Nibulon S.A. ν. BSC Gmbh κ.α., Αρ. Αγωγής:4662/16, 23/9/2026
print
Τίτλος:
Nibulon S.A. ν. BSC Gmbh κ.α., Αρ. Αγωγής:4662/16, 23/9/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Ενώπιον: Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Π.Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής:4662/16

Μεταξύ:

                                                             Nibulon S.A.

Ενάγουσα

και

 

1.BSC Gmbh

2. Carpentaria Trading Limited

3. AGROTRADE Group S.A.

4.AGT Capital Management Limited

5. Ursule Business S.A.

6. AGROTRADE Capital LLC

7. Vsevolod Sergiiovych Kozhemyako

 

Εναγόμενοι

---------------------------------------

Ημερομηνία: 23 Σεπτεμβρίου, 2026

Εμφανίσεις:

Για Ενάγουσα: κα Κότσαπα με κ. Κωνσταντίνου για Μ. Κορέλης & Σια Δ.Ε.Π.Ε.

Για Εναγόμενους 2, 3, 4, 6 και 7: κος Α. Δημητρίου με κα Χρίστου για Ιωαννίδης, Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Η Ενάγουσα Εταιρεία αξίωσε εναντίον όλων των Εναγόμενων Eιδικές Aποζημιώσεις ύψους $4.291.176,40 ή το ισάξιο σε ευρώ ως ζημιά που υπέστη λόγω της συνωμοσίας προς εξαπάτηση ή/και της απάτης ή/και της ζημιάς που της προκλήθηκε συνεπεία των παράνομων πράξεων των Εναγόμενων  1 - 7. Ταυτόχρονα αξίωσε την επιστροφή του συγκεκριμένου ποσού, του ποσού των £37.948,70 (STG) που αφορά τα δικηγορικά έξοδα που υπέστη στην διαδικασία Διαιτησίας GAFTA καθώς και το ποσό των €59.622,53 που συνιστά το ποσό που επωμίστηκε ως έξοδα για συμβούλους και δικηγόρους. Ζήτησε και διάταγμα που να απαγορεύει ή/και να εμποδίζει τους Εναγόμενους από το να λαμβάνουν οποιαδήποτε απόφαση, το αποτέλεσμα της οποίας θα οδηγούσε στη μείωση της αξίας των μετοχών που κατέχουν οι Εναγόμενες 2, 3, 4 και 7 στην Εναγόμενη 6.

 

Στην τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησής της η Ενάγουσα καταγράφει ότι συστάθηκε το 2006 στην Ελβετία και μια από τις κύριες δραστηριότητες της είναι το διεθνές εμπόριο γεωργικών προϊόντων, συμπεριλαμβανομένων και προϊόντων ουκρανικής προέλευσης. Ουσιαστικά αγοράζει σιτηρά, υπό τους όρους FOB (free on board) ή CPT (carriage paid to), τα οποία στη συνέχεια πωλεί σε ξένες εταιρείες στην παγκόσμια αγορά με σκοπό το κέρδος. Ανήκει στον Όμιλο Εταιριών NIBULON, ο οποίος είναι ένας από τους μεγαλύτερους ουκρανικούς παραγωγούς και εξαγωγείς γεωργικών προϊόντων όπως το σιτάρι, το κριθάρι, το καλαμπόκι, η σίκαλη και οι ηλιόσποροι. Πραγματικοί δικαιούχοι του Ομίλου είναι οι Ουκρανοί επιχειρηματίες Alexei Vadaturskyi και o υιός του, Andrey Vadaturskyi.

 

Από τον Φεβρουάριο του 2007 η Ενάγουσα συνεργάζονταν με τον Όμιλο Εταιρειών Agrotrade, τελικός δικαιούχος του οποίου είναι ο Εναγόμενος 7. Μέχρι το 2007 η Ενάγουσα  και η Agrotrade εκτελούσαν συναλλαγές για την παράδοση σιτηρών ουκρανικής προέλευσης για τους Εναγόμενους. Τα συμβόλαια που υπογράφονταν εκτελούνταν με διαφορετικές εταιρείες του ομίλου Agrotrade, οι οποίες δημιουργούνταν για τον συγκεκριμένο σκοπό. Τα περισσότερα συμβόλαια συνάπτονταν με την Εναγόμενη 4. Στις συναλλαγές η Agrotrade εκπροσωπείτο από τον Mykola Grinchenko, ο οποίος ενεργούσε σύμφωνα με τις οδηγίες του Εναγόμενου 7. Η Εναγόμενη 6 αποτελείτο και αποτελείται από ένα μεγάλο αριθμό γεωργικών επιχειρήσεων ‑ παραγωγών σιτηρών και ήταν σε θέση να πραγματοποιεί την παράδοση σιτηρών μέσω δικής της παραγωγής στην Ουκρανία, εκμεταλλευόμενη τα 65.000  εκτάρια γεωργικής γης που της ανήκαν. Η Εναγόμενη 1 είναι εταιρεία εγγεγραμμένη σύμφωνα με τους νόμους της Αυστρίας, η οποία το 2010 ανήκε εξ’ ολοκλήρου στην Εναγόμενη 4 και το 2012 οι μετοχές της μεταφέρθηκαν από την Εναγόμενη 4 στην Εναγόμενη 5, η οποία τελικά διαλύθηκε στις 14/12/2015. Η Εναγόμενη 2 είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο με μοναδικό μέτοχο τον Εναγόμενο 7. Η Εναγόμενη 3 είναι εγγεγραμμένη στο Λουξεμβούργο και κατείχε εξ’ ολόκληρου τις μετοχές της Εναγόμενης 4 μέχρι τον Αύγουστο του 2015. Η Εναγόμενη 4 είναι κυπριακή εταιρεία και κατείχε εξ ολόκληρου τις μετοχές της Εναγόμενης 5. Η Εναγόμενη 5, η οποία ήταν μοναδική μέτοχος της Εναγόμενης 1 και της Εναγόμενης 4, ήταν εταιρεία εγγεγραμμένη στον Παναμά όμως διαλύθηκε στις 14/12/2015. Η Ενάγουσα πληροφορήθηκε για την ύπαρξη της Εναγόμενης 5 κατά την προσπάθεια εκτέλεσης των αποφάσεων GAFTA στην Αυστρία και τότε έλαβε γνώση για την κατ' ισχυρισμό σχέση αντιπροσωπείας μεταξύ των Εναγόμενων 1 και 5, όταν οι Εναγόμενες  2, 3, 4, 6 και 7 καταχώρησαν την ένστασή τους στην ενδιάμεση αίτηση της Ενάγουσας για προσωρινό διάταγμα. Ο Εναγόμενος 7 είναι ο μοναδικός μέτοχος των Εναγόμενων 2 και 6 και ο πραγματικός δικαιούχος και ιδιοκτήτης των Εναγόμενων 2, 3, 4 και 6 ενώ κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο τελικός ιδιοκτήτης και δικαιούχος των Εναγόμενων 1 και 5. Τον Δεκέμβριο του 2009 ο Grinchenko και ο Εναγόμενος 7, ενεργώντας για τον Όμιλο Agrotrade, προσέγγισαν τον Vadaturskyi με σκοπό τη συνεργασία και συγκεκριμένα την παράδοση 20.000 τόνων σιτηρών καλαμποκιού Ουκρανικής προέλευσης στην τιμή των $165 ανά τόνο. Λόγω της μακροχρόνιας συνεργασίας μεταξύ τους η Ενάγουσα αποδέχθηκε την προσφορά και αποφασίστηκε η σύναψη σύμβασης, η οποία υπογράφτηκε στις 11/03/2010 μεταξύ της Ενάγουσας και της AGT Trade Ltd, εταιρείας του Oμίλου Agrotrade. Αφορούσε την παράδοση 20.000 μετρικών τόνων σιτηρών καλαμποκιού για το συνολικό ποσό $3.300.000, η Πρώτη Σύμβαση με αριθμό PSA247-FC. Υπογράφτηκε από τον Εναγόμενο 7 για λογαριασμό της AGT Trade Ltd. Ως ημερομηνία παράδοσης είχε καθοριστεί η περίοδος μεταξύ 01/05/2010 μέχρι 31/05/2010. Τον Μάιο του 2010 η Ενάγουσα προσεγγίστηκε από τον Grinchenko για να συνάψει νέες συμβάσεις με άλλη εταιρεία του ομίλου Agrotrade, συγκεκριμένα την νεοσύστατη Εναγόμενη 1, γιατί η AGT Trade Limited θα εκκαθαριζόταν. Η Εναγόμενη 1 ουδέποτε παρουσιάστηκε ως αντιπρόσωπος άλλης εταιρείας. Είχαν ληφθεί διαβεβαιώσεις ότι η νέα σύμβαση θα εκτελείτο δεόντως από τη νέα εταιρεία. Η νέα συμφωνία θα υπογραφόταν από τον ιδιοκτήτη του ομίλου Agrotrade, τον Εναγόμενο 7, έτσι ώστε ο ίδιος να φέρει προσωπική ευθύνη για την εκτέλεσή της. Υπογράφηκε στις 29/04/2010 η σύμβαση με αριθμό PSA307-FC και συμφωνήθηκε η παράδοση της ποσότητας των 30.000 μετρικών τόνων σιτηρών καλαμποκιού μεταξύ της 01/10/2010 και της 01/01/2011, η Δεύτερη Σύμβαση. Υπογράφτηκε από τον Εναγόμενο 7 για την Εναγόμενη 1. Ακολούθησε τον Ιούλιο του 2010 η υπογραφή δύο συμβάσεων προς αντικατάσταση της Δεύτερης Σύμβασης. Συγκεκριμένα, η Τρίτη Σύμβαση για την παράδοση ποσότητας 20.000 μετρικών τόνων σιτηρών καλαμποκιού στην τιμή των $171,33 ανά τόνο, σύμβαση αρ. PSA061-FC και στις 26/07/2010 η Τέταρτη Σύμβαση για την παράδοση 30.000 τόνων σιτηρών καλαμποκιού στην τιμή των $166,22 ανά τόνο, σύμβαση αρ. PSA063-FC. Η  Ενάγουσα είχε δεσμευτεί με συμβάσεις με τρίτα μέρη για την παράδοση μεγαλύτερης ποσότητας σιτηρών καλαμποκιού και αυτό ήταν γνωστό τόσο στον Εναγόμενο 7 καθώς και στον Grinchenko, οι οποίοι επέμειναν στην αύξηση της τιμής της δεύτερης παρτίδας σιτηρών καλαμποκιού καθώς και στην προπληρωμή της ποσότητας σιτηρών καλαμποκιού που θα παραδιδόταν. Διαφάνηκε, στη συνέχεια, ότι ο Εναγόμενος 7 συνωμότησε για να αποφύγει οποιαδήποτε δική του ανάμειξη στην εκτέλεση των συγκεκριμένων συμβάσεων αφού τον Αύγουστο του 2010 ο ίδιος μαζί με τον Grinchenko προσέγγισαν τον Vadaturskyi και τον έπεισαν όπως υπογράψει συμβάσεις με τον τότε διευθυντή της Εναγόμενης 1, τον Tindl, ο οποίος ήταν πολίτης της Αυστρίας. Ο Εναγόμενος 7 έπεισε τον Vadaturskyi αναφέροντας του ότι ο Tindl θα ήταν μόνο κατ΄ όνομα διευθυντής της Εναγόμενης 1 και ότι αυτό απαιτείτο από τραπεζικά ιδρύματα με τα οποία η Agrotrade είχε πιστωτικές σχέσεις. Υπογράφτηκαν νέες Συμβάσεις σε αντικατάσταση της Τρίτης και Τέταρτης Σύμβασης όμως με την ίδια αρίθμηση και ημερομηνίες. Αυτό ήταν το πρώτο κομμάτι της συνωμοσίας. Διαφάνηκε, κατά την εκτέλεση της Τρίτης και Τέταρτης σύμβασης, ότι η τιμή των σιτηρών είχε αυξηθεί  δραστικά και ότι ο Εναγόμενος 7 και ο όμιλος Agrotrade δεν είχαν πρόθεση ή/και είχαν αποφασίσει να μην τηρήσουν τη νομική τους υποχρέωση να πωλήσουν στην Ενάγουσα την συμφωνηθείσα ποσότητα σιτηρών στη συμφωνηθείσα τιμή και ότι σχεδίαζαν να πωλήσουν την συγκεκριμένη παρτίδα στην αγορά σε ψηλότερη τιμή σημειώνοντας κέρδος και πλουτίζοντας άδικα και αθέμιτα έναντι της Ενάγουσας. Περί τον Οκτώβρη με Νοέμβρη του 2010 η Ενάγουσα ζήτησε επανειλημμένα να πληροφορηθεί αναφορικά με την προετοιμασία για την εξαγωγή της παρτίδας σιτηρών καλαμποκιού από την Εναγόμενη 1 προς την ίδια. Οι αξιωματούχοι της Agrotrade χρησιμοποιούσαν την επιβολή περιορισμών από την Ουκρανική κυβέρνηση, στις εξαγωγές καλλιεργειών σιτηρών, ως δικαιολογία για την προσωρινή αδυναμία του Ομίλου να παραδώσει. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός συνιστούσε μια δικαιολογία για να μην συμμορφωθεί ο όμιλος Agrotrade με τις νόμιμες και συμβατικές υποχρεώσεις του αφού είχε αποφασίσει να πωλήσει τα σιτηρά σε τρίτους σε ψηλότερη τιμή. Αυτό ήταν το δεύτερο κομμάτι του σχεδίου συνωμοσίας.

 

Με επιστολές, ημερομηνίας 23 και 26 Νοεμβρίου του 2010, οι αξιωματούχοι της Agrotrade επέμειναν όπως προπληρωθεί, από την Ενάγουσα, το 70% του συνολικού ποσού της σύμβασης το οποίο ανήλθε στα $3.300.000 με έμβασμα σε λογαριασμό της Εναγόμενης 1. Η Ενάγουσα, στην προσπάθειά της να λάβει εγγυήσεις για την εκτέλεση της σύμβασης πριν την πληρωμή της προκαταβολής, ζήτησε επιστολή εκχώρησης σε σχέση με την παρτίδα του καλαμποκιού που θα παραδιδόταν. Ο Grinchenko με τον Εναγόμενο 7 αρνήθηκαν να παράσχουν την επιστολή εκχώρησης και επέμεναν στην προπληρωμή του ποσού. Αυτό ήταν το τρίτο κομμάτι της συνωμοσίας, ήτοι οι Εναγόμενοι προσπαθούσαν να βρουν δικαιολογία για να τερματίσουν νόμιμα τις συμβάσεις με το να πιέζουν την Ενάγουσα για την καταβολή του ποσού των $3.3 εκατομμυρίων ενώ παράλληλα αρνούνταν να υποδείξουν, στην Ενάγουσα, την ύπαρξη των σιτηρών και την ετοιμότητά τους να τα παραδώσουν. Λόγω του ότι η Ενάγουσα δεν ήθελε να παραβιάσει τις δικές της υποχρεώσεις, ως αυτές προέκυπταν δυνάμει της συμφωνίας, μετέφερε εμπρόθεσμα, στις 30/11/2010, στον λογαριασμό της Εναγόμενης 1 το ποσό των $3.3 εκατομμυρίων. Όμως οι αξιωματούχοι του ομίλου Agrοtrade, επικαλούμενοι καθυστέρηση της προπληρωμής, τερμάτισαν την Tρίτη και Tέταρτη Συμφωνία και αρνήθηκαν να τις εκτελέσουν. Παρά τα επίμονα τηλεφωνήματα και επιστολές της Ενάγουσας οι αξιωματούχοι του ομίλου Agrotrade αρνήθηκαν να ανταποκριθούν με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να μην γνωρίζει κατά πόσο τα σιτηρά θα παραδίδονταν αλλά ούτε και αν η πληρωμή που καταβλήθηκε θα επιστρεφόταν. Αυτό οδήγησε την Ενάγουσα στο να μην έχει χρήματα για να αγοράσει σιτηρά έτσι ώστε να εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις προς τα τρίτα μέρη, ενώ η τιμή των σιτηρών αυξανόταν. Υποχρεώθηκε να αποδεσμεύσει κεφάλαια από άλλες πηγές, για να είναι σε θέση να εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις και αυτό της επέφερε ζημιά. Η Εναγόμενη 1, μεταξύ των ημερομηνιών 06/12/2010 και 10/12/2010, επέστρεψε ποσό ύψους $3.010.000,00 στην Ενάγουσα ενώ το υπόλοιπο, ήτοι τις $311.045,70, το επέστρεψε τον Μάρτιο του 2012. Όμως ουδέποτε αποζημίωσε την Ενάγουσα για τη ζημιά που υπέστηκε λόγω μη συμμόρφωσης της με τα όσα είχαν συμφωνηθεί. Κατά την ίδια χρονική περίοδο η Εναγόμενη 1 είχε πωλήσει σε ελβετική εταιρεία ποσότητα 10.000 τόνων σιτηρών στην τιμή των $249 ανά τόνο, τιμή ψηλότερη από αυτή που είχε συμφωνηθεί με την Ενάγουσα. Αυτό ήταν το έκτο στάδιο της συνωμοσίας.

 

Λόγω του παράνομου τερματισμού των Συμβάσεων η Ενάγουσα υπέστη σοβαρές ζημιές αφού κατά τον δεδομένο χρόνο δεν μπορούσε να εξασφαλίσει την απαιτούμενη ποσότητα σιτηρών, στην ίδια τιμή, από άλλες εταιρείες παρά το γεγονός ότι είχε συμβάσεις με τρίτα μέρη. Σύμφωνα με τους κανόνες GΑFTA το αθώο μέρος δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση σε περίπτωση αδυναμίας εκπλήρωσης ή αποκήρυξης της συμφωνίας πώλησης σιτηρών από το άλλο μέρος. Η Ενάγουσα κατέφυγε στο Δικαστήριο GAFTA, σύμφωνα με τις ρήτρες διαιτησίας των Συμβάσεων, το οποίο εξέδωσε δύο διαιτητικές αποφάσεις προς όφελός της στις 26/01/2012 και στις 15/02/2012. Οι συγκεκριμένες αποφάσεις εφεσιβλήθηκαν από την Εναγόμενη 1. Στην απόφαση ημερομηνίας 05/02/2013,  στην έφεση με αριθμό 4301, η Εναγόμενη 1 διατάχθηκε να καταβάλει στην Ενάγουσα αποζημιώσεις ύψους $1.596.800 πλέον 3,5% τόκο ετησίως, ανατοκιζόμενο από 13/12/2010 μέχρι εξοφλήσεως. Στη δεύτερη απόφαση της ίδιας ημερομηνίας, στην έφεση με αριθμό 4294, η Εναγόμενη 1 διατάχθηκε να καταβάλει στην Ενάγουσα αποζημιώσεις ύψους $2.694.376,40 πλέον 3,5% τόκο, ανατοκιζόμενο κάθε 3 μήνες από τις 13/12/2010 μέχρι εξόφλησης. Κατά την χρονική περίοδο που βρίσκονταν υπό εκδίκαση οι διαδικασίες GAFTA, οι Eναγόμενοι είχαν αρκετό χρόνο για να απογυμνώσουν την Εναγόμενη 1 από οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία με αποτέλεσμα όταν έφτασε η ώρα εκτέλεσης των συγκεκριμένων αποφάσεων να αποκαλυφθεί ότι η Εναγόμενη 1 δεν είχε οποιαδήποτε περιουσία ή περιουσιακά στοιχεία. Τον Μάιο του 2014 έγινε μια προσπάθεια για φιλική διευθέτηση της διαφοράς, χωρίς όμως ανταπόκριση από τον Εναγόμενο 7. Στις 03/03/2015, μετά από απόφαση Αυστριακού Δικαστηρίου το οποίο αποφάσισε την εκτέλεση των αποφάσεων της GAFTA στην Αυστρία, η Ενάγουσα επικοινώνησε εκ νέου με την Εναγόμενη 1 σε μια προσπάθεια να ικανοποιηθούν οι αποφάσεις GAFTA χωρίς όμως επιτυχία αφού η Eναγόμενη 1 αρνήθηκε να συμμορφωθεί με τις δύο αποφάσεις. Στην προσπάθεια εκτέλεσης των αποφάσεων GAFTA Αυστριακός επιδότης επισκέφθηκε το εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγομένης 1 στην Αυστρία πλην όμως δεν βρήκε κανένα επίσημο γραφείο ή άλλες εγκαταστάσεις της Εναγομένης 1 στη δηλωθείσα διεύθυνση. Το Επαρχιακό Δικαστήριο της Βιέννης, στις 14/03/2016, εξέδωσε απόφαση για δέσμευση $60.000 από τον λογαριασμό της Εναγόμενης 1 και κλητεύθηκε παράλληλα ο εμπορικός διευθυντής της στο Δικαστήριο. Κατά την εμφάνιση του στο Δικαστήριο ο συγκεκριμένος ισχυρίστηκε ότι δεν τελεί διευθυντής της Εναγόμενης 1 από τις 16/05/2016, δηλαδή κατά τον καιρό που είχε κλητευθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο της Βιέννης. Προέκυψε ότι οι αλλαγές στο μητρώο της Εναγόμενης 1 είχαν γίνει στις 28/05/2016. Διαφάνηκε στη συνέχεια ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο είναι γνωστός και πολύ πλούσιος επιχειρηματίας από τον Χάρκοβο χωρίς οποιοδήποτε ενδιαφέρον για τις γεωργικές επιχειρήσεις, πλην όμως είναι πολύ στενός φίλος και συνεργάτης του Εναγόμενου 7 και ο ισχυρισμός του, ότι δεν είχε τα κεφάλαια να ταξιδέψει στην Αυστρία, δεν ίσχυε. Δηλαδή, είχαν συνωμοτήσει μεταξύ τους ώστε να απογυμνώσουν την Εναγομένη 1 από οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο με απώτερο στόχο να καταστήσουν αδύνατο τον εντοπισμό, από την Ενάγουσα, οποιονδήποτε περιουσιακών στοιχείων προς ικανοποίηση των δικαστικών οφειλών.

 

Η Ενάγουσα προσπάθησε να εκτελέσει τις αποφάσεις GAFTA στην Ουκρανία. Η εκτέλεση εγκρίθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο του Kharkiv, το οποίο έστειλε προς εκτέλεση τις δύο αποφάσεις στη διεύθυνση αλληλογραφίας της Εναγομένης 1 στην Ουκρανία. Το εγχείρημα απέτυχε αφού δεν μπορούσε να εντοπιστεί ίχνος της Εναγομένης 1 στην Ουκρανία. Περί τα μέσα του 2016 η Ενάγουσα ανακάλυψε την πραγματική διεύθυνση του Ομίλου Agrοtrade στην Ουκρανία. Ο Εναγόμενος 7 είχε στο μεταξύ διοριστεί επίτιμος πρόξενος της Αυστρίας και κατέστη ένας από τους σημαντικότερους χορηγούς ιδιωτικών στρατιωτικών μονάδων στην Ουκρανία. Καταχωρίστηκαν και ποινικές διαδικασίες στην Ουκρανία και, στις 27/02/2015, η Ενάγουσα αναγνωρίστηκε ως θύμα σε ποινική διαδικασία όμως, ο Γενικός Εισαγγελέας δεν περιέλαβε στον κατάλογο των μερών που σχετίζονται με τον όμιλο Agrotrade την Eναγόμενη 2 λόγω του ότι δεν είναι ουκρανική εταιρεία. Αποτέλεσμα ήταν να μην εξεταστεί η δραστηριότητα της Εναγόμενης 2 στην ποινική διαδικασία στην Ουκρανία. Μετά από ανεπιτυχείς προσπάθειες της Ενάγουσας για εκτέλεση των διαιτητικών αποφάσεων κατά της Εναγόμενης 1 διαφάνηκε ότι στα 5 χρόνια που διεξάγετο η δικαστική μάχη η Εναγόμενη 1 είχε καταστεί εντελώς απογυμνωμένη από κάθε περιουσιακό στοιχείο. Από τις Ενοποιημένες Οικονομικές Καταστάσεις του ομίλου Agrotrade προκύπτει ότι η Εναγόμενη 1 ελεγχόταν από τις Εναγόμενες 2 και 4, που είναι κυπριακές εταιρείες. Διαφαίνεται επίσης ότι μετά την έκδοση των αποφάσεων στις εφέσεις GAFTA και εν αναμονή της εκτέλεσης τους στην Αυστρία οι Εναγόμενες 1 και 5 εξαφανίστηκαν από τις Ενοποιημένες Οικονομικές Καταστάσεις του ομίλου Agrotrade για το 2015. Προωθείται ο ισχυρισμός ότι οι Εναγόμενες 1 και 5 αφαιρέθηκαν, για δόλιους και αλλότριους σκοπούς, από τον Όμιλο Agrotrade όσον αφορά το οικονομικό έτος 30/06/2014 με 30/06/2015. Οι Εναγόμενοι είχαν μεταφέρει τα περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης 1 σε άλλη οντότητα του Ομίλου, χωρίς να φροντίσουν τις υποχρεώσεις της, με την δικαιολογία ότι αυτό απαιτείτο από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα (EBRD). Από τις οικονομικές καταστάσεις της Εναγόμενης 1 προκύπτει ότι κατά την 31/12/2010 το πάγιο κεφάλαιο της ανερχόταν σε €14.717.922,15, στις 30/06/2011 σε €3.208.006,42 και στις 30/06/2012 σε €4.060.607,82. Κατά τον χρόνο έκδοσης των αποφάσεων GAFTA, ήτοι στις 26/01/2012 και 15/02/2012 η Εναγόμενη 1 εξακολουθούσε να κατέχει περιουσιακά στοιχεία προς ικανοποίηση του ποσού των αποφάσεων. Εν αναμονή των αποφάσεων στις εφέσεις GAFTA απέσυρε όλα τα χρήματα από τον λογαριασμό της και, στις 30/06/2013, τα περιουσιακά της στοιχεία ανέρχονταν στις €39.038,10. Επιπρόσθετα, είχε προβεί σε αλλαγές σε σχέση με την διαχείριση της εταιρείας. Η Εναγόμενη 1 απογυμνώθηκε από τα περιουσιακά της στοιχεία με τη χρήση των Εναγομένων 3, 4 και 5, οι οποίες είναι εγγεγραμμένες στο Λουξεμβούργο, Παναμά και Κύπρο μέσω της Εναγόμενης 2, που είναι εγγεγραμμένη στην Κύπρο. Όλες αυτές οι εταιρείες έχουν ως τελικό δικαιούχο τον Εναγόμενο 7. Ως αποτέλεσμα όλων των ενεργειών η Ενάγουσα είχε απώλειες και ζημιές τις οποίες και αξιώνει.

 

Εκδόθηκαν μονομερώς, στις 06/10/2016, απαγορευτικά διατάγματα με τα οποία διατάχθηκε όπως δεσμευτεί περιουσία εταιρειών που ανήκουν στον όμιλο της Εναγόμενης 6. Τα διατάγματα κατέστησαν απόλυτα στις 28/11/2017, Τεκμήριο 71 στην διαδικασία.  

 

Οι Εναγόμενοι 2, 3, 4, 6 και 7 καταχώρησαν Υπεράσπιση με επιφύλαξη της αμφισβήτησης της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Ισχυρίζονται ότι ο Εναγόμενος 7 δεν είχε και ούτε θα μπορούσε να έχει προσωπική ανάμειξη στην καθημερινή διαχείριση των εταιρικών θεμάτων που αφορούν τις εταιρείες του Ομίλου Agrotrade, τα οποία διαχειρίζεται μια μεγάλη επαγγελματική ομάδα διεύθυνσης που συμπεριλαμβάνει τον Grinchenko. Προωθείται η θέση ότι οι επιχειρήσεις που σχετίζονται άμεσα ή/και έμμεσα με τους Εναγόμενους 2, 3, 4, 6 και 7 είναι πολλές και διάφορες. Είναι παραδεκτό ότι η Εναγόμενη 5 είναι εταιρεία του Παναμά και ότι ήταν η μοναδική μέτοχος της Εναγόμενης 1, η οποία από τις 14/08/2015 είναι μοναδική μέτοχος της Εναγόμενης 4. Υποστηρίζεται ότι οι Εναγόμενοι 2 μέχρι 7 δεν είχαν οποιαδήποτε ανάμειξη με τις επίδικες Συμβάσεις και ούτε έχουν ή είχαν ποτέ οποιαδήποτε συμβατική σχέση με την Ενάγουσα ενώ ουδέποτε ήταν εγγυητές της Εναγόμενης 1.

 

Καταγράφεται ότι ο Όμιλος Agrotrade συνιστάται από Ουκρανικές αλλά και αλλοδαπές εταιρείες και ασχολείται με την παραγωγή, επεξεργασία, αποθήκευση και εμπορία αγροτικών προϊόντων κυρίως αραβόσιτου, κριθαριού, σιταριού, σόγιας και ηλιανθόσπορου με τα κεντρικά γραφεία του να βρίσκονται στην Ουκρανία. Είναι παραδεκτό ότι την περίοδο 2008 ‑ 2010 η Ενάγουσα συνιστούσε ένα από τους κυριότερους εμπορικούς συνεργάτες του Ομίλου και κατά την συγκεκριμένη περίοδο είχαν υπογραφτεί 33 συμβόλαια μεταξύ του Ομίλου εταιρειών της Ενάγουσας και του Ομίλου εταιρειών της Agrotrade για την πώληση αγροτικών προϊόντων. Η μέθοδος συνεργασίας μεταξύ τους ήταν ότι η ελβετική εταιρεία του Ομίλου της Ενάγουσας ενεργούσε πάντοτε ως αγοραστής ενώ ως πωλητής  ενεργούσε η Εναγόμενη 6, η αγγλική εταιρεία AGT και η αυστριακή εταιρεία, η Eναγoμένη 1. Με την Εναγόμενη 6 είχαν υπογραφτεί 11 συμβόλαια από τον Grinchenko, με την αγγλική AGT είχαν υπογραφτεί 14 συμβόλαια από τον Eναγόμενο 7 και με την αυστριακή εταιρεία, την Εναγόμενη 1, είχαν υπογραφεί 4 συμβόλαια από τον Εναγόμενο 7. Η αγγλική εταιρεία AGT είχε ιδρυθεί το 2006 και αποτελούσε όχημα ειδικού σκοπού για να διεξάγονται οι πωλήσεις αγροτικών προϊόντων του Ομίλου Agrotrade, γεγονός το οποίο ήταν γνωστό στην Ενάγουσα γιατί συναλλάσσονταν μαζί της για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η συγκεκριμένη εταιρεία δεν είχε ανάμειξη στην παραγωγή αγροτικών προϊόντων, δεν είχε κανένα σημαντικό περιουσιακό στοιχείο, παρά μόνο τα χρέη που της οφείλονταν από τρίτα πρόσωπα με τα οποία συναλλάττετο. Η οικονομική κατάσταση της AGT ήταν γνωστή στην Ενάγουσα και το γεγονός ότι είχε υπογράψει μαζί της 14 συμβόλαια χωρίς την παραχώρηση οποιασδήποτε εξασφάλισης αποδεικνύει ότι ήταν ικανοποιημένη από την οικονομική υπόσταση και αξιοπιστία της. Ο Εναγόμενος 7 υπόγραψε την Πρώτη Σύμβαση για την πώληση καλαμποκιού στην Ενάγουσα και την ίδια μέρα υπογράφτηκαν άλλα δύο συμβόλαια με την εταιρεία AGT. Τα τρία συμβόλαια τερματίστηκαν με κοινή συμφωνία των συμβαλλομένων χωρίς ποτέ να υλοποιηθούν. Δεν προβλήθηκε καμιά παράσταση ή πρόσχημα από τους Εναγόμενους για τον τερματισμό της Πρώτης Σύμβασης αφού αυτή είχε τερματιστεί με τη σύμφωνη γνώμη των συμβαλλομένων, ήτοι και των αγοραστών που ήταν η Ενάγουσα. Το 2010 αποφασίστηκε η μεταφορά των εργασιών του ομίλου Agrotrade στην Αυστρία κυρίως για φορολογικούς λόγους και δημιουργήθηκε η Εναγόμενη 1, ως το όχημα εμπορίας αγροτικών προϊόντων του Ομίλου Agrotrade, η οποία θα ενεργούσε και θα λειτουργούσε όπως και η αγγλική εταιρεία AGT. Η Ενάγουσα γνώριζε ή/και όφειλε να γνωρίζει, πριν την υπογραφή της Δεύτερης, Τρίτης και Τέταρτης Σύμβασης με την Εναγόμενη 1, το γεγονός ότι αυτή είχε μόλις ιδρυθεί και ότι δεν είχε κανένα περιουσιακό στοιχείο. Υποστηρίζεται ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο GAFTA προέβηκε σε δεσμευτικά ευρήματα, μεταξύ άλλων ότι η Εναγόμενη 1 ενήργησε ως πραγματικός πωλητής των εμπορευμάτων με βάση τα σχετικά συμβόλαια που έγιναν με την Ενάγουσα, ότι δεν αποδείχθηκε ότι τα συμβαλλόμενα μέρη στα επίδικα συμβόλαια δεν τα σύνηψαν με την ελεύθερη θέληση τους και ότι οι αγοραστές, ήτοι η Ενάγουσα, θα έπρεπε να ικανοποιηθούν για την οικονομική κατάσταση της Εναγόμενης 1 πριν υπογράψουν τα σχετικά συμβόλαια. Ουδέποτε είχε αναλάβει, ο Εναγόμενος 7, προσωπική ευθύνη για την εκτέλεση της Δεύτερης, της Τρίτης και της Τέταρτης Σύμβασης, που υπογράφτηκε μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1. Αντίθετα, υπέγραψε τη Δεύτερη Σύμβαση, εκ μέρους και για λογαριασμό της Εναγόμενης 1, ως δεόντως εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπός της. Το ίδιο συνέβη κατά την υπογραφή της Τρίτης και Τέταρτης Σύμβασης. Δεν ανέλαβε ούτε και είχε εκ του νόμου ή εκ των πραγμάτων οποιαδήποτε προσωπική ευθύνη σε σχέση με το περιεχόμενο οποιασδήποτε εκ των Συμβάσεων και ουδέποτε παραχώρησε προσωπική εγγύηση στην Ενάγουσα για την υλοποίηση οποιασδήποτε Συμφωνίας. Υποστηρίζεται ότι τα ευρήματα που περιέχονται στις αποφάσεις GAFTA συνιστούν δεδικασμένο ή/και είναι δεσμευτικά σε σχέση με την Ενάγουσα και δημιουργούν κώλυμα στο να προωθεί ή/και να εγείρει ίδια ή/και παρόμοια θέματα που εγέρθηκαν και αποφασίστηκαν τελειωτικά ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου GAFTA.

           Σε σχέση με την υλοποίηση του Δεύτερου Συμβολαίου είχε συμφωνηθεί η αντικατάστασή του με δύο ξεχωριστά συμβόλαια, ήτοι το Τρίτο (3ον) και το Τέταρτο (4ον) Συμβόλαιο. Ο λόγος αντικατάστασης του Δεύτερου Συμβολαίου ήταν γιατί είχε γίνει με όρους
CPT ενώ το Τρίτο και Τέταρτο Συμβόλαιο έγιναν με όρους FOΒ, που ήταν πιο δυσμενείς για τον πωλητή, γιατί η Εναγόμενη 1 είχε αναλάβει περαιτέρω έξοδα και κινδύνους, με αντάλλαγμα μια λογική αύξηση της τιμής πώλησης του αραβόσιτου. Η Ενάγουσα είχε  λάβει καλύτερους όρους, από την Agrotrade, κατά την υπογραφή του 3ου και 4ου  Συμβολαίου, γεγονός που αποδεικνύεται από την αύξηση της ποσότητας των εμπορευμάτων, ήτοι από 30.000 τόνους σε 50.000 τόνους. Ανέλαβε παράλληλα όλους τους κινδύνους που υπήρχαν από τη συναλλαγή με την Εναγομένη 1. Αρχικά το 3ον και 4ον Συμβόλαιο υπογράφτηκαν εκ μέρους της Εναγομένης 1 από τον Εναγόμενο 7, πλην όμως μεταγενέστερα η Εναγόμενη 1 ζήτησε όπως αυτά υπογραφτούν από τον αυστριακό διευθυντή της, αίτημα το οποίο έγινε αποδεκτό από την Ενάγουσα. Ως εκ τούτου δεν διενεργήθηκε καμιά συνωμοσία από τον Εναγόμενο 7 σε σχέση με τις προσωπικές του υποχρεώσεις, αφού δεν είχε αναλάβει ποτέ οποιαδήποτε προσωπική δέσμευση με την υπογραφή των Συμβολαίων 2, 3 και 4 εκ μέρους της Εναγομένης 1.

 

Tο Υπουργικό Συμβούλιο της Ουκρανίας, στις 04/10/2010, εξέδωσε απόφαση με την οποία επέβαλε περιορισμό στις εξαγωγές αγροτικών προϊόντων από την Ουκρανία και εισήξε ένα σύστημα παραχώρησης αδειών για εξαγωγή αγροτικών προϊόντων. Το συγκεκριμένο σύστημα προκάλεσε αντίδραση στον επιχειρηματικό κόσμο της Ουκρανίας γιατί θεωρήθηκε άδικο και αδιαφανές. Επιπρόσθετα, προκάλεσε πρόβλημα στην υλοποίηση και εκτέλεση του 3ου και 4ου Συμβολαίου. Η Ενάγουσα γνώριζε ή/και όφειλε να γνωρίζει για τα προβλήματα που δημιούργησε ο επιβληθής περιορισμός στις εξαγωγές. Τα δύο πρωτόδικα Δικαστήρια GAFTA συμφώνησαν και προέβηκαν σε εύρημα ότι οι επιβληθέντες περιορισμοί εξαγωγών θα μπορούσαν να αποτελέσουν λόγο μη εκπλήρωσης της συμφωνίας και ότι οι πωλητές είχαν προβεί σε όλα τα δέοντα διαβήματα για να λάβουν τις απαιτούμενες άδειες εξαγωγής. Σε καμιά περίπτωση δεν διαπράχθηκε απάτη ή υπήρξε κακοπιστία από πλευράς της Εναγομένης 1, γιατί οι επιβληθέντες περιορισμοί εξαγωγών αντικειμενικά οδήγησαν στην αδυναμία της να εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις.

 

Όσον αφορά το ζήτημα της προπληρωμής γίνεται αναφορά στον όρο 6.1 του 4ου  Συμβολαίου, ο οποίος προνοεί για την προπληρωμή του 70% της αξίας του αραβόσιτου με την παρουσίαση του τιμολογίου της Εναγόμενης 1. Στις 24/11/2010 η Εναγόμενη 1 απέστειλε στην Ενάγουσα τιμολόγιο για το ποσό της προκαταβολής και της ζήτησε όπως γίνει εκχώρηση της ιδιοκτησίας των εμπορευμάτων. Προωθείται η θέση ότι το 4ο Συμβόλαιο είχε τερματιστεί στις 29/11/2010, από την Εναγόμενη 1, για τον λόγο ότι η Ενάγουσα είχε αποτύχει να καταβάλει την πληρωμή της προκαταβολής, η οποία έπρεπε να καταβληθεί, σύμφωνα με τον όρο 6.1 του 4ου Συμβολαίου, τρείς τραπεζικές μέρες από την ημερομηνία αποστολής και παρουσίασης του τιμολογίου της Εναγομένης 1. Η τελευταία μέρα καταβολής ήταν η 29/11/2010. Το Δικαστήριο GAFTA είχε αποφασίσει ότι ο υπολογισμός των ημερών, από την Εναγόμενη 1, ήταν λανθασμένος γιατί η 25/11/2020 ήταν η Μέρα των Ευχαριστιών στις ΗΠΑ, που είναι τραπεζική αργία και λόγω του ότι η πληρωμή θα γινόταν σε δολάρια Αμερικής ο χρόνος πληρωμής της προκαταβολής έληγε στις 30/11/2010 και όχι στις 29/11/2010. Παρά το εύρημα του Διαιτητικού Δικαστηρίου GAFTA, ότι o τερματισμός του 4ου  Συμβολαίου δεν ήταν νόμιμος, υπήρχε και εύρημα ότι η Εναγόμενη 1 δεν ενήργησε κακόπιστα. 


           Οι Εναγόμενοι προωθούν τον ισχυρισμό ότι η αγωγή είναι κακόπιστη και εκδικητική  και ότι συνιστά προσπάθεια της Ενάγουσας να εκβιάσει τους Εναγόμενους να της  καταβάλουν ποσά που δεν της οφείλουν και που συνιστούν το αντικείμενο των αποφάσεων
GAFTA. Επιπρόσθετα, ισχυρίζονται ότι λόγω της άρνησης του Δικαστηρίου GAFTA να άρει το εταιρικό πέπλο της Εναγομένης 1, έτσι ώστε να καταστεί η Εναγόμενη 6 αλληλέγγυα συνυπεύθυνη για την πληρωμή των ποσών που επιδικάστηκαν με τις δύο αποφάσεις GAFTA, η Ενάγουσα καταχώρησε την υπό κρίση αγωγή, η οποία είναι αβάσιμη. Αρνούνται ότι υπήρξε οποιαδήποτε απάτη ή συνωμοσία ή ψευδείς παραστάσεις και περαιτέρω ισχυρίζονται ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί γιατί η Ενάγουσα κωλύεται ή/και εμποδίζεται από το να την προωθεί λόγω των ευρημάτων και του περιεχομένου των  αποφάσεων GAFTA, οι οποίες συνιστούν δεδικασμένο και είναι δεσμευτικές για την Ενάγουσα.  

 

            Η Ενάγουσα προώθησε τις θέσεις της αρχίζοντας με την μαρτυρία του Andriy Oleksiyovych Vadaturskyy, Μ.Ε.1, μοναδικού ιδιοκτήτη της, ο οποίος παρέθεσε τις θέσεις του σε γραπτή δήλωση της οποίας το ελληνικό κείμενο σημειώθηκε ως Έγγραφο 1Α. Καταγράφει ότι ο Όμιλος εταιρειών Nibulon είναι ένας από τους μεγαλύτερους παραγωγούς και εξαγωγείς γεωργικών προϊόντων, όπως σιτάρι, κριθάρι, καλαμπόκι, σίκαλη και ηλίανθο, στην Ουκρανία. Η Ενάγουσα αγοράζει σιτηρά αγροκαλλιεργειών με τους όρους Free on Board (FOB) ή Carriage Paid To (CPT) σύμφωνα με τους κανόνες Incoterms 2000, από ουκρανικές και μη ουκρανικές εταιρείες και τα πωλεί σε άλλες εταιρείες στην παγκόσμια αγορά με σκοπό το κέρδος. Το 2003 ο ίδιος εκπροσωπούσε την Ενάγουσα σε εμπορικές συναλλαγές και ήταν εξουσιοδοτημένος όπως προβαίνει σε οποιεσδήποτε νομικές ενέργειες στο όνομά της. Την συγκεκριμένη περίοδο η συνεργασία Ουκρανικών εταιρειών με τη διεθνή αγορά ήταν ιδιαίτερα δύσκολη και γι΄ αυτό οι Ουκρανικές εταιρείες σύστηναν, εκτός Ουκρανίας, εταιρείες οι οποίες να διαχειρίζονται τις εργασίες των Ουκρανικών εταιρειών. 

 

            Ο Όμιλος εταιρειών Agrotrade ασχολείτο με την αποθήκευση των σιτηρών στις σιταποθήκες του αλλά και με την μεταπώληση τους σε άλλες εταιρείες. Η σχέση μεταξύ των δύο Ομίλων ξεκίνησε το 2001, όπου συνάφθηκαν, μεταξύ διαφόρων εταιρειών των δύο Ομίλων, συμφωνίες με σκοπό την εξαγωγή σιτηρών από την Ουκρανία. Κατά τον ουσιώδη χρόνο οι συμβάσεις συνάπτονταν με διάφορες εμπορικές εταιρείες του Ομίλου Agrotrade, που είχαν συσταθεί για το συγκεκριμένο σκοπό. Τόσο ο ίδιος όσο και ο Εναγόμενος 7 έλεγχαν ο καθένας την εμπορική δραστηριότητα του Ομίλου του. Κατά τη σύναψη των συμφωνιών ο Όμιλος Agrotrade εκπροσωπήθηκε από τον διευθυντή του, Mykola Grinchenko, ο οποίος ενεργούσε υπό τις οδηγίες του Εναγόμενου 7. 

 

            Η Εναγόμενη 6 αποτελείτο και αποτελείται από ένα μεγάλο αριθμό γεωργικών επιχειρήσεων παραγωγών σιτηρών και είναι σε θέση να πραγματοποιεί παραδόσεις σιτηρών εκμεταλλευόμενη τα 65.000 εκτάρια γεωργικής γης στην Ουκρανία. Η Εναγόμενη 1 είναι εγγεγραμμένη σύμφωνα με τους νόμους της Αυστρίας και τον Φεβρουάριο του 2010 ανήκε εξ΄ ολοκλήρου στην Εναγόμενη 4. Οι μετοχές της μεταφέρθηκαν από την Εναγόμενη 4 στην Εναγόμενη 5 στις 28/09/2012, η οποία τελικά διαλύθηκε στις 14/12/2015. Οι Εναγόμενες 2 και 4 είναι εταιρείες εγγεγραμμένες στην Κύπρο με μοναδικό μέτοχο τον Εναγόμενο 7. Η Εναγόμενη 3 είναι εγγεγραμμένη στο Λουξεμβούργο. Η Ενάγουσα πληροφορήθηκε για την ύπαρξη της Εναγόμενης 5 κατά την εκτέλεση των αποφάσεων GAFTA στην Αυστρία και έμαθε για την κατ΄ ισχυρισμό σχέση αντιπροσωπείας, μεταξύ των Εναγόμενων 1 και 5, όταν οι Εναγόμενοι 2, 3, 4, 6 και 7 καταχώρησαν την ένστασή τους στην αίτηση της Ενάγουσας ημερ. 06/10/2016. Ο Εναγόμενος 7 ήταν και είναι ο μοναδικός μέτοχος των Εναγόμενων 2 και 6 και συνεπώς είναι σήμερα ο πραγματικός δικαιούχος και ιδιοκτήτης των Εναγόμενων 2, 3, 4 και 6 ενώ πριν τον Οκτώβριο του 2015 ήταν και ο τελικός ιδιοκτήτης και δικαιούχος των Εναγόμενων 1 και 5. Αρχικά ο Όμιλος Agrotrade διέθετε σιταποθήκες και η Ενάγουσα ξεκίνησε την συνεργασία, για να βοηθήσει τον Όμιλο Agrotrade, αποθηκεύοντας μικρές ποσότητες σιτηρών. Για αρκετά χρόνια ειδικοί του Ομίλου εταιρειών της Ενάγουσας  επισκέπτονταν τις σιταποθήκες του Ομίλου εταιρειών της Agrotrade, έλεγχαν την ύπαρξη των σιτηρών και επιθεωρούσαν τα έγγραφα χωρίς κανένα πρόβλημα. Υπήρχε εμπιστοσύνη γι΄ αυτό και αποθηκεύονταν σιτηρά αξίας εκατομμυρίων δολαρίων, για μεγάλα χρονικά διαστήματα, χωρίς να υπάρχει ανησυχία ότι θα μεταπωληθούν ή ότι δεν θα επιστραφούν γιατί ο Όμιλος Agrotrade λειτουργούσε και ως μεταπωλητής σιτηρών και κέρδιζε από τη διαφορά τιμής κατά την αγορά τους. 

 

            Όσον αφορά τον τρόπο συνεργασίας με τον Όμιλο εταιρειών Agrotrade ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα προσέφερε μία τιμή για τα σιτηρά που διατηρούσαν στην σιταποθήκη τους και αναλάμβανε τον κίνδυνο ότι η συγκεκριμένη τιμή θα μπορούσε ν’ αλλάξει συνάπτοντας μια σύμβαση και καταβάλλοντας προκαταβολή. Η προκαταβολή ήταν σημαντική γιατί συνήθως οι εμπορικές εταιρείες δεν είχαν τα απαραίτητα οικονομικά μέσα ν’ αγοράσουν οι ίδιες τις ποσότητες σιτηρών και χρησιμοποιούσαν, την προκαταβολή, για την αγορά σιτηρών. Το 2006 εφαρμόστηκε στην Ουκρανία το καθεστώς των ποσοστώσεων (quota) όπου οι σιταποθήκες έπρεπε να λαμβάνουν άδεια από το Υπουργικό Συμβούλιο, σε σχέση με την ποσόστωση, πριν την οποιαδήποτε εξαγωγή σιτηρών. Οι δύο Όμιλοι αποφάσισαν να συνεργαστούν για την απόκτηση ποσοστώσεων για το καλαμπόκι στις σιταποθήκες στην ενδοχώρα και το εγχείρημα στέφθηκε με επιτυχία. Το 2010 εφαρμόστηκε εκ νέου το καθεστώς ποσοστώσεων για την εξαγωγή σιτηρών και οι δύο Όμιλοι συνεργάστηκαν εφαρμόζοντας το ίδιο νομικό πλαίσιο. Ένδειξη της πολύ καλής συνεργασίας και της εμπιστοσύνης που έτρεφε η Ενάγουσα προς τον Όμιλο Agrotrade συνιστούσε το γεγονός ότι πάντα κατέβαλλε προκαταβολικά και στο ακέραιο την αξία των προϊόντων που αγοραζόταν. Η σχέση εξελίχτηκε και σε συναλλαγές στην εξωτερική αγορά αφού ο Όμιλος Agrotrade ίδρυσε θυγατρική εταιρεία στο Ηνωμένο Βασίλειο, την AGT Trade Ltd. Η συγκεκριμένη εταιρεία χρησιμοποιήθηκε ως αντισυμβαλλόμενη για την πώληση σιτηρών στην Ενάγουσα.  

 

            Η σχέση της Ενάγουσας με τον Όμιλο Agrotrade και τον Εναγόμενο 7 είχε εξελιχθεί με αποτέλεσμα την γνωριμία και με άλλα πρόσωπα του Όμίλου, όπως τον Grinchenko. Ο Εναγόμενος 7 πάντοτε συστηνόταν ως ο ιδιοκτήτης του ομίλου Agrotrade και κατά τον επίδικο χρόνο είχε διοριστεί επίτιμος πρόξενος της Αυστρίας και σύμβουλος του Υπουργού Εσωτερικών της Ουκρανίας, ήτοι είχε μεγάλη επιρροή στην Ουκρανία. Σε πολλές περιπτώσεις ο Εναγόμενος 7 διεξήγαγε προσωπικά τις μεγάλες επιχειρηματικές συναλλαγές του Όμίλου Agrotrade. Είναι σύνηθες στις ουκρανικές γεωργικές επιχειρήσεις οι ιδιοκτήτες τους να ασχολούνται άμεσα με τις δραστηριότητες των εταιρειών τους, να ασκούν τον έλεγχο και να λαμβάνουν τις βασικές αποφάσεις. Ο ίδιος είχε προσωπική επαφή με τον Εναγόμενο 7, με τον οποίο συνομιλούσε σε τακτική βάση αφού είχαν πολλά κοινά και πίστευε ότι είχαν μία αληθινή και ειλικρινή συνεργασία. Ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούσε ο Εναγόμενος 7 ήταν με τον Grinchenko να συγκεντρώνει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για την προτιθέμενη συναλλαγή, να του τις διαβιβάζει, να τις συζητούν μεταξύ τους και ακολούθως η απόφαση να λαμβάνεται από τον Εναγόμενο 7. Ο Grinchenko δεν λάμβανε αποφάσεις που σχετίζονταν με τις συμβάσεις εξαγωγής. Όμως, ο ίδιος μιλούσε συχνά με τον Grinchenko όταν διαπραγματευόταν τα συμβόλαια με την εταιρεία BS Commodities GmbH. Κατά τη δική του άποψη ο Εναγόμενος 7 λάμβανε τις αποφάσεις και δεν υπήρχε ανεξάρτητη επαγγελματική ομάδα διαχείρισης η οποία να λαμβάνει αποφάσεις. Πριν από την αθέτηση των πληρωμών υπήρχε μία επιτυχημένη, μακροχρόνια σχέση, η οποία, κατά τη δική του εντύπωση, δεν μπορούσε να δημιουργηθεί μόνο από τις γραπτές συμβάσεις που υπογράφτηκαν. 

 

            Είναι η θέση του ότι τον Δεκέμβριο του 2009 ο Grinchenko με τον Εναγόμενο 7 τον προσέγγισαν και του πρότειναν την παράδοση 20.000 τόνων καλαμποκιού ουκρανικής παραγωγής στην τιμή των $165.015 ανά τόνο με όρους CPT, δηλαδή σύμφωνα με τους κανόνες Ιncoterms 2000. Η σύμβαση θα υπογραφόταν με την εταιρεία του Ομίλου Agrotrade, την AGT Trade. Ο ίδιος αποδέχθηκε την προσφορά αφού, λόγω της μακροχρόνιας συνεργασίας, δεν είχε αμφιβολία ότι μπορούσαν να παραδώσου την ποσότητα και στις 11/03/2010 υπογράφτηκε από τον Εναγόμενο 7, για λογαριασμό της AGT Trade, η σύμβαση με αριθμό PSA247-FC. Σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης το καλαμπόκι έπρεπε να παραδοθεί μεταξύ των ημερομηνιών 01/05/2010 με 31/05/2010.  Στο μεταξύ ο Εναγόμενος 7 το 2010 είχε εγγράψει την Εναγόμενη 1 στην Αυστρία και τον Μάιο του 2010 ο Εναγόμενος 7 με τον Grinchenko του ζήτησαν όπως αλλαχθεί η ποσότητα, η περίοδος παράδοσης και ο υπογράφοντας στην αρχική συμφωνία έτσι ώστε η νέα αλλοδαπή εταιρεία, η Εναγόμενη 1, να είναι ο πωλητής γιατί η AGT Trade θα εκκαθαριζόταν. Ο Εναγόμενος 7 τον είχε διαβεβαιώσει τηλεφωνικώς ότι η νέα σύμβαση θα εκτελείτο δεόντως, δεδομένου ότι η νέα εταιρεία συνιστούσε μία άλλη εμπορική εταιρεία του ομίλου Agrotrade. Ο Grinchenko διαβεβαίωσε ότι το νέο συμβόλαιο με την Εναγόμενη 1 θα υπογραφόταν προσωπικά από τον Εναγόμενο 7, ώστε να είναι προσωπικά υπεύθυνος για τη διασφάλιση της εκτέλεσης του. Η Ενάγουσα δεν θεώρησε ότι υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα αφού η νέα εταιρεία προερχόταν από τον ίδιο όμιλο εταιρειών, στελεχωνόταν από τους ίδιους ανθρώπους αλλά βρισκόταν σε διαφορετική δικαιοδοσία, ήτοι στην Αυστρία αντί στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η Εναγόμενη 1 ουδέποτε ενήργησε ή εμφανίστηκε ως αντιπρόσωπος άλλης εταιρείας ή της Εναγόμενης 5, η οποία έγινε μέλος του Ομίλου Agrotrade το 2011. Είναι η δική του άποψη ότι ο Όμιλος Agrotrade προσφέρθηκε να αντικαταστήσει την Πρώτη Σύμβαση με την Δεύτερη επειδή δεν ήταν σε θέση να εκτελέσει την Πρώτη, γιατί δεν διέθετε αρκετά σιτηρά στο τέλος της περιόδου τα οποία είχε υποχρέωση να παραδώσει μέχρι τις 31/05/2010. Για να αποφευχθεί η αθέτηση της Πρώτης Σύμβασης υπογράφτηκε η Δεύτερη Σύμβαση για να κερδηθεί χρόνος. Με αυτό τον τρόπο λειτουργούσε η συνεργασία, ήτοι με την υπογραφή συμφωνιών με μία αλλοδαπή εταιρεία του Ομίλου Agrotrade, ήτοι με εταιρείες ειδικού σκοπού, όμως στην ουσία η συνεργασία και η συνεννόηση ήταν πάντοτε με τον Όμιλο Agrotrade και τον Εναγόμενο 7. Ο ίδιος δεν ανέμενε να υπάρξουν οποιαδήποτε προβλήματα και δεν είχε λόγο να μην εμπιστευθεί τα όσα του είχαν αναφερθεί. Αργότερα ανακάλυψε ότι η AGT Trade διαλύθηκε στις 17/05/2011 και την ίδια στιγμή η εταιρεία Glencori προχωρούσε σε διαιτησία εναντίον της και γι΄ αυτό το λόγο η GAFTA είχε θέσει την AGT Trade στον κατάλογο αδυνατούντων οφειλετών στις 02/03/2012. Η νέα σύμβαση με την Εναγόμενη 1 υπογράφτηκε στις 29/04/2010 από τον Εναγόμενο 7, είχε αριθμό PSA307-FC και αφορούσε την παράδοση 30.000 μετρικών τόνων σιτηρών καλαμποκιού τα οποία θα παραδίδονταν μεταξύ της 01/10/2010 και της 01/01/2011. Στη συνέχεια ο Εναγόμενος 7 και ο Grinchenko του προσέφεραν μεγαλύτερη ποσότητα καλαμποκιού ουκρανικής προέλευσης, δηλαδή 50.000 μετρικούς τόνους και πείστηκε όπως υπογράψει άλλη σύμβαση στις 20/07/2010, την σύμβαση με αριθμό PSA061-FC για την παράδοση 20.000 τόνων καλαμποκιού στην τιμή των $173,33 ανά τόνο και στις 26/07/2010 τη σύμβαση με αριθμό PSA063-FC για την παράδοση 30.000 τόνων καλαμποκιού στην τιμή των $166,22 ανά τόνο. Με αυτές τις δύο συμφωνίες τερματίστηκαν οι συμβάσεις με αριθμό PSA248-F και PSA249-W, με την προϋπόθεση ότι οι νέες συμφωνίες θα εκτελούνταν δεόντως. Κατά την ίδια περίοδο ο Εναγόμενος 7 είχε λάβει γνωμάτευση από αγγλική δικηγορική εταιρεία σχετικά με τους φορολογικούς κινδύνους που ενείχε η υπογραφή από ουκρανό για λογαριασμό της Εναγόμενης 1 και παρά το γεγονός αυτό ο ίδιος υπέγραψε προσωπικά όλες τις συμβάσεις. Τον Αύγουστο του 2010 ο Εναγόμενος 7 με τον Grinchenko τον προσέγγισαν για υπογραφή συμβάσεων αλλά για την Εναγόμενη 1 θα υπέγραφε ο Volfgang Tindl προς αποφυγή, ως ισχυρίστηκαν, των φορολογικών κινδύνων. Λόγω της σχέσης εμπιστοσύνης που υπήρχε συμφωνήθηκε η υπογραφή των συμφωνιών, εκ νέου, με τον Volfgang Tindl, ο οποίος ήταν αυστριακός δικηγόρος και μπορούσε να ενεργεί ως διευθυντής της Εναγόμενης 1. Αργότερα φάνηκε ότι ο Εναγόμενος 7 ήθελε να αποστασιοποιηθεί από τη σύναψη των συγκεκριμένων συμβάσεων για να κρυφτεί πίσω από το εταιρικό πέπλο της Εναγόμενης 1. Μετά τον Οκτώβριο του 2010 η τιμή του καλαμποκιού στην παγκόσμια αγορά είχε αυξηθεί δραματικά και ο Εναγόμενος 7 δεν συμμορφώθηκε με τις νομικές του υποχρεώσεις, να παραδώσει την συμφωνηθείσα ποσότητα καλαμποκιού στη συμφωνηθείσα τιμή, γνωρίζοντας ότι αυτό θα προκαλούσε τεράστια ζημιά στην Ενάγουσα. Σχεδίαζε να πωλήσει εκ νέου στην αγορά τη συγκεκριμένη παρτίδα που είχε αγοράσει η Ενάγουσα σε ψηλότερη τιμή. Ο Grinchenko επικοινώνησε μαζί του για να του ζητήσει να αυξήσει την τιμή του συμβολαίου, υποστηρίζοντας ότι είχαν υποστεί μεγάλες απώλειες, όμως ο ίδιος έθεσε υπόψη του ότι η Ενάγουσα είχε συμβατικές υποχρεώσεις έναντι τρίτων και ότι η τιμή δεν μπορούσε να αυξηθεί. Επιπρόσθετα, δεν συνιστούσε λάθος της Ενάγουσας ότι ο αντισυμβαλλόμενος δεν μπορούσε ή/και δεν ήθελε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του. Ανταλλάχθηκαν μεταξύ των αντισυμβαλλομένων ηλεκτρονικά μηνύματα από τα οποία διαφαίνεται ότι οι αξιωματούχοι του Ομίλου Agrotrade προσπαθούσαν να αποφύγουν την παράδοση των σιτηρών με το πρόσχημα των περιορισμών που επιβλήθηκαν στις 04/10/2010. Διαπιστώθηκε από το Εφετείο της GAFTA ότι η Εναγόμενη 1 δεν είχε δικαίωμα να τερματίσει τις συμφωνίες λόγω των περιορισμών. Περί τα τέλη Νοεμβρίου του 2010 ο ‘Όμιλος Agrotrade επέμενε όπως λάβει προκαταβολή για το 70% του ποσού της σύμβασης, ενώ αρνήθηκε να προσκομίσει επιστολή εκχώρησης για την εγγύηση προκαταβολής που να επιβεβαιώνει την ύπαρξη της παρτίδας καλαμποκιού που θα παραδίδετο. Σε συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις της η Ενάγουσα κατέβαλε τη συγκεκριμένη προκαταβολή στις 25 με 26 Νοεμβρίου του 2010. Μετά την παραλαβή της προκαταβολής, στις 30/11/2010, οι αξιωματούχοι του Ομίλου Agrotrade τερμάτισαν τις συμφωνίες επικαλούμενοι καθυστέρηση της προκαταβολής. Στην απόφαση της GAFTA, με ημερομηνία 05/02/2013, αποφασίστηκε ότι η προπληρωμή δεν είχε καθυστερήσει και ότι οι συμβάσεις είχαν τερματιστεί παράνομα. Καταγράφεται, στην απόφαση, ότι ήταν εντελώς παράλογο και αδικαιολόγητο για τον ‘Όμιλο Agrotrade να προχωρήσει σε τερματισμό των συμβάσεων που είχε με ένα καλόπιστο αγοραστή, παρά την επιβεβαίωση πληρωμής εντός του συμβατικά συμφωνημένου χρονικού πλαισίου. Το ποσό της προκαταβολής επιστράφηκε μεταξύ της 06/12/2010 με 10/12/2010 και το υπόλοιπο τον Μάρτιο του 2012 από τον δικηγόρο Davis Battersby. Όμως ο Όμιλος εταιρειών Agrotrade δεν αποζημίωσε ποτέ την Ενάγουσα για τη ζημιά που υπέστηκε λόγω της μη τήρησης των δύο συμφωνιών. Η Ενάγουσα δεν μπορούσε να προμηθεύσει τα σιτηρά στους δικούς της αντισυμβαλλόμενους, οι οποίοι με την σειρά τους κίνησαν παρόμοιες διαδικασίες διαιτησίας της GAFTA και εξασφάλισαν αποφάσεις με τις οποίες η Ενάγουσα διατάχθηκε όπως τους καταβάλει αποζημίωση. 

 

            Διαφάνηκε ότι η Εναγόμενη 1 είχε υπογράψει σύμβαση με την εταιρεία Dreyfus, στις 03/12/2010, με την οποία συμφώνησε όπως της παραδώσει 10.600 τόνους σιτηρών καλαμποκιού στην τιμή των $249 ανά μετρικό τόνο. Δηλαδή, πώλησαν σε τιμή κατά πολύ ψηλότερη από την τιμή που είχαν συμφωνήσει με την Ενάγουσα. Από την πρακτική της αγοράς ο ίδιος ήταν σε θέση να αντιληφθεί ότι ο Εναγόμενος 7 διαπραγματευόταν την σύμβαση με την Dreyfus από τον Νοέμβριο του 2010 και τελικά επέλεξε να αθετήσει τις δύο συμφωνίες που είχε με την Ενάγουσα για να αποκομίσει επιπλέον κέρδος $800.000. Υπολογίζοντας το κέρδος που αποκόμισε για την πώληση του συνόλου του όγκου των εμπορευμάτων, κατά τον επίδικο χρόνο, αυτό  ξεπερνά τα $4 εκατομμύρια προκαλώντας αντίστοιχη ζημιά στην Ενάγουσα. Οι διαδικασίες GAFTA ενεργοποιήθηκαν στις 13/12/2010 και η πρωτόδικη απόφαση διαιτησίας GAFTA εκδόθηκε τον Ιανουάριο με Φεβρουάριο του 2012, χρόνος κατά τον οποίο ο Όμιλος Agrotrade επέστρεψε το υπόλοιπο της προκαταβολής μέσω του δικηγόρου Battersby. Μετά την έκδοση της πρώτης απόφασης ο ίδιος απέστειλε, στις 06/04/2012, στην Εναγόμενη 1 και στον Όμιλο Agrotrade επιστολή διαμαρτυρίας αναφορικά με τις ενέργειες της προσφέροντας ταυτόχρονα διακανονισμό των υποθέσεων με την καταβολή του ποσού των $4 εκατομμυρίων. Αντιμετωπίστηκε με άρνηση, η συγκεκριμένη προσφορά, με την δικαιολογία ότι ο Όμιλος Agrotrade είναι ξεχωριστός από την Εναγόμενη 1 και δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνος για χρήματα που οφείλονται από αυτήν. Στα πλαίσια της διαδικασίας GAFTA ηγέρθηκε το ζήτημα της άμεσης σύνδεσης μεταξύ της Εναγόμενης 1 και της Εναγόμενης 6 και το Εφετείο GAFTA αποφάνθηκε ότι από τη στιγμή που η πρωτόδικη Διαιτητική απόφαση εκδόθηκε εναντίον της Εναγόμενης 1 δεν θα μπορούσε να προχωρήσει στην εξέταση του συγκεκριμένου θέματος. Κατά τον δεδομένο χρόνο, στην πρωτόδικη διαδικασία GAFTA, δεν υπήρχαν αρκετά στοιχεία έτσι ώστε η Ενάγουσα να προωθήσει ισχυρισμούς για απάτη ή συνωμοσία εκ μέρους του Ομίλου Agrotrade. Οι εφέσεις που ασκήθηκαν από την Εναγόμενη 1 απορρίφθηκαν από το Εφετείο GAFTA στις 05/02/2013 και διατάχθηκε όπως καταβάλει αποζημίωση ύψους $1.596.800 και $2.694.376,04 με ανατοκισμό, με επιτόκιο 3,5% ανά τρίμηνο μέχρι την ημερομηνία εξόφλησης. Μετά την έκδοση των αποφάσεων του Εφετείου GAFTA ο Grinchenko προσφέρθηκε να διευθετήσει το θέμα καταβάλλοντας $1,3 εκατομμύρια, με την πληρωμή να γίνεται μέσω της εκτέλεσης νέων εμπορικών συμβάσεων με τον Όμιλο Agrotrade. Σε συνάντηση με τον Εναγόμενο 7 επιβεβαιώθηκε η συγκεκριμένη πρόταση διακανονισμού. Τον Ιούλιο 2013 λήφθηκε επιστολή με την οποία επιβεβαιώθηκε ότι η Εναγόμενη 1 ήταν πρόθυμη να καταβάλει το συγκεκριμένο ποσό για την πλήρη και οριστική διευθέτηση των υποχρεώσεων της. Όμως, ο τρόπος και οι όροι αποζημίωσης που προτάθηκαν από τον ‘Όμιλο Agrotrade ήταν αντικειμενικά απαράδεκτοι. Στις 28/08/2014 ο Εναγόμενος 7 διαβίβασε επιστολή προς την Ενάγουσα με την οποία αποστασιοποιείτο από την Εναγόμενη 1 ενώ παράλληλα επέδειξε έλλειψη πρόθεσης να συζητήσει περαιτέρω τον διακανονισμό. 

 

            Από τις Ενοποιημένες Καταστάσεις του Ομίλου Agrotrade για τα έτη 2012 - 2015 προκύπτει ότι η Εναγόμενη 1 αρχικά ελεγχόταν από τις Εναγόμενες 2 και 4, οι οποίες αποτελούν κυπριακές εταιρείες. Από την έρευνα που διενεργήθηκε στον Έφορο Εταιρειών προκύπτει ότι η Εναγόμενη 1 είχε ιδρυθεί στις 02/02/2010, ότι στις 28/09/2012 οι μετοχές της μεταβιβάστηκαν στην Εναγόμενη 5, η οποία έγινε μέλος του Ομίλου Agrotrade το 2011 μετά τη σύναψη των συμβάσεων και την αθέτησή τους και ενώ εκκρεμούσαν οι αποφάσεις GAFTA. Μετά την έκδοση των αποφάσεων στις εφέσεις GAFTA, τον Φεβρουάριο του 2013, οι Εναγόμενες 1 και 5 εξαφανίστηκαν από τις Ενοποιημένες Οικονομικές Καταστάσεις του Ομίλου Agrotrade. Συγκεκριμένα, η Εναγόμενη 5 πωλήθηκε στις 27/10/2015 στον Dmytro Ieleftheriadi για το ποσό των $1.000 και η Εναγόμενη 5 διαλύθηκε στις 14/12/2015. Κατά τη δική του άποψη οι Εναγόμενες 1 και 5 εξαλείφθηκαν σκόπιμα από τον Όμιλο Agrotrade κατά το οικονομικό έτος 30/06/2014 με 30/06/2015 και ο μόνος λόγος που προωθήθηκε ο ισχυρισμός, ότι η Εναγόμενη 1 πωλήθηκε σε τρίτους, είναι για να αποστασιοποιηθούν από τη σχεδιαζόμενη εκκαθάριση της που έγινε λίγο αργότερα. Υποστηρίχτηκε από τον Όμιλο Agrotrade, ως λόγος απομάκρυνσης της Εναγόμενης 5 από τον Όμιλο, το γεγονός ότι υπαγόταν στη δικαιοδοσία του Παναμά η οποία δεν ήταν αποδεκτή από την EBRD και γι΄ αυτό οι εμπορικές της δραστηριότητες έπρεπε να μεταφερθούν στην νέο ιδρυθείσα Intergrain S.A. Επιπρόσθετα, ανάλυση των Οικονομικών Καταστάσεων της Εναγόμενης 1, σε συνάρτηση με τις διαδικασίες Διαιτησίας της GAFTA, αποκάλυψε ότι στις 31/12/2010 το πάγιο κεφάλαιο της Εναγόμενης 1 ήταν €14.717.922,15, στις 30/06/2011 ήταν €3.208.006,42 και στις 30/06/2012 ήταν €4.060.607,82. Μετά την έκδοση των αποφάσεων GAFTA, στις 30/06/2013, το πάγιο κεφάλαιο της Εναγόμενης 1 μηδενίστηκε και τα εναπομείναντα περιουσιακά στοιχεία ανέρχονταν σε μόλις €39.038,10. Επιπρόσθετα, λίγους μήνες μετά τη σύναψη των συμβάσεων, στις 07/10/2010, ο Tindl απολύθηκε από επικεφαλής της Εναγόμενης 1 και αντικαταστάθηκε από τον Chulis για να αντικατασταθεί εκ νέου, τον Δεκέμβριο του 2010, από την Anna Tindl, η οποία αντικαταστάθηκε τον Ιούλιο του 2012 με τον Karen Davtyan. Αποτέλεσμα όλων αυτών των ενεργειών ήταν να μην μπορούν να εκτελεστούν οι αποφάσεις GAFTA εναντίον της Εναγόμενης 1 αφού η αγωγή δεν μπορούσε να επιδοθεί. Η Εναγόμενη 1 είχε απογυμνωθεί από τα περιουσιακά της στοιχεία μέσω των Εναγόμενων εταιρειών 3, 4 και 5, οι οποίες είναι εγγεγραμμένες στο Λουξεμβούργο, τον Παναμά και την Κύπρο. Όλες οι εταιρείες ανήκουν στον Εναγόμενο 7. 

 

Ερωτηθείς ενώπιον του Δικαστηρίου εξήγησε ότι το 2010 η Ενάγουσα υπέγραψε σύμβαση με την Εναγόμενη 4, η οποία στη συνέχεια αντικαταστάθηκε από την Εναγόμενη 1. Η συγκεκριμένη σύμβαση είχε υπογραφτεί από τον Εναγόμενο 7. Κατά τη δική του άποψη στη συνέχεια η Εναγόμενη 1 θεώρησε ότι η Ενάγουσα είχε παραβιάσει τη σύμβαση και γι΄ αυτό η Ενάγουσα αποτάθηκε στο Δικαστήριο GAFTA τον Δεκέμβριο του 2010 για επίλυση της διαφοράς. Το κεφάλαιο της Εναγόμενης 1, τον Δεκέμβριο του 2010, σύμφωνα με την Ετήσια Οικονομική Κατάσταση, ανερχόταν σε €14.717.922,15 και σε περίοδο 6 μηνών, ήτοι στις 30/06/2011, μειώθηκε κατά €11.000.000,00. Εξήγησε ότι τον Φεβρουάριο του 2012 είχε εκδοθεί η απόφαση του Δικαστηρίου GAFTA, με την οποία η Εναγόμενη 1 είχε διαταχθεί όπως πληρώσει αποζημίωση στην Ενάγουσα ύψους €4.000.000,00. Καταχώρησαν έφεση για να κερδίσουν χρόνο και μέχρι την έκδοση της απόφασης του Εφετείου τα στοιχεία ενεργητικού της Εναγόμενης 1 ήταν μόνο €39.000, τον Ιούνιο του 2013. Υποστήριξε  ότι σύμφωνα με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα η διοίκηση μιας εταιρείας οφείλει να δηλώσει οποιεσδήποτε δικαστικές υποθέσεις για σκοπούς διαφάνειας. Όμως η διοίκηση της συγκεκριμένης εταιρείας δεν είχε καταγράψει, στις οικονομικές καταστάσεις, ως όφειλε, ότι εκκρεμούσαν δικαστικές διαδικασίες εναντίον της ύψους €4 εκατομμυρίων. Ισχυρίστηκε ότι σκόπιμα η Εναγόμενη 1 είχε αποκρύψει τις συγκεκριμένες πληροφορίες για να μην δημοσιοποιηθούν στο κοινό. Εξετάζοντας τις Ενοποιημένες Οικονομικές Καταστάσεις του Ομίλου, Τεκμήριο 36, τον Ιούνιο του 2012 η Εναγόμενη 1 βρισκόταν καταχωρημένη σε αυτές. Στις καταστάσεις του επόμενου έτους 30/06/2013 δεν φαίνεται να υπάρχει πλέον στον Όμιλο εταιρειών η Εναγόμενη 1. Υποστήριξε ότι όχι μόνο απέκρυψαν πληροφορίες από όλο τον Όμιλο αλλά απέκλεισαν την Εναγόμενη 1 από τον Όμιλο, την αφαίρεσαν από το ιστορικό του Ομίλου, χωρίς να λογοδοτήσουν στην μητρική εταιρεία. Οι συγκεκριμένες καταστάσεις είχαν υπογραφτεί από τον Εναγόμενο 7, που είναι ο τελικός δικαιούχος όλων αυτών των εταιρειών. Είναι η δική του πεποίθηση ότι οι Εναγόμενοι συνωμότησαν έτσι ώστε ο Όμιλος να αποφύγει την καταβολή των ποσών που είχαν επιδικαστεί από το Δικαστήριο GAFTA. 

 

Με αναφορά στο Τεκμήριο 51, αρχικά ανέφερε ότι αποκαλύπτει την εικόνα της Εναγόμενης 1, την οικονομική της κατάσταση, από την ημέρα που υπογράφτηκαν τα συμβόλαια μέχρι την εξαφάνισή της. Υπέδειξε, στις σελίδες 1 και 2, το πάγιο κεφάλαιο ύψους €14.717.922,15 ακολούθως, στην Οικονομική Κατάσταση με ημερομηνία 30/06/2011, υπέδειξε ότι το πάγιο κεφάλαιο ήταν €3.208.000,00, ότι στις 30/06/2012 το πάγιο κεφάλαιο ήταν €4.060.607,00 και ότι στις 30/06/2013 ήταν €39.038. Αναφερόμενος στις Ενοποιημένες Καταστάσεις του ομίλου για το 2012, το Τεκμήριο 36, υπέδειξε ότι η Εναγόμενη 1 είναι καταγραμμένη ως μία από τις πολλές εταιρείες του Ομίλου. Στο Τεκμήριο 37, που συνιστά την Ενοποιημένη Κατάσταση του Ομίλου για το 2013, η Εναγόμενη 1 δεν υπάρχει. Με αναφορά στο Τεκμήριο 51(Α), με παραπομπή στον ισολογισμό ημερ. 30/06/2012, υπέδειξε ότι δεν καταγράφονται οι υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1, οι οποίες προέκυψαν από την απόφαση GAFTA. Παρέπεμψε και στο Τεκμήριο 52(Α), το οποίο αφορά τις Οικονομικές Καταστάσεις της Εναγόμενης 4 για το 2011 και με παραπομπή στη σελίδα 7, στην παράγραφο «current liabilities», υπέδειξε ότι δεν ενσωματώθηκε η δικαστική απόφαση του Δικαστηρίου GAFTA παρά το γεγονός ότι σύμφωνα με τα συνήθη πρότυπα ή τη συνήθη πρακτική η διοίκηση έχει καθήκον να ενημερώνει τους λογιστές έτσι ώστε να προβούν σε πρόνοια αναφορικά με δικαστικές υποθέσεις των εταιρειών του Ομίλου. Με παραπομπή στην σελίδα 16 του ίδιου Τεκμηρίου υπέδειξε ότι η Εναγόμενη 1, το 2011, παρείχε δάνεια στην Εναγόμενη 4. Αναφερόμενος στο Τεκμήριο 52(Β), συγκεκριμένα στην σελίδα 15, υπέδειξε ότι η Εναγόμενη 1 εξαφανίστηκε το 2013 και το ίδιο διαπιστώνεται και για το δάνειο που είχε παρασχεθεί από την Εναγόμενη 1 στην Εναγόμενη 4.

 

            Κατατέθηκαν εκ συμφώνου τα Τεκμήρια 1 – 50. Ως Τεκμήριο 51 ο Μ.Ε.1 κατέθεσε τις Ενοποιημένες Οικονομικές Καταστάσεις της Εναγόμενης 1 για τα έτη 2010 – 2014, ως Τεκμήριο 51Α τις Ελεγμένες Οικονομικές Καταστάσεις της Εναγόμενης 1 για το έτος 2012, ως Τεκμήριο 51Β τις Ελεγμένες Οικονομικές Καταστάσεις της Εναγόμενης 1 για το έτος 2013, ως Τεκμήριο 52Α τις Οικονομικές Καταστάσεις της Εναγόμενης 4 για το έτος 2011 και ως Τεκμήριο 52Β τις Οικονομικές Καταστάσεις της Εναγόμενης 4 για το έτος 2013.

 

Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι η Ενάγουσα είχε προσφύγει στο Δικαστήριο GAFTA για τις δύο συμβάσεις που δεν είχαν εκτελεστεί, τις οποίες στη γραπτή του δήλωση περιγράφει ως 3η και 4η Σύμβαση, Τεκμήρια 18 και 19. Ερωτηθείς παραδέχθηκε ότι ο Εναγόμενος 7 είχε υπογράψει τις Συμβάσεις δυνάμει πληρεξουσίων αφού ήταν ο CEO του ομίλου Agrotrade.  Αυτός ήταν ο λόγος που ο ίδιος είχε αποδεχθεί να υπογράψει τη σύμβαση με την Εναγόμενη 1. Υποστήριξε ότι δεν γνώριζε κατά πόσο ο Εναγόμενος 7 ήταν διευθυντής της Εναγόμενης 1 όταν υπέγραφε τις Συμφωνίες με την Ενάγουσα. Παραδέχτηκε ότι τα Τεκμήρια 18 και 19 δεν έφεραν τη δική του υπογραφή και παρέπεμψε στα Τεκμήρια 20 και 21, στα οποία υπέδειξε την υπογραφή του. Προώθησε τη θέση ότι το Τεκμήριο 18 είναι το ίδιο με το Τεκμήριο 20 με τη μόνη διαφορά ότι στο Τεκμήριο 18 δεν υπάρχει η υπογραφή του. Ισχυρίστηκε ότι τα συμβόλαια ήταν ίδια γιατί το 1ον Συμβόλαιο υπογράφτηκε από τον διευθυντή και ιδιοκτήτη του Ομίλου, ο οποίος αργότερα του ζήτησε όπως τα συμβόλαια υπογραφτούν από τον διευθυντή της Εναγόμενης 1. Προώθησε τη θέση ότι πρόκειται για τα ίδια συμβόλαια τα οποία παραπέμφθηκαν στο Δικαστήριο GAFTA. Όταν του υποβλήθηκε ότι δεν ανταποκρίνετο στην πραγματικότητα η συγκεκριμένη θέση προώθησε την άποψη ότι αν κάποιος εξετάσει το αντικείμενο της σύμβασης θα διαπιστώσει ότι είναι το ίδιο και ότι υπογράφτηκαν ξανά τα συμβόλαια γιατί ο ιδιοκτήτης του Ομίλου το είχε ζητήσει. Κατά την δική του άποψη η Εναγόμενη 1 ήταν μέρος του Ομίλου και χειριζόταν συγκεκριμένες πτυχές στην αλυσίδα εξαγωγής των προϊόντων, αφού επικοινωνούσαν με τους ίδιους ανθρώπους όπως και στο παρελθόν σε σχέση με την εφαρμογή της σύμβασης. Ισχυρίστηκε ότι σε εκτελεστικό επίπεδο δεν είχε αλλάξει οτιδήποτε λόγω της υπογραφής της σύμβασης με την άλλη εταιρεία.

 

Υπέδειξε ότι ο μοναδικός μέτοχος της Εναγόμενης 1 ήταν η AGT Capital Management, της οποίας ιδιοκτήτης είναι ο Εναγόμενος 7 που είναι και ιδιοκτήτης όλου του Ομίλου.  Κατά τον ίδιο υπήρχε σύμβαση με τον Όμιλο και όχι με την εταιρεία όχημα. Εξήγησε ότι στο διεθνές εμπόριο είναι συνήθης πρακτική να δημιουργούνται εμπορικά οχήματα, τα οποία να αποτελούν μέρος του Ομίλου και γι΄ αυτό ο ίδιος είχε συμφωνήσει, με τον Εναγόμενο 7, όπως η μία εταιρεία αντικατασταθεί με την άλλη γιατί θα εξακολουθούσε να συμβάλλεται με τον Όμιλο, του οποίου ο μόνος μέτοχος είναι ο Εναγόμενος 7. Επέμενε στη θέση του ότι δεν είχε γνωρίσει τον διευθυντή της Εναγόμενης 1 γιατί όλες οι συζητήσεις είχαν γίνει με τον Εναγόμενο 7 και ο ίδιος θεωρούσε ότι γνώριζε με ποιον είχε να κάνει.

 

Ερωτηθείς κατά πόσο είχαν συναφθεί οποιεσδήποτε συμφωνίες με άλλα πρόσωπα του Ομίλου εξήγησε ότι σε σχέση με το Τεκμήριο 22 υπήρχε επικοινωνία μεταξύ της ομάδας της Ενάγουσας και της ομάδας εκτέλεσης των συμβάσεων της Agrotrade, οι οποίες διενεργούσαν τις συζητήσεις και αντάλλαζαν αλληλογραφία. Παρέπεμψε στα Τεκμήρια 22 και 23 και εισηγήθηκε ότι όλα τα ηλεκτρονικά μηνύματα επιβεβαιώνουν πως υπήρχε επικοινωνία με άτομα τα οποία υπέγραφαν εκ μέρους του Ομίλου Agrotrade. Ακόμα και μετά την υπογραφή της σύμβασης με την Εναγόμενη 1 η συνεργασία εξακολουθούσε να υπάρχει με τους ίδιους ανθρώπους αναφορικά με την εκτέλεση της σύμβασης. Όλοι οι κύριοι όροι και οι προϋποθέσεις είχαν συμφωνηθεί με τους ίδιους ανθρώπους που λάμβαναν αποφάσεις στον Όμιλο Agrotrade. Η εμπιστοσύνη που υπήρχε, κατά τη δική του άποψη, αποκαλύπτεται και από την προκαταβολή που καταβλήθηκε η οποία ανερχόταν στα $4 εκατομμύρια.  Υπέδειξε ότι δεν μπορείς να καταγράψεις στη συμφωνία, με κάθε λεπτομέρεια, τα όσα είχαν συμφωνηθεί και δια τηλεφώνου. Παρέπεμψε στο Τεκμήριο 5 για να υποδείξει την αλληλογραφία που υπήρχε με τον Εναγόμενο 7 και για να εισηγηθεί ότι μπορεί να μην υπέγραψε τις συμφωνίες Τεκμήρια 20 και 21 όμως υπάρχει η ενεργή ανάμειξή του όπως αποκαλύπτεται από τα Τεκμήρια 5 και 6. 

 

Με αναφορά στα Τεκμήρια 28 και 29 προώθησε τη θέση ότι οι συγκεκριμένες επιστολές αποστέλλονταν σε ανθρώπους στον Όμιλο, οι οποίοι ήταν αναμεμειγμένοι στην εκτέλεση των συγκεκριμένων συμβολαίων. Υπέδειξε ότι το 2012 η Εναγόμενη 1 είχε πάγιο κεφάλαιο $14 εκατομμύρια, το οποίο εξαφανίστηκε και προώθησε τη θέση ότι ο Εναγόμενος 7 απογύμνωσε την εταιρεία από τα περιουσιακά της στοιχεία για να μην εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της. Με αναφορά στα Τεκμήρια 33 και 34 ισχυρίστηκε ότι το 2014, που είναι η ημερομηνία που φέρουν τα συγκεκριμένα Τεκμήρια, δεν υπήρχαν αρκετά στοιχεία σε σχέση με την εμπλοκή του Εναγόμενου 7 στην απογύμνωση της εταιρείας διότι κατά τη συγκεκριμένη περίοδο η Ενάγουσα δεν είχε στην κατοχή της τις Οικονομικές Καταστάσεις του Ομίλου Agrotrade έτσι ώστε να αντιληφθεί τι πραγματικά είχε συμβεί στον Όμιλο. Μόλις παραλήφθηκαν, τα συγκεκριμένα στοιχεία, διαπιστώθηκε η ανάμειξη του Εναγόμενου 7 και τι πραγματικά είχε συμβεί. 

 

Προώθησε τη θέση ότι ο ίδιος είχε επιχειρήσει επανειλημμένα να επικοινωνήσει με τον Εναγόμενο 7, ο οποίος δεν απαντούσε στα τηλεφωνήματά του, ενώ ακολούθως ως προκύπτει και από την αλληλογραφία το θέμα οδηγήθηκε στους δικηγόρους. Με τον Εναγόμενο 7 είχε μιλήσει τηλεφωνικώς, μετά την  έκδοση των αποφάσεων του Δικαστηρίου GAFTA. Τόνισε ότι η Ενάγουσα αποζημίωσε τους δικούς της αντισυμβαλλόμενους, σεβόμενη τις συμβατικές της υποχρεώσεις και για τον ίδιο προσωπικά είναι σημαντικό να συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις του.  

 

Ερωτηθείς για τους ποσοτικούς περιορισμούς που είχε επιβάλει η κυβέρνηση της Ουκρανίας υποστήριξε ότι τα καθεστώτα περιορισμού του 2006 και του 2010 διέπονται   συγκεκριμένους κανόνες. Η Ενάγουσα πάντοτε συμπεριφέρονταν με καλή πίστη λαμβάνοντας τις απαιτούμενες άδειες και συμμορφώνονταν πάντοτε με τις υποχρεώσεις της  που προκύπταν από τους περιορισμούς. Τα συγκεκριμένα καθεστώτα είχαν οδηγήσει σε κάποιες διακοπές παροχής στην αγορά και η ίδια η εταιρεία όφειλε να προσαρμοστεί αλλά παράλληλα και να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της. Παραδέχθηκε ότι και η δική του εταιρεία είχε οδηγηθεί στο Διαιτητικό Δικαστήριο GAFTA, όταν δεν ήταν σε θέση να συμμορφωθεί με τις συμβάσεις που είχε για την προμήθεια σιτηρών. Επέμενε στη θέση του ότι λόγω του γεγονότος ότι ο Όμιλος Agrotrade είχε αθετήσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις προς την Ενάγουσα κατ΄ ακολουθία η Ενάγουσα αθέτησε τις δικές της. Προώθησε τη θέση ότι η δική του εταιρεία αποζημίωσε τον πελάτη της συμμορφούμενη με την απόφαση GAFTA. Εξήγησε ότι όταν προσεγγίστηκαν από τον Όμιλο Agrotrade, για να αυξηθεί η τιμή των σιτηρών, η Ενάγουσα δεν μπορούσε να το αποδεχθεί γιατί είχε ήδη συμφωνήσει την τιμή πώλησης με τους δικούς της πελάτες και επέλεξε να έχει μηδενικό κέρδος. 

 

Του υποδείχθηκε ένα έγγραφο με τίτλο «Μη Συμμορφούμενοι σε Αποφάσεις Διαιτησιών GAFTA από το 2011 μέχρι σήμερα», το οποίο αναγνώρισε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 53 στη διαδικασία. Παραδέχθηκε ότι η Εναγόμενη 1 δεν συμπεριλαμβανόταν στο συγκεκριμένο κατάλογο όμως διευκρίνισε ότι στο Τεκμήριο 15, που είναι ο κατάλογος «Μη Συμμορφούμενων Χρεωστών» με ημερομηνία 02/03/2012, καταγράφεται ότι η Εναγόμενη 1  δεν πλήρωσε τις αμοιβές και τα δικαστικά έξοδα γιατί δεν ήθελε να παραλάβει την απόφαση. Υπέδειξε, ότι η εταιρεία BSC Commodities, η οποία ανήκει στον Όμιλο Agrotrade, συμπεριλαμβάνεται στο συγκεκριμένο έγγραφο «Defaulters on Gafta Arbitration Awards». Ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος δεν μπορούσε να γνωρίζει πώς το άτομο το οποίο χαρακτηρίζει τον εαυτό του ως πρόεδρο του Ομίλου Agrotrade προωθούσε μηνύματα από το ένα τμήμα του Ομίλου στο άλλο ενεργώντας ως ταχυδρόμος και όχι ως πρόεδρος. Όταν του υποβλήθηκε ότι ο ίδιος μιλούσε με τον Grinchenko υποστήριξε ότι είχε πολύ συχνά συζητήσεις με τον Grinchenko, ο οποίος ήταν σε ανοικτή ακρόαση με τον Εναγόμενο 7 που χωρίς δισταγμό συζητούσε ευθέως την αύξηση της τιμής ή τον έλεγχο οποιουδήποτε άλλου πράγματος. Επέμενε στη θέση του ότι δεν είχε κατασκευάσει οποιαδήποτε μαρτυρία και ότι το άτομο που υπογράφει εκ μέρους πολλών εταιρειών του Ομίλου Agrotrade, η υπογραφή του μπορεί να διαπιστωθεί από πολλά έγγραφα, είναι ο Εναγόμενος 7, ο οποίος εξακολουθεί να φαίνεται ως ο CEO του Ομίλου Agrotrade. 

 

Όταν του υποβλήθηκε ότι συνδιαλλασσόταν με τον οικονομικό διευθυντή της Εναγόμενης 1 καθώς και τον αναπληρωτή CEO του Ομίλου Agrotrade υπέδειξε ότι η επικοινωνία προερχόταν από τον Όμιλο Agrotrade, ακόμα και μετά που είχε συμβληθεί με την Εναγόμενη 1 και επιπρόσθετα η αλληλογραφία αποστέλλετο από την ίδια διεύθυνση που λειτουργεί όλος ο Όμιλος. Ο ίδιος είχε καταλάβει ότι ο Εναγόμενος 7 είχε υπογράψει τη σύμβαση Τεκμήριο 17. Εξήγησε, ότι πρόκειται για ένα Όμιλο ο οποίος εργοδοτεί 1500 άτομα και ως εκ τούτου οι διαπραγματεύσεις γίνονται με διάφορα πρόσωπα του ίδιου Ομίλου. Όσον αφορά το Τεκμήριο 48, το οποίο συνιστά επιστολή της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Αναδιάρθρωσης και Ανάπτυξης ημερομηνίας 30/01/2020, υπέδειξε ότι η Ευρωπαϊκή Τράπεζα είχε ζητήσει να μην εκκαθαριστεί η Εναγόμενη 1 αλλά να αναδιαρθρωθεί και παράλληλα είχε προτείνει τον τρόπο και το σχέδιο με το οποίο θα γίνονταν οι συγκεκριμένες ενέργειες. Ήταν η δική του θέση ότι η Ευρωπαϊκή Τράπεζα είχε εισηγηθεί όπως η Εναγόμενη 5, η Παναμέζικη εταιρεία, παραμείνει στον Όμιλο, όπως μεταφερθεί σε άλλη δικαιοδοσία, όπως συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της και πληρώσει το χρέος της. Κατά τη δεδομένη περίοδο η Εναγόμενη 5 και η Εναγόμενη 1 ήταν αδερφές εταιρείες. Υποστήριξε ότι ο Εναγόμενος 7 δεν ενήργησε σύμφωνα με την εισήγηση της Ευρωπαϊκής Τράπεζας αλλά έκανε ακριβώς το αντίθετο, αφού εκκαθάρισε την εταιρεία και δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις της. Εισηγήθηκε ότι αν κάποιος δει τις αλλαγές στον Όμιλο και τις συγκρίνει με το περιεχόμενο των επιστολών της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας θα διαπιστώσει ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση με τις εισηγήσεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας. Όταν του υποβλήθηκε ότι η Εναγόμενη 5 δεν έχει οποιαδήποτε υποχρέωση προς την Ενάγουσα ήταν η δική του θέση ότι είναι μέλος του Ομίλου και είχε υποχρέωση, όπως έχει και η μητρική εταιρεία και ο Εναγόμενος 7, να συμπεριφέρονται σύμφωνα με τους κανονισμούς. Ισχυρίστηκε ότι η Ενάγουσα δεν έχει απαίτηση εναντίον της Εναγόμενης 5 ή της Εναγόμενης 1 ξεχωριστά αλλά εναντίον όλων των εταιρειών του Ομίλου, λόγω της απάτης και της συνωμοσίας που διαπράχθηκε σε βάρος της αφού απαιτούνται ενέργειες εκ μέρους όλων των εταιρειών του Ομίλου έτσι ώστε να απογυμνωθεί μία εταιρεία του από τα περιουσιακά της στοιχεία και να μεταφερθούν τα λεφτά της σε άλλες εταιρείες. Προώθησε την άποψη ότι αν όλος ο Όμιλος δεν ενεργούσε με τον συγκεκριμένο τρόπο τότε η εταιρεία θα είχε τα χρήματα για πληρώσει τις υποχρεώσεις της, όταν το Δικαστήριο GAFTA εξέδωσε την απόφαση υπέρ της Ενάγουσας. Παραδέχθηκε ότι η εφαρμογή της σύμβασης είναι θέμα που αφορά την Εναγόμενη 1 όμως προώθησε τη θέση ότι ο Όμιλος έκανε τα πάντα προκειμένου η Εναγόμενη 1 να μην μπορεί να ανταποκριθεί στην απόφαση. 

 

Όσον αφορά την απόφαση GAFTA, Τεκμήριο 31, υποστήριξε ότι κατά την περίοδο έκδοσης της συγκεκριμένης απόφασης η Ενάγουσα δεν είχε στην διάθεσή της αρκετά στοιχεία σε σχέση με την απάτη και την συνωμοσία που διαπράχθηκε σε βάρος της. Κατά συνέπεια, μη έχοντας αρκετά στοιχεία, δεν προώθησε, προς το Διαιτητικό Δικαστήριο GAFTA, εισήγηση αναφορικά με την απάτη και τον δόλο που διαπράχθηκε σε βάρος της και περιορίστηκε στα συμβατικά ζητήματα. Ερωτηθείς αναφορικά με τις κυπριακές εταιρείες, ήτοι τις Εναγόμενες 2 και 4, ισχυρίστηκε ότι αν δεν υπήρχαν οι συγκεκριμένες η Εναγόμενη 1 δεν θα μπορούσε να απογυμνωθεί από τα περιουσιακά της στοιχεία αφού ως προκύπτει από τις Οικονομικές Καταστάσεις η απάτη είχε ενορχηστρωθεί με την χρήση των κυπριακών εταιρειών. Ο ίδιος είχε την εντύπωση πως η Εναγόμενη 1 είχε δημιουργηθεί ειδικά για να μην εκτελεί τις συμβάσεις που υπέγραφε και στη συνέχεια πωλήθηκε για να δολοφονηθεί. 

 

Όταν του υποβλήθηκε ότι η αλλαγή στον υπογράφοντα των συμφωνιών ήταν πλήρως αιτιολογημένη, λόγω γνωμάτευσης που είχε ληφθεί από αγγλικό δικηγορικό οίκο, ο ίδιος υποστήριξε ότι η Ενάγουσα δεν γνώριζε το συγκεκριμένο γεγονός κατά τη δεδομένη στιγμή όμως αυτό που μπορεί να διαπιστωθεί είναι ότι ο Εναγόμενος 7 υπέγραφε μεγάλο αριθμό εγγράφων ακόμα και μετά τη λήψη της συγκεκριμένης νομικής συμβουλής. Υπέδειξε ότι και ο τελευταίος διευθυντής της Εναγόμενης 1 ήταν επίσης ουκρανός, εργαζόμενος στον Όμιλο Agrotrade.  Του υποδείχθηκε η συγκεκριμένη γνωμάτευση η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 54. Με αναφορά στην ημερομηνία του Τεκμηρίου 54 διευκρίνισε ότι οι συμβάσεις είχαν υπογραφεί από τον Εναγόμενο 7 ένα μήνα αργότερα, οπόταν το δικό του συμπέρασμα ήταν ότι ο ίδιος ο Εναγόμενος 7 επέλεξε να αγνοήσει τη συγκεκριμένη γνωμάτευση και το ίδιο πιθανό να έπραξε ο και ο ουκρανός διευθυντής της Εναγόμενης 1. Υποστήριξε, σε ερώτηση που του τέθηκε, ότι η υπογραφή της 3ης και της 4ης Συμφωνίας συνιστούσε ένα συνδυασμό των εμπορικών ζητημάτων που προέκυψαν διότι, ως διαφαίνεται και από τα Τεκμήρια 12 και 13, είχαν δοθεί και προκαταβολές. Διευκρίνισε ότι μόνο οι συμβάσεις του Ιουλίου δεν είχαν εκτελεστεί και είναι γι΄ αυτές που καταχωρίστηκε η αξίωση. Οι προηγούμενες συμβάσεις είχαν ακυρωθεί, κατόπιν αμοιβαίας συμφωνίας για να υπογραφτούν η 3η και η 4η Σύμβαση. Υποστήριξε όμως ότι το αποτέλεσμα των διεργασιών αποκαλύπτεται στα Τεκμήρια 12 και 13, οι οποίες υπογράφτηκαν από τον Εναγόμενο 7 μετά την λήψη της γνωμοδότησης από τον αγγλικό δικηγορικό οίκο και η επιβεβαίωση φαίνεται στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 17 που υπογράφεται επίσης από τον Εναγόμενο 7.

 

Αποδέχθηκε ότι με τα Τεκμήρια 20 και 21 είχε συμφωνήσει στην αποδοχή 50.000 τόνων σιτηρών, υποδεικνύοντας ότι σύμφωνα με τη μία συμφωνία η υποχρέωση του για προπληρωμή ανέρχετο στο 85% ενώ στην άλλη στο 70% και ότι η Ενάγουσα προπλήρωσε τα συγκεκριμένα ποσά. Υποστήριξε ότι είχε εργοδοτηθεί ειδική εταιρεία η οποία είχε επιβεβαιώσει, μετά από επιθεώρηση, ότι τα συγκεκριμένα προϊόντα υπήρχαν. Υπέδειξε ότι μεταξύ του Ομίλου και της Ενάγουσας υπήρχαν συγκεκριμένες συμβάσεις, το περιεχόμενο των οποίων κρίθηκε από το Δικαστήριο GAFTA. Σε σχέση με τα Τεκμήρια 51(Α) και 51(Β) προώθησε τη θέση ότι ο ίδιος, ως γενικός διευθυντής της Ενάγουσας, υπογράφει τις οικονομικές της καταστάσεις και το ίδιο πράττει και ο Εναγόμενος 7, εκ μέρους του Ομίλου. Δηλαδή, υπογράφει τους ενοποιημένους λογαριασμούς. Εξήγησε ότι το Τεκμήριο 51 αφορά τις Οικονομικές Καταστάσεις της Εναγόμενης 1 από την ημερομηνία ίδρυσης της μέχρι το 2013, ήτοι την οικονομική εικόνα της. Ερωτηθείς σε τι αναφέρεται η φράση «fixed capital», εξήγησε ότι είναι μέρος των περιουσιακών στοιχείων αφού υπάρχουν δύο ειδών περιουσιακά στοιχεία, τα «current assets» και τα «fixed assets», όπως υπάρχουν και τα «current liabilities». Συμφώνησε ότι ως προκύπτει από τις Οικονομικές Καταστάσεις του 2010 και του 2011 τα «current assets» της Εναγόμενης 1 ανέρχονταν, το 2010 στα $16.779 εκατομμύρια και το 2011 στα $16.832 εκατομμύρια και ότι τα «reserves» της είχαν αυξηθεί από $11,6 εκατομμύρια σε $16,2 εκατομμύρια ενώ οι υποχρεώσεις της είχαν μειωθεί. Εξήγησε ότι δεν μπορούν να συγκρίνονται διαφορετικά πράγματα αφού τα «assets» με τα «liabilities» πρέπει πάντα να ταιριάζουν για την ίδια περίοδο. Κατέληξε, ότι σε έξι μήνες τα περιουσιακά στοιχεία και οι υποχρεώσεις μειώθηκαν κατά $11 εκατομμύρια. Το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων περιλαμβανομένων των υποχρεώσεων είχε επίσης μειωθεί κατά $11 εκατομμύρια, οπόταν όταν η υπόθεση βρισκόταν ενώπιον του Δικαστηρίου GAFTA η αξία της Εναγόμενης 1 είχε μειωθεί κατά $11 εκατομμύρια. Έθεσε το ερώτημα σε ποιον αποπλήρωσε χρέη η Εναγόμενη 1 αφού η εικόνα που παρουσιάζεται είναι ότι η εταιρεία εξαφανίστηκε και από μία οικονομικά σταθερή εταιρεία κατέληξε σε μία εταιρεία φάντασμα χωρίς ιδιοκτήτη και χωρίς διευθυντή. Επέμενε ότι την περίοδο που ολοκληρώνεται στις 30/06/2013 το σύνολο του πάγιου ενεργητικού της Εναγόμενης 1 ανερχόταν σε $39.000 ενώ πριν ανερχόταν σε $49 εκατομμύρια. Προώθησε τη θέση ότι από τις Οικονομικές Καταστάσεις της δεν αποκαλυπτόταν το γεγονός ότι έπρεπε να πληρώσει στην Ενάγουσα, δυνάμει των αποφάσεων GAFTA, το ποσό των $4 εκατομμυρίων αφού η διοίκηση απέκρυψε τη συγκεκριμένη πληροφορία από την Οικονομική Έκθεση παρά το γεγονός ότι γνώριζε για τις συγκεκριμένες δικαστικές αποφάσεις. Υπέδειξε ότι ο λόγος που η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι πρόκειται για απάτη και συνωμοσία είναι γιατί η Εναγόμενη 1 αποπλήρωσε, κατ΄ ισχυρισμό, οφειλές της που είχε μόνο σε συνδεδεμένες εταιρείες χωρίς να λάβει υπόψη της τις υποχρεώσεις που προκύπταν από τις αποφάσεις GAFTA. 

 

Ερωτηθείς για την ποσότητα σιτηρών που παραδόθηκε στην εταιρεία Louis Dreyfus υποστήριξε ότι αυτό που γνώριζε ήταν ότι η Εναγόμενη 1 είχε υποχρέωση να παραδώσει στην Ενάγουσα 50.000 τόνους σιτηρά. Αν είχε την καλή θέληση να τα παραδώσει μπορούσε να παραδώσει αυτά που είχε και όχι να ζητά εκβιαστικά να αυξήσει την τιμή.  Ισχυρίστηκε ότι η Εναγόμενη 1 δεν παρέδωσε καν τους 10.000 τόνους που ήταν σύμφωνοι με την άδεια που έλαβε αλλά τους πώλησε σε άλλον αγοραστή σε ψηλότερη τιμή. Παραδέχθηκε ότι είχε επιστραφεί στην Ενάγουσα η προκαταβολή και παρέπεμψε στο Τεκμήριο 23 για να εισηγηθεί ότι ενώ προσφέρθηκε αλλαγή στο χρόνο της παράδοσης ή/και διαφορετικός τρόπος διακανονισμού, στην περίπτωση που δεν υπήρχε άδεια για τη συγκεκριμένη ποσότητα, η Εναγόμενη 1 δεν ενδιαφερόταν. Επέσυρε την προσοχή στο γεγονός ότι τα χρήματα επεστράφησαν τον Μάρτιο του 2012 ενώ παραλήφθηκαν τον Ιούλιο ή τον Αύγουστο του 2010. 

 

Δεύτερος έδωσε μαρτυρία ο Andriy Olexandrovych Vasyliev, Μ.Ε.2, αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής της εταιρείας Nibulon της Ουκρανίας, η οποία κατέχει το 100% της Ενάγουσας. Ο ίδιος διατέλεσε υπεύθυνος της εκτέλεσης των αποφάσεων GAFTA με αριθμούς 4301 και 4294, ημερ. 05/02/2013. Παρέθεσε τις θέσεις του σε γραπτό κείμενο με μετάφραση στα ελληνικά, το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο 2Α. Kατέγραψε ότι οι προσπάθειες των τελικών πραγματικών δικαιούχων της Ενάγουσας να έρθουν σε συμφωνία με τον πραγματικό δικαιούχο του Ομίλου Agrotrade, ήτοι τον Εναγόμενο 7, για συμμόρφωση της Εναγόμενης 1 με τις αποφάσεις GAFTA απέβησαν άκαρπες λόγω της αδυναμίας και απροθυμίας της Εναγόμενης 1 να εκπληρώσει τις οικονομικές της υποχρεώσεις, εξαιτίας της έλλειψης περιουσιακών στοιχείων και ένεκα της απροθυμίας του Εναγόμενου 7 να εξοφλήσει το χρέος το οποίο καθορίστηκε στις συγκεκριμένες αποφάσεις. Εξηγεί ότι η εκτέλεση των αποφάσεων GAFTA ξεκίνησε το 2014, στον τόπο εγγραφής της Εναγόμενης 1, ήτοι στη Βιέννη. Το Δικαστήριο αποφάσισε στις 19/01/2015 ότι και οι δύο αποφάσεις GAFTA θα πρέπει να εκτελεστούν στην Αυστρία όμως, παρά την απόφαση του Δικαστηρίου, ούτε η Eναγόμενη 1 αλλά ούτε και ο Eναγόμενος 7 συμμορφώθηκαν. Στις 17/06/2015 χορηγήθηκε άδεια από το Δικαστήριο της Βιέννης για τη δέσμευση κινητής περιουσίας της Εναγόμενης 1 μέχρι το ποσό των $60.000. Ο λόγος που περιορίστηκε το ποσό αφορούσε την αποφυγή της καταβολής ψηλού δικαστικού τέλους. Κατά την επίσκεψη του δικαστικού επιμελητή, στο χώρο λειτουργίας της Εναγόμενης 1, διαπιστώθηκε ότι στη συγκεκριμένη διεύθυνση δεν υπήρχε ούτε γραφείο, ούτε και διευθυντής της Εναγόμενης 1 και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να κατασχεθεί οποιαδήποτε περιουσία. Στις 14/03/2016 επιδόθηκε κλήση προς τον διευθυντή της Εναγόμενης 1, με την οποία του ζητήθηκε να αποκαλύψει κάθε πληροφορία σχετική με τα περιουσιακά στοιχεία της. Αρνήθηκε να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και απάντησε ότι έπαυσε να είναι διευθυντής της Εναγόμενης 1 από τις 16/05/2016. Ταυτόχρονα δήλωσε ότι δεν μπορούσε να παράσχει οποιαδήποτε πληροφορία και ότι δεν είχε αρκετά χρήματα για να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου στη Βιέννη, παρά το γεγονός ότι είναι πλούσιος και μέχρι και σήμερα εργάζεται ως περιφερειακός διευθυντής του Ομίλου Agrotrade. Από έρευνα που διενεργήθηκε διαπιστώθηκε ότι ο συγκεκριμένος σταμάτησε να είναι διευθυντής της Εναγόμενης 1 στις 28/05/2016. Η ίδια έρευνα αποκάλυψε ότι στις 05/11/2015 η Εναγόμενη 5 ήταν η μητρική εταιρεία της Εναγόμενης 1. Η Εναγόμενη 5 αφαιρέθηκε από τον Όμιλο Agrotrade στις 27/10/2015 με τη μεταβίβαση των μετοχών της από την Εναγόμενη 4 στον Dmytro Ielefteriadi, για το ποσό των $1.000, ο οποίος ήταν επίσης διευθυντής της εταιρείας Intergrain S.A., η οποία είναι μέλος του Ομίλου Agrotrade. Όμως η Εναγόμενη 4 ποτέ δεν έλαβε το ποσό των $1.000, που συνιστούσε το τίμημα αγοράς της από τον Dmytro.  Διαφάνηκε ότι υπογράφτηκε από την Εναγόμενη 4, η οποία εκπροσωπείτο από τον Εναγόμενο 7 και τον Dymtro Ielefteriadi, συμφωνία συμψηφισμού του ποσού των $1.000 με ένα ισόποσο ποσό που οφειλόταν δυνάμει συμφωνίας παροχής υπηρεσιών. Μετά από ένα μήνα ο νέος μέτοχος της εταιρείας αποφάσισε τη διάλυση της Εναγόμενης 5 και διαφάνηκε ότι μοναδικός σκοπός απόκτησής της ήταν για να προχωρήσει η άμεση εκκαθάριση της. Επιχειρήθηκε προσπάθεια εφαρμογής των αποφάσεων GAFTA στην Ουκρανία πλην όμως, στις 18/04/2016, το Ουκρανικό Δικαστήριο αποφάσισε να απορρίψει την αίτηση της Ενάγουσας λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, αφού η Εναγόμενη 1 δεν είχε την έδρα της στην Ουκρανία. 

 

Καταγράφει ότι κατά την έρευνα αποκαλύφθηκε ότι ο ιδρυτής και τελικός πραγματικός δικαιούχος όλων των εταιρειών του Ομίλου Agrotrade είναι ο Εναγόμενος 7, ο οποίος τις ελέγχει. Κατά τον συγκεκριμένο χρόνο ο Εναγόμενος 7 ήταν σύμβουλος του Υπουργού Εσωτερικών της Ουκρανίας, θέση την οποία κατείχε μέχρι τον Οκτώβριο του 2016. Διαφάνηκε ότι το Προξενείο της Αυστρίας έχει ως διεύθυνσή του το ίδιο κτίριο με τις  εταιρείες του Ομίλου Agrotrade και ότι τον Μάϊο 2016 ο Εναγόμενος 7 είχε διοριστεί Επίτιμος Πρόξενος της Αυστρίας στην Ουκρανία. Διαπιστώθηκε επίσης ότι ο Εναγόμενος 7 είχε χρησιμοποιήσει το χρονικό διάστημα από την έκδοση των πρωτοβάθμιων αποφάσεων GAFTA μέχρι την έναρξη των διαδικασιών των εφέσεων για να αποξενώσει τα περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης 1, να την αποσυνδέσει από τον Όμιλο Agrotrade και να την καταστήσει ανενεργή. Η Ενοποιημένη Οικονομική Κατάσταση του Ομίλου Agrotrade του 2012 αποκαλύπτει ότι από τις 30/06/2012 η Εναγόμενη 1 ήταν υπό τον έλεγχο των κυπριακών εταιρειών, ήτοι της Εναγόμενης 2 και της Εναγόμενης 4. Μετά την έκδοση των πρωτόδικων αποφάσεων GAFTA, συγκεκριμένα στις 28/09/2012, οι μετοχές της Εναγόμενης 1 μεταβιβάστηκαν από την Εναγόμενη 4 στην Εναγόμενη 5, η οποία είχε ενταχθεί στον Όμιλο Agrotrade μόλις το 2011. Οι δύο αυτές εταιρείες, ήτοι η Εναγόμενη 1 και η Εναγόμενη 5 εξαφανίστηκαν από τις Ενοποιημένες Καταστάσεις του Ομίλου Agrotrade στις 27/10/2015, Τεκμήριο 39, όμως τόσο η Εναγόμενη 1 όσο και η Εναγόμενη 5 βρίσκονταν υπό τον πλήρη έλεγχο της Εναγόμενης 4 κατά τον συγκεκριμένο χρόνο και εντός του Ομίλου Agrotrade, πάρα ταύτα σκόπιμα δεν αποτυπώνονται στην Ενοποιημένη Οικονομική Κατάσταση για το 2015 από τον Εναγόμενο 7.   

 

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, είναι η δική του θέση, ζήτησε την μετεγκατάσταση της Εναγόμενης 5. Δεν ζήτησε να διαλυθεί, η Εναγόμενη 5 ή να μεταβιβαστούν οι μετοχές της Εναγόμενης 1 στην Εναγόμενη 5 ή να μεταβιβαστούν οι μετοχές της Εναγόμενης 5 και της Εναγόμενης 1 εκτός του Ομίλου Agrotrade ή/και να μην ικανοποιηθούν οι υποχρεώσεις των Εναγόμενων 5 και 1 έναντι των πιστωτών τους. ΟΙ διαπραγματεύσεις μεταξύ της EBRD και του Ομίλου Agrotrade διενεργήθηκαν την άνοιξη του 2012, η σύμβαση δανείου υπογράφτηκε στις 08/06/2012 και η Εναγόμενη 5 διαλύθηκε στις 14/12/2015. Σημείωσε, ότι η μεταβίβαση των μετοχών είχε γίνει μετά την λήψη του δανείου από την EBRD. Ο λόγος που οι Εναγόμενες 1 και 5 είχαν αποσυρθεί από τον Όμιλο Agrotrade ήταν για να αποφύγουν την ευθύνη και για να μην πληρώσουν το χρέος δυνάμει των αποφάσεων GAFTA, παρά το περιεχόμενο της επιστολής της EBRD. Υποστηρίζει ότι ο Εναγόμενος 7 επιχειρεί να αποκρύψει το γεγονός της σύνδεσης του με την Εναγόμενη 1 γι’ αυτό και ο Όμιλος αντικατέστησε τις οικονομικές καταστάσεις που είχαν αναρτηθεί στην ιστοσελίδα του με τροποποιημένες, οι οποίες δεν μνημονεύουν την Εναγόμενη 1. Οι Εναγόμενοι κατέθεσαν τροποποιημένες Ενοποιημένες Οικονομικές Καταστάσεις του ομίλου Agrotrade για το 2014 ενώ ενωρίτερα είχαν δημοσιεύσει στην ιστοσελίδα τους διαφοροποιημένες ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις, οι οποίες εμφάνιζαν την Εναγόμενη 1 ως μέρος του Ομίλου. Με αναφορά στις Ενοποιημένες Οικονομικές Καταστάσεις του Ομίλου για το έτος 2014 υπέδειξε την αρχική εκδοχή, Τεκμήρια 36 – 38, που συμπεριλαμβάνει την Εναγόμενη 1 και την τροποποιημένη στην οποία δεν συμπεριλαμβάνεται η Εναγόμενη 1, Τεκμήριο 70.  

 

Με αναφορά στις Οικονομικές Καταστάσεις της Εναγόμενης 1 υπέδειξε την εσκεμμένη απόσυρση κεφαλαίων, ήτοι στις 31/12/2010 το πάγιο κεφάλαιο της ήταν €14.717.922,15, στις 30/06/2011 ήταν €3.208.006,42 και στις 30/06/2012 ήταν €4.060.607,82 χωρίς οποιαδήποτε αναφορά για την οφειλή της Εναγόμενης 1 έναντι της Ενάγουσας, ακόμη και μετά την έκδοση των αποφάσεων GAFTA. Το ίδιο ισχύει και στις Ενοποιημένες Οικονομικές Καταστάσεις του Ομίλου Agrotrade για την περίοδο 2012 – 2015.  Δεν υπάρχει αναφορά για την οφειλή της Εναγόμενης 1 έναντι της Ενάγουσας. Κατά τη δική του άποψη αυτό σημαίνει ότι οι Εναγόμενοι 1 – 7 σκόπιμα απέκρυψαν τις οφειλές που προέκυψαν από τις αποφάσεις GAFTA προκειμένου να ολοκληρώσουν την απάτη και τη συνωμοσία σε βάρος της Ενάγουσας. Διαφάνηκε ότι η Εναγόμενη 1, κατά την έκδοση των πρωτόδικων αποφάσεων GAFTA, το 2012 ήταν ενεργή, είχε περιουσιακά στοιχεία, αποκόμιζε κέρδη, χορηγούσε δάνεια σε συνδεδεμένες εταιρείες του Ομίλου και ήταν σε θέση να συμμορφωθεί με το περιεχόμενο των αποφάσεων. Μετά την καταχώρηση της έφεσης όλα τα περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης 1 αποσύρθηκαν. Φαίνεται να υπάρχει τεχνητή αύξηση του παθητικού της, όπως αποκαλύπτεται από την Οικονομική Έκθεση του 2013, μέσω ενδοομιλικών συμβάσεων. 

 

Υπέδειξε ότι στις Οικονομικές Καταστάσεις της Εναγόμενης 4 που αφορούν το 2011 καταγράφονται δάνεια από συνδεδεμένες εταιρείες, ήτοι την Εναγόμενη 1 και το ίδιο προκύπτει σε σχέση με την Οικονομική Κατάσταση του 2013. Δηλαδή, το 2011 η Εναγόμενη 1 χορήγησε άτοκο δάνειο ύψους €3.863.131,00 στη μητρική της εταιρεία, την Εναγόμενη 4, η οποία εξακολουθούσε να έχει ανεξόφλητα δάνεια από την Εναγόμενη 1 τον Δεκέμβριο του 2012 ύψους €2.214.639,00 και από την Εναγόμενη 5 ύψους €4.868.512,00, Τεκμήρια 53Α και 53Β. Καταλήγει, ότι ο Εναγόμενος 7 δόλια έπεισε την Ενάγουσα να συνάψει τις συμφωνίες με την Εναγόμενη 1 και στη συνέχεια κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια να παρατείνει τη διαδικασία Διαιτησίας έτσι ώστε, σε συνεννόηση με τις υπόλοιπες Εναγόμενες, να μεταβιβαστούν οι μετοχές της Εναγόμενης 1 στην Εναγόμενη 5 και στη συνέχεια να διαλυθεί, η Εναγόμενη 5, αφήνοντας την Εναγόμενη 1 χωρίς μέτοχο, διοίκηση και οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία με τα οποία να μπορούν να ικανοποιηθούν οι αποφάσεις GAFTA. 

 

Περιορίζει την αξίωση της Ενάγουσας στα ποσά που επιδικάσθηκαν στις αποφάσεις GAFTA ως αποζημιώσεις.

 

Κατέθεσε ως Τεκμήριο 55 αντίγραφο της απόφασης εκτέλεσης ημερ. 19/01/2015 μαζί με τη μετάφραση της στα αγγλικά, ως Τεκμήριο 56 αντίγραφο της απόφασης ημερ. 22/06/2015 για την δέσμευση του ποσού των $60.000 μαζί με τη μετάφραση της στα αγγλικά, ως Τεκμήριο 57 αντίγραφο της απόφασης ημερ.15/10/2015 μαζί με τη μετάφραση της στα αγγλικά, ως Τεκμήριο 58 αντίγραφο της απόφασης ημερ.14/03/2016 μαζί με τη μετάφραση της στα αγγλικά, ως Τεκμήριο 59 επιστολή του διευθυντή της Εναγόμενης 1 προς το Δικαστήριο με ημερ.11/08/2016, ως Τεκμήριο 60 την επιστολή παραίτησης ημερ. 05/11/2015 του διευθυντή της Εναγόμενης 1, ως Τεκμήριο 61  έντυπο του Ομίλου Agrotrade στο οποίο αποτυπώνεται η διεύθυνση του Ομίλου, ως Τεκμήριο 62  κείμενο στα ουκρανικά μαζί με την αγγλική μετάφραση που αφορά τις δικαστικές διαδικασίες στην Ουκρανία και φέρει ημερομηνία 08/04/2016, ως Τεκμήριο 63  έγγραφο της εταιρείας Nova Capital ημερ. 15/03/2016, ως Τεκμήριο 64  έγγραφο της εταιρείας Nova Capital από το δημόσιο μητρώο, ως Τεκμήριο 65 έγγραφο καταγγελίας από την Ενάγουσα, ως Τεκμήριο 66 έγγραφα ημερ. 02/04/2015 που αφορούν την ποινική διαδικασία στα Ουκρανικά Δικαστήρια, ως Τεκμήριο 67 έγγραφο ημερ. 20/06/2015 που αφορά δηλώσεις μάρτυρα, ως Τεκμήριο 68 δήλωση μάρτυρα ημερ. 16/06/2015, ως Τεκμήριο 69 κείμενο απόφασης ημερ. 25/01/2017, ως Τεκμήριο 70 τις τροποποιημένες Ενοποιημένες Οικονομικές Καταστάσεις του Ομίλου Agrotrade για τα έτη 2011 - 2013, ως Τεκμήριο 71 το Διάταγμα του Ε. Δ. Λευκωσίας ημερ. 28/11/2017 και ως Τεκμήριο 72 τις Ενοποιημένες Οικονομικές Καταστάσεις της Εναγόμενης 2 από 2011 – 2015.      

 

Ενώπιον του Δικαστηρίου εξήγησε ότι κατέχει μεταπτυχιακό στα λογιστικά και τον οικονομικό έλεγχο και αρχικά εργάστηκε στην Ενάγουσα ως λογιστής, στη συνέχεια έγινε επικεφαλής του οικονομικού ελέγχου και σχεδιασμού και κατέληξε Αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής σε σχέση με τα οικονομικά και τις νομικές υποθέσεις της. Δήλωσε ότι έχει αρκετές γνώσεις και  εμπειρία για να διαβάζει και να αναλύει οικονομικές καταστάσεις ενώ γνωρίζει πολύ καλά και την αγγλική γλώσσα. Με αναφορά στο Τεκμήριο 72, ήτοι τις Ενοποιημένες Οικονομικές Καταστάσεις της Εναγόμενης 2 από το 2011 μέχρι και το 2015, υπέδειξε ότι η Εναγόμενη 1 παραχώρησε στην Εναγόμενη 2, στις 10/05/2011, δάνειο ύψους $1 εκατομμυρίου. Καταγράφει επίσης ότι το συγκεκριμένο δάνειο δεν είχε τόκο και ότι ήταν πληρωτέο μέχρι τις 31/12/2014. Υπέδειξε, στη σελίδα 19, παράγραφο 15.2 του συγκεκριμένου Τεκμηρίου, ότι υπάρχει πληροφόρηση για τα δάνεια τα οποία η Εναγόμενη 1 παρείχε στην Εναγόμενη 2. Κατά τη δική του άποψη, κατά τον ουσιώδη χρόνο, υπήρχε σχέση μεταξύ των δύο εταιρειών και γι΄ αυτό οι οικονομικές καταστάσεις συνιστούν ένα πολύ σημαντικό εργαλείο απόδειξης των ισχυρισμών της Ενάγουσας. Η διαπίστωση του ήταν ότι κατά το χρονικό διάστημα που η Ενάγουσα προσπαθούσε να εισπράξει από την Εναγόμενη 1 τα οφειλόμενα ποσά ταυτόχρονα η Εναγόμενη 1 έδινε δάνεια στην Εναγόμενη 2 και πιθανόν και σε άλλες εταιρείες του ομίλου. 

 

               Αντεξεταζόμενος ο Μ.Ε.2 ανάφερε ότι ο ίδιος δεν είχε οποιεσδήποτε γνώσεις ή απευθείας ανάμειξη σε σχέση με τη διαδικασία στο Διαιτητικό Δικαστήριο GAFTA, όμως γνώριζε όλες τις πληροφορίες σε σχέση με τη διαδικασία από τις αποφάσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου, οι οποίες είχαν εκδοθεί εναντίον της Εναγόμενης 1 και υπέρ της Ενάγουσας. Ερωτηθείς ανάφερε ότι είχαν προσφύγει στο Δικαστήριο της Αυστρίας σε μια προσπάθεια εκτέλεσης των δύο αποφάσεων GAFTA και ο λόγος ήταν γιατί η έδρα της Εναγόμενης 1 ήταν στην Αυστρία. Η αίτηση για εκτέλεση της απόφασης απευθύνθηκε εναντίον του οφειλέτη, της Εναγόμενης 1. Ερωτηθείς στη συνέχεια προώθησε την άποψη ότι όλα όσα είχε γράψει στη δήλωσή του μπορούσε να τα διαβεβαιώσει, συγκεκριμένα ότι η διαδικασία ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου ήταν μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1 και ότι στο συγκεκριμένο Δικαστήριο συζητήθηκε θέματα που σχετίζονταν με τις αποζημιώσεις για τις ζημιές που υπέστη η Ενάγουσα λόγω των συμβάσεων που υπέγραψε με την Eναγόμενη 1. Εξήγησε, ότι λόγω του γεγονότος ότι η Ενάγουσα δεν είχε υπογράψει οποιαδήποτε συμφωνία με τις Εναγόμενες 2 ‑ 7 δεν μπορούσε να απευθυνθεί στο Δικαστήριο GAFTA για οποιαδήποτε αποζημίωση. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο GAFTA δεν είχε οποιαδήποτε δικαιοδοσία να εξετάσει την υπόθεση μεταξύ της Ενάγουσας και των Εναγόμενων 2 ‑ 7, γιατί αυτές δεν είχαν συμφωνήσει παραπομπή σε διαιτησία. Κατά τη δική του άποψη είναι σημαντικό το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 7, ο οποίος ασκούσε τον απόλυτο έλεγχο της Εναγόμενης 1, κριθεί υπεύθυνος για τις πράξεις της. Προώθησε την άποψη ότι αν ο Εναγόμενος 7 λειτουργούσε καλόπιστα τότε οι αποφασίσεις GAFTA θα μπορούσαν να εκτελεστούν είτε από την Eναγόμενη 1 ή από οποιαδήποτε άλλη εταιρεία του Ομίλου Agrotrade, της οποίας ο Εναγόμενος 7 έχει τον απόλυτο έλεγχο.

               Εξήγησε, ότι ο Όμιλος εταιρειών Agrotrade απαρτίζεται από μεγάλο αριθμό εταιρειών τόσο στην Ουκρανία καθώς και σε ξένες χώρες και κατά διαστήματα η μητρική εταιρεία του Ομίλου είναι διαφορετική. Επέμενε όμως στη θέση του ότι ο Όμιλος εταιρειών Agrotrade ήταν σε θέση να αποπληρώσει τις αποφάσεις GAFTA, παρά το γεγονός ότι πιθανόν η Eναγόμενη 1 να είχε οικονομικά προβλήματα κατά τον επίδικο χρόνο. Ισχυρίστηκε ότι για πολλά χρόνια ο Όμιλος Agrotrade είχε μεγάλα κέρδη και πολλά εισοδήματα και μπορούσε να εξοφλήσει τις αποφάσεις GAFTA, χωρίς να προκληθεί οποιαδήποτε ζημιά στον ίδιο τον Όμιλο, επειδή το ενεργητικό του και τα ποσά των εισοδημάτων και των κερδών του ήταν τόσο ψηλά που χωρίς κανένα πρόβλημα θα μπορούσε να εξοφλήσει το χρέος, το οποίο τότε ήταν κάτω από $5 εκατομμύρια. Ερωτηθείς γιατί είχε ζητηθεί εκτέλεση μόνο για $60.000 υποστήριξε ότι ο λόγος ήταν γιατί δεν ήταν σε γνώση της Ενάγουσας κατά πόσο η Eναγόμενη 1 είχε αρκετά περιουσιακά στοιχεία στην Αυστρία για να μπορούν να εκτελεστούν οι αποφάσεις και μέχρι να ανακαλύψουν τα περιουσιακά στοιχεία δεν ήθελαν να καταβάλλουν ψηλά δικαστικά τέλη. Προώθησε τη θέση ότι αυτός ήταν ο λόγος που υποβλήθηκε αίτηση για δέσμευση περιουσίας της Εναγόμενης 1 μόνο για $60.000 και στη συνέχεια, μετά που έλαβαν τα αποτελέσματα από τους ελέγχους που διενήργησαν, επιχείρησαν να αυξήσουν το ποσό. Αυτό τους είχαν συμβουλεύσει και οι δικηγόροι στην Αυστρία. Ισχυρίστηκε, ότι δεν είχε υποβληθεί αίτηση για δέσμευση όλων των περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης 1 γιατί ο Δικαστικός Επιμελητής δεν είχε καταφέρει να εντοπίσει περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης 1, ούτε καν το γραφείο της.

 

               Ερωτηθείς ανέφερε ότι όλα τα περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης 1 που μπορούσαν να δεσμευτούν είχαν δεσμευτεί. Ισχυρίστηκε ότι την άνοιξη του 2016 το Αυστριακό Δικαστήριο κάλεσε τον διευθυντή της Εναγόμενης 1 για του ζητήσει πληροφορίες αναφορικά με τα περιουσιακά της στοιχεία και τότε έγινε αντιληπτό ότι η Eναγόμενη 1 δεν είχε διευθυντή, ούτε μέτοχο, αλλά ούτε και υπήρχε καταγραμμένη δηλωμένη διεύθυνση του γραφείου της. Κατέστη εμφανές ότι η Ενάγουσα δεν θα εισέπραττε οποιαδήποτε λεφτά από τη συγκεκριμένη διαδικασία στην Αυστρία και ότι τελικά θα αυξάνονταν τα δικηγορικά της έξοδα. Δήλωσε ότι σκοπός της Ενάγουσας ήταν να εισπράξει τα οφειλόμενα ποσά και όχι να διαλύσει την Eναγόμενη 1. Κατά τη δική του άποψη η Eναγόμενη 1 είχε περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση που η διαδικασία πτώχευσης δεν θα εξυπηρετούσε οποιονδήποτε σκοπό. Προώθησε τη θέση ότι η διαδικασία πτώχευσης δεν είναι καλός τρόπος να παλεύεις πράγματα όπως την απάτη και τη συνωμοσία. Αντιλαμβανόμενοι ότι η Eναγόμενη 1 είχε οδηγηθεί στη συγκεκριμένη κατάσταση τεχνητά, λόγω των ενεργειών διαφορετικών εταιρειών του Ομίλου, συγκεκριμένα των δύο Κυπριακών Εταιρειών, της Εναγόμενης 2 και της Εναγόμενης 4 και γνωρίζοντας ότι ο τελικός δικαιούχος όλων αυτών των εταιρειών είναι ο Εναγόμενος 7 τότε σιγουρεύτηκαν ότι υπήρχε θέμα απάτης και ότι δεν ήταν θέμα απλής πτώχευσης της Εναγόμενης 1.

 

               Υποστήριξε ότι από τις Οικονομικές Καταστάσεις των Εναγομένων 2 και 4 διαφαίνεται ότι η Eναγόμενη 1 είχε μαζί με αυτές τις δύο εταιρείες μεγάλες χρηματοοικονομικές συναλλαγές και ότι οι Οικονομικές Καταστάσεις της Εναγόμενης 1 περιέχουν πολλές πληροφορίες σε σχέση με τις οφειλές της που σχετίζονται με συναλλαγές με άλλες εταιρείες του Ομίλου Agrotrade. Το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε είναι ότι η Eναγόμενη 1 αποδεχόταν ότι λάμβανε και πλήρωνε χρήματα στις εταιρείες που ήταν συνδεδεμένες μαζί της και ανήκαν στον Όμιλο εταιρειών Agrotrade. Το συγκεκριμένο συμπέρασμα προκύπτει από τις πληροφορίες που καταγράφονται στις Ενοποιημένες Οικονομικές Καταστάσεις του Ομίλου Agrotrade. Αναλύοντας όλες τις πληροφορίες προκύπτουν οι συναλλαγές μεταξύ των εταιρειών του συγκεκριμένου Ομίλου και αποκαλύπτεται ότι υπήρξε απάτη. Παραδέχθηκε ότι η Eναγόμενη 1 έκανε εμπόριο σε σιτηρά όμως δεν γνώριζε κατά πόσο τα παρήγε. Παρέπεμψε στις συμβάσεις που είχαν υπογραφεί μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1 για την προμήθεια σιτηρών από την Ουκρανία και άλλων συναφών προϊόντων. Προώθησε τη θέση ότι η Ενάγουσα δεν ήταν ο μοναδικός αγοραστής σιτηρών από την Eναγόμενη 1, αφού αποκαλύφθηκε ότι πωλήθηκαν σιτηρά και στην εταιρεία Dreyfus, σύμφωνα και με το περιεχόμενο των αποφάσεων GAFTA. Εξήγησε, ότι στο διεθνές εμπόριο δεν είναι απαραίτητο να παράγεις σιτηρά για να τα πωλείς και στην Ουκρανία, όπου παράγονται περισσότερο από 100.000.000 τόνοι σιτηρά, είναι πολύ λίγες οι εταιρείες που εμπλέκονται με την πώληση των προϊόντων τους. Η Eναγόμενη 1, η οποία είναι μέρος ενός μεγάλου ομίλου εταιρειών, εμπορευόταν σιτηρά ενώ κάποιες άλλες εταιρίες του ίδιου ομίλου παρήγαν σιτηρά.

 

               Ανέφερε ότι στις συμφωνίες μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1 η Eναγόμενη 1 ποτέ δεν είχε δηλώσει ότι ενεργεί ως αντιπρόσωπος της εταιρείας Ursule ή κάποιας άλλης εταιρείας. Αντίθετα, σ’ όλες τις εμπορικές συναλλαγές η Eναγόμενη 1 είχε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις ως πωλητής και όχι ως αντιπρόσωπος του πωλητή και ενεργούσε μόνο για τον εαυτό της. Προώθησε την άποψη ότι οι συμφωνίες μεταξύ της Ενάγουσας και της Eναγόμενης 1 είχαν, σε κάποιο βαθμό, εκτελεστεί αφού είχαν προπληρωθεί κάποια ποσά, όμως τα σιτηρά δεν είχαν παραδοθεί. Παραδέχθηκε ότι τα ποσά που προπληρώθηκαν είχαν επιστραφεί και εξήγησε ότι η παρούσα διαδικασία δεν αφορά τα συγκεκριμένα ποσά αλλά τη ζημιά που είχε υποστεί η Ενάγουσα λόγω της συμπεριφοράς της Εναγόμενης 1, συγκεκριμένα της μη παράδοσης των σιτηρών ως συμφωνήθηκε. Δεν ήταν σε θέση ο ίδιος να γνωρίζει κατά πόσο η Eναγόμενη 1 είχε λάβει κέρδος από τη μη παράδοση των σιτηρών. Αυτό που γνώριζε με σιγουριά ήταν ότι η Ενάγουσα υπέστηκε ζημιά από τη συγκεκριμένη συμπεριφορά.

 

               Ερωτηθείς πώς επηρέασε την Ενάγουσα η μεταφορά ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 1 στην Eναγόμενη 5 υποστήριξε ότι κατά τον χρόνο της μεταφοράς, ήτοι στις 28/09/2012, υπήρχαν ήδη αξιώσεις που αφορούσαν την Eναγόμενη 1 αφού οι αποφάσεις GAFTA είχαν εκδοθεί τον Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 2012. Ακολούθησε όμως η μεταφορά των μετοχών, η οποία άλλαξε τη δομή του Ομίλου. Εξήγησε ότι όταν είχε ξεκινήσει η διαδικασία GAFTA μέτοχος της Εναγόμενης 1 ήταν η Εναγόμενη 4, η οποία ανήκει στον Εναγόμενο 7.  Ερωτηθείς εκ νέου επέμενε στη θέση του ότι στη διαδικασία GAFTA η Ενάγουσα δεν είχε επεκταθεί στις άλλες Εναγόμενες Εταιρείες για τον λόγο ότι δεν υπήρχαν γεγονότα που να δικαιολογούν οποιαδήποτε διαδικασία. Προώθησε τη θέση ότι τα γεγονότα που είχε επικαλεστεί η Ενάγουσα ενώπιον του Δικαστηρίου GAFTA δεν σχετίζονταν με απάτη ή συνωμοσία. Όταν παραπέμφθηκε στα Τεκμήρια 13 και 14 ανέφερε ότι δεν υπάρχει ημερομηνία σύναψης και υπογραφής της συμφωνίας Τεκμήριο 13 και υποστήριξε ότι δεν μπορούσε ο ίδιος να ερμηνεύσει τη συγκεκριμένη συμφωνία αφού ήταν μια συμφωνία μεταξύ της Εναγόμενης 1 και της Εναγόμενης 5, η οποία είχε προσκομιστεί από την πλευρά της Εναγόμενης 1. Όσον αφορά τις Ενοποιημένες Οικονομικές Καταστάσεις του Ομίλου Agrotrade, ήτοι το Τεκμήριο 39, επέμενε στη θέση του ότι εξαφανίστηκαν από τις Οικονομικές Καταστάσεις του Ομίλου για τα έτη 2012 και 2013 πρώτα η Eναγόμενη 1 το 2013 και ακολούθως η Eναγόμενη 5. Τόνισε ότι η Εναγόμενη 1 χορήγησε στην Εναγόμενη 4 δάνειο, το 2011, άτοκο ύψους €3.853.131 το οποίο το 2013 μειώθηκε σε €2.214.693. Δόθηκε και στην Εναγόμενη 2 άτοκο δάνειο ύψους $1 εκατομμυρίου. Όταν του υποβλήθηκε ότι ξοφλήθηκαν ήταν η δική του θέση ότι η εξόφληση των δύο δανείων δεν αντικατοπτρίζεται στις Οικονομικές Καταστάσεις της Εναγόμενης 1.    

 

               Όσον αφορά την επιστολή της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Ανάπτυξης, το Τεκμήριο 48, ήταν η δική του θέση ότι σε αυτήν η Ευρωπαϊκή Τράπεζα δεν εκφέρει οποιαδήποτε  άποψη αλλά καταγράφει ότι σύμφωνα με πληροφορίες που κατέχει η Ενάγουσα ο Όμιλος Agrotrade είχε αναπτύξει ένα σχέδιο μετεγκατάστασης, το οποίο θα εφαρμοζόταν σε δύο μέρη. Το πρώτο μέρος αφορούσε μια εταιρεία εγγεγραμμένη στα BVI, την GrainField, η οποία θα αναλάμβανε τον εμπορικό ρόλο της Εναγόμενης 5, η Eναγόμενη 5 θα παρέμενε ως εταιρεία του Ομίλου μέχρι την εξόφληση όλων των υποχρεώσεων προς τους πιστωτές της και ακολούθως θα διαλυόταν. Όσον αφορά την Eναγόμενη 1, η οποία είχε έδρα την Αυστρία και είχε ενεργήσει ως εμπορικός αντιπρόσωπος της Εναγόμενης 5, θα διατηρούσε την εταιρική της υπόσταση στον Όμιλο Agrotrade, θα παρέμενε στον όμιλο και θα λειτουργούσε καλόπιστα σε σχέση με την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της έναντι των πιστωτών της. Όμως, από τις πληροφορίες που υπήρχαν στη διάθεσή της Ενάγουσας, διαφάνηκε ότι οι υποχρεώσεις της Εναγόμενης 5 απέναντι στους πιστωτές της και συγκεκριμένα η οφειλή της Εναγόμενης 1 προς την Ενάγουσα δεν έχει εξοφληθεί ούτε και έχει αναληφθεί από άλλη εταιρεία του Ομίλου. Κατά τις 30/06/2015 η Eναγόμενη 5 έπρεπε, σύμφωνα με το περιεχόμενο της επιστολής της Τράπεζας, να παραμείνει ως μια εταιρεία του Ομίλου Agrotrade πλην όμως καταχωρίστηκε αίτηση διάλυσης της, συγκεκριμένα στις 14/12/2015. Όσον αφορά την Εναγόμενη 1 εμφανίζεται στις Οικονομικές Καταστάσεις του Ομίλου στις 30/06/2015 ενώ τις προηγούμενες τρείς χρονιές ο Εναγόμενος 7 δεν την είχε δηλώσει ως εταιρεία μέλος του Ομίλου Agrotrade. Κατά τη δική του άποψη η συμπεριφορά των Εναγομένων 1, 5 και 7 αποκαλύπτει ότι δεν ακολουθήθηκαν οι εισηγήσεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας. Σημείωσε, ότι το συγκεκριμένο σχέδιο είχε αναπτυχθεί από τον Όμιλο εταιρειών Agrotrade και όχι από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα και ότι στην επιστολή της Τράπεζας συζητείται παραχώρηση δανείου από την Τράπεζας προς εταιρείες και πρόσωπα που δεν είναι εναγόμενοι στη υπό κρίση υπόθεση αλλά συνιστούν εταιρείες εγγεγραμμένες στην Ουκρανία.

 

               Προώθησε τη θέση ότι το ποσό του πάγιου κεφαλαίου είναι πολύ σημαντικό στοιχείο για να αξιολογηθεί η οικονομική κατάσταση μίας εταιρείας, αφού συνιστά μέρος του κεφαλαίου που δεν χρησιμοποιείται και ως εκ τούτου δεν μπορεί να εξαφανιστεί στη διάρκεια ενός έτους ενώ η επιχείρηση εξακολουθεί να υπάρχει και να λειτουργεί. Εξήγησε ότι το ποσό του πάγιου κεφαλαίου της Εναγόμενης 1 είναι ίσο με το ποσό των περιουσιακών στοιχείων γιατί δεν έχει δείξει άλλα περιουσιακά στοιχεία. Υποστήριξε ότι δεν είναι κάτι παράξενο να αποφασίζει μια εταιρεία να διαθέσει το κεφάλαιό της σύμφωνα με τις αποφάσεις των προσώπων και των εταιρειών που την ελέγχουν κατά τη δεδομένη περίοδο. Αρνήθηκε τον ισχυρισμό ότι οι υποχρεώσεις αποσβένουν από το πάγιο κεφάλαιο. Εξήγησε ότι στον ισολογισμό κάθε εταιρείας τα στοιχεία του ενεργητικού είναι πάντοτε ίσα με τα στοιχεία του παθητικού. Αυτό είναι το λογιστικό πρότυπο διεθνώς. Παραδέχθηκε ότι το ποσό των $30.515.777 συνιστούσε πληρωτέο ποσό δυνάμει των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1. Υπέδειξε ότι το ποσό των $14.717.922 συνιστά μέρος του ενεργητικού που χρησιμοποιείται από την εταιρεία κατά την διάρκεια του έτους. Ισχυρίστηκε ότι κατά τις 31/12/2010 η Eναγόμενη 1 είχε ως ενεργητικό μεγαλύτερο ποσό από τα ποσά που ήταν πληρωτέα. Υποστήριξε ότι από τις οικονομικές καταστάσεις της Εναγόμενης 1 ημερομηνίας 30/06/2011,  προέκυπτε ότι το πάγιο ενεργητικό είχε μειωθεί στα $3.208.000 και οι υποχρεώσεις στα $20 εκατομμύρια από $31 εκατομμύρια. Επέσυρε την προσοχή στο γεγονός ότι τα στοιχεία του ενεργητικού της, που αποκτήθηκαν είτε με τα δικά της κεφάλαια είτε με δάνεια, από 01/01/2011 ‑ 01/01/2012, είχαν μειωθεί σε $11.500.000, δηλαδή σε έναν χρόνο η εταιρεία έγινε πιο μικρή κατά 1.5 φορά. Η οικονομική κατάσταση της Εναγόμενης 1 άλλαξε επειδή το ποσό των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων ήταν το μοναδικό μέρος του πάγιου κεφαλαίου. Κατά τον δεδομένο χρόνο η Eναγόμενη 1 δεν είχε καταβάλει στην Ενάγουσα ούτε και ένα σεντ. Εισηγήθηκε ότι η Eναγόμενη 1 ήταν πολύ επιλεκτική αναφορικά με το ποια οφειλή της θα αποπληρώσει και ποια να μην αποπληρώσει. Κατά τη δική του άποψη αυτή η στάση οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η Eναγόμενη 1 δεν ήταν δίκαιη απέναντι στην Ενάγουσα. Ερωτηθείς δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να υπήρχαν άλλοι χρεώστες που να προηγούνται της υποχρέωσης προς την Ενάγουσα. Όσον αφορά το 2012 το πάγιο κεφάλαιο της Εναγόμενης 1 είχε αυξηθεί κατά $800.000 όμως αυξήθηκαν και οι υποχρεώσεις της, σε $49.5 εκατομμύρια, χωρίς όμως σ’ αυτές τις υποχρεώσεις να δηλωθεί το χρέος της προς την Ενάγουσα. Ισχυρίστηκε ότι στις 31/06/2013 η Εναγόμενη 1 δεν δήλωσε τις αποφάσεις που εκκρεμούσαν εναντίον της, ότι δεν ήθελε να δηλώσει το χρέος της και γ΄αυτό απέκρυψε την συγκεκριμένη πληροφορία.    

 

Εξήγησε ότι σύμφωνα με τα Αυστριακά πρότυπα η κάθε εταιρεία ετοιμάζει οικονομικές καταστάσεις τις οποίες υποβάλλει στις Αυστριακές αρχές, ότι οι συγκεκριμένες οικονομικές καταστάσεις είναι αναρτημένες στη βάση δεδομένων του Κράτους και στην περίπτωση που δεν υπάρχουν λάθη, τροποποιήσεις ή αλλαγές τα ποσά πρέπει να είναι τα ίδια. Ερωτηθείς γιατί κινήθηκε αγωγή εναντίον της Εναγόμενης 4, η οποία είναι κυπριακή εταιρεία, υποστήριξε ότι η Εναγόμενη 4 είναι μέλος του Ομίλου εταιρειών Agrotrade και είχε εμπορικές συναλλαγές με την Εναγόμενη 1 αφού ήταν μέτοχος της μέχρι τις 23/02/2010 που μετέφερε τις μετοχές της στην Εναγόμενη 5 και ακολούθως υπέγραψε τη συναλλαγή με τον Dmytro Ieleftheriadi. Κατά τη δική του άποψη σκόπιμα αδειάστηκε η Εναγόμενη 1 και, ως προκύπτει από τα έγγραφα που περιήλθαν στην κατοχή της Ενάγουσας, η Εναγόμενη 4 σχετιζόταν με τις δόλιες πράξεις που οδήγησαν στην μείωση του κεφαλαίου της Εναγόμενης 1. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι από τις 28/09/2012 μέχρι τις 28/10/2015 η Εναγόμενη 4 κρατούσε όλες τις μετοχές της Εναγόμενης 1, ήτοι έλεγχε και διατηρούσε την Εναγόμενη 1 μέσω της Εναγόμενης 5.

 

Υποστήριξε ότι αν η πληροφόρηση που δίδεται στην παράγραφο 15.2 των Οικονομικών Καταστάσεων είναι ορθή τότε αυτό σημαίνει ότι η Εναγόμενη 1 χορήγησε δάνειο €4 εκατομμυρίων χωρίς τόκο ενώ δεν κατέβαλε ούτε σεντ από το ποσό που όφειλε στην Ενάγουσα. Δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο το συγκεκριμένο δάνειο ξοφλήθηκε. Δήλωσε ότι παρά το γεγονός ότι το 2012 ο Εναγόμενος 7 αναφέρει ότι ελέγχει την Εναγόμενη 1, το 2013 και το 2014 δεν την αναγνωρίζει ως εταιρεία ελεγχόμενη από αυτόν. Όταν του υποβλήθηκε ότι δεν αλλοιώθηκε η εικόνα της Εναγόμενης 1 δόλια υποστήριξε ότι η Εναγόμενη 1 είχε λάβει χρήματα από την Εναγόμενη 4, τα οποία δεν φαίνονται στο λογαριασμό της για το 2013. Αν πράγματι το δάνειο είχε εξοφληθεί θα έπρεπε το γεγονός αυτό να αντικατοπτρίζεται τόσο στις Oικονομικές Kαταστάσεις της Εναγόμενης 4, όσο και στις οικονομικές καταστάσεις της Εναγόμενης 1. Όμως τέτοια πληροφόρηση δεν υπάρχει. Επέμενε στη θέση του ότι το 2013 και 2014 ο Εναγόμενος 7 είχε σταματήσει να δηλώνει την Εναγόμενη 1 στις Oικονομικές Kαταστάσεις του Ομίλου Agrotrade και ότι απέκρυψε τις υποχρεώσεις της. Υπέδειξε ότι την ευθύνη για την ετοιμασία και την αληθή διατύπωση των πληροφοριών στις οικονομικές καταστάσεις την φέρει η διεύθυνση της οποιασδήποτε εταιρείας και όχι ο λογιστής της. Παρέπεμψε στα Τεκμήρια 38 και 39, στην σελίδα 38 και υπέδειξε ότι οι Οικονομικές Καταστάσεις υπογράφονταν από τον Εναγόμενο 7 ο οποίος είναι η διεύθυνση του Ομίλου, η οποία φέρει την ευθύνη για το κατά πόσο είναι αληθινές οι πληροφορίες που περιέχουν. Κατά την δική του άποψη η Εναγόμενη 1 μπορούσε να φύγει από τον όμιλο μετά τις 27/10/2015 που πωλήθηκαν οι μετοχές της Εναγόμενης 5 από την Εναγόμενη 4 στον Dmytro Ieleftheriadi. Η συγκεκριμένη συμφωνία πώλησης των μετοχών είναι υπογραμμένη, εκ μέρους της Εναγόμενης 4, από τον Εναγόμενο 7. Προώθησε τη θέση ότι η συγκεκριμένη πώληση δεν ήταν τυχαία αλλά σκόπιμη αφού ο αγοραστής των μετοχών εργαζόταν και εξακολουθεί να εργάζεται για τον Εναγόμενο 7. Ο Ieleftheriadis ήταν επικεφαλής της ελεγκτικής εταιρείας Inter, που ήταν ο ελεγκτής του Ομίλου το 2012, ενώ το 2016 και 2017 ήταν διευθυντής άλλων εταιρειών του Ομίλου. Ανέφερε ότι ο συγκεκριμένος αντιμετώπιζε ποινικές υποθέσεις γιατί δεν μπορούσε να πληρώσει τους λογαριασμούς του ύψους €100 και €200 και έθεσε το ερώτημα πως μπορούσε να αγοράσει τις μετοχές μιας εταιρείας. Ερωτηθείς για τις διαδικασίες που είχαν ξεκινήσει στην Ουκρανία εξήγησε ότι στην Ουκρανία υπάρχει μόνο ποινική δόλια πράξη και όχι αστική και λόγω του γεγονότος ότι οι πλείστοι Εναγόμενοι είναι ξένες εταιρείες οι αρχές της Ουκρανίας αποφάσισαν ότι δεν είχαν δικαιοδοσία να εξετάσουν το παράπονο. Σημείωσε, ότι λόγω του ότι ο Εναγόμενος 7 είναι σύμβουλος του Υπουργού Εσωτερικών η αστυνομία δεν ήθελε να ασχοληθεί με τον σύμβουλο του Υπουργού.    

 

Ερωτηθείς υποστήριξε ότι κατά την υπογραφή των συμβάσεων η Εναγόμενη 2 και η Εναγόμενη 4 ανήκαν 100% στον Εναγόμενο 7. Η Εναγόμενη 4 διατηρούσε όλες τις μετοχές της Εναγόμενης 1 και γι΄ αυτό το λόγο η Εναγόμενη 2 ήταν συνδεδεμένη εταιρεία με την Εναγόμενη 4 και μαζί με την Εναγόμενη 1 ήταν μέλη του ιδίου Ομίλου εταιρειών ο οποίος ελέγχεται από τον Εναγόμενο 7. Τα γεγονότα αυτά αποδεικνύονται από τις Οικονομικές Καταστάσεις του Ομίλου Agrotrade για το έτος 2012. Εξ’ ου και οι Εναγόμενες 2 και 4 σχετίζονται με τα υπό κρίση γεγονότα. Κατέληξε, ότι τα γεγονότα δεν θα μπορούσαν να εξελιχθούν χωρίς την απευθείας εμπλοκή του Εναγόμενου 7, ο οποίος είναι ιδιοκτήτης και Γενικός Διευθυντής του Ομίλου με προσωπική εμπλοκή στις εμπορικές συναλλαγές καθώς και στις χρηματοοικονομικές συναλλαγές του Ομίλου. 

 

Τελευταίος έδωσε μαρτυρία για την Ενάγουσα ο Zaletesky Kyrylo, Μ.Ε.3, ο οποίος είναι ανεξάρτητος λογιστής και δεν εργάστηκε, οποτεδήποτε, στον όμιλο Nibulon. Παρέθεσε τις θέσεις του σε γραπτό κείμενο, το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο 3. Κατέγραψε ότι έχει εικοσαετή πείρα στα οικονομικά, τους ελέγχους (audit) και την λογιστική και ότι είναι μέλος του Ελεγκτικού Επιμελητηρίου της Ουκρανίας. Επεσήμανε ότι υπάρχουν δύο διαφορετικές δέσμες Ενοποιημένων Οικονομικών Καταστάσεων του Ομίλου Agrotrade για τα έτη 2013 και 2014. Η μία δέσμη αποκαλύφθηκε από τους Εναγόμενους στη δικαστική διαδικασία και συνιστά το Τεκμήριο 37 και η δεύτερη δέσμη αποκαλύφθηκε στη δικαστική διαδικασία από την Ενάγουσα και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 74. Οι δύο δέσμες περιέχουν διαφορετικές πληροφορίες αναφορικά με την Εναγόμενη 1. Η δέσμη που αποκαλύφθηκε από την Ενάγουσα, Τεκμήριο 75 και αφορά το 2013 παρουσιάζει πληροφορίες, στην σελίδα 15, σχετικά με την Εναγόμενη 1 και τη μητρική της εταιρεία, την Εναγόμενη 5. Η δέσμη που παρουσιάστηκε από τους Εναγόμενους, Τεκμήριο 37, δεν περιέχει καθόλου πληροφορίες για την Εναγόμενη 1, ούτε καν στις συγκριτικές καταστάσεις που αφορούν τα έτη 2011 και 2012.  Όμως, για το 2013 παρουσιάζονται πληροφορίες για την Εναγόμενη 5 και το ίδιο προκύπτει και σε σχέση με τις Οικονομικές Καταστάσεις που αφορούν το έτος 2014, Τεκμήρια 38 και 74. Όσον αφορά το έτος 2010 στο Τεκμήριο 39 δεν αποκαλύπτεται καμία πληροφορία για την Εναγόμενη 1. Εμφανίζεται στις Ενοποιημένες Οικονομικές Καταστάσεις του Ομίλου Agrotrade μόνο για την περίοδο Φεβρουαρίου του 2012 και Ιούνιο του 2012 υπό τον αποκλειστικό έλεγχο του Εναγόμενου 7. Υποστηρίζει ότι αν η διοίκηση του Ομίλου Agrotrade είχε αποφασίσει το 2013 να εξαιρέσει την Εναγόμενη 1 από τις Ενοποιημένες Οικονομικές Καταστάσεις της θα έπρεπε να την είχε συμπεριλάβει στην επαναδιατύπωση για τα έτη 2011 και 2012. Και ενώ στις δύο εκδόσεις των Ενοποιημένων Καταστάσεων για τα έτη 2013 και 2014 στην πρώτη εμφανίζεται η Εναγόμενη 1, ενώ στην δεύτερη όχι, οι αριθμοί παραμένουν αναλλοίωτοι. Καταγράφει ότι η Εναγόμενη 1 εξαφανίστηκε από τα Τεκμήρια 70 και 74. Κατά τη δική του άποψη σύμφωνα με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα εάν μία οικονομική οντότητα αλλάξει την παρουσίαση ή την ταξινόμηση των στοιχείων στις οικονομικές της καταστάσεις τότε οφείλει να ανακατατάξει τα συγκριτικά ποσά. Όταν δε ανακαταταχθούν τα συγκριτικά ποσά τότε η εταιρική οντότητα οφείλει να γνωστοποιήσει πρώτον, την φύση της ανακατάταξης, δεύτερον, το ποσό κάθε στοιχείου ή κατηγορίας στοιχείων που ανακατατάσσεται και τρίτον, τον λόγο της ανακατάταξης. Σημειώνει το γεγονός ότι στις Ενοποιημένες Οικονομικές Καταστάσεις του 2012 υπάρχει καταχώρηση, Τεκμήριο 36 σελίδα 17, ότι συντάχθηκαν σύμφωνα με τις οδηγίες του ιδιοκτήτη του Ομίλου. Ο ίδιος καταλήγει στο συμπέρασμα ότι από τις 02/02/2010 έως τις 27/10/2015 η Εναγόμενη 1 βρισκόταν υπό τον αποκλειστικό έλεγχο του Εναγόμενου 7 και ως μέλος του Ομίλου Agrotrade θα έπρεπε να έχει συμπεριληφθεί στις Ενοποιημένες Οικονομικές Καταστάσεις του Ομίλου Agrotrade. 

 

Όσον αφορά τον Όμιλο εταιρειών Agrotrade εξήγησε ότι αποτελείται από τη μητρική εταιρεία, η οποία ελέγχει τις θυγατρικές οντότητες. Οι Ενοποιημένες Οικονομικές Καταστάσεις είναι οι οικονομικές καταστάσεις του Ομίλου, οι οποίες περιέχουν τα περιουσιακά στοιχεία, τις υποχρεώσεις, τα ίδια κεφάλαια, τα έσοδα, τα έξοδα και τις ταμειακές ροές τόσο της μητρικής εταιρείας καθώς και των θυγατρικών της. Σύμφωνα με τα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς, Τεκμήριο 77, η Εναγόμενη 1 βρισκόταν υπό τον αποκλειστικό έλεγχο του Εναγόμενου 7 και θα έπρεπε να είχε παρουσιαστεί στις ενοποιημένες καταστάσεις του Ομίλου Agrotrade ως ενιαία νομική οντότητα. Αναφορικά με την Εναγόμενη 1 παραθέτει χρονοδιάγραμμα και σημειώνει ότι στις 29/09/2012 αλλάζει ο μοναδικός της μέτοχος και μεταφέρονται από την Εναγόμενη 4 οι μετοχές στην Εναγόμενη 5.  Στις 27/10/2015 η Εναγόμενη 1 εγκατέλειψε τον Όμιλο Agrotrade λόγω πώλησης. Την περίοδο από 02/02/2010 έως 29/09/2012 προκύπτει ότι ο Εναγόμενος 7 έλεγχε την Εναγόμενη 1 μέσω των Εναγόμενων 2, 3 και 4. Η Εναγόμενη 5, σύμφωνα με το Τεκμήριο 42, φαίνεται να τελεί υπό τον έλεγχο της Εναγόμενης 4 από τις 15/01/2010 ενώ από το 2010 και μετά δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά στην Εναγόμενη 5 στα Τεκμήρια 36 - 38. Κατά την περίοδο 29/09/2012 με 27/10/2015 ο Εναγόμενος 7 έλεγχε την Εναγόμενη 1 μέσω των Εναγόμενων 2, 3, 4 και 5.  Κατά τη δική του άποψη οι Ενοποιημένες Καταστάσεις του Ομίλου Agrotrade που αποκαλύφθηκαν από την Ενάγουσα, Τεκμήρια 36, 38 και 75, παρέχουν την αληθινή και ορθή εικόνα του ομίλου Agrotrade ενώ σε σχέση με την ορθότητα των Τεκμηρίων 70 και 74 εκφράζει επιφυλάξεις. Επέσυρε την προσοχή στο γεγονός ότι στην μια έκδοση των Ενοποιημένων Οικονομικών Καταστάσεων του Ομίλου, για τα έτη 2013 και 2014, η Εναγόμενη 1 παρουσιάζεται, Τεκμήρια 38 και 75 ενώ στην άλλη έκδοση η Εναγόμενη 1 δεν εμφανίζεται, Τεκμήρια 70 και 74.     

 

Όσον αφορά την ευθύνη του Εναγόμενου 7 υποστηρίζει ότι έχοντας μελετήσει τα έγγραφα μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ήταν υπεύθυνος για τις λειτουργικές και οικονομικές δραστηριότητες του Ομίλου και ότι οι αποφάσεις που έλαβε, την περίοδο Φεβρουάριο 2010 με Οκτώβριο 2015, επηρέασαν άμεσα τη θέση της Εναγόμενης 1 και γενικά τον ‘Όμιλο Agrotrade. Οδηγήθηκε στο συγκεκριμένο συμπέρασμα για τους ακόλουθους λόγους: Λόγω του ότι ο Εναγόμενος 7 υπέγραψε προσωπικά το Τεκμήριο 75 με την ιδιότητα του ως διευθύνων σύμβουλος, ότι δηλώνεται στο Τεκμήριο 37 ως Γενικός Διευθυντής και στα Τεκμήρια 38 και 39 ως Διευθύνων Σύμβουλος και ότι παρά το γεγονός ότι δεν εμφανίζεται η υπογραφή του στα Τεκμήρια 37 και 38, λόγω του ότι είναι αναρτημένα στην επίσημη ιστοσελίδα του Ομίλου αυτό δεν είναι απαραίτητο και ο Εναγόμενος 7 μπορούσε να τα υπογράψει ψηφιακά. Επίσης στην σελίδα 6 του Τεκμηρίου 75 καταγράφεται ότι είναι υπεύθυνος για την λειτουργική και οικονομική διαχείριση του Ομίλου και ότι στα Τεκμήρια 37, 38, 39 και 75 δεν γίνεται αναφορά σε οποιοδήποτε όργανο που είναι υπεύθυνο για το σύστημα εσωτερικού ελέγχου, ούτε και παρέχονται οι οποιεσδήποτε πληροφορίες σχετικά με τα πρόσωπα και τις διαδικασίες εσωτερικού ελέγχου.

 

Προωθεί τη θέση ότι η Εναγόμενη 1 δεν είχε εργαζόμενους για την περίοδο 2010 – 2014 και ως εκ τούτου οι δραστηριότητές της ελέγχονταν από την διοίκηση του ομίλου Agrotrade. Προκύπτει ότι η  Ενάγουσα, την περίοδο 15/02/2011 μέχρι 15/02/2012, είχε καταφύγει στο πρωτοβάθμιο Διαιτητικό Δικαστήριο GAFTA αναφορικά με τη διαφορά της με την Εναγόμενη 1, το οποίο επιδίκασε προς όφελός της το συνολικό ποσό των $4.739.522,80 πλέον 3,5% τόκο. Στη συνέχεια εκδόθηκε, στις 05/02/2013, η απόφαση του Εφετείου υπέρ της Ενάγουσας για το συνολικό ποσό των $4.291.176,40 με ανατοκισμό 3,5%. Σύμφωνα με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα η οφειλή που προέκυψε από τις αποφάσεις GAFTA θα έπρεπε να είχε καταχωριστεί στις Ενοποιημένες Οικονομικές Καταστάσεις του Ομίλου Agrotrade. Ο ίδιος προέβη σε υπολογισμούς για να εκτιμήσει τη σημαντικότητα των ποσών των αποφάσεων GAFTA και κατέληξε σε διάφορα συμπεράσματα. Σύγκρινε το ποσό της πρώτης απόφασης GAFTA με τη θέση που παρουσιάζεται κάτω από τους τίτλους «Καθαρά Έσοδα», «Καθαρές Ταμειακές Ροές από Λειτουργικές Δραστηριότητες», «Υπόλοιπο Μετρητών στο Κλείσιμο της Μέρας» και «Σύνολο Ενεργητικού στο Κλείσιμο της Μέρας» στις Ενοποιημένες Οικονομικές Καταστάσεις του Ομίλου Agrotrade και κατέληξε στις διαπιστώσεις που περιγράφονται στις παραγράφους 27 - 30 της γραπτής του δήλωσης. Οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι η οφειλή που προέκυψε από τις αποφάσεις GAFTA πληροί τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των χρήσιμων οικονομικών πληροφοριών και ότι θα έπρεπε να είχαν γνωστοποιηθεί στις Ενοποιημένες Οικονομικές Καταστάσεις του Ομίλου Agrotrade πράγμα που δεν έγινε. Το ίδιο ισχυρίζεται και για την οφειλή η οποία προέκυψε από τις αποφάσεις του Εφετείου GAFTA. Προωθεί τη θέση ότι η συγκεκριμένη υποχρέωση θα έπρεπε να είχε αναγνωριστεί αφού, προκειμένου ένας ελεγκτής να αναγνωρίσει υποχρέωση, θα πρέπει να πληρούνται τρία κριτήρια τα οποία η  συγκεκριμένη υποχρέωση πληρούσε.

 

Καταγράφει ότι μελετώντας τόσο τις πρωτόδικες αποφάσεις GAFTA καθώς και τις  αποφάσεις στις Εφέσεις GAFTA, ο ίδιος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η οφειλή που προέκυψε από τις αποφάσεις θα έπρεπε να είχε γνωστοποιηθεί στις Οικονομικές Καταστάσεις της Εναγόμενης 1, αφού πληρούσε τα χαρακτηριστικά των χρήσιμων οικονομικών πληροφοριών σύμφωνα με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα. Μελετώντας τις οικονομικές καταστάσεις της Εναγόμενης 1 ο ίδιος διαπίστωσε ότι η μείωση του ενεργητικού της, από €31,5 εκατομμύρια στις 31/12/2010 σε €215.000 στις 30/06/2014, δεν δικαιολογείται. Στις Ενοποιημένες Οικονομικές Καταστάσεις του Ομίλου Agrotrade υπήρξε αύξηση του ενεργητικού πλην όμως διαπιστώνεται σημαντική μείωση στο ενεργητικό της Εναγόμενης 1 από το 2012 έως το 2013. Συγκρίνοντας το «Σύνολο ενεργητικού στο κλείσιμο της ημέρας» στις ετήσιες καταστάσεις της Εναγόμενης 1 με τις Ενοποιημένες Οικονομικές Καταστάσεις του Ομίλου Agrotrade κατέληξε σε συγκεκριμένα συμπεράσματα τα οποία παραθέτει στις παραγράφους 44 – 47 της γραπτής του δήλωσης.  

 

Υποστηρίζει, ότι οι υπάρχουσες Οικονομικές Καταστάσεις και οι Ενοποιημένες Οικονομικές Καταστάσεις δεν αποκαλύπτουν παράγοντες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την οικονομική θέση ή τις επιχειρησιακές δραστηριότητες της Εναγόμενης 1 για τα έτη 2010 – 2012. Επιπρόσθετα, δεν εντοπίστηκε καμία εξήγηση σε σχέση με τους λόγους ανάπτυξης της Εναγόμενης 1 τα έτη 2010 – 2012 και της ξαφνικής μείωσης ανάπτυξης κατά τα έτη 2012 – 2014. Διαφαίνεται, ότι κατά τα έτη 2010 – 2013 οι οικονομικοί πόροι της Εναγόμενης 1 κατευθύνθηκαν σε άλλες εταιρείες που ελέγχονται από τον Όμιλο Agrotrade και στις πλείστες περιπτώσεις δωρεάν και δεν χρησιμοποιήθηκαν για την βελτίωση της επιχειρησιακής δραστηριότητας της από το 2012 και μετά.

 

Όσον αφορά τη συμφωνία προμήθειας, Τεκμήριο 13, μεταξύ της Εναγόμενης 5 και της Εναγόμενης 1, σημείωσε ότι δεν εντόπισε οποιαδήποτε πληροφορία, στα Τεκμήρια 36, 38, 39, 51, 70, 74, 75 και 76, που να δείχνει ότι η Εναγόμενη 1 ενήργησε για λογαριασμό της Εναγόμενης 5. Ορισμένα δε στοιχεία της συγκεκριμένης συμφωνίας εγείρουν ερωτηματικά ως προς την εγκυρότητα της. Συγκεκριμένα δεν αναφέρεται η ημερομηνία υπογραφής, δεν αναφέρονται στοιχεία τράπεζας, δεν αναφέρονται τα ονόματα των προσώπων που υπογράφουν, η υπογραφή στη σελίδα 6 προσομοιάζει με την υπογραφή του Εναγόμενου 7 και οι όροι που περιλαμβάνονται δεν αποκαλύπτονται σε οποιαδήποτε από τα άλλα έγγραφα που ο ίδιος έχει αναλύσει, ήτοι σε καμιά από τις Συμφωνίες που υπεγράφησαν μεταξύ της Ενάγουσας και του Ομίλου Agrotrade δεν υπήρχαν πληροφορίες ότι ο πωλητής ενεργούσε για λογαριασμό της Εναγόμενης 5 ή ότι η Εναγόμενη 1 ενεργούσε για την Εναγόμενη 5. Επιπρόσθετα, οι δύο από τις Συμφωνίες υπογράφηκαν προσωπικά από τον Εναγόμενο 7, για λογαριασμό της Εναγόμενης 1. Ούτε στην επιστολή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Τεκμήριο 46, δεν αναφέρεται ότι η Εναγόμενη 1 ενήργησε για λογαριασμό της Εναγόμενης 5 παρά μόνο προτείνεται η αλλαγή δικαιοδοσίας της. 

 

Κατέθεσε ως Τεκμήριο 73 το Βιογραφικό του Σημείωμα, ως Τεκμήριο 74 τους Ενοποιημένους Οικονομικούς Λογαριασμούς της Agrotrade για το έτος 2014, ως Τεκμήριο 75 τις Ενοποιημένες Οικονομικές Καταστάσεις της Agrotrade για τα έτη 2011 - 2013, ως Τεκμήριο 76 τις Ενοποιημένες Οικονομικές Καταστάσεις για το έτος 2012, ως Τεκμήριο 77 τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα που εγκρίθηκαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ως Τεκμήριο 78 τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα 10 που εγκρίθηκαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ως Τεκμήριο 79 το Λογιστικό Πρότυπο 37 για τις προβλέψεις – υποχρεώσεις υπό αίρεση και τα περιουσιακά στοιχεία ως εγκρίθηκαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ως Τεκμήριο 80 το Εννοιολογικό Πλαίσιο για τις Χρηματοοικονομικές Εκθέσεις, ως Τεκμήριο 81 τους Ετήσιους Οικονομικούς Λογαριασμούς του Ομίλου Agrotrade που έληξε στις 30/06/2012, ως Τεκμήριο 82 τους Ετήσιους Οικονομικούς Λογαριασμούς της εταιρείας CARPENTARIA TRADING LIMITED για το έτος που έληξε στις 31/12/2012, ως Τεκμήριο 83 τις Οικονομικές Καταστάσεις της εταιρείας  AGT CAPITAL MANAGEMENT LTD για το έτος 2013, ως Τεκμήριο 84 τις Οικονομικές Καταστάσεις της εταιρείας CARPENTARIA TRADING LIMITED για το έτος που έληξε στις 31/12/2015, ως Τεκμήριο 85 τις Οικονομικές Καταστάσεις της Εναγόμενη 3 για το έτος 30/06/2013, ως Τεκμήριο 86 τις Οικονομικές Καταστάσεις του Ομίλου Agrotrade για το έτος που έληξε στις 30/06/2014, ως Τεκμήριο 87 τους ισολογισμούς της Εναγόμενης 3 για την περίοδο 01/07/2014 – 30/06/2015, ως Τεκμήριο 88 απόσπασμα του Εταιρικού Μητρώου της Εναγόμενης 1 και ως Τεκμήριο 89 έγγραφο με τίτλο «Declaration of Interest».

 

Αντεξετασθείς υποστήριξε ότι ο ίδιος είχε αναλύσει τις οικονομικές καταστάσεις για τα έτη 2010 – 2015 και κατά τη συγκεκριμένη περίοδο ήταν ανεξάρτητος ελεγκτής αφού δεν είχε συνεργαστεί ή ήταν συνέταιρος στην εταιρεία «Grant Thorton» ή στην «Crowe» ενώ δεν είχε δουλέψει με τον όμιλο Nibulon. Δήλωσε ότι οι πληροφορίες που περιήλθαν σε γνώση του, σε σχέση με τον όμιλο της Ενάγουσας, είχαν προκύψει από δημόσιες πηγές αφού ο συγκεκριμένος Όμιλος είναι από τις μεγαλύτερες εταιρείες αγροτικής και εμπορικής φύσης στην Ουκρανία. Του υποδείχθηκε ένα έγγραφο στα ρωσικά το οποίο αναγνώρισε ως τις οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας Nibulon Vradiivskyi και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 90. Εξήγησε ότι οι συγκεκριμένες υπογράφονται από συνέταιρο στην εταιρεία και ότι ο ίδιος δουλεύει μεν στην εταιρεία Crowe, έχοντας όμως μεμονωμένα καθήκοντα και δεσμεύσεις.  Προώθησε την θέση ότι προσωπικά δεν συμμετείχε σε οποιαδήποτε ανάθεση του ομίλου Nibulon. Επέμενε στη θέση του ότι ο ίδιος είναι εντελώς ανεξάρτητος, ότι δεν έχει οποιοδήποτε συμφέρον στον Όμιλο εταιρειών Nibulon και ότι ήταν υπεύθυνος για συγκεκριμένες αναθέσεις στην εταιρεία Crowe και ποτέ δεν δούλεψε ή άκουσε για τον Όμιλο εταιρειών Nibulon εντός της εταιρείας. Με αναφορά στο Τεκμήριο 70 προώθησε τη θέση ότι υπάρχουν διαφορετικές μορφές υπογραφών καθώς επίσης και ότι ο ίδιος μπορούσε να έχει πρόσβαση στις οικονομικές καταστάσεις από την επίσημη ιστοσελίδα της οποιασδήποτε εταιρείας. Ερωτηθείς ανέφερε ότι έλαβε την πληροφόρηση από την Ενάγουσα για να διενεργήσει την ερευνά του και χρησιμοποίησε τις πληροφορίες που έλαβε για να προχωρήσει σε ανάλυση των δεδομένων. Εξήγησε, ότι ο ίδιος είχε καθήκον να αναλύσει τις οικονομικές καταστάσεις και τις δηλώσεις οι οποίες του παραχωρήθηκαν και να καταγράψει τις θέσεις του σε σχέση με αυτές. Δήλωσε ότι για το 2013 είχε λάβει τρεις οικονομικές καταστάσεις. Με αναφορά στο Τεκμήριο 70 και την σελίδα 15 υπέδειξε ότι δεν υπάρχει παρουσία της Εναγόμενης 1 ενώ υπέδειξε στο Τεκμήριο 75, στη σελίδα 15, ότι η Εναγόμενη 1 αποκαλύπτεται και περιλαμβάνεται. Όταν του υποβλήθηκε ότι το Τεκμήριο 70 δεν είναι ελεγμένο διαφώνησε και παρέπεμψε στη σελίδα 3 του Τεκμηρίου 70 όπου καταγράφεται το όνομα του Εναγόμενου 7 και στις σελίδες 4 και 5 όπου καταγράφεται ο λογιστικός οίκος Baker Tilly και το όνομα του συνεταίρου του συγκεκριμένου ελεγκτικού οίκου που υπέγραφε τις Οικονομικές Καταστάσεις. Με αναφορά στο Τεκμήριο 75 υπέδειξε ότι οι συγκεκριμένες οικονομικές καταστάσεις είχαν ετοιμαστεί από τη Διοίκηση και στις σελίδες 4 και 5 καταγράφεται ότι προσυπογράφτηκαν από τον λογιστικό οίκο Baker Tilly. Προώθησε τη θέση ότι στο Τεκμήριο 75 γίνεται αναφορά σε μία φόρμουλα, ήτοι πρώτα καταγράφονται οι εισπράξεις, ακολούθως τα περιουσιακά στοιχεία και μετά το καθαρό κέρδος, το οποίο ισούται ή είναι μεγαλύτερο του 5%. Παρέπεμψε στην παράγραφο 44 της γραπτής του δήλωσης, στη στήλη 3 του συγκεκριμένου πίνακα, όπου καταγράφεται το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης 1 κατά το κλείσιμο της ημέρας 30/06/2010, 30/06/2011 και 30/06/2012. Υπέδειξε, με αναφορά στο Τεκμήριο 51 και την παράγραφο 44, ότι κατά το τέλος Ιουνίου του 2012 το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης 1 ήταν €49,5 εκατομμύρια. Προώθησε τη θέση ότι το σύνολο του ενεργητικού της Εναγόμενης 1, κατά το τέλος του Ιούνη του 2013, μειώθηκε σημαντικά από €49,5 εκατομμύρια σε €39.000. Κατά την περίοδο 2010, 2011 και 2012 ο τύπος της φόρμουλας συμφωνούσε με το περιεχόμενο των οικονομικών καταστάσεων. Κατά το τέλος του 2013 και 2014 το σύνολο του ενεργητικού μειώθηκε σημαντικά και ήταν κάτω από τον τύπο ουσιαστικότητας οπόταν η φόρμουλα δεν εφαρμοζόταν. 

 

Ερωτηθείς ανέφερε ότι στην περίπτωση που οι ελεγκτές διαφωνούν με το περιεχόμενο των οικονομικών καταστάσεων τότε καταγράφουν όλα τα σημεία με τα οποία διαφωνούν στην ελεγκτική τους γνωμοδότηση και έχουν και ένα δεύτερο έγγραφο, το οποίο αποκαλείται επιστολή προς την Διοίκηση, το οποίο παραχωρείται στην εταιρεία που ελέγχεται. Σε σχέση με τον Όμιλο Agrotrade δεν γίνεται αναφορά σε ελεγκτική γνωμοδότηση αλλά ούτε και ο ίδιος έχει δει αυτό το δεύτερο έγγραφο που δίδεται στην Διοίκηση. Προώθησε την άποψη ότι τα συγκεκριμένα έγγραφα θα έπρεπε να υπάρχουν, σύμφωνα με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα. Διευκρίνισε όμως ότι αφορά την ιδιωτική πρακτική της κάθε ελεγκτικής εταιρείας. Με αναφορά στο Τεκμήριο 74 προώθησε την άποψη ότι ο ίδιος δεν μπορούσε να εντοπίσει την Εναγόμενη 1 αλλά μπορούσε να εντοπίσει την Εναγόμενη 5. Κατά τη δική του άποψη εάν ο χρήστης των Οικονομικών Καταστάσεων του 2012 άνοιγε τις προηγούμενες οικονομικές καταστάσεις θα μπορούσε να εντοπίσει την Εναγόμενη 1 ως ξεχωριστή εταιρεία. Εάν όμως ο χρήστης ανοίξει τις Οικονομικές Καταστάσεις του 2014 θα αντιληφθεί ότι η συγκεκριμένη εταιρεία εξαφανίστηκε χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω αποκάλυψη ή σημείωση. 

 

Ισχυρίστηκε ότι υπάρχουν δύο είδη οικονομικών καταστάσεων για τον Όμιλο Agrotrade, οι ενοποιημένες και οι μεμονωμένες. Ο ίδιος ανέλυσε τις Ενοποιημένες Οικονομικές Καταστάσεις για τα έτη 2010 – 2014. Με αναφορά στο Τεκμήριο 60, στη σελίδα 15 αυτού υπέδειξε ότι η Εναγόμενη 1 και η Εναγόμενη 6 παρουσιάζονται ως ξεχωριστές εταιρείες. Στο Τεκμήριο 74 δεν παρουσιάζεται η Εναγόμενη 1 και αυτό δεν εξηγείται, παρά το γεγονός ότι κατά το τέλος του 2012 και το τέλος του 2011 η Εναγόμενη 1 συνιστούσε ουσιώδη εταιρεία του Ομίλου. Όταν του υποβλήθηκε ότι η Εναγόμενη 1 συμπεριλαμβάνεται στις Ενοποιημένες Οικονομικές Καταστάσεις του Ομίλου Agrotrade, ο ίδιος υπέδειξε ότι ανέλυσε δύο παραδείγματα οικονομικών καταστάσεων για τα έτη 2013 και 2014. Στο ένα είδος η Εναγόμενη 1 παρουσιαζόταν στη σημείωση 1 και είχε ενοποιηθεί. Στο δεύτερο είδος η Εναγόμενη 1 δεν παρουσιαζόταν στη σημείωση 1 ενώ θα έπρεπε. Υπέδειξε ότι εάν συγκριθεί το σύνολο των εισοδημάτων και των περιουσιακών στοιχείων οι αριθμοί είναι οι ίδιοι. Η συγκεκριμένη κατάσταση δεν εξηγείται με οποιοδήποτε τρόπο. 

 

Παραδέχθηκε ότι οι αποφάσεις GAFTA είχαν εκδοθεί εναντίον της Εναγόμενης 1. Παραδέχθηκε επίσης ότι δεν υπήρχε υπογεγραμμένη συμφωνία, στα τεκμήρια που παρέλαβε, ότι ο όμιλος Agrotrade είχε αναλάβει το χρέος της Εναγόμενης 1, όμως προώθησε τη θέση ότι η οφειλή της Εναγόμενης 1 συνιστά οφειλή του Ομίλου Agrotrade, η οποία θα έπρεπε να είχε συμπεριληφθεί και αποκαλυφθεί στις Ενοποιημένες Καταστάσεις του Ομίλου. Όταν του υποδείχθηκε το πρότυπο IFRS9 υπέδειξε τη σελίδα Α546, το γεγονός ότι το συγκεκριμένο έγγραφο είχε εγκριθεί τον Ιούλιο του 2014 καθώς επίσης και ότι η απόφαση GAFTA είχε εκδοθεί το 2013. Υπέδειξε, επιπροσθέτως, ότι σύμφωνα με το συγκεκριμένο Πρότυπο οι ενοποιημένες εταιρείες ομαδοποιούνται και παρουσιάζονται ως ενιαία οικονομική οντότητα. Η Εναγόμενη 1 περιλαμβάνεται στον ενοποιημένο Όμιλο, ως ενιαία ενοποιημένη οντότητα, οπόταν οι οικονομικές καταστάσεις του Ομίλου όφειλαν, κατά την δική του άποψη, να παρουσιάσουν τις οικονομικές υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1. Κατατέθηκε, ως Τεκμήριο 91, η σελίδα Α546 του εντύπου IFRS9. 

 

Υπενθύμισε ότι η συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1 είχε υπογραφτεί από τον Εναγόμενο 7 εκ μέρους της Εναγόμενης 1. Όσον αφορά τη θέση του ότι δεν υπήρχε αντιπροσώπευση την υποστήριξε με αναφορά στο γεγονός ότι στη συγκεκριμένη συμφωνία δεν υπάρχουν λεπτομέρειες της τράπεζας, δεν αναφέρονται τα ονόματα των προσώπων που την υπογράφουν και η υπογραφή που υπάρχει προσομοιάζει με την υπογραφή του Εναγόμενου 7. Ο ίδιος δεν είχε εντοπίσει οποιαδήποτε πληροφορία που να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η Εναγόμενη 1 ενεργούσε για λογαριασμό της Εναγόμενης 5. Όταν του υποβλήθηκε ότι στους υπολογισμούς του, που αφορούσαν τα περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης 1, δεν είχε λάβει υπόψη του τις υποχρεώσεις της ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος είχε λάβει υπόψη όλα τα δεδομένα που υπήρχαν στα στοιχεία που είχε ενώπιόν του. Όταν του υποβλήθηκε ότι η Εναγόμενη 1 δεν ήταν ποτέ σε θέση να αποπληρώσει το χρέος της GAFTA διαφώνησε και προώθησε τη θέση ότι στις 30/06/2010, στις 30/06/2011 και στις 30/06/2012 είχε σύνολο περιουσιακών στοιχείων που ήταν κατά 4 ή 5 φορές μεγαλύτερο από τις υποχρεώσεις της και το χρέος GAFTA.  Κατά την 30/06/2013 και την 30/06/2014 το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης 1 μειώθηκε σημαντικά και εμφανίζεται 10 φορές ή/και περισσότερες χαμηλότερο από το χρέος GAFTA. Με αναφορά στο Τεκμήριο 76, τον ισολογισμό, στις σελίδες 9 και 10 αυτού, υπέδειξε το σύνολο των υποχρεώσεων και των ιδίων κεφαλαίων της Εναγόμενης 1 και ότι οι αριθμοί ήταν ίσοι. Η συγκεκριμένη ανάλυση, κατά τη δική του άποψη, δείχνει οικονομικές πληροφορίες και οικονομικές τάσεις που αποκαλύπτονται στις οικονομικές καταστάσεις. Επέμενε στη θέση του ότι ο Εναγόμενος 7, ως φυσικό πρόσωπο και ως ο μοναδικός μέτοχος, έλεγχε την Εναγόμενη 1. 

 

Επανεξετασθείς, με αναφορά στο Τεκμήριο 75, διευκρίνισε ότι οι συγκεκριμένοι λογαριασμοί είναι ελεγμένοι.

 

            Για την Υπεράσπιση πρώτος έδωσε μαρτυρία ο Mykola Grinchenko, Μ.Υ.1, ο οποίος παρέθεσε τις θέσεις του σε γραπτό κείμενο, το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο 4. Στην γραπτή του δήλωση καταγράφει ότι ο ίδιος ξεκίνησε να εργάζεται στον Όμιλο Agrotrade το 2002 και υπηρέτησε σε διάφορα πόστα, μεταξύ αυτών και ως διευθυντής της Εναγόμενης 6. Ο Όμιλος αρχικά ήταν μικρός πλην όμως κατά το χρόνο που ο ίδιος αποχώρησε, το 2016, εργοδοτούσε περί τα 2,500 άτομα. Η συνεργασία του Ομίλου με την Ενάγουσα είχε ξεκινήσει το 2005 και ο ίδιος ήταν το σημείο αναφοράς με τον συγκεκριμένο Όμιλο. Επικοινωνούσε με τον Μ.Ε.1 κυρίως τηλεφωνικά και ο ίδιος δεν θυμόταν να είχε γίνει οποιαδήποτε συνάντηση μεταξύ του Εναγόμενου 7 και οποιουδήποτε μέλους του Ομίλου Nibulon για οποιοδήποτε ζήτημα. Η συνεργασία αφορούσε εταιρείες του Ομίλου Agrotrade οι οποίες πωλούσαν προϊόντα όπως καλαμπόκι, σιτάρι και κριθάρι σε εταιρείες του Ομίλου Nibulon. Η συνεργασία είχε ξεκινήσει με τις ουκρανικές οντότητες του Ομίλου Agrotrade αρχικά με όρους CPT, οι οποίοι απαιτούσαν την φόρτωση των προϊόντων σε σιδηροδρομικά βαγόνια και την κάλυψη του κόστους μεταφοράς και στη συνέχεια την παράδοση των προϊόντων στον τερματικό σταθμό της Ενάγουσας. Οι όροι πώλησης ενίοτε διαφοροποιούνταν, αφού σε κάποιες συμφωνίες απαιτείτο προπληρωμή ενώ σε άλλες μεταγενέστερη πληρωμή ανάλογα με τις συνθήκες της αγοράς και το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων. Ο ίδιος είχε επισκεφθεί τον τερματικό σταθμό του Ομίλου Nibulon και σε μία από τις επισκέψεις του ο Μ.Ε.1 του εξήγησε ότι η διεξαγωγή επιχειρηματικών δραστηριοτήτων μέσω ουκρανικών εταιρειών ήταν μειονεκτική ενώ περαιτέρω τον πληροφόρησε ότι η Ενάγουσα διεξήγαγε τις εργασίες της μέσω ελβετικών και ολλανδικών εταιρειών, οι οποίες συνιστούσαν οχήματα ειδικού σκοπού.  Ακολουθώντας τις συγκεκριμένες συμβουλές ο Όμιλος Agrotrade ίδρυσε στο Ηνωμένο Βασίλειο την Εναγόμενη 1, η οποία κατάρτησε περί τις 14 συμβάσεις με την Ενάγουσα. Από τις 14/02/2008 υπογράφτηκαν με την Ενάγουσα 33 συμβάσεις οι οποίες είχαν υπογραφεί από τον ίδιο, για λογαριασμό της ουκρανικής εταιρείας και τον Εναγόμενο 7, για λογαριασμό της βρετανικής εταιρείας. Ο Εναγόμενος 7 ουδέποτε συμμετείχε άμεσα στη διαχείριση του Ομίλου Agrotrade και είχε εμπιστευθεί την διαχείριση των δραστηριοτήτων του σε μία διοικητική ομάδα. Ασχολείτο με υψηλού επιπέδου στρατηγική για την επιχείρηση και τον επιχειρηματικό σχεδιασμό, χωρίς ποτέ να αναλάβει ενεργό ρόλο στη διοίκησή της. Όμως, ο ίδιος ενημέρωνε πάντοτε τον Εναγόμενο 7 σχετικά με τις οικονομικές ανάγκες της Agrotrade ή έκτακτα γεγονότα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την απόδοση του προϋπολογισμού ή την ολοκλήρωση σημαντικών συναλλαγών. Μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια συνεργασίας ο ίδιος είχε ενημερώσει τον Εναγόμενο 7 για τη διαφορά που είχε προκύψει μεταξύ του ομίλου εταιρειών Agrotrade και της Nibulon, αφού η Nibulon συνιστούσε σημαντικό συνεργάτη της Agrotrade.

 

Κατέγραψε, ότι η γενική διεύθυνση των δραστηριοτήτων του Ομίλου πραγματοποιείτο από τον ίδιο και η οικονομική διαχείριση από την Olena Vorona. Ο Εναγόμενος 7 κατέβαλλε προσπάθειες να επιβλέπει τις δραστηριότητες του Ομίλου Agrotrade με την παρακολούθηση της οικονομικής κατάστασής του χωρίς ανάμειξη στις εμπορικές δραστηριότητες. Όταν απαιτείτο η υπογραφή μίας σύμβασης ο ίδιος προέβαινε στις διαπραγματεύσεις, στη συνέχεια εξεταζόταν από τη νομική ομάδα και ακολούθως από την οικονομική ομάδα. Οι συμβάσεις που εκτελούνταν κάθε χρόνο συνήθως δεν αναθεωρούνταν και ο υπεύθυνος διευθυντής απλώς επαλήθευε ότι η μορφή της συμφωνίας ήταν η ίδια με το προηγουμένως συμφωνηθέν πρότυπο. Τέτοιες ήταν και οι συμφωνίες με τον Όμιλο εταιρειών Nibulon. Το 2010 δημιουργήθηκε και διοικητικό συμβούλιο, το οποίο πραγματοποιούσε εβδομαδιαίες συναντήσεις για συζήτηση των θεμάτων που σχετίζονταν με τις δραστηριότητες του ομίλου χωρίς όμως να τηρούνται πρακτικά. Ο Εναγόμενος 7 παρίστατο στις συγκεκριμένες συναντήσεις μόνο μετά από δικό του αίτημα. Προώθησε τη θέση ότι το ζήτημα που προέκυψε με τον Όμιλο εταιρειών Nibulon δεν θεωρήθηκε ποτέ ιδιαίτερα σημαντικό αλλά θεωρήθηκε ότι θα μπορούσε να βρεθεί ένας διακανονισμός, όπως είχε γίνει και με προηγούμενες αποφάσεις GAFTA.   

Όσον αφορά την Εναγόμενη 1 ενώ αρχικά είχε αποφασιστεί, κατά την ίδρυσή της, ότι ο ίδιος θα υπέγραφε τις συμβάσεις εκ μέρους τόσο της Agrotrade, υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής όσο και της Εναγόμενης 1, δυνάμει πληρεξουσίου στη συνέχεια οι εσωτερικοί νομικοί σύμβουλοι της Agrotrade προειδοποίησαν ότι υπήρχε κίνδυνος τέτοιες συμβάσεις να θεωρηθούν άκυρες σύμφωνα με το ουκρανικό δίκαιο λόγω της σύγκρουσης συμφερόντων. Ως εκ τούτου στη συνέχεια υπογράφονταν από τον ίδιο, για λογαριασμό των οντοτήτων της Agrotrade και από τον Εναγόμενο 7 για λογαριασμό των αλλοδαπών οντοτήτων, ήτοι της Εναγόμενης 1. Στις 16/06/2010 ο όμιλος Agrotrade έλαβε νομική συμβουλή από τον διεθνή δικηγορικό οίκο Baker & McKenzie στην οποία σημειωνόταν ότι υπήρχε υψηλός κίνδυνος φορολογικής υποχρέωσης όταν ένας κάτοικος Ουκρανίας υπέγραφε τις συμβάσεις για λογαριασμό της αλλοδαπής οντότητας. Με βάση τις συγκεκριμένες νομικές συμβουλές το νομικό τμήμα της Agrotrade ενημέρωσε ότι οι συμβάσεις που αφορούσαν αλλοδαπές εταιρείες έπρεπε να υπογράφονται από μη ουκρανούς κατοίκους. Συνακόλουθα, προωθήθηκε αίτημα για αλλαγή των συμβάσεων. Κατά τη δική του άποψη ένας διεθνής δικηγορικός οίκος, σε καμία περίπτωση, δεν θα εξέδιδε γνωμάτευση για να διευκολύνει μία απάτη και όλοι γνωρίζουν ότι ο Εναγόμενος 7 ουδέποτε είχε προσωπική νομική ευθύνη.  Εντός του συγκεκριμένου πλαισίου συνεργασίας υπογράφτηκε το Τεκμήριο 10 καθώς και το Τεκμήριο 17, το Πρώτο και Δεύτερο Συμβόλαιο, τα οποία περιέχουν τηλεομοιοτυπική αναπαραγωγή της υπογραφής του Εναγόμενου 7. Σε σχέση με τη σύμβαση που υπογράφτηκε τον Δεκέμβριο του 2009 κατέγραψε ότι τον προσέγγισε ο Μ.Ε.1 και τον ενημέρωσε ότι ήθελε να έχει σημαντικές ποσότητες σιτηρών για να γεμίσει τον ανελκυστήρα του λιμανιού, ο οποίος είχε κατασκευαστεί το 2004 και υποχρησιμοποιείτο. Όσον αφορά τη Δεύτερη Σύμβαση ο ίδιος είχε προσεγγίσει την Ενάγουσα με αίτημα να αλλαχθεί το συμβαλλόμενο μέρος της σύμβασης επειδή είχε ιδρυθεί η Εναγόμενη 1, η οποία συνιστούσε την πρώτη εμπειρία της εταιρείας Agrotrade στη διεξαγωγή συναλλαγών μέσω μίας αλλοδαπής οντότητας. Λόγω του κόστους διατήρησης και της φορολογικής επιβάρυνσης της αγγλικής εταιρείας δημιουργήθηκε άλλη εταιρεία στην Αυστρία. 

 

Ο ίδιος προέβη σε ανάλυση των συμβάσεων και κατέγραψε ότι αναφορικά με το Πρώτο Συμβόλαιο, το Τεκμήριο 10, στην σελίδα 4 υπάρχει η τηλεομοιοτυπική αναπαραγωγή της υπογραφής του Εναγόμενου 7, στην σελίδα 5 υπάρχει η τηλεομοιοτυπική αναπαραγωγή της υπογραφής του Εναγόμενου 7 και στην σελίδα 6 υπάρχει η προσωπική υπογραφή του Εναγόμενου 7 αλλά υπάρχει και η έγκριση της Vorona. Όσον αφορά το Δεύτερο Συμβόλαιο, Τεκμήριο 17, στη σελίδα 6 υπάρχει η προσωπική υπογραφή του Εναγόμενου 7 αλλά υπάρχει και η δική του έγκριση.

 

Υποστηρίζει ότι ουδέποτε είχαν ληφθεί οποιαδήποτε αιτήματα από την Ενάγουσα ή είχαν παρασχεθεί οποιεσδήποτε εγγυήσεις. Ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα είχε πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι η υπογραφή της σύμβασης από τον Εναγόμενο 7 δεν συνεπαγόταν την ανάληψη προσωπικής ευθύνης εκ μέρους του. Δήλωσε, ότι ουδέποτε ασκήθηκε οποιαδήποτε πίεση προς την Ενάγουσα για αγορά μεγαλύτερης ποσότητας καλαμποκιού. Αντίθετα, η Δεύτερη Σύμβαση υπογράφτηκε με όρους CPT ενώ η Τρίτη και Τέταρτη, μετά από διαβουλεύσεις με την Ενάγουσα, υπογράφτηκαν με ευνοϊκότερους όρους, ήτοι FOB. Αποτέλεσμα αυτού ήταν η Agrotrade να αναλάβει μεγαλύτερες υποχρεώσεις και κινδύνους και να συμφωνήσει να παράσχει μεγαλύτερη ποσότητα με αντάλλαγμα την αύξηση της τιμής.  Κατά τον δεδομένο χρόνο δεν μπορούσε η Agrotrade να επιβάλει την θέληση της σε ένα γίγαντα όπως η Nibulon, η οποία όχι μόνο εξήγαγε προϊόντα αλλά κατείχε και εγκαταστάσεις μεταφόρτωσης και είχε σημαντική εμπειρία στην διεθνή αγορά και σημαντική πολιτική επιρροή στην Ουκρανία. 

 

Όταν κατέστη προφανές ότι η Eναγόμενη 1 δεν θα μπορούσε να εκπληρώσει τους όρους της σύμβασης ημερ. 26/07/2010 επιστράφηκε στην Ενάγουσα το 100% της προκαταβολής. Τον Ιούλιο του 2010, που είχαν καταρτιστεί οι συμβάσεις, ήταν αδύνατο να προβλεφθεί η εισαγωγή ποσοστώσεων από το κράτος, η επακόλουθη αδυναμία εξαγωγών ή η σημαντική αύξηση των τιμών στις διεθνής αγορές. Η συγκεκριμένη ποσόστωση ήταν το γεγονός που αποτέλεσε τη βάση για τις απαιτήσεις της Ενάγουσας στο Διαιτητικό Δικαστήριο GAFTA. Κατά τη δική του άποψη διαφαίνεται, από τις δύο αποφάσεις GAFTA, ότι η Ενάγουσα προσπάθησε να διεκδικήσει τις απαιτήσεις της εναντίον του Ομίλου Agrotrade αλλά το δικαστήριο GAFTA κατέληξε ότι δεν είχαν προσκομιστεί ουσιαστικά αποδεικτικά στοιχεία για την προώθηση των συγκεκριμένων ισχυρισμών. Η Εναγόμενη 1 είχε συσταθεί τον Φεβρουάριο του 2010 και λίγο μετά είχε συναφθεί η Δεύτερη Σύμβαση με την Ενάγουσα, η οποία στη συνέχεια αντικαταστάθηκε από την Τρίτη και Τέταρτη Σύμβαση. Κατά τον δεδομένο χρόνο η Εναγόμενη 1 δεν διέθετε άλλα περιουσιακά στοιχεία πέραν του καταστατικού κεφαλαίου της. Σε συναλλαγές με τρίτα πρόσωπα η Εναγόμενη 1 ενεργούσε ως αντιπρόσωπος, για λογαριασμό και προς το συμφέρον, άλλων εταιρειών. Αρχικά εκ μέρους της AGT Trade Ltd (Μπελίζ) και στη συνέχεια για την Ursule Business SA (Παναμάς).  Για τις συγκεκριμένες αγορές και πωλήσεις η Εναγόμενη 1 εισέπραττε προμήθεια. Το γεγονός αυτό ουδέποτε απεκρύβει από την Ενάγουσα. Παρέπεμψε στα Τεκμήρια 93 και 94 για να υποδείξει ότι το συγκεκριμένο γεγονός δεν απεκρύβει.  

 

Αναφερόμενος στις ποσοστώσεις για γεωργικά προϊόντα, που είχαν καθοριστεί από το Υπουργικό Συμβούλιο της Ουκρανίας στις 04/10/2014, υποστήριξε ότι είχαν απευθυνθεί προς το Υπουργείο Οικονομικών της Ουκρανίας στο οποίο υποβλήθηκε αίτηση για ποσόστωση 76.040 τόνων.  Όμως ενημερώθηκαν ότι θα μπορούσαν να λάβουν ποσόστωση 16.000 τόνων. Ακόμη και για την Τρίτη Σύμβαση με την Ενάγουσα η συγκεκριμένη ποσόστωση ήταν ανεπαρκής. Ενημερώθηκε, ο Μ.Ε.1, για το συγκεκριμένο γεγονός, ο οποίος αρνήθηκε να δεχτεί οτιδήποτε λιγότερο από την ποσότητα που καταγραφόταν στην σύμβαση.  Αυτό έφερε τον Όμιλο Agrotrade σε δύσκολη θέση και μετά από νομική συμβουλή αποφασίστηκε ο τερματισμός της σύμβασης λόγω καθυστερημένης πληρωμής της προκαταβολής. Τα Δικαστήρια GAFTA όμως είχαν καταλήξει ότι ο συγκεκριμένος τερματισμός ήταν λανθασμένος αφού η 25/11/2010 ήταν η Ημέρα των Ευχαριστιών, που οι τράπεζες στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν εργάζονται και επηρεάζονται όλες οι συναλλαγές σε δολάρια Ηνωμένων Πολιτειών. Η Τρίτη Σύμβαση τερματίστηκε στις 02/12/2010 γιατί η Ενάγουσα παρέλειψε να καθορίσει σκάφος για μεταφορά των προϊόντων όπως απαιτείτο από την σύμβαση και η προκαταβολή των $3,3 εκατομμυρίων της επεστράφη μεταξύ 06/12/2010 και 10/12/2010 ενώ το υπόλοιπο ποσό επεστράφη τον Μάρτιο του 2012. Η Ενάγουσα επιχείρησε να εκτελέσει τη συγκεκριμένη απόφαση στην Αυστρία χωρίς όμως αποτέλεσμα. Δεν προσπάθησε να εγγράψει ή/και να εκτελέσει οποιαδήποτε από τις αποφάσεις GAFTA στην Κύπρο. Αντίθετα, χρησιμοποιώντας την επιρροή της στην Ουκρανία, κίνησε ποινική διαδικασία κατά των αξιωματούχων του Ομίλου. Καταλήγει ότι η Ενάγουσα, μέσω του Μ.Ε.1, προσπαθεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο και ότι το σημείωμα που κατατέθηκε από τον Μ.Ε.1, για να προωθήσει τον ισχυρισμό ότι αναγνωρίστηκε η Ενάγουσα ως θύμα σε ποινική υπόθεση, δεν υποστηρίζει τον συγκεκριμένο ισχυρισμό. 

 

Κατέθεσε ως Τεκμήριο 92 κατάλογο των 33 συμβάσεων που είχαν υπογραφτεί από την Ενάγουσα με τον όμιλο Agrotrade, ως Τεκμήριο 93 δέσμη εγγράφων που συμπεριλαμβάνουν και ενημερωτική επιστολή ημερ. 08/06/2012, ως Τεκμήριο 94 τη συμφωνία με την τράπεζα BNP Paribas ημερ. 05/10/2011 και ως Τεκμήριο 95 νομική γνωμάτευση ημερ. 07/01/2025 του γραφείου V.B. Partners ως έγγραφο στην κατοχή του.

 

Αντεξεταζόμενος υποστήριξε ότι εργάστηκε στον Όμιλο εταιρειών Agrotrade ως Αναπληρωτής Διευθυντής και στη συνέχεια ως Διευθυντής από το 2002 μέχρι το 2016 και από το 2006 ανέλαβε την θέση του Διευθυντή τριών εκ των εταιρειών του Ομίλου Agrotrade ενώ στην συνέχεια ανέλαβε ως εκτελεστικός διευθυντής του Ομίλου. Διευκρίνισε ότι είχε διοριστεί Διευθυντής της Εναγόμενης 6 από τον Εναγόμενο 7. Τα καθήκοντα του στη συγκεκριμένη θέση εμπεριείχαν την αγορά, πώληση και εξαγωγή αγροτικών προϊόντων και τον συντονισμό των εργασιών της επιχείρησης, ήτοι την περισυλλογή, την διατήρηση, την φύλαξη και την διάθεση των αγροτικών προϊόντων. Ο ίδιος λογοδοτούσε στον ιδιοκτήτη του Ομίλου, δηλαδή τον Εναγόμενο 7.  Ερωτηθείς για τον μισθό του ισχυρίστηκε ότι λάμβανε από $50.000 έως $150.000 τον χρόνο. Εξήγησε ότι οι αλλοδαπές εταιρείες διοικούνταν από την οικονομική διευθύντρια, την Olena Vorona και ότι κατά τον δεδομένο χρόνο δεν υπήρχε εκτελεστικός διευθυντής. Αναγνώρισε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4 και το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 50 ως εταιρείες τις οποίες γνώριζε και ανέφερε ότι μέχρι το 2016 όλες ανήκαν στον Εναγόμενο 7 χωρίς να μπορεί να καθορίσει το ποσοστό των μετοχών του.

 

Ερωτηθείς ισχυρίστηκε ότι δεν είχε εξουσιοδοτηθεί από τους Εναγόμενους 2, 3, 4, 6 και 7 για να δώσει μαρτυρία αλλά του είχε ζητηθεί να το πράξει από το νομικό σύμβουλο του Ομίλου, τον Borys Golovenko. Είχε βοηθηθεί στην μαρτυρία του από τον δικηγόρο των Εναγόμενων. Δεν διατέλεσε ποτέ αξιωματούχος ή διευθυντής της Εναγόμενης 1, η οποία ήταν εμπορική εταιρεία και δεν καλλιεργούσε οποιαδήποτε προϊόντα. Επέμενε στη θέση του ότι συνομιλούσε με τον Μ.Ε.1, κυρίως μέσω τηλεφώνου. Δεν γνώριζε κατά πόσο ο Εναγόμενος 7 είχε προσωπικές σχέσεις με τον Μ.Ε.1 ή με τον πατέρα του.  Όσον αφορά την μεσολάβηση του Μ.Ε.1, το 2008, για να εξασφαλιστεί άδεια παραμονής του Εναγόμενου 7 στην Ολλανδία ο ίδιος το είχε ενημερωθεί κατά την προετοιμασία του για τη συγκεκριμένη ακρόαση. 

 

Του υποδείχθηκαν τα Τεκμήρια 33, 34 και 35 πλην όμως ο ίδιος δήλωσε ότι δεν γνωρίζει οτιδήποτε σε σχέση με το περιεχόμενο τους. Υποστήριξε ότι δεν άρεσε στον Εναγόμενο 7 να του υποβάλλονται οποιεσδήποτε ερωτήσεις παρά μόνο ήθελε ο ίδιος να δίδει οδηγίες. Προώθησε τη θέση ότι ο Εναγόμενος 7 δεν τον είχε επισκεφτεί ποτέ στο γραφείο του και ως εκ τούτου δεν θα μπορούσε να είναι παρών σε οποιαδήποτε δική του συνομιλία με τον Μ.Ε.1. Ούτε και είχε διενεργηθεί οποιοδήποτε «conference call» μεταξύ των τριών. Παραδέχθηκε ότι υπήρξαν περιπτώσεις που ο ίδιος είχε ζητήσει την έγκριση του Εναγόμενου 7 για μία συγκεκριμένη συναλλαγή, αφού προέβαινε σε αγορές σε σχέση με όλες τις αγροτικές επιχειρήσεις. Ο ίδιος στόχευε να οργανώσει μία τράπεζα γης για τον Όμιλο Agrotrade και προς επίτευξη του συγκεκριμένου στόχου έψαχνε διάφορες επιχειρήσεις, τις ανέλυε και στη συνέχεια διαβίβαζε τις αναλύσεις ή τις εκθέσεις στον Εναγόμενο 7, ο οποίος είτε ενέκρινε είτε απέρριπτε την οποιαδήποτε αγορά. 

 

Σε σχέση με τη συμφωνία, Τεκμήριο 7 υποστήριξε ότι ο ίδιος είχε τηλεφωνήσει στον Μ.Ε.1, περί τα τέλη του 2009 που ξεκίνησαν οι διαπραγματεύσεις. Εξήγησε ότι δεν μπορεί να υπογραφτεί μία συμφωνία σιτηρών μετά από ένα μόνο τηλεφώνημα αλλά ενέχονται διαπραγματεύσεις και συζητήσεις για την τιμή, για τις εγκαταστάσεις διατήρησης στις οποίες θα μεταφερθεί το προϊόν καθώς και για τις προθεσμίες παράδοσης του προϊόντος. Δηλαδή, υπάρχουν αρκετά ζητήματα για τα οποία το κάθε μέρος επιδιώκει να πετύχει τους καλύτερους όρους για τον εαυτό του. Υποστήριξε ότι ποτέ δεν είχε επικοινωνήσει με τον Εναγόμενο 7 σε σχέση με την έγκριση των όρων της συμφωνίας Τεκμήριο 10 ή γενικά οποιασδήποτε συμφωνίας. Ερωτηθείς ανέφερε ότι σε σχέση με τις πρώτες συμφωνίες που είχαν ολοκληρωθεί η πληρωμή για την μεταφορά των προϊόντων από τις εγκαταστάσεις φύλαξης μέχρι το λιμάνι γινόταν με γρίβνα. Όσον αφορά το γεγονός της μη παράδοσης των 20.000 τόνων ερωτηθείς υποστήριξε ότι πιθανόν να οφείλεται σε ανανέωση της συμφωνίας παράδοσης ή της ύπαρξης συμπληρωματικής συμφωνίας που να τροποποιεί το χρόνο  παράδοσης μεταξύ της 1ης και 15ης Ιουλίου του 2010. Από ότι μπορούσε να θυμηθεί ο ίδιος είχε συμφωνήσει με τον Μ.Ε.1 την ανανέωση της περιόδου παράδοσης των προϊόντων για λόγους όμως που δεν μπορούσε να επαναφέρει στη μνήμη του. 

 

Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 17 το αναγνώρισε και προώθησε τη θέση ότι από όσο μπορούσε να θυμηθεί είχε προκύψει ανάγκη αντικατάστασης της Εναγόμενης 4 με την Εναγόμενη 1 και ο ίδιος είχε τηλεφωνήσει στον Μ.Ε.1 και του είχε ζητήσει όπως υπογραφτούν άλλα συμβόλαια. Υποστήριξε ότι η μόνη διαφορά που υπάρχει μεταξύ του Τεκμηρίου 17 με το Τεκμήριο 18 είναι οι όροι προμήθειας, ο όρος CPT αντικαταστάθηκε στο Τεκμήριο 18 με FOB. Επίσης είχε συμφωνηθεί με την Eνάγουσα η αύξηση της τιμής του συγκεκριμένου προϊόντος. Αρνήθηκε την υποβολή ότι η αναγκαιότητα αντικατάστασης είχε  προκύψει λόγω της μειωμένης ποσότητας. Υπέδειξε ότι και στις δύο συμφωνίες η παράδοση του προϊόντος είχε προγραμματιστεί για την 1η Νοεμβρίου μέχρι την 31η Δεκεμβρίου του 2010.  Λόγω των ποσοστώσεων που είχαν επιβληθεί από την κυβέρνηση υπήρξε αμοιβαία συμφωνία για να αυξηθεί η τιμή και να αλλαχθούν οι όροι της παράδοσης, γι΄ αυτό και υπογράφτηκαν νέα συμβόλαια. Όταν του υποβλήθηκε ότι δεν υπάρχει γραπτή συμφωνία που να αντικατοπτρίζει τα όσα ο ίδιος ανέφερε ισχυρίστηκε ότι υπάρχει συμφωνία και υπέδειξε τα Τεκμήρια 17 και 18 αναφέροντας ότι οι συγκεκριμένες συμφωνίες προέβλεπαν αυξημένη τιμή πώλησης και όρους μεταφοράς FOB. Επέμενε ότι είχε υπογραφτεί συμφωνία από τον διευθυντή της Εναγόμενης 1, Wolfgang Tindl. 

 

Υπέδειξε ότι οι συνομιλίες για αύξηση της τιμής του προϊόντος είχαν γίνει το καλοκαίρι του 2010 και όχι τον Οκτώβριο του 2010 και παραδέχθηκε ότι δεν είχαν παραδοθεί τα συγκεκριμένα προϊόντα που αφορούσαν τις δύο συμφωνίες. Προώθησε τη θέση ότι η κυβέρνηση είχε εισάξει περιορισμούς ποσοτήτων για σιτηρά, περί τις αρχές Οκτωβρίου του 2010 και παρά την υποβολή των εγγράφων για λήψη της συγκεκριμένης ποσόστωσης είχε ληφθεί έγκριση μόνο για 76.000 τόνων καλαμποκιού. Αρνήθηκαν να καταβάλουν την οποιαδήποτε μίζα έτσι ώστε να εγκριθεί η συνολική ποσότητα των σιτηρών που έπρεπε να παραδοθεί. Ο ίδιος έλαβε τηλεφώνημα από τον επικεφαλή του Τμήματος Μεταφορών του Υπουργείου Οικονομικών, στο οποίο τηλεφώνημα ενημερώθηκε ότι δεν θα μπορούσε να ληφθεί η αιτούμενη ποσότητα και ότι η ποσότητα που μπορούσε να κατανεμηθεί ανερχόταν σε 16.000 τόνους καλαμποκιού, συνεπώς δεν υπήρχε άλλη επιλογή πλην της πρότασης παράδοσης των 16.000 τόνων καλαμποκιού, όμως ο Μ.Ε.1 επέμενε ότι χρειαζόταν 50.000 τόνους. Ο ίδιος αναγκάστηκε να ενημερώσει τον Εναγόμενο 7, από τον οποίο έλαβε απάντηση και οδηγίες να λύσει το συγκεκριμένο πρόβλημα με τους νομικούς του Ομίλου Agrotrade και παράλληλα να προσπαθήσει να διαπραγματευθεί με τον Μ.Ε.1.

 

Ερωτηθείς παραδέχθηκε ότι λήφθηκε συμβουλή από τους εξωτερικούς νομικούς της  εταιρείας, η οποία ακολουθήθηκε και καταγγέλθηκε η Πρώτη Συμφωνία, η οποία αφορούσε καταβολή της προκαταβολής ύψους τριών εκατομμυρίων. Ο λόγος τερματισμού της συγκεκριμένης συμφωνίας ήταν γιατί η πληρωμή της προκαταβολής είχε θεωρηθεί ως εκπρόθεσμη, αφού το ποσό είχε ληφθεί στις 30/11/2010. Ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει πότε είχε κατατεθεί το συγκεκριμένο ποσό. Οι Εναγόμενοι θεώρησαν ότι το ποσό θα έπρεπε να είχε ληφθεί μέχρι τις 29/11/2010. Παραδέχθηκε ότι είχε ζητηθεί νομική συμβουλή πριν την καταβολή της προκαταβολής, συγκεκριμένα είχαν ληφθεί νομικές συμβουλές αναφορικά με τις ενέργειες και τα δικαιώματα της Εναγόμενης εταιρείας σε σχέση με το συγκεκριμένο συμβόλαιο στην περίπτωση που δεν καταβάλλετο η προκαταβολή έγκαιρα. Παραδέχθηκε επίσης ότι στην επιστολή, ως λόγος τερματισμού της σύμβασης, είχε καταγραφεί η μη έγκυρη καταβολή της προκαταβολής.  

 

Υποστήριξε ότι ο ίδιος είχε διαπραγματευθεί με την εταιρεία Dreyfus. Προώθησε δε τη θέση ότι κάποια συμβόλαια μπορούν να ολοκληρωθούν και να υπογραφούν εντός δύο ωρών ενώ κάποια άλλα απαιτούν βδομάδες διαπραγματεύσεων ή/και μήνες. Έχοντας υπόψη ότι δεν είχε ληφθεί πληρωμή από την Ενάγουσα, στις 30/11/2010, ο ίδιος διαπραγματεύθηκε με την Dreyfus την 01/12/2010 ή/και στις 02/12/2010 και το συμβόλαιο υπογράφτηκε στις 03/12. Εξήγησε, ότι ο ίδιος είχε καθήκον να τηρεί το σχέδιο του Ομίλου που αφορά τις πωλήσεις και καταρτίζεται μια φορά τον χρόνο. Αναφέρθηκε στον προϋπολογισμό του Ομίλου Agrotrade στον οποίο γίνεται πρόβλεψη για τις πωλήσεις, τις αγορές, τα έξοδα, τα έσοδα, τις ποσότητες οι οποίες πρέπει να καλλιεργηθούν και τις ποσότητες οι οποίες πρέπει να μεταφερθούν. Δηλαδή, την κάθε λεπτομέρεια της δραστηριότητας και της λειτουργίας του Ομίλου. Το σχέδιο που αφορούσε το συγκεκριμένο εμπορικό έτος υπογράφτηκε την 1η Ιουλίου μέχρι τις 30 Ιουνίου και δεν τροποποιήθηκε ποτέ. Προώθησε την άποψη ότι το συγκεκριμένο σχέδιο δεν επιδέχετο οποιασδήποτε τροποποίησης μετά την υπογραφή του. Παραδέχθηκε, ότι σκοπός του Ομίλου ήταν το κέρδος. Επίσης παραδέχθηκε ότι η Ενάγουσα ήταν ένας πολύ καλός συνεργάτης του Ομίλου Agrotrade, όμως απαιτούσε την παράδοση όλης της ποσότητας κάτι που ο Όμιλος Agrotrade αδυνατούσε να διεκπεραιώσει. Γι΄ αυτό και ζητήθηκε νομική συμβουλή από το αρμόδιο τμήμα της εταιρείας. 

 

Ερωτηθείς ανέφερε ότι η οικονομική διευθύντρια των εταιρειών που δεν ήταν εγγεγραμμένες στην Ουκρανία, όπως οι Εναγόμενες 1 και 5, ήταν η Olena Vorona.  Διευκρίνισε ότι τα άτομα που καταγράφει στην παράγραφο 31 της δήλωσής του είναι τα άτομα που διαχειρίζονται τις εξωτερικές δραστηριότητες στις οποίες ο Όμιλος Agrotrade είναι μέλος. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 23, που αφορά ηλεκτρονική επικοινωνία μεταξύ της Ενάγουσας και του Ομίλου Agrotrade, υποστήριξε ότι Grinchenko χειριζόταν την Εναγόμενη 1 από την Ουκρανία. Εξήγησε ότι λόγω του γεγονότος ότι η εταιρεία AGT θα εκκαθαριζόταν το Διοικητικό Συμβούλιο του Ομίλου είχε λάβε απόφαση να ιδρυθεί άλλη εταιρεία, της οποίας να είναι μέτοχος ο Εναγόμενος 7. Ερωτηθείς διευκρίνισε ότι μπορεί η Εναγόμενη 4 να ήταν μέτοχος της Εναγόμενης 1 όμως ο τελικός δικαιούχος της είναι ο Εναγόμενος 7. Όσον αφορά την πώληση της Εναγόμενης 5 ήταν η δική του θέση ότι είχε πωληθεί σε ένα επιχειρηματία από το Χάρκοβο και στη συνέχεια είχε εκκαθαριστεί. Δεν γνώριζε ποιος αποφάσιζε το ποιοι θα διορίζονταν διοικητικοί σύμβουλοι. Διευκρίνισε ότι σε σχέση με όλες τις εταιρείες εκτός Ουκρανίας υπεύθυνη ήταν η Olena Vorona. Ο ίδιος γνώριζε μόνο μέσω ποιας εταιρείας να διεκπεραιώσει συγκεκριμένες συναλλαγές και δραστηριότητες.

 

Με αναφορά στα Τεκμήρια 51, 51Α και 51Β και συγκεκριμένα το Τεκμήριο 51Α υποστήριξε ότι η Εναγόμενη 1 ήταν πράκτορας της εταιρείας Ursule και ήταν σίγουρος ότι οι συγκεκριμένοι αριθμοί που καταγράφονται στο τεκμήριο αφορούν τα χρεωστικά υπόλοιπα της εταιρείας, τις πιστώσεις καθώς και τα δάνεια τα οποία είχε λάβει η εταιρεία από την BNP ή από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Αναδιάρθρωσης. Υποστήριξε ότι τα συγκεκριμένα δεν συνιστούσαν περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας, αφού ήταν λεφτά που ανήκαν σε τρίτους. Τα συγκεκριμένα λεφτά δεν μπορούσε να τα διαχειριστεί η εταιρεία αφού ήταν λεφτά των τραπεζών καθώς και των αγοραστών σιτηρών. Διευκρίνισε ότι ο ίδιος δεν έχει γνώσεις λογιστικής. Σύμφωνα με τη δική του αντίληψη η Εναγόμενη 1 ήταν πράκτορας της εταιρείας Ursule και ενεργούσε και λειτουργούσε εκ μέρους της. Η Εναγόμενη 1 δεν είχε ποτέ κανένα περιουσιακό στοιχείο δικό της, εκτός από το κεφάλαιο της και λειτουργούσε αποκλειστικά με βάση την προμήθεια από την πώληση σιτηρών. Όταν του υποβλήθηκε ότι δόθηκαν δάνεια από την Εναγόμενη 1 σε συνδεδεμένες εταιρείες του ομίλου ήταν η δική του θέση ότι τα $36 εκατομμύρια δεν συνιστούσαν προμήθεια αλλά χρηματική ροή από τον κύκλο εργασιών. Προώθησε την άποψη ότι η Ενάγουσα γνώριζε για τις σχέσεις των εταιρειών του ομίλου Agrotrade, αφού η συγκεκριμένη πληροφόρηση είναι προσβάσιμη σε όλους. Με αναφορά στα Τεκμήρια 13 και 14 αναγνώρισε τις υπογραφές του διευθυντή της Εναγόμενης 1 και του Εναγόμενου 7 όμως λόγω του ότι δεν μπορούσε να αντιληφθεί αγγλικά δεν γνώριζε το περιεχόμενο τους. Επέμενε, παρόλο που δεν μπορούσε να αναγνώσει το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 13 και 14, ότι υπήρχε σχέση αντιπροσώπευσης μεταξύ της Εναγόμενης 1 και της Εναγόμενης 5. 

Ήταν η δική του θέση ότι λήφθηκε δάνειο από την ΒΝΡ Paribas, το οποίο ξοφλήθηκε.  Παράλληλα παραδέχθηκε ότι η οφειλή προς την Ενάγουσα, η οποία προέκυψε από τις αποφάσεις GAFTA, δεν έχει εξοφληθεί. Ερωτηθείς γιατί ξοφλήθηκε το συγκεκριμένο δάνειο πριν την εκκαθάριση της εταιρείας προώθησε την άποψη ότι ήταν η πολιτική της εταιρείας να εξοφλά τα τραπεζικά δάνεια γιατί μετά δεν θα μπορούσε ο Όμιλος να διασφαλίσει την χορήγηση δανείων. Ανέφερε ότι υπήρχε και υποθήκη στο δάνειο, η οποία ήταν δύο φορές μεγαλύτερη από το δάνειο που λήφθηκε και αφορούσε τα περιουσιακά στοιχεία των ουκρανικών εταιρειών. Εξήγησε, ότι παρόλο που το συγκεκριμένο δάνειο είχε εκταμιευθεί μετά την παρέλευση 2 – 3 ωρών τα χρήματα διοχετεύτηκαν για την αγορά αγροτικών προϊόντων. Τα συγκεκριμένα λεφτά ήταν στοχευμένα και καταβλήθηκαν για το σκοπό που λήφθηκαν και ως εκ τούτου, ήταν ο δικός του ισχυρισμός ότι δεν θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν προς εξόφληση των αποφάσεων GAFTA. 

 

Όσον αφορά τον Ielefteriadi, στον οποίο πωλήθηκε η Εναγόμενη 1, ανέφερε ότι τον γνώριζε προσωπικά αφού είχε συνεργαστεί με τον Όμιλο χωρίς όμως να του καταβληθεί οποιοσδήποτε μισθός. Ήταν σίγουρος ότι δεν τελούσε διοικητικός σύμβουλος σε εταιρείες του Ομίλου. Υπέδειξε ότι τη συγκεκριμένη συμφωνία με τον Ielefteriadi την χειρίστηκαν οι νομικοί σύμβουλο του Ομίλου, οι οποίοι είχαν δώσει νομική συμβουλή ότι η πώληση της συγκεκριμένης εταιρείας ήταν η πιο συμφέρουσα επιλογή παρά η εκκαθάριση της ή διατήρησή της εν ζωή. Όσον αφορά την νομική γνωμάτευση του αγγλικού οίκου Baker & McMenzie προώθησε τη θέση ότι, όπως του είχε μεταφραστεί του ιδίου, σ΄αυτήν υποδεικνύετο ότι υπήρχε ψηλός κίνδυνος φορολογικής υποχρέωσης. Το τελευταίο πράγμα που επιθυμούσε ο Όμιλος ήταν να έχει προβλήματα με τα φορολογικά τμήματα της Ουκρανίας. Όταν του ζητήθηκε να παρουσιάσει τη συμβουλή που είχε ληφθεί από το νομικό τμήμα του Ομίλου υποστήριξε ότι την συγκεκριμένη περίοδο δεν τηρούνταν πρακτικά και ότι το διοικητικό συμβούλιο είχε συζητήσει προφορικά το περιεχόμενο της νομικής γνωμάτευσης και ακολούθως είχε εφαρμοστεί η απόφαση. Παραδέχθηκε, ότι ο Εναγόμενος 7 ήταν ο μόνος που μπορούσε να υπογράφει για την εταιρεία AGT Trade Ltd. 

 

Ερωτηθείς αναφορικά με την διάλυση της εταιρείας AGT Trade ήταν η δική του θέση ότι η συντήρηση της ήταν πολύ ακριβή και η φορολογία της Μεγάλης Βρετανίας δυσβάστακτη. Συμφώνησε ότι υπήρχαν αποφάσεις GAFTA εναντίον της εταιρείας AGT Trade Ltd, όμως δεν γνώριζε κατά πόσο οι συγκεκριμένες αποφάσεις είχαν εφεσιβληθεί. Ήταν σίγουρος ότι η εταιρεία AGT είχε εκκαθαριστεί χωρίς οποιεσδήποτε απαιτήσεις εναντίον της.  Δεν μπορούσε να απαντήσει πότε είχε εκκαθαριστεί ή κατά πόσο οι αποφάσεις GAFTA περιλήφθηκαν στις λίστες των χρεωστών της συγκεκριμένης εταιρείας. Όταν του ζητήθηκε να αναγνωρίσει την υπογραφή του Εναγόμενου 7 στα τεκμήρια την αναγνώρισε στα Τεκμήρια 10, 13, 17, 18, 19, 44, 45, 93 και 94. Όσον αφορά τις Οικονομικές Καταστάσεις του Ομίλου γνώριζε ότι ετοιμάζονταν από το οικονομικό τμήμα όμως δεν γνώριζε ποιος τις υπέγραφε. Ο ρόλος του περιοριζόταν στο να διασφαλίζει ότι είναι κερδοφόρα η συγκεκριμένη εταιρεία. Διευκρίνισε, ότι ο Εναγόμενος 7 είναι ο δικαιούχος του Ομίλου και ότι η μόνη του εμπλοκή ήταν να ελέγχει τις Οικονομικές Καταστάσεις και τα έσοδα των εταιρειών του Ομίλου επί μηνιαίας βάσης. Δεν ασχολήθηκε ποτέ με την εμπορική δραστηριότητα του Ομίλου ή με τις παραγωγικές εγκαταστάσεις ή με λειτουργικά θέματα όπως την καλλιέργεια ή την διατήρηση των αγροτικών προϊόντων. 

 

Μαρτυρία δόθηκε και από τον Maksym Lopin, Μ.Υ.2, ο οποίος είναι διπλωματούχος στον προγραμματισμό πληροφοριακών συστημάτων. Παρέθεσε τις θέσεις του σε γραπτό κείμενο, το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο 5. Κατέγραψε ότι ξεκίνησε να εργάζεται στον Όμιλο Agrotrade τον Νοέμβριο του 2006 ως εσωτερικός λογιστής – οικονομολόγος και έδινε αναφορά στην οικονομική διευθύντρια, την Olena Vorona.  Μεταξύ των καθηκόντων του ήταν ο επιχειρησιακός έλεγχος των χρηματοοικονομικών δαπανών και η ανάλυση των διοικητικών εκθέσεων. Από το 2007 μεταξύ των καθηκόντων του ήταν η ετοιμασία των προϋπολογισμών του Ομίλου, συμπεριλαμβανομένης και της διαμόρφωσης ενοποιημένου συστήματος κατάρτισης προϋπολογισμού για τον Όμιλο, η επίβλεψη του σχεδιασμού προϋπολογισμού για όλες τις επιχειρήσεις του Ομίλου και η ανάλυση και αναφορά περί της πραγματικής απόδοσης του προϋπολογισμού. Από το 2009 επέβλεπε την προετοιμασία των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων για όλες τις ουσιώδεις εταιρείες του Ομίλου. Από το 2017 είναι Διευθυντής του Τμήματος Προγραμματισμού και Αναφορών με καθήκοντα την προετοιμασία και τον συντονισμό της διαδικασίας κατάρτισης προϋπολογισμού σε όλα τα τμήματα, την επίβλεψη της προετοιμασίας και την παρουσίαση των οικονομικών καταστάσεων καθώς και την διοίκηση και καθοδήγηση της ομάδας σχεδιασμού. Ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε επικοινωνία με τον Εναγόμενο 7, πλην του μηνιαίου πίνακα που του διαβίβαζε στον οποίο υπήρχε σύγκριση των προϋπολογισμένων στοιχείων του Ομίλου με την πραγματική απόδοση. Η διοίκηση του Ομίλου, την περίοδο 2010 – 2016, πραγματοποιείτο από τον Mikola Grinchenko και την Olena Vorona και μετά την αποχώρηση του Grinchenko η Vorona έγινε COF.

 

Προώθησε τη θέση ότι από το 2009 ο όμιλος χρησιμοποιούσε το μοντέλο εμπορίας Principal – Agent για την πώληση σιτηρών σε πελάτες. Μεταξύ των εταιρειών που συμμετείχαν στο συγκεκριμένο μοντέλο ήταν και η AGT Trade Ltd του Ηνωμένου Βασιλείου, η οποία ιδρύθηκε στις 25/07/2006. Το συγκεκριμένο μοντέλο επισημοποιήθηκε μέσω συμφωνιών εμπορικής αντιπροσωπείας μεταξύ του αντιπροσώπου και του εντολέα. Διαφαίνεται και στις οικονομικές καταστάσεις της AGT Trade Ltd (UK) για τα έτη 2008 – 2010. Τα στοιχεία που περιέχονται στις συγκεκριμένες καταστάσεις αποκαλύπτουν ότι ο ετήσιος κύκλος εργασιών της AGT Trade Ltd (UK) ήταν σημαντικά χαμηλότερος από την αξία των εμπορευμάτων που μεταφέρθηκαν με ένα μόνο πλοίο. Ο κύκλος εργασιών της ήταν $200.000 το 2007 με 2008, $90.000 το 2008 με 2009 και $70.000 το 2009 με 2010. Ανάλυση των οικονομικών καταστάσεων επιβεβαιώνει ότι το εισόδημα της συγκεκριμένης εταιρείας προήλθε από δραστηριότητες που βασίζονται σε προμήθειες και όχι από την πώληση αγαθών. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται και από την απουσία του στοιχείου «Κόστος πωλήσεων/αγαθών». Ισχυρίστηκε ότι η συγκεκριμένη εταιρεία δεν κατείχε ποτέ αγαθά αλλά ενεργούσε αποκλειστικά ως μεσάζων εφαρμόζοντας το συγκεκριμένο μοντέλο. Το 2009 αποφασίστηκε από τον Όμιλο η μεταφορά του εμπορικού μοντέλου σε άλλες δικαιοδοσίες εξ΄ ου και συστάθηκε η Εναγόμενη 5 στον Παναμά και η BS Commodities GmbH, η οποία αργότερα μετονομάστηκε σε BSC GmbH, στην Αυστρία. 

 

Όσον αφορά τις συναλλαγές με την Ενάγουσα, σύμφωνα με τις συμφωνίες Τεκμήρια 20 και 21, η λειτουργία του εμπορικού μοντέλου Agency – Principal έπρεπε να εκτελεστεί ως ακολούθως: Η Εναγόμενη 1 θα πωλούσε σιτηρά στην Ενάγουσα με την οποία συνήψε τις συμβάσεις και ακολούθως η Εναγόμενη 1 θα τιμολογούσε σύμφωνα με τους όρους της συγκεκριμένης σύμβασης. Η Εναγόμενη 1 είχε συνάψει σύμβαση αντιπροσωπείας /εντολοδόχου αρχικά με την ΑGT Trade και στη συνέχεια με την Εναγόμενη 5. Ο εντολέας είχε αναλάβει την υποχρέωση να παράσχει κεφάλαια στην Εναγόμενη 1 για την αγορά αγαθών. Σε σχέση με την πώληση των αγαθών η Εναγόμενη 1 θα δικαιούτο να εισπράττει από τον εντολέα προμήθεια 0,05% για τις αγορές που θα πραγματοποιούσε ως αντιπρόσωπος του εντολέα και 0,04% για τις πωλήσεις. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όταν δεν εκπληρώθηκαν οι συμβάσεις με την Ενάγουσα οι δικηγόροι της Εναγόμενης 1 είχαν επιστρέψει την προκαταβολή που είχε δοθεί, στην Εναγόμενη 1 από την Ενάγουσα. Καταβλήθηκε απευθείας από την Εναγόμενη 1, μέσω των δικηγόρων της και δεν είχε ανάμειξη οποιοσδήποτε υπάλληλος ή ο Εναγόμενος 7 με την επιστροφή της προκαταβολής.  Λόγω των καθηκόντων του στο οικονομικό τμήμα του Ομίλου Agrotrade γνώριζε ότι οι 17 συμβάσεις που συνήψε η Ενάγουσα με την AGT Trade Ltd (UK) ήταν υπό την ιδιότητά της ως αντιπροσώπου. 

 

Καταγράφει ότι το 2012 ο Όμιλος Agrotrade διενήργησε διαπραγματεύσεις με την EBRD αναφορικά με την σύναψη συμφωνίας διευκόλυνσης ύψους $23 εκατομμυρίων. Ο ίδιος δεν συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις όμως από τα έγγραφα γνώριζε ότι η ύπαρξη της Εναγόμενης 5, η οποία είχε συσταθεί στον Παναμά, ήταν κάτι που η EBRD επιθυμούσε όπως αλλάξει. Η συγκεκριμένη εταιρεία αρχικά μεταφέρθηκε στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους. Λόγω της διαφοράς που προέκυψε στη συνέχεια με την Ενάγουσα και την συμπερίληψης της Εναγόμενης 1 στον κατάλογο κακοπληρωτών GAFTA, δημιουργήθηκε μία νέα εταιρεία, η Intergraine SA, στην Ελβετία, η οποία ήταν αποδεκτή από την EBRD.  Κατέστη σαφές ότι υπήρχαν βάσιμοι εμπορικοί λόγοι για την αναδιάρθρωση των εμπορικών οχημάτων του Ομίλου Agrotrade, όπως καθόριζαν τα όσα συμφωνήθηκαν μεταξύ του Ομίλου και της EBRD. Η μετεγκατάσταση στην Ελβετία ήταν μία έγκυρη εμπορική απόφαση εκ μέρους του Ομίλου Agrotrade. Όσον αφορά την Εναγόμενη 1, αμέσως πριν την σύμβαση με την Ενάγουσα, δεν κατείχε οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία ούτε και είχε υποχρεώσεις πλην από το μετοχικό της κεφάλαιο. Κατά τη δική του άποψη η Ενάγουσα δεν άσκησε τη δέουσα επιμέλεια και ουδέποτε είχε ζητήσει εγγυήσεις καλής εκτέλεσης από τον Όμιλο Agrotrade ή από τον Εναγόμενο 7 καθ΄όλη τη διάρκεια της συνεργασίας. Από τις οικονομικές καταστάσεις της Εναγόμενης 1 αποκαλύπτεται ότι ουδέποτε ήταν βιώσιμη. Διαφαίνονται τα χρέη της εταιρείας, οι μελλοντικές απαιτήσεις καθώς και τα ίδια κεφάλαια των μετόχων. Η χρηματοδότηση της Εναγόμενης 1 προέκυπτε από τα κεφάλαια που χορηγήθηκαν από τον εντολέα της για επιχειρηματικές δραστηριότητες, από προπληρωμές για αγαθά και από χρηματοδοτήσεις από πιστωτικά ιδρύματα όπως την BNP Paribas. Όσον αφορά τα δάνεια που χορήγησε η Εναγόμενη 1 στην AGT Capital Management προώθησε τη θέση ότι αυτό έγινε υπό συνθήκες ανταγωνισμού και προέβλεπαν την καταβολή τόκων. Προκύπτει ότι η Εναγόμενη 1 έλαβε άτοκα χρήματα από την Εναγόμενη 5 και τα μεταβίβασε στην Εναγόμενη 4 έναντι επιτοκίου 4,5%. Κατά τη δική του άποψη δεν υπήρξε απογύμνωση των περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης 1 αντίθετα, με τον συγκεκριμένο τρόπο, είχε εξευρεθεί ένας μηχανισμός για την χρηματοδότηση της Εναγόμενης 1. Επισήμανε ότι μετά την καταχώρηση της Εναγόμενης 1 στον κατάλογο κακοπληρωτών GAFTA αυτή ήταν καταδικασμένη, όσον αφορά συναλλαγές, αφού η BNP αρνήθηκε να συνεχίσει να την χρηματοδοτεί. 

 

Κατέθεσε ως Τεκμήριο 96(Α) τις Οικονομικές Καταστάσεις της εταιρείας AGT Trade Ltd για το 2008, ως Τεκμήριο 96(Β) τις Οικονομικές Καταστάσεις για το 2009 και ως Τεκμήριο 96(Γ) τις Οικονομικές Καταστάσεις για το 2010. 

 

Αντεξεταζόμενος υποστήριξε ότι το πτυχίο του περιλαμβάνει «αρχικές» γνώσεις λογιστικής και ότι με αυτό το πτυχίο μπορεί να δουλέψει ως λογιστής στην Ουκρανία αλλά όχι σε άλλες χώρες. Διευκρίνισε ότι ο ίδιος εργαζόταν για την νομική οντότητα Agrotrade Capital, την Εναγόμενη 6, η οποία εταιρεία δεν είχε οποιαδήποτε έσοδα για να του καταβάλει τον μισθό του αφού δεν διεξάγει οποιαδήποτε επιχειρηματική ή/και εμπορική δραστηριότητα διότι κατέχει μόνο κεφάλαια και ότι ουσιαστικά εργοδοτείται από τον Όμιλο Agrotrade. Ερωτηθείς διευκρίνισε ότι είχε τον έλεγχο ή/και συμμετείχε στην παρακολούθηση της οικονομικής δραστηριότητας των Εναγόμενων εταιρειών 1, 3, 4, 5 και 6. Μεταξύ των καθηκόντων του ήταν ο έλεγχος των οικονομικών εξόδων και η ανάλυση των οικονομικών καταστάσεων κάποιων από τις εταιρείες του Ομίλου. Ισχυρίστηκε ότι παρακολουθούσε και ενημέρωνε όταν οι πραγματικοί αριθμοί υπερέβαιναν τον ετήσιο προϋπολογισμό. Όταν του υποδείχθηκαν τα Τεκμήρια 38 και 74 τα αναγνώρισε ως τις Ενοποιημένες Οικονομικές Καταστάσεις του Ομίλου για το 2014. Αποδέχτηκε ότι στο Τεκμήριο 38 η Εναγόμενη 1 είναι κατεγραμμένη ενώ στο Τεκμήριο 74 δεν συμπεριλαμβάνεται.  Προέβη στην ίδια διαπίστωση σε σχέση με τα Τεκμήρια 70 και 75 που αφορούν τις Eνοποιημένες Oικονομικές Kαταστάσεις του Ομίλου για το 2013. Από ότι μπορούσε να θυμηθεί υπήρχε ένα και μοναδικό σετ ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων και δεν μπορούσε να τοποθετηθεί στην ερώτηση γιατί υπήρχαν δύο διαφοροποιημένα σετ οικονομικών καταστάσεων. Εξήγησε, ότι η πρακτική που εφαρμοζόταν ήταν να ετοιμάζονται οι οικονομικές καταστάσεις από ομάδα του Ομίλου για την εταιρεία Baker Tilly με αποκωδικοποίηση των αριθμών. Ακολούθως, ελέγχονταν από την Baker Tilly και μετά τον συγκεκριμένο έλεγχο υπογράφονταν από τον οικονομικό διευθυντή του Ομίλου που, κατά τον δεδομένο χρόνο, ήταν η Olena Vorona. Υποστήριξε ότι οι ελεγκτές εκδίδουν γνωμάτευση σε σχέση με το κατά πόσον η κάθε οικονομική κατάσταση έχει ετοιμαστεί σύμφωνα με τα πρότυπα. Ερωτηθείς ανέφερε ότι οι Οικονομικές Καταστάσεις του Ομίλου δεν δημοσιοποιούνται πριν την τελική τους έγκριση και ότι δημοσιοποιούνται στην ιστοσελίδα μόνο σε περίοδο που η οποιαδήποτε εταιρεία εκδίδει ομόλογα. Ισχυρίστηκε ότι τα έτη 2013 και 2014 πιθανόν να είχαν εκδοθεί ομόλογα. Αρνήθηκε την υποβολή ότι είχαν διορθωθεί οποιαδήποτε λάθη στις οικονομικές καταστάσεις και προώθησε την άποψη ότι η εταιρεία BSC ποτέ δεν είχε αφαιρεθεί από τις οικονομικές καταστάσεις. Βλέποντας την διαφοροποίηση στις δύο, διαφορετικές, δέσμες Οικονομικών Καταστάσεων, υποστήριξε ότι δεν μπορούσε να σχολιάσει και περαιτέρω ανέφερε ότι είχαν ετοιμαστεί το 2014 και κατά τον δεδομένο χρόνο στην Ουκρανία υπήρχαν δεδομένα όπως το περιστατικό παγκόσμιου ιού. Ο ίδιος είχε στην κατοχή του την ηλεκτρονική εκδοχή των Οικονομικών Καταστάσεων όπου δεν υπάρχει η γραμμή που αφορά την BSC αλλά υπάρχει στην παράγραφο 2.4 των Ενοποιημένων Καταστάσεων η συγκεκριμένη εταιρεία. Παραδέχθηκε ότι κατά τον επίδικο χρόνο ήταν υπεύθυνος για την ετοιμασία των καταστάσεων πλην όμως δεν μπορούσε να εξηγήσει την ύπαρξη δύο διαφορετικών σετ ενοποιημένων καταστάσεων. Όταν του υποδείχθηκε εκ νέου το Τεκμήριο 38 αναγνώρισε επί του τεκμηρίου την υπογραφή του ελεγκτή. Όμως επέμενε στη θέση του ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει κατά πόσο πράγματι οι οικονομικές καταστάσεις που του υποδείχθηκαν είχαν ληφθεί από την ιστοσελίδα του Ομίλου Agrotrade. Ανέφερε ότι η Olena Vorona εγκατέλειψε τον Όμιλο το 2024. 

 

Απαντώντας σε ερώτηση που του τέθηκε υποστήριξε ότι οι προϋπολογισμοί και οι δείκτες του προϋπολογισμού υπολογίζονταν και αποφασίζονταν πριν από τις 25 του κάθε επόμενου μήνα, αφού η εμπορική οικονομική χρονιά, της κάθε εταιρείας του Ομίλου, διαρκεί από την 01/07 έως τις 30/06 του επόμενου έτους. Ο προϋπολογισμός διαβιβαζόταν στον Εναγόμενο 7 και στην Olena Vorona. Ο Grichenko έβλεπε τον προϋπολογισμό πριν την αποστολή του. Ανέφερε ότι κάθε μήνα καταρτιζόταν προϋπολογισμός και ότι ο ετήσιος προϋπολογισμός αποτελείτο από τους μηνιαίους προϋπολογισμούς. Ο συγκεκριμένος προϋπολογισμός αφορούσε έσοδα και έξοδα. Ερωτηθείς πώς επεξηγήθηκε στον προϋπολογισμό το ποσό που αφορούσε τα προϊόντα που έπρεπε να αγοραστούν για την Ενάγουσα και τελικά δεν αγοράστηκαν, ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος αντικατοπτρίζει, στον μηνιαίο προϋπολογισμό, τις ολοκληρωμένες συναλλαγές, ήτοι τα λεφτά που κυκλοφορούν ως κεφάλαιο. Ο ίδιος είχε πρόσβαση και παρακολουθούσε τις πωλήσεις, τις συμβάσεις καθώς και την πίστωση χρημάτων. Προώθησε τη θέση ότι η επιστροφή ή η παραλαβή προκαταβολής συνιστά εμπορική δραστηριότητα και σε σχέση με αυτού του είδους τις οικονομικές δραστηριότητες όλες οι αποφάσεις λαμβάνονται από το εμπορικό τμήμα στο οποίοι εργοδοτείτο ο Grichenko. Υποστήριξε περαιτέρω ότι το ποσό που καταβλήθηκε στις 03/12/2016 από την Dreyfus είχε περιληφθεί στον δικό τους λογαριασμό και οι δύο συναλλαγές φαίνονται ξεχωριστά, δηλαδή η συναλλαγή της παραλαβής των χρημάτων και η συναλλαγή της καταβολής των χρημάτων. Όταν του υποβλήθηκε ότι με το εισπραχθέν ποσό από την Dreyfus είχε επιστραφεί η προκαταβολή που είχε καταβληθεί από την Ενάγουσα υποστήριξε ότι μπορούσαν να λάβουν δάνειο από τον Όμιλο για την επιστροφή της συγκεκριμένης προκαταβολής.   

 

Με αναφορά στα Τεκμήρια 39 και 76 διευκρίνισε ότι η υπογραφή του Εναγόμενου 7 είναι τηλεομοιοτυπική όμως δεν αμφισβήτησε την εγκυρότητα των πληροφοριών που περιείχαν τα δύο τεκμήρια. Εξήγησε ότι η υπογραφή είχε τεθεί με τον συγκεκριμένο τρόπο γιατί ο ιδιοκτήτης του Ομίλου έλειπε και οι τράπεζες απαιτούσαν την υπογραφή των εγγράφων. Λόγω του ότι ο Εναγόμενος 7 έλειπε μονίμως λήφθηκε απόφαση όπως η υπογραφή του τοποθετείται σε όλα τα έγγραφα τηλεομοιοτυπικά. Υποστήριξε ότι το οργανόγραμμα του Ομίλου έχει κατατεθεί ως Τεκμήριο 4. Ερωτηθείς, δεν μπορούσε να καθορίσει πότε είχε ξεκινήσει να λειτουργεί το μοντέλο «Principal – Agent» όμως μπορούσε ν’ αναφέρει ότι όταν προσλήφθηκε στην εταιρεία το συγκεκριμένο μοντέλο ήταν σε εφαρμογή σε σχέση με την εταιρεία του Μπελίζ και την εταιρεία του Ηνωμένου Βασιλείου. Σύμφωνα με τα όσα τους είχαν λεχθεί ο εντολέας θα έπρεπε να είναι πάντοτε μία εταιρεία με ελάχιστη φορολογική φόρτιση ενώ ο αντιπρόσωπος μπορούσε να είναι οποιαδήποτε εταιρεία η οποία γινόταν αποδεκτή από τους αγοραστές των προϊόντων. Διευκρίνισε ότι και οι δύο εταιρείες ανήκαν στον Όμιλο. Υποστήριξε ότι όσον αφορά τους όρους της συμφωνίας, Τεκμήριο 13, αυτοί είχαν τύχει επεξεργασίας από το νομικό τμήμα του Ομίλου. Σε σχέση με το ύψος της προμήθειας υποστήριξε ότι αυτό υπολογιζόταν συγκρινόμενο με τα έξοδα τα οποία θα είχε η εταιρεία για να υλοποιήσει τους όρους. Η προμήθεια υπολογιζόταν μία φορά στην αρχή και στη συνέχεια, με βάση την συγκεκριμένη προμήθεια, συνεχίζονται οι εργασίες. Ερωτηθείς ισχυρίστηκε ότι η Ενάγουσα όφειλε να καταβάλλει τα χρήματα στο λογαριασμό του αντιπροσώπου. Όταν όμως του υποβλήθηκε ότι η Ενάγουσα γνώριζε μόνο τον αντιπρόσωπο, ήτοι τον agent, ισχυρίστηκε ότι εξαρτάται και από τις γνωριμίες μεταξύ των εταιρειών. Υποστήριξε ότι το συγκεκριμένο σχέδιο συνεργασίας είχε προωθηθεί από την Ενάγουσα, η οποία είχε συνεργαστεί με τον Όμιλο πολύ στενά και τους δίδαξε πολλά αφού ο Όμιλος Agrotrade, κατά το δεδομένο χρόνο, ήταν μικρός. Το συγκεκριμένο μοντέλο είχε κοινοποιηθεί γραπτώς και στις τράπεζες BNP Paribas και στην Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανάπτυξης. Αποδέχθηκε ότι το συγκεκριμένο μοντέλο είχε δημιουργηθεί για φορολογικούς σκοπούς μεταξύ δύο εταιρειών του ίδιου Ομίλου. 

 

Με αναφορά στις Οικονομικές Καταστάσεις του 2010, το Τεκμήριο 96(Γ), υπέδειξε ότι το οφειλόμενο προς την Εναγόμενη 1 ποσό ανερχόταν στις $936.000, δηλαδή η AGT Trade χρωστούσε στην AGT Beliz $936.000. Διευκρίνισε, ότι το ποσό που οφειλόταν στην AGT Trade ανερχόταν σε $9.950.000. Ισχυρίστηκε ότι ο συγκεκριμένος ισολογισμός ήταν μία φωτογραφία της στιγμής και περαιτέρω υποστήριξε ότι η AGT είχε να λαμβάνει από τους χρεώστες της $24.855.000. Ερωτηθείς πώς είχε αποκτήσει η AGT τα συγκεκριμένα ποσά, ενόψει του ότι ο κύκλος εργασιών της ήταν μόνο $80.000, παρέπεμψε στο γεγονός ότι υπάρχει υπερανάληψη στην Τράπεζα και παραχώρηση δανείου ύψους $24.000.000 από την τράπεζα BNP Paribas. Παραδέχθηκε ότι για να ληφθεί το δάνειο – υπερανάληψη από την Τράπεζα BNP Paribas - υποβλήθηκε, προς την Τράπεζα, η πραγματική κατάσταση των πωλήσεων με τους εταίρους τους.  Παράλληλα παρουσιάστηκαν τόσο οι εισπράξεις καθώς και οι προμήθειες και υποβλήθηκε προς την Τράπεζα ένα σχέδιο ανάπτυξης, ήτοι ότι θα πωληθούν τόσοι τόνοι προϊόντων με χρήματα του Ομίλου. Παραδέχθηκε ότι στις Τράπεζες υποδεικνύεται όχι μόνο ο κύκλος εργασιών αλλά κάτι περισσότερο, όπως οι εισπράξεις από άλλες εταιρείες και οι προμήθειες. Με αυτό τον τρόπο ανά πάσα στιγμή υπήρχε ένα σεβαστό υπόλοιπο στους λογαριασμούς της εταιρείας ενώ υπήρχαν και υποχρεώσεις.     

 

Ερωτηθείς ποιος αποφασίζει ποια υποχρέωση να εξοφληθεί πρώτη υποστήριξε ότι η συγκριμένη απόφαση λαμβάνεται αυτόματα από το σύστημα όμως τον τελικό λόγο τον είχε η Olena Vorona, η οποία αποφάσιζε με βάση τα στοιχεία και τους ακριβείς όρους και προθεσμίες που προκύπταν από το σύστημα. Όσον αφορά τις συμφωνίες με την Ενάγουσα ήταν η δική του θέση ότι οποιεσδήποτε χρηματικές υποχρεώσεις είχαν εκπληρωθεί. Ερωτηθείς δεν μπορούσε να καθορίσει το υπόλοιπο του λογαριασμού της Εναγόμενης 1 κατά το χρόνο έκδοσης των αποφάσεων GAFTA. Εξήγησε, ότι η εταιρεία BSC είναι κλώνος της AGT και γι΄ αυτό το λόγο οι δραστηριότητες και τα ποσά είναι πολύ όμοια. Όταν του ζητήθηκε η προσκόμιση καταστάσεων λογαριασμού της BSC προώθησε τη θέση ότι δεν υπάρχουν λόγω κυβερνητικής ίωσης και ότι μπορούσε μόνο να δει τα χρεωστικά υπόλοιπα άλλων εταιρειών εναντίον της BSC και με αυτό τον τρόπο να σχηματίσει άποψη σε σχέση με το υπόλοιπο του λογαριασμού της BSC. 

 

Όταν ερωτήθηκε κατά πόσο υπάρχει άλλη συμφωνία από το Τεκμήριο 13 υποστήριξε ότι η εταιρεία Ursule συνεργαζόταν με προμήθεια, αρχικά με την εταιρεία AGT και στη συνέχεια με την Εναγόμενη 1. Γνώριζε ότι στις 20/09/2012 είχαν μεταβιβαστεί οι μετοχές της Εναγόμενης 1, από την Εναγόμενη 4, στην Εναγόμενη 5 και ότι στις 28/09/2012 μέτοχος της Εναγόμενης 1 ήταν πλέον η Εναγόμενη 5, οπόταν και έγινε εντολέας και αντιπρόσωπος η θυγατρική. Όμως, επέμενε στη θέση του ότι η Εναγόμενη 1 δεν είχε δικά της περιουσιακά στοιχεία και ότι οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο μπορεί να κατείχε κατά καιρούς συνιστούσε λεφτά των Τραπεζών, λεφτά του Ομίλου και ξένα περιουσιακά στοιχεία. Επίσης επέμενε ότι υπήρχαν ανειλημμένες υποχρεώσεις του Ομίλου για πληρωμές στις Τράπεζες οι οποίες, σύμφωνα με την Ουκρανική νομοθεσία, προηγούνται. Παραδέχθηκε ότι ο Όμιλος Agrotrade είχε επιλέξει να πληρώσει πρώτα τις Τράπεζες και ακολούθως τους προμηθευτές, που ήταν εταιρείες του ίδιου του ομίλου, γιατί αν επέλεγαν να πράξουν διαφορετικά υπήρχε μεγάλη πιθανότητα ο Όμιλος να εξαφανιστεί. Κατά την δική του άποψη οποιαδήποτε κύρωση εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Τράπεζας θα κατέληγε στον τερματισμό των δραστηριοτήτων του Ομίλου Agrotrade. Σε ερώτηση που του υποβλήθηκε ισχυρίστηκε ότι η Intergrain δεν λειτουργούσε με βάση το συγκεκριμένο μοντέλο αλλά διεκπεραίωνε τις εργασίες της άμεσα γιατί ο Όμιλος έχει μεγαλώσει και έχει αντιληφθεί πως να διαχειρίζεται τις ευρωπαϊκές εταιρείες, ήτοι ότι το συγκεκριμένο μοντέλο είχε εγκαταλειφθεί.   

 

Εξήγησε ότι η παράδοση των σιτηρών προς την Ενάγουσα γινόταν από την BSC, η οποία είναι ο αντιπρόσωπος της Εναγόμενης 5. Αγόραζε τα σιτηρά που πωλούσε από άλλες εταιρείες του Ομίλου Agrotrade. Η Εναγόμενη 1 εισέπραττε από την Ενάγουσα, πλήρωνε τον προμηθευτή της μετά που αφαιρούσε την προμήθεια της και στη συνέχεια έστελνε το υπόλοιπο στην Εναγόμενη 5 για την οποία δεν υπάρχουν ελεγμένοι λογαριασμοί γιατί εμπίπτει στην δικαιοδοσία του Παναμά. Αρνήθηκε την υποβολή ότι το κέρδος διοχετευόταν προς την Εναγόμενη 2, την Εναγόμενη 4 και τον Εναγόμενο 7. Προώθησε τη θέση ότι η εταιρεία BSC είχε λάβει από την Εναγόμενη 5 άτοκο δάνειο και η οποιαδήποτε αποστολή χρημάτων γινόταν ως συμπληρωματική χρηματοδότηση των εργασιών. Όσον αφορά τις Εναγόμενες 2 και 4 αυτές είχαν δάνεια με τόκο. Ο ίδιος δεν γνώριζε κατά πόσο ο Εναγόμενος 7 είχε κάποιο όφελος από αυτές τις πληρωμές. Γνώριζε ότι κάποια από τα έξοδα του Εναγόμενου 7 καλύπτονταν από εταιρείες του Ομίλου.  Προώθησε την άποψη ότι ο Εναγόμενος 7 δεν είχε λειτουργική θέση στον Όμιλο και περιοριζόταν σε συναντήσεις με τις Τράπεζες. Ισχυρίστηκε, ότι ενεργό ρόλο είχε το διοικητικό συμβούλιο, το οποίο στόχευε στο να αυξήσει την λειτουργική δραστηριότητα της εταιρείας και να διευρύνει τις δραστηριότητες της εν γένει. 

 

Ερωτηθείς ανέφερε ότι η προκαταβολή είχε επιστραφεί από την Εναγόμενη 1 στην Ενάγουσα από λογαριασμό τον οποίο διατηρούσε στην Τράπεζα ΒΝΡ. Όσο αφορά το υπόλοιπο της Εναγόμενης 1 την ημέρα επιστροφής της προκαταβολής κατέθεσε δέσμη εγγράφων, η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο 97. Εξήγησε ότι το Τεκμήριο 97 δεν υποδηλώνει την κίνηση των χρημάτων αλλά αποτυπώνει μία εικόνα του εκάστοτε υπολοίπου της Εναγόμενης 1 κάθε μήνα. Δεν μπορούσε να απαντήσει γιατί η προκαταβολή της Ενάγουσας είχε σταλεί πρώτα στο δικηγόρο και μετά στην ίδια και προώθησε τη θέση ότι εμπίπτει στην αρμοδιότητα του εμπορικού τμήματος. Όσον αφορά την εμπλοκή του Grichenko ισχυρίστηκε ότι πιθανόν το τμήμα του να ενεπλάκη στη συναλλαγή μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1 αλλά ο ίδιος δεν μπορούσε να τοποθετηθεί. Ερωτηθείς για το δάνειο τον $25.000.000 που είχε παραχωρήσει η Τράπεζα BNP Paribas στην Εναγόμενη 1 υποστήριξε ότι αυτό εξοφλήθηκε τον Ιανουάριο του 2013. Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα είχε προσεγγιστεί το 2012, περί τον Απρίλιο, για την λήψη νέου δανείου και τους γνωστοποίησε ότι επιθυμούσε όπως υπάρχει εταιρεία η οποία να υπέχει υποχρέωση ετοιμασίας ελεγμένων λογαριασμών, γι΄ αυτό και πρότεινε την αλλαγή της δικαιοδοσίας μίας εκ των εταιρειών του Ομίλου. Επέμενε στη θέση του ότι η Τράπεζα είχε ζητήσει την αλλαγή στην δικαιοδοσία δύο εκ των εταιρειών και είχε καταστήσει, ως προϋπόθεση για την παραχώρηση του δανείου, την αλλαγή της δικαιοδοσίας των συγκεκριμένων δύο εταιρειών, ως διαφαίνεται από το Τεκμήριο 93. Με αναφορά στο Τεκμήριο 49 του υποβλήθηκε ότι ήταν ο ίδιος ο Όμιλος Agrotrade που είχε εισηγηθεί την αντικατάσταση της Εναγόμενης 1 αλλά ο ίδιος το αρνήθηκε και επέμενε στη θέση του ότι η ίδια η Τράπεζα είχε ζητήσει όπως υπάρχει συνεργασία με εταιρεία στην Ελβετία. Κατά τη δική του άποψη δεν υπήρχε επιλογή και η Vorona κατέληξε ότι δεν υπήρχε οποιοσδήποτε κίνδυνος από την αλλαγή της δικαιοδοσίας και ότι δεν θα προκαλείτο μεγάλη αναστάτωση. 

 

Ερωτηθείς εκ νέου γιατί δεν αποπληρώθηκαν οι αποφάσεις GAFTA προώθησε τη θέση ότι η Εναγόμενη 1 δεν είχε χρήματα για πληρώσει το «πρόστιμο» και ότι τα λεφτά που συνιστούσαν τα περιουσιακά στοιχεία της δεν ανήκαν στην Εναγόμενη 1. Εξήγησε ότι τα λεφτά που έλαβε από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα είχαν χρησιμοποιηθεί για την αγορά προϊόντων στην Ουκρανία και υπήρχε ξεκάθαρος όρος στη συμφωνία δανεισμού αναφορικά με το πού θα διοχετευτούν τα εκταμιευμένα χρήματα και με ποιο τρόπο θα ξοδευτούν. Υποστήριξε ότι ο συγκεκριμένος λογαριασμός ελεγχόταν από την Τράπεζα BNP και δεν θα εκταμιεύονταν οποιαδήποτε ποσά για οποιοδήποτε άλλο σκοπό από αυτόν που καταγράφετο ξεκάθαρα στη σύμβαση. Αρνήθηκε την υποβολή ότι η οποιαδήποτε εταιρεία έχει καθήκον να εντάξει το εξ΄ αποφάσεως χρέος στα βιβλία της και προώθησε τη θέση ότι υπάρχουν τρεις προϋποθέσεις που αν πληρούνται τότε δεν καταχωρείται το χρεωστικό υπόλοιπο στις οικονομικές καταστάσεις. Τις καθόρισε ως ακολούθως: Ότι θα πρέπει το χρέος να είναι ξεκάθαρο, ακριβές και θα πρέπει να συνιστά χρέος το οποίο να καταβληθεί χωρίς αμφισβήτηση. Λόγω του ότι οι αποφάσεις GAFTA είχαν εφεσιβληθεί το συγκεκριμένο χρέος δεν ήταν ξεκάθαρο. 

 

Κατά τη δική του άποψη ο λόγος που ο Όμιλος Agrotrade εγκατέλειψε την Εναγόμενη 1 ήταν η απαίτηση της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Ανάπτυξης. Υποστήριξε ότι η Intergrain ήταν αντιπρόσωπος της GrainField και ότι εφαρμοζόταν το ίδιο μοντέλο. Με αναφορά στο Τεκμήριο 97 εξήγησε ότι η Εναγόμενη 1 είχε αγοράσει καλαμπόκι για την σύμβαση 1 και σόγια για την σύμβαση 2 από την Export και ότι στο τέλος έγινε ένας συμψηφισμός των ποσών. Ερωτηθείς παραδέχθηκε ότι αν αποφασιζόταν η πληρωμή της Ενάγουσας, σύμφωνα με τις αποφάσεις GAFTA, τότε θα καταγράφονταν στην στήλη «Third Parties». Υποστήριξε ότι η Εναγόμενη 1 βρισκόταν στο ελάχιστο των εργασιών της όταν εκδόθηκαν οι αποφάσεις GAFTA και δεν μπορούσε να κάνει κάτι. Επίσης ανέφερε ότι η απαίτηση της Τράπεζας, αναφορικά με την εταιρεία του Παναμά, ανάγκασε την Εναγόμενη 1 να πληρώσει τα χρέη της στον Παναμά και ακολούθως, όταν μαθεύτηκε ότι είχαν εκδοθεί οι αποφάσεις GAFTA και συμπεριλήφθηκε στους κακοπληρωτές, μειώθηκαν οι εργασίες της. Προώθησε τη θέση ότι η Τράπεζα, μετά την έκδοση των αποφάσεων GAFTA, είχε ζητήσει την αποπληρωμή του δανείου. Με αναφορά στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 93 του υποβλήθηκε ότι η εκκαθάριση της Εναγόμενης 1 ήταν προσχεδιασμένη όμως ο ίδιος το αρνήθηκε.

 

Ερωτηθείς για τα άτοκα δάνεια που είχαν παραχωρηθεί σε άλλες εταιρείες του Ομίλου προώθησε τον ισχυρισμό ότι ήταν μια μορφή χρηματοδότησης της δραστηριότητας της BSC και ότι ήταν η συνήθης πρακτική για να μπορέσουν να χρηματοδοτηθούν οι εργασίες κάποιων εταιρειών. Επανέλαβε ότι οι αποφάσεις GAFTA δεν μπορούσαν να ικανοποιηθούν γιατί η Τράπεζα δεν είχε εκταμιεύσει το ποσό αλλά είχε ζητήσει την αποπληρωμή του, ότι υπήρχαν τα χρέη έναντι ουκρανικών εταιρειών, ότι υπήρχαν οι φορολογικές υποχρεώσεις που ρυθμίζονταν από την νομοθεσία και υπήρχαν και πρόστιμα ανά μέρα τα οποία συνιστούσαν ζωτικής σημασίας προτεραιότητες για τον Όμιλο.           

 

Τελευταίος έδωσε μαρτυρία ο Χρίστος Χριστοδούλου, Μ.Υ.3, εγκεκριμένος ελεγκτής, Διευθύνων Σύμβουλος του ελεγκτικού οίκου CSC Christodoulou. Παρέθεσε τις θέσεις του σε γραπτό κείμενο το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο 6. Καταγράφει ότι είναι εγκεκριμένος ελεγκτής – λογιστής και μέλος του συνδέσμου ΣΕΛΚ από το 1997 και ότι του ζητήθηκε από το δικηγορικό γραφείο Ιωαννίδης, Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. όπως μελετήσει τις οικονομικές καταστάσεις της Εναγόμενης 1 για τις περιόδους 20/02/2010 μέχρι 31/12/2010, 01/01/2011 με 30/06/2011, 01/07/2011 με 30/06/2012, 01/07/2012 με 30/06/2013 και 01/07/2013 μέχρι 30/06/2014. Του παραδόθηκε το Τεκμήριο 51 καθώς επίσης και τα Τεκμήρια 36, 37, 38, 96(Α) εώς 96(Γ). Είναι η δική του θέση ότι η Εναγόμενη 1 δεν είχε οικονομικό – παραγωγικό ιστορικό δραστηριότητας τα έτη 2012 - 2013 αφού είχε συσταθεί τον Φεβρουάριο του 2010.  Κατά τη δική του αντίληψη η συγκεκριμένη εταιρεία ενεργούσε για να εξυπηρετήσει συγκεκριμένα συμβόλαια, αντλούσε ποσά από άλλες εταιρείες ενώ δάνειζε άλλες εταιρείες.  Εταιρείες του συγκεκριμένου τύπου υπάρχουν στην καθημερινότητα και συστήνονται για πολλούς επιχειρηματικούς, φορολογικούς, τραπεζικούς και συστημικούς λόγους. Λόγω του ότι οι συγκεκριμένες εταιρείες δεν είναι εταιρείες με προϊστορία δημιουργίας πάγιου ενεργητικού και συσσωρευμένου αποθέματος οι ισολογισμοί τους περιέχουν στοιχεία ενεργητικού και παθητικού από και προς άλλες εταιρείες ή/και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Η εταιρεία AGT Trade Ltd ήταν αντίστοιχη με την Εναγόμενη 1 και είχε τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, ήτοι ενεργούσε μεταξύ της Ενάγουσας και των Εναγόμενων για σκοπούς των μεταξύ τους συμβολαίων. Υπέδειξε ότι δεν μπορεί να γίνεται αναφορά σε «Πάγιο Κεφάλαιο» αλλά σε «Πάγιο Ενεργητικό» και παρέθεσε τη διάταξη στον ισολογισμό ως ακολούθως: Ενεργητικό, μη κυκλοφορούν ενεργητικό, κυκλοφορούν και σύνολο ενεργητικού.  Το δεύτερο μέρος του ισολογισμού απαρτίζεται από: Ίδια κεφάλαια, ίδια κεφάλαια και αποθεματικά, μη τρέχουσες υποχρεώσεις και σύνολο ιδίων κεφαλαίων και υποχρεώσεων. Υποστήριξε ότι είναι λάθος η μετάφραση των οικονομικών καταστάσεων και η αναφορά των ποσών ως «πάγιο κεφάλαιο» αφού δεν αποδίδει την διάσταση των «ιδίων κεφαλαίων» της εταιρείας με βάση το Διεθνές Λογιστικό Πρότυπο 1. 

 

Προώθησε τη θέση ότι η δήλωση του Μ.Ε.3 επαναλαμβάνει τις αξιώσεις της Ενάγουσας χωρίς όμως να προβαίνει σε ανάλυση του ισολογισμού της εταιρείας. Κατά τη δική του άποψη ασχολείται εκτενώς με τεχνικά θέματα, που αφορούν τους ελεγκτές που είχαν ενώπιον τους όλα τα δεδομένα και διενήργησαν τον έλεγχο και μόνο αυτοί μπορούν  να τα απαντήσουν. Ο ίδιος εξέτασε το θέμα του κατά πόσο οι αποφάσεις GAFTA είχαν ή αν θα έπρεπε να είχαν συμπεριληφθεί στις Ενοποιημένες Καταστάσεις του Ομίλου. Συμφώνησε με τον Μ.Ε.3 ότι θα έπρεπε να είχε εξεταστεί το γεγονός κατά πόσο αυτές θα έπρεπε να είχαν καταχωρηθεί ή όχι. Διαφώνησε όμως με την θέση του Μ.Ε.3 ότι οι συγκεκριμένες υποχρεώσεις λανθασμένα ή/και σκόπιμα δεν είχαν καταχωριστεί. Η κάθε εταιρεία και ο κάθε ελεγκτής αποφασίζουν, με βάση διάφορα οικονομικά και άλλα κριτήρια καθώς και με βάση τις κατευθυντήριες γραμμές των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων, ποιον δείκτη θα χρησιμοποιήσουν και ποια βάση. Αναφέρθηκε στους συνηθισμένους δείκτες. Κατέγραψε ότι οι ελεγκτές Baker Tilly συγκαταλέγονται στους δέκα μεγαλύτερους ελεγκτικούς οίκους παγκοσμίως και στην έκθεσή τους καταγράφουν ότι ακολούθησαν πιστά τα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς. Διαφάνηκε ότι δεν προβήκαν σε κάποια επισήμανση ή επιφύλαξη σχετικά με το θέμα των αποφάσεων GAFTA. Προώθησε τη θέση ότι ούτε ο ίδιος αλλά ούτε και ο Μ.Ε.3 μπορούν να αντικαταστήσουν την εργασία που διενεργήθηκε από την συγκεκριμένη εταιρεία αφού ο έλεγχος δεν είχε διενεργηθεί από τους ίδιους. Επεσήμανε ότι στο Τεκμήριο 51, στη σημείωση 1, καταγράφεται ότι οι συγκεκριμένες Οικονομικές Καταστάσεις δεν ετοιμάστηκαν με βάση τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα. 

 

Καταγράφει ότι ο ίδιος δεν είναι σε θέση να γνωρίζει εάν υπήρχαν δύο διαφορετικές εκδόσεις των Ενοποιημένων Οικονομικών Καταστάσεων του Ομίλου Agrotrade. Υποθέτει ότι ο λόγος που η Εναγόμενη 1 δεν αναφέρεται στις Ενοποιημένες Οικονομικές Καταστάσεις οφείλεται στο γεγονός ότι δεν κρίθηκε ως σημαντική αφού τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα αναφέρονται σε «material items/material components». Λαμβάνοντας υπόψη την ενοποιημένη καθαρή θέση του συγκροτήματος Agrotrade στις 30/06/2012, Τεκμήριο 36, η οποία απεκάλυπτε περιουσιακά στοιχεία ύψους €80,5 εκατομμύρια ενώ η Εναγόμενη 1 είχε καθαρή θέση €58.767, ήτοι μερίδιο 0,07% στην όλη εικόνα του συγκροτήματος  πιθανολόγησε ότι αυτό που έγινε ήταν η παράλειψη της ονομαστικής αναφοράς της Εναγόμενης 1 λόγω του ότι θεωρήθηκε ως μη σημαντική. Υποστήριξε ότι στην συγκεκριμένη οικονομική κατάσταση αναφέρονται οι σημαντικές θυγατρικές εταιρείες του συγκροτήματος.  

 

Σχολίασε, σε σχέση με την γραπτή δήλωση του Μ.Ε.1, ότι ο ίδιος διαπίστωσε μία συντονισμένη προσπάθεια επιλεκτικής χρήσης αριθμών και αναφορών ώστε να παρουσιαστεί ότι η Εναγόμενη 1 διέθετε κεφάλαια της τάξης των €14.717.922,15 στις 31/12/2010 τα οποία έγιναν μηδέν στις 30/06/2013. Η συγκεκριμένη αναφορά δεν αποτελεί την πλήρη εικόνα της εταιρείας. Λόγω του τύπου της εταιρείας μία πλήρης εικόνα θα ήταν η απλή ανάλυση του ισολογισμού της και όχι η επιλεκτική χρήση μέρους του. Κατά τη δική του άποψη και ανάλυση, όπως αποτυπώνεται στον Πίνακα 1, η καθαρή θέση της Εταιρείας που ισούται με τα ίδια κεφάλαια της Εταιρείας είναι το αποτέλεσμα ενεργητικού μείον των υποχρεώσεων της. Προώθησε τη θέση ότι εάν κάποιος θέλει να αναλύσει σωστά την οικονομική κατάσταση της Εταιρείας, κατά την περίοδο 2010 – 2014, λόγω του ότι η Εναγόμενη 1 συστάθηκε τον Φεβρουάριο του 2010 δεν διέθετε πάγιο ενεργητικό και το κύριο στοιχείο του ενεργητικού της αφορούσε κυκλοφορούν ενεργητικό, ήτοι τα χρεωστικά ποσά που είχε να λαμβάνει ή ποσά εισπρακτέα από τρίτους. Είχε επίσης αντίστοιχες υποχρεώσεις προς τρίτους και στον ισολογισμό φαίνεται να έκανε ταύτιση των υποχρεώσεων της με το ενεργητικό της. Η καθαρή θέση, ήτοι τα ίδια κεφάλαια, της Εναγόμενης 1 ήταν από την ίδρυσή της, αμελητέα. Συγκεκριμένα, στις 31/12/2010 ήταν €46.621, στις 30/06/2011 ήταν €65.309, στις 30/06/2012 ήταν €58.767, στις 30/06/2013 ήταν €36.638 και στις 30/06/2014 ήταν €15.348. Η Εναγόμενη 1 στις 30/06/2013 και μέχρι τις 30/06/2014 διευθέτησε τις υποχρεώσεις της μέσω του ενεργητικού της.   

 

Προώθησε τη θέση ότι ο ισχυρισμός περί «απογύμνωσης της εταιρείας από τα περιουσιακά της στοιχεία» είναι αβάσιμος αφού οι μάρτυρες της Ενάγουσας παρουσίασαν με λανθασμένο, μέχρι και παραπλανητικό, τρόπο την οικονομική εξέλιξη της Εναγόμενης 1 γιατί αντί να συγκρίνουν την καθαρή θέση της Εταιρείας χρόνο με τον χρόνο προέβηκαν σε επιλεκτική χρήση αριθμών παρουσιάζοντας την Εναγόμενη 1 να ξεκινά με πάγια κεφάλαια €14,4 εκατομμύρια. Ο ίδιος διαπίστωσε ότι την περίοδο 2013 – 2014 η Εταιρεία τερμάτισε τις δραστηριότητες της με τη διευθέτηση των υποχρεώσεων της μέσω του ενεργητικού της. Δεν διαπίστωσε απογύμνωση αφού η Εταιρεία διατηρούσε ενεργητικό και υποχρεώσεις από το πρώτο έτος λειτουργίας της, το 2010, μέχρι και πριν τις αποφάσεις GAFTA χωρίς ο ισολογισμός της να παρουσιάζει δομικές αλλαγές. 

 

Κατέθεσε το βιογραφικό του σημείωμα ως Τεκμήριο 98. Ερωτηθείς εξήγησε ότι κατέχει τον τίτλο του Chartered Fraud Examiner, ο οποίος περιλαμβάνει την εκπαίδευση για εντοπισμό θεμάτων απάτης καθώς και διαδικασιών ελέγχων για εντοπισμό της απάτης.  Σύμφωνα με την συγκεκριμένη εκπαίδευση μπορεί να διερευνηθεί η απάτη και να εφαρμοστούν διαδικασίες για πρόληψη της. Ερωτηθείς εξήγησε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ο ίδιος προσέγγισε την έρευνα του μελετώντας το σχετικό υλικό που αφορά κυρίως την Εναγόμενη 1 και το υλικό που αναφερόταν στις οικονομικές καταστάσεις και την οικονομική δομή της Εταιρείας χωρίς να λάβει οτιδήποτε άλλο υπόψη. 

 

Αντεξεταζόμενος υποστήριξε ότι πέραν των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων τα οποία εφαρμόζονται δεν γνωρίζει τα τοπικά πρότυπα που ενδεχομένως να εφαρμόζονται στην Αυστρία ή στο Λουξεμβούργο. Ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να διευκρινίσει κατά πόσο υπάρχουν στην Αυστρία συγκεκριμένα λογιστικά πρότυπα τα οποία διαφέρουν από τα Διεθνή.  Παραδέχθηκε ότι οι Οικονομικές Καταστάσεις της Εναγόμενης 1 δεν είχαν ετοιμαστεί σύμφωνα με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα και στη σημείωση 1 αναφέρεται ότι είχαν ετοιμαστεί σύμφωνα με τις λογιστικές πρακτικές. Εξήγησε ότι οι λογιστικές πρακτικές είναι πολύ γνωστές και εφαρμόζονται από όλους τους λογιστές, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αναφέρονται σε αυστριακά ή άλλα πρότυπα. Διευκρίνισε, ότι στα πλαίσια του επαγγέλματος και μέσα στα πλαίσια ελέγχου οικονομικών καταστάσεων είχε ασχοληθεί με πολλές εταιρείες που ασχολούνται με το εμπόριο δημητριακών στην Ουκρανία, εταιρίες με θυγατρικές στην Αυστρία, Λουξεμβούργο, Μεγάλη Βρετανία και Παναμά. Όταν του υποβλήθηκε ότι σε προηγούμενη διαδικαστική διαδικασία, στην Αγωγή Αρ. 2997/03 Ε.Δ. Λεμεσού, η προσέγγιση του είχε θεωρηθεί εξωπραγματική ο ίδιος υποστήριξε ότι είχε ετοιμάσει ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις σε σχέση με εκείνο τον όμιλο και για πολλές παρεμφερείς εταιρείες του. Δήλωσε ότι έχει ετοιμάσει οικονομικές καταστάσεις για πολλές παρεμφερείς εταιρείες ομίλων στα 25 χρόνια που ασκεί το επάγγελμα.   

 

Ερωτηθείς παραδέχτηκε ότι είχε μελετήσει το Τεκμήριο 51(Α) και το Τεκμήριο 51(Β), που αφορούν την Εναγόμενη 1 καθώς και τα Τεκμήρια 96(Α), 96(Β) και 96(Γ) που αφορούν την Εναγόμενη 3 ενώ είχε μελετήσει και τις οικονομικές καταστάσεις, οι οποίες περιλαμβάνουν τις εκθέσεις των ταμειακών ροών. Δεν είχε μελετήσει τα βιβλία και τα αρχεία που αφορούσαν την ετοιμασία των οικονομικών καταστάσεων ούτε και είχε συνομιλήσει με τους λογιστές του Ομίλου. Παραδέχθηκε επίσης ότι του είχαν δοθεί τα πρακτικά της διαδικασίας που αφορούσαν την μαρτυρία της Ενάγουσας. Εξήγησε ότι του είχε ζητηθεί να μελετήσει τις οικονομικές καταστάσεις της Εναγόμενης 1 για να εντοπίσει κατά πόσο υπάρχει, αυτό που αποκαλεί η Ενάγουσα, «δόλια ή σκόπιμη ενέργεια απογύμνωσης περιουσιακών στοιχείων». Ερωτηθείς, πώς ο ίδιος αντιλαμβάνεται τον όρο «απογύμνωση», εξήγησε ότι τα περιουσιακά στοιχεία, πάγια περιουσιακά στοιχεία, τα οποία έχουν αξία για την εταιρεία αποτελούν τον πλούτο της και οι παραδοσιακές μέθοδοι απογύμνωσης εμπλέκουν την απομάκρυνση, με κάποιο δόλιο τρόπο, συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων. Η απομάκρυνση μπορεί να είναι με δωρεά ή με πώληση σε πολύ χαμηλή τιμή ούτως ώστε να φύγουν από την μία εταιρεία, να καταλήξουν αλλού και να παραμείνει η εταιρεία γυμνή μόνο με τις υποχρεώσεις της. Όμως, υπάρχουν και περιπτώσεις όπου πάγια περιουσιακά στοιχεία μπορούν να φύγουν με κάποιο ευφάνταστο τρόπο, πιο έξυπνο. Ισχυρίστηκε ότι η κάθε περίπτωση έχει τα δικά της χαρακτηριστικά.   

 

Σε ερώτηση που του τέθηκε ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος βρίσκεται στο Δικαστήριο για να διαφωτίσει, με βάση τη δική του εμπειρία, αν βλέπει οποιαδήποτε ένδειξη αυτού που η Ενάγουσα αποκαλεί ενέργεια απογύμνωσης. Δήλωσε ότι ο ίδιος δεν κατέληξε σε οποιοδήποτε συμπέρασμα και ότι παρέθεσε μόνο αυτά που εντόπισε στα έγγραφα που μελέτησε. Σκοπός του ήταν να αναλύσει τα θέματα που προβάλλονται στην Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας και να διαφωτίσει το Δικαστήριο κατά πόσο η οικονομική ανάλυση των στοιχείων οδηγεί στο συμπέρασμα που ισχυρίζεται η Ενάγουσα. Κατά τη δική του αντίληψη ο ίδιος όφειλε να αναλύσει τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας για να υποδείξει ότι είναι λανθασμένοι και να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα, τα οποία κατέγραψε στον Πίνακα 1 στη γραπτή του δήλωση. Ο σκοπός της δικής του προσέγγισης ήταν περιορισμένος στο να προβεί σε λογιστική ανάλυση των οικονομικών καταστάσεων. Υποστήριξε, ότι ο ίδιος διαβάζει με διαφορετικό τρόπο τα ίδια στοιχεία που διαβάζει η Ενάγουσα και θεωρεί ότι χρειάζεται μια ολιστική προσέγγιση για ν’ απαντηθεί το ερώτημα. Δεν είχε μελετήσει το Τεκμήριο 97 που κατατέθηκε από τους Εναγόμενους. Επέμενε στην θέση του ότι η Ενάγουσα χρησιμοποιεί επιλεκτικά τις οικονομικές καταστάσεις, απομονώνοντας ποσά σε συγκεκριμένες ημερομηνίες για να αναδείξει τη θέση ότι έγινε απογύμνωση περιουσιακών στοιχείων. Παραδέχθηκε ότι είχε πληρωθεί από τους δικηγόρους των Εναγόμενων για την ετοιμασία της δικής του εμπειρογνωμοσύνης. 

 

Ερωτηθείς ανέφερε ότι έλαβε υπόψη του την έκδοση των αποφάσεων GAFTA, με την πρώτη από αυτές να εκδίδεται το 2012 και ακολούθως την απόφαση του Εφετείου GAFTA, το 2013 αφού η Ενάγουσα τις είχε καθορίσει ως σημαντικές. Ισχυρίστηκε ότι η Εναγόμενη 1, σύμφωνα με το μαρτυρικό υλικό που είχε μελετήσει, δεν ενεργούσε ως αντιπρόσωπος αλλά διεκπεραίωνε συγκεκριμένα συμβόλαια με την Ενάγουσα. Είχε διαπιστώσει δραστηριότητες της Εναγόμενης 1 με τις συγγενικές της εταιρείες κυρίως σε θέματα δανείων όμως δεν είχε δει συμβόλαια για σιτηρά με τις συγκεκριμένες συγγενικές εταιρείες. Επέμενε ότι ο ίδιος είχε δει τη συνολική εικόνα, ότι η Εναγόμενη 1 ενεργούσε ως αντιπρόσωπος για τη διεκπεραίωση συμβολαίων αγοραπωλησίας σιτηρών. Παραδέχθηκε ότι η Εναγόμενη 1 είχε λάβει κάποια δάνεια από Τράπεζες όμως δεν μπορούσε να θυμηθεί κατά πόσο είχε λογαριασμό παρατραβήγματος. 

 

Με αναφορά στον Πίνακα 1 στη γραπτή του δήλωση προώθησε τη θέση ότι συνιστά σωστή ανάλυση των Οικονομικών Καταστάσεων της Εναγόμενης 1.  Αποτυπώνει το γεγονός ότι η Εναγόμενη 1, ενεργούσε ως αντιπρόσωπος διεκπεραιώνοντας συμβόλαια χωρίς να έχει δικό της πάγιο περιουσιακό στοιχείο όμως είχε να λαμβάνει ποσά από τρίτους και να καταβάλλει ποσά σε τρίτους.  Η συγκεκριμένη Εταιρεία είχε σχεδόν ίδια ποσά ενεργητικού με παθητικού υποχρεώσεων. Ερωτηθείς κατά πόσο η υποχρέωση των €4 εκατομμυρίων προς την Ενάγουσα είχε συμπεριληφθεί υποστήριξε ότι ένας πιστωτής καταχωρείται στα λογιστικά βιβλία μίας εταιρείας όταν το χρέος καταστεί τελεσίδικο. Διευκρίνισε ότι όταν το ποσό είναι σημαντικό τότε μπορεί να γίνει πρόβλεψη στις οικονομικές καταστάσεις, ότι ενδεχομένως να πληρωθεί το ποσό αυτό ή να καταγραφεί ως μία ενδεχόμενη υποχρέωση χωρίς όμως να συμπεριληφθεί στις οικονομικές καταστάσεις. Ερωτηθείς εκ νέου προώθησε τη θέση ότι αν το συγκεκριμένο ποσό είναι σημαντικό τότε με βάση τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα ο ίδιος θα το καταχωρούσε στις οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας. Όμως, ως καταγράφεται στις οικονομικές καταστάσεις της Εναγόμενης 1, αυτές δεν ετοιμάστηκαν με βάση τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα. Ισχυρίστηκε ότι αν ο λογιστής δεν εφαρμόζει τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα τότε δεν είναι υποχρεωμένος να καταχωρήσει στις καταστάσεις την απόφαση σε αγωγή παρά το γεγονός ότι η ορθή, λογιστικά, ενέργεια είναι η καταχώριση της. Ο ίδιος δεν ανέμενε οι λογιστές στην Αυστρία να λειτουργούν με διαφορετικό τρόπο από αυτό που λειτουργούν οι λογιστές στον υπόλοιπο κόσμο. 

 

Ερωτηθείς απάντησε ότι εάν γινόταν πρόνοια για τα €4 εκατομμύρια των αποφάσεων GAFTA τότε θα καταγραφόταν στις υποχρεώσεις, «accounts payable». Αποδέχτηκε την εισήγηση ότι καταχώριση του συγκεκριμένου ποσού θα καταχωρείτο κάτω από το C στο Τεκμήριο 51(Α). Υποστήριξε ότι ο ίδιος δεν μπορούσε να πει με σιγουριά αν περιλαμβανόταν ή όχι.  Παραδέχτηκε ότι στην παράγραφο που τιτλοφορείται «loans» ο ίδιος δεν μπορούσε να εντοπίσει τις οφειλές GAFTA, όμως δεν μπορούσε να αποκλείσει ότι περιλαμβάνονταν αφού δεν γνώριζε τον τρόπο της κατηγοριοποίησης των υποχρεώσεων διότι ο ισολογισμός μίας εταιρείας δεν δίνει ονομαστικές αναφορές. Ισχυρίστηκε ότι στην περίπτωση που ένας ελεγκτής εφαρμόζει τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα και τα Πρότυπα Ελέγχου τότε θα έπρεπε να ελέγξει κατά πόσο να συμπεριλάβει το συγκεκριμένο χρέος. Δήλωσε ότι στην υπό κρίση υπόθεση απουσιάζει η έκθεση του ελεγκτή ή/και ότι δεν υπάρχει σημείωση ως προς την αξιολόγηση της Εταιρείας. Αν ο ίδιος ήταν ο ελεγκτής της συγκεκριμένης Εταιρείας θα εξέταζε το λεγόμενο «on going concern», δηλαδή κατά πόσο η Εταιρεία ήταν δρώσα επιχείρηση και κατά πόσο μπορούσε να βρει πόρους να πληρώσει τις υποχρεώσεις της. 

 

Με αναφορά στο Τεκμήριο 97 του υποβλήθηκε ότι στις 31/01/2012 είχε εισπραχθεί από την Εναγόμενη 1 το ποσό των €25.693.000 και ρωτήθηκε κατά πόσο το συγκεκριμένο ποσό είχε συμπεριληφθεί στον Πίνακα 1. Αρχικά ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος δεν μπορούσε να συμπεράνει ότι στις 31/01/2012 η Εναγόμενη 1 είχε €25.000.000, ταυτόχρονα όμως δεν αμφισβήτησε ότι το συγκεκριμένο ποσό είχε εισπραχθεί. Επέμενε στη θέση του ότι δεν έχει εντοπίσει δόλια ή εμφανή προσπάθεια απογύμνωσης περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης 1. Επανέλαβε ότι αυτό που εντόπισε ήταν ότι η Ενάγουσα χρησιμοποίησε ένα μέρος του ισολογισμού για να αναδείξει την συγκεκριμένη θέση. Παρέπεμψε στον Πίνακα 1 στη γραπτή του δήλωση, ο οποίος, κατά τη δική του άποψη, αναλύει τις οικονομικές καταστάσεις χωρίς να προσθέτει ή να αφαιρεί οτιδήποτε αλλά αντίθετα παρουσιάζει, όπως έπρεπε να παρουσιαστεί, την οικονομική θέση της Εταιρείας, λαμβάνοντας υπόψη τόσο το ενεργητικό καθώς και το παθητικό. Ερωτηθείς ποιες συμβατικές υποχρεώσεις οφείλει να ικανοποιήσει μια εταιρεία ήταν η δική του θέση ότι εξαρτάται από τους όρους που έχει συμφωνήσει με τις τράπεζες καθώς και τους υπόλοιπους που της έχουν δανείσει χρήματα. Ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να αναφέρει τις συμβατικές υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 και να καθορίσει την σειρά αποπληρωμής τους όμως διευκρίνισε ότι στην περίπτωση που εξοφλήθηκαν οι υποχρεώσεις με στοιχεία του ενεργητικού της Εταιρείας αυτό δεν οδηγεί από μόνο του στο συμπέρασμα ότι υπήρχε απογύμνωση περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας. 

 

Αναφερόμενος στο Τεκμήριο 52(Α) παραδέχτηκε ότι δοθήκαν δάνεια από την Εναγόμενη 1 στην Εναγόμενη 4 όμως ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να αξιολογήσει τις εμπορικές και οικονομικές δραστηριότητες μεταξύ των δύο εταιρειών και πώς αυτές διεκπεραιώνονταν. Όταν του υποβλήθηκε ότι ο Πίνακας 1 δεν βοηθά στα υπό διερεύνηση θέματα ισχυρίστηκε ότι κατά τη δική του άποψη ήταν ορθός αφού είχε αναλύσει την οικονομική κατάσταση της Εναγόμενης 1, η οποία δεν είχε συσσωρευμένο πλούτο ή πάγιο ενεργητικό αλλά λειτουργούσε ως αντιπρόσωπος δίνοντας και λαμβάνοντας δάνεια. Επανέλαβε ότι ο ίδιος όφειλε να προβεί σε ολιστική ανάλυση. Επέμενε ότι η συγκεκριμένη εταιρεία εισέπραττε και πλήρωνε τις υποχρεώσεις της και ότι δεν είχε συσσωρευμένο κεφάλαιο. Πλήρωνε τις υποχρεώσεις της από ποσά που λάμβανε από δάνεια ή από χρεωστικά υπόλοιπα. Δεν μπορούσε να απαντήσει κατά πόσο η Εναγόμενη 1, κατά την ημέρα έκδοσης της απόφασης GAFTA, μπορούσε να αποπληρώσει το ποσό της απόφασης. Προώθησε τη θέση ότι τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή ο ίδιος θα εξέταζε ποιες είναι οι συγκεκριμένες υποχρεώσεις, τα χρονοδιαγράμματα και με ποιες προϋποθέσεις θα έπρεπε να γίνουν οι αποπληρωμές. 

 

Όταν του ζητήθηκε να αναλύσει το Τεκμήριο 97 και τον Πίνακα που είχε καταρτιστεί από την Ενάγουσα, ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν σε θέση να προβεί σε οποιαδήποτε ανάλυση. Διαφώνησε με τον τρόπο που η Ενάγουσα ερμηνεύει τις οικονομικές καταστάσεις. Αυτό που μπορούσε να πει με σιγουριά είναι ότι στις 30/06/2012 η Εναγόμενη 1 φαίνεται να είχε ενεργητικό €49.500.000 αλλά είχε και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις. Υποστήριξε ότι είχε ρευστότητα, η οποία αντικατοπτρίζεται στην καθαρή θέση της. Διαφώνησε με τη θέση ότι τα δάνεια είχαν δοθεί στις θυγατρικές εταιρείες της Εναγόμενης 1 για να αλλάξουν την οικονομική της κατάσταση και προώθησε τη θέση ότι ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούσε η συγκεκριμένη Εταιρεία, ήταν σχέση αλληλεξάρτησης με τις άλλες εταιρείες του Ομίλου ήτοι λάμβανε χρήματα και έδινε χρήματα. Ο Όμιλος ήταν στημένος με τέτοιο τρόπο που υπήρχαν εταιρείες ειδικού σκοπού και μεταξύ αυτών των εταιρειών ανταλλάσσονταν ποσά. 

 

Διαφώνησε επίσης με τη θέση ότι στην περίπτωση που εκδοθεί μία απόφαση εναντίον μίας εταιρείας αυτή θα πρέπει να εκτελεστεί πριν από οποιαδήποτε άλλη υποχρέωση και προώθησε την άποψη ότι η εταιρεία οφείλει να εξετάσει τις υπόλοιπες υποχρεώσεις της και να καθορίσει τη σειρά με την οποία η ίδια επιθυμεί να συμμορφωθεί. Με αναφορά στο Τεκμήριο 38 καθόρισε τον δείκτη «materiality» που χρησιμοποιούσε ο Όμιλος το 2014 στο 5%. Ξεκαθάρισε ότι αυτό είχε αναλυθεί στην μαρτυρία της Ενάγουσας και ότι ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να καθορίσει προσωπικά τον συγκεκριμένο δείκτη της Εναγόμενης 1.  Εξήγησε ότι ο ελεγκτής εφαρμόζει τη δική του διαδικασία για να καθορίσει το δείκτη «materiality» και αν υπάρχει διαφωνία μεταξύ ελεγκτή και εταιρείας αυτό αποτυπώνεται στην έκθεση των ελεγκτών. Στην υπό κρίση υπόθεση ο ίδιος δεν είχε εντοπίσει να αναφέρεται διαφωνία ή διαφοροποιημένη θέση στην έκθεση των ελεγκτών. Ερωτηθείς ανέφερε ότι δεν γνώριζε κατά πόσο είχε κοινοποιηθεί στους ελεγκτές η απόφαση GAFTA. Αναγνώρισε, με αναφορά στο Τεκμήριο 51Α, ότι οι ελεγκτές της Εναγόμενης 1 δεν ήταν οι Baker Tilly αλλά η Integra International. Προώθησε τη θέση ότι υπάρχει ειδικό πρότυπο, όσον αφορά τον τρόπο συμπεριφοράς του οποιουδήποτε ελεγκτή σε σχέση με τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις. Ισχυρίστηκε ότι αποστέλλεται ολόκληρο πακέτο -ερωτηματολόγιο με οδηγίες, με ερωτήσεις, σε όλες τις θυγατρικές, στις διευθύνσεις των θυγατρικών και στους ελεγκτές τους πριν γίνει ο έλεγχος. Οι πληροφορίες είναι σημαντικές γιατί ο ελεγκτής των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων φέρει την απόλυτη ευθύνη για τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και δεν μπορεί να αποποιηθεί της ευθύνης επειδή έγιναν ή δεν έγιναν έλεγχοι στις θυγατρικές. Παραδέχτηκε ότι αν έπρεπε να περιληφθεί ένα χρέος στις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και δεν περιλήφθηκε τότε το λάθος είναι σοβαρό. 

 

Κατά τη δική του άποψη ούτε ο ίδιος αλλά ούτε ο Μ.Ε.3 ήταν σε θέση να τοποθετηθούν πώς οι ελεγκτές Baker Tilly είχαν υπολογίσει το «materiality level». Σε ερώτηση που του τέθηκε ανέφερε ότι υπάρχει συγκεκριμένη διαδικασία που ακολουθείται στην περίπτωση που γίνει κάποιο λάθος στους οικονομικούς λογαριασμούς. Μπορούν να αποσυρθούν οι οικονομικές καταστάσεις, να ετοιμαστούν καινούργιες και να αναφερθεί εκτενώς το θέμα στην έκθεση των ελεγκτών. Υποστήριξε ότι είναι ολόκληρη διαδικασία. Δεν μπορούσε να τοποθετηθεί κατά πόσο πράγματι κυκλοφόρησαν επίσημα δύο σετ των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων. Ερωτηθείς ανέφερε ότι όλα εξαρτώνται υπό ποιόν φακό ετοιμάζονται οι οικονομικές εκθέσεις, ήτοι για σκοπούς της τράπεζας ή για σκοπούς της διοίκησης ή για σκοπούς φόρου εισοδήματος. Συμφώνησε όμως ότι οι αποφάσεις GAFTA έπρεπε να ενσωματωθούν στις οικονομικές καταστάσεις. Παραδέχθηκε ότι πρέπει να υπάρχει ένα σετ οικονομικών καταστάσεων και περαιτέρω ανέφερε ότι σύμφωνα με την Λογιστική Πρακτική έπρεπε οι αποφάσεις GAFTA να συμπεριληφθούν και ότι ο ίδιος θα συμπεριλάμβανε τις συγκεκριμένες αποφάσεις στις υποχρεώσεις. Διερωτήθηκε όμως τι θα άλλαζε αφού η Εναγόμενη 1 δεν μπορούσε να πληρώσει τις υποχρεώσεις της. Η ίδια η Εταιρεία επέλεξε να διευθετήσει τις υποχρεώσεις της με τον συγκεκριμένο τρόπο, παρόλο που γνώριζε για τις αποφάσεις. Συμφώνησε ότι η απογύμνωση με σκοπό την καταδολίευση πιστωτών δεν είναι μόνο λογιστικό θέμα αλλά σχετίζεται και με άλλα στοιχεία. 

Και οι δύο πλευρές προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις με εμπεριστατωμένες και πολύ υποβοηθητικές για το Δικαστήριο αγορεύσεις. Είχαν επίσης την ευγενή καλοσύνη να επισύρουν την προσοχή του Δικαστηρίου στα κύρια σημεία της υπόθεσης. Υποστήριξαν τις θέσεις τους με αναφορά στην μαρτυρία αλλά και σε νομολογία. Η ευπαίδευτη συνήγορος της Ενάγουσας προώθησε την θέση ότι έχει διαπραχθεί το αστικό αδίκημα του «Marex Tort» και την στοιχειοθέτησε με αναφορά σε αγγλική νομολογία. Στην αντίπερα όχθη οι Εναγόμενοι 2, 3, 4, 6 και 7 υποστήριξαν ότι δεν αποδείχθηκε η απάτη δυνάμει του άρθρου 36 του Κεφ.148 ή του δόλου ή της συνωμοσίας, όπως αυτές οι έννοιες έχουν ερμηνευθεί μέσα από την κυπριακή καθώς και την αγγλική νομολογία.

 

Θα πρέπει να τονιστεί ότι ισχυρισμοί οι οποίοι δεν προωθήθηκαν μέσα από τα δικόγραφα δεν θα εξεταστούν. Αναφορά γίνεται στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Μελάς ν. Κυριάκου (2003) 1 Α.Α.Δ. 826:

« Η σημασία της δικογραφίας τονίσθηκε στην υπόθεση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα (1991) 1 ΑΑΔ 24 από τον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Πική μέσα στα πιο κάτω πλαίσια.

"Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία· δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκό μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανέφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides (1970) 1 C.L.R. 180, (βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd (1971) 1 C.L.R. 134), κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής."

(Βλ. επίσης Βραχίμη ν. Κουλουμπρή (1992) 1 ΑΑΔ 836 και Παφίτης και άλλοι ν. Κουκουρή και άλλων (1992) 1 ΑΑΔ 1154).

Η ίδια γραμμή υιοθετήθηκε στην υπόθεση Ayia Napa Nissi Development Ltd και άλλοι ν. Χρίστου Παπαμιχαήλ (1992) 1 ΑΑΔ 549, όπου τονίσθηκε ότι,

"Το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση των επίδικων θεμάτων, όπως φαίνονται με το κλείσιμο των εγγράφων προτάσεων, ή με την τροποποίηση τους πριν το τέλος της δίκης. Οι υποθέσεις αποφασίζονται με βάση τα γεγονότα που εγείρονται στα δικόγραφα. (Βλ. Eleni Panayiotou Iordanou v. Polycarpos Neophytou Anyftos (1959-1960) 24 C.L.R. 97, Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd. (1971) 1 C.L.R. 134, HjiPavlou v. Jinaro Terra (1982) 1 C.L.R. 433 και Demeco Co. v. Beckhoff (1988) 1 C.L.R. 82)."

Η Έκθεση Υπεράσπισης αποτελεί δικόγραφο στο οποίο προσδιορίζονται οι θέσεις του εναγομένου έναντι των διεκδικήσεων του ενάγοντος (βλ. Κυριακή Μαυρομιχάλη ν. Γενικού Εισαγγελέα (1996) 1 ΑΑΔ 530) και το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίζει για ζητήματα που δεν αποτελούν μέρος της δικογραφίας (βλ. Βοσκού ν. Ζήνωνος, Πολιτική Έφεση 11131 της 30/5/2003).».

 

Προκύπτει επίσης από τη νομολογία ότι η γραπτή αγόρευση συνηγόρου δεν αποτελεί παραδεκτή μέθοδο για εισαγωγή μαρτυρίας βλ. El Fath Co For International Trade S.A.E. ν. E.D.T. Shipping Ltd και άλλος (1992) 1 Α.Α.Δ. 1255, Selamani Mwinyi Hamisi κ.α. Δημοκρατίας (2015) 2 Α.Α.Δ. 411 και Παπαδόπουλος ν. Ιωσηφίδη (2002) 3 Α.Α.Δ. 601. Ως εκ τούτου οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Εναγόμενων και αφορούν το ότι οι αποφάσεις GAFTA δεν αναγνωρίστηκαν στην Κυπριακή Δημοκρατία καθώς και ο ισχυρισμός ότι η εταιρεία GrainField Trading Ltd είχε αναλάβει τον ρόλο της Εναγόμενης 5 δεν προωθήθηκαν μέσω της Υπεράσπισης και ως εκ τούτου δεν θα εξεταστούν.       

 

Το Δικαστήριο έχει κατά νου τις εκατέρωθεν εισηγήσεις και θα κάνει αναφορά σ’ αυτές όπου κρίνει τούτο απαραίτητο. Οφείλει, το Δικαστήριο, να σημειώσει ότι το θέμα της δικαιοδοσίας δεν επαναφέρθηκε. Επίσης πρέπει να καταγραφεί ότι η αξίωση της Ενάγουσας περιορίστηκε στα ποσά που επιδικάστηκαν ως αποζημιώσεις στις αποφάσεις GAFTA, ήτοι το συνολικό ποσό των $4.291.176,40 πλέον τόκος, σύμφωνα με την μαρτυρία του Μ.Ε.2.   

 

AΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ – ΕΥΡΗΜΑΤΑ

 

Η αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας, όπως έχει νομολογηθεί, δεν μπορεί να απομονωθεί από τα τεκμήρια που κατατέθηκαν. Στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου (2009) 1 Α.Α.Δ. 339, έχει εξηγηθεί ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας. Η αποδοχή ή η απόρριψη μιας μαρτυρίας θα πρέπει να γίνεται με γνώμονα όχι μόνο την καθ' αυτή εξωτερική εμφάνιση της μαρτυρίας του μάρτυρα στο εδώλιο, αλλά και σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, είτε αυτά προέρχονται από άλλη ζώσα μαρτυρία, είτε από τεκμήρια.

 

Για το θέμα της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, αναφορά μπορεί να γίνει και στην ανάπτυξη του θέματος στο βιβλίο των  Σάντη - Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης, εκδ. 2014, Κεφάλαιο 3, IB. Η θετική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυς που καταθέτει αποτελεί, σε γενικές γραμμές, στοιχείο εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του. Η αξιοπιστία αποτελεί έννοια πολυσήμαντη. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, η μνήμη του, οι αντιδράσεις του (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητά του και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση βλ. Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ηροδότου (2013) 1 Α.Α.Δ. 1166, C. & A. Pelekanos Associates Limited ν. Πελεκάνου (1999) 1(B) Α.Α.Δ. 1273.

 

Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, το Δικαστήριο είχε  την ευκαιρία να παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως. Αξιολόγησε τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία καθοδηγούμενο από σειρά παραγόντων που είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων και η ύπαρξη σ΄ αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να ενθυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία καταθέτουν.

 

Η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης (2011) 1(Α) Α.Α.Δ. 462:

 

«Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη.

 

Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του.(Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th  Edition, par.4-38 και Αθανασίου  κ.ά. ν. Κουνούνη (1997) 1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)».

 

Η γενική αρχή σε μια πολιτική υπόθεση είναι ότι ο ενάγων έχει το γενικό βάρος να αποδείξει, στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Παραπέμπω σχετικά στην απόφαση Χρυσάνθη Χρυσάνθου και Σταύρος Φραντζή ν. Αντρέα Φραντζή (2010) 1(Β) Α.Α.Δ. 1295.

 

Δέον να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τη νομολογία όπως παρατίθεται, μεταξύ άλλων, στην απόφαση Philippou General Bonded Warehouse Ltd v. Κώστα Νικολαϊδη (2006) 1(Β) Α.Α.Δ. 1060, «εκεί που ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του παρέχει στο δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε».

 

Με τις νομολογιακές αρχές κατά νου το Δικαστήριο θα προχωρήσει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας. Ο Μ.Ε.1, ιδιοκτήτης του Ομίλου Nibulon ήταν πειστικός. Η μαρτυρία του υποστηρίχθηκε, σε μεγάλο βαθμό, και από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων που κατατέθηκαν αλλά και από τις παραδοχές των μαρτύρων της πλευράς των Εναγόμενων. Δεν αρνήθηκε ότι υπήρχε μακρά συνεργασία, από το 2001, μεταξύ του Ομίλου Nibulon και του Ομίλου Agrotrade και ότι για αρκετά χρόνια δεν υπήρχε διαφωνία στον τρόπο συνεργασίας. Δηλαδή, γινόταν συζήτηση με την Grinchenko, Μ.Υ.1, σε σχέση με τα συμβόλαια και ακολούθως τα αποτελέσματα της συζήτησης μεταφέρονταν στον Εναγόμενο 7. Την ίδια άποψη εξέφρασε και ο Μ.Υ.1, βέβαια υποβαθμίζοντας την συμμετοχή του Εναγόμενο 7 στην όλη διαδικασία. Επίσης ο ισχυρισμός του Μ.Ε.1 ότι η συνεργασία δεν ήταν με την εταιρεία που υπογραφόταν συμβόλαιο αλλά με τον Όμιλο Agrotrade εν γένει ενισχύεται από την μαρτυρία των Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2. Σ’ αυτό το κομμάτι της υπόθεσης η μαρτυρία και των δύο πλευρών είναι σε αρμονία. Εκεί που διαφέρει η μαρτυρία είναι ο λόγος για τον οποίο αντικαταστάθηκαν, τον Ιούλιο 2010, οι συμβάσεις PSA248-F και PSA 249-W με τις συμβάσεις PSA061-FC και PSA063-FC στις οποίες συμβαλλόμενη είναι η Εναγόμενη 1. Ο Μ.Ε.1 υποστήριξε ότι ο Ομιλος Agrotrade ήθελε να εκμεταλλευτεί την αύξηση στην τιμή των προϊόντων και να τα πωλήσει σε πιο ψηλή τιμή ενώ οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι απαιτείτο η υπογραφή τους με την νέα εταιρεία που είχε δημιουργηθεί στην Αυστρία λόγω του ότι θα τερματιζόταν η λειτουργία της θυγατρικής στην Αγγλία για λόγους που αφορούσαν το ύψους των λειτουργικών εξόδων και την φορολογία. Η θέση του Μ.Ε.1 όμως ενισχύεται από το γεγονός ότι οι συμβάσεις δεν εκπληρώθηκαν παρά το γεγονός ότι είχε καταβληθεί, στις 30/11/2010, η προκαταβολή που ζητήθηκε. Αντίθετα, οι συμβάσεις τερματίστηκαν και τα προϊόντα πωλήθηκαν τρείς μόνο μέρες, στις 03/12/2010, μετά τον τερματισμό των συμβάσεων στην εταιρεία Dreyfus, Τεκμήριο 25 σε ψηλότερη τιμή. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην μαρτυρία του ο Grinchenko, M.Y.1, ισχυρίστηκε ότι για να υπογραφτεί μια συμφωνία ενέχονται διαπραγματεύσεις και συζητήσεις μηνών και ότι υπάρχουν αρκετά ζητήματα που συζητούνται και ως εκ τούτου απαιτείται χρόνος. Με δεδομένο ότι οι συμφωνίες με την Ενάγουσα τερματίστηκαν στις 30/11/2010 εγείρεται εύλογα το ερώτημα πώς πωλήθηκαν τα προϊόντα στην Dreyfus τρείς μόνο μέρες μετά αφού απαιτείται χρόνος συζήτησης. Το συγκεκριμένο ερώτημα δεν απαντήθηκε και η θέση του Μ.Ε.1 ενισχύθηκε επί του συγκεκριμένου σημείου, ήτοι ότι υπήρχε συνεννόηση στον Όμιλο Agrotrade για να πωληθούν σε ψηλότερη τιμή. Ως διαφάνηκε από την μαρτυρία του Μ.Ε.1 καθώς και του Μ.Υ.1 ο Όμιλος Agrotrade γνώριζε ότι η Ενάγουσα μεταπωλούσε τα προϊόντα και συνάγεται ότι λόγω της πείρας του ο Μ.Υ.1 γνώριζε ότι ο τερματισμός των συμβολαίων θα προκαλούσε ζημιά στην Ενάγουσα. Συνακόλουθα οι θέσεις του Μ.Υ.1 για καθυστερημένη καταβολή της προκαταβολής δεν μπορούν να γίνουν πιστευτές ιδιαίτερα λόγω της αγαστής και μακράς συνεργασίας που υπήρχε μεταξύ των δύο Ομίλων, η οποία ήταν παραδεκτή από τους Μ.Ε.1, Μ.Ε.2, Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2.     

 

Υπήρχε διαφωνία για το ποιος λάμβανε τις αποφάσεις στον Όμιλο Agrotrade. Ο Μ.Ε.1 προώθησε τη θέση ότι ήταν ο Εναγόμενος 7 ενώ οι Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 προσπάθησαν διακαώς να πείσουν ότι έστελναν στον Εναγόμενο 7 διάφορα έγγραφα μόνο για μελέτη και ότι οι αποφάσεις λαμβάνονταν από μια ομάδα ανθρώπων ενώ στην συνέχεια δημιουργήθηκε ένα διοικητικό συμβούλιο το οποίο συνεδρίαζε εβδομαδιαία πλην όμως δεν τηρούσε πρακτικά. Οι συγκεκριμένες θέσεις δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Η θέση του Μ.Ε.1 συνάδει με το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και τα Τεκμήρια, ήτοι Τεκμήριο 21 και 22 αφού τα συμβόλαια υπογράφτηκαν από τον Εναγόμενο 7 ακόμη και μετά την γνωμοδότηση που είχε ληφθεί από τον δικηγορικό οίκοι Baker & Mckenzie στις 16/06/2010 που συμβούλευε περί του αντιθέτου.           

 

Η μαρτυρία του Μ.Ε.1 αναφορικά με το πως λειτουργούσε ο Όμιλος Agrotrade υποστηρίχθηκε και από την εκδοχή του Μ.Υ.1 και του Μ.Υ.2, προφανώς και οι δύο είχαν ξεχάσει ότι είχαν προσπαθήσει να υποβαθμίσουν το ρόλο του, ήτοι ότι ο Εναγόμενος 7 ήταν το δεσμείν και το λύειν του Ομίλου, ότι υπέγραφε για διάφορες εταιρείες του Ομίλου, ενημερωνόταν για την οικονομική του κατάσταση καθώς και για οποιαδήποτε απόφαση επηρέαζε τον Όμιλο. Εξετάζοντας την εκδοχή του για την κατ΄ισχυρισμό συμφωνία αντιπροσώπευσης μεταξύ της Εναγόμενης 1 και της Εναγόμενης 5, δηλαδή ότι ακόμη και αν υπήρχε δεν ήταν σε γνώση της Ενάγουσας, τα Τεκμήρια που κατατέθηκαν ενισχύουν την θέση του αφού η μόνη αναφορά σε αντιπροσώπευση καταγράφεται στο Τεκμήριο 94 που συνιστά επιστολή της BNP Paribas, η οποία είναι μεταγενέστερη χρονικά από την σύναψη των συμβάσεων και την οποία η Ενάγουσα δεν είχε τρόπο να γνωρίζει. Δε η κατ΄ ισχυρισμό συμφωνία αντιπροσώπευσης, Τεκμήριο 13, είναι ανυπόγραφη, δεν καθορίζει τραπεζικό ίδρυμα ενώ είναι και χωρίς ημερομηνία. Το κυριότερο όμως δεδομένο είναι ότι δεν υπάρχει αναφορά στο συγκεκριμένο γεγονός της αντιπροσώπευσης σε καμιά από τις συμφωνίες που υπογράφτηκαν μεταξύ των Μερών, και ήταν πολλές, ότι η Εναγόμενη 1 ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της Εναγόμενης 5. Επίσης προκύπτει ότι η Εναγόμενη 5 είχε ενταχθεί στον Όμιλο Agrotrade το 2011 ενώ τα συμβόλαια είχα υπογραφτεί το 2010.

 

Ούτε θέση του Μ.Ε.1 για την μεταφορά των μετοχών της Εναγόμενης 4, στην οποία ανήκε η Εναγόμενη 1, στην Εναγόμενη 5 και η συνακόλουθη διάλυση της Εναγόμενης 5 και το χρονικό πλαίσιο που είχαν διενεργηθεί όλες αυτές οι αλλαγές, ήτοι μετά τις αποφάσεις GAFTA, δεν κλονίστηκε αλλά υποστηρίζεται από τα Τεκμήρια 42 και 43. Επίσης ο ισχυρισμός του ότι η πώληση της Εναγόμενης 5 στον Ieleftheriadi ήταν φαινομενική ενισχύεται από την τιμή πώλησης της, ήτοι $1.000 καθώς και από το γεγονός ότι το συγκεκριμένο ποσό ποτέ δεν καταβλήθηκε. Ο ισχυρισμός ότι συμψηφίστηκε με οφειλόμενα για υπηρεσίες ποσά, ως ήταν η θέση του Μ.Υ.1, καταρρίπτεται από τις Οικονομικές Καταστάσεις στις οποίες δεν υπάρχει ίχνος αναφοράς αλλά και από το γεγονός ότι δηλώθηκε από τον Μ.Υ.1 ότι προσέφερε τις υπηρεσίες του στον Όμιλο αμισθί. Η θέση ισχυροποιείται από το γεγονός ότι δεν αμφισβητήθηκε ο ισχυρισμός ότι ο Ieleftheriadis δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να αγοράσει την εταιρεία αλλά και από το γεγονός ότι δεν αμφισβητήθηκε ο ισχυρισμός ότι ήταν έμμισθος του Ομίλου Agrotrade.Οι συγκεκριμένες θέσεις δεν διαψεύστηκαν από τους μάρτυρες των Εναγόμενων.                 

 

Όσο αφορά τον ισχυρισμό του Μ.Ε.1 ότι η Εναγόμενη 1 ξεκίνησε να δίνει δάνεια σε άλλες εταιρείες του Ομίλου, ήτοι ότι στις 10/05/2011 δάνεισε το ποσό του €3,863.131,00 στην Εναγόμενη 4 αποδεικνύεται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 52(Α) συγκεκριμένα την σελ. 16. Τα όσα προώθησε αναφορικά με τις Οικονομικές Καταστάσεις της Εναγόμενης 1 υποστηρίχθηκαν από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων που κατέθεσε, ήτοι το Τεκμήρια 36, 37 και 51. Αντιπαραβολή των Τεκμηρίων 36, 37 αλλά και 52(Β) ενδυναμώνει την θέση του ότι το 2013, ήτοι μετά την έκδοση των αποφάσεων GAFTA, η Εναγόμενη 1 εξαφανίστηκε από τις εταιρείες του Ομίλου Agrotrade. Θα πρέπει ανοιχθεί μια παρένθεση για να σημειωθεί ότι ο Μ.Υ.2, ο οποίος δήλωσε ότι είναι εσωτερικός λογιστής – οικονομολόγος στον Όμιλο  Agrotrade, δεν μπορούσε να δώσει επαρκείς διευκρινήσεις σε σχέση με τα δάνεια που παραχωρήθηκαν μετά την έκδοση των αποφάσεων GAFTA ούτε μπορούσε να εξηγήσει τη θέση του ότι τα χρέη έναντι των ουκρανικών εταιρειών προηγούντο του ποσού που οφειλόταν στην Ενάγουσα. Για να δικαιολογήσει την άγνοιά του δήλωσε ότι δεν είναι λογιστής ξεχνώντας ότι είχε αναφέρει ότι καταρτίζει τους μηνιαίους προϋπολογισμούς του Ομίλου Agrotrade.

 

Η ύπαρξη των δύο σετ Οικονομικών Καταστάσεων για τα ίδια χρόνια ως αναδείχθηκε και προωθήθηκε από τον Μ.Ε.1 δεν ανατράπηκε από την μαρτυρία των Εναγόμενων. Δεν μπορούσαν να εξηγήσουν την ύπαρξή τους οι Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 αλλά ούτε και ο Μ.Υ.3. Και οι δύο δέσμες είχαν προέλθει από τους Εναγόμενους, Τεκμήρια 37 και 74 και ήταν υπογεγραμμένες από τον Εναγόμενο 7 και ελεγμένες από τους λογιστές. Οι θέσεις του Μ.Ε.1 ότι κατά τον χρόνο έκδοσης των αποφάσεων GAFTA η Εναγόμενη 1 είχε την οικονομική δυνατότητα να τις αποπληρώσει, Τεκμήριο 51 και ότι η οφειλή δυνάμει των αποφάσεων GAFTA έπρεπε να αντικατοπτρίζεται στις Οικονομικές Καταστάσεις του Ομίλου δεν ανατράπηκε. Συνακόλουθα οι τοποθετήσεις του Μ.Ε.1 παρέμειναν αναλλοίωτες. Το ίδιο μπορεί να λεχθεί και σε σχέση με το γεγονός ότι οι αποφάσεις GAFTA ουδέποτε αντικατοπτρίστηκαν ως υποχρεώσεις στις Οικονομικές Καταστάσεις ενώ συνιστούσαν οφειλόμενα ποσά από την Εναγόμενη 1. Ο Μ.Υ.3 παραδέχθηκε, παρά τους αρχικούς ενδοιασμούς του, ότι θα έπρεπε, σύμφωνα με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα, να απεικονιστούν στις οικονομικές καταστάσεις που ακολούθησαν την έκδοση των αποφάσεων GAFTA αφού το χρέος κατέστη τελεσίδικο.

 

Οι θέσεις του Μ.Ε.1 για προσπάθεια συμβιβασμού ξεδιπλώνονται μέσα από τα Τεκμήρια 32 – 35 και αποκαλύπτεται ότι αρχικά είχε γίνει προσφορά συμβιβασμού από τους δικηγόρους της Εναγόμενης 1, Τεκμήριο 32, ότι είχε γίνει συνάντηση μεταξύ του Μ.Ε.1 και  του Εναγόμενου 7 στο Κίεβο όπου συζητήθηκε το θέμα του συμβιβασμού, Τεκμήρια 33 και 34 για να απορριφθεί, στην συνέχεια, οποιαδήποτε πιθανότητα συμβιβασμού από τον ίδιο τον Εναγόμενο 7. Το περιεχόμενο των συγκεκριμένων Τεκμηρίων εδραιώνει και την θέση του Μ.Ε.1 ότι γνωρίζονταν προσωπικά με τον Εναγόμενο 7 και ότι είχαν και προσωπικές συναντήσεις. Το περιεχόμενο των Τεκμηρίων καταρρίπτει τη θέση του Μ.Υ.1 ότι ο Μ.Ε.1 και ο Εναγόμενος 7 δεν είχαν γνωριστεί. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, ότι γνώριζε τον Εναγόμενο 7, ενισχύθηκε από την δήλωση του Μ.Υ.2 ότι του είχε αναφερθεί ότι ο Μ.Ε.1 είχε βοηθήσει τον Εναγόμενο 7 να λάβει την Αυστριακή υπηκοότητα. Γιατί ο Μ.Ε.1 να βοηθήσει κάποιον που δεν γνώριζε;  

Οι παραδοχές του Μ.Ε.1 φανερώνουν την ειλικρίνειά του. Συγκεκριμένα, αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι δεν γνώριζε κατά πόσο ο Εναγόμενος 7 ήταν διευθυντής της Εναγόμενης 1 όταν υπέγραφαν τις συμφωνίες. Επίσης συμφώνησε ότι οι συνομιλίες σε σχέση με τις συμβάσεις γίνονταν με τον Μ.Υ.1 και ότι η εφαρμογή των συμβάσεων ήταν θέμα που αφορούσε την Εναγόμενη 1. Παραδέχθηκε ότι οι συμφωνίες υπογράφονταν με εταιρείες ειδικού σκοπού όμως τόνισε ότι η συνεννόηση ήταν πάντοτε με τον Όμιλο Agrotrade αφού οι εταιρείες δεν είχαν εργαζόμενους και οι συζητήσεις γίνονταν με υπαλλήλους του Ομίλου όπως τον ΜΥ1. Αυτές οι θέσεις προωθήθηκαν και από τους Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 οι οποίοι αποδέχθηκαν ότι η Εναγόμενη 1 δεν είχε υπαλλήλους και ότι οι αποφάσεις λαμβάνονταν από την ομάδα του Ομίλου Agrotrade. Ιδωμένη στο σύνολό της η μαρτυρία του ήταν σταθερή, ειλικρινής, χωρίς αντιφάσεις και πλαισιωμένη από στοιχεία που προκύπτουν από τα Τεκμήρια που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου γίνεται αποδεκτή.  

 

Όσο αφορά την μαρτυρία του Μ.Ε.2 διαπιστώνεται ότι σε πολλά σημεία δεν αμφισβητήθηκε. Ήταν σταθερός στην μαρτυρία του και ούτε για μια στιγμή ή σε οποιοδήποτε σημείο αμφιταλαντεύτηκε. Υποστήριξε τις θέσεις του με αναφορά στα Τεκμήρια. Τα όσα ανέφερε για τον Dmytro Ieleftheriadi, ο οποίος αγόρασε την Εναγόμενη 5 για $1.000 και ακολούθως την εκκαθάρισε, ήτοι ότι ήταν πρόσωπο έμμισθο του ομίλου Agrotrade, ότι ήταν διευθυντής της εταιρείας Intergrain S.A., ότι αντιμετώπιζε ποινικές υποθέσεις και γενικά ότι ήταν άνθρωπος σκοτεινού παρελθόντος δεν αντικρούστηκαν. Ούτε καν αντεξετάστηκε επί της συγκεκριμένης μαρτυρίας. Ούτε η θέση του ότι δεν μπορούσαν να εκτελεστούν οι αποφάσεις GAFTA στην Αυστρία, λόγω έλλειψης περιουσιακών στοιχείων, διευθυντή και γραφείων της Εναγόμενης 1, αμφισβητήθηκε. Ταυτόχρονα η θέση του ότι η Ενοποιημένη Οικονομική Κατάσταση του Ομίλου Agrotrade του 2012 αποκάλυπτε ότι η Εναγόμενη 1 ήταν υπό τον έλεγχο των κυπριακών εταιρειών, ήτοι των Εναγόμενων 2 και 4, επίσης παρέμεινε αλώβητη. Ο ισχυρισμός του ότι η Ευρωπαϊκή Τράπεζα είχε ζητήσει μόνο την μετεγκατάσταση της Εναγόμενης 5 και την συνέχιση της λειτουργίας της Εναγόμενης 1 υποστηρίζεται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 48, την επιστολή της Ευρωπαϊκής Τράπεζας προς την Ενάγουσα. Δεν διαψεύστηκε η θέση του ότι ο Όμιλος Agrotrade είχε καταρτίσει ένα σχέδιο το οποίο προέβλεπε την ύπαρξη της Εναγόμενης 5 μέχρι την εξόφληση των υποχρεώσεων της και ακολούθως την διάλυσή της και την παραμονή της Εναγόμενης 1 στον Όμιλο, μέχρι την αποπληρωμή των υποχρεώσεων της σε επιλεγμένους πιστωτές της.  

 

Η εξήγηση που έδωσε σε σχέση με τις Οικονομικές Καταστάσεις ήταν πειστική. Με αναφορά στα Τεκμήρια 36 – 38 υπέδειξε την εξαφάνιση της Εναγόμενης 1 και ανέδειξε ότι ελλείπουν οποιεσδήποτε λεπτομέρειες αναφορικά με τους λόγους που παραχωρούνταν δάνεια στην Εναγόμενη 4 από την Εναγόμενη 1 ενώ με αναφορά στο Τεκμήριο 72 υπέδειξε την παραχώρηση δανείου από την Εναγόμενη 1 στην Εναγόμενη 2 ύψους $1 εκατομμυρίου χωρίς τόκο. Η θέση του ότι κατά τον χρόνο που η Ενάγουσα προσπαθούσε να εισπράξει το ποσό των αποφάσεων GAFTA από την Εναγόμενη 1 αυτή έδινε δάνεια σε άλλες εταιρείες του Ομίλου Agrotrade δεν καταρρίφθηκε αλλά αντίθετα έγινε αποδεκτή από τον Μ.Υ.2.

 

Εδώ θα πρέπει να ανοιχθεί μια παρένθεση για να καταγραφεί ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας έδωσε μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας λογιστής. Όσο αφορά την μαρτυρία εμπειρογνωμόνων έχει νομολογηθεί ότι οφείλουν να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο όλα εκείνα τα επιστημονικά κριτήρια με βάση τα οποία κατέληξαν στα συμπεράσματά τους, ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να ελέγξει την ορθότητα των ευρημάτων τους και να διαμορφώσει συναφώς τη δική του, ανεξάρτητη άποψη, δια της εφαρμογής των κριτηρίων αυτών στα γεγονότα της υπόθεσης. Αναφορά στο θέμα γίνεται στο σύγγραμμα Ηλιάδης & Ν. Σάντης, Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές (2016), Β' Έκδοση στις σελ. 580 - 584.

 

Το κατά πόσο ένας μάρτυρας έχει τα απαιτούμενα προσόντα να κριθεί εμπειρογνώμονας, είναι ζήτημα που εμπίπτει στη σφαίρα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου (βλ. Kayat Trading Ltd v. Genzyme Corporation (Aρ.1) (2013) 1Α Α.Α.Δ. 438). Από τα προσόντα που έχει παραθέσει στο Δικαστήριο ο συγκεκριμένος δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ως εμπειρογνώμονας.

 

Η αξιολόγηση τέτοιων μαρτύρων δεν διαφέρει και δεν αντιμετωπίζονται από το Δικαστήριο με διαφορετικό τρόπο από ό,τι άλλοι μάρτυρες ενώ η μαρτυρία τους αξιολογείται στη βάση των ίδιων αρχών (βλ. Καουρής v. Δημητρίου κ.α. (2008) 1(Β) Α.Α.Δ. 967, Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους v. Κονναρή (2011) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2298 και πιο πρόσφατα Κωνσταντίνος Παντελή ν. 1. Iacovou Brothers Construction Limited 2. Zemco Construction Ltd Πολ. Εφ. 111/17 ημερ. 13/03/2024). Οι πραγματογνώμονες θα πρέπει να εφοδιάσουν το Δικαστήριο με όλα εκείνα τα εχέγγυα έτσι ώστε το ίδιο να μπορεί να καταλήξει στην ορθότητα των συμπερασμάτων τους και να διαμορφώσει τη δική του άποψη. Στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» των κ.κ. Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη (ανωτέρω) αναφέρονται τα ακόλουθα:

 

«Το καθήκον των πραγματογνωμόνων έναντι του Δικαστηρίου κατά τη μαρτυρία τους έγκειται στην αιτιολογημένη, αντικειμενική και αμερόληπτη παρουσίαση των αναγκαίων επιστημονικών κριτηρίων ώστε να δώσουν τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να κρίνει ευχερώς την ακρίβεια των επίδικων συμπερασμάτων τους και να διαμορφώσει συναφώς τη δική του ανεξάρτητη άποψη δια της εφαρμογής των κριτηρίων αυτών στα γεγονότα της υπόθεσης.».

 

Όπως αναφέρεται και πιο κάτω, στην σελίδα 581 του συγκεκριμένου συγγράμματος, το καθήκον αυτό έχει προτεραιότητα έναντι των όποιων υποχρεώσεων του πραγματογνώμονα προς τον πελάτη.

 

Η μαρτυρία του Μ.Ε.2 που αφορούσε τις Οικονομικές Καταστάσεις της Εναγόμενης 4 δεν κλονίστηκε αφού δεν αμφισβητήθηκε η θέση του ότι η Εναγόμενη 1, μετά την έκδοση των πρωτόδικων αποφάσεων GAFTA, της παραχώρησε δάνεια, ήτοι το 2011 και το 2013, ύψους περί τα €7 εκατομμύρια, τα οποία ουδέποτε ξοφλήθηκαν. Υπέδειξε ότι αν καταβάλλετο οποιοδήποτε ποσό στην Εναγόμενη 1, προς εξόφληση ή αποπληρωμή των δανείων, έπρεπε να αντικατοπτρίζεται στις Οικονομικές Καταστάσεις. Τέτοια πληροφόρηση όμως δεν υπάρχει στις Οικονομικές Καταστάσεις. Άτοκο δάνειο ύψους €1 εκατομμυρίου δόθηκε και στην Εναγόμενη 2, από την Εναγόμενη 1, όπως υπέδειξε με αναφορά στο Τεκμήριο 72, στην παρ.15.2, σελίδα 18. Οι συγκεκριμένες θέσεις δεν καταρρίφθηκαν αλλά ενισχύθηκαν από το περιεχόμενο των Οικονομικών Καταστάσεων των τριών εταιρειών. Αναφέρθηκε τόσο στα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα καθώς και στα Αυστριακά Πρότυπα, τα οποία προφανώς γνώριζε, σε αντίθεση με τους Μ.Υ.2 και Μ.Υ.3. Εξήγησε την διαδικασία τροποποίησης των οικονομικών καταστάσεων και επέσυρε την προσοχή στο γεγονός ότι η οποία αλλαγή θα πρέπει να γνωστοποιείται και να καταγράφεται στην επιστολή των λογιστών της εταιρείας. Τέτοια επιστολή δεν παρουσιάστηκε από τους Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Μ.Υ.3, λογιστής, που έδωσε μαρτυρία για τους Εναγόμενους, δεν μπορούσε να τοποθετηθεί αναφορικά με τα Αυστριακά πρότυπα πλην όμως αναγνώρισε ότι σύμφωνα με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα η οποιαδήποτε αλλαγή στις οικονομικές καταστάσεις μιας εταιρείας, μετά που αναρτούνται στην βάση δεδομένων του κράτους, θα πρέπει να καταχωρείται, να σημειώνεται και να εξηγείται.      

 

Η λεπτομέρεια με την οποία προώθησε τις θέσεις ο Μ.Ε.2 του έδωσε στο Δικαστήριο όλα εκείνα τα απαραίτητα αντικειμενικά κριτήρια για να ελέγξει τις τοποθετήσεις του και να πειστεί ότι ήταν ειλικρινής και έλεγε την αλήθεια.

 

Ο Μ.Ε.3 είναι ανεξάρτητος λογιστής με 20 ετή πείρα στα οικονομικά και τους λογιστικούς ελέγχους. Συνεπώς σε σχέση με την μαρτυρία του ισχύουν οι αρχές που αφορούν την αξιολόγηση μαρτυρίας πραγματογνωμόνων που έχουν προαναφερθεί. Είπε την αλήθεια ότι η ύπαρξη των δύο διαφορετικών δεσμών οικονομικών καταστάσεων, Τεκμήρια 37 και 74, δεν είχε επεξηγηθεί. Σημείωσε ότι οι δύο δέσμες περιέχουν διαφορετικές πληροφορίες για την Εναγόμενη 1 και για την εξαφάνισή της και ότι σύμφωνα με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα εάν μια εταιρική οντότητα αλλάξει την ταξινόμηση των στοιχείων της στις οικονομικές καταστάσεις της οφείλει να ανακατατάξει τα συγκριτικά ποσά και στην συνέχεια να γνωστοποιήσει πρώτον, την φύση της ανακατάταξης, δεύτερον, το ποσό του κάθε στοιχείου που ανακατατάσσεται και τρίτον, το λόγο της ανακατάταξης. Η θέση του αυτή ενισχύθηκε και από την μαρτυρία του Μ.Υ.3, επίσης λογιστή στο επάγγελμα. Εξήγησε γιατί, κατά την άποψή του, η Εναγόμενη 1 θα έπρεπε να φαίνεται στις Ενοποιημένες Οικονομικές Καταστάσεις του Ομίλου σύμφωνα με τα Διεθνή Πρότυπα, Τεκμήριο 77 πλην όμως, ως προκύπτει από το Τεκμήριο 70, σελίδα 15, δεν υπάρχει. Η  θέση του ότι το χρέος που προέκυψε από τις αποφάσεις GAFTA θα έπρεπε να αντικατοπτρίζεται στις Ενοποιημένες Οικονομικές καταστάσεις του Ομίλου Agrotrade,  αφού πληρούσε τα χαρακτηριστικά των χρήσιμων οικονομικών πληροφοριών, έτυχε αποδοχής και από τον Μ.Υ.3. 

 

Κατά την αντεξέτασή του με αναφορά στο Τεκμήριο 55 και τον πίνακα που περιέλαβε στην γραπτή του δήλωση επεξήγησε πως μειώθηκε το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης 1 χωρίς να κλονιστεί η μαρτυρία του. Όταν του υποβλήθηκε ότι οι Ενοποιημένες Οικονομικές Καταστάσεις, Τεκμήριο 70, δεν ήταν ελεγμένες ο ίδιος επέμενε στην θέση του ότι στην σελίδα 3 καταγράφεται το όνομα του Εναγόμενου 7 και στις σελίδες 4 και 5 το όνομα του ελεγκτικού οίκου δεδομένα που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι συγκεκριμένες καταστάσεις είχαν ελεγχθεί. Υπέδειξε επίσης ότι και οι λογαριασμοί του Τεκμηρίου 75 ήταν ελεγμένοι. Οι συγκεκριμένες θέσεις δεν αντιμετωπίστηκαν με την προσκόμιση αντικρουστικής μαρτυρίας από τους Εναγόμενους.  

 

Ο σταθερός λόγος του, περιβαλλόμενος από την αιτιολόγηση των θέσεών του με επαγγελματική επάρκεια έπεισε για την αλήθεια των λεχθέντων του και ως εκ τούτου η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή.

 

Η γενική εντύπωση του Δικαστηρίου για την μαρτυρία της Υπεράσπισης είναι φτωχή. Όποτε οι Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 ένοιωθαν ότι το να απαντήσουν την ερώτηση διακινδύνευε την θέση του Ομίλου Agrotrade επικαλούνταν απώλεια μνήμης. Όσον αφορά τον Μ.Υ.1, εκτελεστικό διευθυντή του Ομίλου Agrotrade, η εντύπωση του Δικαστηρίου είναι ότι είχε επιλεκτική μνήμη. Ενώ παραδέχθηκε την μακρά και εκτεταμένη συνεργασία της Ενάγουσας με τον Όμιλο Agrotrade δεν μπορούσε να θυμηθεί κατά πόσο ο Εναγόμενος 7 είχε συναντηθεί με τον Μ.Ε.1. Προσπάθησε να πείσει ότι ο Εναγόμενος 7 δεν είχε ενεργό ρόλο στην διαχείριση του Ομίλου Agrotrade όμως σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας του προφανώς ξεχνώντας, αναφερόταν στην ενημέρωση που έκανε στον Εναγόμενο 7, στο γεγονός ότι ο ίδιος λογοδοτούσε στον Εναγόμενο 7, στο γεγονός ότι δεν άρεσε στον Εναγόμενο 7 να του υποβάλλονται ερωτήσεις παρά μόνο ήθελε ο ίδιος να δίνει οδηγίες, ότι οι συμφωνίες υπογράφονταν από αυτόν καθώς και στο γεγονός ότι είχε ζητήσει την έγκριση του Εναγόμενου 7 για κάποιες συναλλαγές και για τα προβλήματα που προέκυψαν σε σχέση με τα δύο συμβόλαια με την Ενάγουσα. Παραδέχθηκε ότι όταν προέκυψε το θέμα επιμονής της Ενάγουσας στις ποσότητες που είχαν συμφωνηθεί τότε αναγκάστηκε να ενημερώσει τον Εναγόμενο 7 για να του δώσει οδηγίες.

 

Υποστήριξε ότι το 2010 είχε δημιουργηθεί ένα διοικητικό συμβούλιο το οποίο ασχολείτο με τα θέματα που αφορούσαν τις δραστηριότητες του Ομίλου το οποίο παρά το γεγονός ότι συνεδρίαζε εβδομαδιαίως δεν τηρούσε πρακτικά. Η συγκεκριμένη θέση αντιβαίνει την λογική και δεν μπορεί να γίνει πιστευτή. Πως γίνεται όμως ένας Όμιλος τέτοιας εμβέλειας να διατηρεί ένα διοικητικό συμβούλιο το οποίο να μην τηρεί πρακτικά αλλά να λαμβάνει καταλυτικές αποφάσεις. Προώθησε τη θέση ότι δεν γνώριζε ποιοι διορίζονταν διοικητικοί σύμβουλοι. Δηλαδή, δεν γνώριζε ποιοι του έδιναν οδηγίες σε σχέση με τις αποφάσεις που αφορούσαν τον Όμιλο. Βέβαια απαρίθμησε τρία ονόματα τα οποία, κατά τον ισχυρισμό, του χειρίζονταν τις εξωτερικές οικονομικές δραστηριότητες του Όμίλου. Η συγκεκριμένη θέση είναι εκτός πραγματικότητας. Κατά την αντεξέτασή του ισχυρίστηκε ότι ο Όμιλος διοικείτο από την οικονομική διευθύντρια Olena Vorona. Ούτε η θέση του ότι δεν έγιναν αποδεκτοί οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας στο Δικαστήριο GAFTA μπορεί να γίνει πιστευτή αφού το περιεχόμενο τόσο των πρωτόδικων αποφάσεων αλλά και τον Εφέσεων την καταρρίπτει, Τεκμήρια 26, 27, 30 και 31. Κατέφυγε στο γράμμα της BNP Baribas, Τεκμήρια 93 και 94, για να πείσει ότι υπήρχε σχέση αντιπροσώπευσης μεταξύ της Εναγόμενη 1 και της Εναγόμενης 5. Όμως τα συγκεκριμένα Τεκμήρια έφεραν ημερομηνίες μεταγενέστερες των επίδικων συμβολαίων με την Ενάγουσα και περιείχαν πληροφορίες που είχαν διαβιβαστεί στην Τράπεζα από τον ίδιο τον Όμιλο Agrotrade σε μια προσπάθειά του για λήψη δανειοδότησης.   

 

Ήταν τόσες πολλές οι αντιφάσεις και τα ψεύδη που η μαρτυρία του δεν μπορεί, από οποιαδήποτε οπτική γωνία και αν εξεταστεί, να γίνει αποδεκτή. Και ενώ υποστήριξε ότι απαιτούνται χρονοβόρες διαπραγματεύσεις και συζητήσεις για να υπογραφτεί μια συμφωνία, γιατί υπάρχουν αρκετά ζητήματα για τα οποία το κάθε μέρος επιδιώκει να πετύχει τους καλύτερους όρους, στην συνέχεια, σε αντίθεση με τα όσα είχε αναφέρει, ισχυρίστηκε ότι κάποια συμβόλαια μπορούν να υπογραφτούν μέσα σε δύο ώρες για να δικαιολογήσει το γεγονός ότι το συμβόλαιο με την Dreyfus είχε υπογραφτεί τρείς (3) μόνο μέρες μετά τον τερματισμό των συμβολαίων με την Ενάγουσα. Ακόμη και για τον Ieleftheriadi, στον οποίο είχε πωληθεί η Εναγόμενη 1, είπε ψέματα. Αρχικά είχε πει ότι ήταν επιχειρηματίας από το Χάρκοβο ενώ στην αντεξέταση δήλωσε ότι τον γνώριζε προσωπικά γιατί είχε συνεργαστεί με τον Όμιλο αμισθί για να διαφανεί στην συνέχεια ότι εργοδοτείται από άλλη εταιρεία του Ομίλου. Η μαρτυρία του εκφεύγει της λογικής. Δεν μπορεί να γίνει πιστευτή αφού βρίθει από αντιφάσεις και ψεύδη. Ήταν εμφανής η προσπάθειά του να δικαιολογήσει τις αποφάσεις που λήφθηκαν από τον Όμιλο.

 

Ο Μ.Ε.2, προγραμματιστής πληροφοριακών συστημάτων έδωσε εκτεταμένη μαρτυρία για τις οικονομικές καταστάσεις του Ομίλου Agrotrade χωρίς ο ίδιος να είναι λογιστής – ελεγκτής πλην όμως με κάποιες γνώσεις λογιστικής. Και ενώ δήλωνε ότι δεν είχε οποιαδήποτε επικοινωνία με τον Εναγόμενο 7 κάθε μήνα του απέστελλε την σύγκριση των προϋπολογισμένων στοιχείων του Ομίλου με την πραγματική απόδοση. Δηλαδή, έστελνε σε ένα άνθρωπο που δεν εμπλεκόταν στην διοίκηση του Ομίλου τις μηνιαίες αποδώσεις του. Σ’ αντίθεση με μια από τις θέσεις που εξέφρασε ο Μ.Υ.1 υποστήριξε ότι ο Όμιλος διοικείτο από τον Μ.Υ.1 και την Olena Vorona. Δεν αναφέρθηκε σε διοικητικό συμβούλιο. Δηλαδή η μαρτυρία του Μ.Υ.2 ήταν, σε κάποια θέματα, σε αντίθεση με την μαρτυρία του Μ.Υ.1.   

 

Προσπάθησε διακαώς να πείσει ότι ο Όμιλος Agrotrade χρησιμοποιούσε το μοντέλο Principal – Agent για την πώληση σιτηρών σε πελάτες και ότι η Ενάγουσα γνώριζε το γεγονός αυτό όταν υπέγραφε τις συμβάσεις. Το ερώτημα είναι γιατί το γεγονός αυτό δεν καταγράφεται σε κανένα από τα συμβόλαια που υπογράφτηκαν μεταξύ των Μερών. Δεν προσκόμισε οποιαδήποτε από τις 17 συμβάσεις, που επικαλέστηκε ότι γνώριζε ότι είχαν υπογραφτεί, για να πείσει ότι η Ενάγουσα γνώριζε για την αντιπροσώπευση.

 

Όσον αφορά τις Ενοποιημένες Οικονομικές Καταστάσεις του Ομίλου Agrotrade όταν του υποδείχθηκαν τα Τεκμήρια 38 και 74 τα αναγνώρισε ως τις Οικονομικές Καταστάσεις του Ομίλου και αποδέχθηκε ότι το Τεκμήριο 38 περιλαμβάνει την Εναγόμενη 1 ενώ το Τεκμήριο 74 όχι. Παρά το γεγονός ότι συμμετείχε στον έλεγχο του Ομίλου δεν μπορούσε να απαντήσει την ερώτηση γιατί υπήρχαν δύο διαφοροποιημένα σετ Ενοποιημένων Οικονομικών Καταστάσεων και αυτή του η δήλωση έγινε παρά το γεγονός ότι γνώριζε την διαδικασία ετοιμασίας των ενοποιημένων λογαριασμών. Μηχανεύτηκε ότι στην Ουκρανία υπήρχε το περιστατικό του «παγκόσμιου ιού», στο οποίο βέβαια δεν επεκτάθηκε, για να δικαιολογήσει την ύπαρξη των δύο σετ Ενοποιημένων Οικονομικών Καταστάσεων του Ομίλου τα οποία περιείχαν διαφορετική πληροφόρηση. Στην προσπάθεια του να πείσει προώθησε τη θέση, όταν του ζητήθηκε να προσκομίσει καταστάσεις λογαριασμού της Εναγόμενης 1 η οποία εδρεύει στην Αυστρία, ότι δεν υπήρχαν λόγω της «κυβερνητικής ίωσης» στην Ουκρανία. Όσον αφορά τις δικαιολογίες του, για το ποιος αποφασίζει ποια υποχρέωση θα αποπληρωθεί πρώτη, ήταν το λιγότερο αστείες αφού ανέφερε αρχικά ότι αυτό αποφασίζεται από το σύστημα. Δηλαδή, ανέμενε να γίνει πιστευτός ότι ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής αποφασίζει ποια υποχρέωση θα πληρωθεί πρώτη. Για να διορθώσει, στην συνέχεια, ότι τον τελικό λόγο τον είχε η Olena Vorona.  

 

Αναφερόμενος στο ποσό των αποφάσεων GAFTA ο ίδιος το χαρακτήρισε «πρόστιμο» και προώθησε τη θέση ότι δεν υπήρχαν λεφτά για να πληρωθεί αφού τα περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης 1 δεν της ανήκαν. Για να αναφέρει στην συνέχεια ότι η απαίτηση της Ευρωπαϊκής Τράπεζας είχε αναγκάσει την Εναγόμενη 1 να πληρώσει τα χρέη της στον Παναμά. Ο ισχυρισμός του ότι ήταν συνήθης πρακτική η παραχώρηση δανείων σε θυγατρικές εταιρείες ήταν η ύστατη προσπάθειά του να δικαιολογήσει την απομάκρυνση των ποσών από την Εναγόμενη 1 και την διοχέτευσή τους σε άλλες θυγατρικές του Ομίλου.    Όλη η μαρτυρία του ήταν εξωπραγματική. Περιβαλλόταν από έλλειψη πειστικότητας και ειλικρίνειας. Άφησε το Δικαστήριο με την εντύπωση ότι είχε προσέλθει στο Δικαστήριο μόνο για να βοηθήσει τον εργοδότη του και όχι για να βοηθήσει το Δικαστήριο στην διαπίστωση των πραγματικών γεγονότων.  Η μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.

 

Οι διαπιστώσεις που έχουν καταγραφεί αναφορικά με τους Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 ισχύουν και σε σχέση με την μαρτυρία του Μ.Υ.3, εγκεκριμένου λογιστή. Ουσιαστικά απασχολήθηκε με τον σχολιασμό της μαρτυρίας του Μ.Ε.3 και ενώ συμφώνησε ότι ο Όμιλος Agrotrade θα έπρεπε να εξετάσει το γεγονός κατά πόσο οι αποφάσεις GAFTA θα έπρεπε να καταχωριστούν στις Ενοποιημένες Οικονομικές Καταστάσεις του Ομίλου παράλληλα είχε την άποψη ότι η παράλειψη συμπερίληψής τους δεν ήταν σκόπιμη. Το πώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν σκόπιμη δεν το εξήγησε. Επίσης ενώ δήλωνε ότι δεν γνώριζε για την ύπαρξη των δύο διαφορετικών εκδόσεων των Ενοποιημένων Οικονομικών Καταστάσεων παράλληλα «υπέθεσε» ότι ο λόγος της μη συμπερίληψης της Εναγόμενης 1 ήταν γιατί δεν θεωρήθηκε σημαντική και ότι «ίσως» να ήταν παράλειψη της ονομαστικής αναφοράς της Εναγόμενης 1. Τις συγκεκριμένες θέσεις τις εξέφρασε παρά το γεγονός ότι δεν γνώριζε τα τοπικά πρότυπα που εφαρμόζονται στην Αυστρία και το Λουξεμβούργο και κατά πόσο αυτά διαφέρουν από τα Διεθνή Πρότυπα.      

 

Δήλωσε ότι ο ελεγκτικός οίκος που έλεγξε τις Οικονομικές Καταστάσεις του Ομίλου είχε καταγράψει ότι ακολούθησε πιστά τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα σύμφωνα με τα οποία, όπως παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση, έπρεπε να συμπεριληφθεί το ποσό των αποφάσεων GAFTA. Επίσης εξέφρασε την άποψη ότι η Εναγόμενη 1 μέχρι τις 30/06/2014 είχε διευθετήσει τις υποχρεώσεις της όμως δεν εξήγησε γιατί δεν είχε πληρώσει τις αποφάσεις GAFTA, οι οποίες ήταν επίσης υποχρεώσεις που προέκυψαν το 2012. Εύλογα γεννάται το ερώτημα γιατί του είχαν δοθεί τα πρακτικά της δικαστικής διαδικασίας αφού είναι εμπειρογνώμονας και μπορεί να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα από τις Ενοποιημένες Οικονομικές Καταστάσεις. Σημαντική είναι και η θέση που εξέφρασε ότι το καθήκον του εκτεινόταν στο να υποδείξει ότι οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας ήταν λανθασμένοι. Όμως το καθήκον του, ως εμπειρογνώμονας, δεν είναι αυτό. Όφειλε, αντικειμενικά και αμερόληπτα, να παρουσιάσει τα επιστημονικά εκείνα στοιχεία που να βοηθήσουν το Δικαστήριο να ελέγξει την ακρίβεια των δικών του συμπερασμάτων. Κάτι που δεν έπραξε. Προσπάθησε να πείσει ότι η δική του προσέγγιση είναι ολιστική και ότι διαβάζει τα στοιχεία με διαφορετικό τρόπο από τον Μ.Ε.3 χωρίς όμως να αιτιολογήσει την θέση του. Και όλα αυτά ενώ παραδέχθηκε ότι η ορθή λογιστική ενέργεια, σύμφωνα με τα Διεθνή Πρότυπα, είναι να καταχωρείται στις οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας η οποιαδήποτε εκδοθείσα απόφαση σε αγωγή αφού συνιστά ενδεχόμενη οφειλή.  

 

Δεν έπεισε το Δικαστήριο. Σε πολλές περιπτώσεις απόφυγε να απαντήσει ενώ γνώριζε την πραγματικότητα. Για παράδειγμα ερωτηθείς απάντησε ότι δεν μπορούσε να πει με σιγουριά κατά πόσο το ποσό των αποφάσεων GAFTA περιλαμβανόταν στην παράγραφο υπό C στο Τεκμήριο 51(Α) και παράλληλα ισχυρίστηκε ότι δεν μπορούσε να αποκλείσει το γεγονός ότι περιλαμβανόταν αφού δεν γνώριζε τον τρόπο κατηγοριοποίησης των υποχρεώσεων γιατί ο ισολογισμός μιας εταιρείας δεν δίνει ονομαστικές αναφορές. Ούτε κατά πόσο εισπράχθηκε, από την Εναγόμενη 1, το ποσό των €25 εκατομμυρίων μπορούσε να απαντήσει με θετικό τρόπο. Αρχικά, με αναφορά στο Τεκμήριο 97, ισχυρίστηκε ότι εισπράχθηκε για να αναφέρει στην συνέχεια ότι δεν μπορούσε να συμπεράνει ότι στις 31/12/2012 η Εναγόμενη 1 είχε €25 εκατομμύρια. Όταν του ζητήθηκε να αναλύσει το Τεκμήριο 97 υποστήριξε ότι δεν ήταν σε θέση να το πράξει. Όλες αυτές οι διαπιστώσεις δεν αφήνουν περιθώριο στο Δικαστήριο ν΄αποδεχθεί τις θέσεις του.            

 

Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης το Δικαστήριο καταλήγει στα ακόλουθα ευρήματα: Η Ενάγουσα είχε μακροχρόνια εμπορική συνεργασία με εταιρείες του Ομίλου Agrotrade και λόγω της συγκεκριμένης συνεργασίας αναπτύχθηκε εμπιστοσύνη σε τέτοιο βαθμό που ο Μ.Ε.1 συμβούλεψε τον Μ.Υ.1 για την δημιουργία εταιρειών εκτός της Ουκρανίας. Ο Όμιλος Agrotrade δημιουργούσε εταιρείες οχήματα, όπως την Εναγόμενη 1 στην Αυστρία, όμως όλες οι διαπραγματεύσεις για την υπογραφή συμβολαίων μ’ αυτές τις εταιρείες διενεργούνταν από την ομάδα του Ομίλου Agrotrade. Σ΄ ότι αφορά τα υπό κρίση γεγονότα ακριβώς λόγω της αντικατάστασης της αγγλικής εταιρείας με εταιρεία στην Αυστρία υπογράφτηκαν μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1 νέα συμβόλαια τον Ιούλιο και Αύγουστο 2010 για την παράδοση συγκεκριμένων προϊόντων. Τον Οκτώβριο 2010 υπήρξε αύξηση των τιμών και στην συνέχεια ο Όμιλος Agrotrade επικαλούμενος τις ποσοστώσεις που επιβλήθηκαν ισχυρίστηκε ότι δεν μπορούσε να παραδώσει τις συγκεκριμένες συμφωνηθείσες ποσότητες καθώς και τις τιμές. Η Ενάγουσα λόγω των δικών της συμβατικών υποχρεώσεων επέμενε στις συγκεκριμένες ποσότητες και απέστειλε την προκαταβολή σύμφωνα με την συμφωνία στο τέλος Νοεμβρίου 2010. Ο Όμιλος Agrotrade επικαλούμενος μη πληρωμή τερμάτισε τις συμφωνίες στις 30/11/2010 και πώλησε τα προϊόντα τρείς (3) μέρες μετά στην εταιρεία Dreyfus σε τιμές κατά πολύ ψηλότερες από αυτές που είχε συμφωνήσει με την Ενάγουσα επιτυγχάνοντας κέρδη εκατομμυρίων. Τα γεγονότα αυτά οδήγησαν την Ενάγουσα στο Δικαστήριο GAFTA όπου πρωτόδικα είχαν εκδοθεί υπέρ της και εναντίον της Εναγόμενης 1 δύο αποφάσεις, τον Ιανουάριο και Φεβρουάριο 2012, για τα ποσά των $297,222.80 και  $1,596,800 (US), Τεκμήρια 26 και 28. Τα συγκεκριμένα ποσά επικυρώθηκαν με αποφάσεις του Εφετείου GAFTA ημερ. 05/02/2013, Τεκμήρια 29 και 30. Στα δύο χρόνια που διήρκεσε η δικαστική διαμάχη η Εναγόμενη 1 ξεκίνησε να διοχετεύει, με πρόφαση τον δανεισμό, σε άλλες θυγατρικές εταιρείες του Ομίλου Agrotrade τα κεφάλαιά της με αποτέλεσμα ενώ το 2010 είχε ενεργητικό ύψους $14.717.922,15, Τεκμήριο 51, το 2011 είχε $11εκατομύρια και κατά την έκδοση της απόφασης του Εφετείου παρέμειναν μόνο €39.000 με αποτέλεσμα να μην μπορεί, η Ενάγουσα, να εισπράξει το ποσό των αποφάσεων. Εκτός από το γεγονός ότι δάνειζε δικά της λεφτά χωρίς οποιαδήποτε δικαιολογία, ήτοι δάνειο $1εκατομυρρίου στην Εναγόμενη 2 στις 10/05/2011, Τεκμήριο 72 και στην Εναγόμενη 4 ύψους €3,863,131.00, Τεκμήριο 52(Α) σελ.16 χωρίς τόκο ταυτόχρονα, στις 28/09/2012, πωλήθηκαν οι μετοχές της στην Εναγόμενη 5, η οποία ήταν εταιρεία με έδρα τον Παναμά, που στην συνέχεια πωλήθηκε στον Ieleftheriadi  για $1.000 τα οποία ποτέ δεν καταβλήθηκαν για να διαλυθεί στις 14/12/2015. Οι υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1, ως διαπιστώθηκαν από τις αποφάσεις GAFTA, ποτέ δεν ενσωματώθηκαν στις Οικονομικές Καταστάσεις της, Τεκμήριο 52(Α), κάτω από τα στοιχεία «Current Liabilities». Όλα αυτά παρά την εισήγηση της Ευρωπαϊκής Τράπεζας για μετακίνηση της Εναγόμενης 5 σε δικαιοδοσία αποδεκτή από την ίδια την Τράπεζα, Τεκμήριο 48. Ο Όμιλος Agrotrade είχε δεσμευτεί να εφαρμόσει το πλάνο που είχε προωθήσει στην Ευρωπαϊκή Τράπεζα το οποίο περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, όπως η Εναγόμενη 1 συνεχίσει να λειτουργεί μέχρι να αποπληρώσει τις υποχρεώσεις που είχε στους πιστωτές της. Αυτά ενώ εκκρεμούσαν οι Εφέσεις σε σχέση με τις αποφάσεις GAFTA. Και ξαφνικά η Εναγόμενη 1, το 2013, εξαφανίζεται από τις Ενοποιημένες Οικονομικές Καταστάσεις του Ομίλου, Τεκμήριο 74. Το δε χρέος που προέκυψε από τις αποφάσεις GAFTA ουδέποτε ενσωματώθηκε στις Οικονομικές Καταστάσεις είτε της Εναγόμενης 1 είτε του Ομίλου Agrotrade, στον οποίο ανήκε, παρά το γεγονός ότι σύμφωνα με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα θα έπρεπε να ενσωματωθεί. Όμως οι όποιες οφειλές της Εναγόμενης 1 προς συνδεδεμένες με αυτή εταιρείες είχαν αποπληρωθεί. Το ερώτημα προς απάντηση είναι κατά πόσο παράνομα και δόλια οι θυγατρικές εταιρείες του Ομίλου συνωμότησαν μεταξύ τους, έτσι ώστε να αποξενωθούν περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης 1, επικαλούμενες υποχρεώσεις προς Ουκρανούς προμηθευτές μέλη του Ομίλου καθώς και υποχρεώσεις σε τράπεζες, για να εξαπατήσουν την Ενάγουσα έτσι ώστε να μην μπορέσει να εισπράξει το ποσό των $4 εκατομμυρίων που είχε επιδικαστεί υπέρ της από το Διαιτητικό Δικαστήριο GAFTA.                            

                

ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ

 

            Ως έχει προλεχθεί το περιεχόμενο των αποφάσεων του Εφετείου GAFTA είναι δεδομένο και δεν επιδέχεται αμφισβήτησης. Συνακόλουθα η Εναγόμενη 1 οφείλει στην Ενάγουσα το συνολικό ποσό των $4.291.174,40 ανατοκιζόμενο με επιτόκιο 3.5% ετησίως με τριμηνιαία κεφαλαιοποίηση από 31/12/2010 μέχρι την πληρωμή πλέον £37.948,70 (STG) ως καθορισθέντα δικηγορικά έξοδα της διαδικασίας GAFTA. Δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του παρόντος Δικαστηρίου η εξέταση του θέματος κατά πόσο ορθά τερματίστηκαν οι συμβάσεις μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1. Το θέμα αυτό αποφασίστηκε από το Διαιτητικό Δικαστήριο GAFTA τελεσίδικα. Το ερώτημα προς απάντηση είναι κατά πόσο οι πράξεις της Εναγόμενης 1 σε συνεννόηση με τις θυγατρικές της εταιρείες, ήτοι τις Εναγόμενες 2 και 4 οι οποίες είναι κυπριακές εταιρείες, σε συνάρτηση με τις αποφάσεις του Εναγόμενου 7, μετά την έκδοση των αποφάσεων GAFTA ενείχαν δόλο.

 

            Θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα γεγονότα τα οποία επικαλείται η Ενάγουσα και χαρακτηρίζει ως δόλιες πράξεις που σκοπούσαν στο να της αποστερήσουν την είσπραξη του ποσού των αποφάσεων GAFTA ήταν μεταγενέστερα των γεγονότων που οδήγησαν στο Διαιτητικό Δικαστήριο GAFTA και η Ενάγουσα δεν θα μπορούσε να τα επικαλεστεί κατά την εκδίκαση των υποθέσεων ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου GAFTA. Οι διαδικασίες GAFTA αφορούσαν τις ζημιές που προκλήθηκαν στην Ενάγουσα από τον παράνομο τερματισμό των συμβάσεων μεταξύ της και της Εναγόμενης 1 λόγω του ότι η ίδια είχε συμβόλαια με τρίτους για την παράδοση των συγκεκριμένων προϊόντων.   

 

            Το ερώτημα προς επίλυση είναι κατά πόσο οι ενέργειες του Ομίλου Agrotrade μέσω του ιδιοκτήτης τους, Εναγόμενου 7 και των θυγατρικών εταιρειών του Ομίλου, στην έκταση που οι συγκεκριμένες ενέργειες επιδρούσαν στην οικονομική κατάσταση της Εναγόμενης 1, σκοπούσαν στο να αποφευχθεί η καταβολή των επιδικασθέντων ποσών GAFTA. Δεν αμφισβητήθηκε η έκδοση των αποφάσεων GAFTA ούτε και το γεγονός ότι επικυρώθηκαν από το Εφετείο. Όλες οι εταιρείες που εμπλέκονται στην υπό κρίση αξίωση φαίνεται να ανήκουν στον Εναγόμενο 7, ο οποίος προκύπτει ότι είχε γνώση και επίγνωση του τι γινόταν σε κάθε μια από τις εταιρείες του αφού φαίνεται να υπέγραφε τις συμβάσεις ακόμη και μετά που είχε λάβει γνωμοδότηση να μην το πράττει ενώ απαιτούσε να ενημερώνεται μηνιαίως για κάθε οικονομικό θέμα που απασχολούσε στον ‘Όμιλο και δεν του άρεσε να μπαίνουν εμπόδια στις αποφάσεις του.   

 

Το σημείο διαφιλονικήσεως αφορά το κατά πόσο σκόπιμα «διασκορπίστηκαν» τα περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης 1, η οποία ήταν υπόλογη για τα ποσά των συγκεκριμένων αποφάσεων και κατά πόσο σκόπιμα και επίτηδες οδηγήθηκαν σε εκκαθάριση εταιρείες του Ομίλου, ήτοι οι Εναγόμενες 1 και 5. Έγινε πολύς λόγος για την μη συμμόρφωση – εκπλήρωση με τις συμβάσεις που υπήρχαν μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1. Το  θέμα όμως αυτό αποφασίστηκε από το Δικαστήριο GAFTA και δεν θα αποφασιστεί εκ νέου από αυτό το Δικαστήριο. Αυτό που είναι αδιαμφισβήτητο είναι η έκδοση των αποφάσεων GAFTA και η οφειλή ύψους περί τα $4 εκατομμύρια από την Εναγόμενη 1 στην Ενάγουσα. Διαπιστώθηκε ότι έγιναν διάφορες ενέργειες από την Εναγόμενη 1 και από την ομάδα που την διοικούσε υπό τις εντολές του Εναγόμενου 7, κατά την διάρκεια που οι διαδικασίες GAFTA βρίσκονταν σε εξέλιξη. Οι συγκεκριμένες ενέργειες – αποφάσεις  οδήγησαν στην ανικανότητα της Εναγόμενης 1 να ανταποκριθεί στο χρέος της προς την Ενάγουσα ενώ ο ίδιος ο Όμιλος την εξαφάνισε από τις Ενοποιημένες Οικονομικές του Καταστάσεις προφανώς φοβούμενος την οφειλή.  

 

            Η συνήγορος της Ενάγουσας στην γραπτή της αγόρευση προώθησε τη θέση ότι η αγωγή αφορά οικονομικές αδικοπραξίες- economic torts. Μία από τις βάσεις αγωγής που αναδείχθηκαν είναι η συνομωσία προς εξαπάτηση και καθορίστηκε η ζημιά που υπέστη η Ενάγουσα,  ύψους $4.291.176,40, συνέπεια των παράνομων πράξεων των Εναγόμενων. Το αστικό αδίκημα της συνωμοσίας έχει αναγνωριστεί ευρέως από το αγγλικό δίκαιο και έχει προσλάβει διάφορες μορφές. Στα κυπριακά δρώμενα έχει αναγνωριστεί στην Paikkos v. Kontemeniotis (1898) 1 C.L.R. 50 και στην πρωτόδικη απόφαση Galina Weber v. Itera Group Ltd Αγ. Αρ.1508/06 ημερ. 17/05/2011 αλλά δεν έχει εξελιχθεί στο βαθμό που να εντοπίζεται με ευκολία. Ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου, Μαλακτός Χ., όπως ήταν τότε, επεξήγησε το αστικό αδίκημα της συνωμοσίας καταγράφοντας τα ακόλουθα σημαντικά :

 

« Το αστικό αδίκημα της συνωμοσίας όπως αυτό αναγνωρίζεται από το κοινοδίκαιο ισχύει στην Κύπρο (βλ. Paikkos v. Kontemeniotis (1989)1 C.L.R. 50). Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι:  (1)  συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσότερων προσώπων˙ (2) είτε, όπου τα μέσα είναι νόμιμα, συμφωνία της οποίας ο πραγματικός και κυρίαρχος σκοπός είναι η πρόκληση βλάβης στον ενάγοντα είτε, όπου τα μέσα είναι παράνομα, συμφωνία της οποίας ο σκοπός είναι η πρόκληση βλάβης στον ενάγοντα˙ και (3) πράξεις που τελέστηκαν εις εκτέλεση της συμφωνίας είχαν ως αποτέλεσμα την πρόκληση ζημιάς στον ενάγοντα. (βλ. Χριστοφόρου κ.α. ν. Barclays Bank Plc Π.Ε. 21/07, ημερ. 13.1.2009 με παραπομπή στους Halsbury's Laws of England, 4η έκδ. Reissue, Τόμος 45(2), παρα. 697).

 

Οι πράξεις που επέφεραν τη ζημιά ως αποτέλεσμα της συνωμοσίας δεν είναι αναγκαίο να   καταδειχθεί ότι θα αποτελούσαν από μόνες τους αστικό αδίκημα ή ότι ήταν παράνομες.  Συνωμοσία για την πρόκληση βλάβης εγείρει αστική ευθύνη έστω και αν το αποτέλεσμα επιτεύχθηκε με συμπεριφορά η οποία αφ' εαυτής και στην έλλειψη του στοιχείου της συνωμοσίας δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως νομικά επιλήψιμη. Πράξεις που διενεργούμενες από ένα πρόσωπο δεν θα έδιδαν βάση για διεκδίκηση αποζημιώσεων εγείρουν αγώγιμο δικαίωμα όταν γίνονται στα πλαίσια συνωμοσίας.  (βλ. Lonrho Plc v. Fayed and others (1991) 3 All E.R. 303).

 

Υπάρχουν δύο ειδών συνωμοσίες για πρόκληση βλάβης σε άλλο. Αυτές όπου η προώθηση του κοινού σκοπού γίνεται με νόμιμα μέσα και αυτές όπου η προώθηση του κοινού σκοπού επιτυγχάνεται με παράνομα μέσα.  Στην πρώτη περίπτωση, για να εγείρεται αγώγιμο δικαίωμα για αποζημιώσεις θα πρέπει να καταδεικνύεται πως η αξιούμενη βλάβη ήταν ο κυρίαρχος σκοπός της συνομωσίας. (βλ.  Kuwait Oil Tanker Company SAK and another v. Al Bader and others (2000) EWCA Civ 160).».

 

            Κατατοπιστικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την Kuwait Oil Tanker Company SAK & Anor v. Al Bader & Ors [2000] EWCA 160 (Civ), παράγραφοι 107 κ.ε.:

 

«It is common ground that there are two types of actionable conspiracy, conspiracy to injure by lawful means and conspiracy to injure by unlawful means. The first is sometimes described simply as a conspiracy to injure and the second as a conspiracy to use unlawful means: see e.g. Clerk & Lindsell on Torts, 17th edition, paragraph 23-76. In our view they are both conspiracies to injure and their ingredients are the same, with one crucial difference. In both cases there must be conspiracy to injure the claimant, but in the first case (in which the means employed would otherwise be lawful) the predominant purpose of the conspiracy must be to injure the claimant whereas in the second case, although the defendant must intend to injure the claimant, injury to the claimant need not be his predominant purpose.

 

108. We shall treat them as different torts, although, as it seems to us, they are better regarded as species of the same tort. It matters not. For present purposes we would define them as follows:

 

• A conspiracy to injure by lawful means is actionable where the claimant proves that he has suffered loss or damage as a result of action taken pursuant to a combination or agreement between the defendant and another person or persons to injure him, where the predominant purpose of the defendant is to injure the claimant.

• A conspiracy to injure by unlawful means is actionable where the claimant proves that he has suffered loss or damage as a result of unlawful action taken pursuant to a combination or agreement between the defendant and another person or persons to injure him by unlawful means, whether or not it is the predominant purpose of the defendant to do so.

 

We shall call them a ‘lawful means conspiracy’ and an ‘unlawful means conspiracy’ respectively. ».

 

Τα γεγονότα όπως έχουν διαπιστωθεί αποκαλύπτουν ότι η Εναγόμενη 1, η οποία ήταν θυγατρική εταιρεία του Όμιλου Agrotrade, μόλις διαπίστωσε ότι η Ενάγουσα είχε ενεργοποιήσει την διαδικασία Διαιτησίας GAFTA στις 13/12/2010 ξεκίνησε τον δανεισμό σε θυγατρικές της εταιρείες. Δάνεισε στην Εναγόμενη 2 το ποσό των $1 εκατομμυρίου χωρίς τόκο, Τεκμήριο 72 και στην Εναγόμενη 4 το ποσό των €3,863,131.00 χωρίς τόκο, Τεκμήριο 52(Α). Ο δανεισμός στις θυγατρικές από μόνος του δεν θα ήταν μεμπτός αν δεν συνοδευόταν από την εξαφάνιση της Εναγόμενης 1 από τις Ενοποιημένες Καταστάσεις του Ομίλου και την διάλυση της Εναγόμενης 5 που την είχε αγοράσει. Επιπρόσθετα πριν να εξαφανιστεί και ενώ είχε την οικονομική δυνατότητα να αποπληρώσει τις εκδοθείσες αποφάσεις η διοίκηση του Ομίλου Agrotrade είχε αποφασίσει να πληρώσει οφειλές της προς θυγατρικές εταιρείες χωρίς οποιαδήποτε εξήγηση. Δεν χωρεί αμφιβολίας ότι υπήρξε συνωμοσία από τους διοικούντες τον Όμιλο Agrotrade, με πρωταγωνιστή τον Εναγόμενο 7 στον οποίο ανήκει ο Όμιλος, με κυρίαρχο σκοπό της συνωμοσίας την απώλεια του συγκεκριμένου ποσού που επιδικάστηκε από το Διαιτητικό Δικαστήριο GAFTA προς όφελος της Ενάγουσας.     

 

Το αγγλικό δίκαιο αναγνωρίζει την συγκεκριμένη βάση αγωγής ως «Marex Tort», στην οποία επέσυρε προσηκόντως την προσοχή του Δικαστηρίου η κα Κότσαπα στην γραπτή της αγόρευση. Η συγκεκριμένη βάση αγωγής έχει τύχει ερμηνείας στην απόφαση Marex Financial Limited v. Sevilleja [2017] EWHC 918 (Comm) και πιο πρόσφατα στην Lakatamia Shipping Company Ltd v. 1. Tseng Yu Hsia 2. Chiharu Morimoto [2023] EWHC 3023 (Comm). Ερμηνεύθηκε ως ακολούθως στις παραγράφους 58 και επέκεινα:

 

«…the elements of the Marex tort are:

(1) The entry of a judgment in the claimant's favour,

(2) Breach of the rights existing under that judgment,

(3) The procurement or inducement of that breach by the defendant,

(4) Knowledge of the judgment on the part of the defendant, and

(5) Realisation on the part of the defendant that the conduct being induced or procured would breach the rights owed under the judgment.».

 

Σχετική είναι η παράγραφος 101 της απόφασης Lakatamia Shipping Company Ltd v. 1. Nobu Su/ Hsin Chi Su 2. Chang Tai – Chou 3. Arnaud Zabaldano [2024] EWHC 1749 (Comm) η οποία παρατίθεται:

 

«…….A third party who knowingly assists a judgement debtor to dissipate their assets so as to hinder enforcement of a judgement debt has, in principle, liability in the Marex tort – whether or not there is a freezing order in place. ».

 

Σύμφωνα με τον Knowles J στην απόφαση Marex Financial Limited v. Carlos Sevilleja Garcia (ανωτέρω):

 

«20. Non-payment of a judgment debt is an actionable wrong. The Courts have recognised "a principle that where a court of competent jurisdiction has adjudicated a certain sum to be due from one person to another, a legal obligation arises to pay that sum, on which an action of debt to enforce the judgment may be maintained": per Lord Collins in Rubin and Another v Eurofinance SA; In re New Cap Reinsurance Corpn Ltd [2013] 1 AC 236 at [9], and see further Williams v Jones (1845) 13 M&W 628 at 633 per Pollock CB; ED&F Man (Sugar) v Haryanto unreported 17 July 1996 per Leggatt LJ and Kuwait Oil Tanker v Al-Bader [2008] EWHC 2432 at [8] per Teare J. This is the theoretical basis for the enforcement of foreign judgments at common law, but it is nonetheless a principle and not a fiction confined to that area of common law.».

 

Οι πιο πάνω αρχές επαναλήφθηκαν στην πρόσφατη απόφαση The State Oil Company of the Republic of Azerbaijan (A Body Corporate) and others v. Mubariz Mansimov and others [2026] EWCH 2102 (Comm) στην οποία αποφασίστηκε ότι οι συνωμοτικές πράξεις θα πρέπει να διενεργηθούν μετά την έκδοση απόφασης και ότι οι αρχές του Marex Tort εφαρμόζονται και σε διαιτητικές αποφάσεις.  

 

Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι δικαιώματα τα οποία καθορίζονται σε δικαστική απόφαση έχουν ιδιαίτερο καθεστώς αφού έχουν καθοριστεί τελειωτικά και αδιαμφισβήτητα  από αρμόδιο Δικαστήριο. Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στα υπό εξέταση γεγονότα διαπιστώνεται ότι είχαν εκδοθεί οι πρωτόδικες αποφάσεις GAFTA στις 26/01/2012 και 15/02/2012, Τεκμήρια 26 και 27 και οι αποφάσεις του Εφετείου GAFTA στις 05/02/2013, Τεκμήρια 30 και 31. Συνεπώς, ως έχει προλεχθεί, έχουν εκδοθεί αποφάσεις προς όφελος της Ενάγουσας. Η πρώτη προϋπόθεση του Marex Tort πληρείται. Διαφάνηκε από την προσκομισθείσα μαρτυρία ότι υπήρξε παραβίαση των δικαιωμάτων τα οποία διαπιστώθηκαν τελεσίδικα στις αποφάσεις GAFTA και συνακόλουθα πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση. Το ερώτημα είναι κατά πόσο υπήρξε παρακίνηση από τις Εναγόμενες έτσι ώστε να παραβιαστούν τα δικαιώματα αυτά.  

 

Έχει διαπιστωθεί, από τα γεγονότα όπως τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι ο Εναγόμενος 7, ως ο τελικός δικαιούχος των Εναγόμενων 2, 3, 4 και 6, γνώριζε για τις αποφάσεις GAFTA αφού, σύμφωνα και με την μαρτυρία τόσο του Μ.Υ.1 καθώς και του Μ.Υ.2 αυτός επέβλεπε τις δραστηριότητες του Ομίλου Agrotrade, ιδιαίτερα την οικονομική του κατάσταση. Διαφάνηκε ότι το κατ΄ισχυρισμό διοικητικό συμβούλιο του Ομίλου Agrotrade δεν τηρούσε οποιαδήποτε πρακτικά. Προκύπτει από τα γεγονότα, όπως αυτά έχουν εκτεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι από το χρονικό σημείο της έκδοσης των πρωτόδικων αποφάσεων GAFTA το 2012, στις οποίες κρίθηκε ότι η Εναγόμενη 1 όφειλε στην Ενάγουσα ένα ποσό της τάξεως των $4 εκατομμυρίων, μέχρι και την έκδοση των αποφάσεων του Εφετείου GAFTA τον Φεβρουάριο του 2013 τα περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης 1 μειώθηκαν από $49 εκατομμύρια σε $39.000 ενώ παράλληλα οι Εναγόμενες 1 και 5 εξαφανίστηκαν από τις  Ενοποιημένες Οικονομικές Καταστάσεις του Ομίλου Agrotrade. Η Εναγόμενη 1 σε συμφωνία με τις Εναγόμενες 2 και 4 τους δάνεισε λεφτά χωρίς τόκο, Τεκμήριο 52(Α) παρά.15.2, Τεκμήριο 93 Schedule I, χωρίς να καταγράφεται οπουδήποτε ο λόγος του δανεισμού και ενώ είχε ληφθεί δάνειο από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανάπτυξης στην οποία είχε αναφερθεί ότι θα προσφερόταν συμβιβασμός, Τεκμήριο 93, σελ.7, παρά. 24(d), έτσι ώστε να πειστεί η Τράπεζα να χορηγήσει το συγκεκριμένο δάνειο. Σημειώνεται, ότι το Τεκμήριο 93 φέρει ημερομηνία 08/06/2012, δηλαδή μετά τις αποφάσεις GAFTA και αφορά την παρουσίαση του Ομίλου στην Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανάπτυξης με στόχο την λήψη δανείου, δάνειο το οποίο χορηγήθηκε.

 

Η προσπάθεια των μαρτύρων Υπεράσπισης να δικαιολογήσουν την διάλυση της Εναγόμενης 1, επικαλούμενοι την επιστολή της Τράπεζας BNP Paribas έπεσε στο κενό αφού δεν προκύπτει από το Τεκμήριο 94 οποιαδήποτε απαίτηση προς τούτο. Ούτε και η Ευρωπαϊκή Τράπεζα, Τεκμήριο 48, είχε απευθύνει έτσι αίτημα. Το μόνο που είχε ζητήσει ήταν την επανεγκατάσταση της Εναγόμενης 5 από τον Παναμά σε κάποια χώρα όπου υπήρχε νομική απαίτηση τήρησης οικονομικών λογαριασμών. Η αδυναμία εξήγησης της  ύπαρξης δύο διαφορετικών σετ Ενοποιημένων Οικονομικών Καταστάσεων του Ομίλου, στις οποίες ως δια μαγείας εξαφανίζεται η Εναγόμενη 1, δεν έτυχε καμιάς εξήγησης.         

Ως διαφάνηκε από την μαρτυρία του Μ.Υ.1, ο οποίος ήταν, κατά τον επίδικο χρόνο, διευθυντής τριών εκ των εταιρειών του Ομίλου Agrotrade και λογοδοτούσε στον Εναγόμενο 7, στον Εναγόμενο 7 άρεσε να δίδει οδηγίες χωρίς να αμφισβητείται. Προέκυψε επίσης ότι υπήρχε χρηματική ροή ύψους $36 εκατομμυρίων προς την Εναγόμενη 1, η οποία προέκυψε    από τον κύκλο εργασιών της, όμως δεν δόθηκε οποιαδήποτε προτεραιότητα εξόφλησης της οφειλής προς την Ενάγουσα γιατί προηγούνταν τα χρέη της στην Ουκρανία ως ισχυρίστηκαν οι Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2. Δήλωσε, ο Μ.Υ.1, ότι ήταν η πολιτική της εταιρείας να ξοφλά τα δάνεια των τραπεζών. Δεν μπόρεσε να εξηγήσει γιατί η Εναγόμενη 1 έδωσε δάνεια σε θυγατρικές εταιρείες του Ομίλου Agrotrade χωρίς λόγο ενώ σε σχέση με την πώληση της Εναγόμενης 5 για το ποσό των $1.000 ισχυρίστηκε ότι ήταν η πιο συμφέρουσα επιλογή παρά η εκκαθάρισή της ή η διατήρησή της εν ζωή παρά το γεγονός ότι τελικά διαλύθηκε στις 14/12/2015. Ούτε και εξηγήθηκε το γεγονός γιατί δεν καταχωρίστηκε η συγκεκριμένη οφειλή της Εναγόμενης 1 προς την Ενάγουσα σε οποιαδήποτε εκ των Οικονομικών Καταστάσεων.

 

Ανοίγεται μια παρένθεση για να τονιστεί ότι οι εταιρείες ειδικού σκοπού που διατηρούσε ο Όμιλος Agrotrade δεν είχαν δική τους διοίκηση ή γραφεία. Όλες οι αποφάσεις που τις αφορούσαν φαίνεται να λαμβάνονταν από τον Εναγόμενο 7 μετά από καθοδήγηση και επεξήγηση από τον Μ.Υ.1, τον Μ.Υ.2 και την Olena Vorona. Όλα τα έγγραφα φέρουν την υπογραφή του Εναγόμενου 7 είτε ηλεκτρονικά ή άλλως πως. Οπόταν, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι Εναγόμενοι γνώριζαν για όλα τα τεκταινόμενα σε σχέση με την αλλαγή στην οικονομική κατάσταση της Εναγόμενης 1.        

 

            Τίθεται εύλογο ερώτημα, η Εναγόμενη 5, η οποία ιδρύθηκε το 2011 με έδρα τον Παναμά αγόρασε τις μετοχές της Εναγόμενης 1, από την Εναγόμενη 4, στις 28/09/2012, μετά την έκδοση των αποφάσεων GAFTA και μετά την παρέλευση 3 χρόνων πωλήθηκε στις 25/10/2015 στον Iefhteriadi, για $1.000, για να εκκαθαριστεί 2 μήνες μετά. Αυτές οι ενέργειες έγιναν με σκοπό την εξαπάτηση της Ενάγουσας. Δεν υπήρχε άλλος λόγος ή αν υπήρχε δεν αποκαλύφθηκε. Ο Μ.Υ.1 υποστήριξε ότι ο Όμιλος Agrotrade είχε αναπτυχθεί και σε ανθρώπινο δυναμικό αλλά και οικονομικά. Οπόταν γιατί οι θυγατρικές, Εναγόμενες 2 και 4,  να χρειάζονταν άτοκα δάνεια από την Εναγόμενη 1 η οποία χρωστούσε $4 εκατομμύρια στην Ενάγουσα.       

 

Ενίσχυση για το γεγονός ότι έγινε μια συντονισμένη προσπάθεια αποφυγής αποπληρωμής του ποσού που είχε επιδικασθεί προς όφελος της Ενάγουσας προέκυψε και από τις θέσεις του Μ.Υ.2 ο οποίος δεν μπορούσε να εξηγήσει την ύπαρξη δύο διαφορετικών σετ ενοποιημένων λογαριασμών παρά το γεγονός ότι ήταν ο εσωτερικός λογιστής του Ομίλου Agrotrade επιφορτισμένος με την προετοιμασία των οικονομικών καταστάσεων. Επίσης η παραδοχή του ότι είχε γίνει επιλογή εξόφλησης των προμηθευτών της Εναγόμενης 1, που ήταν εταιρείες του Ομίλου, αντί των αποφάσεων GAFTA καθώς και η θέση του ότι η παραχώρηση άτοκων δανείων από την Εναγόμενη 1 ενέπιπτε στην συνήθη πρακτική για να μπορέσουν να χρηματοδοτηθούν οι εργασίες κάποιων εταιρειών οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπήρξε μια συντονισμένη μεταφορά των οικονομικών πόρων της Εναγόμενης 1.

 

Επισφράγιση του σχεδίου για αποφυγή της αποπληρωμής των υποχρεώσεων που προέκυψαν από τις αποφάσεις GAFTA δόθηκε στην μαρτυρία του Μ.Υ.3, ο οποίος τελικά συμφώνησε ότι ο ίδιος ως ελεγκτής θα καταχωρούσε τις συγκεκριμένες οφειλές στις Ενοποιημένες Καταστάσεις του Ομίλου Agrotrade καθώς επίσης και ότι ένας πιστωτής καταχωρείται στα λογιστικά βιβλία μιας εταιρείας όταν το χρέος καταστεί τελεσίδικο. Το γεγονός ότι οι δύο εταιρείες, οι Εναγόμενες 1 και 5, εξαφανίστηκαν δεν εξηγήθηκε από κανένα εκ των μαρτύρων της Υπεράσπισης.

 

Δεν χωρεί καμιάς αμφιβολίας ότι ο Εναγόμενος 7 οργάνωσε με τον Μ.Υ.1 καθώς και την Οικονομική Διευθύντρια του ομίλου Agratrade και τον Μ.Υ.2 σχέδιο μετακίνησης των  κεφαλαίων της Εναγόμενης 1 μετά έναρξη της διαδικασίας GAFTA στις 13/12/2010 το οποίο σχέδιο συνεχίστηκε και μετά την έκδοση των αποφάσεων GAFTA το 2012 και μέχρι την έκδοση των αποφάσεων στις Εφέσεις που είχαν ασκηθεί, ήτοι το 2013, για να αποφύγουν να αποπληρώσουν την ζημιά που είχε προκληθεί στην Ενάγουσα από την αποκήρυξη των συμβάσεων από την Εναγόμενη 1. Η δολιότητα δεν αποτελεί στοιχείο του συγκεκριμένου αδικήματος Arcelormittal USA ν. Ruia [2020] EWCH 3349(Comm), παρά. 27.3.

 

Στην Belmont Finance Corporation v. Williams Furniture Ltd and others (No 2)  (1980) 1 All E.R. 393, αναφέρθηκε πως γνώση των αξιωματούχων μιας εταιρείας αποδίδεται στην ίδια την εταιρεία καθότι ένας αξιωματούχος της εταιρείας έχει καθήκον να πληροφορήσει σχετικά το διοικητικό της συμβούλιο.

 

Δέον να σημειωθεί ότι σε τέτοιου είδους αξιώσεις δεν είναι αναγκαίο να αποδειχθεί ότι ο κάθε συνωμότης αναγνωρίζει ότι οι πράξεις που διενεργούνται είναι στην πραγματικότητα προς αποφυγή της καταβολής του οφειλόμενου ποσού βλ. Lakatamia Shipping Company Ltd v. 1. Nobu Su/ Hsin Chi Su 2. Chang Tai – Chou 3. Arnaud Zabaldano (ανωτέρω), στις παραγράφους 76-115 και Ziyavudin Magomedov & Ors v. TPG Group Holdings (SBS), LP & Ors [2026] EWCA Civ. 516 όπου στην παράγραφο 158 διαβάζονται τα ακόλουθα:

 

«It is not necessary that all the conspirators join at the same time. Nor is it necessary that every conspirator knows who all the other conspirators are or precisely what each of them will do. However, it is necessary that each conspirator knows of the involvement of at least one other conspirator, and that his efforts are deliberately co- ordinated with the others he knows about. ».

 

Οι προϋποθέσεις που τίθενται στην Lakatamia Shipping Company (ανωτέρω) πληρούνται. Τα γεγονότα ως διαπιστώθηκαν αποδεικνύουν την αξίωση της Ενάγουσας. Η Υπεράσπιση ότι οι συγκεκριμένες πράξεις είχαν γίνει για σκοπούς συμμόρφωσης με το περιεχόμενο της επιστολής της Ευρωπαϊκής Τράπεζας έχει καταρριφθεί καθώς επίσης και η υπεράσπιση ότι είχαν γίνει στο πλαίσιο του επιχειρηματικού συμφέροντος του Ομίλου. Δεν προσκομίστηκε μαρτυρία, ως έχει προλεχθεί, που να εξηγεί έστω και στην όψη τους την αποπληρωμή των δανείων σε θυγατρικές εταιρείες πριν την αποπληρωμή των τελεσίδικων αποφάσεων GAFTA ή την μη ενσωμάτωση του ποσού των αποφάσεων στις Ενοποιημένες Οικονομικές Καταστάσεις του Ομίλου ή την εξαφάνιση των Εναγόμενων 1 και 5 από τις συγκεκριμένες καταστάσεις ή την ύπαρξη δύο διαφοροποιημένων Ενοποιημένων Οικονομικών Καταστάσεων του Ομίλου.

 

Όσο αφορά την θέση των Εναγόμενων εταιρειών, όπως αυτή προωθήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορό τους στην γραπτή του αγόρευση, ότι δεν αποδείχθηκε δόλος ή συνωμοσία ως οι όροι έχουν τύχει ερμηνείας από την κυπριακή νομολογία ας επιτραπεί στο Δικαστήριο να διαφωνήσει. Είναι ανέντιμο για ένα Όμιλο που διατείνεται ότι έχει μεγαλώσει και δεν αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα, ο οποίος δηλώνει στην Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης (EBRD) ότι θα επιλύσει το θέμα και ότι «Buyers will write to GAFTA and advice that the disputes arising under contracts have been amicably resolved.», Τεκμήριο 93, σελ. 7 και 8, παράγραφος 24, να αποφασίζει την παραχώρηση δανείων εκ μέρους μιας εκ των θυγατρικών του εταιρειών, ήτοι την Εναγόμενη 1, η οποία οφείλει περί τα $4 εκατομμύρια στην Ενάγουσα, χωρίς λόγο και χωρίς τόκο σε άλλες θυγατρικές εταιρείες. Από όποια σκοπιά και αν εξεταστούν τα γεγονότα οι Εναγόμενες συνωμότησαν με κυρίαρχο σκοπό να προκαλέσουν βλάβη στην Ενάγουσα.

 

Παραμένει να απαντηθεί το ερώτημα κατά πόσο ο Εναγόμενος 7 είναι προσωπικά υπεύθυνος για τις ζημιές της Ενάγουσας λόγω των γεγονότων που ακολούθησαν την έκδοση των αποφάσεων GAFTA. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Εναγόμενος 7 είναι ο τελικός ιδιοκτήτης των εταιρειών Εναγόμενων 1, 2, 3, 4, 5 και 6. Όμως όταν υπέγραφε τις συμβάσεις ή λάμβανε τις όποιες αποφάσεις τις υπέγραφε εκ μέρους της Εναγόμενης 1 ή και ως Διευθύνων Σύμβουλος του Ομίλου και όχι προσωπικά. Ως εκ τούτου δεν μπορεί να κριθεί προσωπικά υπεύθυνος αφού οι ζημιές της Ενάγουσας προήλθαν από εναρμονισμένες και συλλογικές πράξεις αριθμού εταιρειών του Ομίλου Agtrotrade.   

 

          Των πιο πάνω λεχθέντων η αγωγή επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων 2, 4 και 6 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για το ισόποσο σε ευρώ των $4.291.176,40 σε σημερινή ισοτιμία ανατοκιζόμενο με τόκο 3.5% ετησίως με κεφαλαιοποίηση ανά τρίμηνο από 13/12/2010. Επιπρόσθετα εκδίδεται απόφαση για το ποσό των £37.948,70(STG) ή το ισάξιο σε ευρώ σε σημερινή ισοτιμία. Τα έξοδα της αγωγής,  όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων 2, 4 και 6.  

 

 

 

 

                  

 

 

                                                          Υπ.)……………………………………..

Ε. Γεωργίου – Αντωνίου, Π.Ε.Δ.

 

Πιστό αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο