ΣΥΜΕΩΝ ΠΑΠΑΣΥΜΕΩΝ ν. ΠΑΤΕΡ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2631 / 2018, 22/5/2026
print
Τίτλος:
ΣΥΜΕΩΝ ΠΑΠΑΣΥΜΕΩΝ ν. ΠΑΤΕΡ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2631 / 2018, 22/5/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Ενώπιον: Χ. Σατσιά, Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 2631 / 2018

Μεταξύ:

 

ΣΥΜΕΩΝ ΠΑΠΑΣΥΜΕΩΝ

Ενάγοντος

και

 

1.    ΠΑΤΕΡ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ

2.    ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΜΟΡΦΟΥ ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΜΑΣΟΥΡΑΣ

 

Εναγόμενων

 

 

Ημερομηνία: 22 Μαΐου, 2026

 

Εμφανίσεις:

 

Για τον Ενάγοντα:           κος Λ. Λουκαΐδης για Λουκής Γ. Λουκαϊδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε.

Για τους Εναγόμενους:   κα Κ. Ορφανίδου για Ορφανίδης Χριστοφίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

1.         Δια της παρούσης αγωγής ο Ενάγων αξιώνει εναντίον των Εναγόμενων γενικές αποζημιώσεις για τη βίαιη έξωση του από την οικία του, την ταλαιπωρία, ψυχική οδύνη και ταπείνωση η οποία προκλήθηκε από αυτή, ειδικές αποζημιώσεις ύψους €10.000 για χρήματα τα οποία κλάπηκαν και για αντικείμενα τα οποία καταστράφηκαν κατά την εν λόγω έξωση, καθώς και τιμωρητικές αποζημιώσεις, επειδή οι Εναγόμενοι καίτοι ιερείς, ενήργησαν κατά τρόπο που δεν συνάδει με την ιερή τους αποστολή.

 

Β. ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

 

2.         Στην Έκθεση Απαίτησης δικογραφείται μεταξύ άλλων, ότι ο Ενάγων είναι ιατρός και κατοικεί από το 1983 σε οικία στο χωριό Ορούντα η οποία ανήκει στους Εναγόμενους (εφεξής «Σπίτι» ή «Κατοικία»). Μετά την τουρκική εισβολή ο πατέρας του Ενάγοντος, ο οποίος ήταν ιερέας αποτάθηκε στη Μητρόπολη Μόρφου για βοήθεια. Η Μητρόπολη τους παρείχε γη στην οποία κατασκεύασαν οι ίδιοι το Σπίτι με έξοδα της Μητρόπολης ώστε να κατοικήσει εκεί η οικογένεια του Ενάγοντος.

 

3.         Κατόπιν του θανάτου του προηγούμενου Μητροπολίτη Μόρφου και αφού ανέλαβε ως Μητροπολίτης ο Εναγόμενος 2, ενώ αρχικά δέχθηκε την παραμονή της οικογένειας του Ενάγοντος στην Κατοικία όπως ήταν και η επιθυμία του προκατόχου του, αφού πέρασαν λίγα χρόνια και αφού ο πατέρας του Ενάγοντος απεβίωσε, αποφάσισε να τερματίσει αυτή τη διευθέτηση και να ζητήσει από τον Ενάγοντα να παραδώσει την Κατοικία.

 

4.         Ο Εναγόμενος 1 εστάλη από τον Εναγόμενο 2 στο Σπίτι για να εκδιώξει από αυτό δια της βίας τον Ενάγοντα. Ο Εναγόμενος 1, ο οποίος συνοδευόταν από δύο «μπράβους», έσπασε τις πόρτες και τα παράθυρα του σπιτιού και εισήλθε βίαια σε αυτό, αρπάζοντας και ρίχνοντας έξω από αυτό τα περιουσιακά στοιχεία του Ενάγοντος. Παράλληλα κατέστρεφε και τα αντικείμενα του Ενάγοντος και τα έριχνε έξω από το Σπίτι.

 

5.         Ο Εναγόμενος 1 και τα πρόσωπα τα οποία τον συνόδευαν κατά τη διάρκεια του προαναφερόμενου συμβάντος έκλεψαν το ποσό των €5.000 το οποίο ανήκε στον Ενάγοντα και βρισκόταν εντός της Κατοικίας.

 

6.         Η όλη συμπεριφορά του Εναγόμενου 1 ήταν «επιθετική, άγρια και προκλητικά παράνομη». Ο Εναγόμενος 1 δεν επέτρεψε στον Ενάγοντα ή άλλο μέλος της οικογένειάς του να εισέλθουν στο Σπίτι για οποιοδήποτε λόγο αφού το κατέλαβε με τον προαναφερόμενο τρόπο.

 

7.         Συνεπεία της παράνομης συμπεριφοράς και/ή της ενέργειας του Εναγόμενου 1 ο οποίος προέβη σε σύμπραξη με τον Εναγόμενο 2, ο Ενάγων υπέστη ειδικές ζημιές, ήτοι κλάπηκε το ποσό ύψους €5.000 από τον Ενάγοντα κατά το προαναφερόμενο επεισόδιο και καταστράφηκαν τα περιουσιακά του στοιχεία τα οποία ο Εναγόμενος 1 πέταξε στο δρόμο καταστρέφοντας τα. Ο Ενάγων επίσης αξιώνει γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις για τη βίαιη εκδίωξη του από την Κατοικία του.

 

8.         Στην Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι αρνούνται όλους τους ισχυρισμούς του Ενάγοντος. Ο ιδιοκτήτης του ακινήτου στο οποίο βρίσκεται η Κατοικία είναι ο Ιερός Ναός Αποστόλου Λουκά Ορούντας (εφεξής «Ναός»). Η διαχείριση της περιουσίας του εν λόγω Ναού λαμβάνει χώρα από την Εκκλησιαστική Επιτροπή του Ναού (εφεξής «Επιτροπή»). Η Επιτροπή του Ναού ανήγειρε την Κατοικία με σκοπό να τη διαθέτει στον εκάστοτε ιερέα του Ναού και/ή να τη διαχειρίζεται προς όφελος της.

 

9.         Η Επιτροπή παραχώρησε στον πατέρα του Ενάγοντος - πάτερ Μιχαήλ, ο οποίος ήταν ο ιερέας του Ναού, δικαίωμα κατοχής και/ή χρήσης και/ή απόλαυσης της Κατοικίας στην οποία διέμενε μόνος του μέχρι τον θάνατο του στις 15.06.2015. Η πρεσβυτέρα είχε αποβιώσει προηγουμένως.

 

10.      Ο Ενάγων είναι υιός του Πάτερ Μιχαήλ, ιατρός παθολόγος στο επάγγελμα και είναι ιδιοκτήτης και/ή κάτοχος και/ή δικαιούχος άλλης ακίνητης περιουσίας ήτοι δύο κατοικιών εντός του χωριού και/ή άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας. Κατά τον θάνατο του πατέρα του, κατά ή περί την 15.06.2015 ο Ενάγων μονομερώς και παρανόμως ανέλαβε κατοχή της Κατοικίας και επενέβη παράνομα σε αυτή. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της Επιτροπής να παραδώσει κατοχή της Κατοικίας, αυτός αρνείται να το πράξει. Προηγουμένως, επισκεπτόταν μόνο την Κατοικία.

 

11.      Η Επιτροπή ήγειρε εναντίον του Ενάγοντος την αγωγή αρ. 288 / 2018 του Ε.Δ. Λευκωσίας δια της οποίας ζητείται, μεταξύ άλλων, διάταγμα το οποίο να απαγορεύει στον Ενάγοντα να επεμβαίνει παράνομα στο ακίνητο στο οποίο ανεγέρθηκε η Κατοικία, διάταγμα το οποίο να τον διατάσσει να παραδώσει ελεύθερη κατοχή της Κατοικίας καθώς και αποζημιώσεις.

 

12.      Ο Ενάγων μέχρι και σήμερα κατέχει παράνομα την Κατοικία και το ακίνητο, χωρίς όμως να τη χρησιμοποιεί ως την κύρια του κατοικία και αρνείται να την παραδώσει στην Επιτροπή ήτοι στους νόμιμους της ιδιοκτήτες.

 

13.      Αναφέρεται επίσης πως η αγωγή είναι καταχρηστική, καταχωρίστηκε μετά την καταχώριση της αγωγής αρ. 288 / 2018 και υπόκειται σε απόρριψη.

 

14.      Δεν καταχωρίστηκε Απάντηση στην Υπεράσπιση από τον Ενάγοντα.

 

15.      Σημειώνω ότι στην Υπεράσπιση πέραν από την γενική άρνηση δεν δικογραφείται οτιδήποτε σχετικό με το συμβάν το οποίο περιγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης.

 

 

Γ. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΠΡΟΣΑΧΘΗΚΕ

 

16.      Προς απόδειξη της υπόθεσης του Ενάγοντος έδωσε μαρτυρία ο ίδιος (ΜΕ1) καθώς και ο κ. Τεύκρος Οδυσσέως (ΜΕ2). Η υπεράσπιση κλήτευσε μόνο τον Πρωτοκολλητή του Ποινικού Τμήματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας κ. Παναγιώτη Ιωνά (ΜΥ1) για να καταθέσει έγγραφα σχετικά με ιδιωτική ποινική υπόθεση μεταξύ του Ενάγοντος και του Εναγόμενου 1. Δεν προσφέρθηκε άλλη μαρτυρία από τους Εναγόμενους.

 

i.          Σύνοψη Μαρτυρίας ΜΕ1 – Ενάγοντος

 

17.      Ο ΜΕ1 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του κατέθεσε γραπτή δήλωση (Έγγραφο Α) στην οποία εν πολλοίς επαναλαμβάνεται το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης.

 

18.      Προβάλλει τον ισχυρισμό ότι ο Εναγόμενος 2 άλλαξε στάση μετά τον θάνατο του πατέρα του Ενάγοντος και του ζήτησε να παραδώσει το Σπίτι. Ωστόσο, χρησιμοποίησε παράνομα μέσα για να πετύχει τον σκοπό του. Συγκεκριμένα, έστειλε τον Εναγόμενο 1 για να τον εκδιώξει από την Κατοικία δια της βίας.

 

19.      Ο Εναγόμενος 1 συνοδευόμενος από δύο «μπράβους» έσπασε τις πόρτες και τα παράθυρα του Σπιτιού, εισήλθε βίαια εντός αυτού και πέταξε έξω τα περιουσιακά στοιχεία του Ενάγοντα. Κατά την εν λόγω διαδικασία κατέστρεψε αρκετά αντικείμενα από αυτά τα οποία έριξε έξω. Περαιτέρω, μαζί με τους «ανθρώπους του» του έκλεψε το ποσό των €5.000 που του ανήκε και βρισκόταν εντός της Κατοικίας.

 

20.      Η συμπεριφορά του Εναγόμενου 1 έναντι του ήταν επιθετική, άγρια και προκλητικά παράνομη. Αφού κατέλαβε την Κατοικία με τον πιο πάνω τρόπο δεν επέτρεψε ούτε στον Ενάγοντα αλλά ούτε και σε οποιοδήποτε άλλο μέλος της οικογένειας του να εισέλθει σε αυτήν.

 

21.      Αναφέρει ότι βιντεοσκόπησε το συμβάν. Στην ακρόαση για λόγους που επεξηγούνται στο πρακτικό το οποίο τηρήθηκε, δεν κατατέθηκε το βίντεο. Κατατέθηκε ωστόσο ως Τεκμήριο 1 δέσμη αποτελούμενη από 26 φωτογραφίες – εκτυπώσεις στιγμιότυπων από το βίντεο οι οποίες αριθμήθηκαν κατά την ακρόαση (1.1  μέχρι 1.26).

 

22.      Σε αρκετές από τις φωτογραφίες στο Τεκμήριο 1  φαίνεται ο Εναγόμενος 1 να μεταφέρει έξω από ένα σπίτι διάφορα αντικείμενα όπως βιβλία, ρούχα, στρώμα, κουβέρτες, χαλιά, μέρη κρεβατιού, ανεμιστήρα και έπιπλα (π.χ. φωτ. 1.1 – 1.6, 1.20 – 1.21, 1.24). Στη φωτογραφία 1.10 φαίνονται σε ένα άδειο οικόπεδο τοποθετημένα διάφορα έπιπλα, όπως καρέκλες, τραπέζια, ντουλάπες, ένα ψυγείο, βιβλία τοποθετημένα σε στοίβες πάνω σε τραπέζια, σεντόνια και ράφια. Στη φωτογραφία 1.17 φαίνονται επιπρόσθετα και μία τηλεόραση τοποθετημένη πάνω σε ένα τραπεζάκι καθώς και κρεβάτια περιλαμβανομένων των στρωμάτων. Το άδειο οικόπεδο στο οποίο είναι τοποθετημένα τα προαναφερόμενα αντικείμενα βρίσκεται απέναντι από μία εκκλησία. Στη φωτογραφία 1.18 φαίνεται μια πινακίδα αναρτημένη σε καγκελόπορτα η οποία αναφέρει «ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΑΔΕΙΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΚΤΗΤΗ». Στη φωτογραφία 1.19 φαίνεται το παράθυρο του μπάνιου από το οποίο κατά τον ισχυρισμό του Ενάγοντος εξασφάλισαν είσοδο εντός της Κατοικίας ο Εναγόμενος 1 και τα πρόσωπα τα οποία τον συνόδευαν. Φαίνεται ότι στο παράθυρο είχαν αφαιρεθεί τα φύλα γυαλιού.

 

23.      Ο Εναγόμενος 1, συμπράττοντας με τον Εναγόμενο 2, ενήργησαν παράνομα χωρίς Δικαστικό Διάταγμα. Λόγω της παράνομης συμπεριφοράς τους ο Ενάγων υπέστη ειδικές ζημιές ύψους €10.000. Οι €5.000 αντιστοιχούν στο ποσό το οποίο κλάπηκε κατά την επιχείρηση του Εναγόμενου 1 και των ανθρώπων του και το υπόλοιπο ποσό αντιστοιχεί στη αξία της κινητής περιουσίας του Ενάγοντος η οποία καταστράφηκε ή υπέστη ανεπανόρθωτη ζημιά όταν ο Εναγόμενος 1 τα πέταξε στο δημόσιο δρόμο. Αξιώνει επίσης γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις.

 

24.      Κατά την κυρίως εξέταση του επίσης διευκρίνισε ότι έξω από το Σπίτι υπήρχαν περίπου 10 – 15 πρόσωπα. Του είχε τηλεφωνήσει ένας γείτονας του και τον ενημέρωσε ότι ο ιερέας – Εναγόμενος 1 βρίσκεται εντός της Κατοικίας και βγάζει έξω τα πράγματα του. Ο ίδιος στην αρχή δεν το πίστεψε. Εξεπλάγην όταν αντίκρισε τον Εναγόμενο 1 μαζί με δύο «μπράβους» να μπαινοβγαίνουν στο Σπίτι του.

 

25.      Έβγαζαν έξω στο δρόμο, μεταξύ άλλων, τα εσώρουχα του, ξύλα από τα κρεβάτια, τα βιβλία του, τα ρούχα του, τα ράσα του πατέρα του, τα τραπέζια και το ψυγείο. Ένας συγχωριανός του διαμαρτυρήθηκε και ο Εναγόμενος 1 τον ερώτησε «αντί να έρθεις να βοηθήσεις φωνάζεις;».

 

26.      Το ψυγείο του είχε σπάσει, το γκάζι και η τηλεόραση το ίδιο. Ο Εναγόμενος 1 έκλεψε ένα σταυρό του πατέρα του τον οποίο του είχε δώσει ο Δεσπότης όταν έγινε Σακελλάριος. Τον προειδοποίησε ότι είχε χρήματα μέσα στο σπίτι και του ανέφερε πως αν έχει χρήματα θα είναι εκεί πέρα και θα τα πάρει (εννοώντας το σημείο στο οποίο τοποθετούνταν τα διάφορα αντικείμενα του Ενάγοντος). Όταν μπήκε στο Σπίτι με τον Αστυνομικό τα χρήματα έλειπαν.

 

27.      Στο χώρο είχε μεταβεί ένας Αστυνομικός με τον οποίο μπήκε στο Σπίτι αφού ο Εναγόμενος 1 δεν τον άφηνε.  Σταμάτησαν να ρίχνουν πράγματα έξω από το Σπίτι μόνο όταν είχε μεταβεί η Αστυνομία στο χώρο. Ο Εναγόμενος 1 είχε τοποθετήσει πάνω στο κάγκελο ανακοίνωση ότι απαγορεύεται η είσοδος εκτός από τον ιδιοκτήτη.

 

28.      Κατά την εκτίμηση του, μπήκαν μέσα στο Σπίτι με το να σπάσουν τα τζάμια του αποχωρητηρίου. Θεωρεί ότι πρώτος εισήλθε στο Σπίτι κάποιος λεπτόσωμος, σίγουρα όχι ο Εναγόμενος 1, και πρέπει να άνοιξε την μπροστινή πόρτα μέσα από το Σπίτι. Εξήγησε ότι πρώτα προσπάθησαν να σπάσουν την πόρτα της κουζίνας και δεν τα κατάφεραν, ακολούθως το παράθυρο του υπνοδωματίου και στο τέλος βρήκαν τη λύση με το τζάμι του αποχωρητηρίου.

 

29.      Ανέφερε ότι ο «Λοχίας ο Αλέξης» ρώτησε τον Εναγόμενο 1 αν πίσω από το περιστατικό βρίσκεται κάποιος άλλος ή αν είναι από μόνος του που πήρε την πρωτοβουλία και η απάντηση που έδωσε ο Εναγόμενος 1 είναι ότι «ποτέ δεν ενεργώ κάτι από μόνος μου εάν δεν πάω να πάρω ευλογία από τον Πανιερώτατο Μόρφου».

 

30.      Κανείς δεν τον αποζημίωσε. Του ανέφεραν ότι πρέπει να φύγει από το Σπίτι καθότι ανήκει στη Μητρόπολη. Το οικόπεδο το παραχώρησε ο τότε Μητροπολίτης Μόρφου Χρύσανθος στον πατέρα του Ενάγοντα. Ο Ενάγων ανέφερε ότι το Σπίτι το έκτισαν με τα ίδια τους τα χέρια ο ίδιος μαζί με τον πατέρα του και έναν οικοδόμο. Όταν απεβίωσε ο πατέρας του, ο Εναγόμενος 2 τον έδιωξε από το ψαλτήρι της εκκλησίας καθώς και από τα ψαλτήρια ολόκληρης της ενορίας. Μάλιστα, έβαζε τον Εναγόμενο 1 να φωνάζει κατά τη διάρκεια της λειτουργίας να του παίρνουν το βιβλίο διότι δήθεν δεν ψέλνει καλά. Όταν αποτάθηκε στον Εναγόμενο 2 για να ζητήσει εξηγήσεις του είπε πως ο λόγος για αυτό είναι ότι κατέχει το Σπίτι, ωστόσο του ανέφερε ότι δεν θα τον πετάξουν στο δρόμο. Ο Ενάγων έφυγε ικανοποιημένος ότι όλα θα κυλήσουν ομαλά. Δεν το πίστευε ότι θα γινόταν τέτοιο πράγμα,  αναφερόμενος στο επίδικο συμβάν.

 

31.      Ανέφερε ότι εγέρθηκε εναντίον του αγωγή, ότι ο ίδιος άσκησε ιδιωτική ποινική δίωξη εναντίον του Εναγόμενου 1 αλλά αθωώθηκε και ότι ο Εναγόμενος 1 άσκησε ποινική δίωξη εναντίον του αλλά εν τέλει αυτή αναστάλθηκε.

 

32.      Κατά την αντεξέταση του ερωτήθηκε εάν είναι ιδιοκτήτης άλλων σπιτιών και ο Ενάγων απάντησε ότι είναι ιδιοκτήτης ορισμένων σπιτιών από πλιθάρι στην Ορούντα τα οποία όμως δεν είναι σε κατοικήσιμη κατάσταση. Σε αυτά διατηρούνταν ζώα προηγουμένως. Ο Ενάγων αρνήθηκε την υποβολή ότι είναι ευκατάστατος και θα μπορούσε να μείνει αλλού. Ανέφερε κατά τρόπο έντονο ότι δεν είναι αυτό το θέμα το οποίο εκδικάζεται εν προκειμένω. Αυτό το οποίο δικάζεται είναι ότι ο Εναγόμενος 1 μπήκε με θράσος και βίαιο τρόπο στο Σπίτι και του συμπεριφέρθηκε «σαν να είναι Τούρκος» καταστρέφοντας τα υπάρχοντα του. Λύσσαξαν να τον κατασπαράξουν, ανέφερε.

 

33.      Δέχθηκε ότι του ζητήθηκε να εγκαταλείψει το Σπίτι, ότι εξακολουθεί να διαμένει σε αυτό και πρόσθεσε ότι επειδή δεν έχει που να πάει προέβη σε πρόταση στη Μητρόπολη να καταβάλλει ενοίκιο ωστόσο αυτή απορρίφθηκε.

 

34.      Αντεξετάστηκε σε σχέση με το ιδιοκτησιακό καθεστώς της Κατοικίας και για το δικαίωμα του ιδίου να διαμένει σε αυτήν. Προωθήθηκε η θέση από την Υπεράσπιση ότι η Κατοικία ανεγέρθηκε για να διαμένει εντός αυτής ο εκάστοτε ιερέας της εκκλησίας του Αποστόλου Λουκά με την οικογένεια του. Ο Ενάγων αρνήθηκε ότι αυτός ήταν ο σκοπός της ανέγερσης της Κατοικίας. Θεωρεί ότι έχει δικαίωμα να διαμένει στην Κατοικία ως μέλος οικογένειας του τέως ιερέα της Εκκλησίας του Αποστόλου Λουκά, επανέλαβε αρκετές φορές ότι είναι πρόσφυγας και δεν έχει που αλλού να μείνει και ότι είναι διατεθειμένος να πληρώνει ενοίκιο.

 

35.      Αναγνώρισε επιστολή την οποία του απέστειλαν οι δικηγόροι της Εκκλησιαστικής Επιτροπής του Ναού ημερομηνίας 19.04.2017 με την οποία τον καλούσαν να παραδώσει ελεύθερη και κενή κατοχή της Κατοικίας (Τεκμήριο 2) καθώς και αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής του Ε.Δ. Λευκωσίας με αρ. 288/18 η οποία κινήθηκε εναντίον του από την Εκκλησιαστική Επιτροπή του Ναού (Τεκμήριο 3). Ο Ενάγων απέρριψε τον ισχυρισμό ότι η παρούσα αγωγή είναι εκδικητική διότι καταχωρίστηκε μετά την αγωγή αρ. 288 / 18.

36.      Σε σχέση με την ποινική υπόθεση η οποία καταχωρίστηκε εναντίον του Εναγόμενου 1, ο Ενάγων ανέφερε ότι ο Γενικός Εισαγγελέας ανέστειλε την ποινική δίωξη εναντίον του Εναγόμενου 1 και γι’ αυτό τον λόγο αναγκάστηκε να προχωρήσει με ιδιωτική ποινική υπόθεση η οποία εκδικάστηκε και απορρίφθηκε «κατά παράλογο μηχανισμό».

 

37.      Την ημέρα που έλαβαν χώρα τα επίδικα γεγονότα, ο Ενάγων ανέφερε ότι βρισκόταν στο ιατρείο του από τις επτά το πρωί. Το περιστατικό έλαβε χώρα γύρω στις δέκα το πρωί. Του είχε τηλεφωνήσει ο Ανδρέας Παπουτές, ο οποίος διαμένει απέναντι από το Ναό και τον πληροφόρησε ότι ο Εναγόμενος 1 έβγαζε τα πράγματα του έξω από το Σπίτι. Όταν μετέβη στο χώρο, διαπίστωσε ότι ο Εναγόμενος 1 βρισκόταν μέσα στο Σπίτι μαζί με δύο άλλα πρόσωπα. Στάθμευσε το αυτοκίνητο του δίπλα από το κάγκελο στο οποίο είχε αναρτηθεί η ανακοίνωση από τον Εναγόμενο 1 και ειδοποίησε την Αστυνομία. Σταμάτησαν να βγάζουν έξω τα πράγματα του μόνο όταν κατέφθασε στο σημείο η Αστυνομία.

 

38.      Δέχθηκε ότι δεν είδε τον Εναγόμενο 2 να σπάζει οτιδήποτε. Διερωτήθηκε όμως πως μπορεί να έσπασαν τα αντικείμενα τα οποία βρήκε σπασμένα όταν τελικά κατάφερε να εισέλθει στο Σπίτι, όπως π.χ. τον χαρτοφύλακα του πατέρα του. Μόνο ο Εναγόμενος 1 ήταν μέσα σε αυτό μαζί με τους βοηθούς του και δεν μπορεί να έσπασαν μόνα τους τα διάφορα πράγματα.

 

39.      Παραδέχθηκε επίσης ότι δεν έχει αποδείξεις στην κατοχή του. Εξήγησε ότι τα μετρητά ήταν σε ένα φάκελο μέσα σε μαξιλάρια τα οποία είχαν τοποθετηθεί στο δρόμο. Όταν γύρεψε μέσα σε αυτά δεν τα εντόπισε. Ούτε έχει οποιαδήποτε απόδειξη πως είχε €5.000 σε μετρητά κρυμμένα στο Σπίτι.

 

40.      Απαντώντας σε σχετική υποβολή, επέμεινε ότι εισήλθαν στο Σπίτι από το παράθυρο του μπάνιου. Σε υποβολή ότι δεν υπήρχε βίαιη έξωση αφού ακόμα διαμένει στο Σπίτι ο Ενάγων διερωτήθηκε τι μπορεί να ήταν το εν λόγω περιστατικό αφού του πέταξαν έξω τα πράγματα του.

 

41.      Επίσης, αντεξεταζόμενος σε σχέση με την εμπλοκή του Εναγόμενου 2, ο Ενάγων παραδέχθηκε ότι δεν άκουσε προσωπικά τον Εναγόμενο 1 να αναφέρει ότι ενεργεί «με τις ευλογίες» του Εναγόμενου 2. Πρόσθεσε ότι για τον Μητροπολίτη – Εναγόμενο 2 «δεν έχω να εκφέρω γνώμη, παρά μόνο είπα αυτά που άκουσα από τον Λοχία Αλέξη, αν δεν κάνω λάθος είναι το νούμερο 1010».

 

42.      Τέλος, απέρριψε την υποβολή ότι δεν απέδειξε καμία εκ των ζημιών που απαιτεί.

 

 

 

ii.         Σύνοψη Μαρτυρίας ΜΕ2

 

43.      Ο  ΜΕ2 κατά την κυρίως εξέταση  του υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης η οποία κατατέθηκε ως Έγγραφο  Β. Ο ΜΕ2 είναι γαμπρός του Ενάγοντος. Στις 30.11.2017 περί τις 10:00 π.μ. βρισκόταν στο σπίτι του στη Λευκωσία και του τηλεφώνησε ο Ενάγων. Του ανέφερε ότι εισήλθαν στο Σπίτι ο Εναγόμενος 1 μαζί με δύο μπράβους και ότι έριχναν τα πράγματα του έξω. Δεν ήξερε τι να κάνει, ήταν μόνος του και του ζήτησε να μεταβεί στο χώρο. Αμέσως ξεκίνησε για να πάει στην Ορούντα.

 

44.      Όταν έφτασε εκεί είδε τον Ενάγοντα ο οποίος ήταν φοβισμένος να αναφέρει στον Εναγόμενο 1 ότι τραβούσε βίντεο και θα το δημοσίευε για να δουν όλοι ότι διέρρηξε το Σπίτι του. Συγχρόνως, είδε στο δρόμο και στο διπλανό οικόπεδο πεταμένα τα πράγματα του Ενάγοντος. Είδε το ψυγείο, γκάζι, τηλεόραση, βιβλία και καρέκλες του καθιστικού. Ο Εναγόμενος 1 μπαινόβγαινε στο Σπίτι από τη κύρια είσοδο και έριχνε στο δρόμο ένα κρεβάτι, κουρτινόξυλα, στρώματα, προσωπικά είδη και ρούχα του Ενάγοντος.

 

45.      Υπήρχαν περίπου είκοσι άτομα. Στο κάγκελο του Σπιτιού είχε τοποθετηθεί μια αλυσίδα και αναρτήθηκε μια επιγραφή η οποία ανέφερε «Απαγορεύεται η είσοδος». Ήταν φανερό ότι τοποθετήθηκαν από τα πρόσωπα τα οποία επενέβησαν στο Σπίτι.

 

46.      Όταν τέλειωσε ο Εναγόμενος 1 κάθισε μέσα  από  τα κάγκελα του  Σπιτιού. Ο ΜΕ2 και ο Ενάγων ήταν έξω και περίμεναν την Αστυνομία να έρθει. Όταν ήρθε ο  αστυνομικός Αλέξης ρώτησε τον Εναγόμενο 1 «Πάτερ τι είναι αυτά που κάνεις; Είναι ποινικό αδίκημα και μπορεί να πάεις φυλακή. Μόνος σου  έκανες αυτό το πράγμα;» Ο Εναγόμενος 1 αρνήθηκε να απαντήσει στην αρχή αλλά απάντησε μετά «Δεν κάνω τίποτε αν δεν πάρω την ευλογία του Πανιερώτατου». Ο Εναγόμενος 1 αρνείτο να ανοίξει στην Αστυνομία για να μπει στο Σπίτι. Μόνο όταν ο αστυνομικός πήρε τηλέφωνο τον Εναγόμενο 2 επιτράπηκε η είσοδος στην Αστυνομία και τους έδωσε οδηγίες να μεταφέρουν τα έπιπλα πίσω στο Σπίτι.

 

47.      Η ιδιωτική ποινική δίωξη την οποία άσκησε ο Ενάγων απορρίφθηκε χωρίς να δώσει αιτιολογία ο Δικαστής. Απλώς είπε ότι δεν πιστεύει τους μάρτυρες. Ο ΜΕ2 πιστεύει ότι η ποινική δίωξη δεν πέτυχε διότι «είναι αποτέλεσμα πιέσεων από το Μητροπολίτη μέσω του Γενικού Εισαγγελέα».

 

48.      Κατά την αντεξέταση του διευκρίνισε, μεταξύ άλλων, ότι δεν είδε τον Εναγόμενο 1 να σπάζει οποιαδήποτε αντικείμενα του Ενάγοντος. Υποβλήθηκε ότι δεν έσπασε τίποτε ο Εναγόμενος 1. Ο ΜΕ2 απέρριψε την υποβολή υποστηρίζοντας ότι είχε σπάσει το ψυγείο, τον αποκωδικοποιητή καθώς και την τηλεόραση. Μάλιστα ανέφερε ότι επιδιόρθωσε ο ίδιος την τηλεόραση, έφερε στον Ενάγοντα καινούριο αποκωδικοποιητή για να μπορεί να βλέπει τηλεόραση και γενικά ότι τον βοήθησε να μεταφέρει τα πράγματα μέσα στην Κατοικία και συναρμολογήσει τα κρεβάτια. Διερωτήθηκε ποιος άλλος μπορεί να τα έβγαλε όλα τα υπάρχοντα του Ενάγοντος στο δρόμο αφού ο ίδιος είδε τον Εναγόμενο 1 να τα μεταφέρει έξω στο δρόμο.

 

49.      Σε σχέση με την απόφαση στην ποινική υπόθεση ανέφερε ότι δεν την διάβασε αλλά θεωρεί ότι είναι αποτέλεσμα διαφθοράς. Υποβλήθηκε επίσης ότι επινόησε τα όσα αναφέρει πως δήθεν άκουσε τον Εναγόμενο 1 να εμπλέκει τον Εναγόμενο 2.

 

50.      Όταν υποβλήθηκε πως ήρθε στο Δικαστήριο για να βοηθήσει την υπόθεση του κουνιάδου του ανέφερε ότι ήρθε για να πει την αλήθεια «για να σταματήσει πλέον αυτή η διαφθορά που υπάρχει μέσα στην Κύπρο και καθημερινώς τα βλέπουμε στην τηλεόραση».

 

iii.        Μαρτυρία ΜΥ

 

51.      Η υπεράσπιση κάλεσε τον κ. Παναγιώτη Ιωνά Πρωτοκολλητή στο Τμήμα Ποινικών Υποθέσεων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ο οποίος κατέθεσε πιστά αντίγραφα του κατηγορητηρίου στην ιδιωτική ποινική υπόθεση αρ. 2483 / 2018 (Τεκμήριο 4) και της απόφασης του Δικαστηρίου στην εν λόγω υπόθεση, ημερομηνίας 06.08.2021 (Τεκμήριο 5). Ο ΜΥ δεν αντεξετάστηκε από το συνήγορο του Ενάγοντος.

 

Δ.  ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ

 

52.      Αφού συνοψίσθηκε η προσκομισθείσα μαρτυρία προχωρώ με την αξιολόγηση της. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας λαμβάνει χώρα προκειμένου να προβεί το Δικαστήριο σε ευρήματα αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και στη συνέχεια στηριζόμενο σε αυτά να εξετάσει εάν ο διάδικος ο οποίος φέρει το βάρος της απόδειξης το έχει αποσείσει στον απαιτούμενο βαθμό. Ζητήματα αξιοπιστίας εγείρονται όταν υπάρχουν δύο διιστάμενες εκδοχές και το δικαστήριο θα πρέπει να επιλέξει μια από τις δύο (Wynne Barry v. David Costaki Mavronicola (2009) 1 ΑΑΔ 1138).  Η αξιοπιστία αποτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως του βάρους απόδειξης.

 

53.      Επισημαίνεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας περιορίζεται στην έκταση των αμφισβητούμενων γεγονότων τα οποία προκύπτουν και δεν επεκτείνεται σε θέματα τα οποία δεν δικογραφούνται, ή σε θέματα τα οποία εγείρονται για πρώτη φορά είτε μέσω της μαρτυρίας είτε μέσω των αγορεύσεων των συνηγόρων των διαδίκων.  Οποιοδήποτε μέρος της μαρτυρίας που δεν καλύπτεται από τις έγγραφες προτάσεις ή δεν είναι σχετικό με τα επίδικα θέματα δεν λαμβάνεται υπόψη  (Γεώργιου Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investment Services Ltd) (1991) 1 Α.Α.Δ. 24, Πηλίνα ν. Pascal Education Ltd, Πολ. Εφ. 222 / 2015, 22.11.2023).

54.      Η δε μαρτυρία η οποία κατατίθεται έστω και χωρίς ένσταση και η οποία εν τέλει διαφαίνεται ότι δεν αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία θα πρέπει να αγνοείται κατά την τελική κρίση του Δικαστηρίου (Μελάς v. Κυριάκου (2003) 1 Α.Α.Δ. 826, DEMARI KRONOS LIMITED v. MICHAEL LESLIE GRAY κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 264/2014, 22/2/2023, ECLI:CY:AD:2023:A62).

 

55.      Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η εντύπωση την οποία αφήνει ο μάρτυρας στο δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής, είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας (C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999) 1 Α.Α.Δ. 1273). Παρακολούθησα, μεταξύ άλλων, την εμφάνιση και συμπεριφορά των μαρτύρων ενόσω καταθέταν, τις αντιδράσεις τους, κατά πόσο δηλαδή ήταν φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, την αμεσότητα και αυθορμητισμό κατά την κατάθεση τους και το κατά πόσον υπεκφεύγαν.

 

56.      Η συμπεριφορά ενός μάρτυρα κατά την προφορική του μαρτυρία μπορεί αφενός να προσδώσει θετικότητα στη μαρτυρία του αλλά δεν μπορεί να αποτελέσει τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας τους (C & A Pelecanos Associates Ltd,  ανωτέρω, Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάννου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και με βάση τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία (Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506).

 

57.      Περαιτέρω, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές. Οι εκατέρωθεν θέσεις των μαρτύρων έχουν τύχει αντιπαραβολής με την πραγματική μαρτυρία, η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

58.      Ειδικότερα, το Δικαστήριο επικεντρώνεται εξ αντικειμένου σε άλλους νομολογιακά αναγνωρισμένους παράγοντες οι οποίοι είναι εξίσου σημαντικοί, αν όχι πιο σημαντικοί, όπως την πληρότητα και σαφήνεια και αμεσότητα στον τρόπο περιγραφής των γεγονότων την ύπαρξη γενικών και αορίστων αναφορών, υπεκφυγών ή ουσιωδών αντιφάσεων ή υπερβολών στη σχετική μαρτυρία,  αλλά και την γενικότερη λογικοφάνεια της εκδοχής που προβάλλεται καθώς και την ύπαρξη ή την απουσία οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος του προσώπου που προσκομίζει την μαρτυρία (Ζερβού ν. Ζερβού (2011) 1 ΑΑΔ 2192,  Ομήρου ανωτέρω, Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση 185/2012, 19/04/2018, ECLI:CY:AD:2018:A179).

 

59.      Το Δικαστήριο προχωρεί με προσοχή στην αξιολόγηση της μαρτυρίας με αντιπαραβολή των θέσεων των διαδίκων αλλά και των τεκμηρίων που κατατέθηκαν στη διαδικασία και το περιεχόμενο, η πειστικότητα και η ποιότητα της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων ενώ υπόκειται και στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας (Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ 1056,  Χριστοφίνης ν. Φραντζή, Πολ. Έφ. 328/2011, ημερ. 31.05.2017, ECLI:CY:AD:2017:A202,   Παναγιώτης Νεοκλέους ν. Κώστα Θεοδότου, Πολ. Εφ. 40 / 2014, 08.06.2022)

 

60.      Έχει νομολογηθεί ότι για να καταστραφεί η αξιοπιστία ενός μάρτυρα, οι αντιφάσεις πρέπει να είναι ουσιαστικές. Αντιφάσεις σε λεπτομέρειες μπορεί να θεωρηθεί ότι ενισχύουν την φιλαλήθεια ενός μάρτυρα καθότι δείχνουν πως δεν υπάρχει προσχεδιασμός στην εκδοχή του (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 320). Πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι οι υποβολές αφ’ εαυτού δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν μετέωροι ισχυρισμοί (Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 640).

 

61.      Επισημαίνω επίσης ότι το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (Φάρμα Ρένος Χ"Ιωάννου Δημοσια Εταιρεία Λτδ ν. Χίννη (2012) 1(Β) ΑΑΔ 1331, ΧΡΙΣΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ v. ΑΝΤΩΝΗ ΑΝΔΡΕΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. 158/2013, 26/10/2022, ECLI:CY:AD:2022:A403).

 

62.      Σημειώνεται ακόμα ότι ο γενικός κανόνας είναι ότι η παράλειψη αντεξέτασης μάρτυρα σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του και της εκδοχής την οποία προωθεί, παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη ως αποδοχή των ισχυρισμών της αντίδικης πλευράς στα σημεία τα οποία είχαν τεθεί στην κυρίως εξέταση (ίδετε Ηλιάδης & Σάντης, Το Δίκαιο της Απόδειξης, 1η έκδοση, σελ. 720, Frederickou Schools Co. Ltd κ.α. v. Acuac Inc (2002) 1 ΑΑΔ 1527).

 

i.            Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΕ1 – Ενάγοντος

 

63.      Η μαρτυρία του Ενάγοντος αναφορικά με το επίδικο περιστατικό σε μεγάλο βαθμό δεν είχε αμφισβητηθεί. Φαινόταν συναισθηματικά φορτισμένος καθ’ όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του, ενίοτε ήταν έντονος, νευρικός και σε ορισμένα σημεία υπερβολικός. Ενώ είχε την τάση να αναφέρεται σε ζητήματα μη σχετικά με την υπόθεση, όταν ερωτάτο για ζητήματα τα οποία ο ίδιος δεν θεωρούσε σχετικά αντιδρούσε (π.χ. σελ. 16, γραμμή 20 και εντεύθεν πρακτικών ημερ. 19.11.2025).

 

64.      Ωστόσο, ήταν σταθερός σε σχέση με τα ουσιώδη ζητήματα της υπόθεσης. Γενικά θεωρώ ότι ήταν ειλικρινής και μετέφερε στο Δικαστήριο το πώς βίωσε το επίδικο περιστατικό. Η μαρτυρία του επί αυτού στην ουσία δεν αμφισβητήθηκε, μάλιστα ενισχύθηκε από τις 26 φωτογραφίες οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 1 και επομένως αποδέχομαι ότι: ο Εναγόμενος 1 μαζί με δύο άλλα πρόσωπα εξασφάλισαν είσοδο στην Κατοικία ενόσω ο Ενάγων βρισκόταν στο ιατρείο του και ότι έπαιρναν διάφορα αντικείμενα, έπιπλα και συσκευές και τα μετέφεραν έξω στο δημόσιο δρόμο ή στο κοντινό άδειο οικόπεδο. Δέχομαι επίσης ότι βρίσκονταν στο χώρο και άλλα πρόσωπα και παρακολουθούσαν τα όσα διαδραματίζονταν. Δέχομαι ότι ο Εναγόμενος 1 ανάρτησε την ανακοίνωση στην καγκελόπορτα της Κατοικίας ότι απαγορεύεται η είσοδος σε αυτήν. Η μαρτυρία του συνάδει και με την πραγματική μαρτυρία η οποία κατατέθηκε, ήτοι τις φωτογραφίες.

 

65.      Δέχομαι επίσης ότι ο Εναγόμενος 1 μαζί με τα δύο πρόσωπα που τον συνόδευαν εξασφάλισαν είσοδο στην Κατοικία από το παράθυρο του μπάνιου σπάζοντας ή αφαιρώντας το γυαλί του. Το συμπέρασμα αυτό υποστηρίζεται και από σχετική φωτογραφία στο Τεκμήριο 1.

 

66.      Δέχομαι επίσης ότι ο Ενάγων εξεπλάγην και ένιωσε ντροπή και ταπείνωση όταν είδε τον Εναγόμενο 1 να βγάζει τα προσωπικά του αντικείμενα έξω από το Σπίτι μπροστά από αριθμό συγχωριανών του οι οποί παρευρίσκονταν στο χώρο. Δέχομαι ότι όντως ένιωσε πως καταδιώκεται και ότι δεν άξιζε τέτοιας συμπεριφοράς.

 

67.      Πρέπει να σημειώσω ότι δεν απαντούσε στις ερωτήσεις σε σχέση με το κατά πόσον ο ίδιος επεμβαίνει παράνομα στην Κατοικία επικαλούμενος την αγωγή της Εκκλησιαστικής Επιτροπής εναντίον του. Ο ίδιος θεωρεί ότι έχει δικαίωμα να διαμένει στην Κατοικία. Ωστόσο, δεν παρουσίασε κάποια σύμβαση ενοικίασης. Προκύπτει ότι είχε χορηγηθεί κάποια άδεια χρήσης / αποκλειστικής κατοχής στον πατέρα του Ενάγοντος η οποία σε κάθε περίπτωση τερματίστηκε όταν στάλθηκε το Τεκμήριο 2 το οποίο τον καλούσε να εγκαταλείψει την Κατοικία και να παραδώσει ελεύθερη κατοχή. Από τη στιγμή που δεν παρουσίασε κάποια σύμβαση ενοικίασης ή κάποια άδεια χρήσης του ίδιου και δεν αμφισβήτησε ότι σε κάθε περίπτωση έλαβε ειδοποίηση ότι πρέπει να εγκαταλείψει το ακίνητο, ο Ενάγων σημαίνει ότι διαμένει στο ακίνητο χωρίς να έχει οποιοδήποτε δικαίωμα διαμονής εντός αυτού και επομένως θεωρείται πλέον ότι επεμβαίνει επί αυτού καίτοι εισήλθε νομίμως στην Κατοικία το 1983 ως οικογένεια του αδειούχου ή/και προσώπου στο οποίο είχε χορηγηθεί δικαίωμα αποκλειστικής κατοχής της Κατοικίας.  

 

68.      Αναφέρεται επίσης ότι ουδόλως αμφισβητήθηκε ότι ο Ενάγων ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο κάτοχος της Κατοικίας. Οι οποιεσδήποτε υποβολές ότι μπορεί να διαμείνει σε άλλο σπίτι παρέμειναν μετέωροι ισχυρισμοί επειδή δεν υποστηρίχθηκαν από την προσκόμιση σχετικής μαρτυρίας. Το ίδιο και το ότι ανέλαβε κατοχή το 2015 όταν απεβίωσε ο Πάτερ Μιχαήλ.

69.       Παραδέχθηκε ότι δεν είδε τον Εναγόμενο 1 να σπάζει οτιδήποτε και αυτό είναι κατά τη θέση μου ένδειξη της ειλικρίνειας και φιλαλήθειας του Ενάγοντος. Δέχομαι ότι κατά την διάρκεια της επιχείρησης του Εναγόμενου 1 έσπασε ο χαρτοφύλακας του πατέρα του. Δέχομαι ότι διάφορα αντικείμενα στο Σπίτι υπέστησαν ζημιές αλλά δεν δέχομαι ότι καταστράφηκαν ολοσχερώς σε σημείο που έπρεπε να αντικατασταθούν για τους λόγους που επεξηγώ σε μεταγενέστερο στάδιο. Δέχομαι όμως ότι έσπασε το γυαλί του μπάνιου και ήταν με αυτόν τον τρόπο που εξασφαλίστηκε η είσοδος του Εναγόμενου 1 στην Κατοικία. Κατατέθηκε σχετική φωτογραφία στην οποία φαίνεται ότι έχουν αφαιρεθεί τα φύλα από γυαλί από ένα σχετικά μικρό άνοιγμα αλλά ικανό να χωρέσει έναν άντρα μεσαίου μεγέθους. Οι δε υποβολές περί του αντιθέτου παρέμειναν μετέωρες εφόσον δεν προσκομίστηκε μαρτυρία προς υποστήριξη των θέσεων οι οποίες προβλήθηκαν από την Υπεράσπιση.

«Κλοπή» ποσού €5.000 σε μετρητά

70.      Παρά τα όσα προαναφέρθηκαν, η μαρτυρία του Ενάγοντος σε σχέση με την ιδιοποίηση του ποσού των €5.000 δεν έπεισε το Δικαστήριο. Στο Έγγραφο Α αναφέρει κατά τρόπο αόριστο και χωρίς να παρέχει τις απαραίτητες λεπτομέρειες οι οποίες ενδεχομένως να προσέδιδαν πειστικότητα στην μαρτυρία επί αυτού, ότι κλάπηκε από τον Εναγόμενο 1 και τους «ανθρώπους του» το ποσό των €5.000 κατά την διάρκεια του συμβάντος.

 

71.      Στη δήλωση του, Έγγραφο Α, δεν αναφέρει συγκεκριμένα που βρίσκονταν τα μετρητά το κατά πόσο γύρεψε στο σημείο που τα είχε τοποθετήσει και δεν τα εντόπισε, το κατά πόσον κατήγγειλε την κλοπή στην Αστυνομία, το κατά πόσον διερευνήθηκε αυτός ο πολύ σοβαρός ισχυρισμός από την Αστυνομία π.χ. λήφθηκαν δακτυλικά αποτυπώματα για να διαπιστωθεί εάν είχε αγγίξει κάποιος άλλος το σημείο όπου ήταν κρυμμένα τα χρήματα; Πρόκειται για ένα μεγάλο ποσό σε μετρητά και αναμένεται από κάποιον ο οποίος τα έχασε να μπορεί να δώσει λεπτομέρειες ως προς το πόσα χαρτονομίσματα υπήρχαν, εάν ή και πως ήταν δεμένα μαζί και γενικά πως ήταν αποθηκευμένα.

 

72.      Ούτε και έδωσε κάποιο λόγο γιατί ενδεχομένως να μην θυμόταν επακριβώς που είχε φυλάξει τα χρήματα. Αντιθέτως, ήταν απόλυτος ότι κλάπηκαν χωρίς όμως να παρέχει τις απαραίτητες λεπτομέρειες που θα μπορούσαν να καταστήσουν τη θέση του πειστική. Στην ουσία προέβαλε έναν ισχυρισμό υπό μορφή συμπεράσματος, αστήρικτο και απογυμνωμένο από τα γεγονότα και λεπτομέρειες οι οποίες αποτελούν το μαρτυρικό υπόβαθρο για την εξαγωγή του.

 

73.      Πέραν των προαναφερόμενων, δεν ήταν σταθερός και διακρίνονται κάποιες αντιφάσεις κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του επί αυτού του ζητήματος και ειδικότερα σε σχέση με το που βρίσκονταν αυτά τα χρήματα. Στην σελ. 9 των πρακτικών 19.11.2025, γραμμή 15, αναφέρει σε σχέση με τα μετρητά ότι «όταν μπήκα στο σπίτι με τον Αστυνομικό έλειπαν» αφήνοντας να νοηθεί ότι τα μετρητά ανέμενε να τα εντοπίσει εντός της Κατοικίας.

 

74.      Κατά την αντεξέταση του όταν ερωτήθηκε για αυτό το ζήτημα απάντησε ότι «ήταν έξω στο δρόμο τα μαξιλάρια και μέσα δεν υπήρχε τίποτε» εξηγώντας ότι τα μετρητά ήταν σε φάκελο μέσα σε «μαξιλάρια» και εν τέλει ότι ήταν μέσα «στο μαξιλάρι μέσα σε φάκελο» (σελ. 31 πρακτικού 19.11.2025, γραμμή 29 και σελ. 32 γραμμή 15). Σε αυτό το σημείο εντοπίζεται  κάποια αντίφαση στη μαρτυρία του Ενάγοντος σε σχέση με το που βρίσκονταν τα μετρητά. Αφενός, ανέμενε να τα εντοπίσει εντός της Κατοικίας, ενώ ακολούθως μεταβάλλει την εκδοχή του αναφέροντας ότι γύρεψε μέσα σε μαξιλάρια (χρήση πληθυντικού) και εν τέλει ότι ήταν μέσα σε φάκελο σε ένα μαξιλάρι (χρήση ενικού). Επίσης, προέβαλε ότι αντικείμενα όπως μαξιλάρια, στρώματα, κρεβάτια είχαν μετακινηθεί από το Σπίτι στο δρόμο και στο παρακείμενο οικόπεδο και συνεπώς δεν θα είχε νόημα να γύρευε τα χρήματα εντός της Κατοικίας ως ανέφερε.

 

75.      Παράλληλα, δεν προσκόμισε μαρτυρία σε σχέση την προέλευση των χρημάτων αυτών ώστε να μπορέσει να πείσει ότι διατηρούσε μετρητά εντός του Σπιτιού π.χ. να αναφέρει ότι προέβη σε ανάληψη ή αναλήψεις ή ότι φυλάσσει τα μετρητά που λαμβάνει στο πλαίσιο της εργασίας του στο Σπίτι. Η όλη του εκδοχή δεν συνάδει με την ανθρώπινη εμπειρία. Αναμένεται να μπορούν να δοθούν πιο συγκεκριμένες πληροφορίες σε σχέση με ένα τόσο μεγάλο ποσό.

 

76.      Κατά συνέπεια, δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του σε σχέση με την απώλεια του ποσού των €5.000 σε μετρητά για να εξαγάγω οποιοδήποτε εύρημα επί του ζητήματος αυτού.

 

Καταστροφή Αντικειμένων

 

77.      Η μαρτυρία του επίσης σε σχέση με τα αντικείμενα τα οποία καταστράφηκαν ήταν αόριστη, ασαφής και ατεκμηρίωτη. Υπάρχει ένα κενό στη μαρτυρία του Ενάγοντος σε σχέση με τις ζημιές οι οποίες κατά τον ισχυρισμό του έλαβαν χώρα. Δεν προσκομίστηκε ούτε και μία απόδειξη σε σχέση με επισκευή ή αντικατάσταση αντικειμένων, ενώ για παράδειγμα για το ψυγείο ανέφερε κατά την αντεξέταση του «ελάτε σπίτι μου να σας δείξω το ψυγείο μου» (σελ. 31, γραμμή 18, πρακτικά 19.11.2025) αφήνοντας να νοηθεί ότι αρκετά χρόνια μετά το συμβάν ακόμα χρησιμοποιεί το ψυγείο. Αυτό σημαίνει ότι δεν έχει καταστραφεί ολοσχερώς ως ισχυρίστηκε σε άλλο σημείο. Αν έχρηζε δε κάποιας επισκευής μπορούσε να προσκομίσει μαρτυρία σε σχέση με αυτό.

 

78.      Δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε απόδειξη σε σχέση με αγορά νέων επίπλων, τηλεόρασης ή συσκευών. Προσκόμισε φωτογραφία ενός χαρτοφύλακα ο οποίος φαίνεται να είναι κατεστραμμένος καθώς και φωτογραφίες στις οποίες φαίνονται μέρη μιας πόρτας ή διάφορα ξύλα  - ή δοκούς («παραστατό») κάποιας πόρτας ωστόσο δεν έδωσε επαρκή, σαφή και πειστική μαρτυρία για τις καταστροφές των διαφόρων αντικειμένων που βρίσκονταν εντός της Κατοικίας για τις οποίες αξιώνει αποζημιώσεις. Αντιλαμβάνομαι ότι δεν βοήθησε η συναισθηματική  του φόρτιση κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του, ωστόσο αναμενόταν να είναι σε θέση να προσκομίσει αποδείξεις ή να αναφέρει περισσότερες λεπτομέρειες ως προς τα αντικείμενα τα οποία επισκεύασε ή αντικατέστησε.

 

79.      Επομένως, δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του για να εξαγάγω εύρημα περί καταστροφής αντικειμένων του Ενάγοντος τα οποία βρίσκονταν εντός της Κατοικίας και/ή μεταφέρθηκαν έξω από τον Εναγόμενο 1. Δέχομαι όμως ότι καταστράφηκαν ο χαρτοφύλακας του πατέρα του, ο αποκωδικοποιητής του (διότι το ανέφερε ο ΜΕ2 και δεν αμφισβητήθηκε ουσιωδώς), ως επίσης και το παράθυρο του μπάνιου. Δέχομαι ότι δημιουργήθηκε ακαταστασία και ότι ορισμένα αντικείμενα υπέστησαν ζημιές αλλά όχι ότι καταστράφηκαν (εκτός από τα προαναφερόμενα).

 

 

Η εμπλοκή του Εναγόμενου 2 – εξ ακοής μαρτυρία

 

80.      Δεν αποδέχομαι επίσης ότι ήταν ο Εναγόμενος 2 ο οποίος έδωσε οδηγίες στον Εναγόμενο 1 να προβεί στην έξωση του. Ο Ενάγων κατά την αντεξέταση του ήταν ειλικρινής σε σχέση με αυτό το ζήτημα αναφέροντας ότι δεν μπορεί να εκφέρει γνώμη εάν όντως ο Εναγόμενος 2 έδωσε τέτοιες οδηγίες στον Εναγόμενο 1. Μετέφερε στο Δικαστήριο τα όσα του ανέφερε ένας Λοχίας της Αστυνομίας με το όνομα Αλέξης.

 

81.      Σημειώνεται ότι το περιεχόμενο της συζήτησης του Ενάγοντος με τον Εναγόμενο 2 σε αδιευκρίνιστο χρόνο πριν από το επίδικο περιστατικό δεν είναι σχετικό με το συμβάν. Επομένως, δεν θα προβώ σε αξιολόγηση της εξ ακοής μαρτυρίας που προσκόμισε αν και δέχομαι ότι ως αποτέλεσμα της συζήτησης ο Ενάγων ένιωθε κάποια ασφάλεια ότι δεν θα εκδιώκετο από την Κατοικία. Επιπρόσθετα, το ότι ο Εναγόμενος 2 ενδεχομένως να επιθυμούσε την απομάκρυνση του Ενάγοντος από το Σπίτι δεν σημαίνει ότι έδωσε οδηγίες για την έξωση του ή για το επίδικο συμβάν που έλαβε χώρα.

 

82.      Συνεπώς, θα επικεντρωθώ στην εξ ακοής μαρτυρία για την κατ’ ισχυρισμό εμπλοκή του Εναγόμενου 2 στο επίδικο περιστατικό επί του οποίου το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφανθεί. Ο Ενάγων ανέφερε ότι ο «Λοχίας ο Αλέξης» ρώτησε τον Εναγόμενο 1 αν πίσω από το περιστατικό βρίσκεται κάποιος άλλος ή αν είναι από μόνος του που πήρε την πρωτοβουλία και η απάντηση που έδωσε ο Εναγόμενος 1 είναι ότι «ποτέ δεν ενεργώ κάτι από μόνος μου εάν δεν πάω να πάρω ευλογία από τον Πανιερώτατο Μόρφου» (σελ. 10 πρακτικά 19.11.2025).

 

83.      Η δήλωση αυτή αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία με βάση το άρθρο 23 του Κεφ. 9 δεδομένου του ότι έγινε από κάποιο άλλο πρόσωπο το οποίο δεν έδωσε μαρτυρία, ενώπιον άλλου προσώπου το οποίο επίσης δεν έδωσε μαρτυρία και μεταφέρθηκε στο Δικαστήριο από τον Ενάγοντα. Προσάχθηκε ως μαρτυρία από τον Ενάγοντα για απόδειξη των όσων αναφέρονται σε αυτήν δηλαδή για το ότι ο Εναγόμενος 1 ενεργούσε υπό τις οδηγίες ή ευλογίες του Εναγόμενου 2.

 

84.      Ως προς την αξιολόγηση της βαρύτητας που μπορεί να προσδοθεί στις εξ ακοής δηλώσεις λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των περιστάσεων από τις οποίες εύλογα μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική της αξία (άρθρο 27, Κεφ. 9).

 

85.      Δεν λαμβάνεται υπόψη μόνο το κατά πόσον θα ήταν εύλογο για τον διάδικο που προσαγάγει τη μαρτυρία να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα το πρόσωπο το οποίο προέβη στην αρχική δήλωση (Λευκόνοικο Χρηματιστηριακή Λτδ ν. Χρυστάλλας άλλως Στάλως Χριστοδούλου (2016) 1 ΑΑΔ 1779). Εν προκειμένω, πρόκειται για ένα πολύ σημαντικό ζήτημα για την υπόθεση του Ενάγοντος το οποίο αφορά την πιθανή ευθύνη του Εναγόμενου 2. Αναμενόταν και θα ήταν εύλογο για τον Ενάγοντα να κλητεύσει στη διαδικασία τον Λοχία ο οποίος ήταν ο λήπτης της δήλωσης για να δώσει μαρτυρία. Σε κάθε περίπτωση δεν δόθηκε οποιοσδήποτε λόγος γιατί δεν θα ήταν εφικτό να τον κλητεύσει. 

 

86.      Σημειώνω ότι πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία δευτέρου βαθμού (τουλάχιστον, ενδεχομένως και τρίτου) καθότι προσάγεται η δήλωση του Εναγόμενου 1 προς τον Λοχία για την αλήθεια των όσων αναφέρονται σε αυτήν δηλαδή ότι ο Εναγόμενος 1 είχε οδηγίες από τον Μητροπολίτη Μόρφου – Εναγόμενο 2 να προβεί στην έξωση του Ενάγοντος. Αυτός ο παράγοντας επηρεάζει τη ποιότητα της εξ ακοής μαρτυρίας.

 

87.      Ως προς το χρονικό διάστημα μεταξύ της αρχικής δήλωσης και του γεγονότος στο οποίο αυτή αναφέρεται, δεν έχει δοθεί στο Δικαστήριο οποιαδήποτε πληροφόρηση για να μπορεί να εξαγάγει συμπέρασμα επ’ αυτού. Ούτε μπορεί το Δικαστήριο να γνωρίζει εάν η δήλωση μεταφέρθηκε επακριβώς ή όχι. Η δήλωση μεταφέρθηκε στο Δικαστήριο από τον Ενάγοντα και από τη στιγμή που έχει συμφέρον στη διαδικασία αφού αξιώνει εναντίον των Εναγόμενων αποζημιώσεις, περιλαμβανομένων και τιμωρητικών για αξιόμεμπτη διαγωγή, θα πρέπει το Δικαστήριο να είναι ιδιαίτερα προσεκτικό κατά τον χειρισμό της μαρτυρίας αυτής. Δεν είναι ξεκάθαρο σε ποιο πλαίσιο έγινε η δήλωση αυτή ούτε το κατά πόσον η μαρτυρία είναι ουσιωδώς διαφορετική από την αρχική δήλωση.

 

88.      Οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες προσάγεται η εξ ακοής μαρτυρία σίγουρα δεν είναι ιδανικές για να διευκολυνθεί η σωστή αξιολόγηση της. Παρά το ότι όπως προανέφερα πρόκειται για ένα σημαντικό για την υπόθεση του Ενάγοντος ζήτημα, δεν κλήθηκε το εν λόγω πρόσωπο να δώσει μαρτυρία. Πρόκειται περί δημόσιου λειτουργού – αστυνομικού οργάνου ο οποίος υπηρετούσε Αστυνομικό Σταθμό της περιοχής. Μάλιστα, ο Ενάγων ανέφερε πως είναι σχεδόν βέβαιος ότι θυμάται τον αριθμό του εν λόγω προσώπου. Επομένως, στο πλαίσιο της ανάλυσης με βάση το εδάφιο (3) του άρθρου 27 του Κεφ. 9 λαμβάνεται υπόψη ότι ο Ενάγων θα μπορούσε να προσκομίσει τη μαρτυρία του Λοχία Αλέξη ο οποίος κατά τον ισχυρισμό του ήταν ο αποδέκτης της δήλωσης του Εναγόμενου 1 σε σχέση με τις ευλογίες του Εναγόμενου 2 και δεν το έπραξε, ενώ θα μπορούσε εύκολα να το πράξει.

 

89.      Συνεπακόλουθα, ενόψει των όσων προαναφέρθηκαν, θεωρώ ότι δεν μπορώ να αποδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στη δήλωση η οποία προσάχθηκε ως εξ ακοής μαρτυρία ως προς την εμπλοκή του Εναγόμενου 2.

 

90.      Σημειώνω ότι ο ΜΕ2 – γαμπρός του Ενάγοντος στη δήλωση του ανέφερε ότι άκουσε τον Εναγόμενο 1 να αναφέρει στον «αστυνομικό Αλέξη» ότι «δεν κάνω τίποτε αν δεν πάρω την ευλογία του  Πανιερώτατου». Προκαλεί απορία γιατί ο Ενάγων παρέλειψε να αναφέρει ότι ο γαμπρός του (ο οποίος ανέφερε πως ήταν μαζί του) άκουσε τον Εναγόμενο 1 να αναφέρει ότι είναι με τις ευλογίες του Εναγόμενου 2 που προέβη στις επίδικες πράξεις. Ο Ενάγων αντεξετάστηκε σε σχέση με αυτό το θέμα και παραδέχθηκε ευθαρσώς ότι δεν τον άκουσε τον Εναγόμενο 1 να το λέει, δεν μπορεί να εκφέρει άποψη και ό,τι άκουσε του το είπε ο Λοχίας Αλέξης χωρίς να κάνει καμία αναφορά στο γαμπρό του. Ο δε ΜΕ2 αναφέρει στην παρ. 5 της δήλωσης του ότι αυτή η στιχομυθία έλαβε χώρα έξω από το Σπίτι. Σύμφωνα με τον ΜΕ2 ήταν μαζί με τον Ενάγοντα έξω από το Σπίτι. Επομένως, αν ο ΜΕ2 ήταν αυτόπτης μάρτυρας της στιχομυθίας αυτής κανονικά θα έπρεπε να την ακούσει και ο Ενάγων. Ο Ενάγων αναφέρει ότι δεν μπορεί να εκφέρει άποψη καθότι δεν το άκουσε ο ίδιος και μεταφέρει μόνο αυτά που άκουσε από τον Λοχία. Επομένως, οι αναφορές ενός εκ των δύο δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

 

91.      Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία του Ενάγοντος σε σχέση με το τι διαμείφθηκε εκείνη την ημέρα ήταν ειλικρινής και αξιόπιστη και την αποδέχομαι στην ολότητα της εκτός από τη μαρτυρία του σε σχέση με τα τρία σημεία τα οποία αναλύονται πιο πάνω.

 

92.      Ο πυρήνας της μαρτυρίας του κρίνεται ως αυθεντικός. Κατά την κρίση μου η μαρτυρία του Ενάγοντος αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για να στηριχθώ σε αυτή για σκοπούς συναγωγής ευρημάτων ως προς τα γεγονότα του επίδικου περιστατικού αλλά όχι ως προς τις ειδικές ζημιές που κατ’ ισχυρισμόν υπέστη περιλαμβανομένης και της απώλειας των μετρητών καθώς και για την εμπλοκή του Εναγόμενου 2 στο περιστατικό. Ωστόσο για τους λόγους που εξήγησα δέχτηκα ότι προκλήθηκαν ζημιές σε ορισμένα αντικείμενα του Ενάγοντος καθώς και στο γυαλί του μπάνιου της Κατοικίας.  

ii.         Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΕ2

 

93.      Με προβλημάτισε η μαρτυρία του ΜΕ2. Αφενός ήταν σταθερός σε σχέση με το ότι μετέβη έξω από το Σπίτι, συνάντησε τον Ενάγοντα και είδε τον Εναγόμενο 1 να μεταφέρει πράγματα και αντικείμενα του Ενάγοντος έξω από αυτό. Στο χώρο βρισκόταν αριθμός προσώπων και ο Εναγόμενος 1 με τη συμπεριφορά του πρόσβαλε και εξευτέλισε τον Ενάγοντα.

 

94.      Θεωρώ επίσης ότι δεν αμφισβητήθηκε ουσιωδώς η μαρτυρία του αυτή. Κατά τα λοιπά, δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του για εξαγωγή οποιωνδήποτε άλλων συμπερασμάτων επί των επίδικων θεμάτων και ειδικότερα για την εμπλοκή στο συμβάν του Εναγόμενου 2. Η εκδοχή του κλονίστηκε κατά την αντεξέταση και υπέπεσε σε ορισμένες αντιφάσεις οι οποίες επηρεάζουν την αξιοπιστία του σε σχέση με τα ζητήματα αυτά.

 

95.      Καταρχάς κατά τη μαρτυρία του ένιωθα ότι μετέφερε στο Δικαστήριο πράγματα τα οποία άκουσε από άλλους και όχι αυτά τα οποία είδε. Για παράδειγμα όταν ερωτήθηκε αν έφυγαν οι «μπράβοι» αρχικά αναφέρει «εν ηξέρω εγώ» και μετά αρχίζει να εξιστορεί το πως κατά την άποψη του εξασφάλισαν την είσοδο τους στο Σπίτι χωρίς ωστόσο να ήταν αυτόπτης μάρτυρας (σελ. 11 πρακτικά 26.11.2025). Το γεγονός αυτό μου δίδει την εντύπωση ότι ο ΜΕ2 ήρθε στο Δικαστήριο περισσότερο για να υποστηρίξει και να βοηθήσει τον Ενάγοντα και όχι για να καταθέσει σε σχέση με αυτά που γνωρίζει.

 

96.      Στη δήλωση του αναφέρει ότι περίμεναν την Αστυνομία ενώ κατά την αντεξέταση του αναφέρει ότι ήταν ήδη εκεί η Αστυνομία (σελ. 13 αντεξέτασης, πρακτικά 26.11.2025). Επίσης, κατά την αντεξέταση του αναφέρθηκε σε συζήτηση μεταξύ του ίδιου και του Αλέξη, ότι του είπε «σταμάτα, μην κάνεις τίποτε διότι είναι κατηγορούμενος ο παπάς» και «μην κάνετε τίποτε εσείς, διότι στον αναβρασμό μπορεί να κάνεις πράξη που μπορεί να είναι εις βάρος σου στο τέλος». Το ότι μίλησε με τον Αστυνομικό παρέλειψε να το αναφέρει στη δήλωση του και το ανέφερε πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του.

 

97.      Άλλη αντίφαση στην οποία υπέπεσε είναι ότι παραδέχθηκε πως δεν διάβασε την απόφαση του Δικαστηρίου στην ιδιωτική ποινική υπόθεση μεταξύ των ιδίων διαδίκων. Επομένως, η θέση του ότι ήταν αναιτιολόγητη είναι εντελώς αβάσιμη.

 

Το κατά πόσον άκουσε τον Εναγόμενο 1 να αναφέρει στον Αλέξη ότι έχει οδηγίες από τον Μητροπολίτη

 

98.      Σε σχέση με το κατά πόσον άκουσε τον Εναγόμενο 1 να αναφέρει στον Λοχία ή Αστυνομικό με το όνομα Αλέξης ότι είχε την ευλογία του Μητροπολίτη, θεωρώ ότι δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του.

99.      Ανέφερε ο ΜΕ2 ότι ήταν μαζί με τον Ενάγοντα. Ο Ενάγων κατά τη δική του μαρτυρία παραδέχεται ότι δεν άκουσε ο ίδιος τον ΜΕ1 να αναφέρει στον Αλέξη ότι έχει τις ευλογίες του ΜΕ2. Αν δεν τον άκουσε ο Ενάγων σημαίνει δεν μπορούσε να ακούσει ούτε ο ΜΕ2 αφού ήταν μαζί του. Ο δε Ενάγων στη δική του μαρτυρία δεν ανέφερε ότι την πληροφορία αυτή του την μετέφερε ο ΜΕ2, αλλά ο Λοχίας ή Αστυνομικός με το όνομα Αλέξης.

 

100.    Επιπρόσθετα, κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ2 υποπίπτει σε ουσιώδη αντίφαση επ’ αυτού αφού αφήνει να νοηθεί ότι δεν ήταν μπροστά του που ανέφερε ο Εναγόμενος 1 ότι είναι με τις ευλογίες του Εναγόμενου 2 που επέμβηκε στο Σπίτι.

 

101.    Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω το σχετικό απόσπασμα από την αντεξέταση του (σελ. 12 πρακτικά 26.11.2025):

«A.  Η Αστυνομία επεριμένασιν, είχε δύο αστυνομικούς εκεί, περίμεναν απ' έξω τον Αλέξη, ίσως ήταν το τμήμα του Αλέξη, να έρθει, για να αναλάβει την υπόθεση. Όταν ήρθε ο Αλέξης και να πω τι μου είπε, "σταμάτα, μην κάνεις τίποτε διότι είναι κατηγορούμενος ο παπάς". Αυτήν την κουβέντα μου είπε. "Μην κάνετε τίποτε εσείς, διότι στον αναβρασμό μπορεί να κάνεις πράξη που μπορεί να είναι εις βάρος σου στο τέλος". Εσταματήσαμε εμείς, ανάλαβε ο Αλέξης και αυτά που είπα στην κατάθεσή μου. Του λέει "ξέρεις ότι είναι ποινικό αδίκημα και μπορείς να πάεις και φυλακή αυτό που έκαμες;" Και επαρακάλεσε τον να ανοίξει το κάγκελο, διότι έδεσε τους αλύσους και δεν άνοιγε. Και τελικά προσπάθησε να τον πείσει, του λέει "θα χρησιμοποιήσω βία αν δεν ανοίξεις" και κατάφερε μπήκε μέσα και εμιλήσαν ξέρω, τον ρώτησαν αν εν μόνος του που έκαμε αυτό το πράγμα και είπε ότι "δεν κάνω τίποτε χωρίς να πάρω την ευλογία του Πανιερώτατου". Μετά έγινε επικοινωνία μεταξύ τους, ύστερα ετηλεφώνησε του Μητροπολίτη, αποφάσισε τι θα κάμει και ρώτησα τι θα κάνουμε τα έπιπλα διότι άρχισε να βρέχει και είπε "βάρτε τα μέσα", έπιασε άδεια που τον Μητροπολίτη φαίνεται και εβάλαμε τα μέσα.» (ο τονισμός είναι του παρόντος Δικαστηρίου).

 

102.    Επομένως, κατά την αντεξέταση του φαίνεται να αναιρεί το μέρος της παραγράφου 5 του Εγγράφου Β στο οποίο αναφέρει ποια ήταν η συζήτηση μεταξύ του Εναγόμενου 2 και του Αλέξη σαν να ήταν ενώπιον του που διαδραματίστηκε. Το  ότι μπορεί να άκουσε τη συζήτηση μεταξύ του Εναγόμενου 2 και του Αλέξη συγκρούεται και με το γεγονός ότι ο ΜΕ2 μαζί με τον Ενάγοντα ήταν έξω από το Σπίτι και τους απαγορευόταν η είσοδος κατ’ εκείνο το χρόνο καθώς και με τα ίδια του τα λεγόμενα ότι ο Εναγόμενος 1 και ο Αλέξης μπήκαν μέσα. Συνεπώς, δεν δέχομαι ότι ο ΜΕ2 άκουσε τον Εναγόμενο 1 να αναφέρει ότι προέβη στις επίδικες πράξεις με τις ευλογίες του Εναγόμενου 2. Συνεπακόλουθα, δεν δέχομαι τη μαρτυρία του ΜΕ2 στην παράγραφο 5 του Εγγράφου Β.

 

Σε σχέση με το περιεχόμενο της παραγράφου 6 του Εγγράφου Β

103.    Κατά την αντεξέταση του επιβεβαιώθηκε ότι δεν υπάρχει κανένα απολύτως υπόβαθρο για τον εξαιρετικά σοβαρό ισχυρισμό περί διαφθοράς τον οποίο προβάλλει στη δήλωση του στο πλαίσιο της ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης μεταξύ των ίδιων διαδίκων. Ο ΜΕ2 χωρίς το απαραίτητο υπόβαθρο, γνώση, χωρίς οποιαδήποτε μαρτυρία για να στηρίξει τον σοβαρότατο ισχυρισμό του για διαφθορά και χωρίς καν να διαβάσει την απόφαση (το παραδέχεται στη σελ. 18, γραμμή 12 των πρακτικών 26.11.2025) προβαίνει σε ανάλυση της ποινικής υπόθεσης και εκφράζει τη θέση ότι η δίωξη απέτυχε λόγω πιέσεων από το Μητροπολίτη μέσω του Γενικού Εισαγγελέα.

 

104.    Προκαλεί έκπληξη με πόση ευκολία ο ΜΕ2 προβαίνει σε αυτόν τον ισχυρισμό και ειδικότερα αφού δεν διάβασε καν την απόφαση. Είναι εντελώς παράλογη η θέση αυτή καθότι επρόκειτο περί ιδιωτικής ποινικής δίωξης η οποία δεν αναστάλθηκε αλλά απορρίφθηκε με αιτιολογημένη απόφαση. Την ίδια στιγμή παραδέχθηκε ότι δεν είδε τον Εναγόμενο 1 να εισέρχεται βίαια εντός της Κατοικίας αλλά υπολογίζει ότι έτσι πρέπει να έγινε. Παράλληλα, αναφέρει ότι είναι ένας εκ των μπράβων που λογικά εισήλθε στην Κατοικία από το παράθυρο και όχι ο Εναγόμενος 1 επειδή δεν χωρούσε.

 

105.    Συνεπακόλουθα, δεν δέχομαι το περιεχόμενο της παρ. 6 του Εγγράφου Β. Οι δε αναφορές αυτές δείχνουν ότι ο ΜΕ2 προσήλθε στο Δικαστήριο για να βοηθήσει την υπόθεση του Ενάγοντα.

 

106.    Ενόψει των όσων έχουν προαναφερθεί, εξετάζοντας τη μαρτυρία του ΜΕ2 στο σύνολο της και παραθέτοντας πιο πάνω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα των αναφορών του, καταλήγω ότι η μαρτυρία του επί των παραγράφων 1 – 4 της δήλωσης του είναι αξιόπιστη και την αποδέχομαι. Δηλαδή ο πυρήνας της μαρτυρίας του κρίνεται ως αυθεντικός και μάρτυρας θεωρείται εν γένει αξιόπιστος (ίδετε ανάλυση στην Ευθυμίου ν. Ττάντης, Πολ. Εφ. 90 / 2018, 11.10.2024). Ωστόσο, η μαρτυρία του στις παραγράφους 5 και 6 της δήλωσης του λόγω των αντιφάσεων στις οποίες υπέπεσε δεν ήταν αξιόπιστη και συνακόλουθα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.

 

107.    Δέχομαι επίσης ότι βοήθησε τον Ενάγοντα να συναρμολογήσει τα διάφορα έπιπλα και κρεβάτια  και διόρθωσε την τηλεόραση και τον αποκωδικοποιητή του μετά από τα επίδικα συμβάντα καθότι ο ισχυρισμός αυτός δεν έτυχε ουσιαστικής αμφισβήτησης.

 

 

 

 

iii.        Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΥ

 

108.    Όπως έχει προαναφερθεί, η μαρτυρία του ΜΥ συνίστατο στην καταχώριση πιστών αντιγράφων της απόφασης στην ιδιωτική ποινική υπόθεση και του κατηγορητηρίου. Σημειώνω ότι ο ΜΥ1 δεν αντεξετάστηκε και σε κάθε περίπτωση ήταν παραδεκτό ότι είχε καταχωριστεί ιδιωτική ποινική υπόθεση στην οποία ο Ενάγων ήταν Παραπονούμενος και ο Εναγόμενος 1 ο Κατηγορούμενος, η οποία απορρίφθηκε μετά από ακρόαση και ο Εναγόμενος 1 αθωώθηκε και απαλλάχθηκε. Τόσο ο Ενάγων όσο και ΜΕ2 αναφέρθηκαν στην ιδιωτική ποινική υπόθεση και στην αθωωτική απόφαση η οποία εκδόθηκε στο πλαίσιο αυτής κατά τη δική τους μαρτυρία. Ως εκ τούτου, δέχομαι τη μαρτυρία του η οποία δεν προσθέτει τίποτε στην υπόθεση πέραν του γεγονότος ότι τα μέρη σε αυτή τη διαδικασία ήταν τα ίδια σε ιδιωτική ποινική διαδικασία.

 

iv.      Σύνοψη Ευρημάτων

 

108.    Στη βάση της ανωτέρω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας αλλά και με βάση τα γεγονότα εκείνα τα οποία δεν έτυχαν αμφισβήτησης, προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα τα οποία περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση:

 

108.1    Ο Ενάγων κατά τον ουσιώδη σε σχέση με την υπόθεση χρόνο διέμενε και ακόμη διαμένει στην Κατοικία η οποία βρίσκεται απέναντι από τον Ιερό Ναό του Αποστόλου Λουκά στο χωριό Ορούντα στο ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/12738, Φ. / Σχ. 29/1327V01, τμ. 01, αρ. τεμαχίου 248, τοποθεσία «Μέσα στο Χωριό».

108.2    Ο Ενάγων διαμένει στην Κατοικία από το 1983. Αρχικά διέμενε εκεί με την οικογένεια του. Από τότε που απεβίωσε ο πατέρας του (2015)  ο οποίος ήταν ο Ιερέας του Ναού, διαμένει σε αυτή μόνος του.

108.3    Το ακίνητο στο οποίο είναι κτισμένη η Κατοικία ανήκει στον Ιερό Ναού Αποστόλου Λουκά Ορούντας. Ο Εναγόμενος 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο Ιερέας του Ναού.  

108.4    Το ακίνητο το διαχειρίζεται η Εκκλησιαστική Επιτροπή του Ναού. Η Εκκλησιαστική Επιτροπή θεωρεί ότι ο Ενάγων διαμένει και κατέχει την Κατοικία παράνομα και τον κάλεσε να σταματήσει και να παραδώσει ελεύθερη κατοχή στην Εκκλησιαστική Επιτροπή, μεταξύ άλλων, με επιστολή ημερομηνίας 19.04.2017 η οποία επιδόθηκε στον Ενάγοντα στις 22.04.2017 (Τεκμήριο 2).  

108.5    Η Εκκλησιαστική Επιτροπή ήγειρε την αγωγή αρ. 288 / 2018 του Ε.Δ. Λευκωσίας εναντίον του Ενάγοντος την 01.02.2018 δια της οποίας αξιώνει, μεταξύ άλλων, δήλωση ότι ο Ενάγων επεμβαίνει παράνομα στην Κατοικία και Διάταγμα για παράδοση ελεύθερης κατοχής της Κατοικίας (Τεκμήριο 3).

108.6    Ο Ενάγων θεωρεί ότι έχει το δικαίωμα να διαμένει στην Κατοικία επειδή ο τέως Μητροπολίτης Μόρφου παραχώρησε στον πατέρα του την Κατοικία για να διαμένει σε αυτήν ο ίδιος και  οικογένεια του που ήταν πρόσφυγες. Αρνείται ότι επεμβαίνει παράνομα.

108.7    Η άδεια χρήσης / δικαίωμα κατοχής της Κατοικίας που δόθηκε τερματίστηκε με την επιστολή Τεκμήριο 2.

108.8    Στις 30.11.2017 περί τις 09:00 ο Εναγόμενος 1 μαζί με δύο άλλα πρόσωπα εξασφάλισαν είσοδο στην Κατοικία. Εισήλθαν στην Κατοικία χωρίς την ύπαρξη οποιουδήποτε Διατάγματος ή εντολής που να τους εξουσιοδοτεί να εισέλθουν  αυτήν, χωρίς να το γνωρίζει ο Ενάγων, χωρίς τη συγκατάθεση του και αφού απουσίαζε από αυτήν και ενώ βρισκόταν στην εργασία του.

108.9    Παραμένει άγνωστο υπό ποιαν ιδιότητα ο Εναγόμενος 1 εισήλθε στην Κατοικία. Παραμένει άγνωστο εάν ο Εναγόμενος 1 ενεργούσε κατόπιν οδηγιών της ιδιοκτήτριας Εκκλησιαστικής Επιτροπής, ή αν ήταν εξουσιοδοτημένος από την ιδιοκτήτρια να εισέλθει εντός της Κατοικίας.

108.10 Η είσοδος στην Κατοικία να εξασφαλίστηκε δια μέσου του παραθύρου του μπάνιου καθότι από αυτό έλειπε το γυαλί.

108.11 Αφού ο Εναγόμενος εισήλθε σε αυτήν μαζί με δύο άλλα πρόσωπα, μετέφεραν και πέταξαν τα έπιπλα, κρεβάτια, στρώματα, μαξιλάρια, κουβέρτες, ρουχισμό, χαλιά, τηλεόραση, ψυγείο, γκάζι, βιβλία, ανεμιστήρες και άλλα αντικείμενα και πράγματα τα οποία ανήκαν στον Ενάγοντα έξω από την Κατοικία σε παρακείμενο άδειο οικόπεδο καθώς και στο δρόμο έξω από την Κατοικία. Ο Εναγόμενος 1 εμφανίζεται σε αριθμό φωτογραφιών (Τεκμήριο 1) να μεταφέρει έξω από την Κατοικία και να τοποθετεί στο δρόμο διάφορα αντικείμενα τα οποία φαίνεται ότι βρίσκονταν προηγουμένως εντός αυτής.

108.12 Μέσα στην Κατοικία ο Εναγόμενος 1 μαζί με τα άλλα πρόσωπα τα οποία τον συνόδευαν προκάλεσαν ακαταστασία αναποδογυρίζοντας έπιπλα και ρίχνοντας στο πάτωμα διάφορα αντικείμενα.  

108.13 Ορισμένα από τα αντικείμενα τα οποία μεταφέρθηκαν έξω από την κατοικία υπέστησαν ζημιές.

108.14 Υπήρχαν τουλάχιστον 10 πρόσωπα, κάτοικοι του χωριού και περαστικοί οι οποίοι είδαν το περιστατικό.

108.15 Ο Εναγόμενος 1 ανάρτησε πινακίδα στην καγκελόπορτα της Κατοικίας στην οποία αναγραφόταν «ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΑΔΕΙΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΚΤΗΤΗ». Δεν επέτρεπε σε άλλα πρόσωπα να εισέλθουν στην Κατοικία.

108.16 Ο Ενάγων πληροφορήθηκε για το συμβάν από ένα γείτονα του. Εκείνη την ώρα βρισκόταν στο ιατρείο του. Μετέβη έξω από την Κατοικία και τηλεφώνησε στον κουνιάδο του (ΜΕ2) ζητώντας του να έρθει καθότι χρειαζόταν υποστήριξη.

108.17 Ο Εναγόμενος 1 σταμάτησε να βγάζει έξω πράγματα από την Κατοικία μόνο όταν κατέφθασε στο χώρο η Αστυνομία. Μετά από παρέμβαση της Αστυνομίας επιτράπηκε ξανά στον Ενάγοντα να εισέλθει και να λάβει κατοχή της Κατοικίας.

108.18 Ο Ενάγων ένιωσε ντροπή, εξευτελισμό και ταπείνωση από το περιστατικό.

108.19 Ο Ενάγων ήγειρε ιδιωτική ποινική υπόθεση εναντίον του Εναγόμενου 1 (αρ. 2483 / 2018, Ε.Δ. Λευκωσίας, Τεκμήριο 4) η οποία μετά από ακρόαση απορρίφθηκε και ο τελευταίος αθωώθηκε και απαλλάχθηκε. Εκδόθηκε απόφαση στις 06.08.2021 (Τεκμήριο 5).

 

Ε. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ

 

i.          Καθορισμός νομικής βάσης

 

109.    Εν πρώτοις, το Δικαστήριο πρέπει να καθορίσει την ορθή νομική βάση της αγωγής. Εν προκειμένω, δικογραφήθηκε στην Έκθεση Απαίτησης ότι ο Εναγόμενος 1 μαζί με δύο «μπράβους» παραβίασε τις πόρτες και τα παράθυρα του Σπιτιού μπαίνοντας βίαια εντός αυτού. Περαιτέρω, άρπαξε και έριξε έξω στο δρόμο περιουσιακά στοιχεία του Ενάγοντος καταστρέφοντας τα. Επίσης, υπήρχε «κλοπή» του ποσού των €5.000. Κινητή περιουσία του Ενάγοντος είτε καταστράφηκε, είτε υπέστη ζημιές.

 

110.    Όπως αναφέρθηκε στην Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjian (1992) 1 Α.Α.Δ. 400:

 

«Στη Stylianou v. Papacleovoulou (1982) 1 C.L.R. 542, κρίθηκε ότι οι κυπριακοί δικονομικοί θεσμοί προσαρμοσμένοι στους παλιούς δικονομικούς θεσμούς του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας δεν καθιστούν απαραίτητο, επιθυμητό όσο και αν είναι, τον επακριβή προσδιορισμό της θεραπείας η οποία επιδιώκεται, ούτε αποκλείουν την παροχή θεραπείας άλλης από εκείνη η οποία επιζητείται. Εφόσο στοιχειοθετούνται τα γεγονότα στο σώμα της έκθεσης απαιτήσεως για την παροχή θεραπείας, αυτή μπορεί ν' αποδοθεί χωρίς να έχει επιζητηθεί (βλ. επίσης Re Vandervell's Trusts (No.2) [1974] 3 All E.R. 205, και Drane v. Evangelou [1978] 2 All E.R. 437). Η θέση αυτή επαναβεβαιώθηκε από το Εφετείο στην Αριστοδήμου ν. Χαραλάμπους, Πολ. Έφεση 6831, αποφασίστηκε στις 11/5/90 και θα δημοσιευθεί στους τόμους (1990) 1 Α.Α.Δ.. Όπως επισημαίνεται στην τελευταία απόφαση, η υποχρέωση για αποκάλυψη περιορίζεται από τις πρόνοιες της Δ.19 Θ.4 στα ουσιώδη γεγονότα, και δεν επεκτείνεται στη μαρτυρία η οποία τα υποστηρίζει ή τις νομικές συνέπειες που συνεπάγεται η ύπαρξη τους. Το Εφετείο επαναβεβαίωσε ότι μπορεί να παρασχεθεί οποιαδήποτε θεραπεία η οποία στοιχειοθετείται από τα γεγονότα που περιέχονται στην έκθεση απαιτήσεως, εφόσον αποδεικνύονται κατά τη δίκη. Κρίθηκε ότι παράλειψη επιδίωξης ειδικής θεραπείας δεν αποτελεί κώλυμα για την απόδοση της … Η μαρτυρία που κατατέθηκε, βάσει της έκθεσης απαιτήσεως και έγινε δεκτή από το δικαστήριο, θεμελίωνε το βάθρο για την επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων..»

 

111.    Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Alexandros Evangelou Camera House Ltd κ.α. ν. Minverva Finance & Investments Ltd (2004) 1 AAΔ 1734 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Πρόσθετα καθώς έχει νομολογηθεί «... το αγώγιμο δικαίωμα συναρτάται με τα γεγονότα τα οποία το στοιχειοθετούν και όχι με το χαρακτηρισμό ο οποίος του αποδίδεται. Παρέχεται η δυνατότητα χορήγησης οποιασδήποτε θεραπείας η οποία δικαιολογείται από τα γεγονότα, τα οποία στοιχειοθετούν το αγώγιμο δικαίωμα, βάσει της έκθεσης απαιτήσεως (Βλ. Χρυσάνθου ν. Παγκρατίου (1998) 1 Α.Α.Δ. 675, 681 και Kennedy Hotels Ltd v. Indirdjian (1992) 1 Α.Α.Δ. 400).

 

Βλ. επίσης Maison Jenny Ltd v. Krashias Footwear Industry Ltd, Πολιτική Έφεση 10881/24.7.2002:  «Εφόσον στοιχειοθετούνται τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία περιβάλλουν την απαίτηση είναι παραδεκτή η παροχή αρμόζουσας θεραπείες άσχετα από το ακριβές νομικό πέπλο κάτω από το οποίο τίθεται η απαίτηση».  Βλ. και Γεωργίου ν. Γεωργίου (2001) 1 Α.Α.Δ. 1592:  «Είναι δυνατή και η παροχή θεραπείας χωρίς να έχει επιζητηθεί εφόσον στοιχειοθετούνται τα γεγονότα στο σώμα της απαίτησης».  Βλ., επίσης, και Stylianou v. Papacleovoulou (1982) 3 C.L.R. 542, 552, Frederickou Schools Co. Ltd and Others v. Acuac Inc., Πολιτικές Εφέσεις 8266 και 8530/10.10.2002, D. & G. Products Ltd v. Αναστασίου, Πολιτική Έφεση 10744/13.9.2002, Αντωνιάδου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ (2003) 1 Α.Α.Δ. 530.

 

112.    Από το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης του Ενάγοντος προκύπτει ότι η απαίτηση του είναι για ειδικές και γενικές αποζημιώσεις λόγω διάπραξης των αστικών αδικημάτων της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία καθώς και παράνομης παρέμβασης σε κινητή ιδιοκτησία περιλαμβανομένης και ιδιοποίησης.

 

113.    Ο κ. Λουκαΐδης κατά την αγόρευση του αναφέρθηκε στην παραβίαση του δικαιώματος  του Ενάγοντος στην προσωπική και οικογενειακή ζωή και ακροθιγώς ανέφερε ότι η συμπεριφορά του Εναγόμενου 1 προς τον Ενάγοντα συνιστά εξευτελιστική μεταχείριση (ίδετε πρακτικά ημερ. 15.01.2026). Παρά ταύτα, δεν δικογραφήθηκε η παραβίαση Ανθρωπίνων και Συνταγματικών Δικαιωμάτων στην Έκθεσης Απαίτησης. Η υπόθεση προωθήθηκε στη βάση παράνομης επέμβασης σε πράγματα και ακίνητη ιδιοκτησία και ιδιοποίηση.

 

114.    Η παράλειψη δικογράφησης της παραβίασης Ανθρωπίνων και Συνταγματικών Δικαιωμάτων στην παρούσα υπόθεση θεωρώ ότι δεν μπορεί να δώσει την ευχέρεια στο Δικαστήριο να αποδώσει θεραπεία σε αυτή τη βάση έστω και αν από τη μαρτυρία μπορεί να προκύψει ότι υπήρξε τέτοια παραβίαση.

 

115.    Στην απόφαση Χαραλάμπους ν. Ζαχαρία (2002) 1 Α.Α.Δ. 1439 λέχθηκαν τα ακόλουθα τα οποία κρίνω ότι σχετίζονται με το υπό εξέταση ζήτημα:

 

«Όταν τα εκτιθέμενα στο σώμα της απαίτησης γεγονότα στοιχειοθετούν θεραπεία που μπορεί να παρασχεθεί, το δικαστήριο, έχει διακριτική εξουσία να χορηγήσει τέτοια θεραπεία χωρίς αυτή να έχει ζητηθεί νοουμένου ότι η άλλη πλευρά δεν καταλαμβάνεται εξ απροόπτου και ότι με τη χορήγηση της μη ζητηθείσας θεραπείας εξυπηρετείται κάτω από τις δοσμένες περιστάσεις η ορθή  απονομή της δικαιοσύνης.»

 

116.    Η επέκταση της συζήτησης σε ζητήματα που δεν προσδιορίζονται από την δικογραφία, έστω και αν επιτράπηκε η αναφορά σε αυτά στο στάδιο των αγορεύσεων, θα συνιστούσε εκτροπή της διαδικασίας και ανεπίτρεπτη εξέλιξη (Παπαγεωργίου v. Κλάππα, ανωτέρω, Κτηνοτροφικές Επιχειρήσεις Αδελφοί Κυριάκου Λίμιτεδ ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Π.Ε. 29/2015,13.02.2025). Επίσης, η έλλειψη δικογράφησης εν προκειμένω αποστέρησε το δικαίωμα στους Εναγόμενους να εγείρουν ενδεχομένως υπεράσπιση βασισμένη στην προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών του ιδιοκτήτη του υποστατικού ή σε ζητήματα αναλογικότητας. 

 

ii.         Παράνομη επέμβαση και βίαιη έξωση

 

117.    Το άρθρο 43(1) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 προνοεί τα ακόλουθα, ως η αρχική του εκδοχή: 

 

“Trespass to immovable property consists of any unlawful entry upon, or any unlawful damage too or interference with, any such property by any person.”

 

Η ελληνική μετάφραση του άρθρου 43(1) έχει ως εξής:

 

«Παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία συνίσταται σε παράνομη είσοδο ή σε παράνομη πρόκληση ζημιάς ή σε παράνομη παρέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή από οποιοδήποτε πρόσωπο.»

 

118.    Στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 22η έκδοση,  παρ.19-01 με πλαγιότιτλο “Definition of Trespass” αναφέρεται ότι “[t]respass to land consists of any unjustifiable intrusion by one person upon land in the possession of another. The slightest crossing of the boundary is sufficient.”

 

119.    Στο σύγγραμμα Halsbury’s Laws of England 3η έκδοση, Τόμος 38, παρ.1194 αναφέρεται ότι η επέμβαση συνίσταται σε παράνομη πράξη υποδεικνύουσα αμφισβήτηση ή ενόχληση της κατοχής της περιουσίας κάποιου αντίθετα με τη θέληση του (βλ. Λάμπρου ν. Κεφάλα (2000) 1 Γ. Α.Α.Δ. 1516, Παπακοκκίνου κ.ά. ν. Σμυρλή κ,ά. (2001) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1653 και Γεώργιος Κώστα Μάρκου ν. Γεώργιου Π. Χρυσοστόμου κ.ά. (2004) 1(Β) Α.Α.Δ. 813, Κ. Δάμτσας κ.ά. ν. D. Ouzounian M. Sultanian Ltd, Πολ. Έφ. Αρ. 133/2011, 24.03.2016).

 

120.    Είναι θεμελιωμένο ότι το αδίκημα της παράνομης επέμβασης που προνοείται από το άρθρο 43(1) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου στρέφεται εναντίον της κατοχής ακίνητης περιουσίας και σκοπός του είναι η προστασία τέτοιας κατοχής, όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Adamou v. Christofi (1974) 1 C.L.R. 100.

 

121.    Στην παρ.19 – 10 του Clerk & Lindsell on Torts (ανωτέρω) υπό τον τίτλο “Who may sue for trespass” και υπότιτλο “Person in possession” αναφέρονται τα ακόλουθα:

 

“Trespass is actionable at the suit of the person in possession of land, who can claim damages on an injunction, or both. A tenant in occupation can sue, but not a landlord, except in cases of injury to the reversion. Similarly, a person in possession can sue although he is neither the owner nor derives title from the owner, and indeed may be in possession adverse to the owner”.

 

122.    Στην παρ. 19 – 02 αναφέρεται ότι “it is a trespass to remove any part of the land in the possession of another or any part of a building or other erection which is attached to the soil so as to form part of the realty. So a landlord who removes the doors and windows of a house in the possession of his tenant commits a trespass, but there is no trespass if he has the supply of gas and electricity cut off so as to compel the tenant to leave the house”. Σημειώνεται ότι στην Αγγλία κατέστη ποινικό αδίκημα η παράνομη έξωση χωρίς δικαστικό διάταγμα και ή παρενόχληση ενοικιαστών με σκοπό την έξωση με βάση το Protection from Eviction Act 1977.

 

123.    Ο de facto κάτοχος του υποστατικού όπως π.χ. ένας αδειούχος με αποκλειστική κατοχή, έχει το δικαίωμα να διατηρήσει την κατοχή και την απρόσκοπτη απόλαυση του υποστατικού χωρίς παρεμβολές. Παρά ταύτα, δεν μπορεί να προτάξει το δικαίωμα κατοχής του εναντίον του ιδιοκτήτη. Ο κάτοχος, όπως και ο ιδιοκτήτης μπορεί να χρησιμοποιήσει εύλογη βία προς υπεράσπιση του δικαιώματος κατοχής του. Παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Clerk & Lindsell, ανωτέρω, παρ. 19-18 το οποίο θεωρώ είναι διαφωτιστικό αλλά και ιδιαίτερα σημαντικό στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης:

 

“He [ο κάτοχος] may sue in trespass anyone who disturbs his possession, and in such an action it is no answer for the defendant to show that the title and right to possession is in another person. Jus tertii is no defence to the action unless the defendant can show that the act complained of was done by the authority of the true owner … Where a trespass action is brought by a bare possessor, jus tertii cannot be raised to mitigate the damages payable. This is because possession is, as against the wrongdoer, prima facie evidence of title, and it cannot be displaced merely by showing that the possession was of recent origin and was not derived from any person who had title.”

 

124.    Ωστόσο, όταν ένας επεμβασίας εισέρχεται στην περιουσία και εκδιώκει τον κάτοχο δεν θεωρείται ότι λαμβάνει κατοχή ούτως ώστε να μπορεί να εγείρει αγωγή σαν κάτοχος εκτός και αν το πρόσωπο το οποίο εκδιώχθηκε – ιδιοκτήτης ή κάτοχος – αποδέχθηκε την έξωση του με το να μην λάβει μέτρα για την έξωση του επεμβασία εντός εύλογου χρόνου. Στην απουσία επίδειξης ανοχής της επέμβασης και πριν την πάροδο εύλογου χρόνου, ο νόμιμος κάτοχος της ιδιοκτησίας δεν χάνει την κατοχή.

 

125.    Τόσο με βάση το κοινοδίκαιο όσο και με βάση τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναγνωρίζεται κατάλοιπο δικαιώματος στον κάτοχο της ακίνητης ιδιοκτησίας ώστε να απαιτείται παρεμβολή της δικαστικής εξουσίας για έξωση του.

 

126.    Ακόμα και στην περίπτωση που ένας επεμβασίας αναλάβει κατοχή ενός ακινήτου παράνομα, εάν υπάρξει καθυστέρηση στη λήψη μέτρων για έξωση του, ή συναίνεση (acquiescence) του ιδιοκτήτη (περιλαμβάνει την εξυπακουόμενη συναίνεση η οποία συνάγεται π.χ. λόγω της καθυστέρησης στη λήψη μέτρων), ο ιδιοκτήτης δεν δικαιούται να προβεί σε βίαιη έξωση του χωρίς την εξασφάλιση δικαστικού διατάγματος για έξωση (ίδετε ανάλυση του δικαιώματος για “self-help” στην παρ. 19-20, Clerk & Lindsell on Torts, ανωτέρω).

 

127.    Στο Ελληνικό Δίκαιο υπάρχει η έννοια της «αυτοδικίας». Το άρθρο 331 του Ελληνικού Ποινικού Κώδικα καθιστά ποινικό αδίκημα την άσκηση αυθαίρετης αξίωσης σχετικής με δικαίωμα το οποίο έχει πραγματικά ή από πεποίθηση το οικειοποιείται.

 

 

 

128.    Στο σύγγραμμα Halsbury’s Laws of England, Tort – Volume 97A (2021) σε σχέση με το δικαίωμα του self–redress – αυτοβοήθειας ή λήψης μέτρων αναφέρεται ότι:

 

“There is a right of redress for trespass by encroachment on property, the occupier wronged being entitled at common law to remove the encroachment, but, other than in similar simple cases that do not justify the expense of legal proceedings, self-redress in respect of trespass to land is appropriate only in urgent cases which require an immediate remedy (Burton v Winters [1993] 3 All ER 847 at 851–852).”

 

129.    Στην απόφαση Burton v Winters [1993] 3 All ER 847 at 851–852, αναφέρθηκε ότι η θεραπεία του self-redress και abatement περιορίζεται σε απλές υποθέσεις και αμελητέες επεμβάσεις π.χ. κλαδιά και ρίζες δέντρων για τις οποίες δεν δικαιολογείται η έγερση δικαστικής διαδικασίας καθώς και επείγουσες περιπτώσεις στις οποίες χρειάζεται άμεση θεραπεία. Συνεπακόλουθα, η λήψη μέτρων για άρση της οχληρίας ή επέμβασης θα πρέπει να είναι άμεση και να μην μπορεί να περιμένει μέχρι την εκδίκαση μιας αγωγής η οποία ως γνωστόν παίρνει το χρόνο της.

 

130.    Ο Δικαστής Lloyd LJ ανέφερε τα ακόλουθα:

 

“Τhe modern textbooks, both here and in other common law jurisdictions, follow the same line (see Salmond and Heuston on the Law of Torts (20th edn, 1992) p 585, Clerk and Lindsell on Torts (16th edn, 1989) p 364, Fleming The Law of Torts (7th edn, 1987) p 415 and Prosser and Keeton on the Law of Torts (5th edn, 1984) p 641). In Prosser and Keeton we find:

'Consequently the privilege [of abatement] must be exercised within a reasonable time after knowledge of the nuisance is acquired or should have been acquired by the person entitled to abate; if there has been sufficient delay to allow a resort to legal process, the reason for the privilege fails, and the privilege with it.'

The authority cited for this proposition is Moffett v Brewer (1948) Iowa Rep (1 Greene) 348 at 350, where Greene J said:

'This summary method of redressing a grievance, by the act of an injured party, should be regarded with great jealousy, and authorised only in cases of particular emergency, requiring a more speedy remedy than can be had by the ordinary proceedings at law.'

Applying this stream of authority to the facts of the present case, it is obvious that it is now far too late for the plaintiff to have her remedy by way of abatement. The garage wall was built in 1975. Not only was there ample time for the plaintiff to 'wait for the slow progress of the ordinary forms of justice'; she actually did so.

But it is not only a question of delay. There is modern House of Lords authority for the proposition that the law does not favour the remedy of abatement (see Lagan Navigation Co v Lambeg Bleaching Dyeing and Finishing Co Ltd [1927] AC 226 at 244, [1926] All ER Rep 230 at 238 per Lord Atkinson). In my opinion, this never was an appropriate case for self-redress, even if the plaintiff had acted promptly. There was no emergency. There were difficult questions of law and fact to be considered and the remedy by way of self-redress, if it had resulted in the demolition of the garage wall, would have been out of all proportion to the damage suffered by the plaintiff.”

131.    Στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, παρ. 30.13 στο κεφάλαιο “Self-Help” κάτω από τον τίτλο “Re-entry on land”  αναφέρεται ότι “he who is entitled to the immediate possession of realty may make an entry, and may justify in a civil action the use of so much force as is necessary to enable him to effect the entry and to expel an intruder therefrom, provided the degree of violence used does not exceed what is reasonably necessary to effect his purpose…»¨

 

132.    Η Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjian, ανωτέρω, αφορούσε έφεση εναντίον μέρους απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου με βάση την οποία επιδικάστηκαν παραδειγματικές αποζημιώσεις σε βάρος των εφεσειόντων «για το στιγματισμό της αυθαίρετης και αποκρουστικής συμπεριφοράς τους να εκδιώξουν με τη δύναμη του ισχυρού τον εφεσίβλητο από το διαμέρισμα το οποίο κατείχε». Στην εν λόγω υπόθεση, η αρχική κατοχή του διαμερίσματος λάμβανε χώρα δυνάμει θέσμιας ενοικίασης από τη μητέρα του ενάγοντος. Η μητέρα του ενάγοντος αποχώρησε οικειοθελώς από αυτό αλλά ο ενάγων επέμενε να διαμένει σ' αυτό. Οι εφεσείοντες πιέζονταν να λάβουν κενή κατοχή του διαμερίσματος για να προχωρήσουν στην κατεδάφιση και επανοικοδόμηση του όλου συμπλέγματος. 

 

133.    Οι εφεσείοντες προέβαλαν «την ισχύ, όχι των δικαιωμάτων τους με προσφυγή στο Δικαστήριο, αλλά των μηχανοκίνητων μέσων που διέθεταν για να γκρεμίσουν το διαμέρισμα και να αναγκάσουν τον εφεσίβλητο να εγκαταλείψει τα υποστατικά». Οι εφεσείοντες κατεδάφισαν μέρος της σκάλας και της στέγης με αποτέλεσμα να προκληθεί ζημιά σε κινητή περιουσία του εφεσίβλητου-ενάγοντα για την οποία επιδικάστηκε αποζημίωση.

 

134.    Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε κρίνει ότι ο εφεσίβλητος μετά την αποχώρηση της μητέρας του απώλεσε το δικαίωμα παραμονής στο διαμέρισμα. Όμως η απώλεια του δικαιώματος αυτού δε νομιμοποιούσε τον ιδιοκτήτη να προβεί στη βίαιη έξωση του. Υπέρβαση του δικαιώματος κατοχής ακινήτου, δεν παρέχει δικαίωμα στον ιδιοκτήτη ν' ανακτήσει με τη βία την κατοχή του. Ο νόμος αναγνωρίζει κατάλοιπα δικαιώματος στον κάτοχο τέτοια που να επιβάλλεται η παρεμβολή της δικαστικής εξουσίας για την έξωση του. (Βλ. μεταξύ άλλων Bristol Corporation v. Ross and Another [1973] 3 All E.R. 393 και R. v. Wandsworth [1975] 3 All EH. 390). Το Ανώτατο Δικαστήριο (υπό Πική Δ.) επικύρωσε την πρωτόδικη κρίση.

 

135.    Πρέπει να γίνει αναφορά στην Bristol Corporation v. Ross and Another (ανωτέρω) στην οποία Lord Denning προέβη σε διάκριση μεταξύ των squatters οι οποίοι αποτελούν πρόσωπα τα οποία χωρίς κανένα δικαίωμα εισέρχονται σε οικίες ή γη οι οποίες δεν κατοικούνται / χρησιμοποιούνται και τα καταλαμβάνουν με σκοπό να παραμείνουν εκεί για όσο χρόνο μπορούν, και των ενοικιαστών (tenants) οι οποίοι παραμένουν στο υποστατικό αφού τους δοθεί ειδοποίηση να το εγκαταλείψουν ή αφού εξέπνευσε η περίοδος ενοικίασης. Στην περίπτωση των squatters, ο ιδιοκτήτης έχει το δικαίωμα να πάρει το νόμο στα χέρια του, παρά το γεγονός ότι δεν ενδείκνυται η χρήση τέτοιας μεθόδου (και υπό την αίρεση ότι τηρούνται οι προϋποθέσεις για χρήση αυτοβοήθειας), και να επανακτήσει την κατοχή:

 

“Now I would say this at once about squatters. The owner is not obliged to go to the courts to obtain possession. He is entitled, if he so desires, to take the remedy into his own hands. He can go in himself and turn them out without the aid of the courts of law. This is not a course to be recommended because of the disturbance which might follow. But the legality of it is beyond question. The squatters were themselves guilty of the offence of forcible entry

 

[...] They were trespassers when they entered, and they continued to be trespassers so long as they remained there. The owner never acquiesced in their presence there. So the trespassers never gained possession. The owner, being entitled to possession, was entitled forcibly to turn them out: see Browne v Dawson. As Sir Frederick Pollock put it in his book on Torts:

 

'A trespasser may in any case be turned off land before he has gained possession, and he does not gain possession until there has been something like acquiescence in the physical fact of his occupation on the part of the rightful owner.'

 

Even though the owner himself should use force, then so long as he uses no more force than is reasonably necessary, he is not himself liable either criminally or civilly. He is not liable criminally (1) because it was said in the old times that none of the statutes of forcible entry apply to the expulsion by the owner of a tenant at will: see Anon (1970); R v Dormy; R v Bathurst; but, even if this is no longer true, (2) in any case the statutes only apply to the expulsion of one who is in possession: see R v Child. They do not apply to the expulsion of a trespasser who has no possession. The owner was not civilly liable because the owner is entitled to turn out a trespasser using force, no more than is reasonably necessary: see Hemmings v Stoke Poges Golf Club.”

 

136.    Πρόσθεσε ο Lord Denning ότι η αυτοβοήθεια σε μια πολιτισμένη κοινωνία δεν πρέπει να ενθαρρύνεται. Τα Δικαστήρια πρέπει να παρέχουν θεραπεία κατά τρόπο αποτελεσματικό και σε σύντομο χρόνο ώστε να καθιστούν την αυτοβοήθεια μη αναγκαία.

 

137.    Ωστόσο, σε σχέση με τους tenants – ενοικιαστές - ή σε κάθε περίπτωση πρόσωπα τα οποία είχαν αναλάβει κατοχή νόμιμα κατέστη ξεκάθαρο ότι ο ιδιοκτήτης δεν έχει στη φαρέτρα του το δικαίωμα της αυτοβοήθειας:

 

“I must point out, however, that I have referred so far only to squatters who enter without any colour of title at all. It is different with a tenant who holds over after his term has come to an end or after he has been given notice to quit. His possession was lawful in its inception. Even after the tenancy is determined, he still has possession. If he remains in possession and in occupation, there is high authority for saying that the owner is not entitled to take the law into his own hands and remove the tenant by force. He should go to the court and get an order for possession... In my opinion, therefore, when a tenancy has come to an end, the landlord is not entitled to take possession except by an order of the court; and, on making the order, the court has power to fix a date for possession. [...]

 

Thus far I have spoken of tenants whose tenancy has come to an end. The same applies to a servant who is given exclusive occupation during his employment. If it comes to an end, he cannot be turned out except by order of the court: see s 32 of the Rent Act 1965; and on making such an order the court has power to fix a date for possession to be recovered.”

 

138.    Κατά την άποψη μου η πιο πάνω νομολογία πλέον θα πρέπει να διαβάζεται και να ερμηνεύεται και υπό το φως του Άρθρου 8 της ΕΣΔΑ και του Άρθρου 15 του Συντάγματος στο πλαίσιο της υποχρέωσης των Δικαστηρίων με βάση το Άρθρο 35 του Συντάγματος να διασφαλίζουν την προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Με βάση τη νομολογία του ΕΔΑΔ επαρκείς και συνεχείς δεσμοί με το χώρο είναι αρκετοί για να θεωρηθεί ένα υποστατικό ως κατοικία εν τη εννοία του Άρθρου 16 και Άρθρου 8 της ΕΣΔΑ (Sargsyan v. Azerbaijan [GC], no. 40167/06, § 253, ECHR 2015). Εφόσον διαπιστωθεί ότι το συγκεκριμένο υποστατικό αποτελεί κατοικία τότε είναι φυσικό ότι η βασική προστασία που παρέχεται είναι το δικαίωμα πρόσβασης και κατοχής και φυσικά η απαγόρευση εκδίωξης από το συγκεκριμένο χώρο. Η ουσία του δικαιώματος έγκειται στην εξασφάλιση του απαραβίαστου της κατοικίας χωρίς έξωθεν παρενοχλήσεις από την είσοδο αρχών σε κατοικία χωρίς την συναίνεση του ενοίκου (Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο, Κ. Παρασκευά, 2015).

 

139.    Στην Jansons v. Latvia, Application No. 1434/14, 08.09.2022, ο αιτητής είχε εκδιωχθεί από την οικία του χωρίς να υπάρχει σχετικό διάταγμα. Το ΕΔΑΔ αρχικά ανέφερε ότι η έννοια της κατοικίας δεν περιορίζεται στα υποστατικά τα οποία κατέχονται νόμιμα:

 

“52. The Court has consistently held that the concept of “home” within the meaning of Article 8 is not limited to those premises which are lawfully occupied or which have been lawfully established.”

 

140.    To ΕΔΑΔ καταδίκασε τη Λετονία και επιδίκασε €8.000 ως non pecuniary damage – μη υλική ζημιά, διότι ο αιτητής είχε υποστεί έξωση από την κατοικία του χωρίς να υπάρξει πρώτα καθορισμός του δικαιώματος του να διαμένει στο διαμέρισμα, χωρίς να διαγνωστεί το δικαίωμα του να διαμένει σε αυτό από  το  Δικαστήριο, ενώ ξεκάθαρα υπήρχε διαφορά μεταξύ του αιτητή και του νέου ιδιοκτήτη του διαμερίσματος και  το δίκαιο  της  Λετονίας  απαιτούσε  προγενέστερο δικαστικό  έλεγχο πριν από την έξωση (παράγραφοι 87 και 88 της απόφασης).

 

141.    Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Thanos Hotels Ltd κ.ά. v. Ιωακείμ (2004) 1(Β) Α.Α.Δ. 1167, ο Εφεσίβλητος, ο οποίος ήταν εκπαιδευτής καταδύσεων, δυνάμει συμφωνίας ενοικίασε και/ή του παραχωρήθηκε από την Εφεσείουσα 1 έναντι μηνιαίου ενοικίου υποστατικό στην παραλία ξενοδοχείου του οποίου η Εφεσείουσα 1 ήταν ιδιοκτήτης, το οποίο ο Εφεσίβλητος χρησιμοποιούσε για επαγγελματικούς σκοπούς. Σύμφωνα με εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, η σχέση μεταξύ Εφεσείουσας 1 και του Εφεσίβλητου ήταν κατοχή των ενοικιασθέντων υποστατικών με βάση άδεια χρήσης (license) και όχι δυνάμει ενοικίασης (tenancy). Η άδεια χρήσης είχε εκπνεύσει και ο Εφεσίβλητος είχε απωλέσει το δικαίωμα του για παραμονή στο υποστατικό.

 

142.    Ως εκ τούτου, η συνέχιση της κατοχής του υποστατικού από τον Εφεσίβλητο συνιστούσε επέμβαση στο ακίνητο της Εφεσείουσας 1 που θεμελίωνε αγώγιμο δικαίωμα της Εφεσείουσας 1, η οποία όμως, αντί να διεκδικήσει το δικαίωμα της δικαστικώς, επέλεξε όπως, με τη συνδρομή της Εφεσείουσας 2 - εταιρείας που ασχολείτο με την προσφορά υπηρεσιών επ' αμοιβή σε θέματα ασφάλειας - πάρουν το νόμο στα χέρια τους και εκδιώξουν τον Εφεσίβλητο από το υποστατικό. Επιβάλλετο, κατά το Πρωτόδικο Δικαστήριο, η παρεμβολή της δικαστικής εξουσίας για την έξωση του Εφεσίβλητου.

 

 

143.    Το Ανώτατο Δικαστήριο έκανε δεκτή την έφεση ανατρέποντας την πρωτόδικη Απόφαση με το εξής σκεπτικό αναφέροντας όμως ότι τα περιστατικά της εν λόγω υπόθεσης ήταν ιδιάζοντα:

 

«Στρεφόμενοι στα γεγονότα της δικής μας περίπτωσης και βασιζόμενοι ιδιαίτερα στα όσα λέχθηκαν στη Kennedy Hotels Ltd. (ανωτέρω) όπου γίνεται αναφορά σε βίαιη έξωση, καταλήγουμε ότι η εν λόγω υπόθεση, σε τελική ανάλυση διαφοροποιείται από την παρούσα. Στην υπόθεση Kennedy Hotels Ltd. ο τρόπος που ενήργησαν οι εναγόμενοι δηλαδή που κατεδάφισαν μέρος της σκάλας και της στέγης του διαμερίσματος που κατοικούσε ο ενάγων, ήταν σίγουρα ενέργεια που εμπεριείχε έντονα στοιχεία αλαζονείας και θρασύτητας ούτως ώστε άξιζε τιμωρία από πολιτικό δικαστήριο. Στη δική μας περίπτωση από τη στιγμή που το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε όλες τις χρηματικές αποζημιώσεις του ενάγοντα αφού χαρακτήρισε τούτον (όπως και τη σύζυγο του) ως αναξιόπιστους μάρτυρες και αφού δέχθηκε την εκδοχή των εναγομένων ότι η μετακίνηση των αντικειμένων (κινητής περιουσίας του ενάγοντα) έγινε με προσεκτικό τρόπο ώστε να μην καταστραφεί οτιδήποτε, καθώς και το γεγονός ότι δεν υπάρχει εύρημα ως προς τον τρόπο εισόδου στο εν λόγω υποστατικό, παρόλο που έκρινε αξιόπιστους τους μάρτυρες των εναγομένων, κρίνουμε ότι η περίπτωση δεν ήταν κατάλληλη για επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων. Εσφαλμένα το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι η συμπεριφορά των εναγομένων προκάλεσε ζημιά στον ενάγοντα τη στιγμή που τον έκρινε αναξιόπιστο και απέρριψε όλες τις οικονομικές του αξιώσεις. Σημειώνουμε ότι ο ενάγων-εφεσίβλητος δεν καταχώρησε αντέφεση για να αμφισβητήσει τα ευρήματα του δικαστηρίου ότι (α) ήταν αναξιόπιστος και (β) ότι δεν απέδειξε τις ζημιές του.  Έτσι με τα ιδιάζοντα γεγονότα αυτής της υπόθεσης και καθιστώντας το σαφές ότι με κανένα τρόπο δεν ενθαρρύνουμε τη διαδικασία της ανάκτησης κατοχής ενός ακινήτου έξω από τα πλαίσια της δικαστικής διαδικασίας, καταλήγουμε να δεχθούμε την έφεση.»

 

144.    Το Δικαστήριο εντόπισε και την πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Κυριάκος Δημήτρη ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (Πολ. Εφ. 205 / 2016, 09.01.2025) η οποία αφορούσε την έξωση παράνομου κατόχου από ακίνητο και στην οποία γίνεται αναφορά στην θεραπεία της αυτοβοήθειας. Στην εν λόγω υπόθεση κρίθηκε ότι ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών νομιμοποιείτο να ανακτήσει την κατοχή του ακινήτου εξασκώντας, προς τούτο, το σχετικό δικαίωμα που ρητά του παρείχετο από το άρθρο 15(3) του περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου του 1991, Ν. 139/1991 και έχοντας προηγουμένως επιδώσει στον Εφεσείοντα την προβλεπόμενη από το Νόμο γραπτή προειδοποίηση για την πρόθεση του για ανάκτηση κατοχής. Η παρούσα υπόθεση διακρίνεται από την προαναφερόμενη καθότι εν προκειμένω δεν υπάρχει αντίστοιχη νομοθετική εξουσιοδότηση και διαδικασία για ανάκτηση κατοχής.

iii.      Ιδιοποίηση, Παράνομη Κατακράτηση και Παράνομη επέμβαση σε κινητή περιουσία

 

145.    Από την Έκθεση Απαίτησης προκύπτει ότι ο Ενάγοντας στήριξε την απαίτηση του και στα αστικά αδικήματα της ιδιοποίησης, παράνομης κατακράτησης και παράνομης επέμβασης σε κινητή περιουσία της αν και στην οπισθογράφηση της Έκθεσης Απαίτησης ζητούνται ειδικές αποζημιώσεις για ποσό το οποίο κλάπηκε και ένα άλλο ποσό για περιουσιακά στοιχεία τα οποία πέταξε ο Εναγόμενος 1 και καταστράφηκαν.

 

146.    Στο κοινοδίκαιο αναγνωρίζονταν μόνο τα αστικά αδικήματα της παράνομης επέμβασης σε αγαθά (trespass to goods), της παράνομης κατακράτησης (detinue) και της ιδιοποίησης (conversion). Στην Αγγλία, με τη θέσπιση του Torts (Interference With Goods) Act 1977, το αστικό αδίκημα της παράνομης κατακράτησης καταργήθηκε.

 

147.    Στο Κεφ. 148 οι σχετικές αναφορές για τα αστικά αδικήματα της παράνομης κατακράτησης (άρθρα 37 και 38) και της ιδιοποίησης (άρθρα 39 - 42) ενώ σχετικό με το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης είναι το άρθρο 44.

 

148.    Σύμφωνα με το άρθρο 37 του Κεφ. 148, το αστικό αδίκημα της παράνομης κατακράτησης πράγματος συνίσταται σε παρακράτηση πράγματος και άρνηση επιστροφής του στον ενάγοντα ή παρεμπόδιση του ενάγοντα από ανάληψη κατοχής του. Απόλυτα διαφωτιστικό ως προς τα συστατικά στοιχεία του υπό εξέταση αστικού αδικήματος είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση ΑΡΤΕΜΙΟΣ ΠΑΠΑΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ν. ΚΩΣΤΑ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗ & ΣΥΝΕΤΑΙΡΟΙ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 118/2010, 16.12.2015:

 

 «[...] το βασικό στοιχείο του αστικού αδικήματος της κατακράτησης είναι η άρνηση επιστροφής του αντικειμένου όταν αυτή απαιτηθεί.  Η κυριότητα του αντικειμένου δεν είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την έγερση αγωγής με βασικό στοιχείο πάντοτε να είναι το παράνομο της κράτησης από τον μη δικαιούχο.  Η κατακράτηση («detinue»), δίνει δικαίωμα στον ενάγοντα να ζητήσει και επιστροφή του αντικειμένου σε αντίθεση με την ιδιοποίηση («conversion»), η οποία δίνει δικαίωμα σε αποζημιώσεις επί προσωπικού επιπέδου, (δέστε Salmond on the Law of Torts 16η έκδ. σελ. 92-3, 96-8 και 113 και Ogus on Damages σελ. 148-9).

 

149.    Στην απόφαση BRAINVIBES LTD ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Πολ. Εφ. 193 / 2013, 31.10.2019 το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε εκ νέου στο αστικό αδίκημα της παράνομης κατακράτησης, το οποίο συντελείται όταν ο παρακρατών το πράγμα αρνείται την επιστροφή του στον ιδιοκτήτη ή τον παρεμποδίζει από την ανάληψη της κατοχής του, εφόσον αποδεικνύεται άρνηση επιστροφής με κατάλληλη μαρτυρία το αδίκημα στοιχειοθετείται.

150.    Το αστικό αδίκημα της ιδιοποίησης διέπεται από το άρθρο 39 του Κεφ. 148 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα:

 

«Iδιoπoίηση συνίσταται σε παράvoμη φυσική πράξη η οποία επηρεάζει κινητή ιδιοκτησία και εδραιώνει αξίωση να χειρίζεται αυτή με τρόπο ασυμβίβαστo με τα δικαιώματα oπoιoυδήπoτε προσώπου που δικαιούται στην άμεση κατοχή της».

 

151.    Επιγραμματικά μπορεί να λεχθεί ότι είναι ιδιαίτερα δυσχερής ο εξαντλητικός καθορισμός ενεργειών που δύναται να συνιστούν ιδιοποίηση, πλην όμως κατά κανόνα, άπτεται περιστάσεων υπό τις οποίες ένα πρόσωπο προβαίνει σε πράξη επί κινητής περιουσίας που ανήκει σε άλλο πρόσωπο εκεί όπου:

 

(α)     η πράξη του εναγομένου είναι αντίθετη προς τα δικαιώματα του κυρίου ή του κατά νόμον δικαιούχου της κατοχής (“the essence of the wrong was the unauthorized dealing with the claimant’s chattel so as to question or deny his title to it”, Clerk & Lindsell, 22η έκδοση, 17-06)·

(β)     η εν λόγω πράξη είναι ηθελημένη και όχι τυχαία· και

(γ)     η πράξη αυτή είναι τέτοιας έκτασης ώστε να επηρεάζει ουσιωδώς τα δικαιώματα του ιδιοκτήτη, κατά τρόπο ώστε κατ' ουσία να απολήγει σε αποστέρηση της χρήσης και κατοχής του πράγματος.

 

152.    Περαιτέρω στην παράγραφο 16-08 στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts (23η έκδοση), παρατίθενται οι συνήθεις ενέργειες που συνθέτουν τη διάπραξη της ιδιοποίησης και που περιγράφονται ως εξής:

 

"It is not possible to categorise exhaustively all modes of conversion for while some acts are necessarily an absolute abrogation of the claimant's rights and deprive him of the whole value of his interest in the goods, there may be others where the courts retain a degree of discretion in deciding whether those acts amount to a sufficient deprivation. Nevertheless, the principal ways in which a conversion may take place can be set out under the following headings, dealt with more fully below:

(a)  when property is wrongfully taken or received by someone not entitled to do so;

(b)  when it is wrongfully parted with;

(c)  when it is lost by a bailee in breach of his duty to the bailor;

(d)  when it is wrongfully sold, even without delivery, so as to pass good title to the buyer;

(e)  when it is wrongfully retained;

(f)  when it is wrongfully misused or destroyed; and

(g)  when the defendant, without physically interfering with it, wrongfully denies access to it to the claimant."

153.    Στην Αγγλική απόφαση του House of Lords Kuwait Airways Corp v Iraqi Airways Co. (Nos 4 and 5) [2002] UKHL 19, [2002] 2 A.C. 883 αναφέρθηκαν τα εξής καθοδηγητικά σχετικά  με το αστικό αδίκημα της ιδιοποίησης:

 

"40.  The judicially approved description of the tort in Clerk & Lindsell encapsulates, in different language, these basic ingredients. The flaw in IAC's argument lies in its failure to appreciate what is meant in this context by 'depriving' the owner of possession. This is not to be understood as meaning that the wrongdoer must himself actually take the goods from the possession of the owner. This will often be the case, but not always. It is not so in a case of successive conversions. For the purposes of this tort an owner is equally deprived of possession when he is excluded from possession, or possession is withheld from him by the wrongdoer.

 41.  Whether the owner is excluded from possession may sometimes depend upon whether the wrongdoer exercised dominion over the goods. Then the intention with which acts were done may be material. The ferryman who turned the plaintiff's horses off the Birkenhead to Liverpool ferry was guilty of conversion if he intended to exercise dominion over them, but not otherwise: see Fouldes v Willoughby (1841) 8 M & W 540 .

 42.  Similarly, mere unauthorised retention of another's goods is not conversion of them. Mere possession of another's goods without title is not necessarily inconsistent with the rights of the owner. To constitute conversion detention must be adverse to the owner, excluding him from the goods. It must be accompanied by an intention to keep the goods. Whether the existence of this intention can properly be inferred depends on the circumstances of the case. A demand and refusal to deliver up the goods are the usual way of proving an intention to keep goods adverse to the owner, but this is not the only way."

 

154.    Περαιτέρω, στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, Tort (Volume 97A (2021))  στην παράγραφο 206 καταγράφονται τα εξής σε σχέση με τη διάπραξη του αστικού αδικήματος της ιδιοποίησης μέσω της λήψης κατοχής κινητής περιουσίας:

 

"Probably the most common example of a conversion is an unauthorised taking of possession of a claimant's chattel. The taking is not in itself a conversion; rather, all the basic elements of conversion must be present in the taking. The taking must be both deliberate and to the exclusion of the claimant. 

[...] It does not matter if the defendant is the first, second or tenth person to take possession; all that is required is that in taking possession the defendant must have excluded others, including the claimant, from the chattel".

 

155.    Για την παρούσα υπόθεση είναι σημαντικό αυτό που αναφέρεται στην παράγραφο 17-14 του συγγράμματος Clerk & Lindsell on Torts (22nd edn.). Η βίαιη ανάκτηση κατοχής υποστατικών και η συνεπακόλουθη άρνηση παράδοσης των πραγμάτων δεν αποτελεί ιδιοποίηση εκτός και αν ο εναγόμενος σε μεταγενέστερο στάδιο τα χρησιμοποιεί (uses or deals with them). Θα πρέπει ο εναγόμενος να συμπεριφερθεί κατά τρόπο που είναι ασυμβίβαστος με τα δικαιώματα του ιδιοκτήτη (defendant evinced an intention thereby to exercise domination over the goods).

 

156.    Από την άλλη, αποτελεί ιδιοποίηση η σκόπιμη – με πρόθεση (deliberate) παράνομη καταστροφή ενός πράγματος χωρίς εξουσιοδότηση.

 

157.    Στο άρθρο 44 του Κεφ. 148 καταγράφονται τα συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος της παράvoμης επέμβασης σε κινητή ιδιοκτησία η οποία συνίσταται:

 

«(α) σε παράvoμη διατάραξη της ιδιοκτησίας αυτής ή σε παράvoμη παρέμβαση σε αυτή͘  ή

 (β) σε oπoιαδήπoτε παράvoμη πράξη η οποία ευθέως προκαλεί ζημιά σε αυτή,

εφόσον η διατάραξη ή η παρέμβαση αυτή προκλήθηκε ή η πράξη αυτή τελέστηκε από κάποιο πρόσωπο.

 

(2) Σε αγωγή που εγείρεται για παράvoμη επέμβαση σε κινητή ιδιοκτησία το βαράς της απόδειξης ότι η πράξη για της οποία εγείρεται η αγωγή δεν ήταν παράvoμη φέρει o εvαγόμεvoς»

 

158.       Το αστικό αδίκημα της παράνομης παρέμβασης σε κινητή περιουσία καταπιάνεται με συμπεριφορά που έχει ως αποτέλεσμα την άμεση παρέμβαση στο δικαίωμα της κατοχής. Η φυσική παρέμβαση σε κινητή περιουσία που δεν έχει επιτραπεί από τον κύριο της και που έχει ως αποτέλεσμα να απωλεσθεί ή να καταστραφεί η περιουσία συντελεί το συγκεκριμένο αστικό αδίκημα (Clerk and Lindsell, ανωτέρω, παράγραφος 16-132). Εκεί φυσικά όπου υπάρχει συγκατάθεση είτε ρητή είτε εξυπακουόμενη τότε αυτό αποτελεί υπεράσπιση σε μια τέτοια αξίωση (Clerk and Lindsell, ανωτέρω, παράγραφος 16-141).

 

159.       Το να αγγίξει κάποιος τυχαία ένα αντικείμενο το οποίο ανήκει σε κάποιον άλλο δεν αποτελεί παράνομη επέμβαση σε κινητή ιδιοκτησία. Ο εναγόμενος θα πρέπει να ξεπεράσει το κατώφλι της κοινωνικά αποδεκτής συμπεριφοράς ούτως ώστε το άγγιγμα ενός αντικειμένου να θεωρηθεί ως παράνομη επέμβαση σε κινητή περιουσία.

 

160.       Εάν προκληθεί ζημιά στο αντικείμενο τότε στοιχειοθετείται η παράνομη επέμβαση. Η επέμβαση σε κινητή ιδιοκτησία πρέπει να είναι άμεση και να συνοδεύεται από ένοχη διάνοια (some blameworthy state of mind). Επομένως αν η επέμβαση είναι ακούσια δεν αποδεικνύεται η παράνομη επέμβαση. Αναφέρεται στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell ότι “ it is sufficient that he intended to do the act complained of, or was negligent in producing an injury; he need not foresee the legal consequences of his interference”.

 

161.       Για να εγερθεί αγωγή για παρέμβαση σε κινητή ιδιοκτησία ο Ενάγων πρέπει να έχει την κατοχή της ιδιοκτησίας.

 

162.       Το αστικό αδίκημα της παρέμβασης σε κινητή ιδιοκτησία είναι αγώγιμο per se. Όταν προκληθεί ζημιά σε κινητή ιδιοκτησία ο ενάγων δικαιούται σε αποζημίωση για τη ζημιά η οποία προκλήθηκε ως άμεσο αποτέλεσμα της παρέμβασης πλέον τη ζημιά η οποία συνεπάγεται (consequential loss).

 

163.       Μπορεί το Δικαστήριο να απονέμει γενικές αποζημιώσεις; Στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell, παρ. 17 -138 αναφέρεται ότι:

 

“In a suitable case (for example, wrongful eviction), a substantial award for trespass to goods may be made despite the lack of proved pecuniary damage. Aggravated damages may be awarded where appropriate, as may punitive damages.”

 

 

ΣΤ. ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΣΤΙΣ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΕΣ ΝΟΜΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ

 

164.    Καταρχάς, επισημαίνεται ότι στην Έκθεση Απαίτησης δικογραφήθηκαν γεγονότα από τα οποία μπορεί να συναχθεί ότι η βάση αγωγής είναι παράνομη επέμβαση στην Κατοικία και παράνομη επέμβαση σε κινητή περιουσία.

 

165.    Εν προκειμένω, δεν αμφισβητήθηκε ότι ο Ενάγων διαμένει στην Κατοικία από το 1983. Εκτός από ισχυρισμούς κατά την αντεξέταση, οι οποίοι παρέμειναν μετέωροι, δεν έχει αμφισβητηθεί ότι ο Ενάγων κατοικεί στην Κατοικία από το 1983. Δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να δείχνει ότι Ενάγων δεν κατείχε νόμιμα την Κατοικία μέχρι την ημερομηνία που του ζητήθηκε να παραδώσει την κατοχή της δια του Τεκμηρίου 2.

 

166.    Ο Ενάγων αναφέρθηκε σε συμφωνία μεταξύ του πατέρα του και του τέως Μητροπολίτη Μόρφου με βάση την οποία ο ιερέας του Ναού θα μπορούσε να διαμένει με την οικογένεια του στην Κατοικία. Η συμφωνία αυτή, κατά την θέση του, καλύπτει και τη διαμονή στην Κατοικία των μελών της οικογένειας του πατέρα του Ενάγοντος. Η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε την ύπαρξη κάποιας συμφωνίας ωστόσο διαφωνεί με τους όρους αυτής προβάλλοντας τη θέση ότι η συμφωνία δεν καλύπτει τον Ενάγοντα ο οποίος δεν είναι ιερέας, έστω και αν είναι μέλος της οικογένειας του αποβιώσαντα ιερέα του Ναού.

 

167.    Εν πάση περιπτώσει, αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι όταν ο Ενάγων κατέστη κάτοχος της Κατοικίας είχε δικαίωμα κατοχής της. Δεν επρόκειτο δηλαδή περί επεμβασία (squatter) ο οποίος ανέλαβε παράνομα κατοχή της Κατοικίας. Η κατοχή από τον Ενάγοντα ήταν νόμιμη κατά την έναρξη της (possession lawful in its inception). Δεν προσκομίστηκε μαρτυρία σε σχέση με τον ισχυρισμό στην Υπεράσπιση των Εναγόμενων ότι ο Ενάγων δεν κατοικούσε στην Κατοικία πριν από τον θάνατο του πατέρα του.

 

168.    Δεν αμφισβητήθηκε ότι ιδιοκτήτης της Κατοικίας είναι η Εκκλησιαστική Επιτροπή του Ιερού Ναού Αποστόλου Λουκά Ορούντας αν και ο Ενάγων αρχικά θεωρούσε πως η γη ανήκει στη Μητρόπολη.

 

169.    Ο Ενάγων κατά τον ουσιώδη χρόνο ήτο κάτοχος της Κατοικίας έχοντας αποκλειστική κατοχή. Νομιμοποιείται δηλαδή να εγείρει αγωγή για παράνομη επέμβαση στην Κατοικία, έστω και αν ο ιδιοκτήτης της Κατοικίας επιθυμεί την έξωση του.

 

170.    Δεν προσκομίστηκε μαρτυρία από τους Εναγόμενους και το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να γνωρίζει για το κατά πόσον ο Εναγόμενος 1 ήταν απεσταλμένος από ή αντιπρόσωπος της Εκκλησιαστικής Επιτροπής, ή εν πάση περιπτώσει υπό ποια ιδιότητα ο Εναγόμενος 1 αποφάσισε να εισέλθει στην Κατοικία και να προβεί σε έξωση του Ενάγοντος. Υπήρξε απόφαση της Εκκλησιαστικής Επιτροπής ή εξουσιοδότηση της Εκκλησιαστικής Επιτροπής προς τον Εναγόμενο 1; Έστω και αν ο Εναγόμενος 1 είναι παραδεκτό ότι ήταν ο ιερέας του Ναού, δεν μπορεί το Δικαστήριο να προβεί σε εικασίες ως προς την εξουσιοδότηση του από τον ιδιοκτήτη της Κατοικίας να εισέλθει και να ανακτήσει δια της βίας την κατοχή του υποστατικού.

 

171.    Η Εκκλησιαστική Επιτροπή στις 19.04.2017 (παραλήφθηκε στις 22.04.2017) απηύθυνε επιστολή (Τεκμήριο 2) προς τον Ενάγοντα αναγνωρίζοντας ότι κατείχε την Κατοικία και τον κάλεσε όπως εντός 15 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της επιστολής τερματίσει την παράνομη επέμβαση / κατοχή της Κατοικίας και να παραδώσει ελεύθερη κατοχή στην «Εκκλησιαστική Επιτροπή». Σε αντίθετη περίπτωση «έχουμε οδηγίες να λάβουμε δικαστικά μέτρα εναντίον σας χωρίς άλλη προειδοποίηση», αναφέρουν οι δικηγόροι της Εκκλησιαστικής Επιτροπής με βάση τις οδηγίες των πελατών τους. Η πράξη του Εναγόμενου 1 να εισέλθει στην Κατοικία στις 30.11.2017, ήτοι επτά περίπου μήνες μετά την επιστολή, για να ανακτήσει την κατοχή της είναι αντίθετη με την εκδηλωθείσα δια του Τεκμηρίου 2 πρόθεση του ιδιοκτήτη της Κατοικίας να ασκήσει δικαστικά μέτρα σε περίπτωση που ο Ενάγων δεν παρέδιδε ελεύθερη κατοχή.

 

172.    Δεν αμφισβητήθηκε ότι υπήρξε είσοδος στην Κατοικία από τον Εναγόμενο 1. Αποδείχθηκε επίσης ότι ο Εναγόμενος 1 εξασφάλισε την είσοδο του στην Κατοικία από το παράθυρο του μπάνιου, χωρίς τη συναίνεση του Ενάγοντος. Η είσοδος δηλαδή στην Κατοικία θεωρείται βίαιη.

 

173.    Επομένως, ο Ενάγων μπορούσε να κινήσει αγωγή για παράνομη επέμβαση εναντίον ενός προσώπου ο οποίος παρέμβηκε στο δικαίωμα κατοχής του. Όπως προαναφέρθηκε στη παράγραφο 122 ανωτέρω, “He [ο κάτοχος] may sue in trespass anyone who disturbs his possession, and in such an action it is no answer for the defendant to show that the title and right to possession is in another person. Jus tertii is no defence to the action unless the defendant can show that the act complained of was done by the authority of the true owner.”

 

174.    Εν προκειμένω όμως, δεν προσκομίστηκε μαρτυρία από τους Εναγόμενους πέραν της μαρτυρίας του ΜΥ1 ο  οποίος  απλώς  κατέθεσε  αντίγραφα  του κατηγορητηρίου και της απόφασης στην ιδιωτική ποινική υπόθεση μεταξύ των ίδιων μερών. Όπως προανέφερα δεν είναι καν εμφανές ποια είναι η υπεράσπιση των Εναγομένων στην αγωγή. Όπως επίσης προαναφέρθηκε, στην Υπεράσπιση τους μόνο μια γενική άρνηση υπάρχει. Παράλληλα, ουδόλως αμφισβητήθηκε κατά την ακρόαση και κατά την αντεξέταση των μαρτύρων του Ενάγοντος ότι υπήρξε επέμβαση στην Κατοικία. Αμφισβητήθηκε μόνο το κατά πόσον υπήρξε βίαιη είσοδος στην Κατοικία, ήτοι αν μπήκαν από το παράθυρο του μπάνιου.

 

175.    Επίσης προωθήθηκε το επιχείρημα ότι εν τέλει ο Ενάγων δεν εκδιώχθηκε από την Κατοικία. Στην αγόρευση της Υπεράσπισης αναφέρεται μόνο ότι δεν προσκομίστηκε μαρτυρία για το ότι ο Εναγόμενος 1 εισήλθε στην Κατοικία δια της βίας. Αναφέρεται επίσης ότι δεν υπήρξε έξωση καθότι εν τέλει επιτράπηκε στον Ενάγοντα να εισέλθει και να συνεχίσει να διαμένει εντός της Κατοικίας.

 

176.    Δεν προσκομίστηκε τίτλος ιδιοκτησίας αλλά ούτε και μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει πως ο Εναγόμενος 1 ήταν εξουσιοδοτημένος από την Εκκλησιαστική Επιτροπή να προβεί σε έξωση. Τα κίνητρα του Εναγόμενου 1 παραμένουν άγνωστα, ενώ μόνο εικασίες μπορούν να γίνουν ως προς την ιδιότητα του Εναγόμενου 1 όταν προέβη στις επίδικες πράξεις.

 

177.    Προβλημάτισε έντονα το Δικαστήριο το κατά πόσον από το παραδεκτό γεγονός ότι ο Εναγόμενος 1 είναι ο ιερέας του Ναού μπορεί να συναχθεί ότι είχε και την αναγκαία εξουσιοδότηση ή, εν γένει, εξουσία. Το Δικαστήριο δεν θεωρώ ότι έχει δικαστική γνώση ως προς τη σύσταση, σύνθεση και τρόπο λειτουργίας και λήψης αποφάσεων μιας εκκλησιαστικής επιτροπής. Το δε βάρος απόδειξης ως προς την εξουσιοδότηση του ιδιοκτήτη ως υπεράσπιση για την επέμβαση το φέρει η υπεράσπιση η οποία επέλεξε να μην προσκομίσει μαρτυρία σε σχέση με αυτό το ουσιώδες για την υπόθεση ζήτημα.

 

178.    Η Υπεράσπιση επικεντρώθηκε στην έντονη αμφισβήτηση της οποιασδήποτε εμπλοκής του Εναγόμενου 2 στην υπόθεση και την απόρριψη οποιωνδήποτε ισχυρισμών ότι ο Εναγόμενος 1 ενεργούσε κατόπιν οδηγιών (ή ευλογιών) του Εναγόμενου 2. Ούτε καν ισχυρισμός δεν υπήρξε ως προς την εξουσιοδότηση του Ενάγοντος 1 από τον ιδιοκτήτη να προβεί στις επίδικές πράξεις ή να αναλάβει κατοχή του υποστατικού με τον τρόπο που την ανέλαβε.

 

179.    Θα πρέπει να αναφερθεί σε αυτό το σημείο ότι, σε κάθε περίπτωση, η πάροδος μακρού χρόνου από την ημερομηνία λήψης της επιστολής Τεκμήριο 2 στην οποία φαίνεται να υπάρχει παραδοχή ως προς την κατοχή της Κατοικίας από τον Ενάγοντα, εν προκειμένω συνιστά αποδοχή της κατοχής (acquiescence) η οποία αποκλείει τον ιδιοκτήτη από την άσκηση του δικαιώματος του για self-redress / αυτοβοήθεια. Η πάροδος μακρού χρόνου από τον τερματισμό της άδειας χρήσης του Ενάγοντος δια της επιστολής Τεκμήριο 2 χωρίς τη λήψη μέτρων έχει ως αποτέλεσμα να σμικρύνει το περιθώριο που ενδεχομένως να είχε ο ιδιοκτήτης για την λήψη μέτρων έξωσης χωρίς την εξασφάλιση Δικαστικού Διατάγματος.

 

180.    Επιπρόσθετα, δεν επρόκειτο για εξ υπαρχής παράνομη κατοχή από μέρους του Ενάγοντος, ως έχει προαναφερθεί, δεδομένου του ότι υπήρξε εύρημα ότι διαμένει στην Κατοικία από το 1983 στο πλαίσιο της άδειας χρήσης που δόθηκε στον πατέρα του.  Επίσης, ως αναφέρθηκε στην Burton, ανωτέρω, από το Court of Appeal, η δυνατότητα του ιδιοκτήτη να καταφύγει στην αυτοβοήθεια περιορίζεται σημαντικά και πρέπει να αποταθεί στο Δικαστήριο όταν δεν συντρέχει η προϋπόθεση του κατεπείγοντος (emergency) και/ή όταν υπάρχουν ενδεχομένως δύσκολα νομικά και πραγματικά ερωτήματα τα οποία πρέπει να αποφασιστούν. Επιπρόσθετα, εν προκειμένω, δεν πρόκειται για κάτι μικρό και ασήμαντο όπως π.χ. το κόψιμο ενός κλαδιού το οποίο επεμβαίνει σε περιουσία γείτονα, αλλά την έξωση ενός προσώπου το οποίο θεωρεί το εν λόγω υποστατικό ως την κατοικία του, έχοντας δεσμούς με το χώρο εδώ και σαράντα χρόνια.

 

181.    Κατά συνέπεια, κρίνω ότι στοιχειοθετήθηκε παράνομη επέμβαση από τον Εναγόμενο 1 στην Κατοικία της οποίας κάτοχος ήταν ο Ενάγων. Έστω και αν ο Ενάγων δεν κατέχει νόμιμα την Κατοικία, έχει κάποιο κατάλοιπο δικαιώματος καθότι απέδειξε ότι διάμενε εκεί από το 1983, αρχικά νόμιμα. Μετά τον θάνατο του αδειούχου πατέρα του διέμεινε στο Σπίτι ως μέλος της οικογένειας του με την ανοχή του ιδιοκτήτη. Ακόμα και όταν τερματίστηκε / ανακλήθηκε το δικαίωμα χρήσης με επιστολή (Τεκμήριο 2) ο Ενάγων αφέθηκε να παραμείνει στο Σπίτι για ακόμα 7 μήνες πριν από την απόπειρα έξωσης του.

182.    Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης προσομοιάζουν με τα γεγονότα της Kennedy. Η θέσμια ενοικιάστρια ήταν η μητέρα του ενάγοντος στην εν λόγω υπόθεση. Στην παρούσα περίπτωση, ο αδειούχος ή το πρόσωπο που είχε δικαίωμα αποκλειστικής κατοχής φαίνεται να ήταν ο πατέρας του Ενάγοντος και η οικογένεια του από τότε που ανεγέρθηκε η Κατοικία. Εν πάση περιπτώσει, η άδεια χρήσης τερματίστηκε από την Εκκλησιαστική Επιτροπή και ο Ενάγων παρέμεινε στην Κατοικία αρνούμενος να την εγκαταλείψει. Επιπρόσθετα, ο πατέρας του Ενάγοντος είχε αποβιώσει το 2015 και σε αυτήν διέμενε μόνος του ο Ενάγων.

 

183.    Αυτό δίδει αφενός το δικαίωμα στον Ιδιοκτήτη να λάβει μέτρα για την έξωση του. Αν ο Εναγόμενος 1 ήτο απεσταλμένος της ιδιοκτήτριας Εκκλησιαστικής Επιτροπής τότε θα έπρεπε να συζητηθεί το κατά πόσον η αυτοβοήθεια  (self-redress) ασκήθηκε εντός των επιτρεπόμενων ορίων ή αν ήταν δυσανάλογα βίαιη. Εν προκειμένω όμως, δεν προσκομίστηκε καμία μαρτυρία ως προς το κατά πόσον ο Εναγόμενος 1 ήταν εξουσιοδοτημένος από την Εκκλησιαστική Επιτροπή για να εισέλθει στην Κατοικία.

 

184.    Προσκομίστηκε μαρτυρία από τον Ενάγοντα ως προς το ότι ο Εναγόμενος 2 έδωσε οδηγίες στον Εναγόμενο 1 να προβεί σε έξωση του Ενάγοντος η οποία ωστόσο δεν έγινε δεκτή για τους λόγους που αναφέρθηκαν στην ενότητα της αξιολόγησης. Για το κατά πόσον ο Εναγόμενος 1 ήταν εξουσιοδοτημένος από την ιδιοκτήτρια της Κατοικίας μόνον εικασίες μπορούν να λάβουν χώρα και το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί τη βάσει εικασιών.

 

185.    Σε σχέση με τον Εναγόμενο 2, για τους λόγους που αναφέρονται στην ενότητα στην οποία λαμβάνει χώρα η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν αποδείχθηκε η εμπλοκή του στην υπόθεση ή ότι έδωσε οδηγίες ή τις ευλογίες του στον Εναγόμενο 1 να εισέλθει στην Κατοικία και να βγάλει έξω τα υπάρχοντα του Ενάγοντος. Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να αναφερθεί ότι είναι αμφίβολο το κατά πόσον η οποιαδήποτε ενέργεια «με τις ευλογίες» του Μητροπολίτη είναι ικανή να προσδώσει ευθύνη στο πρόσωπο το οποίο δίδει τις ευλογίες του, πόσω δε μάλλον αν το πρόσωπο αυτό είναι ιερωμένος.

 

186.    Δεδομένου του ότι αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος 1 άγγιξε, μετέφερε έξω από το Σπίτι και πέταξε αντικείμενα του Ενάγοντος τόσο στο δρόμο όσο και σε παρακείμενο οικόπεδο στοιχειοθετείται και η παράνομη επέμβαση σε κινητή ιδιοκτησία του Ενάγοντος.

 

187.    Εάν οι πράξεις αυτές λάμβαναν χώρα στο πλαίσιο έξωσης από τον ιδιοκτήτη ενδεχομένως να υπήρχε κάποια υπεράσπιση. Από τη στιγμή που δεν δόθηκε μαρτυρία ως προς το κατά πόσον ήταν ο ιδιοκτήτης που επιχειρούσε την έξωση του Ενάγοντος δια μέσου του Εναγόμενου 1 δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε υπεράσπιση. Ο Εναγόμενος 1 δεν είχε κανένα δικαίωμα να επέμβει επί της κινητής ιδιοκτησίας του Ενάγοντος.

 

188.    Προκλήθηκε επίσης ζημιά τουλάχιστον στο χαρτοφύλακα του πατέρα του Ενάγοντος καθώς και στο παράθυρο το οποίο χρησιμοποιήθηκε για να εισέλθει ο Εναγόμενος 1 μαζί με τα πρόσωπα που τον συνόδευαν εντός της Κατοικίας. Ο ΜΕ2 ανέφερε και δεν αμφισβητήθηκε ότι υπέστη και κάποια ζημιά η τηλεόραση του Ενάγοντος καθώς και ο αποκωδικοποιητής του τα οποία διόρθωσε.

 

189.    Συνεπακόλουθα, κρίνεται ότι αποδείχθηκε και η διάπραξη του αστικού αδικήματος της παράνομης παρέμβασης σε κινητή ιδιοκτησία. Παρά ταύτα, για τους λόγους που εξηγούνται στην ενότητα στην οποία λαμβάνει χώρα η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν αποδείχθηκε το αστικό αδίκημα της ιδιοποίησης σε σχέση με το ποσό των €5.000 σε μετρητά το οποίο ο Ενάγων ισχυρίστηκε ότι ιδιοποιήθηκε ο Εναγόμενος 1.

 

190.    Επίσης, δεν τέθηκε ότι για οποιοδήποτε αντικείμενο αξιώθηκε η επιστροφή του από τον Ενάγοντα και δεν επιστράφηκε. Συνεπώς, δεν στοιχειοθετήθηκε το αστικό αδίκημα της παράνομης κατακράτησης.

 

Ζ. ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ

 

i.          Ειδικές και Γενικές Αποζημιώσεις

 

191.    Σε σχέση με αποζημιώσεις για αδικοπραξίες οι οποίες επηρεάζουν την ακίνητη ιδιοκτησία αναφέρεται στο σύγγραμμα McGregor on Damages, 20th edn, παρ. 39-003 ότι το ζήτημα το οποίο τίθεται είναι το κατά πόσον οι αποζημιώσεις θα υπολογιστούν βάσει της μείωσης στην αξία της γης (diminution of the value of land), ή με βάση το κόστος αποκατάστασης (cost of reinstatement).

 

192.    Εν προκειμένω δεν προσκομίστηκε καμία μαρτυρία ως προς την αξία των αντικειμένων τα οποία υπέστησαν ζημιές. Δεν προσκομίστηκε σαφής μαρτυρία σε σχέση με το ποια αντικείμενα επισκευάστηκαν και ποια είχαν καταστραφεί ολοσχερώς και αντικαταστάθηκαν.

 

193.    Η δε ιδιοποίηση του ποσού των €5.000 δεν αποδείχθηκε για τους λόγους που εξηγούνται στην ενότητα στην οποία λαμβάνει χώρα η αξιολόγηση της μαρτυρίας.

 

194.    Ούτε και δόθηκε σαφής μαρτυρία σε σχέση με τον χρόνο ο οποίος δαπανήθηκε για να μετακινηθούν όλα τα αντικείμενα τα οποία είχαν τοποθετηθεί και πεταχτεί έξω από την Κατοικία, εντός αυτής. Αναφέρθηκε ότι ξεκίνησε να βρέχει και ότι ο Ενάγων είχε τη βοήθεια του ΜΕ2 στην μετακίνηση των πραγμάτων εντός της Κατοικίας.

 

195.    Σημειώνω ότι σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου οι ειδικές ζημιές πρέπει να εξειδικεύονται στην απαίτηση, να καταγράφονται στις έγγραφες προτάσεις με λεπτομέρεια και ν' αποδεικνύονται με αυστηρότητα, με σαφήνεια και με συγκεκριμένα στοιχεία. (βλ. Παναγιώτου ν. Φραγκέσκου κ.ά. (1999) 1 Α.Α.Δ. 687, Αλεξάνδρου ν. Ιωάννου (1996) 1 Α.Α.Δ. 1157, Χριστοδούλου ν. Αγαθοκλέους (1977) 1 Α.Α.Δ. 396, Ηρακλέους ν. Πίτρου (1994) 1 Α.Α.Δ. 239, Λοΐζου ν. Μουρτζή (1999) 1 Α.Α.Δ. 883, Μουττά ν. Γεωργίου κ.ά. (1998) 1 Α.Α.Δ. 1, Ζήνων Μερκής Λτδ. ν. Ελληνικής Τράπεζας (1999) 1 Α.Α.Δ. 1923, Παπαϊωάννου ν. Κωνσταντίνου (2008) 1 (Β) Α.Α.Δ. 1083).

 

196.    Στην παρούσα περίπτωση δεν αποδείχθηκαν οποιεσδήποτε ειδικές ζημιές.

 

197.    Το Δικαστήριο προβληματίστηκε ως προς το είδος της αποζημίωσης που πρέπει να επιδικάσει. Η γενική αρχή είναι ότι το Δικαστήριο θα πρέπει μέσω των αποζημιώσεων να επαναφέρει το θύμα της αδικοπραξίας στη θέση που ήταν προ της διάπραξης της, ήτοι η αρχή της αποκατάστασης. Η αποζημίωση που θα επιδικαστεί θα πρέπει να είναι και δίκαιη vis-à-vis τα μέρη.

 

198.    Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση BERENGARIA P. PAPAKOKKINOU AND OTHERS ν. PRINCESS ZENA DE TYRA KANTHER (1982) 1 CLR 65 αναφέρθηκε ότι

 

“There are no constraints to the choice of path leading to the assessment of damage. It is largely dependent on the facts of the particular case. So long as the award is designed to restore the injured party to the position he would enjoy but for the civil wrong, it will be upheld provided the outcome is also one reckoned as fair between the parties, which constitutes the second basic rule that governs the determination of damage in a given case. (C. R. Taylor (Wholesale) Limited v. Hepworths Limited [1977] 2 All E. R. 784 (May, J.). As Geoffrey Lane, L. J. emphasized in Services Europe Atlantique v. Stockholm [1978] 2 All E. R. 764, justice and fairness should illuminate the process of assessing damages in the case.”

 

199.    Αφενός ο Ενάγων δεν απέδειξε το ύψος οποιαδήποτε υλικής ζημιάς, αφετέρου το Δικαστήριο αποδέχθηκε τη μαρτυρία του και εξήγαγε σχετικό εύρημα ότι ως αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του Εναγόμενου 1 ο Ενάγων υπέστη βλάβη στα αισθήματα του, ένιωσε ντροπή, αβεβαιότητα, αγωνία, εξευτελισμό  και θύμα της καταδιωκτικής συμπεριφοράς του Εναγόμενου 1.  Λαμβάνω επίσης υπόψη μου ότι για παράνομη επέμβαση σε κινητή περιουσία μπορεί το Δικαστήριο να επιδικάσει και γενικές αποζημιώσεις.

 

200.    Στην Cleal and Another v Thomas [1983] Lexis Citation 295 επιδικάστηκε το ποσό των £1.000 ως αποζημίωση στους Ενάγοντες επειδή μετά από παράνομη έξωση έπρεπε να καθαρίσουν και συγυρίσουν το διαμέρισμα καθώς και για μερικά σπασμένα πιάτα και μαχαιροπήρουνα. Θεωρώ ότι είναι καθοδηγητική η εν λόγω υπόθεση διότι δεν προσκομίστηκε μαρτυρία για την αξία των εν λόγω αντικειμένων, ωστόσο το Court of Appeal αύξησε το ποσό της αποζημίωσης για να αντανακλά τον άσχημο τρόπο με τον οποίο ο Εναγόμενος είχε μεταχειριστεί τους Ενάγοντες.

 

201.    Γίνεται αναφορά στην Cleal στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell, παρ. 17-138: “In a suitable case (for example, wrongful eviction), a substantial award for trespass to goods can be made despite the lack of proved pecuniary damage. Aggravated damages may be awarded where appropriate, as may punitive damages”.

 

202.    Εν προκειμένω, κρίνω σκόπιμο όπως επιδικάσω ένα ποσό υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων  καθότι υπήρξε παράνομη επέμβαση στην Κατοικία στην οποία κάτοχος ήτο ο Ενάγων στο πλαίσιο της οποίας προκλήθηκαν ζημιές τόσο στην Κατοικία όσο και σε κινητή ιδιοκτησία του Ενάγοντος. Ο Ενάγων υποβλήθηκε σε ταλαιπωρία, απώλεια και ένιωσε ντροπιασμένος.

 

203.    Τρία πρόσωπα εισήλθαν με βίαιο τρόπο μέσα στο Σπίτι το οποίο κατείχε, αφαίρεσαν από αυτό τα προσωπικά του αντικείμενα και τα πέταξαν στο δρόμο ή στο παρακείμενο άδειο οικόπεδο και προκάλεσαν ακαταστασία και ζημιές εντός της Κατοικίας. Τα προαναφερόμενα έλαβαν χώρα μπροστά από γείτονες του και συγχωριανούς του από πρόσωπα τα οποία δεν ήταν ιδιοκτήτες της Κατοικίας και χωρίς απόδειξη ότι ήταν εξουσιοδοτημένοι προς τούτο από τους ιδιοκτήτες. Η καταστροφή τουλάχιστον του χαρτοφύλακα του πατέρα του Ενάγοντος, του παραθύρου του μπάνιου και η ζημιά στην τηλεόραση και τον αποκωδικοποιητή του Ενάγοντος αποδείχθηκαν. Υπήρξε επίσης εύρημα ότι ο Εναγόμενος 1 και τα δύο πρόσωπα που τον συνόδευαν προκάλεσαν ακαταστασία, μεταξύ άλλων αναποδογυρίζοντας έπιπλα και ρίχνοντας διάφορα αντικείμενα στο πάτωμα της Κατοικίας.

 

204.    Επί τη βάσει των όσων έχουν προαναφερθεί και καθοδηγούμενος από τις πιο πάνω αναφορές, επιδικάζεται υπέρ του Ενάγοντος και εναντίον του Εναγόμενου 1 το ποσό των €2.000 ως γενικές αποζημιώσεις για τους λόγους τους οποίους προανέφερα.

 

ii.         Τιμωρητικές / Παραδειγματικές Αποζημιώσεις

 

205.    Οι  τιμωρητικές αποζημιώσεις είναι ένα εξαιρετικό είδος αποζημιώσεων. Σκοπός των τιμωρητικών (punitive) ή παραδειγματικών αποζημιώσεων (exemplary damages) είναι η τιμωρία του εναγόμενου ως ένδειξη της απέχθειας με την οποία ο νόμος αντιμετωπίζει τέτοια αλόγιστη συμπεριφορά (Kanther, ανωτέρω, σελ. 75, Νικολάου ν. Επίσημου Παραλήπτη (2009) 1(Β) Α.Α.Δ. 1339, 1348, Κωνσταντίνου κ.ά. ν. Καραμεσίνη (2011) 1(Α) Α.Α.Δ. 715, 741 - 742 και Τσιβίκου ν. Γ.Ε. κ.α., ECLI:CY:AD:2018:A255, Πολιτική Έφεση 350/2011, 29/5/2018), ECLI:CY:AD:2018:A255 και δεν αποσκοπούν στην αποκατάσταση του θύματος, όπως είναι οι συνήθεις αποζημιώσεις.

 

206.    Η διαφορά μεταξύ των επαυξημένων και τιμωρητικών αποζημιώσεων φαίνεται να είναι περισσότερο θεωρητική, και οι επαυξημένες αποζημιώσεις μπορεί να καλύψουν όλες τις περιπτώσεις, εκτός από κάποιες σπάνιες περιστάσεις που ενδεχομένως να υπάρχουν ιδιάζοντα γεγονότα που να συνηγορούν υπέρ της κατ' εξαίρεση χορήγησης της θεραπείας των τιμωρητικών αποζημιώσεων.

 

207.    Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα Ενοχικό Δίκαιο στο Κοινοδίκαιο και το Κυπριακό Δίκαιο, Το Δίκαιο των Αστικών Αδικημάτων, Δεύτερος Τόμος, του Π. Γ. Πολυβίου, σελ. 908 αυτό το οποίο απαιτείται για την επιδίκαση τιμωρητικών / παραδειγματικών αποζημιώσεων είναι η επίδικη συμπεριφορά να είναι καταπιεστική, αυθαίρετη και να συνιστά επέμβαση σε κάποιο συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα.

 

208.    Στην Kanther το Ανώτατο Δικαστήριο φαίνεται ότι υιοθέτησε μια ευρύτερη προσέγγιση από αυτήν η οποία υιοθετήθηκε από τον Lord Devlin στην Rookes v. Barnard [1964] 1 All E. R. 367. Η Βουλή των Λόρδων στην Cassell & Co. v. Broome [1972] 1 All E. R. 801 παρότι επικύρωσε τις αρχές που έθεσε η Rookes v Barnard ανέφερε ότι οι τρεις κατηγορίες πρέπει να ερμηνεύονται και εφαρμόζονται διασταλτικά (όπως επισημαίνει και ο Δικαστής Πικής στην Kanther).

 

209.    Αναφέρθηκε στην Kanther  από τον Δικαστή Πική ότι:

 

“It is unnecessary to express a concluded opinion on the precise limits to an award of exemplary damages in these proceedings, nor need we pronounce finally on the applicability in Cyprus of the rules approved in Rookes; for, on any view of the law, defendant is liable to exemplary damages. If we were required to choose between the two streams of authority, our inclination would be, as presently advised, to follow the wider approach that permits the award of exemplary damages for tortuous conduct whenever such conduct is so intrinsically blameworthy as to deserve punishment from a civil court. In this way, civil law would retain an effective armoury for the suppression of contumacious conduct out of keeping with minimum acceptable norms of behaviour.”

 

 

 

210.    Ο Π.Γ. Πολυβίου (σελ.909) σχολιάζοντας το πιο πάνω απόσπασμα αναφέρει ότι:

 

«…[φ]αίνεται πως στο Κυπριακό Δίκαιο η προσέγγιση είναι ευρύτερη από τα όσα υιοθετήθηκαν στην Rookes v. Barnard και βασίζεται στην αρχή ότι τιμωρητικές αποζημιώσεις μπορεί να αποδοθούν όχι μόνο εκεί που ο εναγόμενος είχε συγκεκριμένο ελατήριο τον παράνομο πλουτισμό (ως αποτέλεσμα της μεμπτής συμπεριφοράς του) πέραν των οποίων επιδικαζόμενων αποζημιώσεων, αλλά και σε περιπτώσεις όπου η συμπεριφορά του εναγόμενου είναι τόσο απεχθής και απαράδεκτη με βάση τα κοινωνικά θέσμια ώστε τα Δικαστήρια πρέπει να έχουν τη δυνατότητα επιδίκασης τιμωρητικών αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα, με σκοπό την τιμωρία του εναγόμενου στο πλαίσιο του δημόσιου συμφέροντος και των όσων είναι αποδεκτά σε μια ευνομούμενη κοινωνία.»

 

211.    Το Δικαστήριο για να αποφασίσει αν ο ενάγων δικαιούται σε τιμωρητικές αποζημιώσεις λαμβάνει υπόψη του, μεταξύ άλλων, αν η συμπεριφορά του αδικοπραγήσαντα περιείχε στοιχεία αλαζονείας και κακίας ή αν είχε σκοπό να γελοιοποιήσει το θύμα (Kanther, ανωτέρω, σελ.77, Παπακόκκινου κ.α. ν. Δήμου Πάφου (1998) 1(B) Α.Α.Δ. 634, 650 και Παπακόκκινου κ.α. ν. Κουρέα κ.α. (2002) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1833, 1855) και την οικονομική του κατάσταση (Kanther, ανωτέρω, σελ.79, Μήτα ν. Γ. & Κ. Σοφοκλέους Λτδ (2003) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1952, 1958).

 

212.    Ο Εναγόμενος 1 εν προκειμένω ενήργησε κατά τρόπο αυθαίρετο, εξασφαλίζοντας είσοδο στην Κατοικία στην οποία ο Ενάγων διαμένει εδώ και 40 περίπου χρόνια και πέταξε τα υπάρχοντα του στο δρόμο. Τα γεγονότα αυτά εκτυλίχθηκαν στην παρουσία αριθμού προσώπων όπως συγχωριανούς και περαστικούς, ορισμένοι εκ των οποίων γνώριζαν των Ενάγοντα. Η συμπεριφορά του Εναγόμενου 1 περιείχε στοιχεία αλαζονείας και εκ των πραγμάτων φανερώνει ότι ο σκοπός του ήταν να τιμωρήσει τον Ενάγοντα μπροστά από το χωριό.

 

213.    Το Δικαστήριο θεωρεί ότι θα πρέπει να στείλει ένα μήνυμα τόσο στον αδικοπραγούντα όσο και στην κοινωνία εν γένει ότι τέτοια συμπεριφορά δεν είναι αποδεκτή στο πλαίσιο μιας ευνομούμενης κοινωνίας σε ένα Κράτος Δικαίου.

 

214.    Λαμβάνοντας υπόψιν όλες τις πτυχές της υπόθεσης θεωρώ ότι ένα ποσό ύψους €1.000 πρέπει να επιδικαστεί ως παραδειγματικές / τιμωρητικές αποζημιώσεις.

 

 

 

 

 

Η.  ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

 

215.    Ενόψει των όσων έχουν προαναφερθεί, ο Ενάγων απέδειξε την υπόθεση του Εναντίον του Εναγόμενου 1 σε σχέση με παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία καθώς και σε κινητή ιδιοκτησία.

 

216.    Συνεπακόλουθα, εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντος και εναντίον του Εναγόμενου 1 για το ποσό των €2.000 ως γενικές αποζημιώσεις και €1.000 ως τιμωρητικές αποζημιώσεις.

 

217.    Το ποσό των γενικών αποζημιώσεων θα φέρει νόμιμο τόκο από την 30.11.2017 ημερομηνία γενέσεως του αγώγιμου δικαιώματος. Το ποσό των τιμωρητικών αποζημιώσεων δεν φέρει τόκο (ίδετε Τσίβικου, ανωτέρω).

 

218.    Η απαίτηση για ειδικές αποζημιώσεις απορρίπτεται. Η αγωγή καθόσον αφορά τον Εναγόμενο 2 αποτυγχάνει και απορρίπτεται.

 

219.    Ως προς τα έξοδα της αγωγής, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντος και εναντίον του Εναγόμενου 1, μειωμένα κατά το 1/3 δεδομένης της απόρριψης της αγωγής σε σχέση με τον Εναγόμενο 2 στην κλίμακα €2.000 - €10.000. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν κοινή εκπροσώπηση. Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

 

Υπ. ________________

                                                                                                                                Χ. Σατσιάς, Ε. Δ.

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο