέμφθηκε το Δικαστήριο από τον συνήγορο της Ενάγουσας.
Επί του προκειμένου, στην υπόθεση Mold Investments Ltd v. Holloway, [2025] EWCA Civ 986, το Court of Appeal ανέφερε τα εξής, από τα οποία αναδεικνύεται η σαφώς διαφορετική προσέγγιση, ιδίως όταν πρόκειται για γεγονότα που άπτονται της δεύτερης προϋπόθεσης του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Νόμος 14/1960 όπως εκ πρώτης όψεως εν προκειμένω. Η υιοθέτηση της εν λόγω προσέγγισης θα οδηγούσε σε απόκλιση από τις ανωτέρω αρχές της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου:
«I do not accept, however, that the principle stated by Parker LJ is an absolute or inflexible one. Otherwise, it could itself be a source of injustice. There may be exceptional cases in which, even if a fact critical to the obtaining or discharge of a freezing order or other interim relief is disputed so as to require cross-examination, it can be determined in advance of trial in a manner which is both proportionate and avoids the risks of taking that course. This is more likely to be the case if (i) it appears probable that the fact can readily be established by evidence falling within a relatively narrow compass and (ii) the fact is not one which is germane to any of the substantive issues in the underlying proceedings.»
Η νομολογία μας δεν έχει αναγνωρίσει ότι ενδέχεται να υπάρχουν εξαιρετικές περιπτώσεις στις οποίες, ακόμη και αν ένα γεγονός κρίσιμο για την εξασφάλιση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος αμφισβητείται σε βαθμό που να απαιτεί αντεξέταση, το γεγονός αυτό μπορεί να κριθεί πριν από τη δίκη. Αντιθέτως, αυτό που επιτρέπεται είναι «κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας, η οποία είναι αναγκαία για να μπορεί το Δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς, έστω και στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης στο παρόν στάδιο» (βλ. Λόρδου ν. Σιακόλα, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε143/2015, 23/03/2017, ECLI:CY:AD:2017:A102, ανωτέρω). Η αντεξέταση ή μη οποιουδήποτε προσώπου, επαναλαμβάνεται, αποτελεί στοιχείο που συνεκτιμάται με όλα τα υπόλοιπα δεδομένα της υπόθεσης.
Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κρίνει ότι η νομολογία του Ηνωμένου Βασιλείου επί του εξεταζόμενου ζητήματος δεν μπορεί, ως ζήτημα συγκριτικού δικαίου ή άλλως, να αποτελέσει καθοδήγηση ή να υιοθετηθεί, όπως ήταν η εισήγηση του συνηγόρου της Ενάγουσας.
Ακόμη και στην περίπτωση που ήθελε υποτεθεί ότι θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής, αυτό θα αφορούσε εξαιρετικές περιπτώσεις, στις οποίες φαίνεται στο Δικαστήριο πιθανό ότι το γεγονός σε σχέση με το οποίο ζητείται η αντεξέταση μπορεί να αποδειχθεί εύκολα με αποδεικτικά στοιχεία που εμπίπτουν σε σχετικά περιορισμένο πλαίσιο, και το εν λόγω γεγονός δεν σχετίζεται ουσιωδώς με οποιοδήποτε από τα ουσιαστικά επίδικα ζητήματα της κύριας διαδικασίας της αγωγής.
Το Δικαστήριο έθεσε ενώπιόν του το σύνολο του περιεχομένου του φακέλου της υπόθεσης και ειδικότερα την ένορκη δήλωση του Ενάγοντα ημερομηνίας 27/11/2025 (Παράρτημα Α) και την ένορκη δήλωση της Κυριακής Κακουλλή ημερομηνίας 02/03/2026, που καταχωρήθηκαν προς υποστήριξη της ενδιάμεσης αίτησης του Ενάγοντα για την έκδοση ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων ημερομηνίας 27/11/2025, καθώς επίσης και τις ένορκες δηλώσεις της Ευαγγελίας Καρτελιά ημερομηνίας 13/02/2026 και ημερομηνίας 17/03/2026, που καταχωρήθηκαν προς υποστήριξη της ένστασης της Εναγομένης 1 σε αυτήν.
Αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι ότι το φερόμενο έγγραφο καταπιστεύματος ημερομηνίας 25/09/2012 ─υπογραφέν από την Άντρη Χριστοφόρου ως εμπιστευματοδόχο 3.000 μετοχών της Εναγόμενης 2 προς όφελος της Εναγόμενης 1 ως ωφελούμενης δικαιούχου/ιδιοκτήτη (beneficiary)─, το οποίο όλες οι προαναφερόμενες ένορκες δηλώσεις πραγματεύονται και σε ό,τι αφορά την προέλευση, εκτέλεση, φύλαξή του, καθώς και των περιστάσεων κατάρτισης, υπογραφής και προσκόμισής του, ο Ενάγοντας ζητεί την αντεξέταση της Εναγόμενης 1 με την υπό κρίση Αίτηση, σχετίζεται ουσιωδώς με τα ουσιαστικά επίδικα ζητήματα της κύριας διαδικασίας της αγωγής και της θέσης του Ενάγοντα ─η οποία δεν είναι αποδεκτή από πλευράς της Εναγομένης 1─, και για το οποίο ο Ενάγοντας υποβάλλει σχετική αξίωση ότι είναι άκυρο και χωρίς οποιαδήποτε νομική υπόσταση και ισχύ, και προϊόν παράνομων ή/και παράτυπων πράξεων ή/και απάτης ή/και δόλου ή/και καταδολίευσης του Ενάγοντα από την Εναγομένη 1 (βλ. την αξίωση υπό το στοιχείο Α στο έντυπο απαίτησης).
Συναφώς, διαπιστώνεται περαιτέρω ότι πρόκειται για γεγονός, η απόδειξη του οποίου δεν εμπίπτει σε ένα σχετικά περιορισμένο πλαίσιο, αποτελεί τον πυρήνα της υπεράσπισης της Εναγόμενης 1 και των ισχυρισμών του Ενάγοντα για τη βασιμότητα της Αγωγής του και των αξιώσεών του, για τη διαπίστωση του οποίου θα συνεπαγόταν η διεξαγωγή μίας μικρής δίκης επί, όπως προμηνύεται από τις προαναφερόμενες ένορκες δηλώσεις, έντονα αμφισβητούμενων ισχυρισμών για τα γεγονότα, που είναι όλα αλληλοσυνδεόμενα, κάτι το οποίο, σύμφωνα με την πιο πάνω νομολογία, θα αποτελούσε εκτροπή, εάν το Δικαστήριο προέβαινε σε οριστικές διαπιστώσεις ως προς το τελικό αυτό ζήτημα σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Συνεπώς, η αντεξέταση της Εναγόμενης 1, η οποία ουσιαστικά αυτόν τον σκοπό θα εξυπηρετούσε, δεν αποτελεί ανάγκη με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης αίτησης για την έκδοση ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων ημερομηνίας 27/11/2025 και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.
Αξίζει, εν προκειμένω, να παρατηρηθεί, σε ό,τι αφορά το προαναφερόμενο φερόμενο γεγονός, και η έκταση των πιο πάνω ενόρκων δηλώσεων, αλλά και, ιδιαιτέρως, το γεγονός ότι, με την πιο πάνω ένορκη δήλωση της Κυριακής Κακουλλή ημερομηνίας 02/03/2026, από πλευράς Ενάγοντα, εκ πρώτης όψεως φαίνεται πως, στην εκδοχή των γεγονότων που παρουσιάζεται στην ένορκη δήλωση της Ευαγγελίας Καρτελιά ημερομηνίας 13/02/2026 σχετικά με αυτό, τοποθετείται με ισχυρισμούς, και ότι ο σχολιασμός των σχετικών ισχυρισμών από πλευράς Εναγομένης 1 είναι εκτεταμένος.
Κατά συνέπεια, στη βάση όλων όσων ανωτέρω έχουν αναφερθεί, το Δικαστήριο κρίνει ότι, ακόμη και εάν η Εναγομένη 1 θα μπορούσε να ενταχθεί στη δεύτερη πιο πάνω κατηγορία προσώπων, των οποίων η αντεξέταση δύναται να επιτραπεί από το Δικαστήριο δυνάμει του Κ.23.13(2) ακόμη και χωρίς να έχει προβεί η ίδια σε ένορκη δήλωση ή σε δήλωση μάρτυρα για σκοπούς της ενδιάμεσης αίτησης για την έκδοση ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων ημερομηνίας 27/11/2025, κατ’ επίκληση, όπως εισηγήθηκε ο συνήγορος του Ενάγοντα, των προνοιών του Άρθρου 23 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, ως του προσώπου που προέβη στην αρχική δήλωση αναφορικά με την εξ ακοής μαρτυρία στην ένορκη δήλωση της Ευαγγελίας Καρτελιά ημερομηνίας 13/02/2026, ζήτημα για το οποίο το Δικαστήριο δεν χρειάζεται να αποφανθεί τελικώς, λόγω της ακόλουθης διαπίστωσής του, δεν θα ασκούσε τη διακριτική του ευχέρεια για να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα, καθότι δεν έχει ικανοποιηθεί ότι, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης και σε ότι αφορά την εκδίκαση της ενδιάμεσης αίτησης για την έκδοση ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων ημερομηνίας 27/11/2025, συντρέχει καλός λόγος κατά την πιο πάνω έννοια, που να το δικαιολογεί.
Παρά τα πιο πάνω, πρέπει να τονιστεί ότι το Δικαστήριο θεωρεί ιδιαιτέρως δυσχερή την εναρμόνιση της επίκλησης των προνοιών του Άρθρου 23 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, ή οποιασδήποτε άλλης νομοθετικής διάταξης που είναι σαφώς προσαρμοσμένη στις ανάγκες της ακροαματικής διαδικασίας επί της ουσίας, εν απουσία ρητής πρόνοιας που να επιτρέπει την εφαρμογή της και στο στάδιο εξέτασης ενδιάμεσων αιτήσεων για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος ή την παροχή ενδιάμεσων θεραπειών.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, οι λόγοι ένστασης υπ’ αριθμούς 3, 4, 5, 7, 13 και 14, στο βαθμό που προκύπτει από το πιο πάνω σκεπτικό του Δικαστηρίου, κρίνονται βάσιμοι και, ως εκ τούτου, η υπό κρίση αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται, με έξοδα ύψους €2.449, με νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού από σήμερα μέχρι πλήρους εξόφλησης, πλέον €466,31 Φ.Π.Α., πλέον €16 πραγματικά έξοδα υπέρ της Εναγόμενης 1 και εναντίον του Ενάγοντα, τα οποία είναι πληρωτέα αμέσως.
Υπογραφή: ____________________
Μιχάλης Γ. Λοΐζου, Α. Ε. Δ.
Πιστό αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο