Αναφορικά με το Υποκατάστημα της FBME Bank Limited, Αρ. Αίτησης: 123/2019, 21/9/2026
print
Τίτλος:
Αναφορικά με το Υποκατάστημα της FBME Bank Limited, Αρ. Αίτησης: 123/2019, 21/9/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

 

Αρ. Αίτησης: 123/2019

 

Αναφορικά με τον περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμο του 1997 έως (αρ. 2) του 2018, Ν.66(Ι)/1997

 

και

 

Αναφορικά με τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων Επενδυτικών Εταιρειών Νόμο του 2016, Ν.22(Ι)/2016

 

και

 

Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα

 

και

 

Αναφορικά με το Υποκατάστημα της FBME Bank Limited στην Κύπρο

 

 

21 Σεπτεμβρίου, 2026

 

Εμφανίσεις:

Για Εκκαθαριστή/Αιτητή: κ. Παπαχαραλάμπους για Κούσιος Κορφιώτης Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε.

Για Ayoub Farid Michel Saab και Michael Norber Saab υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστής της περιουσίας του Fadi Michel Saab/Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Κατσαπρόκκης για Γιώργος Ζ. Γεωργίου &

                                                                               Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.

 

 

 

 

 

 

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

στην αίτηση του Εκκαθαριστή - Αντιπροσώπου του Συμβουλίου Εγγύησης Καταθέσεων της Ενωμένης Δημοκρατίας της Τανζανίας ημερομηνίας 30.4.2026

 

 

Το υποκατάστημα της FBME Bank Limited, εκ Τανζανίας, στην Κύπρο (στο εξής το «Υποκατάστημα») τέθηκε σε εκκαθάριση με απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου ημερομηνίας 29.6.2023. Με την ίδια απόφαση διατάχθηκε όπως η εκκαθάριση γίνει βάσει συμφωνίας (liquidation framework agreement) ημερομηνίας 12.12.2022 μεταξύ της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και του Συμβουλίου Εγγύησης Καταθέσεων της Ενωμένης Δημοκρατίας της Τανζανίας (στο εξής η «LFA»). Με την ίδια απόφαση η LFA κατέστη Κανόνας Δικαστηρίου. Η διαδικασία εκκαθάρισης είναι σε εξέλιξη.

 

Μέσω της παρούσας Αίτησης, ο Εκκαθαριστής του Υποκαταστήματος ζητά από το Δικαστήριο οδηγίες για το χειρισμό ορισμένων ζητημάτων που ανέκυψαν στην πορεία της εκκαθάρισης στη βάση του άρθρου 234(3) του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113.

 

Τα σχετικά γεγονότα έχουν ως εξής. Οι Fadi Michel Saab και Ayoub Farid Michel Saab ήταν μέλη του διοικητικού συμβουλίου του Υποκαταστήματος από το 2003 μέχρι τις 18.7.2014 οπόταν η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου έθεσε το Υποκατάστημα σε καθεστώς εξυγίανσης σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν.66(Ι)/1997. Πέραν από αξιωματούχοι του Υποκαταστήματος, οι Fadi Michel Saab και Ayoub Farid Michel Saab παρουσιάζονται ως ιδρυτές και τελικοί δικαιούχοι της FBME Bank Ltd, εκ Τανζανίας, της οποίας διετέλεσαν και διοικητικοί σύμβουλοι. Η FBME Bank Ltd υπόκειται σε κυρώσεις από την FinCEN. Ο Fadi Michel Saab απεβίωσε το 2020 και ο Michael Norbert Saab είναι ο διαχειριστής της περιουσίας του.

 

Οι Fadi Michel Saab και Ayoub Farid Michel Saab διατηρούσαν καταθέσεις στο Υποκατάστημα και, στα πλαίσια της εκκαθάρισης του Υποκαταστήματος, έχουν υποβάλει σχετικές επαληθεύσεις. Η επαλήθευση που υποβλήθηκε εκ μέρους της περιουσίας του Fadi Michel Saab έγινε αποδεκτή για ποσό €6.190.843,78. Η επαλήθευση που υποβλήθηκε από τον Ayoub Farid Michel Saab έγινε αποδεκτή για ποσό €278.548,07.

 

Στα πλαίσια της εκκαθάρισης του Υποκαταστήματος, ο Εκκαθαριστής έχει εντοπίσει αριθμό ακινήτων στον Λίβανο που, ενώ φαίνεται να ανήκουν στο Υποκατάστημα, εντούτοις είναι εγγεγραμμένα ή είναι υπό τον έλεγχο των Fadi Michel Saab και/ή Ayoub Farid Michel Saab (σύμφωνα πάντα με τον Εκκαθαριστή). Παράλληλα, ο Εκκαθαριστής έχει εντοπίσει αριθμό δανείων που χορηγήθηκαν από το Υποκατάστημα προς την Federal Bank of Lebanon (που σύμφωνα με τον Εκκαθαριστή συνδέεται με τους Fadi Michel Saab και Ayoub Farid Michel Saab), τα οποία δάνεια είναι υπερήμερα. Ο Εκκαθαριστής απευθύνθηκε με επιστολή ημερομηνίας 3.2.2025 προς τους Καθ’ ων η Αίτηση ζητώντας πληροφορίες για τα πιο πάνω. Ακολούθησε σειρά αλληλογραφίας μεταξύ του Εκκαθαριστή και των δικηγόρων του Fadi Michel Saab και Ayoub Farid Michel Saab. Ο Εκκαθαριστής δεν είναι ικανοποιημένος από τις απαντήσεις και εξηγήσεις που έλαβε ενώ οι Καθ΄ ων η Αίτηση κατηγορούν τον Εκκαθαριστή για εκδικητική πρόθεση και καταχρηστική συμπεριφορά.

 

Είναι η θέση του Εκκαθαριστή ότι η στάση των Καθ’ ων η Αίτηση «δημιουργεί εύλογες υποψίες ότι τα εν λόγω άτομα ενδέχεται να εμπλέκονται σε πράξεις οι οποίες συνιστούν υπεξαίρεση και παράνομη ιδιοποίηση περιουσιακών στοιχείων του Υποκαταστήματος. Η επίμονη μη συμμόρφωση των κκ. Saab και η αποφυγή ικανοποίησης των εύλογων αιτημάτων μου παρεμποδίζουν τη διερεύνηση των ανωτέρω ζητημάτων και δημιουργούν ουσιώδη κίνδυνο να διασπαθιστούν περιουσιακά στοιχεία της περιουσίας της εκκαθάρισης ή τα εν λόγω πρόσωπα να λάβουν διανομές στις οποίες δεν δικαιούνται νομίμως, σε περίπτωση που τελικά αποδειχθεί κακοδιαχείριση (misfeasance) ή αθέτηση των καθηκόντων» (παράγραφος 10 της ένορκης δήλωσης της αίτησης). Επίσης, ο Εκκαθαριστής υποστηρίζει επίσης ότι δεν έχει λάβει ικανοποιητικά στοιχεία αναφορικά με την προέλευση των χρημάτων των καταθέσεων των Fadi Michel Saab και Ayoub Farid Michel Saab, που συνιστά προϋπόθεση για να δύναται να προχωρήσει σε πληρωμή μερίσματος.

 

Με αυτό το υπόβαθρο ο Εκκαθαριστής καταχώρησε την παρούσα Αίτηση με την οποία ζητά διάταγμα για μη πληρωμή μερίσματος προς τους Καθ’ ων η Αίτηση ως καταθέτες (αιτητικό Α) και διάταγμα που να τους διατάζει να παράσχουν τις πληροφορίες που ζητήθηκαν με την επιστολή του ημερομηνίας 3.2.2025 (αιτητικό Β). Διαζευκτικά, ο Εκκαθαριστής ζητά διάταγμα που να διατάζει τους Καθ’ ων η Αίτηση να παρουσιαστούν στο Δικαστήριο και να εξεταστούν προφορικά σε σχέση με τις εν λόγω πληροφορίες (αιτητικό Γ). 

 

Η Αίτηση καταχωρήθηκε μονομερώς και, με οδηγίες του Δικαστηρίου, τέθηκε υπόψη των Καθ’ ων η Αίτηση που είχαν την ευκαιρία να προβάλλουν τη θέση τους.

 

Πριν προχωρήσω σημειώνω ότι έχω σταθμίσει όλα τα ενώπιον μου στοιχεία, ειδικότερα τα συλλογικά δικαιώματα όλων των προσώπων που έχουν συμφέρον στην εκκαθάριση του Υποκαταστήματος, όπως καθορίζονται στην παράγραφο 4.1 της LFA. Έχω μελετήσει την Αίτηση και ένσταση καθώς και τις ένορκες δηλώσεις εκατέρωθεν και τα έγγραφα που επισυνάπτονται σε αυτές ως Τεκμήρια. Περαιτέρω γνωρίζω το περιεχόμενο του φακέλου της Αίτησης εκκαθάρισης 123/2019.

 

Ξεκινώ από τη θέση των Καθ΄ ων η Αίτηση ότι ο Εκκαθαριστής ενεργεί καταχρηστικά και καταπιεστικά με την οποία δεν συμφωνώ. Δεν διαπιστώνω ενέργειες του Εκκαθαριστή που να δείχνουν κακή πρόθεση. Αυτό που διαπιστώνω από τα στοιχεία του φακέλου είναι ότι ο Εκκαθαριστής ενεργεί στα πλαίσια των εξουσιών και καθηκόντων του.

 

Οι Καθ’ ων η Αίτηση υποστηρίζουν επίσης ότι υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων της Επιτροπής Επιθεώρησης. Αυτό ένεκα της συμμετοχής ενός μέλους αυτής σε αντιδικία με τους Καθ’ ων η Αίτηση στα Αγγλικά Δικαστήρια. Το επιχείρημα είναι ότι το εμπλεκόμενο μέλος της Επιτροπής Επιθεώρησης (και άλλα συνδεδεμένα με αυτόν μέλη) επιχειρούν να χρησιμοποιήσουν τη διαδικασία εκκαθάρισης του Υποκαταστήματος και την παρούσα Αίτηση, ως εργαλείο για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους στην Αγγλική υπόθεση. Δεν μπορώ να δεχτώ αυτή τη θέση. Τα ενώπιον μου στοιχεία δεν δείχνουν χειραγώγηση της εκκαθάρισης προς εξυπηρέτηση αλλότριων σκοπών.

 

Προχωρώντας, σημειώνω επίσης ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση φαίνεται να διαφωνούν με κάποιες αφαιρέσεις/αποκοπές που έγιναν από τον Εκκαθαριστή στα ποσά που είχαν υποβάλει προς επαλήθευση. Αυτή η Αίτηση δεν είναι το κατάλληλο διάβημα για να εγερθούν τέτοιες διαφωνίες ή για να εξεταστεί το ποσό που εγκρίθηκε από τον Εκκαθαριστή.

 

Προχωρώ στην ουσία της Αίτησης. Ξεκινώ από τα αιτούμενα διατάγματα Β και Γ της Αίτησης (που ζητούνται διαζευκτικά). Υπενθυμίζω ότι με αυτά ο Εκκαθαριστής ζητά από το Δικαστήριο να διατάξει τους Καθ΄ ων η Αίτηση να παράσχουν πληροφορίες γραπτώς ή να εξεταστούν ενόρκως προφορικά σε σχέση με τις συναλλαγές και τα ζητήματα που αναφέρονται στην επιστολή ημερομηνίας 3.2.2025.

 

Σχετικό είναι το άρθρο 255 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113 που προβλέπει τα εξής:

 

«255.-(1) Το Δικαστήριο δύναται, οποτεδήποτε μετά το διορισμό προσωρινού εκκαθαριστή ή την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης, να καλέσει ενώπιον του οποιοδήποτε αξιωματούχο της εταιρείας ή πρόσωπο που είναι γνωστό ή για το οποίο υπάρχει υποψία ότι έχει στην κατοχή του οποιαδήποτε περιουσία της εταιρείας ή που πιστεύεται ότι χρωστεί στην εταιρεία, ή οποιοδήποτε πρόσωπο που το Δικαστήριο κρίνει ικανό να δώσει πληροφορίες αναφορικά με την ίδρυση, εμπορία, συναλλαγές, υποθέσεις ή περιουσία της εταιρείας.

(2) Το Δικαστήριο δύναται να το εξετάσει ενόρκως αναφορικά με τα αναφερόμενα θέματα είτε προφορικά είτε με βάση γραπτό ερωτηματολόγιο, και δύναται να καταγράψει τις απαντήσεις του και να απαιτήσει να τις υπογράψει.

(3) Το Δικαστήριο δύναται να απαιτήσει από αυτό να προσαγάγει οποιαδήποτε βιβλία και έγγραφα που βρίσκονται στη φύλαξη ή εξουσία του που σχετίζονται με την εταιρεία, αλλά, όταν αυτό αξιώνει ότι κατέχει δικαίωμα παρακράτησης πάνω στα βιβλία και έγγραφα που προσάγονται από αυτό η προσαγωγή θα είναι χωρίς βλάβη εκείνου του δικαιώματος παρακράτησης, και το Δικαστήριο έχει αρμοδιότητα κατά την εκκαθάριση να αποφασίσει πάνω σε όλα τα θέματα που σχετίζονται με εκείνο το δικαίωμα παρακράτησης.

(4) Αν οποιοδήποτε με αυτό τον τρόπο κλητευμένο πρόσωπο, αφού του προσφερθεί λογικό ποσό για τα έξοδα του, αρνείται να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου μέσα στον ορισμένο χρόνο, χωρίς να έχει οποιοδήποτε νομικό κώλυμα (που κοινοποιείται στο Δικαστήριο κατά το χρόνο της συνεδρίας του και που γίνεται αποδεχτό από αυτό) το Δικαστήριο δύναται να μεριμνήσει για τη σύλληψη του και την προσαγωγή του στο Δικαστήριο για εξέταση.»

 

Δεν έχω εντοπίσει Κυπριακή νομολογία προς καθοδήγηση για την ορθή προσέγγιση αυτής της εξουσίας του Δικαστηρίου Εκκαθάρισης.

 

Όπως όμως προκύπτει από το λεκτικό του άρθρου 255 του Κεφ.113, το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να καλέσει πρόσωπο για σκοπούς εξέτασης εάν υπάρχει «υποψία» ότι κατέχει περιουσία της εταιρείας ή χρωστά στην εταιρεία ή κατέχει πληροφορίες σχετικές με τις συναλλαγές της εταιρείας που θα ήταν βοηθητικές για την εκκαθάριση. Δεν παρέχεται ορισμός της λέξης «υποψία». Λαμβάνοντας όμως υπόψη τις ιδιαιτερότητες της διαδικασίας εκκαθάρισης, η έλλειψη συγκεκριμένου ορισμού εισηγείται ότι το Δικαστήριο Εκκαθάρισης διαθέτει ευελιξία να ενεργήσει προς όφελος της εκκαθάρισης όταν διαπιστώσει επαρκές έρεισμα.

 

Σαφώς, για να κληθεί κάποιο πρόσωπο σε εξέταση πρέπει να υπάρχουν ενδείξεις ή περιστάσεις που να καθιστούν επιθυμητή την εξέταση του. Δεν είναι προϋπόθεση να ικανοποιείται κάποιο συγκεκριμένο επίπεδο απόδειξης ή αποδεικτικό μέτρο. Ούτε σημαίνει ότι οι πληροφορίες που αναμένεται ότι θα παρασχεθούν μέσω της εξέτασης θα οδηγήσουν σε τελικά συμπεράσματα ή να καταστήσουν από μόνες τους εφικτό τον εντοπισμό ή ανάκτηση περιουσίας.

 

Η διαδικασία της εκκαθάρισης – ειδικά στην περίπτωση του Υποκαταστήματος – είναι σύνθετη και περίπλοκη. Ο εκκαθαριστής είναι ουσιαστικά ένα τρίτο πρόσωπο χωρίς γνώση των συναλλαγών ή της επιχείρησης της υπό εκκαθάριση εταιρείας. Η εξουσία του άρθρου 255 του Κεφ.113 είναι ένα εργαλείο σχεδιασμένο να βοηθήσει τον εκκαθαριστή να κατανοήσει τον τρόπο λειτουργίας της εταιρείας, τις ενέργειες των αξιωματούχων της και τις συναλλαγές της. Μέσω του άρθρου 255 μπορεί να ληφθούν πληροφορίες ή στοιχεία που θα αποτελέσουν ένα κρίκο μιας αλυσίδας που θα οδηγήσει στον εντοπισμό ή στην αποκάλυψη συναλλαγών ή περιουσίας. Μπορεί να είναι βοηθητικά για την αποκάλυψη περιστάσεων που συνδέονται με συναλλαγές της εταιρείας ή τη διαγωγή των αξιωματούχων της. Μπορεί επίσης να αποτελέσουν βάση για τη διαμόρφωση στρατηγικού πλάνου προς εντοπισμό και ανάκτηση περιουσίας. Η λίστα αυτή δεν είναι εξαντλητική.

 

Στην περίπτωση του Υποκαταστήματος υπάρχει και μια άλλη διάσταση. Από όσα αναφέρονται στην αγόρευση των συνηγόρων του Εκκαθαριστή, ενδέχεται να προκύψει αγωγή ή άλλες διαδικασίες εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση για ζητήματα κακοδιαχείρισης ή δόλου που συνδέονται με την επιστολή ημερομηνίας 3.2.2025 (υπενθυμίζω ότι οι κ.κ. Saab ήταν πρώην αξιωματούχοι του Υποκαταστήματος). Όταν αιτήματα δυνάμει του άρθρου 255 του Κεφ.113 αφορούν πρόσωπα που εναντίον των οποίων η εκκαθάριση ενδέχεται να λάβει νομικά μέτρα, θεωρώ ότι χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή.

 

Ασκώντας τη διακριτική εξουσία που παρέχεται από το άρθρο 255 του Κεφ.113, το Δικαστήριο οφείλει να εξισορροπήσει όλους τους σχετικούς παράγοντες και δεδομένα της ενώπιον του περίπτωσης.

 

Παρά την έλλειψη Κυπριακής νομολογίας σε σχέση με αυτή το άρθρο 255 του Κεφ.113, καθοδήγηση ως προς την εφαρμογή του μπορεί να αναζητηθεί σε Αγγλικές αποφάσεις. Αυτό διότι τo λεκτικό του άρθρου 255 είναι ταυτόσημο με το section 268 του Αγγλικού Companies Act 1948 που, στην πορεία, αντικαταστάθηκε με το επίσης ταυτόσημο section 236 του Insolvency Act 1986.

 

Στην πολύ πρόσφατη Αγγλική απόφαση Re Farfetch Limited (In liquidation) [2024] 3340 EWHC (Ch) το Αγγλικό Δικαστήριο συνοψίζει τις αρχές ως εξής. Το απόσπασμα είναι μακροσκελές όπως συνιστά μια ολοκληρωμένη αποτύπωση της ισχύουσας προσέγγισης:

«24. The principles on which the court will exercise its powers under s.236 of the Insolvency Act were summarised by Ralph Gibson LJ in Re British & Commonwealth Holdings Plc [1992] Ch 342, at 370-371) as follows:

 

i) The discretion conferred on the court by s.236(2) is an unfettered and general one.

 

ii) That discretion nevertheless involves balancing the requirements of the office-holder to obtain information against the possible oppression to the person from whom information is sought.

 

iii) The power conferred by the section is an extraordinary one whose existence is due to the fact that the office-holder usually comes as a stranger to the relevant events.

 

iv) The power can be used not merely to obtain general information but to discover facts and documents related to contemplated claims, whether proceedings have been started or not, against the proposed witness or someone connected with him.

 

v) The power is directed to enabling the court to help the office-holder to complete his function as effectively and with as much expedition as possible, and to discover with as little expense and as much ease as possible, the facts surrounding any possible claim.

 

vi) In determining what the reasonable requirements of the office-holder are, and whether an order should be made, great weight is to be given to the views of the office-holder, who will have detailed knowledge of what problems exist in relation to the affairs of the company and what information is required.

 

vii) Matters relevant to the balancing exercise will include the following:

 

a) the case against a former officer will usually be stronger, since he owes both a fiduciary duty to the company and a statutory duty to assist the office-holder;

b) if, by giving the information sought, a third party risks exposing himself to liability that involves an element of oppression;

c) an order for oral examination is more likely to be oppressive than an order for the production of documents; and

d) if someone is suspected of wrongdoing, and in particular fraud, it is oppressive to require him to prove the case against himself on oath before any proceedings are brought.

 

25. In Re Chesterfield United Inc [2012] BCC 786, the court considered the position with respect to an application for disclosure by a foreign office-holder. At [13], Newey J held that:

 

"A proper case in which to grant relief under s.236 is one where an office-holder "reasonably requires" to see documents to carry out his functions … If a foreign representative reasonably required material with a view to establishing whether a company has a valuable cause of action, relief was likely to be "necessary to protect the assets of the debtor or the interests of the creditors" under Article 21(1)". For a recent example where an order requiring disclosure of documents was made in a cross-border insolvency context, see: Leite v Amicorp (UK) Ltd [2021] BCC 383.

 

26. I do not think that the Respondents disagree with any of the analysis above. However, in their skeleton argument they have sought to emphasise the centrality of the balancing principle that should be at the heart of the exercise of the discretion. They referred me in particular to the speech of Lord Slynn in British & Commonwealth Holdings [1993] AC 426 at p.439:

 

"…it is plain that this is an extraordinary power and that the discretion must be exercised after a careful balancing of the factors involved - on the one hand the reasonable requirements of the administrator to carry out his task, on the other the need to avoid making an order which is wholly unreasonable, unnecessary or 'oppressive' to the person concerned."

 

27. The Respondents also point out also that the balancing exercise set out by Lord Slynn in British & Commonwealth was examined in greater detail in the judgment of Ralph Gibson LJ in the Court of Appeal ([1992] Ch 342), and which was approved by the House of Lords at p.435, where he set out at p.343 (references omitted):

 

"The matters which are relevant to the balancing of the requirements of the office holder against the risk of oppression to the person against whom the order is sought include the following.

 

(a) The case for making an order against an officer or former officer of the company will usually be stronger than it would be against a third party because officers owe a fiduciary duty to the company and are under a statutory duty (s. 235 of the 1986 Act) to assist the office-holder.

(b) If, by giving the information sought, a third party risks exposing himself to liability, that involves an element of oppression;

(c) An order for an oral examination is more likely to be oppressive than an order for the production of documents;

(d) If someone is suspected of wrongdoing, and in particular fraud, it is oppressive to require him to prove the case against himself on oath before any proceedings are brought."

 

28. They refer me also to dicta of Lord Newey in Re Chesterfield United Inc [2012] B.C.C. 786 at [13] to the effect that the office-holder must show a "reasonable requirement" for the information sought under s.236 IA 1986, which overlaps with the requirement to establish that relief is "necessary to protect the assets of the debtor or interests of creditors", as well as to dicta of Kitchin J in Re XL Communications Group Plc (In Liquidation) [2005] EWHC 2413 (Ch) at [35] to the effect that it is not sufficient to simply state that information is required for the office-holder to carry out its functions without any further explanation.

 

29. They put particular emphasis on the decision of Sir Nicolas Browne-Wilkinson VC in Re Cloverbay Ltd (No.2) [1991] Ch. 90 ("Cloverbay") where the court dismissed an appeal against the lower court's decision to refuse to order an oral examination of two employees of a bank who had dealt with the company's accounts, notwithstanding the substantial weight given to the administrators' views that the information sought by examination was required, on the basis, explained on page 104 that:

 

"…to order pre-trial depositions from parties suspected of fraud or dishonest behaviour is very oppressive. The courts have always been astute to protect the interests of those accused of fraud in the civil courts and to require the plaintiff to prove his case against them. To use section 236 of the Insolvency Act 1986 so as to run contrary to that attitude is, in my judgment, oppressive."

 

30. Sir Browne-Wilkinson considered in this case that answers to a written questionnaire would be "wholly adequate" to give the administrators the information that they needed.

 

31. A public oral examination was similarly refused in Official Receiver v Deuss [2021] B.C.C. 257, again partly on the grounds that an examination would be oppressive in the circumstances and that the witness involved had offered to provide an affidavit confirming his knowledge of the relevant matters and to provide responsive information (see at [71]-[75]). The court also observed (at [27]) that an examination should not be used to conduct a "fishing expedition".

 

32. The Respondents also referred the court to Re Atlantic Computers Plc (in administration) [1998] B.C.C. 200 at 208B–209A to substantiate the proposition that s.236 cannot be used by the liquidator to obtain special advantages in actual or contemplated litigation against the defendant and to dicta of Brightman J in Re Bletchley Boat Co. Ltd [1974] 1 W.L.R. 630 at p.637 to the effect that:

 

"…the court ought to act with very great care indeed before it directs the private examination of a person who is already, or is about to be, the defendant to an action, so that the private examination might be said to be assisting the company to get a favourable judgment in the action which it has already started, or is about to start, and is not merely assisting the liquidator in a general way.»

 

Επανέρχομαι στην παρούσα περίπτωση και σημειώνω ότι έχω εξετάσει και σταθμίσει όλες τις πιο πάνω παραμέτρους. Περαιτέρω, σημαντικός παράγοντας είναι το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η διαδικασία της εκκαθάρισης και οι προσπάθειες συλλογής ή εντοπισμού περιουσίας. Τόσο στην περίπτωση που το Δικαστήριο θα ζητήσει να δοθούν γραπτώς στοιχεία αλλά, ακόμα περισσότερο, εάν θα διαταχθεί προφορική εξέταση πρέπει να ικανοποιηθεί ότι αυτό θα είναι ωφέλιμο και αποτελεσματικό. Για να είναι η άσκηση ωφέλιμη και αποτελεσματική πρέπει να υπάρχουν επαρκείς πληροφορίες ώστε να είναι στοχευμένη. Επιθυμητό επίσης να υπάρχει ήδη ένα επαρκές πλαίσιο στοιχείων ώστε ο εκκαθαριστής να μπορεί να αξιολογήσει τη νέα πληροφόρηση και να ελέγξει την ορθότητα, βαρύτητα και πληρότητα των νέων πληροφοριών που ενδέχεται να δώσει το εξεταζόμενο πρόσωπο.

 

Σημειώνω, αν και αυτό είναι σαφές, ότι η εξουσία του Δικαστηρίου Εκκαθάρισης δυνάμει του άρθρου 255 του Κεφ.113 είναι διακριτή από την εξουσία ενός πολιτικού δικαστηρίου να διατάξει αποκάλυψη στα πλαίσια ή για τους σκοπούς μιας αγωγής. Οι σκοποί δεν ταυτίζονται, ούτε και τα κριτήρια. Στα πλαίσια μιας εκκαθάρισης, ο γνώμονας είναι πάντα η λήψη, ρευστοποίηση και διανομή της περιουσίας της εταιρείας τηρουμένης της σειράς προτεραιότητας των δικαιούχων.

 

Πέραν και επιπρόσθετα όσων έχω προαναφέρει έχω λάβει υπόψη και τα ακόλουθα: Η επιστολή ημερομηνίας 3.2.2025 αφορά ακίνητη περιουσία που δεν βρίσκεται στη Δημοκρατία. Οι διάφορες συμφωνίες που σχετίζονται με την εν λόγω περιουσία και είναι σε γνώση του Εκκαθαριστή (ως επισυνάπτονται στην επιστολή) αφορούν συναλλαγές που χρονολογούνται μεταξύ 1991 και 2010. Χωρίς να παραγνωρίζω ότι η εκκαθάριση διέπεται από το Κυπριακό δίκαιο, οι συμφωνίες, πληρεξούσια κ.ο.κ. φαίνεται να καθορίζουν αλλοδαπό δίκαιο ως το εφαρμοστέο δίκαιο ενώ επίσης καθορίζουν Δικαστήρια άλλα από τα Κυπριακά ως αρμόδια να εκδικάσουν διαφορές που προκύπτουν από αυτές. Είναι άγνωστο εάν τίθεται θέμα παραγραφής αγώγιμων δικαιωμάτων. Παρότι η εκκαθάριση του Υποκαταστήματος ξεκίνησε το 2023, εντούτοις οι Fadi Michel Saab και Ayoub Farid Michel Saab απώλεσαν τον έλεγχο του Υποκαταστήματος από το 2014 όταν το Υποκατάστημα τέθηκε σε καθεστώς εξυγίανσης. Η αξία των ακινήτων είναι άγνωστη. Το ύψος των υπερήμερων (σύμφωνα με τον Εκκαθαριστή) χρεών επίσης άγνωστο.

 

Σταθμίζοντας όλα τα ενώπιον μου στοιχεία, δεν έχω πειστεί ότι θα ήταν ωφέλιμο στο παρόν στάδιο να δοθούν οποιεσδήποτε οδηγίες για έγγραφη ή προφορική εξέταση των Καθ’ ων η Αίτηση. Στο παρόν χρονικό σημείο υπάρχουν μεν κάποιες ενδείξεις και υπόνοιες αλλά πολλές παράμετροι παραμένουν ασαφείς και ακαθόριστες. Τίποτα βεβαίως δεν εμποδίζει τον Εκκαθαριστή να επανέλθει στο μέλλον με σχετικό αίτημα εάν περιέλθουν σε γνώση του στοιχεία και πληροφορίες που διαφοροποιούν τα δεδομένα. 

 

Στρέφομαι στο αιτούμενο διάταγμα της παραγράφου Α της Αίτησης. Όπως σημείωσα πιο πάνω ο Εκκαθαριστής ζητά να μη διενεργηθεί διανομή μερίσματος προς τους Καθ’ ων η Αίτηση. Συνδέει αυτό το αίτημα με ενδεχόμενη κακοδιαχείριση από μέρους των κ.κ. Saab ως πρώην αξιωματούχων. Επιθυμεί ουσιαστικά να διαφυλαχθεί η δυνατότητα συμψηφισμού των καταθέσεων με τυχόν ποσό που θα ήθελε διαφανεί ότι έχει να λαμβάνει η εκκαθάριση ένεκα ενδεχόμενων δόλιων ενεργειών τους.

 

Εξήγησα πιο πάνω ότι δεν εκκρεμεί στο παρόν στάδιο οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη καταγγελία εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση. Ούτε επίκειται η λήψη νομικών μέτρων. Δεν υπάρχουν σαφή στοιχεία ή εικόνα για το ύψος κάποιας ενδεχόμενης οφειλής ή το ύψος κάποιας αξίωσης που ενδέχεται να έχει η εκκαθάριση εναντίον τους.

 

Με αυτά τα δεδομένα, θεωρώ ότι δεν μπορούν οι Καθ΄ ων η Αίτηση ως καταθέτες, να τύχουν διαφορετικής μεταχείρισης από τους υπόλοιπους καταθέτες του Υποκαταστήματος. Αυτό σε ό,τι αφορά τις διανομές/πληρωμές μερισμάτων που έχουν μέχρι σήμερα αποφασιστεί.

 

Καταληκτικά, για τους λόγους που εξήγησα η Αίτηση απορρίπτεται ως προς τα αιτούμενα διατάγματα.

 

Δίδονται οδηγίες όπως ισχύσει για τους Καθ΄ ων η Αίτηση ό,τι ισχύει για τους υπόλοιπους καταθέτες του Υποκαταστήματος με επαληθευμένες απαιτήσεις σε σχέση με διανομές/πληρωμές μερίσματος που έχουν αποφασιστεί. Νοείται ότι πριν τη διενέργεια οποιασδήποτε πληρωμής/διανομής θα παρασχεθούν από τους Καθ΄ ων η Αίτηση στοιχεία προς ικανοποίηση του Εκκαθαριστή σε σχέση με ελέγχους για την πηγή των χρημάτων των καταθέσεων (source of funds), όπως για τους υπόλοιπους καταθέτες.

 

Παραμένει το θέμα των εξόδων της Αίτησης. Η διαδικασία της Εκκαθάρισης είναι ιδιότυπη διαδικασία, χωρίς αντίδικα μέρη με την έννοια της αστικής δίκης. Παράλληλα, είχαν δοθεί οδηγίες προς επίδοση αυτής της Αίτησης στους Καθ’ ων η Αίτηση γιατί κρίθηκε ότι το αποτέλεσμα τους αφορά και ενδέχεται να επηρεάσει τα δικαιώματα τους. Ενόψει της κατάληξης κρίνω ότι δεν είναι ορθό να επιβαρυνθούν οι Καθ’ ων η Αίτηση τα έξοδα τους σε σχέση με αυτή την Αίτηση. Συνεπώς, τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Καθ’ ων η Αίτηση και εναντίον του Εκκαθαριστή και είναι πληρωτέα από την περιουσία του υπό εκκαθάριση Υποκαταστήματος. Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

 

(Υπ.) …………………..…………….…………..

Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

 

 

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο