ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 3746/2017
Μεταξύ:
1. ΑΝΔΡΕΑΣ Θ. ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ
2. TRANSCAPITAL BUSINESS CONSULTING LTD
Ενάγοντες
και
1. ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΓΓΕΛΗ
2. AG BUSINESS CONSULTANTS LTD
Εναγόμενοι
και
1. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΤΔ
2. EUROBANK LTD
3. ALPHA BANK CYPRUS LTD
Μεσεγγυούχοι
25 Αυγούστου, 2026
Εμφανίσεις:
Για Μάριο Κοντεμενιώτη (Καθ΄ ου η αίτηση αρ. 2 στην αίτηση παρακοής ημερομηνίας 18.10.2018)/Αιτητή (στην παρούσα): κ. Καύκαρος για Μιχάλης Βορκάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ
Για Ενάγοντες 1 & 2/Καθ’ ων η Αίτηση: κ. Μιχαήλ για Γεώργιος Κολοκασίδης & Συνεταίροι Δ.Ε.Π.Ε.
Για Eurobank Ltd/Μεσεγγυούχο: κα Ανδρέου για Γεωργιάδης & Πελίδης Δ.Ε.Π.Ε.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
στην αίτηση του Μάριου Κοντεμενιώτη/Αιτητή ημερομηνίας 14.5.2026
για διάταγμα κατάσχεσης εις χείρας τρίτου
Ο Μάριος Κοντεμενιώτης (στο εξής «ΜΚ») ήταν καθ’ ου η αίτηση σε ενδιάμεση αίτηση ημερομηνίας 18.10.2018 και σε άλλα ενδιάμεσα διαβήματα που ακολούθησαν (στο εξής, συλλογικά, τα «Προηγούμενα Ενδιάμεσα Διαβήματα»). Τα Προηγούμενα Ενδιάμεσα Διαβήματα αποφασίστηκαν με επιμέρους ενδιάμεσες αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου (κάποιες με άλλη σύνθεση). Στις αποφάσεις εκείνες, μεταξύ άλλων, οι Ενάγοντες 1 & 2 διατάσσονταν να πληρώσουν τα έξοδα του ΜΚ ως αυτά θα υπολογίζονταν και θα εγκρίνονταν. Καταχωρήθηκαν από τον ΜΚ τέσσερεις κατάλογοι εξόδων προς υπολογισμό και ακολούθως εγκρίθηκαν τα υπολογισθέντα έξοδα (σχετικά τα Τεκμήρια 1-4 της Αίτησης) (Τα επιδικασθέντα ποσά θα αναφέρονται συλλογικά ως το «Εξ Αποφάσεως Χρέος»). Το Εξ Αποφάσεως Χρέος ανέρχεται περίπου σε €45.000 πλέον τόκους.
Μια εκ των ενδιάμεσων αποφάσεων έχει εφεσιβληθεί και η έφεση εκκρεμεί προς εκδίκαση, όμως η απόφαση εκείνη παραμένει εκτελεστή. Οι υπόλοιπες ενδιάμεσες αποφάσεις δεν εφεσιβλήθηκαν και επίσης είναι εκτελεστές.
Ο ΜΚ απευθύνθηκε προς τους Ενάγοντες γραπτώς (σχετικό το Τεκμήριο 5 της Αίτησης) και ζήτησε την πληρωμή του Εξ Αποφάσεως Χρέους. Οι Ενάγοντες δεν πλήρωσαν (παρότι σύμφωνα με εκείνους εξέφρασαν την πρόθεση να το πράξουν) με αποτέλεσμα η πλευρά του ΜΚ να καταχωρήσει την παρούσα Αίτηση επιδιώκοντας την είσπραξη του οφειλόμενου ποσού.
Στις 18.5.2026 εκδόθηκε μονομερώς προσωρινό διάταγμα για δέσμευση τυχόν ποσών κατατεθειμένων στο όνομα των Εναγόμενων 1 και/ή 2, στους μεσεγγυούχους μέχρι το ύψος του Εξ Αποφάσεως Χρέους (garnishee order nisi). Σημειώνω ότι η Αίτηση τελικά αποσύρθηκε και απορρίφθηκε εναντίον της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ και εναντίον της Alpha Bank Cyprus Limited. Παραμένει μόνο εναντίον της Eurobank Ltd. Συνεπώς, εφεξής, αναφορές στην παρούσα σε «Μεσεγγυούχο» αφορούν την Eurobank Ltd.
Μετά την επίδοση του διατάγματος garnishee nisi, ο Μεσεγγυούχος δέσμευσε ποσό €26.268,97 που βρίσκεται κατατεθειμένο σε λογαριασμό στο όνομα της Ενάγουσας 2 εταιρείας και ποσό €22.709,78 που βρίσκεται κατατεθειμένο σε λογαριασμό στο όνομα του Ενάγοντα 1. Σύμφωνα με τον Μεσεγγυούχο, ποσό €170 από τον λογαριασμό του Ενάγοντα 1 είναι ήδη δεσμευμένο για άλλη υποχρέωση του. Σύμφωνα επίσης με τον Μεσεγγυούχο, οι εν λόγω λογαριασμοί ήταν δεσμευμένοι με ενδιάμεσο διάταγμα που είχε εκδοθεί στα πλαίσια της αγωγής 1276/2024. Είναι αποδεκτό από τους συνηγόρους του ΚΜ και των Εναγόντων ότι το εν λόγω διάταγμα είχε κατά την ημερομηνία ακρόασης ακυρωθεί, όμως μέχρι την ημερομηνία ακρόασης αυτής της Αίτησης ο Μεσεγγυούχος δεν είχε ενημερωθεί επίσημα για την ακύρωση. Ο συνήγορος του ΜΚ έχει συναινέσει όπως τα €170 εξαιρεθούν από το διάταγμα garnishee nisi και όπως, σε περίπτωση έκδοσης διατάγματος πληρωμής των δεσμευμένων ποσών, τα έξοδα του μεσεγγυούχου €410 πλέον ΦΠΑ πληρωθούν από τα δεσμευμένα ποσά και του αποδοθεί το υπόλοιπο.
Κατά την πρώτη εμφάνιση για σκοπούς αυτής της Αίτησης, στις 26.5.2026, οι Ενάγοντες 1 & 2 είχαν εκφράσει την πρόθεση να πληρώσουν το Εξ Αποφάσεως Χρέος. Εντούτοις τελικά έχουν εγείρει ένσταση τόσο στην οριστικοποίηση του προσωρινού διατάγματος garnishee nisi όσο και στην έκδοση διατάγματος για πληρωμή των δεσμευμένων ποσών στον ΜΚ.
Στην ένσταση που εγείρουν οι Ενάγοντες 1 & 2, υποστηρίζουν ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έγκριση της Αίτησης και ότι η Αίτηση προωθείται κακόπιστα. Προβάλλουν ότι η Αίτηση προωθείται με αδικαιολόγητη καθυστέρηση και ότι καταστρατηγεί συνταγματικά δικαιώματα. Ο Ενάγοντας 1 υποστηρίζει επίσης ότι στον δικό του λογαριασμό βρίσκονται κατατεθειμένα ποσά από θεσμοθετημένη σύνταξη που λαμβάνει και ότι αυτά δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο κατάσχεσης.
Οι Εναγόμενοι 1 & 2 εγείρουν μέσω της ένστασης και θέμα απόκρυψης γεγονότων από την πλευρά του ΜΚ. Βασίζουν αυτή τη θέση στο εξής επιχείρημα: Στα Προηγούμενα Ενδιάμεσα Διαβήματα αυτής της αγωγής, ο ΜΚ εκπροσωπείτο από τους ίδιους δικηγόρους που εκπροσωπούσαν τον ενάγοντα στην αγωγή 1276/2024 (που τυγχάνει να είναι το ίδιο πρόσωπο ως ο Εναγόμενος 1 σε αυτή την αγωγή). Κατά την εκδίκαση ενδιάμεσης αίτησης στην αγωγή 1276/2014 (που αφορούσε το ενδιάμεσο διάταγμα για δέσμευση των επίδικων λογαριασμών, το οποίο εν τέλει ακυρώθηκε) οι εδώ Ενάγοντες (εκεί Εναγόμενοι) είχαν παρουσιάσει διάφορα έγγραφα και γεγονότα. Οι Ενάγοντες υποστηρίζουν πως πρέπει να θεωρηθεί ότι εκείνα τα γεγονότα και έγγραφα ήταν σε γνώση του ΜΚ ένεκα της κοινής νομικής εκπροσώπησης. Δεν συμφωνώ με αυτό το επιχείρημα. Πρόκειται για διακριτές διαδικασίες, σε δύο διαφορετικές αγωγές. Ο ΜΚ καμία σχέση έχει με την αγωγή 1276/2014, δεν είναι εκεί διάδικος ούτε συμμετείχε στην εκεί ενδιάμεση αίτηση. Είναι νομικά και δεοντολογικά αβάσιμο να θεωρηθεί ότι οι δικηγόροι του ΜΚ έθεσαν ή έπρεπε να θέσουν υπόψη του, γεγονότα και έγγραφα άλλης αγωγής και διαδικασίας. Οι διαδικασίες αυτής της αγωγής είναι αυτοτελείς. Συνεπώς, τόσο το επιχείρημα των Εναγόντων όσο και ο λόγος ένστασης που βασίζεται σε αυτό, δεν γίνονται αποδεκτά.
Προχωρώ στο ζήτημα της κατάχρησης που προβάλλεται ως λόγος ένστασης, το οποίο οι Ενάγοντες συνδέουν και με όσα αναφέρουν περί απόκρυψης πιο πάνω. Δεν αμφιβάλλω ότι οι ευρύτερες διαφορές Εναγόντων και Εναγόμενων έχουν δημιουργήσει έντονη συναισθηματική φόρτιση. Όμως η παρούσα αίτηση προωθείται από τον ΜΚ, μη διάδικο στην αγωγή, που οι Ενάγοντες είχαν επιλέξει να καταστήσουν μέρος στα Προηγούμενα Ενδιάμεσα Διαβήματα. Τα μέτρα που λαμβάνει ο ΜΚ για είσπραξη του Εξ Αποφάσεως Χρέους είναι εντός των δικαιωμάτων του. Δεν διαπιστώνω κατάχρηση της διαδικασίας από μέρους του.
Ούτε διαπιστώνω υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση αυτής της Αίτησης ή καταστρατήγηση συνταγματικών δικαιωμάτων των Εναγόντων όπως υποστηρίζουν μέσω της ένστασης.
Επί της ουσίας, ο σκοπός μιας Αίτησης όπως η παρούσα είναι συγκεκριμένος, ήτοι η κατάσχεση χρημάτων που βρίσκονται στην κατοχή τρίτου προσώπου προς ικανοποίηση χρέους που ο καθ’ ου η αίτηση οφείλει στον αιτητή. Κατά την εξέταση της Αίτησης μονομερώς, διαπιστώθηκε ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος garnishee nisi[1]. Κατά την εκδίκαση της παρούσας, δεν παρουσιάστηκε οποιοδήποτε στοιχείο από την πλευρά των Εναγόντων 1 & 2 που να ανατρέπει τις αρχικές διαπιστώσεις (με την εξαίρεση που αναφέρω πιο κάτω).
Ειδικότερα, ήταν και παραμένει η διαπίστωση ότι οι Ενάγοντες 1 & 2 είναι εξ αποφάσεως οφειλέτες του ΜΚ αφού το Εξ Αποφάσεως Χρέος δεν έχει εξοφληθεί και παραμένει πληρωτέο. Περαιτέρω, υπάρχει σχέση πιστωτή και χρεώστη μεταξύ των Εναγόντων 1 & 2 και του Μεσεγγυούχου. Ειδικότερα, οι Ενάγοντες 1 & 2 είναι δικαιούχοι των ποσών που βρίσκονται κατατεθειμένα στους τραπεζικούς λογαριασμούς που διατηρούν στον Μεσεγγυούχο ως έχω αναφέρει πιο πάνω. Η ιδιότητα του καταθέτη καθιστά τους Εναγόμενους, πιστωτές της τράπεζας. Αυτά δικαιολογούσαν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος garnishee nisi.
Όμως υπάρχει κάποια εξαίρεση. Πρόκειται για ένα ζήτημα που έχει εγερθεί μέσω της ένστασης. Αφορά τη θέση του Ενάγοντα 1 ότι τα χρήματα που είναι κατατεθειμένα στον δικό του λογαριασμό δεν υπόκεινται σε κατάσχεση γιατί προέρχονται από τη θεσμοθετημένη του σύνταξη. Ο Ενάγοντας 1 παραπέμπει στο άρθρο 67 του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου Ν.59(Ι)/2010 που προβλέπει τα εξής:
«67.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, είναι άκυρη η εκχώρηση ή επιβάρυνση παροχής, όπως και κάθε συμφωνία για εκχώρηση ή επιβάρυνσή της και, σε περίπτωση πτώχευσης δικαιούχου παροχής η παροχή δεν περιέρχεται στο σύνδικο της πτώχευσης ή σ’ οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που ενεργεί για λογαριασμό των πιστωτών του δικαιούχου.
(2) Καμία παροχή δεν υπόκειται σε κατάσχεση με βάση τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.»
Εισηγείται ότι η περίπτωση του εμπίπτει στην απαγόρευση της παραγράφου 67(2) εφόσον η διαδικασία garnishee εδράζεται στις πρόνοιες του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6. Είναι η θέση του ότι οι καταθέσεις του, που προέρχονται από θεσμοθετημένη σύνταξη, δεν υπόκειται σε κατάσχεση.
Η πλευρά του ΜΚ διαφωνεί με την ερμηνεία αυτή του άρθρου 67(2) του Ν.59(Ι)/2010. Οι συνήγοροι του ΜΚ εισηγούνται ότι η πρόθεση εκεί του νομοθέτη ήταν να αποκλείσει διαδικασία κατάσχεσης κάποιας παροχής εις χείρας του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων αλλά η απαγόρευση δεν εκτείνεται σε ποσά παροχών αφότου κατατεθούν σε τραπεζικό λογαριασμό του δικαιούχου. Εκεί οι παροχές μετατρέπονται σε χρέος της τράπεζας προς τον δικαιούχο και μπορούν να κατασχεθούν. Αντίθετη ερμηνεία, εισηγείται η πλευρά του ΜΚ, καταστρατηγεί τα συνταγματικά του δικαιώματα ως πιστωτή να εισπράξει το λαβείν του.
Εξέτασα τα επιχειρήματα και των δύο πλευρών αναφορικά με αυτό το ζήτημα. Δεν έχω εντοπίσει Κυπριακή νομολογία αναφορικά με την ερμηνεία αυτής της διάταξης που να παρέχει δεσμευτική κατεύθυνση.
Κατ΄ αρχάς σημειώνω, όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 5 της ένστασης, ότι οι πιστώσεις στον λογαριασμό του Ενάγοντα 1 (από 11/2024 και εντεύθεν) προέρχονται από θεσμοθετημένη σύνταξη. Σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 21 του Ν.59(Ι)/2010, η «θεσμοθετημένη σύνταξη» συνιστά «παροχή». Το δε άρθρο 67(2) προνοεί ότι «παροχή δεν υπόκειται σε κατάσχεση με βάση τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο». Η παρούσα Αίτηση αφορά διαδικασία κατάσχεσης εις χείρας τρίτου στη βάση του Μέρους VII του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Αυτά τα σημεία, θεωρώ, δεν είναι αμφιλεγόμενα.
Η ανάγκη ερμηνείας του άρθρου 67 του Ν.59(Ι)/2010 και των προθέσεων του νομοθέτη προκύπτει επειδή στην παρούσα περίπτωση το ποσό της θεσμοθετημένης σύνταξης δεν είναι εις χείρας του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων αλλά έχει πληρωθεί σε λογαριασμό του Ενάγοντα 1. Αυτό, για την πλευρά του ΜΚ, θέτει τα εν λόγω ποσά στη διάθεση τους προς κατάσχεση. Δεν συμφωνώ με το επιχείρημα. Ο νομοθέτης δεν έχει περιορίσει την απαγόρευση κατάσχεσης ενόσω το ποσό της παροχής είναι εις χείρας του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Το λεκτικό του άρθρου 59(Ι)/2010 δεν περιορίζει χρονικά την απαγόρευση της κατάσχεσης. Επίσης δεν μπορώ να αγνοήσω ότι ο μόνος τρόπος για πληρωμή/είσπραξη μιας παροχής – και δη θεσμοθετημένης σύνταξης - προς κάποιο δικαιούχο, είναι με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό. Τα ποσά στην παρούσα περίπτωση, μετά την πληρωμή τους στον λογαριασμό του Ενάγοντα 1 παρέμειναν εκεί, δεσμευμένα από το προηγούμενο ενδιάμεσο διάταγμα της αγωγής 1276/2024. Συνεπώς δεν «μετατράπηκαν» σε κάτι άλλο. Μπορεί να συνιστούν χρέος μεταξύ της τράπεζας και του δικαιούχου, όμως παραμένουν «παροχή» που έχει χορηγηθεί δυνάμει του Ν.59(Ι)/2010. Αυτή η ερμηνεία ακολουθεί, ως λογική συνέχεια, και τις πρόνοιες του άρθρου 67(1) που προηγείται. Θεωρώ ότι διαφορετική ερμηνεία θα συνιστούσε στρέβλωση του κειμένου του άρθρου 67(2) του Ν.59(Ι)/2010.
Με έχει προβληματίσει η θέση του ΜΚ ότι η απαγόρευση σε κατάσχεση συνιστά καταστρατήγηση των διατάξεων των άρθρων 23 και 30 του Συντάγματος και άρθρων 6 και 13 της ΕΣΔΑ. Ούτε με αυτή τη θέση όμως συμφωνώ. Το άρθρο 67(2) του Ν.59(Ι)/2010 δεν θέτει το ποσό θεσμοθετημένης σύνταξης απόλυτα εκτός οποιασδήποτε προσπάθειας εκτέλεσης δικαστικής απόφασης. Το άρθρο 82(1)(γ)(ε) του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, επιτρέπει (με περιορισμό) τη διεξαγωγή οικονομικής έρευνας για εκάστοτε εξ αποφάσεως οφειλέτη σε σχέση με σύνταξη που λαμβάνει και το άρθρο 87, Κεφ.6, παρέχει τη δυνατότητα, συμπερίληψης ποσού συντάξεως σε ενδεχόμενα μέτρα εκτέλεσης. Συνεπώς, δεν υπάρχει καθολική απαγόρευση.
Σε ό,τι αφορά αυτή την Αίτηση, τα ποσά που είναι κατατεθειμένα στον λογαριασμό του Ενάγοντα 1 που προέρχονται από θεσμοθετημένη σύνταξη (ως προκύπτει από το Τεκμήριο 5 της ένστασης), δεν μπορούν να κατασχεθούν. Η πρώτη τέτοια κατάθεση φαίνεται να έγινε στις 28.11.2024. Πριν από εκείνη την κατάθεση, υπήρχε στον λογαριασμό κατατεθειμένο ποσό €966,60 που είναι αγνώστου προέλευσης. Θεωρώ ότι εκείνο το ποσό μπορεί να παραμείνει αντικείμενο του διατάγματος garnishee nisi. Όμως το διάταγμα garnishee nisi πρέπει να ακυρωθεί σε σχέση με τα υπόλοιπα ποσά του εν λόγω λογαριασμού για τους λόγους που εξήγησα. Από το δεσμευμένο ποσό του λογαριασμού εκείνου πρέπει επίσης να αφαιρεθεί ποσό €170 που αφορά στα έξοδα θυρίδας που ο Ενάγοντας 1 διατηρεί στον Μεσεγγυούχο, ως έχει συναινέσει ο συνήγορος του ΜΚ. Συνεπώς, παραμένει δεσμευμένο ποσό €796,60, αντικείμενο του διατάγματος garnishee nisi.
Παράλληλα, το διάταγμα garnishee nisi μπορεί να παραμείνει σε σχέση με ολόκληρο το ποσό του λογαριασμού της Ενάγουσας 2 εταιρείας.
Με εξαίρεση τα ποσά της σύνταξης του Ενάγοντα 1, δεν έχει αποκαλυφθεί κάποιος ικανός λόγος για να μην οριστικοποιηθεί η κατάσχεση (garnishee order absolute) και για να μην διαταχθεί η πληρωμή των δεσμευμένων ποσών προς τον ΜΚ έναντι του Εξ Αποφάσεως Χρέους.
Καταληκτικά, για τους λόγους που έχω εξηγήσει, το προσωρινό διάταγμα (garnishee order nisi) ημερομηνίας 14.11.2023, οριστικοποιείται (garnishee order absolute) σε σχέση με τα ακόλουθα ποσά σε λογαριασμούς που διατηρούνται στον Μεσεγγυούχο/Eurobank Ltd:
(α) ολόκληρο το ποσό που είναι κατατεθειμένο στον λογαριασμό της Ενάγουσας 2 με αριθμό λογαριασμού [ ], και
(β) ποσό €796,60 από τον λογαριασμό του Ενάγοντα 1 με αριθμό [ ].
Εκδίδεται περαιτέρω διάταγμα που διατάζει τον Μεσεγγυούχο/Eurobank Ltd όπως πληρώσει στο Αιτητή/Μάριο Κοντεμενιώτη τα πιο πάνω δεσμευμένα ποσά, τα οποία θα πιστωθούν από τον Αιτητή/Μάριο Κοντεμενιώτη έναντι του Εξ Αποφάσεως Χρέους.
Αναφορικά με τα έξοδα της παρούσας Αίτησης, ακολουθώντας το αποτέλεσμα, επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή/Μάριου Κοντεμενιώτη και εναντίον των Εναγόντων 1 & 2, ως θα υπολογιστούν και θα εγκριθούν.
Τα έξοδα του Μεσεγγυούχου/Eurobank Ltd εκ ποσού €410 πλέον ΦΠΑ θα επιβαρύνουν επίσης τους Ενάγοντες 1 & 2 και θα καταβληθούν από τα δεσμευμένα ποσά, πριν την πληρωμή του υπόλοιπου που θα παραμείνει προς τον Αιτητή/Μάριο Κοντεμενιώτη.
(Υπ.) ………………..………………………..
Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Ιωακείμ ν Μ. Γεωργιάδης Πολιτική Έφεση Ε142/2018, ημερομηνίας 18.11.2020, Solvochem France Sarl v Κυπριακής Εταιρείας Αποθήκευσης Πετρελαιοειδών Λτδ, Πολιτική Έφεση Ε9/2014 ημερομηνίας 9.5.2019
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο