VIKINGPAY LTD ν. Janer Consulting Ltd κ.α., Αρ. Αγ. 849/25, 8/9/2026
print
Τίτλος:
VIKINGPAY LTD ν. Janer Consulting Ltd κ.α., Αρ. Αγ. 849/25, 8/9/2026

 

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ.

                                                                                                            Αρ. Αγ. 849/25 Μεταξύ:
                                               
VIKINGPAY LTD

 Ενάγουσας  και

1. Janer Consulting Ltd
2. Bernadette Mary Lambrou
                                                                
 Εναγόμενου

Ημερομηνία:8 Οκτωβρίου 2026

Εμφανίσεις:

Για τους Ενάγοντες/Αιτητές:  κ. Θ. Χριστόδουλου, για Chyrsses Demetriades & Co LLC.

Για τους Εναγόμενους/Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2: κ. Σ. Αργυρού με κα Ρ. Χρυσοστόμου, για Σωτήρης Αργυρού και Συνεταίροι Δ.Ε.Π.Ε.

                   ---------------------------------------
                      
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΌΦΑΣΗ
(Αίτηση ημερ. 4/6/25 για προσωρινά διατάγματα)

1.         Εισαγωγή

Με την υπό εξέταση αίτηση οι Ενάγοντες/Αιτητές στο εξής καλούμενοι «οι Αιτητές» αιτούνται ως ακολούθως:

1) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγόμενους 1 και 2 και/ή στους αντιπροσώπους και/ή στα πρόσωπα που ενεργούν για λογαριασμό τους, μέχρι εκδίκασης της Απαίτησης ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου, από του να κατέχουν και/ή επεξεργάζονται και/ή χρησιμοποιούν με οποιαδήποτε μορφή και τρόπο και/ή διαβιβάζουν και/η αποκαλύπτουν προς οποιοδήποτε νομικό ή φυσικό πρόσωπο, πληροφορίες και/ή δεδομένα που ανήκουν ή αφορούν τους Ενάγοντες ή τους πελάτες των Εναγόντων, ή αφορούν τις

1


 

εργασίες των Εναγόντων ή τις εργασίες πελατών των Εναγόντων, είτε σε ηλεκτρονική ή σε άλλη μορφή (στο εξής «οι Πληροφορίες και/ή Δεδομένα»

2) Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει τους Εναγόμενους 1 και 2, εντός 7 ημερών από την επίδοση του παρόντος Διατάγματος σε αυτούς, να παραδώσουν στους Ενάγοντες τις πιο πάνω αναφερόμενες Πληροφορίες και/ή Δεδομένα και τα ακόλουθα αντικείμενα: (α) 1 ηλεκτρονικό υπολογιστή Macbook Pro 14” το οποία αγοράστηκε στην Β. Ιρλανδία από το κατάστημα Currys (β) 1 κινητό τηλέφωνο iPhone 13 Pro το οποίο αγοράστηκε στην Αγγλία από το κατάστημα Apple της Regent Street (γ) 1 κινητό τηλέφωνο iPhone 13 SE το οποίο αγοράστηκε από το κατάστημα Greycom στην Κύπρο (δ) 1 οθόνη Samsung 34 ιντζών η οποία αγοράστηκε από το κατάστημα Stephanis CY στην Κύπρο (ε) 1 ποντίκι (mouse) Apple Magic mouse το οποίο αγοράστηκε από το κατάστημα Public στην Κύπρο

3) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους Εναγόμενους 1 και 2 και/ή στους αντιπροσώπους και/ή στα πρόσωπα που ενεργούν για λογαριασμό τους, μέχρι εκδίκασης της Απαίτησης ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου, να αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν οποιαδήποτε περιουσιακά τους στοιχεία, κατά τρόπο που τέτοια αποξένωση ή επιβάρυνση

θα οδηγούσε σε μείωση της καθαρής αξίας των περιουσιακών τους στοιχείων σε λιγότερο από €1,019,560.

4) Διάταγμα του Δικαστηρίου, επικουρικό και/ή προς υποβοήθηση του πιο πάνω απαγορευτικού διατάγματος, που να διατάσσει τους Εναγόμενους 1 και 2 και/ή τους αντιπροσώπους και/ή τα πρόσωπα που ενεργούν για λογαριασμό τους, όπως εντός 7 ημερών από την επίδοση του παρόντος Διατάγματος σε αυτούς, καταχωρήσουν στο Δικαστήριο και επιδώσουν στους Ενάγοντες ένορκη δήλωση η οποία θα καταγράφει τα περιουσιακά τους στοιχεία τα οποία θα διατηρήσουν με βάση το αμέσως πιο πάνω αναφερόμενο Διάταγμα των οποίων η καθαρή αξία δεν θα είναι λιγότερη των €1,019,560.»

2. Η Αίτηση

Η αίτηση, ως αναφέρεται στη νομική βάση αυτής στηρίζεται στους Κανονισμούς

Πολιτικής Δικονομίας του 2023 και ειδικότερα στα Μέρη 1.1 – 1.5, 2.1 – 2.3, 2.8. 3.1, 3.8 – 3.16, 22.1, 23.1 – 23.4, 23.6, 23.8 -16, 25.3, 25.6. 25.7, 25.16,

32.1 – 32.5, 32.14 – 32.17, 39.1 – 39.2, 39.12 και 60.1, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/60 και ειδικότερα άρθρα 2, 29, 30, 31, 32, 33, 41 και 42, στον περί

Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 4 και 9, στον Περί Συμβάσεων Νόμο

Κεφ. 149 άρθρα 37, 46, 73 – 76, στο δίκαιο της επιείκειας, στο Κοινοδίκαιο, στις

αρχές που αφορούν την έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης και προληπτικών

διαταγμάτων, στη Νομολογία και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.

2


 

Η αίτηση συνοδεύεται από την Ε/Δ του διευθυντή των Αιτητών, M.L., ο οποίος ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγόντων στην Απαίτηση.  Πιο συγκεκριμένα αναφέρει ότι οι Αιτητές είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη στο Ηνωμένο Βασίλειο που ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών πληρωμών, ότι οι Εναγόμενοι 1/Καθ’ ων η αίτηση 1 (στο εξής «οι Καθ’ ων η αίτηση 1») είναι μια κυπριακή εταιρεία που ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών και ότι ο ίδιος (ο ομνύων) κατά τον επίδικο χρόνο ήταν (και εξακολουθεί να είναι) ένας από τους διευθυντές και μετόχους των Αιτητών και ο σύζυγος της μοναδικής διευθύντριας και μετόχου των Καθ’ ων η αίτηση 1, δηλαδή της Εναγόμενης 2/Καθ’ ης η αίτηση 2 (στο εξής «η Καθ’ ης η αίτηση 2») και ότι κατά η περί την 25/4/2021, οι Αιτητές και οι Καθ’ ων η αίτηση 1 υπέγραψαν μια συμφωνία με τίτλο «Συμφωνία Συμβουλευτικών Υπηρεσιών» ( στο εξής «η Συμφωνία»), η οποία προέβλεπε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

«(α) Οι Εναγόμενοι 1 θα παρείχαν στους Ενάγοντες συμβουλευτικές υπηρεσίες σε θέματα λειτουργίας, απάτης και κινδύνου, επεξεργασίας δεδομένων και διαχείρισης των πελατών των Εναγόντων (εφεξής «οι Υπηρεσίες»).

(β) Ως αντάλλαγμα για τις Υπηρεσίες, οι Ενάγοντες θα πλήρωναν στους Εναγόμενους 1 ένα ποσοστό των εσόδων τους που προέκυπταν από την αμοιβή τους για χρηματοοικονομικές συναλλαγές κάθε μήνα. Αυτό το ποσοστό ορίστηκε σε 30% για συναλλαγές κάτω των €25.000, αλλά το αντάλλαγμα για τους Εναγόμενους 1 σε κάθε περίπτωση δεν θα υπερέβαινε τα €7.000, και σε 40% εάν οι εν λόγω συναλλαγές ήταν μεγαλύτερες από €25.000, αλλά το αντάλλαγμα για τους Εναγόμενους 1 σε κάθε περίπτωση δεν θα υπερέβαινε τα €40.000.

(γ) Η Συμφωνία μπορούσε να τερματιστεί από οποιοδήποτε από τα μέρη με προειδοποίηση 30 ημερών».

Αναφέρει ακόμα ότι τα έσοδα που είχαν οι Αιτητές από τις παραπάνω συναλλαγές υπερέβαιναν τις €25.000 το μήνα, ότι οι Καθ’ ων η αίτηση 1 είχαν το δικαίωμα να χρεώνουν το μέγιστο ποσό των €47.000 το μήνα, ότι για τους πρώτους οκτώ μήνες, από τον Σεπτέμβριο του 2021 έως τον Απρίλιο του 2022, οι Καθ’ ων η αίτηση 1 χρέωναν τους Αιτητές σύμφωνα με τους όρους της Συμφωνίας, εκδίδοντας δύο τιμολόγια κάθε μήνα για τα ποσά των €7.000 και €40.000, ότι τους επόμενους μήνες, οι Καθ’ ων η αίτηση 1 υπερχρέωσαν τους Ενάγοντες, εκδίδοντας τιμολόγια για ποσά που υπερέβαιναν το συμφωνημένο όριο των €47.000 και ότι εξέδωσαν και τιμολόγιο και για τον μήνα Σεπτέμβριο

3


 

του 2024, παρόλο που δεν είχαν τέτοιο δικαίωμα, επειδή δεν παρείχαν καμία υπηρεσία στους Αιτητές από 26/8/2024 έως 27/9/2024, αφού η Καθ’ ης η αίτηση 2 είχε πάρει άδεια και η απουσία της τους κοινοποιήθηκε με email, στο οποίο δήλωσε ότι θα μεταβίβαζε τις ευθύνες της, δηλαδή τις ευθύνες των Καθ’ ων η αίτηση 1, σε άλλα μέλη της ομάδας, δηλαδή μέλη της ομάδας των Αιτητών με τα οποία συνεργαζόταν (βλ. Τεκμήριο 3).

Με βάση τα πιο πάνω υποστηρίζει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση 1 υπερχρέωσαν τους Αιτητές με το συνολικό ποσό των €1.019.560, ότι στις 7/11/2024, οι Αιτητές, τόσο προφορικά κατά τη διάρκεια βιντεοκλήσης με την Καθ’ ης η αίτηση 2, όσο και με email προς τους Καθ’ ων η αίτηση 1, τερμάτισαν τη Συμφωνία με άμεση ισχύ, ότι οι λόγοι αφορούσαν το ότι Καθ’ ων η αίτηση 1 διέκοψαν αδικαιολόγητα την παροχή υπηρεσιών και την επικοινωνία με τους Αιτητές από 26/8/2024 έως 27/9/2024, το ότι οι υπηρεσίες που λάμβαναν δεν ήταν πλέον ικανοποιητικές και το ότι η Καθ’ ης η αίτηση 2, η οποία ενεργούσε για τους Καθ’ ων η αίτηση 1, ήταν λεκτικά επιθετική και αγενής προς το προσωπικό των Αιτητών, με αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός κακού εργασιακού περιβάλλοντος. Περαιτέρω αναφέρει ότι μετά τη λήξη της Συμφωνίας, οι Καθ’ ων η αίτηση 1 δεν παρείχαν υπηρεσίες στους Αιτητές, ότι οι παραπάνω υπερπληρωμές ανακαλύφθηκαν από τους Αιτητές μετά τη λήξη της Συμφωνίας, όταν οι Καθ’ ων η αίτηση 1 ζήτησαν την πληρωμή πρόσθετων ποσών ως αποτέλεσμα του τερματισμού, μια απαίτηση που οδήγησε σε έλεγχο από τους Αιτητές των ποσών που είχαν προηγουμένως πληρώσει στους Καθ’ ων η αίτηση 1.

Υποστηρίζει ακόμα ότι οι λόγοι για τους οποίους Αιτητές δεν είχαν συνειδητοποιήσει προηγουμένως ότι υπερχρεώνονταν από τους Καθ’ ων η αίτηση 1 είναι, μεταξύ άλλων, (α) η συζυγική σχέση του ομνύοντα με την Καθ’ ης η αίτηση 2 που δημιούργησε μια σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών όσον αφορά τις συναλλαγές τους και τη συμμόρφωση με τους όρους της Συμφωνίας (β) το ότι οι Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2, οι οποίοι είχαν πρόσβαση στα συστήματα των Εναγόντων, υπέβαλλαν τα τιμολόγια στο σύστημα των Εναγόντων ως ήδη εγκεκριμένα για πληρωμή («payment approved»). (γ) ότι τα πρώτα 16 τιμολόγια που εκδόθηκαν για τους πρώτους 8 μήνες ήταν σύμφωνα με τους όρους της Συμφωνίας και δεν υπήρχε καμία ένδειξη ή υποψία ότι οι

4


 

Καθ’ ων η αίτηση θα τροποποιούσαν, κρυφά από τους Αιτητές, τα ποσά που χρεώνονταν.

Επιπλέον, ισχυρίζεται ότι οι Καθ’ ων η αίτηση 1, παρά τον τερματισμό της Συμφωνίας και τις συνεχείς απαιτήσεις των Αιτητών, συνεχίζουν να παρακρατούν παράνομα αντικείμενα τα οποία αγοράστηκαν από και ανήκουν στους Αιτητές και τα οποία οι τελευταίοι είχαν δανείσει στους Καθ’ ων η αίτηση με σκοπό τη χρήση τους για την παροχή υπηρεσιών στους Αιτητές, βάσει της Συμφωνίας.  Πρόκειται για τα αντικείμενα των οποίων ζητείται η παράδοση με την αίτηση και για τα οποία παρουσίασε τις σχετικές αποδείξεις.

Εξηγεί γιατί δύο από τις αποδείξεις φέρουν το όνομα του και τονίζει ότι παρά το γεγονός ότι μετά τη λήξη της Συμφωνίας στις 7/11/2024, οι Καθ’ ων η αίτηση 1 δεν έπρεπε να παρέχουν και δεν παρείχαν καμία υπηρεσία στους Αιτητές, στις 15/4/2025 (δηλαδή περισσότερο από 5 μήνες μετά τη λήξη) οι Καθ’ ων η αίτηση 1 έστειλαν μια επιστολή στους Αιτητές μέσω των δικηγόρων τους, στην οποία, μεταξύ άλλων, (i) ισχυρίζονταν ότι η Συμφωνία εξακολουθεί να ισχύει επειδή οι Αιτητές δεν έδωσαν προειδοποίηση ενός μηνός όπως προβλεπόταν στη Συμφωνία, (ii) ισχυρίζονταν ότι η Καθ’ ης η αίτηση 2 είναι η τελική δικαιούχος του 25% των μετοχών των Εναγόντων και (iii) απαιτούσαν την πληρωμή 13 τιμολογίων που εκδόθηκαν μετά τη λήξη (για τους μήνες Νοέμβριο 2024 έως Απρίλιο 2025 για συνολικό ποσό €600.000). Υποστηρίζει δε ότι αυτά τα τιμολόγια είναι ένα ακόμη παράδειγμα της δόλιας συμπεριφοράς των Καθ’ ων η αίτηση, καθώς (i) εκδόθηκαν μετά τη λήξη της Συμφωνίας και για μήνες κατά τους οποίους δεν είχαν παρασχεθεί υπηρεσίες από τους Καθ’ ων η αίτηση 1, (ii) 7 από αυτά τα 13 τιμολόγια είναι για ποσό που υπερβαίνει το μέγιστο των €47.000 που καθορίζεται στη Συμφωνία και (iii) 2 από αυτά τα 7 είναι για διπλάσιο ποσό (€120.000) από το μέγιστο που αναφέρεται (εσφαλμένα) στα ίδια τα τιμολόγια ως το μέγιστο ποσό (€60.000).

Αναφέρει ακόμα ότι κατά ή περί την 16/4/2025, οι δικηγόροι των Αιτητών απάντησαν στην προαναφερθείσα επιστολή απορρίπτοντας ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς των Καθ’ ων η αίτηση, ότι δήλωσαν, μεταξύ άλλων, ότι ανακαλύφθηκε από τους Αιτητές  ότι υπερχρεώθηκαν από τους Καθ’ ων η αίτηση με το ποσό των €972.000 (όπως είχαν υπολογίσει εκείνη τη στιγμή) και

5


 

ζήτησαν την επιστροφή του. Οι Αιτητές ζήτησαν επίσης την επιστροφή των προαναφερθέντων αντικειμένων, απαιτήσεις τις οποίες οι Καθ’ ων η αίτηση απέρριψαν υποστηρίζοντας επίσης ότι τα τιμολόγια που εκδόθηκαν από τους Καθ’ ων η αίτηση 1 είχαν αναθεωρηθεί προσεκτικά και συμφωνήθηκαν τόσο από τον ίδιο και από την Καθ’ ης η αίτηση 2, ισχυρισμό τον οποίο ο ίδιος απορρίπτει. Με την ίδια επιστολή, οι δικηγόροι των Καθ’ ων η αίτηση απέρριψαν την αίτηση των Αιτητών για την επιστροφή των Αντικειμένων, ισχυριζόμενοι ότι ανήκουν προσωπικά στην Καθ’ ης η αίτηση 2.

Ο ίδιος εξηγεί ότι ο προαναφερθείς υπολογιστής και το κινητό τηλέφωνο περιέχουν δεδομένα των Αιτητών και περίπου 1000 πελατών τους για περίοδο 10 ετών, τα οποία πρέπει να επιστραφούν στους Αιτητές μαζί με όλους τους σχετικούς κωδικούς και οι Καθ’ ων η αίτηση πρέπει να καταστρέψουν τυχόν αντίγραφα που έχουν κάνει, αφού οποιαδήποτε μη εξουσιοδοτημένη χρήση οποιουδήποτε από αυτά τα δεδομένα θα μπορούσε να έχει καταστροφικές συνέπειες τόσο για τους Αιτητές και για τους πελάτες τους, και θα ήταν αδύνατο να υπολογιστεί το ποσό της πραγματικής ζημίας.

 Ως υποστηρίζει η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι αναγκαία ένεκα της επιδείνωσης της σχέσης τους και προς τούτο αναφέρεται σε διαδικασίες που εκκρεμούν ενώπιον άλλων Δικαστηρίων, σε σχέση με τις οποίες αναφέρει πως,  παρόλο που κατανοεί ότι οι διαδικασίες ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου δεν σχετίζονται άμεσα με αυτή την Αγωγή και ότι το παρόν Δικαστήριο δεν θα εξετάσει το εύλογο των προσφορών του ή τους αντικρουόμενους ισχυρισμούς από κάθε πλευρά, εντούτοις τις αναφέρει γιατί θέλει να υποδείξει πως το γεγονός ότι η Καθ’ ης η αίτηση 2 αντιτίθεται ακόμη και στην αίτησή του για διαζύγιο, όταν ευρίσκονται σε διάσταση από τις 17/7/2024, είναι σαφής απόδειξη ότι η πρόθεσή της είναι να του προκαλέσει δυσκολίες.  Επίσης τα διατάγματα είναι αναγκαία γιατί οι Καθ’ ων η αίτηση έχουν επιδείξει δόλια συμπεριφορά πριν από τη λήξη της Συμφωνίας, υπερχρεώνοντας τους Αιτητές με το ποσό των €1.019.560 καθώς και μετά αφού τους χρέωσαν με το ποσό των €60.000, για μήνες κατά τους οποίους δεν παρείχαν καμία υπηρεσία.

6


 

Ως η θέση του η δόλια συμπεριφορά των Καθ’ ων η αίτηση και η εχθρική συμπεριφορά της Καθ’ ης η αίτηση 2 στις οικογενειακές διαφορές, δείχνουν, κατά τον ίδιο, ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος, μόλις καταλάβουν ότι μπορεί να εκδοθεί εναντίον τους απόφαση, να αποξενώσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία για να αποφύγουν την εκτέλεση απόφασης για την οφειλή τους. Ο εν λόγω κίνδυνος δεν είναι επικείμενος, επειδή και οι δύο Καθ’ ων η αίτηση βρίσκονται επί του παρόντος σε καλή οικονομική κατάσταση, αλλά η αποξένωση μπορεί να γίνει σταδιακά, μέχρι την εκδίκαση αυτής της Αγωγής.

3. Η Ένσταση

Οι Καθ’ ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση με την οποία προβάλλουν σωρεία λόγων ένστασης, με τους οποίους ουσιαστικά ισχυρίζονται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έγκρισης της αίτησης, ότι δεν υπάρχει κανένας ισχυρισμός στην ένορκη δήλωση ότι οι Καθ’ ων οι αίτηση έχουν χρησιμοποιήσει με οποιοδήποτε τρόπο δεδομένα των πελατών της Αιτήτριας Εταιρείας, ότι τα αντικείμενα, των οποίων ζητείται η επιστροφή, ανήκουν προσωπικά στην Καθ’ ης η αίτηση αρ.2 εφόσον της δόθηκαν για δική της προσωπική χρήση και στα πλαίσια επαγγελματικής συνεργασίας της με την Αιτήτρια εταιρεία και ότι οι Αιτητές καταχώρησαν την αίτηση κακόπιστα και καταχρηστικά με σκοπό να εξασκήσουν με αθέμιτο τρόπο πίεση στην Καθ’ ης η αίτηση 2, που είναι εν διαστάσει σύζυγος του Διευθυντή των Αιτητών.

Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της Καθ’ ης η αίτηση 2 η οποία απορρίπτει τους ισχυρισμούς των Αιτητών, αναφέρει ότι είναι κατά 25%

δικαιούχος μέτοχος των Αιτητών, ότι η επίδικη Συμφωνία υπεγράφη στις

25/8/21 και όχι στις 25/4/2021 και ότι μολονότι στη συμφωνία της 25/8/2021 περιλαμβάνονται πανομοιότυπες ρήτρες με εκείνες που αναφέρονται στις παραγράφους 8(α), 8(β) και 8(γ) της ένορκης δήλωσης των Αιτητών, οι όροι αυτοί τροποποιήθηκαν στη συνέχεια λόγω της συμπεριφοράς των μερών. Ως αναφέρει κατά ή περί τον Νοέμβριο 2022, και δυνάμει προφορικής ή/και σιωπηρής συμφωνίας και/ή πρακτικής μεταξύ των μερών, οι Αιτητές κατέβαλλαν σταθερά στην Καθ’ ης η αίτηση αρ.1 ελάχιστο ποσό €10.000 και μέγιστο €60.000 μηνιαίως, καθώς και πρόσθετο μπόνους €60.000 ανά τετραμηνία.

7


 

Επιπλέον, υποστηρίζει ότι η αναφορά σε τιμολόγια είναι παραπλανητική αφού τα τιμολόγια αυτά συντάχθηκαν από κοινού από την ίδια και τον M.L., υπό την άμεση καθοδήγηση του M.L., ο οποίος ασκούσε πλήρη και αποκλειστικό έλεγχο στα οικονομικά των Αιτητών, συμπεριλαμβανομένης της εξουσίας έκδοσης πληρωμών από τους Αιτητές προς τους Καθ’ ων η αίτηση 1. Ήταν το μόνο άτομο με πρόσβαση στους σχετικούς λογαριασμούς και κωδικούς πρόσβασης που απαιτούνται για την επεξεργασία αυτών των πληρωμών και γνώριζε τα ποσά που αναφέρονταν σε αυτά.

Αναφέρει ακόμα ότι απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα ζητώντας άδεια ενός μηνός κατά τη διάρκεια της απασχολήσεώς της στους Αιτητές, ότι αυτό το γνώριζαν τόσο ο M.L. όσο και ο T.B., και ότι είχε κάθε δικαίωμα να πάρει τέτοια άδεια και καμία αντίρρηση ή αρνητική απάντηση δεν της κοινοποιήθηκε ποτέ. Διευκρινίζει περαιτέρω ότι η άδεια απουσίας της ουδεμία σχέση είχε με τους Καθ’ ων η Αίτηση 1 και ελήφθη στο πλαίσιο της συνήθους απασχολήσεώς της στους Αιτητές.

Ισχυρίζεται ακόμα ότι ο M.L. ως διευθυντής των Αιτητών εκμεταλλεύτηκε πλήρως τη συζυγική τους σχέση, ότι μετέφερε χρηματικά ποσά από τους λογαριασμούς των Αιτητών στους Καθ’ ων η αίτηση 1 και από την Καθ’ ης η αίτηση 1 στους προσωπικούς της λογαριασμούς, τους οποίους ήλεγχε πλήρως καθώς τον εμπιστευόταν πλήρως ως σύζυγό της και χρησιμοποιούσε τα χρήματατων προσωπικών της λογαριασμών για να ικανοποιήσει τις δικές του προσωπικές ανάγκες, όπως η αγορά ακριβών αυτοκινήτων, ηχοσυστήματος, ακριβών επίπλων και ταξιδιών με ιδιωτικά τζετ.

Ως η θέση της ο M.L. είχε πλήρη έλεγχο όλων των προσωπικών της λογαριασμών, αφού τον εμπιστευόταν απόλυτα, ότι χρησιμοποιούσε τους λογαριασμούς αυτούς για την κάλυψη τόσο οικογενειακών αναγκών όσο και προσωπικών του αναγκών, όπως ήταν η αγορά όλων των αυτοκινήτων, τα οποία όμως ενέγραφε στο δικό του όνομα. Επισυνάπτει ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1(α) δείγμα από τους τραπεζικούς της λογαριασμούς, που χρησιμοποιήθηκαν για την αγορά των οχημάτων X1 και G Class 400d. Ως επίσης αναφέρει χρησιμοποίησε χρηματικά ποσά από τον τραπεζικό λογαριασμό της Καθ’ ης η αίτηση 1 για την αγορά επίπλων και άλλων κινητών πραγμάτων, τα οποία

8


 

βρίσκονται σήμερα στο διαμέρισμα Trilogy Apartment Limassol W3101, όπου και διαμένει. Επισυνάπτει ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1(β) αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την αγορά των επίπλων και προσθέτει ότι είναι βέβαιη ότι όσο περισσότερο ερευνά, τόσο περισσότερα αποδεικτικά στοιχεία θα εντοπίζει για τη χρήση των λογαριασμών τόσο των δικών της όσο και της Καθ’ ης η αίτηση 1 από τον M.L., καθώς τον εμπιστευόταν απόλυτα και του είχε δώσει πλήρη ελευθερία στη διαχείριση των εν λόγω λογαριασμών.

Ένα ακόμη παράδειγμα αποτελεί η πληρωμή από την Καθ’ ης η αίτηση 1 για τη χρήση ιδιωτικού αεροσκάφους (private jet) από τον Mark Lambrou (βλ. ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1(γ)). Τέτοια πρακτική συνέχισε και μετά τη διάστασή τους, όπως φαίνεται από το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1(δ), το οποίο καταδεικνύει ότι ο Mark Lambrou μετέφερε χρηματικό ποσό ύψους €30.000 από τον τραπεζικό λογαριασμό της Καθ’ ης η αίτηση 1 στον προσωπικό του λογαριασμό. Ένα ακόμη παράδειγμα αποτελεί η μεταφορά ποσού ύψους €111.243,81 από τον λογαριασμό της Καθ’ ης η αίτηση 1 στον προσωπικό της λογαριασμό και, εντός τριών ημερών, η μεταφορά ποσού €89.000 από τον λογαριασμό της στον τραπεζικό λογαριασμό του M.L. (βλ. ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1(ε)).

Επίσης εξηγεί τα κατά τη θέση της πραγματικά γεγονότα σχετικά με τη δημιουργία των Αιτητών  και τον τρόπο με τον οποίο συνέβαλε ουσιαστικά στη δημιουργία και την αύξηση του όγκου των δραστηριοτήτων τους, αναφέροντας μεταξύ άλλων ότι από τότε που παντρεύτηκε με τον Μ.L. εργαζόταν και λάμβανα μισθό, πρώτα στην Αγγλία και μετά στην Κύπρο, ότι μετά από τη γέννηση της κόρης τους, ανέλαβα την πρωταρχική ευθύνη για τη φροντίδα και την ανατροφή της, διαχειριζόμενη σχεδόν όλες τις πτυχές της ευημερίας της και ότι κατά ή περί τον Οκτώβριο 2014, ο M.L. και η ίδια συμφώνησαν να συστήσουν τη δική τους εταιρεία ήτοι τους Αιτητές στην οποία το 50% των μετοχών ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα του M.L., αν και συμφωνήθηκε ότι οι μισές από τις μετοχές θα ανήκαν επωφελώς (trust) στην ίδια, αφού δεν μπορούσε να εμφανιστεί ως μέτοχος καθώς εργαζόταν σε άλλη εταιρεία όντας η μόνη μισθωτή στην οικογένεια, καθώς ο M.L. απολύθηκε από την προηγούμενη δουλειά του και για μια περίοδο δεν είχε εισοδήματα.  Παρά την πλήρη απασχόλησή της αλλού, εργαζόταν τακτικά χωρίς πληρωμή στους

9


 

Αιτητές εκτός των ωρών εργασίας της, βοηθώντας σημαντικά την εξέλιξή της σε κερδοφόρα επιχείρηση.

Καθώς ο όγκος εργασιών των Αιτητών άρχισε να αυξάνεται ραγδαία, κατά ή περί τον Ιανουάριο του 2017, εγκατέλειψε την άλλη της εργασία και αφοσιώθηκε πλήρως στην εργασία της στους Αιτητές με πλήρη απασχόληση. Ωστόσο, ο μισθός της συνολικά αναλωνόταν για τις ανάγκες της οικογένειας και όλα τα οικονομικά τα χειριζόταν ο M.L. καθώς τον εμπιστευόταν πλήρως. Το 2021, λόγω του lockdown που προκάλεσε ο covid-19 και επειδή ο άλλος μέτοχος έγινε σιωπηρός συνέταιρος (sleeping partner), οι Αιτητές έγιναν εξαιρετικά κερδοφόρα εταιρεία.

Κατά ή περί τον Σεπτέμβριο 2021, η Καθ’ ης η αίτηση αρ.1 συστάθηκε με τη συμφωνία και την ενθάρρυνση του M.L. και η ίδια ήταν και παραμένει η μοναδική διευθυντής και μέτοχος της Καθ’ ης η αίτηση αρ.1 και τα εισοδήματα που προκύπταν από την Καθ’ ης η αίτηση αρ.1 χρησιμοποιούνταν εξ ολοκλήρου για οικογενειακά έξοδα και για προσωπικές ανάγκες του Mark Lambrou, όπως προανέφερε

Αναφέρει ότι προτίθεται να ασκήσει ανταπαίτηση για το 50 % της συμμετοχής της στους Αιτητές και να ζητήσει πλήρη απολογισμό των κερδών που πραγματοποίησαν οι Αιτητές από το 2021 και μετά καθώς και αποζημίωση ίση το μερίδιό της στα κέρδη που της οφείλονται.   Αναφέρει ακόμα ότι από τον Νοέμβριο του 2024, οι Αιτητές, ενεργώντας κατ' εντολή του M.L., τερμάτισαν εκδικητικά την επαγγελματική σχέση μεταξύ των Αιτητών και της Καθ’ ης η αίτηση αρ.1, αφήνοντάς την χωρίς κανένα εισόδημα και επιπλέον, απολύθηκε από τη VIKINGPAY LTD στις 07/11/2024.

Ως προς τα αντικείμενα αναφέρει ότι δέχεται ότι τα αντικείμενα που αναφέρονται στην παράγραφο 19 της ένορκης δήλωσης των Αιτητών αγοράστηκαν στο όνομα των Αιτητών. Ωστόσο, διευκρινίζει ότι τα αντικείμενα αυτά της δόθηκαν από τους Αιτητές ως προσωπική περιουσία, για χρήση τόσο κατά τη διάρκεια της απασχόλησής της με τους Αιτητές όσο και για προσωπική της χρήση. Επιπλέον, οι αποδείξεις που επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση των Αιτητών εκδόθηκαν στο όνομα των Αιτητών ή/και του Mark Lambrou, καθώς ασκούσε πλήρη έλεγχο σε όλα τα οικονομικά θέματα —

10


 

συμπεριλαμβανομένων εκείνων των Αιτητών, της Καθ’ ης η αίτηση αρ.1, και των προσωπικών της οικονομικών. Η ίδια επέτρεψε να συνεχιστεί αυτή η διευθέτηση καθώς τον εμπιστευόταν πλήρως ως σύζυγό της.Όσον αφορά τους ισχυρισμούς σχετικά με τα δεδομένα, αναφέρει ότι δεν έχει πρόσβαση σε κανένα δεδομένο εκτός από δεδομένα για ή/και συνδεδεμένα με την Καθ’ ης η αίτηση αρ.1.

Αναφέρεται ακόμα στη διάσταση τους και τις οικογενειακές διαφορές στις οποίες ενεπλάκησαν από τις 28.8.24 συμπεριλαμβανομένων υποθέσεων ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού και του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Επιπλέον, αναφέρει ότι η κόρη τους έχει καταθέσει αίτηση διατροφής εναντίον του M.L., ότι  τον Σεπτέμβριο του 2024, ο M.L. απέστειλε πρόταση διευθέτησης των περιουσιακών διαφορών, η οποία έγινε αποδεκτή από την ίδια, ωστόσο, στη συνέχεια την απέσυρε. Με την πρόταση αυτή αναγνώρισε ρητώς ότι το 25 % των μετοχών των Αιτητών ανήκει στην ίδια.

4. Συμπληρωματική Μαρτυρία

Η πλευρά των Αιτητών καταχώρησε συμπληρωματική μαρτυρία μέσω του Μ.L., με την οποία ο τελευταίος αναφέρει ότι η Καθ’ ης η αίτηση 1 δεν είναι δικαιούχος κανενός ποσοστού μετοχών στους Αιτητές, ότι δεν υπάρχουν έγγραφα που να επιμαρτυρούν κάτι τέτοιο, ότι η ίδια πάντοτε ασχολείτο με τη δική της εταιρεία, ότι αρνείται τον ισχυρισμό περί τροποποίησης της συμφωνίας και λέγει ότι αν κάτι τέτοιο συνέβαινε θα έπρεπε να είχε γίνει γραπτώς.  Ακόμα αρνείται ότι τα τιμολόγια καταρτίστηκαν από κοινού ή ότι η Καθ’ ης η αίτηση 2 ήταν ποτέ υπάλληλος των Αιτητών αφού αν κάτι τέτοιο συνέβαινε θα είχε σύμβαση εργασίας, καταστάσεις μισθοδοσίας και αποδείξεις φόρων και εισφορών κοινωνικών ασφαλίσεων, τα οποία δεν έχει.  Επίσης αρνείται ότι είχε ποτέ πρόσβαση στους προσωπικούς λογαριασμούς της Καθ’ ης η αίτηση 2 και λέγει ότι εν πάση περιπτώσει τα ποσά που αναφέρει ως παράδειγμα λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος του εισοδήματός της, είναι σε κάθε περίπτωση ασήμαντα.  Όσον αφορά τη Συμφωνία μεταξύ των μερών, αναφέρει ότι αυτή τερματίστηκε δεόντως, υποδεικνύει ότι τα όσα η Καθ΄ ης η αίτηση 2 αναφέρει στις παρ. 16-19 της Ε/Δ της είναι άσχετα με την επίδικη διαφορά και εν πάση περιπτώσει δηλώνει ότι η πτήση των €39.000 με ιδιωτικό τζετ στις 24/3/2024

11


 

ήταν μια πτήση που οργανώθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση, στην οποία συμμετείχαν ως επιβάτες η Καθ’ ης η αίτηση 2 και δύο υπάλληλοι των Καθ’ ων η αίτηση 1, και παραπέμπει προς τούτο στο υπόμνημα πτήσης Τεκμήριο 13.

Αναφέρει ακόμα ότι η πληρωμή των €27.890 για το τζετ στις 12/3/2024 ήταν αποπληρωμή προς τον ίδιο για προηγούμενη πτήση της εταιρείας, όπου η πληρωμή των Καθ’ ων η αίτηση δεν εκταμιεύτηκε από την Alpha Bank και η Καθ’ ης η αίτηση 2 του ζήτησε να την καλύψει.  Αναφέρει επίσης τη θέση του για την πληρωμή των €89.000 καθώς και υποστηρίζει ότι η Καθ’ ης η αίτηση 2 δεν είχε καμία εμπλοκή στην ίδρυση των Αιτητών, ούτε ήταν ποτέ υπάλληλος τους εφόσον οι Αιτητές ασχολούνται με ηλεκτρονικές πληρωμές και η Καθ’ ης η αίτηση 2 δεν διέθετε κανένα προσόν που θα της επέτρεπε να εργαστεί σε

αυτόν τον επιχειρηματικό τομέα, τα δε Αντικείμενα δεν δόθηκαν σε αυτήν ως

προσωπική περιουσία, αφού εάν ίσχυε αυτό, δεν θα είχαν πληρωθεί από τους Αιτητές, αλλά από εκείνη ή από τον ίδιο προσωπικά. Τα Αντικείμενα προορίζονταν να χρησιμοποιηθούν για τις υπηρεσίες που παρείχαν οι Εναγόμενοι στους Ενάγοντες.

Τέλος απορρίπτει τη θέση ότι της προσέφερε ποτέ μετοχές των Αιτητών, τουναντίον είναι η θέση του ότι όταν συζητούσαν για την επίλυση των προσωπικών τους διαφορών, ήταν αυτή που ζήτησε μετοχές των Αιτητών, αλλά ο ίδιος αρνήθηκε.

Συμπληρωματική Ε/Δ καταχώρησε και η πλευρά των Καθ’ ων η αίτησημέσω ασκούμενου δικηγόρου στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί τους Καθ’ ων η αίτηση ενόψει αδυναμίας της Καθ’ ης η αίτηση 2 να προσέλθει στην Κύπρο.  Ο ομνύων εμμένει στον ισχυρισμό της Καθ’ ης η αίτηση 2 περί του ότι είναι 25% δικαιούχος μέτοχος των Αιτητών με παραπομπή σε μηνύματα Whatsapp και υποστηρίζει ότι είναι γι’  αυτό που η τελευταία εργάστηκε συστηματικά για τους Αιτητές.

Αναφέρει ακόμα ότι η Καθ’ ης η αίτηση 2 βοήθησε στην εγκατάσταση της Αιτήτριας εταιρείας από τον Οκτώβριο του 2014 και λάμβανε μισθό από τον Ιανουάριο του 2017 έως και τον Σεπτέμβριο του 2021, ο οποίος καταβαλλόταν

απευθείας

στον

τραπεζικό

της

λογαριασμό.

Οι

μεταφορές

μισθών

επισυνάπτονται σε δέσμη ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2 στην παρούσα ΣΕΔ. Περαιτέρω,

12


 

αναφέρει ότι όλα τα οικονομικά θέματα, περιλαμβανομένων των φορολογικών και κοινωνικοασφαλιστικών υποχρεώσεων, ελέγχονταν από τους Αιτητές και τον κ. M. L., ο οποίος απέτυχε να παρέχει έγγραφη σύμβαση εργασίας και διέκοψε μονομερώς την καταβολή του μισθού τον Σεπτέμβριο του 2021. εκμεταλλευόμενος έτσι τη θέση της Καθ’ ης η αίτηση 2.

Αρνείται ότι η μεταφορά ποσού €89.000 στις 17/01/2022 αποτέλεσε μεταφορά από σύζυγο προς σύζυγο, αλλά ως αναφέρει εκτελέστηκε από τον κ. Μ.L., ο οποίος είχε τον έλεγχο του τραπεζικού λογαριασμού των Καθ’ ων η αίτηση εκείνη την περίοδο, προς ίδιον όφελος. Η εν λόγω ενέργεια, κατά τον ομνύοντα, συνιστά οικονομική κακοδιαχείριση και καταδεικνύει την καταχρηστική χρήση των χρημάτων από τον Μ.L..

5. Η Διαδικασία

Οι συνήγοροι των δύο πλευρών υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με γραπτές αγορεύσεις, τις οποίες ανέπτυξαν περαιτέρω κατά το στάδιο της ακρόασης. Αναφορά στις θέσεις τους θα γίνει κατωτέρω στα πλαίσια ανάλυσης της νομικής πτυχής της αίτησης και στο βαθμό που κρίνεται αναγκαία προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων.

6. Nομική Πτυχή

Ως ήδη λέχθηκε η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στο άρθρο 32 του Ν. 14/60 Στρεφόμενη στις αρχές που διέπουν το ζήτημα έκδοσης διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32, αυτές έχουν καθορισθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο σε πλειάδα αποφάσεων και είναι πολύ καλά γνωστές (βλ. ενδεικτικά Οδυσσέως v. Πιερής Estates (1982) 1 A.A.Δ. 557, Χρ. Κούνουνα v. C & A Simonos Ltd (2002) 1 (B) A.A.Δ. 1361, Μαίρη Ν. Σεβαστού v. Εμμανουήλ Σεβαστού(2002) 1(Γ) 1980, Papapetrou Bros Ltd v. Παπαπέτρου (2003) 1 Α.Α.Δ. 741 Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Limited, (2013) 1B A.A.Δ. 1235).

Οι τρείς απαραίτητες προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να καταστεί δυνατή η επιτυχής επίκληση του άρθρου 32, είναι:

(α)  να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση

13


 

(β)  να υπάρχει πιθανότητα οι αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία και
(γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε   μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το διάταγμα.

Αναλύοντας τις πιο πάνω προϋποθέσεις συνοπτικά και στη βάση πάντα της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση δεν εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων. Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στον αιτητή να δείξει ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Η πιθανότητα επιτυχίας, μικρή έστω στο βαθμό που να είναι ορατή, πρέπει να αποδειχθεί με τη μαρτυρία που προσάγεται προς υποστήριξη της αίτησης (βλ. Α/φοί Μυλωνά κ.ά. v. Michalakis Avraamides & Co. Ltd, (1998) 1 ΑΑΔ 1513 στη σελίδα 15161).  Όπως όμως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti (ανωτέρω), το Δικαστήριο δεν απαιτείται, αλλά ούτε και πρέπει, να εξετάζει την ενώπιόν του μαρτυρία και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με συγκρουόμενα γεγονότα, κάτι που θα έχει το καθήκον να πράξει στο τελικό στάδιο της υπόθεσης. Στο αρχικό αυτό στάδιο πρέπει να περιοριστεί στη διαπίστωση ύπαρξης ή μη κάποιας προοπτικής επιτυχίας.  Όπως δε εμφαντικά αναφέρεται υπόθεση Τ. A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation (2002) 1 ΑΑΔ 802 από το Δ. Νικολάου:

«Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του

θέματος

αποφάσεων

μας:

βλ.

ενδεικτικά

τις

Constantinides

v.

1Αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 1516:

«Ερμηνευτική των προϋποθέσεων, που θέτει το Άρθρο 32 του Ν. 14/60, για τη χορήγηση ενδιάμεσης θεραπείας, είναι η Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others (1982) 1 C.L.R. 557, στην οποία παραπέμπει το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ενώ, όπως εξηγεί στην απόφαση του, η αποκάλυψη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κρίνεται αντικειμενικά, με αναφορά στη διατυπωθείσα από τον εφεσείοντα θέση στην αγωγή του, η πιθανότητα επιτυχίας μικρή έστω στο βαθμό που είναι ορατή, πρέπει να αποδειχθεί με τη μαρτυρία που προσάγεται προς υποστήριξη της αίτησης.»

14


 

Makriyiorghou (1978) 1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates and Others (1982) 1 C.L.R. 557 κ.ά. και Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.ά. (1996) 1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά»

(βλ. επίσης και Bacardi and Co Ltd. v. Vimco Ltd (1996) 1 ΑΑΔ 788, Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. ν. Nicantony Trading Co. Ltd (1998) 1 C.L.R. 1653,Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd κ.ά., (2002) 1Γ Α.Α.Δ. 2015.

Το θέμα όμως δεν τελειώνει με την εκπλήρωση των πιο πάνω προϋποθέσεων. Όπως υποδεικνύεται στην Οδυσσέως (ανωτέρω), στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, ζήτημα το οποίο κρίνεται πάντα με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. (Βλέπε επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ" Βασίλη (1989) 1 Α.Α.Δ. (Ε) 152 και Θεωρή (ανωτέρω)).

Το δε πρόσωπο που αιτείται την έκδοση του προσωρινού διατάγματος φέρει το βάρος να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 και σε περίπτωση αμφισβητούμενων γεγονότων η υποχρέωση απόδειξης τους βαρύνει τους αιτητές (βλ. Iacovou Brothers v. Fashionwise Ltd (2000) 1 (B) A.A.Δ. 1377). Όπως βέβαια έχει ήδη λεχθεί το Δικαστήριο σε αιτήσεις έκδοσης ή οριστικοποίησης προσωρινών διαταγμάτων περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσον ικανοποιούνται ή όχι οι προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και χωρίς να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης αφού αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α. (1995) 1 ΑΑΔ 248, Jonitexo Ltd v. Adidas (1984) 1 CLR 263). Με άλλα λόγια αμφισβητούμενα γεγονότα και δύσκολα νομικά σημεία αφήνονται να αποφασισθούν με την ουσία της αγωγής. Απαιτείται κρίση μόνο σε ό,τι αφορά την ικανοποίηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 (βλ. Parico Aluminium

15


 

Designs Ltd v. Muskita (2002) 1(Γ) A.A.Δ 2015 και Ντάγκλας ν. Ντάγκλας(2004) 1(A) Α.Α.Δ 629).

Τούτων λεχθέντων, θα πρέπει να σημειωθεί ότι σίγουρα κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών κριτηρίων είναι αναγκαία, όπως υπέδειξε και η Οδυσσέως (ανωτέρω), αλλά σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο, θα προβεί στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο σε τελεσίδικη κρίση επί των ζητημάτων αυτών.   Απλά θα περιοριστεί στη διαπίστωση της παρουσίας ή απουσίας οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα άφηναν έκδηλα ανικανοποίητα τα τρία κριτήρια. (βλ. Φαέθων Μιχαηλίδης v. Παπακυριακού (2004) 1 ΑΑΔ 209).

Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση, σημειώνω πως, ό,τι απαιτείται στο στάδιο αυτό είναι η κατάδειξη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα.  Με άλλα λόγια στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος έχει άμεση σχέση με την ύπαρξη νομικής βάσης αγωγής, εφόσον κάτι τέτοιο αποκαλύπτεται από το δικόγραφο.  Εν προκειμένω οι Αιτητές στηρίζουν την απαίτηση τους μεταξύ άλλων σε παράβαση σύμβασης καθώς και στο αστικό αδίκημα της απάτης και της παράνομης ιδιοποίησης αντικειμένου/κλοπής.  Όλες οι πιο πάνω, συνιστούν αναγνωρισμένες βάσεις αξίωσης και συνεπώς κρίνω πως η πρώτη προϋπόθεση πληρούται υπό τις περιστάσεις.

Στρεφόμενη τώρα στη δεύτερη προϋπόθεση που αφορά στην ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία, προϋπόθεση η οποία ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και απαιτεί την παρουσίαση μιας ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Αυτή η δεύτερη προϋπόθεση συσχετίζει στην ουσία τη νομική θεμελίωση που απορρέει από το καταχωρημένο δικόγραφο με την πραγματική διαθέσιμη μαρτυρία όπως αυτή καταγράφεται στις ένορκες δηλώσεις για να θεμελιώσει την αγωγή. Ως προς τη δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι την πιθανότητα επιτυχίας, η οποία ως έχει αναφερθεί περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, σημειώνω ότι προβαίνω

16


 

στην κατάληξη μου με βάση το μαρτυρικό υλικό που έχει τεθεί ενώπιον μου, χωρίς να προβαίνω σε τελικά ευρήματα αξιοπιστίας ή να επιλύω τις ουσιαστικές συγκρούσεις στη μαρτυρία αλλά με μόνο σκοπό να διαπιστώσω την παρουσία ή απουσία οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα άφηνε έκδηλα ανικανοποίητα τα κριτήρια που εφαρμόζονται στη δοσμένη περίπτωση.

Προς στοιχειοθέτηση των αξιώσεων τους, οι Αιτητές επικαλούνται παράβαση της Συμφωνίας Συμβουλευτικών Υπηρεσιών που καταρτίστηκε μεταξύ αυτών και των Καθ’ ων η αίτηση 1 και ειδικότερα τους όρους αυτής που, κατά την εκδοχή των Αιτητών, καθόριζαν τόσο τον τρόπο υπολογισμού όσο και τα ανώτατα όρια της αμοιβής της τελευταίας. Κατά τους Αιτητές, η συμφωνηθείσα αμοιβή δεν μπορούσε να υπερβεί συνολικά το ποσό των €47.000 μηνιαίως στις περιπτώσεις που περιγράφονται στη Συμφωνία. Προς υποστήριξη της θέσης αυτής γίνεται αναφορά και στα όσα έλαβαν χώρα κατά τους πρώτους οκτώ μήνες της συμβατικής σχέσης, κατά τους οποίους εκδίδονταν δύο τιμολόγια μηνιαίως, ύψους €7.000 και €40.000 αντίστοιχα.  Ισχυρίζονται όμως περαιτέρω ότι μετά τους πρώτους οκτώ μήνες οι Καθ’ ων η αίτηση άρχισαν να εκδίδουν τιμολόγια για ποσά πέραν των συμβατικά προβλεπόμενων ορίων, με αποτέλεσμα, κατά τους υπολογισμούς τους, να έχουν καταβληθεί αχρεωστήτως ποσά συνολικού ύψους €1.019.560.

Περαιτέρω, η εκδοχή των Αιτητών είναι ότι οι επίδικες πληρωμές δεν

αποτέλεσαν

συνειδητή

αποδοχή

τροποποιημένης

συμφωνίας,

αλλά

πραγματοποιήθηκαν επειδή οι Καθ’ ων η αίτηση, έχοντας πρόσβαση στα συστήματα των Αιτητών, καταχωρούσαν τα σχετικά τιμολόγια ως ήδη εγκεκριμένα προς πληρωμή. Οι Αιτητές συνδέουν τον τρόπο αυτό λειτουργίας με την υφιστάμενη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ των εμπλεκομένων ήτοι του διευθυντή των Αιτητών και της διευθύντριας της Καθ’ ης η αίτηση 1 που είναι σύζυγοι καθώς και με το γεγονός ότι τα πρώτα δεκαέξι τιμολόγια είχαν, κατά την εκδοχή τους, εκδοθεί σύμφωνα με τους αρχικούς συμβατικούς όρους. Επί τη βάσει αυτή προβάλλουν όχι μόνο συμβατική απαίτηση για επιστροφή των φερόμενων υπερπληρωμών αλλά και ισχυρισμούς περί δόλιας συμπεριφοράς και παραπλάνησης και φτάνουν μέχρι τον ισχυρισμό συνωμοσίας των Καθ’ ων

17


 

η αίτηση προς εξαπάτηση καταδολίευση και υπεξαίρεση χρημάτων των Αιτητών, καθώς και οικειοποίηση αντικειμένων που δεν ανήκουν στους Καθ΄ων η αίτηση και τα οποία παραδόθηκαν στους τελευταίους, προς χρήση μόνο στο πλαίσιο της εργοδότησης των Καθ’ ων η αίτηση 1.

Προς περαιτέρω υποστήριξη των ισχυρισμών περί εξαπάτησης επικαλούνται και το ότι μετά τον τερματισμό της συμβατικής σχέσης στις 7/11/2024 από τους Αιτητές, οι Καθ’ ων η αίτηση εξακολούθησαν μεταγενέστερα να απαιτούν πληρωμές, περιλαμβανομένων δεκατριών τιμολογίων συνολικού ύψους €600.000 για περίοδο κατά την οποία, σύμφωνα πάντοτε με τους Αιτητές, δεν παρέχονταν πλέον υπηρεσίες. Τονίζεται δε ότι επτά από τα τιμολόγια αυτά υπερέβαιναν ακόμη και το ανώτατο ποσό το οποίο οι  Αιτητές θεωρούν συμβατικά επιτρεπτό, ενώ δύο εξ αυτών ανέρχονταν σε €120.000 έκαστο.

Δεν παραγνωρίζω βεβαίως ότι η εκδοχή αυτή αμφισβητείται ευθέως από την πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση. Η Καθ’ ης η αίτηση 2 προβάλλει συγκεκριμένα ότι οι αρχικοί όροι της Συμφωνίας τροποποιήθηκαν μεταγενέστερα, είτε προφορικώς είτε σιωπηρώς, μέσα από την πρακτική των μερών, ώστε να προβλέπεται διαφορετικό πλαίσιο αμοιβών, περιλαμβανομένου μέγιστου μηνιαίου ποσού €60.000 και πρόσθετου bonus. Ισχυρίζεται, επίσης, ότι τα τιμολόγια καταρτίζονταν με γνώση και συμμετοχή του M.L., ο οποίος, κατά τη δική της θέση, είχε πλήρη έλεγχο επί των οικονομικών των Αιτητών και γνώριζε τα καταβαλλόμενα ποσά και ήταν ο ίδιος που κατηύθυνε τις πληρωμές.  Επίσης ισχυρίζεται ότι η ίδια είναι δικαιούχος μέτοχος των Αιτητών κατά 25% και ότι είχε συμβάλει στη δημιουργία των Αιτητών και εργαζόταν έναντι αμοιβής στους Αιτητές μέχρι που απολύθηκε από τον M.L..

Οι θέσεις αυτές είναι αναμφίβολα κρίσιμες και, εφόσον γίνουν αποδεκτές κατά την ακρόαση της αγωγής, ενδέχεται να επηρεάσουν ουσιωδώς την τελική έκβασή της. Δεν θεωρώ, όμως, ότι στο παρόν στάδιο δύνανται να αναιρέσουν την υπαρκτή ορατή πιθανότητα επιτυχίας της απαίτησης των Αιτητών, στον περιορισμένο βαθμό που απαιτείται στο στάδιο αυτό.  Η δε πραγματοποίηση των πληρωμών από πλευράς Αιτητών, τις οποίες επικαλείται με ένταση η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση, όσο και αν πράγματι δημιουργεί εύλογα

18


 

ερωτηματικά ιδιαίτερα αν κάποιος αναλογιστεί το ύψος των ποσών που καταβάλλονταν χωρίς κατ’ ισχυρισμόν να καταστεί αντιληπτή η υπερχρέωση και ενώ εκδίδονταν και παραδίδονταν σχετικά τιμολόγια, δεν θεωρώ ότι μπορεί από μόνη της να οδηγήσει στο παρόν στάδιο στο συμπέρασμα ότι η υπόθεση των Αιτητών δεν μπορεί να ικανοποιήσει τη δεύτερη προϋπόθεση.  Το κατά πόσον οι πληρωμές αποτελούσαν γνώση και αποδοχή μιας νέας συμβατικής διευθέτησης, όπως υποστηρίζουν οι Καθ’ ων η αίτηση, ή κατά πόσο πραγματοποιούνταν μέσα από τον μηχανισμό που περιγράφουν οι Αιτητές χωρίς πραγματική γνώση της απόκλισης από τη Συμφωνία, αποτελεί ακριβώς ένα από τα κεντρικά επίδικα ζητήματα της αγωγής. Η ύπαρξη όμως αντίλογου επί ενός ουσιώδους γεγονότος δεν εξαλείφει τη διαπιστωθείσα ορατή πιθανότητα επιτυχίας· διαφορετικά, η δεύτερη προϋπόθεση θα μετατρεπόταν ανεπίτρεπτα σε πλήρη εκδίκαση της διαφοράς στο ενδιάμεσο στάδιο. Ανεξαρτήτως τούτου, η φύση και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της καταγγελλόμενης απάτης δύνανται να συνεκτιμηθούν, στον βαθμό που αρμόζει, κατά την εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης, εφόσον οι ίδιοι οι Αιτητές την επικαλούνται ως μέρος του πραγματικού υποβάθρου από το οποίο, κατά τη θέση τους, προκύπτει ο απαιτούμενος κίνδυνος. Το ζήτημα αυτό θα με απασχολήσει πιο κάτω.

Σε σχέση δε με την αξίωση που αφορά τα κινητά αντικείμενα, οι Αιτητές υποστηρίζουν ότι τα επίδικα αντικείμενα αγοράστηκαν με δικά τους χρήματα και παραδόθηκαν στους Καθ’ ων η αίτηση για σκοπούς παροχής υπηρεσιών δυνάμει της Συμφωνίας.  Παρουσιάζουν δε κάποιες αποδείξεις και δίδουν κάποιες εξηγήσεις ως προς το γιατί δύο εκ των αποδείξεων αυτών είναι στο όνομα του διευθυντή των Αιτητών. Τα πιο πάνω θεωρώ ότι είναι ικανοποιητικά προς τον σκοπό εκπλήρωσης της δεύτερης προϋπόθεσης στον περιορισμένο βαθμό που απαιτείται στο στάδιο αυτό. Σημειώνεται μάλιστα ότι η Καθ’ ης η αίτηση 2 αποδέχεται ότι τα αντικείμενα αγοράστηκαν στο όνομα των Αιτητών, διαφωνεί όμως ως προς τον χαρακτήρα της παράδοσής τους, ισχυριζόμενη ότι της παραχωρήθηκαν ως προσωπική της περιουσία. Αυτά, όμως και πάλιν είναι ζητήματα που θα επιλυθούν οριστικά κατά την ακρόαση και δεν αναιρούν την ορατή πιθανότητα της αξίωσης των αιτητών ούτε σε αυτή την πτυχή της.

19


 

Καταλήγω, ως εκ τούτου, ότι η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 έχει ικανοποιηθεί. Η κατάληξη αυτή δεν προδικάζει ούτε την αξιοπιστία των αντιμαχόμενων εκδοχών ούτε την τελική έκβαση της αγωγής, αλλά περιορίζεται στη διαπίστωση ότι από το ενώπιόν μου υλικό διαφαίνεται η απαιτούμενη ορατή πιθανότητα οι Αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία κατά την τελική εκδίκαση της υπόθεσης.

Προχωρώντας στην τρίτη προϋπόθεση η οποία αφορά το κατά πόσον, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, θα είναι δύσκολη ή αδύνατη η πλήρης απονομή δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Στο πλαίσιο αυτό συνεκτιμάται, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη ανεπανόρθωτης ζημιάς και η επάρκεια της θεραπείας των αποζημιώσεων κάτω από το φως των γεγονότων της υπόθεσης (βλ. Oδυσσέως (πιο πάνω) στη σελίδα 570). Ως ξεκάθαρα σημειώνεται στην Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού v. Αλκιβιάδη Θεωρή(1989) 1(A) Α.Α.Δ. 255 στη σελίδα 258, αν η επιδίκαση αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο, είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη.  Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι στην υπόθεση Papapetrou Bros Ltd v. Ανδρούλας Παπαπέτρου (2003) 1Β 741, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχε ενώπιον του οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο ώστε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ των αιτητών, υπό περιστάσεις όπου στην ένορκη δήλωση που υποστήριζε την αίτηση γινόταν αναφορά ότι, σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος οι αιτητές θα υποστούν ανυπολόγιστες ζημιές.  Θα πρέπει βέβαια να σημειωθεί ότι στην υπόθεση Κυρίσαββα v. Κύζη (2001) 1 Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη». Στην εν λόγω υπόθεση κρίθηκε ότι η τρίτη προϋπόθεση πληρούτο στη βάση του ότι μεταξύ άλλων ο χαρακτήρας του επίδικου κτήματος θα είχε αλλοιωθεί αν αφηνόταν η οικοδομή (που περιλάμβανε την κατασκευή πεζοδρομίων, χώρου στάθμευσης, πρέμιξ, σιδηρών πασσάλων, πρόνοια

20


 

όπως ορισμένα τμήματα παραχωρηθούν και εγγραφούν ως δημόσιοι πεζόδρομοι) να τελεσφορήσει (βλ. και Papastratis v. Pierides (1979) 1 C.L.R. 231).

Τα αιτήματα που αφορούν τα αντικείμενα και τις πληροφορίες

Ως προς το εάν καταδεικνύεται ότι, υπό τις περιστάσεις, οι Αιτητές θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά από τη μη έκδοση των διαταγμάτων που αφορούν τα επίδικα αντικείμενα, σημειώνω τα εξής.

Με το αιτητικό 2 επιζητείται ένα καθαρά προστακτικό διάταγμα, το οποίο εμπεριέχει θετική υποχρέωση παράδοσης των αντικειμένων και το οποίο εν πολλοίς προκαταλαμβάνει την ουσία μιας πτυχής της απαίτησης στην αγωγή. Τούτο, σύμφωνα με τη διαχρονική νομολογία επί του θέματος, είναι άκρως ανεπιθύμητο και ακριβώς για τον λόγο αυτό τέτοια διατάγματα εκδίδονται μόνο κατ’ εξαίρεση, όταν από την απαίτηση αναδύεται μια ασυνήθιστα δυνατή και καθαρή περίπτωση (Shepherd Homes v. Sandham [1971] Ch. 340· David Bean, Injunctions, 8η Έκδοση, σελ. 35-37, παρ. 3.33-3.37· Κατερίνα Τσερκέζου v. Dragon Tourist Enterprises Ltd (2009) 1 Α.Α.Δ. 734).

Λαμβάνοντας υπόψη τους αντίθετους ισχυρισμούς που προβάλλουν οι Καθ’ ων η αίτηση ως προς την κυριότητα και τον τρόπο παραχώρησης των αντικειμένων, θεωρώ ότι θα ήταν, στο στάδιο αυτό, τουλάχιστον αδόκιμο να χαρακτηριστεί η συγκεκριμένη πτυχή της υπόθεσης ως τόσο ασυνήθιστα καθαρή και ισχυρή ώστε να δικαιολογεί την έκδοση ενδιάμεσου προστακτικού διατάγματος. Υπενθυμίζεται ξανά ότι οι Αιτητές υποστηρίζουν ότι τα αντικείμενα τα αγόρασαν οι ίδιοι και τα παρέδωσαν στους Καθ’ ων η αίτηση για τους σκοπούς της παροχής υπηρεσιών, ενώ η Καθ’ ης η αίτηση 2, μολονότι αποδέχεται ότι αγοράστηκαν στο όνομα των Αιτητών, ισχυρίζεται ότι της παραχωρήθηκαν ως προσωπική της περιουσία.

Ανεξαρτήτως

όμως

τούτου,

ουσιωδέστερο

για

τους

σκοπούς

της

προϋπόθεσης αυτής είναι το γεγονός ότι πρόκειται περί κινητών αντικειμένων των οποίων η οικονομική αξία μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Σε περίπτωση

21


 

καταστροφής, μείωσης της αξίας ή αποξένωσής τους και εφόσον τελικά οι Αιτητές δικαιωθούν, η τυχόν ζημιά που θα έχουν υποστεί ως προς τα ίδια τα αντικείμενα δύναται καταρχήν να αποκατασταθεί με χρηματική αποζημίωση. Δεν προκύπτει, συνεπώς, ότι η μη έκδοση του ενδιάμεσου προστακτικού διατάγματος παράδοσής τους, θα καθιστούσε από μόνη της δύσκολη ή αδύνατη την πλήρη απονομή της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο.

Διαφορετικής φύσεως είναι, όμως, ο ισχυρισμός των Αιτητών ότι ορισμένα από τα εν λόγω αντικείμενα, και συγκεκριμένα ο ηλεκτρονικός υπολογιστής και κινητό τηλέφωνο, περιέχουν πληροφορίες και δεδομένα που αφορούν τους ίδιους και 1000 πελάτες τους για περίοδο δέκα ετών. Η θέση τους είναι ότι τυχόν μη εξουσιοδοτημένη χρήση ή αποκάλυψη τέτοιων δεδομένων θα μπορούσε να έχει σοβαρές συνέπειες τόσο για τους ίδιους όσο και για τους πελάτες τους, οι οποίες θα ήταν δύσκολο να αποτιμηθούν σε χρήμα.

Αυτό είναι, κατά την κρίση μου, το στοιχείο που διαφοροποιεί ουσιωδώς το αιτητικό που αφορά τις πληροφορίες από εκείνο που αφορά την παράδοση αυτούσιων των αντικειμένων. Ο πραγματικός κίνδυνος τον οποίο επικαλούνται οι Αιτητές δεν έγκειται τόσο στην απώλεια της αξίας του ηλεκτρονικού υπολογιστή ή του κινητού τηλεφώνου, αλλά στη δυνατότητα χρήσης ή διάδοσης των πληροφοριών που ενδέχεται να περιέχονται σε αυτά.

Η απουσία μαρτυρίας ότι έχει ήδη γίνει χρήση, διαβίβαση ή αποκάλυψη των επίδικων πληροφοριών δεν εξαλείφει, υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, τον κίνδυνο που απορρέει από τη συνεχιζόμενη κατοχή και δυνατότητα πρόσβασης σε δεδομένα των Αιτητών και τρίτων προσώπων, μετά τον ισχυριζόμενο τερματισμό της σχέσης στο πλαίσιο της οποίας είχε αρχικώς παρασχεθεί η σχετική πρόσβαση.  Υφίσταται, επομένως, μία παρούσα κατάσταση πραγμάτων από την οποία απορρέει η δυνατότητα πρόσβασης και χρήσης πληροφοριών, η μη εξουσιοδοτημένη αποκάλυψη των οποίων θα μπορούσε, λόγω της φύσης τους, να προκαλέσει συνέπειες δύσκολα αναστρέψιμες και μη επαρκώς θεραπεύσιμες με χρηματική αποζημίωση, γεγονός το οποίο θεωρώ ότι ικανοποιεί την τρίτη προϋπόθεση και επιβάλλει την παροχή κάποιας προστασίας.

22


 

Η προστασία αυτή, όμως, μπορεί να επιτευχθεί με λιγότερο επεμβατικό μέτρο από την άμεση παράδοση των ίδιων των αντικειμένων. Συγκεκριμένα, μπορεί να εξασφαλιστεί με διάταγμα το οποίο να απαγορεύει στους Καθ’ ων η αίτηση ή στους υπηρέτες ή αντιπροσώπους τους να χρησιμοποιούν, επεξεργάζονται, διαβιβάζουν ή αποκαλύπτουν προς τρίτους πληροφορίες και δεδομένα που ανήκουν ή αφορούν τους Αιτητές ή τους πελάτες τους, πράγμα που αποτελεί σε γενικές γραμμές και το αντικείμενο του αιτητικού υπό στοιχείο 1.

Υπό τις περιστάσεις λοιπόν, κρίνω ότι για τους λόγους που εξήγησα και πιο πάνω η τρίτη προϋπόθεση πληρούται εν σχέσει με την ως άνω πτυχή της αξίωσης.

Το αιτούμενο διάταγμα αποξένωσης περιουσίας

Προχωρώ τώρα στο αιτούμενο διάταγμα με το οποίο επιδιώκεται να απαγορευθεί στους Καθ’ ων η αίτηση η αποξένωση ή επιβάρυνση περιουσιακών στοιχείων τους κατά τρόπο που να μειώνει την καθαρή αξία της περιουσίας τους κάτω από το ποσό των €1.019.560, καθώς και στο συναφές διάταγμα αποκάλυψης περιουσιακών στοιχείων. Το ύψος αυτό αντιστοιχεί στο ποσό που οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι καταβλήθηκε προς τους Καθ’ ων η αίτηση καθ’ υπέρβαση των συμβατικά συμφωνηθέντων ή και κατόπιν καταδολίευσης ή εξαπάτησης και υπεξαίρεσης.

Είναι σαφές ότι με το αιτητικό αυτό στην ουσία οι Αιτητές αιτούνται διάταγμα τύπου Mareva στη βάση των αρχών της Mareva Compania Naviera S.A. v. International Bulk Carries S.A. (1980) 1 ALL E.R. 213 και της μεταγενέστερης νομολογίας επί του θέματος.   Όπως έχει λεχθεί στην Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Ltd κ.ά. (2001) 1(Β) Α.Α.Δ.1301, ένα τέτοιο διάταγμα απαγορεύει στον καθ’ ου να αποξενώσει περιουσιακά στοιχεία ή να μετακινήσει περιουσιακά στοιχεία εκτός δικαιοδοσίας.  Βασικός δε σκοπός τέτοιων διαταγμάτων είναι η διατήρηση περιουσιακών στοιχείων ούτως ώστε να καθίσταται δυνατό για τον αιτητή να προχωρήσει με την εκτέλεση τυχόν

23


 

απόφασης ήθελε εξασφαλίσει υπέρ του (Sunoil Bunkering Ltd v. Jaoular Maritime Transport Co. Ltd (1987) 1 C.L.R.627).

Από την υπόθεση Poltava (ανωτέρω) και τις εκεί αναφερόμενες αποφάσεις προκύπτει ότι χορηγείται διάταγμα mareva μεταξύ άλλων όταν:

- τυχόν απόσυρση του ποσού ή μετακίνηση του εκτός Κύπρου θα έχει ως συνέπεια να μην μπορεί να το ανακτήσει ο ενάγων, οπότε και θα υποστεί μεγάλη αδικία, την οποία το δικαστήριο έχει εξουσία να αποτρέψει (Nemitsas Industries Ltd v. S & S Maritime Lines Ltd and others (1976) 1 C.L.R.302)

- αν δεν δοθεί το διάταγμα mareva, τότε σε περίπτωση που ο ενάγων επιτύχει, υπάρχει κίνδυνος πριν από την εκτέλεση, ο εναγόμενος να μετακινήσει τα χρήματα του εκτός δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων (Linmare Shipping Co. v. Roustani (1979) 1 C.L.R.37).

Στην ίδια υπόθεση (Poltava, ανωτέρω) παρατέθηκε αγγλική νομολογία βάσει της οποίας το διάταγμα mareva χορηγείται σε σχέση με επαπειλούμενη εξαφάνιση περιουσιακών στοιχείων ευρισκομένων εντός δικαιοδοσίας, καθώς και ότι το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο λαμβανομένης υπόψιν της μαρτυρίας στο σύνολο της, υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος θα παραμείνει ανικανοποίητη, χωρίς να είναι απαραίτητο να έχει επιδειχθεί συγκεκριμένη πρόθεση αποξένωσης.

Επί του ίδιου ζητήματος υπήρξε παραπομπή στο πλαίσιο της Poltava (ανωτέρω) στην C. Phasarias (Automotive) Centre Ltd v. Σκυροποιϊα «Λεωνικ» Λτδ (2001) 1(Β) Α.Α.Δ.785 η οποία αφορούσε σύνηθες απαγορευτικό διάταγμα μη αποξένωσης ακινήτου προς χρήση για σκοπούς μελλοντικής εκτέλεσης και συγκεκριμένα στο εξής απόσπασμα:

«Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής

24


 

απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία.

… … … … … … … … … … … … … … … … … … … … …
Όπως δε εξηγήθηκε στην απόφαση … … … … … … … … … … Ζεμενίδης (ανωτέρω) εκδίδεται το διάταγμα «ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μη μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων». Τα ίδια και στην XXX Τσιολάκκη και άλλη (ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση … … … … … … … … … … … … … … … … … …, εκείνο που απαιτείται είναι «η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος».

Το γεγονός όμως ότι η ενδεχόμενη μελλοντική αποξένωση περιουσίας θα μπορούσε δυνητικά να δυσχεράνει την εκτέλεση μιας απόφασης δεν αρκεί αφ’ εαυτού για να καταδειχθεί ότι στοιχειοθετείται κίνδυνος που επιβάλλει την έκδοση σχετικού διατάγματος. Αν ήταν αρκετή η γενική δυνατότητα κάθε εναγόμενος να διαθέσει την περιουσία του πριν από την έκδοση τελικής απόφασης, τότε η τρίτη προϋπόθεση θα ικανοποιείτο σχεδόν αυτομάτως σε κάθε αγωγή για χρηματική απαίτηση. Τούτο δεν μπορεί να είναι η έννοια της νομοθετικής προϋπόθεσης.

Αναζητείται, συνεπώς, κάποιο πραγματικό υπόβαθρο από το οποίο να μπορεί εύλογα να συναχθεί ότι, χωρίς την παρέμβαση του Δικαστηρίου, υφίσταται κίνδυνος η περιουσία να αποξενωθεί ή να επιβαρυνθεί κατά τρόπο που να καταστήσει δυσχερή ή αδύνατη την ικανοποίηση μελλοντικής απόφασης.  Είναι ακριβώς για αυτόν τον λόγο που στην ως άνω νομολογία (Phasarias, Poltovaπιο πάνω) ως και στην Αναστασία Δημήτρη Κιτρομιλήδου v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ (2005) 1 Α.Α.Δ1165, τονίστηκε ότι λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των δεδομένων για να καταλήξει το Δικαστήριο κατά πόσον είναι υπό τις περιστάσεις είναι αναγκαία η έκδοση διατάγματος για να μην καταστεί αδύνατη η ικανοποίηση μελλοντικής απόφασης δυσχερής ή αδύνατη.   Με άλλα λόγια η κάθε υπόθεση εξαρτάται από τα δικά της ιδιαίτερα περιστατικά.

Προς περαιτέρω επίρρωση των ως άνω επισημαίνεται ότι στην Poltava (ανωτέρω) έγινε αναφορά σε αγγλική νομολογία (Ninemia) από την οποία

25


 

προκύπτει ότι ο ενάγων πρέπει να προσαγάγει «στέρεη μαρτυρία» προς

υποστήριξη του ισχυρισμού ότι η απόφαση δεν θα ικανοποιηθεί και υπήρξε

παραπομπή στο σύγγραμμα “Mareva Injunctions Law and Practice” των

Steven Gee και Geraldine Mary Andrews, από το οποίο παρατέθηκαν αφενός

η υπόδειξη ότι εφόσον κάθε υπόθεση εξαρτάται από τα δικά της περιστατικά

είναι αδύνατο να τεθούν γενικοί καθοδηγητικοί κανόνες και αφετέρου ορισμένοι

από τους παράγοντες οι οποίοι δυνατόν να είναι σχετικοί με τέτοια διεργασία.

Αυτοί είναι οι εξής:

“(1) The nature of the assets which are the proposed subject of the injunction, and the ease or difficulty with which they could be disposed of or dissipated. The plaintiff may find it easier to establish the risk of dissipation of a bank account, or of moveable chattels, than the risk of the defendant disposing of real estate, eg his house or office… … … … … … … …
(2) The nature and financial standing of the defendant΄s business… … … … … … … … (3) The length of the defendant΄s establishment in business. Stronger evidence of potential dissipation will be needed where the defendant is a long-established company with a reasonable market reputation than where little or nothing is known or can be ascertained about it.

(4) The domicile or residence of the defendant … … … … … … … …
(5) If the defendant is a foreign company, partnership, or trader, the country in which it has been registered or has its main business address, and the availability or non-availability of any machinery for reciprocal enforcement … … … … … … … …
(6) The defendant΄s past or existing credit record… … … … … … … ….

(7) Any expressed intention on the part of the defendant as to his future dealings with his English assets.

(8) Connections between a defendant company and other companies which have defaulted on arbitration awards or judgments … … … … … … … …
(9) The defendant΄s behaviour in response to the plaintiff΄s claims: a pattern of evasiveness, or unwillingness to participate in the litigation or arbitration, or raising thin defences after admitting liability, or total silence, may be factors which assist the plaintiff.”

Σε μετάφραση:

«(1) Η φύση των περιουσιακών στοιχείων τα οποία συνιστούν το προτεινόμενο αντικείμενο της αγωγής και η ευκολία ή δυσκολία με την οποία θα μπορούσαν να διατεθούν ή εξαφανισθούν. Ο ενάγων μπορεί ευκολότερα να αποδείξει τον κίνδυνο εξαφάνισης ενός τραπεζικού λογαριασμού, ή κινητών αντικειμένων, από τον κίνδυνο διάθεσης ακινήτων π.χ. την κατοικία του ή το γραφείο του ... ... ...

(2) H φύση και οικονομική υπόσταση της επιχείρησης του εναγομένου … … … … … … … …

26


 

(3) Η διάρκεια της καθιέρωσης της επιχείρησης του εναγομένου. Χρειάζεται ισχυρότερη μαρτυρία για ενδεχόμενη εξαφάνιση όπου ο εναγόμενος είναι μια προ πολλού καθιερωθείσα εταιρεία με εύλογη φήμη στην αγορά παρά εταιρεία για την οποία λίγο ή τίποτε είναι γνωστά ή μπορούν να εξακριβωθούν.

(4) Η μόνιμη κατοικία ή διαμονή του εναγομένου … … … … … … … …
(5) Αν ο εναγόμενος είναι αλλοδαπή εταιρεία, συνεταιρισμός, ή εμπορευόμενος, η χώρα στην οποία έχει εγγραφεί, ή έχει την κυρίως διεύθυνση των εργασιών του, και το διαθέσιμο ή μη οποιουδήποτε μηχανισμού για αμοιβαία εκτέλεση … … … … … … … …
(6) Το προηγούμενο ή υφιστάμενο πιστωτικό μητρώο του εναγομένου … … … … … … … … (7) Οποιαδήποτε εκφρασθείσα πρόθεση εκ μέρους του εναγομένου αναφορικά με τις δοσοληψίες του με τα εντός της δικαιοδοσίας περιουσιακά του στοιχεία.

(8) Σχέσεις μεταξύ της εναγόμενης εταιρείας και άλλων εταιρειών οι οποίες δεν ικανοποίησαν διαιτητικές αποφάσεις ή δικαστικές αποφάσεις … … … … … … … …
(9) Η συμπεριφορά του εναγομένου έναντι της αξίωσης του ενάγοντα: Σχέδιο υπεκφυγής , ή απροθυμίας να λάβει μέρος στη διαδικασία ή διαιτησία, ή η έγερση αδύνατων υπερασπίσεων μετά την αποδοχή ευθύνης, ή συνολική σιωπή, δυνατόν να είναι παράγοντες που βοηθούν τον ενάγοντα.»

Αξίζει δε ακόμα να σημειωθεί ότι στην εν λόγω υπόθεση (Poltava) λήφθηκαν

υπόψη τέσσερις παράγοντες προτού το Δικαστήριο προχωρήσει στην έκδοση

του αιτούμενου διατάγματος, μεταξύ των οποίων η συμπεριφορά της εφεσίβλητης εταιρείας σε άλλες διαδικασίες, η φύση του αντικειμένου του

ειδικού διατάγματος που ήταν χρηματικό ποσό σε τραπεζικό λογαριασμό το

οποίο πολύ εύκολα μπορούσε να μεταφερθεί στο εξωτερικό με συνέπεια να

είναι δύσκολος αν όχι αδύνατος ο εντοπισμός του και η ανάκτηση του, η φύση, η υπόσταση και ο τρόπος λειτουργίας της εφεσίβλητης 1 εταιρείας που

επρόκειτο για υπέρακτια εταιρεία η οποία δεν διεξήγαγε εργασίες στην Κύπρο

αλλά στο εξωτερικό και η οποία δεν είχε ιδρυθεί προ μακρού χρόνου ούτε είχε

οποιαδήποτε φήμη στην Κυπριακή αγορά και διεξήγαγε εργασίες μόνο στην Ουκρανία.

Στη δε Phasarias (ανωτέρω), παρά το ότι δεν υπήρχε απτή απόδειξη περί

πρόθεσης αποξένωσης ή επιβάρυνσης, λήφθηκε υπόψη ότι όλη η ακίνητη

περιουσία των εφεσιβλήτων ήταν δεσμευμένη με επιβαρύνσεις σε τράπεζες

και πως υπήρχε κίνδυνος να μην ικανοποιηθούν στο τέλος αν δεν

απαγορευόταν η αποξένωση ή η περαιτέρω επιβάρυνση του μόνου ακινήτου

27


 

των εφεσιβλήτων σε σχέση με το οποίο ζητείτο το διάταγμα.  Ενώ από την άλλη, η έκδοση του διατάγματος δεν θα προκαλούσε σ’ αυτούς οποιαδήποτε ζημιά.

Βεβαίως εξυπακούεται ότι τα δεδομένα στα οποία έγινε αναφορά στις ως άνω υποθέσεις δεν αντιμετωπίζονται ως αναγκαίες προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος, αλλά ως παραδείγματα αντικειμενικών περιστάσεων από τις οποίες μπορούσε, στις συγκεκριμένες εκείνες υποθέσεις, να συναχθεί ο απαιτούμενος κίνδυνος.

Στρεφόμενη τώρα στα της παρούσης, οι ίδιοι οι Αιτητές δεν διατείνονται ότι υφίσταται κάποια συγκεκριμένη ή επικείμενη αποξένωση περιουσίας. Αντιθέτως, ο ομνύων, εκ μέρους τους, αναγνωρίζει ρητώς και ειλικρινώς ότι ο κίνδυνος δεν είναι επί του παρόντος επικείμενος, διότι αμφότεροι οι Καθ’ ων η αίτηση βρίσκονται σε καλή οικονομική κατάσταση. Εκείνο που ισχυρίζεται είναι ότι η αποξένωση ενδέχεται να πραγματοποιηθεί σταδιακά μέχρι την εκδίκαση της αγωγής, όταν οι Καθ’ ων η αίτηση αντιληφθούν ότι πιθανόν να εκδοθεί απόφαση εναντίον τους.

Ως προς το υπόβαθρο για αυτή τη θέση, προκύπτει από τα όσα επικαλούνται ότι στηρίζουν ουσιαστικά τον κίνδυνο στη συμπεριφορά που αποδίδουν στους Καθ’ ων η αίτηση στο πλαίσιο της επίδικης συμβατικής τους σχέσης, την οποία χαρακτηρίζουν δόλια, καθώς και στην επιδείνωση των προσωπικών σχέσεων μεταξύ του M.L. και της Καθ’ ης η αίτηση 2. Ισχυρίζονται ότι η συμπεριφορά αυτή καταδεικνύει ότι, μόλις οι Καθ’ ων η αίτηση αντιληφθούν ότι ενδέχεται να εκδοθεί εναντίον τους απόφαση, πιθανόν να αποξενώσουν περιουσιακά στοιχεία προς αποφυγή της εκτέλεσής της.

Δεν θεωρώ, όμως, ότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί, χωρίς κάτι περισσότερο, παρέχουν το απαιτούμενο πραγματικό έρεισμα για ένα τόσο δραστικό μέτρο. Κατ’ αρχάς οι ισχυρισμοί περί υπερχρέωσης και δόλιας συμπεριφοράς αποτελούν οι ίδιοι μέρος της επίδικης ουσίας της αγωγής και αμφισβητούνται από τους Καθ’ ων η αίτηση.  Ο δε δόλος και απάτη που τους αποδίδουν συνδέονται με υπερχρεώσεις που προκύπτουν από τιμολόγια τα οποία, κατά

28


 

τη συνήθη πορεία των συναλλαγών, περιέρχονταν στους ίδιους τους Αιτητές και ήταν, κατ’ αρχήν, διαθέσιμα προς έλεγχο από αυτούς. Η επισήμανση αυτή δεν αναιρεί βέβαια την ήδη διαπιστωθείσα ορατή πιθανότητα της αξίωση στον περιορισμένο βαθμό που απαιτείται στο στάδιο αυτό, αλλά η φύση της απάτης που τους αποδίδεται, ως περιγράφηκε πιο πάνω, αποτελεί αναπόδραστα μέρος του πραγματικού πλαισίου εντός του οποίου αξιολογείται η επίκληση του κινδύνου, σύμφωνα και με τη νομολογία που παρατέθηκε ανωτέρω.

Η δε επιδείνωση της προσωπικής και οικογενειακής σχέσης μεταξύ του M.L. και της Καθ’ ης η αίτηση 2, όσο έντονη και αν είναι, δεν παρέχει, χωρίς περαιτέρω στοιχεία, αντικειμενικό έρεισμα από το οποίο να μπορεί να συναχθεί πραγματικός κίνδυνος ότι η περιουσία των Καθ’ ων η αίτηση θα αποξενωθεί ή θα επιβαρυνθεί κατά τρόπο που να παρεμποδίσει την ικανοποίηση ενδεχόμενης απόφασης. Εξάλλου, κατά παραδοχήν του ομνύοντος, οι εμπλεκόμενοι βρίσκονται σε διάσταση από το 2024 και, παρά ταύτα, δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία για πραγματικές ή επιχειρούμενες μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων, απόκρυψη περιουσίας, ασυνήθεις συναλλαγές, μετακινήσεις κεφαλαίων ή οποιαδήποτε άλλη συγκεκριμένη συμπεριφορά που να προσδίδει πραγματικό έρεισμα στον επικαλούμενο κίνδυνο.  Συμπεριφορά η οποία ως ήδη λέχθηκε παρότι δεν απαιτείται, εντούτοις αν υπήρχε θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει, ελλείψει άλλων στοιχείων, εύλογη πιθανότητα αποξένωσης με σκοπό ή αποτέλεσμα τη ματαίωση της εκτέλεσης μιας μελλοντικής απόφασης.

Αντιθέτως από την  ίδια τη μαρτυρία των Αιτητών και κατά παραδοχήν τους προκύπτει αφενός ότι η Καθ’ ης η αίτηση 1 είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο και αφετέρου ότι και οι δύο Καθ’ ων η αίτηση βρίσκονται σε καλή οικονομική κατάσταση και ότι ο κίνδυνος στον οποίο οι Αιτητές στηρίζουν το αίτημά τους δεν παρουσιάζεται ως άμεσος ή επικείμενος, αλλά ως ενδεχόμενος και μελλοντικός.  Και ο οποίος ως ήδη εξηγήθηκε επιχειρείται να στοιχειοθετηθεί σε πραγματικά δεδομένα, τα οποία κατά την κρίση μου δεν έχουν τη δυναμική, έστω σωρευτικά θεωρούμενα, να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι στοιχειοθετείται πραγματικός κίνδυνος αν δεν δοθεί το διάταγμα mareva, να καταστεί δυσχερής η εκτέλεση της απόφασης.   Ούτε μπορεί ως εκ της γενικότητας των προωθούμενων ισχυρισμών να αξιολογηθεί

29


 

η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί.

Η δε αναφορά ότι η περιουσία των Καθ’ ων η αίτηση «μπορεί να αποξενωθεί σταδιακά» μέχρι την εκδίκαση της αγωγής, ενισχύει την πιο πάνω κατάληξη μου, αφού ούτε αυτή ερείδεται, κατά την κρίση μου, σε συγκεκριμένα γεγονότα ή αντικειμενικά δεδομένα που να καταδεικνύουν ότι η εκτέλεση της απόφασης, στην απουσία σχετικού διατάγματος θα καταστεί δυσχερής.

Υπό το φως των ανωτέρω, δεν είμαι ικανοποιημένη ότι οι Αιτητές έχουν καταδείξει, ως προς το αιτούμενο διάταγμα αποξένωσης, ότι χωρίς την έκδοσή του θα καταστεί δύσκολη ή αδύνατη η πλήρης απονομή της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο.

Η δε θέση πως τα χρήματα που αξιώνονται αποτελούν αντικείμενο της αγωγής αφού πρόκειται για τα χρήματα που κλάπηκαν είναι, με όλο τον σεβασμό, αδόκιμη, αφού η αξίωση δεν αφορά συγκεκριμένα χρήματα που κλάπηκαν και κρατούνται σε συγκεκριμένο χώρο (π.χ. κάποιο χρηματοκιβώτιο) αλλά αυτό που ζητείται είναι αποζημιώσεις ίσες με το ύψος της ισχυριζόμενης υπεξαίρεσης/απάτης που σύμφωνα με τους Αιτητές διενεργήθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση.    Επομένως ούτε εξέταση της αίτησης υπό αυτό το πρίσμα θα μπορούσε να διαφοροποιήσει τα πράγματα

Ως εκ τούτου, η τρίτη προϋπόθεση δεν ικανοποιείται ως προς το διάταγμα απαγόρευσης αποξένωσης ή επιβάρυνσης περιουσιακών στοιχείων. Η ίδια κατάληξη αναπόφευκτα επηρεάζει και το επικουρικό αίτημα αποκάλυψης των περιουσιακών στοιχείων, το οποίο ζητείται ακριβώς προς υποβοήθηση και αποτελεσματική εφαρμογή του κύριου απαγορευτικού διατάγματος.

Καταλήγω, επομένως, ότι πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των επιμέρους θεραπειών που επιζητούν οι Αιτητές και ότι η τρίτη προϋπόθεση πληρούται μόνον σε σχέση με αιτητικό 1 που αφορά το απαγορευτικό διάταγμα και τούτο στο μέτρο που αφορά τη χρήση, επεξεργασία, διαβίβαση ή αποκάλυψη πληροφοριών και δεδομένων των Αιτητών και των πελατών τους. Και τούτο

30


 

εφόσον τυχόν συμπερίληψη στο διάταγμα και της απαγόρευσης κατοχής θα ισοδυναμούσε στην πραγματικότητα με έκδοση θετικού προστακτικού διατάγματος, χωρίς ως ήδη επεξηγήθηκε η παρούσα υπόθεση να προσφέρεται για μια τέτοια διεργασία, λαμβανομένης υπόψη και της σχετικής με το θέμα νομολογίας, αναφορά στην οποία έγινε ανωτέρω.

Εξετάζοντας τώρα κατά πόσον το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της έκδοσης εν σχέσει με το πιο πάνω μέρος του αιτητικού και πάλιν η απάντηση είναι καταφατική εφόσον η ζημιά που θα υποστούν οι Αιτητές από την ενδεχόμενη χρήση των προσωπικών τους δεδομένων ως και των δεδομένων των πελατών τους, θα είναι δύσκολο να αναστραφεί με την τυχόν έκδοση απόφασης.    Από την άλλη δεν έχει προωθηθεί κάποιος βάσιμος ή σοβαρός λόγος από την πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση ότι χρειάζονται ή δικαιούνται να χρησιμοποιούν τις πληροφορίες αυτές έτσι ώστε η πλάστιγγα να μπορεί εύλογα να θεωρηθεί ότι γέρνει προς τη δική τους πλευρά και τη μη έκδοση του διατάγματος. Ούτε και προκύπτει ότι θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά εάν το εν λόγω διάταγμα δεόντως προσαρμοσμένο εκδοθεί.

Κατάληξη

Επομένως και στη βάση των ανωτέρω εκδίδεται διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στους Εναγόμενους 1 και 2 και/ή στους αντιπροσώπους και/ή στα πρόσωπα που ενεργούν για λογαριασμό τους, μέχρι εκδίκασης της Απαίτησης ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου, να χρησιμοποιούν με οποιαδήποτε μορφή και τρόπο και/ή διαβιβάζουν και/η αποκαλύπτουν προς οποιοδήποτε νομικό ή φυσικό πρόσωπο, πληροφορίες και/ή δεδομένα που ανήκουν ή αφορούν τους Ενάγοντες ή τους πελάτες των Εναγόντων, ή αφορούν τις εργασίες των Εναγόντων ή τις εργασίες πελατών των Εναγόντων, είτε σε ηλεκτρονική ή σε άλλη μορφή, τα οποία περιήλθαν στην κατοχή ή γνώση των Εναγομένων στο πλαίσιο της συμβατικής σχέσης που αποτελεί αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας, χωρίς την προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου, με εξαίρεση την εύλογη χρήση και στην απόλυτα αναγκαία έκταση και μέτρο προς τον σκοπό υπεράσπισης στην παρούσα αγωγή.

31


 

Κατά τα λοιπά η αίτηση απορρίπτεται.

Λαμβάνοντας υπόψη τη μερική επιτυχία της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των

Αιτητών και εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 τα έξοδα ως θα

υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, μειωμένα όμως κατά το ½.

………………………………….

 Ν. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

32


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο