ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕYKΩΣΙΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ.Γεωργίου. Ε.Δ.
Αγωγή αρ.: 1737/23 (i-Justice)
Μεταξύ:-
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΚΤΗNΙΑΤΡΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ, ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Ενάγοντα
- και -
ΚΥΠΡΟΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ
Εναγομένου
Ημερομηνία: 17 Ιουλίου 2026
Εμφανίσεις:
Για Ενάγοντα: κ.Ι.Μ.Ουστάς
Για Εναγόμενο: κ.Χρ.Σ.Χριστοφόρου για
ΧΡΙΣΤΟΣ Σ. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΔΕΠΕ
ΑΠΟΦΑΣΗ
Με την παρούσα Αγωγή, η οποία εκδικάστηκε με την μέθοδο της ταχείας εκδίκασης, ο Ενάγοντας αξιώνει από τον Εναγόμενο ποσό €700 το οποίο επιβλήθηκε από τον Ενάγοντα στον Εναγόμενο ως διοικητικό πρόστιμο και δεν έχει πληρωθεί.
ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ
Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης ο Εναγόμενος ενώ ήταν εγγεγραμμένος κτηνοτρόφος στα μητρώα των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών της Κυπριακής Δημοκρατίας, κατά ή περί τις 05/08/2019 κατόπιν ελέγχου που πραγματοποιήθηκε από αρμόδιο Κτηνιατρικό Λειτουργό στο σφαγείο CYPRA, διαπιστώθηκε ότι κατά παράβαση του άρθρου 4, Παρ. 2.1., του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1760/2000 του Συμβουλίου της 17ης Ιουλίου 2000, για τη θέσπιση συστήματος γνώρισης και καταγραφής των βοοειδών, υπήρχε μη τήρηση της υποχρέωσης του κατόχου του ζώου για τοποθέτηση ενωτιών στα νεογέννητα ζώα το αργότερο 14 ημέρες μετά την ημερομηνία γέννησης τους (ζώα χωρίς ενωτιό στο χέρι). Προς την εν λόγω παράβαση του Περί Υγείας των Ζώων Νόμος, επιβλήθηκε στον Εναγόμενο το διοικητικό πρόστιμο ύψους €700, με αύξων αριθμό: Ν. Β0188 (στο εξής το «πρόστιμο»).
Ο Ενάγοντας κοινοποίησε στις 06/08/2019 μέσω της ειδοποίησης για επιβολή προστίμου δυνάμει του άρθρου 13 Β (4) των Περί Υγείας των Ζώων Νόμων (στο εξής η «ειδοποίηση») προς τον Εναγόμενο, η οποία παραλήφθηκε από τον Εναγόμενο προσωπικά στις 30/08/2019, με την οποία ειδοποίηση τον καλούσε στην περίπτωση μη αποδοχής της προαναφερόμενης παράβασης όπως προβεί σε γραπτές παραστάσεις προς τον Ενάγοντα, εντός 5 εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία Ειδοποίησης. Ο Εναγόμενος σε ουδεμία γραπτή παράσταση προέβη εντός της ρηθείσας προθεσμίας.
Εν συνέχεια ο Ενάγοντας κοινοποίησε στις 26/06/2020 μέσω συστημένης επιστολής την απόφαση για επιβολή διοικητικού προστίμου δυνάμει του άρθρου 13 Β (4) του Περί της Υγείας των Ζώων Νόμων (στο εξής η «απόφαση») προς τον Εναγόμενο, η οποία παραλήφθηκε από τον Εναγόμενο και/ή εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του στις 27/07/2020, με την οποία απόφαση τον καλούσε στην περίπτωση μη αποδοχής του προαναφερόμενου προστίμου όπως προβεί στην βάση του άρθρου 13 Β(6) των Περί Υγείας των Ζώων Νόμων σε γραπτή και αιτιολογημένη Προσφυγή προς τον Υπουργό Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος εντός δέκα (10) εργάσιμων ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης. Ο Εναγόμενος σε ουδέν σχετικό διάβημα προέβη. Επίσης, επί της απόφασης ο Εναγόμενος καλείτο όπως εντός δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης της απόφασης καταβάλει το πρόστιμο των €700 προς το Επαρχιακό Κτηνιατρικό Γραφείο Λευκωσίας. Ενημέρωνε περαιτέρω τον Εναγόμενο ότι σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσης του με την καταβολή του οφειλόμενου ποσού, θα καταχωρείτο Αγωγή εναντίον του για είσπραξη του ποσού ως αστικού χρέους. Ο Εναγόμενος παρέλειψε και/ή αρνήθηκε και/ή αμέλησε να καταβάλει το ανωτέρω ποσό και/ή οποιοδήποτε μέρος αυτού.
Με γραπτή ειδοποίηση του Ενάγοντα προς τον Εναγόμενο, ήτοι την συστημένη επιστολή ημερομηνίας 08/12/2020, η οποία παραλήφθηκε από τον Εναγόμενο προσωπικά και/ή από εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του στις 11/12/2020, ο Ενάγοντας καλούσε τον Εναγόμενο όπως καταβάλει το πρόστιμο ως αυτό περιγραφόταν τόσο στην ειδοποίηση όσο και στην απόφαση ως οφείλει. Εκ νέου ενημέρωνε τον Εναγόμενο ότι σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσης του με την καταβολή του οφειλόμενου ποσού, θα λαμβάνονταν νομικά μέτρα εναντίον του, προς είσπραξη του. Ο Εναγόμενος παρέλειψε και/ή αρνήθηκε και/ή αμέλησε να καταβάλει το ανωτέρω ποσό και/ή οποιοδήποτε μέρος αυτού.
Σε συνέχεια της συστημένης επιστολής, με νέα γραπτή ειδοποίηση του, ήτοι την διπλοσυστημένη επιστολή ημερομηνίας 07/01/2021, η οποία παραλήφθηκε από τον Εναγόμενο προσωπικά και/ή από εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του στις 28/01/2021, ο Ενάγοντας καλούσε τον Εναγόμενο όπως καταβάλει το πρόστιμο ως αυτό περιγραφόταν στην συστημένη αλληλογραφία ημερ. 26/06/2019. Επίσης ο Ενάγοντας καλούσε τον Εναγόμενο όπως προσέλθει στον Κτηνιατρικό Σταθμό Ακακίου για διευθέτηση της πληρωμής του οφειλόμενου ποσού. Επιπλέον ενημέρωνε τον Εναγόμενο ότι σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσης του με την καταβολή του οφειλόμενου ποσού, θα είναι υποχρεωμένοι να λάβουν νομικά μέτρα εναντίον του.
Με την υπεράσπιση του ο Εναγόμενος αρνείται τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα και ισχυρίζεται ότι σε καμιά περίπτωση κλήθηκε να παραστεί σε οποιονδήποτε
έλεγχο που κατ’ ισχυρισμό πραγματοποιήθηκε κατά ή περί τις 05/08/2019, ως
ο Ενάγοντας επικαλείται και σε καμιά περίπτωση παρέβη οποιαδήποτε
Νομοθετική πρόνοια και/ή Κανονισμό και/ή ουδέποτε ο Ενάγοντας και/ή οι
κτηνιατρικές υπηρεσίες προέβησαν σε έλεγχο δυνάμει του Κανονισμού (ΕΚ)
αριθ. 1760/2000 του Συμβουλίου της 17ης Ιουλίου 2000 για τη θέσπιση
συστήματος γνώρισης και καταγραφής των βοοειδών και/ή ότι υπήρξε μη
τήρηση της υποχρέωσης του Εναγόμενου για τοποθέτηση ενωτιών στα
νεογέννητα ζώα (βοοειδή) του Εναγόμενου το αργότερο 14 ημερών μετά την
ημερομηνία γέννησης τους.
Επιπλέον ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι το οποιονδήποτε τυχόν επιβληθέν πρόστιμο και/ή το κατ’ ισχυρισμό διοικητικό πρόστιμο ύψους €700 με αύξων αριθμό Ν. Β0188, ήταν πρόωρο και/ή δεν συνάδει με τις πρόνοιες του σχετικού Νόμου που προνοούν ρητά ότι, προτού ο διευθυντής επιβάλει οποιονδήποτε διοικητικό πρόστιμο ειδοποιεί το επηρεαζόμενο πρόσωπο, ήτοι τον Εναγόμενο στην προκειμένη περίπτωση για την
πρόθεσή του να επιβάλει τέτοιο διοικητικό πρόστιμο, ενημερώνοντάς τον για τους
λόγους για τους οποίους προτίθεται να ενεργήσει τοιουτοτρόπως, παρέχοντας σε
αυτό το δικαίωμα υποβολής παραστάσεων εντός προθεσμίας πέντε ημερών από
την ημερομηνία κοινοποίησης σε αυτό της ειδοποίησης για την πρόθεση επιβολής
του διοικητικού προστίμου, κάτι το οποίο ουδέποτε έλαβε χώρα και/ή ουδέποτε ο
Εναγόμενος έλαβε τέτοια ειδοποίηση.
Περαιτέρω ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ουδέποτε έλαβε και/ή παρέλαβε την ειδοποίηση που επικαλείται ο Ενάγοντας και/ή υπέγραψε επί τέτοιας ειδοποιήσεως σύμφωνα με τον τύπο της ειδοποιήσεως ώστε να του παρέχεται το δικαίωμα υποβολής παραστάσεων και ουδέποτε ο Εναγόμενος έλαβε γνώση του περιεχομένου της ειδοποιήσεως ώστε να του παρέχεται το δικαίωμα υποβολής παραστάσεων δυνάμει του άρθρου 13Β(3) της ισχύουσας Νομοθεσίας.
Ο Εναγόμενος περαιτέρω ισχυρίζεται ότι σε καμιά περίπτωση του κοινοποιήθηκε η ειδοποίηση που προβλέπεται στο άρθρο 13Β(3) του σχετικού Νόμου εν προκειμένω και/ή έλαβε γνώση του περιεχομένου τέτοιας ειδοποίησης ώστε να ασκήσει το δικαίωμα του, υποβολής παραστάσεων εντός πέντε ημερών από την ημερομηνία της κοινοποίησης και όχι από την ημερομηνία της ειδοποίησης ως αναφέρει ο Ενάγοντας και ως εκ τούτου καμιά παράλειψη υπήρξε εκ μέρους του.
Ο Εναγόμενος επιπρόσθετα ισχυρίζεται ότι ουδέποτε του κοινοποιήθηκε και/ή παρέλαβε την απόφαση του διευθυντή των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών για επιβολή προστίμου δυνάμει του άρθρου 13Β(4) του σχετικού Νόμου ώστε να δύναται να ασκήσει το δικαίωμα του για ιεραρχική προσφυγή εις τον Υπουργό Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος και/ή εάν ήθελε αποδειχθεί ότι ο Εναγόμενος έλαβε τέτοια ειδοποίηση, τότε αυτή ήταν παραπλανητική με απώτερο σκοπό την στέρηση του δικαιώματος του Εναγόμενου να υποβάλει ιεραρχική προσφυγή εντός 30 ημερών ως προνοείται στο άρθρο 13Β(6) του νόμου και όχι εντός 10 ημερών ως επικαλείται ο Ενάγοντας και ως εκ τούτου η οποιαδήποτε επιβολή διοικητικού προστίμου είναι αντινομική και/ή στερείται οποιουδήποτε νομικού ερείσματος και/ή επιβολή τέτοιου διοικητικού προστίμου δεν δεσμεύει τον Εναγόμενο.
Ο Εναγόμενος άνευ βλάβης των ανωτέρω ισχυρισμών του, ισχυρίζεται περαιτέρω ότι εάν ήθελε αποδειχθεί η ύπαρξη της ειδοποίησης που επικαλείται ο Ενάγοντας, τότε η εν λόγω ειδοποίηση είναι νομικά λανθασμένη και/ή είναι παραπλανητική και/ή δεν δύναται να παράγει οποιαδήποτε έννομα αποτελέσματα και/ή δεν είναι σύμφωνα με την Νομοθεσία και τις Αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου καθότι υπήρχε νομικά λανθασμένη αναφορά ότι ο Εναγόμενος δύνατο να ασκήσει ιεραρχική προσφυγή εντός 10 ημερών αντί 30 ημερών που προνοεί η νομοθεσία και καμία αναφορά γινόταν εις το δικαίωμα του Εναγόμενου για άσκηση προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου εντός 75 ημερών από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως του διευθυντή δυνάμει του άρθρου 13Β(7 Α) του σχετικού Νόμου και η εν λόγω παράλειψη έγινε σκοπίμως και εις βλάβη των δικαιωμάτων και/ή συμφερόντων του Εναγόμενου και ως εκ τούτου η εν λόγω απόφαση του Διευθυντή, για επιβολή διοικητικού προστίμου δεν παράγει οποιαδήποτε έννομα αποτελέσματα και/ή είναι άνευ οποιουδήποτε νομικού ερείσματος και/ή δεν δεσμεύει τον Εναγόμενο.
Ο Εναγόμενος περαιτέρω ισχυρίζεται ότι σε καμιά περίπτωση έλαβε τις επιστολές που επικαλείται ο Ενάγοντας και/ή έλαβε γνώση του περιεχομένου των και ως εκ τούτου δεν δεσμεύεται από το περιεχόμενο τους. Περαιτέρω και άνευ βλάβης του προηγούμενου ισχυρισμού του, εάν ήθελε αποδειχθεί η αποστολή των επικαλούμενων υπό του Ενάγοντα επιστολών και/ή η παραλαβή τους από τον Εναγόμενο, το περιεχόμενο τους δεν έγινε αποδεκτό και/ή δεν δεσμεύει τον Εναγόμενο καθ' οιονδήποτε τρόπο λόγω παραβίασης ρητών Νομοθετικών διατάξεων υπό του Ενάγοντα.
Ο Εναγόμενος περαιτέρω ισχυρίζεται ότι κανένα ποσό οφείλει στον Ενάγοντα και/ή ο Ενάγοντας λόγω των ως άνω παραλείψεων και/ή πράξεων και/ή αντινομικής συμπεριφοράς του λόγω του ότι εάν ήθελε αποδειχθούν οι ειδοποιήσεις τις οποίες επικαλείται τότε το περιεχομένων τέτοιων ειδοποιήσεως δεν συνάδουν με τις πρόνοιες τις ισχύουσας Νομοθεσίας και ως εκ τούτου δεν δύναται να διεκδικεί και/ή απαιτεί την πληρωμή του απαιτούμενου ποσού στα πλαίσια της παρούσης Αγωγής.
Επιπλέον ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η Αγωγή του Ενάγοντα είναι πρόωρη, καθότι δεν του δόθηκε το δικαίωμα βάση της Νομοθεσίας για να ασκήσει ιεραρχική προσφυγή και/ή προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου εναντίον της αποφάσεως του διευθυντή των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών και να τηρηθούν οι προθεσμίες βάση του άρθρου 13Β(7Α) της ισχύουσας Νομοθεσίας κατά τον ουσιώδη χρόνο.
Με την απάντηση του ο Ενάγοντας απορρίπτει τα όσα αναφέρει ο Εναγόμενος στην υπεράσπιση του.
Η ΑΚΡΟΑΣΗ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
Το αξιούμενο με την Αγωγή ποσό δεν υπερβαίνει τις €3.000 και ακολουθήθηκε πορεία ταχείας εκδίκασης, δυνάμει της Διαταγής 30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η Ακρόαση διεξήχθη στη βάση της γραπτής μαρτυρίας των μερών και δεν ζητήθηκε η διεξαγωγή αντεξέτασης, ούτε η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας, δυνάμει της Δ.30 Θ.7. Προσκομίστηκαν, επίσης, γραπτώς στο Δικαστήριο οι αγορεύσεις των δικηγόρων των μερών.
Προς υποστήριξη της αξίωσης του Ενάγοντα κατατέθηκε στις 07/01/25 γραπτή μαρτυρία κτηνιατρικού λειτουργού των κτηνιατρικών υπηρεσιών (στο εξής «ΜΕ»), η οποία συνοδεύεται από πέντε Τεκμήρια και προς υποστήριξη της υπεράσπισης κατατέθηκε στις 08/04/25 γραπτή μαρτυρία του ίδιου του Εναγομένου, η οποία δεν συνοδεύεται από Τεκμήρια. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειώσω ότι στον ηλεκτρονικό φάκελο της υπόθεσης καταχωρίστηκε την 09/12/25 γραπτή μαρτυρία του ίδιου κτηνιατρικού λειτουργού των κτηνιατρικών υπηρεσιών. Η εν λόγω μαρτυρία καταχωρίστηκε χωρίς να ζητηθεί άδεια από το Δικαστήριο και μετά που το Δικαστήριο είχε ήδη δώσει οδηγίες για γραπτές αγορεύσεις. Συνεπώς η εν λόγω μαρτυρία δεν θα αξιολογηθεί και δεν λαμβάνεται υπόψιν.
ΜΑΡΤΥΡΙΑ
ΜΕ
Στη γραπτή του μαρτυρία ο ΜΕ αναφέρει ότι είναι κτηνιατρικός λειτουργός των κτηνιατρικών υπηρεσιών και είναι τοποθετημένος στο σφαγείο CYPRA και μια εκ των αρμοδιοτήτων του είναι και ο έλεγχος τοποθέτησης ενωτιών στα νεογέννητα ζώα.
Κατόπιν ελέγχου που πραγματοποιήθηκε από τον ίδιο τον ΜΕ προσωπικά και υπό την ιδιότητα του ως αρμόδιος κτηνιατρικός λειτουργός κατά την 05/08/2019 και ώρα 14:00 στην εκμετάλλευση σφαγείο CYPRA, διαπιστώθηκε ότι κατά παράβαση του άρθρου 4, Παρ. 2.1., του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1760/2000 του Συμβουλίου της 17ης Ιουλίου 2000, για τη θέσπιση συστήματος γνώρισης και καταγραφής των βοοειδών, υπήρχε η μη τήρηση της υποχρέωσης του κατόχου του ζώου για τοποθέτηση ενωτιών στα νεογέννητα ζώα το αργότερο 14 ημέρες μετά την ημερομηνία γέννησης τους (ζώα χωρίς ενωτιό στο χέρι). Ο ΜΕ παρουσίασε ως Τεκμήριο 1 το πρόστιμο που επιβλήθηκε στον Εναγόμενο ύψους €700 με αύξων αρ.Ν.Β.0188.
Ο Ενάγοντας κοινοποίησε στις 06/08/2019 μέσω της ειδοποίησης για επιβολή διοικητικού προστίμου δυνάμει του άρθρου 13 Β (4) των Περί Υγείας των Ζώων Νόμων προς τον Εναγόμενο, η οποία παραλήφθηκε από τον Εναγόμενο προσωπικά στις 30/08/2019,με την οποία ειδοποίηση τον καλούσε στην περίπτωση μη αποδοχής της προαναφερόμενης παράβασης όπως προβεί σε γραπτές παραστάσεις προς τον Ενάγοντα, εντός 5 εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία ειδοποίησης. Ο Εναγόμενος σε ουδεμία γραπτή παράσταση προέβη εντός της ρηθείσας προθεσμίας. Ο ΜΕ παρουσίασε ως Τεκμήριο 2 συστημένη επιστολή ημερ. 26/06/2020.
Εν συνέχεια ο Ενάγοντας κοινοποίησε στις 26/06/2020 μέσω συστημένης επιστολής την απόφαση για επιβολή διοικητικού προστίμου δυνάμει του άρθρου 13 Β (4) του Περί της Υγείας των Ζώων Νόμων προς τον Εναγόμενο, η οποία παραλήφθηκε από τον Εναγόμενο προσωπικά και/ή εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του στις 27/07/2020, με την οποία απόφαση τον καλούσε στην περίπτωση μη αποδοχής του προαναφερόμενου διοικητικού προστίμου όπως προβεί στην βάση του άρθρου 13 Β (6) των Περί Υγείας των Ζώων Νόμων σε γραπτή και αιτιολογημένη προσφυγή προς τον Υπουργό Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος εντός δέκα (10) εργάσιμων ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης (Τεκμήριο 3). Ο Εναγόμενος σε ουδέν σχετικό διάβημα προέβη. Επίσης επί της απόφασης ο Εναγόμενος καλείτο όπως εντός δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης της απόφασης καταβάλει τη διοικητική κύρωση του προστίμου των €700, προς το Επαρχιακό Κτηνιατρικό Γραφείο Λευκωσίας. Μάλιστα ενημέρωνε τον Εναγόμενο ότι σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσης του με την καταβολή του οφειλόμενου ποσού, θα καταχωρείτο Αγωγή εναντίον του για είσπραξη του ποσού ως αστικού χρέους.
Ακολούθως με γραπτή ειδοποίηση του Ενάγοντα προς τον Εναγόμενο, ήτοι την συστημένη επιστολή ημερομηνίας 08/12/2020 η οποία παραλήφθηκε από τον Εναγόμενο στις 11/12/2020, ο Ενάγοντας καλούσε τον Εναγόμενο όπως καταβάλει το πρόστιμο ως οφείλει (Τεκμήριο 4).
Σε συνέχεια της συστημένης επιστολής, με νέα γραπτή ειδοποίηση του, ήτοι την
διπλοσυστημένη επιστολή ημερομηνίας 07/01/2021 η οποία παραλήφθηκε από τον Εναγόμενο, ο Ενάγοντας καλούσε τον Εναγόμενο όπως καταβάλει το πρόστιμο και τον καλούσε όπως προσέλθει στον Κτηνιατρικό Σταθμό Ακακίου για διευθέτηση της πληρωμής του οφειλόμενου ποσού. Μάλιστα ενημέρωνε τον Εναγόμενο ότι σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσης του με την καταβολή του οφειλόμενου ποσού, θα είναι υποχρεωμένοι να λάβουν νομικά μέτρα εναντίον του (Τεκμήριο 5).
Τέλος ο ΜΕ αναφέρει ότι ο Εναγόμενος δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό έναντι του προστίμου και ζητεί την έκδοση Απόφασης εναντίον του.
Εναγόμενος
Ο Εναγόμενος στη γραπτή του μαρτυρία αναφέρει ότι είναι εγγεγραμμένος κτηνοτρόφος στα μητρώα των Κτηνιατρικών υπηρεσιών της Κυπριακής Δημοκρατίας και έχει την υποχρέωση τοποθέτησης ενωτίων στα νεογέννητα ζώα.
Αναφέρει ότι ουδέποτε κλήθηκε για να παραστεί στις 05/08/2019 σε έλεγχο από τις αρμόδιες κτηνιατρικές υπηρεσίες και σε καμιά περίπτωση έχει παραβεί οποιαδήποτε Νομοθετική πρόνοια ή κανονισμό για τοποθέτηση ενωτιών στα νεογέννητα ζώα (βοοειδή) το αργότερο 14 ημερών μετά την ημερομηνία γέννησης τους.
Το πρόστιμο το οποίο του επιβλήθηκε ως επικαλείται ο Ενάγοντας, ήταν πρόωρο και δεν συνάδει με τις πρόνοιες του άρθρου 13Β(3) του Περί Υγείας των Ζώων Ν. 109(Ι)/2001 ως έχει τροποποιηθεί που προνοεί ρητά ότι, προτού ο Διευθυντής επιβάλει οποιονδήποτε διοικητικό πρόστιμο όφειλε να τον ειδοποιήσει για την πρόθεση του να του επιβάλει τέτοιο διοικητικό πρόστιμο, ενημερώνοντας τον για τους λόγους για τους οποίους προτίθεται να ενεργήσει τοιουτοτρόπως, παρέχοντας του το δικαίωμα υποβολής παραστάσεων εντός προθεσμίας πέντε ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης της ειδοποίησης για την πρόθεση επιβολής του διοικητικού προστίμου και σε καμία περίπτωση ο Εναγόμενος έλαβε τέτοια ειδοποίηση.
Σύμφωνα με το Τεκμήριο 1 που κατάθεσε ο Ενάγοντας προς απόδειξη των ισχυρισμών του, φαίνεται αυτή η ειδοποίηση επιβολής διοικητικού προστίμου να έχει επιδοθεί, όχι όμως στον ίδιο, καθότι η υπογραφή που φέρει δεν είναι δική του και σημειώνεται επί της εν λόγω ειδοποίησης ότι «με βάση το άρθρο β(3) των περί υγείας των Ζώων Νόμων έχετε το δικαίωμα να προβείτε σε γραπτές παραστάσεις προς τον Διευθυντή Κτηνιατρικών Υπηρεσιών εντός 5 ημερών από την ημερομηνία της ειδοποίησης» και ως προκύπτει αυτή επιδόθηκε στις 30/08/2019 και ήδη είχε παρέλθει η προθεσμία των 5 ημερών για να προβεί σε γραπτές παραστάσεις από την ημερομηνία της ειδοποίησης.
Είναι η θέση του Εναγόμενου ότι η εν λόγω ειδοποίηση για επιβολή διοικητικού προστίμου ήταν παραπλανητική καθότι ο Νόμος ρητά προβλέπει το δικαίωμα για υποβολή γραπτών παραστάσεων εντός 5 ημερών από την κοινοποίηση της αποφάσεως για επιβολή διοικητικού προστίμου και όχι από την ημερομηνία της ειδοποίησης.
Περαιτέρω η απόφαση του διευθυντή των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών για επιβολή διοικητικού προστίμου δυνάμει του άρθρου 13Β(4) του σχετικού Νόμου ήταν παραπλανητική, καθότι σύμφωνα με την εν λόγω ειδοποίηση για επιβολή διοικητικού προστίμου σημειώνετο ότι με βάση του άρθρου 13Β(6) των περί υγείας των Ζώων Νόμων είχε το δικαίωμα να υποβάλει γραπτή αιτιολογημένη προσφυγή στον Υπουργό Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και περιβάλλοντος εντός 10 εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης της απόφασης για επιβολή διοικητικού προστίμου, πλην όμως το σχετικό άρθρο του Νόμου προνοεί ότι η επιβολή διοικητικού προστίμου δυνάμει του εδαφίου 1 υπόκειται σε ιεραρχική προσφυγή στον Υπουργό, εντός προθεσμίας τριάντα ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης της απόφασης περί επιβολής διοικητικού προστίμου.
Επίσης είναι η θέση του Εναγομένου ότι η Αγωγή του Ενάγοντα είναι πρόωρη, καθότι δεν του δόθηκε το δικαίωμα βάση της Νομοθεσίας για να ασκήσει ιεραρχική προσφυγή ή Προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου εναντίον της αποφάσεως του διευθυντή των Κτηνιατρικών υπηρεσιών και να τηρηθούν οι προθεσμίες βάση του άρθρου 13Β(7Α) της ισχύουσας Νομοθεσίας κατά τον ουσιώδη χρόνο λαμβανομένου υπόψη ότι η προθεσμία που αναφερόταν στην σχετική ειδοποίηση ήταν ότι μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμα του ιεραρχικής προσφυγής εντός 10 ημερών και όχι 30 σύμφωνα με την Νομοθεσία (άρθρο 13Β(6).
Είναι περαιτέρω η θέση του Εναγομένου ότι οι σχετικές ειδοποιήσεις που επικαλείται ο Ενάγοντας ότι του επιδόθηκαν ή του αποστάληκαν εν σχέση με την ειδοποίηση για επιβολή προστίμου - Τεκμήριο 1, ήταν εκτός της Νομοθεσίας και παραπλανητική καθότι καθορίζετο χρονικό διάστημα 5 ημερών για να προβεί σε παραστάσεις προς τον διευθυντή Κτηνιατρικών Υπηρεσιών εντός 5 ημερών από την ημερομηνία της ειδοποίησης, η οποία έφερε ημερομηνία 06/08/2019 και η οποία ως επικαλείται ο Ενάγοντας του επιδόθηκε στις 30/08/20219, ήτοι μετά την παρέλευση των 5 ημερών από την ημερομηνία της ειδοποίησης και παρήλθε η προθεσμία που μπορούσε να προβεί σε γραπτές παραστάσεις, ενώ σύμφωνα με την Νομοθεσία η περίοδος των 5 ημερών ήταν από την κοινοποίηση της ειδοποίησης και εν σχέση με το Τεκμήριο 2, η προθεσμία που καθορίζετο στην απόφαση επιβολής προστίμου ήταν εντός 10 ημερών για να προβεί ο Εναγόμενος σε ιεραρχική προσφυγή, ενώ η Νομοθεσία προβλέπει 30 μέρες από την κοινοποίηση.
Ο Εναγόμενος τονίζει ότι οι προθεσμίες που αναφέρει ότι έπρεπε να αναφέρονται τόσον στην ειδοποίηση για επιβολή διοικητικού προστίμου, όσον και στην απόφαση επιβολής προστίμου, του απεστάλησαν κατά παράβαση της ισχύουσας Νομοθεσίας και περιήλθαν σε γνώση του μετά που ο Ενάγοντας κίνησε την παρούσα Αγωγή και κατόπιν μελέτης της υποθέσεως από τον δικηγόρο του, ο οποίος τον ενημέρωσε αναλόγως.
Επομένως η σχετική ειδοποίηση για επιβολή διοικητικού προστίμου και η απόφαση του διευθυντή στάλησαν κατά παράβαση της Νομοθεσίας και ανέφεραν παραπλανητικές ημερομηνίες, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματα του και καμία νόμιμη ειδοποίηση του επιδόθηκε σύμφωνα με την Νομοθεσία και ως εκ τούτου η Αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εναντίον του Ενάγοντα.
ΜΗ ΑΜΦΙΣΒΗΤΟΥΜΕΝΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Από το περιεχόμενο των δικογράφων και το σύνολο της ενώπιον μου μαρτυρίας, προκύπτουν ως μη αμφισβητούμενα γεγονότα τα ακόλουθα:
- Ο Ενάγοντας είναι οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες της Κυπριακής Δημοκρατίας, υπάγεται στο Υπουργείο Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος, Τμήμα Κτηνιατρικών Υπηρεσιών της Κυπριακής Δημοκρατίας και εγείρει την παρούσα Αγωγή μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Με τις εξουσίες που του παρέχονται στην βάση του άρθρου 13 Β(4) του Περί Υγείας των Ζώων Νόμος του 2001 (Ν. 109(Ι)/2001) ως αυτός μέχρι σήμερα τροποποιήθηκε, δύναται να επιβάλλει διοικητικά πρόστιμα και σε περίπτωση παραλείψεως πληρωμής διοικητικού προστίμου, δύναται να λάβει Δικαστικά μέτρα προς είσπραξη αυτού και το οφειλόμενο ποσό εισπράττεται ως αστικό χρέος βάσει του άρθρου 13 Β(8) του σχετικού Νόμου.
- Ο Εναγόμενος είναι κτηνοτρόφος εγγεγραμμένος δεόντως στα μητρώα των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών της Κυπριακής Δημοκρατίας και μεταξύ των εργασιών που εκτελεί είναι και η τοποθέτηση ενωτιών στα νεογέννητα ζώα.
ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ
Αμφότερες οι πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις και θα αναφερθώ σε αυτές κατωτέρω στον βαθμό και την έκταση που χρειάζεται.
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ
Εν όψει του ότι η Αγωγή εκδικάστηκε με την μέθοδο της ταχείας εκδίκασης, στη βάση μόνο γραπτής μαρτυρίας, η αξιολόγηση γίνεται χωρίς αναφορά σε εξωτερικές εντυπώσεις ή στην συμπεριφορά και στις αντιδράσεις του μάρτυρα στο εδώλιο, πλην όμως δεν μεταβάλλονται οι Νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση και αποδοχή της μαρτυρίας, ούτε συνεπάγεται και χαλάρωση των σχετικών κανόνων, οι οποίοι εφαρμόζονται κατ’ αναλογία.
Σε σχέση με την εκδίκαση των αγωγών ταχείας εκδίκασης, ιδιαίτερα διαφωτιστική είναι η σχετικά πρόσφατη Απόφαση του Εφετείου Συμβούλιο Αποχευτεύσεων Λάρνακας ν. Α.Σ. Εργοληπτική Εταιρεία ΛΤΔ, Πολ.Έφ.104/2019, ημερ.19/07/2024 στην οποία αναφέρονται τα εξής:
«Δυο λόγια πρώτα για το βάρος απόδειξης. Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι σε πολιτικές υποθέσεις, το βάρος απόδειξης ή το γενικό βάρος όπως κάποτε περιγράφεται (burden/onus of proof) το έχει κατά κανόνα ο ενάγοντας και το επίπεδο απόδειξης (standard of proof) το οποίο θα πρέπει να αποσείσει είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (balance of probabilities), δηλαδή να αποδείξει ότι η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (more probable than not). Σχετική είναι η υπόθεση Χρυσάνθου κ.α. v. Φραντζή (2010) 1Β Α.Α.Δ. 1295, όπου λέχθηκαν τα ακολούθα:
«Όπως διευκρινίστηκε στην υπόθεση Μαρσέλ κ.α. v. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ (2001) 1 (Β) Α.Α.Δ. 1858‑
«το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδειχτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). »
Το βάρος απόδειξης, όπως ορθά παρατηρεί το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν υποβαθμίζεται ούτε αντιμετωπίζεται εκπτωτικά σε υποθέσεις «ταχείας εκδίκασης» που διέποντο από τις πρόνοιες της Διαταγής 30. Ο ενάγοντας έχει το ίδιο βάρος απόδειξης και θα πρέπει να το αποσείσει στο ίδιο επίπεδο, αν θέλει να δικαιούται σε απόφαση. Συνεπώς, σε μια υπόθεση όπως την παρούσα, οι ενάγοντες/εφεσείοντες όφειλαν να προσκομίσουν αξιόπιστη, σαφή, πειστική, αλλά και την καλύτερη, υπό τις περιστάσεις, μαρτυρία που να αποδείκνυε (α) ότι είχαν τη διά Νόμου εξουσία επιβολής αποχετευτικών τελών και επιβαρύνσεων στην επίδικη περιοχή, (β) ότι η εναγόμενη/εφεσίβλητη ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο πρόσωπο (νομικό επί του προκειμένου) υποκείμενο στην επιβολή τέτοιων τελών - αυτό προϋπόθετε την απόδειξη κυριότητας και/ή κατοχής του ακινήτου και (γ) ότι πράγματι επιβλήθηκαν τα τέλη και επιβαρύνσεις για την αυτή περίοδο στο ύψος που διεκδικούντο - αυτό προϋπόθετε την απόδειξη της δημοσίευσης ή της κοινοποίησης της αρχικής επιβολής των τελών/επιβαρύνσεων προς το υποκείμενο πρόσωπο και/ή τουλάχιστον της επαναβεβαίωσης της επιβολής και της προειδοποίησης ότι υπήρξε καθυστέρηση πληρωμής και (δ) ότι το επιβαλλόμενο ποσό παραμένει απλήρωτο.
Ο συνοπτικός τρόπος εκδίκασης, ήτοι δια της προσαγωγής ενόρκων δηλώσεων, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις δεδηλωμένης δικογραφημένης αντίθεσης, θα πρέπει να θέτει σε εγρήγορση τον ενάγοντα κατά τη διεργασία απόδειξης της υπόθεσης του. Θα πρέπει να προσκομίσει ένορκες δηλώσεις από τα αρμόδια πρόσωπα με συνημμένα όλα τα σχετικά τεκμήρια, και αναλόγως αμφισβήτησης, να είναι έτοιμος να ζητήσει την κατ' εξαίρεση ενεργοποίηση του μηχανισμού αντεξέτασης ή ακόμα και προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας δυνάμει της Διαταγής 30, Θεσμός 7.»
Επιπλέον στην Σοφοκλέους Κυριάκος v Γιώτας Κυριάκου (2010) 1ΑΑΔ665 τονίστηκε ότι:
«Το βάρος απόδειξης σε μια πολιτική δίκη το φέρει κατά κανόνα ο ενάγων ο οποίος και θα πρέπει να αποδείξει την υπόθεση του στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Το κριτήριο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διάδικου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι "πιο πιθανή παρά ή αντίθετη", εκείνης, δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι "πιο πιθανή παρά ή αντίθετη", εκείνης, δηλαδή, του αντιδίκου του.»
Με γνώμονα τα ανωτέρω, προχωρώ να αξιολογήσω την μαρτυρία των μερών επί των ουσιωδών αμφισβητούμενων γεγονότων.
Η μαρτυρία του ΜΕ επί των ουσιωδών επίδικων γεγονότων παρατίθεται με επαρκή λεπτομέρεια και εκτενή αναφορά, παρουσιάζει συνοχή και επάρκεια και συνάδει με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων που ο ΜΕ κατέθεσε. Ανέφερε ότι ο ίδιος, ως κτηνιατρικός λειτουργός των κτηνιατρικών υπηρεσιών πραγματοποίησε τον έλεγχο στις 05/08/2019 και διαπίστωσε την παράβαση που αναφέρει στη μαρτυρία του. Εξαιτίας αυτής της παράβασης εκδόθηκε και το πρόστιμο των €700- Τεκμήριο 1. Κατά τη μαρτυρία του παραθέτει με συνέπεια και πειστικότητα τις ειδοποιήσεις που στάληκαν στον Εναγόμενο και τις συστημένες επιστολές, οι οποίες τεκμηριώνονται από τα επισυναφθέντα Τεκμήρια.
Τα όσα ανέφερε ο ΜΕ ήταν πειστικά στο βαθμό που απαιτείται εν προκειμένω ούτως ώστε η μαρτυρία του να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο στην ολότητα της.
Αντιθέτως, στα ουσιώδη ζητήματα, η μαρτυρία του Εναγόμενου δεν παρατέθηκε με την απαιτούμενη λεπτομέρεια, επάρκεια και σαφήνεια, προκειμένου να έχει την ποιότητα εκείνη που θα της προσέδιδε πειστικότητα. Παρόλο που από τα Τεκμήρια που κατέθεσε η πλευρά του Ενάγοντα αποδεικνύεται ότι ο Εναγόμενος γνώριζε για το πρόστιμο που του επιβλήθηκε, εντούτοις δεν κατέθεσε οποιοδήποτε Τεκμήριο που να δεικνύει τις θέσεις που προβάλλει. Δεν απεστάλη από τον ίδιο οποιαδήποτε επιστολή που να αρνείται την παράβαση ή να αμφισβητεί την ορθότητα του προστίμου, αλλά ούτε και διαφαίνεται να έχει καταχωρίσει Προσφυγή προς αμφισβήτηση του. Η εντύπωση που αποκόμισα από την μαρτυρία του Εναγομένου είναι η εκ των υστέρων προσπάθεια αποφυγής οποιασδήποτε ευθύνης από μέρους του. Τέλος, τα όσα αναφέρει στην μαρτυρία του σε σχέση με λανθασμένες προθεσμίες επί των ειδοποιήσεων, αποτελούν ισχυρισμούς και σημεία που θα μπορούσαν να εξεταστούν από Διοικητικό Δικαστήριο στα πλαίσια άσκησης Προσφυγής και όχι από το παρόν Δικαστήριο.
Με βάση τα ανωτέρω η μαρτυρία του Εναγομένου επί αμφισβητούμενων γεγονότων απορρίπτεται στην ολότητα της.
ΕΥΡΗΜΑΤΑ
Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει τη μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα και σε συνδυασμό με όσα γεγονότα είναι μη αμφισβητούμενα, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα:
- Ο Ενάγοντας είναι οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες της Κυπριακής Δημοκρατίας, υπάγεται στο Υπουργείο Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος, Τμήμα Κτηνιατρικών Υπηρεσιών της Κυπριακής Δημοκρατίας και εγείρει την παρούσα Αγωγή μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Με τις εξουσίες που του παρέχονται στην βάση του άρθρου 13 Β(4) του Περί Υγείας των Ζώων Νόμος του 2001 (Ν. 109(Ι)/2001) ως αυτός μέχρι σήμερα τροποποιήθηκε, δύναται να επιβάλλει διοικητικά πρόστιμα και σε περίπτωση παραλείψεως πληρωμής διοικητικού προστίμου, δύναται να λάβει δικαστικά μέτρα προς είσπραξη αυτού και το οφειλόμενο ποσό εισπράττεται ως αστικό χρέος βάσει του άρθρου 13 Β(8) του σχετικού Νόμου.
- Ο Εναγόμενος είναι κτηνοτρόφος εγγεγραμμένος δεόντως στα μητρώα των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών της Κυπριακής Δημοκρατίας και μεταξύ των εργασιών που εκτελεί είναι και η τοποθέτηση ενωτιών στα νεογέννητα ζώα.
- Κατά την 05/08/2019 και ώρα 14:00 στην εκμετάλλευση σφαγείο CYPRA, πραγματοποιήθηκε έλεγχος από τον ΜΕ, κτηνιατρικό λειτουργό των κτηνιατρικών υπηρεσιών και διαπιστώθηκε ότι κατά παράβαση του άρθρου 4, Παρ. 2.1., του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1760/2000 του Συμβουλίου της 17ης Ιουλίου 2000, για τη θέσπιση συστήματος γνώρισης και καταγραφής των βοοειδών, υπήρχε η μη τήρηση της υποχρέωσης του κατόχου του ζώου για τοποθέτηση ενωτιών στα νεογέννητα ζώα το αργότερο 14 ημέρες μετά την ημερομηνία γέννησης τους (ζώα χωρίς ενωτιό στο χέρι).
- Για την ανωτέρω παράβαση επιβλήθηκε στον Εναγόμενο διοικητικό πρόστιμο ύψους €700.
- Ο Εναγόμενος παρόλες τις ειδοποιήσεις στις 06/08/19, 26/06/20, 08/12/20 και 07/01/21 δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό έναντι ή προς εξόφληση του προστίμου, ούτε και αμφισβήτησε με οποιοδήποτε τρόπο το πρόστιμο αυτό διά επιστολής ή διά γραπτών παραστάσεων ή διά Προσφυγής.
ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ- ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Το άρθρο 13 Β(4) του περί της Υγείας των Ζώων Νόμου του 2001 (Ν.109(Ι)/2001)
προνοεί τα ακόλουθα:
«(4) Ο Διευθυντής επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο δυνάμει του εδαφίου (1), με αιτιολογημένη απόφασή του-
(α) Η οποία καθορίζει την παράβαση ή την παράλειψη συμμόρφωσης της σχετικής διάταξης του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδομένων Κανονισμών ή Διαταγμάτων ή Κοινοτικού Κανονισμού ή Κοινοτικής Απόφασης· και
(β) την οποία κοινοποιεί στο επηρεαζόμενο πρόσωπο.»
Στη συνέχεια του ίδιου άρθρου το εδάφιο 8 αναφέρει:
«(8) Σε περίπτωση άρνησης ή παράλειψης πληρωμής διοικητικού προστίμου το οποίο επιβλήθηκε δυνάμει του παρόντος άρθρου, ο Διευθυντής λαμβάνει δικαστικά μέτρα και εισπράττει το οφειλόμενο ποσό ως αστικό χρέος οφειλόμενο προς την Δημοκρατία.».
Στην προκειμένη περίπτωση και με βάση τα ευρήματα μου, διενεργήθηκε έλεγχος, επιβλήθηκε διοικητικό πρόστιμο €700 στον Εναγόμενο, του κοινοποιήθηκε, αυτός παρέλειψε να το πληρώσει, δεν το αμφισβήτησε με οποιοδήποτε τρόπο, ούτε άσκησε Προσφυγή και κινήθηκε εναντίον του η παρούσα Αγωγή με σκοπό να εισπραχθεί το οφειλόμενο ποσό ως αστικό χρέος οφειλόμενο προς τη Δημοκρατία.
Για σκοπούς πληρότητας θα πρέπει να αναφέρω ότι στην παρούσα περίπτωση δεν τυγχάνει εφαρμογής το Λατινικό αξίωμα ex turpi causa non oritur actio ως είναι η θέση του Εναγομένου, διότι αφενός το διοικητικό πρόστιμο επιβλήθηκε νόμιμα (βλ.άρθρο 13 Β(4) ανωτέρω) και αφετέρου από τα Τεκμήρια που κατατέθηκαν φαίνεται ότι ο Εναγόμενος ειδοποιήθηκε δεόντως και συνεπώς δεν υπήρξε οποιαδήποτε παρανομία από πλευράς Ενάγοντα (βλ.Χριστοδούλου ν. Antonius H.F.M. Vraets (2009) 1ΑΑΔ802).
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Στη βάση όλων των πιο πάνω, εκδίδεται Απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγομένου για το ποσό των €700 πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώριση της Αγωγής μέχρι εξοφλήσεως.
Εν όψει της πιο πάνω κατάληξης και ακολουθώντας τον γενικό κανόνα, τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται προς όφελος του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγομένου, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπ.)
Κ.Γεωργίου, Ε.Δ.
Πιστόν Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο