ALPHA PANARETI PUBLIC LTD ν. SIGMA RADIO T.V. PUBLIC LIMITED, Αρ. Απαίτησης: 984 / 2024, 6/3/2026
print
Τίτλος:
ALPHA PANARETI PUBLIC LTD ν. SIGMA RADIO T.V. PUBLIC LIMITED, Αρ. Απαίτησης: 984 / 2024, 6/3/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Ενώπιον: Χ. Σατσιά, Ε.Δ.

Αρ. Απαίτησης: 984 / 2024

Μεταξύ:

ALPHA PANARETI PUBLIC LTD

Εναγόντων

και

 

SIGMA RADIO T.V. PUBLIC LIMITED

Εναγόμενων

 

Ημερομηνία:  06 Μαρτίου, 2026

 

Εμφανίσεις:

 

Για Αιτητές/Εναγόμενους:               κα Τ. Γ. Χριστοφίδη, Ορφανίδης, Χριστοφίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.

Για Καθ’ ων η Αίτηση/Ενάγοντες:  κα Ρ. Πεκρή για Νικολέττα Χαραλαμπίδη Δ.Ε.Π.Ε.

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Αίτηση για απόρριψη της απαίτησης και για παροχή ασφάλειας εξόδων ημερ. 08.11.2024 («Αίτηση»)

 

Α.  ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

1.         Δια της παρούσης απαίτησης η Ενάγουσα (εφεξής «Ενάγουσα» ή «Καθ’ ης η Αίτηση»), οι οποίοι αποτελούν εταιρεία ανάπτυξης γης, αξιώνουν εναντίον των Εναγόμενων (εφεξής «Εναγόμενοι» ή «Αιτητές»), τηλεοπτικού σταθμού, αποζημιώσεις για δυσφήμιση και επιζήμια ψευδολογία, προστακτικό διάταγμα το οποίο να υποχρεώνει τους Εναγόμενους να αποσύρουν τις επίδικές δηλώσεις καθώς και απαγορευτικό διάταγμα δια του οποίου να απαγορεύεται στους Εναγόμενους να επαναλαμβάνουν τη δημοσίευση των δύο επίδικών δημοσιευμάτων.

 

2.         Με βάση το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης, κατά τον ουσιώδη χρόνο η Ενάγουσα ήταν ιδιοκτήτρια του συγκροτήματος Saint Nicholas στη Χλώρακα της Πάφου. Κατά ή περί τις 04.09.2023, κατά την προβολή του κεντρικού δελτίου ειδήσεων των Εναγόμενων, αυτοί προέβησαν σε δυσφημιστικές δηλώσεις σε σχέση με την Ενάγουσα και/ή την εργασία και/ή το επιτήδευμα της στο πλαίσιο ενός ρεπορτάζ υπό τον τίτλο «Ισλαμοποιείται η Δρούσια».

 

3.         Στο ρεπορτάζ έγινε αναφορά στη «δημογραφική αλλοίωση» στη Δρούσια και στη Χλώρακα. Ακολούθως, ο δημοσιογράφος αναφέρθηκε στο κτιριακό συγκρότημα της Ενάγουσας και τη σχέση της με την ΚΙΣΑ και τη δικηγόρο Νικολέττα Χαραλαμπίδου. Ανέφερε ότι το συγκρότημα μετατράπηκε σε «σύγχρονη φαβέλα» σχολιάζοντας ότι «κατά τ’ άλλα προστατεύουμε τα δικαιώματα λένε των μεταναστών». Αναφέρθηκε επίσης στην έφεση την οποία άσκησε η Ενάγουσα δια μέσου της κας Χαραλαμπίδου σε σχέση με το κτιριακό συγκρότημα και την προβολή του ισχυρισμού στο πλαίσιο της έφεσης ότι αυτό είναι κατάλληλο για να λειτουργεί  καθώς και στο ότι η έφεση, σύμφωνα με τους κάτοικους, ήταν «μια από τις αιτίες που μεγιστοποίησαν όλο αυτό το πρόβλημα».

 

4.         Προβάλλεται περαιτέρω ο ισχυρισμός στην Έκθεση Απαίτησης ότι η δημοσίευση εξακολουθεί να είναι αναρτημένη στο διαδίκτυο στη διαδικτυακή πλατφόρμα με την επωνυμία «youtube». Επίσης, η δημοσίευση αναδημοσιεύτηκε στις 05.09.2023 στην πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης με την ονομασία «facebook» προκαλώντας αρνητικά, για την Ενάγουσα, σχόλια.

 

5.         Στις 05.09.2023 στην ηλεκτρονική εφημερίδα Sigmalive δημοσιεύτηκε άρθρο με τίτλο «Χλώρακα: Δικηγόρος ζητά από το κράτος να πληρώσει τις ζημιές στο συγκρότημα». Η δημοσίευση εξακολουθεί να βρίσκεται αναρτημένη στο διαδίκτυο μέχρι και την ημέρα καταχώρισης της Έκθεσης Απαίτησης και παρατίθεται ο σχετικός σύνδεσμος.

 

6.         Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι οι αναφορές στις οποίες προέβησαν οι Εναγόμενοι είναι δυσφημιστικές καθότι, μεταξύ άλλων, αποδίδουν στην Ενάγουσα ότι εκμεταλλεύεται το μεταναστευτικό ζήτημα προς όφελος και/ή σε κέρδος της, εις βάρος των μεταναστών και/ή της Δημοκρατίας και/ή των πολιτών της, ότι εργαλειοποιεί τους μετανάστες για να κερδίζει χρήματα, ότι ευθύνεται για την πρόκληση προβλημάτων στη Χλώρακα ή τη μεγιστοποίηση τους και ότι ενθαρρύνει την παράνομη μετανάστευση.

 

7.         Σημειώνω ότι η απαίτηση καταχωρίστηκε στις 10.09.2024, δηλαδή περί το ένα έτος και πέντε μέρες μετά την αρχική δημοσίευση των επίδικων δημοσιευμάτων.

 

Β.  Η ΑΙΤΗΣΗ

 

8.         Οι Εναγόμενοι στις 08.11.2024 καταχώρισαν την υπό κρίση Αίτηση δια της οποίας αιτούνται την έκδοση Διαταγμάτων:

 

8.1      Απόρριψης της αγωγής λόγω παραγραφής,

 

8.2      Απόρριψης της αγωγής λόγω του ότι είναι σκανδαλώδης, επιπόλαιη, καταχρηστική, ενοχλητική, εκδικητική και ως μη αποκαλύπτουσα αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Εναγόμενων,

 

8.3      Ασφάλειας εξόδων. Ζητείται η κατάθεση του ποσού των €5.000 ως εγγύηση για τα δικηγορικά έξοδα τα οποία είναι εύλογο να επιδικαστούν εναντίον της Ενάγουσας σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής,

 

8.4      Αναστολής της διαδικασίας μέχρι την κατάθεση του πιο πάνω ποσού ως ασφάλεια εξόδων,

 

8.5      Αναστολής της προθεσμίας καταχώρισης Υπεράσπισης. Σημειώνω ότι στις 15.04.2025 καταχωρίστηκε Υπεράσπιση από τους Εναγόμενους και επομένως το αιτητικό αυτό κατέστη άνευ αντικειμένου και απορρίπτεται.

 

9.         Η Αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στα Μέρη 3.3 και 26.1 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 και στο άρθρο 6(4) του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο του 2012, ως έχει τροποποιηθεί, Ν. 66(Ι)/2012 (εφεξής «Νόμος Παραγραφής»).

 

10.      Η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Τώνιας Χριστοφίδου, δικηγόρου (εφεξής «ΕΔ ΤΧ»)

 

11.      Στην ΕΔ ΤΧ αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι:

 

11.1    Οι δημοσιεύσεις έλαβαν χώρα στις 04.09.2023 και 05.09.2023, ενώ η απαίτηση καταχωρίστηκε στις 10.09.2024, ήτοι σε χρόνο πέραν του ενός έτους μετά τις δημοσιεύσεις.

 

11.2    Η περίοδος παραγραφής σε σχέση με δυσφήμιση είναι ένα έτος μετά τη συμπλήρωση της βάσης αγωγής.

 

11.3    Επομένως, η απαίτηση έχει παραγραφεί και πρέπει να απορριφθεί.

 

11.4    Εκτός από μια αόριστη αναφορά στην παρ. 13 της Έκθεσης Απαίτησης, δεν δικογραφείται ζημιά ενώ η Ενάγουσα είναι νομικό πρόσωπο.

 

11.5    Με βάση ένα προκαταρκτικό υπολογισμό τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας ανέρχονται στο ποσό των €5.000.

 

11.6    Η Ενάγουσα βρίσκεται υπό καθεστώς διαχείρισης εδώ και ένα έτος. Ενόψει τούτου φαίνεται πως αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Εύλογα δημιουργείται η πεποίθηση ότι η Ενάγουσα δεν θα είναι σε θέση να πληρώσει τα έξοδα της διαδικασίας σε περίπτωση που αποτύχει η αγωγή της και συνεπώς δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος ασφάλειας εξόδων.

 

Γ.  Η ΕΝΣΤΑΣΗ

 

12.      Η Ενάγουσα υπέβαλε ένσταση στην Αίτηση στο σώμα της οποίας εκτίθενται δεκαοκτώ λόγοι ένστασης.

 

13.      Σε σχέση με το ζήτημα παραγραφής, προβάλλεται ότι δεν είναι αμιγώς νομικό και συνεπώς είναι πρόωρη η εξέταση του σε αυτό το στάδιο. Δεν υπάρχει το αναγκαίο υπόβαθρο μαρτυρίας για να διαπιστωθεί πότε συμπληρώθηκε η βάση της αγωγής. Επίσης, τα επίδικα δημοσιεύματα δεν αποτελούν έντυπα αλλά πρόκειται για διαδικτυακά δημοσιεύματα τα οποία είναι προσβάσιμα μέχρι και σήμερα. Πρόκειται δηλαδή περί επαναλαμβανόμενου και/ή συνεχιζόμενου αστικού αδικήματος και προκαλείται ζημιά στην Ενάγουσα κατ’ εξακολούθηση.

 

14.      Η εισήγηση ότι η Έκθεση Απαίτησης δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα είναι αόριστη. Εφόσον το δικόγραφο αποκαλύπτει κάποια αιτία αγωγής ή εγείρει κάποιο ζήτημα το οποίο είναι κατάλληλο να αποφασιστεί από Δικαστήριο, έστω και εάν η υπόθεση είναι αδύνατη, δεν αποτελεί λόγο για διαγραφή του. Εάν διαγραφεί η απαίτηση, θα παραβιαστεί το δικαίωμα της Ενάγουσας για πρόσβαση στο Δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει, δεν έχει καταδειχθεί κανένας λόγος που να δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος διαγραφής της αγωγής.

 

15.      Σε σχέση με την αίτηση για ασφάλεια εξόδων, προβάλλεται ότι είναι καταπιεστική και έχει ως σκοπό να καταπνίξει μια γνήσια απαίτηση και/ή να καθυστερήσει και/ή να ανακόψει την ομαλή πορεία της αγωγής. Η Ενάγουσα έχει περιουσιακά στοιχεία, διεξάγει επιχειρηματικές δραστηριότητες και είναι φερέγγυα. Ο διορισμός διαχειριστή παραλήπτη δεν καταδεικνύει έλλειψη οικονομικών πόρων της Ενάγουσας. Ο δε διορισμός του διαχειριστή είναι παράνομος και έχει καταχωριστεί αγωγή για ακύρωση του εν λόγω διορισμού.

 

16.      Η Ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Αργυρώς Μιχαήλ (εφεξής «ΕΔ ΑΜ»). Στην ΕΔ ΑΜ:

 

16.1          Επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης οι οποίοι προβάλλονται στην Ένσταση.

 

16.2          Αναφέρεται ότι η Ενάγουσα έλαβε γνώση των δημοσιεύσεων σε μεταγενέστερη από τη δημοσίευση τους ημερομηνία και στις 22.05.2024 απέστειλε μέσω των δικηγόρων της επιστολή καλώντας την να ανακαλέσει τις δυσφημιστικές δηλώσεις.

 

16.3          Επαναλαμβάνει ότι το αστικό αδίκημα είναι επαναλαμβανόμενο και/ή συνεχόμενο και συνεχίζεται μέχρι και σήμερα.

16.4          Αποδέχεται τον ισχυρισμό ότι η Ενάγουσα είναι υπό διαχείριση ωστόσο αναφέρει πως είναι φερέγγυα, μεταξύ άλλων, επειδή κατέχει ακίνητη ιδιοκτησία η αξία της οποίας υπερβαίνει τα €100.000.000. Ως Τεκμήριο 1 καταθέτει έκθεση εμπειρογνώμονα συμβούλου αφερεγγυότητας ημερομηνίας 13.12.2023 η οποία το επιβεβαιώνει. Η Ενάγουσα κρίθηκε ως φερέγγυα και γι’ αυτό απορρίφθηκε αίτηση για διορισμό εξεταστή από το Ε.Δ. Πάφου στο πλαίσιο της Αίτησης Εταιρειών 64/2023 στις 22.03.2024 (Τεκμήριο 2).

 

16.5          Επιπρόσθετα, η Ενάγουσα ήγειρε αγωγή για την ακύρωση του διορισμού του παραλήπτη διαχειριστή. Επισυνάπτει ως Τεκμήρια 3 και 4 αντίγραφα των αγωγών. Αναφέρεται πως είναι θέμα χρόνου να ακυρωθεί ο διορισμός του διαχειριστή.

 

16.6          Σε κάθε περίπτωση το ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης δυνάμει του οποίου διορίστηκε ο διαχειριστής ανέρχεται σε €20.000.000 ενώ η Ενάγουσα κατέχει ακίνητη περιουσία πενταπλάσιας αξίας.

 

16.7          Δεν έχει στοιχειοθετηθεί με θετική και αξιόπιστη μαρτυρία από τους Εναγόμενους ότι η Ενάγουσα δεν θα είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην πληρωμή των εξόδων σε περίπτωση απόρριψης της απαίτησης της.

 

16.8          Εναντίον της Ενάγουσας δεν υφίσταται καμία εκκαθαρισμένη απαίτηση ούτε και απόφαση σε σχέση με οποιοδήποτε χρέος. Επομένως η Αίτηση είναι καταχρηστική και κακόπιστη με σκοπό την καταπίεση της Ενάγουσας.

 

17.          Οι ευπαίδευτες συνήγοροι των μερών υπέβαλαν στο Δικαστήριο εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις. Τα επιχειρήματα και όλη η μαρτυρία η οποία προσκομίστηκε, αμφοτέρων των πλευρών, εξετάστηκαν σε όλη τους την εμβέλεια από το Δικαστήριο, χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησής τους καθότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης η ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY, Πολ. Εφ. Αρ. 117/2018, 16.032022, ECLI:CY:AD:2022:A113, Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 490)

 

Δ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΣΤΙΣ ΝΟΜΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ

 

Ι. Παραγραφή

 

18.      Ο χρονικός περιορισμός στην άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη κρίθηκε ότι είναι θεμιτός και απαραίτητος ως εργαλείο για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης, του δικαιώματος στη δίκαιη δίκη και της ασφάλειας δικαίου. Υπάρχει έννομο συμφέρον στη δημιουργία ασφάλειας δικαίου και τελεσιδικίας στις διαφορές των διαδίκων.

19.      Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Φοινικαρίδου ν. Οδυσσέως (2001) 1 Α.Α.Δ. 1744 αναφέρθηκε ότι:

 

«[η] γενική αρχή που αναδύεται από τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είναι πως το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο υπόκειται σε θεμιτούς περιορισμούς, ακριβώς για την ορθολογική λειτουργία του προς όλους τους ενδιαφερόμενους στη δικαστική διαδικασία. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κρίνει πως η περίοδος παραγραφής δικαιώματος εξυπηρετεί θεμελιώδεις σκοπούς άρρηκτα συνυφασμένους με τη βεβαιότητα για τα δικαιώματα των ατόμων και αποσκοπεί στην τελεσιδικία της διαφοράς.»

 

20.          Περαιτέρω, ως αναφέρθηκε στην ομιλία - διάλεξη του έντιμου Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Στ. Ναθαναήλ με το θέμα «Παραγραφή» την 31.03.2006 (τότε ήταν Πρόεδρος Επαρχιακού Δικαστηρίου):

 

«Γενικά θεωρείται, και αυτό έχει λάβει κατά καιρούς και την έγκριση των Δικαστηρίων µέσα από σχετικές αποφάσεις, ότι η µη καταχώριση για µεγάλο χρονικό διάστηµα αγωγής δυνατόν να δηµιουργεί αδικία στον εναγόµενο, ο οποίος µπορεί να µην είναι σε θέση στον αποµακρυσµένο αυτό χρόνο να παρουσιάσει τη µαρτυρία που άλλως θα είχε διαθέσιµη προς υπεράσπιση του, ενώ θα µπορούσε η χρονική αυτή αδράνεια να οδηγήσει και στο εύλογο συµπέρασµα ότι ο ενάγων έχει απεµπολήσει το οποιοδήποτε δικαίωµα του. Πρόσθετα, στη φιλοσοφία του δικαίου θεωρείται ότι άτοµα µε καλό και βάσιµο αγώγιµο δικαίωµα θα πρέπει να το προωθούν µε εύλογη επιµέλεια και το ενωρίτερο δυνατό. Αυτό προέρχεται από τις επιταγές του δικαίου της επιείκειας που εκφράζεται και µε το λατινικό αξίωµα: «vigilantibus non dormientibus subvenit aequitas».

 

21.      Όπως αναφέρθηκε στη Νεοφύτου ν. Malak κ.ά., Πολ. Εφ. 118/2012, 21.6.2018, ECLI:CY:AD:2018:A297, ECLI:CY:AD:2018:A297, με αναφορά στη Χατζηστυλλή ν. Papadema κ.ά. (2000) 1 ΑΑΔ 551:

 

 «Το ζήτημα της παραγραφής άπτεται αυτής ταύτης της εξουσίας ή της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου να επιληφθεί μιας υπόθεσης.»

 

22.      Ως προς το πότε θα πρέπει να εξετάζονται ζητήματα παραγραφής, στην Μιχαήλ ν. Ανδρέου, Πολ. Εφ. 229 / 2014, 19.01.2022, ECLI:CY:AD:2022:A17 έχει νομολογηθεί ότι εφόσον «[τ]ο ζήτημα της παραγραφής είχε δεόντως δικογραφηθεί και όλα τα απαραίτητα προς κρίση στοιχεία ήταν ενώπιον του Δικαστηρίου από τα αρχικά στάδια της υπόθεσης…», θα έπρεπε να εξεταστεί κατά προτεραιότητα. Ωστόσο, η παράλειψη αίτησης για εξέταση του ζητήματος κατά προτεραιότητα, δεν ήταν μοιραία προς την κατεύθυνση απόρριψης της εισήγησης περί παραγραφής. Το ζήτημα μπορούσε να εξεταστεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας.

23.      Για σκοπούς εξέτασης του ζητήματος δε, «το ισχύον δίκαιο προσδιορίζεται κατά το χρόνο προώθησης του δικονομικού διαβήματος» (Δημητρίου ν. Δημητρίου (2012) 1(Α) ΑΑΔ 834) και είναι «με αναφορά στο χρόνο καταχώρησης της αγωγής (που) εξετάζεται κατά πόσο η απαίτηση έχει εκ τούτου παραγραφεί» (Όμηρος Χριστοδουλίδης ν Global Capital Securities and Financial Services Ltd (2012) 1 Α.Α.Δ. 636).

 

24.      Το κρίσιμο χρονικό σημείο, τόσο για σκοπούς επιμέτρησης του χρόνου παραγραφής όσο και για καθορισμό του εφαρμοστέου δικαίου είναι η ημέρα καταχώρισης της αγωγής. Είναι σε συνάρτηση με αυτή την ημερομηνία που θα εξεταστεί το κατά πόσον το αγώγιμο δικαίωμα έχει ή όχι παραγραφεί καθώς επίσης και ο χρόνος που παρήλθε από την ημέρα που έλαβε χώρα η κατ' ισχυρισμό πράξη ή παράλειψη από την οποία πηγάζει το αγώγιμο δικαίωμα (ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ ν. LOUIS HOTELS PUBLIC COMPANY LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. 8/2013, 01.10.2019).

 

25.      Σε περίπτωση κατά την οποία κριθεί ότι μια αξίωση έχει παραγραφεί, η διαδικασία αναστέλλεται (Φεσσά κ.ά. ν. Κασάπη (1994) 1 Α.Α.Δ. 337).

 

26.      Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου Παραγραφής «βάση της αγωγής» σημαίνει το σύνολο των γεγονότων που θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμα στο οποίο αφορά η αγωγή. Το άρθρο 3 προνοεί ότι ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να προσμετρά από την συμπλήρωση της βάσης της αγωγής.

 

27.      Σύμφωνα με το άρθρο 6(4) «καμιά αγωγή για δυσφήμηση ή κακόπιστη ψευδολογία (malicious falsehood) δεν εγείρεται μετά την πάροδο ενός έτους από την ημέρα συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής.»

 

28.      Στο σύγγραμμα Duncan and Neill on Defamation and other media and communication claims, έκτη έκδοση, κεφάλαιο 24 αναφέρεται ότι:

 

“Each publication of a libel gives rise to a separate cause of action, and thus the position prior to the Defamation Act 2013 was that each publication of the same statement set time running again for limitation purposes. In Loutchansky v Times Newspapers Ltd (2–5), the newspaper failed to persuade the Court of Appeal, in respect of documents accessible on an internet archive, that 'the date on which the cause of action accrued' should be interpreted to mean solely the date of initial publication. In principle therefore, a person who posted a statement online which readers continued to access was exposed to liability for defamation in perpetuity.”

 

29.          Στην απόφαση του Court of Appeal στην Loutchansky v Times Newspapers Ltd (2–5)  [2001] EWCA Civ 1805, οι Εφεσείοντες  είχαν προωθήσει τη θέση ότι ο χρόνος παραγραφής ξεκινά να προσμετράται από την ημέρα κατά την οποία το δημοσίευμα δημοσιεύεται  / αναρτάται πρώτη φορά στο διαδίκτυο:

 

In other words, the appellants were seeking to contend that a single publication rule should be applied when material which is initially published in hard copy is republished on the internet. In rejecting that contention and holding that the single publication rule (prevalent in many States of the USA) is not applicable in this jurisdiction, the judge relied principally on two authorities, one old and one new: Duke of Brunswick v Harmer (1849) 14 QB 154 and Berezovsky v Forbes [2000] 1 WLR 1004. The appellants submit that he was wrong to do so. This has been called the Internet Single Publication appeal.”

 

30.         Το Δικαστήριο με παραπομπή στις αποφάσεις Duke of Brunswick v Harmer [1849] 14 QB 185 και Godfrey v Demon Internet Limited [2001] QB 201 ανέφερε ότι ο κανόνας ο οποίος εφαρμόζεται είναι ότι κάθε δημοσίευση μπορεί να αποτελέσει ξεχωριστή αιτία αγωγής. Στην Duke of Brunswick δεκαεπτά χρόνια μετά την αρχική δημοσίευση κρίθηκε ότι μπορούσε να εγερθεί αγωγή όταν αγοράστηκε ένα αντίγραφο της εφημερίδας η οποία περιλάμβανε δυσφημιστικά δημοσιεύματα για τον ενάγοντα από αντιπρόσωπο του. Θεωρήθηκε ως διαφορετική δημοσίευση και μπορούσε να εγερθεί ξεχωριστή αγωγή, έστω και αν είχε δημοσιευτεί αρχικά δεκαεπτά έτη προηγουμένως. Έτσι καθιερώθηκε ο κανόνας του κοινοδικαίου γνωστός ως multiple publications rule”.

 

31.         Στην  Godfrey, ανωτέρω, οι εφεσείοντες ήταν παροχείς υπηρεσίας διαδικτύου (internet service providers) οι οποίοι αποθήκευσαν στον διακομιστή τους ένα δημοσίευμα το οποίο θεωρήθηκε δυσφημιστικό. Αναφέρθηκε στη σελ. 208:

 

“In my judgment the defendants, whenever they transmit and whenever there is transmitted from the storage of their news server a defamatory posting, publish that posting to any subscriber to their ISP who accesses the newsgroup containing that posting. Thus every time one of the defendants’ customers accesses soc.culture.thai and sees that posting defamatory of the plaintiff there is a publication to that customer.”

 

32.      Είχε ζητηθεί από τους Εφεσείοντες στην Loutchansky να εφαρμοστεί το “single publication rule”, δηλαδή ο χρόνος παραγραφής να θεωρείται ότι τρέχει από την ημερομηνία του πρώτου δημοσιεύματος. To Court of Appeal εν τέλει έκρινε ότι επρόκειτο για μια ριζοσπαστική αλλαγή από τις αρχές του κοινοδικαίου οι οποίες αντανακλώνται στην Duke of Brunswick και δεν είχε πειστεί ότι έπρεπε να εφαρμόσει το “single publication rule”.

 

 

33.      Επομένως, απέρριψε την έφεση σε σχέση με αυτό το σημείο:

 

The change in the law of defamation for which the appellants contend is a radical one.  In our judgment they have failed to make out their case that such a change is required. The Internet Single Publication appeal is therefore dismissed.”

 

34.      Στην  Αγγλία και Ουαλία θεσπίστηκε το Defamation Act 2013, άρθρο 8 το οποίο ανέτρεψε το multiple publication rule  δηλαδή την θέση ότι η κάθε ξεχωριστή δημοσίευση παρέχει αιτία ξεχωριστής αγωγής αντικαθιστώντας το με το single publication rule δηλαδή με τον κανόνα ότι εάν η μεταγενέστερη δημοσίευση είναι ουσιαστικά η ίδια, έχει σημασία για σκοπούς παραγραφής και υπάρχει αιτία αγωγής μόνο σε σχέση με την πρώτη δημοσίευση. Παρά ταύτα, στην Κύπρο δεν υπάρχει αντίστοιχη πρόνοια.

 

35.      Στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 22η έκδοση, παρ. 22-52, σελ. 1541 αναφέρεται ότι:

 

“It is arguable that the pre Defamation Act 2013 law applied to all publications on a website which were accessible before 1 January 2014 (when the Act came into force)-i.e each time the website was accessed constituted a new publication …”.   

 

36.      Περαιτέρω γίνεται αναφορά στον  κανόνα του κοινοδικαίου βάσει του οποίου κάθε μετάδοση του δημοσιεύματος θεωρείται ξεχωριστή δημοσίευση η οποία δημιουργεί νέα αιτία αγωγής:

 

“At common law, each communication of the material is a separate publication and gives rise to a separate cause of action. It has been held by Strasbourg that it is not an infringement of art. 10 to allow a claimant to sue in respect of an article that remains accessible on a newspaper internet archive outside of the primary limitation period”.

 

37.      Σημειώνω ότι η αναφορά σε νομολογία της ΕΣΔΑ αφορά την προσφυγή της Times (ίδετε Loutchansky v Times Newspapers Ltd (2–5) (ανωτέρω) στο Στρασβούργο.

 

38.      Με βάση το άρθρο 18 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 η δημοσίευση σημαίνει μετάδοση του δυσφημιστικού δημοσιεύματος με οποιοδήποτε μέσο ώστε να περιέλθει σε γνώση ή να ενδέχεται να περιέλθει σε γνώση οποιουδήποτε προσώπου.

 

39.      Από τη στιγμή κατά την οποία οι επίδικές δημοσιεύσεις εξακολουθούν να βρίσκονται αναρτημένες στο διαδίκτυο στην ιστοσελίδα των Εναγόμενων καθώς και στην πλατφόρμα «youtube», αυτό σημαίνει ότι η δημοσίευση ενδεχομένως να συνεχίζεται και ο χρόνος παραγραφής να παρατείνεται με κάθε δημοσίευση.

 

40.      Δεδομένου του ότι τα άρθρα και βίντεο τα οποία περιέχουν τις κατ’ ισχυρισμό δυσφημιστικές δηλώσεις είναι αναρτημένα στο διαδίκτυο όπου το ευρύ κοινό δύναται να έχει πρόσβαση και επομένως να λαμβάνουν χώρα περαιτέρω δημοσιεύσεις, τότε δεν μπορεί, σε αυτό το στάδιο τουλάχιστον, να αποφασιστεί ότι η απαίτηση έχει παραγραφεί.

 

41.      Επομένως, θεωρώ ότι σε αυτό στο στάδιο θα ήταν πρόωρο να κριθεί χωρίς μαρτυρία επί του κατά πόσον η ανάρτηση της δημοσίευσης στο διαδίκτυο μεταδίδεται ώστε να περιέλθει σε γνώση οποιουδήποτε προσώπου, ότι η αιτία αγωγής έχει παραγραφεί δεδομένου του ότι η απαίτηση καταχωρίστηκε περισσότερο από ένα έτος μετά την αρχική δημοσίευση.

 

42.      Κατά συνέπεια, η Αίτηση όσον αφορά το σκέλος το οποίο εδράζεται στην παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος απορρίπτεται.

 

ΙΙ. Μη αποκάλυψη αγώγιμου δικαιώματος

 

43.      Αναφορικά με την εξουσία του Δικαστηρίου για διαγραφή δικογράφου σχετικό είναι το Μέρος 3.3 των ΚΠΔ 2023:

 

«3.3. Εξουσία διαγραφής δικογράφου

 

(1)    Στον παρόντα κανονισμό και στον κανονισμό 3.4, αναφορά σε δικόγραφο περιλαμβάνει αναφορά και σε μέρος δικογράφου.

 

(2)    Το δικαστήριο δύναται να διαγράψει δικόγραφο αν διαπιστώσει ότι:

 

(α) το δικόγραφο δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία έγερσης απαίτησης ή υπεράσπισης·

(β) το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας ή διαφορετικά ενδέχεται να παρεμποδίσει τη δίκαιη διεκπεραίωση της διαδικασίας· ή

(γ) υπήρξε παράλειψη συμμόρφωσης με κανονισμό ή δικαστικό διάταγμα.

 

(3)    Όταν το δικαστήριο διαγράφει δικόγραφο, δύναται να εκδώσει οποιοδήποτε παρεπόμενο διάταγμα θεωρεί κατάλληλο.»

 

44.      Η διαγραφή με βάση το περιεχόμενο των παραγράφων 7 – 9 της ΕΔ ΤΧ ζητείται διότι σύμφωνα με το άρθρο 7 του Κεφ. 148 «[ο]ργαvισμός με voμική προσωπικότητα δεv λαμβάνει αποζημίωση σε σχέση με αστικό αδίκημα εκτός αv εξαιτίας αυτού υπέστη ζημιά» ενώ, εν προκειμένω, μόνο μια γενική και αόριστη αναφορά υπάρχει σε σχέση με ζημιά στην Έκθεση Απαίτησης.

 

45.      Σημειώνω ότι «ζημιά» σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κεφ. 148 «σημαίνει τηv απώλεια ή μείωση ιδιοκτησίας άνεσης, σωματικής ευεξίας, υπόληψης ή άλλη παρόμοια απώλεια ή μείωση.»

 

46.      Πράγματι στην παρ. 13 της Έκθεσης Απαίτησης δικογραφείται ότι οι δυσφημιστικές δημοσιεύσεις προκάλεσαν ζημιά στην Ενάγουσα και συνεχίζουν να προκαλούν ζημιά στην υπόληψη της, το καλό της όνομα και βλάπτουν και/ή επηρεάζουν δυσμενώς «την επαγγελματική και/ή προσωπική ακεραιότητα και/ή αξιοπρέπεια της Ενάγουσας».

 

47.       Σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι δεν δικογραφήθηκε ειδική ζημιά και επομένως η αγωγή θα πρέπει να διαγραφεί παραπέμπω στο σύγγραμμα του Π.Γ. Πολυβίου, Ενοχικό Δίκαιο στο Κοινοδίκαιο και το Κυπριακό Δίκαιο, Το Δίκαιο των Αστικών Αδικημάτων, Δεύτερος Τόμος και στην ανάλυση η οποία λαμβάνει χώρα στις σελ. 720 – 725 σε σχέση με το κατά πόσον νομικά πρόσωπα μπορούν να εγείρουν αγωγή για δυσφήμιση και αν χρειάζεται η απόδειξη ειδικής ζημιάς.

 

48.      Γίνεται αναφορά στις αποφάσεις Jameel v. Wall Street Journal Europe SPRL [2007] 1 A.C. 359, [2006] 4 All ER 1279 και στην Kemsley Newspapers Ltd v. Cyprus Wines & Spirits Co LtdKEO 23 C.L.R. 1 και ο συγγραφέας καταλήγει στο ότι δεν χρειάζεται η εταιρεία να αποδείξει ειδική ζημιά και ότι μια εμπορική εταιρεία «μπορεί να εγείρει αγωγή για δυσφήμιση σε σχέση με δημοσιεύματα που έχουν ως στόχο τις δραστηριότητες και την εύνοιά της, με βάση τις καθιερωμένες αρχές που ισχύουν και για τα φυσικά πρόσωπα».

 

49.      Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω και το σχετικό απόσπασμα από την Jameel από την απόφαση του Λόρδου Bingham:

 

Should the corporation be entitled to sue in its own right only if it can prove financial loss? I do not think so, for two main reasons.

 

First, the good name of a company, as that of an individual, is a thing of value. A damaging libel may lower its standing in the eyes of the public and even its own staff, make people less ready to deal with it, less willing or less proud to work for it. If this were not so, corporations would not go to the lengths they do to protect and burnish their corporate images. I find nothing repugnant in the notion that this is a value which the law should protect. Nor do I think it an adequate answer that the corporation can itself seek to answer the defamatory statement by press release or public statement, since protestations of innocence by the impugned party necessarily carry less weight with the public than the prompt issue of proceedings which culminate in a favourable verdict by judge or jury. Secondly, I do not accept that a publication, if truly damaging to a corporation's commercial reputation, will result in provable financial loss, since the more prompt and public a company's issue of proceedings, and the more diligent its pursuit of a claim, the less the chance that financial loss will actually accrue.

 

I do not on balance consider that the existing rule should be changed, provided always that where a trading corporation has suffered no actual financial loss any damages awarded should be kept strictly within modest bounds.”

 

50.      Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι το δικόγραφο της Ενάγουσας δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία έγερσης απαίτησης δεδομένου του ότι έχει τεθεί στην Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας ότι εξαιτίας της δημοσίευσης υπέστη ζημιά.

 

51.      Κατ’ ακολουθία των όσων προαναφέρθηκαν και αυτό το σκέλος της Αίτησης υπόκειται σε απόρριψη.

 

ΙΙΙ. Ασφάλεια εξόδων

 

52.      Εν προκειμένω τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113, ως έχει τροποποιηθεί, καθότι πρόκειται περί νομικού προσώπου με έδρα την Κύπρο (F.N. & A.G. Developers Ltd v. Bieman Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 208 / 2023, 28.04.2025).

 

53.       Το άρθρο 382 του Κεφ. 113 προνοεί τα ακόλουθα:

 

« Όταν εταιρεία είναι ενάγουσα σε οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νομική διαδικασία, κάθε δικαστής που έχει δικαιοδοσία στο θέμα δύναται, αν φαίνεται με αξιόπιστη μαρτυρία ότι υπάρχει λόγος να πιστεύει ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα έξοδα του εναγομένου αν αυτός επιτύχει στην υπεράσπιση του, να ζητήσει να δοθεί ικανοποιητική εγγύηση για τα έξοδα εκείνα, και δύναται να αναστείλει όλες τις διαδικασίες μέχρι να δοθεί η εγγύηση.»

 

54.      Κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου πρέπει να εξισορροπούνται τρεις παράγοντεςπάντοτε επί τη βάσει των περιστατικών της κάθε υπόθεσης:

 

(α) η οικονομική αδυναμία της εταιρείας,

 

(β) η εύλογη ανησυχία του αντιδίκου της ότι στην περίπτωση που επιτύχει στην υπεράσπισή του δεν θα επανακτήσει τα έξοδα του και,

 

(γ) το δικαίωμα πρόσβασης κάθε φυσικού και νοµικού προσώπου στο Δικαστήριο.

 

55.      Θα πρέπει εν πρώτοις να καταδειχθεί ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα έξοδα του Εναγόμενου σε περίπτωση επιτυχίας της υπεράσπισης του.

 

 

56.      Στην απόφαση Λεωνίδας Κίμωνος, ως εκκαθαριστής της Blue Seal Shoes Ltd v. Χρ. Ιωάννου & Υιοί (Υποδήματα) Λτδ (2015) 1(Α) Α.Α.Δ. 147, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Ως προς το ουσιαστικό μέρος της αίτησης, αν δηλαδή η εφεσείουσα εταιρεία είναι ικανή ή όχι να πληρώσει τα έξοδα της εφεσίβλητης σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης, όντως το Άρθρο 382* του περί Εταιρειών Νόμου προβλέπει πως η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να διατάξει την παροχή ασφάλειας εξόδων προϋποθέτει ότι ο αιτητής έχει αποσείσει το βάρος των ισχυρισμών του περί αφερεγγυότητας της εταιρείας με αξιόπιστη μαρτυρία. Στην υπό κρίση όμως περίπτωση η εφεσείουσα εταιρεία τελεί υπό εκκαθάριση και το γεγονός αυτό αποτελεί prima facie μαρτυρία ότι αδυνατεί να καταβάλει τα έξοδα, εκτός αν δοθεί προς το αντίθετο σχετική μαρτυρία (βλ. Genemp Trading Ltd (ανωτέρωη οποία παραπέμπει στην Northhampton Goal, Iron & Waggon Co. v. Midland Wagon Co. [1878] 7 Ch.D. 500). Tο βάρος επομένως απόδειξης ότι η εφεσείουσα εταιρεία έχει τη δυνατότητα να καταβάλει τα έξοδα της εφεσίβλητης σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης μετήλθε σ' αυτή...»

 

57.      Έχει νομολογηθεί ότι στην περίπτωση που μια εταιρεία είναι υπό εκκαθάριση, το γεγονός αυτό από μόνο του εγείρει εκ πρώτης όψεως αφερεγγυότητα και αδυναμία της να καταβάλει τα έξοδα της αίτησης.

 

58.      Εάν η εταιρεία είναι υπό διαχείριση όπως στην παρούσα περίπτωση η θέση είναι η ίδια. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η εκδ., Vol. 37, παρά301, στην σελίδα 229, στην υποσημείωση 2 αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με εταιρεία στην οποία έχει διοριστεί Παραλήπτης - Διαχειριστής :

 

Τhe position appears to be the same if a receiver is appointed, but not merely if a debenture charging all its assets is issued.

 

59.      Εν προκειμένω είναι παραδεκτό ότι η Καθ’ ης η Αίτηση βρίσκεται υπό διαχείριση. Μάλιστα προβλήθηκε ο ισχυρισμός και κατατέθηκαν ως τεκμήρια οι αγωγές οι οποίες αποσκοπούν, μεταξύ άλλων, στην ακύρωση του διορισμού του διαχειριστή παραλήπτη.

 

60.      Ταυτόχρονα διαπιστώνεται ότι ουδεμία αξιόπιστη μαρτυρία δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου η οποία να δείχνει ότι υπάρχει ικανότητα από μέρους της Καθ’ ης η Αίτηση να πληρώσει τα έξοδα της διαδικασίας σε περίπτωση επιτυχίας της υπεράσπισης της Αιτήτριας.

 

61.      Έχει η Ενάγουσα προσκομίσει επαρκή στοιχεία τα οποία να δείχνουν πως θα είναι σε θέση να καταβάλει τα έξοδα των Εναγόμενων σε περίπτωση αποτυχίας της αγωγής;  Δεν παρουσιάστηκε οποιοδήποτε στοιχείο για περιουσία ικανή προς τον σκοπό πληρωμής των εξόδων που είναι πιθανό να επιδικαστούν προς όφελος των Αιτητών.

 

62.      Η παραπομπή στην απόφαση στο πλαίσιο της Εταιρικής Αίτησης 64 / 2023, ημερ. 22.03.2024 προκαλεί σύγχυση και προβληματισμό (Τεκμήριο 2 ΕΔ ΑΜ). Η Καθ’ ης η Αίτηση αποτάθηκε στο Δικαστήριο ζητώντας τον διορισμό εξεταστή επικαλούμενη το ότι τελεί σε αφερεγγυότητα ή υφίσταται πιθανότητα αφερεγγυότητας. Το Δικαστήριο σχολίασε τις αλληλοσυγκρουόμενες εκδοχές τις οποίες προωθούσε η Καθ’ ης η Αίτηση. Αφενός, προωθούσε το ότι τελούσαν σε καθεστώς αφερεγγυότητας και αδυνατούν να πληρώσουν τα χρέη τους και αφετέρου αμφισβητούσαν τα εν λόγω χρέη, ενίοτε και με προβολή ισχυρισμών περί δόλου, απάτης και βαριάς αμέλειας. Συνεπώς,  κατέληξε στο ότι δεν προκύπτει η αναγκαιότητα διορισμού εξεταστή και ότι η αίτηση δεν καταχωρίστηκε καλόπιστα. Μάλιστα, το Δικαστήριο σχολιάζει ότι ο σκοπός της αίτησης ήταν η παρεμπόδιση του παραλήπτη διαχειριστή να εκτελέσει τα καθήκοντα του.

 

63.      Στην δε έκθεση του κ. Θρασυβούλου (Τεκμήριο 1 ΕΔ ΑΜ) αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι η Εταιρεία όφειλε προς την Alpha Bank ένα ποσό γύρω στα €370.000.000, έλαβε χώρα συμφωνία αναδιάρθρωσης η οποία εν τέλει ναυάγησε οδηγώντας την Ενάγουσα σε παράλυση λόγω έλλειψης ρευστότητας. Το 2018 υπογράφηκε νέα συμφωνία αναδιάρθρωσης η οποία όμως αμφισβητείται, μεταξύ άλλων λόγω πλαστογραφίας και η οποία επίσης τερματίστηκε από την τράπεζα.  

 

64.      Αναφέρει επίσης ότι η Ενάγουσα έχει τεράστιες προοπτικές επιβίωσης ως δρώσα οικονομική μονάδα δεδομένου του ότι προτίθεται να αποπληρώσει τα χρέη της με χρηματοδότηση που θα λάβει από «τον προτεινόμενο επενδυτή».  Αφετέρου στην σελ. 14 αναφέρεται πως η εταιρεία είναι αφερέγγυα. Αναφέρεται ότι ο όμιλος Παναρέτη κατέχει ακίνητη περιουσία, δεν δίδονται όμως οι απαραίτητες λεπτομέρειες. Δεν προσκομίζονται τίτλοι ιδιοκτησίας, ή σχετική έρευνα του κτηματολογίου και δεν παρουσιάζονται απτά στοιχεία τα οποία να καταδεικνύουν τη φερεγγυότητα της Ενάγουσας, παρά μόνο ορισμένες θεωρίες και υπολογισμοί με βάση τους οποίους η εταιρεία θα καταστεί φερέγγυα στο μέλλον εάν διοριστεί εξεταστής (κάτι το οποίο όπως προαναφέρθηκε απορρίφθηκε από το Δικαστήριο). Η δε έκθεση φέρει ημερομηνία 13.12.2023. Περαιτέρω, δεν παρουσιάστηκαν ούτε οι τελευταίοι εξελεγμένοι λογαριασμοί.

 

65.      Επομένως, κρίνω ότι δεν δόθηκε επαρκής μαρτυρία ικανή να ανατρέψει το τεκμήριο το οποίο δημιουργήθηκε ενόψει του καθεστώτος της Ενάγουσας ως εταιρεία υπό διαχείριση ότι θα είναι ικανή να πληρώσει τα έξοδα της διαδικασίας σε περίπτωση κατά την οποία κληθεί να το πράξει.

 

66.      Αντιθέτως, παρουσιάστηκε μαρτυρία η οποία θα μπορούσε να λεχθεί ότι δυσχεραίνει τη θέση της Ενάγουσας. Η Έκθεση η οποία παρουσιάστηκε αναφέρεται στο παρελθόν και δεν προσκομίστηκε κανένα στοιχείο σε σχέση με τη σημερινή κατάσταση της Ενάγουσας.

67.      Σημειώνω ότι στην ΕΔ ΑΜ γίνεται αναφορά ότι ο παραλήπτης διαχειριστής της Ενάγουσας δεν ενδιαφέρεται να προωθήσει την παρούσα απαίτηση κάτι το οποίο επίσης δεν βοηθά την Ενάγουσα (παρ. 11.3, ΕΔ ΑΜ).

 

68.      Αναφέρεται σε αυτό το σημείο ότι η Αίτηση έχει υποβληθεί στα αρχικά στάδια της διαδικασίας και δεν τίθεται ζήτημα καθυστέρησης. Όσον αφορά τη δύναμη της υπόθεσης, είναι ένας παράγοντας εξ αυτών οι οποίοι συγκαταλέγονται στα ευρύτερα κριτήρια για την παροχή ασφάλειας εξόδων. Στο παρόν στάδιο θεωρώ ότι θα ήταν πρόωρο να εξετάσω εις βάθος τη δύναμη της υπόθεσης καίτοι υπάρχουν ενδείξεις ότι η υπόθεση δεν είναι αδύναμη. Επίσης, δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία η οποία να δημιουργεί την υπόνοια κατάχρησης ή κακοπιστίας στην προώθηση της υπόθεσης.

 

69.      Εν πάση περιπτώσει, το θέμα δεν τελειώνει εδώ. Όπως αναφέρθηκε στην  Λεωνίδας Κίμωνος, ως εκκαθαριστής της Blue Seal Shoes Ltd, ανωτέρω:

 

«Κατ' ακολουθία των πιο πάνω ό,τι παρέμεινε προς εξέταση είναι ο τελευταίος λόγος ένστασης, σύμφωνα με τον οποίο αποδοχή της αίτησης θα στερήσει την εφεσείουσα από το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο.

 

Το ζήτημα εξετάστηκε σε βάθος στην Επίσημος Παραλήπτης ν. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου Λτδ (Αρ. 2) (2005) 1 Α.Α.Δ. 1446 με αναφορά στα Άρθρα 30.2 του Συντάγματος και 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών, ως και με την ανασκόπηση της μέχρι τότε διαμορφωθείσας κυπριακής, αγγλικής και ευρωπαϊκής νομολογίας. Ό,τι προκύπτει σχετικά είναι ότι ναι μεν ο Νόμος δίδει δυνατότητα έκδοσης διαταγής για εξασφάλιση εξόδων εναντίον αφερέγγυας εταιρείας, αλλά κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου πρέπει να εξισορροπούνται τρεις παράγοντες. Ο πρώτος, η οικονομική αδυναμία της εταιρείας, ο δεύτερος, η εύλογη ανησυχία του αντιδίκου της ότι στην περίπτωση που επιτύχει στην υπεράσπισή του δεν θα επανακτήσει τα έξοδά του και, ο τρίτος, το δικαίωμα πρόσβασης κάθε φυσικού και νομικού προσώπου στο Δικαστήριο. Και αυτό πάντοτε στη βάση των περιστατικών της κάθε υπόθεσης, διαφορετικά δεν θα μπορούσε να γίνει λόγος για διακριτική ευχέρεια. Στο ίδιο πνεύμα κινείται και η Genemp Trading Ltd (ανωτέρω), όπου επισημάνθηκε ότι «Το ζητούμενο σε κάθε περίπτωση είναι κατά πόσο η παροχή ασφάλειας εξόδων είναι αντικειμενικά δικαιολογημένη έχοντας υπόψη όλες τις συνθήκες, καθώς και το πιθανό βάρος επί των ώμων του διαδίκου που θα διαταχθεί να καταβάλει αυτή την ασφάλεια».

 

70.      Εν προκειμένω, τέθηκε ο ισχυρισμός ότι η Αίτηση είναι καταχρηστική διότι αποσκοπεί στην κατάπνιξη μιας γνήσιας απαίτησης και απολήγει στην αποστέρηση του δικαιώματος της Ενάγουσας να προωθήσει την υπόθεση της.

71.      Θεωρώ ότι οι θέσεις τις οποίες προβάλλει η Ενάγουσα είναι αντιφατικές. Αφενός αναφέρει ότι είναι φερέγγυα, κατέχει ακίνητη περιουσία τεράστιας αξίας και αφετέρου ότι η Αίτηση όσον αφορά την ασφάλεια εξόδων εμποδίζει την πρόσβαση της στη δικαιοσύνη και στο Δικαστήριο, παραβιάζει δηλαδή τα Συνταγματικά της Δικαιώματα σε δίκαιη δίκη.

 

72.      Το βάρος απόδειξης ότι η έκδοση διατάγματος ασφάλειας εξόδων θα αποστερήσει στην Ενάγουσα το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο το φέρει η Ενάγουσα (Τάσος Φωκάς Επιπλώσεις Λτδ ν. Lois Builders Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. 424 / 2019, 08.07.2025).

 

73.      Το ίδιο σημείο επισημάνθηκε και αναλύθηκε από την έντιμη Δικαστή του Εφετείου κα Στυλιανίδου στην απόφαση της στην Stoba Trading Ltd κ.ά. ν. South Automobile Group LLC κ.ά., Πολιτική Έφεση αρ. Ε233 / 2019, 31.01.2025:

 

«Αναφέρεται επίσης,  ρητώς, ότι οι εφεσείουσες μπορούν να αποπληρώσουν τυχόν διαταγή για έξοδα που θα εκδώσει το πρωτόδικο Δικαστήριο στην παρούσα έφεση. Αν και όπως έχει επισημανθεί ανωτέρω η ως άνω δήλωση, εκ της γενικότητας της, δεν είναι αρκετή για να αποσείσει το βάρος που έχει στους ώμους της η εφεσείουσα 1 αναφορικά με τη φερεγγυότητά της, εντούτοις, καταρρίπτει τη θέση αμφότερων των εφεσειουσών ότι η έγκριση της αίτησης θα επιφέρει τη στέρηση του εν λόγω δικαιώματος τους για τον εξής λόγο: Αφενός υποστηρίζεται στην ένορκη δήλωση ότι οι εφεσείουσες είναι σε θέση να αποπληρώσουν τα έξοδα, ενώ αφετέρου υπονοείται ότι δεν είναι σε θέση να παράσχουν ασφάλεια εξόδων. Οι δύο δηλώσεις, κατά την άποψή μου, αντιφάσκουν και δεν αποτελούν επαρκή μαρτυρία προς υποστήριξη της σχετικής ένστασης, η οποία ως εκ τούτου απορρίπτεται.»

 

74.      Η Ενάγουσα δεν απέσεισε το βάρος ότι αν διαταχθεί η παροχή ασφάλειας εξόδων θα εμποδιστεί η πρόσβαση της στο Δικαστήριο.

 

75.       Η Αίτηση στο μέτρο κατά το οποίο αφορά την παροχή ασφάλειας εξόδων πρέπει να πετύχει.

 

76.      Έχει επισυναφθεί προσχέδιο καταλόγου εξόδων ως τεκμήριο στην ΕΔ ΤΧ κάτι το οποίο με βάση τη σχετική νομολογία αποτελεί καλή πρακτική η οποία παρέχει βοήθεια στο Δικαστήριο. Με βάση ένα προκαταρκτικό υπολογισμό τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας ανέρχονται στο ποσό των €5.000. Έχω εξετάσει τον κατάλογο και θεωρώ ότι το ποσό το οποίο ζητείται είναι λογικό υπό τις περιστάσεις.  

 

 

 

 

 

Ε. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

 

77.      Συνεπακόλουθα, εκδίδεται διάταγμα δια του οποίου να διατάσσεται η Ενάγουσα  να παράσχει ασφάλεια εξόδων για τα έξοδα των Εναγόμενων εντός 60 ημερών από σήμερα για το ποσό των €5.000 είτε δια της κατάθεσης του ποσού σε μετρητά, είτε δια της παράδοσης στον Πρωτοκολλητή ανέκκλητης τραπεζικής εγγύησης από οποιαδήποτε τράπεζα διεξάγει εργασίες στην Κύπρο για το εν λόγω ποσό, προς όφελος των Εναγομένων.

 

78.      Κάθε περαιτέρω διαδικασία στην παρούσα απαίτηση αναστέλλεται μέχρι την ημερομηνία κατάθεσης της ως άνω ασφάλειας.

 

79.      Σε περίπτωση κατά την οποία η πιο πάνω ασφάλεια εξόδων στο ως άνω ποσό δεν κατατεθεί εντός του ορισθέντος χρόνου των 60 ημερών, τότε η απαίτηση θα θεωρείται ότι έχει εγκαταλειφθεί και θα υπόκειται αυτομάτως σε απόρριψη.

 

80.      Σε σχέση με τα έξοδα της Αίτησης, οι Εναγόμενοι / Αιτητές δικαιούνται  στα έξοδα της Αίτησης μειωμένα όμως κατά το ήμισυ.  Οι συνήγοροι να υποβάλουν κατάλογο εξόδων για να λάβει χώρα συνοπτικός υπολογισμός με βάση το Μέρος 39.7 των ΚΠΔ 2023 εντός 10 ημερών από σήμερα. 

 

 

 

Υπ. _________________

Χ. Σατσιάς Ε. Δ.

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο