THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΧΡΥΣΤΑΛΛΑ κ.α., Αρ. Αγωγής: 438/25, 28/7/2026
print
Τίτλος:
THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΧΡΥΣΤΑΛΛΑ κ.α., Αρ. Αγωγής: 438/25, 28/7/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ.Γεωργίου, Ε.Δ.

 

 

Αρ. Αγωγής:  438/25 (i-Justice)

                                                            

Μεταξύ:

THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED

 

Εναγόντων

- και –

 

1. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΧΡΥΣΤΑΛΛΑ

2. ΒΑΣΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

 

Εναγομένων

 

Αίτηση ημερομηνίας 09/01/26 για συνοπτική Απόφαση

 

Ημερομηνία: 28 Ιουλίου 2026

 

Εμφανίσεις:

Για ενάγοντες - αιτητές:                               ΠΑΝΑΓΟΣ & ΠΑΝΑΓΟΣ ΔΕΠΕ

 

Για εναγόμενους – καθ’ ων η αίτηση:         κος Κ.Δημοσθένους μαζί με

κα Μ.Δημοσθένους διά

                                                                         ΑΡΓΥΡΟΥ & ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ ΔΕΠΕ

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

                                                                          

Με την υπό εξέταση αίτηση ζητείται η έκδοση συνοπτικής Απόφασης εναντίον των εναγομένων στο πλαίσιο αγωγής, με την οποία αξιώνονται Διατάγματα άρσης παράνομης επέμβαση επί ακινήτου καθώς και αποζημιώσεις ως λεπτομερώς αναφέρονται στις αξιώσεις των εναγόντων στην αγωγή τους.

ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ

Οι ενάγοντες καταχώρισαν στις 18/03/25 έντυπο απαίτησης και έκθεση απαίτησης εναντίον των εναγομένων, τα οποία επιδόθηκαν στους εναγόμενους 1 και 2 την 28/04/25. Οι εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης στις 19/05/25 και υπεράσπιση στις 09/12/25. Οι ενάγοντες καταχώρισαν απάντηση στις 23/12/25.

 

Στις 09/01/26 καταχωρίστηκε η παρούσα αίτηση για έκδοση συνοπτικής Απόφασης.  

 

Η ΑΙΤΗΣΗ

Με την αίτηση ζητείται η έκδοση συνοπτική Απόφαση εναντίον των εναγόμενων - καθ'ων η αίτηση επί της απαίτησης των εναγόντων- αιτητών, ως τα Διατάγματα A - ΙΑ του εντύπου απαίτησης αρ.4 και της έκθεσης απαίτησης, καθότι δεν έχουν πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης και δεν υπάρχει άλλος λόγος που να δικαιολογεί την εκδίκαση των επίδικων θεμάτων σε Δίκη, πλέον έξοδα.

 

Η αίτηση βασίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος, Κεφ. 6, άρθρα 4, 5, 6, 7 και 9, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2023, ως έχουν τροποποιηθεί, ειδικότερα και χωρίς περιορισμό, στο πρωταρχικό σκοπό, στο Μέρος 23 Καν. 23.1-23.5,23.9-23.16, Μέρος 22, Μέρος 24, Μέρος 24 Καν. 24.1., 24.2(1)(α)(ϊ) και (β), 24.3, 24.4 (1)(2)(α) και (β), 24.5, 24.6(1)(α), Μέρος 25, Μέρος 32 Καν. 32,14, Μέρος 38, Μέρος 39 στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960, ως έχει τροποποιηθεί, στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο Κεφ. 148, στα άρθρα 1, 2, 3, 11 - 14, 43, 46, 51, στον περί Συμβάσεων Νόμο Κεφ. 149, στο Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμος του 1965 (Ν. 9/1965), ως έχει τροποποιηθεί, στον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας Νόμο Κεφ. 224, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Ελευθεριών (όπως κυρώθηκε από το Νόμο Ν. 39/62), άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου, στο Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, άρθρα 4 και 19, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στις αρχές του Κοινοδικαίου (common law), στις αρχές του Δικαίου της Επιείκειας (equity), στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και στην εγγενή και συμφυή εξουσία, Νομολογία και πρακτική του Δικαστηρίου.

 

Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση λειτουργού των εναγόντων (στο εξής η «ΕΔ-ΙΕ») με επισυνημμένα Τεκμήρια και η οποία αναφέρει τα ακόλουθα.

-       Οι ενάγοντες είναι οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του ακινήτου, τα στοιχεία του οποίου αναφέρονται στην παράγραφο 10 της ΕΔ-ΙΕ (στο εξής το «ακίνητο») και οι εναγόμενοι διαμένουν εντός του ακινήτου άνευ καταβολής οιουδήποτε αντιτίμου, άνευ άδειας ή συμφωνίας με τους αιτητές. Οι εναγόμενοι ήταν οι προηγούμενοι ιδιοκτήτες του ακινήτου και παρότι το ακίνητο περιήλθε στην ιδιοκτησία των αιτητών πλέον, οι εναγόμενοι συνεχίζουν να κατέχουν και να χρησιμοποιούν το ακίνητο παράνομα και αυθαίρετα και χωρίς τη συναίνεση των αιτητών και ως εκ τούτου είναι παράνομοι επεμβασίες.

-       Σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλουν την υπόθεση και το πως το ακίνητο περιήλθε στην ιδιοκτησία των αιτητών η ενόρκως δηλούσα αναφέρει τα ακόλουθα.

-       Η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (στο εξής η «Τράπεζα Κύπρου») παραχώρησε πιστωτικές και άλλες διευκολύνσεις στους εναγόμενους.

-       Προς εξασφάλιση των εν λόγω πιστωτικών διευκολύνσεων, οι εναγόμενοι, μεταξύ άλλων, υποθήκευσαν προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου περί τις 09/01/2019 δυνάμει σύμβασης και εγγράφων υποθήκης, με αριθμό δηλώσεως υποθήκης στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας υπ' αριθμό Υ50/2019, το ακίνητο προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου (στο εξής η «υποθήκη»).

-       Η Τράπεζα Κύπρου μεταβίβασε στους ενάγοντες και οι ενάγοντες υποκατέστησαν την Τράπεζα Κύπρου εις ότι αφορά σε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που αφορούν τις εν λόγω πιστωτικές διευκολύνσεις και εξασφαλίσεις, συμπεριλαμβανομένης της υποθήκης, καθώς και των δικαιωμάτων της Τράπεζας Κύπρου ως απορρέουν ή/και σχετίζονται με αυτή κατ' εφαρμογή των προνοιών του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 (Ν. 169(Ι)/2015) ως έχει τροποποιηθεί και δυνάμει Διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 04/06/2021 και τέθηκε σε ισχύ στις 08/06/2021, και οι ενάγοντες κατέστησα ιδιοκτήτες του ακινήτου.

-       Κατ' επακόλουθο της παράλειψης των εναγομένων, ως οφειλέτες και ενυπόθηκοι οφειλέτες, να συμμορφωθούν με τις υποχρεώσεις τους, οι ενάγοντες ενεργοποίησαν τις διατάξεις του μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν. 9/1965) ως έχει τροποποιηθεί, με αποτέλεσμα, να καταστούν ιδιοκτήτες του ακινήτου.

-       Συγκεκριμένα, στις 26/08/2024, οι ενάγοντες κατέστησαν ιδιοκτήτες του ακινήτου έναντι του ποσού των €368.000, το οποίο αντιπροσωπεύει την αγοραία αξία αυτού, ως καθορίστηκε κατόπιν διενέργειας δύο εκτιμήσεων από ανεξάρτητους εκτιμητές δυνάμει των διατάξεων του εν λόγω Νομοθετήματος.

-       Στις 26/08/2024, οι ενάγοντες προχώρησαν με τα κατάλληλα διαδικαστικά διαβήματα για μετεγγραφή και εγγραφή του ακινήτου επ’ ονόματι τους, και στις 07/09/2024 το ακίνητο μετεγγράφηκε επ’ ονόματι τους.

-       Ως εκ των ανωτέρω οι ενάγοντες είναι οι νόμιμοι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του ακινήτου, οι εναγόμενοι κανένα δικαίωμα κατοχής έχουν επί του ακινήτου και συνεπώς οι αποκλειστικοί δικαιούχοι εις όλα τα δικαιώματα και οφέλη που απορρέουν από την ιδιοκτησία του ακινήτου, περιλαμβανομένης της κατοχής, χρήσης και εκμετάλλευσης αυτού, είναι οι ενάγοντες.

-       Όσο αφορά τα γεγονότα που συνέβησαν από την απόκτηση του ακινήτου από τους ενάγοντες, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι υιοθετεί το περιεχόμενο των παραγράφων 11 μέχρι και 22 της έκθεσης απαίτησης και αναφέρει τα ακόλουθα.

-       Αφότου το ακίνητο περιήλθε στην ιδιοκτησία των εναγόντων, οι ενάγοντες παρέδωσαν επιστολή ημερομηνίας 16/09/2024 ενημερώνοντας για την αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος και καλούσαν το άτομο που κατέχει και χρησιμοποιεί το ακίνητο να επικοινωνήσει μαζί τους. Αντίγραφο της επιστολής ημερομηνίας 16/09/2024 επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 6.

-       Παρότι διενεργήθηκαν συζητήσεις για εξεύρεση λύσης, ειδικότερα μεταξύ του εναγόμενου 2 και των εναγόντων, αυτές δεν τελεσφόρησαν.

-       Ως εκ τούτου, οι ενάγοντες επέδωσαν επιστολή απαίτησης ημερομηνίας 16/12/2024 σύμφωνα με τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2023 με την οποία, μεταξύ άλλων, ενημερώνουν τους εναγόμενους ότι οι ενάγοντες κατέστησαν ιδιοκτήτες του ακινήτου δυνάμει του Νόμου, καλούσαν όπως καταβάλει οιοδήποτε οφειλόμενο ποσό και παραδώσει κενή και ελεύθερη κατοχή του ακινήτου εντός ενός μηνός.

-       Στις 22/12/2024 οι εναγόμενοι απέστειλαν ηλεκτρονικό μήνυμα προς τους ενάγοντες, υποβάλλοντας πρόταση για εξόφληση και διευθέτηση των υποχρεώσεών τους προς αυτούς και αγορά του ακινήτου, η οποία απορρίφθηκε δια ηλεκτρονικού μηνύματος των εναγόντων ημερομηνίας 22/01/2025 (Τεκμήριο 8).

-       Οι ενάγοντες επέδωσαν επιστολή ημερομηνίας 06/02/2025, μέσω των δικηγόρων, μέσω ιδιωτικής επίδοσης, η οποία επιδόθηκε στους εναγόμενους στις 24/02/2025, δια της οποίας οι εναγόμενοι ενημερώνονται ότι έχει εξαντληθεί οιοδήποτε ενδεχόμενο συμμόρφωσης και εξεύρεσης λύσης σε συμμόρφωση με τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς 2023 και με σκοπό να εξεταστεί, να καταδειχθεί και να εξαντληθεί οποιοδήποτε ενδεχόμενο συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις των εναγόντων και για να εξαντληθεί οποιαδήποτε πιθανότητα εξεύρεσης συναινετικής λύσης (Τεκμήριο 9).

-       Οι εναγόμενοι δεν απάντησαν στην επιστολή και ουδέποτε συμμορφώθηκαν με το περιεχόμενο των επιστολών των εναγόντων και δεν παρέδωσαν κενή και ελεύθερη κατοχή του ακινήτου.

-       Παρά τις μέχρι σήμερα ενημερώσεις και οχλήσεις των εναγόντων και των δικηγόρων τους αναφορικά με το καθεστώς ιδιοκτησίας του ακινήτου, οι εναγόμενοι, παραγνωρίζοντας όλα τα πιο πάνω, αρνούνται και παραλείπουν να συμμορφωθούν με το περιεχόμενο των επιστολών των εναγόντων και των δικηγόρων τους και παραλείπουν μέχρι σήμερα να επιστρέψουν το ακίνητο στους ενάγοντες και να παραδώσουν κενή και ελεύθερη κατοχή του ακινήτου και να παύσουν να επεμβαίνουν αυθαίρετα και χωρίς άδεια.

-       Έκτοτε οι εναγόμενοι παραμένουν και επεμβαίνουν στο ακίνητο παράνομα και αυθαίρετα και χωρίς τη συγκατάθεση και χωρίς την εξουσιοδότηση των εναγόντων και οι εναγόμενοι είναι παράνομοι επεμβασίες (trespasser) στο ακίνητο και κατακρατούν το ακίνητο παράνομα χωρίς να καταβάλλουν οποιοδήποτε ποσό για την παράνομη κατοχή και χρήση και εκμετάλλευση του ακινήτου από μέρους τους.

-       Εν όψει της παράνομης συμπεριφοράς των εναγομένων και του τρόπου με τον οποίο έχουν ενεργήσει και ενεργούν, στην προκειμένη περίπτωση, καταπατείται το Συνταγματικό δικαίωμα των εναγόντων για κατοχή, χρήση και απόλαυση της περιουσίας τους, παραβιάζεται το άρθρο 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτόκολλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών, οι ενάγοντες έχουν υποστεί μέχρι στιγμής διάφορες οικονομικές ζημίες και απώλειες, οι ενάγοντες αποστερούνται του δικαιώματος αξιοποίησης ή/και οικονομικής εκμετάλλευσης του ακινήτου.

-       Περαιτέρω η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι οι ενάγοντες υπέστησαν ζημιά €10.500 για την περίοδο μεταξύ 26 Αυγούστου 2024 - Μαρτίου 2025 και €1.500 μηνιαίως σε σχέση με το ύψος του αγοραίου μηνιαίου ενοικίου του ακινήτου, από την 01/04/2025, ήτοι την καταχώριση της ως άνω τίτλο και αριθμό απαίτησης μέχρι την παράδοση κατοχής του ακινήτου και την άρση της παράνομης επέμβασης.

-       Δυνάμει έκθεσης εκτίμησης στην οποία πρόβηκαν οι ενάγοντες, η αγοραία ενοικιαστική αξία του ακινήτου ανέρχεται στο ποσό των €1.500 μηνιαίως, ποσό στο οποίο οι ενάγοντες δικαιούνται για κάθε μήνα που οι εναγόμενοι παρακρατούν το ακίνητο, υπό μορφή αποζημιώσεων μέχρι την παράδοση κενής και ελεύθερης κατοχής του ακινήτου από τους εναγόμενους σε αυτούς. Η εκτίμηση επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 10.

-       Επιπρόσθετα οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι μέχρι στιγμής έχουν εξεύρει διάφορα πρόσωπα για να τους πωλήσουν το ακίνητο, αλλά αυτό δυσχεραίνεται ένεκα της συνεχιζόμενης επέμβασης των εναγομένων παράνομα και αυθαίρετα και ένεκα της άρνησης τους να επιστρέψουν το ακίνητο πίσω στους ενάγοντες.

-       Η αξία του επίδικου ακινήτου ανέρχεται στο συνολικό ποσό των €368.000 τουλάχιστον, ποσό το οποίο οι ενάγοντες κατέβαλαν για την αγορά του ακινήτου.

-       Ακολούθως η ενόρκως δηλούσα αναφέρεται στις προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής Απόφασης αναφέροντας ότι αυτές πληρούνται.

-       Τονίζει ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν πραγματική ή γνήσια υπεράσπιση, παρά μόνο προσπαθούν να καθυστερήσουν τους ενάγοντες από το να προστατέψουν τα δικαιώματά τους.

-       Είναι η θέση της ενόρκως δηλούσας ότι η υπεράσπιση είναι γενική και αόριστη και σε κάθε περίπτωση χωρίς την απαραίτητη τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλουν οι εναγόμενοι.

-       Ειδικότερα δεν προβάλλεται καμία υπεράσπιση για την απαίτηση των εναγόντων όπως οποιαδήποτε δικαιολογία ως προς το ότι δικαιούνται οι εναγόμενοι να κατέχουν το ακίνητο και τούτο διότι δεν δικαιούνται να κατέχουν το ακίνητο και καμία υπεράσπιση έχουν οι εναγόμενοι στην διάθεσή τους.

-       Είναι η θέση της ενόρκως δηλούσας ότι οι ισχυρισμοί των εναγομένων στην υπεράσπιση στερούνται λογικής και δεν αφορούν σε γνήσια ή οποιοσδήποτε είδους υπεράσπιση στην απαίτηση, ως προκύπτει και από το περιεχόμενο της απάντησης.

-       Αναφορικά με την αγωγή υπ’αρ.1392/2022 ΕΔ Λευκωσίας και την ιδιωτική ποινική υπόθεση υπ’αρ.2628/2025 ΕΔ Λευκωσίας, η ενόρκως δηλούσα επαναλαμβάνει τα όσα αναφέρονται και στην απάντηση, συνοπτικά, οι προαναφερθείσες διαδικασίες καμία σχέση έχουν με την απαίτηση και την παρούσα αίτηση, αφού η αγωγή υπ’αρ.1392/2022 αφορά διαφορετικά επίδικα θέματα, ενώ η ποινική υπόθεση υπ’αρ.2628/2025 επιδιώκει διαφορετικό αποτέλεσμα, ήτοι την προστασία των εναγόντων ως παραπονουμένων και της τιμωρίας των παρανομούντων.

-       Είναι η θέση της ενόρκως δηλούσας ότι ως προκύπτει από την απαίτηση, οι ενάγοντες έχουν καλή αιτία αγωγής και καλό αγώγιμο δικαίωμα στην έγερση της παρούσας και συγκεκριμένα αξίωση επί του άρθρου 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου και δη της καθημερινής παράνομης επέμβασης των εναγομένων, του επηρεασμού του Συνταγματικού δικαιώματος των εναγόντων περί απόκτησης, κυριότητας, κατοχής, απόλαυσης και διάθεσης της ακίνητης τους ιδιοκτησίας ως και του δικαιώματος τους να απαιτούν σεβασμό του συγκεκριμένου δικαιώματος.

-       Επίσης, οι ενάγοντες αιτούνται γενικές, ειδικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις για την εκ μέρους των εναγομένων παράνομη επέμβαση επί κατοχής και χρήσης του ακινήτου, καθώς και άλλες θεραπείες, ως αυτές αποτυπώνονται στο έντυπο απαίτησης.

-       Περαιτέρω αιτούνται αποζημιώσεις ως η ενοικιαστική αξία του ακινήτου, το οποίο παράνομα κατέχεται από τους εναγόμενους άλλα και την πληρωμή και καταβολή όλων των ποσών σχετικά με το ακίνητο (φόρους, λογαριασμούς κοινής ωφελείας κλπ).

-       Στη βάση των όλων των γεγονότων που αναφέρει η ενόρκως δηλούσα, στην έκθεση απαίτησης και στην απάντηση, θεωρεί ότι δεν υπάρχει άλλος καλός λόγος που να δικαιολογεί την εκδίκαση της παρούσας απαίτησης και όποιος λόγος προβληθεί από πλευράς των εναγομένων αυτό θα γίνει με μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας εις βάρος τόσο του Δικαστηρίου, (σπαταλώντας πολύτιμο χρόνο του Δικαστηρίου), όσο και των εναγόντων, οι οποίοι έχουν υποστεί και συνεχίζουν να υπόκεινται ζημία ένεκα της παράνομης επέμβασής των εναγομένων στο ακίνητο από την μέχρι σήμερα συμπεριφορά τους και κατά παράβαση των συμφωνηθέντων.

-       Ως εκ των ανωτέρω, είναι η θέση της ενόρκως δηλούσας ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται σε έκδοση συνοπτικής Απόφασης εναντίον των εναγομένων, ως οι αιτούμενες θεραπείες Α - ΙΑ του εντύπου απαίτησης, πλέον έξοδα €2.632,96 ως ο κατάλογος εξόδων που ετοιμάστηκε από τους δικηγόρους τους, πλέον ΦΠΑ.

 

Η ΕΝΣΤΑΣΗ

Οι Εναγόμενοι καταχώρισαν ένσταση, με την οποία εγείρουν στους ακόλουθους λόγους ένστασης:

1.    Η αίτηση είναι Νόμω και ουσία αβάσιμη και/ή είναι ελλιπής και/ή τα γεγονότα που την υποστηρίζουν δεν συνηγορούν στην έκδοση συνοπτικής Απόφασης.

2.    Η αίτηση είναι κακόπιστη και εμφορείται από αλλότρια κίνητρα.

3.    Από την ΕΔ-ΙΕ δεν καταδεικνύεται η ύπαρξη των προϋποθέσεων για έκδοση της αιτούμενης Απόφασης.

4.    Η ενόρκως δηλούσα στην ΕΔ-ΙΕ καμία μαρτυρία δεν έχει προσκομίσει προς το σκοπό πλήρους επαλήθευσης του αγώγιμου δικαιώματος των εναγόντων.

5.    Οι ενάγοντες έχουν προβεί στην απόκρυψη ουσιωδών πληροφοριών και/ή γεγονότων προσπαθώντας να παραπλανήσουν το Δικαστήριο.

6.    Η παρούσα αγωγή έχει εγερθεί καταχρηστικά, καθότι οι ενάγοντες καταχώρησαν ήδη εναντίον των εναγομένων και εκκρεμεί προς εκδίκαση, την αγωγή υπ'αρ.1392/2022 ΕΔ Λευκωσίας, καθώς επίσης την ιδιωτική ποινική υπ'αρ. 2628/2025 ΕΔ Λευκωσίας.

7.    Οι εναγόμενοι αποκαλύπτουν πολύ καλή υπεράσπιση και θα πρέπει να τους δοθεί το δικαίωμα να παρουσιάσουν την υπεράσπιση τους.

8.    Δεν θα διασφαλισθεί το δικαίωμα της Δίκαιης Δίκης που κατοχυρώνει το άρθρο 30 του Συντάγματος ως επίσης και το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων εάν δεν επιτραπεί στους εναγόμενους να υπερασπιστούν τις θέσεις τους και να εκθέσουν καταλλήλως τους ισχυρισμούς τους δια της καταχωρίσεως ολοκληρωμένης έκθεσης υπεράσπισης από μέρους τους.

 

Η ένσταση βασίζεται στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας ως έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, Μέρος 17, 22, 23, 24, 25, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Προάσπισης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και επί των γενικών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου.

 

Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του εναγομένου 2 (στο εξής η «ΕΔ-ΒΒ») στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα.

-       Ο ενόρκως δηλώ αναφέρει ότι είναι ο εναγόμενος 2 στην παρούσα αγωγή, έχει προσωπική γνώση όλων των γεγονότων που αφορούν τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τη σύζυγο του, εναγόμενη 1 όπως προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση και για λογαριασμό της.

-       Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι απορρίπτει το περιεχόμενο της ΕΔ-ΙΕ και επισημαίνει ότι οι ενάγοντες δεν προσήλθαν ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια.

-       Η παρούσα αγωγή έχει εγερθεί εναντίον τους από τους ενάγοντες καταχρηστικά, καθότι οι ενάγοντες καταχώρισαν την αγωγή υπ’ αρ. 1392/2022, η οποία εκκρεμεί στο ΕΔ Λευκωσίας, με την οποία αιτείται τον καθορισμό του οφειλόμενου ποσού, καθώς επίσης διάταγμα εκποίησης ενυπόθηκου ακινήτου, δυνάμει της υποθήκης Υ50/2019, του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας. Η αγωγή επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 1.

-       Επίσης, οι ενάγοντες καταχώρισαν ιδιωτική ποινική υπ’ αρ. 2628/2025, η οποία εκκρεμεί στο ΕΔ Λευκωσίας, δυνάμει της οποίας επικαλούνται και/ή κατηγορούν τους εναγόμενους, ότι διέπραξαν αδικήματα, τα οποία σχετίζονται με παράνομη κατοχή του επίδικου ακινήτου. Η ιδιωτική ποινική επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2.

-       Ως συμβουλεύουν τον ενόρκως δηλούντα οι δικηγόροι τους, η ταυτόχρονη προώθηση πολλαπλών διαδικασιών, αστικών και ποινικών, οι οποίες εδράζονται επί των ιδίων ή ουσιωδώς παρόμοιων πραγματικών και νομικών ζητημάτων, συνιστά κατάχρηση της Δικαστικής διαδικασίας (abuse of process) και είναι η θέση του ότι οι ενάγοντες επιχειρούν να επιτύχουν μέσω παράλληλων διαδικασιών, πολλαπλά και ενδεχομένως αντικρουόμενα αποτελέσματα, ασκώντας αδικαιολόγητη πίεση προς τους εναγόμενους.

-       Τα ανωτέρω συνιστούν κατάχρηση διαδικασίας, κατά παράβαση της καθιερωμένης αρχής αποφυγής πολλαπλότητας διαδικασιών (rule against multiplicity of proceedings) και είναι εμφανές ότι οι ενάγοντες επιχειρούν να επαναφέρουν ζητήματα που θα έπρεπε να αποτελούν αντικείμενο μίας και ενιαίας διαδικασίας.

-       Περαιτέρω, αναφέρει ότι ουδέποτε οχλήθηκαν από τους ενάγοντες, είτε προφορικώς είτε εγγράφως, αναφορικά με την κατοχή του επίδικου ακινήτου, καθώς επίσης κανένας από τους εναγόμενους προέβη σε επικοινωνία με τους ενάγοντες, προς επιβεβαίωση η αναγνώριση παράνομης κατοχής του εν λόγω ακινήτου, ως οι ενάγοντες ισχυρίζονται στην ΕΔ-ΙΕ.

-       Οι ενάγοντες δεν προσκομίζουν νόμιμο τίτλο κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου, ούτε άλλως αποδεικνύουν με σαφήνεια και πληρότητα την ύπαρξη έννομης σχέσης που να θεμελιώνει δικαίωμα χρήσης ή κατοχής επ’ αυτού.

-       Δεν προέκυψε ουδέποτε άρνηση αποχώρησης εκ μέρους των εναγομένων, ούτε συντελέστηκε αυθαίρετη κατάληψη ή παράνομη εγκατάστασή τους στο επίδικο ακίνητο, ως οι ενάγοντες διατείνονται.

-       Ο ενόρκως δηλών τονίζει ότι οι ενάγοντες αποτυγχάνουν να προσδιορίσουν με σαφήνεια, ακρίβεια και επαρκή τεκμηρίωση την πραγματική ενοικιαστική αξία του επίδικου ακινήτου, καθώς και την κατ’ ισχυρισμόν ζημία τους. Η εν λόγω αξία, ως προβάλλεται στην ΕΔ-ΙΕ, είναι αυθαίρετη, υπερβολική και παντελώς ατεκμηρίωτη και η προβαλλόμενη ενοικιαστική αξία είναι προδήλως υπερβολική και εκτός πραγματικότητας, γεγονός που καταδεικνύει πρόθεση διόγκωσης της φερόμενης ζημίας, προς εξυπηρέτηση των σκοπών της παρούσας διαδικασίας.

-       Η δε επικαλούμενη εκτίμηση του επίδικου ακινήτου, πραγματοποιήθηκε χωρίς να γίνει εσωτερική επιθεώρηση αυτού, μη λαμβάνοντας υπόψιν στατικά και άλλα προβλήματα του κτιρίου, γεγονός που καθιστά την υπό αναφορά εκτίμηση ελλιπή.

-       Υπό το φως των ανωτέρω, είναι η θέση του ενόρκως δηλούντος ότι οι ενάγοντες δεν προσήλθαν ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια (clean hands), καθότι αποκρύπτουν ουσιώδη στοιχεία αναφορικά με τη πραγματική αξία του ακινήτου, προβάλλουν υπερβολικούς και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς και επιχειρούν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο ως προς την έκταση της δήθεν ζημίας τους.

-       Ως συμβουλεύουν τον ενόρκως δηλούντα οι δικηγόροι των εναγομένων, με βάση το Μέρος 24 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, καθίσταται σαφές ότι επαφίεται ένα επιπλέον βάρος στους ενάγοντες , με την προσαγωγή του συνόλου της μαρτυρίας στην οποία στηρίζεται ή με τον προσδιορισμό της γραπτής τους μαρτυρίας, προκειμένου να αποδείξουν όχι μόνο την υπόθεση τους, αλλά και ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν προοπτικές επιτυχίας.

-       Είναι η θέση των εναγομένων ότι, ως επεξηγήθηκε ανωτέρω, η μαρτυρία των εναγόντων έχει πλήρως και επαρκώς αντικρουστεί, καταδεικνύοντας ότι οι εναγόμενοι διαθέτουν καλές προοπτικές στην υπόθεση τους και υπάρχουν επιτακτικοί λόγοι, για τους οποίους η υπόθεση πρέπει να αποφασιστεί σε Δίκη.

-       Περαιτέρω και ως τους συμβουλεύουν οι δικηγόροι τους, το επίπεδο απόδειξης που απαιτείται από τους εναγόμενους, δεν είναι υψηλό, αρκεί απλώς να αντικρουστεί η δήλωση πεποιθήσεων των εναγόντων.

-       Πέραν από το κατά πόσο υπάρχει πραγματική προοπτική επιτυχίας της αξίωσης ή της υπεράσπισης, το Δικαστήριο εξετάζει επίσης κατά πόσο υπάρχει οποιοσδήποτε άλλος λόγος για τον οποίο η υπόθεση πρέπει να εκδικαστεί και στην παρούσα περίπτωση, ο ενόρκως δηλών θεωρεί ότι υπάρχουν τέτοιοι λόγοι, καθότι εγείρονται ουσιώδη ζητήματα τα οποία μπορούν να εξεταστούν μόνο μέσα από πλήρη ακροαματική διαδικασία.

-       Σωρευτικά των πιο πάνω ο ενόρκως δηλών πιστεύει και έτσι τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι τους, ότι υπάρχει καλή υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή, η οποία δικονομικά στον απαιτούμενο βαθμό έχει ήδη προβληθεί διαμέσου της καταχωρισθείσας έκθεσης υπεράσπισης ημερ.09/12/2025 αλλά και των όσων έχει αναφέρει ανωτέρω και θεωρεί ότι η παρούσα υπόθεση, θα είναι ορθόν και Δίκαιον να διεξαχθεί στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας και όχι συνοπτικά.

-       Ενόψει όλων των πιο πάνω αναφερόμενων λόγων αιτείται την απόρριψη της παρούσας αίτησης με έξοδα εις βάρος των εναγόντων.

 

Στο σημείο αυτό, για σκοπούς πληρότητας, αναφέρω ότι τα όσα αναφέρονται στην ΕΔ-ΒΒ αποτελούν και δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγομένων που προβάλλονται στην υπεράσπιση τους και δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε άλλος ισχυρισμός εντός του δικογράφου της υπεράσπισης.

 

 

ΑΚΡΟΑΣΗ

Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων και με την προσκόμιση στο Δικαστήριο γραπτών αγορεύσεων από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των μερών.

 

ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ

Οι λόγοι έκδοσης συνοπτικής Απόφασης καθορίζονται στο Μέρος 24.2 των ΚΠΔ 2023 ως ακολούθως:

«24.2. Λόγοι έκδοσης συνοπτικής απόφασης

(1) Το δικαστήριο δύναται να εκδώσει συνοπτική απόφαση εναντίον ενάγοντα ή εναγόμενου επί του συνόλου απαίτησης ή επί συγκεκριμένου ζητήματος αν:

(α) κρίνει ότι:

(i) ο ενάγων δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης ή του ζητήματος· ή

(ii) ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης ή του ζητήματος· και

(β) δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.»

 

Εν συνεχεία και ως προς την διαδικασία, αυτή ορίζεται στο Μέρος 24.3 ως εξής:

«24.3. Διαδικασία

(1) Ενάγων δεν δύναται να αιτηθεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης μέχρις ότου ο εναγόμενος εναντίον του οποίου υποβάλλεται η αίτηση έχει καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης, εκτός αν το δικαστήριο δώσει άδεια.

(2) Αν ενάγων αιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης προτού ο εναγόμενος εναντίον του οποίου υποβάλλεται η αίτηση καταχωρίσει υπεράσπιση, ο εναγόμενος δεν χρειάζεται να καταχωρίσει υπεράσπιση πριν από την ακρόαση.

(3) Όταν ορίζεται ακρόαση αίτησης για συνοπτική απόφαση, δίδεται στον καθ’ ου η αίτηση (ή στους διαδίκους όταν η ακρόαση ορίζεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο) ειδοποίηση τουλάχιστον 14 ημερών για την ημερομηνία ακρόασης.»

 

Περαιτέρω η αίτηση θα πρέπει να συμμορφώνεται με το Μέρος 24.4 το οποίο αναφέρει τα κάτωθι:

«24.4. Η Αίτηση

(1) Υπό την επιφύλαξη των προνοιών του παρόντος Μέρους, η αίτηση υποβάλλεται σύμφωνα με το Μέρος 23.

(2) Η αίτηση ή η μαρτυρία η οποία περιέχεται ή αναφέρεται σε αυτή ή επιδίδεται με αυτή:

(α) προσδιορίζει περιεκτικά οποιοδήποτε νομικό σημείο ή πρόνοια σε έγγραφο στα οποία στηρίζεται ο αιτητής, ή/και

(β) αναφέρει ότι υποβάλλεται διότι ο αιτητής πιστεύει ότι, με βάση τη μαρτυρία, ο καθ’ ου η αίτηση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης ή του ζητήματος ή (ανάλογα με την περίπτωση) προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης και σε οποιαδήποτε από τις δύο περιπτώσεις αναφέρει ότι ο αιτητής δεν γνωρίζει άλλο λόγο για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί.

(3) Εκτός αν η ίδια η αίτηση περιέχει το σύνολο τής μαρτυρίας (αν υπάρχει) στην οποία στηρίζεται ο αιτητής, η αίτηση πρέπει να προσδιορίζει τη γραπτή μαρτυρία στην οποία στηρίζεται ο αιτητής. Αυτό δεν επηρεάζει το δικαίωμα του αιτητή να καταχωρίσει πρόσθετη μαρτυρία, δυνάμει του κανονισμού 24.5(2).»

 

Το Μέρος 24.2 των ΚΔΠ 2023 είναι πανομοιότυπο με το αντίστοιχο Μέρους 24.2 των Αγγλικών Θεσμών και συνεπώς η Αγγλική Νομολογία και τα σχετικά συγγράμματα αποτελούν καθοδήγηση για την ερμηνεία των προνοιών αυτών.

 

Το βάρος απόδειξης, βρίσκεται στους ώμους του αιτητή, να καταδείξει ότι υπάρχουν λόγοι να πιστεύει ότι ο καθ’ ου η αίτηση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας και ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος να διεξαχθεί Δίκη (βλ. «White Book 2024» παρ.24.3.3). Τονίζεται ότι δεν είναι ο καθ’ου η αίτηση που έχει το βάρος να αποδείξει ότι έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας. Προς τούτο σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα στο σύγγραμμα «Zuckerman on Civil Procedure, Principles of Practice», 4η έκδοση, 2021, παράγραφος 9.59:

«An applicant for summary judgment must establish that the respondent has no real prospect of succeeding; it is not for the respondent to show a real prospect of success. A respondent will be called upon to show its hand only if the applicant has established that there are grounds for concluding that the respondent has no real prospect of success»

 

Εάν ο αιτητής στην αίτηση για συνοπτική Απόφαση προσκομίσει αξιόπιστα στοιχεία («credible evidence») προς υποστήριξη της αίτησης, ο καθ’ ου η αίτηση, στη συνέχεια, έχει το ειδικό βάρος να αποδείξει («evidential burden») κάποια πραγματική προοπτική επιτυχίας ή άλλο λόγο για διεξαγωγή Δίκης, επίσης προσκομίζοντας ικανοποιητική μαρτυρία (βλ. «White Book 2024» Part 24.3.3).

 

Αναφορικά με τη μη ύπαρξη «πραγματικής προοπτικής επιτυχίας» στο «White Book 2024» παρ.24.3.2,no real prospect of succeeding,  αναφέρονται τα εξής:

«The following principles applicable to applications for summary judgment were formulated by Lewison J in Easyair Ltd v Opal Telecom Ltd [2009] EWHC 339 (Ch) at [15] and approved by the Court of Appeal in AC Ward & Sons Ltd v Catlin (Five) Ltd [2009] EWCA Civ 1098; [2010] Lloyd’s Rep. I.R. 301 at [24]:

i)   The court must consider whether the claimant has a “realistic” as opposed to a“fanciful” prospect of success: Swain v Hillman [2001] 1 All E.R. 91;

ii)  A “realistic” claim is one that carries some degree of conviction. This means a claim that is more than merely arguable: ED & F Man Liquid Products v Patel [2003] EWCA Civ 472 at [8];

iii)  In reaching its conclusion the court must not conduct a “mini-trial”: Swain v Hillman;

iv)  This does not mean that the court must take at face value and without analysis everything that a claimant says in his statements before the court. In some cases it may be clear that there is no real substance in factual assertions made, particularly if contradicted by contemporaneous documents: ED & F Man Liquid Products v Patel at [10];

v)  However, in reaching its conclusion the court must take into account not only the evidence actually placed before it on the application for summary judgment, but also the evidence that can reasonably be expected to be available at trial: Royal Brompton Hospital NHS Trust v Hammond (No.5) [2001] EWCA Civ 550;

vi)  Although a case may turn out at trial not to be really complicated, it does not follow that it should be decided without the fuller investigation into the facts at trial than is possible or permissible on summary judgment. Thus the court should hesitate about making a final decision without a trial, even where there is no obvious conflict of fact at the time of the application, where reasonable grounds exist for believing that a fuller investigation into the facts of the case would add to or alter the evidence available to a trial judge and so affect the outcome of the case: Doncaster Pharmaceuticals Group Ltd v Bolton Pharmaceutical Co 100 Ltd [2007] F.S.R. 3;

vii)On the other hand it is not uncommon for an application under Pt 24 to give rise to a short point of law or construction and, if the court is satisfied that it has before it all the evidence necessary for the proper determination of the question and that the parties have had an adequate opportunity to address it in argument, it should grasp the nettle and decide it. The reason is quite simple: if the respondent’s case is bad in law, he will in truth have no real prospect of succeeding on his claim or successfully defending the claim against him, as the case may be. Similarly, if the applicant’s case is bad in law, the sooner that is determined, the better. If it is possible to show by evidence that although material in the form of documents or oral evidence that would put the documents in another light is not currently before the court, such material is likely to exist and can be expected to be available at trial, it would be wrong to give summary judgment because there would be a real, as opposed to a fanciful, prospect of success. However, it is not enough simply to argue that the case should be allowed to go to trial because something may turn up which would have a bearing on the question of construction: ICI Chemicals & Polymers Ltd v TTE Training Ltd [2007] EWCA Civ 725

 

Περαιτέρω και πάλι στο σύγγραμμα «Zuckerman» ανωτέρω, στην παρ.9.60, αναφέρονται τα ακόλουθα:

«In Swain v Hillman Lord Woolf MR said that the “words ‘no real prospect of succeeding’ do not need any amplification, they speak for themselves. The word ‘real’ distinguishes fanciful prospects of success or they [sic] direct the court to the need to see whether there is a ‘realistic’ as opposed to a ‘fanciful’ prospect of success”. 140 It has been said that “real” means that the respondent has to have a case which is better than merely arguable 141 but has some degree of conviction,142 even if it is difficult to make out.143 But even these elaborations fail to convey a clear measure of what has to be established in order to obtain summary judgment and different judges may well have different conceptions of what counts as “real” and what counts as “fanciful” or what is better than “merely arguable”. It is of course not possible to obtain precision in a test of this kind, but adequate consistency can be achieved only if the test is better articulated so that judges can apply it in the context of a shared understanding of its nature and purpose.»

 

Στο ίδιο σύγγραμμα, στην παρ.9.63, εξηγείται ότι το κατά πόσο κάποιο μέρος έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας («has a real prospect of success») εξαρτάται από δύο διακριτά ζητήματα, ήτοι κατά πόσο το μέρος έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας στη βάση των γεγονότων που είναι γνωστά τη δεδομένη στιγμή και κατά πόσο υπάρχει πραγματική προοπτική να προκύψουν ουσιώδη γεγονότα προς υποστήριξη της υπόθεσής του εάν ακολουθηθεί η κανονική πορεία εκδίκασης. Μόνο εάν δεν υπάρχει πραγματική προοπτική σε αμφότερες τις περιστάσεις μπορεί να θεωρηθεί αχρείαστη (wasteful) η κανονική πορεία εκδίκασης. Στην παρ.9-64 του ίδιου συγγράμματος, σημειώνεται ότι το Δικαστήριο, προτού εκδώσει συνοπτική απόφαση πρέπει να ικανοποιηθεί για τα ακόλουθα ζητήματα:

«(1) that it had before it all substantial relevant facts that were reasonably capable of being before it;

(2) that those facts were undisputed or there was no real prospect of successfully disputing them; and

(3) that there was no real prospect of oral evidence affecting the court’s assessment of the facts.»

 

Περαιτέρω στην πρόσφατη Απόφαση του Εφετείου Γεώργιος Διογένους κ.α. v. OROGEORGIO JEWELLERY LIMITED, Πολ.Έφ.Ε86/2025, ημερ.11/02/2026 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

«Προκύπτει από το πιο πάνω απόσπασμα ότι είναι πολύ σημαντικό για σκοπούς υλοποίησης του πρωταρχικού σκοπού (overriding objective), το Δικαστήριο σε κατάλληλες υποθέσεις να κάνει χρήση των εξουσιών που περιέχονται στο Μέρος 24 για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Έτσι αποφεύγεται η χρήση των πόρων του δικαστηρίου σε υποθέσεις όπου αυτό δεν ωφελεί κανένα σκοπό και εξυπηρετείται επιπλέον το γενικότερο συμφέρον της δικαιοσύνης με την σύντομη επίλυση διαφορών στις οποίες καταδεικνύεται ότι δεν υπάρχει επιτατικός λόγος για τον οποίο το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.»

 

Στην ίδια Απόφαση το Εφετείο παράθεσε και τα εξής:

«Είναι σαφές από τα πιο πάνω ότι σε περίπτωση που ο αιτητής παραθέσει με την αίτηση του επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία για έκδοση συνοπτικής απόφασης, τότε επαφίεται στον καθ' ου η αίτηση το βάρος να αντικρούσει αυτή τη μαρτυρία, καταδεικνύοντας ότι έχει καλές προοπτικές στην υπόθεση του και ότι υπάρχει επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.

Μπορεί δηλαδή να μην τίθεται ξεκάθαρα ζήτημα μετατόπισης του βάρους απόδειξης στον καθ' ου η αίτηση όπως επισημαίνει το πρωτόδικο Δικαστήριο, αλλά στο τέλος της ημέρας το Δικαστήριο αν διαπιστώσει ότι προσκομίστηκε επαρκής και αξιόπιστη μαρτυρία από τον αιτητή, οφείλει να την αντιπαραβάλει με τη μαρτυρία του καθ' ου η αίτηση, προκειμένου να καταλήξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την αγγλική νομολογία, το επίπεδο απόδειξης που απαιτείται από τον καθ' ου η αίτηση δεν είναι υψηλό. Αρκεί απλώς να αντικρούσει τη θέση του αιτητή ότι δεν υπάρχει επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.» 

Περαιτέρω το Εφετείο τόνισε στην ίδια Απόφαση του ότι:

«με την εφαρμογή των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, δεν επηρεάζεται και εξακολουθεί να ισχύει η βασική νομολογιακή αρχή που ίσχυε κατά την ερμηνεία της Δ.18 των παλαιών  θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ότι το Δικαστήριο οφείλει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικό στην έκδοση συνοπτικής απόφασης, η οποία θα πρέπει να εξετάζεται στην Κύπρο και κάτω από το πρίσμα των προνοιών του Άρθρου 30 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι κάθε διάδικος έχει δικαίωμα να προσφύγει στο Δικαστήριο αλλά και να του δοθεί το δικαίωμα στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας να προβάλει τις θέσεις και τα επιχειρήματα του. Έτσι, συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο σε καθαρές υποθέσεις, και κατόπιν απόδειξης των προϋποθέσεων που καθορίζονται στο Μέρος 24, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο στον οποίο θα στερηθεί το δικαίωμα να προβάλει τη θέση του ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Trans Middle East Trading Ltd v. Abdul Aziz Tlais (1991) 1 AAΔ 239).»

 

ΚΑΤΑΧΡΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ

Αρχικώς θεωρώ ότι θα πρέπει να εξετάσω τους λόγους ένστασης και τους ισχυρισμούς στην ΕΔ-ΒΒ περί κατάχρησης της Δικαστικής διαδικασίας.

 

Ως έχει Νομολογηθεί κατάχρηση της Δικαστικής διαδικασίας συνίσταται όταν επιδιώκεται ο ίδιος σκοπός με διαφορετικά ένδικα μέσα (βλ. Beogradska D.D. (1996) 1ΑΑΔ911 και ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΡΙΚΚΟΥ ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ ν. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΦΥΛΑΚΩΝ κ.α., ΠΟΛ.ΈΦ.161/2017, ημερ.25/10/17). Περαιτέρω στην Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου (2002) 2ΑΑΔ522 τονίστηκε ότι δεν συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας η παράλληλη καταχώριση ιδιωτικής ποινικής δίωξης και η έγερση πολιτικής αγωγής.

 

Εν προκειμένω συνάγεται από την ΕΔ-ΙΕ, την ΕΔ-ΒΒ και τα Τεκμήρια 1 και 2 ΕΔ-ΒΒ, ότι έχει καταχωριστεί η αγωγή υπ’αρ.1392/2022 ΕΔ Λευκωσίας και η ιδιωτική ποινική υπόθεση υπ’αρ.2628/2025 ΕΔ Λευκωσίας που αφορούν τα ίδια μέρη.

 

Σε σχέση με την έγερση ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης, ως έχω αναφέρει (βλ.Χαραλαμπίδης ανωτέρω) αυτή δεν συνιστά κατάχρηση της Δικαστικής διαδικασίας, εφόσον ο σκοπός τη ποινικής υπόθεσης είναι η τιμωρία των κατηγορουμένων, ενώ της παρούσας αγωγής η άρση της ισχυριζόμενης παράνομης επέμβασης και η επιδίκαση αποζημιώσεων.

 

Αναφορικά με την αγωγή υπ’αρ.1392/22, παρατηρώ ότι οι αξιώσεις της αφορούν έκδοση Απόφασης στη βάση συμφωνιών δανείου, καθώς και αιτούμενο Διάταγμα εκποίησης του ίδιου ακινήτου με την παρούσα αγωγή. Πλην όμως στην παρούσα αγωγή το ακίνητο δεν είναι ιδιοκτησίας των εναγομένων, αλλά ως διαφαίνεται εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του ακινήτου είναι οι ενάγοντες, καταβάλλοντας το ποσό των €368.000 για την αγορά αυτού (Τεκμήριο 5 ΕΔ-ΙΕ). Περαιτέρω δεν ζητείται με την παρούσα αγωγή οποιοδήποτε ποσό σε σχέση με τα δάνεια που αναφέρονται στην αγωγή υπ’αρ.1392/22, ούτε και εκποίηση του ακινήτου, αλλά εκείνο που ζητείται είναι η άρση της ισχυριζόμενης παράνομης επέμβασης πλέον αποζημιώσεις.

 

Συνεπώς δεν μπορεί να υπάρχει εν προκειμένω κατάχρηση της Δικαστικής διαδικασίας, εφόσον δεν επιδιώκονται οι ίδιες αξιώσεις και θεραπείες στις δύο αυτές αγωγές.

 

ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΣΤΑ ΕΠΙΔΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Επανερχόμενος στα περιστατικά της παρούσας, διαπιστώνω εν πρώτοις, ότι η υπό κρίση αίτηση πληρεί τις τυπικές προϋποθέσεις του Μέρους 24.

Συγκεκριμένα:

1.    Η αίτηση καταχωρίστηκε αφότου οι εναγόμενοι καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης (βλ. Κ.24.3(1)).

2.    Η αίτηση υπεβλήθη βάσει του Μέρους 23 και σε αυτήν προσδιορίζονται περιεκτικά τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζονται οι αιτητές. Περαιτέρω, υποστηρίζεται από γραπτή μαρτυρία, η οποία επιβεβαιώνεται από δήλωση αληθείας, στην οποία κατά την κρίση μου προσδιορίζονται τα έγγραφα και τα σημεία επί των οποίων στηρίζονται οι ενάγοντες (βλ. Κ.24.4.2(α)). Περαιτέρω στην ΕΔ-ΙΕ, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι αποτελεί ειλικρινή της πεποίθηση ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν υπεράσπιση στην απαίτηση των εναγόντων και ότι είναι ορθό και Δίκαιο όπως εκδοθεί Απόφαση (βλ. Κ.24.4.2(β)).

 

Εξετάζοντας τα όσα αναφέρονται στην ΕΔ-ΙΕ και στην ΕΔ-ΒΒ παρατηρώ τα ακόλουθα.

 

Ως προανέφερα, εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του ακινήτου είναι οι ενάγοντες οι οποίοι κατέβαλαν το ποσό των €368.000 για την αγορά αυτού. Περαιτέρω οι ίδιοι οι εναγόμενοι δεν αμφισβητούν στις παράγραφο 9 και 11 της ΕΔ-ΒΒ, ότι κατέχουν και εκμεταλλεύονται το ακίνητο, λέγοντας όμως ότι ποτέ δεν οχλήθηκαν από τους ενάγοντες αναφορικά με την κατοχή του και δεν προέκυψε άρνηση αποχώρησης τους από αυτό.

 

Το άρθρο 43 του περί αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148 αναφέρει:

«Παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία

43.-(1) Παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία συνίσταται σε παράvoμη είσoδo ή σε παράvoμη πρόκληση ζημιάς ή σε παράvoμη παρέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή από οποιοδήποτε πρόσωπο.

(2) Av η πράξη για την όποια εγείρεται η αγωγή είναι επιτρεπτή κατά τοπικό έθιμο, αυτό αφου αποδειχθεί συνιστά υπεράσπιση αλλά σε αγωγή που εγείρεται για παράvoμη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία το βάρος της απόδειξης ότι η πράξη για την όποια εγείρεται η αγωγή δεν ήταν παράvoμη φέρει o εναγόμενος.»

 

Περαιτέρω στην πολύ πρόσφατη Απόφαση ΚΥΠΡΟΣ ΛΟΥΚΑ, ΩΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ A MESSIOS & SONS LIMITED v. COUNTRY ROSE LIMITED, Πολ.Έφ.310/2017, ημερ.28/05/26, επαναλήφθηκε η πάγια Νομολογιακή αρχή ότι η παράνομη επέμβαση στρέφεται εναντίον της κατοχής ακινήτου και ότι η οποιαδήποτε παράνομη επέμβαση σε ακίνητο, συνιστά αστικό αδίκημα, το οποίο είναι αγώγιμο «per se», δηλαδή χωρίς να απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση του η απόδειξη ζημιάς.

 

Ως ανέφερα ανωτέρω και με βάση την ΕΔ-ΙΕ και τα τεκμήρια που την υποστηρίζουν, την ιδιοκτησία του ακινήτου έχουν οι ενάγοντες, ενώ σε κανένα σημείο της ΕΔ-ΒΒ δεν αρνούνται οι εναγόμενοι ότι κατέχουν το ακίνητο. Περαιτέρω και σύμφωνα με την ΕΔ-ΙΕ, οι εναγόμενοι κατέχουν το ακίνητο χωρίς να καταβάλλουν οποιοδήποτε ποσό στους Ενάγοντες κάτι το οποίο δεν αμφισβήτησαν στην ΕΔ-ΒΒ. Επιπρόσθετα οι ενάγοντες κάλεσαν τους εναγόμενους να παραδώσουν κατοχή του ακινήτου (Τεκμήρια 6, 7, 8, και 9 ΕΔ-ΙΕ), χωρίς αυτοί να ανταποκρίνονται.

 

Είναι σαφές από τα ανωτέρω, ότι οι ενάγοντες παράθεσαν με την αίτηση τους επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία για έκδοση συνοπτικής Απόφασης και επαφίεται στους εναγόμενους το βάρος να αντικρούσουν αυτή τη μαρτυρία, καταδεικνύοντας ότι έχουν καλές προοπτικές στην υπόθεση τους και ότι υπάρχει επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε Δίκη και το Δικαστήριο οφείλει εν προκειμένω να αντιπαραβάλει τη μαρτυρία των εναγόντων με τη μαρτυρία των εναγομένων, προκειμένου να καταλήξει κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής Απόφασης, με το επίπεδο απόδειξης που απαιτείται από τους εναγόμενους να μην είναι υψηλό (βλ. Γεώργιος Διογένους κ.α. ανωτέρω).

 

Αντιπαραβάλλοντας τη μαρτυρία των δύο μερών και από το περιεχόμενο της ΕΔ-ΒΒ, παρατηρώ ότι δεν προκύπτει οποιαδήποτε ουσιώδης υπεράσπιση των εναγομένων, αφενός μεν διότι τα όσα αναφέρουν περί Δικαστικής κατάχρησης έχουν απορριφθεί ανωτέρω και αφετέρου οι ισχυρισμοί περί μη όχλησής τους αντικρούονται από τα Τεκμήρια 6, 7, 8 και 9 ΕΔ-ΙΕ. Συνεπώς θεωρώ ότι δεν υπάρχουν επαρκείς λόγοι για εκδίκαση της υπόθεσης σε ακροαματική διαδικασία και δεν υπάρχει επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση να πρέπει να αποφασιστεί σε Δίκη.

 

Με βάση τα ανωτέρω θεωρώ ότι η κατοχή του ακινήτου από τους εναγόμενους εν προκειμένω συνιστά παράνομη επέμβαση και πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής Απόφασης.

 

ΑΓΟΡΑΙΑ ΕΝΟΙΚΙΑΣΤΙΚΗ ΑΞΙΑ ΑΚΙΝΗΤΟΥ- ΕΙΔΙΚΕΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ

Αναφορικά με τις αξιώσεις των εναγόντων για ειδικές αποζημιώσεις €10.500 καθώς και €1.500 μηνιαίως μέχρι την παράδοση του ακινήτου δυνάμει της ενοικιαστικής του αξίας παρατηρώ τα ακόλουθα.

 

Προς απόδειξη των ανωτέρω στην ΕΔ-ΙΕ έχει επισυναφθεί εκτίμηση (Τεκμήριο 10). Η θέση των εναγομένων διά της ΕΔ-ΒΒ είναι ότι η εν λόγω αξία είναι αυθαίρετη, υπερβολική και παντελώς ατεκμηρίωτη και η προβαλλόμενη ενοικιαστική αξία είναι προδήλως υπερβολική και εκτός πραγματικότητας, εφόσον η εκτίμηση του επίδικου ακινήτου, πραγματοποιήθηκε χωρίς να γίνει εσωτερική επιθεώρηση αυτού, μη λαμβάνοντας υπόψιν στατικά και άλλα προβλήματα του κτιρίου, γεγονός που καθιστά την υπό αναφορά εκτίμηση ελλιπή.

 

Στην Απόφαση Andrian Holdings Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας (1998) 1ΑΑΔ1836, τονίστηκαν τα ακόλουθα:

«Το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι αγώγιμο per se.  Όπου όμως δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ζημιάς, μπορεί να επιδικαστούν μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις και να μη δοθούν έξοδα ή ακόμη και να διαταχθεί ο ενάγων να καταβάλει έξοδα στον εναγόμενο.  (Παπακόκκινου κ.ά. ν. Θεοδοσίου (1991) 1 Α.Α.Δ. 379, Kakoullou and Another v. Kakoulli (1985) 1 C.L.R. 355, Ttantis v. Hadjimichael and Another (1982) 1 C.L.R. 301 και Ευθυβούλου κ.ά. ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Κισσόνεργας κ.ά. (1998) 1 A.A.Δ. 1059).

Όπου αποδεικνύεται παράνομη κατοχή ακινήτου το μέτρο αποζημιώσεων είναι η αγοραία ενοικιαστική αξία του ακινήτου και όχι το όφελος που προσπορίζεται ο παράνομος κάτοχος από τη χρήση της γης ή η ακριβής απώλεια του ιδιοκτήτη.  Το κριτήριο είναι αντικειμενικό, αλληλένδετο με την ενοικιαστική αξία της περιουσίας (Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Kύπρου (1992) 1(B) Α.Α.Δ. 882).  Η καταβολή αποζημιώσεων με βάση τις πιο πάνω αρχές επιβάλλεται, έστω και αν ο ιδιοκτήτης δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ο ίδιος την περιουσία ή να την ενοικιάσει (Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαhchecioglou και Άλλος (1998) 1 A.A.Δ. 426 όπου γίνεται αναφορά σχετικά με το θέμα στην Strand Electric and Engineering Co. Ltd v. Brisford Ltd [1952] 1 All E.R. 796).»

 

Περαιτέρω Νομολογιακά, επιβάλλεται η υποχρέωση του ενάγοντα να αποδείξει την ζημία του με θετική μαρτυρία, ειδικότερα όταν πρόκειται για ειδικές ζημιές, οι οποίες πρέπει να καταγράφονται με λεπτομέρειες και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα (βλ. Jamal Ismail ν. Μιχαήλ Αντωνίου και Άλλου (2014) 1ΑΑΔ347). 


Επιπλέον στην πρόσφατη Απόφαση MUKHTAR MOHAMED AL NWILI v. MAREMONTE INVESTEMENTS LTD, Πολ.Έφ.Ε205/2017, ημερ.09/01/2024 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Δικογραφείτο ότι το ποσό, δηλαδή €1.500 μηνιαίως, ήταν η ενοικιαστική αξία της επίδικης κατοικίας, όμως δεν ήταν περίπτωση ανάκτησης κατοχής από ενοικιαστή που ήταν υπόχρεος στην καταβολή συγκεκριμένου ενοικίου.  Δεν εγειρόταν καν ζήτημα διαπίστωσης υπεράσπισης του Εφεσείοντα στην επιμέρους απαίτηση, αλλά αξίωσης που η Εφεσίβλητη όφειλε να αποδείξει με μαρτυρία, που θα έπρεπε να γίνει αποδεκτή από το πρωτόδικο Δικαστήριο κατόπιν αξιολόγησης, στο πλαίσιο της μόνης προσφερόμενης διαδικασίας, της «κανονικής» δίκης.  Το μηνιαίο ποσό που επιδικάστηκε ως αποζημίωση με την πρωτόδικη απόφαση δεν ήταν €1.500, αλλά €1.067, για το οποίο είχε προσφερθεί μαρτυρία με την επισύναψη σχετικού τεκμηρίου, έκθεσης εκτίμησης ημερ.13.3.2017, στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση για συνοπτική απόφαση.  Κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να γίνει χωρίς την αποδοχή ως αξιόπιστης της σχετικής μαρτυρίας (έκθεσης) από το πρωτόδικο Δικαστήριο, διεργασία ανεφάρμοστη στο πλαίσιο εξέτασης αίτησης για συνοπτική απόφαση. 

 

Στην J. & M. Loizides Ag. Ltd κ.ά. ν. Τράπ. Κύπρου Δημ. Ετ. Λτδ (2011) 1(Β) Α.Α.Δ. 1280, 1288-9, αναφέρθηκε ότι:

«Στο στάδιο εξέτασης αίτησης για συνοπτική απόφαση, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα γεγονότα της υπόθεσης για να τα κρίνει. Κάτι τέτοιο δεν συνάδει με το ρόλο του Δικαστηρίου. ............................

Εξάλλου, διαφορετικός τρόπος προσέγγισης δεν θα συνήδε με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη θέση ότι κάθε διάδικος έχει το δικαίωμα όχι μόνο να προσφύγει στο Δικαστήριο, αλλά και να απαιτήσει να παρουσιάσει και να εξετάσει μάρτυρες και γενικά να του δοθεί η ευκαιρία να παρουσιάσει μέσα στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας τις θέσεις και τα επιχειρήματά του (βλ. Άρθρο 30 του Συντάγματος)».

 

Υπόλογος ή όχι να πληρώσει αποζημιώσεις για την κατοχή της κατοικίας μέχρι την παράδοση της, ο Εφεσείων είχε κάθε δικαίωμα να αντεξετάσει τον εκτιμητή της Εφεσίβλητης και να παρουσιάσει και δικό του, για να καταδείξει ότι η ενοικιαστική αξία της κατοικίας ήταν μικρότερη και συνεπώς και η αποζημίωση που όφειλε να καταβάλει πιο μικρή.  Αυτό μόνο στο πλαίσιο της «κανονικής» δίκης μπορούσε να γίνει.»

 

 

Συνεπώς εν προκειμένω σε σχέση την αγοραία ενοικιαστική αξία του ακινήτου θα πρέπει να δοθεί μαρτυρία επί τούτου και να αξιολογηθεί, κάτι που μπορεί να γίνει μόνο στο πλαίσιο ακροαματικής διαδικασίας.

 

Τέλος αναφορικά με τις γενικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις που αξιώνουν οι ενάγοντες και πάλι δεν μπορούν να επιδικαστούν στο παρόν στάδιο, εφόσον θα πρέπει να αξιολογηθεί στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας η μαρτυρία που ανέφερα ανωτέρω, ούτως ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να αντιληφθεί το μέγεθος της ζημίας των Εναγόντων.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Για όλους τους πιο πάνω λόγους, εκδίδεται συνοπτική Απόφαση προς όφελος των εναγόντων – αιτητών και εναντίον των εναγομένων – καθ’ων η αίτηση ως οι αξιώσεις Α και Γ της απαίτησης των εναγόντων.

 

Όσον αφορά το αιτητικό Β εκδίδεται Διάταγμα με το οποίο διατάσσονται οι εναγόμενοι και/ή οι αντιπρόσωποι αυτών και/ή οι υπηρέτες αυτών και/ή υπάλληλοι αυτών και/ή οποιοδήποτε πρόσωπο κατέχει το ακίνητο και/ή όσοι αντλούν δικαίωμα από αυτούς, όπως παύσουν να επεμβαίνουν και/ή να κατέχουν το ακίνητο και όπως εκκενώσουν και παραδώσουν, εντός 30 ημερών από την επίδοση του παρόντος Διατάγματος, ελεύθερη και κενή την κατοχή του ακινήτου στους ενάγοντες.

 

Σε σχέση με τα έξοδα της παρούσας αίτησης, κατ’ εφαρμογή του γενικού κανόνα, από τον οποίο δεν βρίσκω λόγο να αποκλίνω, αυτά επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1 και 2, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα υπολογισθέντα στο ποσό των €3.268, πλέον ΦΠΑ.

 

Αναφορικά με τις υπόλοιπες αξιώσεις των Εναγόντων, να ακολουθηθούν οι ΚΠΔ του 2023 και η απαίτηση να πάρει την πορεία της προς ακρόαση των συγκεκριμένων και μόνο αξιώσεων.

 

 

 

                              (Υπ.)

Κ.Γεωργίου, Ε.Δ.

 

Πιστόν Αντίγραφο,

 

Πρωτοκολλητής

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο