PETROS SAVVA CONSTRUCTIONS & DEVELOPMENT LΤD ν. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΑΚΟΥ, Αγωγή με αρ.: 779/2015., 3/8/2026
print
Τίτλος:
PETROS SAVVA CONSTRUCTIONS & DEVELOPMENT LΤD ν. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΑΚΟΥ, Αγωγή με αρ.: 779/2015., 3/8/2026

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Ενώπιον: Μιχάλη Γ. Λοΐζου, Α. Ε. Δ.                                     

Αγωγή με αρ.: 779/2015.

Μεταξύ:  

PETROS SAVVA CONSTRUCTIONS & DEVELOPMENT LΤD

Ενάγουσας

-και-

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΑΚΟΥ

Εναγόμενου

-------------------

Ημερομηνία: 03/08/2026.

Εμφανίσεις:

Για την Ενάγουσα: κ. Δημήτρης Μιχαηλίδης εκ μέρους του κ. Χρίστου Μ. Τριανταφυλλίδη.

Για τον Εναγόμενο: κ. Αυγουστίνος Τσάρκατζιης εκ μέρους της Χρίστος Πατσαλίδης Δ.Ε.Π.Ε.

---------------------

ΑΠΟΦΑΣΗ

I.

Εισαγωγικά.

Ο αξιωματούχος, μέλος και διευθυντής της Ενάγουσας, αναπτύκτριας εταιρείας που δραστηριοποιείται στην οικοδομική βιομηχανία, Πέτρος Σάββα, και ο Εναγόμενος, Θεόδωρος Χατζηγιαννακού, συνδέονται με πνευματική συγγένεια, καθότι η μητέρα του πρώτου τέλεσε το μυστήριο της βάπτισης του τελευταίου. Μεταξύ τους, πέραν της πιο πάνω πνευματικής συγγένειας, υπήρχε σχέση φιλίας και εμπιστοσύνης. Παράλληλα, μεταξύ της Ενάγουσας και της Kokomix Ltd, εταιρείας η οποία δραστηριοποιείτο στην παραγωγή και προμήθεια έτοιμου σκυροδέματος και της οποίας ο Εναγόμενος ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο μοναδικός αξιωματούχος και μέλος, υπήρχε, λόγω της δραστηριοποίησης αμφοτέρων στον κατασκευαστικό τομέα, συναλλακτική σχέση ήδη από το 2009. Επιπροσθέτως, ο Πέτρος Σάββα και ο Εναγόμενος διατηρούσαν και προσωπική επιχειρηματική σχέση μέσω της Baroll Ltd, εταιρείας η οποία λειτουργούσε καφεστιατόριο στη Λευκωσία και της οποίας αμφότεροι υπήρξαν μέλη.

Ως αποτέλεσμα των γεγονότων που οδήγησαν στην παρούσα υπόθεση, η πιο πάνω σχέση μεταξύ του Πέτρου Σάββα και του Εναγομένου διαρρήχθηκε, με συνέπεια την οριστική διακοπή της. Στο πλαίσιο των ίδιων γεγονότων εντάσσεται και η παρούσα Αγωγή, καθώς και η Ανταπαίτηση του Εναγομένου, οι οποίες αφορούν το διαμέρισμα υπ’ αριθμόν 301, μετά δύο χώρων στάθμευσης και αποθήκης υπ’ αριθμόν 301, το οποίο η Ενάγουσα επρόκειτο να ανεγείρει επί του τεμαχίου υπ’ αριθμόν 13/2164, φύλλο/σχέδιο 21/63W1, με αριθμό εγγραφής 13/3865, στην συνοικία της Δασούπολης, στο Δήμο Στροβόλου, Επαρχίας Λευκωσίας (εφεξής «το επίδικο Διαμέρισμα»). Κατά τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, τους οποίους ο Εναγόμενος απορρίπτει, ο τελευταίος συνήψε μαζί της συμφωνία για την αγορά του εν λόγω διαμερίσματος, υπογράφοντας σχετική σύμβαση, την οποία στη συνέχεια παραβίασε, με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να προχωρήσει στον τερματισμό της και να αξιώνει τις θεραπείες που, κατά τους ισχυρισμούς της, απορρέουν από τη συνεπαγόμενη παραβίαση της σύμβασης. Κατά την ακρόαση, ως προς το εν λόγω ζήτημα, παρουσιάστηκαν δύο πωλητήρια έγγραφα, ημερομηνίας 25/11/2012 και 22/12/2012, τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 1 και 2, αντίστοιχα (εφεξής «η Σύμβαση της 25/11/2012» και «η Σύμβαση της 22/12/2012» και, συλλογικά, «οι Συμβάσεις»).

ΙΙ.

Η μαρτυρία.

Προς απόδειξη των ισχυρισμών τους και θεμελίωση των αντίστοιχων θέσεών τους, οι διάδικοι προσκόμισαν και εξέτασαν ενώπιον του Δικαστηρίου τους ακόλουθους μάρτυρες: η Ενάγουσα, πέραν του πιο πάνω αναφερόμενου διευθυντή της, Πέτρου Σάββα (εφεξής «ο ΜΕ1»), προσκόμισε και εξέτασε την αρχιτέκτονα Κάτια Τάππα (εφεξής «η ΜΕ2») και τον τραπεζικό υπάλληλο της Eurobank Ltd, Γιώργο Επαμεινώνδα (εφεξής «ο ΜΕ3»), ενώ ο Εναγόμενος προσέφερε μόνον τη δική του μαρτυρία. Παρουσίαση της μαρτυρίας τους, προς πληρέστερη αποτύπωση του μαρτυρικού υλικού που προσκόμισε εκάστη πλευρά προς υποστήριξη της υπόθεσής της, παρατίθεται κατωτέρω στο πλαίσιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα.

Συναφώς, σημειώνεται ότι, σύμφωνα με τα πρακτικά της ακροαματικής διαδικασίας της 29/09/2025 και τα Έγγραφα ΠΓ1 και ΠΓ2, οι συνήγοροι των διαδίκων προέβησαν σε κοινές δηλώσεις επί πραγματικών περιστατικών και εγγράφων, τα οποία έγιναν αμοιβαίως παραδεκτά και καταχωρήθηκαν ως μη αμφισβητούμενα ενώπιον του Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, τα προαναφερόμενα δηλωθέντα ως παραδεκτά γεγονότα, αποτελούν αδιαμφισβήτητα πραγματικά δεδομένα ενώπιον του Δικαστηρίου, επί των οποίων το Δικαστήριο στη συνέχεια προβαίνει στην αξιολόγηση της υπόλοιπης μαρτυρίας, προκειμένου να καταλήξει σε ευρήματα ως προς τα επίδικα πραγματικά περιστατικά (βλ. Αντρέα κ.α. ν. Αστυνομίας, (1999) 2 Α.Α.Δ. 498 και Sbaih v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 188/2014, 17/07/2015). Σε μια τέτοια περίπτωση, τα ευρήματα του Δικαστηρίου ως προς τα επίδικα πραγματικά περιστατικά δεν είναι δυνατόν να αντιστρατεύονται τα παραδεκτά γεγονότα (βλ. Αθλητικό Σωματείο Ολυμπιακός Λευκωσίας ν. Αριστοκλέους, (2011) 1 Α.Α.Δ. 1349).

III.

Η αξιολόγηση της μαρτυρίας.

Έχοντας αναφερθεί γενικά στην προσκομισθείσα κατά την ακρόαση μαρτυρία, για την οποία το Δικαστήριο, στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, είχε την ευχέρεια, παρακολουθώντας επιστάμενα τόσο το περιεχόμενο της κατάθεσης των μαρτύρων όσο και τον τρόπο με τον οποίο αυτοί κατέθεταν, καθώς και τη λογική που ανέδυε η μαρτυρία τους υπό το φως των δεδομένων της υπόθεσης, να αποκομίσει τις αναγκαίες εντυπώσεις ως προς την αξιοπιστία τους, προχωρεί, όπως αποτελεί καθήκον του, στην αξιολόγηση της μαρτυρίας (βλ. Brierley v. Αστυνομίας, (2012) 2 Α.Α.Δ. 476).  

Όπως είναι νομολογημένο, η αξιολόγηση της μαρτυρίας από το Δικαστήριο γίνεται συνολικά, στη βάση μιας ενιαίας λογικής προσέγγισης, και όχι μικροσκοπικά ή αποσπασματικά, με κύριο γνώμονα τη μαρτυρία που σχετίζεται με τα επίδικα ζητήματα (βλ. Brierley v. Αστυνομίας, (2012) 2 Α.Α.Δ. 476 ανωτέρω, Al Ittihad Al Watani κ. α. ν. Παπαδόπουλου, (2000) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1924 και Τσιαττές ν. Solomonides (Cartridges Industries) Ltd, (2009) 1 A.A.Δ. 974).

Τα στοιχεία της μαρτυρίας που δύνανται να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου, όπως, ενδεικτικά, οι διαφορές και οι αντιφάσεις που εντοπίζονται, πρέπει να είναι ουσιώδους σημασίας και βαρύτητας, ώστε είτε να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία των μαρτύρων είτε να καταδεικνύουν τέτοια διάθεση ή σκοπιμότητα εκ μέρους τους, ώστε η αποδοχή της μαρτυρίας τους να καθίσταται επισφαλής (βλ. Χαμπή ν. Αστυνομίας, (2011) 2 Α.Α.Δ. 70). Συναφώς, μικρά κενά, μικροδιαφορές ή μικροαντιφάσεις αναφορικά με λεπτομέρειες και επουσιώδη ζητήματα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν κατ’ ανάγκην την αξιοπιστία μιας κατά τα λοιπά πειστικής μαρτυρίας, αλλά είναι δυνατόν και να την ενισχύουν, καθότι ενδέχεται να καταδεικνύουν την απουσία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων (βλ. Σιβιτανίδης ν. Δημοκρατίας, (2011) 2 Α.Α.Δ. 166).

Η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του. Οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, αλλά και η συνάρτηση των ισχυρισμών του με την υπόλοιπη μαρτυρία, συνιστούν επίσης καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Kartashov, (2011) 1 Α.Α.Δ. 55).

Κατά την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας, το Δικαστήριο δεν περιορίζεται στην αυτοτελή αξιολόγηση της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα. Αντιθέτως, οφείλει να την αντιπαραβάλλει, να τη συγκρίνει, να τη συσχετίζει και να τη συνεκτιμά με το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, καθώς και με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν προβαλλόμενων θέσεων (βλ. Παναγή ν. Χρυσοδόντα, Ποινική Έφεση Αρ. 249/2015 κ. α., 06/06/2024 και Δ. Κουβά και Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα, Πολιτική Έφεση Αρ. 295/2015, 17/07/2024).

Ένας μάρτυρας, συνεπώς, μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, ανάλογα με την κρίση που σχηματίζει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Όταν κριθεί αξιόπιστος, η μαρτυρία του μπορεί να γίνει αποδεκτή είτε στο σύνολό της είτε μόνο εν μέρει. Η μερική αποδοχή της μαρτυρίας του είναι δυνατή όταν, παρά το ότι ο μάρτυρας κρίνεται κατά βάση αξιόπιστος, το Δικαστήριο θεωρεί ότι μόνο μέρος της κατάθεσής του ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ενώ το υπόλοιπο αποδίδεται σε παράγοντες όπως, ενδεικτικά, αδυναμία μνήμης, ανεπίγνωστα ελλιπή ή εσφαλμένη παρατήρηση ή άλλη καλόπιστη πλάνη και, ως εκ τούτου, κρίνεται εσφαλμένο (βλ. Mohamed v. Δημοκρατίας, (2010) 2 Α.Α.Δ. 266).

Η αξιοπιστία της μαρτυρίας εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως του επιπέδου απόδειξης (βλ. Wynne v. Mavronicola, (2009) 1 A.A.Δ. 1138).

Επισημαίνεται ότι, σε ό,τι αφορά την αξιολόγηση της μαρτυρίας στην παρούσα υπόθεση, ανεξαρτήτως της σειράς με την οποία οι μάρτυρες παρουσιάστηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία, η αποτύπωση της αξιολόγησής τους από το Δικαστήριο δεν ακολουθεί κατ’ ανάγκην την ίδια σειρά. Αντιθέτως, οργανώνεται βάσει λογικής και λειτουργικής προσέγγισης, η οποία εξυπηρετεί την πληρέστερη κατανόηση των πραγματικών ζητημάτων, την αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων και την ενιαία αξιολόγηση και αποτύπωση των κρίσιμων σημείων της προσαχθείσας μαρτυρίας.

Ο Εναγόμενος.

Ο Εναγόμενος, ανέφερε ότι διατηρούσε μακροχρόνια προσωπική και επαγγελματική σχέση με τον ΜΕ1, διευθυντή της Ενάγουσας. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι είχαν κοινό τόπο καταγωγής, ότι η μητέρα του ΜΕ1 είναι η νονά του και ότι κατά το διάστημα από το 2012 μέχρι τις αρχές του 2013 υπήρξαν συνεταίροι στην Baroll Ltd. Περαιτέρω, ανέφερε ότι κατά τα έτη 2009 έως 2012 η Ενάγουσα, για σκοπούς των εργασιών της, προμηθευόταν έτοιμο σκυρόδεμα από την Kokomix Ltd, της οποίας ο ίδιος ήταν ο μοναδικός μέτοχος και διευθυντής. Υποστήριξε επίσης, ότι οι σχέσεις που διατηρούσε με τον ME1 ήταν ιδιαίτερα φιλικές και χαρακτηρίζονταν από αμοιβαία εμπιστοσύνη, γεγονός που, σύμφωνα με τον ίδιο, αποδεικνυόταν και από το ότι, μέσω της Baroll Ltd,  προχώρησαν από κοινού στην ίδρυση και λειτουργία καφεστιατορίου στη Λευκωσία.

Ο Εναγόμενος, ανέφερε ότι, στις αρχές Ιανουαρίου 2013, ο ΜΕ1 τον ενημέρωσε για την απόφασή του να αποχωρήσει από το καφεστιατόριο και του ζήτησε να εξευρεθεί τρόπος διευθέτησης της μεταξύ τους οικονομικής εκκρεμότητας, ώστε να του επιστραφούν τα χρήματα που είχε επενδύσει στην επιχείρηση. Υποστήριξε ότι η εξεύρεση λύσης δεν ήταν εύκολη, καθότι κατά τον ουσιώδη χρόνο επικρατούσε σοβαρή κρίση στην οικοδομική βιομηχανία και γενικότερα στην οικονομία, δύο περίπου μήνες πριν από την γνωστή απομείωση των τραπεζικών καταθέσεων. Περαιτέρω, ανέφερε ότι, στις 23/01/2013, ο ΜΕ1 του απέστειλε την επιστολή Τεκμήριο 13, με την οποία εισηγείτο τρόπο αποπληρωμής του ποσού που είχε επενδύσει στο καφεστιατόριο, καθώς και την αγορά από τον ίδιο διαμερίσματος στην πολυκατοικία, μέρος της οποίας αποτελεί και το επίδικο Διαμέρισμα, αξίας €200.000 ή €245.000. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο, στην ίδια επιστολή, προτεινόταν όπως μέρος του τιμήματος του διαμερίσματος εξοφληθεί μέσω της προμήθειας έτοιμου σκυροδέματος από την Kokomix Ltd προς την Ενάγουσα με τη μέθοδο της αντιπαροχής, αντί καταβολής αντίστοιχου χρηματικού ποσού.

Ο Εναγόμενος υποστήριξε ότι, συμφωνίες ανταλλαγής (barter), μεταξύ κατασκευαστικών εταιρειών και εταιρειών παραγωγής έτοιμου σκυροδέματος, αποτελούν συνήθη πρακτική στον κατασκευαστικό τομέα, ιδίως όταν μεταξύ τους υφίσταται μακροχρόνια συνεργασία. Σύμφωνα με τον ίδιο, στο πλαίσιο τέτοιων συμφωνιών, η εταιρεία παραγωγής έτοιμου σκυροδέματος αποκτά ακίνητο από την κατασκευαστική εταιρεία, με μέρος του τιμήματος να εξοφλείται μέσω της προμήθειας έτοιμου σκυροδέματος αντί χρηματικής καταβολής. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι, τέτοιου είδους συμφωνίες, εξυπηρετούν τα συμφέροντα αμφοτέρων των μερών, καθότι η κατασκευαστική εταιρεία εξασφαλίζει την προμήθεια σκυροδέματος χωρίς άμεση εκταμίευση χρημάτων, ενώ η εταιρεία παραγωγής έτοιμου σκυροδέματος διασφαλίζει τη συνέχιση της συνεργασίας και την πραγματοποίηση κέρδους μέσω της προμήθειας του σκυροδέματος ως μέρους του τιμήματος του ακινήτου. Επιπρόσθετα, ανέφερε ότι, κατά το παρελθόν, είχε συναφθεί μεταξύ της Kokomix Ltd και της Ενάγουσας παρόμοια συμφωνία, δυνάμει της οποίας η πρώτη απέκτησε διαμέρισμα από την Ενάγουσα στην Αγλαντζιά, με τον ίδιο τρόπο εξόφλησης.

Ο Εναγόμενος ανέφερε ότι, τον Φεβρουάριο του 2013, συμφώνησε με τον ΜΕ1 να αποκτήσει το ποσοστό συμμετοχής του τελευταίου στην Baroll Ltd, έναντι του ποσού των €184.818,97. Υποστήριξε ότι, στις 21/02/2013, υπεγράφη μεταξύ τους η σύμβαση Τεκμήριο 3, με την οποία καθορίστηκε ο τρόπος αποπληρωμής του πιο πάνω ποσού για την αγορά των μετοχών του ΜΕ1. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η Ενάγουσα όφειλε στην Kokomix Ltd το ποσό των €115.924,43, το οποίο λογίστηκε έναντι του τιμήματος αγοράς των μετοχών. Ανέφερε επίσης ότι, με την ίδια σύμβαση, διευθετήθηκαν όλες οι μεταξύ τους οικονομικές εκκρεμότητες, περιλαμβανομένων της εξάλειψης της υποθήκης επί ακινήτου της μητέρας του ΜΕ1, το οποίο είχε υποθηκευθεί προς εξασφάλιση δανείου της Baroll Ltd, της ανάληψης από τον ίδιο της αποπληρωμής όλων των δανείων της εν λόγω εταιρείας, καθώς και της διευθέτησης όλων των οφειλών μεταξύ των εμπλεκόμενων εταιρειών.

Ο Εναγόμενος, υποστήριξε περαιτέρω ότι στην σύμβαση για την πώληση των μετοχών του ΜΕ1 προς τον ίδιο στην Baroll Ltd, ημερομηνίας 21/02/2013, Τεκμήριο 3, δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά, ούτε στην Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, ούτε στην προκαταβολή ύψους €163.000 που προβλέπεται στον όρο 4 αυτής. Ισχυρίστηκε ότι το γεγονός αυτό καταδεικνύει πως δεν υφίστατο κατά τον χρόνο εκείνο οποιαδήποτε οφειλή του προς την Ενάγουσα για το εν λόγω ποσό, καθόσον, εάν πράγματι όφειλε την πιο πάνω προκαταβολή, το σχετικό ζήτημα θα είχε τεθεί από τον ΜΕ1 και διευθετηθεί στο πλαίσιο της συνολικής συμφωνίας της 21/02/2013 πιο πάνω, με την οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, ρυθμίστηκαν όλες οι μεταξύ του και του ΜΕ1 οικονομικές εκκρεμότητες.

Ο Εναγόμενος ανέφερε ότι, περί τον Φεβρουάριο του 2013, κατόπιν απαίτησης και πιέσεων που κατά τους ισχυρισμούς του ασκούσε ο ΜΕ1, εισήλθε σε διαπραγματεύσεις για την αγορά του Διαμερίσματος αρ. 101, το οποίο βρισκόταν στην υπό ανέγερση τότε πολυκατοικία, μέρος της οποίας αποτελεί και το επίδικο Διαμέρισμα, ιδιοκτησίας της Ενάγουσας. Υποστήριξε ότι η αγορά του Διαμερίσματος αρ. 101, αποτελούσε απαίτηση του ΜΕ1 στο πλαίσιο της συνολικής διευθέτησης που θα συμφωνείτο μεταξύ τους για την αποχώρηση του τελευταίου από την Baroll Ltd και ότι ο ΜΕ1 επιθυμούσε να υπογραφούν ταυτόχρονα, τόσο η σύμβαση πώλησης των μετοχών του προς τον ίδιο στην Baroll Ltd, ημερομηνίας 21/02/2013, Τεκμήριο 3, όσο και η σύμβαση αγοράς του Διαμερίσματος αρ. 101, βάσει του Τεκμηρίου 6. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι σκοπός του ΜΕ1 ήταν, μέσω της αγοράς του εν λόγω Διαμερίσματος αρ. 101, να διασφαλίσει ότι η Ενάγουσα θα προμηθευόταν το απαιτούμενο, για σκοπούς ανέγερσης της εν λόγω πολυκατοικίας, έτοιμο σκυρόδεμα από την Kokomix Ltd. Προς τον σκοπό αυτό, σύμφωνα με τον Εναγόμενο, στο προσχέδιο της προτεινόμενης σύμβασης, Τεκμήριο 6, περιλήφθηκε όρος, δυνάμει του οποίου ποσοστό 70% της αξίας κάθε τιμολογίου που θα εξέδιδε η Kokomix Ltd προς την Ενάγουσα για την προμήθεια έτοιμου σκυροδέματος, θα λογιζόταν ως καταβολή έναντι του τιμήματος αγοράς του εν λόγω Διαμερίσματος αρ. 101. Τέλος, ανέφερε ότι, παρά την ετοιμασία του προσχεδίου της προτεινόμενης σύμβασης, Τεκμήριο 6, αυτή ουδέποτε υπογράφηκε από τον ίδιο.

Ο Εναγόμενος υποστήριξε ότι, όταν ο ΜΕ1 αντιλήφθηκε πως ο ίδιος δεν επρόκειτο να υπογράψει τη σύμβαση για την αγορά του Διαμερίσματος αρ. 101, Τεκμήριο 6, θεώρησε ότι είχε εξαπατηθεί, καθώς, κατά τους ισχυρισμούς του Εναγομένου, πίστευε ότι ο τελευταίος είχε αποκτήσει τις μετοχές του στην Baroll Ltd δυνάμει της σύμβασης πώλησης των μετοχών του προς αυτόν, ημερομηνίας 21/02/2013, Τεκμήριο 3, χωρίς τελικά να προβεί και στην αγορά του εν λόγω Διαμερίσματος αρ. 101, όπως ο ίδιος επιθυμούσε. Ανέφερε ότι ο ΜΕ1 τον θεωρούσε υπεύθυνο για τη μη σύναψη της σύμβασης μεταξύ της Ενάγουσας και του ιδίου για την αγορά του Διαμερίσματος αρ. 101, Τεκμήριο 6, του απηύθυνε κατηγορίες, τον απειλούσε ότι θα τον εκδικηθεί και τον εξύβριζε σε καθημερινή βάση. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι, συνεπεία των πιο πάνω, οι μεταξύ τους σχέσεις διαρρήχθηκαν πλήρως, με αποτέλεσμα να διακοπεί κάθε επικοινωνία και συνεργασία μεταξύ τους, ενώ ο ΜΕ1, σύμφωνα πάντοτε με τον Εναγόμενο, τον κατηγορούσε και ενώπιον τρίτων ότι τον είχε εξαπατήσει, επειδή δεν προχώρησε στην αγορά του εν λόγω Διαμερίσματος αρ. 101. Τέλος, ανέφερε ότι ο ΜΕ1 προέβη σε ανάκληση επιταγής που είχε εκδώσει προς την Kokomix Ltd, γεγονός που οδήγησε στην αποστολή σχετικής επιστολής από τον δικηγόρο του, ενώ ακολούθως καταχωρήθηκε η παρούσα Αγωγή από την Ενάγουσα εναντίον του.

Ο Εναγόμενος ανέφερε ότι στις 22/05/2013 παρέλαβε την επιστολή ημερομηνίας 21/05/2013, Τεκμήριο 4, η οποία του απεστάλη από την Ε. Νεοφύτου & Σια Δ.Ε.Π.Ε., εκ μέρους της Ενάγουσας, με την οποία ενημερωνόταν ότι είχε υπογράψει τη Σύμβαση της 22/12/2012, Τεκμήριο 2 για την αγορά του επίδικου Διαμερίσματος στην προαναφερόμενη πολυκατοικία, στην οποία περιλαμβάνεται και το Διαμέρισμα αρ. 101, και καλείτο να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες αυτής. Ανέφερε ότι, στην εν λόγω επιστολή επισυναπτόταν αντίγραφο της Σύμβασης της 22/12/2012, Τεκμήριο 2. Περαιτέρω, υποστήριξε ότι η αποστολή αντιγράφου της εν λόγω Σύμβασης της 22/12/2012, Τεκμήριο 2, μαζί με την επιστολή της Ε. Νεοφύτου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. ημερομηνίας 21/05/2013, Τεκμήριο 4, καταδείκνυε ότι, ούτε γνώριζε την ύπαρξη του εν λόγω εγγράφου, ούτε το είχε προηγουμένως στην κατοχή του. Ισχυρίστηκε δε ότι, εάν ήταν ενήμερος για το περιεχόμενο της Σύμβασης της 22/12/2012, Τεκμήριο 2, δεν θα υπήρχε λόγος να του αποσταλεί αντίγραφό της από τους δικηγόρους της Ενάγουσας.

Ο Εναγόμενος ανέφερε ότι, σε απάντηση της επιστολής της Ε. Νεοφύτου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. για την Ενάγουσα, ημερομηνίας 21/05/2013, Τεκμήριο 4,, απέστειλε μέσω των δικηγόρων του, Χρίστος Πατσαλίδης Δ.Ε.Π.Ε. την επιστολή ημερομηνίας 27/05/2013, Τεκμήριο 5, με την οποία αρνήθηκε ότι είχε αγοράσει από την Ενάγουσα το επίδικο Διαμέρισμα δυνάμει της Σύμβασης της 22/12/2012, Τεκμήριο 2. Υποστήριξε ότι, στην εν λόγω επιστολή, οι δικηγόροι του ανέφεραν, μεταξύ άλλων, ότι ο ίδιος βρισκόταν στο εξωτερικό κατά την ημερομηνία που φερόταν να είχε υπογραφεί το πωλητήριο έγγραφο και, ως εκ τούτου, δεν ήταν δυνατόν να είχε προβεί στην υπογραφή του. Περαιτέρω, ανέφερε ότι, μέσω της ίδιας επιστολής, ζητήθηκε από την Ενάγουσα όπως ανακαλέσει το περιεχόμενο της πιο πάνω επιστολής της μέσω της Ε. Νεοφύτου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. ημερομηνίας 21/05/2013, Τεκμήριο 4.

Ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι, μετά την πιο πάνω απάντηση μέσω των δικηγόρων του, Χρίστος Πατσαλίδης Δ.Ε.Π.Ε., με την επιστολή ημερομηνίας 27/05/2013, Τεκμήριο 5 και εφόσον η Ενάγουσα δεν επανήλθε επί του θέματος, θεώρησε ότι το ζήτημα είχε λήξει. Ανέφερε, ωστόσο, ότι η Ενάγουσα επανήλθε με νέα επιστολή, μέσω του δικηγόρου, κ. Χρίστο Τριανταφυλλίδη, ημερομηνίας 04/11/2013, Τεκμήριο 7, με την οποία τον καλούσε εκ νέου να συμμορφωθεί με την Σύμβαση της 22/12/2012, Τεκμήριο 2. Υποστήριξε ότι οι δικηγόροι του, Χρίστος Πατσαλίδης Δ.Ε.Π.Ε., απάντησαν με την επιστολή ημερομηνίας 11/11/2013, Τεκμήριο 17, στην οποία ανέφεραν ότι οι ίδιοι ισχυρισμοί είχαν ήδη προβληθεί με προηγούμενη επιστολή άλλων δικηγόρων της Ενάγουσας. Περαιτέρω, ανέφερε ότι, στις 14/11/2013, ο δικηγόρος της Ενάγουσας, κ. Χρίστος Τριανταφυλλίδης, απέστειλε νέα επιστολή, το Τεκμήριο 8, με την οποία η Ενάγουσα τον καλούσε να συμμορφωθεί μέχρι την 25/11/2013 με τους όρους της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, εξηγώντας ότι, η αναφορά στην ημερομηνία 22/12/2012, στην προηγούμενη αλληλογραφία, οφειλόταν σε παραδρομή.

Ο Εναγόμενος ανέφερε ότι, μετά την επιστολή του δικηγόρου της Ενάγουσας, κ. Χρίστου Τριανταφυλλίδη, ημερομηνίας 14/11/2013, Τεκμήριο 8, με την οποία για πρώτη φορά, σύμφωνα με τον ίδιο, γινόταν αναφορά στην Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους του να επικοινωνήσουν με τον εν λόγω δικηγόρο της Ενάγουσας και να ζητήσουν αντίγραφο του εν λόγω πωλητηρίου εγγράφου, καθότι ο ίδιος δεν γνώριζε το περιεχόμενό του. Ανέφερε ότι ο δικηγόρος της Ενάγουσας απέστειλε στους δικηγόρους του, Χρίστος Πατσαλίδης Δ.Ε.Π.Ε. αντίγραφο της εν λόγω Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, συνοδευόμενη από την επιστολή ημερομηνίας 19/11/2013, Τεκμήριο 11. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος υποστήριξε ότι από το περιεχόμενο της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1 και της Σύμβασης της 22/12/2012, Τεκμήριο 2, προέκυπτε ότι φερόταν να είχε αγοράσει δύο φορές το ίδιο ακριβώς διαμέρισμα, ήτοι το επίδικο Διαμέρισμα, έναντι του ίδιου τιμήματος των €546.000. Ανέφερε επίσης ότι οι δικηγόροι του, Χρίστος Πατσαλίδης Δ.Ε.Π.Ε., απάντησαν στην επιστολή του δικηγόρου της Ενάγουσας, κ. Χρίστου Τριανταφυλλίδη, ημερομηνίας 14/11/2013, Τεκμήριο 8, με την επιστολή ημερομηνίας 11/12/2013, Τεκμήριο 10.

Ο Εναγόμενος ανέφερε ότι, στις 08/01/2014, ο δικηγόρος της Ενάγουσας, κ. Χρίστος Τριανταφυλλίδης, του απέστειλε την επιστολή, Τεκμήριο 9, με την οποία τον ενημέρωνε για τον τερματισμό της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1. Ανέφερε περαιτέρω ότι οι δικηγόροι του, Χρίστος Πατσαλίδης Δ.Ε.Π.Ε., με την επιστολή ημερομηνίας 21/01/2014, απάντησαν απορρίπτοντας τις θέσεις και τις αιτιάσεις που προβάλλονταν εκ μέρους της Ενάγουσας στην πιο πάνω επιστολή της.

Ο Εναγόμενος ανέφερε ότι, αρχικά, όταν αντίκρισε την υπογραφή στη θέση του αγοραστή στην Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1 και της Σύμβασης της 22/12/2012, Τεκμήριο 2, δεν ήταν βέβαιος κατά πόσο αυτή ήταν δική του. Υποστήριξε ότι η υπογραφή παρουσίαζε ομοιότητα με τη δική του, πλην όμως ο ίδιος ήταν βέβαιος ότι ουδέποτε συμφώνησε να αγοράσει διαμέρισμα αξίας πέραν του μισού εκατομμυρίου ευρώ, ιδιαίτερα χωρίς να περιλαμβάνεται σε σχετική σύμβαση, πρόνοια για εξόφληση μέρους του τιμήματος μέσω προμήθειας από την Kokomix Ltd έτοιμου σκυροδέματος. Περαιτέρω, ανέφερε ότι, μετά από προσπάθεια να ανακαλέσει τα γεγονότα, θυμήθηκε ότι σε προγενέστερο και ανύποπτο χρόνο, ο ΜΕ1 του είχε ζητήσει να υπογράψει κάποια πωλητήρια έγγραφα υπό την ιδιότητα του αγοραστή από την Ενάγουσα, με σκοπό, σύμφωνα με όσα του είχε αναφέρει ο ΜΕ1, να τα παρουσιάσει σε τραπεζικό ίδρυμα ως ένδειξη πραγματοποίησης πώλησης, ώστε η Ενάγουσα να μπορούσε να εξασφαλίσει χρηματοδότηση. Ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι ήταν βέβαιος πως αυτή ήταν η εξήγηση που του είχε δοθεί από τον ΜΕ1 και ότι, λόγω της εμπιστοσύνης που του είχε και των καλών μεταξύ τους σχέσεων, αποδέχθηκε να υπογράψει τα εν λόγω πωλητήρια έγγραφα προκειμένου να τον εξυπηρετήσει. Ανέφερε ότι, όταν αρχικά παρέλαβε την Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1 και την Σύμβαση της 22/12/2012, Τεκμήριο 2 από τους δικηγόρους της Ενάγουσας, δεν είχε συνδέσει την υπογραφή τους με τις συνθήκες και τον χρόνο κατά τον οποίο είχαν υπογραφεί, πλην όμως στη συνέχεια, όπως ανέφερε, ανακάλεσε τα περιστατικά αυτά στη μνήμη του. Ότι δηλαδή, αυτά υπογράφηκαν στο γραφείο της Ενάγουσας, παρουσία μόνο μίας γραμματέως, χωρίς την παρουσία οποιουδήποτε άλλου προσώπου.

Ο Εναγόμενος ανέφερε περαιτέρω ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο ΜΕ1 ήταν πρόεδρος του αθλητικού συλλόγου «Ολυμπιακός Λευκωσίας» και ασχολείτο με τα οικονομικά του. Υποστήριξε ότι δεν γνωρίζει εάν τα πωλητήρια έγγραφα που υπέγραψε ως ανωτέρω, χρησιμοποιήθηκαν τελικά για την εξασφάλιση δανειοδότησης είτε από τον ίδιο τον ΜΕ1, είτε από την Ενάγουσα, είτε για σκοπούς του αθλητικού συλλόγου. Ισχυρίστηκε, ωστόσο, ότι η μόνη εξήγηση που του δόθηκε από τον ΜΕ1 ήταν ότι αυτά τα πωλητήρια έγγραφα θα παρουσιάζονταν σε τραπεζικό ίδρυμα προκειμένου να καταδειχθεί ότι είχαν πραγματοποιηθεί πωλήσεις, με σκοπό την εξασφάλιση δανείου. Ανέφερε επίσης ότι δεν ζήτησε οποιεσδήποτε περαιτέρω διευκρινίσεις, ούτε είχε λόγο να αμφισβητήσει όσα του είχαν λεχθεί, λόγω της σχέσης εμπιστοσύνης που, κατά τους ισχυρισμούς του, υπήρχε μεταξύ τους.

Ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι εκ των υστέρων, διαπίστωσε πως ο ΜΕ1 τον είχε παραπλανήσει, καθόσον, σύμφωνα με τον ίδιο, του είχε ψευδώς και δολίως παραστήσει ότι τα πιο πάνω αναφερόμενα πωλητήρια έγγραφα θα χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά για σκοπούς εξασφάλισης τραπεζικής χρηματοδότησης και θα παρουσιάζονταν μόνο σε τραπεζικό ίδρυμα. Υποστήριξε περαιτέρω ότι, αφού εξασφάλισε την υπογραφή του, ο ΜΕ1 χρησιμοποίησε τα εν λόγω πωλητήρια έγγραφα για διαφορετικό σκοπό, επιδιώκοντας, κατά τους ισχυρισμούς του Εναγομένου, να αποκομίσει όφελος εις βάρος του, γεγονός που, σύμφωνα με τον ίδιο, καταδεικνύεται από την καταχώριση της παρούσας Αγωγής, με την οποία η Ενάγουσα επιδιώκει την εκτέλεση των όρων της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1 και αξιώνει αποζημιώσεις εναντίον του.

Ο Εναγόμενος υποστήριξε περαιτέρω ότι, μετά την άρνησή του να υπογράψει τη σύμβαση για την αγορά του Διαμερίσματος αρ. 101, Τεκμήριο 6, ο ΜΕ1, θεωρώντας, κατά τους ισχυρισμούς του, ότι είχε εξαπατηθεί, επιδίωξε να τον εκδικηθεί. Ισχυρίστηκε ότι, στο πλαίσιο αυτό, ο ΜΕ1 θυμήθηκε την ύπαρξη των προαναφερόμενων πωλητηρίων εγγράφων που ο ίδιος είχε υπογράψει προς εξυπηρέτησή του για σκοπούς τραπεζικής χρηματοδότησης και στη συνέχεια τα χρησιμοποίησε, κατά τους ισχυρισμούς του, προκειμένου να αξιώσει αρχικά την τήρηση των όρων της Σύμβασης της 22/12/2012, Τεκμήριο 2 και ακολούθως της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1.

Ο Εναγόμενος υποστήριξε ότι η παρουσίαση από την Ενάγουσα δύο διαφορετικών πωλητηρίων εγγράφων, ήτοι της Σύμβασης της 22/12/2012, Τεκμήριο 2 και της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, η αποστολή τους μέσω διαφορετικών δικηγόρων και η μεταβολή της ημερομηνίας του πωλητηρίου εγγράφου, μετά την άρνησή του να αποδεχθεί το πρώτο που η Ενάγουσα είχε επικαλεστεί, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι, κατά τον Φεβρουάριο του 2013 διεξάγονταν, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, διαπραγματεύσεις για την αγορά του Διαμερίσματος αρ. 101, βάσει της προτεινόμενης σύμβασης Τεκμήριο 6 στην ίδια πολυκατοικία μέρος της οποίας αποτελεί και το επίδικο Διαμέρισμα, καταδεικνύουν ότι ουδέποτε αποτέλεσε πρόθεση του ιδίου ή κοινή πρόθεση των μερών η αγορά του επίδικου Διαμερίσματος που αποτελεί αντικείμενο της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι, εάν πράγματι υπήρχε πρόθεση του ιδίου και της Ενάγουσας να αγοραστεί το επίδικο Διαμέρισμα έναντι τιμήματος πέραν του μισού εκατομμυρίου ευρώ, ο ΜΕ1 δεν θα επέμενε μεταγενέστερα από εκείνον να αγοράσει το Διαμέρισμα αρ. 101, βάσει της προτεινόμενης σύμβασης Τεκμήριο 6, στην ίδια πολυκατοικία, ούτε, κατά τους ισχυρισμούς του, θα διασαλεύονταν οι μεταξύ τους σχέσεις εξαιτίας της άρνησής του να προχωρήσει στην αγορά του.

Κατά την αντεξέτασή του από τον συνήγορο της Ενάγουσας, υποβλήθηκε στον Εναγόμενο ότι η αποχώρηση του ΜΕ1 από την εταιρεία Baroll Ltd αποτέλεσε κοινή απόφαση των δύο, η οποία λήφθηκε λόγω διαφωνιών που είχαν ανακύψει ως προς τη λειτουργία του καφεστιατορίου. Ο Εναγόμενος απέρριψε την εισήγηση ότι επρόκειτο για κοινή απόφαση, επιμένοντας ότι ο ΜΕ1 επιθυμούσε να αποχωρήσει. Αποδέχθηκε ότι είχαν προκύψει διαφωνίες ως προς τη λειτουργία του καφεστιατορίου, πλην όμως διευκρίνισε ότι αυτές δεν οδήγησαν σε κοινή απόφαση αποχώρησης, ενώ ανέφερε ότι, εφόσον ο ΜΕ1 επιθυμούσε να αποχωρήσει, ο ίδιος δεν μπορούσε να πράξει διαφορετικά.

Κατά την αντεξέτασή του, υποβλήθηκε επίσης στον Εναγόμενο ότι η επιστολή του ΜΕ1 ημερομηνίας 23/01/2013, Τεκμήριο 13, στην οποία, σύμφωνα με όσα είχε αναφέρει κατά την κυρίως εξέτασή του, γινόταν αναφορά στην εισήγηση του ΜΕ1 για αποπληρωμή του ποσού που αφορούσε τα χρήματα που είχε επενδύσει στο καφεστιατόριο, είχε αποσταλεί μετά την υπογραφή της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1 για την αγορά του επίδικου Διαμερίσματος. Ο Εναγόμενος αποδέχθηκε ότι αυτό προέκυπτε από τις ημερομηνίες των εγγράφων, διευκρινίζοντας, ωστόσο, ότι δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί τη χρονική ακολουθία των γεγονότων.

Περαιτέρω, ο Εναγόμενος απέρριψε την εισήγηση του συνηγόρου της Ενάγουσας ότι η επιστολή του ΜΕ1 ημερομηνίας 23/01/2013, Τεκμήριο 13, η οποία είχε αποσταλεί μετά τη Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1 για την αγορά του επίδικου Διαμερίσματος, αποσκοπούσε, ενόψει της μεταγενέστερης σύμβασης πώλησης των μετοχών του ΜΕ1 προς αυτόν στην Baroll Ltd, ημερομηνίας 21/02/2013, Τεκμήριο 3, στη διευθέτηση του ζητήματος της καταβολής του συμφωνηθέντος τιμήματος για τις μετοχές μέσω της αγοράς, αντί του επίδικου Διαμερίσματος, ενός μικρότερου διαμερίσματος. Αντιθέτως, επέμεινε ότι ουδέποτε συμφώνησε να αγοράσει οποιοδήποτε διαμέρισμα αξίας περίπου €500.000 και, κατ’ επέκταση, ούτε το επίδικο Διαμέρισμα. Ανέφερε ότι, αν και υπέγραψε τη Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, το έπραξε αποκλειστικά προς εξυπηρέτηση του ΜΕ1, λόγω της σχέσης εμπιστοσύνης που τους συνέδεε, και όχι με πρόθεση να δεσμευθεί για την αγορά του επίδικου Διαμερίσματος. Υποστήριξε, περαιτέρω, ότι δεν διάβασε το περιεχόμενο της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1 πριν την υπογράψει και ότι, κατά την υπογραφή της, παρούσα ήταν μόνο μία υπάλληλος της Ενάγουσας, αρνούμενος την εισήγηση του συνηγόρου της Ενάγουσας ότι παρών ήταν και ο αδελφός του ΜΕ1. Επανέλαβε, τέλος, ότι η Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, δεν περιλάμβανε οποιαδήποτε πρόνοια για εξόφληση μέρους του τιμήματος με αντιπαροχή σε έτοιμο σκυρόδεμα μέσω της Kokomix Ltd, γεγονός που, κατά τους ισχυρισμούς του, επιβεβαίωνε ότι δεν θα αποδεχόταν την αγορά του επίδικου Διαμερίσματος υπό τους συγκεκριμένους όρους.

Κατά την αντεξέτασή του, ο Εναγόμενος ανέφερε επιπλέον ότι δεν γνώριζε για ποιο συγκεκριμένο δάνειο επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί η Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, που υπέγραψε, ισχυριζόμενος ότι ο ΜΕ1 του είχε αναφέρει μόνο ότι αυτό θα παρουσιάζονταν σε τράπεζα για σκοπούς εξασφάλισης δανείου. Ισχυρίστηκε ότι δεν ζήτησε οποιεσδήποτε περαιτέρω διευκρινίσεις και ότι υπέγραψε το εν λόγω έγγραφο βασιζόμενος στη σχέση εμπιστοσύνης που, κατά τους ισχυρισμούς του, διατηρούσε με τον ΜΕ1.

Απορρίπτοντας την εισήγηση του συνηγόρου της Ενάγουσας ότι υπέγραψε τη Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, επειδή επιθυμούσε να αγοράσει το επίδικο Διαμέρισμα στη συγκεκριμένη πολυκατοικία λόγω της τοποθεσίας του οικοπέδου επί του οποίο θα ανεγειρόταν, ο Εναγόμενος υποστήριξε ότι δεν θα ήταν δυνατό να συμφωνούσε στην αγορά οποιουδήποτε διαμερίσματος αξίας περίπου €500.000 χωρίς να επισυνάπτονται στη σχετική σύμβαση αρχιτεκτονικά σχέδια και χωρίς να έχουν εκπληρωθεί οι σχετικές διατυπώσεις της χαρτοσήμανσης και κατάθεσης του στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ως επιβάρυνσης για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Περαιτέρω, ανέφερε ότι, όταν του παρουσιάστηκε μεταγενέστερα η Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, αρχικά δεν θυμόταν ότι την είχε υπογράψει, γεγονός που τον οδήγησε στην καταγγελία του στην Αστυνομία, ενώ στη συνέχεια, όπως ισχυρίστηκε, ανακάλεσε στη μνήμη του τις συνθήκες υπό τις οποίες είχε τεθεί η υπογραφή του. Τέλος, απέρριψε την εισήγηση ότι το πρωτότυπο της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, συνοδευόταν από αρχιτεκτονικά σχέδια, τεχνικούς όρους και προδιαγραφές, επιμένοντας ότι, κατά τον χρόνο της υπογραφής της, ο σκοπός του εγγράφου δεν ήταν η σύναψη συμφωνίας αγοράς του επίδικου Διαμερίσματος, αλλά αυτός που προηγουμένως υποστήριξε.

Κατά την αντεξέτασή του, υποβλήθηκε επιπροσθέτως στον Εναγόμενο ότι, ενώ υπεγράφη η σύμβαση πώλησης των μετοχών του ΜΕ1 προς αυτόν στην Baroll Ltd, ημερομηνίας 21/02/2013, Τεκμήριο 3, και ο ΜΕ1, εκ μέρους της Ενάγουσας, υπέγραψε την προτεινόμενη σύμβαση για την αγορά του Διαμερίσματος αρ. 101, Τεκμήριο 6, ο ίδιος δεν προέβη στην υπογραφή της τελευταίας. Ο Εναγόμενος αναγνώρισε το εν λόγω έγγραφο, πλην όμως υποστήριξε ότι ουδέποτε υπήρξε οριστική συμφωνία για την αγορά του Διαμερίσματος αρ. 101, αλλά μόνο αποδοχή διεξαγωγής σχετικών συζητήσεων. Ερωτηθείς γιατί δεν υπέγραψε την προτεινόμενη σύμβαση, Τεκμήριο 6, ανέφερε ότι οι οικονομικοί όροι που περιλαμβάνονταν σε αυτή δεν ήταν αποδεκτοί για τον ίδιο, επικαλούμενος, μεταξύ άλλων, το ύψος της προκαταβολής, το ποσοστό του τιμήματος που θα εξοφλείτο μέσω αντιπαροχής σε έτοιμο σκυρόδεμα από την Kokomix Ltd, καθώς και τη δυσχερή οικονομική κατάσταση που επικρατούσε στον κατασκευαστικό κλάδο κατά τον ουσιώδη χρόνο. Υποστήριξε ότι οι όροι αυτοί δεν συνάδουν, ούτε με την επιχειρηματική πρακτική που ακολουθούσε η πιο πάνω εταιρεία του, ούτε με τις οικονομικές δυνατότητές του κατά την περίοδο εκείνη. Περαιτέρω, ερωτηθείς γιατί δεν απάντησε στην πρόταση που του είχε υποβληθεί, ανέφερε ότι, υπό τις τότε επικρατούσες συνθήκες αβεβαιότητας, δεν θεωρούσε ότι υπήρχε λόγος να απαντήσει.

Σε συνέχεια, υποβλήθηκε στον Εναγόμενο ότι παραπλάνησε τον ΜΕ1, εξασφαλίζοντας την υπογραφή της σύμβασης πώλησης των μετοχών του ΜΕ1 προς αυτόν στην Baroll Ltd, ημερομηνίας 21/02/2013, Τεκμήριο 3, η οποία διατηρούσε την επιχείρηση του καφεστιατορίου που ήταν κερδοφόρα, χωρίς ο ίδιος να τηρήσει τις υποχρεώσεις που, κατά την Ενάγουσα, είχε αναλάβει δυνάμει του αρχικής Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1 και να καταβάλει την προκαταβολή, ή να υπογράψει την μεταγενέστερη προτεινόμενη σύμβαση για την αγορά του Διαμερίσματος αρ. 101, Τεκμήριο 6, με την οποία ο ΜΕ1 είχε ως σκοπό του να τον βοηθήσει. Ο Εναγόμενος απέρριψε την εισήγηση αυτή, επιμένοντας ότι η μεταξύ τους συμφωνία αφορούσε την σύμβαση πώλησης των μετοχών του ΜΕ1 προς αυτόν στην Baroll Ltd, ημερομηνίας 21/02/2013, Τεκμήριο 3, λόγω της απόφασης του ΜΕ1 να αποχωρήσει από την επιχείρηση του καφεστιατορίου και τη συζήτηση για ενδεχόμενη αγορά άλλου διαμερίσματος, χωρίς ο ίδιος να έχει αναλάβει οποιαδήποτε δέσμευση να προβεί σε τέτοια αγορά.

Περαιτέρω, ερωτηθείς εκ νέου για την υπογραφή της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1 και στη θέση που του υποβλήθηκε ότι μετά τον τερματισμό της από πλευράς της Ενάγουσας υπέχει υποχρέωση αποζημίωσης της Ενάγουσας λόγω της από πλευράς του παραβίασης των συμβατικών του υποχρεώσεων, επανέλαβε ότι την υπέγραψε αποκλειστικά προς εξυπηρέτηση του ΜΕ1, προκειμένου αυτή να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς τραπεζικής χρηματοδότησης, χωρίς να θεωρεί ότι αναλάμβανε οποιαδήποτε συμβατική υποχρέωση αγοράς του επίδικου Διαμερίσματος και συνεπώς δεν υπέχει οποιαδήποτε ευθύνη αποζημίωσης της Ενάγουσας. Ανέφερε ότι δεν ζήτησε περισσότερες πληροφορίες ως προς τον σκοπό για τον οποίο θα χρησιμοποιείτο το εν λόγω έγγραφο, λόγω της σχέσης εμπιστοσύνης που, κατά τους ισχυρισμούς του, διατηρούσε με τον ΜΕ1. Επέμεινε επίσης ότι δεν θα συμφωνούσε στην αγορά του επίδικου Διαμερίσματος χωρίς να υπάρχουν οι όροι που θεωρούσε ουσιώδεις, περιλαμβανομένης πρόνοιας για εξόφληση μέρους του τιμήματος μέσω αντιπαροχής σε έτοιμο σκυρόδεμα, διευκρινίζοντας ότι με τον όρο «αντιπαροχή», εννοούσε την εξόφληση μέρους του τιμήματος με προμήθεια σκυροδέματος από την Kokomix Ltd, αντί χρηματικής καταβολής.

Κατά την αντεξέτασή του, ο Εναγόμενος, όταν του υποβλήθηκε το περιεχόμενο της παραγράφου 3(c) της Έκθεσης Υπεράσπισής και Ανταπαίτησης του, σύμφωνα με την οποία κατά ή περί τον Φεβρουάριο του 2013 η Kokomix Ltd είχε καταβάλει προς την Ενάγουσα το ποσό των €115.924,43 για την αγορά διαμερίσματος, ο Εναγόμενος διευκρίνισε ότι το πιο πάνω ποσό δεν αφορούσε συναλλαγή που άρχισε το 2013, αλλά αποτελούσε ποσό το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, συσσωρευόταν από το 2010 μέσω αποκοπών που γίνονταν έναντι προμήθειας έτοιμου σκυροδέματος, με σκοπό την αγορά διαμερίσματος σε μεταγενέστερο στάδιο. Επέμεινε ότι η διαδικασία αυτή είχε αρχίσει το 2010, παρά την αναφορά στην Έκθεση Υπεράσπισής και Ανταπαίτησης του: «Κατά και/ή περί τον Φεβρουάριο του 2013 η Ενάγουσα είχε λάβει από την Kokomix Ltd (…) το συνολικό ποσό των €115.924,43 (…)». Ακολούθως, απέρριψε την εισήγηση του συνηγόρου της Ενάγουσας ότι το διαμέρισμα στο οποίο γίνεται αναφορά στην προαναφερόμενη παράγραφο 3(c) της Έκθεσης Υπεράσπισής και Ανταπαίτησης του, ήταν το επίδικο Διαμέρισμα, που αποτελεί αντικείμενο της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1 και επανέλαβε τον λόγο για τον οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, έθεσε σε αυτήν την υπογραφή του.

Ακολούθως, κατά την αντεξέτασή του, ο Εναγόμενος κλήθηκε να σχολιάσει το περιεχόμενο της παραγράφου 3(d) της Έκθεσης Υπεράσπισής και Ανταπαίτησής του, σύμφωνα με την οποία το ποσό των €115.924,43, το οποίο αρχικά προοριζόταν για την αγορά διαμερίσματος, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 3(c) του ίδιου δικογράφου, λογίστηκε τελικώς έναντι του τιμήματος αγοράς των μετοχών του ΜΕ1 στην Baroll Ltd, δυνάμει της σύμβασης πώλησης των μετοχών του προς αυτόν, ημερομηνίας 21/02/2013, Τεκμήριο 3. Ο Εναγόμενος επιβεβαίωσε ότι το εν λόγω ποσό, αρχικά κατακρατήθηκε με σκοπό να χρησιμοποιηθεί για την αγορά διαμερίσματος σε μεταγενέστερο στάδιο, πλην όμως ανέφερε ότι, όταν συμφωνήθηκε η αποχώρηση του ΜΕ1 από την Baroll Ltd και η αγορά των μετοχών του από τον ίδιο, το ποσό αυτό συμψηφίστηκε τελικώς με το τίμημα αγοράς των μετοχών.

Περαιτέρω, παραδέχθηκε ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν είχε τη δυνατότητα να καταβάλει σε μετρητά το ποσό των €70.000, το οποίο όφειλε ως τίμημα για την αγορά των μετοχών δυνάμει της σύμβασης πώλησης των μετοχών του ΜΕ1 προς αυτόν στην Baroll Ltd, ημερομηνίας 21/02/2013, Τεκμήριο 3. Ωστόσο, όταν του υποβλήθηκε ότι δεν είχε καταβάλει ούτε την προκαταβολή ύψους €163.000, δυνάμει της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, ούτε οποιοδήποτε άλλο ποσό βάσει αυτής, δεν αποδέχθηκε την εισήγηση αυτή, επαναλαμβάνοντας ότι η Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1 είχε υπογραφεί για σκοπό διαφορετικό από τη σύναψη συμφωνίας αγοράς του επίδικου Διαμερίσματος.

Επιπροσθέτως, κατά την αντεξέτασή του, υποβλήθηκε στον Εναγόμενο ότι το Τεκμήριο 3, αποτελεί σύμβαση αποκλειστικά μεταξύ του ιδίου και του ΜΕ1 για την αγορά από τον ίδιο των μετοχών του τελευταίου στην Baroll Ltd, και όχι συμφωνία διευθέτησης διαφορών μεταξύ εταιρειών και συγκεκριμένα, μεταξύ της Ενάγουσας και της Kokomix Ltd. Ο Εναγόμενος αναγνώρισε ότι το Τεκμήριο 3 αποτελεί σύμβαση μεταξύ του ιδίου και του ΜΕ1 για την αγορά των μετοχών του τελευταίου στην Baroll Ltd, πλην όμως επέμεινε ότι στο πλαίσιο της συμφωνίας αυτής, το ποσό που, κατά τους ισχυρισμούς του οφειλόταν από την Ενάγουσα προς την Kokomix Ltd από τις παρακρατήσεις από τα τιμολόγια της τελευταίας που προανέφερε, λήφθηκε υπόψη και χρησιμοποιήθηκε για τη διευθέτηση της μεταξύ τους συμφωνίας. Περαιτέρω, όταν του υποβλήθηκε ότι η μη αναφορά στη σύμβαση πώλησης των μετοχών του ΜΕ1 προς αυτόν στην Baroll Ltd, ημερομηνίας 21/02/2013, Τεκμήριο 3, στη Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1 και στην προβλεπόμενη προκαταβολή των €163.000, οφειλόταν στο ότι επρόκειτο για δύο αυτοτελείς συμφωνίες, ο Εναγόμενος απέρριψε την εισήγηση αυτή, επαναλαμβάνοντας ότι ουδέποτε αγόρασε το επίδικο Διαμέρισμα δυνάμει της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1. Τέλος, υποστήριξε ότι, προκειμένου να καταλήξουν στη σύμβαση πώλησης των μετοχών του ΜΕ1 προς αυτόν στην Baroll Ltd, ημερομηνίας 21/02/2013, Τεκμήριο 3, ήταν αναγκαίο να γίνουν οι σχετικές διευθετήσεις, λόγω της οικονομικής κατάστασης που επικρατούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο και της κακής οικονομικής κατάστασης, τόσο του ιδίου, όσο και του ΜΕ1.

Αντεξεταζόμενος, ο Εναγόμενος επιβεβαίωσε ότι, δυνάμει της σύμβασης πώλησης των μετοχών του ΜΕ1 προς αυτόν στην Baroll Ltd, ημερομηνίας 21/02/2013, Τεκμήριο 3, είχε αναλάβει την υποχρέωση να μεριμνήσει για την εξάλειψη της υποθήκης που βάρυνε ακίνητο της μητέρας του ΜΕ1. Όταν του υποβλήθηκε ότι δεν εκπλήρωσε την υποχρέωση αυτή, με αποτέλεσμα να καταχωρηθεί εναντίον του σχετική αγωγή, ο Εναγόμενος απέρριψε την εισήγηση, υποστηρίζοντας ότι ανταποκρίθηκε στις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει, εξοφλώντας το σχετικό δάνειο, καθώς και άλλο δάνειο που αφορούσε τον γαμπρό του ΜΕ1, χωρίς να εκθέσει οποιοδήποτε πρόσωπο. Περαιτέρω, ερωτηθείς εκ νέου αν η εξάλειψη της υποθήκης πραγματοποιήθηκε μετά την καταχώριση της σχετικής αγωγής, ανέφερε ότι, παρά τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε, προέβη στην εξόφληση των σχετικών δανείων, επιμένοντας ότι εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει.

Κατά την αντεξέτασή του, υποβλήθηκε στον Εναγόμενο επιπλέον ότι, λόγω της μη τήρησης των υποχρεώσεών του δυνάμει της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1 για την αγορά του επίδικου Διαμερίσματος, η Ενάγουσα υπέστη οικονομική ζημία καθότι είχε ήδη δανειοδοτηθεί και υποθηκεύσει το οικόπεδο επί του οποίου επρόκειτο να ανεγερθεί η πολυκατοικία. Ο Εναγόμενος απέρριψε την εισήγηση αυτή, επαναλαμβάνοντας ότι ουδέποτε υπέγραψε την Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1 με σκοπό την αγορά του επίδικου Διαμερίσματος, αλλά αποκλειστικά προς εξυπηρέτηση του ΜΕ1, όπως είχε ήδη εξηγήσει. Περαιτέρω, απέρριψε την εισήγηση ότι ο ΜΕ1 ουδέποτε τον πίεσε ή τον παρότρυνε να υπογράψει την Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1 για σκοπούς τραπεζικής χρηματοδότησης και ότι ο ίδιος, με δική του βούληση, προέβη στην αγορά του επίδικου Διαμερίσματος. Επέμεινε ότι δεν θα συμφωνούσε στην αγορά οποιουδήποτε διαμερίσματος αξίας περίπου €500.000, χωρίς να περιλαμβάνεται πρόνοια για εξόφληση μέρους του τιμήματος μέσω αντιπαροχής σε έτοιμο σκυρόδεμα από την Kokomix Ltd. Αναφορικά με την οικονομική του κατάσταση κατά τον ουσιώδη χρόνο, ανέφερε ότι η επιχείρησή του μέσω της Kokomix Ltd είχε ήδη υποστεί σοβαρή κάμψη αρκετούς μήνες πριν από την γνωστή απομείωση των τραπεζικών καταθέσεων κατά το έτος 2013, υποστηρίζοντας ότι η επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης στον κατασκευαστικό τομέα είχε προηγηθεί του γεγονότος αυτού. Τέλος, απορρίπτοντας την εισήγηση ότι διέθετε την οικονομική δυνατότητα να αγοράσει το επίδικο Διαμέρισμα, επέμεινε ότι το ζήτημα δεν αφορούσε την οικονομική του ευχέρεια, αλλά τον διαφορετικό σκοπό για τον οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, είχε υπογράψει την Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1 και τη συμφωνία που, κατά τους ισχυρισμούς του, ως προανέφερε, υπήρχε μεταξύ των μερών από το 2010 μέσω αποκοπών που γίνονταν έναντι προμήθειας έτοιμου σκυροδέματος από την Kokomix Ltd, με σκοπό την αγορά διαμερίσματος σε μεταγενέστερο στάδιο.

Ακολούθως, κατά την αντεξέτασή του, υποβλήθηκε στον Εναγόμενο επιπλέον ότι, πριν από την υπογραφή της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, είχε συνάντηση με την αρχιτέκτονα ΜΕ2, κατά την οποία του παρουσιάστηκαν τα σχέδια του επίδικου Διαμερίσματος, τα οποία ενέκρινε, καθώς και ότι είχε επισκεφθεί το επίδικο Διαμέρισμα και είχε συμφωνήσει με τον σχεδιασμό του. Ο Εναγόμενος δήλωσε ότι δεν θυμόταν να είχαν λάβει χώρα τα πιο πάνω γεγονότα, απορρίπτοντας κατ’ ουσίαν την εισήγηση που του υποβλήθηκε.

Επιπροσθέτως, υποβλήθηκε στον Εναγόμενο ότι, σύμφωνα με το Τεκμήριο 16, η Ενάγουσα είχε εξασφαλίσει ήδη από τον Ιούνιο του 2011 δάνειο από την Ελληνική Τράπεζα για την αγορά του οικοπέδου επί του οποίου θα ανεγειρόταν η συγκεκριμένη ανάπτυξη, περιλαμβανομένου και του επίδικου Διαμερίσματος και ότι το δάνειο αυτό θα εξοφλείτο με μηνιαίες δόσεις, καθώς και με μέρος των εισπράξεων από την πώληση των διαμερισμάτων. Στη βάση αυτή, του υποβλήθηκε ότι ο ισχυρισμός του πως υπέγραψε την Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1 προκειμένου να διευκολύνει την Ενάγουσα να εξασφαλίσει τραπεζική χρηματοδότηση δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, καθότι η χρηματοδότηση είχε ήδη εξασφαλισθεί και η Ενάγουσα επιδίωκε την πώληση των διαμερισμάτων για σκοπούς αποπληρωμής του υφιστάμενου δανείου. Ο Εναγόμενος απέρριψε την εισήγηση αυτή, εκφράζοντας τη θέση ότι δεν ήταν λογικό η αγορά του συγκεκριμένου οικοπέδου ή η χρηματοδότηση της εν λόγω ανάπτυξης να εξαρτάται από την αγορά του επίδικου Διαμερίσματος ή κάποιου διαμερίσματος εκ μέρους του. Επανέλαβε ότι ουδέποτε συμφώνησε να αγοράσει το επίδικο Διαμέρισμα αξίας περίπου €500.000 και επέμεινε ότι η Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1 υπογράφηκε για διαφορετικό σκοπό, δηλαδή προς εξυπηρέτηση του ΜΕ1, ο οποίος, λόγω των σχέσεων εμπιστοσύνης που διατηρούσαν, του ζήτησε να το υπογράψει για να εξυπηρετήσει δικές του ανάγκες, χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει περισσότερες λεπτομέρειες ως προς τον συγκεκριμένο σκοπό.

Επιπλέον, κατά την αντεξέτασή του, υποβλήθηκε στον Εναγόμενο ότι ο ΜΕ1 ουδέποτε τον απείλησε ή τον εκβίασε σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα και ότι απλώς αισθανόταν αδικημένος λόγω της μεταξύ τους διαφοράς. Ο Εναγόμενος, απαντώντας στην εισήγηση αυτή, περιορίστηκε να αναφέρει ότι κάθε πλευρά διατηρεί τα δικά της παράπονα έναντι της άλλης και ότι, παρότι το Δικαστήριο θα επιλύσει τα ζητήματα που εγείρονται στην παρούσα Αγωγή, δεν πρόκειται να επιλύσει τα μεταξύ τους αισθήματα ή παράπονα, τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, θα εξακολουθήσουν να υφίστανται ανεξαρτήτως της έκβασης της παρούσας διαδικασίας.

Υποβλήθηκε στον Εναγόμενο επίσης ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλει τόσο στην Έκθεση Υπεράσπισής και Ανταπαίτησης του όσο και στη γραπτή του δήλωση, Έγγραφο Γ, σύμφωνα με τους οποίους υπέγραψε την Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, προς εξυπηρέτηση του ΜΕ1 και όχι με πρόθεση αγοράς του επίδικου Διαμερίσματος, αποτελούν μεταγενέστερους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν προς αποφυγή των συμβατικών του υποχρεώσεων έναντι της Ενάγουσας. Ο Εναγόμενος απέρριψε την εισήγηση αυτή, δηλώνοντας ότι εμμένει στις θέσεις που είχε ήδη εκθέσει κατά τη μαρτυρία του. Περαιτέρω, όταν του υποβλήθηκε ότι οι αναφορές του στη γραπτή του δήλωση, Έγγραφο Γ σχετικά με τον σκοπό για τον οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, ο ΜΕ1 του ζήτησε να υπογράψει την Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1 και ειδικότερα, αναφορικά με το αθλητικό σωματείο «Ολυμπιακός Λευκωσίας», δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, ο Εναγόμενος ανέφερε ότι οι σχετικές αναφορές αποτελούσαν προσωπικές του εκτιμήσεις ως προς τον λόγο για τον οποίο του ζητήθηκε να υπογράψει το έγγραφο. Τέλος, απορρίπτοντας την εισήγηση ότι η Ενάγουσα υπέστη απώλεια του κέρδους που θα αποκόμιζε από την πώληση του επίδικου Διαμερίσματος, €504.105, επανέλαβε ότι ουδέποτε αγόρασε το επίδικο Διαμέρισμα, επιμένοντας ότι, παρά την υπογραφή από τον ίδιο της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, αυτή δεν τέθηκε με σκοπό τη σύναψη συμφωνίας αγοράς του. Επανέλαβε ότι δεν είναι δυνατόν να είχε συμφωνήσει στην αγορά διαμερίσματος αξίας περίπου €500.000, επικαλούμενος, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη δύο πωλητηρίων εγγράφων με διαφορετικές ημερομηνίες για το ίδιο διαμέρισμα, ─ήτοι της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1 και της Σύμβασης της 22/12/2012, Τεκμήριο 2 για το επίδικο Διαμέρισμα─, την απουσία πρόνοιας για αντιπαροχή σε έτοιμο σκυρόδεμα από την Kokomix Ltd, καθώς και την απουσία, κατά τους ισχυρισμούς του, ιδίως αρχιτεκτονικών σχεδίων κατά την υπογραφή της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1. Περαιτέρω, όταν του υποβλήθηκε ότι η ύπαρξη δύο πωλητηρίων εγγράφων με διαφορετικές ημερομηνίες οφειλόταν αποκλειστικά σε λόγους χαρτοσήμανσης, ο Εναγόμενος δεν αποδέχθηκε την εισήγηση αυτή, αναφέροντας ότι, κατά τη γνώση του, η καθυστέρηση ενός μηνός στη χαρτοσήμανση συνεπαγόταν αμελητέα μόνο επιβάρυνση.

Η μαρτυρία του Εναγομένου αποτέλεσε τον κύριο άξονα της Υπεράσπισής και Ανταπαίτησης του και κάλυψε, κατ’ ουσίαν, όλα τα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης. Κατά την εκτίμηση της αξιοπιστίας του, το Δικαστήριο δεν περιορίζεται στην εξέταση μεμονωμένων αποσπασμάτων της κατάθεσής του, αλλά, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τα κριτήρια που έχουν ήδη αναφερθεί, αξιολογεί τη μαρτυρία του ως ενιαίο σύνολο, σε συνάρτηση με το σύνολο της ενώπιόν του προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αντικειμενικά έγγραφα που κατατέθηκαν και των οποίων η ύπαρξη δεν αμφισβητήθηκε, την εκατέρωθεν παραδεκτή αλληλογραφία, καθώς και την εσωτερική συνοχή και την ευλογοφάνεια των ισχυρισμών του.

Παρακολουθώντας τον τρόπο με τον οποίο κατέθεσε ο Εναγόμενος, το Δικαστήριο σχημάτισε την εντύπωση ότι επρόκειτο για μάρτυρα ο οποίος, παρά τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέτασή του, παρέμεινε σταθερός στην εκδοχή του, χωρίς να υποπέσει σε ουσιώδεις αντιφάσεις ικανές να πλήξουν την αξιοπιστία του. Παράλληλα, δεν δίστασε να προβεί σε παραδοχές όταν αυτές επιβάλλονταν από τα αντικειμενικά δεδομένα, παρουσιάζοντας, εν γένει, τη συμπεριφορά μάρτυρα που δεν επιδίωκε να προσαρμόζει διαρκώς την εκδοχή του στις ανάγκες της δίκης.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται επίσης στο γεγονός ότι σημαντικό μέρος της μαρτυρίας του Εναγομένου, αναφορικά με το ιστορικό της σχέσης του με τον ΜΕ1, δεν αμφισβητήθηκε. Αντιθέτως, από το σύνολο της μαρτυρίας προκύπτει ─και αποτέλεσε, άλλωστε, θέση και του ίδιου του ΜΕ1─ ότι οι δύο, πέραν του πνευματικού δεσμού που τους συνέδεε, μέσω της μητέρας του ΜΕ1, η οποία ήταν νονά του Εναγομένου, διατηρούσαν επί σειρά ετών στενή προσωπική, φιλική αλλά και επιχειρηματική σχέση, η οποία υπερέβαινε κατά πολύ μια συνήθη εμπορική συνεργασία. Η συνεργασία τους στην Baroll Ltd και στην επιχείρηση καφεστιατορίου που διατηρούσε, οι συνεργασίες και συναλλαγές μεταξύ της Ενάγουσας και της Kokomix Ltd οι οποίες δραστηριοποιούνταν στον ίδιο κατασκευαστικό τομέα, καθώς και η ύπαρξη σχέσης αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ τους, αποτελούν αντικειμενικά δεδομένα τα οποία δεν μπορούν να αγνοηθούν κατά την αξιολόγηση της εκδοχής του Εναγομένου.

Η ύπαρξη της ιδιαίτερης αυτής σχέσης αποκτά καθοριστική σημασία, διότι εξηγεί συμπεριφορές οι οποίες, εάν εξετάζονταν αποκομμένες από το ευρύτερο πλαίσιο μέσα στο οποίο εκδηλώθηκαν, θα μπορούσαν να θεωρηθούν ασυνήθεις. Το Δικαστήριο δεν θεωρεί απίθανο ότι δύο πρόσωπα τα οποία συνεργάζονταν επί σειρά ετών, διατηρούσαν κοινές επιχειρηματικές δραστηριότητες και διευθετούσαν μεταξύ τους σημαντικές οικονομικές εκκρεμότητες χωρίς αυστηρά τυπικές διαδικασίες, ενεργούσαν σε αρκετές περιπτώσεις στηριζόμενα στην προσωπική εμπιστοσύνη που είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η περίπτωση της Baroll Ltd, όπου, παρά το γεγονός ότι ο Εναγόμενος ήταν ο εγγεγραμμένος κάτοχος του 100% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, προέκυψε από τη μαρτυρία ότι ο ΜΕ1 είχε συνεισφέρει σε αυτή ποσό €184.818,97, ήτοι ποσό μεγαλύτερο από την αντίστοιχη συνεισφορά του Εναγομένου. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η αναφορά του ΜΕ1, κατά την αντεξέτασή του από τον συνήγορο του Εναγομένου, η οποία δεν αμφισβητήθηκε, ότι υπήρξαν περίοδοι κατά τις οποίες παραχωρούσε στον Εναγόμενο ακόμη και την κατοικία του για σκοπούς διαμονής. Το στοιχείο αυτό, μολονότι δεν αφορά άμεσα τις επιχειρηματικές τους συναλλαγές, αποτελεί περαιτέρω ένδειξη του ιδιαίτερου προσωπικού δεσμού και του επιπέδου εμπιστοσύνης που, σύμφωνα με τη μαρτυρία, είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους.

Εξίσου σημαντικό είναι ότι η εκδοχή του Εναγομένου αναφορικά με τις διαπραγματεύσεις που διεξήχθησαν στις αρχές του 2013 για την αποχώρηση του ΜΕ1 από την Baroll Ltd, βρίσκει ουσιαστική στήριξη στα έγγραφα της υπόθεσης. Η επιστολή του ΜΕ1 προς τον Εναγόμενο ημερομηνίας 23/01/2013, Τεκμήριο 13, καθώς και η μεταγενέστερη σύμβαση ημερομηνίας 21/02/2013 για την πώληση των μετοχών του ΜΕ1 στην Baroll Ltd προς τον Εναγόμενο, Τεκμήριο 3, καταδεικνύουν ότι, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, οι μεταξύ τους οικονομικές σχέσεις τελούσαν υπό συνολική διαπραγμάτευση και ότι επιχειρείτο η διευθέτηση των εκατέρωθεν οικονομικών εκκρεμοτήτων, συμπεριλαμβανομένων και ζητημάτων που αφορούσαν την Ενάγουσα και την Kokomix Ltd, τις οποίες, σύμφωνα με τη μαρτυρία, ο ΜΕ1 και ο Εναγόμενος αντιμετώπιζαν ως προέκταση των μεταξύ τους επιχειρηματικών δραστηριοτήτων. Το γεγονός αυτό προσδίδει ευλογοφάνεια στην εκδοχή του Εναγομένου ότι η αγορά άλλου διαμερίσματος, αντί του επίδικου Διαμερίσματος δυνάμει της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, ήτοι του Διαμερίσματος αρ. 101 βάσει της προτεινόμενης σύμβασης, Τεκμήριο 6, υπό διαφορετικούς όρους και με πρόβλεψη εξόφλησης μέρους του τιμήματος μέσω προμήθειας έτοιμου σκυροδέματος από την Kokomix Ltd, δεν αποτέλεσε αντικείμενο πραγματικών διαπραγματεύσεων μεταξύ των μερών και ότι η μεταξύ τους συζήτηση αφορούσε αποκλειστικά την αγορά του Διαμερίσματος αρ. 101 βάσει των όρων της προτεινόμενης σύμβασης, Τεκμήριο 6.

Το στοιχείο αυτό αποκτά ιδιαίτερη αποδεικτική σημασία. Εάν πράγματι είχε ήδη συναφθεί από τον Νοέμβριο του 2012 δεσμευτική σύμβαση αγοράς του επίδικου Διαμερίσματος έναντι τιμήματος €546.000, με πρόβλεψη καταβολής προκαταβολής ύψους €163.000, ήτοι η Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, δεν εξηγείται ικανοποιητικά για ποιο λόγο, λίγους μόλις μήνες αργότερα, ο ΜΕ1 επιδίωκε την υπογραφή νέας σύμβασης για διαφορετικό διαμέρισμα της ίδιας υπό ανέγερση πολυκατοικίας, με διαφορετικό χαμηλότερο τίμημα και εντελώς διαφορετικό τρόπο αποπληρωμής, ήτοι την προτεινόμενη σύμβαση για την αγορά του Διαμερίσματος αρ. 101, Τεκμήριο 6 και χωρίς καμία αναφορά, είτε στην Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1 και την εκκρεμότητα της πιο πάνω αναφερόμενης προκαταβολής και ιδίως, στην ακύρωση και υποκατάσταση της μέσω της προτεινόμενης σύμβασης για την αγορά του Διαμερίσματος αρ. 101, Τεκμήριο 6. Το στοιχείο αυτό, δεν αποδεικνύει αφ’ εαυτού την ορθότητα της εκδοχής του Εναγομένου, δημιουργεί, όμως, αντικειμενική δυσχέρεια στην εκδοχή της Ενάγουσας και προσδίδει αυξημένη ευλογοφάνεια στον ισχυρισμό του Εναγομένου ότι ουδέποτε υπήρξε πραγματική συμφωνία αγοράς του επίδικου Διαμερίσματος υπό τους όρους της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1.

Η πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας του Εναγομένου βρίσκει αντίστοιχη, αλλά αντίστροφη, εφαρμογή κατά την εξέταση της εκδοχής του ΜΕ1 και της ευλογοφάνειας των ισχυρισμών του, υπό το φως των περιστάσεων της υπόθεσης όπως αυτές αναδεικνύονται από το σύνολο της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας. Ως εκ τούτου, δεν κρίνεται αναγκαία η αποτύπωση εδώ των όσων μπορούν να αναφερθούν, ευχερέστερα, στη συνέχεια, κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ1, αφού οι πιο πάνω παρατηρήσεις, υπό την αντίστροφή τους διάσταση και ως προς το καταληκτικό αποτέλεσμα της αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΕ1, βρίσκουν συνεκτική ανταπόκριση στην εκδοχή του Εναγομένου, σε συνδυασμό με σειρά άλλων παρατηρήσεων που άγονται και από τα πιο πάνω αναφερόμενα δεδομένα βάσει των προβαλλόμενων ισχυρισμών.

Το Δικαστήριο κρίνει ότι το πλέον κρίσιμο ζήτημα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Εναγομένου που πρέπει σε αυτό το σημείο της παρούσας απόφασης να αποτυπωθεί, αφορά την εξήγηση που έδωσε αναφορικά με τα δύο πωλητήρια έγγραφα, ήτοι τη Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1 και τη Σύμβαση της 22/12/2012, Τεκμήριο 2, καθώς και τη διαφοροποίηση της θέσης του ως προς τον σκοπό για τον οποίο αυτά καταρτίστηκαν. Δεν παραγνωρίζεται ότι η αρχική αντίδραση του Εναγομένου, όπως αυτή αποτυπώνεται στην προδικαστική αλληλογραφία, ήτοι στις επιστολές Τεκμήρια 4, 5, 7─11 και 17, καθώς και στην καταγγελία του προς την Αστυνομία, διαφοροποιείται από την εξήγηση που τελικώς έδωσε κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία του. Η διαφοροποίηση αυτή συνιστά αναμφίβολα στοιχείο που χρήζει ιδιαίτερης εξέτασης και δεν μπορεί να αγνοηθεί ή να υποβαθμισθεί. Εντούτοις, η ύπαρξη της διαφοροποίησης αυτής δεν οδηγεί, αφ’ εαυτής, στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία του πρέπει να απορριφθεί ως αναξιόπιστη. Το ζήτημα που καλείται να κρίνει το Δικαστήριο, δεν είναι κατά πόσο ο Εναγόμενος διατύπωσε σε κάθε στάδιο την ίδια ακριβώς εκδοχή, αλλά κατά πόσο η τελική θέση που προέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου, παρά τη διαφοροποίηση αυτή, συνιστά εύλογη και πειστική εξήγηση, τόσο σε σχέση με τα αντικειμενικά δεδομένα της υπόθεσης όσο και ως προς τους λόγους που οδήγησαν στη μεταβολή της αρχικής του θέσης.

Στο σημείο αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία μια αντικειμενική πραγματικότητα, η οποία δεν εξαρτάται από τη μαρτυρία οποιουδήποτε εκ των διαδίκων. Η πραγματικότητα αυτή συνίσταται στο ότι υφίστανται δύο διαφορετικά πωλητήρια έγγραφα, τα οποία αφορούν το ίδιο ακριβώς διαμέρισμα, μεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων και έναντι του ίδιου ακριβώς τιμήματος, διαφοροποιούμενα ουσιαστικά μόνο ως προς την ημερομηνία τους. Η δε ίδια η Ενάγουσα, αρχικώς θεμελίωσε τις αξιώσεις της στη Σύμβαση της 22/12/2012, Τεκμήριο 2 και μόνο μεταγενέστερα, όταν ο Εναγόμενος αμφισβήτησε την ύπαρξη και δεσμευτικότητα της εν λόγω σύμβασης, μετέβαλε τη θέση της και επικαλέστηκε ως δεσμευτική τη Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1. Η ιδιομορφία αυτή, δεν αποτελεί δημιούργημα της εκδοχής του Εναγομένου, αλλά συνιστά αντικειμενικό στοιχείο της υπόθεσης, το οποίο το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Επομένως, οποιαδήποτε αξιολόγηση της αξιοπιστίας του Εναγομένου, δεν μπορεί να γίνει αποκομμένα από την ανάγκη να δοθεί πειστική εξήγηση για τη συνύπαρξη των δύο αυτών εγγράφων.

Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η εκδοχή του Εναγομένου, σύμφωνα με την οποία υπέγραψε τη Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1 και τη Σύμβαση της 22/12/2012, Τεκμήριο 2, χωρίς πρόθεση πραγματικής αγοράς του επίδικου Διαμερίσματος, παρέχει, ανεξαρτήτως του κατά πόσο αυτή θα γίνει τελικώς αποδεκτή, μια λογική εξήγηση για την ύπαρξη δύο σχεδόν πανομοιότυπων συμβάσεων. Αντιθέτως, η εκδοχή της Ενάγουσας, όπως αυτή αναλύεται ακολούθως κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ1, αφήνει ουσιώδη ερωτήματα αναπάντητα. Ιδίως, χωρίς τούτο να είναι εξαντλητικό, ανακύπτει το ερώτημα, εάν πράγματι είχε συναφθεί ήδη από τον Νοέμβριο του 2012 πραγματική και δεσμευτική σύμβαση αγοράς του επίδικου Διαμερίσματος, ήτοι η Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, κατά πόσο εξηγείται επαρκώς η κατάρτιση δεύτερης, σχεδόν πανομοιότυπης σύμβασης, ήτοι της Σύμβασης της 22/12/2012, Τεκμήριο 2, λιγότερο από ένα μήνα αργότερα, καθώς και η αρχική επίκληση από πλευράς Ενάγουσας της δεύτερης αυτής σύμβασης ως της δεσμευτικής συμφωνίας μεταξύ των μερών. Η δυσχέρεια αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν συνεκτιμηθεί ότι, κατά τους μήνες που ακολούθησαν, διεξάγονταν πραγματικές διαπραγματεύσεις μεταξύ των ίδιων προσώπων, ήτοι της Ενάγουσας, μέσω του ΜΕ1, και του Εναγομένου, για την αγορά διαφορετικού διαμερίσματος στην ίδια πολυκατοικία, ήτοι του Διαμερίσματος αρ. 101, υπό εντελώς διαφορετικούς όρους και δη οικονομικούς, όπως προκύπτει από την προτεινόμενη σχετική σύμβαση, Τεκμήριο 6. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, το γεγονός αυτό δύσκολα συμβιβάζεται με την εκδοχή ότι ήδη υπήρχε σε πλήρη ισχύ και εφαρμογή δεσμευτική συμφωνία αγοράς του επίδικου Διαμερίσματος δυνάμει της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, έναντι τιμήματος €546.000. Περισσότερη ανάλυση των ζητημάτων αυτών, καθώς και σειράς άλλων συναφών ζητημάτων που άπτονται της αξιολόγησης της προσκομισθείσας μαρτυρίας, ακολουθεί κατά την εξέταση και αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ1.

Το Δικαστήριο θεωρεί επίσης σημαντικό ότι ο Εναγόμενος δεν περιορίστηκε να αρνηθεί γενικώς την ύπαρξη οποιασδήποτε υπογραφής του επί της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1 και της Σύμβασης της 22/12/2012, Τεκμήριο 2. Αντιθέτως, εξήγησε ότι, όταν αρχικά του επιδείχθηκαν τα εν λόγω πωλητήρια έγγραφα, δεν ήταν σε θέση να συνδέσει τις υπογραφές που έφεραν, που ομοίαζαν με την δική του, με οποιοδήποτε πραγματικό περιστατικό το οποίο να δικαιολογεί την αγορά διαμερίσματος τέτοιας αξίας. Η θέση του ήταν ότι η αντίδρασή του βασίστηκε στη βεβαιότητά του ότι ουδέποτε είχε συμφωνήσει να αγοράσει το επίδικο Διαμέρισμα υπό τους όρους που αποτυπώνονταν στις δύο αυτές συμβάσεις ─και αυτό συνάδει και με την αρχική του αντίδραση μέσω των επιστολών των συνηγόρων του, κατά το προδικαστικό στάδιο, όταν έλαβε τις επιστολές απαίτησης των συνηγόρων της Ενάγουσας. Ειδικότερα, αναφέρθηκε όχι μόνο στο ύψος του τιμήματος, αλλά και στην απουσία αρχιτεκτονικών σχεδίων και άλλων διατυπώσεων που, κατά την εκδοχή του, θα ανέμενε να συνοδεύουν μια πραγματική αγορά ακινήτου, όπως η χαρτοσήμανση των συμβάσεων και η κατάθεσή τους στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Περαιτέρω, ανέφερε ότι δεν υπήρχε πρόβλεψη για κάλυψη μέρους του τιμήματος μέσω αντιπαροχής έτοιμου σκυροδέματος από την Kokomix Ltd, όπως, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, συνηθιζόταν στις συναλλαγές του για την απόκτηση ακινήτων.

Η μεταγενέστερη ανάκληση στη μνήμη του Εναγομένου περιστατικών, τα οποία μέχρι τότε δεν είχε συνδέσει με τα συγκεκριμένα έγγραφα, δεν αποτελεί, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, εξέλιξη που αντίκειται κατ’ ανάγκην στην κοινή ανθρώπινη πείρα. Δεν είναι ασυνήθιστο ένα πρόσωπο, το οποίο καλείται, μετά την πάροδο σημαντικού χρονικού διαστήματος, να ανακαλέσει σειρά γεγονότων συνδεόμενων με πολυάριθμες επιχειρηματικές συναλλαγές, να αδυνατεί αρχικώς να συσχετίσει ένα συγκεκριμένο έγγραφο με τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτό υπογράφηκε. Η ανθρώπινη μνήμη δεν ανακαλεί πάντοτε με γραμμικό ή άμεσο τρόπο όλα τα επιμέρους περιστατικά ενός γεγονότος, ιδίως όταν αυτά ανάγονται σε μακρά χρονική περίοδο και σε σύνθετες συναλλαγές. Αντιθέτως, η ανάκληση συγκεκριμένων γεγονότων μπορεί να είναι σταδιακή και να διευκολύνεται από την αναφορά σε σχετικά έγγραφα ή άλλα αντικειμενικά δεδομένα που επαναφέρουν στη μνήμη τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτά έλαβαν χώρα. Το στοιχείο αυτό, όπως στην συνέχεια αναφέρεται περαιτέρω, αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην παρούσα περίπτωση, λαμβανομένης υπόψη της ιδιαίτερης σχέσης μεταξύ του Εναγομένου και του ΜΕ1, όπως αυτή έχει ήδη αναλυθεί, καθώς και του πλαισίου των μεταξύ τους προσωπικών και επιχειρηματικών συναλλαγών.

Δεν παραγνωρίζεται βεβαίως, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ότι η μεταγενέστερη εξήγηση του Εναγομένου, σύμφωνα με την οποία η υπογραφή των πωλητηρίων εγγράφων, περιλαμβανομένων της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1 και της Σύμβασης της 22/12/2012, Τεκμήριο 2, έλαβε χώρα προς διευκόλυνση της Ενάγουσας και του ΜΕ1, συνιστά ουσιώδη διαφοροποίηση από την αρχική θέση που είχε προβάλλει, ήτοι ότι αγνοούσε την ύπαρξη των εν λόγω εγγράφων και αμφισβητούσε την υπογραφή του επ’ αυτών. Περαιτέρω, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι, κατά τον χρόνο κατά τον οποίο ο Εναγόμενος προέβη στην καταγγελία της υπόθεσης στην Αστυνομία, είχε ήδη ενώπιόν του τη Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, καθώς και τα γεγονότα που είχαν προηγηθεί και αφορούσαν τη σύμβαση πώλησης των μετοχών του ΜΕ1 προς αυτόν στην Baroll Ltd ημερομηνίας 21/02/2013, Τεκμήριο 3. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η μεταγενέστερη εκδοχή του Εναγομένου χρήζει ιδιαίτερης εξέτασης. Το Δικαστήριο, όμως, δεν θεωρεί ότι η διαφοροποίηση αυτή, ούτε οι ανωτέρω περιστάσεις, αρκούν αφ’ εαυτές για να οδηγήσουν στην απόρριψη της μαρτυρίας του Εναγομένου. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, το κρίσιμο ζήτημα είναι κατά πόσο η τελική εξήγηση που παρέσχε παρουσιάζει εσωτερική συνοχή και κατά πόσο εναρμονίζεται με τα λοιπά αποδεικτικά δεδομένα της υπόθεσης.

Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η εξήγηση αυτή, όπως έχει ήδη ανωτέρω επισημανθεί, εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της σχέσης που αποδεδειγμένα υπήρχε μεταξύ του Εναγομένου και του ΜΕ1. Η μεταξύ τους προσωπική και φιλική σχέση, η πολυετής επιχειρηματική συνεργασία, η εκατέρωθεν εμπιστοσύνη που χαρακτήριζε τις μεταξύ τους συναλλαγές και η από κοινού συμμετοχή τους σε επιχειρηματικές δραστηριότητες καθιστούν ευλογοφανές ότι ο Εναγόμενος ενδέχεται να είχε αποδεχθεί να προβεί σε ενέργειες οι οποίες, υπό διαφορετικές συνθήκες και χωρίς την ύπαρξη τέτοιου επιπέδου προσωπικής εμπιστοσύνης, πιθανόν να μην είχαν γίνει αποδεκτές από τον ίδιο. Το γεγονός ότι μια τέτοια συμπεριφορά δύναται εκ των υστέρων να εμφανίζεται ασυνήθης ή να ξενίζει, δεν αναιρεί τη δυνατότητα να είχε λάβει χώρα υπό το ιδιαίτερο πλαίσιο της συγκεκριμένης σχέσης.

Σημαντικότερη, όμως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, είναι μία άλλη πτυχή της υπόθεσης. Εάν ο Εναγόμενος επιδίωκε απλώς να κατασκευάσει μία υπερασπιστική εκδοχή με αποκλειστικό σκοπό την αποφυγή της αστικής του ευθύνης, η διατήρηση της θέσης ότι ουδέποτε υπέγραψε τη Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1 και τη Σύμβαση της 22/12/2012, Τεκμήριο 2, ή ότι οι υπογραφές επί των εγγράφων αυτών δεν ήταν δικές του, θα αποτελούσε, θα μπορούσε να υποστηριχθεί, από πλευράς προσωπικού του συμφέροντος, σαφώς ευνοϊκότερη υπερασπιστική θέση. Αντιθέτως, και χωρίς να παραγνωρίζεται η θέση που του υποβλήθηκε από τον συνήγορο της Ενάγουσας κατά την αντεξέτασή του, την οποία δεν αντέκρουσε με σαφήνεια, ότι η καταγγελία του προς την Αστυνομία είχε διερευνηθεί και ότι, μέσω γραφολογικής εξέτασης, είχε συνδεθεί η υπογραφή του με τα εν λόγω έγγραφα, ο Εναγόμενος εγκατέλειψε μία εκδοχή η οποία, υπό την ανωτέρω εκδοχή των πραγμάτων, θα μπορούσε ενδεχομένως να τον εξυπηρετήσει περισσότερο και υιοθέτησε διαφορετική εξήγηση. Η εξήγηση αυτή όχι μόνο δεν τον απάλλασσε πλήρως από κάθε πιθανή ευθύνη, καθότι προϋποθέτει αποδοχή της υπογραφής του επί των εν λόγω εγγράφων, αλλά μπορούσε παράλληλα να εγείρει ερωτήματα και ως προς τη δική του συμπεριφορά.

Το στοιχείο αυτό, βεβαίως, δεν αποδεικνύει αφ’ εαυτού την αλήθεια της εκδοχής του Εναγομένου. Μειώνει, όμως, αισθητά την πιθανότητα η συγκεκριμένη εξήγηση να αποτελεί απλή μεταγενέστερη επινόηση. Δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ως προϊόν κατασκευής μία εκδοχή η οποία, εφόσον ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, δεν παρέχει στον διάδικο που την προβάλλει αποκλειστικά όφελος, αλλά δύναται παράλληλα να τον εκθέσει σε δυσμενείς συνέπειες ή σε περαιτέρω διερεύνηση της δικής του συμπεριφοράς. Ιδιαιτέρως, δε, λαμβάνεται υπόψη ότι η εξήγηση που έδωσε ο Εναγόμενος, ήτοι ότι υπέγραψε τη Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1 και τη Σύμβαση της 22/12/2012, Τεκμήριο 2, κατόπιν παράκλησης του ΜΕ1, προκειμένου αυτά να χρησιμοποιηθούν για σκοπούς εξασφάλισης χρηματοδότησης της Ενάγουσας από τραπεζικό ίδρυμα, χωρίς να ανταποκρίνονται, κατά τους ισχυρισμούς του, σε πραγματική συμφωνία αγοράς του επίδικου Διαμερίσματος, αποτελεί εκδοχή η οποία, εφόσον γίνει αποδεκτή, ενδέχεται εκ πρώτης όψεως να εγείρει ζητήματα ως προς τη συμπεριφορά όλων των εμπλεκομένων προσώπων και τη νομιμότητα των ενεργειών τους έναντι τρίτων. Η διαπίστωση αυτή, όμως, δεν μπορεί να επηρεάσει την κρίση του Δικαστηρίου ως προς την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Η αναζήτηση της αλήθειας κατά την εκδίκαση μιας αστικής διαφοράς δεν μπορεί να εξαρτάται από το κατά πόσο η αποδοχή μίας εκδοχής ενδέχεται να αναδεικνύει περιστατικά τα οποία δυνατόν να χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης υπό άλλο νομικό πρίσμα. Η αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας προηγείται λογικά της εξέτασης οποιωνδήποτε έννομων συνεπειών των διαπιστούμενων γεγονότων και δεν μπορεί να επηρεάζεται από αυτές. Επομένως, ακόμη και εάν η αποδεκτή εκδοχή των γεγονότων αποκαλύπτει περιστατικά τα οποία δυνατόν να χρήζουν περαιτέρω εξέτασης από τις αρμόδιες αρχές, τούτο δεν αποτελεί λόγο απόρριψης της μαρτυρίας μέσω της οποίας τα περιστατικά αυτά αναδεικνύονται.

Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει ότι η εκδοχή του Εναγομένου δεν παρέχει πλήρη απάντηση σε κάθε επιμέρους ερώτημα που ανακύπτει από τα αντικειμενικά δεδομένα της υπόθεσης. Ειδικότερα, εύλογο προβληματισμό προκαλεί το γεγονός ότι η Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1 και η Σύμβαση της 22/12/2012, Τεκμήριο 2, αφορούν το ίδιο ακριβώς διαμέρισμα, μεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων και έναντι του ίδιου ακριβώς τιμήματος, διαφοροποιούμενες ουσιαστικά μόνο ως προς την ημερομηνία κατάρτισής τους. Εάν πράγματι, όπως ισχυρίζεται ο Εναγόμενος, τα έγγραφα αυτά υπογράφηκαν προς διευκόλυνση της Ενάγουσας και του ΜΕ1, για σκοπούς εξασφάλισης χρηματοδότησης ή για άλλη συναφή επιχειρηματική ή άλλη ανάγκη, παραμένει το ερώτημα γιατί κρίθηκε αναγκαία η κατάρτιση δύο σχεδόν πανομοιότυπων πωλητηρίων για το ίδιο ακίνητο και όχι η χρήση ενός μόνο εγγράφου ή η κατάρτιση διαφορετικού εγγράφου που να ανταποκρινόταν στην πραγματική σκοπιμότητα που επιδιωκόταν, όπως π.χ. για διαφορετικό διαμέρισμα στην εν λόγω πολυκατοικία. Πρόκειται για στοιχείο το οποίο δεν εξηγήθηκε με πληρότητα από τη μαρτυρία του Εναγομένου ή από άλλη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και, ως τέτοιο, αποτελεί παράγοντα που χρήζει συνεκτίμησης κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας της εκδοχής του.

Πλην όμως, η διαπίστωση αυτή δεν οδηγεί, αφ’ εαυτής, στην απόρριψη της μαρτυρίας του Εναγομένου. Πρώτον, διότι η συγκεκριμένη επιχειρηματική ή άλλη σκοπιμότητα που υπαγόρευσε την κατάρτιση των δύο πωλητηρίων δεν αποτελούσε, κατά την εκδοχή του Εναγομένου, δική του πρωτοβουλία ή σχεδιασμό, αλλά συνδεόταν με τις ανάγκες και τις επιδιώξεις του ΜΕ1 και της Ενάγουσας. Ως προς τα ζητήματα αυτά, ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι δεν υπέβαλε ερωτήσεις ούτε ζήτησε περαιτέρω διευκρινίσεις, λόγω της σχέσης εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ του και του ΜΕ1. Ο ισχυρισμός αυτός, σημειώνεται, συνάδει και με τη θέση του ίδιου του ΜΕ1 ότι, κατά την επίδικη περίοδο, η Ενάγουσα αντιμετώπιζε σοβαρές οικονομικές δυσκολίες, καθώς και με το εύλογο ερώτημα που ανακύπτει από τη μαρτυρία του, κατά πόσον, ελλείψει επαρκούς ρευστότητας, θα ήταν δυνατό να προχωρήσει η ανέγερση της επίδικης πολυκατοικίας χωρίς την εξασφάλιση τραπεζικής χρηματοδότησης, όπως ο ίδιος υποστήριξε. Και τούτο, όταν ο ίδιος ανέφερε ότι «θα πωλούσε διαμερίσματα και θα έχτιζε», ενώ, συγχρόνως, προέκυπτε από τη μαρτυρία του ότι ακόμη και το επίδικο Διαμέρισμα δεν κατέστη δυνατό να πωληθεί κατά τον ουσιώδη χρόνο, αλλά, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, με δυσκολία, πωλήθηκε τελικώς μόλις το έτος 2015. Συνεπώς, και συναφώς, εφόσον ο Εναγόμενος αποδέχθηκε, όπως ισχυρίζεται, να υπογράψει τα σχετικά έγγραφα προς εξυπηρέτηση του ΜΕ1 και της Ενάγουσας, δεν είναι αναγκαίο να γνώριζε ή να αντιλαμβανόταν πλήρως την ειδικότερη επιχειρηματική, τραπεζική ή άλλη σκοπιμότητα που οδήγησε στην κατάρτισή τους, ούτε, πολύ περισσότερο, τον ακριβή λόγο για τον οποίο κρίθηκε σκόπιμη η υπογραφή δεύτερου πανομοιότυπου εγγράφου. Ως προς το ζήτημα αυτό, θα μπορούσαν να γίνουν διάφοροι συνειρμοί, όπως, ενδεικτικά, η παρουσίαση των εν λόγω εγγράφων σε διαφορετικά τραπεζικά ιδρύματα κ.λπ. Τούτο, όμως, δεν αποτελεί το ουσιώδες ζήτημα που απασχολεί το Δικαστήριο. Εκείνο που επαναλαμβάνεται ως ουσιώδες σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα είναι η ιδιαιτερότητα της σχέσης μεταξύ του Εναγομένου και του ΜΕ1, όπως αυτή έχει ήδη αναλυθεί ανωτέρω. Υπό το σύνολο της μαρτυρίας και των περιστάσεων της παρούσας υπόθεσης, το στοιχείο αυτό, αν και δημιουργεί εύλογο προβληματισμό, δεν συνιστά επαρκή λόγο για απόρριψη της συγκεκριμένης πτυχής της εκδοχής του Εναγομένου.

Κατ’ ακολουθία της αξιολόγησης της μαρτυρίας του Εναγομένου, στη βάση και των ανωτέρω αποτυπωθεισών παρατηρήσεων, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτή είναι αξιόπιστη και ικανή να αποτελέσει υπόβαθρο για την εξαγωγή των συμπερασμάτων του ως προς τα επίδικα πραγματικά περιστατικά και ζητήματα και, ως εκ τούτου, την αποδέχεται στο σύνολό της.

ΜΕ3, Γιώργος Επαμεινώνδα.

Ο ΜΕ3, στο πλαίσιο της εξέτασής του ενώπιον του Δικαστηρίου, ανέφερε ότι η Ενάγουσα, κατά την περίοδο των ετών 2011─2012, ήταν πελάτης της Ελληνικής Τράπεζας και εξακολουθεί μέχρι και την ημερομηνία της κατάθεσής του ενώπιον του Δικαστηρίου να είναι πελάτης της Eurobank. Κατά την εν λόγω περίοδο, ο ίδιος ήταν Διευθυντής του Κέντρου Επιχειρήσεων της Ελληνικής Τράπεζας, το οποίο χειριζόταν τον λογαριασμό της Ενάγουσας.

Η Ενάγουσα, όπως προκύπτει από την επιστολή της Ελληνικής Τράπεζας προς αυτήν, ημερομηνίας 24/06/2011, Τεκμήριο 16, έλαβε δάνειο ύψους €545.000, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που καταγράφονται στην εν λόγω επιστολή και οι οποίοι έγιναν αποδεκτοί από την Ενάγουσα, για την αγορά του οικοπέδου επί του οποίου ανεγέρθηκε η πολυκατοικία στην οποία περιλαμβάνεται το επίδικο Διαμέρισμα. Το εν λόγω δάνειο θα αποπληρωνόταν με 36 δόσεις ύψους €3.600 η κάθε μία, με πρώτη πληρωτέα την 31/07/2011 και τελευταία την 30/05/2014, οι οποίες αντιπροσώπευαν μόνο την καταβολή των οφειλόμενων τόκων, και ακολούθως με μία τελική δόση, συμπεριλαμβανομένου κεφαλαίου και τόκων, πληρωτέα την 30/06/2014. Ως πηγή αποπληρωμής είχε καθοριστεί το εισόδημα από τις πωλήσεις διαμερισμάτων που θα προέκυπταν από την οικοδομική ανάπτυξη του πιο πάνω αναφερόμενου οικοπέδου.

Για σκοπούς εξασφάλισης της εν λόγω δανειοδότησης, διευκρίνισε ότι δεν ήταν αναγκαίο η Ενάγουσα να τεκμηριώσει προς την Ελληνική Τράπεζα ότι είχε ήδη συνάψει συμβάσεις πώλησης διαμερισμάτων της συγκεκριμένης πολυκατοικίας. Και τούτο, καθότι η δανειοδότηση αφορούσε αποκλειστικά την αγορά του οικοπέδου, με σκοπό την περαιτέρω ανάπτυξή του με τον συγκεκριμένο τρόπο. Όπως ανέφερε, τούτο συνήθως αποτελεί σχετική παράμετρο όταν η δανειοδότηση αφορά την υλοποίηση ανάπτυξης οικοπέδου και όχι απλώς την αγορά του.

Το εν λόγω δάνειο ήταν και το τελευταίο δάνειο που είχε η Ενάγουσα με την Ελληνική Τράπεζα. Ο ΜΕ3 ανέφερε ότι δεν γνώριζε κατά πόσο η Ενάγουσα είχε συνεργασία με οποιαδήποτε άλλη τράπεζα ή κατά πόσο είχε λάβει χρηματοδότηση από άλλη τράπεζα είτε για σκοπούς ανέγερσης της συγκεκριμένης πολυκατοικίας είτε για οποιονδήποτε άλλο σκοπό.

Το Δικαστήριο έχει εξετάσει με προσοχή τη μαρτυρία του ΜΕ3, ο οποίος κατέθεσε με σαφήνεια και ακρίβεια ως προς τα γεγονότα για τα οποία ερωτήθηκε, με φυσικότητα και απλότητα και, όπως έγινε αντιληπτό, με ειλικρίνεια. Από τη μαρτυρία του δεν προέκυψε οτιδήποτε το οποίο θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά την αξιοπιστία του. Ιδιαιτέρως δε, κατά την αντεξέτασή του, δεν αμφισβητήθηκε ούτε η γνώση του επί των γεγονότων για τα οποία κατέθεσε ούτε η πραγματικότητα και η ακρίβεια αυτών. Η αμεροληψία του, επίσης δεν αμφισβητήθηκε. Αντιθέτως, έγινε αντιληπτό ότι η μαρτυρία του ήταν ουσιαστικά αποδεκτή από την πλευρά του Εναγομένου, ο δε συνήγορός του επιδίωξε περισσότερο να λάβει διευκρινίσεις από τον μάρτυρα σε σχέση με περιστατικά τα οποία, όπως έγινε αντιληπτό, αποσκοπούσαν στην ανάδειξη πτυχών της θέσης του Εναγομένου προς υποστήριξη της δικής του υπόθεσης.

Κατ’ ακολουθία της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΕ3, το Δικαστήριο την αποδέχεται στην ολότητά της ως αξιόπιστη και θα βασιστεί σε αυτήν για σκοπούς εξαγωγής των συμπερασμάτων του αναφορικά με τα επίδικα πραγματικά περιστατικά και ζητήματα.

ΜΕ2, Κάτια Τάππα.

Η ΜΕ2, καταθέτοντας κατά την κυρίως εξέτασή της από τον συνήγορο της Ενάγουσας, υποστήριξε ότι ήταν η αρχιτέκτονας που σχεδίασε τα αρχιτεκτονικά σχέδια της πολυκατοικίας, μέρος της οποίας αποτελεί το επίδικο Διαμέρισμα, κατόπιν οδηγιών που έλαβε προς τούτο από τον διευθυντή της Ενάγουσας, ΜΕ1. Ισχυρίστηκε ότι ξεκίνησε την προμελέτη των αρχιτεκτονικών σχεδίων τον Μάρτιο του 2011 και ότι, σε κάποιο στάδιο πριν από την υποβολή της αίτησης για έκδοση πολεοδομικής άδειας, την οποία τελικώς υπέβαλε στις 03/08/2011, ο ΜΕ1 την ενημέρωσε ότι ένα από τα διαμερίσματα της υπό ανέγερση πολυκατοικίας θα το αγόραζε «ο καταδελφός του ο Κοκομιξ» και ότι επιθυμούσε να τον συναντήσει για να εξετάσουν τι ακριβώς επιθυμούσε ως προς τον σχεδιασμό του διαμερίσματος. Ήταν επίσης ο ισχυρισμός της ότι συναντήθηκε με τον Εναγόμενο στο αρχιτεκτονικό της γραφείο και ότι κατέληξαν από κοινού «στο τελικό σχέδιο του διαμερίσματος που θα αγόραζε».

Ωστόσο, όπως ήταν εμφανές κατά την κυρίως εξέτασή της, η ΜΕ2, παρά το γεγονός ότι παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου τη γνωστοποίηση χορήγησης της πολεοδομικής άδειας, Τεκμήριο 15, καθώς και την κάτοψη του τρίτου ορόφου της πολυκατοικίας, απέφυγε να αναφέρει ρητά και σαφώς ποιο ακριβώς ήταν το διαμέρισμα για το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς της, ο ΜΕ1 της είχε αναφέρει ότι θα αγόραζε ο Εναγόμενος ή ποιο ήταν το διαμέρισμα ως προς το οποίο πραγματοποιήθηκε η φερόμενη συνάντησή της με τον Εναγόμενο στο αρχιτεκτονικό της γραφείο, προκειμένου να καταλήξουν στο τελικό σχέδιο αυτού. Δεν ανέφερε, δηλαδή, ότι οι ισχυρισμοί της αφορούσαν συγκεκριμένα το επίδικο Διαμέρισμα, το οποίο αποτυπώνεται στην κάτοψη του τρίτου ορόφου και επισημαίνεται με κίτρινη υπογράμμιση της περιμέτρου του.

Πέραν τούτου, η ΜΕ2 υπήρξε ιδιαίτερα φειδωλή ως προς τις λεπτομέρειες της φερόμενης συνάντησής της με τον Εναγόμενο, η οποία, όπως προέκυπτε από τη μαρτυρία της, ήταν μία και μοναδική. Δεν προσδιόρισε πότε ακριβώς πραγματοποιήθηκε, ούτε εξήγησε ποιες συγκεκριμένες αλλαγές ζητήθηκαν στον αρχικό αρχιτεκτονικό σχεδιασμό, ποια ήταν η φύση και η έκτασή τους ή με ποιον τρόπο ενσωματώθηκαν στα τελικά σχέδια, για να «καταλήξουν μαζί στο τελικό σχέδιο του διαμερίσματος που [ο Εναγόμενος] θα αγόραζε». Καμία συγκεκριμένη μαρτυρία ή άλλο στοιχείο δεν προσφέρθηκε προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών της. Αντιθέτως, σε ζήτημα που αφορά την τροποποίηση του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού διαμερίσματος, δυσχερώς μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι όλες οι σχετικές απαιτήσεις συζητήθηκαν, συμφωνήθηκαν και οριστικοποιήθηκαν στο πλαίσιο μίας και μόνης συνάντησης, χωρίς να προσφερθεί οποιαδήποτε περαιτέρω εξήγηση ή τεκμηρίωση. Υπό τα δεδομένα αυτά, οι ισχυρισμοί της δεν αποπνέουν τον απαιτούμενο βαθμό σαφήνειας και ασφάλειας, ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να στηρίξει σε αυτούς ασφαλή συμπεράσματα.

Είναι δε χαρακτηριστικό ότι, όταν κατά την αντεξέτασή της αμφισβητήθηκε από τον συνήγορο του Εναγομένου και της υποβλήθηκε ότι ο λόγος για τον οποίο προέβαλλε τους πιο πάνω ισχυρισμούς ήταν η μακροχρόνια επαγγελματική της συνεργασία με τον ΜΕ1 και την Ενάγουσα, από την οποία αποκόμιζε οικονομικό όφελος μέσω της παροχής των υπηρεσιών της, η ίδια απάντησε ότι είχε κληθεί να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου προκειμένου να επιβεβαιώσει ότι ήταν εκείνη που σχεδίασε την πολυκατοικία για λογαριασμό της Ενάγουσας και ότι η Ενάγουσα ήταν εκείνη που είχε συναλλαγές με τον Εναγόμενο. Πρόσθεσε δε ότι η Ενάγουσα της είχε δώσει οδηγίες πως το συγκεκριμένο διαμέρισμα, το οποίο και πάλι δεν προσδιόρισε ρητά και σαφώς, θα αγοραζόταν από τον Εναγόμενο, δηλαδή τον καταδελφό του ΜΕ1, τον «Κοκομιξ», διευκρινίζοντας ότι δικός της πελάτης ήταν η Ενάγουσα. Η τοποθέτηση αυτή παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, διότι ουσιαστικά απομακρύνεται από την προηγούμενη εκδοχή της περί προσωπικής συνάντησης με τον Εναγόμενο, κατά την οποία είχαν, όπως η ίδια είχε αρχικά ισχυριστεί, καταλήξει από κοινού στο τελικό αρχιτεκτονικό σχέδιο του διαμερίσματος που εκείνος θα αγόραζε. Αντιθέτως, κατά την αντεξέτασή της περιορίστηκε ουσιαστικά να αναφέρει ότι γνώριζε μόνον όσα της είχε μεταφέρει ο ΜΕ1 και ότι οι οδηγίες που είχε λάβει προέρχονταν αποκλειστικά από την Ενάγουσα, ήτοι ότι «το συγκεκριμένο διαμέρισμα θα αγοραζόταν από τον Δώρο Χατζηγιαννακού», τον «καταδελφό [του ΜΕ1], Κοκομιξ». Η μετατόπιση αυτή της μαρτυρίας της, κατά το πλέον κρίσιμο σημείο της αντεξέτασης, όταν αμφισβητήθηκε ευθέως η αξιοπιστία και η ειλικρίνεια των ισχυρισμών της, δημιουργεί την εντύπωση ουσιώδους περιορισμού της αρχικής εκδοχής της. Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου της ενώπιον του Δικαστηρίου προσκομισθείσας μαρτυρίας, η εξέλιξη αυτή θέτει εν αμφιβόλω την αξιοπιστία των συγκεκριμένων ισχυρισμών της, ιδίως υπό το φως και της ιδιαίτερης σχέσης της με την Ενάγουσα.

Οι ισχυρισμοί της ΜΕ2, βεβαίως, δεν αξιολογούνται αυτοτελώς ή αποσπασματικά, αλλά, όπως ήδη αναφέρθηκε, υπό το φως του συνόλου της ενώπιον του Δικαστηρίου προσκομισθείσας μαρτυρίας. Ως εκ τούτου, η αξιοπιστία της μαρτυρίας της αξιολογείται σε συνάρτηση με το συνολικό αποδεικτικό υλικό, τις υπόλοιπες μαρτυρίες που προσφέρθηκαν και τα αντικειμενικά δεδομένα της υπόθεσης. Συνεπώς, θα πρέπει να εξεταστεί σε συνάρτηση και με τους αντίστοιχους ισχυρισμούς τόσο του ΜΕ1 όσο και του Εναγομένου, η αποτύπωση της αξιολόγησης των οποίων, σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα και ζητήματα, όσον αφορά τον Εναγόμενο έγινε πιο πάνω, ενώ σε ό,τι αφορά τον ΜΕ1 ακολουθεί. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει ότι ο Εναγόμενος, κατά την αντεξέτασή του, όταν ερωτήθηκε εάν είχε πραγματοποιήσει τη συνάντηση με τη ΜΕ2, σύμφωνα με τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς της, δεν προέβη στην αναμενόμενη κατηγορηματική άρνηση. Ενόψει, μάλιστα, της σταθερής θέσης του ότι ουδέποτε προέβη σε πραγματική αγορά του επίδικου Διαμερίσματος και των ισχυρισμών του αναφορικά με τη Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, καθώς και της διαφορετικής συναντίληψης που προέβαλε ότι είχε με τον ΜΕ1 ως προς την υπογραφή της, θα ήταν ευλόγως αναμενόμενο να αρνηθεί ότι πραγματοποιήθηκε τέτοια συνάντηση. Αντ’ αυτού, περιορίστηκε να αναφέρει ότι δεν θυμόταν.

Ωστόσο, πέραν των όσων έχουν ήδη προαναφερθεί και αξιολογούμενες υπό το πρίσμα αυτών, οι ακόλουθες παρατηρήσεις ενισχύουν περαιτέρω τους προβληματισμούς του Δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία της ΜΕ2. Κατ’ αρχάς, το ερώτημα που τέθηκε στον Εναγόμενο από τον συνήγορο της Ενάγουσας κατά την αντεξέτασή του, δεν ανταποκρινόταν πλήρως στους ισχυρισμούς της ΜΕ2. Ενώ η ΜΕ2 κατέθεσε ότι σκοπός της συνάντησής της με τον Εναγόμενο ήταν «να καταλήξουν μαζί στο τελικό σχέδιο του διαμερίσματος που θα αγόραζε», στον Εναγόμενο υποβλήθηκε ότι, κατά τη συνάντηση αυτή, απλώς του παρουσιάστηκαν τα σχέδια, τα οποία του άρεσαν και με τα οποία συμφώνησε, και μάλιστα ότι τούτο συνέβη πριν από την εξασφάλιση της σχετικής πολεοδομικής άδειας από την Ενάγουσα. Από την άλλη πλευρά, ο ΜΕ1, του οποίου η μαρτυρία κατά την ακρόαση προηγήθηκε, ισχυρίστηκε ότι ο Εναγόμενος αποτάθηκε στην αρχιτέκτονα μετά την εξασφάλιση της πολεοδομικής άδειας και ότι εκείνη «έκανε τα σχέδια όπως αυτός ήθελε, γιατί όταν είδε το οικόπεδο του άρεσε πάρα πολύ η τοποθεσία». Περαιτέρω, ο ίδιος ο ΜΕ1, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του, ανέφερε ότι «ο Εναγόμενος έκανε αρκετές συναντήσεις με την αρχιτέκτονα που έκανε τα σχέδια στο διαμέρισμα όπως ήθελε με τις δικές του ανάγκες και γι’ αυτό προχώρησε με πολεοδομική άδεια». Η θέση αυτή βρίσκεται σε αντίθεση τόσο με τους ισχυρισμούς της ΜΕ2, η οποία αναφέρθηκε σε μία μόνο συνάντηση, όσο και με την προηγούμενη δική του εκδοχή ως προς το χρονικό σημείο κατά το οποίο έλαβαν χώρα τα γεγονότα, δηλαδή εάν προηγήθηκαν ή ακολούθησαν της εξασφάλισης της πολεοδομικής άδειας.

Τα προαναφερόμενα, βεβαίως, αφ’ εαυτών δεν δικαιολογούν κρίση του Δικαστηρίου ότι η μαρτυρία της ΜΕ2 είναι αναξιόπιστη. Επισημαίνονται, ωστόσο, καθότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στο γεγονός ότι η ΜΕ2 ουδέποτε προσδιόρισε ρητά και με σαφήνεια το χρονικό σημείο κατά το οποίο έλαβε χώρα η φερόμενη συνάντησή της με τον Εναγόμενο, ζήτημα το οποίο, ως προαναφέρθηκε, αποτέλεσε αντικείμενο τόσο των ισχυρισμών του ΜΕ1 όσο και της σχετικής υποβολής του συνηγόρου της Ενάγουσας κατά την αντεξέταση του Εναγομένου. Η παράλειψη αυτή της ΜΕ2, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως άνευ αξιολογικής σημασίας, καθότι ο ακριβής χρόνος της εν λόγω συνάντησης συνδέεται άμεσα με τη χρονική ακολουθία των γεγονότων που προβάλλονται από την Ενάγουσα. Αντιθέτως, το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, εφόσον, όπως προκύπτει από τη σφραγίδα της αρμόδιας Πολεοδομικής Αρχής επί της κάτοψης του τρίτου ορόφου, Τεκμήριο 15, η σχετική έγκριση χορηγήθηκε στις 09/12/2011, ενώ, σύμφωνα με την υπόθεση της Ενάγουσας, η Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, υπογράφηκε σχεδόν ένα έτος αργότερα, στις 25/11/2012. Περαιτέρω, κατά το Προοίμιο της εν λόγω Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1 (παράγραφος Γ), ο Εναγόμενος είχε ήδη συμφωνήσει και μονογράψει τα σχετικά σχέδια, τα οποία, μολονότι αναφέρεται ότι επισυνάπτονται στη σύμβαση, δεν περιλαμβάνονται σε αυτήν. Υπό το πρίσμα των πιο πάνω, ο ακριβής χρόνος της φερόμενης συνάντησης της ΜΕ2 με τον Εναγόμενο δεν αποτελεί επουσιώδη ή δευτερεύουσα λεπτομέρεια, αλλά κρίσιμο πραγματικό περιστατικό για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των σχετικών ισχυρισμών της και της μεταξύ τους χρονικής και πραγματικής συνοχής. Η παράλειψή της αυτή εγείρει ευλόγως, στο πλαίσιο αξιολόγησης της αξιοπιστίας της μαρτυρίας της, ζήτημα ως προς το κατά πόσο η μη αναφορά του συγκεκριμένου χρονικού σημείου ήταν, ως και προελέχθη, τυχαία ή εξυπηρετούσε συγκεκριμένη σκοπιμότητα. Ειδικότερα, ανακύπτει το ερώτημα κατά πόσο η μαρτυρία της ΜΕ2 παρέμεινε ανεπηρέαστη από τη μακροχρόνια επαγγελματική σχέση συνεργασίας που διατηρεί με τον ΜΕ1 και την Ενάγουσα, στο πλαίσιο της οποίας παρέχει επαγγελματικές υπηρεσίες έναντι αμοιβής. Το ζήτημα αυτό τέθηκε ενώπιόν της κατά την αντεξέτασή της από τον συνήγορο του Εναγομένου, θέση την οποία η ΜΕ2 κλήθηκε να σχολιάσει και επί της οποίας τοποθετήθηκε, όπως έχει ήδη αναφερθεί και αξιολογηθεί.

Κατόπιν αξιολόγησης της μαρτυρίας της ΜΕ2, υπό το φως και των προαναφερόμενων αποτυπωθεισών παρατηρήσεων, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτή δεν διαθέτει την απαιτούμενη αξιοπιστία, ώστε να αποτελέσει ασφαλές αποδεικτικό υπόβαθρο επί του οποίου θα μπορούσαν να στηριχθούν συμπεράσματα ως προς τα επίδικα πραγματικά περιστατικά και ζητήματα. Κατά συνέπεια, με εξαίρεση τα γεγονότα που είναι παραδεκτά, αντικειμενικώς μη αμφισβητούμενα ή προκύπτουν κατά τρόπο αναντίλεκτο από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, η μαρτυρία της απορρίπτεται.

ΜΕ1, Πέτρος Σάββα.

Καταθέτοντας, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι ο βασικός ισχυρισμός του και η όλη βάση και ουσία της παρούσας Αγωγής της Ενάγουσας, καθώς και των αξιώσεων που προβάλλει εναντίον του Εναγομένου, είναι ότι στις 25/11/2012 η Ενάγουσα συνήψε σύμβαση με τον Εναγόμενο για την αγορά του επίδικου Διαμερίσματος, η οποία αποτελεί το Τεκμήριο 1, ήτοι την πιο πάνω αναφερόμενη Σύμβαση της 25/11/2012. Ο ισχυρισμός αυτός ήταν άλλωστε εξ αρχάς ο δικογραφημένος ισχυρισμός της Ενάγουσας στην Έκθεση Απαίτησής της και προκύπτει από την παράγραφο 4 αυτής.

Ήταν συναφώς η θέση του ΜΕ1 ότι ο Εναγόμενος, κατά παράβαση του όρου 4 της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, ο οποίος προέβλεπε το χρονοδιάγραμμα καταβολής του συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης, ύψους €546.000 (συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. 15%), παρέλειψε να καταβάλει την προβλεπόμενη προκαταβολή ύψους €163.000.

Ενώπιον του Δικαστηρίου, σε σχέση με την ανωτέρω προβαλλόμενη παράβαση του Εναγομένου, τέθηκε επιστολογραφία μεταξύ των συνηγόρων της Ενάγουσας και του Εναγομένου ή μεταξύ των συνηγόρων της Ενάγουσας και των συνηγόρων του Εναγομένου, η οποία φέρεται να αφορά τα επίδικα γεγονότα και ζητήματα της παρούσας Αγωγής και σχετίζεται με τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς του ΜΕ1. Πρόκειται για τις επιστολές που ανταλλάχθηκαν κατά την περίοδο από Μάιο 2013 έως Ιανουάριο 2014 και τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά χρονολογική σειρά, ως Τεκμήρια 4, 5, 7, 17, 8, 11, 10 και 9. Δεν αμφισβητήθηκε από τους διαδίκους ότι οι εν λόγω επιστολές ανταλλάχθηκαν μεταξύ των συνηγόρων της Ενάγουσας και του Εναγομένου ή μεταξύ των συνηγόρων της Ενάγουσας και των συνηγόρων του Εναγομένου, ούτε η γνησιότητα αυτών. Σχετική είναι, εξάλλου, η προαναφερόμενη δήλωση παραδεκτών γεγονότων, όπως αυτή αποτυπώνεται στα Έγγραφα ΠΓ1 και ΠΓ2.

Όπως προκύπτει από την εν λόγω επιστολογραφία και ειδικότερα από την επιστολή ημερομηνίας 21/05/2013, Τεκμήριο 4, η οποία απεστάλη από την Ε. Νεοφύτου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. εκ μέρους της Ενάγουσας προς τον Εναγόμενο, με επίκληση σύμβασης ημερομηνίας 22/12/2012, αντίγραφο της οποίας επισυναπτόταν στην εν λόγω επιστολή, ο Εναγόμενος καλείτο όπως συμμορφωθεί εντός προθεσμίας 15 ημερών από την παραλαβή της, με τις πρόνοιες και τους όρους της εν λόγω σύμβασης. Περαιτέρω, δηλωνόταν ότι σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσής του, θα λαμβάνονταν τα δέοντα δικαστικά μέτρα λόγω παράβασης των προνοιών της ως άνω σύμβασης.

Η Σύμβαση της 22/12/2012, όπως αποτυπώνεται και στη προειρημένη δήλωση παραδεκτών γεγονότων, Έγγραφο ΠΓ1, αποτελεί παραδεκτό μεταξύ των διαδίκων έγγραφο και τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο 2. Από την εξέταση του περιεχομένου της, προκύπτει ότι πρόκειται για έγγραφο απαράλλακτο, ως προς το περιεχόμενό του, με τη Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, πλην της αναγραφόμενης σε εκάστη ημερομηνίας κατάρτισής της.   

Σε ό,τι αφορά την ανωτέρω επιστολή ημερομηνίας 21/05/2013, Τεκμήριο 4, η οποία απεστάλη από την Ε. Νεοφύτου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. εκ μέρους της Ενάγουσας προς τον Εναγόμενο, είναι παραδεκτό μεταξύ των διαδίκων ότι κατ’ εντολή του Εναγομένου απεστάλη από τη Χρίστος Πατσαλίδης Δ.Ε.Π.Ε. σχετική επιστολή απάντησης. Δια της εν λόγω επιστολής, ο Εναγόμενος αρνείτο ότι είχε προσέλθει σε οποιαδήποτε σύμβαση με την Ενάγουσα αναφορικά με το επίδικο Διαμέρισμα, καθώς και ότι είχε θέσει την υπογραφή του επί της Σύμβασης της 22/12/2012, Τεκμήριο 2. Προς υποστήριξη της θέσης αυτής, προβαλλόταν, αφενός, ότι τέτοιο γεγονός αποκλειόταν να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, καθότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Εναγόμενος απουσίαζε στο εξωτερικό και, ως εκ τούτου, η υπογραφή και κατάρτιση της εν λόγω Σύμβασης της 22/12/2012, Τεκμήριο 2 θα ήταν αδύνατη. Περαιτέρω, σε σχέση με την κατάρτιση, κυκλοφορία και χρήση της εν λόγω Σύμβασης της 22/12/2012, Τεκμήριο 2, καθώς και την επιδίωξη της Ενάγουσας, βάσει αυτής, για αποκόμιση κέρδους, προβαλλόταν ο ισχυρισμός περί ενδεχόμενης διάπραξης ποινικών αδικημάτων από την Ενάγουσα ή/και τον ΜΕ1, ο οποίος φερόταν και φωτογραφιζόταν ως πρόσωπο συνδεόμενο «συγγενικά» με τον Εναγόμενο. Με την ίδια επιστολή ζητείτο η ανάκληση της σχετικής απαίτησης, άλλως δηλωνόταν ότι το ζήτημα θα καταγγελλόταν από τον Εναγόμενο στην Αστυνομία. 

Των προαναφερόμενων επιστολών ακολούθησε η επιστολή ημερομηνίας 04/11/2013, Τεκμήριο 7, η οποία, κατ’ εντολή της Ενάγουσας, απεστάλη στον Εναγόμενο, αυτή την φορά από τον δικηγόρο κ. Χρίστο Τριανταφυλλίδη. Με την εν λόγω επιστολή γινόταν εκ νέου αναφορά στη Σύμβαση της 22/12/2012, Τεκμήριο 2, και τίθετο ειδικότερα το ζήτημα της, κατά την Ενάγουσα, παράβασης από πλευράς του Εναγομένου του όρου 4 αυτής, λόγω μη καταβολής του ποσού των €163.000, το οποίο προβλεπόταν ως προκαταβολή. Περαιτέρω, δια της ίδιας επιστολής, η Ενάγουσα δήλωνε ότι καθιστούσε τον χρόνο καταβολής του εν λόγω ποσού ουσιώδη και έθετε προς τούτο προθεσμία συμμόρφωσης μέχρι τις 18/11/2013. Σε διαφορετική περίπτωση, αναφερόταν ότι η Ενάγουσα θα προχωρούσε σε τερματισμό της Σύμβασης της 22/12/2012, Τεκμήριο 2 και σε διεκδίκηση των νόμιμων αποζημιώσεών της. 

Της εν λόγω επιστολής του δικηγόρου κ. Χρίστου Τριανταφυλλίδη ημερομηνίας 04/11/2013, Τεκμήριο 7, η οποία απεστάλη κατ’ εντολή της Ενάγουσας, ακολούθησε η απαντητική επιστολή της Χρίστος Πατσαλίδης Δ.Ε.Π.Ε. ημερομηνίας 11/11/2013, Τεκμήριο 17, η οποία απεστάλη κατ’ εντολή του Εναγομένου. Με την εν λόγω επιστολή, γινόταν αναφορά στην προηγούμενη επιστολή της Ενάγουσας ημερομηνίας 21/05/2013, Τεκμήριο 4, η οποία αφορούσε το ίδιο ουσιαστικά ζήτημα και επαναλαμβάνονταν, κατά βάση, οι θέσεις του Εναγομένου αναφορικά με τα ζητήματα που είχαν ήδη τεθεί με την επιστολή της Χρίστος Πατσαλίδης Δ.Ε.Π.Ε. ημερομηνίας 27/05/2013, Τεκμήριο 5. Περαιτέρω, αναφερόταν, προς ενημέρωση της Ενάγουσας και σε συνέχεια των προηγούμενων ισχυρισμών του, ότι ο Εναγόμενος είχε ήδη προβεί σε καταγγελία της υπόθεσης στην Αστυνομία.

Κατόπιν, και μόλις τρεις ημέρες αργότερα, ο δικηγόρος κ. Χρίστος Τριανταφυλλίδης, ενεργώντας κατ’ εντολή της Ενάγουσας, απέστειλε προς τον Εναγόμενο την επιστολή ημερομηνίας 14/11/2013, Τεκμήριο 8. Με την εν λόγω επιστολή αναφερόταν ότι η αναγραφή της Σύμβασης της 22/12/2012, Τεκμήριο 2 και, συνακόλουθα, η σχετική αναφορά σε αυτήν στην προηγούμενη επιστολή ημερομηνίας 04/11/2013, Τεκμήριο 7, είχε γίνει εκ παραδρομής και ότι η σχετική απαίτηση της Ενάγουσας αφορούσε, αντιθέτως, τη Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1. Με αυτή την επιστολή, επαναλαμβάνονταν ουσιαστικά οι θέσεις της Ενάγουσας και τίθετο ειδικότερα το ζήτημα της, κατά την Ενάγουσα, παράβασης από πλευράς του Εναγομένου του όρου 4, αυτή την φορά, της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, λόγω μη καταβολής του ποσού των €163.000 το οποίο προβλεπόταν ως προκαταβολή. Περαιτέρω, η Ενάγουσα δήλωνε ότι καθιστούσε τον χρόνο καταβολής του εν λόγω ποσού ουσιώδη και έθετε προς τούτο προθεσμία συμμόρφωσης μέχρι τις 25/11/2013. Σε διαφορετική περίπτωση, αναφερόταν ότι θα προχωρούσε σε τερματισμό της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1 και σε διεκδίκηση των νόμιμων αποζημιώσεών της.

Σε συνέχεια, και κατά χρονολογική σειρά, τίθεται η επιστολή του δικηγόρου κ. Χρίστου Τριανταφυλλίδη ημερομηνίας 19/11/2013, Τεκμήριο 11, η οποία απευθύνεται προς τη Χρίστος Πατσαλίδης Δ.Ε.Π.Ε. Με την εν λόγω επιστολή και σε συνέχεια της προηγούμενης επιστολής του προς τον Εναγόμενο ημερομηνίας 14/11/2013, Τεκμήριο 8, διαβιβαζόταν, κατόπιν σχετικού αιτήματος της Χρίστος Πατσαλίδης Δ.Ε.Π.Ε., ως εσωκλειόμενο, αντίγραφο της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1.

Η Χρίστος Πατσαλίδης Δ.Ε.Π.Ε., ενεργώντας κατ’ εντολή του Εναγομένου, επανήλθε, περίπου ένα μήνα αργότερα, με την επιστολή ημερομηνίας 11/12/2013, Τεκμήριο 10 προς τον δικηγόρο κ. Χρίστο Τριανταφυλλίδη. Με την εν λόγω επιστολή, η οποία είχε ρητά απαντητικό χαρακτήρα σε σχέση με την επιστολή του τελευταίου ημερομηνίας 14/11/2013, Τεκμήριο 8 προς τον Εναγόμενο, γινόταν ειδική αναφορά στην προηγούμενη επιστολή ημερομηνίας 21/05/2013, Τεκμήριο 4 η οποία είχε αποσταλεί από την Ε. Νεοφύτου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. εκ μέρους της Ενάγουσας προς τον Εναγόμενο και η οποία εδραζόταν στη Σύμβαση της 22/12/2012, Τεκμήριο 2. Με την ίδια επιστολή υπογραμμιζόταν ότι η Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, είχε, κατά τη θέση του Εναγομένου, «εμφανιστεί» «δια μαγείας και από το πουθενά» από πλευράς της Ενάγουσας. Περαιτέρω, επαναλαμβανόταν η θέση του Εναγομένου ότι ουδέποτε είχε προσέλθει σε σύμβαση με την Ενάγουσα για την αγορά του επίδικου Διαμερίσματος, ειδικότερα δυνάμει της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, ούτε είχε θέσει την υπογραφή του σε αυτήν και ως εκ τούτου, δεν υφίστατο οποιαδήποτε υποχρέωσή του προς καταβολή του αξιούμενου ποσού των €163.000 ή οποιουδήποτε άλλου ποσού. Περαιτέρω, επαναλαμβανόταν η θέση του Εναγομένου, αυτή την φορά σε σχέση με την κατάρτιση, κυκλοφορία και χρήση της εν λόγω Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, καθώς και την επιδίωξη της Ενάγουσας για αποκόμιση κέρδους, ότι υφίστατο ζήτημα ενδεχόμενης διάπραξης ποινικών αδικημάτων από πλευράς της Ενάγουσας. Παράλληλα, γινόταν αναφορά στο γεγονός ότι ο Εναγόμενος είχε ήδη προβεί σε καταγγελία σχετικής υπόθεσης στην Αστυνομία.

Τελικά, απεστάλη η επιστολή του δικηγόρου κ. Χρίστου Τριανταφυλλίδη ημερομηνίας 08/01/2014, Τεκμήριο 9 προς τον Εναγόμενο, κατ’ εντολή της Ενάγουσας. Με την εν λόγω επιστολή και με αναφορά στη Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, αναφερόταν ότι λόγω της παράλειψης συμμόρφωσης του Εναγομένου με την απαίτηση που του είχε τεθεί μέσω της επιστολής του δικηγόρου της ημερομηνίας 14/11/2013, Τεκμήριο 8, η Ενάγουσα προχωρούσε, με άμεση ισχύ, στον τερματισμό της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, επιφυλασσόμενη παντός νόμιμου δικαιώματός της.

Ο ΜΕ1, παρά το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της κυρίως εξέτασής του, οι διάδικοι, μέσω των συνηγόρων τους, ως και προελέχθη, στις 29/09/2025, προέβησαν σε παραδοχές γεγονότων και εγγράφων ως προς τη σχετικότητά τους, όπως αυτά αποτυπώνονται στα προαναφερόμενα Έγγραφα ΠΓ1 και ΠΓ2, αντίστοιχα, στα οποία περιλαμβάνεται αναφορά στην ανωτέρω επιστολογραφία, δεν αναφέρθηκε κατά την κυρίως εξέτασή του στο γεγονός της ύπαρξης αμφότερων των Συμβάσεων, ήτοι της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1 και της Σύμβασης της 22/12/2012, Τεκμήριο 2. Οι δύο αυτές Συμβάσεις, όπως έχει ήδη αναφερθεί, παρουσιάζουν απαράλλακτο περιεχόμενο, με διαφοροποίηση μόνο ως προς την αναγραφόμενη ημερομηνία τους.

Κατά την αντεξέτασή του από τον συνήγορο του Εναγομένου, ο ΜΕ1 ερωτήθηκε σχετικά με το πιο πάνω ζήτημα, όπως προκύπτει από τα ακόλουθα αποσπάσματα των πρακτικών της δίκης ημερομηνίας 24/10/2025 και έδωσε τις ακόλουθες απαντήσεις, οι οποίες, ως θα εξεταστεί κατωτέρω, εγείρουν ζητήματα αναφορικά με την αξιοπιστία της μαρτυρίας του επί του συγκεκριμένου θέματος:

«E.    Κύριε μάρτυς, ο Eρρίκος Νεοφύτου ήταν δικηγόρος σου το 2013;

A.       Δεν θυμάμαι, ήταν κάποια στιγμή δικηγόρος μου ναι.

E.       Συμφωνείς ότι έστειλε επιστολή στον Εναγόμενο 21/5 με την οποία τον καλούσε να καταβάλει στην εταιρεία σου το ποσό των 163 χιλιάδων δυνάμει πωλητηρίου ημερομηνίας 22/12/22 συμφωνείς έννεν;

κος Μιχαηλίδης: Όχι του '22, του '12.

Ο κος Τσάρκατζιης συνεχίζει:

E.       Του '12 συμφωνείς;

A.       Συμφωνώ γιατί ήταν μια νέα χαρτοσήμανση του συμβολαίου κάποιες φορές όταν δεν χαρτοσημαίνεται το συμβόλαιο και περάσουν μέρες υπάρχει penalty και κάνουμε νέο για να μην κάνουμε επιπρόσθετα χαρτόσημα στον Έφορο.

(…)

E.       Τούτο το πωλητήριο 22/12/12 γνωρίζεις αν κατατέθηκε στο κτηματολόγιο;

A.       Δεν θυμάμαι.

E.       Εν θα το ήξερες;

A.       Δεν θυμάμαι αλλά αντιλαμβάνεστε τόσα χρόνια μετά να θυμούμαι; Πρέπει να κάνω search να το δω.

E.       Αν κατατέθηκε και το σήκωσε ο Δώρος θα ήταν μέχρι σήμερα κατατεθειμένο άρα θα το ήξερες;

A.       Δεν μπορώ να θυμάμαι μετά από τόσα χρόνια.

(…)

E.       Δέστε το κύριε μάρτυς.

(Υποδεικνύεται στον μάρτυρα το Τεκμήριο 2)

E.       Και πέστε μου είναι η υπογραφή σας στο τέλος;

A.       Βεβαίως.

E.       Αφορά έργο και διαμέρισμα της Ενάγουσας;

A.       Ναι, το 309, Αδαμαντία 20.

E.       Άρα ναι;

A.       Ναι, είναι η υπογραφή μου και στο συγκεκριμένο διαμέρισμα με άλλη ημερομηνία.

E.       Άρα θέλω να μας πεις εκτός από την ημερομηνία μπορώ να έχω και το συμβόλαιο 25/11;

Δικαστήριο: Το Τεκμήριο 1.

(Υποδεικνύεται στον μάρτυρα το Τεκμήριο 1)

Ο κος Τσάρκατζιης συνεχίζει:

E.       Θέλω να μας πεις εκτός από την ημερομηνία λοιπόν, αν εντοπίζεις οποιαδήποτε άλλη διαφορά ανάμεσα στα δύο συμβόλαια;

A.       Συγγνώμη δεν είμαι Αστυνομικός.

E.       Οι αστυνομικοί εντοπίζουν τις διαφορές;

Δικαστήριο: Αν εντοπίζει ή αν γνωρίζει πού υπάρχουν διαφορές; Αυτό είναι το ερώτημα;

Ο κος Τσάρκατζιης συνεχίζει:

E.       Υπάρχουν διαφορές μεταξύ των δύο συμβολαίων; Να σε βοηθήσω κύριε μάρτυς, αφορούσαν και τα δύο συμβόλαια τα ίδια μέρη, σωστά;

A.       Ναι.

E.       Το ίδιο διαμέρισμα;

A.       Ναι.

E.       Την ίδια πολυκατοικία;

A.       Ναι.

E.       Το ίδιο ποσό με διαφορετική ημερομηνία μόνο ναι;

A.       Ναι.

E.       Και σε ρωτώ, εν δυνατό ο Εναγόμενος να αγοράσει δύο φορές το ίδιο διαμέρισμα;

A.       Όχι. Όμως με τον Εναγόμενο είχαμε άριστες σχέσεις μέχρι εκείνη τη στιγμή και μπορούσε να μου υπογράφει και για σκοπούς χαρτοσήμανσης και διότι οι δοσοληψίες μας ήταν άριστες κάποτε και σε τέτοιο σημείο που μοιραζόμασταν το σπίτι μου όταν έλειπα να πηγαίνει.

(…)

E.       Και σε ρωτώ κύριε μάρτυς, πώς γίνεται να αξιώνεται το ποσό των 163 χιλιάδων από δύο διαφορετικούς δικηγόρους βασιζόμενοι στο ίδιο πωλητήριο και στη συνέχεια να αξιώνεται το ίδιο ποσό δυνάμει άλλου πωλητηρίου εγγράφου, ημερομηνίας 25/11/12;

A.       Έγινε το πωλητήριο 25/11/12 όπως σας είχα πει λόγω των σχέσεων που είχαμε και λόγω της χαρτοσήμανσης που είχε υπήρχε penalty και είχαμε μια νέα ημερομηνία για να μπορέσουμε να τα καταθέσουμε στο κτηματολόγιο που είναι η διαδικασία και γι' αυτό οι δικηγόροι του έστειλαν αυτό οι δικηγόροι, αντί το πρώτο.

(…)

E.       Δηλαδή κύριε μάρτυς για να αντιληφθώ, να σου πω εγώ, σου λέω ότι ούτε το ένα πωλητήριο χαρτοσημάνθηκε, ούτε το άλλο. Κανένα από τα δύο κατατέθηκε στο κτηματολόγιο.

A.       Συμφωνώ.

E.       Και άρα μου λες ότι ισχύει το 25/11 και όχι το 22/12;

A.       Για εμένα ισχύει το 25/11, το πρώτο συμβόλαιο που κάναμε.

(…)

A.       Ναι, είναι το πρώτο και έγινε στο γραφείο μου στη Μακαρίου ενώπιον μαρτύρων.

E.       Στις 22/12 που έγινε;

A.       Μπορεί να υπογράφτηκε και την ίδια μέρα στο γραφείο μου με το άλλο για σκοπούς χαρτοσήμανσης όπως σας είπα διότι δεν θυμάμαι με τον Δώρο τον τότε καιρό είχαμε σχέσεις καλές.

E.       Υπογράφτηκε ότι ήταν για σκοπούς χαρτοσήμανσης αλλά δεν χαρτοσημάνθηκε;

A.       Στο τέλος ναι.».

Από την ανωτέρω μαρτυρία του ΜΕ1 πρέπει, κατ’ αρχάς, να καταγραφεί η προσπάθεια που έγινε αντιληπτό ότι κατέβαλε, όπως αυτή αποτυπώνεται και στα πρακτικά, να μην αποδεχθεί ευθαρσώς ότι η Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1 και η Σύμβαση της 22/12/2012, Τεκμήριο 2 ήταν, με εξαίρεση την ημερομηνία κατάρτισής τους, απαράλλακτες ως προς το περιεχόμενό τους. Κατά την προσπάθειά του αυτή, ήταν έκδηλα αμήχανος, όπως αυτό έγινε εμφανές από τις μη λεκτικές εκφράσεις του, ενώ η ίδια αμηχανία αποτυπώθηκε και στις απαντήσεις που έδωσε. Τελικά, αποδέχθηκε το εμφανές, ήτοι ένα γεγονός που αποτελούσε αντικειμενικά διαπιστώσιμο στοιχείο από τη σύγκριση των δύο εγγράφων, καθότι, όπως περαιτέρω έγινε αντιληπτό, αντιλαμβανόταν ότι η μη ρητή αποδοχή του γεγονότος αυτού θα έπληττε την αξιοπιστία του. Τούτο, δεδομένου ότι το ζήτημα το οποίο ο ίδιος είχε αποφύγει να αναφέρει κατά την κυρίως εξέτασή του, ήτοι η συνύπαρξη των δύο πιο πάνω Συμβάσεων, ετίθετο πλέον ευθέως κατά την αντεξέτασή του ως ζήτημα το οποίο, όπως διαφαινόταν, δεν μπορούσε να αποφύγει.

Τελικά, ο ΜΕ1 προσπάθησε να δικαιολογήσει το γεγονός, διασυνδέοντάς το με την εκ του Νόμου υποχρέωση χαρτοσήμανσης της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, και την επιβολή τελών λόγω καθυστέρησης συμμόρφωσης προς την εν λόγω απαίτηση του Νόμου, προβάλλοντας ότι η Σύμβαση της 22/12/2012, Τεκμήριο 2, λόγω της μεταγενέστερης ημερομηνίας της, εξυπηρετούσε τον σκοπό αυτό. Ήτοι, κατά τον ισχυρισμό του, λόγω της πολύ καλής σχέσης και της σχέσης εμπιστοσύνης που υπήρχε κατά τον ουσιώδη χρόνο μεταξύ του ιδίου και του Εναγομένου, είχαν υπογράψει, ο ίδιος υπό την ιδιότητά του ως διευθυντής της Ενάγουσας και ο Εναγόμενος, την ίδια ακριβώς σύμβαση, με διαφορετική όμως ημερομηνία. Δικαιολογία η οποία, ωστόσο, σημειώνεται, δεν συνάδει με το περιεχόμενο των πιο πάνω αναφερόμενων επιστολών που απεστάλησαν από τον δικηγόρο της Ενάγουσας κατά το προδικαστικό στάδιο, προφανώς κατ’ εντολήν του, ως του μοναδικού διευθυντή της, ούτε και το επεξηγεί επαρκώς, καθότι, ακόμη και υπό την εκδοχή που προωθήθηκε από τον ΜΕ1 περί ύπαρξης δύο ταυτόσημων συμβάσεων με διαφορετική μόνο ημερομηνία, η αναφορά στις επιστολές αυτές σε συγκεκριμένα στοιχεία σύμβασης δεν θα μπορούσε να αποδοθεί απλώς σε λάθος κατά την αναγραφή, χωρίς περαιτέρω εξήγηση ως προς το πώς και γιατί προέκυψε η συγκεκριμένη αναφορά.

Ερωτηθείς, όπως αποτυπώνεται ανωτέρω στα πρακτικά της δίκης, εάν τελικά πραγματοποιήθηκε η χαρτοσήμανση της Σύμβασης της 22/12/2012, Τεκμήριο 2 και εάν αυτή κατατέθηκε στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, παραδόξως, δεδομένου ότι η θέση του ήταν πως έγκυρη ήταν η Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1 και όχι η Σύμβαση της 22/12/2012, Τεκμήριο 2, απάντησε ότι δεν μπορούσε να θυμάται, εφόσον είχαν παρέλθει τόσα χρόνια από τα επίδικα γεγονότα. Τούτο δε, ακόμη και όταν ο συνήγορος του Εναγομένου αναφέρθηκε στο ενδεχόμενο η Σύμβαση της 22/12/2012, Τεκμήριο 2, να ήταν μέχρι και σήμερα κατατεθειμένη στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, ιδίως δε από τη στιγμή που ο ίδιος, κατά την κυρίως εξέτασή του, προωθούσε τον ισχυρισμό ότι, μετά την πάροδο κάποιου χρόνου (έγινε αναφορά στο έτος 2015), προχώρησε στην πώληση του επίδικου Διαμερίσματος σε τρίτο πρόσωπο, κάτι το οποίο, αντικειμενικά και υπό τις περιστάσεις, θα ήταν πρακτικά αδύνατο εάν, είτε η Σύμβαση της 22/12/2012, Τεκμήριο 2, είτε η Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, ήταν κατατεθειμένη στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ως επιβάρυνση, για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης.

Έγινε αντιληπτό ότι ο ΜΕ1 τελούσε, κατά την προβολή του εν λόγω ισχυρισμού, και πάλι σε προφανή αμηχανία, αντιλαμβανόμενος ότι η απάντησή του, εναλλακτική της οποίας προφανώς δεν είχε διαθέσιμη, δύσκολα θα μπορούσε να μην διερευνηθεί περαιτέρω ή και ευλόγως να γίνει αποδεκτή, εφόσον προφανώς επικαλείτο μία κατάσταση προς δικαιολόγηση του γεγονότος, η οποία ουδέποτε πραγματοποιήθηκε, και αφορούσε γεγονός το οποίο μπορούσε εύλογα, εύκολα και μέσω ανεξάρτητης πηγής, να διαπιστωθεί προς αντίκρουση του. Η θέση αμηχανίας αυτή του ΜΕ1 και η συνεπακόλουθη σύγχυση του, τον οδήγησε ακολούθως σε εμφανή ανακολουθία, η οποία κατέληξε σε αντίφαση, καθότι, όχι πολύ αργότερα κατά την αντεξέτασή του, όταν του υποβλήθηκε ότι, ούτε η Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, ούτε η Σύμβαση της 22/12/2012, Τεκμήριο 2, χαρτοσημάνθηκαν ή κατατέθηκαν τελικά στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, συμφώνησε. 

Υπάρχει, βεβαίως, σε σχέση με τα προαναφερόμενα και την πιο πάνω παρατεθείσα μαρτυρία του ΜΕ1 και η δυσχέρεια που ανακύπτει από τον ισχυρισμό του ότι η Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1 και η Σύμβαση της 22/12/2012, Τεκμήριο 2, πολύ πιθανόν υπογράφηκαν στο γραφείο του την ίδια ημέρα, ήτοι στις 25/11/2012. Ο ισχυρισμός αυτός εγείρει το εύλογο ερώτημα, ποια ήταν η ανάγκη να υπογραφεί και η Σύμβαση της 22/12/2012, Τεκμήριο 2 και να φέρει ως ημερομηνία την 22/12/2012, δηλαδή ημερομηνία περίπου ενός μηνός μεταγενέστερη, από τη στιγμή που, σύμφωνα πάντοτε με τον ίδιο, οι σχέσεις του με τον Εναγόμενο ήταν τόσο καλές. Υπό τα δεδομένα αυτά και ενόψει του επιδιωκόμενου σκοπού, η Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, θα μπορούσε απλώς να είχε παραμείνει ατελής ως προς την ημερομηνία, ώστε αυτή να συμπληρωθεί κατά τον χρόνο της χαρτοσήμανσής της ενόψει της κατάθεσής της στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Η εκδοχή αυτή εμφανίζεται, εκ πρώτης όψεως, περισσότερο συμβατή με την επικαλούμενη επιδίωξη, από την εκδοχή ότι και οι δύο Συμβάσεις υπογράφηκαν την ίδια ημέρα και ώρα, αλλά έφεραν διαφορετικές ημερομηνίες. Περαιτέρω, δεν καθίσταται ευχερώς αντιληπτό με ποιον τρόπο η επιλογή να τεθεί στη δεύτερη σύμβαση, ήτοι στη Σύμβαση της 22/12/2012, Τεκμήριο 2, ως ημερομηνία η 22/12/2012, εξυπηρετούσε, κατά τους ισχυρισμούς του ΜΕ1, την τυχόν καθυστέρηση της κατάθεσής της στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, όταν ο χρόνος αυτός είχε, σύμφωνα με τους ίδιους ισχυρισμούς, προαποφασισθεί να είναι περίπου ένας μήνας αργότερα. Ούτε προκύπτει από τους ισχυρισμούς του ΜΕ1, ούτε από άλλη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, οποιαδήποτε εύλογη εξήγηση για την επιλογή της συγκεκριμένης ημερομηνίας, η οποία, μάλιστα, συνέπιπτε με την περίοδο των εορτών των Χριστουγέννων και, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα μπορούσε να δυσχεράνει τις σχετικές διαδικασίες και προθεσμίες, αντί να τις διευκολύνει. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η εξήγηση που προβάλλει ο ΜΕ1 προς υποστήριξη του υπό εξέταση ισχυρισμού του, δεν εμφανίζεται να δικαιολογεί επαρκώς την επιλογή αυτή, ιδίως εφόσον, όπως ήδη προαναφέρθηκε, ούτε η Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, ούτε η Σύμβαση της 22/12/2012, Τεκμήριο 2, χαρτοσημάνθηκαν ή κατατέθηκαν στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας.

Το ουσιώδες, ωστόσο, που αναδεικνύει την ανειλικρίνεια του ισχυρισμού του ΜΕ1, προκύπτει όταν κάποιος ανατρέξει στις διατάξεις του σχετικού, κατά τον επίδικο χρόνο, ισχύοντος περί Χαρτοσήμων Νόμου του 1963, Νόμος 19/1963. Ειδικότερα, το Άρθρο 20(α) αυτού, προνοεί ότι έγγραφο το οποίο υπόκειται σε τέλος χαρτοσήμου, σύμφωνα με το Άρθρο 4, και το οποίο δεν χαρτοσημάνθηκε κατά ή πριν από την υπογραφή του, όπως προνοεί το Άρθρο 19, μπορεί εντός 30 ημερών από την υπογραφή του να χαρτοσημανθεί εκπρόθεσμα, χωρίς την πληρωμή οποιουδήποτε άλλου ποσού ως προστίμου, πέραν του οφειλόμενου τέλους χαρτοσήμανσης. Είναι μετά την πάροδο της περιόδου αυτής των 30 ημερών που, σύμφωνα και με τις υπόλοιπες πρόνοιες του Άρθρου 20, η εκπρόθεσμη χαρτοσήμανση επιφέρει, πέραν του τέλους χαρτοσήμου και την επιβολή του προβλεπόμενου από τον Νόμο 19/1963, προστίμου. Συνεπώς, ο πιο πάνω ισχυρισμός του ΜΕ1 ότι η Σύμβαση της 22/12/2012, Τεκμήριο 2, υπογράφηκε στις 25/11/2012, όταν η Ενάγουσα και ο Εναγόμενος υπέγραφαν τη Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, δηλαδή, ότι τέθηκε ως νέα ημερομηνία, η ημερομηνία των 28 ημερών μετά, «γιατί ήταν μια νέα χαρτοσήμανση του συμβολαίου, κάποιες φορές όταν δεν χαρτοσημαίνεται το συμβόλαιο και περάσουν μέρες υπάρχει penalty και κάνουμε νέο για να μην κάνουμε επιπρόσθετα χαρτόσημα στον Έφορο», δυσκολεύεται, και από νομικής πλευράς, να γίνει πιστευτός ως ισχυρισμός ανταποκρινόμενος στην πραγματικότητα.   

Ως προς τα προαναφερόμενα, σημειώνεται περαιτέρω, στον βαθμό που αυτό μπορεί πλέον να έχει σημασία υπό τις περιστάσεις, και ειδικότερα ως προς την αξιοπιστία του ΜΕ1 αναφορικά με τα πιο πάνω γεγονότα στα οποία κατέθεσε, ότι, παρά το γεγονός ότι ο Εναγόμενος, με τις παραγράφους 5─11 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, επικαλέστηκε τη συνύπαρξη των δύο πιο πάνω Συμβάσεων, η Ενάγουσα, της οποίας ο ΜΕ1, ως διευθυντής και μέτοχος, μπορεί να λεχθεί ότι τεκμαίρεται πως αποτελεί και την πηγή και τον εκφραστή των δικογραφημένων ισχυρισμών της, με την Έκθεση Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση που καταχώρισε, σε σχέση με τους πιο πάνω ισχυρισμούς και το σχετικό ζήτημα, πέραν της γενικής άρνησής τους και του χαρακτηρισμού τους ως «ψευδών, κακόβουλων, παραπλανητικών, αναληθών, ανυπόστατων και/ή μη ανταποκρινόμενων προς την αλήθεια και ως εκ των υστέρων εφεύρηματός του Εναγομένου για να αποφύγει τις υποχρεώσεις και τις ευθύνες του έναντι της Ενάγουσας», δεν προέβαλε κανέναν θετικό ισχυρισμό ως προς τη δικαιολογία που επιχείρησε να προωθήσει κατά την ακρόαση της μαρτυρίας του ο ΜΕ1 και, ιδίως, κατά την αντεξέτασή του, αναφορικά με το ζήτημα της χαρτοσήμανσης της φερόμενης σύμβασης, ώστε η αποτίμησή της από το Δικαστήριο ως εκ των υστέρων επινοήματος, ακόμη και κατά την ακρόαση της υπόθεσης και με την εξέλιξή της, να μην συνιστά απαράδεκτο συλλογισμό ή εύρημα.

Τέλος, ανακύπτει και πρόσθετος προβληματισμός ως προς τη νομική διάσταση του ζητήματος αναφορικά με την επίκληση της εγκυρότητας της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, ως έγκυρη προβάλλεται η προγενέστερη σύμβαση, ήτοι η Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, και όχι η μεταγενέστερη, ήτοι η Σύμβαση της 22/12/2012, Τεκμήριο 2. Μάλιστα, ο ΜΕ1 δεν προσέφερε οποιαδήποτε, έστω, πραγματική δικαιολόγηση της θέσης αυτής υπό τις περιστάσεις που ο ίδιος ισχυρίστηκε, όχι βεβαίως από νομικής απόψεως, αλλά ως προς τα πραγματικά περιστατικά της κατάρτισης των δύο Συμβάσεων, της μη χαρτοσήμανσης και της μη κατάθεσης καμίας εξ αυτών, καθώς και της επίκλησης δικαιωμάτων που απορρέουν από σύμβαση, συνδέοντάς τα πάντοτε με τις ισχυριζόμενες υποχρεώσεις του Εναγομένου και, ιδίως, με την υποχρέωση καταβολής της προκαταβολής, ιδίως ως προς τον χρόνο καταβολής της. 

Στη νομική αυτή διάσταση προστίθεται και η επίκληση ενός φερόμενου γεγονότος, το οποίο, κατά την παραδοχή του ΜΕ1, αφορά ενδεχόμενη παράνομη συνεννόηση μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένου, με σκοπό την αποφυγή της προβλεπόμενης από τον Νόμο 19/1963 υποχρέωσης εμπρόθεσμης καταβολής τελών χαρτοσήμου ή και των σχετικών επιβαρύνσεων σε περίπτωση καθυστέρησης. Η υποχρέωση αυτή αποτελεί μέρος του νομοθετικού πλαισίου που υπηρετεί τη δημόσια πολιτική του κράτους στον τομέα της φορολογίας και της δημοσιονομικής διαχείρισης. Η αποδοχή του συγκεκριμένου ισχυρισμού, χωρίς βεβαίως αυτό να σημαίνει ότι το στοιχείο αυτό, αφ' εαυτού, συνιστά λόγο απόρριψής του ως αναληθούς ─όπως συμβαίνει και με τα λοιπά προαναφερόμενα ζητήματα, τα οποία, επίσης, παρουσιάζουν προβληματισμό λόγω της νομικής τους διάστασης─, θα προϋπέθετε ότι το Δικαστήριο θα δεχόταν ως αληθή πραγματικά περιστατικά τα οποία, σύμφωνα με την ίδια τη μαρτυρία του ΜΕ1, συνιστούν ενδεχόμενη παράβαση της σχετικής νομοθεσίας.

Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός του ΜΕ1 προσκρούει στη λογική των πραγμάτων και αντιμετωπίζει πρόσθετη δυσχέρεια, καθότι από την εξέταση τόσο της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, όσο και της Σύμβασης της 22/12/2012, Τεκμήριο 2, προκύπτει ότι αμφότερες περιέχουν τον ταυτόσημο όρο 11, σύμφωνα με τον οποίο ο Εναγόμενος ήταν εκείνος που, συμβατικά, έφερε την υποχρέωση να μεριμνήσει, με δικά του έξοδα, για τη χαρτοσήμανση της σύμβασης και την κατάθεσή της στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ως επιβάρυνσης, για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Αυτό άλλωστε προνοεί και το σχετικό Άρθρο 29(δ) του πιο πάνω αναφερόμενου Νόμου 19/1963. Υπό τα δεδομένα αυτά, ο ισχυρισμός του ΜΕ1 ότι η μη χαρτοσήμανση οφειλόταν στις καλές σχέσεις του ιδίου με τον Εναγόμενο και αποτελούσε ενέργεια προς εξυπηρέτηση της Ενάγουσας, δεν μπορεί εύκολα να γίνει αποδεκτό ότι ευσταθεί. Ούτε ο ίδιος ο ΜΕ1 προέβαλε οποιονδήποτε ισχυρισμό, ούτε προέκυψε από οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία οποιοδήποτε πραγματικό περιστατικό το οποίο θα μπορούσε εύλογα να υπαγάγει τον υπό εξέταση ισχυρισμό στις διατάξεις του Άρθρου 4 του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου του 2011, Νόμος 81(Ι)/2011, όπως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Όπως συναφώς προέκυψε από τη μαρτυρία του ΜΕ3, η αξιολόγηση της οποίας προπαρατέθηκε, η υποθήκευση του οικοπέδου, επί του οποίου θα ανεγειρόταν η πολυκατοικία, στην οποία θα ανήκε το επίδικο Διαμέρισμα, είχε προηγηθεί, τόσο της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, όσο και της Σύμβασης της 22/12/2012, Τεκμήριο 2.

Περαιτέρω, εύλογο προβληματισμό προκαλεί και το γεγονός ότι, στο πλαίσιο σύμβασης πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας συνολικού τιμήματος €546.000 (περιλαμβανομένου Φ.Π.Α. 15%), αφενός, η συμφωνηθείσα προκαταβολή ύψους €163.000, η οποία αντιστοιχεί περίπου στο 30% του τιμήματος και της οποίας η νομική σημασία, υπό το πρίσμα των ζητημάτων που εξετάζονται στην παρούσα υπόθεση, αναλύεται κατωτέρω, ουδέποτε καταβλήθηκε, και ειδικότερα δεν καταβλήθηκε κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης, ενώ το ζήτημα της καταβολής της τέθηκε από πλευράς της Ενάγουσας για πρώτη φορά μόλις με την προαναφερόμενη επιστολή ημερομηνίας 21/05/2013, Τεκμήριο 4, η οποία απεστάλη εκ μέρους της από την Ε. Νεοφύτου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. προς τον Εναγόμενο, ήτοι σχεδόν έξι μήνες μετά τη σύναψη της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1· και, αφετέρου, ο ίδιος ο Εναγόμενος ουδέποτε προέβη στη χαρτοσήμανση, είτε της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, είτε της Σύμβασης της 22/12/2012, Τεκμήριο 2, ούτε στην κατάθεση οποιασδήποτε εκ των δύο στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ως επιβάρυνσης, για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης και προς διασφάλιση των συμβατικών του δικαιωμάτων.

Τα ανωτέρω, βεβαίως, αναφέρονται παρενθετικά, ώστε να καταδειχθεί ότι από τα προαναφερόμενα περιστατικά μπορούν να συναχθούν διάφοροι συσχετισμοί ως προς τους λόγους που τα εξηγούν και, τούτου δοθέντος, ο ισχυρισμός που προέβαλε ο ΜΕ1 ως προς τη συνύπαρξη των Συμβάσεων, ήτοι η διασύνδεση του γεγονότος αυτού με την εκ του Νόμου υποχρέωση χαρτοσήμανσης της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, και την επιβολή τελών λόγω καθυστέρησης συμμόρφωσης προς την εν λόγω απαίτηση του Νόμου, για όλους τους λόγους που μόλις επισημάνθηκαν από το Δικαστήριο, δεν κρίνεται πειστικός. Ιδίως, εφόσον, σύμφωνα με τον προαναφερόμενο, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ισχύοντα περί Χαρτοσήμων Νόμο του 1963, Νόμος 19/1963 (όπως είχε τροποποιηθεί με τον Νόμο 152(Ι)/2007, πριν από την τροποποίησή του με τον Νόμο 173(Ι)/2012, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 01/03/2013), και τα Άρθρο 4 και Πρώτο Παράρτημα αυτού, σε πραγματικά δεδομένα και αριθμούς, το τέλος χαρτοσήμου στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ΜΕ1, θα ανερχόταν στο ποσό των €1.110,59 (Λ.Κ.650). Σε περίπτωση δε εκπρόθεσμης καταβολής του μετά την πάροδο των 30 ημερών αλλά πριν από την πάροδο των 6 μηνών από την υπογραφή, σύμφωνα με το Άρθρο 20, το πρόστιμο θα ανερχόταν στο ποσό των €141,81 (Λ.Κ.83), ενώ μετά την πάροδο των 6 μηνών στο ποσό των €283,63 (Λ.Κ.166). Υπό τα δεδομένα αυτά, ανακύπτει εύλογα ο προβληματισμός κατά πόσο, λαμβανομένων υπόψη όσων διακυβεύονταν, οποιοσδήποτε εκ των δύο συμβαλλομένων, ήτοι η Ενάγουσα και ειδικότερα ο Εναγόμενος, θα ήταν διατεθειμένος να ακολουθήσει την επιλογή της υπογραφής δύο Συμβάσεων, με όλες τις ενδεχόμενες συνεπακόλουθες επιπλοκές, για ποσό της τάξης των €1.000 με €1.300, σε σχέση με σύμβαση συνολικής αξίας της τάξης των €546.000 (περιλαμβανομένου Φ.Π.Α. 15%), πέραν όλων των υπόλοιπων παραμέτρων που έχουν ήδη σχολιαστεί ανωτέρω ως προς την αξιοπιστία του ισχυρισμού του ΜΕ1. Επισημαίνεται ότι η μαρτυρία του Εναγομένου ως προς τα πιο πάνω γεγονότα και ζητήματα δεν αποκλίνει ως παράλογη. Αντιθέτως, συνάδει τόσο με τις πρόνοιες του Νόμου 19/1963 και το τέλος πρόσθετης επιβάρυνσης στο οποίο αναφέρθηκε, κατά τρόπο συμβατό με τις σχετικές πρόνοιές του, όσο και με τη λογική των πραγμάτων σε σχέση με την υποβολή που του έγινε από τον συνήγορο της Ενάγουσας αναφορικά με τον λόγο συνύπαρξης των δύο Συμβάσεων.

Είναι δε επιπροσθέτως αξιοσημείωτο, σε ό,τι αφορά τα προαναφερόμενα, ότι, πράγματι, όπως ετέθη στον ΜΕ1 κατά την αντεξέτασή του, και ενώ ο ίδιος ήταν εμφανώς αποφευκτικός να απαντήσει στο συγκεκριμένο ερώτημα που του υπέβαλε σχετικά ο συνήγορος του Εναγομένου, ακόμη και η διατύπωση της προειρημένης επιστολής, ημερομηνίας 21/05/2013, Τεκμήριο 4, η οποία απεστάλη εκ μέρους της Ενάγουσας, μέσω της Ε. Νεοφύτου & Σια Δ.Ε.Π.Ε., προς τον Εναγόμενο, αφήνει περιθώριο να γίνει δεκτή η σχετική θέση του συνηγόρου του Εναγομένου ότι, λόγω της αναφοράς σε «πληροφόρηση» και της επισύναψης ολόκληρου αντιγράφου της Σύμβασης της 22/12/2012, Τεκμήριο 2, δημιουργείται η εντύπωση ότι επιχειρείται η υπενθύμιση ενός «γεγονότος» το οποίο δυνατόν είχε λησμονηθεί ή, πάντως, δεν αναμενόταν να προβληθεί, ήτοι, όπως διατυπώνεται στην επιστολή, της «υπογραφής πωλητηρίου εγγράφου». Και τούτο, διότι, εάν πράγματι επρόκειτο για ήδη υφιστάμενη και σαφώς προσδιορισμένη συμβατική παράβαση, θα ήταν ευλόγως αναμενόμενο να γίνεται ρητή και συγκεκριμένη αναφορά στην επικαλούμενη παράβαση και στις υποχρεώσεις που φερόταν να είχε παραβιάσει ο Εναγόμενος, αντί της γενικής πρόσκλησης προς «συμμόρφωση με όλες τις πρόνοιες και τους όρους του» και της γενικής προειδοποίησης περί λήψης δικαστικών μέτρων για «παράβαση πωλητηρίου εγγράφου».

Ο ΜΕ1, κατά την κυρίως εξέτασή του από τον συνήγορο της Ενάγουσας, ερωτήθηκε αναφορικά με την επιστολή που απέστειλε προσωπικά προς τον Εναγόμενο, ημερομηνίας 23/01/2023, Τεκμήριο 13, και ειδικότερα ως προς τον σκοπό της. Ο μάρτυρας, όπως αποτυπώνεται στα πρακτικά της δίκης της 23/10/2025, ανέφερε τα ακόλουθα, τα οποία εγείρουν πρόσθετους προβληματισμούς ως προς την αξιοπιστία του:

«E.    Μπορείτε να μας εξηγήσετε αυτή η επιστολή για ποιο σκοπό έχει δοθεί, έχει αποσταλεί προς τον Εναγόμενο από εσάς;

A.       Μετά από συναντήσεις που είχαμε για να φύγω από την καφετέρια και να δώσω τις μετοχές μου η πρόταση ήταν να φύγω παντελώς από την καφετέρια και η άλλη πλευρά να πάρει ένα διαμέρισμα στην ίδια πολυκατοικία μικρότερης αξίας, πράγμα το οποίο δεν έγινε ποτέ και ούτε μου αποστάλθηκε απάντηση για αυτήν την επιστολή. Και γι' αυτό προχώρησα με το πρώτο διαμέρισμα το οποίο υπογράψαμε.

E.       Δηλαδή για να αντιληφθούμε με βάση τη συμφωνία για πώληση των μετοχών και μεταβίβασης της καφετέριας ο Εναγόμενος θα αγόραζε ένα άλλο διαμέρισμα από το αρχικό το οποίο είχε αγοράσει;

A.       Ναι, αυτό θα γινόταν. Επειδή μου έδωσε κάποια λεφτά για να φύγω από την καφετέρια ως μέτοχος το σεβάστηκα και δέχτηκα να γίνει μια νέα αγορά πιο χαμηλής αξίας.

E.       Η οποία τελικά έγινε;

A.       Όχι.

E.       Και ο Εναγόμενος το συμβόλαιο το οποίο είχατε υπογράψει ζήτησε την ακύρωση του ή όχι;

A.       Όχι, ποτέ δεν είχε απαντήσει και προχώρησα μετά σε τερματισμό.».   

Ακολούθως, ο ΜΕ1 ερωτήθηκε από τον συνήγορο της Ενάγουσας να σχολιάσει τους ισχυρισμούς του Εναγομένου, όπως αυτοί παρατίθενται στην παράγραφο 3(e) της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, και ειδικότερα κατά πόσο:

«Κατά ή περί τον Φεβρουάριο 2013 και/ή σε άλλη ημερομηνία, μετά από απαίτηση του διευθυντή της Ενάγουσας και/ή μετά από πιέσεις του διευθυντή της Ενάγουσας, οι διάδικοι μπήκαν σε συζητήσεις δια την αγορά ενός διαμερίσματος με αρ. 101 επί της πολυκατοικίας Αδαμάντια αρ. 20, εξυπακουόταν δε ότι μέρος του τιμήματος πώλησης του διαμερίσματος θα καταβαλλόταν με τη προμήθεια έτοιμου σκυροδέματος της Ενάγουσας από την Kokomix για σκοπούς ανέγερσης της εν λόγω πολυκατοικίας. Προσχέδιο συμφωνίας υπογράφτηκε αλλά ουδέποτε υπεγράφη και από τα δύο μέρη και/ή ουδέποτε κατέληξαν οι διάδικοι σε συμφωνία δια την αγορά του εν λόγω διαμερίσματος, με αποτέλεσμα, εν τέλει, να μην συμφωνήσουν οι διάδικοι στην αγορά διαμερίσματος επί της πολυκατοικίας Αδαμάντια αρ. 20 από μέρους του Εναγομένου. (…)».

Επί του πιο πάνω ισχυρισμού, ο ΜΕ1 απάντησε ως εξής:

«Α. Δεν ασκούσα πιέσεις, απλά ήταν η προφορική συμφωνία που είχαμε, όμως δεν πήρα ποτέ γραπτή απάντηση στο θέμα της πώλησης των μετοχών και της αγοράς άλλου διαμερίσματος με χαμηλότερο κόστος.».

Ήταν, δηλαδή, η θέση του ΜΕ1, όπως αυτή αποσαφηνίστηκε μετά από ερώτηση του συνηγόρου της Ενάγουσας, ότι, βάσει της σύμβασης για την πώληση των μετοχών του προς τον Εναγόμενο στην Baroll Ltd, ημερομηνίας 21/02/2013, Τεκμήριο 3, η Ενάγουσα και ο Εναγόμενος θα προχωρούσαν στη σύναψη σύμβασης για την αγορά, αντί του επίδικου Διαμερίσματος, του Διαμερίσματος με αρ. 101 στην ίδια πολυκατοικία, χαμηλότερου κόστους, αναφερόμενος στην προτεινόμενη σύμβαση, Τεκμήριο 6. Όπως δε προκύπτει από τους ισχυρισμούς του ΜΕ1, τούτο είχε, τουλάχιστον σε προφορικό επίπεδο, συμφωνηθεί μεταξύ του ιδίου και του Εναγομένου ήδη από τον χρόνο υπογραφής της πιο πάνω σύμβασης για την πώληση των μετοχών του προς τον Εναγόμενο στην Baroll Ltd, ημερομηνίας 21/02/2013, Τεκμήριο 3, ήτοι από τις 21/02/2013.

Η θέση αυτή του ΜΕ1, ωστόσο, κατ' αρχάς, δεν συνάδει με τη δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση. Επαναλαμβάνεται και τονίζεται ότι, ο ΜΕ1, είναι διευθυντής και μέτοχος της Ενάγουσας και, συνεπώς, ο κατ' εξοχήν εκπρόσωπος των ισχυρισμών της, ακόμη και μέσω της δικογραφίας που κατατέθηκε εκ μέρους της από τον δικηγόρο της στην παρούσα υπόθεση. Στην εν λόγω παράγραφο, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ήταν μετά τη σύναψη της σύμβασης για την πώληση των μετοχών του ΜΕ1 προς τον Εναγόμενο στην Baroll Ltd, ημερομηνίας 21/02/2013, Τεκμήριο 3, ήτοι μετά τις 21/02/2013, που ο Εναγόμενος πρότεινε όπως η Ενάγουσα και ο Εναγόμενος προχωρήσουν στη σύναψη σύμβασης για την αγορά, αντί του επίδικου Διαμερίσματος, του Διαμερίσματος με αρ. 101 στην ίδια πολυκατοικία, χαμηλότερου κόστους. Η θέση αυτή είναι, αφενός, σαφώς διαφορετική ως προς τα επίδικα πραγματικά περιστατικά και, αφετέρου, ενδέχεται να έχει και νομικές προεκτάσεις, εφόσον συνδέει χρονικά την φερόμενη πρόταση του Εναγομένου με τη σύναψη της πιο πάνω σύμβασης για την πώληση των μετοχών του ΜΕ1 προς τον Εναγόμενο στην Baroll Ltd, ημερομηνίας 21/02/2013, Τεκμήριο 3 και την αντιπαροχή της, όπως περαιτέρω σχολιάζεται κατωτέρω. Το ζήτημα αυτό, βεβαίως, στο παρόν στάδιο προβληματίζει μόνο ως προς την αξιοπιστία των προβαλλόμενων ισχυρισμών, οι οποίοι, ωστόσο, δεν μπορούν να αποσυνδεθούν πλήρως από τη νομική διάσταση του ζητήματος, καθότι αυτή αποτελεί παράμετρο προσδιοριστική της ευλογοφάνειας των ισχυρισμών και των ενεργειών των προσώπων που φέρονται να δημιουργούσαν, με τη δράση τους, έννομες συνέπειες.  

Περαιτέρω, η θέση αυτή του ΜΕ1 προκαλεί προβληματισμό, καθότι, από την εξέταση τόσο της πιο πάνω σύμβασης για την πώληση των μετοχών του ΜΕ1 προς τον Εναγόμενο στην Baroll Ltd, ημερομηνίας 21/02/2013, Τεκμήριο 3, όσο και, ιδίως, της επιστολής του ΜΕ1 προς τον Εναγόμενο, ημερομηνίας 23/01/2013, Τεκμήριο 13, διαπιστώνεται ότι δεν περιέχεται οποιαδήποτε αναφορά, είτε στη Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, είτε στη Σύμβαση της 22/12/2012, Τεκμήριο 2, αναφορικά με το επίδικο Διαμέρισμα και ειδικότερα, σε σχέση με το ζήτημα της προκαταβολής των €163.000, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του ΜΕ1 και δεδομένης της θέσης του περί εγκυρότητας της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, αποτελούσε τότε υφιστάμενη και ληξιπρόθεσμη υποχρέωση του Εναγομένου. Ιδίως, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ΜΕ1, με την επιστολή του προς τον Εναγόμενο, ημερομηνίας 23/01/2013, Τεκμήριο 13, όχι μόνο υπέβαλε την «τελευταία πρότασή» του «προς επίλυση του θέματος που προέκυψε μεταξύ τους», αλλά, εφόσον γινόταν αναφορά σε «Διαμέρισμα στο Αδαμάντια», θα ήταν ευλόγως αναμενόμενο να γίνει αναφορά και στα πιο πάνω, κατά τους ισχυρισμούς του, εκκρεμή μεταξύ τους ζητήματα.

Η δε ίδια η διατύπωση της επιστολής του ΜΕ1 προς τον Εναγόμενο, ημερομηνίας 23/01/2013, Τεκμήριο 13, όσον αφορά το «Διαμέρισμα στο Αδαμάντια», ήτοι: «Όσον αφορά το διαμέρισμα στο Αδαμάντια 20, σου εισηγούμαι να πάρεις ένα δυάρι ή ένα σαν της Ολίβιας. Το ένα αξίζει €200.000 + ΦΠΑ (5%) και το άλλο €245.000 + ΦΠΑ (5%). Το υπόλοιπο ποσό, προτείνω να καλυφθεί από το μπετόν που θα χρησιμοποιήσουμε για τη συγκεκριμένη οικοδομή.», δεν αφήνει περιθώριο για την ερμηνεία ότι αφορούσε την αγορά άλλου διαμερίσματος, αντί του επίδικου Διαμερίσματος, με τα προαναφερόμενα χαρακτηριστικά και υπό τους συγκεκριμένους όρους αγοράς. Εάν αυτή ήταν πράγματι η επιδιωκόμενη ρύθμιση, θα ήταν λογικό να γινόταν σαφής και ρητή αναφορά προς τούτο. Περαιτέρω, θα ήταν εύλογο να περιλαμβάνεται στην προτεινόμενη διευθέτηση και αναφορά στη φερόμενη οφειλή της προκαταβολής των €163.000. Αντιθέτως, η διατύπωση «Όσον αφορά το διαμέρισμα στο Αδαμάντια 20, σου εισηγούμαι να πάρεις (…)» συνάδει περισσότερο με τους ισχυρισμούς του Εναγομένου ότι επρόκειτο για απαίτηση του ΜΕ1, στο πλαίσιο της διευθέτησης του ζητήματος της αγοράς των μετοχών του ΜΕ1 στην Baroll Ltd, όπως ο Εναγόμενος προχωρήσει επιπλέον και στην αγορά ενός «διαμερίσματος στο Αδαμάντια 20», παρά με την εκδοχή ότι η πρόταση αφορούσε την αγορά, αντί του επίδικου Διαμερίσματος, άλλου διαμερίσματος με τα προαναφερόμενα χαρακτηριστικά. Όπως, δηλαδή, η εκδοχή που προωθήθηκε από τον Εναγόμενο μέσω της πιο πάνω αναφερόμενης μαρτυρίας του.    

Σημειώνεται, ως προς τούτο, ότι η εν λόγω σύμβαση για την πώληση των μετοχών του ΜΕ1 προς τον Εναγόμενο στην Baroll Ltd, ημερομηνίας 21/02/2013, Τεκμήριο 3, όπως προκύπτει τόσο από το Προοίμιό της όσο και από τον όρο 7 αυτής, περιελάμβανε ─χωρίς, βεβαίως, να εξετάζεται στο παρόν στάδιο η νομική αντίληψη των διαδίκων ως προς το ζήτημα αυτό ή η νομική δεσμευτικότητά της─ ρύθμιση ζητημάτων που δεν αφορούσαν μόνο τον ΜΕ1 και τον Εναγόμενο, αλλά και άλλα πρόσωπα, όπως η Ενάγουσα και η Kokomix Ltd. Συνεπώς, υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ότι το πιο πάνω εξεταζόμενο, βάσει των ισχυρισμών του ΜΕ1, ζήτημα, το οποίο αφορά την Ενάγουσα και τον Εναγόμενο, θα μπορούσε επίσης να είχε περιληφθεί στην πιο πάνω σύμβαση για την πώληση των μετοχών του ΜΕ1 προς τον Εναγόμενο στην Baroll Ltd, ημερομηνίας 21/02/2013, Τεκμήριο 3.

Περαιτέρω, και σε συνέχεια των ανωτέρω, ο ίδιος ο ΜΕ1, με την επιστολή του προς τον Εναγόμενο, ημερομηνίας 23/01/2013, Τεκμήριο 13, αναφέρει ότι η πρόταση αυτή προερχόταν από τον ίδιο, ως η προειρημένη «τελευταία πρόταση», και όχι από τον Εναγόμενο, γεγονός που βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με την πιο πάνω δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας, σύμφωνα με την οποία η σχετική πρόταση υποβλήθηκε, μεταγενέστερα της σύναψης της πιο πάνω σύμβασης για την πώληση των μετοχών του ΜΕ1 προς τον Εναγόμενο στην Baroll Ltd, ημερομηνίας 21/02/2013, Τεκμήριο 3, από τον ίδιο τον Εναγόμενο. Ως προς τα προαναφερόμενα, αξιοσημείωτη υπήρξε και η θέση του ΜΕ1 κατά την αντεξέτασή του, σύμφωνα με την οποία όχι μόνο η πιο πάνω πρόταση αποτελούσε «πρόταση [του] για να έφευγαν φιλικά, (…) για να έβρισκαν μια λύση και για τις μετοχές και για το διαμέρισμα» και άρα όχι του Εναγομένου, αλλά και ότι ουδέποτε έλαβε οποιαδήποτε απάντηση από τον Εναγόμενο επί της εν λόγω πρότασής του.

Η αντεξέταση του ΜΕ1 ανέδειξε και πρόσθετα στοιχεία που προκαλούν προβληματισμό ως προς την αξιοπιστία των ισχυρισμών του.

Ο ΜΕ1, αντεξεταζόμενος, προσπαθούσε να προωθήσει, αφενός, την προαναφερόμενη θέση ότι, βάσει της σύμβασης για την πώληση των μετοχών του προς τον Εναγόμενο στην Baroll Ltd, ημερομηνίας 21/02/2013, Τεκμήριο 3, η Ενάγουσα και ο Εναγόμενος θα προχωρούσαν στη σύναψη σύμβασης για την αγορά, αντί του επίδικου Διαμερίσματος, του Διαμερίσματος με αρ. 101 στην ίδια πολυκατοικία, χαμηλότερου κόστους, βάσει του Τεκμηρίου 6 και αφετέρου, ότι τούτο θα γινόταν επειδή ο ίδιος προσπαθούσε να βοηθήσει τον Εναγόμενο να ανταποκριθεί στις οικονομικές δυσχέρειες που αντιμετώπιζε, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε: «για να τον έφερνε [τον Εναγόμενο] σε καλύτερη οικονομική κατάσταση».

Ανέφερε χαρακτηριστικά ο ΜΕ1, κατά την αντεξέτασή του, αναφορικά με τους σκοπούς της σύμβασης για την πώληση των μετοχών του προς τον Εναγόμενο στην Baroll Ltd, ημερομηνίας 21/02/2013, Τεκμήριο 3, ότι, με την εν λόγω σύμβαση, «συμφωνήσανε το αντάλλαγμα των μετοχών και, για να μην μαλώσουν, ήταν να πάρει [ο Εναγόμενος] ένα διαμέρισμα μικρότερης αξίας, γιατί η προσπάθειά του ήταν να μην τον έφερνε σε οικονομικά δύσκολη κατάσταση, αλλά αυτό ουδέποτε συνέβηκε». Σε σχετική, μάλιστα, επαναλαμβανόμενη ερώτηση που του υποβλήθηκε από τον συνήγορο του Εναγομένου ως προς το κατά πόσο, με την εν λόγω σύμβαση για την πώληση των μετοχών του προς τον Εναγόμενο στην Baroll Ltd, ημερομηνίας 21/02/2013, Τεκμήριο 3, διευθετούνταν όλα τα ζητήματα που παρέμεναν σε εκκρεμότητα κατά τον δεδομένο χρόνο, σε συσχετισμό με τη δοθείσα αντιπαροχή, ο ΜΕ1 διευκρίνισε, έχοντας αρχικά συμφωνήσει, λέγοντας: «Ναι, σε συνδυασμό, όπως έχω προαναφέρει, και για αγορά νέου διαμερίσματος, γιατί η επιστολή μου είναι σαφής». Ακολούθως, επί του ίδιου ζητήματος, ανέφερε και τα εξής:

«Όσον αφορά την προκαταβολή των 115 χιλιάδων μέχρι τη δεδομένη στιγμή ήταν για το διαμέρισμα. 22/11/12 όταν ήρθαμε και είπαμε να χωρίσουμε τις μετοχές της συγκεκριμένης εταιρείας και να πάρει ένα δεύτερο διαμέρισμα και πάλι καλόπιστα για να μην τον φέρω σε δύσκολη κατάσταση και καλόπιστα έπραξα οι 115 χιλιάδες που ήταν μέχρι εκείνη τη στιγμή για ως προκαταβολή του διαμερίσματος συνυπολογίστηκαν μέσω των 184,818 ευρώ που έπρεπε να μου δώσει έναντι των μετοχών που θα έπαιρνα 100 η εταιρεία Baroll Ltd και γι' αυτόν τον λόγο όλα αυτά τα λεφτά που μέχρι εκείνη τη στιγμή πλήρωνε για διαμέρισμα συνυπολογίστηκαν και σ΄ αυτήν τη συμφωνία θα μου έδινε ακόμη 20, 20, 30 σύνολο για να φτάσει τις 70 χιλιάδες, και νοουμένου ότι με αυτήν την πράξη θα λυνόταν το ένα το πρόβλημα με τις μετοχές θα συνεχίζετουν να αποκόπτεται μπετόν με βάση τη συμφωνία που το διαμέρισμα 101. Ουδέποτε με ενημέρωσε αν θα το κρατήσει, αν το ακυρώσει και ποτέ δεν μου είπε τίποτε.».

Ήταν, δηλαδή, η θέση του ΜΕ1 ότι, σε ό,τι αφορά το ζήτημα της προκαταβολής των €163.000, βάσει του όρου 4 της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, η Ενάγουσα είχε ήδη λάβει, μέσω της Kokomix Ltd, όπως αναφέρεται και στο προοίμιο της πιο πάνω σύμβασης για την πώληση των μετοχών του ΜΕ1 προς τον Εναγόμενο στην Baroll Ltd, ημερομηνίας 21/02/2013, Τεκμήριο 3, στην τελευταία παράγραφο της δεύτερης σελίδας, ποσό ύψους €115.924,43. Κατά τους ισχυρισμούς του ΜΕ1, το ποσό αυτό λογίστηκε πλέον, όχι ως μέρος της εν λόγω προκαταβολής, αλλά ως μέρος της αντιπαροχής που παρείχε ο Εναγόμενος για την αγορά των μετοχών του ΜΕ1, δυνάμει της σύμβασης για την πώληση των μετοχών του προς τον Εναγόμενο στην Baroll Ltd, ημερομηνίας 21/02/2013, Τεκμήριο 3. Το διευκρίνισε άλλωστε αντεξεταζόμενος, ρητώς:

«E.    (…) Λέτε ότι τα λεφτά για τη συμφωνία που ισχυρίζεστε ότι υπογράψετε μαζί με τον Δώρο για την αγορά του διαμερίσματος πάνω που μισό εκατομμύριο, Τεκμήριο 1, λογίστηκαν για τις μετοχές;

A.       Ναι.».

Η θέση αυτή στηριζόταν, κατά τον ΜΕ1, και στην αναγνώριση του Εναγομένου, όπως αυτή αποτυπώνεται στην προτελευταία παράγραφο της δεύτερης σελίδας του προοιμίου της ίδιας σύμβασης, ότι ο ΜΕ1 είχε συνεισφέρει στην Baroll Ltd ποσό ύψους €184.818,97. Σύμφωνα με τον ΜΕ1, με βάση τα πιο πάνω προκύπτει και το συμφωνηθέν τίμημα πώλησης των μετοχών, ύψους €70.000, το οποίο αναφέρεται στον όρο 3 της σύμβασης για την πώληση των μετοχών του προς τον Εναγόμενο στην Baroll Ltd, ημερομηνίας 21/02/2013, Τεκμήριο 3.

Ωστόσο, οι πιο πάνω ισχυρισμοί του ΜΕ1, πέραν του ότι δεν συνάδουν με τη διατύπωση της σύμβασης για την πώληση των μετοχών του προς τον Εναγόμενο στην Baroll Ltd, ημερομηνίας 21/02/2013, Τεκμήριο 3 ως προς την αποτύπωση των συμφωνηθέντων, από την άποψη, ως ήδη προαναφέρθηκε, της παντελούς απουσίας οποιασδήποτε σαφούς και ρητής αναφοράς στη Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, και ειδικότερα στην υποχρέωση καταβολής της προκαταβολής ποσού €163.000, δεν εμφανίζονται ούτε, υπό τις περιστάσεις όπως τις περιγράφει ο ίδιος ο ΜΕ1, ως εύλογοι. Και τούτο διότι δεν είναι ευλογοφανές, κατ’ αρχάς, να υφίσταται πράγματι προσωπική υποχρέωση του Εναγομένου προς την Ενάγουσα για την καταβολή προκαταβολής ύψους €163.000, βάσει του όρου 4 της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, να έχει ήδη καταβληθεί μέρος αυτής, ύψους €115.924,43, μέσω της Kokomix Ltd, και, παρά ταύτα, αντί το γεγονός αυτό να αποτυπώνεται ρητώς και σαφώς στη σύμβαση για την πώληση των μετοχών του ΜΕ1 προς τον Εναγόμενο στην Baroll Ltd, ημερομηνίας 21/02/2013, Τεκμήριο 3, να μην γίνεται καμία ειδική ή προσδιοριστική αναφορά, πέραν της διατύπωσης: «Ο Πωλητής αναγνωρίζει ότι έλαβε από την Kokomix Ltd το ποσό των €115.924,43 έναντι του τιμήματος αγοράς των μετοχών». Περαιτέρω, δεν εμφανίζεται εύλογο ότι, ενώ κατά τους ισχυρισμούς του ΜΕ1 είχε συμφωνηθεί η αγορά, αντί του επίδικου Διαμερίσματος, του Διαμερίσματος με αρ. 101 στην ίδια πολυκατοικία, χαμηλότερου κόστους, βάσει του Τεκμηρίου 6, η συμφωνία αυτή να μην αναφέρεται καθόλου στην πιο πάνω σύμβαση. Ούτε, εξάλλου, εμφανίζεται εύλογο ότι ο Εναγόμενος, ο οποίος, κατά τον ΜΕ1, αποδεχόταν όπως το ποσό των €115.924,43 λογιστεί έναντι του συμφωνημένου ανταλλάγματος για τις μετοχές, αντί έναντι της υποχρέωσής του βάσει της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, όχι μόνο να μην επιδιώκει τη ρητή αποτύπωση των συνεπειών της ρύθμισης αυτής επί της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του ΜΕ1, θα υποκαθίστατο με την υπογραφή της προτεινόμενης σύμβασης για την αγορά του Διαμερίσματος με αρ. 101 στην ίδια πολυκατοικία, Τεκμήριο 6, αλλά και να μην προχωρεί στην υπογραφή της τελευταίας. Αντιθέτως, κατά τους ισχυρισμούς του ίδιου του ΜΕ1, ο Εναγόμενος, ενώ βρισκόταν σε οικονομική δυσχέρεια και αδυνατούσε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, επέλεξε να παραμείνει δεσμευμένος από τους όρους της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, μάλιστα υπό περιστάσεις κατά τις οποίες, σύμφωνα με την ίδια εκδοχή του ΜΕ1, ουδέν ποσό λογιζόταν πλέον έναντι της συμφωνηθείσας προκαταβολής των €163.000. Υπό την ανωτέρω οπτική αξιολόγησης των φερόμενων γεγονότων, κρίνεται εύστοχη η παρατήρηση του συνηγόρου του Εναγομένου, όπως διατυπώθηκε στην τελική του αγόρευση, ότι, υπό τις περιστάσεις αυτές, είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτό γιατί ο ΜΕ1 δήλωσε ότι αισθάνθηκε οργή και εξαπατημένος επειδή ο Εναγόμενος δεν υπέγραψε τελικά την προτεινόμενη σύμβαση για την αγορά του Διαμερίσματος αρ. 101 στην ίδια πολυκατοικία, Τεκμήριο 6, γεγονός το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, είχε ως αποτέλεσμα την πλήρη διακοπή και τη διασάλευση των σχέσεων μεταξύ τους.

Περαιτέρω, και σε συνέχεια των ανωτέρω, ως προς την ευλογοφάνεια και την πειστικότητα των προαναφερόμενων ισχυρισμών του ΜΕ1, υφίσταται και η πτυχή που τέθηκε ενώπιόν του κατά την αντεξέτασή του από τον συνήγορο του Εναγομένου. Σύμφωνα με αυτή, η Ενάγουσα, μέσω του ΜΕ1, επιδίωκε επιτακτικά τη σύναψη σύμβασης με τον Εναγόμενο για την αγορά του Διαμερίσματος με αρ. 101, στην ίδια πολυκατοικία όπου βρίσκεται και το επίδικο Διαμέρισμα, βάσει του Τεκμηρίου 6. Ειδικότερα, σύμφωνα με τον όρο 3 του Τεκμηρίου 6, για κάθε τιμολόγιο που θα εξέδιδε η Kokomix Ltd προς την Ενάγουσα για την προμήθεια και παράδοση έτοιμου σκυροδέματος, όπως αναφέρεται και στο Προοίμιο της προτεινόμενης σύμβασης, για σκοπούς ανέγερσης της συγκεκριμένης πολυκατοικίας, ποσοστό 70% της αξίας του εκάστοτε τιμολογίου θα λογιζόταν ως καταβληθέν από τον Εναγόμενο έναντι του τιμήματος αγοράς του Διαμερίσματος με αρ. 101, ενώ το υπόλοιπο 30% θα καταβαλλόταν από την Ενάγουσα εντός 15 ημερών από την έκδοση του εκάστοτε τιμολογίου. Περαιτέρω, όπως προνοεί ο όρος 4 της ίδιας προτεινόμενης σύμβασης, σκοπός ήταν το ποσό των €73.500 να καταβληθεί μέσω της αποκοπής του πιο πάνω ποσοστού 70% από τα σχετικά τιμολόγια της Kokomix Ltd, το οποίο θα λογιζόταν ως καταβληθέν από τον Εναγόμενο έναντι του τιμήματος αγοράς, αποτελώντας την πρώτη από τις συμφωνηθείσες τμηματικές πληρωμές, ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών ανέγερσης της πολυκατοικίας και, ειδικότερα, «μέχρι την αποπεράτωση του σκελετού».

Ο ΜΕ1, σε ό,τι αφορά τα προαναφερόμενα, επιχείρησε και πάλι να προβάλει τη θέση ότι σκοπός της εν λόγω ρύθμισης ήταν «για να ευκολύνει την κατάσταση», «να ευκολύνει τον πελάτη [τον Εναγόμενο] γιατί δεν είχε λεφτά να αγοράσει το μεγαλύτερο διαμέρισμα τον τότε καιρό», «γιατί έπρεπε να έφευγαν και οι δύο από τη δύσκολη θέση» και «από τη στιγμή που δεν είχε λεφτά να τον πλήρωνε για τις μετοχές ήθελε να ευκολύνει την κατάσταση». Οι τοποθετήσεις αυτές, πέραν του ότι δεν εμφανίζονται απολύτως συνεπείς μεταξύ τους και παρουσιάζουν ανακολουθία ως προς τον προβαλλόμενο σκοπό της προτεινόμενης ρύθμισης, δεν δικαιολογούν τη θέση του ότι η σχετική πρόταση δεν διατυπώθηκε κατόπιν δικής του απαίτησης για λογαριασμό της Ενάγουσας, αλλά αποσκοπούσε αποκλειστικά στην εξυπηρέτηση του Εναγομένου και στη διευκόλυνση της οικονομικής δυσχέρειας στην οποία αυτός βρισκόταν, προκειμένου να ανταποκριθεί στις συμβατικές του υποχρεώσεις έναντι της Ενάγουσας. Και τούτο, διότι, αφενός, ο ίδιος ο ΜΕ1 ανέφερε σε κάποιο σημείο της αντεξέτασής του, περιλαμβάνοντας προφανώς, τόσο τον ίδιο, όσο και την Ενάγουσα, έστω και μεταφορικά, ότι «δεν είχε να φάει τον τότε καιρό». Υπό τα δεδομένα αυτά, είναι λογικό ότι η αποπεράτωση του σκελετού της συγκεκριμένης πολυκατοικίας μέσω της προμήθειας έτοιμου σκυροδέματος, χωρίς άμεση καταβολή χρημάτων, εξυπηρετούσε όχι μόνο τον Εναγόμενο, αλλά και τα συμφέροντα της Ενάγουσας, διευκολύνοντας την πρόοδο της ανάπτυξης του έργου. Αφετέρου, δεν εξηγείται λογικά γιατί ο Εναγόμενος, ο οποίος, σύμφωνα πάντοτε με τους ισχυρισμούς του ΜΕ1 και υπό τις περιστάσεις που έχουν ήδη αναλυθεί ανωτέρω, είχε κάθε λόγο να απαλλαγεί από την υποχρέωσή του βάσει της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, ύψους €546.000 (περιλαμβανομένου Φ.Π.Α. 15%), αναλαμβάνοντας αντ' αυτής μία αισθητά μικρότερη οικονομική υποχρέωση της τάξης των €200.000 (πλέον του εκάστοτε ισχύοντος Φ.Π.Α.), μάλιστα με έναν, κατά τον ΜΕ1, ιδιαίτερα ευνοϊκό τρόπο εξόφλησης της πρώτης πληρωμής μέσω της Kokomix Ltd και με αντάλλαγμα σε είδος προερχόμενο από την επιχειρηματική της δραστηριότητα, ώστε να αντιμετωπιστεί η έλλειψη ρευστότητάς του, δεν θα αξιοποιούσε την ευκαιρία αυτή υπογράφοντας τη σύμβαση για την αγορά του Διαμερίσματος με αρ. 101, βάσει του Τεκμηρίου 6. Τούτο καθίσταται ακόμη δυσχερέστερο να εξηγηθεί, εφόσον ο ίδιος ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε ότι «αυτός [ο Εναγόμενος] ήθελε να συνεχίσει να του πουλά μπετόν. Εταιρείες πολλές.».

Την ίδια στιγμή, το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που απέστειλε ο ΜΕ1 προς τον δικηγόρο του Εναγομένου, ημερομηνίας 18/02/2013, Τεκμήριο 14, το οποίο κατατέθηκε στο πλαίσιο διερεύνησης του εν λόγω ισχυρισμού κατά την αντεξέτασή του, αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «το μπετό πρέπει να φτάσει τα 70.000 με αποκοπή 30% δεν γίνεται». Η διατύπωση αυτή καταδεικνύει ακριβώς το αντίθετο από όσα επιχειρούσε να παρουσιάσει ο ΜΕ1 κατά τη μαρτυρία του. Συγκεκριμένα, καταδεικνύει ότι η πρόβλεψη για εξόφληση μέρους του τιμήματος μέσω της προμήθειας έτοιμου σκυροδέματος αποτελούσε απαίτηση του ιδίου, ώστε να περιληφθεί σχετική πρόνοια στη συμφωνία για ποσό ύψους €70.000, το οποίο τελικώς διαμορφώθηκε σε €73.500, όπως αποτυπώθηκε στο Τεκμήριο 6, προς κάλυψη των αναγκών ανέγερσης της πολυκατοικίας μέχρι την αποπεράτωση του σκελετού. Η ρύθμιση αυτή, υπό τις περιστάσεις, εξυπηρετούσε προφανώς και τα συμφέροντα της Ενάγουσας και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποσκοπούσε αποκλειστικά στη διευκόλυνση του Εναγομένου, όπως ο ΜΕ1 επιχείρησε να παρουσιάσει, ο οποίος επαναλαμβάνεται, υπό τις περιστάσεις που ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε και αφορούν την εγκυρότητα της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, εύλογα, δεν θα είχε λόγο γιατί να μην θέλει την σύναψη της σύμβασης για την αγορά του Διαμερίσματος με αρ. 101, βάσει του Τεκμηρίου 6. Συνάδουν, συνεπώς, οι ανωτέρω παρατηρήσεις με τους ισχυρισμούς που ο Εναγόμενος προέβαλε, ως ανωτέρω αναλύθηκε, αναφορικά με τη διαπραγμάτευση της σύμβασης για την αγορά του Διαμερίσματος με αρ. 101 βάσει του Τεκμηρίου 6, υπό όρους τους οποίους ο ίδιος δεν έκρινε συμφέροντες, καθώς και με τη θέση του ότι κατά τον χρόνο εκείνο δεν υφίστατο η Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1. 

Πέραν των προαναφερόμενων, και επιπροσθέτως σε ό,τι αφορά την αξιοπιστία της μαρτυρίας του ΜΕ1, τίθεται και ο επανειλημμένα προβαλλόμενος κατά την αντεξέτασή του ισχυρισμός του ότι, λόγω της άρνησης του Εναγομένου να προσέλθει στη σύναψη της σύμβασης για την αγορά του Διαμερίσματος με αρ. 101, βάσει του Τεκμηρίου 6, ο Εναγόμενος τον «ξεγέλασε» και του προκάλεσε μεγάλο πρόβλημα, καθότι, όπως ανέφερε, η Ενάγουσα, κατά τη λήψη του δανείου από την Ελληνική Τράπεζα, είχε ως δεδομένο ότι θα εισέπραττε από τον Εναγόμενο ποσό ύψους €546.000 πλέον Φ.Π.Α. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε: «(…) διότι εγώ κάνοντας το δάνειο στην Ελληνική είχα δεδομένο ότι θα εισπράξω 546 χιλιάδες συν Φ.Π.Α (…) και δεν θα ήθελα να έχω πρόβλημα με τις Τράπεζες.». Ο εν λόγω ισχυρισμός του ΜΕ1, ωστόσο, δεν φαίνεται να συμβαδίζει χρονικά με τα αντικειμενικά δεδομένα που προκύπτουν από τη μαρτυρία του ΜΕ3, η οποία έχει ήδη αξιολογηθεί ανωτέρω, καθώς και από το Τεκμήριο 16. Συγκεκριμένα, το δάνειο ύψους €545.000 προς την Ενάγουσα από την Ελληνική Τράπεζα αφορούσε την αγορά του οικοπέδου επί του οποίου ανεγέρθηκε η πολυκατοικία στην οποία περιλαμβάνεται το επίδικο Διαμέρισμα και εγκρίθηκε στις 24/06/2011. Η δε υποχρέωση της Ενάγουσας για καταβολή μηνιαίων δόσεων ύψους €3.600, αρχικά για την εξυπηρέτηση των οφειλόμενων τόκων, άρχισε από τις 31/07/2011. Υπό αυτά τα δεδομένα, δημιουργείται εύλογος προβληματισμός ως προς τον ισχυρισμό του ΜΕ1 ότι, κατά τον χρόνο λήψης του πιο πάνω δανείου, η Ενάγουσα είχε ως δεδομένο ότι θα εισέπραττε από τον Εναγόμενο το ποσό των €546.000 πλέον Φ.Π.Α. δυνάμει της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, ή και της μεταγενέστερης διευθέτησης που, κατά τους ισχυρισμούς του, θα συνοδευόταν από τη σύναψη σύμβασης για την αγορά του Διαμερίσματος με αρ. 101 βάσει του Τεκμηρίου 6, σε συνδυασμό με τη σύμβαση για την πώληση των μετοχών του ΜΕ1 προς τον Εναγόμενο στην Baroll Ltd, ημερομηνίας 21/02/2013, Τεκμήριο 3. Και τούτο διότι, κατά τον χρόνο που η Ενάγουσα ανέλαβε τη συγκεκριμένη δανειακή υποχρέωση, δεν είχε ακόμη καταρτιστεί ούτε η Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, ούτε βεβαίως η φερόμενη μεταγενέστερη προτεινόμενη ρύθμιση που αφορούσε το Διαμέρισμα με αρ. 101. Συνεπώς, ο ισχυρισμός ότι η λήψη του δανείου από την Ελληνική Τράπεζα από την Ενάγουσα στηρίχθηκε στην προσδοκία είσπραξης του τιμήματος από τον Εναγόμενο βάσει των μεταγενέστερων αυτών συμβατικών διευθετήσεων, δεν παρουσιάζεται χρονικά συμβατός με τα πραγματικά δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και προβληματίζει αρνητικά.

Περαιτέρω, ιδιαίτερη σημασία έχει και το περιεχόμενο της ίδιας της προτεινόμενης σύμβασης για την αγορά του Διαμερίσματος με αρ. 101 βάσει του Τεκμηρίου 6, η οποία, ως και προαναφέρθηκε, σύμφωνα με τον όρο 4 αυτής, δεν προνοούσε για άμεση καταβολή χρηματικού ποσού από τον Εναγόμενο προς την Ενάγουσα μέχρι την αποπεράτωση του σκελετού της πολυκατοικίας. Αντιθέτως, η σχετική ρύθμιση προέβλεπε την κάλυψη μέρους του τιμήματος μέσω αντιπαροχής σε είδος, ήτοι μέσω της προμήθειας και παράδοσης έτοιμου σκυροδέματος, με αντίστοιχη λογιστική απομείωση του τιμήματος αγοράς του Διαμερίσματος. Υπό τις περιστάσεις αυτές, και ιδίως ενόψει του ότι η προβαλλόμενη ανάγκη της Ενάγουσας για εξασφάλιση άμεσης ρευστότητας προς κάλυψη της πιο πάνω δανειακής της υποχρέωσης ─όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο ΜΕ1, «για να καλύψει τις δόσεις»─ δεν προκύπτει ότι εξυπηρετείτο από την προτεινόμενη ρύθμιση κατά τον τρόπο που ο ίδιος περιέγραψε, ο σχετικός ισχυρισμός του δεν εμφανίζεται ως ευχερώς συμβατός με τα αντικειμενικά δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Αντιθέτως, η εν λόγω πτυχή ενισχύει περαιτέρω τον προβληματισμό ως προς την εσωτερική συνοχή και την ευλογοφάνεια της εκδοχής του, στοιχεία τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει αναπόφευκτα υπόψη κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας του.

Υπό το φως και των ανωτέρω παρατηρήσεων, το Δικαστήριο, μετά από αξιολόγηση, κρίνει ότι η μαρτυρία του ΜΕ1 στερείται της απαιτούμενης αξιοπιστίας, ώστε να αποτελέσει ασφαλές αποδεικτικό θεμέλιο για την εξαγωγή συμπερασμάτων ως προς τα επίδικα πραγματικά περιστατικά και ζητήματα. Κατά συνέπεια, κατά το μέρος που αφορά γεγονότα μη παραδεκτά ή μη αντικειμενικώς αναντίλεκτα ή αδιαμφισβήτητα, η μαρτυρία του δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται.

IV.

Βασικά Ευρήματα.

Κατόπιν αξιολόγησης της προσαχθείσας μαρτυρίας, το Δικαστήριο προβαίνει σε ευρήματα ως προς τα επίδικα πραγματικά περιστατικά, στηριζόμενο στη μαρτυρία που κρίθηκε αξιόπιστη και έγινε αποδεκτή, ήτοι στη μαρτυρία του Εναγομένου και του ΜΕ3, καθώς και στα παραδεκτά γεγονότα, όπως αυτά προκύπτουν από τα Έγγραφα ΠΓ1 και ΠΓ2, και στα αντικειμενικώς μη αμφισβητούμενα στοιχεία της υπόλοιπης μαρτυρίας, τα οποία τεκμηριώνονται ιδίως από τα προσκομισθέντα έγγραφα.

Η ιδιαίτερη διατύπωση, στο παρόν στάδιο, των βασικών πραγματικών ευρημάτων του Δικαστηρίου παραλείπεται, αφενός διότι αυτά προκύπτουν ήδη από την εκτενή αξιολόγηση της μαρτυρίας και, ιδίως, δεδομένων των παραδεκτών γεγονότων, από την αποδοχή των σχετικών ισχυρισμών που περιλαμβάνονται στην αποδεκτή μαρτυρία του Εναγομένου και του ΜΕ3, και αφετέρου διότι, κατά την εξέταση των επιμέρους επίδικων ζητημάτων που ακολουθεί, τα αναγκαία πραγματικά ευρήματα αποτυπώνονται ειδικώς και στο μέτρο που απαιτείται για την επίλυσή τους, ώστε η επανάληψή τους στο παρόν στάδιο να συνιστούσε πλεονασμό.

V.

Ειδικά Ευρήματα και Νομική Υπαγωγή.

Κατόπιν της αξιολόγησης της αποδεκτής μαρτυρίας και της διαπίστωσης των βασικών πραγματικών περιστατικών, το Δικαστήριο προβαίνει στην υπαγωγή των ευρημάτων αυτών στις εφαρμοστέες αρχές δικαίου. Στο πλαίσιο αυτό, εξετάζεται κατά πόσον, στη βάση των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών, πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτουν οι σχετικές αρχές δικαίου, ώστε να καταστεί δυνατή η εξαγωγή των ειδικότερων ευρημάτων που απαιτούνται για τη νομική αξιολόγηση των επίδικων ζητημάτων και, συνακόλουθα, των αξιώσεων της Ενάγουσας και ανταπαίτησης του Εναγομένου.

Φύση, λειτουργία και σκοπός της προκαταβολής.

Καθότι, όπως αναφέρεται και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, σε ό,τι αφορά την προβαλλόμενη θέση της Ενάγουσας περί συμβατικής υποχρέωσης του Εναγομένου, βάσει του όρου 4 της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, να της καταβάλει προκαταβολή έναντι του τιμήματος πώλησης του επίδικου Διαμερίσματος ύψους €163.000, η ίδια η φύση της εν λόγω καταβολής ως «προκαταβολής» έχει, από νομικής απόψεως, ουσιώδη σημασία σε σχέση με τις διάφορες πτυχές που ανακύπτουν στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο κρίνει απαραίτητο, για σκοπούς της παρούσας απόφασης, να εισαγάγει την εξέταση της σχετικής νομικής πτυχής, αναφερόμενο στη φύση, τη λειτουργία και τους σκοπούς της προκαταβολής.

Σημειώνεται, ωστόσο, εξ αρχής, και σε σχέση με όλα όσα θα ακολουθήσουν από νομικής απόψεως, ότι η υπό κρίση υπόθεση δεν αφορά περίπτωση κατά την οποία τέτοια προκαταβολή καταβλήθηκε και ανέκυψε ζήτημα αναφορικά με την πραγματική φύση της, με τυχόν συμβατικούς όρους που διέπουν το δικαίωμα κατάπτωσής της, σε συνάρτηση με τις αναλαμβανόμενες από τα μέρη συμβατικές υποχρεώσεις, το στάδιο στο οποίο επήλθε ο τερματισμός της συμβατικής σχέσης και τον χρόνο κατά τον οποίο οι εκατέρωθεν υποχρεώσεις θα έπρεπε να είχαν εκπληρωθεί.    

Σε ό,τι αφορά τη φύση της προκαταβολής και τη λειτουργία την οποία αυτή επιτελεί στο πλαίσιο σύμβασης πώλησης ακινήτου, το Court of Appeal του Ηνωμένου Βασιλείου αναφέρθηκε στην υπόθεση Samarenko v. Dawn Hill House Ltd, [2012] 2 All ER 476. Στην απόφαση του Λόρδου Δικαστή Lewison ─ο οποίος απέρριψε την άποψη ότι, ως προς τη νομική φύση της προκαταβολής, θα πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ προκαταβολών καταβλητέων κατά την έναρξη της συμβατικής σχέσης και προκαταβολών καταβλητέων σε μεταγενέστερο στάδιο κατά τη διάρκειά της, δεδομένου ότι και στις δύο περιπτώσεις η θεμελιώδης φύση, λειτουργία και σκοπός της προκαταβολής παραμένει ο ίδιος─ αναφέρεται χαρακτηριστικά:

«Since the payment of a deposit at the executory stage of the contract is an earnest (or guarantee) of further performance, it is no surprise that a failure to pay the deposit on time is taken to demonstrate that the buyer is unwilling to perform the contract as a whole. In addition without actual receipt of the deposit the seller does not know where he stands. Is the buyer serious about the contract or not? A right to call off the contract for failure to pay the deposit on time restores to the seller his freedom to market the property. In the case of late completion, the seller at least has the deposit in his hands as part compensation for any loss. If the deposit itself is not paid, he has nothing except a fetter on his freedom to deal with his property.».

Στην ίδια υπόθεση, ο μ. Λόρδος Δικαστής (ως ήταν τότε) Etherton, αναφερόμενος στο ίδιο ζήτημα, είπε επίσης χαρακτηριστικά:

«In the case of a contract for the sale of land, the vendor almost always requires a deposit to be paid on exchange of contracts. If the purchaser is not willing or able to pay a deposit at that point, the vendor will not exchange contracts. That simply reflects the importance of a deposit as an indication of the commitment of the purchaser to carry through the contract and, because the deposit is forfeitable, its status as a form of security for the vendor's performance and so, in a loose commercial sense, a guarantee: see the classic statements in Howe v Smith (1884) 27 Ch D 89, [1881–5] All ER Rep 201.

In view of the importance of a deposit for those reasons, it is difficult to imagine that a contractual obligation to pay a deposit will ever be anything other than a term of fundamental importance in the contract, that is to say a term which would be regarded at common law as a fundamental term or condition, rather than a warranty or an innominate term, and so any breach of it would entitle the innocent party to treat the contract as at an end: compare Hong Kong Fir Shipping Co Ltd v Kawasaki Kisen Kaisha Ltd [1962] 1 All ER 474, [1962] 2 QB 26».

Συνεπώς, με βάση τα προαναφερόμενα και σε ό,τι αφορά τη θεμελιώδη φύση, λειτουργία και σκοπό της προκαταβολής, η καταβολή προκαταβολής κατά το στάδιο εκτέλεσης της σύμβασης αποτελεί ένδειξη σοβαρής δέσμευσης του αγοραστή και λειτουργεί ως μέσο διασφάλισης της περαιτέρω εκτέλεσης της σύμβασης. Η μη έγκαιρη καταβολή της δύναται να καταδείξει ότι ο αγοραστής δεν προτίθεται ή δεν είναι πραγματικά σε θέση να εκπληρώσει τη σύμβαση στο σύνολό της. Συναφώς, χωρίς την πραγματική είσπραξη της προκαταβολής, ο πωλητής δεν μπορεί να γνωρίζει με ασφάλεια κατά πόσον ο αγοραστής είναι πράγματι δεσμευμένος και προτίθεται να τηρήσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε στην πιο πάνω υπόθεση από το άλλο μέλος του Court of Appeal, τον Λόρδο Δικαστή (ως ήταν τότε) Rix: «failure to pay the deposit on time calle[s] in question whether the [counterparty] mean[s] business».

Το δικαίωμα του πωλητή να αποδεσμευθεί από τη σύμβαση λόγω της μη έγκαιρης καταβολής της προκαταβολής αποκαθιστά την ελευθερία του να διαθέσει εκ νέου το ακίνητο στην αγορά. Σε περίπτωση καθυστερημένης ολοκλήρωσης της συναλλαγής, ο πωλητής έχει, τουλάχιστον, στην κατοχή του την προκαταβολή, η οποία λειτουργεί ως πλήρης ή μερική αντιστάθμιση της συνεπαγόμενης, άμεσης και προβλεπτής ζημίας που ενδεχομένως υπέστη. Εάν, όμως, η ίδια η προκαταβολή δεν έχει καταβληθεί, ο πωλητής στερείται και αυτής της προστασίας και παραμένει εκτεθειμένος, πέραν του περιορισμού της ελευθερίας του να διαθέσει το ακίνητό του, στην αβεβαιότητα ως προς την πραγματική πρόθεση και δυνατότητα του αγοραστή να εκπληρώσει τη συμβατική του υποχρέωση.

Η αξιώσεις της Ενάγουσας.

Σε ό,τι αφορά την παρούσα υπόθεση και, ειδικότερα, τον ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι ο Εναγόμενος παρέβη τη Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, καθώς και τις αξιώσεις που αυτή προβάλλει εναντίον του κατόπιν του ισχυριζόμενου τερματισμού της, λόγω της μη καταβολής της, κατά τον όρο 4 αυτής, συμφωνηθείσας προκαταβολής ύψους €163.000, ως προς τη νομική πτυχή του ζητήματος αρκεί να γίνει παραπομπή στο σύγγραμμα McGregor on Damages, 20η έκδοση, στις παραγράφους 27─033 έως 27─042.

Ως προς την περίπτωση κατά την οποία ο αγοραστής αρνείται να εκτελέσει τη σύμβαση υπό περιστάσεις που συνιστούν δι' αποκηρύξεως παράβαση (repudiatory breach), καθώς και ως προς τις θεραπείες που παρέχονται στον πωλητή, στις παραγράφους 27─034 και 27─035 αναφέρονται τα ακόλουθα:

«Where the buyer refuses to proceed with the contract in such circumstances as amount to a repudiation or discharging breach, a number of remedies are available to the seller. In the first place, he may resort to the equitable remedy of specific performance; or, secondly, he may treat the breach as discharging the contract, forfeit any deposit but restore any payments made on account of the purchase price, and proceed to deal with the property as he desires. Each particular contract must be construed to ascertain whether money already paid by the buyer is a deposit in earnest or guarantee of performance and therefore to be forfeited, or a part payment of the price and therefore to be restored. (…). The seller’s third course is to sue for damages. This remedy should in no way be prejudiced by the existence or the pursuit, other than to finality, of the other remedies. (…) ».   

Συνεπώς, ο πωλητής δύναται να αξιώσει την ειδική εκτέλεση της σύμβασης. Εναλλακτικά, μπορεί να αντιμετωπίσει την παράβαση ως επιφέρουσα τη λύση της σύμβασης και να προχωρήσει σε τερματισμό της, να κηρύξει την κατάπτωση τυχόν καταβληθείσας προκαταβολής, να επιστρέψει, όμως, κάθε ποσό που καταβλήθηκε έναντι του τιμήματος πώλησης και, στη συνέχεια, να διαθέσει το ακίνητο κατά την κρίση του. Επιπλέον, και χωρίς να επηρεάζεται καθ' οιονδήποτε τρόπο από την ύπαρξη ή την επιδίωξη οποιασδήποτε από τις πιο πάνω θεραπείες, δύναται να αξιώσει αποζημιώσεις.  

Σε ό,τι αφορά το συνήθως εφαρμοζόμενο μέτρο υπολογισμού των εν λόγω αποζημιώσεων, στις παραγράφους 27─036 και 27─037 του ιδίου συγγράμματος αναφέρονται τα ακόλουθα:

«The normal measure of damages is the contract price less the market price at the contractual time fixed for completion. This measure is first clearly stated in Laird v Pim,136 by Parke B: “The measure of damages … is the injury sustained by the claimant by reason of the defendants not having performed their contract. The question is, how much worse is the plaintiff by the diminution in the value of the land, or the loss of the purchase-money, in consequence of the non-performance of the contract?” (…) The first relevant price, therefore, is the contract price; the market value at the moment of contracting is not relevant, however much lower than the contract price. The second relevant price is the market price at the contractual time fixed for conveyance; if no time is fixed it will presumably be at the time of refusal to accept a conveyance, and if there is an anticipatory repudiation by the buyer accepted by the seller this event can provide a proper time to take the market value, but a time before such repudiation cannot be taken. The price at which the seller has resold is strictly not to be taken in preference to the market price, but it has been taken in most cases, of which Noble v Edwards, is the prime illustration and Keck v Faber, and York Glass v Jubb, are others. This would seem to be on the ground that the resale price affords good evidence of the market price, and there is no suggestion in these cases awarding the difference between the contract price and the resale price that the latter differed at all from the market price. In the second of these cases the principal point decided was that the price to be taken was the selling price realised within a reasonable time of the breach and not the higher selling price which could have been realised later by slowly nursing the property for speculative building. And in the third of the cases it was held that it was proper to take the break-up price at which the property and the business thereon were sold since it had become no longer possible to sell the property and business at a higher price as a going concern.».   

Σύμφωνα, λοιπόν, με τα ανωτέρω, το συνήθως εφαρμοζόμενο μέτρο υπολογισμού της αποζημίωσης είναι η διαφορά μεταξύ του συμβατικού τιμήματος και της αγοραίας αξίας του ακινήτου κατά τον συμβατικά καθορισμένο χρόνο ολοκλήρωσης της συναλλαγής, στην περίπτωση που ο ενάγων περιήλθε σε δυσμενέστερη θέση λόγω της μείωσης της αξίας του ακινήτου ή της απώλειας του τιμήματος πώλησης ως συνέπεια της μη εκτέλεσης της σύμβασης. Συνεπώς, το πρώτο κρίσιμο μέγεθος είναι το συμβατικό τίμημα, ενώ το δεύτερο η αγοραία αξία του ακινήτου κατά τον συμβατικά καθορισμένο χρόνο μεταβίβασης, όταν οι μόνες εναπομείνασες εκτελεστές υποχρεώσεις των μερών αποτελούν η εξόφληση του συμβατικού τιμήματος και η μεταβίβαση του ακινήτου σε συγκεκριμένη ημερομηνία. Εάν δεν έχει ορισθεί συγκεκριμένος χρόνος, ως κρίσιμος χρόνος θεωρείται, κατ' αρχήν, ο χρόνος κατά τον οποίο ο αγοραστής αρνήθηκε να αποδεχθεί τη μεταβίβαση. Εάν, όμως, ο αγοραστής προέβη σε πρόωρη αποκήρυξη της σύμβασης (anticipatory repudiation), την οποία ο πωλητής αποδέχθηκε για σκοπούς τερματισμού της, το χρονικό αυτό σημείο μπορεί να αποτελέσει τον κατάλληλο χρόνο αναφοράς για τον προσδιορισμό της αγοραίας αξίας.

Όπως επισημαίνεται περαιτέρω, η τιμή στην οποία ο πωλητής μεταπώλησε το ακίνητο δεν πρέπει, κατ' αρχήν, να προτιμάται έναντι της αγοραίας αξίας. Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι, στις αποφάσεις της νομολογίας που ελήφθη υπόψη το τίμημα της μεταπώλησης, η προσέγγιση αυτή φαίνεται να στηρίχθηκε στο ότι το τίμημα αυτό αποτελεί αξιόπιστη ένδειξη της αγοραίας αξίας και ότι, στις υποθέσεις εκείνες στις οποίες επιδικάσθηκε αποζημίωση ίση με τη διαφορά μεταξύ του συμβατικού τιμήματος και του τιμήματος μεταπώλησης, δεν υπήρχε οποιαδήποτε ένδειξη ότι το τίμημα της μεταπώλησης αποκλίνει από την αγοραία αξία.

Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω και επισημαίνεται και στο σύγγραμμα Damages: The Law of Damages (Common Law Series) (ηλεκτρονική έκδοση: Lexis+ UK, ημερομηνία πρόσβασης 30/07/2026), στην παράγραφο 23.32, υπό τις σύγχρονες συνθήκες έντονης διακύμανσης των αξιών στην αγορά ακινήτων, το ζήτημα του προσδιορισμού της αγοραίας αξίας κατά τον κρίσιμο χρόνο θα πρέπει, σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η μεταπώληση δεν έλαβε χώρα σύντομα μετά την παράβαση από πλευράς αγοραστή και τον τερματισμό της σύμβασης, να κρίνεται βάσει πραγματογνωμοσύνης:

«If the vendor has resold shortly after the buyer’s breach, old authority has it that the amount for which he sold is some indication of the value of the land for the purpose of a damages claim4. But the same comment applies as in respect of damages for non conveyance: in these days of volatile real estate values, the matter of market value at the relevant time will in nearly all cases be better decided by expert evidence.».

Στην Κύπρο, όπως αναλύεται εκτενώς στη συνέχεια, η νομολογιακή προσέγγιση είναι αυστηρότερη, καθότι θεωρεί ως αναγκαίο στοιχείο για τον προσδιορισμό της αγοραίας αξίας κατά τον κρίσιμο χρόνο την παρουσίαση σχετικής μαρτυρίας πραγματογνώμονα.

Σημειώνεται, τέλος, σε σχέση με τα πιο πάνω αναφερόμενα στο σύγγραμμα McGregor on Damages, 20η έκδοση στις παραγράφους 27─036 και 27─037, ότι στην υπόθεση Keck v. Faber Jellett and Keeble, (1915) 60 Sol Jo 253, το Court of Appeal αποφάσισε ότι, σε κάθε περίπτωση, όταν υιοθετείται η ανωτέρω προσέγγιση, ως κρίσιμη τιμή, πρέπει να λαμβάνεται η τιμή πώλησης που επιτεύχθηκε εντός εύλογου χρόνου από την παραβίαση της σύμβασης και όχι η υψηλότερη τιμή που ενδεχομένως θα μπορούσε να είχε επιτευχθεί μεταγενέστερα, εάν ο πωλητής διατηρούσε το ακίνητο για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, αναμένοντας την άνοδο της αξίας του, για οποιονδήποτε λόγο.

Ως προς τα προαναφερόμενα, αξιοσημείωτη είναι και η απόφαση του Court of Appeal στην υπόθεση Hooper v. Oates, [2013] EWCA Civ 91, η οποία επίσης μνημονεύεται στο εν λόγω σύγγραμμα, στην οποία ο μ. Λόρδος Δικαστής (ως ήταν τότε) Lloyd ανέφερε τα ακόλουθα:

«[38] It seems to me that the breach date is the right date for assessment of damages only where there is an immediately available market for the sale of the relevant asset or, in the converse case, for the purchase of an equivalent asset. This is most unlikely to be the case where the asset in question is land. If the defaulting party is the buyer, much will depend on what the seller does in response to the breach, as is suggested in Chitty at para 26-014, cited above. If he resells, the buyer may be able to show that, in so doing, the seller failed to take reasonable steps to mitigate his loss, for example by taking too long, or failing to follow proper professional advice, or in some other way. Absent any feature of that kind, the eventual resale price is likely to be the figure to be set against the contract price for assessment of the damages, not because it represents the market value at the date of the breach, but because it shows what loss the seller has suffered, uncomplicated by issues of remoteness or failure to mitigate. If the property market has declined during that time, it is of no avail for the defaulting buyer to say that this should not be laid at his door. If he had completed the contract, he would have suffered that decline in value, so this is part of the loss for which the seller needs to be compensated.

[39] If the vendor does not resell, and takes no steps to do so, then it may be that the date of the breach is to be taken as relevant, or a date soon after that, when he is shown, or taken, to have decided to retain the property. In the present case, by contrast, the seller only decided not to resell after taking reasonable steps to find a buyer. I can see no basis of policy or principle, in such a case, for imposing on the vendor the value as at the breach date rather than the later date when, after taking steps with a view to mitigating his loss, he finally decided to retain the property upon the failure of his attempt to mitigate.».   

Προκύπτει από τα ανωτέρω ότι η ημερομηνία της παράβασης της σύμβασης δεν αποτελεί κατ’ ανάγκην το ορθό χρονικό σημείο για την εκτίμηση της αποζημίωσης, ιδίως στις περιπτώσεις όπου το αντικείμενο της σύμβασης αφορά περιουσιακό στοιχείο, όπως ακίνητο, για το οποίο δεν υφίσταται άμεσα διαθέσιμη αγορά. Το κρίσιμο ζήτημα είναι η πραγματική ζημία που υπέστη ο ζημιωθείς, λαμβανομένων υπόψη των ενεργειών στις οποίες προέβη προς περιορισμό της ζημίας του. Εφόσον ο ζημιωθείς, μετά την παράβαση, λάβει εύλογα μέτρα για την πώληση του περιουσιακού στοιχείου και η προσπάθειά του αυτή αποτύχει, η μεταγενέστερη ημερομηνία κατά την οποία αποφασίζει να το διακρατήσει μπορεί να αποτελεί το προσήκον χρονικό σημείο για τον προσδιορισμό της αξίας του και όχι κατ’ ανάγκην η ημερομηνία της παράβασης. Το ίδιο ισχύει και στις περιπτώσεις όπου ο πωλητής, ευλόγως, πριν από τον τερματισμό, επεδίωξε αρχικά την ειδική εκτέλεση της σύμβασης. Η τελική τιμή μεταπώλησης ή, ελλείψει αυτής, η αξία κατά τον χρόνο κατά τον οποίο ο ζημιωθείς, αφού επιχειρήσει ευλόγως να μετριάσει τη ζημία του, αποφασίζει να διακρατήσει το περιουσιακό στοιχείο, αντανακλά την πραγματική απώλεια που υπέστη. Δεν μπορεί δε ο υπαίτιος της παράβασης να επικαλείται τη μεταβολή της αγοράς κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, όταν η μεταβολή αυτή αποτελεί μέρος της οικονομικής θέσης στην οποία θα βρισκόταν ο ζημιωθείς εάν η σύμβαση είχε κανονικά εκτελεστεί.

Πέραν του συνήθους αυτού μέτρου υπολογισμού της αποζημίωσης, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 27─038 του πιο πάνω συγγράμματος, είναι δυνατόν να επιδικασθούν και αποζημιώσεις για συνεπαγόμενες ζημίες (consequential losses), ήτοι για παρεπόμενα έξοδα τα οποία προέκυψαν αναγκαίως από την παραβίαση της σύμβασης και κατέστησαν άνευ αντικειμένου (expenses thrown away) ή άλλη συνεπαγόμενη απώλεια που ήταν εντός της εύλογης πρόβλεψης των μερών κατά τον χρόνο κατάρτισης της σύμβασης. Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι ο πωλητής δεν δύναται να ανακτήσει σωρευτικώς, τόσο τα έξοδα που έγιναν μάταια, όσο και αποζημίωση για την απώλεια του συμβατικού οφέλους, καθότι, εάν η σύμβαση είχε εκτελεσθεί, τα εν λόγω έξοδα θα είχαν πραγματοποιηθεί ούτως ή άλλως.

Το ζήτημα του κατά πόσον και σε ποιον βαθμό η ύπαρξη προκαταβολής, η οποία καταβλήθηκε ως ένδειξη της δέσμευσης των μερών και, ως εκ τούτου, υπόκειται σε κατάπτωση σε περίπτωση παραβίασης της σύμβασης, επηρεάζει τον υπολογισμό της αποζημίωσης, εξετάζεται στο ίδιο σύγγραμμα, στην παράγραφο 27─042. Με αναφορά στην απόφαση του Δικαστή (ως ήταν τότε) Lewison στην υπόθεση Ng v. Ashley King (Developments) Ltd, [2010] EWHC 456 (Ch), ενώπιον του High Court, αναφέρεται ότι, όταν ο αγοραστής διαπράττει δι’ αποκηρύξεως παράβαση σύμβασης πώλησης ακινήτου και ο πωλητής προχωρεί σε τερματισμό της και προβαίνει σε κατάπτωση της προκαταβολής, το ποσό της προκαταβολής πρέπει να συνυπολογίζεται κατά τον προσδιορισμό της αξίωσης αποζημίωσης του πωλητή, αφαιρούμενο από το ποσό της αποζημίωσης που διαφορετικά θα δικαιούνταν να ανακτήσει ο πωλητής από τον αγοραστή λόγω της δι’ αποκηρύξεως παράβασης της σύμβασης, ακόμη και αν δεν έχει προβεί σε μεταπώληση του ακινήτου.

Οι πιο πάνω αρχές, αναφορικά με το δικαίωμα του συμβαλλόμενου ο οποίος, σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση, να αξιώσει από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενό του αποζημίωση για τη ζημία ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, ενσωματώνονται στις πρόνοιες του Άρθρου 73(1) του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, και έχουν υιοθετηθεί και από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ειδικότερα, σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, αποζημίωση δύναται να αξιωθεί για ζημία ή απώλεια η οποία προέκυψε φυσικά, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, από την παράβαση της σύμβασης ή η οποία, κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης, ήταν γνωστή στους συμβαλλομένους ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης, υπό την προϋπόθεση ότι δεν πρόκειται για απομακρυσμένη ή έμμεση απώλεια ή ζημιά. Σύμφωνα δε με το Άρθρο 75 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, το πρόσωπο το οποίο νόμιμα υπαναχωρεί από τη σύμβαση δικαιούται αποζημίωση για οποιαδήποτε ζημία υπέστη συνεπεία της μη εκπλήρωσης της σύμβασης.

Ως προς το δικαίωμα αποζημίωσης που παρέχεται δυνάμει των ανωτέρω διατάξεων των Άρθρων 73(1) και 75 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Καλησπέρας v. Δρυάδη, (1998) 1 Α.Α.Δ. 867, αναφέρθηκε στις σχετικές αρχές ως ακολούθως:

«Δεν υπάρχει αμφιβολία ως προς τις αρχές οι οποίες διέπουν τον καθορισμό των αποζημιώσεων, λόγω της διάρρηξης της σύμβασης, γενικά, και, ειδικά, για την πώληση γης. Το Άρθρο 75 του περί Συμβάσεων Νόμου ορίζει ότι, πρόσωπο, το οποίο αποκηρύττει τη σύμβαση (υπαναχωρεί νόμιμα από τη σύμβαση), δικαιούται σε αποζημίωση για ζημία, την οποία υπέστη λόγω της μη εκπλήρωσής της. Όπως εξηγείται στην Παντζιαρή ν. Aquarian Ltd κ.ά. (1993) 1 Α.Α.Δ. 748, το Άρθρο 75 διαφυλάττει το δικαίωμα συμβαλλομένου, ο οποίος ακυρώνει τη σύμβαση για βάσιμο λόγο, να διεκδικήσει αποζημιώσεις για ζημία, που έχει υποστεί λόγω ανακοπής ή μη εκπλήρωσης του συμβολαίου. Το Άρθρο 73, εξάλλου, καθορίζει την αποζημίωση, την οποία δικαιούται ο συμβαλλόμενος από τη διάρρηξη της συμφωνίας από τον αντισυμβαλλόμενο. Το λογικά προβλεπτό της ζημίας, όπως διαγράφεται από τη σύμβαση, είναι το μέτρο της αποζημίωσης. Ο κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της είναι, κατά κανόνα, ο χρόνος της διάρρηξης και το επίμετρο η διαφορά μεταξύ της τιμής αγοράς και της αξίας του ακινήτου κατά το χρόνο της διάρρηξης. Η τιμή αγοράς του ακινήτου ήταν £6.850,00 και η αξία του κατά το χρόνο της διάρρηξης, όπως συμφώνησαν τα μέρη, £8.900,00. Η διαφορά μεταξύ των δύο επιδικάστηκε ως αποζημίωση (£2.050,00).».

Σε ό,τι αφορά το συνήθως εφαρμοζόμενο μέτρο υπολογισμού της αποζημίωσης σε περιπτώσεις παράβασης σύμβασης πώλησης ακινήτου από τον αγοραστή κατόπιν τερματισμού της από τον πωλητή, το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Demari Kronos Ltd v. Gray, κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 264/2014, 22/02/2023, ECLI:CY:AD:2023:A62, αναφέρθηκε στις ανωτέρω αρχές και συγκεφαλαιώνοντας τις σχετικές αρχές της νομολογίας, ανέφερε τα ακόλουθα:

«(…) Στην Α.Ν. Stasis Estates Co. Ltd v. George Evans Edwards κ.ά. (1995) 1 Α.Α.Δ. 385, 393, αναφέρεται ότι “η ακύρωση της συμφωνίας την αποστερεί ισχύος από την ημέρα του τερματισμού της, παύει η συμφωνία να αποτελεί πηγή συμβατικών δικαιωμάτων για οποιοδήποτε από τα μέρη: Διασφαλίζεται όμως το δικαίωμα του αναίτιου μέρους να αξιώσει αποζημιώσεις για ζημιά την οποία υπέστη.”

Η αποζημίωση που θα δικαιούτο η Εφεσείουσα ήταν η διαφορά μεταξύ της τιμής πώλησης του διαμερίσματος στους Εφεσίβλητους και της αγοραίας του αξίας κατά το χρόνο της διάρρηξης της συμφωνίας (…). Αυτό είναι το κλασσικό μέτρο σε περιπτώσεις αυτής της φύσης (Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos (1982) 1 C.L.R. 499, 519 και 520 και Δημήτρη κ.ά. ν. Beven κ.ά. (1999) 1(Α) Α.Α.Δ. 663, 672).».

Στην εν λόγω απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η οποία δόθηκε δια του Δικαστή Μαλαχτού, έγινε επίσης αναφορά στην απαίτηση για τη δέουσα δικογράφηση του σχετικού ζητήματος. Ειδικότερα, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

«Αξίωση σε αυτή τη βάση δεν είχε προωθηθεί πρωτόδικα μέσω της Ανταπαίτησης (και τροποποιημένης) που η Εφεσείουσα είχε καταχωρίσει. Απουσιάζει δικογραφημένος ισχυρισμός ότι η αξία του επίδικου διαμερίσματος ήταν κατά τον τερματισμό συγκεκριμένη ή έστω ότι ήταν μικρότερη από την τιμή πώλησης του στους Εφεσίβλητους και ό,τι δικογραφείτο ως Λεπτομέρειες Ειδικών Ζημιών ήταν ότι η Εφεσείουσα θα είχε απώλειες εσόδων ως το υπόλοιπο του λογαριασμού των Εφεσίβλητων.  Απουσιάζει ο βασικός ισχυρισμός που θα επέτρεπε να ληφθεί υπόψη σχετική με την αξία του διαμερίσματος μαρτυρία και να υπολογιστεί η αποζημίωση της Εφεσείουσας (Παπαγεωργίου ν. Κλάππα (1991) 1 Α.Α.Δ. 24, 28-9, Παπακόκκινου & άλλες ν. Θεοδοσίου (1991) 1 Α.Α.Δ. 379, 382, Πουρίκκος ν. Σάββα & άλλων (1991) 1 Α.Α.Δ. 507, 517, Βραχίμη ν. Κουλουμπρή (1992) 1(Β) Α.Α.Δ. 836, 839-40, Παφίτης και άλλοι ν. Κουκουρή κ.ά. (1992) 1(Β) Α.Α.Δ. 1154, 1158 και Χριστοδούλου ν. Περικλέους (1998) 1(Β) Α.Α.Δ.  1122, 1131, Βοσκού κ.ά. ν. Ζήνωνος (2003) 1(Β) Α.Α.Δ. 695, 699, Μελάς ν. Κυριάκου (2003) 1(Β) Α.Α.Δ. 826, 835-6 και Κάτζιη ν. Φουκαρίδης & Σία Λτδ Εργολάβοι Ελαιοχρωματιστές, Πολ. Έφ. Αρ.40/2011, ημερ.11.7.2017, ECLI:CY:AD:2017:A258, ECLI:CY:AD:2017:A258). (…).  Ούτε και ενώπιον μας έγινε αναφορά στην απουσία τέτοιας δικογραφημένης αξίωσης, ούτε και ζητήθηκε συναφώς οτιδήποτε.  Επομένως, δεν μπορεί να της αποδοθεί αποζημίωση στη βάση που τώρα ζητά  και ό,τι μπορεί να της επιδικαστεί είναι ονομαστικές αποζημιώσεις για παράβαση της επίδικης συμφωνίας από τους Εφεσίβλητους.».

Σχετική είναι και η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αγαπίου, κ.α. ν. Λεωνίδου, (2007) 1 Α.Α.Δ. 50. Στην υπόθεση εκείνη, η ενάγουσα διεκδίκησε με την αγωγή της την επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.2.000, το οποίο είχε καταβάλει στους εναγομένους κατά την υπογραφή συμφωνίας για την αγορά κατοικίας ιδιοκτησίας τους. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι ο τερματισμός της σύμβασης οφειλόταν στην υπαναχώρηση της ενάγουσας, πλην όμως της επιδίκασε το πιο πάνω ποσό, κρίνοντας ότι αυτό αποτελούσε μέρος του συμφωνηθέντος τιμήματος. Οι εναγόμενοι άσκησαν έφεση και υποστήριξαν, μεταξύ άλλων, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν τους επιδίκασε στα πλαίσια της ανταπαίτησης τους, ως αποζημίωση, τη διαφορά μεταξύ του συμφωνηθέντος τιμήματος των Λ.Κ.62.000 και του τιμήματος των Λ.Κ.60.500, έναντι του οποίου ισχυρίζονταν ότι είχαν μεταπωλήσει την κατοικία σε τρίτο πρόσωπο, λίγους μήνες αργότερα. Εξετάζοντας τον συγκεκριμένο λόγο έφεσης, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθώς αποφάσισε πως δεν υπήρχαν ενώπιόν του επαρκή αποδεικτικά στοιχεία βάσει των οποίων να μπορούσε να προσδιορισθεί το μέτρο της αποζημίωσης για την παράβαση της επίδικης σύμβασης. Ειδικότερα, επισήμανε ότι η κατ’ ισχυρισμό μεταγενέστερη σύμβαση πώλησης προς τρίτο, ελλείψει άλλων επαρκών αποδεικτικών στοιχείων και, ιδίως, στοιχείων αναφορικά με την αγοραία αξία της κατοικίας κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν μπορούσε, αφ’ εαυτής, να αποτελέσει το μέτρο υπολογισμού της αποζημίωσης.

Προσέγγιση η οποία υιοθετήθηκε και από το Εφετείο στην υπόθεση Saturn Building Co Ltd v. Ch. Ierodiakonou Enterprises Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 188/2018, 27/09/2024. Το Εφετείο, με την απόφασή του, η οποία εκδόθηκε δια της Δικαστού Τουμαζή, υιοθέτησε τη θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι, ενόψει της σημαντικής διαφοράς μεταξύ του τιμήματος της επίδικης συμφωνίας και του αισθητά χαμηλότερου τιμήματος έναντι του οποίου τα επίδικα ακίνητα πωλήθηκαν τελικώς σε τρίτο, ήταν αναγκαία η προσαγωγή αποδεκτής μαρτυρίας ως προς την αγοραία αξία των ακινήτων κατά τον ουσιώδη χρόνο, η οποία να δικαιολογεί τη μεταπώλησή τους στο χαμηλότερο εκείνο τίμημα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε κρίνει ότι η μαρτυρία που προσφέρθηκε διά του ΜΥ1, ο οποίος δεν κατέθεσε ως πραγματογνώμονας, περιοριζόταν σε γενικές αναφορές περί μείωσης των τιμών των ακινήτων κατά τα επόμενα έτη και στο ότι η εναγόμενη προέβη στην πώληση λόγω πιεστικών οικονομικών υποχρεώσεων, χωρίς όμως να παρέχει αποδεικτική βάση ως προς την αγοραία αξία των επίδικων ακινήτων κατά τον κρίσιμο χρόνο. Το Εφετείο υιοθέτησε την προσέγγιση αυτή και, παραπέμποντας στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Demari Kronos Ltd v. Gray, κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 264/2014, 22/02/2023, ECLI:CY:AD:2023:A62 ανωτέρω, κατέληξε ότι, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, ήταν αναγκαία «μαρτυρία για την αγοραία αξία των ακινήτων, κατά το χρόνο διάρρηξης της συμφωνίας.».

Ως προς τα πιο πάνω, βλέπε επίσης τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Βερναρδάκη ν. Oldendorff, Πολιτική Έφεση Αρ. 95/2012, 20/01/2017, ECLI:CY:AD:2017:A14, Cyfield Development Co Ltd v. ITec (Cyprus) Ltd, (2012) 1 Α.Α.Δ. 957 και Καλογήρου ν. A. Zakheos Estates, κ.α., (2008) 1 Α.Α.Δ. 1260.

Στην προκείμενη περίπτωση, η Ενάγουσα, με την παράγραφο 9 της Έκθεσης Απαίτησής της, θεμελίωνε στα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά την επικαλούμενη εναντίον του Εναγομένου βάση της Αγωγής της, καθώς και τις συναφείς αξιώσεις της, τα οποία δικογραφικά αποτύπωσε ως ακολούθως:

«9. Οι Ενάγοντες, ως αποτέλεσμα της παράβασης υπό του Εναγομένου των συμφωνηθέντων δια της συμφωνίας ημερομηνίας 25/11/2012, υπέστησαν ζημία και/ή απώλεια κέρδους ως ακολούθως:

ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΤΗΣ ΖΗΜΙΑΣ ΚΑΙ/Ή ΑΠΩΛΕΙΑΣ ΚΕΡΔΟΥΣ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ

(α) Ποσό €204.105, το οποίο συνιστά το κέρδος το οποίο θα αποκόμιζαν οι Ενάγοντες από τη πώληση του Διαμερίσματος δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας πώλησης στον Εναγόμενο.

(β) Νόμιμο τόκο επί του εις (α) ανωτέρω αναφερομένου ποσού από 08/01/2014 μέχρι πλήρους εξοφλήσεως.».

Κατά την ακρόαση της υπόθεσης, η Ενάγουσα επιχείρησε, διά του ΜΕ1, να προσάγει μαρτυρία προς υποστήριξη της πιο πάνω, κατά τον συγκεκριμένο τρόπο δικογραφημένης, αξίωσής της περί «απώλειας κέρδους», ως συνέπειας της φερόμενης παράβασης από τον Εναγόμενο της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1. Η εν λόγω μαρτυρία αποκλείστηκε με την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 29/09/2025, το σκεπτικό της οποίας δεν υπάρχει λόγος να επαναληφθεί. Μετά το πέρας της ακρόασης, και υπό το φως της αξιολόγησης της μαρτυρίας, ιδίως εκείνης του ΜΕ1, η οποία απορρίφθηκε για τους λόγους που εκτέθηκαν ανωτέρω, καθώς και των ευρημάτων του Δικαστηρίου επί των πραγματικών περιστατικών βάσει της αποδεκτής μαρτυρίας, η πιο πάνω αξίωση της Ενάγουσας δεν μπορεί να επιτύχει, ελλείψει πραγματικού υποβάθρου που να τη στηρίζει.

Περαιτέρω, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, ανεξαρτήτως της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η μαρτυρία που προσήγαγε η Ενάγουσα διά των ΜΕ1 και ΜΕ2 γινόταν αποδεκτή ως αξιόπιστη, όπως εκείνη του ΜΕ3, και απορριπτόταν η μαρτυρία του Εναγομένου, η εν λόγω αξίωση και πάλι δεν θα μπορούσε να επιτύχει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες αρχές δικαίου. Και τούτο, αφενός, διότι η Ενάγουσα, όπως είναι εμφανές από το δικόγραφο της Έκθεσης Απαίτησης της, δεν θεμελίωσε την αξίωσή της επί του συνήθως εφαρμοζόμενου μέτρου υπολογισμού της αποζημίωσης, ήτοι επί της διαφοράς μεταξύ του συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης του επίδικου Διαμερίσματος βάσει της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, και της αγοραίας αξίας του κατά τον χρόνο του τερματισμού της σύμβασης, ήτοι στις 08/01/2014, όταν, κατ' εντολή της Ενάγουσας, απεστάλη προς τον Εναγόμενο η επιστολή του δικηγόρου κ. Χρίστου Τριανταφυλλίδη ημερομηνίας 08/01/2014, Τεκμήριο 9. Με την επιστολή εκείνη, και με ρητή αναφορά στη Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, δηλωνόταν ότι, λόγω της μη συμμόρφωσης του Εναγομένου προς την απαίτηση που είχε τεθεί με την προγενέστερη επιστολή ημερομηνίας 14/11/2013, Τεκμήριο 8, για καταβολή του ποσού των €163.000, το οποίο προβλεπόταν ως προκαταβολή δυνάμει του όρου 4 της Σύμβασης μέχρι τις 25/11/2013, χρόνος ο οποίος είχε καταστεί ουσιώδης, η Ενάγουσα τερμάτιζε με άμεση ισχύ τη Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, επιφυλασσόμενη παντός νομίμου δικαιώματός της.

Όπως και στην υπόθεση Demari Kronos Ltd v. Gray, κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 264/2014, 22/02/2023, ECLI:CY:AD:2023:A62, στην οποία έγινε ήδη αναφορά, έτσι και στην προκείμενη περίπτωση, απουσιάζει δικογραφημένος ισχυρισμός ότι η αγοραία αξία του επίδικου Διαμερίσματος κατά τον χρόνο του τερματισμού της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1 «ήταν συγκεκριμένη ή, έστω, ότι ήταν μικρότερη από το τίμημα έναντι του οποίου αυτό μεταπωλήθηκε» σε τρίτο πρόσωπο. Περαιτέρω, και εν πάση περιπτώσει, η Ενάγουσα δεν προσήγαγε οποιαδήποτε μαρτυρία ως προς την αγοραία αξία του επίδικου Διαμερίσματος κατά τον κρίσιμο χρόνο ούτε, άλλωστε, ως προς την ακριβή ημερομηνία κατά το έτος 2015 κατά την οποία, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του ΜΕ1, το επίδικο Διαμέρισμα πωλήθηκε τελικώς σε τρίτο πρόσωπο (βλ. και Αγαπίου, κ.α. ν. Λεωνίδου, (2007) 1 Α.Α.Δ. 50 και Saturn Building Co Ltd v. Ch. Ierodiakonou Enterprises Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 188/2018, 27/09/2024, στις οποίες έγινε ήδη αναφορά).

Όπως έχει επισημανθεί από το Court of Appeal for Ontario, Καναδά, στην υπόθεση The Rosseau Group Inc. v. 2528061 Ontario Inc., 2023 ONCA 814, υπάρχουν διάφοροι λόγοι για τους οποίους το συνήθως εφαρμοζόμενο μέτρο υπολογισμού της αποζημίωσης, ήτοι η διαφορά μεταξύ του συμβατικού τιμήματος πώλησης και της αγοραίας αξίας του ακινήτου κατά τον χρόνο της διάρρηξης της σύμβασης, αποτελεί το τεκμαιρόμενο μέτρο της αποζημίωσης που δικαιούται ο μη υπαίτιος συμβαλλόμενος και δεν πρέπει να παρεκκλίνεται από αυτό παρά μόνον κατ’ εξαίρεση.

Συνεπώς, ακόμη και εάν ήθελε υποτεθεί ότι η προαναφερόμενη νομολογία, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου και του Εφετείου, κατά περίπτωση, στις υποθέσεις Αγαπίου, κ.α. ν. Λεωνίδου, (2007) 1 Α.Α.Δ. 50, Demari Kronos Ltd v. Gray, κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 264/2014, 22/02/2023, ECLI:CY:AD:2023:A62, και Saturn Building Co Ltd v. Ch. Ierodiakonou Enterprises Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 188/2018, 27/09/2024, δεν υιοθετεί αρχή δικαίου χωρίς εξαιρέσεις, κάθε απόκλιση από το τεκμαιρόμενο αυτό μέτρο αποζημίωσης πρέπει, όπως αναφέρεται στην πιο πάνω απόφαση του Court of Appeal for Ontario, να θεμελιώνεται σε συγκεκριμένη νομική αρχή. Στην προκείμενη περίπτωση, όμως, η Ενάγουσα δεν προέβαλε, μέσω της αγόρευσης του συνηγόρου της, οποιαδήποτε νομική επιχειρηματολογία που να δικαιολογεί τέτοια απόκλιση. Ούτε, άλλωστε, από τη μαρτυρία προκύπτει οποιοδήποτε πραγματικό περιστατικό που να δικαιολογεί την εφαρμογή κατ’ εξαίρεση διαφορετικού μέτρου υπολογισμού της αποζημίωσης. Εν πάση περιπτώσει, ο εξαιρετικός χαρακτήρας μιας τέτοιας παρέκκλισης δεν θα δικαιολογούσε το Δικαστήριο να αναζητήσει αυτεπαγγέλτως νομική βάση προς θεμελίωσή της, ελλείψει σχετικής επιχειρηματολογίας από πλευράς της Ενάγουσας.

Στην υπόθεση The Rosseau Group Inc. v. 2528061 Ontario Inc., 2023 ONCA 814, στην οποία έγινε ήδη αναφορά, το Court of Appeal, εξετάζοντας το πιο πάνω ζήτημα, προσδιόρισε τους δύο κύριους λόγους για τους οποίους το συνήθως εφαρμοζόμενο μέτρο υπολογισμού της αποζημίωσης αποτελεί το τεκμαιρόμενο μέτρο της αποζημίωσης που δικαιούται ο μη υπαίτιος συμβαλλόμενος, ως ακολούθως:

«First, when a purchase contract is performed, the purchaser pays the purchase price on closing and obtains, on the same date, ownership of an asset. Damages are awarded on the principle that the innocent party, as nearly as possible, should be put in the position it would have been in if the contract had been performed. Using, as the measure of damages, the difference between the purchase price and the land's market value on the closing date puts this principle into effect: (…). The market value represents the financial equivalent of the asset itself.

Second, commercial certainty is enhanced by a predictable damages methodology. This court has stated that an early, and predictable, date on which the innocent party's damages are crystallized promotes efficient behaviour and reduces uncertainty and speculation: (…). Although made in the context of a sale of goods, the observation applies equally to the sale of land.».    

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος έγκειται στο ότι, όταν μια σύμβαση αγοράς εκτελείται, ο αγοραστής καταβάλλει το τίμημα αγοράς κατά την ολοκλήρωση της συναλλαγής και αποκτά, κατά τον ίδιο χρόνο, την κυριότητα του περιουσιακού στοιχείου. Δεδομένου ότι η αποζημίωση επιδικάζεται βάσει της αρχής ότι ο μη υπαίτιος συμβαλλόμενος πρέπει, κατά το δυνατόν, να τεθεί στη θέση στην οποία θα βρισκόταν εάν η σύμβαση είχε εκτελεσθεί, η χρήση, ως μέτρου υπολογισμού της αποζημίωσης, της διαφοράς μεταξύ του τιμήματος αγοράς και της αγοραίας αξίας του ακινήτου κατά την ημερομηνία ολοκλήρωσης της συναλλαγής ή κατά τον χρόνο της διάρρηξης της σύμβασης, υλοποιεί την εν λόγω αρχή. Και τούτο, καθότι η αγοραία αξία αντιπροσωπεύει το χρηματικό ισοδύναμο του ίδιου του περιουσιακού στοιχείου κατά τον κρίσιμο χρόνο, λαμβάνοντας υπόψη τη βέλτιστη και πλέον αποδοτική χρήση του ακινήτου, καθώς και, στην περίπτωση ακινήτου υπό ανάπτυξη ή υπό ανακατασκευή, την αξία της αναπτυξιακής του δυνατότητας. Με άλλα λόγια, η αγοραία αξία ενσωματώνει, κατά την ημερομηνία αποτίμησης, την εκτίμηση της αγοράς ως προς την αξία τόσο της υφιστάμενης κατάστασης του ακινήτου όσο και των δυνητικών μελλοντικών χρήσεων και δυνατοτήτων αξιοποίησής του από τον κύριό του. Συναφώς, η αγοραία αξία κατά την ημερομηνία αποτίμησης λαμβάνει υπόψη και τον χρόνο που απαιτείται για την πραγμάτωση της ως άνω ευκαιρίας που παρέχει το ακίνητο, καθώς και τον κίνδυνο η δυνατότητα αυτή να μην υλοποιηθεί πλήρως ή να μην υλοποιηθεί καθόλου. Η αγοραία αξία αποτελεί, επομένως, την τιμή στην οποία μέρη με επαρκή γνώση, συναλλασσόμενα σε συνθήκες ανεξαρτησίας, είναι διατεθειμένα να προβούν σε συναλλαγή, λαμβανομένης υπόψη της εκτίμησής τους ως προς την ευκαιρία που παρέχει το ακίνητο και την πιθανότητα επιτυχούς αξιοποίησής της. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην ανωτέρω απόφαση:

«(…) the price at which knowledgeable arms’ length parties are prepared to transact given their assessment of the opportunity the land provides and the chance of realizing on it successfully».

Θέτει αντικειμενικό κριτήριο, το οποίο, σε υποθέσεις όπως η υπό εξέταση, εξυπηρετεί, για τους λόγους που εξηγούνται ακολούθως σε ό,τι αφορά τον δεύτερο λόγο, τους σκοπούς του δικαίου.

Ο δεύτερος λόγος, αφορά στο ότι η ασφάλεια των συναλλαγών ενισχύεται μέσω μιας προβλέψιμης μεθοδολογίας υπολογισμού της αποζημίωσης. Όπως τονίζεται, ο έγκαιρος και προβλέψιμος προσδιορισμός του χρονικού σημείου κατά το οποίο η ζημία του μη υπαίτιου συμβαλλομένου καθίσταται οριστική ή αποκρυσταλλώνεται, αλλά και η μεθοδολογία υπολογισμού της, προάγει την αποτελεσματική συμπεριφορά των μερών και περιορίζει την αβεβαιότητα και την κερδοσκοπία.

Συνεπώς, όπως ανέφερε το Court of Appeal for Ontario, Καναδά, στην υπόθεση Block Developments Inc. v. Brewers Retail Inc., 2026 ONCA 431, υιοθετώντας το ανωτέρω σκεπτικό της υπόθεσης The Rosseau Group Inc. v. 2528061 Ontario Inc., 2023 ONCA 814, η απόκλιση από το ανωτέρω συνήθως εφαρμοζόμενο μέτρο υπολογισμού της αποζημίωσης δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο για λόγο που εδράζεται σε νομική αρχή. Τέτοια απόκλιση μπορεί, μεταξύ άλλων, να συνδέεται με την περίπτωση κατά την οποία, η χρήση της αγοραίας αξίας δεν αντανακλά το είδος της ζημίας που υπέστη ο μη υπαίτιος συμβαλλόμενος. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται για το ζήτημα αυτό από το Alberta Court of Appeal, Καναδά, στην υπόθεση Remington Development Corporation v. Canadian Pacific Railway Company, 2025 ABCA 244:

«The normal measure “may be rebutted by special circumstances showing the market’s knowledge is deficient—for example, by failing to capture an enhanced value (including for a specified development) known to the parties at the time of contracting”.».

Στην προκείμενη περίπτωση, από πλευράς της Ενάγουσας δεν δικογραφήθηκε στην Έκθεση Απαίτησής της, ούτε προέκυψε από τη μαρτυρία που προσκόμισε ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ακρόαση της υπόθεσής της ─ανεξαρτήτως της αξιολόγησης της εν λόγω μαρτυρίας, όπως ήδη αναφέρθηκε─ οποιαδήποτε τέτοια ειδική περίσταση, η οποία να καταδεικνύει ότι, στην παρούσα περίπτωση, η «γνώση της αγοράς» ήταν ελλιπής. Υπό τα δεδομένα αυτά, διαφορετική προσέγγιση του ζητήματος, βασιζόμενη στην παράμετρο του κέρδους και, ειδικότερα, στην προβαλλόμενη απώλεια κέρδους του πωλητή, ήτοι σε στοιχείο κατ’ εξοχήν υποκειμενικό από την πλευρά του, χωρίς την προσκόμιση πραγματογνωμοσύνης ως προς την αγοραία αξία, η οποία εδράζεται σε αντικειμενικά κριτήρια, θα ήταν ακροασφαλής, θα δυσχέραινε τον αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο τόσο της βασιμότητας όσο και του ύψους της σχετικής αξίωσης αποζημίωσης και θα προήγε την αβεβαιότητα και την κερδοσκοπία, αντί να υπηρετεί την ασφάλεια των συναλλαγών.       

Εικονική δικαιοπραξία και η ανταπαίτηση του Εναγόμενου.

Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, στην παρούσα υπόθεση ανακύπτει ζήτημα εικονικής δικαιοπραξίας μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγομένου, ως προς τη νομική διάσταση του οποίου κρίνεται σκόπιμο, πριν από τη διατύπωση των ειδικών ευρημάτων του Δικαστηρίου επί του προκειμένου, να αναφερθούν τα ακόλουθα.

Στην υπόθεση Snook v. London and West Riding Investments Ltd, [1967] 2 QB 786, το Court of Appeal, Ηνωμενου Βασιλείου, διά του μ. Λόρδου Δικαστή (ως ήταν τότε) Diplock, περιέγραψε την έννοια της εικονικής δικαιοπραξίας («sham») με τους ακόλουθους όρους:    

«(…) acts done or documents executed by the parties to the 'sham' which are intended by them to give to third parties or to the court the appearance of creating between the parties legal rights and obligations different from the actual legal rights and obligations (if any) which the parties intend to create.».

Όπως αναφέρθηκε από τη Λαίδη Δικαστή (ως ήταν τότε) Arden, στην υπόθεση Stone (Inspector of Taxes) v, Hitch, [2001] EWCA Civ 63 ενώπιον του Court of Appeal:

«The parties must have intended to create different rights and obligations from those appearing from (say) the relevant document, and in addition must have intended to give a false impression of those rights and obligations to third parties.».

Παρομοίως, το Federal Court of Australia στην υπόθεση Sharrment Pty Ltd, a.o. v. Official Trustee in Bankruptcy, (1988) 18 FCR 449, δια του μ. Δικαστή (ως ήταν τότε) Lockhart ανέφερε:

«A “sham” is therefore, (…), something that is intended to be mistaken for something else or that is not really what it purports to be. It is a spurious imitation, a counterfeit, a disguise or a false front. It is not genuine or true, but something made in imitation of something else or made to appear to be something which it is not. It is something which is false or deceptive.».

Ενώ το High Court of Australia, στην υπόθεση Equuscorp Pty Ltd v. Glengallan Investments Pty Ltd, [2004] HCA 55, υιοθετώντας την ίδια προσέγγιση, ανέφερε τα ακόλουθα:

«”Sham” is an expression which has a well-understood legal meaning. It refers to steps which take the form of a legally effective transaction but which the parties intend should not have the apparent, or any, legal consequences.».

Εικονική δικαιοπραξία είναι, συνεπώς, πράξη που διενεργείται ή έγγραφο που καταρτίζεται από τα μέρη της, με κοινή πρόθεση να δημιουργηθεί στους τρίτους η εντύπωση ότι γεννώνται μεταξύ τους έννομα δικαιώματα και υποχρεώσεις διαφορετικά από εκείνα που πράγματι επιδίωκαν να δημιουργήσουν ή ότι γεννώνται έννομα δικαιώματα και υποχρεώσεις, ενώ στην πραγματικότητα δεν επιδίωκαν να δημιουργήσουν κανένα.

Το κρίσιμο ζήτημα, επομένως, όταν εξετάζεται θέμα εικονικής δικαιοπραξίας και, ειδικότερα, εικονικής σύμβασης, είναι κατά πόσον οι συμβαλλόμενοι είχαν την κοινή πρόθεση, η εξεταζόμενη σύμβαση να επιφέρει τα έννομα αποτελέσματα που φαινόμενα παρήγε. Σημειώνοντας ως προς αυτό ότι, μέρος που συμπράττει σε εικονική δικαιοπραξία, χωρίς να γνωρίζει ή να ενδιαφέρεται για το περιεχόμενο του εγγράφου που υπογράφει, θεωρείται ότι διαθέτει την αναγκαία αυτή πρόθεση (βλ. Midland Bank plc v. Wyatt, [1997] 1 BCLC 242 (Ch), Re Esteem Settlement, 2003 JLR 188 και Sayers a.a. v. Dixon a.a., [2025] EWHC 1886 (Ch)).  

Στο πλαίσιο αυτό, το έργο του Δικαστηρίου περιγράφηκε από τον Δικαστή (ως ήταν τότε) Kirby, στην υπόθεση Raftland Pty Ltd v. Federal Commissioner of Taxation, [2008] HCA 21 ενώπιον του High Court of Australia, ως η εξέταση των προθέσεων των συμβαλλομένων, όπως αυτές αποτυπώνονται στα συμβατικά έγγραφα, σε αντιπαραβολή προς τις δικές τους καταθέσεις επί του ζητήματος, εφόσον υπάρχουν, καθώς και προς τα διαθέσιμα αντικειμενικά αποδεικτικά στοιχεία που τείνουν να καταδείξουν ποια ήταν πράγματι η κοινή τους πρόθεση. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε:

«(…) [the testing of] the intentions of the parties, as expressed in the documentation, against their own testimony on the subject (if any) and the available objective evidence tending to show what that intention really was.».

Συναφώς, κατά τη διακρίβωση του κατά πόσον μία δικαιοπραξία είναι εικονική, είναι παραδεκτή η προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με την υποκειμενική πρόθεση των συμβαλλομένων. Επί του ζητήματος αυτού, το Court of Appeal, Ηνωμένου Βασιλείου, στην υπόθεση Hitch v. Stone (Inspector of Taxes), [2001] EWCA Civ 63, παραπέμποντας στην πιο πάνω απόφαση Snook v. London and West Riding Investments Ltd, [1967] 2 QB 786, ανέφερε τα ακόλουθα: «(…) the test of intention is subjective. The parties must have intended to create different rights and obligations from those appearing from (say) the relevant document, and in addition they must have intended to give a false impression of those rights and obligations to third parties.». Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την ίδια απόφαση, το Δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη εξωγενή μαρτυρία, συμπεριλαμβανομένων των εξηγήσεων που παρέχουν οι συμβαλλόμενοι και της περιστατικής μαρτυρίας, όπως η μεταγενέστερη συμπεριφορά τους, καθώς και το κατά πόσον, στην πράξη, ενεργούσαν κατά τρόπο ασυμβίβαστο προς όσα εμφανίζονταν να έχουν συμφωνήσει («doing one thing and saying another»).

Αναφορικά με τη σημασία της μεταγενέστερης συμπεριφοράς των συμβαλλομένων κατά τη διερεύνηση του κατά πόσον μία δικαιοπραξία είναι εικονική, ο Δικαστής (ως ήταν τότε) Neuberger, στην υπόθεση National Westminster Bank Plc v. Jones, [2000] EWHC 1565 (Ch), με αναφορά στην απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων (ως ήταν τότε), Ηνωμένου Βασιλείου στην υπόθεση AG Securities v. Vaughan, [1990] 1 AC 417, εξήγησε τα ακόλουθα:

«(…) when considering whether a transaction is a sham, the court is not restricted to considering activities which took place before or at the time of the transaction: it is perfectly proper to consider how the parties subsequently acted. In AG Securities [1990] 1 AC 417 at 475  E-F, Lord Jauncey said that the defendants contended that:

“[A]lthough the subsequent actions of the parties may not be prayed in aid for the purposes of construing the agreements they may be looked at for the purpose of determining whether or not parts of the agreement are a sham in the sense that they were intended merely as ‘dressing up’ and not as provisions to which any effect would be given.”».

Όπως αναφέρεται από το High Court, Ηνωμένου Βασιλείου στην υπόθεση Bhura v. Bhura, [2014] EWHC 727 (Fam), το βάρος απόδειξης φέρει ο διάδικος που ισχυρίζεται ότι η επίδικη δικαιοπραξία είναι εικονική, ενώ το απαιτούμενο επίπεδο απόδειξης είναι εκείνο που εφαρμόζεται γενικώς στις αστικές υποθέσεις, ήτοι η απόδειξη κατά το μέτρο της στάθμισης των πιθανοτήτων.

Δεδομένου ότι η εικονική δικαιοπραξία ενέχει στοιχείο ανεντιμότητας, ισχύει ιδιαίτερα ισχυρό τεκμήριο ότι τα μέρη επιδιώκουν να δεσμεύονται από τους όρους των συμφωνιών που συνάπτουν, οι οποίες, εκ πρώτης όψεως, εμφανίζονται ως απολύτως έγκυρες και κανονικές, και ότι προτίθενται αυτές να παράγουν τα φαινόμενα έννομα αποτελέσματά τους, ήτοι να τηρήσουν τις αντίστοιχες υποχρεώσεις τους και να απολαύσουν τα αντίστοιχα δικαιώματά τους. Ωστόσο, τούτο δεν συνεπάγεται αυξημένο επίπεδο απόδειξης, το οποίο εξακολουθεί να είναι εκείνο της στάθμισης των πιθανοτήτων. Παρά ταύτα, το σχετικό κριτήριο είναι ιδιαιτέρως αυστηρό και, ενόψει της σοβαρότητας του σχετικού ισχυρισμού, απαιτούνται ιδιαίτερα σαφή και πειστικά αποδεικτικά στοιχεία. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο οφείλει να επιδεικνύει τη δέουσα επιφύλαξη προτού καταλήξει σε διαπίστωση ανεντιμότητας, χωρίς όμως η επιφύλαξη αυτή να φθάνει στο σημείο να καθίσταται αφελής ή να παραγνωρίζει την πραγματικότητα (βλ. επίσης National Westminster Bank Plc v. Jones, [2000] EWHC 1565 (Ch), ανωτέρω).

Ως προς τις έννομες συνέπειες της διαπίστωσης ότι μία δικαιοπραξία είναι εικονική, το High Court, Ηνωμένου Βασιλείου στην υπόθεση PCP Capital Partners LLP a.o. v. Barclays Bank Plc, [2021] EWHC 307 (Comm), ανέφερε τα ακόλουθα:

«If a document made or actions taken by the relevant parties are found to be a “sham” the legal consequence is that they do not have the legal effect which they purport to have. In contractual terms, neither side has the intention of creating the legal relations which they have purported to create.».

Οι πιο πάνω αρχές έχουν υιοθετηθεί και από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως προκύπτει από τις αποφάσεις του στις υποθέσεις Thomas Liobay Development Ltd, κ.α. ν. Marfin Popular Bank Public Company Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 30/2013, 14/04/2020, Marfin Popular Bank Public Company Ltd ν. Μιχαήλ, (2012) 1 Α.Α.Δ. 41 και Σολωμού, κ.α. ν. Marfin Popular Bank Public Company Ltd, (2011) 1 Α.Α.Δ. 36

Στην προκείμενη περίπτωση, δεδομένου ότι η εγκυρότητα της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, αποτύπωνε γραπτώς τα συμφωνηθέντα μεταξύ αυτής και του Εναγομένου και στη φερόμενη παράβαση της οποίας, κατόπιν του ισχυριζόμενου τερματισμού της, στήριζε τις αξιώσεις της εναντίον του, αμφισβητήθηκε από τον Εναγόμενο, το Δικαστήριο, όπως προκύπτει και από τα προαναφερόμενα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, αποδέχθηκε εξωγενή μαρτυρία προς διερεύνηση των συνθηκών σύναψής της, προκειμένου να διαπιστώσει την πραγματική φύση και το περιεχόμενο της επίδικης συναλλαγής, καταλήγοντας, κατόπιν αξιολόγησης της εν λόγω μαρτυρίας, στα πιο πάνω ευρήματα (βλ. Thomas Liobay Development Ltd, κ.α. ν. Marfin Popular Bank Public Company Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 30/2013, 14/04/2020, ανωτέρω).

Ως προς τα ανωτέρω και επειδή, όπως ήδη αναφέρθηκε, η εικονική δικαιοπραξία ενέχει στοιχείο ανεντιμότητας και, ως εκ τούτου, ισχύει ιδιαίτερα ισχυρό τεκμήριο ότι τα μέρη επιδιώκουν να δεσμεύονται από τους όρους των συμφωνιών που συνάπτουν, οι οποίες, εκ πρώτης όψεως, εμφανίζονται ως απολύτως έγκυρες και κανονικές, και ότι προτίθενται αυτές να παράγουν τα φαινόμενα έννομα αποτελέσματά τους, ήτοι να τηρήσουν τις αντίστοιχες υποχρεώσεις τους και να απολαύσουν τα αντίστοιχα δικαιώματά τους, το Δικαστήριο, έχοντας προηγουμένως προειδοποιήσει δεόντως τον εαυτό του, όπως διαφαίνεται από την αποτύπωση της αξιολόγησης της μαρτυρίας, προσέγγισε το ζήτημα με ιδιαίτερη επιφύλαξη, όπως όφειλε.

Στο πλαίσιο της προσπάθειάς του να διακριβώσει την αλήθεια και να εξετάσει κατά πόσον, στην προκείμενη περίπτωση, αναδεικνυόταν στοιχείο ανεντιμότητας, το Δικαστήριο προέβη σε εξέταση των προθέσεων της Ενάγουσας και του Εναγομένου, όπως αυτές αποτυπώνονταν στις πιο πάνω Συμβάσεις και, ειδικότερα, στη Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, σε αντιπαραβολή προς τις ενώπιόν του καταθέσεις και τις εξηγήσεις που παρείχαν επί του προκειμένου, ιδίως ο ΜΕ1 και ο Εναγόμενος, καθώς και προς τα διαθέσιμα αντικειμενικά αποδεικτικά στοιχεία που έτειναν να καταδείξουν ποια ήταν πράγματι η κοινή τους πρόθεση. Στα στοιχεία αυτά περιλαμβάνονταν, μεταξύ άλλων, η ανταλλαγείσα μεταξύ τους αλληλογραφία, είτε προσωπικά είτε μέσω των συνηγόρων τους, η περιστατική μαρτυρία, συμπεριλαμβανομένης της μεταγενέστερης συμπεριφοράς τους, το γεγονός ότι η Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, ουδέποτε χαρτοσημάνθηκε ούτε κατατέθηκε στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ως επιβάρυνση για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης, ότι η επίκληση συμβατικών δικαιωμάτων από πλευράς της Ενάγουσας έλαβε χώρα για πρώτη φορά πολλούς μήνες μετά την υπογραφή της και ότι, με την πρώτη επιστολή ημερομηνίας 21/05/2013, Τεκμήριο 4, η οποία απεστάλη προς τον Εναγόμενο από την Ε. Νεοφύτου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. εκ μέρους της Ενάγουσας, γινόταν επίκληση της Σύμβασης της 22/12/2012, Τεκμήριο 2, χωρίς μέχρι τότε να είχε καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό έναντι του τιμήματος πώλησης από τον Εναγόμενο, καθώς και η συνύπαρξη των δύο πιο πάνω Συμβάσεων. Όλα τα πιο πάνω, όπως και άλλα, συνεκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση της ενώπιόν του τεθείσας μαρτυρίας, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον, στην πράξη, η συμπεριφορά της Ενάγουσας και του Εναγομένου ήταν συμβατή προς όσα εμφανίζονταν, βάσει των πιο πάνω Συμβάσεων και ιδίως της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, να έχουν συμφωνήσει ή, αντιθέτως, ασυμβίβαστη προς αυτά. Το Δικαστήριο κρίνει ότι, για τους σκοπούς της παρούσας ενότητας της απόφασής του, αρκεί, χωρίς να επαναλάβει όσα έχουν ήδη εκτεθεί, να παραπέμψει, ως προς τα πιο πάνω, στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που προηγήθηκε και, ιδίως, στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ1 και του Εναγομένου.

Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, σε χρόνο προγενέστερο της 22/05/2013, ημερομηνία κατά την οποία ο Εναγόμενος παρέλαβε την επιστολή ημερομηνίας 21/05/2013, Τεκμήριο 4, η οποία του απεστάλη από την Ε. Νεοφύτου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. εκ μέρους της Ενάγουσας και με την οποία προβλήθηκαν για πρώτη φορά οι θέσεις της αναφορικά με την παρούσα υπόθεση και τις αξιώσεις της εναντίον του, και, πάντως, σε χρόνο κατά τον οποίο ο Εναγόμενος δεν είχε οποιονδήποτε λόγο να αναμένει την προβολή τέτοιων αξιώσεων, ο ΜΕ1 του ζήτησε να υπογράψει, υπό την ιδιότητά του ως αγοραστή, ορισμένα πωλητήρια έγγραφα της Ενάγουσας, περιλαμβανομένων της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, και της Σύμβασης της 22/12/2012, Τεκμήριο 2, προκειμένου, όπως του ανέφερε, να παρουσιαστούν σε τραπεζικό ίδρυμα ως ένδειξη πραγματοποίησης πώλησης, ώστε η Ενάγουσα να εξασφαλίσει χρηματοδότηση.

Ο Εναγόμενος, σύμφωνα πάντοτε με τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, λόγω της εμπιστοσύνης που έτρεφε προς τον ΜΕ1 και των καλών σχέσεων που διατηρούσαν, αποδέχθηκε να υπογράψει τα εν λόγω πωλητήρια έγγραφα προς εξυπηρέτησή του και πράγματι τα υπέγραψε, χωρίς να αναγνώσει το περιεχόμενό τους.

Παρότι ο Εναγόμενος δεν γνώριζε ούτε ενδιαφερόταν για το περιεχόμενο των πωλητηρίων εγγράφων που υπέγραψε, γνώριζε και αποτελούσε κοινή πρόθεση τόσο του ιδίου όσο και της Ενάγουσας, ενεργούσας μέσω του ΜΕ1, ως διευθυντή της, ότι με την υπογραφή των εγγράφων αυτών σκοπός ήταν να δημιουργηθεί έναντι τρίτου προσώπου, ήτοι τραπεζικού ιδρύματος, η εντύπωση ότι μεταξύ τους είχαν γεννηθεί έννομα δικαιώματα και υποχρεώσεις, ενώ στην πραγματικότητα κανένας από αυτούς επιδίωκε τη δημιουργία οποιασδήποτε τέτοιας έννομης σχέσης.

Υπό τα πιο πάνω ευρήματα, το Δικαστήριο καταλήγει ότι τα εν λόγω πωλητήρια έγγραφα, περιλαμβανομένων της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, και της Σύμβασης της 22/12/2012, Τεκμήριο 2, συνιστούσαν εικονικές δικαιοπραξίες και, ειδικότερα, εικονικές συμβάσεις. Ως εκ τούτου, δεν παρήγαν τα έννομα αποτελέσματα τα οποία εμφανίζονταν ότι παρήγαν, αφού, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ούτε η Ενάγουσα ούτε ο Εναγόμενος είχαν την πρόθεση να δημιουργήσουν τις έννομες σχέσεις που τα έγγραφα αυτά εμφανίζονταν να θεμελιώνουν. Το κατά πόσο τα πιο πάνω έγγραφα χρησιμοποιήθηκαν πράγματι στη συνέχεια από την Ενάγουσα και τον ΜΕ1 για τον συγκεκριμένο σκοπό αποτελεί, για τους σκοπούς του εξεταζόμενου ζητήματος, στοιχείο αδιάφορο.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η Ανταπαίτηση του Εναγομένου επιτυγχάνει κατά το μέρος που εδράζεται στο ανωτέρω σκεπτικό του Δικαστηρίου και αποτυγχάνει κατά το μέρος που υπερβαίνει ή διαφοροποιείται από τα ευρήματα και τα συμπεράσματα που έχουν ήδη εκτεθεί.   

Η συνύπαρξη των Συμβάσεων και η θεμελίωση της Αγωγής και των αξιώσεων της Ενάγουσας εναντίον του Εναγομένου στη Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1.

Στρεφόμενο τώρα το Δικαστήριο στην εξέταση του ζητήματος που ανακύπτει από τη συνύπαρξη των δύο πωλητηρίων εγγράφων, ήτοι της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, και της Σύμβασης της 22/12/2012, Τεκμήριο 2, κρίνει αναγκαίο να προηγηθεί αναφορά στη νομική αρχή που, κατά την εκτίμησή του, διέπει το ζήτημα υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, ιδίως υπό το πρίσμα της εκδοχής που η Ενάγουσα, διά του ΜΕ1, προώθησε ενώπιον του Δικαστηρίου, θεμελιώνοντας την Αγωγή και τις αξιώσεις της εναντίον του Εναγομένου στη Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1.    

Σε ό,τι αφορά το ζήτημα της υπαναχώρησης που συνάγεται σιωπηρά από τη συμπεριφορά των συμβαλλομένων («implied rescission»), αυτή μπορεί να ανακύψει όταν μια σύμβαση έχει τροποποιηθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μπορεί να υποστηριχθεί ότι οι συμβαλλόμενοι, σιωπηρά και διά της συμπεριφοράς τους, υπαναχώρησαν από την αρχική σύμβαση και την αντικατέστησαν με νέα.

Το Court of Appeal, Ηνωμένου Βασιλείου, στην υπόθεση Frangou v. Frangos, [2023] EWCA Civ 1320, εξετάζοντας την προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστηρίου ως προς τη νομική πτυχή της σιωπηρής υπαναχώρησης από σύμβαση, ανέφερε, διά του Λόρδου Δικαστή Snowden, τα ακόλουθα:

«I do not think it is necessary to resolve that issue [in the instant case]. Whatever the precise requirements of the law in that respect, I consider that it is clear that rescission will only be implied if the subsequent agreement/common intention of the parties (i) relates to the same subject matter as the earlier contract and (ii) is so fundamentally inconsistent with the earlier contract that the only inference that can be drawn is that the parties no longer intended the earlier contract to be performed (…).».

Συνεπώς, σιωπηρή υπαναχώρηση από σύμβαση μπορεί να συναχθεί μόνον εφόσον η μεταγενέστερη συμφωνία ή η κοινή πρόθεση των συμβαλλομένων: πρώτον, αφορά το ίδιο αντικείμενο με την προγενέστερη σύμβαση· και, δεύτερον, τελεί σε τόσο θεμελιώδη ασυμβατότητα προς αυτήν, ώστε το μόνο εύλογο συμπέρασμα που μπορεί να συναχθεί είναι ότι οι συμβαλλόμενοι δεν είχαν πλέον την πρόθεση να εκτελεστεί η προγενέστερη σύμβαση.

Η πιο πάνω απόφαση του Court of Appeal μνημονεύθηκε από το High Court, Ηνωμένου Βασιλείου στην υπόθεση Tyson International Company Ltd v. Partner Reinsurance Europe SE, [2023] EWHC 3243 (Comm). Στην εν λόγω υπόθεση, λόγω της φερόμενης αντικατάστασης της προγενέστερης σύμβασης (Market Reform Contract), η οποία προέβλεπε την υπαγωγή των διαφορών σε δικαστική επίλυση, με μεταγενέστερη σύμβαση (Market Uniform Reinsurance Agreement), η οποία συνήφθη εντός χρονικού διαστήματος μόλις περίπου μίας εβδομάδας και προέβλεπε, με τη ρήτρα δικαιοδοσίας της, την παραπομπή των διαφορών σε διαιτησία, αναπτύχθηκαν, μεταξύ άλλων, και τα επιχειρήματα περί εγγενούς απιθανότητας και εμπορικού παραλογισμού. Επί των ζητημάτων αυτών, το High Court, το οποίο έκρινε ότι η μεταγενέστερη σύμβαση ήταν έγκυρη και ισχυρή, ανέφερε τα εξής, τα οποία υιοθετήθηκαν στη συνέχεια και από το Court of Appeal κατ’ έφεση:

«(…) however unlikely or unusual it is for contracting parties to replace one specific agreement with another specific agreement in the space of a week or so, there is nothing problematic with them doing so. It all depends on what they said and did. (…) The argument of commercial absurdity, as with the primary argument of inherent improbability, is no more than an appeal to empirical normality. I reject an analysis based on empiricism or normativism. What these contracting parties objectively agree is to be found in what they did and said, albeit viewed in the context of what is normal in their market. (…) Contracting parties are sovereign as to the terms and duration of their own bargain. Here, they exercised such sovereignty to replace the MRC with the MURA, at least to the extent of the forum selection and governing law provisions. None of the problems associated with oral variations are engaged in this scenario (…). On one view, this could have amounted to an implied rescission. The execution of the MURA is necessarily inconsistent with the subsistence of the MRC; hence the former replaced the latter by cancelling it as a matter of English contract law analysis: see the recent decision of Frangou v Frangos at paras [96]–[99]. It may be conceptually possible for a separable jurisdiction agreement within a main contract to be impliedly rescinded by the parties' subsequent agreement of a fundamentally inconsistent jurisdiction agreement, such as an arbitration clause in a later contract. No authority exists for this narrower proposition; but it seems possible as a matter of English contract law given the separate juridical identity of a jurisdiction agreement.».    

Το κριτήριο, συνεπώς, δεν είναι εκείνο που, εμπειρικά, θεωρείται το σύνηθες, το εμπορικά εύλογο ή το εγγενώς πιθανό, αλλά όσα οι συμβαλλόμενοι είπαν και όσα έπραξαν, τα οποία, βεβαίως, πρέπει να εκτιμώνται υπό το πρίσμα της συνήθους πρακτικής που επικρατεί στον συγκεκριμένο επιχειρηματικό, συναλλακτικό ή εμπορικό χώρο. Στη βάση αυτή εξετάζεται και το περιεχόμενο της συμφωνίας από την άποψη των όσων τα μέρη είπαν και όσων έπραξαν, προκειμένου να διαπιστωθεί ποια είναι, αντικειμενικά, η συμφωνία στην οποία κατέληξαν.

Αξιοσημείωτο είναι, περαιτέρω, το σκεπτικό του High Court ότι, στην εν λόγω υπόθεση, οι συμβαλλόμενοι είχαν ενεργήσει αυτόνομα ως προς τη συμβατική τους σχέση, επί των όρων της οποίας ήταν οι αποκλειστικοί κυρίαρχοι, και είχαν αποτυπώσει τη βούλησή τους εγγράφως και ρητώς, κατά τρόπο ώστε να μην ανακύπτουν ζητήματα που συνήθως αναφύονται όταν προβάλλεται ισχυρισμός περί προφορικής συμφωνίας αντικατάστασης, όπως η απόδειξη των νέων όρων βάσει των οποίων ενεργούσαν οι συμβαλλόμενοι, καθώς και η διαπίστωση ότι ο αντισυμβαλλόμενος συμμεριζόταν την ίδια αντίληψη ως προς αυτούς. Ειδικότερα, η κατάρτιση της μεταγενέστερης σύμβασης (Market Uniform Reinsurance Agreement), ως αυτοτελούς σύμβασης, κατέστησε κατ’ ανάγκην ασυμβίβαστη τη συνέχιση της ισχύος της προγενέστερης σύμβασης (Market Reform Contract), με αποτέλεσμα, ελλείψει νέας ειδικής συμφωνίας με την οποία να καταργείτο ρητώς η υφιστάμενη συμβατική σχέση, να θεωρηθεί ότι η τελευταία είχε αντικατασταθεί και καταργηθεί σύμφωνα με τις σχετικές αρχές περί σιωπηρής υπαναχώρησης από σύμβαση, όπως αυτές εκτέθηκαν στην υπόθεση Frangou v. Frangos, [2023] EWCA Civ 1320, στην οποία έγινε ήδη αναφορά.

Το Court of Appeal, απορρίπτοντας, ως προαναφέρθηκε, την έφεση, αναφορικά με τα ανωτέρω ανέφερε (Tyson International Company Ltd v. Partner Reinsurance Europe SE, [2024] EWCA Civ 363):

«(…) The issue is whether the parties intended that contract to be superseded by the MURA. This requires an objective assessment of what the parties said and did. Their subjective intentions are irrelevant (…). There was nothing in the MRC to prevent the parties from agreeing, either expressly or by necessary implication, that the MRC should be superseded by a later contract on different terms. That is what they did. I would prefer to say that they did so expressly, in view of the terms of the entire agreement clause in the MURA. But if they did not do so expressly, they did so by necessary implication as a result of concluding a further contract (the MURA), relating to the same subject matter as the MRC, which was so fundamentally inconsistent with the earlier contract that the only inference to be drawn is that the parties no longer intended the MRC to be performed (cf. Frangou v Frangos [2023] EWCA Civ 1320 at para 98).».

Συναφώς, σε ό,τι αφορά τα προαναφερόμενα και, γενικότερα, το ζήτημα της κατάργησης σύμβασης κατόπιν συμφωνίας των συμβαλλομένων, στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, 32η έκδοση, τόμος Ι, παράγραφος 22─025, αναφέρονται τα ακόλουθα:

«Where a contract is executory on both sides, that is to say, where neither party has performed the whole of its obligations under it, it may be rescinded by mutual agreement, express or implied. A partially executed contract can be rescinded by agreement provided that there are obligations on both sides which remain unperformed. Similarly, a contract which has been fully performed by one party can be rescinded provided that the other party returns the performance which it has received and in turn is released from its own obligation to perform under the contract. The consideration for the discharge in each case is found in the abandonment by each party of its right to performance or its right to damages, as the case may be. A rescission of this nature must be distinguished from a repudiation by one party, which the other party may elect to treat as a discharge of the obligation, and from the right to rescind which is given to one party in cases of fraud, misrepresentation, duress and undue influence. It must also be distinguished from a contractual right to rescind the contract under which the party exercising the right to rescind is entitled to forfeit and keep any deposit and accrued interest, resell the property and any chattels included in the contract and claim damages. It depends upon the consent of both parties, to be gathered from their words or conduct and not upon the intimation by one of them that it does not intend to be bound by the agreement.».

Ακολούθως, στην παράγραφο 22─028 του ίδιου συγγράμματος, ειδικότερα ως προς το ζήτημα της αντικατάστασης προγενέστερης σύμβασης από μεταγενέστερη σύμβαση, αναφέρονται τα εξής:

«A rescission of the contract will also be implied where the parties have effected such an alteration of its terms as to substitute a new contract in its place. The question whether a rescission has been effected is frequently one of considerable difficulty, for it is necessary to distinguish a rescission of the contract from a variation which merely qualifies the existing rights and obligations. If a rescission is effected the contract is extinguished; if only a variation, it continues to exist in an altered form. The decision on this point will depend on the intention of the parties to be gathered from an examination of the terms of the subsequent agreement and from all the surrounding circumstances. Rescission will be presumed when the parties enter into a new agreement which is entirely inconsistent with the old, or, if not entirely inconsistent with it, inconsistent with it to an extent that goes to the very root of it. The change must be fundamental and: “… the question is whether the common intention of the parties was to ‘abrogate’, ‘rescind,’ ‘supersede’ or ‘extinguish’ the old contract by a ‘substitution’ of a ‘completely new’ or ‘self-subsisting’ agreement.” It is not necessary to create a scintilla temporis between the old and the new agreement for there to be a rescission and replacement; it can be achieved concurrently in the same document.».

Η πιο πάνω αρχή δικαίου, η οποία αναγνωρίστηκε και από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Cyprus Agriculture and Transport Co. Ltd, a.o. v. Attorney General of the Republic, (1971) 1 C.L.R. 267, βρίσκει νομοθετική έκφραση στο Άρθρο 62 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, το οποίο ορίζει ότι:

«Αν οι συμβαλλόμενοι συμφωνούν να αντικαταστήσουν τη σύμβαση με νέα, ή να υπαναχωρήσουν από τη σύμβαση ή να τροποποιήσουν αυτήν, η αρχική σύμβαση δεν χρειάζεται εκπλήρωση.».

Στο σύγγραμμα των Pollock & Mulla, The Indian Contract and Specific Relief Acts, 14η έκδοση (αναθεωρημένη), αναφορικά με τις διατάξεις του Section 62 της Indian Contract Act 1872, το οποίο είναι ταυτόσημο ως προς το περιεχόμενό του με το προαναφερόμενο Άρθρο 62 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, σχετικά με τα πιο πάνω, στις σελίδες 946 και 947 αναφέρονται τα εξής:

«The parties to a contract are free to substitute or rescind the entire contract, or to modify, alter, vary or rescind some of its terms. Novation or modification of a contract can take place in the same manner as the conclusion of a contract. (…) A mutual abandonment, cancellation or recission must be clearly expressed, and in the absence of express or implied terms, can be deduced from the conduct of parties. A novation, modification or revocation (recession) of the contract cannot be effected unilaterally by one party, it requires the consent of all the parties. (…) This section requires an agreement which necessarily implies consideration, it not require any further consideration for validity of the substituted contract than putting an end to the mutual obligation under the original contract. A release from an existing obligation is good consideration for a promise to undertake a fresh obligation (…).».

Ακολούθως, στις σελίδες 959 και 960 του ίδιου συγγράμματος αναφέρονται και τα ακόλουθα:

«Just as the parties to an agreement may very some of its terms by a subsequent agreement, they may also rescind, either expressly or by implication, the earlier agreement altogether, so that it shall be no longer be binding on them. The determining factor is intention of the parties. The consideration for the promise of releasing the other party from obligations is the abandonment of one’s own right under the contract. A contract cannot be cancelled or terminated unilaterally. (…) There is an implied rescission of the contract when some new and independent terms, inconsistent with the first contract, are agreed upon regarding the same subject matter between the parties».

Στην υπό εξέταση υπόθεση, έχει ήδη καταγραφεί, ως εύρημα του Δικαστηρίου βάσει της αποδεκτής μαρτυρίας, ότι η Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1 και η Σύμβαση της 22/12/2012, Τεκμήριο 2 ήταν, με μόνη εξαίρεση την ημερομηνία κατάρτισής τους, απαράλλακτες ως προς το περιεχόμενό τους.

Όπως έχει ήδη αναφερθεί κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ1, ο τελευταίος, υπό τις περιστάσεις που σχολιάστηκαν, αποδέχθηκε τελικώς το πιο πάνω γεγονός, το οποίο προκύπτει αντικειμενικά και από τη σύγκριση των δύο εγγράφων, επιχειρώντας να το δικαιολογήσει με αναφορά στην εκ του Νόμου, βάσει του ισχύοντος τότε περί Χαρτοσήμων Νόμου του 1963, Νόμος 19/1963, υποχρέωση χαρτοσήμανσης της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1 και στην επιβολή προστίμου λόγω καθυστέρησης συμμόρφωσης προς την εν λόγω υποχρέωση, προβάλλοντας ότι η Σύμβαση της 22/12/2012, Τεκμήριο 2, λόγω της μεταγενέστερης ημερομηνίας της, εξυπηρετούσε τον σκοπό αυτό. Κατά τον ισχυρισμό του, λόγω της πολύ καλής σχέσης και της σχέσης εμπιστοσύνης που υπήρχε κατά τον ουσιώδη χρόνο μεταξύ του ιδίου και του Εναγομένου, ο ίδιος, υπό την ιδιότητά του ως διευθυντής της Ενάγουσας και ο Εναγόμενος, υπέγραψαν την ίδια ακριβώς σύμβαση, με διαφορετική όμως ημερομηνία.

Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι, κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΕ1, όταν του υποβλήθηκε ότι, σε κάθε περίπτωση, ούτε η Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, ούτε η Σύμβαση της 22/12/2012, Τεκμήριο 2 χαρτοσημάνθηκαν ή κατατέθηκαν τελικώς στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ως επιβάρυνση, για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης, συμφώνησε. Περαιτέρω, συναφής προς τα πιο πάνω ήταν και ο ισχυρισμός του ότι, οι δύο προειρημένες Συμβάσεις, πολύ πιθανόν υπογράφηκαν στο γραφείο του την ίδια ημέρα, ήτοι στις 25/11/2012.

Όπως ήδη επισημάνθηκε κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ1, οι πιο πάνω ισχυρισμοί του, εγείρουν, πέραν του ό,τι άλλο σχετικώς συζητήθηκε, πρόσθετο προβληματισμό ως προς τη νομική διάσταση του ζητήματος της επίκλησης της εγκυρότητας της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, ως έγκυρη προβάλλεται η προγενέστερη σύμβαση και όχι η μεταγενέστερη Σύμβαση της 22/12/2012, Τεκμήριο 2. Όπως επίσης ήδη αναφέρθηκε, ο ΜΕ1 δεν προσέφερε οποιαδήποτε, έστω, πραγματική δικαιολόγηση της θέσης αυτής υπό τις περιστάσεις που ο ίδιος περιέγραψε, όχι βεβαίως από νομικής απόψεως, αλλά ως προς τα πραγματικά περιστατικά της κατάρτισης των δύο Συμβάσεων, της μη χαρτοσήμανσης και της μη κατάθεσης οποιασδήποτε εξ αυτών, καθώς και της επίκλησης δικαιωμάτων που απορρέουν από σύμβαση, συνδέοντάς τα πάντοτε με τις ισχυριζόμενες υποχρεώσεις του Εναγομένου και, ιδίως, με την υποχρέωση καταβολής της προκαταβολής, ως προς τον χρόνο καταβολής της.

Η νομική διάσταση των πιο πάνω ισχυρισμών του ΜΕ1 εξετάζεται στη συνέχεια, ανεξαρτήτως της αξιολόγησης της μαρτυρίας του και της κατάληξης του Δικαστηρίου ότι αυτή δεν είναι αξιόπιστη, για τους λόγους που ήδη εξηγήθηκαν, προς διαπίστωση του κατά πόσον, δεδομένης της βάσης της αγωγής, όπως αυτή προβλήθηκε από την Ενάγουσα, ήτοι της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, θα μπορούσε να προκύψει διαφορετικό αποτέλεσμα, ακόμη και στην περίπτωση που υποτεθεί ότι η μαρτυρία του ΜΕ1, καθώς και της ΜΕ2, με εξαίρεση εκείνη του ΜΕ3 που έχει γίνει αποδεκτή, γινόταν δεκτή ως αξιόπιστη και η αντίστοιχη μαρτυρία του Εναγομένου απορριπτόταν ως αναξιόπιστη.

Σημειώνεται, βεβαίως, ότι ως προς το υπό εξέταση ζήτημα δεν διατυπώθηκαν από τον συνήγορο της Ενάγουσας τα αναμενόμενα νομικά επιχειρήματα, παρά το γεγονός ότι επρόκειτο για σαφώς επίδικο ζήτημα, το οποίο, όπως προκύπτει και από την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, απασχόλησε εκτενώς τους συνηγόρους των διαδίκων κατά την εξέταση των μαρτύρων.

Είναι η εκτίμηση του Δικαστηρίου ότι, βάσει της προαναφερόμενης αρχής δικαίου, όπως αυτή αναλύθηκε ανωτέρω, καθώς και του Άρθρου 62 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, με γνώμονα πάντοτε τους ισχυρισμούς του ίδιου του ΜΕ1, έγκυρη, ισχύουσα και δεσμευτική δεν θα μπορούσε να είναι η προγενέστερη Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, αλλά η μεταγενέστερη, ήτοι η Σύμβαση της 22/12/2012, Τεκμήριο 2. Και τούτο ακόμη και αν πράγματι αμφότερες είχαν υπογραφεί την ίδια ημέρα, ήτοι στις 25/11/2012. Με την πάροδο της προθεσμίας των τριάντα ημερών που προέβλεπε το Άρθρο 20 του τότε ισχύοντος περί Χαρτοσήμων Νόμου του 1963, Νόμος 19/1963, από την πρώτη υπογραφή της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, οπότε, πέραν του μη καταβληθέντος τέλους χαρτοσήμου, θα καθίστατο απαιτητή και η καταβολή της προβλεπόμενης πρόσθετης επιβάρυνσης, την οποία, κατά τους ισχυρισμούς του ΜΕ1, η Ενάγουσα και ο Εναγόμενος επιδίωκαν να αποφύγουν με την υπογραφή της Σύμβασης της 22/12/2012, Τεκμήριο 2, δεν θα μπορούσε πλέον να τίθεται ζήτημα εφαρμογής της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, εφόσον, σύμφωνα με τις αρχές περί σιωπηρής υπαναχώρησης από σύμβαση, θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι αυτή είχε σιωπηρώς αντικατασταθεί από τη Σύμβαση της 22/12/2012, Τεκμήριο 2. Η τελευταία αυτή Σύμβαση της 22/12/2012, Τεκμήριο 2, σε κάθε περίπτωση, κατά τον χρόνο που η Ενάγουσα επιχείρησε για πρώτη φορά να προβάλει έναντι του Εναγομένου αξίωση στηριζόμενη στα φερόμενα συμβατικά δικαιώματά της, αποτελούσε την τελευταία έκφραση της κοινής συμβατικής βούλησης των συμβαλλομένων, χωρίς μέχρι τότε να είχαν, σε οποιοδήποτε στάδιο, ακολουθηθεί οι αναγκαίες διατυπώσεις για τη χαρτοσήμανσή και την κατάθεσή της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1 στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ως επιβάρυνσης, για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης.

Σε κάθε περίπτωση, η Ενάγουσα και ο Εναγόμενος, όπως και οι συμβαλλόμενοι στην υπόθεση Tyson International Company Ltd v. Partner Reinsurance Europe SE, [2023] EWHC 3243 (Comm), στην οποία έγινε ήδη αναφορά, είχαν ενεργήσει αυτόνομα ως προς τη συμβατική τους σχέση, επί των όρων της οποίας ήταν οι αποκλειστικοί κυρίαρχοι, και είχαν αποτυπώσει τη βούλησή τους εγγράφως και ρητώς, κατά τρόπο ώστε, όπως ανωτέρω επεξηγήθηκε, να μην ανακύπτουν τα ζητήματα που συνήθως αναφύονται όταν προβάλλεται ισχυρισμός περί προφορικής συμφωνίας αντικατάστασης, όπως η απόδειξη των νέων όρων βάσει των οποίων ενεργούσαν οι συμβαλλόμενοι, καθώς και η διαπίστωση ότι αμφότεροι συμμερίζονταν την ίδια αντίληψη ως προς αυτούς. Ειδικότερα, η κατάρτιση της μεταγενέστερης Σύμβασης της 22/12/2012, Τεκμήριο 2, ακόμη και υπό την εκδοχή ότι αυτή υπογράφηκε την ίδια ημέρα με τη Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, αλλά έφερε μεταγενέστερη ημερομηνία, ως αυτοτελής σύμβαση κατέστησε κατ’ ανάγκην ασυμβίβαστη τη συνέχιση της ισχύος της προγενέστερης Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, ιδίως ενόψει της ταυτοσημίας του περιεχομένου τους. Υπό τα δεδομένα αυτά, και ελλείψει νέας ή άλλης ειδικής συμφωνίας με την οποία να καταργείτο ρητώς η συμβατική σχέση που απορρέει από τη Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, καθώς και οποιασδήποτε σχετικής πρόβλεψης στη Σύμβαση της 22/12/2012, Τεκμήριο 2, η προγενέστερη Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι είχε αντικατασταθεί και καταργηθεί σύμφωνα με τις αρχές περί σιωπηρής υπαναχώρησης από σύμβαση, όπως αυτές εκτέθηκαν στην προαναφερόμενη υπόθεση Frangou v. Frangos, [2023] EWCA Civ 1320, είτε ήδη από την υπογραφή της Σύμβασης της 22/12/2012, Τεκμήριο 2, στις 25/11/2012, είτε, σε κάθε περίπτωση, από την επέλευση της ημερομηνίας που αυτή έφερε, ήτοι της 22/12/2012, οπότε αυτή αποτελούσε την τελευταία αντικειμενική έκφραση της κοινής συμβατικής βούλησης των συμβαλλομένων. Σε κάθε περίπτωση, επαναλαμβάνεται ότι, κατά τον χρόνο που η Ενάγουσα προέβαλε για πρώτη φορά αξίωση στηριζόμενη στα φερόμενα συμβατικά δικαιώματά της, η Σύμβαση της 22/12/2012, Τεκμήριο 2, αποτελούσε αναμφίβολα την τελευταία αντικειμενική έκφραση της κοινής συμβατικής βούλησης των συμβαλλομένων, ιδίως αφού μέχρι τότε, αλλά και μέχρι τον φερόμενο τερματισμό της συμβατικής σχέσης, η προγενέστερη Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, ουδέποτε είχε χαρτοσημανθεί ούτε κατατεθεί στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ως επιβάρυνση, για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης.

Συνεπώς, η Ενάγουσα, με γνώμονα πάντοτε τους ισχυρισμούς του ίδιου του ΜΕ1, δεν θα μπορούσε να θεμελιώσει την παρούσα Αγωγή εναντίον του Εναγομένου επί της Σύμβασης της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, καθότι, όπως αναφέρεται και στο πιο πάνω σύγγραμμα των Pollock & Mulla, The Indian Contract and Specific Relief Acts, 14η έκδοση (αναθεωρημένη) στην σελίδα 948, αναφορικά με τις διατάξεις του Section 62 της Indian Contract Act 1872, το οποίο, ως και προελέχθη, είναι ταυτόσημο ως προς το περιεχόμενό του με το προαναφερόμενο Άρθρο 62 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, μετά τη σιωπηρή υπαναχώρηση από τη Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, και εφόσον η μεταγενέστερη Σύμβαση της 22/12/2012, Τεκμήριο 2, θα ήταν η εκτελεστή σύμβαση, αυτή θα διείπε πλέον τη συμβατική σχέση των μερών, ενώ ο υπόχρεος, κατά περίπτωση, βάσει των προνοιών της, θα απαλλασσόταν από τις προγενέστερες συμβατικές υποχρεώσεις του που απορρέουν από τη Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο πιο πάνω σύγγραμμα: «The subsequent agreement gives a new cause of action and obliterates the earlier ones and limitation will be counted on the basis of the new promise.» Συνεπώς, και στην προκείμενη περίπτωση, η μεταγενέστερη Σύμβαση της 22/12/2012, Τεκμήριο 2, θα θεμελίωνε νέα βάση αγωγής και θα καταργούσε εκείνη που απορρέει από την προγενέστερη Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1. Σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, 32η έκδοση, τόμος Ι, παράγραφος 22─026: «A contract which is rescinded by agreement is completely discharged and cannot be revived.».

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η Αγωγή της Ενάγουσας, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία ήθελε υποτεθεί ότι η μαρτυρία που προσκόμισε δια των ΜΕ1 και ΜΕ2 γινόταν αποδεκτή ως αξιόπιστη, όπως έγινε αποδεκτή η μαρτυρία του ΜΕ3, και ότι η μαρτυρία του Εναγομένου απορριπτόταν ως αναξιόπιστη, δεν θα μπορούσε και πάλι να κριθεί βάσιμη ούτε να επιτύχει σε σχέση με τις προωθούμενες αξιώσεις της.

VI.

Έξοδα.

Σε ό,τι αφορά τα έξοδα διαδικασίας το Δικαστήριο αποφασίζει επί του ζητήματος βάσει της σχετικής εξουσίας και της ευρείας διακριτικής ευχέρειας που του παρέχει το Άρθρο 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Νόμος 14/1960, καθώς και της παγίως διαμορφωμένης νομολογίας, σύμφωνα με την οποία η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου κατά την επιδίκαση των εξόδων πρέπει να ασκείται δικαστικά και όχι αυθαίρετα, με γενικό κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός εάν συντρέχει εύλογος λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής. Όπως χαρακτηριστικά ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Spinneys Cyprus Ltd v. Χρίστου, κ.α., (2004) 1 Α.Α.Δ. 1833: «Η επιλογή της δικαστικής διαδικασίας συνεπάγεται και την ανάληψη των συνεπειών της αποτυχίας της.». Στην υπόθεση Tanager Designated Activity Company v. Ryan, a.a., [2019] IEHC 694, το High Court Ιρλανδίας ανέφερε ότι η έκδοση διαταγής για επιδίκαση εξόδων υπηρετεί τους σκοπούς της διανεμητικής δικαιοσύνης (distributive justice) και αποσκοπεί στη διασφάλιση του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο.

Όπως αποφασίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση El Alam ν. Τουμαζίδη, (1998) 1 Α.Α.Δ. 968 ανωτέρω, όπου η επίδικη συμφωνία είχε συνομολογηθεί και εκτελεστεί κατά παράβαση του Νόμου και, ως εκ τούτου, κρίθηκε ότι ήταν παράνομη εν τη γενέσει της και συνεπώς άκυρη, η αποδοκιμασία της διαγωγής διαδίκου σε σχέση με τη συναλλαγή που αποτελούσε το αντικείμενο της αγωγής δεν συνιστούσε, από μόνη της, βάσιμο λόγο για αποστέρηση των εξόδων της διαδικασίας, τα οποία κατά τα λοιπά δικαιολογούνταν από το αποτέλεσμα της δίκης. Αφού επανατόνισε τον γενικό κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός εάν συντρέχει εύλογος λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής, το Ανώτατο Δικαστήριο, δια του μ. Προέδρου Δικαστή (ως ήταν τότε) Γ. Μ. Πική, ανέφερε τα ακόλουθα:

«Το αποτέλεσμα της δίκης συναρτάται με τα δικαιώματα των διαδίκων και όχι με το άμεμπτο της συμπεριφοράς τους. Μόνο όπου διαπιστώνεται αποχρών λόγος, ο οποίος σχετίζεται με την πρόκληση των εξόδων της δίκης, δικαιολογείται απόκλιση από τον κανόνα. Όπως τονίστηκε στη Χάσικος κ.ά. ν. Χαραλαμπίδη (1990)1 Α.Α.Δ. 389, 393, “Η δικαίωση δεν συνεπάγεται δαπάνη”. Δικαιολογείται απόκλιση από τον κανόνα οποτεδήποτε καταφαίνεται ότι διάδικος συνέβαλε αδικαιολόγητα στη διόγκωση των εξόδων της δίκης για λόγους που δεν σχετίζονται με το αποτέλεσμα. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από τη Θρασυβούλου ν. Arto Estates Ltd (1993)1 A.A.Δ. 12, 15:

“Κλασσικό παράδειγμα εξαίρεσης από τον κανόνα αποτελεί η περίπτωση επιτυχόντα διαδίκου ο οποίος συμβάλλει με το χειρισμό της υπόθεσής του στην αύξηση των εξόδων της δίκης. σ΄ εκείνη την περίπτωση δικαιολογείται ο μετριασμός της εφαρμογής του κανόνα (τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα) και η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, ώστε να αντανακλάται η συμβολή του επιτυχόντα διαδίκου στη διόγκωση των εξόδων.”

Η ίδια αρχή επαναλαμβάνεται στην Αρέστη ν. Λαδόκονου Πολιτική Έφεση αρ. 8870 - 11.6.1996, ότι δικαιολογείται απόκλιση από τον κανόνα εφόσο, συντρέχουν ικανοί λόγοι που ανάγονται στη γενεσιουργό αιτία της πρόκλησης των εξόδων της δίκης ή μέρους των.». 

Στην προκείμενη περίπτωση, λαμβανομένου υπόψη του αποτελέσματος της εκδίκασης και ελλείψει οποιουδήποτε άλλου στοιχείου το οποίο θα μπορούσε να οδηγήσει σε διαφορετική κρίση του Δικαστηρίου, ιδίως δε καθότι δεν προκύπτει ότι ο Εναγόμενος συνέβαλε αδικαιολόγητα στη διόγκωση των εξόδων της δίκης για λόγους ανεξάρτητους από το αποτέλεσμα αυτής, το Δικαστήριο κρίνει ότι τα έξοδα θα πρέπει να επιδικαστούν υπέρ του Εναγομένου, ως του επιτυχόντος διαδίκου. Η πιο πάνω κρίση δεν μεταβάλλεται από τη διαπίστωση του Δικαστηρίου, στη βάση των ευρημάτων του που εκτέθηκαν ανωτέρω, αναφορικά με τη συμφωνία του Εναγομένου με τον ΜΕ1, ενεργούντα για λογαριασμό της Ενάγουσας, η οποία, εκ πρώτης όψεως, συνιστούσε συμπεριφορά δυνάμενη να εγείρει ζήτημα ποινικά κολάσιμης φύσης, καθότι, υπό το φως των αρχών που διέπουν την επιδίκαση εξόδων, η εν λόγω διαπίστωση δεν συνιστά, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, επαρκή λόγο για απόκλιση από τον γενικό κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα.

VII.

Κατάληξη.

Κατ’ ακολουθία των όσων έχουν προαναφερθεί, η Αγωγή της Ενάγουσας εναντίον του Εναγομένου αποτυγχάνει και, ως εκ τούτου, απορρίπτεται. Η Ανταπαίτηση του Εναγομένου επιτυγχάνει κατά το μέρος που συνάδει με το ανωτέρω σκεπτικό, τα ευρήματα και τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου, ενώ αποτυγχάνει κατά το μέρος που υπερβαίνει ή διαφοροποιείται από αυτά. Τα έξοδα της διαδικασίας, τόσο αναφορικά με την Αγωγή όσο και αναφορικά με την Ανταπαίτηση, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, επιδικάζονται υπέρ του Εναγομένου και εναντίον της Ενάγουσας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο (βλ. Ζαβρού ν. Μιχαηλίδου, (1996) 1 Α.Α.Δ. 477 και Antwerp Diamond Polisher Ltd, κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ, (2005) 1 Α.Α.Δ. 533).           

VIII,

Οδηγίες προς τον Πρωτοκολλητή για κοινοποίηση της παρούσας απόφασης στον έντιμο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.

Δεδομένου του ευρήματος του Δικαστηρίου, όπως αυτό έχει διατυπωθεί ανωτέρω, ότι ο Εναγόμενος υπέγραψε τη Σύμβαση της 25/11/2012, Τεκμήριο 1, και τη Σύμβαση της 22/12/2012, Τεκμήριο 2, κατόπιν παράκλησης του ΜΕ1, προκειμένου αυτές να χρησιμοποιηθούν για σκοπούς εξασφάλισης χρηματοδότησης της Ενάγουσας από τραπεζικό ίδρυμα, χωρίς να ανταποκρίνονται σε πραγματική συμφωνία αγοράς του επίδικου Διαμερίσματος, η εκδοχή αυτή ενδέχεται, εκ πρώτης όψεως, να εγείρει ζητήματα ως προς τη συμπεριφορά όλων των εμπλεκομένων προσώπων, ήτοι της Ενάγουσας, του ΜΕ1 και του Εναγομένου, καθώς και ως προς τη νομιμότητα των ενεργειών τους έναντι τρίτων. Υπό τα δεδομένα αυτά, και χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζεται αφενός ότι οι ανωτέρω Συμβάσεις ουδέποτε χαρτοσημάνθηκαν και αφετέρου ότι το Δικαστήριο δεν έχει διαπιστώσει, βάσει της αποδεκτής μαρτυρίας, ότι αυτές πράγματι χρησιμοποιήθηκαν από τον ΜΕ1 και την Ενάγουσα για τον πιο πάνω σκοπό, κρίνεται ότι η παρούσα απόφαση πρέπει να κοινοποιηθεί στον έντιμο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τις οποιεσδήποτε ενέργειες ήθελε κρίνει πρέπουσες υπό τις περιστάσεις, δυνάμει του άρθρου 113 του Συντάγματος.

Υπογραφή: ____________________

Μιχάλης Γ. Λοΐζου, Α. Ε. Δ. 

Πιστό αντίγραφο

Πρωτοκολλητής

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο