ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Χ. Σατσιά, Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 922 / 2017
Μεταξύ:
ERB ASFALISTIKI LTD, πρώην CNP ASFALISTIKI LTD (HE15555)
Ενάγουσας
και
1. ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ ΜΑΚΑΡΙΤΗ
2. ΜΙΧΑΛΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
Εναγόμενων
Ημερομηνία: 26 Ιουνίου, 2026
Εμφανίσεις:
Για Ενάγουσα: κος Γ. Τρίγγας για Θ. Μ. Ιωαννίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε.
Για Εναγόμενο 2: κος Κ. Δημητριάδης για Κ.Π. Δημητριάδης Δ.Ε.Π.Ε.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
1. Δια της παρούσης αγωγής η Ενάγουσα ασκώντας το δικαίωμα της να αξιώσει ανάκτηση (recovery) των ποσών τα οποία κατέβαλε στο πλαίσιο συμβιβασμού της αγωγής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με αρ. 4984 / 2013, αξιώνει εναντίον των Εναγόμενων το ποσό των €94.400, πλέον τόκο και έξοδα.
2. Σημειώνεται ότι εναντίον του Εναγόμενου 2 εκδόθηκε απόφαση στην απουσία του κατόπιν απόδειξης της αγωγής στις 02.10.2017.
Β. ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
3. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας στην Έκθεση Απαίτησης της:
3.1 Η Ενάγουσα κατόπιν αίτησης του Εναγόμενου 1 εξέδωσε το ασφαλιστήριο έγγραφο με αρ. 3710 – 153341, σε σχέση με το όχημα με αρ. εγγραφής [ ] (εφεξής «Ασφαλιστήριο»).
3.2 Σύμφωνα με τους όρους του Ασφαλιστηρίου:
3.2.1 Δικαίωμα να οδηγούν το όχημα με αρ. εγγραφής [ ] (εφεξής «Όχημα»), είχαν ο Εναγόμενος 1 και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο άνω των 25 και κάτω των 70 ετών, το οποίο κατείχε άδεια οδήγησης για τουλάχιστο δύο έτη.
3.2.2 Σε περίπτωση που λάμβανε χώρα οποιοδήποτε περιστατικό λόγω του οποίου ήταν πιθανό να εγερθεί απαίτηση ο ασφαλισμένος όφειλε να το γνωστοποιήσει στην Ενάγουσα το ταχύτερο δυνατό.
3.2.3 Εάν η Ενάγουσα υποχρεωθεί να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό βάσει της νομοθεσίας, ή της συμφωνίας της Κυπριακής Δημοκρατίας με το Ταμείο Ασφαλιστών Μηχανοκινήτων Οχημάτων («ΤΑΜΟ») το οποίο δεν είναι υπόχρεη με βάση τους όρους του Ασφαλιστηρίου να καταβάλει, τότε ο ασφαλισμένος οφείλει να το επιστρέψει στην Ενάγουσα.
3.2.4 Σύμφωνα με τις γενικές εξαιρέσεις του Ασφαλιστηρίου η Ενάγουσα δεν ήταν υποχρεωμένη να καταβάλει οποιαδήποτε αποζημίωση εάν, μεταξύ άλλων, κατά το χρόνο που προκλήθηκε η ζημιά οδηγείτο από μη εξουσιοδοτημένο οδηγό και αν ο οδηγός δεν είναι κάτοχος άδειας οδήγησης.
3.3 Κατά ή περί την 16.07.2011 και ενώ το Ασφαλιστήριο βρισκόταν σε ισχύ το Όχημα οδηγείτο από τον Εναγόμενο 2 στην οδό Κλήμη Ασημάκη στο Όμοδος και ενεπλάκη σε ατύχημα με την ανήλικη Ο.Α.. Ο Εναγόμενος 2 κατά τον χρόνο του ατυχήματος δεν ήταν κάτοχος άδειας οδηγού, ήταν ανήλικος και δεν ήταν εξουσιοδοτημένος οδηγός.
3.4 Ο Εναγόμενος 1 παραδέχθηκε ενοχή στο αδίκημα ότι επέτρεψε στον Εναγόμενο 2 να οδηγεί το Όχημα χωρίς ασφάλεια και χωρίς άδεια οδηγού.
3.5 Οι Εναγόμενοι ουδέποτε ειδοποίησαν την Ενάγουσα για το ατύχημα. Η Ενάγουσα έλαβε γνώση για το ατύχημα όταν εγέρθηκε εναντίον της η αγωγή αρ. 4984 / 2013 του Ε.Δ. Λευκωσίας από την Ο.Α. δια της οποίας αξίωνε εναντίον της Ενάγουσας αποζημιώσεις σε σχέση με το ατύχημα της 16.07.2011.
3.6 Η εν λόγω αγωγή συμβιβάστηκε για το ποσό των €75.000 πλέον €10.000 έξοδα, πλέον ΦΠΑ με νόμιμο τόκο από την 01.12.2016 και η Ενάγουσα πλήρωσε στην Ο.Α. το ποσό της απόφασης.
3.7 Η Ενάγουσα σύμφωνα με το Ασφαλιστήριο και με βάση το Ν. 96(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί, δικαιούται να επανεισπράξει τις ζημιές που υπέστη ήτοι το ποσό το οποίο πλήρωσε συνεπεία του ατυχήματος διότι ο Εναγόμενος 2 δεν ήταν εξουσιοδοτημένος οδηγός με βάση το Ασφαλιστήριο, δεν ήταν κάτοχος άδειας οδηγού και ήτο ανήλικος. Επίσης ο Εναγόμενος 1 δεν ειδοποίησε την Ενάγουσα ως όφειλε δυνάμει του Ασφαλιστηρίου.
3.8 Μόλις έλαβε γνώση του ατυχήματος η Ενάγουσα ειδοποίησε τους Εναγόμενους για την παράβαση του Ασφαλιστηρίου και τους γνωστοποίησε την πρόθεση της να ανακτήσει από αυτούς οποιοδήποτε ποσό κληθεί να καταβάλει στην αγωγή αρ. 4984 / 2013 και οποιεσδήποτε άλλες ζημιές υποστεί.
3.9 Η Ενάγουσα ειδοποίησε τους Εναγόμενους για την έκδοση της απόφασης στην αγωγή αρ. 4984 / 2013 και τους κάλεσε να καταβάλουν το ποσό των €94.400 (€75.000 αποζημιώσεις, €10.000 έξοδα δικηγόρων της Ο.Α., €1.900 ΦΠΑ και €7.500 έξοδα υπεράσπισης).
3.10 Οι Εναγόμενοι τηρούντο ενήμεροι για την πορεία της αγωγής αρ. 4984 / 2013 ως επίσης και για την πληρωμή των πιο πάνω ποσών. Μέχρι σήμερα αρνούνται και/ή παραλείπουν να συμμορφωθούν.
4. Ο Εναγόμενος 1 στην Υπεράσπιση του παραδέχεται ότι το Όχημα καλύπτετο από το Ασφαλιστήριο καθώς και το ότι η αγωγή 4984 / 2013 συμβιβάστηκε μεταξύ της Ενάγουσας και της Ο.Α. για το προαναφερόμενο ποσό. Παραδέχεται ότι έλαβε χώρα ατύχημα στο οποίο ενεπλάκη το Όχημα, ωστόσο αρνείται ότι την ευθύνη για το ατύχημα τη φέρει ο Εναγόμενος 2. Ισχυρίζεται ότι ειδοποίησε τον ασφαλιστή του και/ή την Ενάγουσα για το ατύχημα το οποίο σε κάθε περίπτωση διερευνήθηκε από την Αστυνομία.
5. Αναφέρει ότι ειδοποιήθηκε από την Ενάγουσα ότι στις 24.11.2016 θα εκδοθεί απόφαση για συγκεκριμένο ποσό υπέρ της Ο.Α. και εναντίον της Ενάγουσας (Εναγόμενης στην αγωγή αρ. 4984/2013). Επικοινώνησε μαζί με την Ενάγουσα τόσο γραπτώς όσο και προφορικά και εξέφρασε την αντίθεση του για το συμβιβασμό. Μάλιστα διόρισε δικηγόρο ο οποίος στις 24.11.2016 εμφανίστηκε μαζί του στο Δικαστήριο και αφού έθεσε την αντίθεση του στην έκδοση δικαστικής απόφασης καταγράφηκε η ακόλουθη δήλωση στα πρακτικά:
«Θέλω να καταγραφεί η δήλωση του Ασφαλιζόμενου ότι ο ίδιος διαφωνεί με την εξώδικη διευθέτηση και προς τούτο έχει ενημερώσει την Εναγόμενη Εταιρεία».
6. Κατά συνέπεια ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έγερση της παρούσας αγωγής για τη διεκδίκηση των αξιούμενων από την Ενάγουσα ποσών εναντίον του και δεν έχει κριθεί δικαστικά αν ο Εναγόμενος 2, οδηγός του Οχήματος όταν έγινε το ατύχημα είχε ευθύνη γι’ αυτό αλλά ούτε και κρίθηκε ότι η Ενάγουσα δικαιούτο στο ποσό των €75.000 πλέον έξοδα.
7. Περιπλέον, ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος 1 δεν παράβηκε οποιοδήποτε όρο του Ασφαλιστηρίου και ζητά την απόρριψη της αγωγής με έξοδα.
Γ. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΠΡΟΣΑΧΘΗΚΕ
8. Η ακροαματική διαδικασία ήταν σύντομη. Για την Ενάγουσα έδωσε μαρτυρία η κα Αθηνά Πετρίδου (ΜΕ). Ο Εναγόμενος δεν πρόσφερε μαρτυρία. Ακολούθως, η αγωγή ορίστηκε για αγορεύσεις.
ΜΕ – Αθηνά Πετρίδου
9. Η ΜΕ εργάζεται στην Ενάγουσα ως λειτουργός επανάκτησης απαιτήσεων. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης της ανέγνωσε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης η οποία κατατέθηκε ως Έγγραφο Α.
10. Ανέφερε, μεταξύ άλλων ότι η Ενάγουσα κατόπιν απαίτησης του Εναγόμενου 1 εξέδωσε το Ασφαλιστήριο ( ο πίνακας κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2 ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του). Σύμφωνα με το Τεκμήριο 2 τα πρόσωπα τα οποία δικαιούνταν να οδηγούν το Όχημα ήταν ο Εναγόμενος 1 και οποιοδήποτε πρόσωπο άνω των 25 ετών και κάτω των 70 ετών ο οποίος κατείχε άδεια οδήγησης για τουλάχιστον δύο χρόνια.
11. Έγινε αναφορά στους όρους του Ασφαλιστηρίου Μηχανοκινήτων Οχημάτων το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3. Η ΜΕ αναφέρθηκε στην υποχρέωση του ασφαλισμένου να γνωστοποιεί στην Ενάγουσα περιστατικά τα οποία ενδέχεται να οδηγήσουν σε απαίτηση καθώς και στο ότι σε περίπτωση κατά την οποία η Ενάγουσα υποχρεωθεί με βάση τη νομοθεσία ή με βάση τη συμφωνία της Δημοκρατίας με το ΤΑΜΟ να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό το οποίο σε διαφορετική περίπτωση δεν θα έπρεπε να καταβάλει με βάση τους όρους του ασφαλιστηρίου, τότε ο ασφαλισμένος οφείλει να το επιστρέψει στην Ενάγουσα.
12. Σύμφωνα με τους όρους του Ασφαλιστηρίου και σύμφωνα με τις γενικές εξαιρέσεις αυτού η Ενάγουσα δεν θα ήταν υπόχρεη να καταβάλει οποιαδήποτε ζημιά εάν το Όχημα δεν χρησιμοποιείται σύμφωνα με τους περιορισμούς ως προς τη χρήση, ή δεν οδηγείται από εξουσιοδοτημένο οδηγό, ή βρίσκεται στην κατοχή μη εξουσιοδοτημένου οδηγού με σκοπό να οδηγηθεί από αυτόν ή ο οδηγός δεν είναι κάτοχος άδειας οδήγησης. Η ΜΕ στη δήλωση της αναφέρεται και στην επιφύλαξη του άρθρου 8 του Νόμου.
13. Αναφέρεται επίσης στο ατύχημα το οποίο έλαβε χώρα στις 16.07.2011 στο Όμοδος ενώ το Ασφαλιστήριο ήταν σε ισχύ. Σύμφωνα με τις αστυνομικές εξετάσεις ο Εναγόμενος 2 κατά το χρόνο του ατυχήματος δεν ήταν κάτοχος άδειας οδηγού και δεν ήταν εξουσιοδοτημένος οδηγός.
14. Μέρος της Αστυνομικής Έκθεσης σε σχέση με ένα ατύχημα το οποίο έλαβε χώρα την 16.07.2011 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4. Σημειώνω ότι κατατέθηκε για περιορισμένο σκοπό και όχι ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της.
15. Ο Εναγόμενος 1 κατηγορήθηκε και παραδέχθηκε ενοχή ότι επέτρεψε στον Εναγόμενο 2 να οδηγεί το Όχημα χωρίς ασφάλεια και χωρίς άδεια οδηγού.
16. Οι Εναγόμενοι ουδέποτε ειδοποίησαν την Ενάγουσα για το ατύχημα. Η Ενάγουσα έλαβε γνώση για το ατύχημα όταν εγέρθηκε αγωγή εναντίον της (αρ. 4984 / 2013) από την Ο.Α. σε σχέση με το ατύχημα.
17. Σύμφωνα με τον όρο 4 του Ασφαλιστηρίου η Ενάγουσα έχει το δικαίωμα να ενεργεί όπως κρίνει ορθό κατά τη διεξαγωγή οποιασδήποτε νομικής διαδικασίας και για διακανονισμό οποιασδήποτε απαίτησης, ο δε ασφαλισμένος και οποιοδήποτε πρόσωπο που απαιτεί να καλυφθεί (indemnified) θα παρέχει όλες τις πληροφορίες και βοήθεια που η Εταιρεία δυνατό να χρειαστεί ή ορίσει.
18. Η αγωγή αρ. 4984 / 2013 συμβιβάστηκε για το ποσό των €75.000, πλέον €10.000, πλέον Φ.Π.Α. δικηγορικά έξοδα με τόκο από την 01.12.2016, δηλαδή για το συνολικό ποσό των €86.900 και η Ενάγουσα σύμφωνα με τη νομοθεσία και τη Συμφωνία μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και του ΤΑΜΟ εξόφλησε την αγωγή. Αντίγραφο του πρακτικού του Δικαστηρίου ημερομηνίας 24.11.2016 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6. Ο συνήγορος του Εναγόμενου 1 δήλωσε ότι αποδέχεται και την αλήθεια του περιεχομένου του.
19. Το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6 είναι θεωρώ εξαιρετικής σημασίας για την παρούσα υπόθεση και θεωρώ σκόπιμο σε αυτό το σημείο όπως παραθέσω μέρος του ως ακολούθως:
«Ημερομηνία: 24/11/2016
Για Ενάγοντα: κος Κ. Δημητριάδης
Για Εναγόμενους: κα Μ. Ιωαννίδου
Για Ε/Μέρος: κος Η. Κονναρής
Ασφαλιζόμενος παρών
Συνήγοροι: Έχουμε καταλήξει σε συμβιβασμό της υπόθεσης. Ο συμβιβασμός υπόκειται στην έγκριση του Δικαστηρίου επειδή η Ενάγουσα είναι ανήλικη. Παρουσιάζουμε 4 πιστοποιητικά και το Σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος.
Δικαστήριο: Τα ιατρικά πιστοποιητικά γίνονται Τεκμήριο Α1, Α2, Α3 και Α4. Σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος γίνονται Τεκμήριο Β.
Συνήγοροι: Ο συμβιβασμός αφορά το ποσό €75,000.- ως γενικές αποζημιώσεις με νόμιμο τόκο από 1/12/2016. Τα δικηγορικά έξοδα έχουν συμφωνηθεί στο ποσό των €10,000 πλέον Φ.Π.Α.
κος Κονναρής: Θέλω να καταγραφεί η δήλωση του Ασφαλιζόμενου ότι ο ίδιος διαφωνεί με την εξώδικη διευθέτηση και προς τούτο έχει ενημερώσει την Εναγόμενη Εταιρεία.
Δικαστήριο: Διήλθα με προσοχή τα τεκμήρια που τέθηκαν ενώπιό μου. Κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις ο προτεινόμενος συμβιβασμός είναι προς όφελος της ανήλικης και ως εκ τούτου τον εγκρίνω.
Εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των €75,000 με νόμιμο τόκο από 1/12/2016 μέχρι εξοφλήσεως πλέον €10,000 πλέον Φ.Π.Α. δικηγορικά έξοδα με νόμιμο τόκο από 1/12/2016.
Το ποσό των €70.000 πλέον τους σχετικούς τόκους να κατατεθεί σε έντοκο λογαριασμό [….] και απόδειξη της κατάθεσης τους να καταχωριστεί στον Πρωτοκολλητή εντός 60 ημερών από σήμερα.
Το ποσό των €5.000 πλέον τους σχετικούς τόκους να πληρωθεί απευθείας στον πατέρα της ανήλικης [Α.Α.] από τους Εναγόμενους και αφορά τις ειδικές αποζημιώσεις, έξοδα που έχει επωμιστεί ο ίδιος […].»
20. Η ΜΕ επίσης παραθέτει τη θέση της Ενάγουσας ότι σύμφωνα με το Ασφαλιστήριο δικαιούται να ανακτήσει από τον Εναγόμενο 1 οποιεσδήποτε ζημιές υπέστη συνεπεία του ατυχήματος ημερ. 16.11.2007 διότι ο Εναγόμενος 2 δεν ήταν εξουσιοδοτημένος οδηγός σύμφωνα με το ασφαλιστήριο έγγραφο για να οδηγήσει το Όχημα, δεν ήταν κάτοχος άδειας οδηγού και ήταν ανήλικος. Επίσης ο Εναγόμενος 1 δεν ειδοποίησε την Ενάγουσα για το ατύχημα ως ήταν η υποχρέωση του δυνάμει του Ασφαλιστηρίου.
21. Εκτός από το ποσό το οποίο πληρώθηκε στο πλαίσιο της αγωγής 4984 / 2013, η Ενάγουσα κατέβαλε το ποσό των €7.500 για σκοπούς υπεράσπισης της. Η Ενάγουσα με επιστολή (Τεκμήριο 9) πληροφόρησε τον Εναγόμενο 1 ότι πρόκειται να δηλωθεί απόφαση στην αγωγή 4984 / 2013 και ότι έχει την πρόθεση να απαιτήσει από τον ίδιο να της καταβάλει τα ποσά τα οποία θα πληρώσει στην Ο.Α. Περαιτέρω, πληροφορεί τον Εναγόμενο 1 ότι η εν λόγω αγωγή είναι ορισμένη την 24.11.2016, ECLI:CY:AD:2016:D147 και «εάν επιθυμείτε και διαφωνείτε με το ποσόν μπορείτε να εμφανισθείτε με δικηγόρο και να αμφισβητήσετε την έκδοση απόφασης». Κατά τη διαδικασία κατέστη παραδεκτό γεγονός ότι ο Εναγόμενος 1 παρέλαβε το Τεκμήριο 9.
22. Η Ενάγουσα αξιώνει τα προαναφερόμενα ποσά και δυνάμει του Νόμου καθότι κατέστη υπόχρεη να πληρώσει τη δικαστική απόφαση στην αγωγή 4984 / 2013 σε σχέση με την ευθύνη που δεν καλυπτόταν από το ασφαλιστήριο. Οι Εναγόμενοι τηρούνταν ενήμεροι για την πορεία της αγωγής και κλήθηκαν επανειλημμένα να επιστρέψουν στην Ενάγουσα τα ποσά τα οποία κατέβαλαν αλλά οι Εναγόμενοι αρνήθηκαν και/ή παρέλειψαν να συμμορφωθούν.
23. Εκτός από τη μαρτυρία της ΜΕ, κατατέθηκε από κοινού και ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του εγγράφου, μία βεβαίωση από Αστυνομικό Διευθυντή Λεμεσού σε σχέση με το τροχαίο ατύχημα με αρ. φακέλου Τ/15/2011 (Τεκμήριο 11). Στο Τεκμήριο 11 αναφέρεται ότι ο Εναγόμενος 1 ως ιδιοκτήτης του Οχήματος ήταν συγκατηγορούμενος μαζί με τον Εναγόμενο 2 στο πλαίσιο της υπόθεσης με αρ. αναφοράς Τ/15/11. Ο Εναγόμενος 1 καταδικάστηκε διότι επέτρεψε στον Εναγόμενο 2 να οδηγεί το όχημα χωρίς να έχει άδεια οδηγού και χωρίς να καλύπτεται από πιστοποιητικό ασφάλισης και επιβλήθηκε σε αυτόν ποινή. Σημειώνω ότι σε σχέση με τον Εναγόμενο 2 δεν αναφέρεται οτιδήποτε πέραν του ότι είχε κατηγορηθεί.
Δ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ
24. Αφού συνοψίσθηκε η προσκομισθείσα μαρτυρία προχωρώ με την αξιολόγηση της. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας λαμβάνει χώρα προκειμένου να προβεί το Δικαστήριο σε ευρήματα αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και στη συνέχεια στηριζόμενο σε αυτά να εξετάσει εάν ο διάδικος ο οποίος φέρει το βάρος της απόδειξης το έχει αποσείσει στον απαιτούμενο βαθμό. Ζητήματα αξιοπιστίας εγείρονται όταν υπάρχουν δύο διιστάμενες εκδοχές και το δικαστήριο θα πρέπει να επιλέξει μια από τις δύο (Wynne Barry v. David Costaki Mavronicola (2009) 1 ΑΑΔ 1138). Η αξιοπιστία αποτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως του βάρους απόδειξης.
25. Επισημαίνεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας περιορίζεται στην έκταση των αμφισβητούμενων γεγονότων τα οποία προκύπτουν και δεν επεκτείνεται σε θέματα τα οποία δεν δικογραφούνται, ή σε θέματα τα οποία εγείρονται για πρώτη φορά είτε μέσω της μαρτυρίας είτε μέσω των αγορεύσεων των συνηγόρων των διαδίκων. Οποιοδήποτε μέρος της μαρτυρίας που δεν καλύπτεται από τις έγγραφες προτάσεις ή δεν είναι σχετικό με τα επίδικα θέματα δεν λαμβάνεται υπόψη (Γεώργιου Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investment Services Ltd) (1991) 1 Α.Α.Δ. 24, Πηλίνα ν. Pascal Education Ltd, Πολ. Εφ. 222 / 2015, 22.11.2023).
26. Η δε μαρτυρία η οποία κατατίθεται έστω και χωρίς ένσταση και η οποία εν τέλει διαφαίνεται ότι δεν αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία θα πρέπει να αγνοείται κατά την τελική κρίση του Δικαστηρίου (Μελάς v. Κυριάκου (2003) 1 Α.Α.Δ. 826, DEMARI KRONOS LIMITED v. MICHAEL LESLIE GRAY κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 264/2014, 22/2/2023, ECLI:CY:AD:2023:A62).
27. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η εντύπωση την οποία αφήνει ο μάρτυρας στο δικαστήριο, θετική ή δυσμενής, είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας (C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999) 1 Α.Α.Δ. 1273). Παρακολούθησα, μεταξύ άλλων, την εμφάνιση και συμπεριφορά των μαρτύρων ενόσω καταθέταν, τις αντιδράσεις τους, κατά πόσο δηλαδή ήταν φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, την αμεσότητα και αυθορμητισμό κατά την κατάθεση τους και το κατά πόσον υπεκφεύγαν.
28. Η συμπεριφορά ενός μάρτυρα κατά την προφορική του μαρτυρία μπορεί αφενός να προσδώσει θετικότητα στη μαρτυρία του αλλά δεν μπορεί να αποτελέσει τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας τους (C & A Pelecanos Associates Ltd, ανωτέρω, Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάννου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και με βάση τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία (Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506).
29. Περαιτέρω, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές. Οι εκατέρωθεν θέσεις των μαρτύρων έχουν τύχει αντιπαραβολής με την πραγματική μαρτυρία, η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου.
30. Ειδικότερα, το Δικαστήριο επικεντρώνεται εξ αντικειμένου σε άλλους νομολογιακά αναγνωρισμένους παράγοντες οι οποίοι είναι εξίσου σημαντικοί, αν όχι πιο σημαντικοί, όπως την πληρότητα και σαφήνεια και αμεσότητα στον τρόπο περιγραφής των γεγονότων την ύπαρξη γενικών και αορίστων αναφορών, υπεκφυγών ή ουσιωδών αντιφάσεων ή υπερβολών στη σχετική μαρτυρία, αλλά και την γενικότερη λογικοφάνεια της εκδοχής που προβάλλεται καθώς και την ύπαρξη ή την απουσία οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος του προσώπου που προσκομίζει την μαρτυρία (Ζερβού ν. Ζερβού (2011) 1 ΑΑΔ 2192, Ομήρου ανωτέρω, Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση 185/2012, 19/04/2018, ECLI:CY:AD:2018:A179).
31. Το Δικαστήριο προχωρεί με προσοχή στην αξιολόγηση της μαρτυρίας με αντιπαραβολή των θέσεων των διαδίκων αλλά και των τεκμηρίων που κατατέθηκαν στη διαδικασία και το περιεχόμενο, η πειστικότητα και η ποιότητα της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων ενώ υπόκειται και στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας (Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ 1056, Χριστοφίνης ν. Φραντζή, Πολ. Έφ. 328/2011, ημερ. 31.05.2017, ECLI:CY:AD:2017:A202, Παναγιώτης Νεοκλέους ν. Κώστα Θεοδότου, Πολ. Εφ. 40 / 2014, 08.06.2022)
32. Έχει νομολογηθεί ότι για να καταστραφεί η αξιοπιστία ενός μάρτυρα, οι αντιφάσεις πρέπει να είναι ουσιαστικές. Αντιφάσεις σε λεπτομέρειες μπορεί να θεωρηθεί ότι ενισχύουν την φιλαλήθεια ενός μάρτυρα καθότι δείχνουν πως δεν υπάρχει προσχεδιασμός στην εκδοχή του (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 320). Πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι οι υποβολές αφ’ εαυτού δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν μετέωροι ισχυρισμοί (Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 640).
33. Επισημαίνω επίσης ότι το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (Φάρμα Ρένος Χ"Ιωάννου Δημοσια Εταιρεία Λτδ ν. Χίννη (2012) 1(Β) ΑΑΔ 1331, ΧΡΙΣΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ v. ΑΝΤΩΝΗ ΑΝΔΡΕΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. 158/2013, 26/10/2022, ECLI:CY:AD:2022:A403).
34. Σημειώνεται ακόμα ότι ο γενικός κανόνας είναι ότι η παράλειψη αντεξέτασης μάρτυρα σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του και της εκδοχής την οποία προωθεί, παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη ως αποδοχή των ισχυρισμών της αντίδικης πλευράς στα σημεία τα οποία είχαν τεθεί στην κυρίως εξέταση (ίδετε Ηλιάδης & Σάντης, Το Δίκαιο της Απόδειξης, 1η έκδοση, σελ. 720, Frederickou Schools Co. Ltd κ.α. v. Acuac Inc (2002) 1 ΑΑΔ 1527).
i. Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΕ
35. Το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας της ME δεν αμφισβητήθηκε. Τα περισσότερα έγγραφα εξ αυτών που κατέθεσε έγιναν παραδεκτά και σε σχέση με το αληθές του περιεχομένου τους π.χ. το πρακτικό του Δικαστηρίου όταν δηλώθηκε η εκ συμφώνου απόφαση (Τεκμήριο 6). Τα πλείστα εκ των γεγονότων στα οποία αναφέρθηκε αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων.
36. Στη γραπτή της δήλωση αναφέρθηκε σε νομικά ζητήματα τα οποία δεν ήταν σε θέση να υποστηρίξει κατά την αντεξέταση της (π.χ. σελ. 11 πρακτικών, 03.10.2025). Αναφέρθηκε και σε ζητήματα τα οποία κατ’ ουσίαν αποτελούν το έσχατο συμπέρασμα επί του οποίου θα πρέπει να αποφανθεί το Δικαστήριο ήτοι το κατά πόσον η Ενάγουσα δικαιούται να ανακτήσει το ποσό το οποίο πλήρωσε στο πλαίσιο του συμβιβασμού της αγωγής 4984 / 2013. Από τη στιγμή που η μάρτυρας δεν είναι πραγματογνώμονας και δεδομένου του ότι το ζήτημα το οποίο τίθεται στην παρούσα αγωγή είναι κυρίως νομικό δεν θα ληφθεί υπόψη η μαρτυρία – θέση της ΜΕ σε σχέση με νομικά ζητήματα καθότι επίσης αποτελεί μαρτυρία επί του τελικού συμπεράσματος στην παρούσα υπόθεση.
37. Ως προς το κατά πόσον ο Εναγόμενος 2 κατά το χρόνο του ατυχήματος ήτο ανήλικος, η ΜΕ παραδέχθηκε ότι δεν προκύπτει από το Τεκμήριο 4 (απόσπασμα από αστυνομική έκθεση) ότι ο οδηγός του Οχήματος ήταν ανήλικος και αναίρεσε την θέση της ότι ήταν ανήλικος όταν έγινε το ατύχημα.
38. Δέχθηκε ότι η γνώση της για το κατά πόσον ο οδηγός του Οχήματος (Εναγόμενος 2) οδηγούσε χωρίς άδεια οδηγού και χωρίς ασφάλεια προκύπτει από το Τεκμήριο 4. Παραδέχθηκε ότι δεν γνωρίζει αν όντως κατηγορήθηκε ο Εναγόμενος 1 για το ότι επέτρεψε στον Εναγόμενο 2 να οδηγεί το Όχημα χωρίς άδεια και χωρίς ασφάλεια. Σημειώνω ότι έγινε παραδεκτό από τον συνήγορο του Εναγόμενου ότι καταδικάστηκε κατόπιν παραδοχής του, ωστόσο κατά την αντεξέταση αυτό το οποίο διαφάνηκε ήταν ότι η ΜΕ παρέθεσε ισχυρισμούς και γεγονότα τα οποία δεν μπορούσε να υποστηρίξει και για τα οποία δεν είχε ολοκληρωμένη γνώση.
39. Αντεξετάστηκε έντονα σε σχέση με το ότι αφού στάλθηκε η επιστολή Τεκμήριο 9 στον Εναγόμενο 1 δια της οποίας πληροφορήθηκε ότι μπορεί να φέρει ένσταση στο συμβιβασμό και όντως ο Εναγόμενος 1 έφερε ένσταση, γιατί προχώρησε η Ενάγουσα με τη διευθέτηση της υπόθεσης. Εκτός από το ότι η ΜΕ δεν απαντούσε ευθέως σε αυτό το σημείο, η αρχική απάντηση που έδωσε δεν ήταν πειστική και δεν συνάδει με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6 ήτοι του πρακτικού το οποίο τηρήθηκε από το Δικαστήριο εκείνη την ημέρα.
40. Η ΜΕ απάντησε ότι «η απόφαση εκδόθηκε από το Δικαστήριο και το σεβαστό Δικαστήριο ανάφερε ότι εγκρίνει το ποσό και το θεωρεί εύλογο ποσό για να προχωρήσει η διαδικασία. Οπόταν δεν μπορούσαμε να κάνουμε κάτι διαφορετικό. Εμείς εκτελέσαμε την απόφαση. Αν το Δικαστήριο δεν έγκρινε το ποσό αυτό εμείς δεν θα το πληρώναμε» (πρακτικά 03.10.2025, σελ. 19, γραμμές 12 – 15).
41. Δεν θεωρώ ότι η απάντηση της συνάδει με το Τεκμήριο 6 καθότι προκύπτει από το περιεχόμενο του ότι δηλώθηκε συμβιβασμός. Το Δικαστήριο ενέκρινε το συμβιβασμό δεν ξέδωσε απόφαση ώστε να μην μπορεί η Ενάγουσα να κάνει «κάτι διαφορετικό». Η ΜΕ παρουσιάζει μια εικόνα των γεγονότων ως εάν να βρέθηκε η Ενάγουσα προ τετελεσμένων επειδή εκδόθηκε δικαστική απόφαση κάτι το οποίο δεν ευσταθεί διότι επρόκειτο για συμβιβασμό. Είχε κάθε δικαίωμα η Ενάγουσα από τη στιγμή που ο Εναγόμενος 1 δεν δεχόταν το συμβιβασμό να μην προχωρήσει με τη δήλωση του συμβιβασμού. Το Δικαστήριο δεν θα εξέδιδε απόφαση αν δεν αποδεχόταν η Ενάγουσα. Επομένως, η θέση της ΜΕ είναι και εγγενώς αντιφατική καθότι δεν συνάδει με την διαδικασία και το τι σημαίνει συμβιβασμός και έκδοση εκ συμφώνου απόφασης.
42. Κατόπιν δε επανάληψης της ερώτησης, η ΜΕ ανέφερε ότι δέχθηκε απόφαση η Ενάγουσα διότι με βάση το Ασφαλιστήριο έχουν κάθε δικαίωμα να ενεργούν όπως κρίνουν ορθό για την διεκπεραίωση μιας απαίτησης. Η απάντηση αυτή δεν συνάδει με την προηγούμενη της απάντηση στην οποία άφηνε να νοηθεί ότι η Ενάγουσα είχε βρεθεί προ τετελεσμένων και έπρεπε να συμμορφωθεί με την απόφαση του Δικαστηρίου.
43. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να αναφερθεί ότι το θέμα το οποίο αποτελεί επίδικο δεν είναι το γιατί η Ενάγουσα πλήρωσε την Ο.Α. αλλά το κατά πόσον η Ενάγουσα μπορεί να προβεί σε ανάκτηση του ποσού το οποίο πλήρωσε από τον Εναγόμενο.
44. Στην ερώτηση γιατί δέχθηκε η Ενάγουσα ότι ο Εναγόμενος 2 είχε την ευθύνη για το ατύχημα εφόσον από το σχεδιαγράφημα της σκηνής του ατυχήματος προκύπτει ότι το σημείο Χ (ήτοι το σημείο της σύγκρουσης) φαίνεται να βρίσκεται στη μέση του δρόμου, η ΜΕ ανέφερε ότι τους είπε ο δικηγόρος τους στο πλαίσιο της αγωγής αρ. 4984 / 2013 ότι υπήρχε τέτοια ευθύνη και ότι δεν μπορεί να γνωρίζει οτιδήποτε πέραν τούτου.
45. Σε υποβολή ότι από τη στιγμή που εμφανίστηκε ο Εναγόμενος 1 στη διαδικασία και δεν αποδέχτηκε την έκδοση απόφασης όφειλε η Ενάγουσα να την δικάσει και να έπρατταν αναλόγως, η ΜΕ ανέφερε ότι δεν μπορούσε να απαντήσει επειδή επρόκειτο περί νομικού ζητήματος. Απέρριψε ωστόσο την υποβολή ότι έπρεπε να αποφασίσει το Δικαστήριο την ευθύνη του Εναγόμενου και επομένως λανθασμένα πλήρωσε η Ενάγουσα.
46. Επίσης δεν δέχομαι τη θέση της ότι οι Εναγόμενοι κλήθηκαν επανειλημμένα να επιστρέψουν στην Ενάγουσα τα εν λόγω ποσά και ότι αυτοί αρνήθηκαν. Δεν ήταν σε θέση τεκμηριώσει τη θέση της αυτή και δεν παρουσίασε οποιαδήποτε γραπτή μαρτυρία ή να αναφερθεί σε περιστατικά κατά τα οποία οι Εναγόμενοι κλήθηκαν να πληρώσουν πριν την καταχώριση της παρούσας αγωγής.
47. Ενόψει των όσων προαναφέρθηκαν, από τη μαρτυρία της ΜΕ δέχομαι τις παραγράφους 1 – 9 του Εγγράφου Α. Δέχομαι το περιεχόμενο της παραγράφου 10 εκτός από το ότι ο Εναγόμενος 2 ήτο ανήλικος κατά το χρόνο του ατυχήματος. Δέχομαι επίσης το περιεχόμενο των παραγράφων 11 - 15. Ως προς το κατά πόσον, ο Εναγόμενος 1 ενημέρωσε ή όχι την Ενάγουσα για το ατύχημα παρά το ότι αμφισβητήθηκε το ότι δεν την ενημέρωσε, οι σχετικές υποβολές παρέμειναν μετέωρες δεδομένου του ότι δεν ακολούθησε η προσαγωγή μαρτυρίας από τον Εναγόμενο 1, ο οποίος φέρει και το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού τον οποίο προέβαλε, ότι όντως ενημέρωσε την Ενάγουσα.
48. Δεν δέχομαι το περιεχόμενο των παραγράφων 16 και 20 του Εγγράφου Α δεδομένου του ότι αυτό είναι το ζήτημα το οποίο πρέπει να αποφασίσει το Δικαστήριο εν προκειμένω, ήτοι πρόκειται περί μαρτυρίας η οποία άπτεται του τελικού συμπεράσματος το οποίο ανήκει στο Δικαστήριο. Δέχομαι το περιεχόμενο των παραγράφων 17 και 18 περιλαμβανομένου και του ότι η Ενάγουσα κατέβαλε το ποσό των €7.500 για την υπεράσπιση της καθότι δεν αμφισβητήθηκε καθώς και το περιεχόμενο των παραγράφων 22 και 23.
49. Δεν δέχομαι τον ισχυρισμό των παραγράφων 19 και 21 ότι η Ενάγουσα ενημέρωσε τους Εναγόμενους για την έκδοση της απόφασης στην αγωγή 4984/2013. Δέχομαι ότι απέστειλε επιστολή πριν από την έκδοση εκ συμφώνου απόφασης αλλά όχι το ότι απαίτησε τα ποσά που κατέβαλε μετά από την έκδοση της απόφασης και πριν την έγερση της παρούσης αγωγής. \
50. Ως προς τον ισχυρισμό στην παρ. 24 ότι η Ενάγουσα αναγκάστηκε να εξοφλήσει τη δικαστική απόφαση δεν μπορώ να τον δεχθώ δεδομένου του ότι δηλώθηκε εκ συμφώνου απόφαση. Ως προαναφέρθηκε, η ΜΕ εν τέλει παραδέχθηκε ότι δεν εξόφλησε η Ενάγουσα την απόφαση επειδή ήταν υποχρεωμένη per se αλλά επειδή θεωρούσε ότι δικαιούτο με βάση το Ασφαλιστήριο.
ii. Σύνοψη Ευρημάτων
51. Στη βάση της ανωτέρω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας αλλά και με βάση τα γεγονότα εκείνα τα οποία δεν έτυχαν αμφισβήτησης, προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα τα οποία περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση:
51.1 Η Ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη σύμφωνα με τον νόμο με έδρα τη Λευκωσία και διεξάγει ασφαλιστικές εργασίες.
51.2 Η Ενάγουσα κατόπιν αίτησης του Εναγόμενου 1 εξέδωσε το ασφαλιστήριο έγγραφο με αρ. 3710 – 153341, σε σχέση με το όχημα με αρ. εγγραφής LA336.
51.3 Σύμφωνα με τον Πίνακα (Τεκμήριο 2) τους όρους του Ασφαλιστηρίου (Τεκμήριο 3) δικαίωμα να οδηγούν το Όχημα είχαν ο Εναγόμενος 1 και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο άνω των 25 και κάτω των 70 ετών, το οποίο κατείχε άδεια οδήγησης για τουλάχιστο δύο έτη (Τεκμήριο 2). Σε περίπτωση που λάμβανε χώρα οποιοδήποτε περιστατικό λόγω του οποίου ήταν πιθανό να εγερθεί απαίτηση ο ασφαλισμένος όφειλε να το γνωστοποιήσει στην Ενάγουσα το ταχύτερο δυνατό (όρος 3, σελ. 15 Ασφαλιστηρίου).
51.4 Εάν η Ενάγουσα υποχρεωθεί να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό βάσει της νομοθεσίας, ή της συμφωνίας της Κυπριακής Δημοκρατίας με το ΤΑΜΟ το οποίο δεν είναι υπόχρεη με βάση τους όρους του Ασφαλιστηρίου να καταβάλει, τότε ο ασφαλισμένος οφείλει να το επιστρέψει στην Ενάγουσα (όρος 10, σελ. 7 Ασφαλιστηρίου).
51.5 Σύμφωνα με τις γενικές εξαιρέσεις του Ασφαλιστηρίου η Ενάγουσα δεν ήταν υποχρεωμένη να καταβάλει οποιαδήποτε αποζημίωση εάν, μεταξύ άλλων, κατά το χρόνο που προκλήθηκε η ζημιά οδηγείτο από μη εξουσιοδοτημένο οδηγό (σελ. 13, όρος 2 (β) Ασφαλιστηρίου) και αν ο οδηγός δεν είναι κάτοχος άδειας οδήγησης (σελ. 14, όρος 7(δ)).
51.6 Κατά ή περί την 16.07.2011 και ενώ το Ασφαλιστήριο βρισκόταν σε ισχύ το Όχημα οδηγείτο από τον Εναγόμενο 2 στην οδό Κλήμη Ασημάκη στο Όμοδος και ενεπλάκη σε ατύχημα με την ανήλικη Ο.Α.. Ο Εναγόμενος 2 κατά τον χρόνο του ατυχήματος δεν ήταν κάτοχος άδειας οδηγού και δεν ήταν εξουσιοδοτημένος οδηγός.
51.7 Ο Εναγόμενος 1 παραδέχθηκε ενοχή στην κατηγορία ότι επέτρεψε στον Εναγόμενο 2 να οδηγεί το Όχημα χωρίς ασφάλεια και χωρίς άδεια οδηγού.
51.8 Οι Εναγόμενοι δεν ειδοποίησαν την Ενάγουσα για το ατύχημα. Η Ενάγουσα έλαβε γνώση για το ατύχημα όταν εγέρθηκε εναντίον της η αγωγή αρ. 4984 / 2013 του Ε.Δ. Λευκωσίας από την Ο.Α. δια της οποίας αξίωνε εναντίον της Ενάγουσας αποζημιώσεις σε σχέση με το ατύχημα της 16.07.2011.
51.9 Η εν λόγω αγωγή συμβιβάστηκε με την έκδοση εκ συμφώνου απόφασης για το ποσό των €75.000 πλέον €10.000 έξοδα, πλέον ΦΠΑ με νόμιμο τόκο από την 01.12.2016 και η Ενάγουσα πλήρωσε στην Ο.Α. το ποσό της απόφασης.
51.10 Εκτός από το ποσό το οποίο πληρώθηκε στο πλαίσιο της αγωγής 4984 / 2013, η Ενάγουσα κατέβαλε το ποσό των €7500 για σκοπούς υπεράσπισης της.
51.11 Η Ενάγουσα με επιστολή (Τεκμήριο 9) την οποία ο Εναγόμενος 1 παρέλαβε, τον πληροφόρησε ότι πρόκειται να δηλωθεί απόφαση στην αγωγή 4984 / 2013 και ότι έχει την πρόθεση να απαιτήσει από τον ίδιο να της καταβάλει τα ποσά τα οποία θα πληρώσει στην Ο.Α. Περαιτέρω πληροφόρησε τον Εναγόμενο 1 ότι η εν λόγω αγωγή είναι ορισμένη την 24.11.2016, ECLI:CY:AD:2016:D147 και «εάν επιθυμείτε και διαφωνείτε με το ποσόν μπορείτε να εμφανισθείτε με δικηγόρο και να αμφισβητήσετε την έκδοση απόφασης».
51.12 Ο Εναγόμενος 1 εμφανίστηκε στο Δικαστήριο στις 24.11.2016, ECLI:CY:AD:2016:D147 και δια δικηγόρου ανέφερε τα ακόλουθα: «Θέλω να καταγραφεί η δήλωση του Ασφαλιζόμενου ότι ο ίδιος διαφωνεί με την εξώδικη διευθέτηση και προς τούτο έχει ενημερώσει την Εναγόμενη Εταιρεία.»
51.13 Στις 24.11.2016 το Ε.Δ. Λευκωσίας ενέκρινε το συμβιβασμό καθότι έκρινε πως ήταν προς όφελος της Ο.Α. και εξέδωσε απόφαση με οδηγίες ως προς το που θα τα κατατεθούν τα ποσά τα οποία θα καταβάλλονταν από την Ενάγουσα.
51.14 Μέχρι σήμερα οι Εναγόμενοι αρνούνται και/ή παραλείπουν να πληρώσουν οποιοδήποτε ποσό στην Ενάγουσα.
Ε. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΣΤΙΣ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΕΣ ΝΟΜΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ
52. Ο περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμος, Ν. 96(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (εφεξής «Νόμος») καθιστά υποχρεωτική την ασφάλιση για ευθύνη έναντι τρίτου σε σχέση με τη χρήση οχήματος (άρθρο 3(1)).
53. Σύμφωνα με το άρθρο 13 της Οδηγίας 2009/103/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, σχετικά με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων και τον έλεγχο της υποχρεώσεως προς ασφάλιση της ευθύνης αυτής:
«1. Κάθε κράτος μέλος λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να θεωρείται, για την εφαρμογή του άρθρου 3[1], ανίσχυρη όσον αφορά την προσφυγή τρίτων θυμάτων ατυχήματος, κάθε διάταξη του νόμου ή συμβατική ρήτρα που περιλαμβάνεται σε ασφαλιστήριο συμβόλαιο εκδιδόμενο σύμφωνα με το άρθρο 3 και αποκλείει την ασφάλιση της χρήσης ή της οδήγησης οχημάτων από πρόσωπα:
α) στα οποία δεν έχει επιτραπεί ρητά ή σιωπηρά η χρήση ή η οδήγηση·
β) τα οποία δεν διαθέτουν άδεια οδηγήσεως του σχετικού οχήματος·
γ) τα οποία δεν έχουν συμμορφωθεί με τις εκ του νόμου υποχρεώσεις τεχνικού χαρακτήρα που αφορούν την κατάσταση και την ασφάλεια του εν λόγω οχήματος.»
54. Επομένως, η οποιαδήποτε συμβατική ρήτρα η οποία αποκλείει την ασφάλιση της χρήσης ή οδήγησης οχήματος από πρόσωπα τα οποία όπως εν προκειμένω δεν διαθέτουν άδεια οδήγησης είναι ανίσχυρες όσον αφορά την προσφυγή θυμάτων ατυχήματος. Αυτό καθίσταται ξεκάθαρο και στη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (μεταξύ άλλων Churchill Insurance Company Limited και Evans, C‑442/10, EU:C:2011, C-287/16, Fidelidade-Companhia de Seguros SA v Caisse Suisse de Compensation και άλλων, ημερομηνίας 20.07.2017, ECLI:EU:C:2017:575).
55. Η Κυπριακή Δημοκρατία για να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της δυνάμει των Ευρωπαϊκών Οδηγιών για Ασφάλιση Οχημάτων περιέλαβε στο Νόμο, μεταξύ άλλων, το άρθρο 14, δυνάμει του οποίου ο ασφαλιστής όταν εκδοθεί δικαστική απόφαση σε σχέση με ευθύνη η οποία απαιτείται να καλύπτεται από το ασφαλιστήριο, και αφορά ευθύνη η οποία είτε καλύπτεται από τους όρους του ασφαλιστηρίου είτε θα καλυπτόταν αν το ασφαλιστήριο παρείχε κάλυψη σε οποιοδήποτε πρόσωπο, οφείλει να πληρώσει προς το πρόσωπο προς όφελος του οποίου εκδόθηκε η απόφαση το ποσό της απόφασης, παρότι σε ασφαλιστήριο ενδέχεται να υπάρχει όρος που περιορίζει την κάλυψη προσώπων τα οποία ασφαλίζονται με βάση αυτό με αναφορά στην ύπαρξη άδειας οδήγησης. Τέτοιος όρος θεωρείται ανίσχυρος στο μέτρο που εξασφαλίζεται δικαστική απόφαση από το θύμα του ατυχήματος προς όφελος του οποίου εκδόθηκε δικαστική απόφαση.
56. Παραθέτω το σχετικό μέρος του άρθρου 14 του Νόμου. Σημειώνω ότι η υπόθεση αφορά ατύχημα το οποίο έλαβε χώρα το 2011, η αγωγή από την Ο.Α. καταχωρίστηκε το 2013 και δηλώθηκε συμβιβασμός το 2016 ενώ η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε το 2017. Ο Νόμος έχει υποστεί τροποποιήσεις αλλά δεν θεωρώ ότι πρόκειται για ουσιώδεις τροποποιήσεις οι οποίες μεταβάλλουν το νόημα της διάταξης και συνεπώς παραθέτω μέρος του άρθρου 14 ως έχει σήμερα. Ο δε τονισμός είναι του παρόντος Δικαστηρίου:
«Υποχρέωση ασφαλιστών να ικανοποιούν αποφάσεις Δικαστηρίων/Εξαιρούμενη ευθύνη
14.-(1) Το άρθρο αυτό εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που, μετά την έκδοση και παράδοση πιστοποιητικού ασφάλισης σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 5, εξασφαλίζεται δικαστική απόφαση σε σχέση με ευθύνη που απαιτείται να καλύπτεται από ασφαλιστήριο σύμφωνα με το άρθρο 4 του Νόμου αυτού και η οποία είτε-
(α) Αποτελεί ευθύνη που καλύπτεται από τους όρους του σχετικού ασφαλιστηρίου και η δικαστική απόφαση έχει εξασφαλισθεί εναντίον οποιουδήποτε προσώπου που καλύπτεται από το ασφαλιστήριο αυτό, είτε
(β) αποτελεί ευθύνη, εκτός από εξαιρούμενη ευθύνη, η οποία θα καλυπτόταν εάν το ασφαλιστήριο παρείχε κάλυψη σε οποιοδήποτε πρόσωπο και η δικαστική απόφαση έχει εξασφαλισθεί εναντίον οποιουδήποτε προσώπου άλλου από αυτό που καλύπτεται από το ασφαλιστήριο.
(2) Για την εξακρίβωση, για τους σκοπούς του εδαφίου (1) πιο πάνω, κατά πόσο ευθύνη καλύπτεται ή θα καλυπτόταν από το ασφαλιστήριο, το μέρος του ασφαλιστηρίου που επιχειρεί να περιορίσει την κάλυψη των προσώπων που ασφαλίζονται με βάση το ασφαλιστήριο με αναφορά στην ύπαρξη άδειας οδήγησης που να εξουσιοδοτεί τον οδηγό του οχήματος να το οδηγεί, θα θεωρείται ως ανίσχυρο:
Νοείται ότι, ασφαλιστής που καθίσταται υπεύθυνος να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό με βάση το παρόν εδάφιο σε σχέση με ευθύνη προσώπου που δεν καλύπτεται από το ασφαλιστήριο, δικαιούται να ανακτήσει το ποσό αυτό από τέτοιο πρόσωπο ή τον κάτοχο ασφαλιστηρίου ή τον ασφαλισμένο.
[…]
(4) Ανεξάρτητα αν ο ασφαλιστής δυνατό να δικαιούται να αναιρέσει ή να ακυρώσει ή δυνατό να έχει ήδη αναιρέσει ή ακυρώσει το ασφαλιστήριο και τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου αυτού, ο ασφαλιστής οφείλει να πληρώσει προς το πρόσωπο ή τα πρόσωπα προς όφελος των οποίων εκδόθηκε η δικαστική απόφαση οποιοδήποτε ποσό καθίσταται πληρωτέο με βάση την απόφαση αυτή σε σχέση με ευθύνη για θάνατο ή για σωματική βλάβη ή για ζημιά σε περιουσία:
Νοείται όμως ότι, το ποσό που ο ασφαλιστής οφείλει να πληρώσει δε θα υπερβαίνει το ποσό που προβλέπεται στο ασφαλιστήριο.
(5) Σε περίπτωση που ασφαλιστής καθίσταται υπόχρεος δυνάμει των διατάξεων του άρθρου αυτού να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό σε σχέση με ευθύνη προσώπου που δεν καλύπτεται από το ασφαλιστήριο, δικαιούται να ανακτήσει το ποσό αυτό από-
(α) Τέτοιο πρόσωπο, ή
(β) από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που-
(i) καλύπτεται από το ασφαλιστήριο, σύμφωνα με τους όρους του οποίου η ευθύνη θα καλυπτόταν εάν το ασφαλιστήριο παρείχε κάλυψη σε οποιοδήποτε πρόσωπο, και που
(ii) προκάλεσε ή επέτρεψε τη χρήση του οχήματος που δημιούργησε την ευθύνη.»
57. Εν προκειμένω, η Ενάγουσα φαίνεται να πλήρωσε προς όφελος του θύματος του ατυχήματος (Ο.Α.) αποζημίωση για σωματικές βλάβες στη βάση του ότι θεώρησε πως αποτελούσε ευθύνη η οποία θα καλυπτόταν εάν το ασφαλιστήριο παρείχε κάλυψη σε οποιοδήποτε πρόσωπο. Το μέρος του ασφαλιστηρίου το οποίο επιχειρεί να περιορίσει την κάλυψη των προσώπων που ασφαλίζονται με αναφορά στην ύπαρξη άδειας οδήγησης θεωρήθηκε ανίσχυρο δυνάμει του άρθρου 14(2) του Νόμου.
58. Δεν θίγεται το δικαίωμα του ασφαλιστή να ανακτήσει το ποσό από το πρόσωπο το οποίο οδηγούσε το όχημα το οποίο προκάλεσε ατύχημα ή εναντίον του ασφαλισμένου ή του κατόχου του ασφαλιστηρίου (όπως ο Εναγόμενος 1 εν προκειμένω) με βάση την επιφύλαξη του άρθρου 14(2) και με βάση το άρθρο 14 (5).
59. Παρά ταύτα, για να ενεργοποιείται η υποχρέωση του ασφαλιστή, το άρθρο 14 του Νόμου προνοεί ότι θα πρέπει να εκδοθεί δικαστική απόφαση και η δικαστική απόφαση πρέπει να είναι σε σχέση με ευθύνη που απαιτείται να καλύπτεται από το ασφαλιστήριο. Περαιτέρω, η δικαστική απόφαση πρέπει να «εξασφαλιστεί εναντίον οποιουδήποτε προσώπου που καλύπτεται από το ασφαλιστήριο αυτό» είτε «εναντίον οποιουδήποτε προσώπου άλλου από αυτό που καλύπτεται από το ασφαλιστήριο».
60. Εν προκειμένω, δεν εξασφαλίστηκε απόφαση εναντίον των δύο πιο πάνω κατηγοριών προσώπων. Εξασφαλίστηκε εκ συμφώνου απόφαση, ή για σκοπούς ακρίβειας, δηλώθηκε συμβιβασμός ο οποίος εγκρίθηκε από το Δικαστήριο εναντίον της Ενάγουσας ως ο ασφαλιστής του Οχήματος.
61. Στις ερμηνευτικές διατάξεις του Νόμου ο όρος «δικαστική απόφαση» ερμηνεύεται ως ακολούθως:
«σημαίνει απόφαση ή διάταγμα που εκδίδεται από αρμόδιο Δικαστήριο, στο πλαίσιο οποιασδήποτε διαδικασίας, για την πληρωμή οποιουδήποτε ποσού που αφορά σε αποζημιώσεις για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου.»
62. Εν προκειμένω, δεν έχει εκδοθεί απόφαση εναντίον του ασφαλισμένου ή άλλου προσώπου που θα καλυπτόταν εάν το ασφαλιστήριο παρείχε κάλυψη σε οποιοδήποτε πρόσωπο (ήτοι τον οδηγό) σε σχέση με ευθύνη που απαιτείται να καλύπτεται από ασφαλιστήριο. Στην ουσία δηλώθηκε συμβιβασμός και επειδή η Ο.Α. ήταν ανήλικη έπρεπε να εγκριθεί από το Δικαστήριο. Και ο συμβιβασμός δηλώθηκε από τον ασφαλιστή (την Ενάγουσα) παρά την ένσταση του Εναγόμενου 1.
63. Ο ασφαλιστής, η Ενάγουσα εν προκειμένω, δεν κατέστη υπεύθυνος να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό σε σχέση με ευθύνη προσώπου που δεν καλύπτεται από το ασφαλιστήριο για να δικαιούται με βάση την επιφύλαξη του άρθρου 14(2) του Νόμου να ανακτήσει το ποσό που κατέβαλε από τον ασφαλισμένο.
64. Με βάση το λεκτικό του άρθρου 14(2) για να διενεργηθεί ανάκτηση θα πρέπει ο ασφαλιστής να «καθίσταται υπεύθυνος». Με βάση το λεκτικό του άρθρου 14 (5) για να έχει δικαίωμα ο ασφαλιστής να ανακτήσει το ποσό το οποίο πλήρωσε πρέπει να «καθίσταται υπόχρεος δυνάμει των διατάξεων του άρθρου αυτού να πληρώσει». Για να καταστεί υπεύθυνος ο ασφαλιστής απαιτείται η εξασφάλιση δικαστικής απόφασης σε σχέση με ευθύνη που καλύπτεται από το ασφαλιστήριο. Η δε απόφαση πρέπει να είναι εναντίον οποιουδήποτε προσώπου καλύπτεται από ασφαλιστήριο, ή εναντίον προσώπου άλλου από αυτού που καλύπτεται από ασφαλιστήριο και αφορά ευθύνη η οποία θα καλυπτόταν από το ασφαλιστήριο εάν δεν ίσχυαν οι όροι που περιορίζουν την κάλυψη σε συγκεκριμένα πρόσωπα.
65. Κατ’ ουσίαν η Ενάγουσα έκρινε, αυτόβουλα πως ήταν προς το συμφέρον της να συμβιβάσει την αγωγή 4984 / 2013 και το έπραξε χωρίς τη συναίνεση του Εναγόμενου 1. Δεδομένου του ότι δεν εκδόθηκε απόφαση σε σχέση με την ευθύνη του οδηγού του Οχήματος δεν όφειλε – δεν ήταν υποχρεωμένη - με βάση το Νόμο να ικανοποιήσει την απόφαση.
66. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με τη θέση ότι η δήλωση συμβιβασμού στην παρούσα περίπτωση εξισώνεται με την εξασφάλιση δικαστικής απόφασης σε σχέση με ευθύνη που απαιτείται να καλύπτεται από το ασφαλιστήριο. Εάν ίσχυε αυτή η θέση σημαίνει ότι, για παράδειγμα, με την διευθέτηση και την απόφαση απόρριψης μιας αγωγής δεδομένης της διευθέτησης, θα υπήρχε «δικαστική απόφαση» κάτι το οποίο το Ανώτατο Δικαστήριο σε διάφορες αποφάσεις ανέφερε ότι δεν μπορεί να ισχύει. Η απόρριψη της αγωγής από το Δικαστήριο λόγω συμβιβασμού δεν θεωρήθηκε ως δικαστική απόφαση στην απόφαση ΚΟΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ ν. ΠΙΤΣΙΛΛΙΔΗ, Πολ. Εφ. 32/2015, 31.05.2024. Η απόρριψη λόγω εξώδικης διευθέτησης ή λόγω μη προώθησης δεν εξισώνεται με απόφαση έστω και αν το Δικαστήριο προβαίνει σε μια δικαστική πράξη όταν απορρίπτει μια αγωγή.
67. Παρομοίως, η δήλωση συμβιβασμού και έγκριση της από το Δικαστήριο η οποία ήταν αναγκαία για το λόγο ότι η Ενάγουσα (Ο.Α.) ήτο ανήλικη, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως «δικαστική απόφαση» εν τη εννοία του Νόμου. Η μόνη απόφαση την οποία έλαβε το Δικαστήριο ήταν η απόφαση να εγκρίνει το συμβιβασμό καθότι έκρινε πως ήταν προς όφελος της ανήλικης. Δεν εκδόθηκε απόφαση εν σχέσει με την ευθύνη του οδηγού του Οχήματος ή του Εναγόμενου 1 ως ιδιοκτήτη του ασφαλιστηρίου και του Οχήματος. Η δε έγκριση του συμβιβασμού της Ο.Α. με την Ενάγουσα ήταν υπό τη σκιά της ένστασης του Εναγόμενου 1. Η Ενάγουσα, αφού τέθηκε η ένσταση του Εναγόμενου 1 δια του τότε δικηγόρου του, προχώρησε με τη δήλωση της απόφασης, αγνοώντας την ένσταση του ασφαλισμένου της και αναλαμβάνοντας κατ’ ουσίαν το ρίσκο να μην είναι σε θέση να ανακτήσει το ποσό το οποίο κατέβαλε, ασχέτως του ότι θεωρούσε πως μπορούσε να προβεί σε ανάκτηση.
68. Η θέση αυτή, αφενός δεν ενθαρρύνει το συμβιβασμό υποθέσεων, αφετέρου έχει μια λογική και επενεργεί ως ασπίδα προστασίας του ασφαλισμένου. Εν προκειμένω, είναι άγνωστο ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα εάν εκδικαζόταν η αγωγή 4984 / 2013. Υπάρχει η πιθανότητα να κρινόταν ότι υπήρχε συντρέχουσα αμέλεια ή να επιδικαζόταν διαφορετικό ποσό αποζημιώσεων, ίσως χαμηλότερο ή να μην αποδεικνύονταν αυστηρά ορισμένα κονδύλια τα οποία αξιώνονταν υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων.
69. Μεταξύ άλλων στην ΚΟΣΜΟΣ ν. ΠΙΤΣΙΛΛΙΔΗ, ανωτέρω, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι από τη στιγμή που ο ασφαλιστής δεν αναγκάστηκε και/ή υποχρεώθηκε να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό με την έκδοση δικαστικής απόφασης η αγωγή θεωρείτο πρόωρη καθότι δεν είχε γεννηθεί το δικαίωμα ανάκτησης των ασφαλιστών και η αντίστοιχη υποχρέωση του ασφαλισμένου:
«Χωρίς την έκδοση δικαστικής απόφασης και στις δύο πιο πάνω Αγωγές, οι οποίες και απερρίφθησαν, οι διάδικες πλευρές κατέληξαν σε εξώδικο διακανονισμό, αποτέλεσμα του οποίου ήταν να καταβληθεί και καταβλήθηκε, από τους Εφεσείοντες, στους Ενάγοντες στις Αγωγές, το ποσό που στο πλαίσιο του εν λόγω διακανονισμού είχε συμφωνηθεί.
Εκείνο το οποίο οι Εφεσείοντες παραβλέπουν είναι το γεγονός ότι για να δικαιούντο ανάκτηση του ποσού που κατέβαλαν στους ζημιωθέντες από τη χρήση του ασφαλισμένου οχήματος, από τον Εφεσίβλητο, ασφαλισμένο τους, σε σχέση με ευθύνη του οδηγού του οχήματος που δεν καλυπτόταν από το ασφαλιστήριο έγγραφο, ήταν η προηγούμενη έκδοση δικαστικής απόφασης σε σχέση με την ευθύνη έναντι τρίτου που κάλυπτε το ασφαλιστήριο, όπως διαλαμβάνεται στο εδάφιο (1) του Άρθρου 14 του Ν. 96(Ι)/2000 και όχι η απλή συμφωνία για πληρωμή εξωδικαστικά. […]
Όπως υπογραμμίστηκε στην υπόθεση PROGRESSIVE INSURANCE (ανωτέρω), για να δικαιούτο η ασφαλιστική εταιρεία να διεκδικήσει ανάκτηση από την περιουσία της αποβιωσάσης, θα έπρεπε να είχε εκδοθεί δικαστική απόφαση στις αγωγές που είχαν καταχωρηθεί από τους ζημιωθέντες και η ασφαλιστική εταιρεία να είχε καταβάλει προς τους εκεί ενάγοντες την όποια επιδικασθείσα αποζημίωση. Τονίσθηκε, περαιτέρω, ότι, δεδομένου ότι τέτοιο γεγονός δεν είχε, στην υπόθεση εκείνη, κατά το χρόνο καταχώρησης της αγωγής, επισυμβεί, «τότε όντως τα γεγονότα καθίσταντο υπό την αίρεση και υπόθεση της έκδοσης δικαστικής απόφασης εναντίον της περιουσίας της αποβιωσάσης», καθώς και ότι ορθώς μία από τις δύο θεραπείες με την οποία επιζητείτο η έκδοση δηλωτικής απόφασης για την καταβολή στην ασφαλιστική εταιρεία του ποσού που η ασφαλιστική εταιρεία θα επιβαρύνετο στις αγωγές που είχαν καταχωρηθεί από τους ζημιωθέντες, «καθίστατο υποθετική».
Κατά συνέπεια στην υπό συζήτηση περίπτωση, το αγώγιμο δικαίωμα των Εφεσειόντων για ανάκτηση καταβληθέντων ποσών είτε δυνάμει της Σύμβασης, είτε δυνάμει του Νόμου, θα αποκρυσταλλώνετο εάν είχαν εκδοθεί δικαστικές αποφάσεις στις προαναφερθείσες Αγωγές 1216/2008 και 3330/2008 και οι Εφεσείοντες είχαν καταβάλει στους δικαιούχους τα επιδικασθέντα ποσά (βλ. PROGRESSIVE INSURANCE (ανωτέρω)). Είναι, συνεπώς, προφανές ότι απαραίτητη προϋπόθεση για τους σκοπούς ανάκτησης από τον ασφαλιστή ποσού που καταβλήθηκε, είναι η έκδοση δικαστικής απόφασης.
Τι συνιστά, δε, δικαστική απόφαση ρητώς προνοείται στο Άρθρο 2 του Νόμου Ν. 96(I)/2000 και «σημαίνει απόφαση ή διάταγμα που εκδίδεται από αρμόδιο Δικαστήριο, στο πλαίσιο οποιασδήποτε διαδικασίας, για την πληρωμή οποιουδήποτε ποσού που αφορά σε αποζημιώσεις για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου».
Στην υπόθεση Φωτοπούλου κ.ά. v. Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία (Δημόσια) Λτδ (2011) 1 Α.Α.Δ. 1246, λέχθηκε ότι:
«Το Άρθρο 14 λοιπόν επιβάλλει υποχρέωση στην ασφαλιστική εταιρεία να πληρώνει προς ικανοποίηση δικαστικής απόφασης η οποία εκδόθηκε εναντίον προσώπου που καλύπτεται από το ασφαλιστήριο έγγραφο (Άρθρο 14(1)(α)) όσο και εναντίον προσώπου που δεν καλύπτεται από το ασφαλιστήριο έγγραφο (Άρθρο 14(1)(β)), όπως ήταν ο Ανδρέας Συμεού. Θέτει όμως το Άρθρο 14 όρους οι οποίοι πρέπει να πληρούνται για να εφαρμόζεται. Τους επισημαίνουμε:
1. Πρέπει να έχει εκδοθεί πιστοποιητικό ασφάλισης.
2. Πρέπει να έχει εξασφαλιστεί δικαστική απόφαση. […]
3. Το επιδικασθέν ποσό πρέπει να είναι «σε σχέση με ευθύνη για θάνατο ή για σωματική βλάβη ή για ζημιά σε περιουσία» (Άρθρο 14(4)). […]
4. Η δικαστική απόφαση πρέπει να είναι «σε σχέση με ευθύνη που απαιτείται να καλύπτεται από ασφαλιστήριο σύμφωνα με το Άρθρο 4 (Άρθρο 14(1)) και, είτε να αποτελεί ευθύνη που καλύπτεται από το ασφαλιστήριο στην περίπτωση απόφασης εναντίον προσώπου που δικαιούται να οδηγεί σύμφωνα με το ασφαλιστήριο (Άρθρο 14(1)(α)), είτε να αποτελεί ευθύνη που θα εκαλύπτετο, αν αυτό παρείχε κάλυψη, στη περίπτωση απόφασης εναντίον προσώπου που δεν περιλαμβάνεται στο ασφαλιστήριο (Άρθρο 14(1)(β)).»
Το ότι για τους σκοπούς του Νόμου Ν. 96(Ι)/2000 και εφαρμογής των προνοιών του Άρθρου 14 προϋπόθεση είναι η έκδοση δικαστικής απόφασης και όχι εξώδικης διευθέτησης, έχει τονισθεί και στην υπόθεση Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Βλάχου κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 194/2013, ημερ. 25/10/2019, ECLI:CY:AD:2019:A446, ECLI:CY:AD:2019:A446 στην οποία θα αναφερθούμε εκτενέστερα στη συνέχεια. Όπως επισημάνθηκε:
«Οι πιο πάνω πρόνοιες του Νόμου 96(Ι)/2000 είναι σαφείς και δεν επιδέχονται διαφορετικής ερμηνείας απ' εκείνη που μεταδίδει το ίδιο το κείμενο στο συνετό και λογικό άνθρωπο ότι δηλαδή εφαρμόζεται στην περίπτωση έκδοσης δικαστικής απόφασης και όχι εξώδικης διευθέτησης με την Ασφαλιστική Εταιρεία της πληρωτέας αποζημίωσης. Η προϋπόθεση αυτή επιβεβαιώνεται και από το άρθρο 15 του πιο πάνω Νόμου το οποίο πραγματεύεται περί των προϋποθέσεων που πρέπει να πληρούνται για καταβολή αποζημίωσης από την Ασφαλιστική Εταιρεία, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 14.»
70. Κατά συνέπεια, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις οι οποίες τίθενται από το Νόμο για να δικαιούται η Ενάγουσα να ανακτήσει το ποσό το οποίο κατέβαλε δυνάμει συμβιβασμού καθότι δεν εκδόθηκε δικαστική απόφαση εν τη εννοία του Νόμου και στην ουσία η Ενάγουσα δεν υποχρεώθηκε αλλά ούτε και κατέστη υπεύθυνη να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό στην Ο.Α..
71. Σε αυτό το σημείο αναφέρω ότι η Ενάγουσα εισηγείται ότι δικαιούται σε ανάκτηση των ποσών τα οποία πλήρωσε τόσο με βάση το άρθρο 14 του Νόμου όσο και με βάση το Ασφαλιστήριο.
72. Στην ουσία εισηγείται ότι επειδή υποχρεώθηκε να πληρώσει την απαίτηση της Ο.Α. ενώ σύμφωνα με τους όρους του Ασφαλιστηρίου και τις εξαιρέσεις αυτού δεν θα έπρεπε, μπορεί να ανακτήσει τα ποσά τα οποία πλήρωσε από τον Εναγόμενο 1.
73. Εν πρώτοις, αναφέρεται ότι δεν αμφισβητήθηκε από τον Εναγόμενο ότι παρέλαβε το Ασφαλιστήριο (Τεκμήριο 3) και τον Πίνακα (Τεκμήριο 2) και συνεπώς τα δύο αυτά έγγραφα συνθέτουν τη σύμβαση ασφάλισης και συνακόλουθα ο Εναγόμενος 1 δεσμεύεται από τους όρους αυτών.
Όροι του Ασφαλιστηρίου
74. Στη σελίδα 1 του Τεκμηρίου 3 – Ασφαλιστήριο Μηχανοκινήτων Οχημάτων αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι οι όροι του Ασφαλιστηρίου, του Πίνακα και οποιασδήποτε Πρόσθετης Πράξης θεωρούνται μία σύμβαση, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του Ασφαλιστηρίου και ο ασφαλισμένος πρέπει να συμμορφώνεται με αυτούς.
75. Με βάση το Ασφαλιστήριο η Ενάγουσα «παρέχει κάλυψη (indemnity) Ασφαλισμένο ή σε οποιοδήποτε Εξουσιοδοτημένο Οδηγό, έναντι όλων των ποσών, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων, τόκων και δαπανών του προσώπου που προβάλλει την αξίωση…» (όρος 1, σελ. 4, Τεκμηρίου 3).
76. Ο όρος 10 (σελ. 7) του Ασφαλιστηρίου αναφέρει ότι:
«Σε περίπτωση που η Εταιρεία καταβάλει οποιοδήποτε ποσό βάσει των διατάξεων του Νόμου, το οποίο δεν θα ήταν υπόλογη να καταβάλει δυνάμει τον Όρων του Ασφαλιστηρίου, ο Ασφαλισμένος και/ή ο οδηγός οφείλει να επιστρέψει το ποσό αυτό στην Εταιρεία και η Εταιρεία δικαιούται να ζητήσει την ανάκτηση του ποσού αυτού από τον Ασφαλισμένο και/ή τον οδηγό. …»
77. Στη σελίδα 13 του Ασφαλιστηρίου, κάτω από τον τίτλο «Εξαιρέσεις που ισχύουν για όλο το Ασφαλιστήριο» αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι:
«Η Εταιρεία δεν θα έχει ευθύνη …
2. Όταν το Μηχανοκίνητο Όχημα
α. δεν χρησιμοποιείται σύμφωνα με τους Περιορισμούς ως προς τη Χρήση ή
β. δεν οδηγείται από Εξουσιοδοτημένο Οδηγό ή
γ. βρίσκεται στην κατοχή μη Εξουσιοδοτημένου Οδηγού με σκοπό να οδηγηθεί από αυτόν.
…
7. να παρέχει κάλυψη (to indemnify)
α. […]
β. […]
γ. […]
δ. εκτός αν το πρόσωπο που οδηγεί κατέχει άδεια οδήγησης που να του επιτρέπει να οδηγεί το Μηχανοκίνητο Όχημα ή κατείχε άδεια οδήγησης και δεν στερήθηκε του δικαιώματος να κατέχει ή να αποκτά τέτοια άδεια».
78. Ο όρος 4 στη σελίδα 15 του Ασφαλιστηρίου υπό τον τίτλο «Διαδικασία Απαιτήσεων» έχει ως ακολούθως (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου):
«Ο Ασφαλισμένος ή οποιοδήποτε πρόσωπο που απαιτεί να καλυφθεί (indemnified) δεν θα προβαίνει σε παραδοχή, προσφορά, υπόσχεση ή πληρωμή χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση της Εταιρείας. Η Εταιρεία δικαιούται, αν το επιθυμεί, να αναλάβει και να διεξάγει εκ μέρους του Ασφαλισμένου ή οποιουδήποτε προσώπου που απαιτεί να καλυφθεί (indemnified) την υπεράσπιση ή το διακανονισμό οποιασδήποτε απαίτησης ή να υποβάλει εκ μέρους του Ασφαλισμένου ή οποιουδήποτε προσώπου που απαιτεί να καλυφθεί (indemnified) για δικό της όφελος οποιαδήποτε απαίτηση για κάλυψη ή αποζημιώσεις (indemnity or damages) ή άλλως πως. Η Εταιρεία θα έχει το δικαίωμα να ενεργεί όπως κρίνει ορθό κατά τη διεξαγωγή οποιασδήποτε νομικής διαδικασίας και για το διακανονισμό οποιασδήποτε απαίτησης, ο δε Ασφαλισμένος και οποιοδήποτε πρόσωπο που απαιτεί να καλυφθεί (indemnified) θα παρέχει όλες τις πληροφορίες και βοήθεια που η Εταιρεία δυνατό να χρειαστεί ή ορίσει. Σε περίπτωση που η Εταιρεία προβεί σε οποιαδήποτε πληρωμή προς το σκοπό διακανονισμού οποιασδήποτε απαίτησης και τέτοια πληρωμή περιλαμβάνει ποσό που δεν καλύπτεται από το Ασφαλιστήριο, ο Ασφαλισμένος ή οποιοδήποτε πρόσωπο που απαιτεί να καλυφθεί (indemnified) θα καταβάλλει στην Εταιρεία το μη καλυπτόμενο από το Ασφαλιστήριο ποσό».
79. Αφού επιφυλάχθηκε η απόφαση μετά το πέρας τη ακροαματικής διαδικασίας, το Εφετείο εξέδωσε την απόφαση του στην έφεση της ERB ASFALISTIKI LIMITED v. ΕΙΡΗΝΗ ΝΙΚΟΛΑ ΓΕΡΙΜΟΥ, Πολ. Εφ. Αρ. 320 / 2019, 22.04.2026 τα γεγονότα της οποίας προσομοιάζουν με αυτά της παρούσας υπόθεσης υπό την έννοια ότι και εκεί η κάτοχος του ασφαλιστηρίου και ο οδηγός δεν συναινούσαν στη διευθέτηση της απαίτησης του θύματος του τροχαίου ατυχήματος, ούτε εξουσιοδότησαν την ασφαλιστική εταιρεία να ενεργήσει εκ μέρους τους σε ένα τέτοιο πλαίσιο, αλλά «σταθερά και αδιάληπτα αρνούνταν» έντονα την οποιαδήποτε ευθύνη του (μη εξουσιοδοτημένου) οδηγού για την πρόκληση του ατυχήματος.
80. Το Εφετείο σχολίασε τον όρο 4 του Ασφαλιστηρίου τον οποίο επικαλείται και στην παρούσα περίπτωση η Ενάγουσα. Σημειώνω ότι ο όρος αυτός τον οποίο παρέθεσε το Εφετείο στην απόφαση του είναι ο ίδιος με αυτόν στον Τεκμήριο 3 – Ασφαλιστήριο (Διαδικασία Απαιτήσεων). Το Εφετείο έκρινε ότι ο εν λόγω όρος κάθε άλλο παρά περιεκτικός και σαφής είναι και δεν μπορεί να παρέχει στην Ενάγουσα αυθύπαρκτο και αυτοτελές δικαίωμα ανάκτησης της καταβληθείσας προς το θύμα αποζημίωσης:
«Οι λόγοι έφεσης 2, 3 και 4 αφορούν την κατ' ισχυρισμό λανθασμένη ερμηνεία και εφαρμογή του όρου 4 που τιτλοφορείται «Διαδικασία Απαιτήσεων» και βρίσκεται στη σελ. 15 του βιβλιαρίου «Ασφαλιστήριο Μηχανοκινήτων Οχημάτων» (τεκμήριο 13(β)). Με δεδομένο ότι δεν αποδείχθηκε ότι το τεκμήριο 13(β) συναποτελούσε μέρος της ασφαλιστικής σύμβασης των μερών (βλ. λόγο έφεσης 1) , οι λόγοι έφεσης 2, 3 και 4, εκ προοιμίου και των πραγμάτων, είναι καταδικασμένοι σε απόρριψη.
Παρόλα ταύτα, χωρίς να χρειάζεται να επεκταθούμε σε έκταση, να επισημάνουμε ότι συμφωνούμε με την πρωτόδικη προσέγγιση ότι ο όρος 4, ο οποίος κάθε άλλο παρά περιεκτικός και σαφής είναι, δεν παρείχε στην εφεσείουσα αυθύπαρκτο και αυτοτελές δικαίωμα ανάκτησης της καταβληθείσας στο τρίτο πρόσωπο, αποζημίωσης. Επισημαίνουμε επί του προκείμενου πως όταν προκύπτει ασάφεια στη χρησιμοποιηθείσα σε όρο σύμβασης γλώσσα, η σύμβαση ερμηνεύεται αυστηρότερα έναντι του συμβαλλόμενου μέρους που τη συνέταξε (contra proferentem rule) - στην υπό συζήτηση περίπτωση, της εφεσείουσας (βλ. Πανευρωπαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ v. Γλυκύ (1998) 1 Α.Α.Δ. 1639 και Αλεξάνδρου v. Eurolife Ltd (2006) 1 Α.Α.Δ. 242). Σχετικά τα όσα καταγράφονται στις σελ. 42-43 της πρωτόδικης απόφασης, τις οποίες παραθέτουμε αυτούσιες πιο πάνω.»
81. Το Εφετείο επικύρωσε την κρίση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου στην ERB v. ΓΕΡΙΜΟΥ το οποίο στην ουσία αποφάσισε ότι ο εν λόγω όρος δεν εκτείνεται πέραν του ότι «ο ασφαλισμένος αναγνωρίζει ότι ο ασφαλιστής, προς διασφάλιση των συμφερόντων του, έχει δικαίωμα να απαιτήσει την πλήρη συνεργασία του ασφαλισμένου, να αναλάβει την πρωτοβουλία κινήσεων και ρόλο πρωταρχικό στη διαπραγμάτευση για επίτευξη εξωδικαστικής διευθέτησης, και να ηγηθεί της υπεράσπισης αν η υπόθεση αχθεί στο δικαστήριο. Επισημαίνω, ωστόσο, ότι ο ασφαλισμένος διατηρεί κι αυτός τη δυνατότητα να διορίσει πρόσθετο δικηγόρο της δικής του επιλογής για την τήρηση ισορροπίας στα συμφέροντα της κάθε πλευράς. Έχω τη γνώμη ότι αντίθετη ερμηνευτική προσέγγιση στο ζήτημα θα σήμαινε την εκ των προτέρων και άνευ όρων παράδοση των δικαιωμάτων του ασφαλισμένου στον ασφαλιστή και την από μέρους του ασφαλισμένου απεμπόληση της προστασίας που του παρέχει το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος όπως και το Άρθρο 6(1) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (βλ. Ν. 39/1962), διατάξεις με τις οποίες διαφυλάσσεται η πρόσβαση σε δικαστήριο για τη διάγνωση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, όπου διαπιστώνεται διαφορά αναφορικά με τα γεγονότα ή το νόμο.»
82. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι η Ενάγουσα είχε αναλάβει το ρόλο ερευνητή και κριτή σε σχέση, μεταξύ άλλων, με την ευθύνη για το ατύχημα και το ύψος των αποζημιώσεων. Κατέληξε ότι με βάση τους υπό συζήτηση όρους του Ασφαλιστηρίου η Ενάγουσα δεν είχε τη δυνατότητα να αποφασίσει η ίδια και να μετακυλήσει την ευθύνη πληρωμής στην ασφαλισμένη η οποία διατηρούσε διαφορετική άποψη για το κάθε τι:
«Είναι, κατά τη γνώμη μου, ανέφικτη μια προσέγγιση που θα αναγνώριζε στην ενάγουσα την εξουσία, σε διαφορά που ανέκυψε μεταξύ της και της εναγόμενης, να επιλύει η ίδια τη διαφορά, αποφασίζοντας όλες τις πτυχές, και να επιβάλλει λύση στην εναγόμενη. Ακόμα και μια πλήρως αιτιολογημένη κρίση της ενάγουσας - που εδώ κάθε άλλο παρά αιτιολογημένη ήταν - θα παρέμενε μετέωρη, δεδομένου ότι η ενάγουσα ήταν αντίπαλο μέρος στη διαφορά. Η διαφορά θα έπρεπε να είχε υποβληθεί σε δικαστήριο που θα την εξέταζε στο πλαίσιο της δικονομικά καθορισμένης διαδικασίας όπου, για τροχαία ατυχήματα όπως το υπό αναφορά, τίθεται ως βάση αγωγής η αμέλεια και/ή παράβαση θέσμιου καθήκοντος. Δεν υπάρχει όμως εδώ τέτοιου είδους δικογράφιση.
Συγκεφαλαιώνω, λοιπόν, ότι έξω από μια συναινετική πορεία ή διαιτησία, τέτοιοι όροι δεν θα μπορούσαν ποτέ να εκτοπίσουν τη δικαστική δικαιοδοσία και να υποτάξουν την εναγόμενη στην αποκλειστική κρίση της ενάγουσας στη μεταξύ τους διαφορά επί ουσιαστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων».
83. Υιοθετώ την πιο πάνω προσέγγιση η οποία σε κάθε περίπτωση επικυρώθηκε από το Εφετείο. Ο όρος 4 του Ασφαλιστηρίου δεν παρέχει λευκή επιταγή στην Ενάγουσα να αποφασίζει για τον Ασφαλισμένο. Επιπρόσθετα, κρίθηκε ότι δεν παρέχει αυτοτελές και αυθύπαρκτο δικαίωμα ανάκτησης από τον ασφαλισμένο. Ο όρος 4 δεν αναφέρει ξεκάθαρα και κατά τρόπο ρητό ότι η ασφαλιστική εταιρεία μπορεί να αποφασίζει εκ μέρους του ασφαλισμένου αλλά ούτε και υπάρχει οποιαδήποτε πρόβλεψη για τις περιπτώσεις στις οποίες υπάρχει διαφωνία μεταξύ του ασφαλισμένου και της εταιρείας.
84. Ο συγκεκριμένος όρος κρίθηκε ότι είναι ασαφής δεδομένου του ότι φαίνεται να αφορά περισσότερο το ότι η Ενάγουσα μπορεί να ηγηθεί της διαδικασίας υπεράσπισης σε περίπτωση κατά την οποία η υπόθεση καταλήξει στο Δικαστήριο ενώ παράλληλα εναποθέτει στον ασφαλισμένο την υποχρέωση να παρέχει την πλήρη συνεργασία του και να παράσχει πληροφορίες και βοήθεια προς την εταιρεία. Το κατά πόσον μπορεί η Ενάγουσα να προβεί σε επανάκτηση των ποσών τα οποία θα καταβάλει είναι άλλο θέμα.
85. Σε περίπτωση κατά την οποία η πρόθεση του ασφαλιστή ήταν να έχει τον πλήρη έλεγχο της διαδικασίας και να αποφασίζει για τη μοίρα το ασφαλισμένου της θα έπρεπε να το καταστήσει σαφές ενόψει του ότι η ασφαλιστική εταιρεία κατέχει δεσπόζουσα θέση έναντι του ασφαλισμένου.
86. Στην απόφαση του Court of Appeal στην Groom v Crocker and Others [1938] 2 All ER 394 κρίθηκε ότι ο συμβατικός όρος στη σύμβαση ασφάλισης ότι η ασφαλιστική εταιρεία θα έχει “absolute conduct of the proceedings” δεν παρέχει στην ασφαλιστική εταιρεία απόλυτη διακριτική ευχέρεια να παραδεχθεί ευθύνη εκ μέρους του ασφαλισμένου χωρίς τη συγκατάθεση του.
“The question, therefore, is: Was the admission of negligence one which, in the circumstances, the insurers were entitled, under the policy, to require the insured to make? In my opinion, clearly not. The right given to the insurers is to have control of proceedings in which they and the insured have a common interest—the insured because he is the defendant and the insurers because they are contractually bound to indemnify him. Each is interested in seeing that any judgment to be recovered against the insured shall be for as small a sum as possible. It is the insured upon whom the burden of the judgment will fall if the insurers are insolvent. The effect of the provisions in question is, I think, to give to the insurers the right to decide upon the proper tactics to pursue in the conduct of the action, provided that they do so in what they bona fide consider to be the common interest of themselves and their insured. However, the insurers are, in my opinion, clearly not entitled to allow their judgment as to the best tactics to pursue to be influenced by the desire to obtain for themselves some advantage altogether outside the litigation in question, with which the insured has no concern. This is what was done in the present case. I do not wish to use hard words, but I should have thought that a moment's consideration would have shown that the course adopted was as unjustified in point of law as it is assuredly repellent to the sense of business decency. I am not surprised that the jury should have wished to express their emphatic disapproval.
87. Το ερώτημα το οποίο τίθεται είναι το κατά πόσον μπορεί η ενάγουσα να ανακτήσει το ποσό το οποίο πλήρωσε με βάση το Ασφαλιστήριο;
88. Ο όρος ο οποίος είναι σχετικός με το δικαίωμα ανάκτησης της Ενάγουσας είναι ο όρος 10 (σελ. 7) του Ασφαλιστηρίου ο οποίος αναφέρει ότι «[σ]ε περίπτωση που η Εταιρεία καταβάλει οποιοδήποτε ποσό βάσει των διατάξεων του Νόμου, το οποίο δεν θα ήταν υπόλογη να καταβάλει δυνάμει τον Όρων του Ασφαλιστηρίου, ο Ασφαλισμένος και/ή ο οδηγός οφείλει να επιστρέψει το ποσό αυτό στην Εταιρεία και η Εταιρεία δικαιούται να ζητήσει την ανάκτηση του ποσού αυτού από τον Ασφαλισμένο και/ή τον οδηγό. …»
89. Το ζήτημα εν προκειμένω είναι ότι δεν κρίθηκε πως η Ενάγουσα ήταν υπόχρεη να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό. Ο όρος ισχύει όταν η Ενάγουσα καταβάλει οποιοδήποτε ποσό «βάσει των διατάξεων του Νόμου». Η Ενάγουσα εν προκειμένω αποφάσισε να δηλώσει συμβιβασμό στην αγωγή αρ 4984 / 2013 χωρίς να υπάρχει υποχρέωση η οποία γεννάται με δικαστική απόφαση. Ήτοι δεν υπήρχε υποχρέωση βάσει των διατάξεων του Νόμου.
90. Το δικαίωμα ανάκτησης με βάση το Ασφαλιστήριο είναι συνδεδεμένο με τις διατάξεις του Νόμου όπως κρίθηκε και στην ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΙΝΤΙΝΙΔΗΣ ν. ΑΛΦΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΛΤΔ, Πολ. Εφ. 238 / 2018, 28.06.2024. Συνεπώς εάν δεν εκδοθεί δικαστική απόφαση η ασφαλιστική εταιρεία δεν μπορεί να προβεί σε ανάκτηση των ποσών που πλήρωσε:
«Τέλος, κρίνουμε απαραίτητο να τονίσουμε πως το δικαίωμα των εφεσίβλητων, για ανάκτηση οποιουδήποτε ποσού, αυτοί θα καλούνταν να πληρώσουν, ήταν συνδεδεμένο με τον όρο του Τεκμηρίου 6 που φέρει τίτλο «ΑΝΑΙΡΕΣΗ ΟΡΙΣΜΕΝΩΝ ΟΡΩΝ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΑΝΑΚΤΗΣΕΩΣ», ο οποίος προνοεί ότι:
«Σε περίπτωση που η Εταιρία καταβάλει οποιοδήποτε ποσό βάσει των διατάξεων του Νόμου το οποίο δεν θα ήταν υπόλογη να καταβάλει δυνάμει των Όρων του Ασφαλιστηρίου αυτού, τότε ο Ασφαλισμένος και/ή οδηγός οφείλει να επιστρέψει το ποσό αυτό στην Εταιρία και η Εταιρία δικαιούται να επιζητήσει την ανάκτηση του ποσού αυτού από τον Ασφαλισμένο και/ή τον οδηγό.»
Προβάλλει, συνακόλουθα του πιο πάνω όρου, πως το δικαίωμα ανάκτησης ήταν ξεκάθαρα συνδεδεμένο με τις διατάξεις της σχετικής νομοθεσίας που δεν είναι άλλη από τον Ν. 96(Ι)/2000, ειδικότερα το Άρθρο 14 το οποίο προϋποθέτει την έκδοση δικαστικής απόφασης.»
91. Είναι παραδεκτό ότι ο Εναγόμενος 1 καταδικάστηκε επειδή επέτρεψε σε μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο να οδηγεί το Όχημα. Υπήρξε προς τούτο σχετικό εύρημα στην προηγούμενη ενότητα. Παρά ταύτα, όταν δηλώθηκε ο συμβιβασμός και εγκρίθηκε δεν υπήρχε αποκρυσταλλωμένη ευθύνη της Ενάγουσας να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό. Η Ενάγουσα στην ουσία ανέλαβε ευθύνη να πληρώσει αφού έκρινε πως ήταν προς το συμφέρον της να το πράξει, χωρίς να λάβει υπόψιν της την ένσταση του Εναγόμενου 1.
92. Ο δε όρος 10 πιο πάνω σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως σαφής και ξεκάθαρος ως προς το ότι ακόμα και στις περιπτώσεις που δηλώνεται συμβιβασμός στον οποίο ο ασφαλισμένος έχει ένσταση θα πρέπει να πληρώσει το ποσό το οποίο θα συμφωνήσει να πληρώσει η ασφαλιστική εταιρεία παρά την ένσταση του.
93. Από τη νομολογία προκύπτει περαιτέρω ότι, επειδή οι εξαιρέσεις σε συμβόλαιο εισάγονται κυρίως για να απαλλάξουν τους ασφαλιστές από ευθύνη που κατά τα άλλα θα καλύπτετο από το ασφαλιστικό συμβόλαιο, αυτές ερμηνεύονται με τη μεγαλύτερη αυστηρότητα (βλ. Αλεξάνδρου ν. Eurolife Ltd (2006) 1 Α.Α.Δ. 242, E.R. Hardy Ivamy «General Principles of Insurance Law», 4η έκδοση, σελ. 281, CNP ASFALISTIKI LTD v. ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ ΟΘΩΝΟΣ, Πολ. Εφ. 10/2018, 17.12.2025).
94. Στην ΟΘΩΝΟΣ το Εφετείο ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση με εξαίρεση από κάλυψη σε σύμβαση ασφάλισης η οποία άφηνε κάποιο κενό σε σχέση με την περίπτωση αθώωσης ασφαλισμένου από το Δικαστήριο σε κατηγορία οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλ:
«Παρά ταύτα, θεωρούμε εμείς ότι ο Όρος 7 παρουσιάζει ασάφεια, εφόσον δεν προκύπτει ξεκάθαρα από το λεκτικό του κατά πόσο το δεύτερο μέρος της εξαίρεσης τυγχάνει εφαρμογής ακόμη και σε περίπτωση αθώωσης από ποινικό Δικαστήριο. Η αβεβαιότητα αυτή οδηγεί στην εφαρμογή του κανόνα ερμηνείας του κοινοδικαίου «verba chartarum fortius accipiuntur contra proferentem» (τυχόν αμφιβολίες ή ασάφειες ερμηνεύονται εναντίον του μέρους που ετοίμασε το κείμενο). Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα MacGillivray on Insurance Law (πιο πάνω), στη σελ. 299, παρ. 11-035:
«Ambiguity must be real. The contra proferentem rule of construction arises only where there is a wording employed by those drafting the clause which leaves the court unable to decode by ordinary principles of interpretation which of two meanings is the right one. One must not use the rule to create the ambiguity - one must find the ambiguity first. The words should receive their ordinary and natural meaning unless that is displaced by a real ambiguity either appearing on the face of the policy or, possibly, by extrinsic evidence of surrounding circumstances. If the meaning of the words used is reasonably clear it should be followed even if it is unreasonable or operates harshly against the insured». (η έμφαση είναι του Δικαστηρίου)
(βλ. και το σύγγραμμα «Modern Insurance Law» του John Birds, 3η έκδοση, σελ.196 όπου αναφέρεται ότι «ambiguity must not be created simply to apply the maxim»).
Όπως λέχθηκε και στην Αλεξάνδρου ν. Eurolife Ltd (πιο πάνω), αποτελεί καθήκον των ασφαλιστών να εξαιρούν την ευθύνη τους με καθαρές και σαφείς πρόνοιες. Αυτό δεν έγινε στην προκειμένη περίπτωση. Τυγχάνει, συναφώς, εφαρμογής το κάτωθι απόσπασμα από την Λιπέρη ν. Ecclesiastical Insurance Office plc κ.ά. (πιο πάνω):
«Σε περίπτωση όρων στους οποίους εντοπίζονται αντιφάσεις ή αμφιβολίες, ο εφαρμοστέος κανόνας είναι ο κανόνας ερμηνείας του κοινοδικαίου «verba chartarum forties accipiuntur contra proferentem», ήτοι, τυχόν αμφιβολίες ή ασάφειες επιλύονται εναντίον του μέρους που ετοίμασε το κείμενο. Ο κανόνας είναι συνδεδεμένος με τον άλλο γνωστό κανόνα ότι εκείνος ο διάδικος που βασίζεται σε εξαιρέσεις ή όρους που περιέχουν εξαιρέσεις, μπορεί να επιτύχει μόνο εάν η έννοια που αναδύεται είναι καθαρή ως αποτέλεσμα μιας λογικής ερμηνείας του όρου, (MacGillivray on Insurance Law 11η Έκδ. σελ. 309-311, παρ. 11-033 μέχρι 11-036). Αυτό διότι οι όροι ενός συμβολαίου ετοιμάζονται από τους ίδιους τους ασφαλιστές και έτσι ο κανόνας είναι ότι πρέπει να ερμηνεύονται με αρνητική διάθεση και εναντίον τους, (Raul Colinvaux: The Law of Insurance 5η Έκδ. σελ. 37, παρ. 2-10)».
Εφαρμόζοντας τον κανόνα αυτό στην προκειμένη περίπτωση, οδηγούμαστε στο ότι εάν η Εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία επιθυμούσε να εξαιρεθεί ευθύνης ακόμα και στην περίπτωση όπου προϋπήρξε αθωωτική απόφαση από ποινικό Δικαστήριο, όφειλε να το είχε πράξει ρητά και με σαφήνεια, πράγμα το οποίο δεν έκανε εν προκειμένω.
95. Στην παρούσα περίπτωση δεδομένης της αμφιβολίας που δημιουργείται ενόψει του κενού που παραμένει στον όρο 10 στην περίπτωση που η ασφαλιστική εταιρεία αποφασίσει να συμβιβάσει μία απαίτηση και ειδικότερα όταν ο ασφαλισμένος δεν αποδέχεται το συμβιβασμό, εφαρμόζεται ο κανόνας ότι η αμφιβολία θα πρέπει να επιλυθεί υπέρ του μέρους το οποίο δεν ετοίμασε το κείμενο.
96. Στην δε ERB v. ΓΕΡΙΜΟΥ, ανωτέρω, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά τα οποία εφαρμόζονται και στην παρούσα περίπτωση (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου):
«Η υπόθεση Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ v. Βλάχου κ.ά., Πολιτική Έφεση 194/2013, ημερ. 25.10.2019, ECLI:CY:AD:2019:A446, ECLI:CY:AD:2019:A446 που επικαλείται η εφεσείουσα προς υποστήριξη της ως άνω θέσης, διαφέρει σε δύο πολύ ουσιαστικά σημεία. Το πρώτο, ότι στην εν λόγω υπόθεση, ο ασφαλισμένος, κατόπιν ειδοποίησης από την ασφαλιστική εταιρεία ότι προτίθετο να καλύψει τις ζημιές του τρίτου, παρέλειψε να ανταποκριθεί ή να επιδείξει οποιονδήποτε ενδιαφέρον. Στην προκειμένη περίπτωση η εφεσίβλητη όχι μόνον ανταποκρίθηκε, αλλά με έντονο και κατηγορηματικό τρόπο αρνήθηκε ότι ο ΚΓ έφερε οποιανδήποτε ευθύνη για το ατύχημα και δεν συναίνεσε στον διακανονισμό της απαίτησης του τρίτου προσώπου, ούτε στην καταβολή σ' αυτόν αποζημίωσης από μέρους της εφεσείουσας. Συνεπώς, ο όρος 4 ουδόλως παρείχε στην εφεσείουσα «λευκό χαρτί» στο να ενεργεί σε αντίθεση με τη δεδηλωμένη θέση και επιθυμία του ασφαλισμένου της, ο οποίος δεν επέδειξε αδιαφορία για τη δρομολογούμενη διαδικασία, αλλά αντίθετα εξέφρασε την έντονη διαφωνία του. Δεύτερον, στην εν λόγω υπόθεση, το εκεί στοιχείο 3 της Πρότασης Ασφάλισης που ως έγινε παραδεκτό συναποτελούσε μέρος της ασφαλιστικής σύμβασης των μερών, ρητά, προνοούσε ότι «σε περίπτωση που το όχημα οδηγείται από μη εξουσιοδοτημένο οδηγό.είσαστε προσωπικά υπεύθυνος για οποιαδήποτε απαίτηση που θα εγερθεί.» Είναι στη βάση αυτού του στοιχείου που το Εφετείο θεώρησε ότι η εφεσείουσα μπορούσε να απαιτήσει από τον εφεσίβλητο την πληρωμή του ποσού που κατέβαλε στον τρίτο και όχι στη βάση του αντίστοιχου όπως εδώ, όρου 4 (βλ. Κόσμος Ασφαλιστική Εταιρεία Δημόσια Λτδ v. Πιτσιλλίδη, Πολιτική Έφεση 32/2015, ημερ. 31.5.2024, σελ. 19). Σχετικό το ακόλουθο απόσπασμα από τη σελ. 15 της Βλάχου:
«Η εφεσείουσα έχοντας προβεί πρώτα σε διακανονισμό της απαίτησης και στη συνέχεια σε πληρωμή του συμφωνηθέντος ποσού μπορούσε να απαιτήσει την πληρωμή του από τον εφεσίβλητο στη βάση του όρου στην Πρόταση Ασφάλισης περί προσωπικής του ευθύνης και δεν ήταν θέμα εφαρμογής του όρου 4...».
Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει ανάλογο στοιχείο «προσωπικής ευθύνης», ακόμα και με τη συμπερίληψη του τεκμηρίου 13(β), ως μέρος της ασφαλιστικής σύμβασης.
Αν είναι κάτι που επιβεβαιώνεται από την απόφαση Βλάχου (ανωτέρω), σελ. 14 είναι ότι δυνάμει του άρθρου 14 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου 96(Ι)/2000 η υποχρέωση ασφαλιστικής εταιρείας για την καταβολή αποζημίωσης για την κάλυψη ζημιάς τρίτου, ενυπάρχει όταν εξασφαλίζεται δικαστική απόφαση σε σχέση με την ευθύνη (βλ. επίσης Φωτοπούλου κ.ά. v. Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία (Δημόσια) Λτδ (2011) 1 Α.Α.Δ. 1246, Πιτσιλλίδη (ανωτέρω) και Αιντινίδης ν. Άλφα Ασφαλιστική Λτδ, Πολιτική Έφεση 238/2018, ημερ. 28.6.2024).»
97. Σε αντίθεση με τη Βλάχου, στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχει παρόμοια πρόνοια για προσωπική ευθύνη του ασφαλισμένου για οποιαδήποτε απαίτηση. Ο όρος 10 προϋποθέτει τη δημιουργία ευθύνης με βάση το Νόμο. Επομένως, ο όρος 10 θέτει την υποχρέωση του ασφαλισμένου να επιστρέψει τα χρήματα στην ασφαλιστική εταιρεία κάτω από τις προϋποθέσεις του Νόμου, που δεν είναι άλλη από την έκδοση απόφασης σε σχέση με την ευθύνη εναντίον του ασφαλισμένου ή του προσώπου το οποίο οδηγούσε το όχημα.
98. Επίσης, στη Βλάχου, ο ασφαλισμένος δεν απάντησε σε καμία εκ των επιστολών τις οποίες απέστειλε η ασφαλιστική εταιρεία με τις οποίες τον ενημέρωνε για την πρόθεση της να διευθετήσει την απαίτηση. Περαιτέρω, στη Βλάχου, επιβεβαιώθηκε ότι:
« [ο]ι πιο πάνω πρόνοιες του Νόμου 96(Ι)/2000 είναι σαφείς και δεν επιδέχονται διαφορετικής ερμηνείας απ' εκείνη που μεταδίδει το ίδιο το κείμενο στο συνετό και λογικό άνθρωπο ότι δηλαδή εφαρμόζεται στην περίπτωση έκδοσης δικαστικής απόφασης και όχι εξώδικης διευθέτησης με την Ασφαλιστική Εταιρεία της πληρωτέας αποζημίωσης. Η προϋπόθεση αυτή επιβεβαιώνεται και από το άρθρο 15 του πιο πάνω Νόμου το οποίο πραγματεύεται περί των προϋποθέσεων που πρέπει να πληρούνται για καταβολή αποζημίωσης από την Ασφαλιστική Εταιρεία, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 14. Συνακόλουθα η εφεσείουσα δεν είχε καμιά υποχρέωση στη βάση του συγκεκριμένου Νόμου, εφόσον η αποζημίωση δόθηκε ως αποτέλεσμα εξώδικης διευθέτησης να πληρώσει αποζημιώσεις για τη ζημιά του άλλου αυτοκινήτου τις οποίες στη συνέχεια δικαιούτο να αξιώσει από τον εφεσίβλητο. Συνεπώς ενόψει μη εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση των προνοιών του άρθρου 14 του πιο πάνω Νόμου οι λόγοι έφεσης 1 και 2 σ' όσον αφορά την εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση των προνοιών του Νόμου 96(Ι)/2000 παραμένουν χωρίς έρεισμα.»
99. Πράγματι το άρθρο 15 του Νόμου με πλαγιότιτλο «προϋποθέσεις για καταβολή αποζημίωσης» προνοεί, μεταξύ άλλων, ότι κανένα ποσό δεν πληρώνεται από ασφαλιστή σχετικά με οποιαδήποτε δικαστική απόφαση, εφόσον η εκτέλεση της έχει ανασταλεί ενόσω εκκρεμεί η έφεση. Η πρόνοια αυτή υπονοεί ότι η δικαστική απόφαση πρέπει να επιδέχεται έφεσης. Αν δεν επιδέχεται έφεσης και συνεπώς αναστολής, όπως π.χ. ο συμβιβασμός απαίτησης σημαίνει ότι δεν υπάρχει απόφαση κατά την έννοια του Νόμου.
100. Στη Βλάχου εν τέλει κρίθηκε ότι η ασφαλιστική εταιρεία μπορούσε να ανακτήσει το ποσό το οποίο πλήρωσε δυνάμει συμβιβασμού με βάση ένα ξεκάθαρο όρο στην πρόταση ασφάλισης η οποία αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της σύμβασης ασφάλισης και όχι με βάση την εφαρμογή του όρου 4 (ο οποίος είναι παρόμοιος με τον όρο 4 στο Ασφαλιστήριο): «Προσοχή: Επισύρεται ιδιαίτερα η προσοχή του Προτείνοντος ότι: […] 3. Σε περίπτωση που το όχημα οδηγείται από μη εξουσιοδοτημένο οδηγό ή υπό την επήρεια οινοπνεύματος ή φαρμάκων ή ναρκωτικών, είσαστε προσωπικά υπεύθυνος για οποιαδήποτε απαίτηση που θα εγερθεί.»
101. Εν προκειμένω δεν προσκομίστηκε η πρόταση ασφάλισης ούτε και τέθηκε ότι υπάρχει τέτοιος όρος για προσωπική ευθύνη στη σύμβαση ασφάλισης.
102. Συνεπακόλουθα, η Ενάγουσα ούτε με βάση το Ασφαλιστήριο μπορεί να ανακτήσει από τον Εναγόμενο 1 τα ποσά τα οποία κατέβαλε στην Ο.Α., εφόσον η συμβατική του υποχρέωση για επιστροφή των χρημάτων που καταβλήθηκαν στην Ενάγουσα τίθεται κάτω από τις προϋποθέσεις του Νόμου. Στην ουσία, η ανάλυση οδηγεί στο ίδιο συμπέρασμα. Δεδομένου του ότι δεν μπορεί εν προκειμένω να υπάρξει ανάκτηση με βάση το Νόμο, δεν μπορεί να υπάρξει ανάκτηση ούτε με βάση τη σύμβαση – Ασφαλιστήριο.
ΣΤ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
103. Ενόψει των όσων έχουν προαναφερθεί η αγωγή δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη και ως εκ τούτου αυτή απορρίπτεται.
104. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ του επιτυχόντος διαδίκου, ήτοι του Εναγόμενου 1 και εναντίον της Ενάγουσας, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.
Υπ. __________________
Χ. Σατσιάς, Ε.Δ.
ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Άρθρο 3 - Υποχρέωση ασφάλισης των οχημάτων: «Κάθε κράτος μέλος λαμβάνει, υπό την επιφύλαξη εφαρμογής του άρθρου 5, όλα τα κατάλληλα μέτρα ώστε η αστική ευθύνη, η σχετική με την κυκλοφορία οχημάτων με συνήθη στάθμευση στο έδαφός του να καλύπτεται από ασφάλιση.»
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο