ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Μιχάλη Γ. Λοΐζου, Α. Ε. Δ.
Αγωγή με αρ.: 5890/2015.
Μεταξύ:
ΠΡΟΚΟΠΗΣ ΠΕΤΡΗ
Ενάγοντα
-και-
1. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
2. ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
Εναγόμενων
-------------------
Ημερομηνία: 14/07/2026.
Εμφανίσεις:
Για την Ενάγουσα: κα Ανδριάνα Κλαΐόη εκ μέρους της TTC Temple Court Chambers.
Για την Εναγόμενη 1: κ. Σωκράτης Κόκκινος εκ μέρους της Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε.
---------------------
ΑΠΟΦΑΣΗ
I.
Εισαγωγικά.
Η παρούσα αγωγή αφορά αξιώσεις του Ενάγοντος για διάφορες θεραπείες, περιλαμβανομένων αποζημιώσεων, οι οποίες απορρέουν από την εκ μέρους του απόκτηση μετατρέψιμων χρεογράφων της Εναγομένης 1 κατά το έτος 2008 και, ακολούθως, μετατρέψιμων αξιογράφων κεφαλαίου κατά το έτος 2009, καθώς και από τις συνέπειες που επήλθαν επί των εν λόγω αξιών στο πλαίσιο των μέτρων εξυγίανσης της Εναγομένης 1 το έτος 2013.
ΙΙ.
Η υπόθεση των διαδίκων.
Οι ισχυρισμοί του Ενάγοντος.
Ειδικότερα, ο Ενάγων προβάλλει στην έκθεση απαίτησής του τους ακόλουθους ισχυρισμούς.
Προβάλλει ότι η Εναγόμενη 1 αποτελεί αδειοδοτημένο τραπεζικό οργανισμό που δραστηριοποιείται στην Δημοκρατία, παρέχοντας τραπεζικές και επενδυτικές υπηρεσίες. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο διατηρούσε τραπεζική σχέση με την Εναγόμενη 1, στην οποία τηρούσε διάφορους τραπεζικούς λογαριασμούς και καταθέσεις συνολικού ύψους άνω των €105.000.
Προβάλλει περαιτέρω ότι, περί τον Μάιο του 2008, η Εναγόμενη 1 εξέδωσε ενημερωτικό δελτίο αναφορικά με προσφορά εγγραφής σε μετατρέψιμα χρεόγραφα. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι κατά τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο 2008 εξουσιοδοτημένοι υπάλληλοι ή/και αντιπρόσωποι της Εναγόμενης 1 επικοινώνησαν και συναντήθηκαν μαζί του, προτείνοντάς του ή και συμβουλεύοντας τον να επενδύσει μέρος των καταθέσεών του στο εν λόγω επενδυτικό προϊόν. Ειδικότερα, προβάλλει ότι του συστήθηκε η μετατροπή ποσού €84.865 σε 84.865 μετατρέψιμα χρεόγραφα ονομαστικής αξίας €1 έκαστο. Ισχυρίζεται ότι, βασιζόμενος στις συμβουλές και καθοδήγηση που έλαβε από την Εναγόμενη 1, συναίνεσε στην προτεινόμενη επένδυση και υπέβαλε αίτηση για μετατροπή ποσού €84.865 σε μετατρέψιμα χρεόγραφα. Περαιτέρω, προβάλλει ότι περί την 30/07/2008 ενημερώθηκε γραπτώς από την Εναγόμενη 1 ότι η αίτησή του είχε εγκριθεί και ότι του παραχωρήθηκαν 84.865 μετατρέψιμα χρεόγραφα ονομαστικής αξίας €1 έκαστο. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, κατά την ίδια περίοδο οι καταθέσεις του μετατράπηκαν, μέσω της απόκτησης των εν λόγω μετατρέψιμων χρεογράφων, σε χρεόγραφα.
Ισχυρίζεται ότι, περί τον Απρίλιο του 2009, η Εναγόμενη 1 εξέδωσε και δημοσίευσε σειρά ενημερωτικών δελτίων αναφορικά με την έκδοση και εγγραφή σε μετατρέψιμα αξιόγραφα κεφαλαίου, παρέχοντας δικαιώματα προτεραιότητας συμμετοχής στους υφιστάμενους μετόχους της. Κατά ή περί το τέλος Απριλίου 2009, εξουσιοδοτημένοι υπάλληλοι και αντιπρόσωποι της Εναγόμενης 1 επικοινώνησαν και συναντήθηκαν μαζί του και, στο πλαίσιο προώθησης του πιο πάνω επενδυτικού σχεδίου, του πρότειναν και τον συμβούλεψαν να μετατρέψει τις καταθέσεις του και/ή τα ήδη κατεχόμενα επίδικα χρεόγραφα ονομαστικής αξίας €84.865, σε μετατρέψιμα αξιόγραφα κεφαλαίου. Ισχυρίζεται ότι, βασιζόμενος στις συμβουλές και καθοδήγηση της Εναγόμενης 1, υπέβαλε αίτηση για τη μετατροπή των επίδικων χρεογράφων που ήδη κατείχε, καθώς και επιπρόσθετου ποσού €15.461, σε μετατρέψιμα αξιόγραφα κεφαλαίου. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι περί την 30/04/2009 ή μέχρι τον Ιούνιο 2009 ενημερώθηκε γραπτώς από την Εναγόμενη 1 ότι η αίτησή του είχε εγκριθεί και ότι του παραχωρήθηκαν συνολικά 100.326 μετατρέψιμα αξιόγραφα κεφαλαίου ονομαστικής αξίας €1 έκαστο. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, κατά τον ίδιο χρόνο το πιο πάνω ποσό κατάθεσης του και τα ήδη κατεχόμενα επίδικα χρεόγραφα, μαζί συνολικής αξίας €100.326, μετατράπηκαν σε μετατρέψιμα αξιόγραφα κεφαλαίου, με αποτέλεσμα να αποκτήσει τα επίδικα αξιόγραφα.
Προβάλλει ότι, περί την 10/08/2012, υπέβαλε προς την Εναγόμενη 1 γραπτό παράπονο αναφορικά με την επένδυση και τη μετατροπή των καταθέσεών του στα επίδικα αξιόγραφα, διαμαρτυρόμενος για την κατά τον ισχυρισμό του άσκηση πίεσης εκ μέρους της και για τις αμελείς συμβουλές που έλαβε από υπαλλήλους της ως προς τη συμμετοχή του σε επενδυτικά προϊόντα μετατρέψιμων αξιόγραφων ενισχυμένου κεφαλαίου.
Ισχυρίζεται ότι, περί την 08/08/2013, η Εναγόμενη 1 τον ενημέρωσε ότι κατ’ εφαρμογή των διατάξεων διατάγματος της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ως Αρχής Εξυγίανσης ημερομηνίας 29/03/2013, το σύνολο των επίδικων αξιογράφων του μετατράπηκε υποχρεωτικά σε μετοχές. Ειδικότερα, προβάλλεται ότι τα εν λόγω επίδικα αξιόγραφα μετατράπηκαν αρχικά σε 33.690 μετοχές τάξεως Δ, με ταυτόχρονη μείωση της ονομαστικής αξίας τους από €1,00 σε €0,01 ανά μετοχή, ενώ στη συνέχεια, κατά την ίδια χρονιά, κατόπιν τροποποιητικού διατάγματος, οι μετοχές τάξεως Δ μετατράπηκαν σε 1.340 συνήθεις μετοχές ονομαστικής αξίας €1,00 εκάστη. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι το συνολικό ποσό των €100.326, που αντιστοιχούσε στα επίδικα αξιόγραφα του, μετατράπηκε στο πλαίσιο της εξυγίανσης στις ως άνω 1.340 συνήθεις μετοχές.
Ως εκ των ανωτέρω, ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη 1, δια των υπαλλήλων και αντιπροσώπων της, προέβη σε ψευδείς παραστάσεις και/ή παραπλανητική συμπεριφορά και εσκεμμένη μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων και/ή σε επαγγελματική αμέλεια και παραβίαση νόμιμων και επαγγελματικών καθηκόντων, με αποτέλεσμα να υποστεί οικονομική ζημία, για την οποία η Εναγόμενη 1 υπέχει υποχρέωση αποζημίωσής του. Ειδικότερα, προβάλλει ότι η ζημία που υπέστη ανέρχεται στο ποσό των €100.326 πλέον τόκων και, επιπροσθέτως, ότι η συνολική οικονομική του απώλεια υπερβαίνει τις €200.000.
Ειδικότερα, ως λεπτομέρειες επαγγελματικής αμέλειας και παραβίασης νόμιμων και επαγγελματικών καθηκόντων της Εναγόμενης 1 προβάλλονται τα ακόλουθα. Ότι η Εναγόμενη 1:
(α) ενήργησε χωρίς τη δέουσα μέριμνα για την προστασία των συμφερόντων του και κατά παράβαση σχετικών οδηγιών και/ή εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου περί επαγγελματικής συμπεριφοράς τραπεζών·
(β) του παρείχε επενδυτικές συμβουλές, αποτρέποντάς τον από την αναζήτηση ανεξάρτητης επενδυτικής καθοδήγησης·
(γ) παρέλειψε να διενεργήσει τον απαιτούμενο έλεγχο καταλληλότητας και/ή συμβατότητας αναφορικά με το επενδυτικό του προφίλ, τις γνώσεις, την πείρα και την ανοχή κινδύνου του ως ιδιώτη καταναλωτή·
(δ) τον συμβούλεψε και τον ώθησε, ασκώντας πίεση, να συμμετάσχει σε επενδυτικά προϊόντα αυξημένου κινδύνου με πρωτεύοντα σκοπό την προώθηση/πώληση των προϊόντων αυτών, χωρίς να συνεκτιμήσει τους επενδυτικούς του στόχους και την οικονομική του δυνατότητα ανάληψης κινδύνου·
(ε) παραβίασε αρχές δεοντολογίας και δεν επέδειξε τη δέουσα επιμέλεια κατά την έκδοση και δημοσίευση ενημερωτικών δελτίων·
(στ) εξέδωσε και/ή δημοσίευσε παραπλανητικά ή ανακριβή ενημερωτικά δελτία και προώθησε την πώληση των επίδικων αξιόγραφων χωρίς τη δέουσα επιμέλεια·
(ζ) παρέλειψε να του παράσχει επαρκή, σαφή και κατανοητή πληροφόρηση για τη φύση και τους κινδύνους των επίδικων αξιόγραφων και να τον παραπέμψει δεόντως στα σχετικά ενημερωτικά δελτία·
(η) δεν τον καθοδήγησε επαρκώς ούτε τον προειδοποίησε για τους ουσιώδεις επενδυτικούς κινδύνους, παρά την ιδιότητά της ως ειδικού·
(θ) δεν συμμορφώθηκε με την τραπεζική δεοντολογία και το εφαρμοστέο νομικό και κανονιστικό και/ή ευρωπαϊκό πλαίσιο προστασίας του καταναλωτή, αναθέτοντας την παροχή επενδυτικών συμβουλών σε πρόσωπα που δεν ήταν επαρκώς καταρτισμένα και/ή πιστοποιημένα·
(ι) τον παραπλάνησε και/ή τον παραπληροφόρησε, αποκρύπτοντας ή υποβαθμίζοντας τους κινδύνους και προβάλλοντας υπέρμετρα τα ωφελήματα των επενδύσεων (συμπεριλαμβανομένης της φερόμενης ασφάλειας, απόδοσης και δυνατότητας δανειοδότησης βάσει της αξίας των επίδικων αξιόγραφων)·
(κ) παρουσίασε τα επίδικα αξιόγραφα ως καταθετικό προϊόν και όχι ως επενδυτικό προϊόν·
(λ) τον παρότρυνε να υπογράψει αιτήσεις χωρίς να του παρασχεθεί επαρκής χρόνος για ελεύθερη και ενημερωμένη λήψη απόφασης·
(μ) του παρείχε διαβεβαιώσεις περί ασφάλειας των συγκεκριμένων προϊόντων, παρά τις ανησυχίες του·
(ν) ενήργησε κατά παράβαση των οδηγιών του· και
(ξ) εν γένει δεν επέδειξε τη δέουσα φροντίδα και επιμέλεια κατά την άσκηση των τραπεζικών της εργασιών, κατά παράβαση των νόμιμων δικαιωμάτων του.
Ισχυρίζεται, περαιτέρω και/ή διαζευκτικά ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, η Εναγόμενη 1, δια των υπαλλήλων και αντιπροσώπων της, άσκησε παράνομο και ανεπίτρεπτο επηρεασμό επί του ιδίου, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στην υποβολή και υπογραφή αιτήσεων για αγορά των επίδικων χρεογράφων και αξιογράφων και να ωθηθεί σε συμμετοχή σε επενδυτικά προϊόντα αυξημένου κινδύνου. Περαιτέρω, προβάλλει ότι, λόγω της σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ τράπεζας και πελάτη, η Εναγόμενη 1 υπείχε καθήκον επιμέλειας και υποχρέωση προστασίας του από ακατάλληλες ή υψηλού κινδύνου επενδύσεις, το οποίο, κατά τον ισχυρισμό του, παραβιάστηκε.
Πιο συγκεκριμένα, ως λεπτομέρειες ανεπίτρεπτου επηρεασμού της Εναγόμενης 1 μέσω των υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων της προβάλλει τα ακόλουθα:
(α) στοχευμένη προσέγγιση υφιστάμενων καταθετών και/ή κατόχων των επίδικων χρεογράφων και παρουσίαση των επίδικων αξιογράφων ως ιδιαιτέρως επικερδών προϊόντων, όπως, κατά τους ισχυρισμούς του, συνέβη και στην περίπτωσή του, με εκμετάλλευση της άγνοιάς του·
(β) σύσταση των προϊόντων ως κατάλληλων αποκτήσεων, χωρίς ορθή και αντικειμενική συμβουλή·
(γ) μονομερής προβολή των πλεονεκτημάτων και υποβάθμιση των κινδύνων κατά την παροχή πληροφόρησης·
(δ) χρήση υψηλότερου και σταθερού επιτοκίου έναντι καταθετικών προϊόντων ως μέσου προσέλκυσης κεφαλαίων εις βάρος των συμφερόντων του·
(ε) παροχή οικονομικών κινήτρων, περιλαμβανομένης της μη επιβολής εξόδων πρόωρης εξόφλησης και/ή μετατροπής, για τη διευκόλυνση της μετακίνησης καταθέσεων στα επίδικα αξιόγραφα·
(στ) επηρεασμός της ελεύθερης βούλησής του με διαβεβαιώσεις περί δυνατότητας μερικής ανάληψης χωρίς απώλεια επιτοκίου και περί ευνοϊκής απόδοσης των κεφαλαίων μέχρι την έκδοση των επίδικων αξιόγραφων·
(ζ) παροχή διαβεβαιώσεων περί δυνατότητας χορήγησης ισόποσου δανείου με ευνοϊκούς όρους έναντι εξασφάλισης με τα επίδικα αξιόγραφα· και
(η) εκμετάλλευση της έλλειψης επενδυτικών γνώσεων και των οικονομικών του αναγκών, με κατάχρηση της σχέσης πελάτη ─ τραπεζίτη, στο πλαίσιο οργανωμένου και παραπλανητικού σχεδίου προώθησης των προϊόντων, που τον οδήγησε στην αγορά των επίδικων αξιόγραφων.
Προβάλλει, περαιτέρω και/ή διαζευκτικά ότι, η Εναγόμενη 1 υπέπεσε σε αμέλεια και παρείχε αμελείς επενδυτικές συμβουλές προς αυτόν αναφορικά με την απόκτηση των επίδικων χρεογράφων και αξιόγραφων και τη συμμετοχή του σε επενδυτικά σχέδια αυξημένου κινδύνου.
Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά, ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη 1, υπό την ιδιότητά της ως τραπεζικός οργανισμός και/ή εμπειρογνώμονας και/ή σύμβουλος του σε σχέση με επενδυτικά σχέδια και/ή επενδυτικό πρόγραμμα το οποίο προώθησε και αυτός αποδέχθηκε, ανέλαβε συμβατικές υποχρεώσεις έναντι αυτού τις οποίες παραβίασε. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι:
(α) Ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος της συμφωνίας και/ή συνεργασίας τους ότι η Εναγόμενη 1 θα επιδείκνυε την επαγγελματικότητα, ικανότητα, επίβλεψη και δεξιοτεχνία που αναμένεται από έμπειρο τραπεζικό οργανισμό.
(β) Ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος ότι η Εναγόμενη 1 θα χρησιμοποιούσε την απαιτούμενη ικανότητα και δεξιοτεχνία ώστε να τον προστατεύει από επενδυτικούς και/ή υψηλούς επενδυτικούς κινδύνους.
(γ) Ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος ότι η Εναγόμενη 1 θα εκτελούσε τα καθήκοντά της με τη δέουσα επιμέλεια, προσοχή και επαγγελματισμό και δεν θα ενεργούσε αμελώς.
(δ) Κατά παράβαση των ανωτέρω υποχρεώσεων, η Εναγόμενη 1 καταχράστηκε τη σχέση εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ τους.
(ε) Αποκόμισε αθέμιτο όφελος εις βάρος του, όπως ανωτέρω εκτίθεται.
(στ) Παρέλειψε να τον συμβουλεύσει ορθά και ενήργησε υπό συνθήκες σύγκρουσης συμφερόντων.
(ζ) Τον παρότρυνε να πιστέψει ότι ενεργούσε εντός των αρμοδιοτήτων και καθηκόντων της και ότι οι παρεχόμενες υπηρεσίες ήταν κατάλληλες και ασφαλείς.
(η) Παρέλειψε να ενεργήσει δίκαια και με επαγγελματικό τρόπο προς το συμφέρον του ως πελάτη της.
(θ) Παρέλειψε να του γνωστοποιήσει επαρκώς τους κινδύνους των συναλλαγών και/ή επενδυτικών σχεδίων.
(ι) Παραβίασε τη μεταξύ τους συμφωνία και την τραπεζική δεοντολογία και/ή το εφαρμοστέο κανονιστικό πλαίσιο.
Οι ισχυρισμοί της Εναγομένης 1.
Στον αντίποδα, η Εναγόμενη 1, με την έκθεση υπεράσπισής της, αντικρούει τους ισχυρισμούς του Ενάγοντος και προβάλλει τους κατωτέρω ισχυρισμούς.
Παραδέχεται ότι ήταν εγγεγραμμένος τραπεζικός οργανισμός στην Κύπρο και ότι παρείχε τραπεζικές υπηρεσίες, παραδεχόμενη περαιτέρω μόνον ότι ο Ενάγων ήταν πελάτης της και διατηρούσε έναν ή περισσότερους λογαριασμούς σε αυτή. Παραδέχεται επίσης, ότι ο Ενάγων προέβη στις 28/07/2008 σε αγορά των επίδικων χρεογράφων αξίας €84.865 και ότι, κατά ή περί τον Μάιο του 2009, τα εν λόγω χρεόγραφα μετατράπηκαν στα επίδικα αξιόγραφα αξίας €100.326, με καταβολή επιπλέον ποσού €15.461 σε μετρητά.
Αναφορικά με την αγορά και μετατροπή των επίδικων χρεογράφων και αξιόγραφων από τον Ενάγοντα, καθώς και τις φερόμενες από αυτόν επικοινωνίες και παρεχόμενες συμβουλές, επικαλείται τις σχετικές εγκυκλίους, ενημερωτικά δελτία, συμφωνίες και όρους έκδοσης των εν λόγω χρεογράφων και αξιόγραφων, καθώς και την πρακτική που ακολουθείτο κατά την αγορά ή μετατροπή αυτών. Περαιτέρω, η Εναγόμενη 1 υποστηρίζει ότι οι ενέργειές της και οι παρεχόμενες πληροφορίες ήταν σύμφωνες με την τραπεζική πρακτική, τις σχετικές νομοθετικές και κανονιστικές ρυθμίσεις, τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και τα ισχύοντα επενδυτικά πλαίσια, χωρίς να έχει προβεί σε οποιαδήποτε παράνομη ή αμελή συμπεριφορά που να προκάλεσε ζημία στον Ενάγοντα, ενώ αρνείται κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς περί πίεσης ή παραπλάνησης του.
Όλες οι εκδόσεις των επίδικων χρεογράφων και αξιόγραφων, είναι η θέση της, προσφέρθηκαν στο επενδυτικό κοινό μέσω δημόσιας προσφοράς, σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμου του 2005, Νόμος 114(I)/2005, με την παροχή όλων των απαραίτητων πληροφοριών και τη διασφάλιση πλήρους διαφάνειας προς τους επενδυτές.
Για κάθε έκδοση είχε καταρτιστεί αναλυτικό ενημερωτικό δελτίο, στο οποίο περιγράφονταν λεπτομερώς οι όροι έκδοσης και οι παράγοντες κινδύνου, ενώ το περιεχόμενό τους είχε εγκριθεί από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου στις 25/06/2008 και 30/04/2009 αντίστοιχα. Τα εν λόγω ενημερωτικά δελτία ήταν πλήρως διαθέσιμα στο επενδυτικό κοινό, καθόσον είχαν αναρτηθεί στην ιστοσελίδα της, καθώς και στις ιστοσελίδες της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου και του Χρηματιστηρίου Αθηνών, ενώ μπορούσαν επίσης να προμηθευτούν σε έντυπη μορφή από οποιοδήποτε υποκατάστημα της.
Κάθε έκδοση είχε λάβει την απαιτούμενη έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, ως Εποπτικής Αρχής, καθώς και τις εκ των προτέρων εγκρίσεις του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου και του Χρηματιστηρίου Αθηνών για σκοπούς διαπραγμάτευσης των αξιών, διασφαλίζοντας ότι οι όροι και οι διαδικασίες έκδοσης τους ήταν πλήρως σύμφωνα με την ισχύουσα εποπτική και χρηματιστηριακή νομοθεσία.
Επιπλέον, στους μετόχους και κατόχους επιλέξιμων αξιών αποστάλθηκαν επιστολές παραχώρησης και ειδικά πληροφοριακά σημειώματα, στα οποία περιλαμβάνονταν, μεταξύ άλλων, η διάρκεια της επένδυσης, το επιτόκιο, τα γεγονότα ακύρωσης τόκου, η υποχρεωτική μετατροπή σε μετοχές, καθώς και αναλυτικοί παράγοντες κινδύνου και λοιποί παράγοντες αγοράς.
Περαιτέρω, κάθε αίτηση για συμμετοχή στα επίδικα χρεόγραφα και αξιόγραφα, περιλάμβανε ρητή δήλωση του επενδυτή ότι διαθέτει τη γνώση και ικανότητα να αξιολογήσει την επένδυσή του και ότι αποδέχεται τους όρους έκδοσης και τους παράγοντες κινδύνου που περιλαμβάνονται στο σχετικό ενημερωτικό δελτίο.
Ως εκ τούτου, υποστηρίζει ότι η διαδικασία παροχής πληροφοριών ήταν επαρκής και ικανοποιητική για κάθε ενδιαφερόμενο επενδυτή, ανεξαρτήτως του επιπέδου γνώσεων ή εμπειρίας του σε επενδυτικά θέματα.
Αρνείται δε κατηγορηματικά ότι ενήργησε με δόλο, παρανομία, παραπλάνηση, καταδολίευση, εξαναγκασμό ή μέσω ψευδών παραστάσεων εις βάρος του Ενάγοντος, αναφορικά με την αγορά ή απόκτηση των επίδικων χρεογράφων και αξιόγραφων.
Περαιτέρω, αρνείται ότι υπείχε οποιεσδήποτε επαγγελματικές ευθύνες ή υποχρεώσεις παροχής επενδυτικής συμβουλής προς τον Ενάγοντα, υποστηρίζοντας ότι ουδέποτε αποτέλεσε σκοπό ή πρόθεσή της η παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ή συμβουλών.
Υποστηρίζει ότι ο περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμος του 2007, Νόμος 144(I)/2007 δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση, καθόσον ουδέποτε παρείχε επενδυτική συμβουλή στον Ενάγοντα ή σε οποιονδήποτε άλλο επενδυτή, και ότι έλαβε ενεργά μέτρα ώστε να διασφαλίσει ότι το προσωπικό της δεν παρείχε επενδυτικές συμβουλές. Η απλή ενημέρωση των επενδυτών ως προς τους όρους έκδοσης, είναι η θέση της, δεν συνιστά παροχή επενδυτικής υπηρεσίας, ούτε υπηρεσία λήψης και διαβίβασης εντολών.
Επισημαίνει ότι στις σχετικές αιτήσεις/επιστολές παραχώρησης που υπογράφτηκαν από τον Ενάγοντα σε σχέση με τα επίδικα χρεόγραφα και αξιόγραφα περιλαμβανόταν ρητή δήλωση, σύμφωνα με την οποία ο επενδυτής αποδεχόταν τους όρους έκδοσης και αναγνώριζε τους παράγοντες κινδύνου, καθώς και ότι δεν είχε λάβει οποιαδήποτε συμβουλή ή καθοδήγηση από αυτήν ή το προσωπικό της αναφορικά με την επένδυση.
Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ότι ο Ενάγων κωλύεται από την προβολή των πιο πάνω ισχυρισμών του, καθότι έχει αναγνώσει, υπογράψει (όπου υπήρχε σχετική πρόνοια) και, ως εκ τούτου, αποδεχθεί ένα έκαστο των όρων των αιτήσεων, των ενημερωτικών δελτίων και των λοιπών συναφών εγγράφων. Συναφώς επαναλαμβάνεται ότι, διά των σχετικών αιτήσεών του, ο Ενάγων επιβεβαίωσε εγγράφως ότι διέθετε τη γνώση και τις ικανότητες για την αξιολόγηση της επένδυσής του, ότι αποδέχθηκε τους σχετικούς όρους και ότι δεν του παρασχέθηκε οποιαδήποτε επενδυτική συμβουλή από αυτήν.
Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά, ισχυρίζεται ότι, ακόμη και αν δεν είχαν μετατραπεί οι καταθέσεις του Ενάγοντος στις επίδικες αξίες, αυτές θα απομειώνονταν ούτως ή άλλως, ενόψει των γεγονότων της 16/03/2013 και ιδίως των διαταγμάτων που εκδόθηκαν ως αποτέλεσμα των εν λόγω γεγονότων και τα οποία αυτή όφειλε να εφαρμόσει στο σύνολό τους. Σύμφωνα με τα σχετικά διατάγματα, οι καταθέσεις απομειώθηκαν, ενώ οι μετοχές και τα αξιόγραφα σχεδόν μηδενίστηκαν. Υπό τα δεδομένα αυτά, ακόμη και υπό την παραδοχή των ισχυρισμών του Ενάγοντος, αυτός δεν έχει υποστεί και/ή δεν θα μπορούσε να έχει υποστεί τη φερόμενη ζημιά, ενόψει των μεταγενέστερων γεγονότων της 29/03/2013.
ΙΙΙ.
Η μαρτυρία.
Προς απόδειξη των ισχυρισμών τους και θεμελίωση των αντίστοιχων θέσεών τους, οι διάδικοι προσκόμισαν και εξέτασαν ενώπιον του Δικαστηρίου τους ακόλουθους μάρτυρες: ο Ενάγων, πέραν του ιδίου, τον Νίκο Παυλίδη (εφεξής «ΜΕ2») και η Εναγόμενη 1 τους Μιχάλη Στυλιανού (εφεξής «ΜΥ1») και Στάλω Κουμίδου (εφεξής «ΜΥ2»). Παρουσίαση της μαρτυρίας τους, προς πληρέστερη αποτύπωση του μαρτυρικού υλικού που προσκόμισε εκάστη πλευρά προς υποστήριξη της υπόθεσής της, παρατίθεται κατωτέρω στο πλαίσιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα.
Συναφώς, σημειώνεται ότι, σύμφωνα με τα πρακτικά της ακροαματικής διαδικασίας της 20/10/2025, οι συνήγοροι των διαδίκων προέβησαν σε κοινές δηλώσεις επί πραγματικών περιστατικών και εγγράφων, τα οποία έγιναν αμοιβαίως παραδεκτά και καταχωρήθηκαν ως μη αμφισβητούμενα ενώπιον του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, οι διάδικοι συμφώνησαν ότι οι επίδικες κινητές αξίες, ήτοι τα επίδικα χρεόγραφα και αξιόγραφα, συνιστούν περίπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα, καθώς και ότι ο Ενάγων δεν είχε κατά τον κρίσιμο χρόνο την ιδιότητα του επαγγελματία επενδυτή. Περαιτέρω, συμφώνησαν ότι, το Τεκμήριο 20, αποτελεί το ενημερωτικό δελτίο που εκδόθηκε από την Εναγόμενη 1 αναφορικά με τα επίδικα χρεόγραφα, καθώς και ότι, το Τεκμήριο 21, αποτελεί το αντίστοιχο ενημερωτικό δελτίο για τα επίδικα αξιόγραφα. Όπως δηλώθηκε, αμφότερα είναι παραδεκτά για την αλήθεια του περιεχομένου τους.
Ως εκ τούτου, τα προαναφερόμενα δηλωθέντα ως παραδεκτά γεγονότα, αποτελούν αδιαμφισβήτητα πραγματικά δεδομένα ενώπιον του Δικαστηρίου, επί των οποίων το Δικαστήριο στη συνέχεια προβαίνει στην αξιολόγηση της υπόλοιπης μαρτυρίας, προκειμένου να καταλήξει σε ευρήματα ως προς τα επίδικα πραγματικά περιστατικά (βλ. Αντρέα κ.α. ν. Αστυνομίας, (1999) 2 Α.Α.Δ. 498 και Sbaih v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 188/2014, 17/07/2015). Σε μια τέτοια περίπτωση, τα ευρήματα του Δικαστηρίου ως προς τα επίδικα πραγματικά περιστατικά δεν είναι δυνατόν να αντιστρατεύονται τα παραδεκτά γεγονότα (βλ. Αθλητικό Σωματείο Ολυμπιακός Λευκωσίας ν. Αριστοκλέους, (2011) 1 Α.Α.Δ. 1349).
IV.
Η αξιολόγηση της μαρτυρίας.
Έχοντας αναφερθεί γενικά στην προσκομισθείσα κατά την ακρόαση μαρτυρία, για την οποία, στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο είχε την ευχέρεια, παρακολουθώντας επιστάμενα τα όσα οι μάρτυρες κατέθεταν, τον τρόπο με τον οποίο κατέθεταν και τη λογική που η μαρτυρία τους ανέδυε με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης, να αποκομίσει τις αναγκαίες εντυπώσεις ως προς την αξιοπιστία της, το Δικαστήριο προχωρεί, ως η ευθύνη του, στην αξιολόγησή της (βλ. Brierley v. Αστυνομίας, (2012) 2 Α.Α.Δ. 476).
Όπως είναι νομολογημένο, η αξιολόγηση της μαρτυρίας από το Δικαστήριο γίνεται συνολικά και στη βάση μιας ενιαίας λογικής προσέγγισης και όχι μικροσκοπικά ή αποσπασματικά και, κατά κύριο λόγο, στη βάση της μαρτυρίας που σχετίζεται με τα επίδικα ζητήματα (βλ. Brierley v. Αστυνομίας, (2012) 2 Α.Α.Δ. 476, Al Ittihad Al Watani κ. α. ν. Παπαδόπουλου, (2000) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1924 και Τσιαττές ν. Solomonides (Cartridges Industries) Ltd, (2009) 1 A.A.Δ. 974). Τα στοιχεία εκείνα, σε σχέση και αναφορικά με τη μαρτυρία, που επηρεάζουν την κρίση του Δικαστηρίου για το προκείμενο, όπως για παράδειγμα οι διαφορές και οι αντιφάσεις που εντοπίζονται, πρέπει να είναι ουσιαστικής μορφής, ώστε να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία των μαρτύρων ή να φανερώνουν τη διάθεσή τους, σε βαθμό που να καθίσταται επισφαλής η αποδοχή της (βλ. Χαμπή ν. Αστυνομίας, (2011) 2 Α.Α.Δ. 70). Συναφώς, μικροδιαφορές ή μικρο-αντιφάσεις σε λεπτομέρειες και επουσιώδη θέματα, στη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θεωρούνται ότι ενδυναμώνουν μια μαρτυρία που, κατά τα άλλα, είναι πειστική, και καταδεικνύουν ανυπαρξία προσχεδιασμού ή και συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων (βλ. Σιβιτανίδης ν. Δημοκρατίας, (2011) 2 Α.Α.Δ. 166). Η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του. Οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, αλλά και η συνάρτηση των ισχυρισμών του με την υπόλοιπη μαρτυρία, συνιστούν επίσης καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Kartashov, (2011) 1 Α.Α.Δ. 55). Κατά την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας, το Δικαστήριο δεν περιορίζεται στην ατομική αξιολόγηση της μαρτυρίας των μαρτύρων, αλλά τη μαρτυρία εκάστου εξ αυτών πρέπει να την αντιπαραβάλλει, να την συγκρίνει, να τη συσχετίζει και να τη διερευνά στο σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Παναγή ν. Χρυσοδόντα, Ποινική Έφεση Αρ. 249/2015 κ. α., 06/06/2024 και Δ. Κουβά και Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα, Πολιτική Έφεση Αρ. 295/2015, 17/07/2024). Ένας μάρτυρας, συνεπώς, μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Όταν γίνει πιστευτός, η μαρτυρία του μπορεί να γίνει αποδεκτή εν όλω ή εν μέρει. Μερικώς, όταν, παρά το ότι γίνεται πιστευτός, μέρος μόνο της μαρτυρίας του, κρίνει το Δικαστήριο ότι εκφράζει την πραγματικότητα, καθότι εκείνο το οποίο απορρίπτεται θεωρείται, για λόγους όπως είναι, για παράδειγμα, η αδυναμία μνήμης ή η ανεπίγνωστη ανεπαρκής παρατήρηση, ότι είναι λανθασμένο (βλ. Mohamed v. Δημοκρατίας, (2010) 2 Α.Α.Δ. 266). Η αξιοπιστία της μαρτυρίας εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως του επιπέδου απόδειξης (βλ. Wynne v. Mavronicola, (2009) 1 A.A.Δ. 1138).
Επισημαίνεται ότι, σε ό,τι αφορά την αξιολόγηση της μαρτυρίας στην παρούσα υπόθεση, ανεξαρτήτως της σειράς με την οποία οι μάρτυρες παρουσιάστηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία, η αποτύπωση της αξιολόγησής τους από το Δικαστήριο δεν ακολουθεί κατ’ ανάγκην την ίδια σειρά, αλλά οργανώνεται με βάση λογική και λειτουργική προσέγγιση, η οποία εξυπηρετεί την καλύτερη κατανόηση των πραγματικών ζητημάτων, την αποφυγή επαναλήψεων και την ενιαία αποτύπωση των κρίσιμων σημείων της μαρτυρίας.
Ο ΜΥ1, Μιχάλης Στυλιανού.
Ο ΜΥ1 δήλωσε ότι εργάζεται στην Εναγόμενη 1 από το 1995. Κατά τον ουσιώδη χρόνο της μαρτυρίας του ήταν τοποθετημένος στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών της Εναγόμενης 1. Ανέφερε ότι έχει γνώση των επίδικων θεμάτων, την οποία απέκτησε μέσω των ηλεκτρονικών συστημάτων της Εναγόμενης 1, καθώς και κατόπιν ενημέρωσης από συναδέλφους του που χειρίστηκαν τους λογαριασμούς του Ενάγοντα και της συζύγου του. Για σκοπούς της μαρτυρίας του, ο μάρτυρας παρουσίασε τη γραπτή δήλωση, Έγγραφο Β, την οποία και υιοθέτησε.
Ανέφερε ότι στην Υπηρεσία Μετοχών και Χρεογράφων της Εναγόμενης 1 τηρείται φάκελος για κάθε πελάτη. Κατόπιν πρόσφατης έρευνας που διενεργήθηκε, διαφάνηκε ότι ο Ενάγοντας ήταν καταχωρημένος στο ηλεκτρονικό σύστημα της Εναγόμενης 1 με διάφορες παραλλαγές του ονόματός του, και συγκεκριμένα ως «Προκοπής Πετρή Αναστάση», «Προκοπής Τάσου» ή «Προκοπής Τάσου Πετρή». Αντίστοιχα, η σύζυγός του, ήταν επίσης καταχωρημένη ως πελάτης με διαφορετικές παραλλαγές του ονόματός της και συγκεκριμένα, ως «Γιαννή Δέσπω», «Λαουτάρη Δέσπω» ή «Δέσπω Γιάννη Πετρή». Σύμφωνα με τον μάρτυρα, οι διαφορετικές αυτές καταχωρίσεις οφείλονται στο γεγονός ότι, κατά καιρούς, υπογράφονταν διάφορα τραπεζικά έγγραφα, συμφωνίες και αιτήσεις από τους ίδιους προς την Εναγόμενη 1 με τα εν λόγω στοιχεία, τουλάχιστον από το 1998 και εντεύθεν, οπότε και ήταν πελάτες της. Περαιτέρω, ανέφερε ότι, η ταυτοποίηση του Ενάγοντος και της συζύγου του, επιβεβαιώνεται μέσω των δηλωθεισών διευθύνσεων τους ως πελατών, καθώς και μέσω των αριθμών ταυτότητας εκάστου.
Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του ενώπιον του Δικαστηρίου, ο ΜΥ1 παρουσίασε και κατέθεσε ως τεκμήρια διάφορα έγγραφα, τα οποία, σύμφωνα με την μαρτυρία του, είχαν εντοπιστεί στους φακέλους του Ενάγοντος και της συζύγου του που τηρούσε η Εναγόμενη 1 ως άνω.
Ειδικότερα, αναφέρθηκε στην αίτηση του Ενάγοντος ημερομηνίας 28/07/2008 για απόκτηση των επίδικων χρεογράφων, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1. Όπως ανέφερε, από το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, προκύπτει ότι, ο Ενάγων, σύμφωνα με τα στοιχεία που τηρούνταν στην Υπηρεσία Μετοχών και Χρεογράφων της Εναγομένης 1, ήταν ήδη κάτοχος 6.513 μετοχών της. Περαιτέρω, κατέθεσε ότι οι σχετικές αιτήσεις, ως και η συγκεκριμένη του Τεκμηρίου 1, αποστέλλονταν ταχυδρομικώς και διπλοσυστημένα στους υφιστάμενους μετόχους της Εναγόμενης 1, στις διευθύνσεις που οι ίδιοι είχαν δηλώσει, συνοδευόμενες από σύντομο ενημερωτικό σημείωμα, το οποίο αποτελούσε περίληψη των σχετικών ενημερωτικών δελτίων της έκδοσης. Τα εν λόγω ενημερωτικά δελτία είχαν εγκριθεί από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου υπό την ιδιότητά της ως αρμόδιας εποπτικής αρχής.
Περαιτέρω, αναφέρθηκε στην αίτηση του Ενάγοντος ημερομηνίας 01/06/2009 για απόκτηση των επίδικων αξιογράφων, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4. Από το εν λόγω έγγραφο, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, διαφαίνεται ότι, ο Ενάγοντας, ήταν κάτοχος 14.055 μετοχών της Εναγόμενης 1. Ανέφερε επίσης ότι οι σχετικές αιτήσεις, ως και η συγκεκριμένη του Τεκμηρίου 4, αποστέλλονταν ταχυδρομικώς και διπλοσυστημένα τόσο στους υφιστάμενους μετόχους όσο και στους κατόχους υφιστάμενων αξιών, όπως π.χ. επίδικων χρεογράφων, της Εναγόμενης 1, στις δηλωθείσες διευθύνσεις τους, συνοδευόμενες από ολιγοσέλιδο ενημερωτικό σημείωμα, το οποίο αποτελούσε περίληψη του σχετικού ενημερωτικού δελτίου των επίδικων αξιογράφων, εγκεκριμένου από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου ως εποπτική αρχή της έκδοσης.
Επιπρόσθετα, ανέφερε ότι και από τις δύο πιο πάνω αιτήσεις, Τεκμήρια 1 και 4, προκύπτει πως ο Ενάγοντας διατηρούσε ενεργή μερίδα επενδυτή στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου με αριθμό 2004620291.
Αναφέρθηκε περαιτέρω στο ιστορικό κίνησης μετοχών της Εναγομένης 1, ημερομηνίας 11/02/2022, που αφορά την περίοδο 01/01/1997 έως 26/06/2003 για τον «Πετρή Προκόπη Αναστάση», το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 24. Από το εν λόγω έγγραφο, ο μάρτυρας ανέφερε περαιτέρω ότι προκύπτει πως ο Ενάγοντας απέκτησε, μέσω δευτερογενούς αγοράς, ήτοι μέσω του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου, διάφορες μετοχές της Εναγόμενης 1, καταβάλλοντας ως αντιπαροχή ποσό που ανέρχεται περί τις Λ.Κ.40.000. Οι εν λόγω αγορές, παρατήρησε, πραγματοποιήθηκαν εντός του έτους 2000.
Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση του ενώπιον του Δικαστηρίου, ο συνήγορος της Εναγόμενης 1 του ζήτησε να εξηγήσει πώς η Εναγόμενη 1 είχε στην κατοχή της το συγκεκριμένο έγγραφο. Ο μάρτυρας απάντησε ότι είχε ζητηθεί πρόσβαση και είχε διενεργηθεί αναζήτηση στα αρχεία της Εναγόμενης 1 προκειμένου να εντοπιστούν οι σχετικές καταστάσεις, γεγονός που, όπως ανέφερε, εξηγεί και την καθυστέρηση στην προσκόμισή τους, μέχρι τον εντοπισμό τους. Σε επόμενη ερώτηση σχετικά με το ότι το εν λόγω έγγραφο ήταν αντίγραφο, ο μάρτυρας απάντησε ότι το έγγραφο είχε ζητηθεί και παραληφθεί ηλεκτρονικά καθότι εντοπίστηκε μέσω αναζήτησης στα αρχεία της Εναγόμενης 1 και δεν ήταν άμεσα διαθέσιμο σε έντυπη μορφή. Ανέφερε ότι πρόκειται για πιστό αντίγραφο του πρωτότυπου, το οποίο τηρείται και είναι ηλεκτρονικά καταχωρημένο στα αρχεία της Εναγόμενης 1. Σε ερώτηση αναφορικά με την αναγραφή του ονόματος «Πετρή Προκόπης Αναστάση» στο έγγραφο, ο μάρτυρας παρέπεμψε στη σχετική παράγραφο της έγγραφης δήλωσής του, Έγγραφο Β, αναφέροντας ότι, στην Εναγόμενη 1 ο Ενάγοντας εμφανιζόταν με διάφορες παραλλαγές του ονόματός του, κάτι που, κατά τη μαρτυρία του, από την προσωπική του εμπειρία και τη συνήθη πρακτική, προκύπτει σε ορισμένες περιπτώσεις όπου χρησιμοποιούνται διαφορετικές εκδοχές ονομάτων κατά τις συναλλαγές. Ως εκ τούτου, εξήγησε ότι η αναγραφή αυτή ανταποκρίνεται στον τρόπο καταχώρισης του προσώπου στα συστήματα της Εναγόμενης 1 κατά τις επίμαχες συναλλαγές.
Αναφέρθηκε περαιτέρω στο ιστορικό κίνησης χρεογράφων της Εναγόμενης 1, ημερομηνίας 11/02/2022, που αφορά την περίοδο 19/12/1998 έως 26/06/2003, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 25. Από το εν λόγω έγγραφο, ανέφερε ότι προκύπτει πως ο Ενάγοντας είχε αιτηθεί και αποκτήσει χρεόγραφα της Εναγόμενης 1 αξίας Λ.Κ.27.500 στις 19/12/1998. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι διαφαίνεται πως την 03/05/2000 τα εν λόγω χρεόγραφα μεταβιβάστηκαν από τον Ενάγοντα σε άλλο πρόσωπο ως δωρεά.
Αναφέρθηκε επιπρόσθετα στην αίτηση για εγγραφή προς απόκτηση χρεογράφων της Εναγόμενης 1, ημερομηνίας 18/12/1998, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 26. Η εν λόγω αίτηση, όπως επισήμανε, εντοπίστηκε στον φάκελο πελάτη που τηρείτο στην Υπηρεσία Μετοχών και Χρεογράφων της Εναγόμενης 1 για τον Ενάγοντα. Από την αίτηση, ισχυρίστηκε περαιτέρω, προκύπτει πως ο Ενάγοντας, αιτήθηκε την απόκτηση χρεογράφων έκδοσης 1998 της Εναγόμενης 1, ύψους Λ.Κ.27.500. Περαιτέρω, παρατήρησε ότι η αίτηση φέρει ημερομηνία 18/12/1998, η οποία αποτελεί την τελευταία ημέρα υποβολής αιτήσεων, καθώς η σχετική προθεσμία έληγε την ίδια ημέρα και ώρα 12:30 μ.μ. Επιπλέον, προκύπτει ότι η αίτηση υποβλήθηκε στο υποκατάστημα 0492 της Εναγόμενης 1 στο Αυγόρου.
Αναφέρθηκε επιπλέον στην επιστολή του Ενάγοντος προς την Εναγόμενη 1, ημερομηνίας 18/12/1998, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 27 και στην εξουσιοδότηση του Ενάγοντος, ιδίας ημερομηνίας, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 28.
Αναφέρθηκε επίσης στο έντυπο ανακοίνωσης προς το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου σχετικά με πράξεις επί εισηγμένων αξιών που καταρτίζονται εκτός χρηματιστηρίου, καθώς και στο έγγραφο μεταβίβασης εισηγμένων αξιών, ημερομηνίας 10/04/2000, τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 29 και 30. Από τα εν λόγω έγγραφα, ισχυρίστηκε ότι προκύπτει πως ο Ενάγοντας προέβη σε δωρεά των χρεογράφων που κατείχε, αξίας Λ.Κ.27.500, προς τη σύζυγό του, «Γιαννή Δέσπω».
Ως προς τα Τεκμήρια 25─30, ο μάρτυρας υιοθέτησε τους ίδιους λόγους που είχε ήδη εκθέσει σε σχέση με το Τεκμήριο 24 αναφορικά με τον τρόπο εντοπισμού, ανάκτησης και προσκόμισής τους ως αντιγράφων, καθότι πρόκειται για έγγραφα που τηρούνται στα αρχεία της Εναγόμενης 1,
Αναφέρθηκε περαιτέρω στο πιστοποιητικό εγγεγραμμένων αξιών ημερομηνίας 02/12/1999, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 31. Από το εν λόγω έγγραφο διαφαίνεται, υποστήριξε, ότι ο Ενάγοντας κατείχε επ’ ονόματί του χρεόγραφα της Εναγόμενης 1, αξίας Λ.Κ.27.500.
Αναφέρθηκε επίσης στην κατάσταση λογαριασμού του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου αναφορικά με τον Ενάγοντα, για την περίοδο 26/06/2003 έως 26/10/2006, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 32. Από το εν λόγω έγγραφο, το οποίο, όπως επισήμανε, επίσης περιλαμβανόταν στον φάκελο πελάτη του Ενάγοντος, προκύπτει, κατά τον ισχυρισμό του, ότι σε συγκεκριμένες πράξεις, υπό την ιδιότητα του εξουσιοδοτημένου επενδυτικού συμβούλου ή αντιπροσώπου του Ενάγοντος, εμφανίζεται η εταιρεία Global.
Αναφέρθηκε επιπρόσθετα στο ιστορικό κίνησης μετοχών του Ενάγοντος ημερομηνίας 15/02/2022, που αφορά την περίοδο 06/10/2006 έως 09/01/2017, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 33.
Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση του ενώπιον του Δικαστηρίου, ο συνήγορος της Εναγόμενης 1 του ζήτησε να εξηγήσει πώς τα Τεκμήρια 32 και 33 περιήλθαν στην κατοχή του. Ο μάρτυρας απάντησε ότι είχε ζητήσει την προσκόμισή τους από την Υπηρεσία Μετοχών και Χρεογράφων της Εναγόμενης 1. Σε ερώτηση σχετικά με χειρόγραφες σημειώσεις που εμφανίζονται επί του Τεκμηρίου 33, ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν γνωρίζει ούτε ποιος τις έχει συντάξει ούτε για ποιο λόγο έχουν τεθεί, και επανέλαβε ότι τα έγγραφα περιήλθαν στην κατοχή του κατόπιν σχετικού αιτήματος, χωρίς να δύναται να δώσει περαιτέρω εξήγηση.
Αναφέρθηκε επιπλέον στην αίτηση του Ενάγοντος για εγγραφή/συμμετοχή στο σχέδιο επανεπένδυσης μερισμάτων της Εναγομένης 1, ημερομηνίας 26/04/2006, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 34. Από το εν λόγω έγγραφο, ισχυρίστηκε ότι προκύπτει πως ο Ενάγοντας επιθυμούσε την ολική επανεπένδυση των μερισμάτων του σε μετοχές της Εναγόμενης 1.
Αναφέρθηκε περαιτέρω στην επιστολή της Εναγομένης 1 παραχώρησης δικαιωμάτων προτίμησης ημερομηνίας 21/10/2010, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 35. Από το εν λόγω έγγραφο, κατά τον ισχυρισμό του μάρτυρα, προκύπτει ότι ο Ενάγοντας δήλωνε ότι επιθυμούσε να εξασκήσει τα δικαιώματα προτίμησης και να συμμετάσχει στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 1, με την καταβολή ποσού ύψους €4.110.
Αναφέρθηκε περαιτέρω στην αίτηση του Ενάγοντος προς την Εναγόμενη 1, ημερομηνίας 19/03/2012, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 36. Από το εν λόγω έγγραφο, ισχυρίστηκε ότι προκύπτει πως ο Ενάγοντας επιθυμούσε να εξασκήσει δικαιώματα προτίμησης, καταβάλλοντας ποσό ύψους €11.470 και λαμβάνοντας χαριστικές μετοχές. Περαιτέρω, στην αίτηση ο Ενάγοντας, κατά τον ισχυρισμό του μάρτυρα, βεβαίωνε ότι διαθέτει την απαιτούμενη γνώση και ικανότητα για να αξιολογήσει την επένδυσή του σε μετοχές, ότι αποδέχεται τους όρους έκδοσης και αναγνωρίζει τους σχετικούς επενδυτικούς κινδύνους όπως αυτοί περιγράφονται στο σχετικό ενημερωτικό δελτίο, καθώς και ότι δεν του είχε παρασχεθεί οποιαδήποτε επενδυτική συμβουλή από οποιονδήποτε αξιωματούχο ή υπάλληλο της Εναγόμενης 1.
Ως προς τους λόγους γιατί τα ανωτέρω Τεκμήρια 34, 35 και 36 είναι αντίγραφα, ο μάρτυρας επικαλέστηκε και υιοθέτησε τους ίδιους λόγους που ανέφερε σε σχέση και με τα Τεκμήρια 24─33, επισημαίνοντας ότι στον ίδιο έφτασαν υπό την μορφή πιστού αντίγραφου των καταχωρημένων στα σχετικά αρχεία της Εναγόμενης 1.
Ο ΜΥ1 αναφέρθηκε ακόμη ότι, κατά την 29/03/2013, ημερομηνία κατά την οποία εφαρμόστηκαν τα σχετικά διατάγματα που εξέδωσε η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, ο Ενάγοντας ήταν κάτοχος 33.690 μετοχών της Εναγόμενης 1, καθώς και κάτοχος επίδικων αξιογράφων αξίας €100.326. Αναφέρθηκε επίσης ότι, ως αποτέλεσμα των εν λόγω εξελίξεων, ο Ενάγοντας εμφανιζόταν την 30/07/2013 ως εγγεγραμμένος μέτοχος 1.340 μετοχών της Εναγόμενης 1, ονομαστικής αξίας €0,10 εκάστη. Περαιτέρω, επ’ ονόματί του είχαν εγγραφεί 14.184 μετοχές της Εναγόμενης 1, οι οποίες προέκυψαν από την απομείωση των καταθέσεών του. Ο ΜΥ1 ανέφερε ότι, ως εκ τούτου, ο Ενάγοντας επηρεάστηκε από τα σχετικά διατάγματα υπό τρεις ιδιότητες, ήτοι ως μέτοχος, ως κάτοχος αξιογράφων και ως καταθέτης, με αποτέλεσμα την απομείωση της περιουσιακής του θέσης.
Αναφέρθηκε επιπροσθέτως ότι η σύζυγος του Ενάγοντος, Δέσπω Γιαννή, είχε επίσης αιτηθεί και αποκτήσει χρεόγραφα της Εναγόμενης 1, αξίας Λ.Κ.27.500 κατά το έτος 1998. Προς τούτο, κατατέθηκε η σχετική κατά τον μάρτυρα αίτηση ημερομηνίας 18/12/1998 ως Τεκμήριο 38. Αναφέρθηκε, περαιτέρω, στην σχετική κατά τους ισχυρισμούς του επιστολή ημερομηνίας 18/12/1998, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 39. Σε ερώτηση κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση του σχετικά με την πίσω σελίδα του Τεκμηρίου 38, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι πρόκειται για εξουσιοδότηση της εν λόγω Δέπσως Γιαννή προς την Εναγόμενη 1. Σε ερώτηση αν ήταν παρών κατά τη συμπλήρωση της αίτησης, απάντησε αρνητικά, ωστόσο δήλωσε ότι πρόκειται για τυποποιημένο έντυπο της Εναγόμενης 1, το οποίο συμπληρώνεται βάσει συγκεκριμένων εσωτερικών οδηγιών και ότι, εκ πρώτης όψεως, φαίνεται να έχουν τηρηθεί οι σχετικές διαδικασίες.
Αναφέρθηκε επίσης ότι, την 03/05/2000, ο Ενάγοντας είχε προβεί σε δωρεά προς τη σύζυγό του των χρεογράφων αξίας Λ.Κ.27.500, με αποτέλεσμα η τελευταία, μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2003, να κατέχει χρεόγραφα συνολικής αξίας Λ.Κ.55.000. Αναφέρθηκε επιπλέον ότι, την 18/12/2003, ήτοι κατά την ωρίμανση των εν λόγω χρεογράφων μετά την πάροδο της πρώτης πενταετίας, η Εναγόμενη 1 προέβη σε εξαγορά αυτών και σε πίστωση του λογαριασμού υπ’ αρ. 0492-05-003265 της συζύγου του Ενάγοντος, «Δέσπως Γιαννή», με ποσό Λ.Κ.55.000, καθώς και με τόκους ύψους Λ.Κ. 1.119,94.
Τα ανωτέρω, ισχυρίστηκε επίσης, προκύπτουν και από την κατάσταση λογαριασμού για την περίοδο 01/07/2003 έως 31/12/2003, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 37. Σε ό,τι αφορά το έγγραφο αυτό, ο μάρτυρας ανέφερε ότι αποτελεί μέρος του τραπεζικού βιβλίου της Εναγόμενης 1, το οποίο βρίσκεται και στη δική του φύλαξη και ότι, λόγω της θέσης του, έχει εξουσία πρόσβασης και εκτύπωσης.
Τέλος, σε ερώτηση του συνηγόρου της Εναγομένης 1, ο ΜΥ1 αναγνώρισε το έγγραφο ιστορικού κινήσεων μετοχών/χρεογράφων ημερομηνίας 23/10/25 της συζύγου του Ενάγοντα, «Λαουτάρη Δέσπω Προκόπη», το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 40.
Κατά την αντεξέταση του ΜΥ1 από τη συνήγορο του Ενάγοντος, ο μάρτυρας επιβεβαίωσε ότι, σε σχέση με τα θέματα που αναφέρονται στη γραπτή του δήλωση, Έγγραφο Β, έλαβε πληροφορίες τόσο από συναδέλφους του στην Εναγόμενη 1 όσο και από το ηλεκτρονικό της σύστημα. Σε ερώτηση να κατονομάσει τους συναδέλφους που του παρείχαν τις σχετικές πληροφορίες, ο μάρτυρας απάντησε ότι απευθύνθηκε σε αριθμό συναδέλφων του, περιλαμβανομένης της Νομικής Υπηρεσίας και της Υπηρεσίας Μετοχών και Χρεογράφων, χωρίς ωστόσο να δύναται να αναφέρει συγκεκριμένα ονόματα, αναφέροντας ότι πρόκειται για πολλούς εργαζομένους από τους οποίους έλαβε τα στοιχεία. Σε ερώτηση σχετικά με τον τρόπο εξασφάλισης των εγγράφων που παρουσίασε, ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν προέβη ο ίδιος σε διαδικασία αναζήτησης, αλλά απλώς ζήτησε να του προσκομιστούν από τα αρμόδια τμήματα της Εναγόμενης 1 κατόπιν ενημέρωσης ότι θα κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου.
Σε περαιτέρω ερώτηση κατά πόσο, σε σχέση με όλα τα έγγραφα που κατέθεσε, Τεκμήρια 24─40, είχε επικοινωνήσει με οποιοδήποτε πρόσωπο για να επιβεβαιώσει την ορθότητα του περιεχομένου τους, ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν υπήρχε λόγος να εξετάσει την ορθότητά τους, καθώς αυτά απλώς ζητήθηκαν και του προσκομίστηκαν από το αρχείο της Εναγομένης 1.
Σε σχέση με την αίτηση της συζύγου του Ενάγοντος να αποκτήσει χρεόγραφα της Εναγόμενης 1, Τεκμήριο 38, σε ερώτηση κατά πόσο υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά ότι η αναφερόμενη «Δέσπω Γιαννή» είναι παντρεμένη με οποιοδήποτε πρόσωπο, ο μάρτυρας απάντησε αρνητικά. Ομοίως, σε ερώτηση κατά πόσο το έγγραφο περιλαμβάνει ημερομηνία γέννησης της, απάντησε ότι δεν μπορεί να το επιβεβαιώσει, προσθέτοντας ότι δεν είναι σε θέση να απαντήσει με βεβαιότητα εάν το έγγραφο το αναφέρει ή όχι.
Ακολούθως, σε ερώτηση με ποιο έγγραφο από αυτά που παρουσίασε, Τεκμήρια 24─40, στηρίζει τον ισχυρισμό ότι ο Προκόπης Πετρή είναι παντρεμένος με την «Γιανή Δέσπω» ή «Λαουτάρη Δέσπω» ή «Δέσπω Γιάννη Πετρή», ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν υπάρχει σχετικό έγγραφο ή διαθέτει πιστοποιητικό γάμου. Σε περαιτέρω ερώτηση κατά πόσο από τα έγγραφα που κατέθεσε προκύπτει ότι η εν λόγω είναι παντρεμένη με τον Ενάγοντα, απάντησε ότι δεν προκύπτει κάτι τέτοιο πέραν των δικών του σχετικών αναφορών.
Σε σχέση με την παράγραφο 3 της γραπτής του δήλωσης, Έγγραφο Β, ο μάρτυρας ερωτήθηκε κατά πόσο είχε προβεί σε οποιονδήποτε έλεγχο σε αρμόδια αρχή εκτός της Εναγόμενης 1 για να επιβεβαιώσει ότι τα ονόματα «Προκόπης Πετρή Αναστάση», «Προκόπης Τάσου» ή «Προκόπης Τάσου Πετρή» αντιστοιχούν στο ίδιο πρόσωπο. Απάντησε ότι δεν έχει προβεί σε έλεγχο σε οποιοδήποτε εξωτερικό αρχείο πέραν της Εναγόμενης 1 και ότι δεν πρόκειται για συμπέρασμα αλλά το θεωρεί δεδομένο.
Στη συνέχεια, η συνήγορος του Ενάγοντος υπέβαλε ότι η πληθώρα των εγγράφων που κατέθεσε, Τεκμήρια 24─40, δεν καταδεικνύει με βεβαιότητα ότι τα διάφορα ονόματα ανήκουν στο ίδιο πρόσωπο, με τον μάρτυρα να αρνείται τη σχετική υποβολή, όπως και τον ισχυρισμό ότι η θέση του είναι αυθαίρετη.
Σε σχέση με τη διαδικασία αποστολής αιτήσεων, ως και οι συγκεκριμένες των Τεκμηρίων 1 και 4, ταχυδρομικώς και διπλοσυστημένα, για την οποία ερωτήθηκε, ο μάρτυρας απάντησε ότι η αναφορά του βασίζεται, τόσο στη δική του γνώση, όσο και σε σχετικές εγκυκλίους της Εναγόμενης 1, προσθέτοντας ότι δεν έχει στην κατοχή του τα σχετικά έγγραφα, αλλά γνωρίζει τον τρόπο διεξαγωγής της διαδικασίας. Σε περαιτέρω ερώτηση κατά πόσο έχει επιβεβαιώσει ότι στην παρούσα υπόθεση οι συγκεκριμένες αιτήσεις, Τεκμήρια 1 και 4, απεστάλησαν και παρελήφθησαν κατά τον τρόπο αυτό, απάντησε ότι έχει ήδη απαντήσει, ενώ αρνήθηκε την υποβολή ότι δεν αποδεικνύεται αποστολή διπλοσυστημένων επιστολών.
Σε σχέση με το ιστορικό κίνησης χρεογράφων της Εναγομένης 1 για την «Λαουτάρη Δέσπω Προκόπη», Τεκμήριο 40, ο μάρτυρας αρχικά ανέφερε ότι το έγγραφο περιήλθε στην κατοχή του με τον ίδιο τρόπο όπως και τα υπόλοιπα, ενώ στη συνέχεια διευκρίνισε ότι το ζήτησε προκειμένου να εκτυπωθεί και να περιέλθει στην κατοχή του. Σε ερώτηση κατά πόσο είχε προβεί σε οποιαδήποτε επιβεβαίωση με τον συντάκτη ή υπογράφοντα υπάλληλο της Εναγόμενης 1 επί του εγγράφου ως προς την ορθότητα του περιεχομένου του, απάντησε ότι θεωρεί το έγγραφο ορθό και ότι βρίσκεται στα αρχεία της Εναγόμενης 1.
Τέλος, σε υποβολή ότι τα έγγραφα που παρουσιάστηκαν φέρουν υπογραφές άλλων υπαλλήλων της Εναγόμενης 1, ιδίως τα Τεκμήρια 35, 36, 37 και 38 και ερώτηση κατά πόσο είχε επικοινωνήσει μαζί τους για επιβεβαίωση του περιεχομένου τους, ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν είχε προβεί σε τέτοια επικοινωνία, προσθέτοντας ότι ορισμένοι από τους εν λόγω υπαλλήλους ενδέχεται να μην είναι προσβάσιμοι πλέον λόγω του παλαιού της περιόδου των εγγράφων.
Αναφορικά με τη μαρτυρία του ΜΥ1, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι ο εν λόγω μάρτυρας δεν είχε προσωπική εμπλοκή στα επίδικα γεγονότα κατά τον ουσιώδη χρόνο, ούτε συμμετείχε στις συναλλαγές και διαδικασίες που αποτέλεσαν αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης. Η μαρτυρία του στηρίχθηκε κυρίως στην ιδιότητά του ως λειτουργού της Εναγόμενης 1, με πρόσβαση στα αρχεία και τα ηλεκτρονικά της συστήματα, καθώς και στην πληροφόρηση που έλαβε από αρμόδια τμήματά της στο πλαίσιο της προετοιμασίας της μαρτυρίας του.
Το γεγονός αυτό δεν επηρεάζει κατ’ ανάγκην το παραδεκτό της μαρτυρίας του. Η ουσία της κατάθεσής του δεν αφορούσε γεγονότα τα οποία βίωσε ο ίδιος, αλλά τον εντοπισμό, την παρουσίαση και την επεξήγηση εγγράφων, καταχωρίσεων και στοιχείων που τηρούνται στα αρχεία της Εναγόμενης 1, καθώς και τις συνήθεις διαδικασίες που ακολουθούνταν από αυτήν κατά τους ουσιώδεις χρόνους, σύμφωνα και με τις εγκυκλίους της. Ο ΜΥ1 περιέγραψε με σαφήνεια την πτυχή αυτή της μαρτυρίας του.
Σημειώνεται συναφώς ότι, κατά την αντεξέταση, δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά ότι τα έγγραφα τα οποία παρουσίασε, Τεκμήρια 24─40, προέρχονταν από τα αρχεία ή τα ηλεκτρονικά συστήματα της Εναγόμενης 1. Η αμφισβήτηση επικεντρώθηκε, κυρίως, στο ότι, ο ίδιος, δεν ήταν ο συντάκτης τους, δεν είχε προσωπική γνώση των περιστάσεων δημιουργίας τους και δεν προέβη σε ανεξάρτητη επιβεβαίωση του περιεχομένου τους με τους υπαλλήλους που τα είχαν καταρτίσει ή ενεπλέκοντο στις σχετικές συναλλαγές. Ωστόσο, τα ζητήματα αυτά, δεν επηρεάζουν την προέλευση των εγγράφων, ούτε αναιρούν το γεγονός ότι αυτά αποτελούν μέρος των επίσημων αρχείων της Εναγόμενης 1, στα οποία ο μάρτυρας είχε πρόσβαση λόγω της θέσης του. Η ιδιότητά του αυτή, καθώς και η σχετική ικανότητα και δυνατότητά του να έχει πρόσβαση στα εν λόγω στοιχεία, δεν αμφισβητήθηκαν.
Το Δικαστήριο, θεωρεί επίσης εύλογη την αδυναμία του ΜΥ1 να κατονομάσει συγκεκριμένα πρόσωπα από τα οποία έλαβε πληροφορίες ή με τα οποία επικοινώνησε για σκοπούς συλλογής των πιο πάνω εγγράφων, δεδομένου ότι η Εναγόμενη 1 αποτελεί μεγάλο χρηματοπιστωτικό οργανισμό με πολυάριθμα τμήματα και προσωπικό. Η δε προετοιμασία της μαρτυρίας του απαιτούσε, όπως ο ίδιος ανέφερε, χωρίς να αμφισβητηθεί, τη συνδρομή περισσοτέρων της μίας υπηρεσιών και εμπλοκή διαφορετικών προσώπων. Υπό τις περιστάσεις, το γεγονός ότι δεν μπορούσε να ανακαλέσει συγκεκριμένα ονόματα συναδέλφων του, δεν κλονίζει την αξιοπιστία του, ούτε δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προέλευση των πληροφοριών που άντλησε από τα αρμόδια αρχεία της Εναγόμενης 1.
Περαιτέρω, η αντεξέταση δεν ανέδειξε οποιοδήποτε στοιχείο ικανό να καταδείξει ότι τα πιο πάνω έγγραφα που παρουσίασε ο ΜΥ1, ήτοι τα Τεκμήρια 24–40, ήταν ανακριβή, παραποιημένα ή ξένα προς τα αρχεία της Εναγόμενης 1. Αντιθέτως, η αμφισβήτηση επικεντρώθηκε κυρίως και μάλιστα, κατά τρόπο γενικό και αόριστο, στη σύνδεση των εν λόγω εγγράφων με τον Ενάγοντα και τη σύζυγό του, καθώς και στο γεγονός ότι ο ΜΥ1 δεν προέβη σε επιβεβαίωση του περιεχομένου τους με πρόσωπα που διέθεταν προσωπική γνώση, είτε των περιστάσεων κατάρτισής τους, είτε των σχετικών συναλλαγών. Ούτε προσκομίστηκε από τον Ενάγοντα αξιόπιστη μαρτυρία ικανή να αντικρούσει το περιεχόμενο των σχετικών εγγράφων. Αντιθέτως, όπως αναλύεται στη συνέχεια κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Ενάγοντος, ο τελευταίος δεν έπεισε το Δικαστήριο ως προς το αληθές των ισχυρισμών του ότι τα επενδυτικά προϊόντα και οι σχετικές συναλλαγές που αποτυπώνονται στα εν λόγω έγγραφα δεν τον αφορούσαν ή δεν συνδέονταν με τον ίδιο και τη σύζυγό του, προβάλλοντας θέσεις οι οποίες δεν υποστηρίχθηκαν επαρκώς και δεν κατέστησαν πειστικές.
Ως προς το ζήτημα των διαφορετικών παραλλαγών του ονόματος του Ενάγοντος και της συζύγου του που εμφανίζονται στα σχετικά έγγραφα, Τεκμήρια 24–40, καθώς και της σύνδεσής τους με αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι η εξήγηση που δόθηκε από τον ΜΥ1 είναι εύλογη. Υπό το πρίσμα του περιεχομένου των εγγράφων, όπως αυτό εξετάζεται εκτενέστερα κατωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Ενάγοντος, αλλά και λαμβανομένων υπόψη των συνήθων κοινωνικών πρακτικών της εποχής και της γενιάς στην οποία ανήκουν ο Ενάγων και η σύζυγός του, οι σχετικές παραλλαγές των ονομάτων δεν κρίνονται ασυνήθεις, ούτε ασύμβατες με τα υπόλοιπα στοιχεία της υπόθεσης. Η εξήγηση αυτή καθίσταται ακόμη πιο πειστική ενόψει της παλαιότητας των σχετικών εγγράφων και της δυνατότητας να έχουν επέλθει διαφοροποιήσεις κατά την πάροδο των ετών. Η αναφορά του μάρτυρα ότι η ταυτοποίηση προέκυπτε μέσω συνδυασμού στοιχείων, όπως αριθμών ταυτότητας, διευθύνσεων και άλλων καταχωρίσεων στα συστήματα της Εναγόμενης 1, δεν κλονίστηκε ουσιωδώς κατά την αντεξέταση. Περαιτέρω, όπως έχει ήδη σχολιαστεί, αλλά και αναφέρεται και αναλύεται στη συνέχεια κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Ενάγοντος, η θέση αυτή επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο των ίδιων των εγγράφων. Το γεγονός ότι ο μάρτυρας δεν προέβη σε εξωτερικό έλεγχο μέσω κρατικών αρχείων ή άλλων ανεξάρτητων πηγών, δεν αναιρεί την αποδεκτότητα των στοιχείων που αντλήθηκαν από τα αρχεία της Εναγόμενης 1, για τα οποία ο μάρτυρας ανέφερε επίσης και δεν αμφισβητήθηκε, ότι η προέλευση τους ήταν από τον ίδιο τον Ενάγοντα και την σύζυγο του.
Το Δικαστήριο, αποδέχεται επίσης τη μαρτυρία του ΜΥ1 αναφορικά με τις συνήθεις διαδικασίες που ακολουθούσε η Εναγόμενη 1 σε σχέση με τις επίδικες αξίες, περιλαμβανομένης της αποστολής αιτήσεων και σχετικών ενημερωτικών σημειωμάτων προς τους πελάτες της. Η μαρτυρία αυτή, στηρίχθηκε στην υπηρεσιακή του εμπειρία, στη θέση που κατείχε και στη γνώση του αναφορικά με τις εσωτερικές διαδικασίες της Εναγόμενης 1 βάσει και των σχετικών εγκυκλίων της, όπως αυτές εφαρμόζονταν γενικά σε μετόχους και κατόχους αξιών της Εναγομένης 1 που τελούσαν υπό παρόμοιες περιστάσεις με τον Ενάγοντα. Περαιτέρω, όπως αναφέρεται λεπτομερέστερα στη συνέχεια, κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της ΜΥ2, η πιο πάνω διαπίστωση επιβεβαιώνεται και από τη μαρτυρία της τελευταίας. Η εν λόγω μαρτυρία καταδεικνύει τη συνήθη πρακτική της Εναγόμενης 1, χωρίς βεβαίως να αποδεικνύει αφ’ εαυτής την παραλαβή συγκεκριμένου εγγράφου από συγκεκριμένο πρόσωπο, ζήτημα το οποίο κρίνεται με βάση το σύνολο της προσαχθείσας αποδεκτής μαρτυρίας.
Αξιολογώντας τη μαρτυρία του συνολικά, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο ΜΥ1 κατέθεσε με ευθύτητα και χωρίς υπεκφυγές. Όπου δεν είχε προσωπική γνώση ή δεν μπορούσε να απαντήσει με βεβαιότητα, το ανέφερε ευθέως, χωρίς να επιχειρήσει να παρουσιάσει εικασίες ως γεγονότα, πέραν μιας εύλογης ανάγνωσης των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν του βάσει και των δικών του γνώσεων. Οι παραδοχές αυτές ενισχύουν την αξιοπιστία της μαρτυρίας του, καθότι αντανακλούν με ακρίβεια τα πραγματικά όρια της προσωπικής του γνώσης.
Υπό το φως όλων των πιο πάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η μαρτυρία του ΜΥ1 είναι αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή στον βαθμό που αφορά την προέλευση, την τήρηση και το περιεχόμενο των αρχείων της Εναγόμενης 1, καθώς και τις συνήθεις διαδικασίες που ακολουθούνταν από αυτήν. Η ειδικότερη αξιολόγηση των επιμέρους εγγράφων, Τεκμήρια 24─40, και της αποδεικτικής τους βαρύτητας σε σχέση με τους ισχυρισμούς του Ενάγοντος, εξετάζεται κατωτέρω στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης της αποδεκτής μαρτυρίας.
Μαρτυρία πραγματογνωμόνων.
Στρεφόμενο τώρα το Δικαστήριο στη μαρτυρία των προσώπων που κλήθηκαν να καταθέσουν ως πραγματογνώμονες, κρίνει σκόπιμο να επισημάνει ορισμένες γενικές παρατηρήσεις ως προς την ιδιαιτερότητα της εν λόγω μαρτυρίας, καθώς και τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγησή της από το Δικαστήριο. Εν προκειμένω, στην υπόθεση Παντελή ν. Iacovou Brothers (Construction) Ltd κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 111/2017, 13/03/2024, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής:
«Είναι σταθερή η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι η μαρτυρία εμπειρογνώμονα αξιολογείται όπως και κάθε άλλη μαρτυρία. Οι κανόνες αξιολόγησης είναι οι ίδιοι τόσο για τις μαρτυρίες εμπειρογνωμόνων όσο και για τις συνήθεις μαρτυρίες. Ως έχει επισημανθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Κονναρή (2011) 1 Α.Α.Δ. 2298, αποτελεί βασική και πάγια νομολογιακή αρχή ότι για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων ισχύουν οι ίδιοι κανόνες που ισχύουν στην περίπτωση κάθε άλλου μάρτυρα, πλην του ότι, κατά παρέκκλιση του γενικού κανόνα, εμπειρογνώμονες δύνανται να εκφέρουν γνώμη στον τομέα ειδίκευσής τους. Το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες, για σκοπούς ελέγχου της ορθότητας των συμπερασμάτων του, επιστημονικές πληροφορίες, έτσι ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση, εφαρμόζοντας αυτές τις πληροφορίες στα γεγονότα της ενώπιον του υπόθεσης που έχουν αποδειχθεί, να σχηματίσει τη δική του κρίση (…)».
Η ΜΥ2, Στάλω Κουμίδου.
Η ΜΥ2 ανέφερε ότι είναι κάτοχος πτυχίου BSc Business and Financial Economics από το Royal Holloway University, μεταπτυχιακού τίτλου MSc Finance and Economics από το London School of Economics και πιστοποίησης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου για παροχή επενδυτικών συμβουλών σε προχωρημένο επίπεδο. Διαθέτει, συνεπώς, κατά τους ισχυρισμούς της, ακαδημαϊκή κατάρτιση στους τομείς των οικονομικών και των χρηματοοικονομικών, καθώς και επαγγελματική πιστοποίηση στον τομέα των επενδύσεων. Κατά την κυρίως εξέτασή της, η ΜΥ2, υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσής της, Τεκμήριο Γ.
Κατά τον ουσιώδη χρόνο, σύμφωνα με την μαρτυρία της. εργαζόταν στη θυγατρική εταιρεία, Κυπριακή Εταιρεία Επενδύσεων και Αξιών Λτδ (CISCO) του Συγκροτήματος της Τράπεζας Κύπρου, η οποία είναι εταιρεία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών αδειοδοτημένη από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, όπου απασχολείτο από το 2007 στο Τμήμα Επενδυτικής Τραπεζικής. Ξεκίνησε ως Investment Banking Advisor, προήχθη σε Senior Investment Banking Advisor και ακολούθως σε Διευθύντρια του Τμήματος, θέση που διατήρησε μέχρι την αποχώρησή της στις 31/12/2019 στο πλαίσιο σχεδίου εθελούσιας εξόδου. Προηγουμένως είχε εργαστεί στην Egnatia Financial Services στον τομέα της επενδυτικής τραπεζικής, καθώς και σε τραπεζικό οργανισμό. Ανέφερε επίσης ότι σήμερα δραστηριοποιείται ως ελεύθερη επαγγελματίας, παρέχοντας συμβουλευτικές υπηρεσίες στον τομέα των χρηματοοικονομικών, ενώ ασχολείται και με την ανάπτυξη και διαχείριση ακινήτων. Παράλληλα, συμμετέχει ως μη εκτελεστικό μέλος σε διοικητικά συμβούλια κυπριακής ασφαλιστικής εταιρείας εισηγμένης στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και κυπριακής τράπεζας.
Στο πλαίσιο των καθηκόντων της στην Κυπριακή Εταιρεία Επενδύσεων και Αξιών Λίμιτεδ (CISCO) παρείχε συμβουλευτικές υπηρεσίες σε θέματα κεφαλαιαγορών, περιλαμβανομένων εκδόσεων μετοχών και άλλων αξιών, της σύνταξης ενημερωτικών δελτίων, καθώς και σε ζητήματα εξαγορών, συγχωνεύσεων, εκπόνησης επιχειρηματικών σχεδίων και μελετών βιωσιμότητας. Ήταν η άποψη της ότι κλήθηκε να καταθέσει λόγω της επαγγελματικής της εμπειρίας και της συμμετοχής της, κατά τον χρόνο έκδοσης των επίδικων αξιών, στην ομάδα εργασίας της Κυπριακής Εταιρείας Επενδύσεων και Αξιών Λίμιτεδ (CISCO), η οποία ενεργούσε ως ανάδοχος και υπεύθυνος σύνταξης των σχετικών ενημερωτικών δελτίων.
Η μάρτυρας ανέφερε ότι τα αξιόγραφα, όπως και τα επίδικα στην παρούσα υπόθεση, αποτελούσαν κινητές αξίες, οι οποίες εκδόθηκαν αρχικά στο Λονδίνο για σκοπούς ενίσχυσης των κεφαλαίων τραπεζικών οργανισμών και ακολούθως υιοθετήθηκαν και από κυπριακές τράπεζες. Σε σχέση με την Εναγόμενη 1, κατέθεσε ότι η πρώτη έκδοση πραγματοποιήθηκε το 2003 και αφορούσε αξιόγραφα αόριστης διάρκειας, με την εκδότρια να διατηρεί δικαίωμα, αλλά όχι υποχρέωση, εξαγοράς τους μετά την πάροδο πενταετίας από την έκδοση και ακολούθως σε προκαθορισμένες ημερομηνίες. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, σκοπός της έκδοσης ήταν η ενίσχυση και κάλυψη των κεφαλαιακών αναγκών της Εναγόμενης 1, πρακτική που, όπως ανέφερε, αποτελούσε συνήθη πρακτική και για τραπεζικά ιδρύματα του εξωτερικού. Πρόσθεσε δε ότι ακολούθησαν περαιτέρω εκδόσεις αξιογράφων από την Εναγόμενη 1 κατά τα έτη 2004 και 2007.
Η μάρτυρας κατέθεσε ότι, τον Ιούλιο του 2008, η Εναγομένη 1 προέβη στην έκδοση των επίδικων χρεογράφων, δεκαετούς διάρκειας, τα οποία προσφέρθηκαν στο ευρύ επενδυτικό κοινό μέσω δημόσιας προσφοράς, με δικαίωμα προτεραιότητας στους υφιστάμενους μετόχους της. Τα εν λόγω χρεόγραφα παρείχαν στην Εναγομένη 1 δικαίωμα εξαγοράς τους μετά την πάροδο πενταετίας και, ακολούθως, σε μεταγενέστερες προκαθορισμένες ημερομηνίες μέχρι τη λήξη τους, οπότε και θα αποπληρώνονταν. Περαιτέρω, ανέφερε ότι το 2009 εκδόθηκαν τα επίδικα αξιόγραφα, τα οποία προσφέρθηκαν επίσης στο ευρύ επενδυτικό κοινό μέσω δημόσιας προσφοράς, με δικαίωμα προτεραιότητας στους μετόχους της και δυνατότητα ανταλλαγής για τους κατόχους των επίδικων χρεογράφων. Επιπλέον, κατέθεσε ότι το 2011 η Εναγομένη 1 εξέδωσε Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου (ΜΑΕΚ), τα οποία προσφέρθηκαν επίσης στο ευρύ επενδυτικό κοινό με δικαίωμα προτεραιότητας στους μετόχους της. Δικαίωμα ανταλλαγής με τα ΜΑΕΚ είχαν οι κάτοχοι των επίδικων χρεογράφων, των επίδικων αξιογράφων, καθώς και των αξιογράφων της έκδοσης του 2007.
Η μάρτυρας ανέφερε ότι, για τη διενέργεια δημόσιας προσφοράς προς το ευρύ επενδυτικό κοινό, η ισχύουσα νομοθεσία, ήτοι ο περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμος του 2005, Νόμος 114(I)/2005, απαιτεί τη σύνταξη και έγκριση ενημερωτικού δελτίου από την αρμόδια αρχή, το περιεχόμενο και η δομή του οποίου διέπονται από τις πρόνοιες του εν λόγω Νόμου. Τα ενημερωτικά δελτία των επίδικων αξιών, ήτοι των επίδικων χρεογράφων και επίδικων αξιογράφων, συντάχθηκαν κατόπιν των σχετικών διαδικασιών και, πριν από τη δημοσίευσή τους, εγκρίθηκαν από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου ως προς την επάρκεια της παρεχόμενης πληροφόρησης προς τους επενδυτές. Περαιτέρω, κατέθεσε ότι για την απόκτηση αξιών στο όνομα επενδυτή απαιτείτο η υποβολή σχετικής αίτησης και το άνοιγμα επενδυτικής μερίδας στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, ώστε να καθίσταται δυνατή η μετέπειτα διαπραγμάτευσή τους μετά την έκδοση και εισαγωγή τους στη χρηματιστηριακή αγορά.
Αναφορικά με τα χαρακτηριστικά των επίδικων αξιών, ανέφερε ότι η βασική διαφορά μεταξύ χρεογράφων και αξιογράφων έγκειται στη διάρκεια και τη διαβάθμιση: τα χρεόγραφα έχουν συγκεκριμένη διάρκεια και ημερομηνία λήξης και προσμετρούνται ως δευτεροβάθμιο κεφάλαιο, ενώ τα αξιόγραφα είναι αορίστου διάρκειας και προσμετρούνται ως πρωτοβάθμιο κεφάλαιο. Σε περίπτωση εκκαθάρισης, τα χρεόγραφα προηγούνται των αξιογράφων, ενώ οι επίδικες αξίες εν γένει κατατάσσονται χαμηλότερα από τις καταθέσεις. Πρόσθετα, κατέθεσε ότι σύμφωνα με τους όρους έκδοσης, υπό προϋποθέσεις, ήταν δυνατή η αναστολή καταβολής τόκων στα επίδικα αξιόγραφα και η ακύρωση καταβολής τόκων στα ΜΑΕΚ, σε αντίθεση με τα επίδικα χρεόγραφα, χωρίς όμως τούτο να επηρεάζει την ονομαστική τους αξία. Διευκρινίζοντας ότι, σε περίπτωση εκκαθάρισης της Εναγόμενης 1, η σειρά προτεραιότητας των πιστωτών θα ήταν: καταθέτες, κάτοχοι χρεογράφων, κάτοχοι αξιογράφων και, ακολούθως, οι μέτοχοι της.
Η μάρτυρας ανέφερε ότι οι παράγοντες κινδύνου που συνδέονταν με την απόκτηση των επίδικων αξιών, ήτοι των επίδικων χρεογράφων και επίδικων αξιογράφων, περιλαμβάνονταν τόσο στο περιληπτικό όσο και στο αναλυτικό μέρος των αντίστοιχων ενημερωτικών δελτίων. Ειδικότερα, σημείωσε ότι, σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία, κάθε ενημερωτικό δελτίο περιλαμβάνει στην αρχή περιληπτικό σημείωμα, το οποίο συνοψίζει τα βασικά σημεία του κυρίως κειμένου σε απλή και συνοπτική μορφή, προς διευκόλυνση της κατανόησης από τον αναγνώστη. Περαιτέρω, κατέθεσε ότι οι παράγοντες κινδύνου περιλαμβάνονταν επίσης σε ολιγοσέλιδα ενημερωτικά σημειώματα, στα οποία παρουσιάζονταν συνοπτικά τα βασικά χαρακτηριστικά των εκάστοτε εκδόσεων. Τα σημειώματα αυτά αποστέλλονταν ταχυδρομικώς στους μετόχους της Εναγομένης 1 που είχαν δικαίωμα προτεραιότητας, καθώς και στους υφιστάμενους κατόχους προηγούμενων εκδόσεων αξιών, μετά την έγκριση εκάστου ενημερωτικού δελτίου, μαζί με προτυπωμένες αιτήσεις συμμετοχής στις νέες εκδόσεις. Τα εν λόγω έγγραφα αποστέλλονταν στη δηλωθείσα διεύθυνση κάθε επενδυτή στην Υπηρεσία Μετοχών και Χρεογράφων, οι οποίοι με τον τρόπο αυτό είχαν τη δυνατότητα να τα λάβουν επιπρόσθετα, πέραν της πρόσβασης στο πλήρες ενημερωτικό δελτίο, το οποίο ήταν διαθέσιμο τόσο ηλεκτρονικά, στις ιστοσελίδες της Εναγομένης 1, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου και του Χρηματιστηρίου Αθηνών, όσο και σε έντυπη μορφή στα υποκαταστήματα της Εναγομένης 1.
Η μάρτυρας ανέφερε ότι η διάθεση των επίδικων χρεογράφων και αξιογράφων, πραγματοποιείτο μέσω των υποκαταστημάτων της Εναγόμενης 1, τα οποία λειτουργούσαν αποκλειστικά ως σημεία παραλαβής αιτήσεων και όχι ως χώροι παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, λειτουργώντας ουσιαστικά ως «κιβώτια προσφορών». Ανέφερε ότι οι υπάλληλοι των υποκαταστημάτων δεν είχαν δικαίωμα παροχής επενδυτικών συμβουλών ή απαντήσεων επί ουσιαστικών επενδυτικών ζητημάτων, γεγονός για το οποίο είχαν εκδοθεί σχετικές εγκύκλιοι της Διοίκησης της Εναγόμενης 1 και είχε πραγματοποιηθεί σχετική ενημέρωση του προσωπικού. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, οι πληροφορίες που παρείχαν οι διευθυντές των υποκαταστημάτων περιορίζονταν σε γενικά στοιχεία των εκδόσεων, όπως η διάρκεια, το επιτόκιο και το ενδεχόμενο δικαίωμα ενεχυρίασης των αξιών για σκοπούς εξασφάλισης δανειοδότησης.
Ειδικότερα, η μάρτυρας κατέθεσε ότι η Εναγόμενη 1 είχε εκδώσει και διανείμει στο προσωπικό της οργανωτικές εγκυκλίους, καθώς και έγγραφα τύπου «ερωτήσεις και απαντήσεις», τα οποία αφορούσαν τον τρόπο διάθεσης των επίδικων χρεογράφων, Τεκμήριο 41 και των επίδικων αξιογράφων, Τεκμήριο 42, μέσω των υποκαταστημάτων. Σύμφωνα με τα εν λόγω έγγραφα, τονιζόταν ρητώς ότι τα υποκαταστήματα δεν έπρεπε σε καμία περίπτωση να προβαίνουν σε συστάσεις, παροτρύνσεις, παροχή επενδυτικών συμβουλών ή επίλυση επενδυτικών αποριών. Περαιτέρω, κατέθεσε ότι, σε περίπτωση ανάγκης για περαιτέρω πληροφόρηση από ενδιαφερόμενους επενδυτές, σύμφωνα με τις εγκυκλίους, αυτοί έπρεπε να απευθύνονται στα αρμόδια τμήματα της Cisco ή σε ανεξάρτητο επενδυτικό σύμβουλο. Ισχυρίστηκε επιπλέον ότι, πέραν των γραπτών οδηγιών, η Διοίκηση της Εναγόμενης 1 είχε διοργανώσει συναντήσεις με το προσωπικό και ειδικότερα με τους διευθυντές των υποκαταστημάτων παγκύπρια, κατά τις οποίες παρουσιάστηκαν τα βασικά χαρακτηριστικά εκάστης έκδοσης και επανατονίστηκε η απαγόρευση παροχής συστάσεων, παροτρύνσεων ή επενδυτικών συμβουλών από το προσωπικό.
Η μάρτυρας ανέφερε ότι η Εναγόμενη 1, στις εκδόσεις των επίδικων χρεογράφων και αξιογράφων, ενεργούσε υπό την ιδιότητα του εκδότη των αξιών και ότι, για τον σκοπό αυτό, οι αιτήσεις διάθεσης διακινούνταν μέσω του δικτύου υποκαταστημάτων της, τα οποία χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά για την παραλαβή αιτήσεων και του σχετικού πληρωτέου ποσού, χωρίς η διαδικασία να συνιστά παροχή επενδυτικής υπηρεσίας. Περαιτέρω, κατέθεσε ότι οι υπάλληλοι των υποκαταστημάτων περιορίζονταν στην παραλαβή των αιτήσεων στο ταμείο, χωρίς αρμοδιότητα έγκρισης, απόρριψης ή αξιολόγησης επενδυτών, ούτε υποχρέωση διενέργειας ελέγχου καταλληλότητας ή συμβατότητας, καθώς η διαδικασία, κατά τη μαρτυρία της, δεν ενέπιπτε στο ρυθμιστικό πλαίσιο παροχής επενδυτικών υπηρεσιών του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου του 2007, Νόμος 144(I)/2007. Η αποδοχή της αίτησης τελούσε υπό την προϋπόθεση επαρκούς υπολοίπου σε λογαριασμό που θα χρεωνόταν ή εκκαθάρισης της επιταγής, σύμφωνα με τους όρους έκδοσης. Ανέφερε επίσης ότι οι ενδιαφερόμενοι επενδυτές υπέγραφαν επί των σχετικών αιτήσεων δήλωση ότι διέθεταν τις απαιτούμενες γνώσεις και ικανότητες για αξιολόγηση της επένδυσης, ότι δεν είχαν λάβει επενδυτική συμβουλή από υπάλληλο της Εναγόμενης 1 και ότι προέβαιναν στην αίτηση σύμφωνα με τους όρους έκδοσης. Επιπροσθέτως, κατέθεσε ότι, κατά τον χρόνο υποβολής των αιτήσεων, οι επίδικες αξίες βρίσκονταν σε στάδιο πρωτογενούς αγοράς, πριν από οποιαδήποτε εισαγωγή ή διαπραγμάτευσή τους σε χρηματιστηριακή αγορά, με τις αιτήσεις να συνιστούν εκδήλωση ενδιαφέροντος απόκτησής τους.
Η μάρτυρας ανέφερε ότι, κατά την άποψή της, οι επενδυτικές υπηρεσίες της λήψης και διαβίβασης, καθώς και της εκτέλεσης εντολών, δεν τυγχάνουν εφαρμογής σε περιπτώσεις όπου οι αξίες εκδίδονται από τον ίδιο τον εκδότη τους, όπως στην περίπτωση της Εναγόμενης 1. Περαιτέρω, κατέθεσε ότι η θέση αυτή, κατά την αντίληψή της, επιβεβαιώνεται και από ευρωπαϊκή ρυθμιστική πρακτική, σύμφωνα με την οποία η διαδικασία δημόσιας προσφοράς, δεν συνιστά αφ’ εαυτής επενδυτική υπηρεσία κατά το Markets in Financial Instruments Directive (MiFID), με αποτέλεσμα να μην εφαρμόζονται σε τέτοιες περιπτώσεις οι απαιτήσεις «know your client». Ανέφερε επίσης ότι, στις περιπτώσεις αυτές, ο εκδότης οφείλει να συμμορφώνεται με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας, ήτοι με τον περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμο του 2005, Νόμος 114(I)/2005, ο οποίος ενσωματώνει την εν λόγω ευρωπαϊκή Οδηγία.
Η μάρτυρας ανέφερε ότι τα ενημερωτικά δελτία αφορούσαν εκδόσεις που προσφέρονταν μέσω δημόσιας πρόσκλησης στο ευρύ επενδυτικό κοινό, χωρίς διάκριση ως προς το επίπεδο γνώσεων των αποδεκτών τους, και απευθύνονταν και σε επενδυτές χωρίς εξειδικευμένες χρηματοοικονομικές γνώσεις. Περαιτέρω, κατέθεσε ότι σε περίπτωση που επενδυτής δεν κατανοούσε τη φύση των εν λόγω αξιών, αποτελούσε ευθύνη του ιδίου να απευθυνθεί σε ειδικούς για περαιτέρω επεξήγηση ή/και συμβουλή, όπως προνοείτο, κατά την αναφορά της, και στο ίδιο το ενημερωτικό δελτίο εκάστης έκδοσης. Ανέφερε επίσης ότι η σχετική νομοθεσία, ήτοι ο περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμος του 2005, Νόμος 114(I)/2005, είναι αυστηρή και περιλαμβάνει συγκεκριμένες πρόνοιες, ενώ τα ενημερωτικά δελτία κάθε έκδοσης, μετά από έγκριση των εποπτικών αρχών, ήταν σαφή, ευανάγνωστα και περιείχαν την απαιτούμενη από τον πιο πάνω Νόμο πληροφόρηση για την αξιολόγηση της επένδυσης. Ισχυρίστηκε επίσης ότι, πριν από την έγκριση εκάστου ενημερωτικού δελτίου, γίνονταν τροποποιήσεις σύμφωνα με παρατηρήσεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, ώστε το τελικό κείμενο να συνάδει με τις απαιτήσεις της προαναφερόμενης σχετικής νομοθεσίας.
Η μάρτυρας επανέλαβε ότι η Εναγόμενη 1 λειτουργούσε ως εκδότης των επίδικων αξιών, ήτοι των επίδικων χρεογράφων και αξιγράφων και ότι, υπό την ιδιότητα αυτή, δεν υπείχε υποχρέωση παροχής εξηγήσεων ως προς τη φύση των εκδοθέντων αξιών, επισημαίνοντας ότι η ιδιότητα του εκδότη δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη εξειδικευμένες γνώσεις εξήγησης των προϊόντων που εκδίδονται. Περαιτέρω, επανέλαβε ότι η παροχή πληροφόρησης προς τους επενδυτές διασφαλιζόταν μέσω του ενημερωτικού δελτίου, το οποίο, σύμφωνα με τον περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμο του 2005, Νόμος 114(I)/2005, αποτελούσε το βασικό εργαλείο ενημέρωσης για κάθε επενδυτή, ανεξαρτήτως μορφωτικού επιπέδου ή εμπειρίας. Τόνισε ξανά ότι στα υποκαταστήματα της Εναγόμενης 1 δεν γινόταν εξήγηση των όρων των επίδικων χρεογράφων και αξιογράφων πέραν της περιγραφής των βασικών χαρακτηριστικών, σύμφωνα με τις οδηγίες της Διοίκησης. Διευκρινίζοντας ότι σε περίπτωση που ενδιαφερόμενος επιθυμούσε περαιτέρω διευκρινίσεις, έπρεπε να απευθυνθεί σε εξειδικευμένα και πιστοποιημένα πρόσωπα αντιπροσώπους της Εναγομένης 1, τα οποία μπορούσαν να παρέχουν μόνο γενικές διευκρινίσεις και όχι επενδυτικές συμβουλές ή γνώμη. Περαιτέρω, επανέλαβε ότι κατά την υποβολή αιτήσεων για απόκτηση των επίδικων αξιών, οι επενδυτές υπέγραφαν μονοσέλιδες αιτήσεις με τις οποίες δήλωναν ότι αιτούνται την απόκτηση σύμφωνα με τους όρους έκδοσης, ότι διαθέτουν τη γνώση και ικανότητα αξιολόγησης της επένδυσης και ότι δεν είχαν λάβει επενδυτική συμβουλή από υπάλληλο της Εναγόμενης 1. Αναφέροντας επιπλέον ότι η διαμόρφωση των αιτήσεων, καθώς και η διατύπωση των σχετικών δηλώσεων, είχαν γίνει με τη συμβολή και υπό την εποπτεία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, στο πλαίσιο εφαρμογής του σχετικού περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμου του 2005, Νόμος 114(I)/2005, με σκοπό την αποφυγή σύγχυσης των επενδυτών.
Η μάρτυρας επανέλαβε ότι οι επίδικες αξίες, ήτοι τα επίδικα χρεόγραφα και αξιόγραφα, αιτούνταν και αποκτώντο στην πρωτογενή αγορά και όχι στη δευτερογενή, στο πλαίσιο νέων εκδόσεων μέσω δημόσιας προσφοράς, κατά τον χρόνο υποβολής των αιτήσεων από ενδιαφερόμενους επενδυτές, όταν οι αξίες δεν είχαν ακόμη εκδοθεί. Τόνισε εκ νέου ότι οι σχετικές επενδύσεις αφορούσαν νέα έκδοση και ότι ο επενδυτής υπέβαλλε αίτηση για απόκτηση πριν από την έκδοση των αξιών, στο πλαίσιο διαδικασίας πρωτογενούς διάθεσης. Και ισχυρίστηκε επιπροσθέτως ότι η διάκριση μεταξύ καταθέσεων και χρεογράφων ή αξιογράφων κατά περίπτωση, καθίστατο σαφής μέσω των ενημερωτικών δελτίων κάθε έκδοσης, των ολιγοσέλιδων ενημερωτικών σημειωμάτων, καθώς και των αιτήσεων που υπέγραφαν οι επενδυτές.
Η μάρτυρας ανέφερε ότι, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής των σχετικών διαταγμάτων που εκδόθηκαν το 2013 από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου υπό την ιδιότητά της ως Αρχής Εξυγίανσης για σκοπούς διάσωσης της Εναγόμενης 1 με ίδια μέσα, παραχωρήθηκαν μετοχές της Εναγόμενης 1 στους κατόχους των επίδικων κινητών αξιών, αναλόγως του ύψους της επένδυσής τους. Περαιτέρω, κατέθεσε ότι, σύμφωνα με τα εν λόγω διατάγματα, τα οποία η Εναγόμενη 1 ήταν υποχρεωμένη να εφαρμόσει, επηρεάστηκαν όχι μόνο οι μέτοχοι, οι κάτοχοι αξιογράφων και οι κάτοχοι χρεογράφων, αλλά και οι καταθέτες, οι οποίοι κατατάσσονταν στην τελευταία και πλέον προστατευμένη βαθμίδα, με συμμετοχή όλων στη διάσωση της Εναγομένης 1 με ίδια μέσα, κατά σειρά προτεραιότητας. Ανέφερε επίσης ότι, λόγω της εφαρμογής των διαταγμάτων εξυγίανσης το 2013, δεν επήλθε η ωρίμανση των επίδικων αξιών, με αποτέλεσμα να μην καταστεί δυνατή η άσκηση από την Εναγόμενη 1 του δικαιώματος εξαγοράς τους στην ονομαστική τους αξία, όπως προνοείτο από τους όρους έκδοσης.
Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέτασή της από τον συνήγορο της Εναγόμενης 1, η μάρτυρας ανέφερε ότι γνώριζε πως η Εναγόμενη 1 είχε προβεί, πριν από τις επίδικες εκδόσεις αξιών, σε εκδόσεις χρεογράφων (χρεογράφων μειωμένης εξασφάλισης (subordinated)). Επεξήγησε ότι τα εν λόγω χρεόγραφα αποτελούσαν χρεωστικούς τίτλους με καθορισμένη ημερομηνία λήξης, οι οποίοι, λόγω της φύσεώς τους, κατατάσσονταν σε χαμηλότερη σειρά προτεραιότητας έναντι άλλων χρεωστικών τίτλων ανώτερης εξασφάλισης. Ως εκ τούτου, ενείχαν αυξημένο κίνδυνο, ιδίως σε περίπτωση εκκαθάρισης, λόγω της υποδεέστερης κατάταξής τους. Αναφορικά με την πορεία των εν λόγω εκδόσεων, η μάρτυρας ανέφερε ότι, σύμφωνα με όσα γνώριζε, στις προηγούμενες εκδόσεις χρεογράφων της Εναγομένης 1, με εξαίρεση την έκδοση του 2007, υπήρχε δικαίωμα προαιρετικής εξαγοράς από την Εναγόμενη 1 κατά την πενταετία, το οποίο είχε ασκηθεί, με αποτέλεσμα να πραγματοποιηθεί η εξαγορά των σχετικών χρεογράφων. Η αναφορά αυτή περιλάμβανε και τις εκδόσεις του 1998, για τις οποίες είχε ειδικώς ερωτηθεί.
Κατά την αντεξέτασή της από τη συνήγορο του Ενάγοντα και κατόπιν υπόδειξης των Τεκμηρίων 41 και 42, η μάρτυρας ανέφερε ότι τα εν λόγω έγγραφα, υπό τον τίτλο «Γενική Εγκύκλιος», αφορούσαν τις εκδόσεις των επίδικων χρεογράφων και αξιογράφων αντίστοιχα, και προορίζονταν αποκλειστικά για εσωτερική χρήση από τους υπαλλήλους της Εναγόμενης 1. Διευκρίνισε ότι δεν απευθύνονταν στο ευρύ επενδυτικό κοινό ούτε αποσκοπούσαν στην ενημέρωσή του, αλλά προορίζονταν για χρήση εντός της Εναγομένης 1.
Αναφερόμενη εκ νέου στο Τεκμήριο 41 και στο έγγραφο υπό τον τίτλο «Ερωτήσεις και Απαντήσεις», η μάρτυρας αποδέχθηκε ότι στη σελίδα 7 αυτού, υπό τον τίτλο «Χρεόγραφα vs κατάθεση;», αναφερόταν ότι τα χρεόγραφα θα απέφεραν τόκο Euribor εξαμήνου πλέον 1% για τα πρώτα πέντε έτη, προσφέροντας υψηλότερη απόδοση από μία κατάθεση. Αποδέχθηκε επίσης ότι στο ίδιο έγγραφο γινόταν αναφορά στη δυνατότητα επίτευξης σημαντικά υψηλότερων αποδόσεων σε περίπτωση που η τιμή της μετοχής στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου υπερέβαινε την τιμή μετατροπής. Παράλληλα, συμφώνησε ότι στο Τεκμήριο 41 δεν γινόταν αναφορά στις διαφορές μεταξύ χρεογράφων και καταθέσεων. Διευκρίνισε, ωστόσο, επαναλαμβάνοντας, ότι το εν λόγω έγγραφο απευθυνόταν αποκλειστικά στους εργοδοτουμένους της Εναγόμενης 1 και λειτουργούσε συμπληρωματικά προς το υπόλοιπο ενημερωτικό υλικό της έκδοσης, περιλαμβανομένων του ενημερωτικού δελτίου και του περιληπτικού ενημερωτικού σε αυτό σημειώματος.
Περαιτέρω, ανέφερε ότι στο Τεκμήριο 41 δεν περιλαμβανόταν ρητή υπόδειξη προς τους υπαλλήλους να το μελετούν σε συνδυασμό με άλλα έγγραφα για σκοπούς κατανόησης των κινδύνων της επένδυσης. Κατέθεσε, ωστόσο, ότι, σύμφωνα με τη γνώση της και λόγω της συμμετοχής της στη σχετική διαδικασία, η «Γενική Εγκύκλιος» είχε κυκλοφορήσει σε ολόκληρο το συγκρότημα της Εναγόμενης 1, το δε έγγραφο «Ερωτήσεις και Απαντήσεις» αποτελούσε μέρος ενημερωτικών παρουσιάσεων προς τους διευθυντές υποκαταστημάτων κατά τις οποίες παρουσιάζονταν αναλυτικά οι όροι και η διαδικασία της έκδοσης. Πρόσθεσε, επαναλαμβάνοντας, ότι σκοπός του εγγράφου ήταν η παροχή βασικών πληροφοριών, ενώ οι κίνδυνοι της επένδυσης αναλύονταν εκτενώς σε άλλα έγγραφα της έκδοσης. Επεσήμανε, τέλος, ότι η αναφορά σε ζητήματα που αφορούσαν καταθέσεις περιλήφθηκε λόγω σχετικών ερωτημάτων που είχαν υποβληθεί.
Η μάρτυρας επιβεβαίωσε επίσης ότι, στο Τεκμήριο 41, περιλαμβανόταν αναφορά τόσο στη δυνατότητα απόκτησης των επίδικων χρεογράφων, όσο και στη χρήση τους ως εξασφάλιση για λήψη δανειοδότησης από την Εναγόμενη 1, σύμφωνα με το ισχύον πλαίσιο. Κατέθεσε ότι η σχετική νομοθεσία επέτρεπε τη χορήγηση δανειοδότησης με ενεχυρίαση τις εν λόγω αξίες και ότι το έγγραφο εξηγούσε το ενδεχόμενο αυτό. Ανέφερε ακόμη ότι γινόταν αναφορά σε συγκεκριμένους όρους, μεταξύ των οποίων και περιθώριο ύψους 2,5% σε περίπτωση χρήσης των χρεογράφων ως εξασφάλιση δανείου.
Αναφερόμενη στην παράγραφο της σελίδας 9 του εγγράφου υπό τον τίτλο «Ερωτήσεις και Απαντήσεις» του Τεκμηρίου 41 περί «οφέλους του καταστήματος», κατέθεσε ότι, κατά την αντίληψή της, αυτή σχετιζόταν με εσωτερικούς εμπορικούς στόχους των υποκαταστημάτων της Εναγόμενης 1, οι οποίοι συνήθως αφορούσαν καταθέσεις και δάνεια. Εξήγησε ότι η συγκεκριμένη αναφορά αποσκοπούσε στο να καταδείξει πως τα ποσά που θα μεταφέρονταν από καταθέσεις σε χρεόγραφα δεν θα επηρέαζαν τους στόχους αυτούς. Πρόσθεσε δε ότι, εξ όσων γνωρίζει, δεν προβλεπόταν οποιοδήποτε χρηματικό όφελος ή προμήθεια προς τους υπαλλήλους της Εναγομένης 1 σε σχέση με την προώθηση των επίδικων χρεογράφων.
Επίσης κατά την αντεξέταση της, η μάρτυρας επιβεβαίωσε ότι τα επίδικα χρεόγραφα και αξιόγραφα έφεραν χαρακτηριστικά που τα καθιστούσαν σύνθετα ή περίπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα, διαφώνησε όμως με τη θέση ότι επρόκειτο για προϊόντα που απευθύνονταν αποκλειστικά σε επαγγελματίες επενδυτές. Συναφώς, ανέφερε, επαναλαμβάνοντας, ότι οι επίδικες αξίες προσφέρονταν στο πλαίσιο δημόσιας προσφοράς προς το ευρύ επενδυτικό κοινό, χωρίς διάκριση με βάση το επίπεδο γνώσεων ή εμπειρίας των επενδυτών. Πρόσθεσε ότι η προστασία των επενδυτών διασφαλιζόταν μέσω του ενημερωτικού δελτίου, το οποίο, σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία, περιλαμβάνει το σύνολο των αναγκαίων πληροφοριών για την αξιολόγηση της επένδυσης. Συναφώς, απέρριψε τη θέση ότι οι επίδικες αξίες απευθύνονταν αποκλειστικά σε επαγγελματίες επενδυτές, υποστηρίζοντας ότι ο καθοριστικός παράγοντας είναι η φύση της προσφοράς, ήτοι το γεγονός ότι επρόκειτο για δημόσια προσφορά, και όχι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ή το προφίλ του επενδυτικού κοινού στο οποίο αυτή απευθυνόταν.
Επιπλέον, η μάρτυρας αντεξεταζόμενη συμφώνησε ότι τα επίδικα αξιόγραφα συνιστούσαν πιο σύνθετα χρηματοοικονομικά μέσα σε σύγκριση με τα επίδικα χρεόγραφα. Περαιτέρω, κατέθεσε ότι τυχόν αναστολή πληρωμής τόκου δεν συνεπαγόταν μείωση ή απώλεια της ονομαστικής αξίας των επίδικων αξιογράφων, η οποία, σύμφωνα με τους όρους έκδοσής τους, παρέμενε ανεπηρέαστη. Αναφορικά με τη χρηματιστηριακή τους αξία, εξήγησε ότι, σε περίπτωση εισαγωγής τους στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, χωρίς αυτό να αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση, η αξία τους διαμορφώνεται από τις συνθήκες της αγοράς, περιλαμβανομένων της προσφοράς και της ζήτησης, καθώς και του επιπέδου των επιτοκίων και ενδέχεται να διαφοροποιείται από την ονομαστική τους αξία. Πρόσθεσε ότι ο επενδυτής έχει τη δυνατότητα να ρευστοποιήσει την επένδυσή του μέσω του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου, ενδεχομένως και σε τιμή υψηλότερη της ονομαστικής αξίας, ενώ, σε περίπτωση διακράτησης των τίτλων μέχρι τη λήξη τους, λαμβάνει την ονομαστική τους αξία. Η μάρτυρας ανέφερε επίσης ότι η αναστολή πληρωμής τόκου ενδέχεται να επηρεάσει τη χρηματιστηριακή αξία των επίδικων αξιογράφων, χωρίς όμως να επηρεάζει την ονομαστική τους αξία. Τέλος, κατέθεσε ότι αναφορικά με τα επίδικα χρεόγραφα δεν προέβλεπαν δυνατότητα αναστολής πληρωμής τόκου, ενώ, αναφορικά με τη μετατροπή των επίδικων χρεογράφων σε επίδικα αξιόγραφα, διευκρίνισε ότι αυτή δεν ήταν υποχρεωτική αλλά επαφιόταν στην επιλογή του κατόχου.
Με αναφορά στην παράγραφο 13 της γραπτής της δήλωσης, Έγγραφο Γ, αντεξεταζόμενη, η μάρτυρας επιβεβαίωσε ότι κατά την έκδοση των επίδικων χρεογράφων εφαρμοζόταν διαδικασία επικοινωνίας των καταστημάτων με πελάτες που ήταν και μέτοχοι της Εναγόμενης 1, με σκοπό την ενημέρωσή τους για την επικείμενη έκδοση και το δικαίωμα προτεραιότητας. Η διαδικασία περιλάμβανε τη διακρίβωση της παραλαβής της επιστολής παραχώρησης, η οποία, σύμφωνα με την σχετική νομοθεσία, αποστελλόταν στη διεύθυνση που είχε δηλώσει ο μέτοχος στην Υπηρεσία Μετοχών και Χρεογράφων της Εναγόμενης 1, καθώς και την αποστολή προτυπωμένης αίτησης, στην οποία αναγραφόταν το ποσό των χρεογράφων που αναλογούσε σε κάθε πελάτη βάσει του αριθμού των μετοχών που κατείχε. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι η τηλεφωνική επικοινωνία δεν επιβαλλόταν από τη σχετική νομοθεσία. Η μάρτυρας αναφέρθηκε επίσης στο περιληπτικό ενημερωτικό σημείωμα το οποίο είχε ετοιμαστεί από την Εναγόμενη 1 ως εκδότρια και είχε εγκριθεί από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, το σημείωμα αυτό αποστελλόταν μαζί με την πιο πάνω αναφερόμενη επιστολή παραχώρησης και περιλάμβανε συνοπτική παρουσίαση της έκδοσης, των παραγόντων κινδύνου και της διαδικασίας υποβολής αιτήσεων. Ερωτηθείσα αναφορικά με τον Ενάγοντα, επανέλαβε ότι οι εν λόγω τηλεφωνικές επικοινωνίες αποσκοπούσαν στην επιβεβαίωση ότι οι πελάτες που ήταν ταυτόχρονα μέτοχοι της Εναγομένης 1 είχαν ενημερωθεί και παραλάβει τη σχετική αλληλογραφία. Ωστόσο, σε ό,τι αφορά τον Ενάγοντα, δήλωσε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο η εν λόγω διαδικασία ακολουθήθηκε και στη δική του περίπτωση και κατά πόσο είχε λάβει τέτοιο ενημερωτικό σημείωμα. Διευκρίνισε ότι, σύμφωνα με τη συνήθη διαδικασία, εφόσον ο Ενάγων ήταν μέτοχος, το σχετικό έντυπο θα έπρεπε να του είχε αποσταλεί.
Αντεξεταζόμενη περαιτέρω επί του ιδίου ζητήματος, η μάρτυρας αρχικά υποστήριξε ξανά ότι τα περιληπτικά ενημερωτικά σημειώματα περιλάμβαναν, σε συνοπτική μορφή, αναφορά στους κινδύνους των επίδικων αξιών. Ωστόσο, κατόπιν υπόδειξης του σχετικού εγγράφου, Τεκμήριο 22, αναθεώρησε τη θέση της και διόρθωσε ότι το συγκεκριμένο έντυπο δεν περιείχε οποιαδήποτε αναφορά στους κινδύνους. Μη αποδεχόμενη ωστόσο τη σχετική εισήγηση που της υποβλήθηκε, κατέθεσε ότι δεν θεωρούσε αναγκαία τη συμπερίληψη των κινδύνων στο εν λόγω σημείωμα, υποστηρίζοντας ότι αυτό ήταν διαθέσιμο μαζί με το ενημερωτικό δελτίο, στο οποίο περιλαμβάνονταν αναλυτικά οι κίνδυνοι της επένδυσης καθώς και σχετικό περιληπτικό σημείωμα, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της νομοθεσίας και κατόπιν έγκρισης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου. Πρόσθεσε ότι η μορφή του ενημερωτικού σημειώματος είχε επιλεγεί ώστε να παρέχει συνοπτική πληροφόρηση στους επενδυτές, χωρίς να υποκαθιστά το πλήρες ενημερωτικό δελτίο ή να απαιτεί την αποστολή εκτενούς εγγράφου. Η μάρτυρας διαφώνησε επίσης με την εισήγηση ότι το ολιγοσέλιδο ενημερωτικό σημείωμα, Τεκμήριο 22, αποστελλόταν αυτοτελώς, χωρίς αναφορά σε κινδύνους ή χωρίς παραπομπή σε περαιτέρω πληροφόρηση. Ανέφερε ότι αυτό αποστελλόταν μαζί με τις αιτήσεις συμμετοχής, περιείχε αναφορά στο ενημερωτικό δελτίο και ότι το περιεχόμενό του είχε εγκριθεί από την αρμόδια αρχή, ήτοι την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου. Κατά τη θέση της, το περιληπτικό ενημερωτικό σημείωμα αποτελούσε μέρος της συνολικής ενημέρωσης των επενδυτών, η οποία περιλάμβανε και το ενημερωτικό δελτίο. Συναφώς, επανέλαβε τονίζοντας ότι, τόσο το ενημερωτικό δελτίο, όσο και τα συνοδευτικά έγγραφα της έκδοσης, περιλαμβανομένων της αίτησης συμμετοχής και του ολιγοσέλιδου ενημερωτικού σημειώματος, τελούσαν υπό την έγκριση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου και ότι η πλήρης κατανόηση της επένδυσης προϋπέθετε την ανάγνωση του ενημερωτικού δελτίου στο σύνολό του.
Αναφορικά με τους κινδύνους της επένδυσης, η μάρτυρας ανέφερε ότι αυτοί περιλαμβάνονταν στο ενημερωτικό δελτίο, Τεκμήριο 20, παραπέμποντας ειδικότερα στη σελίδα 6 του «Δελτίου Παρουσίασης Εκδότη», καθώς και στους όρους έκδοσης και στη διαβάθμιση των αξιών που περιλαμβάνονταν στη σελίδα 18 του «Σημειώματος Εκδιδόμενου Τίτλου». Όπως κατέθεσε, στην παράγραφο 2 «Καθεστώς εξασφάλισης και προτεραιότητα κατάταξης των μετατρέψιμων χρεογράφων» αναφερόταν ότι τα μετατρέψιμα χρεόγραφα συνιστούσαν άμεσες, μη εξασφαλισμένες και ελάσσονες (subordinated) αξίες της τράπεζας. Ωστόσο, αποδέχθηκε ότι στο ενημερωτικό δελτίο δεν υπήρχε ρητή και απλοποιημένη διατύπωση ότι ο επενδυτής ενδέχεται να απωλέσει το σύνολο της επένδυσής του. Ως προς αυτό, κατέθεσε περαιτέρω ότι τα ενημερωτικά δελτία συντάσσονταν με τεχνική και κανονιστική ορολογία, μέσω της οποίας περιγράφονταν οι όροι της έκδοσης και οι σχετικοί παράγοντες κινδύνου, χωρίς να χρησιμοποιείται απλουστευμένη διατύπωση όπως ότι «ενδέχεται να χάσετε όλα τα χρήματά σας». Τόνισε, πάντως, επαναλαμβάνοντας, ότι το περιεχόμενο και η διατύπωση των ενημερωτικών δελτίων είχαν εγκριθεί εκτός της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου και από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου.
Κατά την αντεξέτασή της από τη συνήγορο του Ενάγοντα, η μάρτυρας κατέθεσε επίσης ότι σε περίπτωση που ενδιαφερόμενος επενδυτής επιθυμούσε τεχνικές ή εξειδικευμένες επεξηγήσεις αναφορικά με τα επίδικα χρεόγραφα ή αξιόγραφα, θα έπρεπε να απευθυνθεί σε αρμόδιες εξειδικευμένες υπηρεσίες, όπως της Κυπριακής Εταιρείας Επενδύσεων και Αξιών Λίμιτεδ (CISCO) ή το τμήμα private banking της Εναγομένης 1. Ανέφερε περαιτέρω ότι οι διευθυντές των υποκαταστημάτων της Εναγόμενης 1 μπορούσαν να παρέχουν μόνο βασικές πληροφορίες και γενικά χαρακτηριστικά των εν λόγω αξιών. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, η Διοίκηση της Εναγόμενης 1 ενημέρωνε τους διευθυντές των υποκαταστημάτων σχετικά με τα χαρακτηριστικά των εκδόσεων και οι πληροφορίες που μεταφέρονταν στους πελάτες περιορίζονταν σε γενικά στοιχεία, όπως η διάρκεια, το επιτόκιο και η δυνατότητα ενεχυρίασης των αξιών.
Περαιτέρω, η μάρτυρας ανέφερε ότι δεν γνωρίζει την Κουμπαρή που της υποδείχθηκε ως υπεύθυνη συγκεκριμένου υποκαταστήματος της Εναγομένης 1 στο Αυγόρου, ούτε είχε οποιαδήποτε γνώση ή ενημέρωση αναφορικά με ισχυρισμούς του Ενάγοντος για παραπλανητικές παραστάσεις που του έγιναν από το εν λόγω πρόσωπο. Υποστήριξε, ωστόσο, επαναλαμβάνοντας, ότι τα υποκαταστήματα της Εναγόμενης 1 λειτουργούσαν ως σημεία παραλαβής αιτήσεων για την απόκτηση των επίδικων αξιών. Όπως εξήγησε, κατά τη συνήθη διαδικασία, ο ενδιαφερόμενος επενδυτής προσερχόταν στο υποκατάστημα με ήδη συμπληρωμένη αίτηση και την υπέβαλλε στο ταμείο. Εφόσον δεν επρόκειτο για ανταλλαγή υφιστάμενων αξιών που κατείχε, καταβαλλόταν το σχετικό πληρωτέο ποσό, είτε μέσω χρέωσης τραπεζικού λογαριασμού, είτε με άλλο αποδεκτό τρόπο πληρωμής, ενώ η συναλλαγή καταγραφόταν στο σύστημα της τράπεζας. Αναφορικά με τον ρόλο της Κυπριακής Εταιρείας Επενδύσεων και Αξιών Λίμιτεδ (CISCO), η μάρτυρας κατέθεσε ότι αυτή δεν εμπλεκόταν στη διαδικασία παραλαβής και καταγραφής των αιτήσεων, η οποία διενεργείτο από την Εναγόμενη 1 μέσω της αρμόδια Υπηρεσίας Μετοχών και Χρεογράφων. Ειδικότερα, οι αιτήσεις που παραλαμβάνονταν στα υποκαταστήματα, διαβιβάζονταν στο εν λόγω τμήμα, το οποίο ήταν υπεύθυνο για την καταχώρισή τους στο σύστημα και για τη συνολική διαχείριση της διαδικασίας συγκέντρωσης και καταγραφής των αιτήσεων. Η μάρτυρας, διευκρίνισε επίσης ότι, στο στάδιο αυτό δεν λάμβανε χώρα άμεση «εκτέλεση» της αίτησης, υπό την έννοια επενδυτικής συναλλαγής. Όπως ανέφερε, η διαδικασία περιλάμβανε την καταχώριση των αιτήσεων, τον έλεγχο της κάλυψης της έκδοσης και της εγκυρότητας των πληρωμών, την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων της έκδοσης και, όπου προβλεπόταν εισαγωγή των αξιών στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, τη δημιουργία του αναγκαίου αρχείου για την δυνατότητα προώθησης της σχετικής διαδικασίας. Η διαδικασία ολοκληρωνόταν από την εκδότρια Εναγόμενη 1 μέσω του αρμόδιου τμήματος της, το οποίο είχε την ευθύνη της τελικής επεξεργασίας των αιτήσεων και της καταγραφής των αποτελεσμάτων της έκδοσης. Στο πλαίσιο αυτό εξασφαλιζόταν η ύπαρξη μερίδας επενδυτή, ώστε να καθίσταται δυνατή η μεταγενέστερη διαπραγμάτευση των αξιών στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου.
Επιπροσθέτως, αντεξεταζόμενη, η μάρτυρας ανέφερε ότι οι επίδικες αξίες, ήτοι τα επίδικα χρεόγραφα και αξιόγραφα, διέφεραν ουσιωδώς από μία προθεσμιακή κατάθεση, καθότι αποτελούσαν κινητές αξίες με διαφορετικά χαρακτηριστικά, ιδίως ως προς τη διάρκεια και τη σειρά κατάταξής τους. Επεξήγησε ότι, σε περίπτωση εκκαθάρισης της Εναγομένης 1, οι καταθέσεις προηγούνται σε σειρά ικανοποίησης, ακολουθούμενες από τα χρεόγραφα, τα αξιόγραφα και, τέλος, τις μετοχές. Επιβεβαίωσε επίσης ότι οι καταθέσεις απολάμβαναν προστασίας μέχρι συγκεκριμένου ποσού δυνάμει του σχετικού καθεστώτος εγγύησης καταθέσεων. Η μάρτυρας αποδέχθηκε ότι, εάν υπάλληλος της Εναγόμενης 1 παρουσίαζε τις επίδικες αξίες ως ισοδύναμες με τραπεζική κατάθεση, μια τέτοια παράσταση θα ήταν παραπλανητική. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι η σύγκριση των δύο καταστάσεων σε γενικό επίπεδο, όπως ως προς τη διάρκεια ή και το επιτόκιο, θα μπορούσε, αναλόγως του πλαισίου και του περιεχομένου της, να πραγματοποιηθεί χωρίς κατ’ ανάγκη να θεωρείται παραπλανητική.
Κατά την αντεξέτασή της από τη συνήγορο του Ενάγοντα, η μάρτυρας κατέθεσε επιπλέον ότι δεν είχε μελετήσει τις αιτήσεις που υπέβαλε ο Ενάγων για την απόκτηση των επίδικων χρεογράφων και αξιογράφων, αντίστοιχα. Ερωτηθείσα σχετικά με το ενδεχόμενο η υποβολή τους και πληρωμή της αντιπαροχής να πραγματοποιήθηκε λίγα μόλις λεπτά πριν από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής, ανέφερε ότι το γεγονός αυτό δεν της προκαλούσε οποιαδήποτε εντύπωση, εφόσον η υποβολή είχε πραγματοποιηθεί εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας.
Η μαρτυρία της ΜΥ2 κρίνεται, στο σύνολό της, ως αξιόπιστη, συνεκτική και επαρκώς τεκμηριωμένη, ώστε να γίνει αποδεκτή. Η κατάληξη αυτή εδράζεται τόσο στην εξειδικευμένη επαγγελματική της κατάρτιση όσο και στην άμεση και προσωπική της εμπλοκή στα γεγονότα που συνδέονται με τα επίδικα ζητήματα. Ειδικότερα, η μάρτυρας διαθέτει αδιαμφισβήτητη ακαδημαϊκή και επαγγελματική εξειδίκευση στον τομέα των χρηματοοικονομικών και της επενδυτικής τραπεζικής, έχοντας πανεπιστημιακή και μεταπτυχιακή εκπαίδευση, καθώς και πολυετή εμπειρία σε θέση ευθύνης στο τμήμα επενδυτικής τραπεζικής της Κυπριακής Εταιρείας Επενδύσεων και Αξιών Λίμιτεδ (CISCO). Κατά τον ουσιώδη χρόνο των επίδικων εκδόσεων, η Κυπριακή Εταιρεία Επενδύσεων και Αξιών Λίμιτεδ (CISCO) ενεργούσε ως ανάδοχος και είχε ουσιαστικό ρόλο στη σύνταξη και προώθηση των σχετικών ενημερωτικών δελτίων που αφορούσαν τα επίδικα χρεόγραφα και αξιόγραφα. Η εξειδίκευση της μάρτυρος δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά κατά την αντεξέταση, και προσδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στις τεχνικές της αναφορές αναφορικά με τη δομή των εκδόσεων, τα χαρακτηριστικά των επίδικων αξιών, τη λειτουργία των ενημερωτικών δελτίων και το εφαρμοστέο κανονιστικό και εποπτικό πλαίσιο. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κατά την κρίση του Δικαστηρίου ως προς το κατά πόσον θα αποδεχθεί τη μαρτυρία προσώπου που καταθέτει κατά τη δίκη ως μαρτυρία πραγματογνώμονα, δύναται να συνεκτιμηθεί και το γεγονός ότι η εν λόγω μαρτυρία προσφέρθηκε χωρίς ένσταση από τον αντίδικο, καθώς και το ότι δεν αμφισβητήθηκε από αυτόν ή αντιμετωπίστηκε και από τον ίδιο ως μαρτυρία πραγματογνώμονα (βλ. Καουρής ν. Δημητρίου κ.α., (2008) 1 Α.Α.Δ. 967 και Λογγινός ν. Λογγινού κ.α., (2005) 1 Α.Α.Δ. 74).
Περαιτέρω, η ΜΥ2 δεν κατέθεσε αποκλειστικά βάσει θεωρητικής γνώσης ή εκ των υστέρων ενημέρωσης, αλλά στηριζόμενη σε προσωπική συμμετοχή στις διαδικασίες που σχετίζονταν με τις επίδικες εκδόσεις. Από τη μαρτυρία της προέκυψε ότι συμμετείχε ενεργά στην ομάδα εργασίας της Κυπριακής Εταιρείας Επενδύσεων και Αξιών Λίμιτεδ (CISCO) που είχε αναλάβει τη σύνταξη και υλοποίηση των σχετικών ενημερωτικών δελτίων, καθώς και τη διαχείριση των διαδικασιών που αφορούσαν την έγκρισή τους από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου. Η άμεση αυτή εμπλοκή της ενισχύει ουσιωδώς την αποδεικτική αξία της μαρτυρίας της ως προς τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν τις επίδικες εκδόσεις, περιλαμβανομένων αυτών που αφορούν τις σχετικές διαδικασίες που ακολούθησε η Εναγόμενη 1 για πληροφόρηση των επενδυτών.
Το γεγονός ότι η Κυπριακή Εταιρεία Επενδύσεων και Αξιών Λίμιτεδ (CISCO) παρείχε υπηρεσίες στο συγκρότημα της Τράπεζας Κύπρου όπου ανήκει η Εναγομένη 1 και ότι η ίδια εργαζόταν στην Κυπριακή Εταιρεία Επενδύσεων και Αξιών Λίμιτεδ (CISCO) στο πλαίσιο αυτής της συνεργασίας δεν συνιστά, αφ’ εαυτού, στοιχείο ικανό να αποδυναμώσει την αξιοπιστία της. Αντιθέτως, από το σύνολο της μαρτυρίας δεν προέκυψε οποιοδήποτε προσωπικό, οικονομικό ή άλλο συμφέρον που να συνδέεται με την έκβαση της παρούσας διαδικασίας. Επιπλέον, η αποχώρησή της από την Κυπριακή Εταιρεία Επενδύσεων και Αξιών Λίμιτεδ (CISCO) έλαβε χώρα αρκετά χρόνια πριν από την εκδίκαση της υπόθεσης, γεγονός που απομακρύνει περαιτέρω οποιαδήποτε υπόνοια επηρεασμού της μαρτυρίας της από προσωπικό συμφέρον.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της κυρίως εξέτασης και της αντεξέτασής της, η μάρτυρας διατήρησε σταθερή και συνεπή θέση ως προς τον βασικό πυρήνα της μαρτυρίας της, ήτοι ότι οι επίδικες αξίες, ως νέες εκδόσεις που διατέθηκαν μέσω δημόσιας προσφοράς, αποκτώνταν στην πρωτογενή και όχι στη δευτερογενή αγορά, ότι η Εναγομένη 1 ενεργούσε υπό την ιδιότητα της εκδότριας και όχι υπό την ιδιότητα παρόχου επενδυτικών υπηρεσιών και ότι η ουσιώδης πληροφόρηση προς τους επενδυτές παρεχόταν μέσω των ενημερωτικών δελτίων που είχαν εγκριθεί από την αρμόδια εποπτική αρχή, ήτοι την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου. Παρά την αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε, η οποία, κατ’ ουσίαν, δεν αμφισβητούσε τις βασικές θέσεις της αλλά κρίθηκε ότι αποσκοπούσε στην ανάδειξη γεγονότων ικανών να υποστηρίξουν την εκδοχή του Ενάγοντος, δεν ανέκυψαν ουσιώδεις αντιφάσεις, ασυνέπειες ή μεταβολές θέσεων ικανές να κλονίσουν τον κεντρικό πυρήνα της μαρτυρίας της. Συναφώς, αξιοσημείωτο είναι ότι η μαρτυρία της ως προς την εφαρμοζόμενη διαδικασία, καθώς και τον τρόπο και τα μέσα επικοινωνίας των υποκαταστημάτων της Εναγομένης 1 με πελάτες που ήταν ταυτόχρονα μέτοχοί της, με σκοπό την ενημέρωσή τους για κάθε επικείμενη νέα έκδοση και για το δικαίωμα προτεραιότητας που διέθεταν, δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά κατά την αντεξέτασή της. Παρόλο που ερωτήθηκε ειδικώς σε σχέση με την περίπτωση του Ενάγοντος και η μάρτυρας απάντησε ότι δεν είχε προσωπική γνώση κατά πόσο η εν λόγω διαδικασία ακολουθήθηκε και στη δική του περίπτωση, δεν αμφισβητήθηκε ότι η διαδικασία που η Εναγόμενη 1 ακολουθούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο γενικά, ήταν αυτή που περιέγραφε. Ούτε αμφισβητήθηκε ο ισχυρισμός της ότι το περιεχόμενο των σχετικών αιτήσεων συμμετοχής, του σχετικού προτυπωμένου εντύπου, καθώς και των ενημερωτικών δελτίων και περιληπτικών ενημερωτικών σημειωμάτων, είχε διατυπωθεί κατά τρόπο που να ικανοποιεί τις απαιτήσεις της αρμόδιας εποπτικής αρχής, ήτοι της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, σύμφωνα με τις διατάξεις της σχετικής νομοθεσίας, όπως υποστηρίχθηκε.
Ως προς το σχετικό ζήτημα των περιληπτικών ενημερωτικών σημειωμάτων και της αναφοράς στους επενδυτικούς κινδύνους, διαπιστώθηκε διαφοροποίηση κατά την αντεξέταση. Η διαφοροποίηση αυτή, όμως, ─η μόνη που εντοπίζεται─ δεν συνιστά ουσιώδη αντίφαση ούτε επηρεάζει την αξιοπιστία της μαρτυρίας της στο σύνολό της. Αφορούσε δευτερεύουσα πτυχή του τρόπου παρουσίασης της πληροφόρησης και όχι τον πυρήνα της θέσης της. Όταν της υποδείχθηκε το σχετικό Τεκμήριο 22, η μάρτυρας αναγνώρισε την ανάγκη διευκρίνισης των προηγούμενων απαντήσεών της και επανατοποθέτησε το ζήτημα στο ορθό κατά την μαρτυρία της θεσμικό πλαίσιο, ήτοι ότι η πλήρης και δεσμευτική πληροφόρηση περιλαμβανόταν στο εγκεκριμένο ενημερωτικό δελτίο της εκάστοτε έκδοσης στο οποίο τα περιληπτικά ενημερωτικά σημειώματα κατά περίπτωση αναφέρονταν. Το Δικαστήριο δεν εκλαμβάνει τη στάση αυτή ως ένδειξη πρόθεσης παραπλάνησης ή απόπειρας προσαρμογής της μαρτυρίας της, αλλά μάλλον ως ειλικρινή διόρθωση ή αποσαφήνιση σημείου ως προς το οποίο η μνήμη της δεν ήταν απολύτως ακριβής. Η εκτίμηση αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι, κατά τα υπόλοιπα, η μάρτυρας παρέπεμπε με ακρίβεια στο περιεχόμενο των σχετικών εγγράφων και τεκμηρίων και δη στα ενημερωτικά δελτία όσον αφορά τους επενδυτικούς κινδύνους.
Σημαντικό στοιχείο αξιολόγησης της αξιοπιστίας της ΜΥ2, αποτελεί επίσης η στάση που τήρησε κατά την αντεξέταση. Η ΜΥ2 δεν επέδειξε διάθεση υπεκφυγής, ούτε επιχείρησε να διευρύνει τεχνητά το εύρος των γνώσεών της. Αντιθέτως, σε κρίσιμα σημεία αναγνώρισε ευθέως τα όρια της προσωπικής της γνώσης, όπως σε σχέση με τα γεγονότα που αφορούσαν ειδικά τον Ενάγοντα, όπως επίσης και σε ό,τι αφορούσε παρατηρήσεις της συνηγόρου του Ενάγοντας σε σχέση με τα κατατιθέμενα τεκμήρια, στις οποίες έδιδε σαφείς, τεκμηριωμένες και εύλογες απαντήσεις. Σε κάθε περίπτωση, ως προς τα γεγονότα που ειδικά αφορούν την προκείμενη περίπτωση, το Δικαστήριο θα καταλήξει εφόσον αξιολογήσει το σύνολο της ενώπιον του προσαχθείσας μαρτυρίας και δη αυτής του Ενάγοντος, η αποτύπωση της αξιολόγησης της από το Δικαστήριο, ακολουθεί.
Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία της ΜΥ2, αφενός ως μαρτυρία πραγματογνώμονα, και αφετέρου ως αξιόπιστη μαρτυρία.
Ο ΜΕ2, Νίκος Παυλίδης.
Ο ΜΕ2 δήλωσε ότι είναι κάτοχος πτυχίου Οικονομικών και πτυχίου Νομικής από το Πανεπιστήμιο του Sydney, με εξειδίκευση σε ποινικά χρηματοοικονομικά θέματα. Ανέφερε ότι, κατόπιν εξασφάλισης υποτροφίας, πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Λονδίνο με εξειδίκευση στα χρηματοοικονομικά, ενώ παράλληλα εργάστηκε με μερική απασχόληση ως δημόσιος κατήγορος σε οργανισμό που ασχολείτο με χρηματοοικονομικά ζητήματα. Περαιτέρω, κατέθεσε ότι από το 2004 εργάστηκε στην Κύπρο στο νομικό τμήμα της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, όπου παρείχε υπηρεσίες σε θέματα αδειοδότησης εταιρειών παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, εποπτείας εκδοτών δημοσίων αξιών εισηγμένων σε χρηματιστήρια, καθώς και σε θέματα ερευνών και συναφών ζητημάτων. Ανέφερε επίσης ότι από το 2008 δραστηριοποιείται στον ιδιωτικό τομέα ως νομικός με εξειδίκευση στο δίκαιο και την πρακτική της κεφαλαιαγοράς, παρέχοντας συμβουλευτικές υπηρεσίες σε εταιρείες επενδυτικών υπηρεσιών, επενδυτικά ταμεία και εκδότες εισηγμένων αξιών. Ο μάρτυρας δήλωσε ακόμη ότι επί σειρά ετών έχει μελετήσει, συμβουλεύσει και εκπαιδεύσει επαγγελματίες του χρηματοοικονομικού τομέα, όπως λογιστές, ελεγκτές και λειτουργούς συμμόρφωσης, σε θέματα χρηματοοικονομικών μέσων και της κατηγοριοποίησής τους. Κατέθεσε επίσης ότι είναι επόπτης καθηγητής στο CIIM Business School σε μεταπτυχιακά προγράμματα, μεταξύ των οποίων και το Master in Financial Services, ενώ έχει διδάξει σε πληθώρα εκπαιδευτικών προγραμμάτων που απευθύνονται σε επαγγελματίες εγγεγραμμένους στο μητρώο της κεφαλαιαγοράς. Δήλωσε, τέλος, ότι η ενασχόλησή του με το αντικείμενο της κεφαλαιαγοράς και των χρηματοοικονομικών μέσων είναι συνεχής και αδιάλειπτη από το 2004 μέχρι σήμερα.
Αναφορικά με τη δήλωση παραδεκτών γεγονότων των διαδίκων, σύμφωνα με την οποία ο Ενάγων δεν είναι επαγγελματίας επενδυτής, απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις κατά την κυρίως εξέταση του, ο μάρτυρας αναφέρθηκε σε διάκριση μεταξύ «επαγγελματία επενδυτή» και «έμπειρου επενδυτή», αναφέροντας ότι η αξιολόγηση της επενδυτικής εμπειρίας βασίζεται πρωτίστως στη γνώση και την εμπειρία του προσώπου σε συγκεκριμένα χρηματοοικονομικά μέσα. Ως προς τη γνώση, ανέφερε ότι αυτή μπορεί να αποκτηθεί μέσω εξειδικευμένων σπουδών, επαγγελματικής απασχόλησης σε χρηματοοικονομικούς οργανισμούς που δραστηριοποιούνται στην αγοραπωλησία αξιών ή μέσω μακροχρόνιας και συστηματικής ενασχόλησης με συγκεκριμένα χρηματοοικονομικά μέσα ως επενδυτής. Ως προς την εμπειρία, κατέθεσε ότι αυτή αξιολογείται με βάση τη συχνότητα, τον όγκο και την πρόσφατη επενδυτική δραστηριότητα του προσώπου σε συγκεκριμένα χρηματοοικονομικά μέσα, επισημαίνοντας ότι η παλαιότερη ενασχόληση, από μόνη της, δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση εμπειρίας, σε αντίθεση με τις συχνές και πρόσφατες συναλλαγές. Περαιτέρω, τόνισε ότι η επενδυτική εμπειρία είναι εξειδικευμένη ανά κατηγορία χρηματοοικονομικού μέσου και ότι ένα πρόσωπο μπορεί να διαθέτει εμπειρία σε συγκεκριμένο είδος επένδυσης χωρίς να είναι αντίστοιχα έμπειρο σε άλλα χρηματοοικονομικά προϊόντα, λόγω της διαφορετικότητας και της πολυπλοκότητάς τους.
Σε ερώτηση κατά την κυρίως εξέταση του κατά πόσον πρόσωπο που πραγματοποιεί συναλλαγές με ή έχει προβεί σε πωλήσεις μετοχών μπορεί να χαρακτηριστεί ως «έμπειρος επενδυτής» σε σχέση με τις επίδικες αξίες, ο μάρτυρας ανέφερε ότι η ενασχόληση με μετοχές θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να συνδέεται με την έννοια του «έμπειρου επενδυτή», επισημαίνοντας ωστόσο ότι οι μετοχές αποτελούν μη περίπλοκα και ευρέως κατανοητά χρηματοοικονομικά μέσα, όπως και τα απλά ομόλογα καθορισμένης διάρκειας. Αντιθέτως, χαρακτήρισε τις επίδικες αξίες ως περίπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα και εξέφρασε την άποψη ότι η απλή ή μη προσδιορισμένης έκτασης επενδυτική δραστηριότητα σε μετοχές, ανεξαρτήτως της συχνότητάς της, δεν συνεπάγεται ότι το πρόσωπο μπορεί να θεωρηθεί έμπειρος επενδυτής σε σύνθετα χρηματοοικονομικά προϊόντα όπως οι επίδικες αξίες.
Αφού του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 1, ο μάρτυρας επιβεβαίωσε ότι αυτό αφορά αίτηση εγγραφής και καταβολής αντιτίμου για μετατροπή/αγορά χρηματοοικονομικών αξιών. Ανέφερε ότι, σύμφωνα με το περιεχόμενο του εγγράφου, η σχετική συναλλαγή πραγματοποιήθηκε στις 28/07/2008 και ώρα 13:26, δηλαδή λίγα μόλις λεπτά πριν από τη λήξη της προθεσμίας εγγραφής. Πρόσθεσε ότι η περίοδος υποβολής αιτήσεων εκτεινόταν από τις 15/07/2008 έως τις 28/07/2008 και ότι στο έγγραφο εμφανίζεται σφραγίδα καταστήματος της Εναγόμενης 1 με ημερομηνία 28/07/2008. Σε ερώτηση της συνηγόρου του Ενάγοντος, η οποία έθεσε ως υπόθεση ότι ο Ενάγων δεν ήταν επαγγελματίας ή έμπειρος επενδυτής και ότι δεν είχε προηγουμένως επιθεωρήσει ή μελετήσει το σχετικό ενημερωτικό δελτίο, ο μάρτυρας δήλωσε αρχικά ότι το ζήτημα της συμμόρφωσης με τη νομοθεσία εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου και όχι του πραγματογνώμονα. Ως προς τις βέλτιστες πρακτικές του χρηματοοικονομικού τομέα, ανέφερε ότι αυτές εδράζονται στις αρχές της δεοντολογίας, της ειλικρίνειας και του επαγγελματισμού, λαμβάνοντας υπόψη την ανισομέρεια γνώσεων μεταξύ του παρόχου υπηρεσιών και του μη επαγγελματία πελάτη, καθώς και την υποχρέωση παροχής ακριβών, σαφών και μη παραπλανητικών πληροφοριών. Υπό τις πιο πάνω παραδοχές, ο μάρτυρας εξέφρασε την άποψη ότι η ολοκλήρωση της επένδυσης κατά την εκπνοή της προθεσμίας εγγραφής, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο Ενάγων δεν διέθετε ιδιότητα έμπειρου επενδυτή, ούτε είχε προηγουμένως χρόνο να μελετήσει το ενημερωτικό δελτίο, δεν συνάδει με τις εν λόγω βέλτιστες πρακτικές. Επεσήμανε περαιτέρω ότι οι επίδικες αξίες συνιστούσαν περίπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα και ότι το ενημερωτικό δελτίο των επίδικων χρεογράφων αποτελείτο από πέντε έγγραφα συνολικής έκτασης περίπου 255 σελίδων. Ανέφερε επίσης ότι, υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν θα υπήρχε επαρκής χρόνος για ουσιαστική μελέτη των χαρακτηριστικών και των κινδύνων των επίδικων προϊόντων, ούτε για τη λήψη ανεξάρτητης επενδυτικής ή χρηματοοικονομικής συμβουλής, η οποία θα μπορούσε ενδεχομένως να επηρεάσει την επενδυτική απόφαση του Ενάγοντος.
Ο μάρτυρας κατέθεσε ότι τα επίδικα αξιόγραφα προσφέρθηκαν στους κατόχους των επίδικων χρεογράφων ως επιλογή ανταλλαγής των τελευταίων. Ανέφερε ότι η απόφαση κατά πόσον ένας κάτοχος θα προχωρούσε ή όχι στην ανταλλαγή εναπόκειτο αποκλειστικά στη διακριτική του ευχέρεια, καθώς είχε τη δυνατότητα να διατηρήσει τα επίδικα χρεόγραφα. Πρόσθεσε ότι, εξ όσων γνωρίζει, η πλειοψηφία των κατόχων επέλεξε να ανταλλάξει τα επίδικα χρεόγραφα με τα επίδικα αξιόγραφα. Σε ερώτηση κατά πόσον είχε γνωστοποιηθεί στους κατόχους των επίδικων χρεογράφων ότι δεν διέθεταν επιλογή ανταλλαγής, ο μάρτυρας απάντησε ότι, βάσει των εγγράφων που έχει μελετήσει, η σχετική γνωστοποίηση αφορούσε τη δυνατότητα ανταλλαγής των επίδικων χρεογράφων με τα επίδικα αξιόγραφα. Περαιτέρω, διευκρίνισε ότι, υπό την ιδιότητά του ως πραγματογνώμονα, δεν είναι σε θέση να γνωρίζει πραγματικά γεγονότα πέραν του εγγράφου υλικού που έχει εξετάσει, ούτε τι ενδεχομένως αναφέρθηκε στον Ενάγοντα ή αν έλαβαν χώρα προφορικές παραστάσεις εκτός του υλικού αυτού, ζητήματα για τα οποία δεν διαθέτει προσωπική γνώση.
Κατά την αντεξέταση του από τον συνήγορο της Εναγόμενης 1, ο μάρτυρας ερωτήθηκε κατά πόσον, για να μπορεί να εξεταστεί ενδεχόμενη παρέκκλιση από βέλτιστες πρακτικές ή/και σχετικούς κανόνες συμπεριφοράς, απαιτείται η ύπαρξη επαγγελματικής σχέσης μεταξύ παρόχου επενδυτικών υπηρεσιών και επενδυτή. Απαντώντας, ανέφερε ότι δεν έχει διατυπώσει άποψη περί παραβίασης νομοθεσίας, διευκρινίζοντας ότι η αξιολόγηση ζητημάτων νομοθετικής συμμόρφωσης δεν εμπίπτει στον ρόλο του ως πραγματογνώμονα. Επανέλαβε ότι οι αναφορές του αφορούν αποκλειστικά τις βέλτιστες πρακτικές στον τομέα των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, οι οποίες δεν αποτελούν νομοθετικές διατάξεις αλλά ευρέως αποδεκτές πρακτικές που εδράζονται στις αρχές της ακεραιότητας, της εντιμότητας, της δικαιοσύνης και του επαγγελματισμού στις σχέσεις των χρηματοοικονομικών οργανισμών με τους πελάτες τους. Τόνισε, περαιτέρω, ότι το ζήτημα της συμμόρφωσης με τη νομοθεσία είναι διακριτό από το ζήτημα της τήρησης των βέλτιστων πρακτικών.
Σε περαιτέρω ερώτηση κατά την αντεξέταση, ο μάρτυρας επιβεβαίωσε ότι, προκειμένου να εξεταστεί η τήρηση βέλτιστων πρακτικών ή κανόνων συμπεριφοράς, προϋποτίθεται η ύπαρξη συμβατικής σχέσης μεταξύ του παρόχου επενδυτικών υπηρεσιών και του ενδιαφερόμενου επενδυτή. Ως προς αυτή του την απάντηση, ο μάρτυρας ερωτήθηκε κατά πόσον οι κάτοχοι των επίδικων αξιογράφων διατηρούσαν, γενικώς, συμβατική σχέση με την Εναγόμενη 1 για παροχή επενδυτικών υπηρεσιών. Απαντώντας, ανέφερε ότι το ζήτημα του κατά πόσον παρασχέθηκαν επενδυτικές υπηρεσίες έχει αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής κρίσης από το Εφετείο, και ότι η νομολογία είναι πλέον δεδομένη. Περαιτέρω, εξέφρασε την άποψη ότι, όταν επενδυτής υποβάλλει ανέκκλητη αίτηση και καταβάλλει το σχετικό αντίτιμο για την έκδοση των αξιών, δημιουργείται συμβατική σχέση μεταξύ αυτού και του εκδότη των αξιών. Ανέφερε ότι, κατά την προσέγγισή του, στο πλαίσιο της σχέσης αυτής θα πρέπει να εφαρμόζονται οι βέλτιστες πρακτικές στις οποίες αναφέρθηκε κατά την κατάθεσή του. Σε περαιτέρω ερώτηση κατά πόσον, από την εμπειρία του, οι κάτοχοι των επίδικων αξιογράφων διατηρούσαν ειδική συμβατική σχέση με την Εναγόμενη 1 ως προς την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, πέραν της σχέσης καταθέτη ή της αίτησης συμμετοχής στην έκδοση των επίδικων αξιογράφων, ο μάρτυρας απάντησε ότι, βάσει των περιπτώσεων που έχει εξετάσει, η συντριπτική πλειοψηφία των επενδυτών ήταν καταθέτες της Εναγομένης 1 και ότι η σχέση τους ήταν τραπεζική και όχι σχέση θεμελιωμένη σε ειδική σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. Αναφορικά με την παρούσα υπόθεση, ο μάρτυρας δήλωσε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσον υφίστατο τέτοια ειδική συμβατική σχέση μεταξύ του Ενάγοντος και της Εναγομένης 1. Ομοίως, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει εάν καταβαλλόταν οποιαδήποτε αμοιβή από τον Ενάγοντα προς πάροχο επενδυτικών υπηρεσιών σε σχέση με τις επίδικες συναλλαγές.
Σε ερώτηση κατά πόσο, όταν αξίες όπως οι επίδικες αποκτώνται απευθείας από τον εκδότη τους, χωρίς τη διαμεσολάβηση τρίτου προσώπου, δεν υφίσταται, σύμφωνα με την σχετική νομοθεσία, παροχή επενδυτικών υπηρεσιών και, κατ’ επέκταση, ο επενδυτής δεν δύναται να θεωρηθεί λήπτης τέτοιων υπηρεσιών, ο μάρτυρας ανέφερε ότι επί του ζητήματος έχουν διατυπωθεί διαφορετικές νομικές προσεγγίσεις. Πρόσθεσε, ωστόσο, ότι η προαναφερόμενη νομολογία του Εφετείου έχει υιοθετήσει την εν λόγω προσέγγιση.
Σε ερώτηση σχετικά με το κατά πόσον σε σχέση με τις επίδικες αξίες υπήρξε παραβίαση του περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμου του 2005, Νόμος 114(I)/2005, ο μάρτυρας απάντησε ότι τα ενημερωτικά δελτία εγκρίνονται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, επισημαίνοντας ότι το ζήτημα της ενδεχόμενης παραβίασης της νομοθεσίας δεν εμπίπτει στον ρόλο του ως πραγματογνώμονα. Σε περαιτέρω ερώτηση αναφορικά με τη διαδικασία σύνταξης των ενημερωτικών δελτίων, Τεκμήρια 20 και 21, και κατά πόσον υπήρξε συνεργασία της Εναγομένης 1 με την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου ώστε αυτά να καθίστανται κατανοητά στο ευρύ επενδυτικό κοινό, ο μάρτυρας ανέφερε ότι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου εξετάζει κατά πόσον τα ενημερωτικά δελτία συνάδουν με τη σχετική νομοθεσία και κατά πόσον οι παρεχόμενες πληροφορίες είναι ακριβείς, σαφείς και μη παραπλανητικές. Διευκρίνισε περαιτέρω ότι τα ενημερωτικά δελτία περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τους όρους έκδοσης, τους παράγοντες κινδύνου, χρηματοοικονομικά στοιχεία και προοπτικές και ότι η εποπτεία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου επικεντρώνεται στο περιεχόμενο των ίδιων των δελτίων. Ανέφερε επίσης ότι η εποπτεία της παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και της επικοινωνίας με επενδυτές εντάσσεται σε διαφορετικό ρυθμιστικό πλαίσιο, στο οποίο εξετάζεται, μεταξύ άλλων, και η κατηγοριοποίηση του επενδυτή ως ιδιώτη ή επαγγελματία. Πρόσθεσε ότι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου δεν εποπτεύει τις τραπεζικές εργασίες ή την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών γενικά, αλλά το πλαίσιο που αφορά τα ενημερωτικά δελτία. Σε σχέση με τη θέση της αντεξέτασης ότι τα ενημερωτικά δελτία είναι εξ αντικειμένου κατανοητά στο ευρύ επενδυτικό κοινό, ο μάρτυρας διαφώνησε, εκφράζοντας την άποψη ότι τα εν λόγω έγγραφα, λόγω της πολυπλοκότητας και της έκτασής τους, δεν είναι κατ’ ανάγκη κατανοητά από μη έμπειρους επενδυτές χωρίς προηγούμενη γνώση ή ανεξάρτητη επενδυτική συμβουλή. Τέλος, ανέφερε ότι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου ελέγχει τη νομική και κανονιστική επάρκεια των πληροφοριών που περιλαμβάνονται στα ενημερωτικά δελτία, αλλά δεν απαιτεί την εκλαΐκευση των τεχνικών όρων σε επίπεδο απλοποιημένης κατανόησης από τον μέσο επενδυτή. Κατά την προσέγγισή του, η περαιτέρω επεξήγηση και προσαρμογή των πληροφοριών στον επενδυτή επαφίεται στους αδειοδοτημένους παρόχους επενδυτικών υπηρεσιών, οι οποίοι οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη το επίπεδο γνώσης και εμπειρίας του εκάστοτε επενδυτή.
Σε ερώτηση σχετικά με τα επίδικα χρεόγραφα και κατά πόσον η Εναγόμενη 1 διέθετε δικαίωμα μετατροπής τους σε μετοχές, ο μάρτυρας κατέθεσε ότι, σύμφωνα με τους όρους έκδοσής τους, η Εναγομένη 1 δεν είχε τέτοιο δικαίωμα. Ανέφερε περαιτέρω ότι, βάσει των ίδιων όρων, η Εναγομένη 1 διατηρούσε δυνατότητα εξαγοράς των χρεογράφων, ενώ το δικαίωμα μετατροπής σε μετοχές ανήκε αποκλειστικά στον κάτοχο των χρεογράφων. Σε σχέση με τα επίδικα αξιόγραφα και το κατά πόσον οι κάτοχοί τους μπορούσαν να τα διαπραγματευθούν στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, ο μάρτυρας κατέθεσε ότι οι συγκεκριμένες αξίες ήταν διαπραγματεύσιμες στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου από την έκδοσή τους έως περίπου το 2013. Πρόσθεσε ότι, ως εκ τούτου, κάτοχος που γνώριζε ότι επρόκειτο για διαπραγματεύσιμες αξίες μπορούσε, τουλάχιστον θεωρητικά, να τις πωλήσει μέσω της χρηματιστηριακής αγοράς. Ωστόσο, διευκρίνισε ότι η δυνατότητα πραγματικής πώλησης εξαρτάται από τις συνθήκες της αγοράς, όπως η ύπαρξη ζήτησης, το βάθος της αγοράς και οι εκάστοτε διαμορφούμενες τιμές.
Σε υποβολή της πλευράς της Εναγόμενης 1 ότι ο Ενάγων, ως ήδη μέτοχος της κατά το 2008, είχε το πλεονέκτημα να λάβει στην οικία του περιληπτικό ενημερωτικό σημείωμα και, ως εκ τούτου, τη δυνατότητα να ενημερωθεί πλήρως πριν από την επένδυση στα επίδικα χρεόγραφα, ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσον ο Ενάγων είχε πράγματι παραλάβει αυτό το έγγραφο. Περαιτέρω, ανέφερε το εν λόγο έγγραφο αποτελεί συνοπτικό ενημερωτικό κείμενο και, κατά την άποψή του, δεν περιλαμβάνει αναλυτική παρουσίαση των παραγόντων κινδύνου, ούτε το σύνολο των οικονομικών στοιχείων και προοπτικών της εκδότριας.
Σε ερώτηση σχετικά με το πού ήταν διαθέσιμα τα ενημερωτικά δελτία, Τεκμήρια 20 και 21 και με ποιον τρόπο μπορούσε να τα εντοπίσει ο ενδιαφερόμενος επενδυτής, ο μάρτυρας ανέφερε ότι τα ενημερωτικά δελτία ήταν διαθέσιμα σε ηλεκτρονική μορφή μέσω σχετικών ιστοτόπων. Ειδικότερα, σημείωσε ότι υπήρχε πρόσβαση μέσω του διαδικτύου, περιλαμβανομένων των ιστοσελίδων της εκδότριας Εναγόμενης 1 και σχετικών εποπτικών ή χρηματιστηριακών φορέων, όπου δημοσιευόταν σχετική ανακοίνωση για την έκδοση και παρεχόταν σύνδεσμος για τη λήψη του ενημερωτικού δελτίου. Ανέφερε επίσης ότι οι ενδιαφερόμενοι μπορούσαν να λάβουν γνώση των εγγράφων και μέσω των υποκαταστημάτων της Εναγομένης 1, όπου υποβάλλονταν οι αιτήσεις συμμετοχής στην έκδοση.
Κατά την αντεξέταση αναφορικά με την υποβολή της αίτησης του Ενάγοντος, Τεκμήριο 1, ο μάρτυρας επιβεβαίωσε ότι η υποβολή της αίτησης και η καταβολή της αντιπαροχής πραγματοποιήθηκαν λίγα μόλις λεπτά πριν από την εκπνοή της προθεσμίας υποβολής. Σε ερώτηση σχετικά με το κατά πόσον είχαν προηγηθεί τηλεφωνικές επικοινωνίες ή διά ζώσης συναντήσεις μεταξύ του Ενάγοντος και υπαλλήλων της Εναγομένης 1, ο μάρτυρας δήλωσε ότι δεν διαθέτει προσωπική γνώση των πραγματικών περιστατικών και ότι η μαρτυρία του δεν αφορά τέτοιες επικοινωνίες. Ανέφερε ότι δεν είναι σε θέση να εκφέρει άποψη ούτε ως προς την ύπαρξη ούτε ως προς τη φύση ή το περιεχόμενό τους, σημειώνοντας ότι σχετικά ζητήματα ενδέχεται να προκύπτουν από τους ισχυρισμούς της πλευράς του Ενάγοντος. Σε συνέχεια ερωτήσεων αναφορικά με τον διαθέσιμο χρόνο του Ενάγοντος για μελέτη των σχετικών εγγράφων, ο μάρτυρας ανέφερε ότι κρίσιμη παράμετρος για την αξιολόγηση του ζητήματος αποτελεί το ενδεχόμενο ύπαρξης προγενέστερων επικοινωνιών με λειτουργούς της Εναγομένης 1. Ειδικότερα, δήλωσε ότι, υπό το υποθετικό σενάριο κατά το οποίο είχαν προηγηθεί επικοινωνίες λίγες ημέρες πριν από την υποβολή της σχετικής αίτησης, δεν είναι σε θέση να απαντήσει οριστικά κατά πόσον αυτό θα διαφοροποιούσε τα δεδομένα, καθότι δεν γνωρίζει τη φύση ή το περιεχόμενο των εν λόγω επικοινωνιών ούτε κατά πόσον μέσω αυτών παρασχέθηκαν επαρκείς, σαφείς και μη παραπλανητικές πληροφορίες για τις επίδικες αξίες. Πρόσθεσε ότι, εφόσον είχαν παρασχεθεί τέτοιες πληροφορίες σε προγενέστερο χρόνο, το γεγονός αυτό θα μπορούσε ενδεχομένως να επηρεάσει την αξιολόγηση του κατά πόσον ένας μέσος ιδιώτης επενδυτής, χωρίς εξειδικευμένες χρηματοοικονομικές γνώσεις, ενήργησε βασιζόμενος σε σχέση εμπιστοσύνης και στις πληροφορίες που έλαβε από την Εναγόμενη 1 πριν από την υποβολή της αίτησης εγγραφής.
Σε ερώτηση υπό τη μορφή υποθετικού σεναρίου σχετικά με το κατά πόσον επενδυτής που είχε αποκτήσει χρεόγραφα με παρόμοιους όρους (όπως 5ετή ή 10ετή ωρίμανση, μη δυνατότητα μετατροπής από την τράπεζα και περιορισμούς ως προς την καταβολή τόκων), ήδη, από το 1998, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι διαθέτει «προηγούμενη εμπειρία», ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν είναι σε θέση να επιβεβαιώσει την ύπαρξη ή τους όρους τέτοιων χρεογράφων του 1998, καθόσον δεν τα έχει μελετήσει. Διευκρίνισε δε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσον ο Ενάγων είχε πράγματι επενδύσει σε τέτοια χρεόγραφα το 1998 ούτε υπό ποιες συνθήκες.
Ο ΜΕ2, απαντώντας σε υποθετικό σενάριο που του τέθηκε σχετικά με προηγούμενες επενδύσεις του Ενάγοντος (απόκτηση χρεογράφων το 1998 και μεταβίβασή τους στη σύζυγό του), ανέπτυξε τη θέση του ως προς τα κριτήρια αξιολόγησης της επενδυτικής εμπειρίας. Ειδικότερα, ανέφερε ότι η επενδυτική εμπειρία δεν συναρτάται με μεμονωμένες ή χρονικά απομακρυσμένες πράξεις, αλλά αξιολογείται με βάση παράγοντες όπως η συχνότητα και ο όγκος των συναλλαγών, η ύπαρξη χρηματοοικονομικών γνώσεων και τυχόν επαγγελματική ενασχόληση στον χρηματοοικονομικό τομέα. Υπογράμμισε ότι μεμονωμένες επενδύσεις που πραγματοποιήθηκαν πολλά έτη νωρίτερα δεν τεκμηριώνουν κατ’ ανάγκην εμπειρία σε μεταγενέστερα και ενδεχομένως πιο σύνθετα χρηματοοικονομικά μέσα, εκτός εάν υφίσταται συνεχής και επαναλαμβανόμενη ενασχόληση με παρόμοιες επενδύσεις. Περαιτέρω, αναφέρθηκε στο ιστορικό πλαίσιο της περιόδου του 1998, επισημαίνοντας ότι επρόκειτο για διαφορετικό ρυθμιστικό και χρηματοοικονομικό περιβάλλον, προ της δημιουργίας βασικών εποπτικών μηχανισμών της αγοράς, γεγονός το οποίο, κατά την άποψή του, επηρεάζει τη δυνατότητα σύγκρισης με μεταγενέστερες εκδόσεις, όπως εκείνες του 2008. Κατέληξε δε ότι, υπό το υποθετικό σενάριο που του τέθηκε, δεν θα μπορούσε να συναχθεί με ασφάλεια το συμπέρασμα ότι τυχόν επενδύσεις του Ενάγοντος το 1998 σε χρεόγραφα, του παρείχαν την αναγκαία εμπειρία και κατανόηση ώστε να αντιλαμβάνεται πλήρως τη φύση και τους κινδύνους των επίδικων χρεογράφων.
Ο ΜΕ2 κατέθεσε ως πραγματογνώμονας σε ζητήματα κεφαλαιαγοράς και χρηματοοικονομικών μέσων. Από τη μαρτυρία του προκύπτει ότι διαθέτει τα ακαδημαϊκά προσόντα, περιλαμβανομένων σπουδών στα οικονομικά και στη νομική, καθώς και μεταπτυχιακής εξειδίκευσης στα χρηματοοικονομικά. Περαιτέρω, η πολυετής επαγγελματική του ενασχόληση, τόσο στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου όσο και στον ιδιωτικό τομέα, καθώς και η διδακτική και εκπαιδευτική του δραστηριότητα στον τομέα των χρηματοοικονομικών μέσων, καταδεικνύουν ουσιαστική γνώση και εμπειρία επί του αντικειμένου. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο αποδέχεται ότι ο ΜΕ2 κατέχει την απαιτούμενη εξειδίκευση ώστε να εκφέρει γνώμη επί θεμάτων που άπτονται της φύσης, των χαρακτηριστικών και της λειτουργίας των επίδικων χρηματοοικονομικών μέσων. Το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του αναφορικά με τις επεξηγήσεις του σε σχέση με τις κατηγορίες επενδυτών, τα χαρακτηριστικά των επίδικων αξιών, τη διάκριση μεταξύ απλών και σύνθετων χρηματοοικονομικών μέσων, καθώς και στα τεχνικά και κανονιστικά ζητήματα που εμπίπτουν στο πεδίο της εξειδίκευσής του.
Αναφορικά με τη μαρτυρία του περί «έμπειρου επενδυτή», το Δικαστήριο αποδέχεται ότι ο μάρτυρας εξήγησε με σαφήνεια τα κριτήρια τα οποία, κατά την επιστημονική και επαγγελματική του προσέγγιση, λαμβάνονται υπόψη για την αξιολόγηση της επενδυτικής εμπειρίας ενός προσώπου, ήτοι τη γνώση, την εμπειρία, τη συχνότητα και τον όγκο συναλλαγών, καθώς και τη συνάφεια της εμπειρίας με το συγκεκριμένο χρηματοοικονομικό μέσο. Εντούτοις, το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι το κρίσιμο ζήτημα στην παρούσα υπόθεση είναι κατά πόσον ο Ενάγων μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «έμπειρος επενδυτής» υπό την έννοια που ανέπτυξε ο ΜΕ2. Η απουσία ιδιότητας έμπειρου επενδυτή δεν συνεπάγεται αφ’ εαυτής άγνοια της φύσης μιας επενδυτικής συναλλαγής, όπως και η ύπαρξη επενδυτικής εμπειρίας δεν οδηγεί αναγκαστικά στο συμπέρασμα ότι ο επενδυτής κατανοούσε πλήρως κάθε χαρακτηριστικό ή κίνδυνο της συγκεκριμένης επένδυσης. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, το ουσιώδες και καθοριστικό ερώτημα στην παρούσα υπόθεση είναι κατά πόσον ο Ενάγων είχε πληροφορηθεί, είχε λάβει γνώση και είχε επίγνωση του γεγονότος ότι προέβαινε σε επενδυτική τοποθέτηση και όχι σε πράξη αποταμιευτικού ή καταθετικού χαρακτήρα, καθώς και κατά πόσον γνώριζε και αντιλαμβανόταν ότι η εν λόγω συναλλαγή ενείχε επενδυτικό κίνδυνο. Η απάντηση στα ζητήματα αυτά δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το αν ο Ενάγων πληρούσε τα κριτήρια ενός «έμπειρου επενδυτή», αλλά από το σύνολο των πραγματικών περιστάσεων της υπόθεσης, περιλαμβανομένων των πληροφοριών που υπήρχαν διαθέσιμες ή και τέθηκαν ενώπιόν του, των εγγράφων που του παρασχέθηκαν, των σχετικών παραστάσεων που του έγιναν ή δεν έγιναν ή και των δηλώσεων στις οποίες προέβη, καθώς και της συνολικής εικόνας που θα μπορούσε να σχηματιστεί κατά τον χρόνο λήψης της επενδυτικής του απόφασης. Η όποια επενδυτική εμπειρία του Ενάγοντος, εντάσσεται στο σύνολο των προαναφερόμενων πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης και συνεκτιμάται με αυτά κατά την αξιολόγηση του κρινόμενου ζητήματος. Συνεπώς, το ζήτημα αυτό δύναται να κριθεί και τα σχετικά συμπεράσματα να εξαχθούν κατόπιν αξιολόγησης του συνόλου της προσαχθείσας μαρτυρίας και, ιδίως, της μαρτυρίας του Ενάγοντος, η οποία καταγράφεται αμέσως κατωτέρω.
Επιπλέον, η προσέγγιση του ΜΕ2 ότι η υποβολή της αίτησης συμμετοχής για την απόκτηση των επίδικων χρεογράφων, Τεκμήριο 1, λίγο πριν από τη λήξη της περιόδου εγγραφής δεν συνάδει με τις βέλτιστες πρακτικές του χρηματοοικονομικού τομέα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ακόμη και επί των παραδοχών που του τέθηκαν από τη συνήγορο του Ενάγοντος, δεν συμβιβάζεται με την ίδια τη φύση και τον σκοπό μιας προκαθορισμένης περιόδου υποβολής αιτήσεων συμμετοχής, ιδίως ελλείψει οποιασδήποτε σχέσης παροχής επενδυτικών συμβουλών εκ μέρους του εκδότη. Όταν ένας εκδότης αξιών, όπως είναι τα επίδικα χρεόγραφα, καθορίζει συγκεκριμένη περίοδο έναρξης και λήξης για την υποβολή αιτήσεων, αυτή υφίσταται ακριβώς για να παρέχει στους ενδιαφερομένους τη δυνατότητα να εκδηλώσουν ενδιαφέρον και να υποβάλουν αίτηση οποτεδήποτε εντός του καθορισμένου χρονικού πλαισίου. Σε κάθε περίπτωση, η επιλογή ενός επενδυτή να υποβάλει την αίτησή του κατά την τελευταία ημέρα ή ακόμη και λίγο πριν από την εκπνοή της σχετικής προθεσμίας, αποτελεί άσκηση δικαιώματος που του παρέχεται από την ίδια τη διαδικασία και δεν μπορεί, αφ’ εαυτής, να θεωρηθεί ασύμβατη με τις συνήθεις ή ακόμη και τις βέλτιστες ως αναφέρθηκαν από τον ΜΕ2 πρακτικές της αγοράς. Η ώρα καταχώρισης της αίτησης καταδεικνύει μόνο τον χρόνο ολοκλήρωσης της διαδικασίας υποβολής και όχι τον χρόνο πληροφόρησης για πρώτη φορά της επενδυτικής πρότασης, της αξιολόγησης ή της λήψης της σχετικής απόφασης. Συνεπώς, το κατά πόσο από το γεγονός ότι η προαναφερόμενη αίτηση για την απόκτηση των επίδικων χρεογράφων, Τεκμήριο 1 υποβλήθηκε λίγο πριν από τη λήξη της περιόδου εγγραφής μπορεί να συναχθεί οποιοδήποτε ουσιώδες συμπέρασμα, και πάλι θα κριθεί κατόπιν αξιολόγησης του συνόλου της προσαχθείσας μαρτυρίας και, ιδίως, της μαρτυρίας του Ενάγοντος, η οποία εξετάζεται αμέσως κατωτέρω.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η μαρτυρία του ΜΕ2, ο οποίος, στη βάση των ανωτέρω αρχών που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας πραγματογνωμόνων, γίνεται αποδεκτός υπό την ιδιότητα του πραγματογνώμονα, αξιολογείται, στη βάση των πιο πάνω παρατηρήσεων του Δικαστηρίου σε σχέση με αυτήν, ως μερικώς αποδεκτή.
Ο Ενάγων.
Ο Ενάγων, μεταξύ των γεγονότων που προέβαλε στην Έκθεση Απαίτησης την οποία καταχώρισε στο πλαίσιο της παρούσας Αγωγής προς στήριξη των αξιώσεών του, και αναφορικά με το επίπεδο των επενδυτικών του γνώσεων, ισχυρίζεται ότι δεν διέθετε την αναγκαία εμπειρία και τις απαιτούμενες γνώσεις ώστε να κατανοήσει τους συνεπαγόμενους κινδύνους σε σχέση με τις επίδικες αξίες και, ως εκ τούτου, ότι η Εναγόμενη 1 ενήργησε αμελώς έναντί του και παραβίασε τα εκ του νόμου καθήκοντά της (βλ. ενδεικτικά παράγραφο 20, υποπαραγράφους Γ και Δ). Επιπλέον ή εναλλακτικά, ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη 1 άσκησε παράνομη πίεση εις βάρος του κατά την παρουσίαση των επίδικων αξιών, επηρεάζοντάς τον αθέμιτα και εκμεταλλευόμενη τη θέση και την άγνοιά του (βλ. ενδεικτικά παράγραφο 23, υποπαράγραφο Α και Η).
Κατά την κυρίως εξέτασή του, ο Ενάγων, υιοθετώντας την έγγραφη δήλωσή του, Έγγραφο Α, και αφού ανατρέχει στο χρονικό των περιστάσεων απόκτησης των επίδικων χρεογράφων κατά το έτος 2008, αναφέρει, σε συνάρτηση με τις ανωτέρω δικογραφημένες στην Έκθεση Απαίτησης θέσεις του, στην παράγραφο 10, το εξής:
«Πέραν των όσων αναφέρονται σε αυτή τη γραπτή δήλωση, δεν έχω επενδύσει ποτέ σε χρεόγραφα ή αξιόγραφα, τα οποία, όπως μου εξηγήθηκε μεταγενέστερα από τους δικηγόρους μου, αποτελούν περίπλοκα επενδυτικά προϊόντα με σημαντικούς κινδύνους, δεν καλύπτονται από εγγύηση καταθέσεων και δεν τα κατανοώ. Λαμβάνοντας υπόψη όσα μου ανέφερε η κα Κουμπαρή, η οποία εκπροσωπούσε την Τράπεζα με την οποία συνεργαζόμουν επί 30 έτη και στην οποία είχα εμπιστοσύνη, θεώρησα ότι επρόκειτο για αποταμιευτικό προϊόν παρόμοιο με γραμμάτιο, ίδιας ασφάλειας αλλά μεγαλύτερης διάρκειας και, ως εκ τούτου, υψηλότερης απόδοσης.».
Με τη θέση αυτή προωθεί, κατ’ ουσίαν, τον ισχυρισμό ότι δεν είχε προηγουμένως, ήτοι προ του έτους 2008, καταστεί κάτοχος χρεογράφων ή αξιογράφων και ότι τελούσε σε πλήρη άγνοια των χαρακτηριστικών τους.
Περαιτέρω, στην ίδια ως άνω παράγραφο 10 της έγγραφης δήλωσής του, Έγγραφο Α, σπεύδει ακολούθως και καταληκτικώς να διευκρινίσει τα εξής:
«Για σκοπούς απόλυτης διαφάνειας και ειλικρίνειας αναφέρω ότι, κατά καιρούς, είχα αγοράσει μικρό αριθμό μετοχών, όπως και πάρα πολλοί Κύπριοι.».
Δηλαδή, ενώ προβάλλει ότι η ενασχόλησή του με χρεόγραφα έλαβε χώρα για πρώτη φορά το 2008 και ότι δεν διέθετε καμία γνώση ως προς τα χαρακτηριστικά τους, αναφέρει, όπως χαρακτηριστικά θέτει, «για σκοπούς απόλυτης διαφάνειας και ειλικρίνειας», ότι κατά το παρελθόν και, ειδικότερα, «κατά καιρούς», είχε προβεί στην αγορά μετοχών, έστω και «μικρού αριθμού», οι οποίες, όπως σαφώς υποστηρίζει, αποτελούσαν τη μοναδική επενδυτική του εμπειρία.
Σημειώνεται, στο σημείο αυτό, ότι το πιο πάνω στοιχείο έχει προστιθέμενη αξία για την αξιολόγηση της μαρτυρίας του που ακολουθεί, καθότι ο ισχυρισμός του περί αγοράς μικρού αριθμού μετοχών διατυπώνεται σε γενικό επίπεδο, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά σε συγκεκριμένες εταιρείες ή στον χρόνο απόκτησής τους.
Οι αναφορές του Ενάγοντος στην έγγραφη δήλωσή του, Έγγραφο Α, σχετικά με την εμπειρία και τις γνώσεις του δεν περιορίζονται στις προαναφερόμενες. Σχετικοί ισχυρισμοί προβάλλονται επίσης στις παραγράφους 18, 31, 52 και, ειδικότερα, στην παράγραφο 32, όπου ο Ενάγων αναφέρει χαρακτηριστικά:
«Κατά τον ουσιώδη χρόνο υποβολής και υπογραφής των επίδικων εγγράφων (2008–2009) και μέχρι σήμερα, δεν είμαι εξοικειωμένος με χρηματοοικονομικούς όρους, καθότι πάντοτε ήμουν πελάτης με αποταμιευτική και συντηρητική φιλοσοφία ως προς τη διαχείριση των οικογενειακών οικονομικών μέσω τραπεζικών καταθέσεων, χωρίς οποιαδήποτε γνώση περί χρεογράφων, αξιογράφων ή παρόμοιων σύνθετων χρηματιστηριακών προϊόντων, ούτε διέθετα οποιαδήποτε επαγγελματική χρηματιστηριακή εμπειρία.».
Συναφής είναι και ο ισχυρισμός του στην παράγραφο 45, όπου, μεταξύ άλλων, διαλαμβάνει επί λέξει τα εξής:
«Με κάθε ειλικρίνεια, εάν δεν με είχε πείσει η Τράπεζα μέσω των υπαλλήλων της ότι αυτά τα σχέδια ήταν ασφαλείς όπως τες καταθέσεις, ή εάν μου είχε δοθεί να καταλάβω ότι ήταν περίπλοκα και δεν είχαν την ασφάλεια και την εγγύηση των καταθέσεων, δεν θα έβαζα ποτέ λεφτά σε αυτά αφού δεν είχα οποιαδήποτε προηγούμενη γνώση ή εμπειρία σε τέτοιες επενδύσεις και δεν παίρνω ρίσκο με τες καταθέσεις της οικογένειας που με τόσο κόπο έκαμα με τη δουλειά μου για πολλά χρόνια.».
Ήταν, συνεπώς, ρητή και επαναλαμβανόμενη η θέση του Ενάγοντος ότι, σε σχέση με τα επίδικα χρεόγραφα και αξιόγραφα, δεν διέθετε γνώση των χαρακτηριστικών τους, καθότι πριν από το έτος 2008, οπότε και για πρώτη φορά κατέστη κάτοχος των εν λόγω χρεογράφων υπό τις περιστάσεις που ισχυρίζεται, διατηρούσε πάντοτε μια συντηρητική και προσεκτική στάση ως προς τη διαχείριση των οικονομικών της οικογένειάς του, προτιμώντας, αποταμιεύοντας, την τοποθέτηση των χρημάτων σε τραπεζικές καταθέσεις, αντί για πιο ριψοκίνδυνες επενδυτικές επιλογές.
Οι πιο πάνω ισχυρισμοί του Ενάγοντος διερευνήθηκαν από τον συνήγορο της Εναγόμενης 1 κατά την αντεξέτασή του.
Ερωτηθείς, κατόπιν επίδειξης σχετικού εγγράφου αίτησης εγγραφής, κατά πόσο, προγενέστερα του έτους 2008 και συγκεκριμένα το έτος 1998, είχε αποκτήσει χρεόγραφα της Εναγόμενης 1, ο Ενάγων δεν αναγνώρισε το έγγραφο που του υποδείχθηκε, αναφέροντας ότι δεν έφερε την υπογραφή του, ότι το ονοματεπώνυμο που αναγραφόταν σε αυτό ήταν λανθασμένο και ότι θα μπορούσε να είχε συμπληρωθεί από οποιονδήποτε. Παρά ταύτα, δεν προέβη σε ρητή άρνηση, αλλά δήλωσε ότι δεν θυμόταν.
Σημειώνεται, ως προς τούτο, το οξύμωρο της στάσης του, ήτοι ότι, ενώ προέβη σε σαφή αποστασιοποίηση από το εν λόγω έγγραφο της αίτησης εγγραφής για την απόκτηση χρεογράφων της Εναγόμενης 1 κατά το έτος 1998, προβάλλοντας συγκεκριμένους λόγους προς υποστήριξη αυτής, δεν προέβη στην αναμενόμενη ρητή άρνηση ότι απέκτησε τα εν λόγω χρεόγραφα, αλλά περιορίστηκε στη δήλωση ότι δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί.
Οι απαντήσεις αυτές δόθηκαν, μάλιστα, παρά τον χρόνο που μεσολάβησε μεταξύ των επιμέρους ερωτήσεων και την παροχή εύλογου χρόνου προς απάντηση, κατόπιν σχετικής ένστασης της συνηγόρου του ως προς το παραδεκτό της ερώτησης, επί της οποίας το Δικαστήριο αποφάσισε αφού άκουσε και τον συνήγορο της Εναγόμενης 1, υπό καθεστώς εμφανώς εκδηλωθείσας διστακτικότητας και αμηχανίας, όπως προέκυπτε και από τις μη λεκτικές εκφράσεις του.
Ακολούθως, επί της ίδιας θεματικής, όταν ερωτήθηκε σχετικά με τυχόν τέτοια απόκτηση χρεογράφων της Εναγόμενης 1 το 1998, αξίας Λ.Κ.27.500, τα οποία, κατά το έτος 2000, φέρεται να μεταβίβασε διά δωρεάς στη σύζυγό του, δήλωσε, συνεχίζοντας να βρίσκεται στην ανωτέρω περιγραφείσα κατάσταση αμήχανης υπεκφυγής, ότι δεν θυμάται τα συγκεκριμένα περιστατικά. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε:
«Δεν θυμάμαι αυτό το περιστατικό, δεν το θυμάμαι καθόλου.».
Ήταν εμφανές ότι ο Ενάγων απέφευγε να δώσει σαφή αρνητική απάντηση, επιδεικνύοντας, όπως έχει ήδη αναφερθεί, έκδηλη νευρικότητα και αμηχανία, ενδεικτικές, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, φόβου αποκάλυψης των περιστατικών που ετίθεντο ενώπιόν του, ιδίως ενόψει των δικογραφημένων στην έκθεση απαίτησης θέσεών του, οι οποίες τελούν σε αντίφαση. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός περί μη ανάμνησης δημιουργούσε την εντύπωση προσχηματικής στάσης, αποσκοπούσας στη διατήρηση περιθωρίου ευελιξίας για ενδεχόμενη μεταγενέστερη διαφοροποίηση.
Παρεμβάλλεται και σημειώνεται ότι, για τις ανάγκες της δίκης και λόγω αντικειμενικής έλλειψης δικαστικού χρόνου, η αντεξέταση του Ενάγοντος δεν κατέστη δυνατό να ολοκληρωθεί σε μία δικάσιμο, αλλά αναγκαστικά διεκόπη και ολοκληρώθηκε σε δύο μεταγενέστερες δικασίμους. Κατά την αμέσως επόμενη συνεδρία, κάποιες ημέρες μετά, η αντεξέταση συνεχίστηκε ως προς τους προαναφερθέντες ισχυρισμούς του.
Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο της Εναγόμενης 1, αναφορικά με τον πιο πάνω ισχυρισμό ότι δεν είναι εξοικειωμένος με χρηματοοικονομικούς όρους και ότι πάντοτε είχε συντηρητική φιλοσοφία ως προς τη διαχείριση των οικονομικών του, επικεντρωμένη στην αποταμίευση, χωρίς γνώση χρεογράφων, αξιογράφων ή άλλων σύνθετων χρηματιστηριακών προϊόντων, ερωτηθείς επανέλαβε ότι δεν θυμάται να είχε αποκτήσει ή να είχε ασχοληθεί με χρεόγραφα πριν από το 2008, αναφέροντας χαρακτηριστικά:
«Αφού το λέτε εγώ δεν θυμάμαι να είχα ξανασχοληθεί με χρεόγραφα και αξιόγραφα στο παρελθόν, πριν από το 2008, δεν το θυμάμαι αυτό.».
Ερωτηθείς περαιτέρω κατά πόσο χρεόγραφα τα οποία ενδεχομένως είχε αποκτήσει πριν από το 2008 είχαν μεταβιβαστεί διά δωρεάς στη σύζυγό του, ανέφερε ότι, όσον αφορά τυχόν προηγούμενα χρεόγραφα, δεν τα θυμάται, πλην όμως, εάν υπάρχουν έγγραφα με την υπογραφή του, δεν μπορεί να το αρνηθεί, επιμένοντας ωστόσο ότι, εφόσον δεν τα θυμάται, δεν είχε ασχοληθεί με χρεόγραφα. Επικαλούμενος προς τούτο ότι, λόγω της μακράς συνεργασίας του με την Εναγόμενη 1 από τη δεκαετία του 1980, είναι αδύνατο να θυμάται όλες τις συναλλαγές του.
Χαρακτηριστικά, όταν κατόπιν ερωτήθηκε κατά πόσο επιμένει στη δήλωσή του ότι η ενασχόλησή του με χρεόγραφα έλαβε χώρα για πρώτη φορά το 2008 και ότι δεν διέθετε καμία γνώση ως προς τα χαρακτηριστικά τους, ανέφερε:
«Ναι, και επιμένω σε αυτήν τη δήλωσή μου και γι' αυτό που μου λέτε τώρα αποδεικνύει ότι δεν ήταν έτσι τα πράγματα. Δεν θυμάμαι να έκανα, να υπόγραψα σχέδιο και τα έγγραφα, πώς το λέτε, σημαίνει δεν ασχολήθηκα καν για να μην θυμάμαι.».
Ήταν, κατά την αντίληψη του Δικαστηρίου κατά την ακρόαση της μαρτυρίας, εμφανές ότι ο Ενάγων, έχοντας επίγνωση των προγενέστερων τοποθετήσεών του και όσων είχαν αναδειχθεί κατά τη διαδικασία, ιδίως κατά την αντεξέτασή του, επιχειρούσε να παραμείνει σταθερός στη θέση του περί άγνοιας ως προς τα χαρακτηριστικά των επίδικων χρεογράφων λόγω έλλειψης οποιασδήποτε προηγούμενης σχετικής ενασχόλησης και εμπειρίας.
Παράλληλα, παρατηρήθηκε ότι επιχειρούσε να εμφανιστεί διαλλακτικός ως προς ενδεχόμενα σχετικά έγγραφα που θα μπορούσαν να του παρουσιαστούν προς αντίκρουση των ισχυρισμών του, γεγονός που, κατά την ίδια την εντύπωση του Δικαστηρίου κατά την ακρόαση, έτεινε να υποδηλώνει στάση προσαρμοστική στην εξέλιξη της αντεξέτασης, υπό το φως της εικόνας που διαμορφωνόταν ότι οι ισχυρισμοί του και δη, η επικαλούμενη ως άνω άγνοια του, δεν φαίνονταν να ευθυγραμμίζονται πλήρως με τα τεθέντα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία.
Κατά την τελευταία δικάσιμο της μαρτυρίας του, κάποιες ημέρες μετά, η αντεξέταση κάλυψε εκ νέου τους προαναφερθέντες ισχυρισμούς του Ενάγοντος.
Του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 24, το οποίο φερόμενα αφορά ιστορικό κίνησης μετοχών/χρεογράφων, εκδοθέν από την Υπηρεσία Μετοχών και Χρεογράφων της Εναγόμενης 1, ημερομηνίας 11/02/2022, στη δεύτερη σελίδα του οποίου γίνεται αναφορά στο ιστορικό κίνησης χρεογράφων «Τράπεζας Κύπρου ΚΧΡ-1998 ΚΕ03/08», κατά την περίοδο «19/12/1998 - 26/06/2003», του επενδυτή «Πετρή Προκόπη Αναστάση», από «Λεωφόρο Καρυών 85, Αυγόρου, 5510 Αμμόχωστος». Στο μέρος που επιγράφεται «Πληροφοριακά Στοιχεία» γίνεται αναφορά σε έκδοση 27.500 χρεογράφων «ΚΧΡ – 1998» στις 19/12/1998, αξίας Λ.Κ.27.500, τα οποία φέρονται να μεταβιβάστηκαν διά δωρεάς στις 03/05/2000. Σε ό,τι αφορά το πιο πάνω έγγραφο, το οποίο είχε τεθεί ενώπιόν του για σκοπούς αντεξέτασης ως Τεκμήριο προς Αναγνώριση 5, ο Ενάγων, ερωτηθείς, επανέλαβε ότι δεν θυμάται να είχε προβεί σε οποιαδήποτε αγορά χρεογράφων της Εναγόμενης 1 πριν από το 2008, ούτε να είχε γνώση σχετικά με αυτά, υποστηρίζοντας περαιτέρω ότι δεν θυμόταν να είχε καν ακούσει τον όρο «χρεόγραφα» πριν από το έτος 2008.
Εν συνεχεία και κατ’ ακολουθία, ενώπιον του Ενάγοντος, τότε ως Τεκμήριο προς Αναγνώριση 6, ετέθη το Τεκμήριο 26, το οποίο φέρεται να αφορά, όπως επιγράφεται, «Αίτηση για Εγγραφή» αναφορικά με την έκδοση από την Εναγόμενη 1 «Subordinated Χρεογράφων 2003/2008 με Κυμαινόμενο Επιτόκιο.», «Αριθμός Αίτησης 16412». Στην εν λόγω αίτηση, η οποία φέρει ημερομηνία 18/12/1998, ως αιτητής εμφανίζεται ο «Προκόπης Τάσου» με «Αριθμό Ταυτότητας 492395» και επάγγελμα «Χημικός», από «Αγίου Γεωργίου 25, Αυγόρου, 5510 Αμμόχωστος». Στο σημείο «Υπογραφή Αιτητή» φέρεται να υπάρχει υπογραφή αποδιδόμενη στον Ενάγοντα, ενώ το αίτημα αφορά χρεόγραφα αξίας Λ.Κ.27.500, ποσό το οποίο καταγράφεται ότι καταβλήθηκε σε μετρητά, τα οποία εισπράχθηκαν την ίδια ημερομηνία, όπως προκύπτει από τη σφραγίδα του υποκαταστήματος της Εναγόμενης 1 «0492» στο Αυγόρου. Αντεξεταζόμενος σχετικά, ο Ενάγων δήλωσε ότι το εν λόγω Τεκμήριο 26 δεν φέρει την υπογραφή του και ότι το όνομα που αναγράφεται σε αυτό δεν είναι το όνομα που χρησιμοποιεί στις συναλλαγές του. Ανέφερε περαιτέρω ότι αν και το έγγραφο περιέχει τα προσωπικά του στοιχεία, αυτά θα μπορούσαν να έχουν συμπληρωθεί από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο και για τον λόγο αυτό δεν το αναγνωρίζει ως δικό του ή ως γνήσιο έγγραφο.
Συνακόλουθα, ενώπιον του Ενάγοντα ετέθη ως Τεκμήριο προς Αναγνώριση 7, μεταγενέστερα κατατεθέν ως Τεκμήριο 27, φερόμενη ενυπόγραφη επιστολή προς την Εναγόμενη 1, ημερομηνίας 18/12/1998, από «Προκόπη Τάσου (ID 492395), Αγίου Γεωργίου 25, Αυγόρου», δια της οποίας καταγράφεται ότι, αναφορικά με την αίτηση του για αγορά χρεογράφων, η οποία σημειώνεται χειρόγραφα ως με αριθμό «16412», οποιοδήποτε ποσό τυχόν του επιστρεφόταν να καταβαλλόταν στο υποκατάστημα της Εναγόμενης 1 στο Αυγόρου «0492», φροντίδι «κυρίου Μάριου Κουδελλή».
Περαιτέρω, ενώπιον του Ενάγοντα ετέθη ως Τεκμήριο προς Αναγνώριση 8, το οποίο κατέστη στη συνέχεια κανονικό Τεκμήριο 28, κατ’ ισχυρισμό έγγραφο «Εξουσιοδότησης», ημερομηνίας 18/12/1998, ενυπόγραφο από «Προκόπη Τάσου», σύμφωνα με το οποίο, σε σχέση με την αίτηση για αγορά χρεογράφων, εξουσιοδοτείται η πληρωμή του τόκου και του ποσού αποπληρωμής/εξαγοράς των χρεογράφων που θα του παραχωρούνταν, στον συγκεκριμένο λογαριασμό που καταγράφεται στο έγγραφο και τηρείται στο υποκατάστημα Αυγόρου.
Ο Ενάγων επανέλαβε τη θέση που είχε εκφράσει αναφορικά με το Τεκμήριο 26, αναφέροντας ότι τα Τεκμήρια 27 και 28 δεν φέρουν το όνομα και την υπογραφή του και για τον λόγο αυτό δεν τα αναγνωρίζει ως δικά του ή ως γνήσια έγγραφα.
Σημειωτέον ότι, σε σχέση με τα προαναφερόμενα και το Τεκμήριο 27 και, ειδικότερα, αναφορικά με τον αναφερόμενο Μάριο Κουδελλή, προ της επίδειξης ενώπιον του Ενάγοντος του εν λόγω εγγράφου, αυτός είχε ερωτηθεί και αναγνώρισε τον εν λόγω Μάριο Κουδελλή Κουδελλή ως διευθυντή του υποκαταστήματος της Εναγόμενης 1 στο Αυγόρου, πλην όμως δήλωσε ότι δεν θυμάται να είχε συζητήσει ποτέ μαζί του για χρεόγραφα και ότι δεν είχε καμία μνήμη προηγούμενης επαφής ή αγοράς χρεογράφων πριν από το 2008.
Ακολούθως, στον Ενάγοντα υποδείχθηκε το Τεκμήριο 29, το οποίο είχε τεθεί ενώπιόν του ως Τεκμήριο προς Αναγνώριση 9. Το εν λόγω έγγραφο επιγράφεται ως «Έντυπο Ανακοινώσεως Στο Χρηματιστήριο Αξιών Σχετικά Με Εισηγμένες Αξίες Που Καταρτίζονται Εκτός Χρηματιστηρίου» και φέρεται να αφορά «Χρεόγραφα 7,25% με κυμαινόμενο επιτόκιο 2003/2008» της Εναγόμενης 1, καθώς και τον «Προκόπη Τάσου Πετρή» με αριθμό ταυτότητας «492395», υπό την ιδιότητα του «εγγεγραμμένου κατόχου», ο οποίος φέρεται, μέσω αυτού, να ανακοινώνει προς το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου τη μεταβίβαση 27.500 τέτοιων αξιών, με δικαιοδόχο την «Γιαννή Δέσπω, Αγίου Γεωργίου Αβίων 25, 5510 Αυγόρου» και αριθμό ταυτότητας «529978». Ο μάρτυρας υπήρξε απολύτως αρνητικός ως προς το κατά πόσον αναγνώριζε το συγκεκριμένο έγγραφο, δηλώνοντας: «Αυτό το έγγραφο δεν το αναγνωρίζω, δεν το ξαναείδα αυτό το έγγραφο, όχι δεν το αναγνωρίζω, δεν το ξαναείδα». Διερωτήθηκε κατά πόσον επρόκειτο για έγγραφο του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου και δήλωσε περαιτέρω ότι ο ίδιος «δεν είχε ποτέ του προβεί σε καμία ενέργεια με το ΧΑΚ», διερωτώμενος, ως εκ τούτου, ως προς τη δυνατότητα ύπαρξης ενός τέτοιου εγγράφου.
Συναφώς, στον μάρτυρα υποδείχθηκε και το Τεκμήριο προς Αναγνώριση 10, το οποίο μεταγενέστερα κατέστη κανονικό Τεκμήριο 30. Το έγγραφο αυτό φέρει τον τίτλο «Έγγραφο Μεταβίβασης Εισηγμένων Αξιών» και φέρεται να αποτελεί έγγραφο του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου. Σύμφωνα με το περιεχόμενό του, σε σχέση με «27.500» «Χρεόγραφα 7,25% με κυμαινόμενο επιτόκιο 2003/2008», ο «Προκόπης Τάσου Πετρή» με αριθμό ταυτότητας «492395» από «Αγίου Γεωργίου Αβιων 25 5510 Αυγόρου», υπό την ιδιότητα του «Πωλητή», τα μεταβίβαζε στη «Δέσπω Γιαννή» με αριθμό ταυτότητας «529998» από «Αγίου Γεωργίου Αβιων 25 5510 Αυγόρου» και διεύθυνση αλληλογραφίας «φ/δι Τράπεζα Κύπρου – Κατάστημα Αυγόρου (0492), Καρυών 85 -6510 Αυγόρου», υπό την ιδιότητα της «Αγοραστή». Το έγγραφο φέρει υπογραφές στα αντίστοιχα πεδία υπογραφής του αγοραστή και του πωλητή, καθώς και στο πεδίο του μάρτυρα υπογραφής, όπου αναγράφεται το όνομα «Μάριος Κουδελής» από «φ/δι Τράπεζα Κύπρου Αυγόρου». Ερωτηθείς σχετικά, ο Ενάγων ανέφερε ότι η υπογραφή που έχει τεθεί στο πεδίο του πωλητή ομοιάζει με τη δική του, προσθέτοντας ωστόσο ότι δεν είχε «γνώση για την ύπαρξη του εγγράφου». Στη συνέχεια, ανέφερε ρητώς ότι πρόκειται για δική του υπογραφή, πλην όμως δεν θυμόταν να είχε έρθει σε επαφή με το συγκεκριμένο έγγραφο και δεν το αναγνώριζε. Περαιτέρω, διατύπωσε το ενδεχόμενο να επρόκειτο για ένα από τα έγγραφα που αντιπρόσωποι της Εναγόμενης 1 «μας [τα] έβαζαν μπροστά μας να υπογράψουμε», λόγω της εμπιστοσύνης που, όπως ανέφερε, είχαν προς την Εναγόμενη 1.
Κατόπιν τούτου, ενώπιον του μάρτυρα τέθηκε το Τεκμήριο προς Αναγνώριση 11, το οποίο μεταγενέστερα κατατέθηκε στη διαδικασία ως κανονικό Τεκμήριο 31. Το εν λόγω έγγραφο περιγράφεται ως «Πιστοποιητικό Εγγεγραμμένων Αξιών κατά την 02/12/1999» και «Κατάσταση Κίνησης Αξιών από 01/01/1999 μέχρι 02/12/1999», αναφορικά με «Χρεόγραφα Τράπεζας Κύπρου ΚΧΡ-1998», αριθμό μητρώου «553058-7» και αριθμό εγγεγραμμένων αξιών 27.500, στο όνομα του επενδυτή «Τάσου Προκόπης», το οποίο φέρεται να απεστάλη στον «553058-7 κ. Προκόπη Τάσου», «φ/δι Τρ. Κύπρου Λεωφ. Καρυώνν 85, Αυγόρου, 5510 Αμμόχωστος». Η θέση του μάρτυρα ως προς το συγκεκριμένο έγγραφο συνέχισε να είναι αρνητική, όπως και σε σχέση με άλλα έγγραφα της ίδιας θεματικής που του είχαν επιδειχθεί αμέσως προηγουμένως κατά την αντεξέτασή του. Δήλωσε ότι δεν το αναγνωρίζει, ότι δεν αναγράφουν το όνομά του, παρατηρώντας περαιτέρω ότι δεν φέρει ούτε την υπογραφή του. Αναφερόμενος δε στο ζήτημα για το οποίο γενικότερα ερωτάτο, δηλαδή στα χρεόγραφα της Εναγόμενης 1, ανέφερε με χαρακτηριστικό τρόπο: «Αναφέρεται κάτι στο οποίο έχω παντελής άγνοια, γι' αυτό δεν το αναγνωρίζω.».
Η αντεξέταση του Ενάγοντα συνεχίστηκε επί του Τεκμηρίου 32, το οποίο τότε κατατέθηκε ενώπιόν του ως Τεκμήριο προς Αναγνώριση 12 και φέρεται να εκδόθηκε από το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου ως «Adhoc Investor Statement», τυπωθέν, όπως παρουσιάζεται, στις 10/12/2020 και ώρα 12:41:34. Το έγγραφο αφορά την περίοδο από 26/06/2003 μέχρι 26/10/2006 και αναφέρεται σε «Holdings» σχετικώς με αξίες της Εναγομένης 1, ύψους 6.102, καθώς και σε «Transaction Activities» αναφορικά με αυτές στις 30/06/2003, 08/08/2006, 01/11/2005 και 20/10/2006. Το έγγραφο απευθύνεται προς «Κύριο Προκόπη Πετρή, Αγίου Γεωργίου Αβιων 25, Αυγόρου Αμμόχωστος, 5510 Κύπρος». Στον μάρτυρα τέθηκε ότι πρόκειται για έγγραφο του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου, το οποίο αφορά την κίνηση αγοράς και πώλησης μετοχών, καθώς και δικαιωμάτων προτίμησης της Εναγόμενης 1, σε σχέση με το πρόσωπό του. Ο μάρτυρας, μολονότι αναγνώρισε ότι στο έγγραφο είναι καταγεγραμμένα το όνομά του και η διεύθυνσή του, δήλωσε ότι δεν θυμάται να το είχε δει προηγουμένως, ενώ δεν προέβη σε οποιονδήποτε σχολιασμό του περιεχομένου του.
Στη συνέχεια, στον μάρτυρα υποδείχθηκε το Τεκμήριο προς Αναγνώριση 13, το οποίο μεταγενέστερα κατατέθηκε στη διαδικασία ως Τεκμήριο 33. Το έγγραφο φέρει ημερομηνία 15/02/2022, επιγράφεται «Ιστορικό Κίνησης Μετοχών της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ - ΧΑΚ», φέρεται να αφορά την περίοδο «από 26/10/2006 μέχρι 09/01/2017», φέρει την αναφορά «743024-6» και αφορά, κατά τα φαινόμενα, τον «Πετρή Προκόπη, Αφ. Γεωργίου Αβιων 25, Αυγόρου – Αμμόχωστος, 5510 Αμμόχωστος Κύπρος». Σε αυτό εμφανίζονται διάφορες καταχωρίσεις συναλλαγών, με πρώτη εκείνη που παρουσιάζεται να αφορά 6.102 μετοχές της Εναγομένης 1 στις 26/10/2006, ενώ περιλαμβάνονται επιπλέον καταχωρίσεις επανεπένδυσης μερίσματος, άσκησης δικαιωμάτων προτίμησης, καταβολής προμερίσματος υπό μορφή μετοχών και παραχώρησης δωρεάν μετοχών. Ο μάρτυρας, και πάλι, μολονότι αναγνώρισε ότι επί του εγγράφου αναγράφονται το όνομά του και η διεύθυνσή του, εξέφρασε προβληματισμό, καθότι, όπως ανέφερε, δεν προσδιορίζεται ο εκδότης του εγγράφου. Περαιτέρω, αν και δήλωσε ότι «υπάρχει εδώ λέει για την κίνηση των μετοχών», κατά τρόπο που να αναγνωρίζει το σχετικό περιεχόμενο του εγγράφου, ανέφερε ότι δεν θυμόταν να είχε ζητήσει την έκδοσή του, χωρίς ωστόσο να διευκρινίσει από ποιο πρόσωπο ή φορέα θα μπορούσε να την είχε ζητήσει. Επανέλαβε δε τον προβληματισμό του, αναφέροντας ότι «Είναι πολύ αόριστο όσον αφορά τούτο το θέμα».
Επιπλέον, στον Ενάγοντα υποδείχθηκαν τα Τεκμήρια 16, 17 και 18, επί των οποίων αναγνώρισε και επιβεβαίωσε ότι έθεσε την υπογραφή του. Ισχυρίστηκε, ωστόσο, ότι τα έγγραφα αυτά υπογράφηκαν προφανώς κατά τον ίδιο τρόπο όπως και όλα τα υπόλοιπα έγγραφα που είχε υπογράψει και τα οποία αφορούν την παρούσα υπόθεση, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι «μας έβαζαν τα έγγραφα μπροστά μας και τα υπογράφαμε». Περαιτέρω, ανέφερε ότι δεν διατηρεί μνήμη ως προς την εκτέλεση των πράξεων στις οποίες αφορούν τα εν λόγω έγγραφα, ούτε κατά πόσον αυτές έλαβαν χώρα, εξηγώντας ότι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ουδέποτε είχε απευθείας συναλλαγή με το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου.
Όπως προκύπτει από τα έγγραφα αυτά, το Τεκμήριο 16 αφορά «Αίτηση Εγγραφής ή Τερματισμού της Συμμετοχής στο Σχέδιο Επανεπένδυσης στο Σχέδιο» της Εναγομένης 1. Φέρει ημερομηνία 26/04/2006 και προκύπτει να αφορά δήλωση του «Πετρή Προκόπη, Αγίου Γεωργίου Αβιων 25, Αυγόρου – Αμμόχωστος 5510 Αμμόχωστος, Κύπρος» προς την Εναγομένη 1 για συμμετοχή του στο εν λόγω Σχέδιο. Η αίτηση αφορούσε τον Λογαριασμό Αποθετηρίου «ΙΝ0000175202» και τη μερίδα επενδυτή «743024-6». Το έγγραφο φέρει υπογραφή και στοιχείο τηλεφώνου επικοινωνίας «99622043» και, σύμφωνα με σχετική σφραγίδα της Εναγομένης 1, φαίνεται να παραλήφθηκε από την Υπηρεσία Μετοχών και Χρεογράφων στις 03/05/2006. Σύμφωνα με το έγγραφο αυτό, το εκάστοτε ποσό μερίσματος που θα δικαιούτο ο δηλών θα παρακρατείτο και θα χρησιμοποιείτο από την Εναγόμενη 1 για επανεπένδυση σε μετοχές της, σύμφωνα με τους Όρους και Κανονισμούς Λειτουργίας του Σχεδίου. Επρόκειτο για εντολή που παρεχόταν για όλα τα μελλοντικά μερίσματα και η οποία θα εξακολουθούσε να ισχύει, εκτός εάν ανακαλείτο γραπτώς από τον δηλούντα.
Τα Τεκμήρια 17 και 18 αμφότερα επιγράφονται «Επιστολή Παραχώρησης Δικαιωμάτων Προτίμησης» από «Πετρή Προκόπη, Αγ. Γεωργίου Αβιων 25 Αυγόρου, Αμμόχωστος, 5510 Αμμόχωστος, Κύπρος» προς την Εναγόμενη 1 και φαίνεται να συνιστούν «Δήλωση Άσκησης Δικαιωμάτων Προτίμησης», ήτοι δήλωση συμμετοχής σε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 1 μέσω άσκησης δικαιωμάτων προτίμησης και καταβολής του αντίστοιχου τιμήματος, βάσει των «Όρων και Ενημερωτικό Δελτίο» και του Καταστατικού της Εναγόμενης 1. Το Τεκμήριο 17 αφορούσε δικαίωμα προτίμησης επί 7.195 μετοχών και απόκτηση 2.055 νέων μετοχών έναντι ποσού €4.110. Σε αυτό περιλαμβάνονταν επίσης στοιχεία του επενδυτή στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, ήτοι η Μερίδα Επενδυτή, ο Λογαριασμός Αξιών, ο Κωδικός Χειριστή και το Όνομα Χειριστή, το οποίο αναγράφεται ως «CISCO». Το εν λόγω έγγραφο φέρει την αναφορά «743024-6», υπογραφή και ημερομηνία 21/10/2010. Το δε Τεκμήριο 18 αφορούσε δικαίωμα προτίμησης επί 34.411 μετοχών και απόκτηση 11.470 νέων μετοχών έναντι ποσού €11.470. Φέρει την αναφορά «743024-6», συγκεκριμένο αριθμό αναφοράς Μονάδας Επενδυτή, αναφορά σε τηλέφωνο επικοινωνίας «99622043» και ημερομηνία 19/03/2012. Σε αυτό περιλαμβάνεται, υπό τον τίτλο «Δήλωση Άσκησης Δικαιωμάτων Προτίμησης», η ακόλουθη δήλωση: «Βεβαιώνω ότι έχω την απαιτούμενη γνώση και τις ικανότητες για να αξιολογήσω την επένδυση σε μετοχές μου της Εταιρείας και αποδέχομαι τους Όρους έκδοσης και αναγνωρίζω τους Παράγοντες κινδύνου ως περιγράφονται στο Ενημερωτικό Δελτίο. Επίσης δηλώνω πως δεν μου έχει παρασχεθεί οποιαδήποτε επενδυτική συμβουλή ή σύσταση από την Τράπεζα Κύπρου ή από οποιονδήποτε αξιωματούχο ή υπάλληλο ή εκπρόσωπο αυτής αναφορικά με τις Νέες Μετοχές οι οποίες θα προκύψουν από την άσκηση των Δικαιωμάτων Προτίμησης και/ή της απόφασης μου για υποβολή της Αίτησης».
Η συνολική εικόνα που διαμορφώθηκε από τις απαντήσεις του Ενάγοντος επί των ανωτέρω εγγράφων παρουσιάζει ιδιαίτερη σημασία για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας του. Και τούτο διότι δεν επρόκειτο για μεμονωμένο έγγραφο ή για μία αποσπασματική αναφορά σε γεγονός του απώτερου παρελθόντος, αλλά για σειρά εγγράφων διαφορετικής προέλευσης και φύσης, εκτεινόμενων σε βάθος χρονικής περιόδου, τα οποία συνδέονταν μεταξύ τους και εμφάνιζαν κατ’ επανάληψη κοινά προσωπικά στοιχεία του Ενάγοντος, περιλαμβανομένων του ονοματεπωνύμου του, του αριθμού δελτίου ταυτότητάς του, των διευθύνσεών του, στοιχείων επικοινωνίας, καθώς και επενδυτικών λογαριασμών και μερίδων που φέρονταν να τον αφορούν. Παρά ταύτα, η στάση του Ενάγοντος απέναντι στα έγγραφα αυτά χαρακτηρίστηκε από μία σταθερή και γενικευμένη τάση αποστασιοποίησης. Αρχικώς επέλεξε να μην αναγνωρίσει ουσιαστικά κανένα από αυτά, ιδίως εκείνα που δεν έφεραν εμφανώς υπογραφή αποδιδόμενη στον ίδιο, προβάλλοντας ότι δεν τα είχε ξαναδεί, ότι δεν τα γνώριζε ή ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει πώς είχαν δημιουργηθεί. Τούτο συνέβη παρά το γεγονός ότι τα έγγραφα περιείχαν, σε επαναλαμβανόμενο βαθμό, προσωπικά του στοιχεία τα οποία δύσκολα θα μπορούσαν να θεωρηθούν τυχαία ή συμπτωματικά.
Ιδιαιτέρως αξιοσημείωτο είναι ότι, μολονότι ο Ενάγων άφηνε να νοηθεί ότι τα έγγραφα δεν τον αφορούσαν ή ότι δεν γνώριζε οτιδήποτε σχετικό με αυτά, απέφυγε συστηματικά να ισχυριστεί ευθέως ότι επρόκειτο για πλαστά ή νοθευμένα έγγραφα ή ότι οι υπογραφές που έφεραν είχαν τεθεί από τρίτα πρόσωπα χωρίς την εξουσιοδότησή του. Αντιθέτως, διατήρησε μία ενδιάμεση θέση, επικαλούμενος επανειλημμένα ότι «δεν θυμάται», ότι «δεν γνωρίζει» ή ότι «θα μπορούσε» κάποιος άλλος να είχε συμπληρώσει τα στοιχεία του. Η θέση αυτή δεν συνοδεύτηκε από οποιαδήποτε εύλογη ή συγκεκριμένη εξήγηση ως προς τον λόγο για τον οποίο τρίτα πρόσωπα θα προέβαιναν στη συμπλήρωση, επεξεργασία ή δημιουργία σειράς εγγράφων που αφορούσαν αποκλειστικά τον ίδιο, περιείχαν τα προσωπικά του δεδομένα και συνδέονταν μεταξύ τους σε μία συνεχή αλληλουχία επενδυτικών πράξεων εκτεινόμενων σε διάφορα χρονικά σημεία. Ούτε προτάθηκε οποιοδήποτε πραγματικό σενάριο που να καθιστά ευλόγως πιθανό ότι τέτοια έγγραφα θα δημιουργούνταν εν αγνοία του ή χωρίς οποιαδήποτε δική του συμμετοχή.
Περαιτέρω, καθώς η αντεξέταση προχωρούσε και του επιδεικνύονταν έγγραφα επί των οποίων υπήρχαν στοιχεία και υπογραφές τα οποία δεν μπορούσε πειστικά να αποσυνδέσει από τον εαυτό του, η στάση του παρουσίασε αξιοσημείωτη μετατόπιση. Ενώ αρχικώς αμφισβητούσε συνολικά τα έγγραφα και την αυθεντικότητά τους, στη συνέχεια αναγνώρισε σε ορισμένες περιπτώσεις ότι οι υπογραφές ήταν πράγματι δικές του. Η αναγνώριση αυτή όμως, δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη αποδοχή της γνώσης ή της συμμετοχής του στις συναλλαγές που αποτυπώνονταν στα έγγραφα. Αντιθέτως, η εξήγηση που προέβαλε ήταν ότι πιθανόν επρόκειτο για έγγραφα τα οποία απλώς υπέγραψε επειδή του τέθηκαν προς υπογραφή από λειτουργούς της Εναγόμενης 1, χωρίς να γνωρίζει ή να θυμάται το περιεχόμενό τους. Η συγκεκριμένη εξήγηση δεν κρίθηκε ιδιαίτερα πειστική. Αφενός, δεν δόθηκε για ένα μεμονωμένο έγγραφο ή μία συγκεκριμένη πράξη, αλλά χρησιμοποιήθηκε ως γενική απάντηση έναντι σειράς διαφορετικών εγγράφων και συναλλαγών. Αφετέρου, η επίκληση εμπιστοσύνης προς την Εναγόμενη 1 δεν εξηγεί επαρκώς πώς ένας άνθρωπος που ισχυρίζεται ότι ουδέποτε είχε προηγούμενη ενασχόληση ή γνώση περί χρεογράφων, αξιογράφων ή συναφών επενδυτικών προϊόντων, εμφανίζεται σε επαναλαμβανόμενα έγγραφα που αφορούν διαδοχικές επενδυτικές πράξεις, μεταβιβάσεις, συμμετοχή σε σχέδια επανεπένδυσης μερισμάτων, άσκηση δικαιωμάτων προτίμησης και άλλες επενδυτικές ενέργειες εκτεινόμενες σε πολυετή χρονική περίοδο.
Λαμβανομένης υπόψη της συνολικής εικόνας της μαρτυρίας του, το Δικαστήριο αποκομίζει την εντύπωση ότι ο Ενάγων, ευρισκόμενος αντιμέτωπος με έγγραφα τα οποία δυσχέραιναν ουσιωδώς τη διατήρηση της δικογραφημένης θέσης του περί πλήρους απουσίας προηγούμενης εμπειρίας ή γνώσης σχετικής με χρεόγραφα και αξιόγραφα, επέλεξε να κινηθεί μεταξύ άρνησης, αμφισβήτησης και επίκλησης έλλειψης μνήμης, χωρίς να υιοθετεί σαφή και σταθερή θέση ως προς τα πραγματικά περιστατικά και χωρίς να προβάλλει κάποια πειστική εξήγηση ως προς τα παρουσιαζόμενα στοιχεία. Η στάση αυτή δεν ενίσχυσε την αξιοπιστία της μαρτυρίας του. Αντιθέτως, δημιούργησε την εντύπωση ότι επιχειρούσε να αποφύγει την αποδοχή γεγονότων τα οποία δεν μπορούσαν πλέον να αποκλειστούν πειστικά υπό το φως των εγγράφων που του επιδεικνύονταν, προσαρμόζοντας τις απαντήσεις του στην εξέλιξη της αντεξέτασης και στα εκάστοτε δεδομένα που αναδεικνύονταν ενώπιόν του.
Είναι βεβαίως αναγκαίο, σε σχέση με τα προαναφερόμενα, να επισημανθούν και τα εξής. Κατ’ αρχάς, από τα έγγραφα που ο ίδιος ο Ενάγων προσήγαγε κατά την κυρίως εξέτασή του προς υποστήριξη των ισχυρισμών του, ήτοι τα Τεκμήρια 1─13, προκύπτει ότι τα προσωπικά του στοιχεία, καθώς και τα στοιχεία του που αφορούν την Εναγόμενη 1, τον ταυτοποιούν ως Πετρή Προκόπη, από Αγίου Γεωργίου Αβίων 25, 5510 Αυγόρου, Αμμόχωστος. Περαιτέρω, όλα τα εν λόγω έγγραφα φέρουν την αναφορά 743024-6 και παραπέμπουν σε μερίδα επενδυτή με αριθμό 2004620291. Τα δε έγγραφα τα οποία ο Ενάγων αμφισβήτησε, δεν αποδέχθηκε ή απέρριψε κατά τον πιο πάνω τρόπο όταν του υποδείχθηκαν κατά την αντεξέτασή του, ήτοι τα Τεκμήρια 16─18 και 24─36, αναφέρονται, κατά περίπτωση, σε «Πετρή Προκόπη», «Πετρή Προκόπη Αναστάση», «Τάσου Προκόπη», «Προκόπη Τάσου» ή «Προκόπη Τάσου Πετρή», χωρίς όμως να μπορεί να λεχθεί ότι ταυτοποιούν διαφορετικό πρόσωπο. Τούτο διότι τα Τεκμήρια 16─18, 26, 30 και 32─36 αναφέρονται στην ίδια προαναφερόμενη διεύθυνση, ήτοι Αγίου Γεωργίου Αβίων 25, 5510 Αυγόρου, Αμμόχωστος, ενώ τα Τεκμήρια 24 και 25 αναφέρονται στη διεύθυνση Λεωφόρος Καρυών 85, 5510 Αυγόρου, Αμμόχωστος, οι οποίες, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Ενάγοντος κατά την αντεξέτασή του, αποτελούν αντιστοίχως τη διεύθυνση διαμονής και τη διεύθυνση εργασίας του. Επιπλέον, στα Τεκμήρια 16─18 και 33─36 περιλαμβάνεται η ίδια ως άνω αναφορά 743024-6. Περαιτέρω, παρατηρείται ότι στο Τεκμήριο 15, το οποίο ο Ενάγων αναγνώρισε, πέραν των πιο πάνω στοιχείων της διεύθυνσης Αγίου Γεωργίου Αβίων 25, 5510 Αυγόρου, Αμμόχωστος και της αναφοράς 743024-6, καταγράφεται ως αριθμός τηλεφώνου του Πετρή Προκόπη ο αριθμός 99622043. Ο ίδιος αριθμός περιλαμβάνεται και στα Τεκμήρια 16, 18, 34 και 36. Περαιτέρω, στα Τεκμήρια 26, 29 και 30 καταγράφεται ο ίδιος αριθμός δελτίου ταυτότητας, ήτοι 492395. Ενώ, στο Τεκμήριο 26, γίνεται επίσης αναφορά στο επάγγελμα του Ενάγοντος, ήτοι του «χημικού», όπως και ο ίδιος κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου.
Υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, συνάγεται ευλόγως ότι οι αναφορές στα ονόματα «Πετρή Προκόπη», «Πετρή Προκόπη Αναστάση», «Τάσου Προκόπη», «Προκόπη Τάσου» και «Προκόπη Τάσου Πετρή» αφορούν το ίδιο φυσικό πρόσωπο. Τούτο προκύπτει από τη σαφή ομοιότητα και συνάφεια των επιμέρους στοιχείων των ονομάτων, αλλά και από το γεγονός ότι στην Κύπρο αποτελεί παγίως εφαρμοζόμενη και δικαστικώς γνωστή πρακτική η χρήση του μικρού ονόματος του πατέρα (πατρωνύμου) μεταξύ του μικρού ονόματος και του επωνύμου ή και η εναλλακτική αναφορά σε πρόσωπο με συνδυασμό του ονόματος, του πατρωνύμου και του οικογενειακού επωνύμου σε διαφορετική σειρά. Ως εκ τούτου, η παρουσία των στοιχείων «Προκόπης», «Τάσου» και «Πετρή» στις διάφορες εκδοχές του ονόματος, δεν υποδηλώνει κατ’ ανάγκην διαφορετικά πρόσωπα, αλλά είναι απολύτως συμβατή με τις συνήθεις κυπριακές πρακτικές ονομασίας και ταυτοποίησης προσώπων, ιδίως προσώπων της γενιάς του Ενάγοντος, ο οποίος, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, είναι 70 ετών. Ελλείψει οποιουδήποτε στοιχείου που να υποδεικνύει την ύπαρξη διαφορετικών προσώπων και λαμβανομένης υπόψη της ανωτέρω κοινωνικής και πολιτισμικής πραγματικότητας, είναι εύλογο να συναχθεί ότι οι εν λόγω αναφορές αφορούν το ίδιο πρόσωπο, παρά τις επιμέρους διαφοροποιήσεις στον τρόπο καταγραφής ή παράθεσης των ονοματολογικών στοιχείων του.
Στην προκείμενη περίπτωση, η σύνδεση των προαναφερόμενων εγγράφων, κατά τον τρόπο που ήδη έχει παρατηρηθεί, καθώς και οι πληροφορίες που καταγράφονται σε αυτά, δεν δικαιολογούν ευλόγως την άρνηση του Ενάγοντος κατά την αντεξέτασή του, όταν ερωτήθηκε κατά πόσο χρησιμοποιεί το ονοματεπώνυμο «Προκόπης Τάσου Πετρή», ούτε την έντονη αντίδραση και την κατηγορηματική άρνησή του επ’ αυτού, καθώς και τον ισχυρισμό του ότι χρησιμοποιεί μόνο το ονοματεπώνυμο «Προκόπης Αναστάση Πετρή». Περαιτέρω, είναι δικαστικώς γνωστό ότι στην Κύπρο το όνομα «Τάσος» χρησιμοποιείται συνήθως ως υποκοριστικό ή εναλλακτική μορφή του ονόματος «Αναστάσης». Ο δε Ενάγων ουδέποτε αμφισβήτησε ότι το πατρώνυμό του είναι «Αναστάση». Η στάση αυτή έγινε αντιληπτή ως μέρος της προαναφερθείσας παρελκυστικής τακτικής του και ως προσπάθεια αποστασιοποίησής του από, ή άρνησης σύνδεσής του με, τα εν λόγω έγγραφα, για τους λόγους που έχουν ήδη εξηγηθεί.
Την ίδια προσπάθεια είναι σημαντικό να καταγραφεί, αξιολογικά, ότι ο Ενάγων επιχείρησε και σε ό,τι αφορά τα Τεκμήρια 38─40, τα οποία συνδέονται με τα προαναφερόμενα Τεκμήρια 16─18 και 24─36, πλην όμως φέρονται να αφορούν τη σύζυγό του, η οποία καταγράφεται σε αυτά ως «Δέσπω Γιαννή» ή «Γιαννή Δέσπω». Και σε σχέση με τα έγγραφα αυτά ήταν εμφανής η προσπάθειά του να αρνηθεί γνώση του περιεχομένου τους και του ζητήματος που αφορούσαν. Ενδεικτικώς, όταν ερωτήθηκε κατά την αντεξέτασή του κατά πόσο το ονοματεπώνυμο της συζύγου του είναι «Δέσπω Γιαννή Πετρή», απάντησε αρνητικά και κατηγορηματικά, αναφέροντας ότι το ονοματεπώνυμό της είναι «Δέπω Λαουτάρη Πετρή» και ότι το σύνηθες όνομα που πλέον χρησιμοποιεί είναι «Δέπω Πετρή», προσθέτοντας ότι ουδέποτε χρησιμοποιεί, ούτε υπάρχει σε οποιοδήποτε έγγραφο αναφορά στο πρόσωπό της με το όνομα «Δέσπω Γιαννή». Η πιο πάνω θέση δεν συνάδει, ωστόσο, με το περιεχόμενο των σχετικών τεκμηρίων τα οποία και παρουσιάστηκαν σε μεταγενέστερο στάδιο της αντεξέτασης του. Ειδικότερα, το Τεκμήριο 40, το οποίο φέρεται να αφορά τη σύζυγό του και συνδέεται θεματικά με τα υπόλοιπα τεκμήρια της ίδιας κατηγορίας, την αναφέρει ως «Λαουτάρη Δέπω Προκόπη», ήτοι με αναφορά στο πατρώνυμο «Λαουτάρη», στοιχείο το οποίο εισήχθη ως προσδιοριστικό της ταυτότητάς της από τον ίδιο τον Ενάγοντα κατά τη μαρτυρία του, ενώ τα Τεκμήρια 38─40, πλην του Τεκμηρίου 37, περιλαμβάνουν, κατά περίπτωση, τις ίδιες διευθύνσεις κατοικίας και εργασίας που ο Ενάγων αναγνώρισε ως δικές του κατά την αντεξέτασή του. Περαιτέρω, το Τεκμήριο 38 περιλαμβάνει αναφορά στο επάγγελμα της συζύγου του Ενάγοντος, το οποίο, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ιδίου, είναι αυτό της φαρμακοποιού.
Ως προς τα προαναφερόμενα, σχετική και υποστηρικτική της ανωτέρω αξιολόγησης είναι και η μαρτυρία του ΜΥ1, η οποία έχει ήδη αξιολογηθεί πιο πάνω και γίνει αποδεκτή. Ο εν λόγω μάρτυρας παρουσίασε και κατέθεσε τα Τεκμήρια 24─40, καταθέτοντας, κατά τρόπο που έγινε αποδεκτός ως αξιόπιστος, ότι αυτά προέρχονται από τα αρχεία που τηρεί η Εναγόμενη 1 για τον Ενάγοντα και τη σύζυγό του και ότι τους αφορούν, παρά τις διάφορες παραλλαγές των ονοματεπωνύμων που εμφανίζονται, τις οποίες και εξήγησε.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται επίσης στην αναφορά του Ενάγοντος στην παράγραφο 10 της έγγραφης δήλωσής του, Έγγραφο Α, όπου, αφού προηγουμένως προβάλλει ότι ουδέποτε είχε επενδύσει σε χρεόγραφα ή αξιόγραφα και ότι δεν διέθετε γνώση ή εμπειρία σε τέτοια επενδυτικά προϊόντα, προσθέτει, «για σκοπούς απόλυτης διαφάνειας και ειλικρίνειας», ότι «κατά καιρούς» είχε αγοράσει «μικρό αριθμό μετοχών». Η συγκεκριμένη διατύπωση δεν μπορεί να ιδωθεί αποκομμένη από το σύνολο της μαρτυρίας του. Αντιθέτως, συνιστά εμφανή προσπάθεια αναγνώρισης περιορισμένης επενδυτικής δραστηριότητας κατά τρόπο που να μην πλήττει ουσιωδώς τη βασική του θέση ότι αποτελούσε επενδυτή χωρίς προηγούμενη εμπειρία ή γνώση σχετική με χρεόγραφα, αξιόγραφα ή άλλες επενδυτικές αξίες. Ωστόσο, η εικόνα που προκύπτει από τα έγγραφα τα οποία τέθηκαν ενώπιόν του κατά την αντεξέταση δεν συνάδει με την περιγραφή μιας αποσπασματικής και ασήμαντης ενασχόλησης με «μικρό αριθμό μετοχών». Αντιθέτως, τα σχετικά έγγραφα παρουσιάζουν, κατ’ αρχήν, μια διαχρονική σχέση του Ενάγοντος με αξίες της Εναγόμενης 1, η οποία εκτείνεται σε σημαντικό χρονικό διάστημα πριν από το 2008 και περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, απόκτηση χρεογράφων σημαντικής αξίας, μεταβίβασή τους, κατοχή και διαχείριση μετοχών, συμμετοχή σε σχέδιο επανεπένδυσης μερισμάτων, άσκηση δικαιωμάτων προτίμησης και άλλες συναφείς επενδυτικές ενέργειες.
Περαιτέρω, δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου και έχει ήδη επισημανθεί, ότι οι αξίες στις οποίες αναφέρονται τα σχετικά έγγραφα δεν αφορούν οποιαδήποτε τρίτη εταιρεία, αλλά την ίδια την Εναγόμενη 1, δηλαδή τον οργανισμό με τον οποίο ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι συναλλάχθηκε το 2008 υπό καθεστώς πλήρους άγνοιας ως προς τη φύση και τα χαρακτηριστικά τέτοιων επενδυτικών προϊόντων. Υπό το πρίσμα αυτό, η αναφορά του σε προηγούμενη αγορά «μικρού αριθμού μετοχών» αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθότι δεν πρόκειται απλώς για ζήτημα ποσοτικής έκτασης της επενδυτικής δραστηριότητας, αλλά για το κατά πόσον η περιγραφή που επέλεξε να δώσει αντανακλά με ακρίβεια την πραγματική έκταση της προηγούμενης ενασχόλησής του με επενδυτικές αξίες της ίδιας της Εναγόμενης 1. Ιδίως δε, υπό το πρίσμα ότι, σε ό,τι αφορά τα επίδικα χρεόγραφα και αξιόγραφα, η ιδιότητά του ως μετόχου της Εναγομένης 1 διαδραματίζει τον δικό της σημαντικό ρόλο στα επίδικα γεγονότα.
Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει ότι η κατοχή μετοχών ή άλλων αξιών δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην εξειδικευμένες γνώσεις χρηματοοικονομικής φύσεως, όπως υποστήριξε και ο ΜΕ2 κατά τη μαρτυρία του, η αξιολόγηση της οποίας ακολουθεί σε μεταγενέστερο σημείο της παρούσας απόφασης. Εντούτοις, η εικόνα που αναδύεται από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία δεν συνάδει με την εικόνα που ο ίδιος ο Ενάγων επιχείρησε να παρουσιάσει, ήτοι ενός προσώπου του οποίου η μόνη προηγούμενη επενδυτική δραστηριότητα περιοριζόταν σε αόριστες και περιστασιακές αγορές μικρού αριθμού μετοχών, παρόμοιες με εκείνες που, κατά την έκφρασή του, πραγματοποιούσαν «πάρα πολλοί Κύπριοι». Αντιθέτως, η διατύπωση αυτή δημιουργεί την εντύπωση υποβάθμισης της πραγματικής έκτασης της προηγούμενης επενδυτικής του δραστηριότητας. Σε συνδυασμό δε με τη μεταγενέστερη στάση που τήρησε κατά την αντεξέταση, όταν κλήθηκε να σχολιάσει σειρά εγγράφων που καταδείκνυαν προγενέστερη και πολυετή ενασχόλησή του με αξίες της Εναγόμενης 1, η εν λόγω αναφορά επηρεάζει δυσμενώς την αξιοπιστία της μαρτυρίας του ως προς το ζήτημα της έκτασης των γνώσεων, της εμπειρίας και της προηγούμενης επενδυτικής του δραστηριότητας.
Το Δικαστήριο θεωρεί ιδιαιτέρως αποκαλυπτικό το γεγονός ότι ο Ενάγων δεν προέβαλε θέση πλήρους ανυπαρξίας οποιασδήποτε προηγούμενης επενδυτικής δραστηριότητας. Αντιθέτως, επέλεξε να αναγνωρίσει ο ίδιος ότι είχε προβεί στο παρελθόν σε αγορά μετοχών, πλην όμως περιέγραψε την ενασχόληση αυτή ως περιορισμένη, περιστασιακή και ουσιαστικά αμελητέα. Η επιλογή αυτή καταδεικνύει ότι ο Ενάγων δεν επιδίωκε να αρνηθεί κάθε προηγούμενη επενδυτική δραστηριότητα, αλλά να την παρουσιάσει σε έκταση και μορφή συμβατή με τη δικογραφημένη θέση του περί έλλειψης επενδυτικής εμπειρίας. Υπό το φως των εγγράφων που του επιδείχθηκαν κατά την αντεξέταση, η περιγραφή αυτή δεν κρίνεται ότι αποδίδει με πληρότητα και ακρίβεια την εικόνα που προκύπτει από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία.
Οι πιο πάνω διαπιστώσεις δεν περιορίζονται στην αξιολόγηση επιμέρους απαντήσεων του Ενάγοντος ή στη στάση που τήρησε έναντι συγκεκριμένων εγγράφων που του επιδείχθηκαν κατά την αντεξέταση. Αντιθέτως, άπτονται του πυρήνα της εκδοχής που ο ίδιος επέλεξε να παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Όπως ήδη αναφέρθηκε, ο Ενάγων προώθησε με σαφήνεια και επανάληψη τη θέση ότι, μέχρι την απόκτηση των επίδικων χρεογράφων το 2008, ήταν αποκλειστικά αποταμιευτής, με συντηρητική οικονομική φιλοσοφία, χωρίς προηγούμενη γνώση, εμπειρία ή ουσιαστική ενασχόληση με χρεόγραφα, αξιόγραφα ή άλλες επενδυτικές αξίες. Η θέση αυτή δεν προβλήθηκε περιφερειακά ή δευτερευόντως, αλλά αποτέλεσε θεμελιώδες στοιχείο του πραγματικού υποβάθρου επί του οποίου εδράζονται οι αξιώσεις του και, ειδικότερα, οι ισχυρισμοί του περί άγνοιας των χαρακτηριστικών και κινδύνων των επίδικων επενδυτικών προϊόντων.
Υπό το φως της μαρτυρίας που δόθηκε κατά την αντεξέταση και των εγγράφων που τέθηκαν ενώπιόν του, το Δικαστήριο δεν πείθεται ότι η πιο πάνω περιγραφή αποδίδει με ακρίβεια και πληρότητα την πραγματική εικόνα της προηγούμενης σχέσης του Ενάγοντος με επενδυτικές αξίες της Εναγόμενης 1. Ανεξαρτήτως της τελικής αποδεικτικής βαρύτητας που αποδίδεται σε κάθε επιμέρους έγγραφο, η συνολική εικόνα που αναδείχθηκε δεν συνάδει με την εικόνα ενός προσώπου του οποίου η μόνη προηγούμενη επενδυτική δραστηριότητα περιοριζόταν σε περιστασιακή αγορά μικρού αριθμού μετοχών ή το οποίο παρέμενε ουσιαστικά αμέτοχο και ανενημέρωτο ως προς επενδυτικές αξίες μέχρι το 2008. Αντιθέτως, προκύπτουν ενδείξεις προγενέστερης και διαχρονικής ενασχόλησης με αξίες της ίδιας της Εναγόμενης 1, τις οποίες ο Ενάγων είτε επιχείρησε να υποβαθμίσει είτε απέφυγε να αναγνωρίσει με σαφήνεια.
Το Δικαστήριο αποκομίζει, συνεπώς, την εντύπωση ότι η μαρτυρία του Ενάγοντος ως προς το εύρος της προηγούμενης επενδυτικής του εμπειρίας δεν υπήρξε ειλικρινής και αντικειμενική, αλλά διατυπώθηκε κατά τρόπο που να ενισχύει τη δικογραφημένη θέση του περί πλήρους άγνοιας και απουσίας σχετικής εμπειρίας. Η διαπίστωση αυτή επηρεάζει δυσμενώς την αξιοπιστία του επί ζητημάτων που αφορούν τις γνώσεις, την εμπειρία και το επίπεδο εξοικείωσής του με επενδυτικές αξίες κατά τον ουσιώδη χρόνο και, κατ’ επέκταση, την αξιοπιστία του κεντρικού αφηγήματος επί του οποίου στηρίζεται η παρούσα αγωγή. Το ζήτημα δεν είναι κατά πόσον ο Ενάγων θυμόταν κατά την ακρόαση της μαρτυρίας του κάθε επιμέρους συναλλαγή που φέρεται να έλαβε χώρα πολλά έτη πριν. Το ουσιώδες είναι ότι η εικόνα που επέλεξε να παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου ως προς την έκταση της προηγούμενης επενδυτικής του δραστηριότητας δεν συμβιβάζεται πλήρως με τα στοιχεία που αναδείχθηκαν κατά την αντεξέταση. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο προσεγγίζει με επιφύλαξη τους ισχυρισμούς του περί πλήρους απουσίας προηγούμενης εμπειρίας ή γνώσης σε σχέση με επενδυτικές αξίες και προϊόντα της Εναγομένης 1.
Συναφώς, το Δικαστήριο αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στη θέση που ο Ενάγων προέβαλε για πρώτη φορά κατά την αντεξέτασή του, όταν ερωτήθηκε ειδικώς επί του ζητήματος, ότι πράγματι κατείχε μετοχές της Εναγόμενης 1. Παρά την παραδοχή αυτή, επέμεινε ότι δεν γνώριζε οτιδήποτε σχετικό με τη διαπραγμάτευσή τους στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, ούτε με τις ενέργειες του χρηματιστηριακού διαμεσολαβητή που εμφανιζόταν να ενεργεί σε σχέση με τις επίμαχες συναλλαγές, αρνούμενος ότι είχε οποιαδήποτε σχέση, επικοινωνία ή γνώση ως προς αυτόν. Περαιτέρω, ως προς τα διάφορα έγγραφα και συναλλαγές που του υποδείχθηκαν, είτε προέβαλλε άρνηση είτε ισχυριζόταν ότι δεν θυμόταν, ενώ ταυτόχρονα υποστήριζε, σε γενικό επίπεδο, ότι οτιδήποτε σχετικό είχε λάβει χώρα γινόταν «μέσω της τράπεζας» και του υποκαταστήματος με το οποίο συνεργαζόταν και ότι ο ίδιος υπέγραφε έγγραφα που του παρουσιάζονταν από λειτουργούς ή αντιπροσώπους της Εναγόμενης 1, χωρίς να ασχολείται περαιτέρω με το περιεχόμενό τους, λόγω της εμπιστοσύνης που τους έδειχνε.
Για τους λόγους που έχουν ήδη εκτεθεί, το Δικαστήριο δεν έκρινε την πιο πάνω εξήγηση ως ειλικρινή και αυθόρμητη περιγραφή των πραγματικών περιστατικών ή πειστική. Αντιθέτως, αποκόμισε την εντύπωση ότι η εν λόγω θέση συνιστούσε προσαρμογή της μαρτυρίας του Ενάγοντος στα δεδομένα που αναδεικνύονταν κατά την εξέλιξη της αντεξέτασης. Η στάση αυτή εμφανίζεται να αποσκοπούσε στη διατήρηση μιας εκδοχής συμβατής με τις δικογραφημένες του θέσεις περί έλλειψης γνώσης και επενδυτικής εμπειρίας και διαφύλαξης του κεντρικού αφηγήματος επί τού οποίου εδράζονται οι αξιώσεις του στη παρούσα διαδικασία, παρά την ύπαρξη στοιχείων που υποδείκνυαν προγενέστερη και διαχρονική ενασχόλησή του με επενδυτικές αξίες της Εναγόμενης 1.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται από το Δικαστήριο και στο γεγονός ότι τα έγγραφα που τέθηκαν ενώπιον του Ενάγοντος κατά την αντεξέταση δεν αφορούν απλώς προηγούμενη κατοχή μετοχών ή κάποια γενική επενδυτική δραστηριότητα, αλλά φέρονται να καταδεικνύουν απόκτηση ήδη από το έτος 1998 χρεογράφων της ίδιας της Εναγομένης 1, δηλαδή επενδυτικού προϊόντος της ίδιας κατηγορίας με εκείνο που αποτελεί αντικείμενο της παρούσας διαφοράς. Εφόσον η εκδοχή που αποτυπώνεται στα σχετικά έγγραφα γίνει αποδεκτή, προκύπτει ότι ο Ενάγων όχι μόνο είχε προηγουμένως αποκτήσει τέτοια χρεόγραφα, αλλά προέβη και σε μεταγενέστερη μεταβίβασή τους προς τη σύζυγό του, πράξη η οποία εκ της φύσεώς της προϋποθέτει γνώση της ύπαρξης των σχετικών αξιών και ενεργή συμμετοχή στη διαχείρισή τους. Υπό το πρίσμα αυτό, η επανειλημμένη θέση του ότι μέχρι το 2008 δεν γνώριζε καν τον όρο «χρεόγραφα» ή ότι ουδέποτε είχε προηγουμένως ασχοληθεί με τέτοιες αξίες, καθίσταται δυσχερώς συμβατή με την εικόνα που αναδύεται από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία.
Περαιτέρω, η σημασία του ζητήματος δεν περιορίζεται στον ίδιο τον Ενάγοντα. Τα ίδια στοιχεία κατατείνουν ότι οι εν λόγω αξίες δεν εξήλθαν από τον οικογενειακό κύκλο, αλλά φέρονται να μεταβιβάστηκαν στη σύζυγό του η οποία ήταν και η ίδια κάτοχος τέτοιων αξιών, σημαντικής μάλιστα αξίας. Η διαδοχή αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία υπό το φως της γενικότερης θέσης που προώθησε ο Ενάγων, σύμφωνα με την οποία η οικογένειά του ακολουθούσε διαχρονικά αποκλειστικά συντηρητική και αποταμιευτική πολιτική, χωρίς ουσιαστική ενασχόληση με επενδυτικές αξίες ή προϊόντα που ενείχαν επενδυτικό κίνδυνο. Χωρίς βεβαίως η κατοχή επενδυτικών αξιών να αναιρεί αφ’ εαυτής τον συντηρητικό χαρακτήρα ενός επενδυτή, η εικόνα που προκύπτει από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία δεν συνάδει πλήρως με την εικόνα ενός νοικοκυριού το οποίο περιοριζόταν αποκλειστικά σε παραδοσιακές τραπεζικές καταθέσεις και δεν είχε προηγούμενη ουσιαστική επαφή με επενδυτικά προϊόντα της Εναγομένης 1. Αντιθέτως, προκύπτουν ενδείξεις ότι τόσο ο ίδιος ο Ενάγων όσο και το άμεσο οικογενειακό του περιβάλλον είχαν αποκτήσει και διακρατήσει τέτοιες αξίες σε χρόνο σημαντικά προγενέστερο της επίδικης επένδυσης του 2008 και μόλις πέντε χρόνια πριν την απόκτηση των επίδικων χρεογράφων.
Η στάση δε που τήρησε ο Ενάγων κατά την αντεξέταση, αρνούμενος κατ’ αρχάς να αναγνωρίσει τα σχετικά έγγραφα και μεταβαίνοντας στη συνέχεια σε θέσεις περί έλλειψης μνήμης ή περί υπογραφής εγγράφων χωρίς γνώση του περιεχομένου τους, ενισχύει την εντύπωση ότι τα περιστατικά αυτά δεν ήταν απλώς άγνωστα σε αυτόν, αλλά ότι η αποδοχή τους θα δυσχέραινε ουσιωδώς τη διατήρηση της κεντρικής θέσης του περί πλήρους απουσίας προηγούμενης εμπειρίας ή εξοικείωσης με τα χρεόγραφα της Εναγομένης 1.
Σε ό,τι αφορά τα προαναφερόμενα, από τη μαρτυρία που έδωσε ο Ενάγων κατά την κυρίως εξέτασή του προκύπτει σαφής και ουσιώδης αντίφαση, η οποία αναδείχθηκε κατά την αντεξέτασή του, σε σχέση με την «επισήμανση» στην οποία προέβη αναφορικά με την παρουσία της συζύγου του κατά τη φερόμενη συνάντηση στο υποκατάστημα της Εναγομένης 1 στο Αυγόρου για την υπογραφή της επίδικης αίτησης, Τεκμήριο 1, για την απόκτηση των επίδικων χρεογράφων. Πρόκειται για γεγονός το οποίο ο ίδιος ο Ενάγων επέλεξε να προβάλει στη γραπτή του δήλωση προς ενίσχυση της αξιοπιστίας της εκδοχής του, ισχυριζόμενος όχι μόνο ότι η σύζυγός του ήταν παρούσα κατά τη συγκεκριμένη συνάντηση, αλλά και ότι είχε ακούσει προσωπικά τις διαβεβαιώσεις της Κουμπαρή και είχε πεισθεί, όπως και ο ίδιος, ότι επρόκειτο για ασφαλές αποταμιευτικό προϊόν.
Ωστόσο, κατά την αντεξέτασή του, η πιο πάνω κατηγορηματική θέση δεν διατηρήθηκε. Αντιθέτως, η μαρτυρία του Ενάγοντος μεταβλήθηκε διαδοχικά και σε κρίσιμα σημεία. Αρχικά αρνήθηκε ότι είχε ισχυριστεί πως η σύζυγός του ήταν παρούσα κατά τη συνάντηση στην οποία έλαβε χώρα η ενημέρωσή του για τα επίδικα χρεόγραφα. Στη συνέχεια, όταν παραπέμφθηκε στο ακριβές περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης, επιχείρησε να διαχωρίσει τη συνάντηση ενημέρωσης από τη συνάντηση υπογραφής των εγγράφων, υποστηρίζοντας ότι η σύζυγός του παρευρέθηκε μόνο για να δώσει τη συγκατάθεσή της ως συνδικαιούχος λογαριασμού από τον οποίο θα καταβάλλονταν ποσά για την απόκτηση τους. Ακολούθως επικαλέστηκε αδυναμία μνήμης ως προς το τι ακριβώς λέχθηκε κατά την επίμαχη συνάντηση και, τελικώς, κατέληξε να στηρίζει την άποψή του ότι η σύζυγός του είχε πεισθεί από την Κουμπαρή όχι σε προσωπική γνώση ή ανάμνηση γεγονότων, αλλά σε συμπερασματική υπόθεση εκ μέρους του, βασιζόμενη στο ότι εκείνη συναίνεσε στη χρήση των χρημάτων του κοινού τους λογαριασμού.
Ειδικότερα, όταν αρχικά ερωτήθηκε κατά την αντεξέτασή του εάν είχε ισχυριστεί, κατά την κυρίως εξέτασή του ότι η σύζυγός του ήταν παρούσα, απάντησε ως εξής:
«Όχι, δεν είπα τέτοιο πράγμα. Όταν με κάλεσε η διευθύντρια της τράπεζας να μου πει για τα αξιόγραφα δεν ήταν η σύζυγός μου όχι.».
Όταν, σε σχέση με το ζήτημα αυτό, παραπέμφθηκε στην σχετική παράγραφο 17 της γραπτής δήλωσής του, Έγγραφο Α, διευκρίνισε τη θέση του ως ακολούθως:
«Αφού για να έχει την υπογραφή της εδώ σε αυτό το σημείο ήταν όχι στη συνάντηση που πήγα για να με ενημερώσει για τα αξιόγραφα σε αυτό το σημείο ήταν από τον κοινό λογαριασμό που είχαμε εδώ ήταν αλλά όχι στη συνάντηση για να με ενημερώσει για τα αξιόγραφα, αυτό λέει εδώ ήταν παρούσα όταν έγινε έδωσε τη συγκατάθεσή της στο γραμμάτιο που ήταν συνδικαιούχος να χρησιμοποιηθεί για την αγορά των αξιογράφων. Η συνάντηση για να με ενημερώσει για τα αξιόγραφα έγινε προηγουμένως σε κάποιο χρονικό διάστημα δεν ήταν παρούσα σε αυτήν τη φάση.».
Ερωτηθείς ακολούθως κατά πόσον ανακαλούσε ή διαφοροποιούσε την πιο πάνω μαρτυρία που είχε δώσει κατά την κυρίως εξέτασή του, ο Ενάγων απάντησε ως εξής:
«Α. Δεν την τροποποιώ, την παρούσα απόφαση πιθανώς μιλούμε για πολλά χρόνια πριν δεν θυμάμαι τι λέχθηκε εκείνη την ημέρα. Η σύζυγός μου στην τράπεζα εκείνη την ημέρα πήγε για να δώσει τη συγκατάθεσή της να χρησιμοποιηθούν τα λεφτά που ήταν συνδικαιούχος. Τι λέχθηκε εκείνη την ημέρα είναι αδύνατο να θυμάμαι, αλλά όταν μου τηλεφώνησε να πάω να με ενημερώσει η σύζυγός μου δεν ήταν παρούσα. Σε αυτήν την περίπτωση ήταν γιατί πήγε αυτό το έγγραφο που δίνει τη συγκατάθεση να παρθούν λεφτά από τον κοινό λογαριασμό για την αγορά των αξιόγραφων. Τώρα αν η κυρία Κουμπαρή, αν ξαναείπε την ίδια ιστορία σχετικά με την ασφάλεια των αξιόγραφων δεν θυμάμαι και αυτό έχει σημασία γιατί η απόφαση πάρθηκε όταν με ενημέρωσε την πρώτη φορά με έπεισε, αυτό.
E. Άρα η απάντησή σου στο ερώτημα κατά πόσο η σύζυγός σου άκουσε με τα αυτιά της από το στόμα της κυρίας Κουμπαρή τις όποιες ψεύτικες ως ισχυρίζεσαι διαβεβαιώσεις ποια είναι;
A. Εκείνη την ημέρα δεν θυμάμαι αν η κυρία Κουμπαρή μας είπε την ίδια ιστορία με προηγουμένως. Η σύζυγός μου πήγε στην τράπεζα για να υπογράψει, για να δώσει τη συγκατάθεσή της, τα λεφτά που ήταν συνδικαιούχος να χρησιμοποιηθούν για την αγορά των αξιόγραφων. Δεν θυμάμαι τι λέχθηκε τη συγκεκριμένη ημέρα γιατί έχουν περάσει πάρα πολλά χρόνια.».
Η μετατόπιση αυτή της θέσης του Ενάγοντος αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθότι αφορά γεγονός το οποίο ο ίδιος είχε περιλάβει στη γραπτή του δήλωση με τρόπο σαφή, συγκεκριμένο και κατηγορηματικό. Δεν επρόκειτο για δευτερεύουσα λεπτομέρεια αλλά για στοιχείο το οποίο επικαλέστηκε προς ενίσχυση του ισχυρισμού του ότι οι επίδικες παραστάσεις πράγματι έγιναν και ενώπιον τρίτου προσώπου, της συζύγου του. Εντούτοις, κατά την αντεξέταση, όχι μόνο αδυνατούσε να επιβεβαιώσει ότι η σύζυγός του άκουσε προσωπικά οποιεσδήποτε δηλώσεις της Κουμπαρή, αλλά παραδέχθηκε ουσιαστικά ότι δεν θυμόταν εάν η τελευταία είχε αναφέρει οτιδήποτε ενώπιον της συζύγου του κατά την επίμαχη συνάντηση.
Η εικόνα αυτή ενισχύθηκε περαιτέρω όταν τελικά αποδέχθηκε ότι διαφοροποιούσε τη μαρτυρία του ως προς το περιεχόμενο της πιο πάνω αναφερόμενης παραγράφου 17 της γραπτής του δήλωσης, Έγγραφο Α, καταλήγοντας να στηρίζει την άποψή του ότι η σύζυγός του είχε πεισθεί από την Κουμπαρή σε προσωπική του εικασία και όχι σε γεγονότα που ο ίδιος ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει από μνήμης:
«E. Άρα αυτό που ευκρινώς λες στην παράγραφο 17 το αλλάζεις τώρα και το λες δεν θυμάμαι αν το άκουσε η σύζυγός μου;
A. Ναι, δεν θυμάμαι αλλά για να δώσει τη συγκατάθεσή της είχε πειστεί και αυτή.
E. Από ποιον; Από την κυρία Κουμπαρή ή τον ενάγοντα;
A. Εγώ δεν είμαι ο τραπεζίτης για να εξηγήσω, δεν θυμάμαι αλλά και για να δώσει συγκατάθεση λεφτά που της ανήκαν σημαίνει ότι από τα λεγόμενα είχε και η ίδια πειστεί.
E. Από ποιον είχε πειστεί;
A. Συγγνώμη;
E. Από ποιον;
A. Από αυτόν που έκανε την πώληση.
E. Άρα η απάντηση είναι ότι η κυρία Κουμπαρή με το στόμα της είπε κάποια πράγματα στην κυρία Δέσπω;
A. Δεν το θυμάμαι αυτό, συνεπάγεται από τη διαδικασία μέχρι και εκείνο το σημείο για να παρθούν τα λεφτά που της ανήκουν σημαίνει είχε πειστεί, όχι από εμένα από ποιον άλλον; Από την κυρία Κουμπαρή η οποία ήταν αυτή που με έπεισε και εμένα διότι εγώ δεν είχα τις γνώσεις να της εξηγήσω περί τίνος πρόκειται η ίδια η ιστορία που μου είχε αναφέρει εμένα φαντάζομαι θα την επανέλαβε και στη σύζυγό μου. Εγώ δεν μπορώ να εξηγήσω το τι είναι τα αξιόγραφα και να την πείσω να δώσει τα λεφτά που της ανήκαν, που ανήκαν στην ίδια.».
Το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραβλέψει ότι η τελική αυτή θέση απέχει ουσιωδώς από όσα ο Ενάγων είχε καταθέσει κατά την κυρίως εξέτασή του. Ενώ αρχικά παρουσίαζε ως προσωπική γνώση και βεβαιότητα ότι η σύζυγός του είχε ακούσει τις διαβεβαιώσεις της Κουμπαρή και είχε πεισθεί από αυτές και μάλιστα υπό τύπο «επισήμανσης», κατά την αντεξέταση κατέληξε να αναγνωρίζει ότι δεν θυμάται εάν πράγματι συνέβη κάτι τέτοιο και ότι η σχετική του αναφορά βασιζόταν ουσιαστικά σε συλλογισμό ή υπόθεση. Η αντίφαση αυτή, η οποία αφορά γεγονός που ο ίδιος προέβαλε ως υποστηρικτικό της εκδοχής του για τα επίδικα γεγονότα, πλήττει την αξιοπιστία της μαρτυρίας του ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα και αποτελεί παράγοντα που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη κατά τη συνολική αξιολόγηση της αξιοπιστίας και ακρίβειας των ισχυρισμών του.
Επιπροσθέτως των προαναφερομένων, αρνητικά για την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Ενάγοντος και, ιδίως, για την αξιοπιστία των ισχυρισμών του, συνεκτιμώνται και τα ακόλουθα.
Κατ’ αρχάς, σε ό,τι αφορούσε την απόκτηση των επίδικων χρεογράφων, ο Ενάγων κατέθεσε ότι περί τον Ιούλιο του 2008 προσεγγίστηκε από την διευθύντρια του υποκαταστήματος της Εναγόμενης 1 στο Αυγόρου, ήτοι την πιο πάνω αναφερόμενη Κουμπαρή, η οποία του πρότεινε να συμμετάσχει σε ένα νέο σχέδιο το οποίο του παρουσιάστηκε ως αποταμιευτικής/καταθετικής φύσης, με υψηλό επιτόκιο λόγω πενταετούς διάρκειας. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, η εν λόγω αντιπρόσωπος της Εναγομένης 1 τού ανέφερε ότι το σχέδιο απευθυνόταν μόνο σε επίλεκτους και καλούς πελάτες της Τράπεζας και ότι το κεφάλαιο θα ήταν εγγυημένο κατά τη λήξη της πενταετίας, ενώ οι τόκοι θα καταβάλλονταν ανά εξάμηνο. Υποστήριξε ότι η Κουμπαρή του ανέφερε ρητά ότι το σχέδιο είχε την ίδια ασφάλεια με τις καταθέσεις σε γραμμάτια, αλλά με υψηλότερο επιτόκιο λόγω της μεγαλύτερης χρονικής δέσμευσης.
Περαιτέρω κατέθεσε ότι η εν λόγω αντιπρόσωπος της Εναγομένης 1 τον διαβεβαίωσε επανειλημμένα ότι επρόκειτο για ασφαλές αποταμιευτικό σχέδιο αντίστοιχο με τα γραμμάτια και ότι θα μπορούσε ακόμη να χρησιμοποιηθεί, στην περίπτωση που εντός της πενταετίας χρειαζόταν τις καταθέσεις του, ως εξασφάλιση για λήψη δανείου από την Τράπεζα, με δυνατότητα αποπληρωμής των δόσεων από τους τόκους του σχεδίου. Ανέφερε επίσης ότι ουδέποτε του αποκαλύφθηκε πως επρόκειτο για διαφορετικής φύσης επενδυτικό προϊόν, ούτε ότι υπήρχαν κίνδυνοι, και ότι ο ίδιος, όπως έχει ήδη αναφερθεί ανωτέρω κατά την αξιολόγηση ειδικά του σχετικού ισχυρισμού, δεν είχε προηγούμενη εμπειρία ή γνώση από χρεόγραφα ή άλλα σύνθετα επενδυτικά προϊόντα, πέραν από την κατά καιρούς αγορά μικρού αριθμού μετοχών.
Στη βάση των πιο πάνω διαβεβαιώσεων και λαμβάνοντας υπόψη τη μακρόχρονη σχέση εμπιστοσύνης που είχε με την Εναγόμενη 1, επειδή δεν είχε άμεση ανάγκη των καταθέσεων του, ήταν ο ισχυρισμός του, συμφώνησε να συμμετάσχει στο εν λόγω σχέδιο. Όπως ανέφερε, η εν λόγω αντιπρόσωπος της Εναγόμενης 1 τον προέτρεψε να μην καθυστερήσει, διότι ο αριθμός των συμμετεχόντων ήταν περιορισμένος. Τελικά αποφάσισε να τοποθετήσει ποσό €84.865 από τις καταθέσεις του στο σχέδιο, υποβάλλοντας την προαναφερόμενη σχετική αίτηση Τεκμήριο 1, η οποία, όπως είπε, αφορούσε αγορά των επίδικων χρεογράφων και το ποσό προήλθε από χρέωση τραπεζικών λογαριασμών που διατηρούσε στην τράπεζα.
Ο Ενάγων ανέφερε ακόμη και τον πιο πάνω ισχυρισμό ο οποίος έτυχε ήδη ειδικής αξιολόγησης, ότι κατά τη συνάντηση στο υποκατάστημα για την υπογραφή της εν λόγω αίτησης ήταν παρούσα και η σύζυγός του, η οποία άκουσε επίσης τις διαβεβαιώσεις της Κουμπαρή και πείστηκε ότι επρόκειτο για ασφαλές αποταμιευτικό σχέδιο με καλό επιτόκιο, και κατέθεσε επιπλέον ότι υπέγραψε το σχετικό πιο πάνω έντυπο αίτησης, Τεκμήριο 1, το οποίο, όπως θυμάται, ήταν μονοσέλιδο, χωρίς να του δοθεί ουσιαστική ευκαιρία να το μελετήσει και χωρίς να του παραδοθεί αντίγραφο, ενώ ο ίδιος δεν κατανοεί όρους όπως «μετατρέψιμα χρεόγραφα» ή «επενδυτική συμβουλή», βασιζόμενος πλήρως στις διαβεβαιώσεις της εν λόγω τραπεζικής υπαλλήλου Κουμπαρή.
Περαιτέρω, κατέθεσε ότι λίγες ημέρες αργότερα έλαβε από την Εναγομένη 1 την επιστολή ημερομηνίας 30/07/2008, Τεκμήριο 2, με την οποία του γνωστοποιήθηκε ότι του είχαν παραχωρηθεί τα επίδικα 84.865 χρεόγραφα ονομαστικής αξίας €1 έκαστο. Όπως ανέφερε, βάσει όσων του είχαν λεχθεί από την Κουμπαρή και λόγω της έλλειψης γνώσεων του επί τέτοιου είδους προϊόντων, θεώρησε ότι τα χρήματά του είχαν τοποθετηθεί σε ένα ασφαλές αποταμιευτικό προϊόν, παρόμοιο με γραμμάτιο πενταετούς διάρκειας. Τέλος, κατέθεσε ότι στο τέλος του 2008 έλαβε τόκο ύψους 7,5% επί της ονομαστικής αξίας των χρεογράφων, με καθαρό ποσό τόκου €2.466,39, ενώ ενημερώθηκε ότι ο επόμενος τόκος για την περίοδο από 01/01/2009 μέχρι 30/06/2009 θα καταβαλλόταν στις 30/06/2009, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 3.
Σε ό,τι αφορούσε την απόκτηση των επίδικων αξιογράφων, ο Ενάγων κατέθεσε ότι κατά τους μήνες Απρίλιο ─ Μάιο του 2009 η Κουμπαρή επικοινώνησε τηλεφωνικώς μαζί του και τον κάλεσε στο γραφείο της για να τον ενημερώσει για ένα νέο αποταμιευτικό σχέδιο. Όπως ανέφερε, όταν επισκέφθηκε το υποκατάστημα, η εν λόγω αντιπρόσωπος της Εναγόμενης 1 του παρουσίασε νέο σχέδιο για το έτος 2009, το οποίο, σύμφωνα με τα λεγόμενά της, αφορούσε μακροπρόθεσμες καταθέσεις πενταετούς διάρκειας με παρόμοιους όρους με το σχέδιο στο οποίο είχε συμμετάσχει το 2008. Κατά τη μαρτυρία του, η Κουμπαρή τον παρότρυνε να υποβάλει νέα αίτηση συμμετοχής και επιπρόσθετα χρήματα, παρουσιάζοντας το σχέδιο ως κερδοφόρο, με υψηλό επιτόκιο και χωρίς οποιονδήποτε κίνδυνο, παρόμοιο με τις καταθέσεις σε γραμμάτια, ενώ δεν έγινε οποιαδήποτε αναφορά σε πιθανούς κινδύνους ή σε ενημερωτικά δελτία.
Περαιτέρω κατέθεσε ότι, όταν εξέφρασε απορία ως προς το πώς η Εναγόμενη 1 μπορούσε να προσφέρει και να εγγυάται τόσο υψηλό επιτόκιο, η Κουμπαρή του εξήγησε ότι, λόγω της πενταετούς δέσμευσης των χρημάτων, η Εναγομένη 1 μπορούσε να τα δανείζει σε άλλους πελάτες με υψηλότερο επιτόκιο, γεγονός που της επέτρεπε να προσφέρει την εν λόγω απόδοση. Σύμφωνα με τον ίδιο, η αντιπρόσωπος της Εναγομένης 1 τον διαβεβαίωσε ότι το σχέδιο απευθυνόταν σε περιορισμένο κύκλο πελατών, κυρίως σε όσους είχαν ήδη συμμετάσχει στο σχέδιο του 2008, και ότι οι τόκοι θα καταβάλλονταν ανά εξάμηνο. Υποστήριξε ότι ουδέποτε του γνωστοποιήθηκαν πιθανοί κίνδυνοι, ενώ, αντιθέτως, το σχέδιο του παρουσιάστηκε ως ασφαλές αποταμιευτικό προϊόν παρόμοιο με γραμμάτιο.
Ο Ενάγων κατέθεσε ότι, στη βάση των πιο πάνω διαβεβαιώσεων και παροτρύνσεων, πείστηκε να συμμετάσχει και στο σχέδιο του 2009. Όπως ανέφερε, μετά από σχετική τηλεφωνική επικοινωνία με την Κουμπαρή επισκέφθηκε εκ νέου το υποκατάστημα, όπου του παρουσιάστηκε δέσμη εγγράφων προς υπογραφή. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, η διαδικασία υπογραφής ήταν συνοπτική, παρόμοια με εκείνη του ανοίγματος τραπεζικού λογαριασμού, χωρίς να του δοθεί χρόνος να μελετήσει τα έγγραφα, και ο ίδιος υπέγραψε βασιζόμενος στις διαβεβαιώσεις της εν λόγω αντιπροσώπου της Εναγομένης 1 ότι επρόκειτο για ασφαλές και επικερδές καταθετικό σχέδιο. Με τον τρόπο αυτό υποβλήθηκε η αίτηση για αγορά των επίδικων αξιογράφων της Εναγομένης 1.
Περαιτέρω ανέφερε ότι κατά την υπογραφή των σχετικών εγγράφων δεν του επιδείχθηκαν οι όροι έκδοσης των εν λόγω αξιογράφων ούτε το ενημερωτικό δελτίο ημερομηνίας 30/04/2009, ούτε του παραδόθηκε αντίγραφο της αίτησης. Σύμφωνα με την επιστολή ανέκκλητης αίτησης εγγραφής, Τεκμήριο 4, το συνολικό ποσό της επένδυσης ανερχόταν σε €100.326, εκ των οποίων €84.865 προέρχονταν από το ποσό των χρεογράφων του 2008 και το υπόλοιπο ποσό των €15.461 από χρέωση τραπεζικού του λογαριασμού. Όπως κατέθεσε, κατά τον χρόνο υπογραφής των εγγράφων δεν κατανοούσε όρους όπως «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου» ή «επενδυτική συμβουλή» και αντιλήφθηκε απλώς ότι τοποθετούσε τα χρήματά του σε νέο αποταμιευτικό σχέδιο παρόμοιο με εκείνο του 2008, προσθέτοντας επιπλέον ποσό.
Ο Ενάγων επανέλαβε επίσης τη θέση του, η οποία αξιολογήθηκε ειδικά ανωτέρω, ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν διέθετε γνώσεις ή εμπειρία σε χρηματοοικονομικά προϊόντα, ακολουθώντας πάντοτε συντηρητική αποταμιευτική πρακτική μέσω τραπεζικών καταθέσεων, και ότι υπέγραψε τα σχετικά έγγραφα κατόπιν συστάσεων, προτροπών και διαβεβαιώσεων της Κουμπαρή. Υποστήριξε ακόμη ότι δεν του παρασχέθηκαν επαρκείς πληροφορίες ώστε να κατανοήσει τη φύση της συναλλαγής ή τους πιθανούς κινδύνους, ενώ δεν ήταν επαγγελματίας επενδυτής ούτε είχε τη δυνατότητα να επωμιστεί απώλεια του κεφαλαίου του.
Τέλος, κατέθεσε ότι η Εναγομένη 1 κατέβαλλε τόκους ανά εξάμηνο μέχρι το τέλος του 2011, ύψους €2.883,11, €2.538,25 και €2.397,24 αντίστοιχα (Τεκμήρια 5, 6 και 7). Ωστόσο, κατά τον Αύγουστο του 2012 διαπίστωσε ότι δεν είχε καταβληθεί τόκος για την περίοδο 01/01/2012 – 30/06/2012, γεγονός που τον ανησύχησε. Όπως ανέφερε, επισκέφθηκε το υποκατάστημα για να ενημερωθεί, και η Κουμπαρή του ανέφερε ότι η Εναγομένη 1 αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα και δεν μπορούσε να συνεχίσει την καταβολή τόκων. Κατόπιν τούτου, στις 10/08/2012 υπέβαλε γραπτό παράπονο προς την Εναγομένη 1 (Τεκμήριο 8), εκφράζοντας τη δυσαρέσκειά του για το ότι είχε παροτρυνθεί να επενδύσει τις οικονομίες του σε προϊόν που του παρουσιάστηκε ως ασφαλές αποταμιευτικό σχέδιο, ενώ, όπως υποστήριξε, στην πραγματικότητα επρόκειτο για επενδυτικό προϊόν χωρίς την εγγύηση των καταθέσεων. Περαιτέρω κατέθεσε ότι έλαβε απαντητικές επιστολές τόσο από τον Πρόεδρο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (Τεκμήριο 9) όσο και από την Τράπεζα Κύπρου (Τεκμήριο 10).
Σε σχέση με τους πιο πάνω ισχυρισμούς του Ενάγοντος οι οποίοι περιλαμβάνονται στη γραπτή του δήλωση, Έγγραφο Α, επισημαίνεται ότι αυτοί παρουσιάζουν εσωτερικές ασυνέπειες σε σύγκριση ιδίως με την προφορική του μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, κατά την περαιτέρω κυρίως εξέτασή του και κατά τον σχολιασμό της επιστολής, Τεκμήριο 8, ο Ενάγων ανέφερε ότι η παράσταση της Κουμπαρή ήταν πως τα επίδικα αξιόγραφα θα παρείχαν «υψηλότερο επιτόκιο» σε σχέση με το προηγούμενο ισχύον καθεστώς, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, ήταν το φερόμενο σχέδιο των χρεογράφων. Ωστόσο, στη συνέχεια, ερωτηθείς σε σχέση με την παράγραφο 25 της γραπτής του δήλωσης, προέβαλε διαφορετική εκδοχή, ισχυριζόμενος ότι, παρόλο που σύμφωνα με τις παραστάσεις της Κουμπαρή το επιτόκιο των αξιογράφων θα ήταν χαμηλότερο από εκείνο των χρεογράφων, εντούτοις θα παρέμενε υψηλότερο σε σύγκριση με τα συνήθη καταθετικά προϊόντα. Η πιο πάνω διαφοροποίηση δεν συνάδει με μια συνεπή και σταθερή εκδοχή των γεγονότων, δημιουργώντας εύλογες αμφιβολίες ως προς την αξιοπιστία της σχετικής μαρτυρίας. Ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι, κατά την αντεξέτασή του και σε σχέση με τα προαναφερόμενα, ισχυρίστηκε ότι η παράσταση της Κουμπαρή ως προς τη διαφορά του φερόμενου νέου σχεδίου ήταν ότι «ήταν ψηλό [το] επιτόκιο χωρίς αυτό να είναι», ενώ σε μεταγενέστερη θέση του κατά την αντεξέταση, σε συμφωνία με τον συνήγορο της Εναγομένης 1, ανέφερε ότι το σχετικό επιτόκιο ήταν 7,5% για τα χρεόγραφα και 5,5% για τα αξιόγραφα.
Περαιτέρω, η εκδοχή του Ενάγοντος ως προς τις συνθήκες συμμετοχής του στο φερόμενο νέο προϊόν δεν κρίνεται πειστική, ιδίως υπό το φως του γεγονότος ότι είχε ήδη συμμετάσχει στο προηγούμενο φερόμενο σχέδιο μόλις εννέα έως δέκα μήνες νωρίτερα, καθώς και ενόψει της πρόσθετης επένδυσης ποσού €15.461 στην οποία προέβη. Δεν είναι ευλογοφανές ότι, υπό τις ίδιες ή παρόμοιες συνθήκες και με χαμηλότερη απόδοση, βάσει πάντοτε των ισχυριζόμενων παραστάσεων της Κουμπαρή, ο Ενάγων θα προέβαινε εκ νέου σε επένδυση ή, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, σε αλλαγή του είδους ή του «σχεδίου» της κατάθεσής του, καταβάλλοντας μάλιστα πρόσθετο κεφάλαιο. Αντιθέτως, αντικειμενικά, πιο λογική θα ήταν η επιλογή διατήρησης της υφιστάμενης κατάστασης, παραμένοντας στα χρεόγραφα που ήδη κατείχε, χωρίς να ανανεώσει, περίπου ένα έτος αργότερα, τη δέσμευση των χρημάτων του για νέα πενταετή περίοδο στο πλαίσιο φερόμενου σχεδίου με χαμηλότερη απόδοση. Η δε προβαλλόμενη θέση ότι δεν είχε ουσιαστική επιλογή συμμετοχής, ισχυριζόμενος χαρακτηριστικά ότι «δεν είχαν επιλογή να μην το δεχτούν», επειδή «ήταν απόφαση της Τράπεζας», πέραν του ότι δεν εδράζεται σε σαφείς και συγκεκριμένες περιστάσεις που να την καθιστούν κατανοητή και πειστική, ούτε, μάλιστα, υποστηρίζεται από τη μαρτυρία των ΜΕ2 και ΜΥ2 η οποία έχει ήδη αξιολογηθεί ανωτέρω, δεν παρέχει εύλογη εξήγηση ούτε για την ανάγκη παρότρυνσης εκ μέρους της Κουμπαρή ούτε για την ιδιαίτερη έμφαση που, κατά τον ίδιο, εκείνη απέδιδε στα πλεονεκτήματα του σχεδίου. Η θέση αυτή δεν συνάδει ούτε με τους περαιτέρω ισχυρισμούς του ότι η Κουμπαρή του ανέφερε πως «θα ήταν κρίμα να χάσει μια τέτοια καλή ευκαιρία» ή ότι τον «συμβούλευε και τον πίεζε να συμμετάσχει σε αυτό». Εφόσον, κατά την εκδοχή του, η συμμετοχή του ήταν κατ’ ουσίαν αναγκαστική, δεν διαφαίνεται ποιος θα ήταν ο λόγος ύπαρξης τέτοιων παραινέσεων, προτροπών ή πιέσεων προκειμένου να τον πείσει να συμμετάσχει, και μάλιστα εκ μέρους της Εναγομένης 1.
Ούτε εξάλλου κρίνεται εύλογος ο ισχυρισμός του Ενάγοντος, όπως αυτός προβάλλεται στις παραγράφους 20─30 της γραπτής του δήλωσης, Έγγραφο Α, ότι, υπό τις προαναφερόμενες περιστάσεις, υπήρχε ανάγκη προσέγγισής του από την Κουμπαρή. Ειδικότερα, κατά την εκδοχή του, η Κουμπαρή επικοινώνησε μαζί του τηλεφωνικώς περί τον Απρίλιο ή Μάιο του 2009 προκειμένου να τον ενημερώσει για τη «διαθεσιμότητα ενός νέου αποταμιευτικού σχεδίου» και να τον καλέσει στο γραφείο της για περαιτέρω πληροφόρηση. Εάν, όμως, η συμμετοχή του στο εν λόγω προϊόν αποτελούσε, κατά τους ισχυρισμούς του, αναγκαία συνέπεια αποφάσεων και διαδικασιών της Εναγομένης 1, δεν εξηγείται γιατί δεν του γνωστοποιήθηκε εξαρχής η υποτιθέμενη αναγκαιότητα της μετάβασής του στο νέο σχέδιο, αλλά, αντιθέτως, το ζήτημα παρουσιάστηκε ως νέα επενδυτική ευκαιρία. Ομοίως, δεν καθίσταται κατανοητό γιατί, κατά τη μεταγενέστερη συνάντησή τους στο γραφείο της, φέρεται να έλαβε περαιτέρω ενημέρωση και παρότρυνση να «υποβάλει νέα αίτηση», χωρίς και πάλι να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε υποχρεωτική ή αναγκαία μετάβαση. Αντιθέτως, σύμφωνα με την ίδια τη μαρτυρία του, μεσολάβησε περαιτέρω χρονικό διάστημα μέχρις ότου λάβει την απόφασή του και υποβάλει την προαναφερόμενη αίτηση, ήτοι το Τεκμήριο 4, την 01/06/2009, όπως του υποδείχθηκε κατά την αντεξέτασή του και δεν αμφισβήτησε. Πρόκειται για χρονική απόσταση σχεδόν δύο μηνών από την πρώτη προσέγγιση που περιγράφει, στοιχείο που δεν συνάδει με την εκδοχή περί αναγκαίας ή ουσιαστικά υποχρεωτικής συμμετοχής του στο νέο προϊόν.
Περαιτέρω, η πιο πάνω εκδοχή δεν συνάδει ούτε με τον ισχυρισμό του Ενάγοντος ότι διατηρούσε σχέση εμπιστοσύνης προς την Εναγομένη 1 και τα στελέχη της και ότι ενεργούσε στηριζόμενος στις συμβουλές και υποδείξεις τους. Εάν πράγματι η Κουμπαρή αποτελούσε πρόσωπο της εμπιστοσύνης του και οι εισηγήσεις της γίνονταν αποδεκτές από αυτόν χωρίς ιδιαίτερη επιφύλαξη, δεν εξηγείται η ανάγκη πολλαπλών επικοινωνιών και συζητήσεων για το ίδιο ζήτημα, ούτε η παρέλευση χρονικού διαστήματος σχεδόν δύο μηνών μεταξύ της πρώτης προσέγγισής του και της τελικής υποβολής της αίτησής του την 01/06/2009. Η πιο πάνω εκδοχή δεν συνάδει, επίσης, με τον ισχυρισμό του στην παράγραφο 26 της γραπτής του δήλωσης, Έγγραφο Α, ότι τελικώς «πείστηκε» να συμμετάσχει στο σχέδιο και να υποβάλει την αίτησή του. Ο ισχυρισμός αυτός προϋποθέτει διαδικασία αξιολόγησης και λήψης απόφασης εκ μέρους του, η οποία είναι δυσχερές να συμβιβαστεί αφενός με τη θέση του ότι δεν είχε ουσιαστική επιλογή παρά να αποδεχθεί το νέο προϊόν και αφετέρου με τον ισχυρισμό του ότι η μετάβασή του σε αυτό αποτελούσε, κατ’ ουσίαν, επιβεβλημένη συνέπεια αποφάσεων της Εναγομένης 1. Η δε παρέλευση σχεδόν δύο μηνών μέχρι την υποβολή της αίτησης ενισχύει την εντύπωση ότι επρόκειτο για απόφαση που ελήφθη κατόπιν σκέψης και επιλογής και όχι για ενέργεια στην οποία υποχρεώθηκε να προβεί.
Ως και προ ειπώθηκε, δυσχερώς μπορεί να γίνει αποδεκτό, υπό τις επικαλούμενες συνθήκες, για ποιο λόγο ο Ενάγων θα προχωρούσε, μόλις εννέα έως δέκα μήνες μετά την απόκτηση των χρεογράφων, στην απόκτηση των επίδικων αξιογράφων, καταβάλλοντας μάλιστα επιπρόσθετο ποσό ύψους €15.461, προκειμένου να συμμετάσχει σε ισχυριζόμενο νέο σχέδιο, η απόδοση του οποίου ήταν, κατά τους ίδιους τους ισχυρισμούς του και σύμφωνα με τις φερόμενες παραστάσεις της Κουμπαρή, χαμηλότερη. Υπό το πρίσμα αυτό, ιδιαίτερη σημασία αποκτά ο ισχυρισμός του ότι του ελέχθη πως «δεν είχε επιλογή» παρά να συμμετάσχει στο νέο σχέδιο, καθότι μόνο μέσω αυτού επιχειρείται να δοθεί εξήγηση σε μια συμπεριφορά η οποία, διαφορετικά, δεν φαίνεται να συνάδει με τη λογική των πραγμάτων και τα δεδομένα που ο ίδιος παρέθεσε. Σε αντίθετη περίπτωση, δεν παρέχεται πειστική λογική εξήγηση για την καταβολή πρόσθετων χρημάτων και την ανανέωση της πενταετούς διάρκειας της επένδυσής του, με σκοπό τη μετάβαση σε σχέδιο χαμηλότερης απόδοσης.
Επισημαίνεται, σε σχέση με τα προαναφερόμενα, η θέση που υιοθέτησε ο Ενάγων κατά την αντεξέτασή του, καθώς και η επιμονή του στον ισχυρισμό ότι δεν διέθετε επιλογή ως προς την απόκτηση των αξιογράφων. Ιδιαίτερη σημασία παρουσιάζει, επίσης, το πρόσθετο στοιχείο που εισήγαγε, ήτοι ότι η Εναγομένη 1 προέβη ουσιαστικά από μόνη της στη «μετατροπή» των επίδικων χρεογράφων στα επίδικα αξιόγραφα, όπως προκύπτει από το ακόλουθο απόσπασμα της μαρτυρίας του:
«E. (…) άρα έκανες το λάθος δύο φορές διότι ξεγελάστηκες το 2008 για να αγοράσεις τα χρεόγραφα αλλά και το 2009 και μετά αγόρασες τα χρεόγραφα που κρατούσες σε αξιόγραφα, κάτι πολύ πιο πολύπλοκο.
A. Δεν είχαμε επιλογή να γίνουν ή όχι, τα μετέτρεψε η τράπεζα μόνη της.
E. Όχι κύριε μάρτυς, το τεκμήριο 4 υπέγραψες και μετάτρεψες τα μόνος σας και επένδυσες.
A. Ναι, δεν είχαμε επιλογή να μην το κάνουμε, αλλά αυτό το προϊόν μετατράπηκε στο άλλο, δεν είχα επιλογή να μείνει ως ήταν.».
Σε ό,τι αφορά την ανωτέρω θέση, την οποία ο Ενάγων επέμεινε να προβάλλει μέχρι το τέλος της αντεξέτασής του, ισχυριζόμενος κατ’ επανάληψη ότι δεν υπήρχε δυνατότητα μη αποδοχής της «μετατροπής», αυτή δεν μπορεί να συμφιλιωθεί με τις δικές του παραδοχές και ενέργειες. Ειδικότερα, η υπογραφή της σχετικής αίτησης, Τεκμήριο 4, καθώς και η απόφασή του να καταβάλει πρόσθετο χρηματικό ποσό για την απόκτηση του φερόμενου νέου προϊόντος, αποτελούν ενέργειες οι οποίες, αντικειμενικά εξεταζόμενες, προϋποθέτουν ενεργό συμμετοχή και συνειδητή επιλογή εκ μέρους του. Ως εκ τούτου, τα εν λόγω στοιχεία εμφανίζονται σαφώς περισσότερο συμβατά με την ύπαρξη δυνατότητας επιλογής και την εκδήλωση συναίνεσης παρά με τον ισχυρισμό ότι η φερόμενη μετατροπή του επιβλήθηκε χωρίς να υφίσταται οποιαδήποτε εναλλακτική δυνατότητα.
Περαιτέρω, ιδιαίτερη σημασία έχει το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4, στο οποίο ο ίδιος ο Ενάγων αναφέρει ότι «αιτείτο» την «αγορά» των επίδικων αξιογράφων και ότι, προς τον σκοπό αυτό, κατέβαλλε, πέραν των επίδικων χρεογράφων, και το ποσό των €15.461, εξουσιοδοτώντας παράλληλα τη χρέωση του λογαριασμού του. Στο ίδιο έγγραφο καταγράφεται επίσης ότι η αίτησή του αφορούσε αξιόγραφα της Εναγομένης 1, τα οποία «τελικά θα του παραχωρούνταν». Οι αναφορές αυτές δεν συνάδουν με πρόσωπο που ενεργεί υπό την αντίληψη ότι δεν διαθέτει καμία δυνατότητα επιλογής, αλλά αντιθέτως παραπέμπουν σε πρόσωπο το οποίο προβαίνει σε συγκεκριμένες ενέργειες με σκοπό την απόκτηση ενός επενδυτικού προϊόντος, στο οποίο επένδυε και για το οποίο δήλωνε, περαιτέρω, ότι «είχε τη γνώση και την ικανότητα να το αξιολογήσει». Τα στοιχεία αυτά είναι δυσχερές να συμφιλιωθούν με τους ισχυρισμούς που ο Ενάγων προέβαλε κατά την αντεξέτασή του, όπου ανέφερε χαρακτηριστικά ότι η «μετατροπή» των επίδικων χρεογράφων στα επίδικα αξιόγραφα «δεν έγινε με πρωτοβουλία δική μας» και ότι «η μετατροπή δεν έγινε με δική μας αίτηση, δεν πήγαμε και τους είπαμε ξέρετε μετατρέψετε μας τα που 2008 κάμετε μας του 2009».
Υπό το φως των πιο πάνω, η εξήγηση του Ενάγοντος ότι προέβη στις εν λόγω ενέργειες αποκλειστικά λόγω της εμπιστοσύνης που έτρεφε προς την Εναγόμενη 1 και τους αντιπροσώπους της δεν κρίθηκε ικανοποιητική. Και τούτο διότι η επίκληση της εμπιστοσύνης δεν απαντά στην ουσία της αντίφασης που ανακύπτει μεταξύ, αφενός, των συγκεκριμένων ενεργειών στις οποίες προέβη και, αφετέρου, του ισχυρισμού του ότι η ισχυριζόμενη μετατροπή του επιβλήθηκε χωρίς δυνατότητα άρνησης. Αντιθέτως, η εν λόγω εξήγηση εκλαμβάνεται ως προσπάθεια γεφύρωσης του προφανούς ασυμβίβαστου μεταξύ των πράξεών του και της εκδοχής που επιχείρησε να προωθήσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Η επιμονή του στην επίκληση της εμπιστοσύνης καταδεικνύει, μάλλον, επίγνωση της δυσκολίας να υποστηριχθεί αντικειμενικά και πειστικά ο ισχυρισμός περί επιβολής υπό το φως των ίδιων των ενεργειών και δηλώσεών του.
Σημειώνεται, σε σχέση με τους πιο πάνω ισχυρισμούς του Ενάγοντος, ότι αυτοί όχι μόνο δεν επιβεβαιώνονται από τη μαρτυρία του ΜΕ2, η αξιολόγηση της οποίας προηγήθηκε ανωτέρω, αλλά αντιθέτως η εν λόγω μαρτυρία κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ειδικότερα, ο ΜΕ2 κατέθεσε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι τα επίδικα αξιόγραφα της Εναγομένης 1 είχαν «προσφερθεί» στους κατόχους των επίδικων χρεογράφων της στο πλαίσιο πρότασης «ανταλλαγής» και ότι η απόφαση κατά πόσο ένας κάτοχος χρεογράφων θα αποδεχόταν ή όχι την εν λόγω πρόταση αποτελούσε ζήτημα αποκλειστικά δικής του επιλογής. Περαιτέρω, ανέφερε ότι οποιοσδήποτε κάτοχος επίδικων χρεογράφων μπορούσε, εφόσον το επιθυμούσε, να διατηρήσει τα χρεόγραφά του και να μην προχωρήσει στην ανταλλαγή τους. Ως προς το ότι η ανταλλαγή των επίδικων χρεογράφων με τα επίδικα αξιόγραφα δεν ήταν υποχρεωτική αλλά επαφιόταν στην επιλογή του κατόχου του, μαρτυρία δόθηκε και από την ΜΥ2, ως ανωτέρω αναφέρθηκε κατά την αξιολόγηση της.
Ιδιαίτερη σημασία έχει, επίσης, το γεγονός ότι, όταν ο ΜΕ2 ερωτήθηκε από τη συνήγορο του Ενάγοντος κατά πόσο γνώριζε εάν είχε γνωστοποιηθεί, γραπτώς ή άλλως πως, ότι οι κάτοχοι των επίδικων χρεογράφων δεν διέθεταν την επιλογή να μην προχωρήσουν στην ανταλλαγή τους με τα επίδικα αξιόγραφα, ο μάρτυρας απάντησε κατηγορηματικά ότι εκείνο που είχε γνωστοποιηθεί από την Εναγομένη 1 ήταν ακριβώς το αντίθετο, ήτοι ότι επρόκειτο για θέμα επιλογής των κατόχων των χρεογράφων, οι οποίοι, εφόσον το επιθυμούσαν, «μπορούσαν να προχωρήσουν σε ανταλλαγή τους». Όπως ανέφερε ο ΜΕ2 κατά την αντεξέτασή του επί του ζητήματος αυτού, σύμφωνα με τους όρους των επίδικων χρεογράφων, η Εναγομένη 1 είχε μόνο τη δυνατότητα να τα εξαγοράσει, ενώ η απόφαση για τυχόν μετατροπή τους εναπόκειτο αποκλειστικά στους κατόχους τους.
Η μαρτυρία αυτή του ΜΕ2 είναι ασύμβατη με τον ισχυρισμό του Ενάγοντος ότι δεν διέθετε οποιαδήποτε δυνατότητα επιλογής και ενισχύει την εκδοχή ότι η ανταλλαγή αποτελούσε προαιρετική ενέργεια, η πραγματοποίηση της οποίας εναπόκειτο στην απόφαση του εκάστοτε κατόχου χρεογράφων. Περαιτέρω, όταν η εν λόγω μαρτυρία συνεκτιμηθεί με τις προαναφερόμενες ενέργειες του ίδιου του Ενάγοντος, ήτοι την υπογραφή αίτησης για «αγορά» αξιογράφων, την εξουσιοδότηση χρέωσης του λογαριασμού του, την καταβολή πρόσθετου ποσού ύψους €15.461 και την αποδοχή νέας πενταετούς διάρκειας επένδυσης, οι οποίες, όπως ήδη έχει αναφερθεί, δεν προσιδιάζουν σε περίπτωση επιβολής χωρίς δυνατότητα άρνησης αλλά σε περίπτωση ενεργού συμμετοχής σε επενδυτική απόφαση, αποδυναμώνεται ουσιωδώς και ο ισχυρισμός του περί παράστασης εκ μέρους της Κουμπαρή ότι τα επίδικα χρεόγραφα που κατείχε θα μετατρέπονταν υποχρεωτικά στα επίδικα αξιόγραφα και ότι ο ίδιος δεν διέθετε οποιαδήποτε επιλογή ως προς τούτο.
Υπό τις περιστάσεις αυτές συνεπώς, είναι δύσκολο να γίνει αποδεκτό ότι η Κουμπαρή, υπό την ιδιότητά της ως διευθύντριας υποκαταστήματος της Εναγομένης 1, προέβη στην αποδιδόμενη σε αυτήν παράσταση, σύμφωνα με την οποία η ανταλλαγή ήταν υποχρεωτική και δεν υφίστατο δυνατότητα άρνησης. Και τούτο διότι η εν λόγω εκδοχή δεν συνάδει ούτε με τη μαρτυρία του ΜΕ2 ως προς το περιεχόμενο της θέσης που είχε γνωστοποιήσει η Εναγομένη 1 στους κατόχους χρεογράφων ούτε με τις ίδιες τις μεταγενέστερες ενέργειες του Ενάγοντος, οι οποίες αντικειμενικά παραπέμπουν σε αποδοχή και υλοποίηση επενδυτικής επιλογής και όχι σε συμμόρφωση προς επιβεβλημένη απόφαση τρίτου, ήτοι της Εναγόμενης 1.
Ξενίζει βεβαίως και δεν εξηγείται λογικά και η εκδοχή του Ενάγοντος, σύμφωνα με την οποία, η Εναγομένη 1, μέσω της Κουμπαρή, εκμεταλλευόταν την άγνοιά του σε θέματα επενδύσεων σε αξίες ώστε να αξιοποιεί τα χρήματα των αποταμιεύσεών του σε καταθέσεις στην ίδια προς ίδιον όφελος, προσεγγίζοντάς τον κάθε φορά μέσω της Κουμπαρή, αρχής γενομένης με την έκδοση των επίδικων χρεογράφων κατά το έτος 2008 και στη συνέχεια με την έκδοση των επίδικων αξιογράφων κατά το έτος 2009. Και αυτό επειδή, την ίδια περίοδο, και πλησιάζοντας προς τα γνωστά γεγονότα των ετών 2012─2013 καθώς και την κρίση στον τραπεζικό τομέα και τα προβλήματα που τελικώς αντιμετώπισε και η Εναγομένη 1, κατά το έτος 2011, όταν η Εναγόμενη 1 προχώρησε στην έκδοση Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου (ΜΑΕΚ) προς ενίσχυση της κεφαλαιακής της επάρκειας, ο Ενάγων, κατά τους ισχυρισμούς του, δεν προσεγγίστηκε από την Κουμπαρή με τον ίδιο τρόπο. Ιδίως δε, το πιο πάνω συμπέρασμα ενισχύεται και από τη μαρτυρία του ΜΚ2, η αξιολόγηση της οποίας καταγράφεται ακολούθως, ο οποίος κατέθεσε ότι: «Η τράπεζα είχε ίδιο ενδιαφέρον στη βελτίωση της κεφαλαιακής της επάρκειας και προς αυτόν τον σκοπό είχε δημιουργηθεί ένα οικοσύστημα για τη διευκόλυνση και διεκπεραίωση, (…) ενημέρωση και προώθηση αυτών των αξιών (…). Οι εκδόσεις 2008 και 2009 ήταν απόλυτα πετυχημένες υπό την έννοια του ότι όλα τα ποσά που καλύφθηκαν, η έκδοση του 2011 δεν ήταν απόλυτα πετυχημένη, δεν κάλυψε όλο το ποσό που η τράπεζα ήθελε και προχώρησε ουσιαστικά στο ποσό το οποίο έλαβε (…)». Συνεπώς, ενόψει των ανωτέρω, και ιδίως λαμβανομένου υπόψη ότι η έκδοση του 2011 δεν υπήρξε απόλυτα επιτυχημένη υπό την έννοια ότι δεν καλύφθηκε όλο το ποσό που η Εναγόμενη 1 επιθυμούσε, προκύπτει ότι κατά την περίοδο εκείνη υφίστατο ακόμη εντονότερη ανάγκη για προσέγγιση υφιστάμενων κατόχων προηγούμενων αξιογράφων, στην προκείμενη περίπτωση του Ενάγοντος, μέσω της Κουμπαρή ή άλλου αντιπροσώπου της Εναγομένης 1 ή ακόμη και καταθετών της, όπως ισχυρίστηκε ο Εναγόμενος, με σκοπό την προώθηση και μετατροπή των υφιστάμενων αξιογράφων ή των καταθέσεων σε ΜΑΕΚ, κατά τον τρόπο που ο Ενάγων ισχυρίζεται.
Ένδειξη, σε ό,τι αφορά τα προαναφερόμενα, θα μπορούσε να θεωρηθεί το ενδεχόμενο ότι ο Ενάγων, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών των επίδικων αξιογράφων σε σχέση με τα ΜΑΕΚ, όπως αυτά επεξηγήθηκαν μέσω του ΜΕ2, γνώριζε πιθανόν, παρά τους ισχυρισμούς του, ότι διατηρούσε «καλύτερη θέση» μη προβαίνοντας σε ανταλλαγή τους, καθώς επίσης ότι, όταν κατά το 2008 αγόραζε τα επίδικα χρεόγραφα, γνώριζε, παρά τους περί του αντιθέτου και πάλι ισχυρισμούς του, ότι επένδυε σε προϊόν με ρίσκο, το οποίο όμως ενδεχομένως είχε «ανοδική προοπτική», δεδομένης και της διαπραγμάτευσης του στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και της δυνατότητας πώλησης, ή της μετατροπής του σε μετοχές της Εναγομένης 1 της οποίας κατείχε ήδη σημαντικό αριθμό, ή εξαγοράς του από την Εναγόμενη 1. Ο Ενάγων, παρά την έντονη προσπάθεια του να υποστηρίξει το αντίθετο, έχει στο ενεργητικό του αξιοσημείωτο αριθμό χρηματιστηριακών πράξεων που δεν αποκλείουν αυτό το ενδεχόμενο. Υπενθυμίζεται ως προς αυτό, η κατάθεση του ΜΕ2, που αναφέρθηκε ανωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του, ότι: «Οι επίδικες αξίες αποτελούσαν υβριδικά χρηματοοικονομικά μέσα, τα οποία συνδύαζαν τα χαρακτηριστικά ομολόγου, ήτοι την παροχή τόκου και τη διάρκεια ωρίμανσης ή εξαγοράς, με τη δυνατότητα μετατροπής τους σε μετοχές ή εξαγοράς τους από την εκδότρια εταιρεία.». Όπως επίσης και η κατάθεση της ΜΥ2 αναφορικά με τη χρηματιστηριακή τους αξία, η οποία εξήγησε ότι, σε περίπτωση εισαγωγής τους στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, αυτή διαμορφώνεται από τις συνθήκες της αγοράς, περιλαμβανομένων της προσφοράς και της ζήτησης, καθώς και του επιπέδου των επιτοκίων, και ενδέχεται να διαφοροποιείται από την ονομαστική τους αξία. Πρόσθεσε ότι ο επενδυτής έχει τη δυνατότητα να ρευστοποιήσει την επένδυσή του μέσω του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου, ενδεχομένως και σε τιμή υψηλότερη της ονομαστικής αξίας, ενώ, σε περίπτωση διακράτησης των τίτλων μέχρι τη λήξη τους, λαμβάνει την ονομαστική τους αξία. Η μάρτυρας ανέφερε επίσης ότι η αναστολή πληρωμής τόκου είναι δυνατόν να επηρεάσει τη χρηματιστηριακή τους αξία, χωρίς όμως να επηρεάζει την ονομαστική τους αξία.
Ιδιαιτέρως σημαντική για την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Ενάγοντος είναι και η στάση που τήρησε σε σχέση με τα ενημερωτικά δελτία των επίδικων χρεογράφων και αξιογράφων, Τεκμήρια 20 και 21. Παρά το γεγονός ότι, κατά την κυρίως εξέτασή του, ισχυρίστηκε ότι η Εναγόμενη 1 ουδέποτε του παρουσίασε οτιδήποτε που να αναφέρεται στους κινδύνους των συγκεκριμένων επενδυτικών προϊόντων, κατά την αντεξέτασή του υπήρξε ασαφής ως προς το κατά πόσο γνώριζε την ύπαρξη των εν λόγω ενημερωτικών δελτίων ή εάν τα είχε δει ή διαβάσει. Ειδικότερα, όταν ερωτήθηκε κατά πόσο τα εν λόγω έγγραφα περιλαμβάνονταν στη δέσμη εγγράφων που, κατά τους ισχυρισμούς του, του είχε παραδώσει η Κουμπαρή προς υπογραφή αναφορικά με τα επίδικα αξιόγραφα, παρά την αρχική διστακτικότητά του να το αποδεχθεί, τελικώς απάντησε ότι μπορεί και να το διάβασε. Ειπώθηκαν εν προκειμένω τα εξής:
«E. Και με βάση το περιεχόμενο της παραγράφου 28 θα ήθελα την οποία ρίξε μια ματιά, σε ρωτώ το εξής, αυτή η δέσμη εγγράφων που σου δόθηκε από την κυρία Κουμπαρή και τα οποία έγγραφα υπέγραψες πολύ ενδεικτικά, μην ανησυχείς αν δεν είσαι ακριβώς, πόσες σελίδες ήταν;
A. Δεν θυμάμαι.
E. Ήταν πάνω από μια;
A. Δεν θυμάμαι. Αφού είναι δέσμη, δεν θυμάμαι τι ακριβώς υπέγραψα εκείνη τη μέρα.
E. Ήταν σίγουρα πάνω από μια σελίδα;
A. Δεν θυμάμαι.
E. Άρα αποσύρεις την παράγραφο 28 δεν το είπες ποτέ;
A. Δεν την αποσύρω, δεν μπορώ να θυμάμαι, πιθανόν να είναι παραπάνω από τη μια. Θα ήταν πολλά, αν το λέω, δεν θυμάμαι, ήταν 1, 5 ,10.
E. Ήταν πάνω από ένα;
A. Δεν θυμάμαι.
E. Τεκμήριο 4 το έχεις μπροστά σου του 2009 μόνο αυτό υπέγραψες κύριε μάρτυς, μια μονοσέλιδη ξέρεις τι ήταν τα άλλα;
A. Όχι, τι;
E. Ήταν το ενημερωτικό δελτίο με τους όρους.
A. Το οποίο τι;
E. Που σου το έδειξε και υπέγραψες το Τεκμήριο 4 ότι κατανοώ τους κινδύνους.
A. Με τον ίδιο τρόπο που πάμε για το δάνειο και υπογράφουμε μια δέσμη έγγραφα τα διαβάζει κανένας;
E. Δεν σε ενδιαφέρει ότι το διάβασες;
A. Στα πολλά που με έβαλε να υπογράψω διότι ήταν ο τραπεζίτης μου που με συμβούλευε της τράπεζας αυτό ήταν, και αν ήταν το ενημερωτικό, το διάβασα εκείνην τη στιγμή και το υπόγραψα.
E. Έτσι μας είπες, σε ρωτώ τις λεπτομέρειες της παραγράφου 28 ότι σου δόθηκε μια δέσμη εγγράφων και υπόγραψες πολλά έγγραφα;
A. Δεν θυμάμαι σας λέω, είναι με τον ίδιο τρόπο που όταν πάμε για το δάνειο, επειδή νιώθουμε ότι έχουμε ανάγκη την τράπεζα υπογράφουμε ό,τι μας βάζουν μπροστά μας χωρίς καν να ξέρουμε τι περιέχουν.».
Ακολούθως, όμως, σε μεταγενέστερο στάδιο της αντεξέτασής του έδωσε εντελώς διαφορετική απάντηση:
«E. Αυτό είναι και η ειδοποιός διαφορά των επίδικων χρηματιστηριακών μέσων και άλλων ότι στην παρούσα περίπτωση γι' αυτές τις κινητές αξίες που είμαστε σήμερα εδώ και πιάνουμε όμορφα, αυτές αποτείνονται στο ευρύ επενδυτικό κοινό και όχι σε επαγγελματίες επενδυτές, στον Προκόπη, στην Ανδριανή, στον Σωκράτη και εξού και με βάση τη νομοθεσία ως εκδοθείσα η Τράπεζα Κύπρου εξέδωσε τα ενημερωτικά δελτία για έκαστην έκδοση τα οποία και σου δείχνω και σε ρωτώ αν τα θυμάσαι, αν τα είδες, αν το διάβασες, σου δείχνω δύο και του 2008 και του 2009;
(Υποδεικνύονται στον μάρτυρα τα έγγραφα)
A. Δεν θυμάμαι να τα έχω δει.».
Οι πιο πάνω ισχυρισμοί δημιουργούν εύλογο προβληματισμό, ιδίως ενόψει του ότι στις αιτήσεις για την απόκτηση των επίδικων χρεογράφων και αξιογράφων, Τεκμήρια 1 και 4, αντιστοίχως, περιλαμβάνεται ρητή αναφορά στα εν λόγω ενημερωτικά δελτία, Τεκμήρια 20 και 21 παραπέμποντας τους όρους τους. Περαιτέρω, τόσο ο ΜΕ2 όσο και η ΜΥ2 κατέθεσαν ότι τα ενημερωτικά αυτά δελτία ήταν αναρτημένα και διαθέσιμα, χωρίς οποιαδήποτε χρέωση, σε κάθε υποκατάστημα της Εναγομένης 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η σημασία των ανωτέρω έγκειται στο περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων, τα οποία περιλαμβάνουν, κατά περίπτωση, στοιχεία και δηλώσεις του Ενάγοντος που βρίσκονται σε άμεση αντίθεση ή ασυμβίβαστους με τους ισχυρισμούς που προέβαλε κατά τη μαρτυρία του.
Κατά ακολουθία των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν μπορεί να αποδώσει πίστη στη μαρτυρία του Ενάγοντος ως προς τα επίδικα γεγονότα και ζητήματα. Ως εκ τούτου, η μαρτυρία του κρίνεται αναξιόπιστη και απορρίπτεται στο σύνολό της.
Συναφώς, σε ό,τι αφορά όλα τα ανωτέρω, θα πρέπει βεβαίως να αναφερθεί ότι, σύμφωνα με τις σχετικές δικονομικές αρχές και τη νομολογία, οποιοδήποτε δικόγραφο εγείρει ζητήματα απάτης, ψευδούς παράστασης, παράβασης θεσμικού καθήκοντος και αμέλειας δεν δύναται να το πράττει κατά τρόπο γενικό και αόριστο, αλλά θα πρέπει να περιλαμβάνει λεπτομέρειες ως προς τις ειδικές περιστάσεις οι οποίες συνιστούν και αποδεικνύουν την προβαλλόμενη παράβαση ή συμπεριφορά. Οι παρεχόμενες λεπτομέρειες πρέπει να είναι σαφείς, συγκεκριμένες και ειδικές. Ο ενάγων μπορεί να επιτύχει μόνο εφόσον αποδείξει τις συγκεκριμένες λεπτομέρειες που έχει δικογραφήσει και όχι οποιουσδήποτε άλλους ή διαφορετικούς ισχυρισμούς. Ως προς το ζήτημα αυτό, αρκεί να καταγραφεί ότι, εξετάζοντας τους ισχυρισμούς που ο Ενάγων δικογράφησε στην Έκθεση Απαίτησής του σε σχέση με τα προαναφερόμενα ζητήματα, και τους οποίους το Δικαστήριο επιχείρησε να παραθέσει συνοπτικά εισαγωγικά στην παρούσα απόφαση, διαπιστώνεται ότι αυτοί παρουσιάζουν ουσιώδεις αποκλίσεις με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που προωθήθηκαν κατά την ακρόαση. Αντιθέτως, θα μπορούσε να λεχθεί ότι παρουσιάζουν διαφορετική εικόνα ως προς τη βάση επί της οποίας στηρίχθηκε η υπόθεση του Ενάγοντος επί των διαφόρων αυτών θεματικών, γεγονός το οποίο δύναται επιπροσθέτως να καταγραφεί, μεταξύ άλλων, ως στοιχείο που ενισχύει το συμπέρασμα περί της μη αξιοπιστίας της μαρτυρίας του Ενάγοντος. Όπως ορθά εισηγήθηκε ο συνήγορος της Εναγομένης 1 στην τελική του αγόρευση, οι θέσεις αυτές παρουσιάζουν, επιπροσθέτως, στοιχείο αντιφατικότητας. Η μαρτυρία αυτή, σε κάθε περίπτωση, αξιολογήθηκε στη βάση των προαναφερόμενων παραμέτρων αξιολόγησης της μαρτυρίας και απορρίφθηκε ως αναξιόπιστη.
Επιπροσθέτως, σε ό,τι αφορά το ζήτημα της μη παρουσίασης της Κουμπαρή ως μάρτυρα από πλευράς της Εναγομένης 1, επί του οποίου επιχειρηματολόγησε η συνήγορος του Ενάγοντος, υποστηρίζοντας ότι το Δικαστήριο θα πρέπει, εξ αυτού και μόνο του λόγου, να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η Κουμπαρή προέβη προς τον Ενάγοντα στις ισχυριζόμενες παραπλανητικές δηλώσεις, αρκεί να αναφερθεί συνοπτικά ότι το βάρος απόδειξης του εν λόγω ισχυρισμού έφερε ο Ενάγων και όχι η Εναγομένη 1. Υπό το φως των σχετικών αρχών, εφόσον ο Ενάγων θεωρούσε ότι η Κουμπαρή διέθετε ουσιώδη μαρτυρία επί του συγκεκριμένου ζητήματος, μπορούσε ο ίδιος να την καλέσει ως μάρτυρα. Περαιτέρω, ενώπιον του Δικαστηρίου δεν τέθηκε οτιδήποτε που να εξηγεί γιατί δεν θα ήταν εύλογα αναμενόμενο, υπό τις περιστάσεις, να την καλέσει ο ίδιος προς μαρτυρία. Ούτε, άλλωστε, τέθηκε κατά την ακρόαση ζήτημα αναφορικά με τη μη κλήση της Κουμπαρή, ώστε να εξετασθεί κατά πόσο υπήρχε επαρκής και εύλογη εξήγηση για την απουσία της. Συνεπώς, δεν μπορεί να εγερθεί από πλευράς του Ενάγοντος ζήτημα εξαγωγής δυσμενών συμπερασμάτων σε βάρος της Εναγομένης 1 λόγω της μη παρουσίασης της Κουμπαρή ως μάρτυρα, με σκοπό είτε την ενίσχυση της δικής του μαρτυρίας είτε την αποδυνάμωση της μαρτυρίας που προσκομίστηκε από πλευράς της Εναγομένης 1 επί του συγκεκριμένου ζητήματος. Τούτο ισχύει ιδίως ενόψει του ότι πρόκειται για ζήτημα επί του οποίου ο ίδιος ο Ενάγων ισχυρίστηκε ότι είχε άμεση εμπλοκή και προσωπική γνώση, προσφέροντας σχετική άμεση μαρτυρία, η οποία αξιολογήθηκε από το Δικαστήριο και απορρίφθηκε ως αναξιόπιστη. Περαιτέρω, δεν πρόκειται για γεγονότα που βρίσκονταν αποκλειστικά στη γνώση της Εναγομένης 1, ούτε για περίπτωση κατά την οποία η μαρτυρία της Κουμπαρή ήταν η μόνη ικανή να καλύψει ουσιώδες κενό στην αποδεικτική διαδικασία. Ως εκ τούτου, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εξαγωγή οποιουδήποτε δυσμενούς συμπεράσματος εις βάρος της Εναγομένης 1 λόγω της μη κλήσης της Κουμπαρή ως μάρτυρα.
Ως προς τα ανωτέρω, παρατίθεται το κάτωθι απόσπασμα από την απόφαση του House of Lords (ως ήταν τότε) του Ηνωμένου Βασιλείου, στην υπόθεση R v. Inland Revenue Comrs, Ex p TC Coombs & Co, [1991] 2 AC 283, δια του μ. Λόρδου Δικαστή (ως ήταν τότε) Lowry:
«In our legal system generally, the silence of one party in face of the other party's evidence may convert that evidence into proof in relation to matters which are, or are likely to be, within the knowledge of the silent party and about which that party could be expected to give evidence. Thus, depending on the circumstances, a prima facie case may become a strong or even an overwhelming case. But, if the silent party's failure to give evidence (or to give the necessary evidence) can be credibly explained, even if not entirely justified, the effect of his silence in favour of the other party may be either reduced or nullified.».
Βλέπε επίσης την απόφαση του Court of Appeal του Ηνωμένου Βασιλείου στην υπόθεση Wisniewski (A Minor) v. Central Manchester Health Authority, [1998] EWCA Civ 596, όπου συνοψίζονται οι αρχές της νομολογίας, στο πλαίσιο της αστικής δίκης, αναφορικά με το πιο πάνω ζήτημα, ως ακολούθως:
«From this line of authority I derive the following principles in the context of the present case:
(1) In certain circumstances a court may be entitled to draw adverse inferences from the absence or silence of a witness who might be expected to have material evidence to give on an issue in an action.
(2) If a court is willing to draw such inferences they may go to strengthen the evidence adduced on that issue by the other party or to weaken the evidence, if any, adduced by the party who might reasonably have been expected to call the witness.
(3) There must, however, have been some evidence, however weak, adduced by the former on the matter in question before the court is entitled to draw the desired inference: in other words, there must be a case to answer on that issue.
(4) If the reason for the witness's absence or silence satisfies the court then no such adverse inference may be drawn. If, on the other hand, there is some credible explanation given, even if it is not wholly satisfactory, the potentially detrimental effect of his/her absence or silence may be reduced or nullified.».
V.
Βασικά Ευρήματα.
Μετά από αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας, το Δικαστήριο προβαίνει σε ευρήματα για τα επίδικα γεγονότα, βασισμένα στη μαρτυρία η οποία κρίθηκε αξιόπιστη και αποδεκτή, καθώς και στα παραδεκτά ή μη αμφισβητούμενα στοιχεία που τεκμηριώνονται από τα προσκομισθέντα έγγραφα και την υπόλοιπη μαρτυρία. Ειδικότερα, αποτελούν βασικά ευρήματα του Δικαστηρίου τα εξής:
- Η Εναγόμενη 1 προέβη, στη Δημοκρατία, σε δημόσια προσφορά των επίδικων χρεογράφων (Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/18) και αξιογράφων (Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου), ως κινητών αξιών προοριζόμενων για διαπραγμάτευση στην κεφαλαιαγορά.
- Ήταν η προβληθείσα θέση της Εναγομένης 1 ότι τα επίδικα χρεόγραφα προορίζονταν για την ενίσχυση της κεφαλαιακής της επάρκειας, ενώ, σε συνδυασμό με τα αυξημένα αδιανέμητα κέρδη της, θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για την περαιτέρω ανάπτυξη των εργασιών της. Περαιτέρω, προβαλλόταν ότι τα επίδικα αξιόγραφα προορίζονταν για την ενίσχυση της Εναγομένης 1 με επιπρόσθετο πρωτοβάθμιο κεφάλαιο, συμβάλλοντας στη διατήρηση ισχυρών και ανταγωνιστικών δεικτών κεφαλαιακής επάρκειας.
- Της δημόσιας προσφοράς προηγήθηκε, κατά περίπτωση, η δημοσίευση ενημερωτικού δελτίου, περιλαμβανομένου, ως αναπόσπαστο μέρος αυτού, και περιληπτικού σημειώματος. Ανάδοχος και υπεύθυνος για τη σύνταξη των εν λόγω ενημερωτικών δελτίων ήταν ο Κυπριακός Οργανισμός Επενδύσεων και Αξιών Λτδ (CISCO).
- Τα εν λόγω ενημερωτικά δελτία, τα οποία αποτελούν τα Τεκμήρια 20 και 21, αντίστοιχα, είχαν προηγουμένως εγκριθεί από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, αφού αυτή τεκμαίρεται ότι διαπίστωσε πως ο τύπος και το περιεχόμενό τους ήταν σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμου του 2005, Νόμος 114(Ι)/2005, καθώς και με τις κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδιδόμενες κανονιστικές πράξεις, προς διασφάλιση της διαφάνειας στη χρηματιστηριακή αγορά. Ως προς τα ανωτέρω, υπενθυμίζεται ότι τα υπό συζήτηση ενημερωτικά δελτία έχουν γίνει παραδεκτά από τους διαδίκους ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους. Έκαστο εξ αυτών περιλαμβάνει, ως εκ τούτου παραδεκτή ως αληθή, τη δήλωση ότι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου ενέκρινε το περιεχόμενό τους ως προς την κάλυψη των αναγκών πληροφόρησης του επενδυτικού κοινού, όπως αυτές καθορίζονται στον Νόμο 114(Ι)/2005. Συνεπώς, τεκμαίρεται ότι ικανοποιήθηκε ως προς ότι έκαστο, περιέχει όλες τις πληροφορίες οι οποίες, ανάλογα με τα ιδιαίτερα, κατά τον ουσιώδη χρόνο, χαρακτηριστικά της Εναγομένης 1 και των επίδικων κινητών αξιών, χρεογράφων και αξιογράφων, αντίστοιχα, που αποτελούσαν το αντικείμενο της κάθε δημόσιας προσφοράς, ήταν απαραίτητες ώστε να παρέχεται στους επενδυτές η δυνατότητα να εκτιμήσουν με πληρότητα τα περιουσιακά στοιχεία, τις υποχρεώσεις, τη χρηματοοικονομική κατάσταση, τα κέρδη, τις ζημίες και τις προοπτικές της εκδότριας Εναγομένης 1, καθώς και τα δικαιώματα που ενσωματώνονταν στις εν λόγω κινητές αξίες. Συναφώς, τεκμαίρεται επίσης ότι ικανοποιήθηκε ως προς το ότι οι πληροφορίες αυτές παρουσιάζονταν κατά τρόπο εύληπτο, ώστε να καθίσταται ευχερής η ανάλυση και αξιολόγησή τους. Σχετική, εν προκειμένω, είναι και η ανωτέρω αποδεκτή μαρτυρία της ΜΥ2.
- Σύμφωνα με το ενημερωτικό δελτίο για τα επίδικα χρεόγραφα, Τεκμήριο 20, αυτά ήταν δεκαετούς διάρκειας, με τελική ημερομηνία λήξης την 30/09/2018, πλην όμως η Εναγομένη 1 διατηρούσε το δικαίωμα εξαγοράς τους στις 30/06/2013 ή σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη ημερομηνία πληρωμής τόκου μέχρι την πιο πάνω τελική ημερομηνία λήξης. Τα χρεόγραφα θα έφεραν σταθερό επιτόκιο ύψους 7,5% από την ημερομηνία απόκτησής τους μέχρι και τις 30/06/2009, ήτοι για τις πρώτες δύο περιόδους τόκου. Μετά την ημερομηνία αυτή θα έφεραν κυμαινόμενο επιτόκιο, το οποίο θα αναθεωρείτο στην αρχή κάθε περιόδου τόκου. Ειδικότερα, για την περίοδο από 30/06/2009 έως 30/06/2013 θα έφεραν κυμαινόμενο επιτόκιο ίσο με το εκάστοτε εξαμηνιαίο Euribor που θα ίσχυε κατά την έναρξη κάθε περιόδου τόκου, πλέον περιθωρίου 1%. Σε περίπτωση που η Εναγομένη 1 δεν προέβαινε στην εξαγορά τους, για την περίοδο από 01/07/2013 έως 30/06/2018 θα έφεραν κυμαινόμενο επιτόκιο ίσο με το εκάστοτε εξαμηνιαίο Euribor που θα ίσχυε κατά την έναρξη κάθε περιόδου τόκου, πλέον περιθωρίου 3%. Οι τόκοι θα ήταν πληρωτέοι σε εξαμηνιαία βάση, κατά τη λήξη κάθε περιόδου τόκου, ήτοι στις 30 Ιουνίου και στις 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους. Ο κάτοχος των επίδικων χρεογράφων είχε, κατ’ επιλογή του, το δικαίωμα να τα μετατρέψει, κατά τις καθορισμένες περιόδους μετατροπής κάθε έτους και μέχρι το 2013, στην καθορισμένη τιμή μετατροπής, σε συνήθεις μετοχές της Εναγομένης 1. Περαιτέρω, η Εναγομένη 1, ως και προαναφέρθηκε, διατηρούσε το δικαίωμα, κατ’ επιλογή της, να εξαγοράσει το σύνολο των επίδικων χρεογράφων στην ονομαστική τους αξία, μαζί με τους δεδουλευμένους τόκους, στις 30/06/2013 ή σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη καθορισμένη ημερομηνία πληρωμής τόκου, υπό την προϋπόθεση της προηγούμενης έγκρισης της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Τα επίδικα χρεόγραφα συνιστούσαν άμεσες, μη εξασφαλισμένες και ελάσσονος διαβάθμισης υποχρεώσεις της Εναγομένης 1 και κατατάσσονταν ισότιμα μεταξύ τους.
- Σύμφωνα με το ενημερωτικό δελτίο για τα επίδικα αξιόγραφα, Τεκμήριο 21, αυτά ήταν αόριστης διάρκειας, χωρίς ημερομηνία λήξης, και θα έφεραν σταθερό επιτόκιο 5,5% από την ημερομηνία εξαγοράς ή μετατροπής τους μέχρι και τις 30/06/2014, ήτοι για τις πρώτες δέκα περιόδους τόκου. Μετά την ημερομηνία αυτή θα έφεραν κυμαινόμενο επιτόκιο, ίσο με το εκάστοτε Euribor εξαμήνου που θα ίσχυε κατά την έναρξη κάθε περιόδου τόκου, πλέον περιθωρίου 3%. Οι τόκοι θα ήταν πληρωτέοι σε εξαμηνιαία βάση, κατά τη λήξη κάθε περιόδου τόκου, ήτοι στις 30 Ιουνίου και στις 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους. Ο κάτοχος των επίδικων αξιογράφων είχε, κατ’ επιλογή του, δικαίωμα μετατροπής τους, κατά τις καθορισμένες περιόδους μετατροπής κάθε έτους μέχρι και το 2014, στην καθορισμένη τιμή μετατροπής, σε συνήθεις μετοχές της Εναγομένης 1. Περαιτέρω, η Εναγομένη 1 διατηρούσε το δικαίωμα, κατ’ επιλογή της, να εξαγοράσει το σύνολο των επίδικων αξιογράφων στην ονομαστική τους αξία, μαζί με τους δεδουλευμένους τόκους, στις 30/06/2014 ή σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη καθορισμένη ημερομηνία πληρωμής τόκου, υπό την προϋπόθεση της προηγούμενης έγκρισης της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και της αντικατάστασής τους, αν δεν ελάμβανε εξαίρεση, με πρωτοβάθμια κεφάλαια. Επιπλέον, η Εναγομένη 1 είχε τη διακριτική ευχέρεια, υπό τους καθορισμένους όρους περί περιορισμού της καταβολής μερίσματος επί των συνήθων μετοχών της ή οποιασδήποτε άλλης καταβολής επί αξιών της, να ακυρώσει την καταβολή τόκων, εφόσον, πριν από την εκάστοτε ημερομηνία πληρωμής τόκου, έκρινε ότι τούτο ήταν αναγκαίο για λόγους που σχετίζονταν με την κεφαλαιακή της επάρκεια. Τα επίδικα αξιόγραφα συνιστούσαν άμεσες, μη εξασφαλισμένες και ελάσσονος διαβάθμισης υποχρεώσεις της Εναγομένης 1 και κατατάσσονταν ισότιμα μεταξύ τους.
- Η κύρια διαφορά μεταξύ των επίδικων χρεογράφων και αξιογράφων έγκειτο στη διάρκειά τους και στην κεφαλαιακή τους διαβάθμιση, καθότι τα επίδικα αξιόγραφα προσμετρούσαν ως πρωτοβάθμιο κεφάλαιο της Εναγομένης 1, ενώ τα επίδικα χρεόγραφα προσμετρούσαν ως δευτεροβάθμιο κεφάλαιο, με διαφορετική σειρά κατάταξης ως προς την απορρόφηση ζημιών. Περαιτέρω, ως προς την καταβολή τόκου, τα επίδικα αξιόγραφα παρείχαν στην Εναγομένη 1 συμβατική ευχέρεια ακύρωσης της καταβολής του, σε αντίθεση με τα επίδικα χρεόγραφα, για τα οποία δεν προβλεπόταν αντίστοιχη ευχέρεια. Τα επίδικα αξιόγραφα αποτελούσαν, σε σύγκριση με τα επίδικα χρεόγραφα, πιο σύνθετο χρηματοοικονομικό μέσο. Αμφότερα, παρότι συνιστούσαν σύνθετα χρηματοοικονομικά μέσα, προσφέρονταν στο πλαίσιο δημόσιας προσφοράς προς το ευρύ επενδυτικό κοινό, χωρίς διάκριση ως προς το επίπεδο γνώσεων ή εμπειρίας των επενδυτών. Ειδικότερα, δεν προορίζονταν, περιορίζονταν ή απευθύνονταν αποκλειστικά σε επαγγελματίες ή έμπειρους επενδυτές.
- Τα ενημερωτικά δελτία, Τεκμήρια 20 και 21, κατόπιν έγκρισης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου και σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου 114(Ι)/2005, δημοσιεύθηκαν, μεταξύ άλλων, σε ηλεκτρονική μορφή στις ιστοσελίδες της Εναγομένης 1, του Κυπριακού Οργανισμού Επενδύσεων και Αξιών Λτδ (CISCO), του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου. Παράλληλα, ήταν διαθέσιμα και σε έντυπη μορφή, χωρίς επιβάρυνση, σε όλα τα υποκαταστήματα της Εναγομένης 1.
- Η αναγγελία της δημόσιας προσφοράς των επίδικων χρεογράφων και αξιογράφων από την Εναγομένη 1, μέσω των περιληπτικών ενημερωτικών σημειωμάτων, τα οποία αποτελούν τα Τεκμήρια 22 και 23, αντίστοιχα, περιείχε πληροφορίες συνεπείς με εκείνες που περιλαμβάνονταν στα αντίστοιχα ενημερωτικά δελτία, Τεκμήρια 20 και 21. Παράλληλα, γινόταν αναφορά στην ήδη πραγματοποιηθείσα δημοσίευση των ενημερωτικών δελτίων, καθώς και υπόδειξη των σημείων όπου αυτά ήταν διαθέσιμα για πρόσβαση ή προμήθεια. Το περιεχόμενό τους είχε προηγουμένως τύχει της έγκρισης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου.
- Σύμφωνα με την πιο πάνω αναγγελία, η οποία αποτελεί το Τεκμήριο 22, η Εναγόμενη 1 είχε αποφασίσει ότι, σε ό,τι αφορούσε τη δημόσια προσφορά των επίδικων χρεογράφων, δικαίωμα συμμετοχής στην έκδοση θα είχαν, μεταξύ άλλων, οι εγγεγραμμένοι μέτοχοί της στο Κεντρικό Μητρώο/Αποθετήριο του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου κατά την 07/07/2008, οι οποίοι διατηρούσαν ενεργή Μερίδα Επενδυτή και Λογαριασμό Αξιών στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Περαιτέρω, προβλεπόταν ότι σε κάθε τέτοιο δικαιούχο θα εκδιδόταν και θα παραχωρείτο δικαίωμα προτεραιότητας για εγγραφή στην έκδοση, σε συγκεκριμένη αναλογία αξίας χρεογράφων, στην καθορισμένη τιμή διάθεσης, ανά κατεχόμενη μετοχή. Ειδικότερα, σύμφωνα με το Τεκμήριο 22, οι Αιτήσεις για Εγγραφή/Επιστολές Παραχώρησης Δικαιωμάτων Προτεραιότητας θα αποστέλλονταν ταχυδρομικώς στους δικαιούχους μετόχους στις 08/07/2008. Οι τελευταίοι θα είχαν το δικαίωμα να αποδεχθούν, εν όλω ή εν μέρει, την πιο πάνω δημόσια προσφορά ή ακόμη και να αιτηθούν την εγγραφή τους για μεγαλύτερο αριθμό χρεογράφων, σύμφωνα με την προβλεπόμενη διαδικασία διάθεσης, με την υποβολή της δεόντως συμπληρωμένης και υπογεγραμμένης Επιστολής Παραχώρησης Δικαιωμάτων Προτεραιότητας. Η υποβολή της εν λόγω επιστολής θα συνιστούσε αμετάκλητη αποδοχή της εγγραφής στα επίδικα χρεόγραφα, σύμφωνα με τους όρους του ενημερωτικού δελτίου, Τεκμήριο 20, υπό την προϋπόθεση της καταβολής, σε οποιοδήποτε υποκατάστημα της Εναγομένης 1, ολόκληρου του πληρωτέου ποσού, το αργότερο μέχρι τις 13:30 της 28/07/2008. Ως ημερομηνία έναρξης της περιόδου εγγραφών είχε καθοριστεί η 15/07/2008.
- Σύμφωνα με την πιο πάνω αναγγελία, η οποία αποτελεί το Τεκμήριο 23, η Εναγόμενη 1 είχε αποφασίσει ότι, σε ό,τι αφορούσε τη δημόσια προσφορά των επίδικων αξιογράφων, δικαίωμα συμμετοχής στην έκδοση θα είχαν, μεταξύ άλλων, οι εγγεγραμμένοι μέτοχοί της στο Κεντρικό Μητρώο/Αποθετήριο του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου κατά την 12/05/2009, οι οποίοι διατηρούσαν ενεργή Μερίδα Επενδυτή και Λογαριασμό Αξιών στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και είχαν εξουσιοδοτημένο χειριστή. Περαιτέρω, προβλεπόταν ότι σε κάθε τέτοιο δικαιούχο θα εκδιδόταν και θα παραχωρείτο δικαίωμα προτεραιότητας για εγγραφή στην έκδοση, σε συγκεκριμένη αναλογία αξίας αξιογράφων, στην καθορισμένη τιμή διάθεσης, ανά δεκάδα κατεχόμενων μετοχών. Ειδικότερα, σύμφωνα με το Τεκμήριο 23, οι Αιτήσεις για Εγγραφή/Επιστολές Παραχώρησης Δικαιωμάτων Προτεραιότητας, στις οποίες αναγραφόταν τόσο το ποσό της προτεραιότητας εγγραφής που αναλογούσε σε κάθε δικαιούχο όσο και η ονομαστική αξία των επίδικων χρεογράφων που αυτός κατείχε κατά την 12/05/2009, θα αποστέλλονταν ταχυδρομικώς στους δικαιούχους μετόχους στις 18/05/2009. Οι τελευταίοι θα είχαν το δικαίωμα να αποδεχθούν, εν όλω ή εν μέρει, τη δημόσια προσφορά ή να αιτηθούν την εγγραφή τους για μεγαλύτερο αριθμό αξιογράφων, σύμφωνα με την προβλεπόμενη διαδικασία διάθεσης, με την υποβολή της δεόντως συμπληρωμένης και υπογεγραμμένης Επιστολής Παραχώρησης Δικαιωμάτων Προτεραιότητας, η οποία θα συνιστούσε αμετάκλητη αποδοχή της εγγραφής στα επίδικα αξιόγραφα, σύμφωνα με τους όρους του ενημερωτικού δελτίου, Τεκμήριο 21, καθώς και με την καταβολή, σε οποιοδήποτε υποκατάστημα της Εναγομένης 1, ολόκληρου του πληρωτέου ποσού, το αργότερο μέχρι τις 13:30 της 05/06/2009. Ως ημερομηνία έναρξης της περιόδου εγγραφών είχε καθοριστεί η 20/05/2009. Το πληρωτέο ποσό μπορούσε να καταβληθεί είτε σε μετρητά είτε με παράδοση επίδικων χρεογράφων αντίστοιχης ονομαστικής αξίας, περιλαμβανομένων των δεδουλευμένων τόκων για την περίοδο από 01/01/2009 μέχρι 05/06/2009. Σε περίπτωση καταβολής με τον τελευταίο τρόπο, τα παραδιδόμενα χρεόγραφα θα ακυρώνονταν και η Εναγόμενη 1 θα απαλλασσόταν από κάθε υποχρέωση που απέρρεε από αυτά.
- Οι πιο πάνω αναφερόμενες αναγγελίες, Τεκμήρια 22 και 23, με βάση τη γενική πρακτική που είχε αποφασιστεί και υιοθετηθεί από την Εναγομένη 1, αποστέλλονταν ταχυδρομικώς από την Εναγομένη 1 σε όλους τους εγγεγραμμένους μετόχους της, σε σχέση με τους οποίους είχε αποφασιστεί ότι, όσον αφορά στη δημόσια προσφορά των επίδικων χρεογράφων και αξιογράφων, αντίστοιχα, θα παραχωρείτο δικαίωμα προτεραιότητας για εγγραφή στην έκδοση, στη δηλωθείσα από τους ίδιους διεύθυνση αλληλογραφίας τους στην Υπηρεσία Μετοχών και Χρεογράφων. Η αποστολή συνοδευόταν από την Αίτηση για Εγγραφή/Επιστολή Παραχώρησης Δικαιωμάτων Προτεραιότητας, η οποία αφορούσε κάθε τέτοιο εγγεγραμμένο μέτοχο και περιλάμβανε τις σχετικές λεπτομέρειες της προσφορά της Εναγομένης 1 ως προς το δικαίωμα προτεραιότητας για εγγραφή στην έκδοση, καθώς και αναφορά στη συγκεκριμένη αναλογία αξίας χρεογράφων και αξιογράφων, αντίστοιχα, στην καθορισμένη τιμή διάθεσης, ανά καθορισμένο αριθμό κατεχόμενων μετοχών, κατά περίπτωση. Με βάση την ίδια γενική πρακτική που είχε αποφασιστεί και υιοθετηθεί από την Εναγομένη 1, τα υποκαταστήματά της, τα οποία είχαν τοπικότητα σε σχέση με κάθε τέτοιο εγγεγραμμένο μέτοχο στον οποίο αποστέλλονταν τα προαναφερόμενα έγγραφα, επικοινωνούσαν μαζί του τηλεφωνικώς, με σκοπό να τον ενημερώσουν προφορικώς για τη δημόσια προσφορά των επίδικων χρεογράφων και αξιογράφων, αντίστοιχα, καθώς και για το παρεχόμενο προς αυτόν δικαίωμα προτεραιότητας για εγγραφή στην έκδοση, και να επιβεβαιώσουν ότι τα προαναφερόμενα έγγραφα είχαν παραληφθεί από αυτόν.
- Η Αίτηση για Εγγραφή/Επιστολή Παραχώρησης Δικαιωμάτων Προτεραιότητας, ως προς τον τύπο και το γενικό περιεχόμενό της, είχε προηγουμένως τύχει της έγκρισης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου.
- Κατά τη δημόσια προσφορά των επίδικων χρεογράφων και αξιογράφων, αντίστοιχα, η Εναγομένη 1 ενεργούσε αποκλειστικά υπό την ιδιότητά της ως εκδότρια των εν λόγω αξιών και όχι ως πάροχος επενδυτικών υπηρεσιών. Η διάθεση των αξιών πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο πρωτογενών εκδόσεων μέσω δημόσιας προσφοράς προς το επενδυτικό κοινό, με τις Αιτήσεις για Εγγραφή/Επιστολές Παραχώρησης Δικαιωμάτων Προτεραιότητας για σκοπούς απόκτησης των εν λόγω αξιών να υποβάλλονται μέσω του δικτύου υποκαταστημάτων της Εναγομένης 1. Τα υποκαταστήματα περιορίζονταν στην παραλαβή των αιτήσεων και του αντίστοιχου ανταλλάγματος, χωρίς να παρέχουν επενδυτική συμβουλή, να αξιολογούν επενδυτές ή να προβαίνουν σε έλεγχο καταλληλότητας ή συμβατότητας.
- Οι αιτήσεις, οι οποίες υποβάλλονταν από τους ενδιαφερόμενους επενδυτές στα υποκαταστήματα της Εναγομένης 1, διαβιβάζονταν στην αρμόδια Υπηρεσία Μετοχών και Χρεογράφων της, η οποία ήταν υπεύθυνη για την καταχώρισή τους στο σχετικό σύστημα, τον έλεγχο της εγκυρότητας των πληρωμών, τη διαπίστωση του βαθμού κάλυψης της έκδοσης, την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων της έκδοσης και, όπου απαιτείτο, την προετοιμασία της εισαγωγής των σχετικών αξιών στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και όχι οποιοδήποτε περαιτέρω συνιστούσε παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ή εκτέλεση επενδυτικών συναλλαγών. Ο Κυπριακός Οργανισμός Επενδύσεων και Αξιών Λτδ (CISCO) δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή στη διαδικασία αυτή, ενώ η ολοκλήρωση της έκδοσης και η τελική επεξεργασία των αιτήσεων αποτελούσαν αποκλειστική ευθύνη της Εναγομένης 1, υπό την ιδιότητά της ως εκδότριας. Στο πλαίσιο αυτό, οι ενέργειες της Εναγομένης 1 συνιστούσαν διοικητική διαδικασία που αφορούσε την έκδοση των αξιών και την καταχώριση και επεξεργασία των σχετικών αιτήσεων και όχι παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ή εκτέλεση επενδυτικών συναλλαγών.
- Η ενημέρωση των επενδυτών, σύμφωνα με τη γενική πρακτική που είχε αποφασιστεί και υιοθετηθεί από την Εναγομένη 1, διασφαλιζόταν μέσω των εγκεκριμένων από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου εγγράφων εκάστης έκδοσης και, ειδικότερα, μέσω των ενημερωτικών δελτίων των εκδόσεων, Τεκμήρια 20 και 21, αντίστοιχα. Πέραν της γενικής ενημέρωσης αναφορικά με τα χαρακτηριστικά της έκδοσης, οποιαδήποτε περαιτέρω επεξήγηση ή εξειδικευμένη συμβουλή δεν αποτελούσε μέρος της διαδικασίας διάθεσης των αξιών από την Εναγομένη 1 μέσω των υπαλλήλων της στα υποκαταστήματά της. Οι υπάλληλοι των υποκαταστημάτων, για οποιεσδήποτε περαιτέρω πληροφορίες παρέπεμπαν τους ενδιαφερόμενους στη γραμματεία του Κυπριακού Οργανισμού Επενδύσεων και Αξιών Λτδ (CISCO) και στο Τμήμα Μετοχών της Εναγομένης 1. Συναφώς, σε περίπτωση κατά την οποία επενδυτής δεν κατανοούσε τη φύση των εν λόγω αξιών, αποτελούσε ευθύνη του ιδίου να απευθυνθεί σε ειδικούς σε θέματα επενδύσεων ή χρηματοοικονομικών για περαιτέρω επεξήγηση ή/και συμβουλή, όπως προβλεπόταν και στα ίδια τα ενημερωτικά δελτία εκάστης έκδοσης, Τεκμήρια 20 και 21, αντίστοιχα. Ενώ, στις Αιτήσεις για Εγγραφή/Επιστολές Παραχώρησης Δικαιωμάτων Προτεραιότητας για σκοπούς απόκτησης των εν λόγω αξιών, περιλαμβανόταν δήλωση εκ μέρους των αιτητών ότι διέθεταν τις απαιτούμενες γνώσεις και ικανότητες για την αξιολόγηση της επένδυσης, ότι δεν είχαν λάβει επενδυτική συμβουλή από υπάλληλο της Εναγομένης 1 και ότι υπέβαλλαν την αίτησή τους σύμφωνα με τους όρους έκδοσης.
- Οι υπάλληλοι των υποκαταστημάτων της Εναγομένης, στη βάση της γενικής πρακτικής που είχε αποφασιστεί και υιοθετηθεί, καθώς και των σχετικών εγκυκλίων που είχαν εκδοθεί προς αυτούς και της σχετικής ενημέρωσης που είχε παρασχεθεί στο προσωπικό, δεν είχαν δικαίωμα παροχής επενδυτικών συμβουλών ή απαντήσεων επί ουσιαστικών επενδυτικών ζητημάτων, ούτε και σε συστάσεις ή/και παροτρύνσεις. Συναφώς, σύμφωνα με την εν λόγω πρακτική και τις σχετικές εγκυκλίους, οι πληροφορίες που οι διευθυντές των υποκαταστημάτων είχαν τη δυνατότητα να παρέχουν περιορίζονταν σε γενικά στοιχεία των εκδόσεων, όπως η διάρκεια, το επιτόκιο και το ενδεχόμενο δικαίωμα ενεχυρίασης των αξιών προς σκοπούς εξασφάλισης δανειοδότησης.
- Οι εμπορικοί στόχοι των υποκαταστημάτων της Εναγομένης 1, σύμφωνα με τις διαδικασίες που ίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνο και οι οποίοι αφορούσαν κατά βάση την προσέλκυση καταθέσεων και τη χορήγηση δανείων, δεν επηρεάζονταν από τη δημόσια προσφορά των επίδικων χρεογράφων και αξιογράφων. Ούτε οι υπάλληλοι της Εναγομένης 1 διέθεταν οποιοδήποτε ειδικό ή έκτακτο κίνητρο για την προσέλκυση επενδυτών στις εν λόγω προσφερόμενες αξίες και, ιδίως, οποιοδήποτε πρόσθετο οικονομικό κίνητρο.
- Ο Ενάγων ήταν πελάτης της Εναγομένης 1 σε ό,τι αφορούσε τις τραπεζικές της εργασίες και υπηρεσίες και ήταν καταχωρημένος στο ηλεκτρονικό της σύστημα και στην Υπηρεσία Μετοχών και Χρεογράφων λόγω της ιδιότητας και του μετόχου της, με διάφορες παραλλαγές του ονόματός του, και συγκεκριμένα ως «Προκοπής Πετρή Αναστάση», «Προκοπής Τάσου» και «Προκοπής Τάσου Πετρή». Αντίστοιχα, η σύζυγός του ήταν επίσης πελάτης της Εναγομένης 1 και ήταν καταχωρημένη στο ηλεκτρονικό της σύστημα και στην Υπηρεσία Μετοχών και Χρεογράφων λόγω και του ιστορικού κατοχής χρεογράφων της έκδοσης του 1998, με διαφορετικές παραλλαγές του ονόματός της, και συγκεκριμένα ως «Γιαννή Δέσπω», «Λαουτάρη Δέσπω» και «Δέσπω Γιάννη Πετρή». Οι πιο πάνω διαφορετικές καταχωρίσεις οφείλονταν στο γεγονός ότι, κατά καιρούς, ο Ενάγων και η σύζυγός του υπέγραφαν διάφορα τραπεζικά ή άλλα έγγραφα, συμφωνίες και αιτήσεις προς την Εναγομένη 1 χρησιμοποιώντας τις εν λόγω παραλλαγές των στοιχείων τους. Η πρακτική αυτή υφίστατο τουλάχιστον από το 1998 και εντεύθεν, οπότε και είχαν καταστεί πελάτες της Εναγομένης 1.
- Μεταξύ του Ενάγοντος και της Εναγομένης 1 δεν καταρτίστηκε οποιαδήποτε σύμβαση για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών εκτέλεσης εντολών ή άλλων επενδυτικών υπηρεσιών από την Εναγομένη 1 προς τον Ενάγοντα. Ούτε ο Ενάγων παρείχε οποιοδήποτε αντάλλαγμα προς την Εναγομένη 1 σε σχέση με οποιαδήποτε τέτοια επενδυτική υπηρεσία. Ο Ενάγων ουδέποτε θεώρησε ή αποτάθηκε προς την Εναγομένη 1, μέσω της Κουμπαρή ή οποιουδήποτε άλλου υπαλλήλου της, για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών εκτέλεσης εντολών ή άλλων επενδυτικών υπηρεσιών, αλλά πάντοτε θεωρούσε ότι η μεταξύ τους σχέση ήταν αυτή του τραπεζίτη και πελάτη.
- Ο Ενάγων υπέβαλε στο υποκατάστημα 0492 της Εναγομένης 1 στο Αυγόρου τις δεόντως συμπληρωμένες και υπογεγραμμένες Αιτήσεις για Εγγραφή/Επιστολές Παραχώρησης Δικαιωμάτων Προτεραιότητας, Τεκμήρια 1 και 4, αντίστοιχα, για σκοπούς απόκτησης των επίδικων χρεογράφων και αξιογράφων. Με την υποβολή των εν λόγω αιτήσεων αποδέχθηκε, υπό την ιδιότητά του ως εγγεγραμμένου μετόχου της Εναγομένης 1 που διατηρούσε ενεργή Μερίδα Επενδυτή με αριθμό 2004620291 και Λογαριασμό Αξιών στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και ως προσώπου υπέρ του οποίου είχε αποφασιστεί η παραχώρηση δικαιώματος προτεραιότητας για εγγραφή στις αντίστοιχες εκδόσεις, τη σχετική δημόσια προσφορά των επίδικων χρεογράφων και αξιογράφων, αντίστοιχα. Κατά τον χρόνο υποβολής προς την Εναγομένη 1 της Αίτησης για Εγγραφή/Επιστολής Παραχώρησης Δικαιωμάτων Προτεραιότητας, Τεκμήριο 1 για σκοπούς απόκτησης των επίδικων χρεογράφων, ήτοι στις 28/07/2008, ο Ενάγων ήταν κάτοχος 6.513 μετοχών της Εναγομένης 1. Αντίστοιχα, κατά τον χρόνο υποβολής προς την Εναγομένη 1 της Αίτησης για Εγγραφή/Επιστολής Παραχώρησης Δικαιωμάτων Προτεραιότητας, Τεκμήριο 4, για σκοπούς απόκτησης των επίδικων αξιογράφων, ήτοι την 01/06/2009, ο Ενάγων ήταν κάτοχος 14.055 μετοχών της Εναγομένης 1.
- Ως αποτέλεσμα και κατ’ ακολουθία των σχετικών διαδικασιών, ο Ενάγων, όπως αποτυπώνεται στην Αίτηση για Εγγραφή/Επιστολή Παραχώρησης Δικαιωμάτων Προτεραιότητας, Τεκμήριο 1, απέκτησε επίδικα χρεόγραφα συνολικής αξίας €84.865, κατόπιν εντολής προς την Εναγομένη 1 για χρέωση δύο τραπεζικών λογαριασμών του, εκ των οποίων ο ένας ήταν κοινός με τη σύζυγό του, η οποία επίσης παρείχε τη σχετική εξουσιοδότηση, προς καταβολή του απαιτούμενου χρηματικού ανταλλάγματος. Περαιτέρω, σε ό,τι αφορά τα επίδικα αξιόγραφα, ο Ενάγων, όπως αποτυπώνεται στην Αίτηση για Εγγραφή/Επιστολή Παραχώρησης Δικαιωμάτων Προτεραιότητας, Τεκμήριο 4, απέκτησε επίδικα αξιόγραφα συνολικής αξίας €100.326, κατόπιν παράδοσης προς την Εναγομένη 1 των πιο πάνω επίδικων χρεογράφων, ονομαστικής αξίας €84.865, προς ανταλλαγή, καθώς και κατόπιν εντολής χρέωσης τραπεζικού λογαριασμού του για το ποσό των €14.461 προς καταβολή του υπολοίπου του πληρωτέου ανταλλάγματος.
- Κατά την 18/12/1998, ο Ενάγων υπέβαλε, μέσω του υποκαταστήματος 0492 της Εναγομένης 1 στο Αυγόρου, αίτηση για απόκτηση χρεογράφων έκδοσης 1998 της Εναγομένης 1 συνολικής αξίας Λ.Κ.27.500. Ο Ενάγων απέκτησε πράγματι τα εν λόγω χρεόγραφα της Εναγομένης 1 αξίας Λ.Κ.27.500 κατά την 19/12/1998. Τα εν λόγω χρεόγραφα μεταβιβάστηκαν από τον Ενάγοντα στη σύζυγό του ως δωρεά κατά την 03/05/2000. Η σύζυγος του Ενάγοντος είχε επίσης υποβάλει, κατά την 18/12/1998, δική της αίτηση και είχε αποκτήσει χρεόγραφα έκδοσης 1998 της Εναγομένης 1 αξίας Λ.Κ.27.500. Κατόπιν της δωρεάς των χρεογράφων από τον Ενάγοντα προς τη σύζυγό του, η τελευταία κατείχε μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2003 χρεόγραφα συνολικής αξίας Λ.Κ.55.000. Κατά την 18/12/2003, ημερομηνία ωρίμανσης των εν λόγω χρεογράφων μετά την πάροδο της πρώτης πενταετίας, η Εναγόμενη 1 προέβη στην εξαγορά τους και στην πίστωση του λογαριασμού της συζύγου του Ενάγοντος τον οποίο διατηρούσε στην Εναγομένη 1, με το ποσό των Λ.Κ.55.000, η οποία έλαβε και δεδουλευμένους τόκους ύψους Λ.Κ.1.119,94.
- Ο Ενάγων, κατά τους ουσιώδης χρόνους, διέθετε ιστορικό απόκτησης και κατοχής μετοχών της Εναγομένης 1. Ειδικότερα, μέσω της δευτερογενούς αγοράς, ήτοι του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου, απέκτησε κατά το έτος 2000, με πράξεις που πραγματοποιήθηκαν σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, μετοχές της Εναγομένης 1, καταβάλλοντας ως αντιπαροχή συνολικό ποσό Λ.Κ.40.000. Για την περίοδο από 26/06/2003 έως 26/10/2006, διενεργήθηκαν δύο πράξεις επί μετοχών της Εναγομένης 1, ήτοι μία πράξη κατά το έτος 2003 και μία πράξη επανεπένδυσης μερίσματος κατά το έτος 2006, με αποτέλεσμα να κατέχει υπόλοιπο 6.102 μετοχών. Για τις προαναφερόμενες πράξεις, εξουσιοδοτημένος επενδυτικός σύμβουλος του Ενάγοντος ήταν η εταιρεία GLOBAL. Περαιτέρω, κατά την περίοδο από 06/10/2006 έως 09/01/2017, με εξαίρεση το διάστημα από 18/04/2012 έως 09/01/2017, ο Ενάγων προέβη σε πράξεις αγοράς και πώλησης μετοχών της Εναγομένης 1, καθώς και σε πράξεις επανεπένδυσης μερισμάτων και άσκησης δικαιωμάτων προτίμησης για συμμετοχή σε αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγομένης 1, με αποτέλεσμα ο αριθμός των μετοχών που κατείχε να μεταβληθεί από 6.104 σε 33.690.
- Χωρίς να αποτελεί επαγγελματία επενδυτή, η μακροχρόνια ενασχόληση του Ενάγοντος με την αγορά, κατοχή, διαπραγμάτευση και συναλλαγές επί μετοχών της Εναγομένης 1, καθώς και χρεογράφων προηγούμενης έκδοσής της (1998), του είχε προσδώσει ικανοποιητικό βαθμό γνώσης και εξοικείωσης με τη φύση, τα χαρακτηριστικά και την αποτίμηση των κινητών αξιών, καθώς και με τις συνήθεις διαδικασίες και τους κινδύνους που συνδέονται με τις σχετικές συναλλαγές.
VI.
Ειδικά Ευρήματα και Νομική Υπαγωγή
Κατόπιν της αξιολόγησης της αποδεκτής μαρτυρίας και της διαπίστωσης ανωτέρω των βασικών πραγματικών περιστατικών, το Δικαστήριο προβαίνει στην περαιτέρω υπαγωγή των ευρημάτων αυτών στις εφαρμοστέες νομικές αρχές. Εντός του πλαισίου αυτού, εξετάζεται κατά πόσον, στη βάση των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών, πληρούνται τα απαιτούμενα στοιχεία που απορρέουν από τις σχετικές αρχές του δικαίου, ώστε να εξαχθούν τα ειδικά ευρήματα που είναι αναγκαία για την ορθή νομική αξιολόγηση της υπόθεσης σε σχέση με τις αξιώσεις του Ενάγοντος.
Όπως ορίζεται στο Άρθρο 10(1) του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, για να αποτελεί μία συμφωνία σύμβαση απαιτείται, πέραν της νόμιμης αντιπαροχής και του νόμιμου σκοπού, να έχει καταρτιστεί με την ελεύθερη συναίνεση των μερών. Η συναίνεση αυτή, σύμφωνα με το Άρθρο 13 του Κεφ. 149, υφίσταται όταν τα μέρη συμφωνούν επί του ίδιου πράγματος με την ίδια έννοια, ενώ, σύμφωνα με το Άρθρο 14 του ίδιου Νόμου, είναι ελεύθερη εφόσον δεν προκαλείται, μεταξύ άλλων, με απάτη ή ψευδή παράσταση.
Η έννοια της απάτης και της ψευδούς παράστασης προσδιορίζεται αντιστοίχως στα Άρθρα 17 και 18 του Κεφ. 149.
Ειδικότερα, απάτη υφίσταται όταν συμβαλλόμενο μέρος, με σκοπό να εξαπατήσει τον αντισυμβαλλόμενο ή να τον παρακινήσει να συνάψει τη σύμβαση, προβαίνει, μεταξύ άλλων, σε παράσταση αναληθούς γεγονότος ως αληθούς, χωρίς να πιστεύει ότι αυτό είναι αληθές, ή αποκρύπτει ενεργά γεγονός το οποίο γνωρίζει ή πιστεύει. Ως προς το τελευταίο, σημειώνεται ότι η απλή σιωπή ως προς γεγονός που ενδέχεται να επηρεάσει τη βούληση του άλλου μέρους να συνάψει τη σύμβαση δεν συνιστά απάτη, εκτός εάν, υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, υφίσταται υποχρέωση γνωστοποίησης του γεγονότος ή η ίδια η σιωπή ισοδυναμεί με δήλωση.
Περαιτέρω, ως ψευδής παράσταση νοείται, μεταξύ άλλων, η θετική βεβαίωση γεγονότος κατά τρόπο που δεν δικαιολογείται από τις πληροφορίες που διαθέτει το πρόσωπο το οποίο προβαίνει στη βεβαίωση, έστω και αν αυτό πιστεύει ότι το γεγονός είναι αληθές, καθώς και η πρόκληση, έστω και ανυπαίτια, πλάνης ως προς την ουσία του αντικειμένου της συμφωνίας σε συμβαλλόμενο μέρος.
Σύμφωνα με το Άρθρο 19(1) του Κεφ. 149, εφόσον η συναίνεση για τη σύναψη συμφωνίας παρασχέθηκε συνεπεία εξαναγκασμού, απάτης ή ψευδούς παράστασης, η συμφωνία συνιστά ακυρώσιμη σύμβαση κατ’ εκλογή του μέρους του οποίου η συναίνεση εξασφαλίστηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο. Ωστόσο, σύμφωνα με το Άρθρο 19(3) του Κεφ. 149, όταν η συναίνεση παρασχέθηκε συνεπεία ψευδούς παράστασης ή σιωπής που συνιστά απάτη, η σύμβαση δεν είναι ακυρώσιμη, εφόσον το μέρος του οποίου η συναίνεση εξασφαλίστηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο μπορούσε, καταβάλλοντας τη συνήθη επιμέλεια, να ανακαλύψει την αλήθεια. Περαιτέρω, σύμφωνα με το Άρθρο 19(4) του Κεφ. 149, απάτη ή ψευδής παράσταση που δεν αποτέλεσε την αιτία της συναίνεσης του συμβαλλόμενου μέρους προς σύναψη της σύμβασης δεν καθιστά τη σύμβαση ακυρώσιμη.
Σε κάθε περίπτωση, απαιτείται η ύπαρξη παράστασης γεγονότος. Και αυτό επειδή, όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, η βασική διαφορά μεταξύ της απάτης και της ψευδούς παράστασης έγκειται στο ότι, στην πρώτη περίπτωση, το πρόσωπο που προβαίνει στη δήλωση γνωρίζει ότι αυτή δεν είναι αληθής, ενώ στη δεύτερη πιστεύει ότι η δήλωσή του είναι αληθής. Ωστόσο, και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για παράσταση γεγονότος, η οποία παραπλανά το άλλο μέρος στη συμφωνία και το οδηγεί στη σύναψη της σύμβασης (βλ. The Indian Contract and Specific Reliefs Acts, 14η έκδοση, στη σελίδα 390).
Συνεπώς, προτού το Δικαστήριο εξετάσει, στο πλαίσιο αγωγής που θεμελιώνεται σε ισχυρισμούς περί απάτης ή ψευδούς παράστασης, οποιοδήποτε ζήτημα σχετικό με παράσταση γεγονότος που φέρεται να παραπλάνησε τον αντισυμβαλλόμενο και να τον οδήγησε στη σύναψη της σύμβασης, απαιτείται, κατά λογική και αποδεικτική προτεραιότητα, να διαπιστωθεί κατά πόσο ο εναγόμενος προέβη πράγματι στην επίδικη παράσταση επί της οποίας ο ενάγων θεμελιώνει την αξίωσή του.
Στην προκείμενη περίπτωση, για τους λόγους που έχουν ήδη αναφερθεί ανωτέρω, η μαρτυρία του Ενάγοντος δεν έγινε αποδεκτή. Ως εκ τούτου, από την αποδεκτή ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία δεν προκύπτει οποιοδήποτε εύρημα ότι η Εναγομένη 1 προέβη προς τον Ενάγοντα, είτε μέσω της Κουμπαρή είτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, στην επίδικη παράσταση γεγονότων την οποία ο τελευταίος επικαλείται ως παραπλανητική και ως αιτία της σύναψης των επίδικων συμβάσεων.
Πέραν τούτου, από την εξέταση των Τεκμηρίων 1 και 4, ήτοι των αιτήσεων του Ενάγοντα για την απόκτηση των επίδικων χρεογράφων και αξιογράφων, αντίστοιχα, που είναι παραδεκτό από τους διαδίκους ότι υπογράφτηκαν από τον Ενάγοντα και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου, προκύπτουν τα ακόλουθα.
Σε ό,τι αφορά το Τεκμήριο 1, διαπιστώνεται ότι στο άνω μέρος του εγγράφου, με κεφαλαία και έντονη γραφή και σε μέγεθος γραμματοσειράς μεγαλύτερο από εκείνο του κυρίως κειμένου, αναγράφεται η ακόλουθη επικεφαλίδα: «Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Έκδοση και εισαγωγή στο ΧΑΚ/ΧΑ μετατρέψιμων χρεογράφων 2013/2018, Επιστολή Παραχώρησης/Ανέκκλητη Αίτηση Εγγραφής». Περαιτέρω, αναφέρει ότι η αίτηση για την αγορά των επίδικων χρεογράφων υποβάλλεται «σύμφωνα με τους Όρους Έκδοσης που περιέχονται στο Ενημερωτικό Δελτίο – Σημείωμα Εκδιδόμενου Τίτλου ημερομηνίας 25/06/2008». Και επιπλέον, περιλαμβάνει την εξής δήλωση: «Βεβαιώνω/ουμε ότι έχω/ουμε τη γνώση και τις ικανότητες να προβώ/ουμε στην αξιολόγηση της επένδυσης μου/μας στα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα 2013/2018 και δηλώνω/ουμε ότι αποδέχομαι/αστε του Όρους Έκδοσης όπως περιέχονται στο Ενημερωτικό Δελτίο – Σημείωμα Εκδιδόμενου Τίτλου ημερομηνίας 25 Ιουνίου 2008. Επίσης δηλώνω/ουμε ότι δεν μου/μας έχει παρασχεθεί επενδυτική συμβουλή από την Τράπεζα Κύπρου ή από οποιοδήποτε υπάλληλο της για τα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα της παρούσας έκδοσης.».
Κατ' αντίστοιχο τρόπο, σε ό,τι αφορά το Τεκμήριο 4, παρατηρείται ότι στο πάνω μέρος του εγγράφου, με κεφαλαία και έντονη γραφή και σε μέγεθος γραμματοσειράς μεγαλύτερο από εκείνο του κυρίως κειμένου, αναγράφεται η ακόλουθη επικεφαλίδα: «Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Έκδοση και εισαγωγή στο ΧΑΚ/ΧΑ μετατρέψιμων αξιογράφων κεφαλαίου, Επιστολή Παραχώρησης/Ανέκκλητη Αίτηση Εγγραφής». Επιπροσθέτως, ότι αναφέρει ότι η αίτηση υποβάλλεται «σύμφωνα με τους Όρους Έκδοσης που περιέχονται στο Ενημερωτικό Δελτίο ημερομηνίας 30/04/2009». Και περαιτέρω, ότι περιλαμβάνει την ακόλουθη δήλωση: «Βεβαιώνω/ουμε ότι έχω/ουμε τη γνώση και τις ικανότητες να προβώ/ουμε στην αξιολόγηση της επένδυσης μου/μας στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου και δηλώνω/ουμε ότι αποδέχομαι/αστε του Όρους Έκδοσης όπως περιέχονται στο Ενημερωτικό Δελτίο ημερομηνίας 30 Απριλίου 2009. Επίσης δηλώνω/ουμε ότι δεν μου/μας έχει παρασχεθεί επενδυτική συμβουλή από την Τράπεζα Κύπρου ή από οποιοδήποτε υπάλληλο της για τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου της παρούσας έκδοσης.».
Από την αποδεκτή μαρτυρία προκύπτει ότι, ─όπως άλλωστε ήταν και η θέση του ΜΕ2 για την υπόθεση του Ενάγοντα─, μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγομένης 1 καταρτίστηκε, κατά περίπτωση, σύμβαση για την αγορά των επίδικων χρεογράφων και αξιογράφων. Η σύμβαση αυτή συνομολογήθηκε όταν οι σχετικές αιτήσεις του Ενάγοντα για την απόκτησή τους, Τεκμήρια 1 και 2, αντίστοιχα, επιστράφηκαν από τον Ενάγοντα στην Εναγομένη 1 και αυτή τις αποδέχθηκε και ενήργησε βάσει αυτών, καθώς και των λοιπών οδηγιών που περιλαμβάνονταν σε αυτές ως προς την αντιπαροχή, προβαίνοντας στην έκδοση ή κατανομή και καταχώριση των επίδικων αξιών που του παραχωρήθηκαν, στο όνομα του Ενάγοντα.
Συναφώς, η πραγματική κατάσταση ως προς τα συμφωνηθέντα μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγομένης 1 προέκυπτε με σαφήνεια από τους ίδιους τους όρους της κάθε σύμβασης, τις οποίες ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι συνήψε κατόπιν παραπλανητικών παραστάσεων. Ειδικότερα, από τις αιτήσεις του Ενάγοντα για την απόκτηση των επίδικων χρεογράφων και αξιογράφων, Τεκμήρια 1 και 4, αντίστοιχα, προκύπτει καταρχάς με σαφήνεια ότι αυτές αφορούν συγκεκριμένα επενδυτικά προϊόντα, τα οποία προσδιορίζονται ρητώς. Περαιτέρω, στην περίπτωση των επίδικων χρεογράφων, αναφέρεται ότι η αίτηση υποβάλλεται «σύμφωνα με τους Όρους Έκδοσης που περιέχονται στο Ενημερωτικό Δελτίο – Σημείωμα Εκδιδόμενου Τίτλου ημερομηνίας 25/06/2008», ενώ, στην περίπτωση των επίδικων αξιογράφων, ότι υποβάλλεται «σύμφωνα με τους Όρους Έκδοσης που περιέχονται στο Ενημερωτικό Δελτίο ημερομηνίας 30/04/2009». Οι πιο πάνω όροι, με τη συνομολόγηση της κάθε σύμβασης, ενσωματώθηκαν στους όρους που διέπουν τη μεταξύ τους συμβατική σχέση.
Οι πιο πάνω αναφορές, δεν ήταν κρυμμένες μέσα σε εκτενείς όρους με μικρά γράμματα, αλλά εμφανιζόταν ευκρινώς στο κυρίως κείμενο των συγκεκριμένων εγγράφων, ως μέρος της περιγραφής του επενδυτικού προϊόντος στο οποίο αφορούσε η κάθε σύμβαση και του συμβατικού πλαισίου. Και αυτό είναι σημαντικό καθότι, κατά γενικό κανόνα, όποιος υπογράφει ένα έγγραφο γνωρίζοντας ότι αυτό προορίζεται να παράγει έννομα αποτελέσματα δεσμεύεται από τους όρους του, ανεξάρτητα από το αν τους έχει πράγματι διαβάσει ή διαβάσει και δεν έχει αντιληφθεί το περιεχόμενο τους (βλ. L'Estrange v. Graucob, [1934] 2 K.B. 394 και The Cyprus Development Bank Ltd v. Kyriacou, (1989) 1 C.L.R. 96). Πρόκειται, όπως έχει χαρακτηριστεί από το Court of Appeal του Ηνωμένου Βασιλείου στην υπόθεση Peekay Intermark v. Australia and New Zealand Banking Group, [2006] EWCA Civ 386, για αρχή δικαίου που αποτελεί θεμέλιο της εμπορικής δραστηριότητας, η οποιαδήποτε αποδυνάμωσή της οποίας θα είχε σοβαρές συνέπειες που θα εκτείνονταν πολύ πέραν του επιχειρηματικού κόσμου. Το Court of Appeal, αναλύοντας την εν λόγω αρχή με αναφορά στην πιο πάνω υπόθεση L'Estrange v. Graucob, [1934] 2 K.B. 394, ανέφερε περαιτέρω τα ακόλουθα, τα οποία είναι σημαντικά και εν προκειμένω:
«43. (…) Nonetheless, it is a rule which is concerned with the content of the agreement rather than its validity. Accordingly, as both Scrutton L.J. and Maugham L.J. recognised in that case, the contract may be rescinded if one party has been induced to enter into it by fraud or misrepresentation.
44. From time to time one party to a contract misrepresents to the other the content or effect of the document which is intended to embody their agreement. In such cases it has been held that the party making the misrepresentation is prevented from enforcing the contract in accordance with its terms. An example is to be found in the well-known case of Curtis v The Chemical Cleaning and Dyeing Co Ltd [1951] 1 K.B. 805 in which the defendant was prevented from relying on a general exemption clause on the back of the cleaning ticket after its shop assistant had induced the customer to sign it by telling her that it excluded liability only for damage to beads or sequins. The principle was applied by Woolf L.J. in Lloyds Bank Plc v Waterhouse [1993] 2 F.L.R. 97 in which the defendant was induced to sign a guarantee of a loan to his son by the bank's misrepresentation of its scope and content. He held that bank was unable to enforce the guarantee in accordance with its terms.».
Συνεπώς, η προαναφερόμενη αρχή δικαίου δεν αποκλείει την ακυρότητα σύμβασης όταν, κατά τη σύναψή της, υπήρξε ψευδής παράσταση ή απάτη, όπως, παραδείγματος χάριν, παραπλάνηση ως προς το περιεχόμενο ή τα έννομα αποτελέσματα του εγγράφου που προορίζεται να αποτυπώσει τους όρους της σύμβασης. Ούτε αποκλείει, σε γενικότερο επίπεδο, την εφαρμογή της υπεράσπισης ή έντασης non est factum (ή άλλως, nient son fait).
Εν προκειμένω, η μαρτυρία του Ενάγοντος ως προς τις δηλώσεις που φέρεται να του έγιναν από την Κουμπαρή και οι οποίες, κατά τον ισχυρισμό του, συνιστούν παραπλανητικές δηλώσεις, δεν έγινε αποδεκτή. Ως εκ τούτου, δεν τίθεται προς εξέταση κατά πόσο, παρά τις εν λόγω φερόμενες παραπλανητικές δηλώσεις, τα επίδικα χρεόγραφα και αξιόγραφα, όπως περιγράφονταν στις αιτήσεις παραχώρησής τους, Τεκμήρια 1 και 4, αντίστοιχα, και στα αντίστοιχα ενημερωτικά δελτία με τους όρους έκδοσής τους, Τεκμήρια 20 και 21, αντίστοιχα, στα οποία οι αιτήσεις αυτές παρέπεμπαν ρητώς, περιγράφονταν με επαρκώς σαφείς όρους, ώστε ο Ενάγων, εάν επέλεγε να τα διαβάσει, να ήταν σε θέση να γνωρίζει την πραγματική φύση της προσφοράς της Εναγομένης 1. Ούτε τίθεται προς εξέταση, σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο πιο πάνω ζήτημα, κατά πόσο ο Ενάγων εξακολουθούσε να έχει υποκινηθεί από όσα προηγουμένως φέρεται να του είχαν λεχθεί από την Κουμπαρή. Και τούτο επειδή, αποτελεί επίσης αρχή δικαίου ότι σύμβαση δεν πάσχει από ακυρότητα λόγω παραπλανητικής δήλωσης, εάν κατά τον χρόνο της σύναψής της η παραπλανητική δήλωση δεν εξακολουθεί να επηρεάζει και να υποκινεί το συμβαλλόμενο μέρος που επικαλείται την ακυρότητά της. Αυτό διότι, εάν πριν από τη συνομολόγηση της σύμβασης, το αντισυμβαλλόμενο μέρος διορθώσει αποτελεσματικά τα πράγματα ώστε η αληθής και πραγματική κατάσταση να περιέλθει σε γνώση του αντισυμβαλλομένου, δεν γεννάται υπέρ του τελευταίου δικαίωμα ακύρωσης της σύμβασης λόγω της προγενέστερης παραπλανητικής δήλωσης.
Αξιοσημείωτο δε είναι και το ότι, στην προκείμενη περίπτωση, ο Ενάγων, ανεξαρτήτως του ότι η μαρτυρία του δεν έγινε αποδεκτή, δεν ισχυρίστηκε ότι, σε ό,τι αφορά τις αιτήσεις παραχώρησης των επίδικων χρεογράφων και αξιογράφων, Τεκμήρια 1 και 4, αντίστοιχα, ή τα ενημερωτικά τους δελτία, Τεκμήρια 20 και 21, αντίστοιχα, είχε με οποιονδήποτε τρόπο παραπλανηθεί ως προς το περιεχόμενό τους ή τις έννομες συνέπειές τους, ή ότι του είχε λεχθεί πως δεν ήταν αναγκαίο να τα διαβάσει ή ότι δεν θα δεσμευόταν από τους όρους τους. Αντιθέτως, προέβαλε τη θέση, ιδίως σε ό,τι αφορά τις αιτήσεις παραχώρησης, Τεκμήρια 1 και 4, αντίστοιχα, ότι επέδειξε εμπιστοσύνη στην Εναγομένη 1 και απλώς τις υπέγραψε, ενώ, σε ό,τι αφορά τα ενημερωτικά δελτία, Τεκμήρια 20 και 21, παρότι τα όσα ανέφερε ως προς το κατά πόσο γνώριζε την ύπαρξή τους, τα είχε δει ή τα είχε διαβάσει ήταν συγκεχυμένα, δεν προέβαλε οποιονδήποτε ισχυρισμό ότι η Κουμπαρή προέβη, σε σχέση με αυτά ή και το περιεχόμενό τους, σε οποιαδήποτε παραπλανητική δήλωση.
Συνεπώς, δεν μπορεί να τίθεται, σε ό,τι αφορά την υπόθεση του Ενάγοντος, ζήτημα εφαρμογής της ένστασης non est factum. Και τούτο, αφενός, διότι ο Ενάγων έφερε το βάρος απόδειξης των προϋποθέσεων θεμελίωσής της, το οποίο, όπως προκύπτει από την αποδεκτή μαρτυρία, δεν απέσεισε, ─ειδικότερα ως προς το ότι, κατά την υπογραφή των εν λόγω εγγράφων, επέδειξε την εύλογη επιμέλεια που απαιτούσαν οι περιστάσεις─, προς αποκήρυξη της δεσμευτικότητας των αιτήσεων παραχώρησης των επίδικων χρεογράφων και αξιογράφων, Τεκμήρια 1 και 4. Αφετέρου, δεν απέδειξε ότι, σε σχέση με τις συγκεκριμένες εξεταζόμενες δικαιοπραξίες, υφίστατο ριζική ή θεμελιώδης διαφορά μεταξύ των εγγράφων που υπέγραψε, ήτοι των Τεκμηρίων 1 και 4, και εκείνων που πίστευε ότι υπέγραφε, επειδή παραπλανήθηκε ως προς το περιεχόμενό τους (βλ. Saunders v. Anglia Building Society, [1971] AC 1004).
Παρά τα πιο πάνω αναφερόμενα, και σε συνέχεια αυτών, πρέπει να λεχθεί ότι, ακόμη και εάν ήθελε υποτεθεί ότι οι παραστάσεις της Κουμπαρή προς τον Ενάγοντα είχαν το περιεχόμενο που αυτός ισχυρίστηκε, η διατύπωση των αιτήσεων παραχώρησης των επίδικων χρεογράφων και αξιογράφων, Τεκμήρια 1 και 4, αντίστοιχα, καθώς και των αντίστοιχων ενημερωτικών τους δελτίων, Τεκμήρια 20 και 21, περιέγραφε με επαρκώς σαφείς όρους τη φύση των επίδικων προϊόντων, ώστε ο Ενάγων, εάν επέλεγε να τα διαβάσει, να ήταν σε θέση να γνωρίζει ότι η πραγματική φύση της προσφοράς της Εναγομένης 1 και της μεταξύ τους συναλλαγής δεν αφορούσε γραμμάτιο ή προϊόν παρόμοιο με γραμμάτιο ή καταδεκτικό προϊόν ή κάτι παρόμοιο με αυτά, αλλά, κατά περίπτωση, τα επίδικα χρεόγραφα και αξιόγραφα και ότι προέβαινε σε επενδυτική τοποθέτηση με τους συναφείς κινδύνους. Όπως και στην πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση Peekay Intermark v. Australia and New Zealand Banking Group, [2006] EWCA Civ 386 αναφέρθηκε από το Court of Appeal:
«It is almost as if Mrs. Balasubramaniam had told him that ANZ was able to offer its customers apples but the offer document, when it later came, described the goods in a way that made it clear that it was really offering oranges.».
Σε κάθε περίπτωση, σε σχέση με τα πιο πάνω, περαιτέρω θέση της Εναγομένης 1 ήταν ότι, λόγω της υπογραφής από τον Ενάγοντα των αιτήσεων παραχώρησης των επίδικων χρεογράφων και αξιογράφων, Τεκμήρια 1 και 4, αντίστοιχα, αυτός κωλυόταν να ισχυριστεί ότι παρακινήθηκε να συνάψει με την Εναγομένη 1 τις προαναφερθείσες συμφωνίες για την απόκτηση τους, εξαιτίας φερόμενων παραστάσεων εκ μέρους της Εναγομένης 1, είτε μέσω της Κουμπαρή είτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο.
Ως αφετηρία της εξέτασης του επίδικου ζητήματος, κρίνεται σκόπιμη η αναφορά στη γενική φύση του δόγματος του κωλύματος (estoppel), όπως αυτή διατυπώθηκε από τον μ. Λόρδο Δικαστή Denning στην υπόθεση Amalgamated Investment and Property Co Ltd v. Texas Commerce International Bank Ltd, [1981] 3 All ER 577, διατύπωση η οποία υιοθετήθηκε και παρατέθηκε με επιδοκιμασία από τον μ. Λόρδο Δικαστή Bingham στην υπόθεση Johnson v. Gore Wood & Co (a firm), [2001] 1 All ER 481:
«(…) When the parties to a transaction proceed on the basis of an underlying assumption (either of fact or of law, and whether due to misrepresentation or mistake, makes no difference), on which they have conducted the dealings between them, neither of them will be allowed to go back on that assumption when it would be unfair or unjust to allow him to do so. If one of them does seek to go back on it, the courts will give the other such remedy as the equity of the case demands.».
Μεταξύ των διαφόρων μορφών του δόγματος του κωλύματος που αναγνωρίστηκαν από το κοινό δίκαιο, συγκαταλέγεται και το κώλυμα λόγω συμπεριφοράς (estoppel in pais), το οποίο αποτέλεσε τη βάση για την εξέλιξη των σύγχρονων μορφών του δόγματος, και ιδίως των κωλυμάτων κατ’ επίκληση δήλωσης ή παράστασης (estoppel by representation), κοινής παραδοχής ή αντίληψης (estoppel by convention) και συμβατικής απαγόρευσης άρνησης (contractual estoppel). Οι μορφές αυτές του δόγματος εντάσσονται στη γενικότερη κατηγορία των λεγόμενων reliance-based estoppels.
Σύμφωνα με το ανωτέρω κώλυμα λόγω συμπεριφοράς (estoppel in pais), όταν τα μέρη ενεργούν βάσει κοινής παραδοχής ή υπόθεσης ως προς την ύπαρξη συγκεκριμένης κατάστασης, κανένα από αυτά δεν μπορεί μεταγενέστερα να αρνηθεί την ύπαρξη της κατάστασης αυτής.
Όσον αφορά τη μορφή του δόγματος του κωλύματος κατ’ επίκληση συμβατικής απαγόρευσης άρνησης (contractual estoppel), σχετική είναι η προαναφερόμενη απόφαση του Court of Appeal στην υπόθεση Peekay Intermark v. Australia and New Zealand Banking Group, [2006] EWCA Civ 386. Η εν λόγω υπόθεση αφορούσε αγωγή για ψευδή παράσταση (misrepresentation) σχετικά με επενδυτικό προϊόν που είχε αγοράσει η ενάγουσα εταιρεία από την εναγόμενη τράπεζα. Η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι η πραγματική φύση της επένδυσης της είχε παρουσιαστεί παραπλανητικά από την εναγόμενη. Στο πλαίσιο της δέσμης εγγράφων που υπέγραψε η ενάγουσα κατά τη σύναψη της συναλλαγής, της ζητήθηκε να υπογράψει, και πράγματι υπέγραψε, μια «Δήλωση Γνωστοποίησης Κινδύνων» (Risk Disclosure Statement), με την οποία επιβεβαίωνε ότι κατανοούσε πλήρως τη φύση της συναλλαγής και της συμβατικής σχέσης στην οποία εισερχόταν, αναγνώριζε ότι θα θεωρείτο πως ήταν ενήμερη για τους κινδύνους και τις πρακτικές που περιγράφονταν στη δήλωση, και βεβαίωνε ότι, πριν από τη σύναψη της συμφωνίας και της συναλλαγής, είχε κρίνει ότι αυτή ήταν κατάλληλη για την ίδια. Πρωτόδικα, η αγωγή της ενάγουσας πέτυχε. Ωστόσο, η απόφαση αυτή ανετράπη κατ’ έφεση, με το Court of Appeal να κρίνει ότι, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, η ενάγουσα δεν είχε παρακινηθεί να συνάψει τη σύμβαση εξαιτίας ψευδούς παράστασης. Το Court of Appeal αποφάνθηκε επίσης ότι, λόγω της δήλωσης που περιλαμβανόταν στη Δήλωση Γνωστοποίησης Κινδύνων, η ενάγουσα αποκλειόταν, ως ζήτημα συμβατικού δικαίου, από το να ισχυριστεί ότι δεν είχε κατανοήσει την πραγματική φύση της επένδυσης εξαιτίας παραπλανητικής δήλωσης της εναγόμενης. Καταλήγοντας στο συμπέρασμα αυτό, ο Λόρδος Δικαστής (ως ήταν τότε) Moore-Bick παρατήρησε ότι υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες τα συμβαλλόμενα μέρη επιθυμούν να συμφωνήσουν ότι η σύμβασή τους βασίζεται σε μια συμφωνημένη κατάσταση («agreed state of affairs»), με αποτέλεσμα κανένα από τα μέρη να μη δύναται μεταγενέστερα να προβάλει αξίωση στηριζόμενη σε διαφορετική κατάσταση. Ανέφερε σχετικά:
«56. There is no reason in principle why parties to a contract should not agree that a certain state of affairs should form the basis for the transaction, whether it be the case or not. For example, it may be desirable to settle a disagreement as to an existing state of affairs in order to establish a clear basis for the contract itself and its subsequent performance. Where parties express an agreement of that kind in a contractual document neither can subsequently deny the existence of the facts and matters upon which they have agreed, at least so far as concerns those aspects of their relationship to which the agreement was directed. The contract itself gives rise to an estoppel: see Colchester Borough Council v Smith [1991] Ch 448, affirmed on appeal [1992] Ch 421.
57. It is common to include in certain kinds of contracts an express acknowledgment by each of the parties that they have not been induced to enter the contract by any representations other than those contained in the contract itself. The effectiveness of a clause of that kind may be challenged on the grounds that the contract as a whole, including the clause in question, can be avoided if in fact one or other party was induced to enter into it by misrepresentation. However, I can see no reason in principle why it should not be possible for parties to an agreement to give up any right to assert that they were induced to enter into it by misrepresentation, provided that they make their intention clear, or why a clause of that kind, if properly drafted, should not give rise to a contractual estoppel of the kind recognised in Colchester Borough Council v Smith. However, that particular question does not arise in this case. A clause of that kind may (depending on its terms) also be capable of giving rise to an estoppel by representation if the necessary elements can be established: see EA Grimstead & Son Ltd v McGarrigan (CA) 27 October 1999, unreported.».
Συνεπώς, δεδομένου ότι η ενάγουσα είχε συμβατικά συμφωνήσει με την εναγόμενη τράπεζα ότι κατανοούσε τη φύση της επένδυσης στην οποία προέβαινε, δεν της ήταν πλέον δυνατό να ισχυριστεί ότι δεν κατανοούσε τη φύση της συναλλαγής. Όπως επεξηγείται καταληκτικά στην απόφαση:
«60. The purpose of the Risk Disclosure Statement was both to draw to the attention of the investor the need for caution when investing in emerging markets and to make it clear that ANZ was only willing to enter into a contract with him on the assumption that he had satisfied himself that the transaction was suitable for him. By confirming that he had read and understood the statement and returning it with his instructions to make the investment Mr. Pawani offered to enter into a contract with ANZ on behalf of Peekay on those terms and that offer was accepted by the bank when it implemented his instructions. As a result it was part of the contract between them that Peekay was aware of the nature of the investment it was seeking to purchase and had satisfied that it was suitable for its needs. In those circumstances, and since it is not suggested that the bank misrepresented to Mr. Pawani the effect of the documents, I do not think that it is open to Peekay to say that it did not understand the nature of the transaction described in the FTCs; and if that is so, it cannot assert that it was induced to enter into the contract by a misunderstanding of the nature of the investment derived from what Mrs. Balasubramaniam had said about the product some days earlier.».
Ομοίως, ο Λόρδος Δικαστής (ως ήταν τότε) Chadwick, ανέφερε:
«70. (…) The Risk Disclosure Statement was a contractual document – as [the claimant] recognised when he returned it, signed, with the letter of 7 February 1998. [The defendant] accepted the investment instructions in that letter on the basis of the [claimant’s] confirmation that it had read and understood the terms of the Statement. That confirmation, as it seems to me, operates as a contractual estoppel to prevent [the claimant] from asserting in litigation that it had not, in fact read and understood the Risk Disclosure Statement. And, if it had read and understood the Risk Disclosure Statement, it must be taken to have accepted that [the defendant] would assume that it fully understood the nature of the transaction into which it was entering, was aware of the risks, and had determined that the transaction was suitable for its purposes (…)».
Η εν λόγω απόφαση του Court of Appeal στην υπόθεση Peekay Intermark v. Australia and New Zealand Banking Group, [2006] EWCA Civ 386 τέθηκε προς εξέταση από το Court of Appeal στην υπόθεση Springwell Navigation Corporation v. JP Morgan Chase Bank, [2010] EWCA Civ 1221 όπου αποφασίστηκε ότι, σε ό,τι αφορά τα ανωτέρω, αποτελεί δεσμευτικό προηγούμενο και εξακολουθεί να αποτελεί ισχύον δίκαιο. Στην απόφαση του Court of Appeal, η οποία εκδόθηκε δια του Λόρδου Δικαστή (ως ήταν τότε) Aikens, αναφέρονται σχετικώς τα εξής:
«[169] (…) In my view the statements of Moore-Bick LJ are consistent with principle and authority. (…) I respectfully regard the principles stated in Peekay as good law. That case has now been followed in a large number of first instance cases which need not be analysed in any detail. (…).
[170] How are the principles confirmed by the Peekay decision to be applied in this case? I will deal first with the terms of the GKO LNs. Mr Brindle relied on the fact that s 6(c) refers only to the Holder acknowledging, which he said equalled “representing” that it understands the risks and potential consequences of purchasing the GKO LNs and that the Holder acknowledges that neither CMSCI nor CMIL “. . . has made any representation or warranty with respect to the advisability of purchasing this Note”. He submitted that, even accepting the principles set out in Peekay, the language of this clause does not help Chase, because an acknowledgement or a representation by Springwell is not the same as an agreement: therefore on the proper construction of this clause, it cannot create a contractual estoppel. I disagree. The correct analysis must be the same as that in Peekay. Springwell signed the terms and conditions more than once. In law it is to be taken as having read and understood them. Therefore the terms are part of the contract for the sale of the GKO LNs and Springwell is bound by them. Springwell and Chase contract for the purchase of the GKO LNs on the basis that Springwell is bound contractually to its statement, or acknowledgement, that no representation or warranty has been made by Chase. Moreover, Springwell must be bound by the terms of s 5(e), which means that it accepts that CMSCI has not made any representations or warranties of the kind set out there.
[171] Accordingly, subject to any argument based on s 3 of the Misrepresentation Act 1967 and UCTA, I agree with the judge that the effect of s 6(c) and 5(e) and (f) of the GKO LN Terms and Conditions is twofold. ([1/675]) First and foremost, they mean that Springwell is contractually estopped from contending that there were any actionable representations made by Chase on which Springwell could base its current claims either under the Misrepresentation Act or for negligent misstatement. Secondly, they point strongly against any statements of JA from being actionable, either as misrepresentations under the 1967 Act or as negligent misstatements.».
Όσον αφορά τη μορφή του δόγματος του κωλύματος κατ’ επίκληση συμβατικής απαγόρευσης άρνησης (contractual estoppel) και, ειδικότερα, το ότι, παρά τη στενή του σχέση με τις υπόλοιπες μορφές του δόγματος, αντλεί τη δεσμευτική του ισχύ από τη δημιουργηθείσα συμβατική σχέση και όχι από επιδειχθείσα εμπιστοσύνη που έχει επιφέρει βλάβη, η απόδειξη των οποίων δεν απαιτείται, σχετική είναι η απόφαση του Court of Appeal στην υπόθεση First Tower Trustees Ltd v. CDS (Superstores International) Ltd, [2018] EWCA Civ 1396, στην οποία ο Λόρδος Δικαστής (ως ήταν τότε) Lewison ανέφερε σχετικώς τα εξής:
«It is now firmly established at this level in the judicial hierarchy that parties can bind themselves by contract to accept a particular state of affairs even if they know that state of affairs to be untrue. This is a particular form of estoppel which has been given the label “contractual estoppel”. Unlike most forms of estoppel it requires no proof of reliance other than entry into the contract itself. Thus as a matter of contract parties can bind themselves at common law to a fictional state of affairs in which no representations have been made or, if made, have not been relied on.».
Ως προς την εφαρμογή του δόγματος του κωλύματος κατ’ επίκληση συμβατικής απαγόρευσης άρνησης (contractual estoppel) σε υποθέσεις των οποίων τα πραγματικά περιστατικά ομοιάζουν ουσιωδώς με τα ανωτέρω, βλέπε επίσης τις αποφάσεις του High Court του Ηνωμένου Βασιλείου στις υποθέσεις Titan Steel Wheels Limited v. The Royal Bank of Scotland Plc, [2010] EWHC 211 (Comm), Cassa di Risparmio della Repubblica di San Marino SpA v. Barclays Bank Ltd, [2011] EWHC 484 (Comm) και Marz Limited v. Bank of Scotland Plc, [2017] EWHC 3618 (Ch).
Σε ό,τι αφορά το ανωτέρω δόγμα του κωλύματος κατ’ επίκληση συμβατικής απαγόρευσης άρνησης (contractual estoppel), καταγράφεται επίσης στη νομολογία του High Court η θέση ότι το δόγμα του κωλύματος κατ’ επίκληση δηλώσεως σε έγγραφο (estoppel by deed) αποτελεί υποκατηγορία του, με αμφότερα τα δόγματα να λειτουργούν κατά παρόμοιο τρόπο. Ειδικότερα, στην υπόθεση Reeve v. McDonagh, [2024] EWHC 439 (Ch), αναφέρθηκαν τα εξής:
«55. (…) At their heart is the principle that the parties to a contract may agree that a certain state of affairs should form the basis for the transaction, whether it be the case or not. If the agreement is made under seal, or if consideration moves from both sides, then as long as the agreement as to the state of affairs is made with the necessary contractual intention, it will bind both sides. The upholding of a contractual estoppel or estoppel by deed is thus simply the enforcement of a contractual term and the question of what that term is will be a matter of construction for the court. There need be no mistake or misrepresentation and no detrimental reliance. (…).
57. It is clear that the ambit of estoppel by contract and estoppel by deed is limited. It must be possible to extract a clear statement of fact from the deed or contract together with an intention by the parties to bind themselves to that statement. (…).».
Για την ίδια προσέγγιση, βλέπε επίσης, Kulkarni v. Gwent Holdings Ltd, [2024] EWHC 1357 (Ch)).
Στην υπόθεση Θεοδότου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ., κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 294/2019, 12/04/2024, το Εφετείο υιοθέτησε την εφαρμογή του δόγματος του κωλύματος κατ’ επίκληση δηλώσεως σε έγγραφο (estoppel by deed), στη βάση της μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή από το πρωτόδικο Δικαστήριο, τα πραγματικά περιστατικά της οποίας παρουσιάζουν ομοιότητες με εκείνα της παρούσας υπόθεσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως και στην προαναφερόμενη υπόθεση Peekay Intermark v. Australia and New Zealand Banking Group, [2006] EWCA Civ 386, ο σκοπός για τον οποίο στις αιτήσεις παραχώρησης των επίδικων χρεογράφων και αξιογράφων, Τεκμήρια 1 και 4 αντίστοιχα, περιλαμβανόταν η ταυτόσημη και στις δύο περιπτώσεις δήλωση, ήτοι: «Βεβαιώνω/ουμε ότι διαθέτω/ουμε τις γνώσεις και ικανότητες που απαιτούνται για την αξιολόγηση της επένδυσής μου/μας στα [Μετατρέψιμα Χρεόγραφα 2013/2018] και [Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου] και δηλώνω/ουμε ότι αποδέχομαι/αστε τους Όρους Έκδοσης, όπως αυτοί περιέχονται στο [Ενημερωτικό Δελτίο – Σημείωμα Εκδιδόμενου Τίτλου ημερομηνίας 25 Ιουνίου 2008] και στο [Ενημερωτικό Δελτίο ημερομηνίας 30 Απριλίου 2009]. Επίσης δηλώνω/ουμε ότι δεν μου/μας έχει παρασχεθεί επενδυτική συμβουλή από την Τράπεζα Κύπρου ή από οποιονδήποτε υπάλληλό της για τα [Μετατρέψιμα Χρεόγραφα 2013/2018] και [Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου] της παρούσας έκδοσης», ήταν, αφενός, να επιστήσει την προσοχή του Ενάγοντος, ως υποψήφιου επενδυτή, στην ανάγκη να διαθέτει τις απαιτούμενες γνώσεις και ικανότητες για την αξιολόγηση της επένδυσής του στα επίδικα χρεόγραφα και αξιόγραφα και, αφετέρου, να καταστήσει σαφές ότι η Εναγόμενη 1 ήταν διατεθειμένη να συνάψει εκάστη σύμβαση μαζί του μόνον υπό την προϋπόθεση ότι αυτός αποδεχόταν τους όρους έκδοσης, όπως περιέχονταν στα ενημερωτικά δελτία, Τεκμήρια 20 και 21, αντίστοιχα, καθώς και ότι δεν του είχε παρασχεθεί επενδυτική συμβουλή από την Εναγόμενη 1 ή από οποιονδήποτε υπάλληλό της.
Όπως προαναφέρθηκε, εκάστη σύμβαση μεταξύ των μερών καταρτίστηκε όταν οι σχετικές αιτήσεις του Ενάγοντος για την απόκτηση των επίδικων χρεογράφων και αξιογράφων, Τεκμήρια 1 και 4, αντίστοιχα, επιστράφηκαν στην Εναγόμενη 1, η οποία τις αποδέχθηκε και ενήργησε βάσει αυτών, καθώς και επί των υπόλοιπων οδηγιών που περιλαμβάνονταν σε αυτές ως προς την αντιπαροχή, προβαίνοντας στην έκδοση ή κατανομή και καταχώριση των επίδικων αξιών στο όνομα του Ενάγοντος και υπό τους αντίστοιχους όρους έκδοσης, όπως περιέχονταν στα ενημερωτικά δελτία, Τεκμήρια 20 και 21, καθώς και στους προαναφερθέντες. Ως εκ τούτου, αποτελούσε όρο της σύμβασης μεταξύ των μερών ότι ο Ενάγων διέθετε τις γνώσεις και ικανότητες για την αξιολόγηση της επένδυσής του στα επίδικα χρεόγραφα και αξιόγραφα, καθώς και ότι η Εναγόμενη 1 ή οποιοσδήποτε υπάλληλός της δεν του είχε παράσχει οποιαδήποτε επενδυτική συμβουλή σε σχέση με αυτά. Πρόκειται για πραγματική κατάσταση η οποία, κατ’ επίκληση και λόγω εφαρμογής του προαναφερθέντος κωλύματος κατ’ επίκληση συμβατικής απαγόρευσης άρνησης (contractual estoppel), δεν επιτρέπει στον Ενάγοντα να ισχυριστεί ότι δεν διέθετε τις εν λόγω γνώσεις και ικανότητες ή ότι του είχε παρασχεθεί επενδυτική συμβουλή από την Εναγόμενη 1 ή οποιοδήποτε άλλο υπάλληλο της, ούτε ότι δεν είχε γνώση των όρων έκδοσης όπως περιέχονται στα ενημερωτικά δελτία, Τεκμήρια 20 και 21, τους οποίους και αποδέχθηκε. Συνεπώς, υπό τα δεδομένα αυτά, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι παρακινήθηκε να συνάψει εκάστη σύμβαση λόγω εσφαλμένης αντίληψης ως προς τη φύση της συναλλαγής, και δη ότι αυτή δεν αφορούσε την επένδυσή του στα επίδικα χρεόγραφα και αξιόγραφα, εξαιτίας οτιδήποτε φέρεται να του είχε λεχθεί από την Κουμπαρή κατά το αμέσως προηγούμενο χρονικό διάστημα.
Εν προκειμένω, σημειώνεται ότι η εξέταση των ενημερωτικών δελτίων των επίδικων χρεογράφων και αξιογράφων, Τεκμήρια 20 και 21 αντίστοιχα, αποκαλύπτει στοιχεία, δεδομένα και πληροφορίες αναφορικά με τον τύπο των επίδικων αξιών, τον επενδυτικό χαρακτήρα της συναλλαγής και τους συναφείς κινδύνους, με τρόπο δομικά και λεκτικά κατανοητό και επεξηγηματικό, ιδίως για πρόσωπο του μορφωτικού επιπέδου και αντιληπτικής ικανότητας, όπως αυτό του Ενάγοντος, όπως τούτο προέκυψε από την ενώπιον του Δικαστηρίου κατάθεσή του.
Τα ως άνω ενημερωτικά δελτία, Τεκμήρια 20 και 21, είναι αξιοσημείωτο ότι περιλαμβάνουν ─και τούτο έχει ιδιαίτερη σημασία, καθότι έχουν καταστεί παραδεκτά από τους διαδίκους ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους─ την ακόλουθη πρόβλεψη:
«Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου ενέκρινε το περιεχόμενο του παρόντος Ενημερωτικού Δελτίου μόνο όσον αφορά την κάλυψη των αναγκών πληροφόρησης του επενδυτικού κοινού, όπως αυτές καθορίζονται στον περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμο του 2005 της Κυπριακής Δημοκρατίας, ο οποίος ενσωματώνει στην εθνική νομοθεσία την Οδηγία 2003/71/ΕΚ και τον Κανονισμό 809/2004 της Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Ένωσης. (…)».
Σε ό,τι αφορά το ενημερωτικό δελτίο για τα επίδικα αξιόγραφα, Τεκμήριο 21 ─στο οποίο το Δικαστήριο περιορίζει την αποτύπωση της αξιολόγησής του, δεδομένης της διαπίστωσης ότι ανάλογες διαπιστώσεις προκύπτουν και σε σχέση με το ενημερωτικό δελτίο για τα επίδικα χρεόγραφα, Τεκμήριο 20─, μετά το εξώφυλλο της 1ης σελίδας, στη 2η σελίδα, υπό την επικεφαλίδα «Ενημερωτικό Δελτίο», στη δεύτερη παράγραφο καταγράφεται, με έντονη γραφή, η εξής επισήμανση: «Το έγγραφο αυτό είναι σημαντικό και απαιτεί την άμεση προσοχή σας.». Ακολούθως σημειώνεται: «Αν χρειάζεστε οποιεσδήποτε επεξηγήσεις ή και διευκρινίσεις επί του παρόντος Ενημερωτικού Δελτίου μπορείτε να συμβουλευτείτε τον Ανάδοχο, Υπεύθυνο Σύνταξης του Ενημερωτικού Δελτίου και Διευθυντή Έκδοσης της παρούσας έκδοσης, Κυπριακό Οργανισμό Επενδύσεων και Αξιών Λτδ (Cisco), άλλες ΕΠΕΥ, τραπεζίτες, λογιστές, δικηγόρους ή συμβούλους επενδύσεων.». Περαιτέρω, στη 3η σελίδα καταγράφεται ότι: «Το παρόν Ενημερωτικό Δελτίο περιέχει ορισμένες προβλέψεις για το μέλλον (...)». Στη συνέχεια επισημαίνεται ότι οι προβλέψεις αυτές, εκ της φύσεώς τους, εμπεριέχουν κίνδυνο και αβεβαιότητα, ότι τα πραγματικά αποτελέσματα ενδέχεται να διαφέρουν ουσιωδώς από εκείνα που εκφράζονται ρητά ή σιωπηρά στις εν λόγω προβλέψεις, ότι αυτές υπόκεινται σε κινδύνους, αβεβαιότητες και υποθέσεις και ότι ενδέχεται να μην πραγματοποιηθούν. Επιπλέον, αναφέρεται ότι οποιεσδήποτε αναφορές σε τάσεις ή δραστηριότητες του παρελθόντος δεν πρέπει να εκλαμβάνονται ως εγγύηση ότι αυτές θα συνεχιστούν και στο μέλλον και ότι οι αναγνώστες προειδοποιούνται να μη βασιστούν πέραν του δέοντος στις εν λόγω προβλέψεις. Ακολούθως τονίζεται ότι η απόφαση για πιθανή επένδυση στα επίδικα αξιόγραφα πρέπει να βασίζεται στο σύνολο των πληροφοριών που περιέχονται στο ενημερωτικό δελτίο και παραπέμπει ειδικότερα, ως προς τους παράγοντες κινδύνου, στο Τμήμα ΙΙ, Μέρος Α, υπό τον τίτλο «Παράγοντες Κινδύνου». Ακολούθως, στις σελίδες 8 έως 21 περιλαμβάνεται το μέρος που επιγράφεται «Τμήμα Ι: Περιληπτικό Σημείωμα». Μεταξύ άλλων, στη σελίδα 8 αναφέρεται ότι: «Το παρόν Περιληπτικό Σημείωμα πρέπει να διαβάζεται ως εισαγωγή του παρόντος Ενημερωτικού Δελτίου. Κάθε επενδυτής θα πρέπει να βασίσει οποιαδήποτε επενδυτική απόφασή του σε κινητές αξίες της Τράπεζας στην εξέταση του Ενημερωτικού Δελτίου ως συνόλου.». Περαιτέρω, από τη σελίδα 9 και ακολούθως, στους όρους έκδοσης αναφέρεται ότι οι προσφερόμενες αξίες είναι «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου αορίστου διάρκειας», ενώ ως προς το καθεστώς εξασφάλισής τους σημειώνεται ότι «Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα αποτελούν άμεσες μη εξασφαλισμένες, ελάσσονος διαβάθμισης (subordinated) υποχρεώσεις της Τράπεζας (...)». Περαιτέρω, καθορίζεται η προτεραιότητα κατάταξής τους, αναφέρεται ότι πρόκειται για αξίες αορίστου διάρκειας χωρίς ημερομηνία λήξης, προσδιορίζονται το επιτόκιο και ο τρόπος πληρωμής του τόκου, καθώς και το δικαίωμα μετατροπής τους, ήτοι ότι δύνανται, κατ' επιλογή του κατόχου τους, να μετατραπούν σε μετοχές της Εναγόμενης 1 κατά τις περιόδους μετατροπής. Γίνεται επίσης αναφορά στις περιστάσεις εξαγοράς τους από την Εναγομένη 1, καθώς και ότι σκοπός της έκδοσής τους ήταν η ενίσχυση της Εναγομένης 1 με επιπρόσθετο πρωτοβάθμιο κεφάλαιο, προς διατήρηση ισχυρών και ανταγωνιστικών δεικτών κεφαλαιακής επάρκειας. Ως προς τους παράγοντες κινδύνου, στη σελίδα 12 αναφέρεται ότι:
«Η επένδυση στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου και σε μετοχές της Τράπεζας Κύπρου υπόκειται σε μία σειρά κινδύνων. Μαζί με τις λοιπές πληροφορίες που περιέχονται ή ενσωματώνονται μέσω παραπομπής στο παρόν Ενημερωτικό Δελτίο, οι δυνητικοί επενδυτές θα πρέπει να εξετάσουν προσεκτικά τους κινδύνους που περιγράφονται στο Τμήμα ΙΙ, Μέρος Α Κεφ. 1.0 “Παράγοντες Κινδύνου” του παρόντος Ενημερωτικού Δελτίου, πριν επενδύσουν στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου τα οποία παρέχουν δικαίωμα μετατροπής σε μετοχές. Εάν επέλθει οποιοδήποτε από τα γεγονότα που περιγράφονται στο Τμήμα ΙΙ, Μέρος Α Κεφ. 1.0 “Παράγοντες Κινδύνου” του παρόντος Ενημερωτικού Δελτίου, το Συγκρότημα, η χρηματοοικονομική θέση του ή τα αποτελέσματα της λειτουργίας του ενδέχεται να επηρεαστούν δυσμενώς και ουσιωδώς και, ανάλογα, μπορεί να σημειωθεί πτώση στην αξία και την τιμή πώλησης των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου και των μετοχών της Εταιρίας, οδηγώντας σε απώλεια του συνόλου ή μέρους οποιασδήποτε επένδυσης σε αυτά. Επιπρόσθετα, οι κίνδυνοι και οι αβεβαιότητες που περιγράφονται στο Τμήμα ΙΙ, Μέρος Α Κεφ. 1.0
“Παράγοντες Κινδύνου” του παρόντος Ενημερωτικού Δελτίου μπορεί να μην είναι οι μόνοι που ενδεχομένως να αντιμετωπίσει το Συγκρότημα. Πρόσθετοι κίνδυνοι και αβεβαιότητες που επί του παρόντος δεν είναι γνωστοί ή που δεν θεωρούνται επουσιώδεις, μπορεί να επιδράσουν δυσμενώς τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του Συγκροτήματος.».
(η υπογράμμιση και η έμφαση είναι του Δικαστηρίου)
Συνεχίζοντας, στο πιο πάνω αναφερόμενο Τμήμα ΙΙ, Μέρος Α, υπό τον τίτλο «Παράγοντες Κινδύνου», κάτω από την επικεφαλίδα με κεφαλαία γράμματα, έντονη γραμματοσειρά και υπογράμμιση: «Παράγοντες Κινδύνου που Σχετίζονται με τις Επιχειρηματικές Δραστηριότητες του Συγκροτήματος της Τράπεζας Κύπρου», καταγράφονται, μεταξύ άλλων, με έντονη γραμματοσειρά τα εξής:
«Το Συγκρότημα υπόκειται σε σειρά κινδύνων, οι οποίοι δεν βρίσκονται υπό τον έλεγχό του και, εάν παρουσιαστούν σε σημαντικό βαθμό, ενδέχεται να επηρεάσουν τα οικονομικά του αποτελέσματα και να δημιουργήσουν προβλήματα στην πληρωμή τόκου των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου ή και του ίδιου του κεφαλαίου. Οι κίνδυνοι αυτοί παρουσιάζονται πιο κάτω. Οι εργασίες του Συγκροτήματος είναι εκτεθειμένες σε κινδύνους που πηγάζουν από τις επικρατούσες οικονομικές συνθήκες τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό.».
(η υπογράμμιση και η έμφαση είναι του Δικαστηρίου)
Ακολούθως, υπό την επιγραφή με έντονη γραμματοσειρά: «Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου δεν αποτελούν κατάλληλη επένδυση για όλους τους επενδυτές», καταγράφονται τα εξής:
«Κάθε πιθανός επενδυτής σε οποιαδήποτε Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου πρέπει να αξιολογήσει την καταλληλότητα μιας τέτοιας επένδυσης λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του. Συγκεκριμένα, κάθε πιθανός επενδυτής πρέπει:
(i) να έχει την απαραίτητη γνώση και εμπειρία έτσι ώστε να είναι σε θέση να προβεί σε ουσιαστική αξιολόγηση των όρων των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου, των δικαιωμάτων και των κινδύνων που εμπεριέχονται στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου και τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται ή που ενσωματώνονται μέσω παραπομπής στο παρόν Ενημερωτικό Δελτίο,
(ii) να έχει την κατάλληλη γνώση και πρόσβαση σε εργαλεία ανάλυσης έτσι ώστε να αξιολογήσει, στα πλαίσια της ιδιαίτερης οικονομικής κατάστασής του, την επένδυση στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου και τις επιπτώσεις που δύναται να επιφέρει μια τέτοια επένδυση στο συνολικό του χαρτοφυλάκιο,
(iii) να έχει ικανοποιητικούς οικονομικούς πόρους και ρευστότητα έτσι ώστε να μπορέσει να επωμισθεί όλους τους κινδύνους της επένδυσης του στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου,
(iv) να κατανοήσει με λεπτομέρεια τους όρους των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου,
(v) να αναγνωρίσει ότι υπάρχει περίπτωση να μην καταφέρει να πωλήσει ή να μεταφέρει τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου του για μεγάλο χρονικό διάστημα ή και καθόλου και
(vi) να είναι σε θέση να αξιολογήσει (είτε ο ίδιος είτε με τη βοήθεια οικονομικών συμβούλων) τα πιθανά σενάρια που αφορούν τους παράγοντες που δύναται να επηρεάσουν την επένδυσή του όπως το ευρύτερο οικονομικό περιβάλλον, τα επιτόκια ή άλλους παράγοντες και στην δυνατότητα του να αναλάβει τους κινδύνους που εμπεριέχονται στην επένδυσή του.».
(η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου).
Περαιτέρω, σε σχέση με τους ήδη κατόχους των επίδικων χρεογράφων, καταγράφεται επίσης ότι:
«Οι κάτοχοι των Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/2018 της Τράπεζας, πριν από τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης για συμμετοχή στην έκδοση των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου μέσω πιθανής ανταλλαγής των Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/2018 που ήδη κατέχουν, θα πρέπει να μελετήσουν προσεκτικά, λαμβάνοντας υπόψη τη δική τους οικονομική κατάσταση, τους επενδυτικούς τους στόχους και ορίζοντες, καθώς και τις πληροφορίες που περιέχονται στο παρόν Ενημερωτικό Δελτίο και ιδίως τους κινδύνους που περιγράφονται πιο κάτω και αφορούν τη νέα έκδοση και το ενδεχόμενο ανταλλαγής.».
Στη συνέχεια, αναφέρεται ότι οι κάτοχοι των επίδικων χρεογράφων οφείλουν να συμβουλευθούν εξειδικευμένους οικονομικούς, φορολογικούς και νομικούς συμβούλους ως προς την καταλληλόλητα τυχόν ανταλλαγής ή μη και τις ενδεχόμενες συνέπειες, μεταξύ άλλων φορολογικές, λογιστικές και οικονομικές, από τυχόν επένδυση στα επίδικα αξιόγραφα.
Στην προαναφερθείσα υπόθεση Θεοδότου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 294/2019, 12/04/2024, το Εφετείο έκρινε ότι ο περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμος του 2007, Νόμος 144(Ι)/2007, δεν τυγχάνει εφαρμογής στις περιπτώσεις δημόσιας προσφοράς κινητών αξιών, όπως τα επίδικα χρεόγραφα και αξιόγραφα, τα οποία προορίζονται για διαπραγμάτευση στην κεφαλαιαγορά, όταν απουσιάζει η παροχή επενδυτικών υπηρεσιών σε επαγγελματική βάση. Ειδικότερα, το Εφετείο έκρινε ότι, κατά τη δημόσια προσφορά τέτοιων κινητών αξιών, ο εκδότης τους δεν εκτελεί εντολές για λογαριασμό πελατών υπό την ιδιότητα διαμεσολαβητή, αλλά ενεργεί ως ο άμεσος πωλητής των κινητών αξιών που εκδίδει. Ως εκ τούτου, δεν δύναται να θεωρηθεί πάροχος επενδυτικών υπηρεσιών κατά την έννοια του Νόμου 144(Ι)/2007. Συνακόλουθα, το Εφετείο αποφάσισε ότι, σε σχέση με τη δημόσια προσφορά των πιο πάνω κινητών αξιών, εφαρμογής τυγχάνει ο περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμος του 2005, Νόμος 114(Ι)/2005.
Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, στην προκείμενη περίπτωση, μεταξύ του Ενάγοντος και της Εναγομένης 1 δεν καταρτίστηκε οποιαδήποτε σύμβαση για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών εκτέλεσης εντολών ή οποιωνδήποτε άλλων επενδυτικών υπηρεσιών από την Εναγομένη 1 προς τον Ενάγοντα. Ούτε ο Ενάγων κατέβαλε οποιοδήποτε αντάλλαγμα προς την Εναγομένη 1 σε σχέση με την παροχή οποιασδήποτε τέτοιας επενδυτικής υπηρεσίας. Ο Ενάγων ουδέποτε θεώρησε ή απευθύνθηκε προς την Εναγομένη 1, είτε μέσω της Κουμπαρή είτε μέσω οποιουδήποτε άλλου υπαλλήλου της, με σκοπό την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών εκτέλεσης εντολών ή άλλων επενδυτικών υπηρεσιών. Αντιθέτως, πάντοτε θεωρούσε ότι η μεταξύ τους σχέση ήταν αποκλειστικά εκείνη του τραπεζίτη και πελάτη. Η δε Εναγομένη 1, η προσέγγισή της προς τον Ενάγοντα ─πέραν της δημόσιας προσφοράς─, καθώς και οι οποιεσδήποτε σχετικές επικοινωνίες μεταξύ τους, είτε μέσω της Κουμπαρή είτε μέσω οποιουδήποτε άλλου υπαλλήλου της, αναφορικά με την παρούσα υπόθεση, έλαβαν χώρα αποκλειστικά στο πλαίσιο της δημόσιας προσφοράς των επίδικων χρεογράφων και αξιογράφων, ως κινητών αξιών προοριζόμενων για διαπραγμάτευση στην κεφαλαιαγορά. Η εν λόγω διαδικασία αφορούσε τον Ενάγοντα υπό την ιδιότητά του ως εγγεγραμμένου μετόχου της στο Κεντρικό Μητρώο/Αποθετήριο του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου, ο οποίος διατηρούσε ενεργή Μερίδα Επενδυτή και Λογαριασμό Αξιών στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Σε σχέση με την ιδιότητά του αυτή, και κατόπιν σχετικής απόφασης που αφορούσε κατηγορία μετόχων με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, θα εκδιδόταν και θα παραχωρείτο σε αυτόν δικαίωμα προτεραιότητας για εγγραφή στην εκάστοτε έκδοση. Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν ενεργοποιήθηκε μεταξύ της Εναγομένης 1 και του Ενάγοντος οποιαδήποτε σχέση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. Η μεταξύ τους σχέση τραπεζίτη και πελάτη, η οποία υφίστατο παράλληλα και εξυπηρετούσε, σε διοικητικό, διαχειριστικό και λειτουργικό επίπεδο, τη διαδικασία απόκτησης των επίδικων αξιών, παρέμενε πάντοτε διακριτή από τη διαδικασία της δημόσιας προσφοράς και απόκτησης των εν λόγω αξιών.
Στη βάση των ανωτέρω, δεν μπορεί να τίθεται ζήτημα, αφενός, παράβασης εκ μέρους της Εναγομένης 1 οποιουδήποτε καθήκοντος που της επιβαλλόταν από τις διατάξεις του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου του 2007, Νόμου 144(Ι)/2007, ούτε, αφετέρου, αμέλειας κατά την έννοια του Άρθρου 51(1) και (2)(ε) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Και τούτο, διότι από την αποδεκτή μαρτυρία δεν στοιχειοθετείται οποιοδήποτε καθήκον επιμέλειας της Εναγομένης 1 έναντι του Ενάγοντος, είτε υπό την ιδιότητά της ως παρόχου επενδυτικών υπηρεσιών κατά τα οριζόμενα στον περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμο του 2007, Νόμο 144(Ι)/2007, είτε, στο πλαίσιο της μεταξύ τους σχέσης τραπεζίτη και πελάτη, από την άποψη της οποιαδήποτε πράξης ή παράλειψης της πιθανόν να επέφερε στον Ενάγοντα ζημιά (βλ. Ξενοφώντος ν. K.N. Zoo Bar Restaurant Ltd, κ.α., (2016) 1 Α.Α.Δ. 2786). Συναφώς, ως αποτέλεσμα της απόρριψης της μαρτυρίας του Ενάγοντος, δεν μπορεί να τίθεται ζήτημα κατάχρησης σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ του Ενάγοντος και της Εναγομένης 1, επί τη βάσει οποιουδήποτε νομικού ή πραγματικού πλαισίου, και ιδίως στο πλαίσιο της μεταξύ τους σχέσης τραπεζίτη και πελάτη.
Όπως έχει ήδη αναφερθεί, τα ενημερωτικά δελτία που αφορούσαν τα επίδικα χρεόγραφα και αξιόγραφα, Τεκμήρια 20 και 21, αντίστοιχα, είχαν προηγουμένως εγκριθεί από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, η οποία, με την έγκρισή τους, τεκμαίρεται ότι διαπίστωσε πως ο τύπος και το περιεχόμενό τους ήταν σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμου του 2005, Νόμος 114(Ι)/2005. Περαιτέρω, από την αποδεκτή ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία δεν προέκυψε οποιοδήποτε στοιχείο που να δικαιολογεί εύρημα ότι η Εναγομένη 1 δεν συμμορφώθηκε με τις διατάξεις του πιο πάνω Νόμου ή ότι τα εν λόγω ενημερωτικά δελτία, Τεκμήρια 20 και 21 δεν πληρούσαν τις απαιτήσεις του. Αντιθέτως, η ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία καταδεικνύει ότι η Εναγομένη 1 συμμορφώθηκε με τις σχετικές νομοθετικές απαιτήσεις που διείπαν την έκδοση και δημοσίευση των εν λόγω ενημερωτικών δελτίων.
VII.
Έξοδα.
Σε ό,τι αφορά τα έξοδα διαδικασίας το Δικαστήριο αποφασίζει επί του ζητήματος βάσει της σχετικής εξουσίας και της ευρείας διακριτικής ευχέρειας που του παρέχει το Άρθρο 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Νόμος 14/1960, καθώς και της παγίως διαμορφωμένης νομολογίας, σύμφωνα με την οποία η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου κατά την επιδίκαση των εξόδων πρέπει να ασκείται δικαστικά και όχι αυθαίρετα, με γενικό κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός εάν συντρέχει εύλογος λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής. Όπως χαρακτηριστικά ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Spinneys Cyprus Ltd v. Χρίστου, κ.α., (2004) 1 Α.Α.Δ. 1833: «Η επιλογή της δικαστικής διαδικασίας συνεπάγεται και την ανάληψη των συνεπειών της αποτυχίας της.». Στην υπόθεση Tanager Designated Activity Company v. Ryan, a.a., [2019] IEHC 694, το High Court Ιρλανδίας ανέφερε ότι η έκδοση διαταγής για επιδίκαση εξόδων υπηρετεί τους σκοπούς της διανεμητικής δικαιοσύνης (distributive justice) και αποσκοπεί στη διασφάλιση του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο.
Στην προκείμενη περίπτωση, λαμβανομένου υπόψη του αποτελέσματος της εκδίκασης και ελλείψει οποιουδήποτε άλλου στοιχείου που θα μπορούσε να επηρεάσει διαφορετικά την κρίση του Δικαστηρίου, τα έξοδα είναι λογικό και δίκαιο να επιδικαστούν υπέρ της Εναγομένης 1, ως επιτυχούσας διαδίκου.
VIII.
Κατάληξη.
Κατ' ακολουθία των όσων έχουν προαναφερθεί, η αγωγή του Ενάγοντος εναντίον της Εναγομένης 1 αποτυγχάνει και, ως εκ τούτου, απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ της Εναγομένης 1 και εναντίον του Ενάγοντος, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.
Υπογραφή: ____________________
Μιχάλης Γ. Λοΐζου, Α. Ε. Δ.
Πιστό αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο