ΚΩΣΤΑ ΣΤΑΥΡΗ ν. ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΟΙΚΟΔΟΜΩΝ ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΑΒΡΑΑΜ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ Απαίτησης: 782 / 2024, 29/7/2026
print
Τίτλος:
ΚΩΣΤΑ ΣΤΑΥΡΗ ν. ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΟΙΚΟΔΟΜΩΝ ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΑΒΡΑΑΜ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ Απαίτησης: 782 / 2024, 29/7/2026

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Ενώπιον: Χ. Σατσιά, Ε.Δ.

Αρ Απαίτησης: 782 / 2024

Μεταξύ:

ΚΩΣΤΑ ΣΤΑΥΡΗ

 

Ενάγοντος

και

 

ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΟΙΚΟΔΟΜΩΝ ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΑΒΡΑΑΜ ΛΙΜΙΤΕΔ

(ΗΕ27801)

 

Εναγόμενων

 

Ημερομηνία: 29 Ιουλίου, 2026

 

Εμφανίσεις:

Για Ενάγοντα / Καθ’ ου η Αίτηση: κος Χ. Νεοφύτου για Νεοφύτου & Νεοφύτου Δ.Ε.Π.Ε.

Για Εναγόμενους / Αιτητες:           κα Γ. Ρούσου για Αριστοφάνης Α. Γεωργίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

Αίτηση Παραμερισμού Ερήμην Εκδοθησομένης Απόφασης, ημερ. 21.11.2025 («Αίτηση»)

 

Α.  ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

1.         Δια της παρούσης απαίτησης ο Ενάγων / Καθ’ ου η Αίτηση αξιώνει εναντίον των Εναγόμενων  / Αιτητών το ποσό των €6.501,00 ως χρέος το οποίο προέκυψε από τη συνεργασία των μερών. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, ο Ενάγων προσέφερε υπηρεσίες μεταλλικών κατασκευών προς τους Εναγόμενους. Οι Εναγόμενοι πλήρωσαν διάφορα ποσά έναντι της αξίας των υπηρεσιών οι οποίες προσφέρθηκαν, ωστόσο παράμεινε το προαναφερόμενο ποσό ως υπόλοιπο το οποίο ο Ενάγων αξίωσε δια της απαίτησης του, πλέον τόκο ύψους 9% ετησίως και έξοδα.

 

2.         Το έντυπο απαίτησης το οποίο περιλάμβανε και έκθεση απαίτησης φαίνεται ότι καταχωρίστηκε στις 18.07.2024. Δεν είχε καταχωριστεί σημείωμα εμφάνισης από τους Εναγόμενους.

 

3.         Σημειώνω ότι με βάση την ένορκη δήλωση επίδοσης του Γ.Ι., ιδιώτη δικαστικού επιδότη, ημερομηνίας 16.09.2024 η οποία αναρτήθηκε στο σύστημα, ο ίδιος επέδωσε πιστοποιημένο αντίγραφο του εντύπου απαίτησης στους Εναγόμενους δια της άφεσης του στο εγγεγραμμένο γραφείο των Εναγόμενων στις 14.09.2024 χωρίς να αναφέρεται ότι αφέθηκε στην παρουσία οποιουδήποτε (φυσικού) προσώπου.

 

4.         Στις 14.10.2024 καταχωρίστηκε αίτημα για απόφαση ερήμην για καθορισμένο χρηματικό ποσό στο Έντυπο αρ. 15 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 (εφεξής «ΚΠΔ»).

 

5.         Το Δικαστήριο (με διαφορετική σύνθεση) εξέδωσε στις 07.05.2025 απόφαση στην απουσία των Εναγόμενων για το ποσό των €6.501 πλέον νόμιμο τόκο επί του προαναφερόμενου ποσού από την ημερομηνία της καταχώρισης της απαίτησης μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα και τόκο επί των εξόδων (εφεξής «Απόφαση»).

 

6.         Έξι μήνες μετά καταχωρίστηκε σημείωμα εμφάνισης (στις 04.11.2025) από μέρους των Εναγόμενων.

 

7.         Την 21.11.2025 καταχωρίστηκε η υπό κρίση Αίτηση. Στις 15.12.2025 καταχωρίστηκε επίσης μονομερής αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης  μέχρι την εκδίκαση της αίτησης παραμερισμού (εφεξής «Αίτηση Αναστολής»). Δόθηκαν οδηγίες όπως η Αίτηση Αναστολής επιδοθεί στον Εναγόμενο. Εν τέλει την 22.01.2026 εκδόθηκε εκ συμφώνου Διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της Απόφασης μέχρι τη εκδίκαση της παρούσας Αίτησης.

 

 

Β.  Η ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗ

 

8.         Δια της Αίτησης ζητείται αφενός Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να ακυρώνει και/ή να παραμερίζει την Απόφαση. Αφετέρου ζητείται Διάταγμα του Δικαστηρίου για «επαναφορά της αγωγής και τήρηση των δικονομικών κανόνων επίδοσης της αγωγής και συμπλήρωσης των δικογράφων».

 

9.         Στη νομική βάση της Αίτησης περιλαμβάνονται τόσο τα Μέρη 6, 7, 23 και 25 όσο και το Μέρος 14 των ΚΠΔ το οποίο αφορά τον παραμερισμό ή διαφοροποίηση απόφασης ερήμην.

 

10.      Η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Ανδρέα Χριστοδούλου Αβραάμ ο οποίος είναι ο διευθυντής των Εναγόμενων / Αιτητών («ΕΔ Αβραάμ»). Επιγραμματικά αναφέρει τα ακόλουθα:

 

10.1    Στις 14.10.2025 τον είχε επισκεφθεί στο σπίτι του στην οδό Γρίβα Διγενή στη Λακατάμεια ιδιώτης δικαστικός επιδότης και του παρέδωσε επιστολή ημερ. 14.08.2025 στην οποία επισυνάπτεται η Απόφαση.

10.2    Μόνο τότε αντιλήφθηκε ότι καταχωρίστηκε η απαίτηση εναντίον των Εναγόμενων / Αιτητών. Έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους του να ερευνήσουν το θέμα επειδή δεν είχε καμία ενημέρωση για οποιαδήποτε απαίτηση από τον Ενάγοντα.

 

10.3    Αφού καταχώρισαν οι δικηγόροι του σημείωμα εμφάνισης είχαν πρόσβαση στον ηλεκτρονικό φάκελο της υπόθεσης και τότε αντιλήφθηκαν τι προηγήθηκε.

 

10.4    Αναφέρεται στις ένορκες δηλώσεις του επιδότη Γ.Ι. ότι τόσο η επιστολή απαίτησης όσο και το έντυπο απαίτησης επιδόθηκαν στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας στην οδό Ανδρέα Μιαούλη 7Ε στη Λακατάμεια.

 

10.5    Προβάλλει τη θέση ότι οι Εναγόμενοι δεν έλαβαν ποτέ τέτοιες επιδόσεις, ούτε την ειδοποίηση απαίτησης ούτε το έντυπο απαίτησης επειδή οι Εναγόμενοι έπαυσαν να έχουν ως έδρα την οδό Ανδρέα Μιαούλη 7Ε Λακατάμεια  από το 2003. Έκτοτε η εταιρεία ασκεί τις δραστηριότητες της από την οικία του στην οδό Γρίβα Διγενή.

 

10.6    Επισκέφθηκε τον ιδιοκτήτη του υποστατικού στην οδό Ανδρέα Μιαούλη 7 Ε, κο Λ.Ι. ο οποίος έγραψε και υπέγραψε βεβαίωση ότι οι Εναγόμενοι εγκατέλειψαν εκείνο το χώρο από το 2003 και έκτοτε εκείνος τον έχει ενοικιάσει σε άλλα πρόσωπα (Τεκμήριο 1, ΕΔ Αβραάμ).

 

10.7    Οι λογιστές των Εναγόμενων φαίνεται ότι αμέλησαν να προβούν σε αλλαγή της διεύθυνσης του εγγεγραμμένου γραφείου τους.

 

10.8    Η απαίτηση ουδέποτε επιδόθηκε στους Εναγόμενους και γι’ αυτόν τον λόγο δεν υπήρξε καμία εμφάνιση από μέρους τους. Αποκαλεί την επίδοση «εσφαλμένη».

 

10.9    Έχουν πολύ καλή υπεράσπιση καθότι οι Εναγόμενοι ουδέποτε συναλλάχθηκαν προσωπικά με τον Ενάγοντα αλλά η τελευταία συναλλαγή που είχαν ήταν με την εταιρεία MOULD METAL CONSTRUCTIONS LTD. Επίσης, οι Εναγόμενοι έχουν πληρώσει και εξοφλήσει όλες τις υπηρεσίες / εργασίες που εκτέλεσε η εν λόγω εταιρεία. Διαζευκτικά ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι δεν ενημερώθηκαν ποτέ για οποιαδήποτε εκχώρηση και ο Ενάγων δεν έχει έννομο συμφέρον να ενάγει προσωπικά τους Εναγόμενους. Επίσης, διαζευκτικά, η απαίτηση έχει παραγραφεί.

 

10.10 Θεωρεί πως είναι ιδιαίτερα παράξενο το ότι η επιστολή δια της οποία είχαν λάβει γνώση για την υπόθεση που επιδόθηκε στις 14.10.2025 επιδόθηκε στην οδό Γρίβα Διγενή όπου δηλαδή ασκεί εργασίες η εταιρεία ενώ η απαίτηση επιδόθηκε στην οδό Ανδρέα Μιαούλη.

 

Γ.  Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΑΘ’ ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ

 

11.      Η Αίτηση προσέκρουσε στην Ένσταση του Ενάγοντος / Καθ΄ ου η Αίτηση στο σώμα της οποίας εκτίθενται είκοσι λόγοι ένστασης.

 

12.      Θα προσπαθήσω να προβώ σε μια σύνοψη και κατηγοριοποίηση των λόγων ένστασης ως ακολούθως:

 

12.1    Η Αίτηση και η ΕΔ Αβραάμ είναι αβάσιμες, παράτυπες, αντικανονικές, ανεπαρκείς και αντίθετες με τους κανονισμούς και το νόμο και από αυτές απουσιάζει το απαραίτητο νομικό υπόβαθρο για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων (λόγοι ένστασης 1,2,3 και 8).

 

12.2    Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου και των ΚΠΔ για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και οι Αιτητές δεν κατέδειξαν κανένα ικανοποιητικό λόγο για την παράλειψη τους να καταχωρίσουν εγκαίρως σημείωμα εμφάνισης (λόγοι ένστασης 2, 9 και 13).

 

12.3    Η Αίτηση είναι ψευδής και δεν ανταποκρίνεται στα αληθινά γεγονότα. Η ΕΔ Αβραάμ είναι παραπλανητική. Η επίδοση ήταν ορθή, έγινε στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας και ο Ενάγων ακολούθησε τη σωστή διαδικασία (λόγοι ένστασης 4, 7, 8 και 14).

 

12.4    Οι Αιτητές εμποδίζονται να προωθούν την Αίτηση η οποία είναι καταχρηστική και προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου καθότι οι Αιτητές επέδειξαν αδιαφορία και ο σκοπός τους είναι να προκαλέσουν καθυστέρηση στην εκτέλεση της Απόφασης. Δεν έδωσαν καμία εξήγηση γιατί δεν έλαβαν μέτρα στο πλαίσιο της απαίτησης (λόγοι ένστασης 5, 6, 9, 12, 15 και 19).

 

12.5    Οι Αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν ότι έχουν εκ πρώτης όψεως καλόπιστη υπεράσπιση και/ή συζητήσιμη υπεράσπιση και τα όσα προβάλλουν ως υπεράσπιση είναι γενικά, αόριστα αντιφατικά και αποτελούν προϊόν μεθύστερης σκέψης. Η δε απλή άρνηση χρέους δεν αποκαλεί υπεράσπιση (λόγοι ένστασης 10, 11 και 20).

 

12.6    Ο παραμερισμός της Απόφασης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στον Ενάγοντα παρεμποδίζοντας τον να εισπράξει το λαβείν του, δημιουργεί αβεβαιότητα και αντίκειται στην αρχή της τελεσιδικίας πλήττοντας τα θεμέλια της δικαιοσύνης (λόγοι ένστασης 16, 17 και 18).

 

 

 

13.      Η Ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Ενάγοντος  (εφεξής «ΕΔ Ενάγοντος»). Ο Ενάγων αναφέρει μεταξύ άλλων ότι:

 

13.1    Η Απόφαση επιδόθηκε στους Εναγόμενους στις 14.10.2025 χωρίς να φέρουν αντίρρηση για την έκδοση απόφασης εναντίον τους. Στις 03.11.2025 καταχωρίστηκε ένταλμα κινητής ιδιοκτησίας και μόνο τότε ισχυρίστηκαν ότι δήθεν πρώτη φορά έλαβαν γνώση της Απόφασης.

 

13.2    Ο δε διευθυντής των Εναγομένων τηλεφώνησε στο δικηγόρο του Ενάγοντος και ζήτησε εξηγήσεις. Όταν τον ρώτησε αν έλαβε την Απόφαση στις 14.10.2025 απάντησε καταφατικά.

 

13.3    Εξ όσων τον πληροφορεί ο δικηγόρος του στη συζήτηση του με τον διευθυντή των Εναγομένων ο τελευταίος προέβαλε διάφορους άσχετους ισχυρισμούς σε σχέση με το ότι συναλλασσόταν με εταιρεία και όχι με τον ίδιο προσωπικά, αλλά δεν αμφισβήτησε το ότι υπήρχε χρέος. Ο Α.Χ. Αβραάμ επίσης ανέφερε στον δικηγόρο του ότι θα έκανε τα πάντα για να μην πληρώσει περιλαμβανομένου και του διορισμού δικηγόρων οι οποίοι με διάφορες προφάσεις θα καθυστερήσουν την είσπραξη του ποσού της Απόφασης καθώς και ότι προτιμά «να τα φάει στους δικηγόρους παρά να με πληρώσει εμένα [τον Ενάγοντα]».

 

13.4    Περαιτέρω, επαναλαμβάνει τους είκοσι λόγους ένστασης οι οποίοι συνοψίσθηκαν πιο πάνω και προβάλλει απαντήσεις στο περιεχόμενο της ΕΔ Αβραάμ.

 

13.5    Η οδός Ανδρέα Μιαούλη 7Ε στην οποία έγινε η επίδοση τόσο της επιστολής πριν από την απαίτηση, της απαίτησης καθώς και της επιστολής 14.08.2025 στην οποία επισυνάπτεται η Απόφαση είναι η δημοσιευμένη στον Έφορο Εταιρειών διεύθυνση των Εναγόμενων και βρίσκεται πολύ κοντά στην κατοικία του Α.Χ. Αβραάμ. Επισυνάπτει εκτύπωση από την ιστοσελίδα του Εφόρου Εταιρειών καθώς και τις επιδόσεις ως τεκμήρια (Τεκμήριο 1, 2 και 3, ΕΔ Ενάγοντος).

 

13.6    Οι Εναγόμενοι αμφισβήτησαν την Απόφαση μόνο κατά τη διαδικασία της εκτέλεσης της ως μια προσπάθεια να ανάσχεσης της εκτέλεσης ενώ ουδόλως αμφισβητούνται οι υπηρεσίες που προσέφερε ο Ενάγων. Οι υπηρεσίες αφορούσαν εργασία η οποία παραλήφθηκε από το Υπουργείο Παιδείας προ δεκαπενταετίας.

 

13.7    Το ότι οι Εναγόμενοι προέβαιναν σε τμηματικές πληρωμές δείχνει ότι παραδέχονται την οφειλή. Επίσης, οι Εναγόμενοι αποδέχθηκαν την εκχώρηση του χρέους προς τον ίδιο αφού εξέδωσαν την επιταγή αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 4 προς τον ίδιο (στις 15.12.2011).

 

13.8    Οι Εναγόμενοι δεν μπορούν να επικαλούνται τη δική τους παράλειψη να επικαιροποιήσουν το αρχείο του Εφόρου Εταιρειών. Αυτό δεν αποτελεί σοβαρό λόγο παραμερισμού μιας δικαστικής Απόφασης ειδικότερα όταν επί της ουσίας δεν υφίσταται καμία απολύτως υπεράσπιση.

 

13.9    Ο Α.Χ. Αβραάμ ουδέποτε ενημέρωσε τον Ενάγοντα για οποιαδήποτε αλλαγή στη διεύθυνση εγγεγραμμένου γραφείου των Εναγομένων παρότι είχαν και αρκετές προσωπικές συναντήσεις.

 

13.10 Επαναλαμβάνει αρκετές φορές ότι η επίδοση που έγινε στο εγγεγραμμένο γραφείο των Εναγόμενη είναι καλή δεδομένου του ότι αποτελεί τη δεδηλωμένη διεύθυνση τους και αυτήν η οποία φαίνεται στα αρχεία του Εφόρου Εταιρειών.

 

 

Δ.  ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ / ΜΗ ΑΜΦΙΣΒΗΤΟΥΜΕΝΑ ΓΕΓΟΝΤΑ

 

14.      Δεν καταχωρίστηκαν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις και ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε.

 

15.      Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων οι οποίες υποστηρίζουν την Αίτηση και την Ένσταση, αντίστοιχα και με την καταχώριση από μέρους των συνηγόρων των μερών γραπτών αγορεύσεων στις οποίες περιλαμβάνονται και αναπτύσσονται οι εκατέρωθεν θέσεις τους.

 

16.      Τα επιχειρήματα και όλη η μαρτυρία η οποία προσκομίστηκε, αμφοτέρων των πλευρών, εξετάστηκαν σε όλη τους την εμβέλεια από το Δικαστήριο, χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησής τους καθότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης η ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY, Πολ. Εφ. Αρ. 117/2018, 16.032022, ECLI:CY:AD:2022:A113, Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 490).

 

17.      Προκύπτει από τα περιεχόμενα των ενόρκων δηλώσεων των διαδίκων ότι αποτελεί παραδεκτό γεγονός πως οι επιδόσεις της επιστολής πριν από την απαίτηση και του εντύπου απαίτησης έγιναν στο εγγεγραμμένο γραφείο των Εναγομένων. Το εγγεγραμμένο γραφείο των Εναγομένων βρίσκεται στην οδό Ανδρέα Μιαούλη 7Ε στη Λακατάμεια.

 

18.      Δεν υπάρχει συμφωνία ως προς την τοποθεσία στην οποία επιδόθηκε στον διευθυντή των Εναγόμενων η επιστολή ημερ. 14.08.2025 στις 14.10.2025 στην οποία επισυνάπτεται η Απόφαση. Στην ΕΔ Αβραάμ υπάρχει ισχυρισμός ότι η επιστολή αυτή επιδόθηκε σε αυτόν στην κατοικία του και μάλιστα αναφέρει πως το θεωρεί παράξενο.

 

19.      Στην ΕΔ Ενάγοντος αφενός αναφέρεται ότι όλες οι επιδόσεις έγιναν στην οδό Ανδρέα Μιαούλη 7Ε, αφετέρου ότι ο επιδότης επισκέφθηκε τον διευθυντή της Εναγόμενης χωρίς να διευκρινίζεται η διεύθυνση (παρ. 38, ΕΔ Ενάγοντος) και ότι έγινε καλή επίδοση στον διευθυντή της Εναγόμενης, επίσης χωρίς να διευκρινίζεται ο τόπος στον οποίο έγινε η επίδοση (παρ. 60, ΕΔ Ενάγοντος). Στην ένορκη δήλωση επίδοσης ημερ. 15.10.2025 για την επίδοση ημερομηνίας 14.10.2025 της επιστολής ημερομηνίας 14.08.2025 δεν αναφέρεται η διεύθυνση στην οποία έλαβε χώρα η επίδοση στον διευθυντή των Εναγόμενων (Τεκμήριο 3, Ε.Δ. Ενάγοντος).

 

 

Ε. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΣΤΙΣ ΝΟΜΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ

 

20.      Το ζήτημα του παραμερισμού η διαφοροποίησης απόφασης ερήμην η οποία εκδόθηκε βάσει του Μέρους 13 των ΚΠΔ ρυθμίζεται από το Μέρος 14 των ΚΠΔ.

 

21.      Το Μέρος 14 διακρίνει μεταξύ των περιπτώσεων στις οποίες το Δικαστήριο πρέπει να παραμερίσει την απόφαση η οποία εκδόθηκε ερήμην (Μ. 14, κ. 2) και των περιπτώσεων στις οποίες το Δικαστήριο δύναται να παραμερίσει ή να διαφοροποιήσει την απόφαση (Μ. 14, κ. 3).

 

22.      Εν προκειμένω, ο παραμερισμός ζητείται κυρίως λόγω του ότι το έντυπο απαίτησης, κατά τον ισχυρισμό των Εναγομένων / Αιτητών, δεν επιδόθηκε στην πραγματικότητα. Τίθεται δηλαδή ζήτημα κακής επίδοσης / μη επίδοσης του εντύπου απαίτησης  και εάν το Δικαστήριο αποφασίσει ότι δεν διενεργήθηκε καλή επίδοση η Απόφαση θα πρέπει να παραμεριστεί.

 

23.      Στις περιπτώσεις αυτές δεν τίθεται ζήτημα διακριτικής ευχέρειας και δεν έχει οποιαδήποτε σημασία η σπουδή την οποία επέδειξε ο Εναγόμενος ή η προοπτική επιτυχίας της υπεράσπισης. Αυτό προκύπτει ξεκάθαρα από το λεκτικό του Μ. 14, κ. 2 το οποίο κρίνω σκόπιμο να παραθέσω:

 

«14.2. Περιπτώσεις όπου το δικαστήριο πρέπει να παραμερίσει απόφαση, η οποία εκδόθηκε, δυνάμει του Μέρους 13

 

(1)    Το δικαστήριο πρέπει να παραμερίσει απόφαση, η οποία εκδόθηκε δυνάμει του Μέρους 13, ανεξαρτήτως της σπουδής που επέδειξε ο εναγόμενος ή, στην περίπτωση ανταπαίτησης, ο ενάγων, ή, σε σχέση με την προοπτική επιτυχίας τους, αν η απόφαση εκδόθηκε εσφαλμένα:

 

(α)  στην περίπτωση απόφασης, λόγω παράλειψης καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης, για τον λόγο ότι δεν ικανοποιήθηκε οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις του Κανονισμού 13.3(1)·

(β)  στην περίπτωση απόφασης λόγω παράλειψης καταχώρισης υπεράσπισης, για τον λόγο ότι δεν ικανοποιήθηκε οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις του Κανονισμού 13.3(1) και 13.3(2)·

(γ) για τον λόγο ότι η απαίτηση ή ανταπαίτηση ικανοποιήθηκε στο σύνολό της πριν από την έκδοση απόφασης· ή

(δ) για τον λόγο ότι το έντυπο απαίτησης δεν επιδόθηκε στην πραγματικότητα.

 

24.       Σε αυτό το σημείο σημειώνω ότι το Μέρος 14.2 διαφοροποιείται από το Part 13.2 των Civil Procedure Rules της Αγγλίας και Ουαλίας (“CPR”) όπου υπάρχει διαδικασία για “acknowledgment of service”. Στους ΚΠΔ σε αντίθεση με τους CPR παρατίθεται ρητώς ως περίπτωση στην οποία το Δικαστήριο πρέπει να παραμερίσει την απόφαση όταν το έντυπο απαίτησης δεν επιδόθηκε στην πραγματικότητα. Στους CPR αν και δεν αναφέρεται ρητώς στο κείμενο τους, στην ουσία εξυπακούεται ότι όταν δεν λάβει χώρα καλή επίδοση το Δικαστήριο θα πρέπει να παραμερίσει την απόφαση ερήμην διότι σημαίνει πως δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις για την έκδοση απόφασης ερήμην.

 

25.      Παραθέτω σχετικό απόσπασμα από το σύγγραμμα Blackstone’s Civil Practice 2022, σελ. 481:

 

“It is, therefore, a condition for entering judgment in default that service has been effected. Thus, judgment was set aside as of right under r. 13.2(a) in Credit Agricole Indosuez v. Unicof Ltd [2003] EWHC 77 (Comm). The claimant purported to serve the claim form by leaving it with the defendant’s company secretary in Kenya, whereas service in Kenya had to be by leaving the claim form at the company’s registered office.  … In Norcross v. Georgallides [2015] EWHC 4804 (Comm), it was held that service of the claim form at the defendant’s usual or last known address was not good service under r. 6.9 where the claimant had reason to believe that the defendant no longer lived there. Accordingly, the defendant was entitled to have the judgment set aside as of right under r. 13.2.”

 

26.      Το Δικαστήριο πρέπει να παραμερίσει απόφαση ερήμην τόσο στην περίπτωση που δεν υπάρχει καθόλου επίδοση του εντύπου απαίτησης όσο και στην περίπτωση κακής επίδοσης. Ο λόγος είναι διότι η κακή επίδοση δεν αποτελεί επίδοση εν τη εννοία των ΚΠΔ και στην πραγματικότητα εξισώνεται με την μη επίδοση. Όταν δεν διενεργηθεί σωστή επίδοση με βάση τους ΚΠΔ δεν υπάρχει υποχρέωση για καταχώριση σημειώματος εμφάνισης. Επομένως, θεωρείται ότι η απόφαση ερήμην εκδόθηκε «εσφαλμένα» (wrongly entered).

 

27.      Παραθέτω σχετικό απόσπασμα από την απόφαση του Δικαστή Morris στην Saadati v Dastghaib and another [2024] EWHC 3336 (KB):

 

“45. I have been referred to Credit Agricole Indosuez v Unicof and others [2002] EWHC 77 (Comm) per Langley J at §18; Shiblaq v Sadikoglu [2003] EWHC 2128 (Comm) at §§19 to 24 and [2004] EWHC 1890 at §58 [2005] 2 CLC 380; Olafsson v Gissurarson [2006] EWHC 3162 (QB) at §§ 14 to 15, 28 to 29 and [2006] EWHC 3214 (QB) at §19; Dubai Financial Group LLC v National Private Air Transport Services Co Ltd [2016] EWCA Civ 71 [2016] 1 CLC 250 at §§28-32 and 37-42 and YA II PN Ltd v Frontera Resources Corporation [2021] EWHC 1380 (Comm) at §§14, 53-60. From these authorities, I derive the following propositions:

 

(1)    CPR 13.2 provides for mandatory setting aside of judgment in default. It applies not only where there has been service, but no compliance with the conditions in CPR 12.3, but also where there has been no valid service at all. Failure to file an acknowledgment of service in CPR 12.3(1) means failure to file when under a duty to file, and if there has been no valid service, there is no duty to acknowledge service. A default judgment entered in those circumstances is one which can be set aside under CPR 13.2. (In my judgment, the same must apply for judgment in default of service of defence - if there has been no valid service of claim form, then there is no time limit for filing a defence and therefore no duty to serve a defence).”

 

28.      Συνεπώς, στις περιπτώσεις που η επίδοση κρίνεται ως κακή, θεωρείται ότι το έντυπο απαίτησης δεν επιδόθηκε στην πραγματικότητα και καλύπτεται από το Μέρος 14.2(1)(δ) και το Δικαστήριο πρέπει να παραμερίσει την ερήμην εκδοθείσα απόφαση. Η προθεσμία για καταχώριση σημειώματος εμφάνισης προσμετρά από την ημερομηνία κατά την οποία λαμβάνει χώρα ορθή και νομότυπη επίδοση με βάση τους ΚΠΔ. Μόνο η ορθή επίδοση θεωρείται επίδοση και μόνο η επίδοση σηματοδοτεί την έναρξη της προθεσμίας για καταχώριση σημειώματος εμφάνισης των 14 ημέρων με βάση το Μέρος 10.4 των ΚΠΔ.

 

29.      Για αυτό τον λόγο, σε περίπτωση κατά την οποία διαπιστωθεί ότι η επίδοση ήταν κακή, το Δικαστήριο υποχρεούται να παραμερίσει την εκδοθείσα απόφαση ex debito justitiae, ως χρέος δηλαδή προς τη Δικαιοσύνη.

 

30.      Επομένως, θα πρέπει να αναλυθεί το κατά πόσον η εν προκειμένω άφεση του εντύπου απαίτησης στο εγγεγραμμένο γραφείο των Εναγομένων αποτελεί καλή επίδοση  / επίδοση εν τη εννοία των ΚΠΔ.

 

31.      Η επίδοση είναι εξαιρετικά σημαντικό ζήτημα στη διαδικασία. Άπτεται του δικαιώματος του προσώπου σε πρόσβαση στη Δικαιοσύνη και του δικαιώματος του να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο Δικαστήριο το οποίο κατοχυρώνεται τόσο από το Άρθρο 30 του Συντάγματος όσο και από τα Άρθρα 6 και 13 της ΕΣΔΑ (ίδετε μεταξύ άλλων, Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού ν Chr. P. Michaelides Ltd (2002) 1 Α.Α.Δ. 43 και Balm Maritime Company Limited v. Biochemie R.O.S.E. Limited (1990) 1 Α.Α.Δ. 602).  

 

32.      Θα πρέπει να διασφαλίζεται η πρόσβαση στο Δικαστήριο (Άρθρο 30.1), το δικαίωμα πληροφόρησης του προσώπου για τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανιστεί στο Δικαστήριο (Άρθρο 30.3(α)) καθώς και το δικαίωμα να προβάλει τους ισχυρισμούς του ενώπιον του Δικαστηρίου έχοντας επαρκή χρόνο για την προπαρασκευή τους (Άρθρο 30.3(β)).

33.      Στην απόφαση του Εφετείου στην Banc de Binary Limited v. Philip Lalor, Πολ. Εφ. Ε41 / 2018, 31.10.2023 αναφέρθηκε από την έντιμη Δικαστή του Εφετείου κα Παπαδοπούλου ότι «ειρήσθω εν παρόδω, ενόψει του ότι πρόκειται για Συνταγματικό δικαίωμα που άπτεται της δίκαιης δίκης, οι αρχές παραμένουν αναλλοίωτες ανεξαρτήτως του αν το ζήτημα εξεταστεί υπό την σκοπιά των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ή των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023.»

 

34.      Στο πιο πάνω θα προσθέσω ότι και με βάση το Άρθρο 35 του Συντάγματος οι «… δικαστικαί αρχαί της Δημοκρατίας υποχρεούνται να διασφαλίζωσι την αποτελεσματικήν εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος μέρους, εκάστη εντός των ορίων της αρμοδιότητος αυτής».

 

35.      Στην Banc de Binary Limited επίσης αναφέρθηκε ότι:

 

«Η προαναφερθείσα κυπριακή νομολογία υιοθέτησε την αντίληψη του αγγλικού δικαίου πως κακή επίδοση συνιστά θεμελιακό ελάττωμα (fundamental vice) που δημιουργεί υποχρέωση για ex debito justitiae παραμερισμό μιας ερήμην απόφασης. Έτι περαιτέρω μάλιστα, η νομολογία μας προσέδωσε στο ζήτημα τη συνταγματική διάσταση που προκύπτει από το Άρθρο 30.3(α) και (β) του Συντάγματος, υποδεικνύοντας ότι η δέουσα επίδοση συνδέεται αναπόφευκτα με τη δυνατότητα του ενδιαφερομένου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο Δικαστήριο και τη δυνατότητά του, ως θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα, να προβάλει την υπεράσπισή του».

 

36.      Σε σχέση με την επίδοση σε νομικά πρόσωπα είναι σχετικό το Μέρος 6.4 (7) το οποίο προνοεί τα ακόλουθα:

 

«7) Στην απουσία οποιασδήποτε νομοθετικής πρόνοιας η οποία να ρυθμίζει ειδικά την επίδοση σε νομικό πρόσωπο, επίδοση πιστού αντιγράφου του εντύπου απαίτησης ή άλλης κλήσης στον πρόεδρο ή διοικητικό σύμβουλο ή άλλο ανώτερο υπάλληλο, ή στον ταμία ή γραμματέα τέτοιου νομικού προσώπου, ή η επίδοση τέτοιου αντιγράφου στο εγγεγραμμένο γραφείο τέτοιου νομικού προσώπου ή στον κύριο χώρο διεξαγωγής των εργασιών του σε πρόσωπο που εμφανίζεται να είναι εξουσιοδοτημένο να δεχτεί τέτοια επίδοση, θεωρείται έγκυρη επίδοση· και στην περίπτωση οποιασδήποτε εταιρείας μη συσταθείσας στην Κύπρο, το αντίγραφο μπορεί να αφήνεται στον χώρο διεξαγωγής των εργασιών της στην Κύπρο ή, αν δεν υπάρχει τέτοιος χώρος, σε οποιοδήποτε πρόσωπο στην Κύπρο το οποίο εμφανίζεται ως εξουσιοδοτημένο να διεκπεραιώνει εργασίες για την εταιρεία στην Κύπρο, και τέτοια επίδοση του αντιγράφου θεωρείται έγκυρη επίδοση εκτός αν το Δικαστήριο ή ο δικαστής διατάξει διαφορετικά. Και εάν σε οποιοδήποτε νόμο υπάρχει ειδική πρόνοια για την επίδοση οποιουδήποτε εντύπου απαίτησης ή άλλης κλήσης σε οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο ή σε οποιοδήποτε σωματείο ή σύλλογο ή οποιοδήποτε σώμα ή αριθμό προσώπων, συστημένων δυνάμει νόμου ή μη, η επίδοση του πιστού αντιγράφου του εντύπου απαίτησης μπορεί να διενεργηθεί αναλόγως.»

 

37.      Το άρθρο 372 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, ως έχει τροποποιηθεί προνοεί ότι «έγγραφο δύναται να επιδοθεί σε εταιρεία με την άφεση του ή  με την αποστολή του ταχυδρομικώς στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας».

 

38.      Εν προκειμένω, για να διαπιστωθεί αν έγινε σωστή επίδοση θα πρέπει να εξεταστεί η ένορκη δήλωση επίδοσης ημερ. 16.09.2024 σε σχέση με την επίδοση του εντύπου απαίτησης. Ο Γ.Ι. ορκίζεται ότι επέδωσε πιστοποιημένο αντίγραφο του εντύπου απαίτησης την 14.09.2024 «αφήνοντας το στην παρουσία του Εναγόμενου αρ. Ετ. Οικοδομών Ανδρέα Χριστούλου Αβραάμ Λτδ (όνομα Εναγόμενου) εγγεγραμ. Γραφείο στην οδό Ανδρέα Μιαούλη Αρ. 7Ε Λακατάμεια, από ..» (τα χειρόγραφα μέρη τέθηκαν σε γραμματοσειρά times new roman). Στο αντίγραφο του εντύπου απαίτησης στο πάνω μέρος της σελίδας αναγράφεται η εξής σημείωση χειρόγραφα: «14/9/24 Εγγεγραμ. Γραφείο».

 

39.      Δεν υπάρχει καμία αναφορά σε ποιο φυσικό πρόσωπο παραδόθηκε το αντίγραφο του εντύπου απαίτησης. Δεν υπάρχει η υπογραφή οποιουδήποτε προσώπου η οποία να δείχνει ότι το έντυπο απαίτησης όντως παραλήφθηκε από κάποιο πρόσωπο. Δεν μπορεί να γνωρίζει το Δικαστήριο ούτε και προωθήθηκε ισχυρισμός ότι το έντυπο απαίτησης παραδόθηκε σε κάποιον υπάλληλο των Εναγόμενων, ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο τύγχανε να βρίσκεται στο χώρο. Συνάγεται με ασφάλεια ότι δεν βρισκόταν στο χώρο κατά την επίδοση οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο. Εάν υπήρχε, θα τίθετο σημείωση ποιο ήταν αυτό το πρόσωπο, ενδεχομένως να υπέγραφε το αντίγραφο του εντύπου απαίτησης, ή θα αναφερόταν ότι δεν υπέγραψε επειδή αρνήθηκε και ούτω καθεξής.

 

40.      Εν ολίγοις, δημιουργείται εύλογη αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου ως προς το κατά πόσον το έντυπο απαίτησης πράγματι επιδόθηκε. Το ότι αφέθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο των Εναγομένων δεν καθιστά αυτόματα την επίδοση καλή και νομότυπη ως ισχυρίζονται οι συνήγοροι του Ενάγοντος / Καθ’ ου η Αίτηση.

 

41.      Η επίδοση που έλαβε χώρα δεν συμμορφώνεται ούτε με το Μέρος 6.4 (7) των ΚΠΔ το οποίο προϋποθέτει όταν η επίδοση γίνεται στο εγγεγραμμένο γραφείο ή στον κύριο χώρο διεξαγωγής των εργασιών του προσώπου να πρέπει να γίνεται σε πρόσωπο που εμφανίζεται να είναι εξουσιοδοτημένο να δεχτεί τέτοια επίδοση. Συνάγεται από το λεκτικό του Μέρους 6.4 (7) ότι πρέπει να υπάρχει κάποιο φυσικό πρόσωπο το οποίο τουλάχιστον να φαίνεται πως μπορεί να δεχθεί επίδοση για το νομικό πρόσωπο, για να είναι σωστή η επίδοση. Αυτό είναι λογικό καθότι πρόκειται για επίδοση σε πλάσμα δικαίου.

 

42.      Στην Banc de Binary, ανωτέρω, η απόφαση παραμερίστηκε επειδή, μεταξύ άλλων, το Δικαστήριο δεν είχε ενώπιον του καλή επίδοση επί της οποίας να μπορούσε να στηρίξει εύρημα ότι ο Εναγόμενος είχε λάβει γνώση της αγωγής. Εκεί υπήρχε υπογραφή πάνω στο αντίγραφο του κλητηρίου αλλά αυτό δεν ήταν αρκετό διότι δεν αναφερόταν η ιδιότητα του προσώπου το οποίο υπέγραψε.  Αναφέρθηκε μεταξύ άλλων ότι:

 

«Ούτε καν η ιδιότητα του προσώπου που το παρέλαβε δεν αναγράφεται, αφού περιγράφεται απλώς ως «άτομο στο εγγεγραμμένο γραφείο». Τα στοιχεία αυτά δεν επέτρεπαν στο Πρωτόδικο Δικαστήριο να θεωρήσει ότι είχε ενώπιον του καλή επίδοση και θα έπρεπε να είχε παραμερίσει την απόφαση ex debito justitae. Παραθέτουμε σχετικό απόσπασμα από την απόφαση Ηλία Μανώλη ν Ελληνικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, Πολ. Εφ. 413/11 ημερ. 3.2.2017, ECLI:CY:AD:2017:A37, ECLI:CY:AD:2017:A37:

 

«Παράδειγμα πρόκλησης ακυρότητας ως εκ της μη επίδοσης της διαδικασίας, η οποία ως εκ τούτου δεν περιέρχεται σε γνώση του εναγομένου, παρέχει η υπόθεση Craig v. Kanssen [1943] K.B. 256, [1943] 1 All ER 108, στην οποία εξηγήθηκε ως κατωτέρω ο λόγος που η παράλειψη επίδοσης εγείρει θεμελιακό ζήτημα:

 

«... it is beyond question that failure to serve process where service of process is required goes to the root of our conceptions of the proper procedure in litigation. Apart from proper ex parte proceedings, the idea that an order can validly be made against a man who has had no notification of any intention to apply for it has never been adopted in this country.»

 

Όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Pritchard η φράση ex debito justitiae δεν ταυτίζεται κατ΄ ανάγκη με περιπτώσεις ακυρότητας, όπως αφέθηκε να νοηθεί στην υπόθεση Craig, αλλά καλύπτει κάθε περίπτωση που ο εναγόμενος νομιμοποιείται δικαιωματικά σε παραμερισμό.  Όπως το έθεσε ο Upjohn, L.J.:

«The phrase means that the [defendant] is entitled as a matter of right to have it set aside ... This means no more than that, in accordance with settled practice, the court can only exercise its discretion in one way, namely by granting the order sought.»

 

Εν πάση περιπτώσει, σε ότι αφορά την παράλειψη δέουσας επίδοσης, στην υπόθεση White v. Weston [1968] 2 W.L.R. 1459, που αφορούσε ακριβώς παράλειψη επίδοσης με συνεπακόλουθη έλλειψη γνώσης της διαδικασίας από τον εναγόμενο, ελέχθη ότι υπό τέτοιες περιστάσεις η απόφαση θα έπρεπε να παραμεριστεί ex debito justitiae και ότι η περαιτέρω συζήτηση ως προς το κατά πόσο θα μπορούσε η περίπτωση να χαρακτηριστεί ως ακυρότητα ή ως αντικανονικότητα, θα είχε μόνο ακαδημαϊκή σημασία. »

 

43.      Στην Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού αναφέρθηκε ότι προηγούμενες αποφάσεις θεωρούν αμφίβολη την εφαρμογή του άρθρου 372 του Κεφ. 113 σε δικαστικές διαδικασίες. Το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε αυτή τη θέση και πρόσθεσε ότι το ζήτημα της κανονικής επίδοσης κλητηρίου σε αγωγή βάσιμα έχει συσχετισθεί με το Άρθρο 30 του Συντάγματος. Κατέληξε στο εξής συμπέρασμα:

 

«Οι περιστάσεις της κρινόμενης υπόθεσης, αλλά και η αχλύς που περιβάλλει την επίδοση - δεν είναι καν γνωστό το πρόσωπο  στο οποίο αφέθηκε το κλητήριο και η ιδιότητα του - δεν μας αφήνουν αμφιβολία για το παράτυπο της επίδοσης, με βάση την οποία λήφθηκε η ακυρωθείσα απόφαση.  Αυτή ήταν και η αιτία, που η εφεσίβλητη δεν έλαβε γνώση της έγερσης της αγωγής για να αμυνθεί, όπως ήταν και η πρόθεση της. Ορθά λοιπόν παραμερίστηκε η απόφαση εφόσον δεν προηγήθηκε έγκυρη επίδοση.  Η υπόθεση τελειώνει εδώ.  Δεν χρειάζεται να εξετάσουμε αν καλά ασκήθηκε η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου.»

 

44.      Διευκρινίζεται ότι στην Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού, όπως και στην παρούσα υπόθεση στην ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη αναφερόταν ότι «το κλητήριο ένταλμα της αγωγής "αφέθη στο εγγεγραμμένο γραφείον" στις 7/10/99. Η ίδια ακριβώς φράση και η αυτή χρονολογία αναγράφονται στο πάνω δεξιό μέρος του κλητηρίου που επισυνάφθηκε στην ένορκο δήλωση του επιδότη.  Δεν υπάρχει υπογραφή παραλαβής.» Δηλαδή ο τρόπος επίδοσης στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης προσομοιάζει με αυτόν που έλαβε χώρα στην Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού.

 

45.      Αυτό σε αντίθεση με την J.Z. Classic Music Pro Ltd v Alkadia Music Land Ltd (2002) 1 Α.Α.Δ. 1151 στην οποία είχε κριθεί πως η επίδοση ήταν καλή, κυρίως επειδή υπήρχε υπογραφή προσώπου το οποίο ήταν στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εταιρείας αλλά και επειδή είχε επιδοθεί προηγουμένως παρόμοια αγωγή στον διευθυντή της εν λόγω εταιρείας.

 

46.      Και στην εν προκειμένω απαίτηση δημιουργούνται ερωτηματικά σε σημείο που μπορεί να θεωρηθεί ότι υπάρχει «αχλύς» γύρω από την επίδοση. Οι Εναγόμενοι / Αιτητές προσκόμισαν μαρτυρία (υπογραμμένη δήλωση ιδιοκτήτη υποστατικού) ότι έχουν εγκαταλείψει τη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου τους από το 2003 και η μαρτυρία αυτή δεν αμφισβητήθηκε. Οι Εναγόμενοι αντέδρασαν μόνο μετά από την επίδοση επιστολής στην οποία επισυνάπτεται η Απόφαση στον διευθυντή τους. Παρενθετικά, σημειώνω ότι στην ένορκη δήλωση του επιδότη για την επίδοση της Απόφασης δεν αναφέρεται η διεύθυνση στην οποία έγινε η επίδοση παρά μόνο ότι επιδόθηκε στον διευθυντή των Εναγόμενων (Τεκμήριο 3 ΕΔ Ενάγοντος).

 

47.      Πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι δεν προσκομίστηκε έστω κάποια μαρτυρία η οποία να εγείρει κάποια αμφιβολία ως προς το κατά πόσον οι Εναγόμενοι έχουν εγκαταλείψει τον χώρο του εγγεγραμμένου γραφείου τους.  Ο Ενάγων αναφέρει μόνο ότι είχαν προσωπικές συναντήσεις στο παρελθόν χωρίς οποιαδήποτε διευκρίνιση ως προς το που είχαν αυτές τις συναντήσεις. Ούτε και ισχυρίζεται κατά τρόπο θετικό ο Ενάγων ότι οι Εναγόμενοι όντως διεξάγουν εργασίες από τη διεύθυνση στην Ανδρέα Μιαούλη.

 

48.      Προσθέτω επίσης ότι δεν έχει σημασία αν οι Εναγόμενοι έλαβαν γνώση της Απόφασης.  Δεν αμφισβητείται αυτό. Σημασία έχει αν η εταιρεία έλαβε γνώση του εντύπου απαίτησης και της υποχρέωσης και/ή δικαιώματος τους να υποβάλουν σημείωμα εμφάνισης και να υπερασπιστούν την απαίτηση.

 

49.      Κατά συνέπεια, κρίνω ότι εν προκειμένω δεν έχει διενεργηθεί δέουσα, καλή και/ή νομότυπη επίδοση του εντύπου απαίτησης στους Εναγόμενους / Αιτητές. Το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την Απόφαση χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ανάλυση του κατά πόσον ο Εναγόμενος έχει πραγματική προοπτική να υπερασπιστεί επιτυχώς την απαίτηση ή αν υπάρχει άλλος καλός λόγος για τον οποίο πρέπει να παραμεριστεί η Απόφαση. Η κακή επίδοση εκθεμελιώνει την κανονικότητα της διαδικασίας που ακολουθήθηκε.

 

 

ΣΤ.  ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ ΚΑΙ ΔΙΑΤΑΓΗ ΓΙΑ ΕΞΟΔΑ

 

50.      Ενόψει των όσων έχουν προαναφερθεί η Αίτηση πρέπει να πετύχει και η ερήμην εκδοθείσα Απόφαση πρέπει να ακυρωθεί και να παραμεριστεί.

 

51.      Οι Εναγόμενοι μπορούν να καταχωρίσουν την Υπεράσπιση τους. Η σχετική προθεσμία αρχίζει να τρέχει από την ημερομηνία έκδοσης της παρούσας απόφασης. Κατά τα λοιπά, να ακολουθηθούν οι ΚΠΔ.

 

52.      Όσον αφορά τα έξοδα, ο γενικός κανόνας, με βάση το Μ. 39.2, είναι ότι ο αποτυχών διάδικος διατάσσεται να καταβάλει τα έξοδα του επιτυχόντος διαδίκου και ότι τέτοια διαταγή ή διαταγές θα εκδίδονται ή πρέπει να εκδίδονται σε σχέση με οποιαδήποτε αίτηση υποβάλλεται κατά την πορεία της δικαστικής διαδικασίας.

53.      Η Αίτηση έχει πετύχει και συνεπώς, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση (Νικόλας Γιωργαλλίδης v Χρυσόστομου Χρίστου (Ττομή) (1997) 1(Α) Α.Α.Δ. 247).

 

54.      Με βάση το Μ. 39.7 το Δικαστήριο προβαίνει σε συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων κατά την ολοκλήρωση οποιασδήποτε ακρόασης η οποία διήρκησε συνολικά όχι πέραν των έξι ωρών. Προς τούτο αποτελεί καθήκον των διαδίκων και των δικηγόρων τους να υποβοηθούν το δικαστήριο στον συνοπτικό υπολογισμό εξόδων σε κάθε υπόθεση στην οποία εφαρμόζεται το Μ. 39.7 υποβάλλοντας προς τούτο κατάλογο εξόδων των αξιούμενων ποσών δύο μέρες πριν την τελική ακρόαση (Μ. 39.9(1)). 

 

55.      Εν προκειμένω, δεν υποβλήθηκε κατάλογος εξόδων από οποιοδήποτε διάδικο. Δίδονται οδηγίες όπως οι διάδικοι καταβάλουν προσπάθειες να συμφωνήσουν σε σχέση με το ύψος των εξόδων και να ενημερώσουν σχετικά το Δικαστήριο.

 

56.      Σε περίπτωση κατά την οποία δεν καταλήξουν σε συμφωνία να προχωρήσουν με την υποβολή προσχεδίων καταλόγων εξόδων προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου κατά τον συνοπτικό υπολογισμό μέχρι και την 07.09.2026.

 

57.       Η Αίτηση ορίζεται για συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων την 10.09.2026, 09:00 π.μ.  Εάν υπάρξει συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, η ημερομηνία αυτή θα ακυρωθεί.

 

 

 

 

Υπ. _________________

Χ. Σατσιάς, Ε. Δ.

ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο