ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Σατσιά, Ε. Δ.
Αγωγή αρ.: 1177 / 2022
Μεταξύ:
ΣΩΤΗΡΗ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ,
ΕΜΠΟΡΕΥΟΜΕΝΟΥ ΥΠΟ ΤΗΝ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΠΩΝΥΜΙΑ “AMANDO FIORE” EE1109
Ενάγοντος
και
ΜΙΧΑΛΗ ΓΡΟΥΤΑ
Εναγόμενου
Ημερομηνία: 19.01.2026
Εμφανίσεις:
Για Ενάγοντα / Καθ’ ου η Αίτηση: κος Μ. Κληρίδης
Για Εναγόμενο / Αιτητή: κα. Γ. Χρυσάφη
Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η
Αίτηση Τροποποίησης Υπεράσπισης ημερ. 18.06.2024 («Αίτηση»)
Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
1. Δια της παρούσας αγωγής ο Ενάγων αξιώνει εναντίον του Εναγόμενου το ποσό των €28.020,00 το οποίο κατά τον ισχυρισμό του ανταποκρίνεται στην αξία των κινητών τα οποία βρίσκονται εντός καταστήματος το οποίο ενοικίαζε ο Ενάγων και κατακρατούνται και/ή αποσπάστηκαν παράνομα από τον Εναγόμενο.
2. Δια της παρούσης Αίτησης ο Εναγόμενος ζητά την άδεια του Δικαστηρίου για τροποποίηση της Υπεράσπισης του.
Β. ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ
3. Με βάση τα όσα δικογραφούνται στην Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντος, αυτός ήταν Διευθυντής της εταιρείας Σωτήρης Βασιλείου & Υιός Λτδ (εφεξής «Εταιρεία») στην οποία ανήκε ένα ακίνητο στη Νήσου. Στο εν λόγω ακίνητο ανεγέρθηκε μία οικοδομή η οποία περιλαμβάνει και καταστήματα. Σε δύο από τα καταστήματα αυτά, ο Ενάγων λειτουργούσε και διηύθυνε επιχείρηση καφενείου και σνακ-μπαρ.
4. Το ακίνητο ήταν υποθηκευμένο στην Ελληνική Τράπεζα και στο πλαίσιο συμφωνίας διευθέτησης του ενυπόθηκου χρέους το οποίο διατηρούσε η Εταιρεία, αυτό μεταβιβάστηκε στην CCSRE Real Estate Company Ltd (εφεξής «CCSRE»).
5. Ο Ενάγων ενοικίασε τα δύο καταστήματα από την CCSRE για την περίοδο 01.09.2019 μέχρι 31.08.2021. Ακολούθως η CCSRE πώλησε το ακίνητο στον Εναγόμενο. Ο Εναγόμενος ανέφερε στον Ενάγοντα ότι δεν είχε ένσταση να παράσχει χρόνο στον τελευταίο για να εκκενώσει τα καταστήματα. Ο Ενάγων ξεκίνησε να μετακινεί διάφορα αντικείμενα και εξοπλισμό από το καφενείο το οποίο διατηρούσε. Ο Εναγόμενος ανέφερε στον Ενάγοντα ότι γίνονταν διαπραγματεύσεις με κάποιο τρίτο πρόσωπο το οποίο ενδιαφερόταν να συνεχίσει την επιχείρηση την οποία διεξήγαγε ο Ενάγων και υπήρχε πιθανότητα να χρειάζεται τον εξοπλισμό. Επομένως, ζήτησε από τον Ενάγοντα να σταματήσει τη διαδικασία μετακίνησης του εξοπλισμού.
6. Αφού παρήλθε περίοδος τριών μηνών, ο Ενάγων πληροφορήθηκε πως οι διαπραγματεύσεις με το τρίτο πρόσωπο δεν είχαν τελεσφορήσει. Ανέφερε στον Εναγόμενο πως θα συνέχιζε τη διαδικασία μετακίνησης του εξοπλισμού και εκκένωσης των καταστημάτων. Ο Εναγόμενος τότε του απαγόρευσε να εισέλθει ξανά στα καταστήματα για να μετακινήσει τον εξοπλισμό επικαλούμενος συμβουλή την οποία έλαβε. Όταν ο Ενάγων επιχείρησε να μετακινήσει τον εξοπλισμό του, ο Εναγόμενος τον εκδίωξε από τα καταστήματα.
7. Ο Εναγόμενος στην Υπεράσπιση του αναφέρει ότι ουδεμία σχέση είχε με τον Ενάγοντα. Αυτός αγόρασε το ακίνητο από την CCSRE στην κατάσταση που βρισκόταν τότε περιλαμβανομένου του περιεχομένου του. Προσθέτει ότι εάν ο Ενάγων έχει παράπονο θα πρέπει να αποταθεί στην CCSRE, ενώ ο ίδιος αγόρασε το ακίνητο καλή τη πίστει. Κατά τα λοιπά, αγνοεί ή/και αρνείται τους ισχυρισμούς που προβάλλει ο Ενάγων.
8. Ο Ενάγων στην Απάντηση του ημερ. 12.05.2023, ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος εμποδίζεται να αναφέρει ότι δεν είχε καμία σχέση με τον Ενάγοντα καθότι γνώριζε πως ήταν ενοικιαστής και δικαιούχος όλων των αντικειμένων στα καταστήματα και συναίνεσε στην αφαίρεση τους και μάλιστα του ανέφερε να σταματήσει την μετακίνηση τους γιατί θα ενοικίαζε και ο ίδιος το κατάστημα. Ακολούθως, άλλαξε αδικαιολόγητα στάση και οικειοποιήθηκε τον εξοπλισμό του Ενάγοντος. Καλεί τον Εναγόμενο να αποδείξει ότι αγόρασε την ακίνητη περιουσία με το περιεχόμενο της ήτοι περιλαμβανομένου του εξοπλισμού.
9. Ακολούθως, καταχωρίστηκε κλήση για οδηγίες στις 13.07.2023. Δόθηκαν οδηγίες για εκατέρωθεν αποκάλυψη εγγράφων. Ο Εναγόμενος προχώρησε με αίτηση για άδεια καταχώρισης ειδοποίησης τριτοδιαδίκου εναντίον της CCSRE η οποία εγκρίθηκε στις 29.02.2024.
10. Στην Ειδοποίηση Τριτοδιαδίκου ο Εναγόμενος ισχυρίζεται πως η CCSRE δεν πληροφόρησε τον Εναγόμενο ότι δεν υπάρχει κενή κατοχή του ακινήτου και ότι υπάρχει δηλαδή ενοικιαστής εντός αυτού (ήτοι ο Ενάγων).
Γ. Η ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ / ΑΙΤΗΤΗ
11. Η Αίτηση καταχωρίστηκε στις 18.06.2024 και δια αυτής ζητείται η άδεια του Δικαστηρίου η οποία να επιτρέπει την τροποποίηση της Υπεράσπισης ημερ. 25.10.2022. Στην ουσία ζητείται αντικατάσταση ολόκληρης της Υπεράσπισης με την Υπεράσπιση η οποία παρατίθεται στο σώμα της Αίτησης (εφεξής «νέα Υπεράσπιση»).
12. Στη νέα Υπεράσπιση παρατίθενται επτά προδικαστικές ενστάσεις. Αναφέρεται ότι ο Εναγόμενος αγνοεί και συνεπώς αρνείται τις παραγράφους 1 – 7 της Έκθεσης Απαίτησης όπως και στην αρχική του Υπεράσπιση. Αναφέρεται ότι ο Εναγόμενος επίσης αρνείται το περιεχόμενο της παρ. 7 διότι όταν αγόρασε το ακίνητο από την CCSRE το πωλητήριο δεν αναφερόταν τίποτε για την ύπαρξη ενοικιαστή των καταστημάτων. Περαιτέρω αναφέρεται ότι ο Ενάγων είχε μεταβεί στο ακίνητο αργά το βράδυ και αφαίρεσε κλιματιστικά από τα καταστήματα χωρίς την άδεια του Εναγόμενου και καταγγέλθηκε στην Αστυνομία. Αφετέρου, αναφέρεται ότι όταν αγόρασε το ακίνητο ο Εναγόμενος τα αντικείμενα που αναφέρει ο Ενάγων στην Ε/Α του δεν υπήρχαν μέσα στο ακίνητο και επαναλαμβάνει ότι αγόρασε το ακίνητο με ελεύθερη κατοχή.
13. Η αίτηση μεταξύ άλλων στηρίζεται στην Δ.25 θθ 1- 6 και υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Μαρίας Δημητρίου, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων του Εναγόμενου (εφεξής «ΕΔ ΜΔ»).
14. Στην ΕΔ ΜΔ αναφέρεται ότι μετά την καταχώριση της Υπεράσπισης ο Εναγόμενος καταχώρισε αίτηση για προσθήκη τριτοδιαδίκου και όταν επικοινώνησαν μαζί τους οι δικηγόροι των Τριτοδιαδίκων τους προσκόμισαν έγγραφα τα οποία «ξεκαθαρίζουν τη θέση του Εναγόμενου στην παρούσα διαδικασία».
15. Αναφέρει επίσης ότι ο Εναγόμενος και η δικηγόρος του προσπάθησαν τότε που καταχωρίστηκε η Υπεράσπιση να επικοινωνήσουν με CCSRE ωστόσο οι τελευταίοι ουδέποτε ανταποκρίθηκαν. Ακολούθως επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της νέας Υπεράσπισης και προβάλλει τον ισχυρισμό ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εγκριθεί η Αίτηση.
Δ. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ / ΚΑΘ’ ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ
16. Ο Ενάγων αντέδρασε στην Αίτηση με την καταχώριση Ένστασης στο σώμα της οποίας παρατίθενται δέκα λόγοι ένστασης. Στην ουσία προβάλλεται ότι:
16.1 έχει εκδοθεί κλήση για οδηγίες και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την τροποποίηση της Υπεράσπισης,
16.2 ο Αιτητής δεν παρέχει κανένα λόγο ο οποίος να του δίδει το δικαίωμα τροποποίησης. Στην ουσία ο Αιτητής ζητά να καταχωρίσει νέα Υπεράσπιση και δεν εξηγεί γιατί προκύπτει η ανάγκη για τροποποίηση,
16.3 δεν πρόκειται για νέα γεγονότα τα οποία ήταν άγνωστα στον Εναγόμενο κατά την καταχώριση της Υπεράσπισης αλλά αφορά σε γεγονότα τα οποία γνώριζε, ή όφειλε να γνωρίζει ο Εναγόμενος,
16.4 στην υφιστάμενη Υπεράσπιση υπάρχει μια παραδοχή δηλαδή το ότι τα μέρη είναι συγχωριανοί και ότι γνωρίζονταν την οποία ο Εναγόμενος επιδιώκει να αναιρέσει με την νέα Υπεράσπιση,
16.5 η αίτηση είναι κακόπιστη και ενοχλητική και καταχωρίστηκε με μεγάλη καθυστέρηση,
16.6 εν πάση περιπτώσει όλα τα γεγονότα τα οποία επιδιώκει να προσθέσει ο Εναγόμενος ήταν γνωστά σε αυτόν πριν ακόμα καταχωρίσει την Υπεράσπιση του. Οι δε ισχυρισμοί ότι οι δικηγόροι των Τριτοδιαδίκων προσκόμισαν έγγραφα τα οποία ξεκαθαρίζουν τη θέση του Εναγόμενου δεν είναι επαρκείς καθότι δεν καθορίζονται τα εν λόγω έγγραφα ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να εκτιμήσει το κατά πόσον προέκυψαν νέα στοιχεία άγνωστα στον Εναγόμενο κατά την καταχώριση της αρχικής του Υπεράσπισης.
17. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Ενάγοντος (εφεξής «ΕΔ ΣΒ»). Στην ΕΔ ΣΒ επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης. Επαναλαμβάνεται ότι δεν αναφέρεται ποια είναι τα νέα δεδομένα τα οποία ήταν μη υπαρκτά κατά τη λήψη οδηγιών για καταχώριση Υπεράσπισης. Ο Εναγόμενος δεν επικαλείται την ύπαρξη καλόπιστου λάθους.
18. Ο ενόρκως δηλών διερωτάται πως μπορεί να αποτελούν νέα στοιχεία αυτά τα οποία επιδιώκει να εισαγάγει ο Εναγόμενος καθότι αυτός ήταν που συναλλάχθηκε με τους Τριτοδιάδικους και αγόρασε το Ακίνητο και κανονικά πρέπει να ξέρει τι αγόρασε. Περαιτέρω, αναφέρει ότι καμία από τις προδικαστικές ενστάσεις δεν βασίζεται σε νέα γεγονότα.
Ε. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ
19. Οι συνήγοροι των μερών καταχώρισαν γραπτές αγορεύσεις. Επισημαίνω, ότι τα επιχειρήματα τα οποία τέθηκαν και η μαρτυρία η οποία προσκομίσθηκε από τους διάδικους εξετάστηκαν σε όλη τους την εμβέλεια από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησής τους καθότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται. Η δραστικότητα ενός επιχειρήματος συναρτάται με την επίδραση τη οποία μπορεί να έχει στη θεώρηση των επίδικών θεμάτων.[1]
20. Ωστόσο, οφείλω να αναφέρω ότι οι αγορεύσεις των μερών δεν αποτελούν παραδεκτό μέσο προσαγωγής μαρτυρίας ή διεύρυνσης των επίδικων θεμάτων, ή συστατικό στοιχείο απόδειξης της υπόθεσης ή συναφών επιχειρημάτων,[2] αλλά ούτε και μέσο αμφισβήτησης άλλων γεγονότων.[3]
21. Στη γραπτή αγόρευση του Αιτητή γίνεται αναφορά στο ότι σε κάποιο «tender form» το οποίο κατείχε μόνο ο τριτοδιάδικος αναφέρεται ότι το ακίνητο πωλείται ως έχει με κενή κατοχή. Είναι η πρώτη φορά που προβάλλεται αυτός ο ισχυρισμός ως προς το ότι αυτό το έγγραφο το είχε στην κατοχή του μόνο ο Τριτοδιάδικος.
22. Η αγόρευση δεν ενέχει επιπτώσεις στη θεμελίωση της υπόθεσης παρά μόνο αποβλέπει στην προβολή της επιχειρηματολογίας που καθιστά κατά τη διαλεκτική των πραγμάτων (του δικαίου και της μαρτυρίας) την υπόθεση του διάδικου παραδεκτή.[4] Όπου οι αγορεύσεις δεν υποστηρίζονται από μαρτυρία και στο βαθμό που στοχεύουν στην απόδειξη κάποιου γεγονός πρέπει να αγνοούνται.[5] Επομένως, δεν μπορεί παρά να αγνοηθεί το συγκεκριμένο μέρος των αγορεύσεων ότι δηλαδή το εν λόγω έγγραφο μόνο ο Τριτοδιάδικος το είχε στην κατοχή του.
23. Αναφέρω επίσης πως σε κάθε περίπτωση η αρχική θέση του Εναγόμενου ως τίθεται στην Υπεράσπιση του είναι ότι αγόρασε το ακίνητο ως είχε με τον εξοπλισμό μέσα. Αν όντως αυτό είναι το περιεχόμενο του σημαίνει δεν αναφέρει κάτι διαφορετικό από τα όσα έχουν ήδη δικογραφηθεί. Το tender form στο οποίο γίνεται αναφορά, σε κάθε περίπτωση, αποτελεί έγγραφο το οποίο θα προσκομιστεί ως μαρτυρία κατά την δίκη.
24. Το κύριο επιχείρημα του Ενάγοντος / Καθ’ ου η Αίτηση είναι ότι οι αναφορές σε νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τον χρόνο των οδηγιών για καταχώριση Υπεράσπισης είναι αόριστα και ατεκμηρίωτα. Δεν παρουσιάστηκε οποιοδήποτε έγγραφο το οποίο να υποστηρίζει τους ισχυρισμούς του Αιτητή ότι περιήλθαν αυτά τα έγγραφα στην κατοχή του μετά την καταχώριση Υπεράσπισης.
ΣΤ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
25. Η Δ.25 στη σημερινή της μορφή καθιερώθηκε με τον Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (αρ.2) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2014 και τέθηκε σε ισχύ από την 01.01.2016. Επιτρέπει την τροποποίηση σε τρία στάδια.
26. Το πρώτο στάδιο είναι με την καταχώριση της Αγωγής και πριν την επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος οπότε η τροποποίηση μπορεί να λάβει χώρα χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου.
27. Το δεύτερο στάδιο είναι μετά την επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος και πριν την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες, όπου επιτρέπεται «άπαξ» η τροποποίηση χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου. Σε περίπτωση που η Κλήση για Οδηγίες εκδίδεται ταυτόχρονα με την συμπλήρωση της δικογραφίας επιτρέπεται η τροποποίηση εντός 15 ημερών.
28. Η έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες σηματοδοτεί το τρίτο στάδιο, στο οποίο κατά κανόνα δεν επιτρέπεται η τροποποίηση (ο τονισμός είναι του παρόντος Δικαστηρίου):
«Δ.25 Θ. 1(3): Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.»
29. Εξαίρεση αποτελεί το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στην σύνταξη της δικογραφίας και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά την λήψη των οδηγιών για έγερση της Αγωγής ή της καταχώρισης του Κλητηρίου Εντάλματος ή της δικογραφίας.
30. Επομένως, μπορεί να συναχθεί ότι όσο προχωρά η δικαστική διαδικασία περιορίζεται και η δυνατότητα τροποποίησης του Δικογράφου.
31. Η Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας όπως ισχύει σήμερα έχει περιορίσει την προηγούμενη πιο φιλελεύθερη τάση η οποία επέτρεπε την τροποποίηση των δικογράφων σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Ο σταδιακός περιορισμός της δυνατότητας τροποποίησης που διατυπώνει η Δ.25 θ. 1 (3) των Θεσμών όσο προχωρεί η υπόθεση, σε συνάρτηση με την περιοριστική αναφορά σε «εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος» και την επίσης περιοριστική αναφορά στην διόρθωση στη «σύνταξη της δικογραφίας» καθιστά αντιληπτή την αυστηρότητα της εν λόγω Διαταγής.
32. Γεγονότα τα οποία ήταν ήδη γνωστά και δεν δικογραφήθηκαν, ή γεγονότα που θεμελιώνουν περαιτέρω την βάση της Αγωγής ή της Υπεράσπισης δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο Αίτησης για τροποποίηση στο στάδιο που έπεται της έκδοσης της Κλήσης για Οδηγίες.
33. Αυτό το οποίο μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο Αίτησης Τροποποίησης στο στάδιο αυτό είναι λεκτικά, τυπογραφικά, ή εκφραστικά λάθη που εμφιλοχωρούν κατά την σύνταξη της δικογραφίας. Ενδεχόμενη εξαίρεση θα αποτελούσε η τροποποίηση στην βάση γεγονότων που προέκυψαν μεταγενέστερα με το βάρος απόδειξης να βρίσκεται στους ώμους του εκάστοτε αιτητή.
34. Υπό το φως των όσων έχουν προαναφερθεί, διαφαίνεται ότι η παλαιότερη νομολογία η οποία αφορούσε σε αιτήσεις οι οποίες αποφασίστηκαν επί τη βάσει της προηγούμενης Δ.25, θα μπορούσε να έχει περιορισμένη χρησιμότητα καθ' όσον αφορά την εφαρμογή της υφιστάμενης Δ.25. [6]
35. Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου, δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι, όπως νομολογιακά ίσχυε κατά την εφαρμογή της προηγούμενης Δ.25 έτσι και στη βάση της νέας, κατά την εξέταση αιτημάτων τροποποίησης κυρίαρχο στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι τα καλώς νοούμενα συμφέροντα της δικαιοσύνης, το οποίο αποτελεί τον πρωταρχικό σκοπό των κανονισμών πολιτικής δικονομίας.
36. Σκοπός των νέων Δ.25 και Δ.30 ήταν να σταματήσουν οι ανεξέλεγκτες τροποποιήσεις δικογράφων επιβάλλοντας πολύ μεγαλύτερη προσοχή και επιμέλεια κατά τη σύνταξη της δικογραφίας και περιορίζοντας ουσιαστικά τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου σε αιτήματα τροποποίησης. Η τροποποίηση μετά την έκδοση κλήσης για οδηγίες πλέον αποτελεί την εξαίρεση του κανόνα.
37. Στην ενδιάμεση απόφαση της στην αγωγή 813/2017 Οδυσσέως ν. Σ.Κ.Τ., ημερ. 30/12/2019, η έντιμη Λ. Δημητριάδου Π.Ε.Δ. (ως ήταν τότε) υιοθέτησε την ακόλουθη προσέγγιση:
«Η νέα Δ.25 και Δ.30 αναμφίβολα επιβάλλουν πολύ μεγαλύτερη προσοχή και επιμέλεια κατά το στάδιο σύνταξης των δικογράφων με τα περιθώρια άσκησης από πλευράς Δικαστηρίου διακριτικής ευχέρειας σε αιτήματα τροποποίησης να είναι ιδιαίτερα περιορισμένα. Η εν λόγω προσέγγιση συνάδει και με την αρχή της υψίστης σημασίας στόχευση (overriding principle) που φαίνεται να καθοδηγεί το πλαίσιο εφαρμογής της νέας Δ.25 και Δ.30. Εν ολίγοις, η νέα προσέγγιση πραγμάτων απαιτεί από όλους να μεριμνούν δεόντως για την συμπερίληψη των αναγκαίων στα δικόγραφά τους.»
38. H σχέση καλόπιστου λάθους και παράλειψης δικογράφησης ισχυρισμών έχει εξεταστεί από το Εφετείο στην πρόσφατη απόφαση ΜΟΝΟΚΟ (ανωτέρω), όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά:
«Η νέα διαταγή 25 δεν αναφέρεται ειδικά, στην ερμηνεία της φράσης «καλόπιστο λάθος». Κατά την κρίση μου, το καλόπιστο λάθος δεν επεκτείνεται στην παράλειψη προσθήκης κάποιων ισχυρισμών, αλλά περιορίζεται στην τυπικά λανθασμένη σύνταξη του δικογράφου, σε παραλείψεις και σε μικρές ασάφειες ή σε απλά τυπογραφικά λάθη. Με αυτή την έννοια δεν συνιστά καλόπιστο λάθος, η παράλειψη προσθήκης νέων ισχυρισμών, ειδικά αν αυτοί ήταν γνωστοί από πριν στον αιτητή. […]
οι νέες Δ.25 και Δ.30, αναμφίβολα επιβάλλουν πολύ μεγαλύτερη προσοχή και επιμέλεια στους συνηγόρους κατά το στάδιο σύνταξης των δικογράφων, αφού τα περιθώρια άσκησης διακριτικής ευχέρειας σε αιτήματα τροποποίησης από πλευράς Δικαστηρίου, είναι πλέον ιδιαίτερα περιορισμένα. Εν ολίγοις, η νέα προσέγγιση πραγμάτων, απαιτεί από όλους τους διαδίκους και τους συνηγόρους τους, να μεριμνούν δεόντως για την συμπερίληψη όλων των αναγκαίων ισχυρισμών στα δικόγραφά τους, ούτως ώστε να αποφεύγεται η τροποποίηση δικογράφων, σε προχωρημένο στάδιο της δίκης.»
39. Προκύπτει, συνεπώς, ότι η έννοια του καλόπιστου λάθους δεν εκτείνεται με τρόπο, ώστε να καλύπτει λάθη που αφορούν ισχυρισμούς που ήταν γνωστοί από πριν στον εκάστοτε αιτητή.
40. Εν προκειμένω, θα επικεντρωθώ στη δεύτερη εξαίρεση καθότι η τροποποίηση προωθείται πάνω σε αυτή τη βάση.
41. Αναφορικά με τη δεύτερη περίπτωση κατά την οποία μπορεί να επιτραπεί η τροποποίηση της δικογραφίας μετά την έκδοση της κλήσης οδηγιών φράση κλειδί είναι η εξής: «...που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ...».
42. Κατά την άποψη μου σε σχέση με την δεύτερη αυτή εξαίρεση δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά καθότι το νόημα της πιο πάνω πρότασης είναι σαφές. Πρέπει να υπάρχουν νέα δεδομένα τα οποία να μην υπήρχαν κατά τη λήψη των οδηγιών για τη σύνταξη του δικογράφου του οποίου επιζητείται η τροποποίηση. Και περί αυτού πρέπει να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο.
43. Επαφίεται συνεπώς στον αιτητή να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια γεγονότα και στοιχεία από τα οποία να προκύπτει πως δεν ήταν υπαρκτά και/ή εν γνώσει του συντάξαντος το δικόγραφο τα δεδομένα τα οποία επιδιώκει τώρα δια της αίτησης να προσθέσει. Έχοντας υπόψη και τον σκοπό της τροποποίησης της Δ.25 η εξαίρεση αυτή θα πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο συσταλτικό και περιοριστικό.
44. Σημειώνω ότι υπάρχει και η ερμηνεία ότι «εάν ο συντάκτης της σχετικής πρόνοιας ήθελε να καλύψει και δεδομένα τα οποία, μολονότι ήταν υπαρκτά το συγκεκριμένο χρόνο, εντούτοις, επειδή ο ενάγοντας για οποιοδήποτε λόγο ή λόγους, τα αγνοούσε γι' αυτό και δεν τα περιέλαβε εξ αρχής στο δικόγραφό του, προφανώς θα προέβαινε και σε ανάλογη διατύπωση. Συγκεκριμένα θα αναφερόταν σε δεδομένα «μη γνωστά» και όχι «μη υπαρκτά» είτε ακόμη και στα δυο με διαζευκτικό τρόπο («μη γνωστά και/ή υπαρκτά.»). Η πρώτη φράση αφορά σε δεδομένα τα οποία υπήρχαν και ήταν άγνωστα και η δεύτερη σε δεδομένα που δεν υπήρχαν.»[7]
45. Δηλαδή δεν αρκεί να μην ήταν εις γνώση του αιτητή τα νέα γεγονότα. Πρέπει να μην ήταν υπαρκτά. Εν προκειμένω, όπως θα προσπαθήσω να εξηγήσω στην επόμενη ενότητα στην οποία λαμβάνει χώρα η υπαγωγή, αυτή η διάκριση δεν είναι ουσιώδης.
Ζ. ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΣΤΙΣ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΕΣ ΝΟΜΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ
46. Προχωρώ τώρα να εξετάσω το κατά πόσο η υπό εξέταση περίπτωση εμπίπτει στην μία εκ των δυο εξαιρέσεων δυνάμει της Δ.25 Θ.3.
47. Εν πρώτοις, αναφέρεται ότι ως βάση για τροποποίηση της Υπεράσπισης προωθείται η δεύτερη εξαίρεση της Δ.25 Θ.3, δηλαδή ότι έχουν προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά την λήψη οδηγιών για καταχώριση Υπεράσπισης. Επομένως, αναμένεται ότι ο Αιτητής για να στοιχειοθετήσει τις προϋποθέσεις για έγκριση του αιτήματος του, θα αναφέρει: (α) ποια είναι τα νέα δεδομένα, (β) πότε ήρθαν εις γνώση του ή πότε προέκυψαν και (β) πως προέκυψαν αυτά τα νέα δεδομένα.
48. Ποια είναι αυτά τα νέα δεδομένα; Δεν διευκρινίζεται στην ΕΔ ΜΔ ποια είναι αυτά τα νέα δεδομένα τα οποία δεν υπήρχαν κατά τη λήψη των οδηγιών για Υπεράσπιση. Το μόνο πράγμα που αναφέρεται στην ΕΔ ΜΔ ως προς τα νέα δεδομένα είναι ότι «… επικοινώνησαν μαζί μας οι Δικηγόροι των προηγούμενων ιδιοκτητών του ακινήτου και μας προσκόμισαν έγγραφα, τα οποία ξεκαθαρίζουν τη θέση του Εναγόμενου στη παρούσα διαδικασία».
49. Η αναφορά αυτή είναι γενική και αόριστη. Δεν εξηγείται ποια είναι αυτά τα έγγραφα που περιήλθαν στην κατοχή του Εναγόμενου και ξεκαθαρίζουν τη θέση του. Ούτε και προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι δεν υπήρχαν αυτά τα δεδομένα κατά τη σύνταξη της Υπεράσπισης. Ούτε και διευκρινίζεται ποια είναι τα δεδομένα τα οποία δεν υπήρχαν και γιατί ξεκαθάρισε η θέση του Εναγόμενου στη διαδικασία.
50. Από τη στιγμή που δεν αναφέρεται καν ποια είναι τα δεδομένα, το Δικαστήριο δεν μπορεί να διαμορφώσει θέση και να ασκήσει την κρίση του, πόσω δε μάλλον να ικανοποιηθεί ότι δεν υπήρχαν κατά το χρόνο της λήψης των οδηγιών για καταχώριση Υπεράσπισης.
51. Σημειώνω ακόμα ότι με τον τρόπο με τον οποίο συντάχθηκε η Αίτηση δεν είναι ευδιάκριτες οι προσθήκες οι οποίες επιδιώκονται. Ο Αιτητής στην ουσία επιθυμεί να αντικαταστήσει την υφιστάμενη Υπεράσπιση του με μια καινούρια η οποία περιλαμβάνει έξι νέες προδικαστικές ενστάσεις.
52. Από το περιεχόμενο της νέας Υπεράσπισης δεν προκύπτει ποια είναι τα νέα δεδομένα ή αν υπάρχουν νέα δεδομένα. Εν ολίγοις, διαβάζοντας το περιεχόμενο της νέας Υπεράσπισης δεν φαίνεται να δικογραφούνται ισχυρισμοί οι οποίοι αποτελούν νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά την σύνταξη της αρχικής Υπεράσπισης.
53. Για παράδειγμα δικογραφείται στη νέα Υπεράσπιση ότι ο Εναγόμενος ουδεμία σχέση έχει με τον αριθμό εγγραφής του ακινήτου που αναφέρει ο Ενάγων. Πως μπορεί αυτό το γεγονός να προέκυψε μετά την λήψη οδηγιών για Υπεράσπιση για να επιχειρείται η δικογράφηση του ισχυρισμού ατού σε αυτό το σημείο;
54. Άλλο παράδειγμα αποτελούν οι παράγραφοι 7 και 12 της νέας Υπεράσπισης. Πως μπορεί το ότι στο αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερ. 16.04.2021 «δεν αναφερόταν πουθενά η ύπαρξη ενοικιαστή» να είναι κάτι το οποίο προέκυψε μετά την καταχώριση της αρχικής Υπεράσπισης του Εναγόμενου; Είναι παραδεκτό ότι ο Εναγόμενος υπέγραψε το εν λόγω αγοραπωλητήριο έγγραφο κατά την αγορά του επίδικου ακινήτου. Η αγορά του επίδικου ακινήτου προηγείται χρονικά της καταχώρισης της Υπεράσπισης.
55. Επομένως, είναι παράλογο να ισχυρίζεται ότι δεν ήταν υπαρκτό δεδομένο το ότι δεν αναφερόταν πουθενά σε αυτό η ύπαρξη ενοικιαστή, ή ότι δεν ήταν εις γνώση του δεδομένου του ότι συνάγεται πως υπέγραψε το εν λόγω έγγραφο και γνωρίζει τι υπέγραφε.
56. Εν πάση περιπτώσει, τα όσα προστίθενται ανάγονται στον χρόνο της πώλησης του ακινήτου και δεν μπορεί να προέκυψαν μετά. Τουναντίον, αυτό το οποίο προκύπτει, εκ πρώτης όψεως, είναι ότι ήταν εις γνώση του Εναγόμενου, ή ότι τουλάχιστον έπρεπε να ήταν εις γνώση του. Ο Εναγόμενος αγόρασε το ακίνητο. Όταν αγόρασε το ακίνητο γνώριζε τι αγόραζε.
57. Το ότι ο Ενάγων μπήκε παράνομα στο ακίνητο και κατ’ ισχυρισμόν αφαίρεσε κλιματιστικά ως δικογραφείται στην παρ. 14 της νέας Υπεράσπισης επίσης δεν είναι δεδομένο μη υπαρκτό κατά τη σύνταξη της αρχικής Υπεράσπισης. Ούτε και μπορεί να αποκάλυψαν αυτό το γεγονός οι Τριτοδιάδικοι ως αναφέρεται στην ΕΔ ΜΔ καθότι δεν είναι κάτι το οποίο εμπίπτει στη γνώση τους.
58. Κατά συνέπεια, εξετάζοντας το περιεχόμενο της νέας Υπεράσπισης δεν προκύπτει κάποιος ισχυρισμός ο οποίος ενδεχομένως να εμπίπτει στην κατηγορία των νέων δεδομένων μη υπαρκτών κατά τη σύνταξη της (αρχικής Υπεράσπισης). Ακόμα, αναγιγνώσκοντας τη νέα Υπεράσπιση δεν μπορεί να λεχθεί ότι αναφέρεται σε αυτήν οτιδήποτε καινούριο. Συνεπακόλουθα, δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης ούτε και συνάδει με τον πρωταρχικό σκοπό η έγκριση της Αίτησης.
59. Είναι περαιτέρω προφανές ότι η παράλειψη δικογράφησης των ισχυρισμών στη νέα Υπεράσπιση δεν συνδέεται με και δεν μπορεί να υπαχθεί στην έννοια του καλόπιστου λάθους κατά τη σύνταξη της δικογραφίας.
60. Ως εκ τούτου, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις οι οποίες τίθενται στους Θεσμούς για να μπορεί να εγκριθεί η Αίτηση.
Η. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
61. Συγκεφαλαιώνοντας, ο Εναγόμενος δεν απέδειξε ότι όσα επιθυμεί να προσθέσει δια την αντικατάσταση της Υπεράσπισης του με τη νέα Υπεράσπιση, δεν περιλήφθηκαν στην αρχική του Υπεράσπιση λόγω εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους στη σύνταξη της.
62. Επιπλέον, δεν επεξηγήθηκε ποια είναι τα νέα δεδομένα τα οποία ήταν μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για σύνταξη της Υπεράσπισης. Συνεπακόλουθα, το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξαγάγει συμπέρασμα ως προς το κατά πόσον τα δεδομένα αυτά ήταν ή δεν ήταν υπαρκτά κατά το χρόνο αυτό.
63. Με δεδομένο ότι σύμφωνα με τη Δ.25 Θ.1.(3) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, μόνο σε αυτές τις δυο περιπτώσεις επιτρέπεται η τροποποίηση μετά την έκδοση της κλήσης για οδηγίες, διαγράφεται η τύχη της αίτησης, η οποία δεν μπορεί να πετύχει.
64. Κατ' ακολουθία των όσων έχουν προαναφερθεί, η αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται.
65. Τα έξοδα της Αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντος και εναντίον του Εναγομένου, πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας.
Υπ. ____________________
Χ. Σατσιάς, Ε. Δ.
ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY, Πολ. Εφ. 117/2018, 16.03.2022, Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 490
[2] Selmani κ.α. ν. Δημοκρατίας (2015) 2 AAΔ 411, El Fath Co for International Trade SAE v. EDT Shipping Ltd κ.ά. (1992) 1(B) Α.Α.Δ. 1255, 1270
[3] Σταύρου Ζαχαρία ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2011) 3 ΑΑΔ 293
[4] Σελ. 128, Το Δίκαιο της Απόδειξης Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, Τ. Ηλιάδης και Ν.Γ. Σάντης, Β’ Έκδοση
[5] Αναφορικά με την Αίτηση του Αντώνη Κυριάκου (2016) 1 ΑΑΔ 1964 και το Δίκαιο της Απόδειξης, σελ. 128, ανωτέρω
[6] Ίδετε επίσης την πρόσφαση απόφαση του Προέδρου του Εφετείου στη MONOKO (ΚΟΣΤΟΛΟΓΗΣΕΙΣ ΕΠΙΜΕΤΡΗΣΕΙΣ ΟΙΚΟΔΟΜΩΝ) ΛΤΔ ν. C & S AMART MOVE DEVELOPERS LTD, Πολιτική Έφεση αρ. Ε99/2022, ημερομηνίας 3.10.2025.
[7] Ενδιάμεση απόφαση ημερ. 25.10.2025 του έντιμου Κ. Κωνσταντίνου Π.Ε.Δ. στην αγωγή αρ. 1936/2016, Γεώργιου Θεοδότου κ.α. ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο