Αναφορικά με τoν Δημήτρη Παπαδημητρίου, Αρ. Αίτησης ΠΣΑ: 22/2025, 24/8/2026
print
Τίτλος:
Αναφορικά με τoν Δημήτρη Παπαδημητρίου, Αρ. Αίτησης ΠΣΑ: 22/2025, 24/8/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Ενώπιον : Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ.

 

Αρ. Αίτησης ΠΣΑ: 22/2025 (i-justice)

 

Αναφορικά με τον περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμο του 2015

 

-και-

 

Αναφορικά με τoν Δημήτρη Παπαδημητρίου (Α.Δ.Τ. …) από Λευκωσία

 Χρεώστη

----------------------------------------------------------------

Αίτηση ημερομηνίας 26/2/2026 εκ μέρους της

Themis Portfolio Management Holdings Limited – Πιστώτριας

 

Ημερομηνία: 24/8/2026

 

Εμφανίσεις:

Για την Αιτήτρια/Πιστώτρια: κα Μηλιώτου για Κούσιος, Κορφιώτης, Παπαχαραλάμπους ΔΕΠΕ

Για τον Καθ’ ου η αίτηση/Σύμβουλο Αφερεγγυότητας: κ. Ν. Μερακλής για Ανδρέας Μερακλής ΔΕΠΕ

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

H επίδικη αίτηση

Με την επίδικη αίτηση της, η Αιτήτρια/Πιστώτρια (στο εξής η Αιτήτρια) αιτείται:

 

« Α. Διάταγμα και/ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου, με το οποίο να ακυρώνεται η απόφαση του Συμβούλου Αφερεγγυότητας, κ. Πάρη Μαυρομμάτη, η οποία κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια στις 11/2/2026, στον βαθμό και/ή στην έκταση που αυτός δεν έκανε αποδεκτή και/ή απέρριψε τη θέση της Αιτήτριας στην Επαλήθευση Χρέους, ημερομηνίας 11/2/2026, την οποία η ως άνω Αιτήτρια υπέβαλε και/ή κατέθεσε εν σχέσει με το καθορισμένο χρέος στο Προστατευτικό Διάταγμα - το οποίο εκδόθηκε για τον ως άνω Χρεώστη στα πλαίσια της άνω Εναρκτήριας Αίτησης -, ότι δηλαδή το εξασφαλισμένο χρέος ανέρχεται στα €152.000 και το ανεξασφάλιστο χρέος στα €370,91, και/ή στον βαθμό και/ή στην έκταση που ο Σύμβουλος Αφερεγγυότητας καθόρισε το εξασφαλισμένο χρέος στα €128.000 και το ανεξασφάλιστο χρέος στα €24.370,91- ΚΑΙ/Η

 

Β. Διάταγμα και/ή απόφαση και/ή δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου, με το οποίο να ορίζεται και/ή αποφασίζεται ότι η Επαλήθευση Χρέους, ημερομηνίας 11/2/2026, την οποία η ως άνω Αιτήτρια υπέβαλε και/ή κατέθεσε στον Σύμβουλο Αφερεγγυότητας, κ. Πάρη Μαυρομμάτη, εν σχέσει με το καθορισμένο χρέος στο Προστατευτικό Διάταγμα - το οποίο εκδόθηκε για τον ως άνω Χρεώστη στα πλαίσια της ως άνω Εναρκτήριας Αίτησης -, είναι ορθή στην ολότητά της και/ή να επικυρώνεται στην ολότητά της- ΚΑΙ/Ή

 

Γ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου, διά του οποίου να διατάσσεται ο Σύμβουλος Αφερεγγυότητας, κ. Πάρης Μαυρομμάτης, να αποδεχθεί καθ’ ολοκληρία και/ή στην ολότητά της την Επαλήθευση Χρέους, ημερομηνίας 11/2/2026, την οποία η Αιτήτρια υπέβαλε και/ή κατέθεσε εν σχέσει με το καθορισμένο χρέος στο Προστατευτικό Διάταγμα για τον Χρεώστη- ΚΑΙ/Ή

 

Δ. Διάταγμα και/ή απόφαση και/ή δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου, με το οποίο να ορίζεται ότι ο ως άνω Χρεώστης, κατά την ημέρα έκδοσης του Προστατευτικού Διατάγματος στα πλαίσια της ως άνω Εναρκτήριας Αίτησης, ήταν και είναι αληθινά και δίκαια χρεωμένος στην Αιτήτρια για το συνολικό ποσό των €152.370,91, εκ του οποίου το ποσό των €152.000 αποτελεί εξασφαλισμένο χρέος και το ποσό των €370,91 αποτελεί ανεξασφάλιστο χρέος- ΚΑΙ/Η

 

Ε. Διάταγμα και/ή απόφαση και/ή δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου, διά του οποίου να ακυρώνεται η απόφαση του Συμβούλου Αφερεγγυότητας, κ. Πάρη Μαυρομμάτη, η οποία κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια στις 11/2/2026, στον βαθμό και/ή στην έκταση που αυτός βασίστηκε και/ή στηρίχθηκε στην έκθεση εκτίμησης του κ. Γιώργου Α. Μαυρέα, ημερομηνίας 2/2/2026, για τον καθορισμό της αγοραίας αξίας της περιουσίας που υπόκειται σε εξασφάλιση και/ή στον βαθμό και/ή στην έκταση που καθόρισε το εξασφαλισμένο χρέος που οφείλεται στην Αιτήτρια στα €128.000 και το ανεξασφάλιστο χρέος στα €24.370,91- ΚΑΙ/Η

 

Στ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου, διά του οποίου να διατάσσεται ο Σύμβουλος Αφερεγγυότητας, κ. Πάρης Μαυρομμάτης, όπως ετοιμάσει και/ή συντάξει τυχόν πρόταση Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωμής αναφορικά με τον ως άνω Χρεώστη, με βάση την Επαλήθευση Χρέους, ημερομηνίας 11/2/2026, την οποία η Αιτήτρια υπέβαλε και/ή κατέθεσε εν σχέσει με το καθορισμένο χρέος στο Προστατευτικό Διάταγμα για τον Χρεώστη- ΚΑΙ/Η

 

Ζ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου, διά του οποίου να διατάσσεται ο Σύμβουλος Αφεργγυότητας[1], κ. Πάρης Μαυρομμάτης, όπως ετοιμάσει και/ή συντάξει τυχόν πρόταση Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωμής αναφορικά με τον ως άνω Χρεώστη μετά που θα εξασφαλιστεί εκτίμηση της αγοραίας αξίας της περιουσίας που υπόκειται σε εξασφάλιση από ανεξάρτητο εκτιμητή που θα διορίσει το Τμήμα Αφερεγγυότητας, κατόπιν κοινού αιτήματος του Συμβούλου Αφερεγγυότητας εκ μέρους του Χρεώστη και της Αιτήτριας- ΚΑΙ/Ή

 

Η. Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου, διά της οποίας να επιλύεται η διαφωνία και/ή διαφορά, η οποία προέκυψε μεταξύ της ως άνω Αιτήτριας και του Συμβούλου Αφερεγγυότητας, κ. Πάρη Μαυρομμάτη, εν σχέσει με την Επαλήθευση Χρέους, ημερομηνίας 11/2/2026, την οποία η ως άνω Αιτήτρια υπέβαλε και/ή κατέθεσε εν σχέσει με το καθορισμένο χρέος στο Προστατευτικό Διάταγμα - το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της ως άνω Εναρκτήριας Αίτησης για τον Χρεώστη -, και/ή ειδικότερα όσον αφορά τον ορθό καθορισμό της αγοραίας αξίας της περιουσίας που υπόκειται σε εξασφάλιση και κατ’ επέκταση του ύψους του εξασφαλισμένου και του ανεξασφάλιστου χρέους που οφείλεται από τον Χρεώστη.

 

Θ. Οποιαδήποτε άλλη διαταγή ή θεραπεία ήθελε το Σεβαστό Δικαστήριο κρίνει δίκαιη και/ή εύλογη υπό τις περιστάσεις.

 

I. Έξοδα της παρούσης Αίτησης, πλέον Φ.Π.Α., πλέον έξοδα επίδοσης. »

 

Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 2, 28, 31, 32, 35, 37, 38, 39, 42, 43 (1) - (14), 44 και 48 του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου του 2015, στους Καν. 2, 3, 4, 5, 11, 16 (α) έως και (ε), στον Καν. 28 του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2016, στο άρθρο 15 του περί Συμβούλων Αφερεγγυότητας Νόμου του 2015, Ν.64(Ι)/2015, όπως τροποποιήθηκε, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48 Θ.Θ. 1-8, στη γενική πρακτική, στους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης, καθώς και στη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου.

 


Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση, προκύπτουν από την ένορκη δήλωση του Χριστόδουλου Παπαλαμπριανού, ο οποίος αναφέρει ότι είναι υπάλληλος της Themis Portfolio Management Ltd (στο εξής η Themis), η οποία είναι εξ ολοκλήρου θυγατρική της Themis Portfolio Management Holdings Ltd (στο εξής η Αιτήτρια). Η Αιτήτρια είναι εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων (Τεκμήριο 1) και έχει υποκαταστήσει ή και αντικαταστήσει την Τράπεζα Κύπρου στα δικαιώματα της που αφορούν το επίδικο καθορισμένο χρέος (Τεκμήριο 2). Δυνάμει σχετικής συμφωνίας δε, η Themis ενεργεί για λογαριασμό της Αιτήτριας και έχει αναλάβει τη διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων, συναφών συμφωνιών εξασφαλίσεων / εγγυήσεων και συναφών θεμάτων.

 

Όπως επίσης αναφέρει, έχει προσωπική γνώση των γεγονότων και είναι εξουσιοδοτημένος τόσο από την Αιτήτρια όσο και από την Themis για να προβεί στην ένορκη δήλωση.

 

Περαιτέρω, ο μάρτυρας αναφέρεται στα γεγονότα της παρούσας και εξηγεί τους λόγους που η Αιτήτρια θεωρεί ότι θα πρέπει να εγκριθεί η αίτηση.

 

Η ένσταση του Καθ’ ου η Αίτηση/Συμβούλου Αφερεγγυότητας

Ο Καθ’ ου η αίτηση/Σύμβουλος Αφερεγγυότητας (στο εξής ο Σύμβουλος) αντέδρασε στην εν λόγω αίτηση με την καταχώρηση ένστασης, προβάλλοντας 17 λόγους ένστασης.

 

Η ένσταση βασίζεται στον περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμο του 2015 (Ν.65(Ι)/2015), άρθρα 2, 28, 31, 32, 33, 35, 37, 38, 39, 40-77, στον περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2016 (5/2016), Καν. 2, 3, 4, 5, 10, 11, 15, 16-18, 22-25, 28 και 33, στο άρθρο 15 του περί Συμβούλων Αφερεγγυότητας Νόμου του 2015, Ν.64(Ι)/2015, όπως τροποποιήθηκε, στον περί Πτωχεύσεως Νόμο, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, άρθρα 23 και 26, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ. 8, Θ.2, Δ.39, Δ. 48 θ.1-9, 11, 12, Δ.57, Δ. 64, στις Γενικές και Συμφυείς Εξουσίες, στη Διακριτική Ευχέρεια του Δικαστηρίου και στην επί του θέματος Νομολογία.

Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση προκύπτουν από την ένορκη δήλωση του Συμβούλου, ο οποίος αναφέρει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα και επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης. Περαιτέρω, αναφερόμενος στα γεγονότα, εξηγεί τους λόγους που θεωρεί ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί.

 

Επιχειρηματολογία των δύο πλευρών

Οι θέσεις των δύο πλευρών περιλαμβάνονται στις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων τους, τις οποίες υιοθέτησαν κατά την ακρόαση και οι οποίες έχουν τύχει ενδελεχούς μελέτης από το Δικαστήριο, μαζί με όσα περαιτέρω ανέφεραν προφορικά. Δεν κρίνεται, ωστόσο, σκόπιμο να παρατεθούν στο παρόν στάδιο όσα αναφέρονται στις αγορεύσεις, ενώ θα γίνει αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία αυτών κατωτέρω, εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο. 

 

Εξέταση της Αίτησης-Νομική πτυχή

Έχω μελετήσει με προσοχή όλη τη μαρτυρία που ευρίσκεται ενώπιον μου, η οποία υποστηρίζει την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα και βεβαίως όσα ανέφεραν οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης εν γένει[2].

 

Κατ’ αρχάς, πριν υπεισέλθω στα επιμέρους ζητήματα που τίθενται και χρήζουν εξέτασης, σημειώνω ότι όπως προκύπτει από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο της παρούσας αποτελούν παραδεκτά και/ή μη αμφισβητούμενα γεγονότα, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

 

1.    Η Αιτήτρια είναι εταιρεία εξαγοράς πιστωτικών διευκολύνσεων, η οποία συστάθηκε νόμιμα και λειτουργεί σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, με έδρα τη Λευκωσία (Τεκμήριο 1).

 

2.   Η Themis είναι εξ ολοκλήρου θυγατρική της Αιτήτριας.

 

 

3. Δυνάμει σχετικής συμφωνίας παροχής υπηρεσιών και διαχείρισης δανείων/πιστωτικών διευκολύνσεων μεταξύ της Αιτήτριας και της Themis, η τελευταία ενεργεί για λογαριασμό της πρώτης και έχει αναλάβει τη διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων, συναφών συμφωνιών εξασφαλίσεων/ εγγυήσεων και συναφών θεμάτων. Σε αυτά περιλαμβάνεται και το επίδικο καθορισμένο χρέος που οφείλεται στην Αιτήτρια και οι συναφείς με αυτό εγγυήσεις και εξασφαλίσεις, οι οποίες έχουν μεταφερθεί από την Τράπεζα Κύπρου στην Αιτήτρια, ως αναφέρεται κατωτέρω.

 

4.  Κατ’ εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 18 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2015, Ν.169(Ι)/2015, ως έχει τροποποιηθεί, και δυνάμει των προνοιών του Σχεδίου Διακανονισμού, το οποίο επικυρώθηκε στις 4/6/2021 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στα πλαίσια της αίτησης με αρ. 320/2021, με βάση τα άρθρα 198-200 του Κεφ. 113, και το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 8/6/2021, η Τράπεζα Κύπρου μεταβίβασε στην Αιτήτρια, μεταξύ άλλων, πιστωτικές διευκολύνσεις, καθώς και τα δικαιώματα που απορρέουν από εξ αποφάσεως χρέη και τις εξασφαλίσεις/εγγυήσεις αυτών, περιλαμβανομένου και του επίδικου καθορισμένου χρέους που οφείλεται στην Αιτήτρια (Τεκμήριο 2).

 

5.  Στις 20/1/2026, η Αιτήτρια παρέλαβε, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, επιστολή του Συμβούλου ίδιας ημερομηνίας, με την οποία αυτός, μεταξύ άλλων, (α) την πληροφορούσε για την έκδοση στις 15/1/2026 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας Προστατευτικού Διατάγματος για τον Χρεώστη στα πλαίσια της ως άνω Εναρκτήριας Αίτησης, (β) διαβίβασε το εν λόγω προστατευτικό διάταγμα, και (γ) την καλούσε να επαληθεύσει τα οφειλόμενα προς αυτή χρέη (Τεκμήριο 3 - αντίγραφο της εν λόγω επιστολής ημερομηνίας 20/1/2026, μετά των συνημμένων εγγράφων, ήτοι του Προστατευτικού Διατάγματος και της ανυπόγραφης Κατάστασης Προσωπικών Οικονομικών Στοιχείων (ΚΠΟΣ) του Χρεώστη).

 

6. Όπως προκύπτει από την ΚΠΟΣ του Χρεώστη, καθώς και από τα έγγραφα του Τεκμηρίου Γ στην ένορκη δήλωση του κ. Δημήτρη Καρακατσάνη, ημερομηνίας 12/12/2025, η οποία συνόδευε τη μονομερή αίτηση του Τμήματος Αφερεγγυότητας, δυνάμει της οποίας εκδόθηκε το Προστατευτικό Διάταγμα για τον Χρεώστη, το καθορισμένο χρέος που οφείλεται στην Αιτήτρια προέκυψε από την παραχώρηση το 2017 από την Τράπεζα Κύπρου στον Χρεώστη και στην Καμέλια Μπαλάν κοινού στεγαστικού δανείου στον λογαριασμό δανείου με αρ. [ ], ο οποίος στη συνέχεια έλαβε αριθμό [ ]. Το καθορισμένο χρέος, το οποίο κατέστη οφειλόμενο και απαιτητό και εν σχέσει με το οποίο καταχωρήθηκε και εκκρεμεί η εκδίκαση της αγωγής με αρ. 2374/2020 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, εξασφαλίζεται με την Υποθήκη με αρ. Υ5293/2017 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας, την οποία η Αιτήτρια κατέχει επί του όλου διαμερίσματος με αρ. εγγραφής 0/11602, στο Πλατύ, Δήμος Αγλαντζιάς, Επαρχία Λευκωσίας (στο εξής το ενυπόθηκο ακινήτο ή η περιουσία που υπόκειται σε εξασφάλιση), το οποίο είναι ολόκληρο εγγεγραμμένο επ’ ονόματι του Χρεώστη.

 

7. Ανταποκρινόμενη στο πιο πάνω κάλεσμα του Συμβούλου, η Αιτήτρια, στις 22/1/2026, συμμορφούμενη με τις πρόνοιες του Νόμου, απέστειλε στον τελευταίο με επιστολή, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, έκθεση εκτίμησης του ενυπόθηκου ακινήτου, δηλαδή υπέβαλε προκαταρκτική εκτίμηση της αγοραίας αξίας της περιουσίας που υπόκειται σε εξασφάλιση, σύμφωνα με την οποία η αγοραία αξία του ανέρχεται στα €152.000 (Τεκμήριο 4 - αντίγραφο της εν λόγω επιστολής ημερομηνίας 22/1/2026, μαζί με την συνημμένη έκθεση εκτίμησης).

 

8.  Από εκεί και πέρα, μεταξύ των μερών ανταλλάχθηκαν διάφορα ηλεκτρονικά μηνύματα αναφορικά με την εκτίμηση του ακινήτου και την επαλήθευση του χρέους. Συγκεκριμένα:

 

- Ο Σύμβουλος, στις 26/1/2026 και ώρα 09:58, ενημέρωσε την Καθ’ ης η αίτηση ότι η εκτίμηση που έχουν παραλάβει δεν γίνεται αποδεκτή και θα προχωρήσουν στο διορισμό ανεξάρτητου εκτιμητή με βάση το άρθρο 44 (3) (β) του Νόμου.

 

- Η Καθ’ ης η αίτηση, στις 26/1/2026 και ώρα 10:03, ανέφερε στον Σύμβουλό ότι θεωρούν πως θα πρέπει να απευθυνθεί στο Τμήμα Αφερεγγυότητας για τον διορισμό ανεξάρτητου εκτιμητή όπως προβλέπεται από τη νομοθεσία και του ζητείτο να τους κοινοποιήσει τις οδηγίες που θα δώσει.

 

- Ο Σύμβουλος, στις 26/1/2026 και ώρα 10:39, απάντησε ότι θα προχωρήσουν σε διορισμό ανεξάρτητου εκτιμητή με βάση την πιο πάνω διάταξη του Νόμου.

 

- Η Καθ’ ης η αίτηση, στις 26/1/2026 και ώρα 11:04, σημείωσε ότι εξ όσων αντιλαμβάνονται ο Σύμβουλος προτίθεται να διορίσει μονομερώς εκτιμητή και όχι από κοινού με την Καθ’ ης η αίτηση και ότι μία εκτίμηση που διενεργείται μονομερώς δεν μπορεί να είναι ανεξάρτητη, οπότε επειδή υπάρχει διαφωνία σε σχέση με την προκαταρκτική εκτίμηση που τους εστάλη, η μοναδική εναλλακτική είναι η διενέργεια ανεξάρτητης εκτίμησης μέσω του Τμήματος Αφερεγγυότητας. Περαιτέρω, καλούσε τον Σύμβουλο να διευκρινίσει τις προθέσεις του μέχρι τις 27/1/26 και σε περίπτωση που επιλέξει να προχωρήσει σε διορισμό εκτιμητή μονομερώς, και προκειμένου η Καθ’ ης η αίτηση να είναι εντός του χρονοδιαγράμματος που προβλέπεται από τη νομοθεσία, τον ενημέρωναν ότι θα προχωρήσουν στην ετοιμασία της επαλήθευσης χρέους με βάση την προκαταρτική εκτίμηση που του έχουν αποστείλει.

 

- Ο Σύμβουλος, στις 26/1/2026 και ώρα 11:56, απάντησε στο ηλεκτρονικό μήνυμα της Καθ’ ης η αίτηση ανωτέρω, ενημερώνοντας ότι ήδη έχει διορίσει εκτιμητή για να επιθεωρήσει το ακίνητο, ώστε να ετοιμαστεί εκτίμηση και ότι η εν λόγω ενέργεια του συνάδει πλήρως με τη νομοθεσία (άρθρο 44 (3) (β) του Νόμου).

 

-  Ακολούθως, στις 3/2/2026 και ώρα 10:09, ο Σύμβουλος κοινοποίησε στην Καθ’ ης η αίτηση την έκθεση εκτίμησης που ετοιμάστηκε από τον εκτιμητή Γ. Μαυρέα  (Α. Ν. Μαυρέας Λτδ) αναφορικά με το ενυπόθηκο ακίνητο. Σύμφωνα με την εν λόγω έκθεση εκτίμησης, η αγοραία αξία του ακινήτου καθορίστηκε σε €128.000.

 

-  Η Καθ’ ης η αίτηση, στις 11/2/2026 και ώρα 14:23, απέστειλε στον Σύμβουλο τις επαληθεύσεις χρέους για τον Χρεώστη και τη σύζυγο του. Όσον αφορά τον Χρεώστη, το χρέος καθορίστηκε σε ποσό €152.370,91, πλέον τόκους και έξοδα, εκ του οποίου ποσό €152.000 σημειώθηκε ως εξασφαλισμένο, ενώ ποσό €370,91 ως μη εξασφαλισμένο.

 

- Την ίδια ημέρα, ήτοι στις 11/2/2026 και ώρα 16:03, ο Σύμβουλος ενημέρωσε την Καθ’ ης η αίτηση ότι η επαλήθευση χρέους της συζύγου του Χρεώστη γίνεται αποδεκτή, όπως επίσης αποδεκτό γίνεται και το υπόλοιπο της οφειλής αναφορικά με τον Χρεώστη. Όμως δήλωνε τη διαφωνία του ως προς τον καταμερισμό του χρέους του Χρεώστη σε εξασφαλισμένο και μη εξασφαλισμένο. Περαιτέρω, τους επεσήμανε ότι όπως τους ενημέρωσαν δεν ήταν αποδεκτή η εκτίμηση που είχαν αποστείλει, η οποία έγινε από μέρους τους πριν εννιά χρόνια, ήτοι στις 3/4/2017, και δεν παρουσίαζε τη σημερινή αξία του διαμερίσματος και θα διόριζαν ανεξάρτητο εκτιμητή ώστε να έχουν την πρόσφατη αγοραία αξία του διαμερίσματος. Ως εκ τούτου, σημείωνε ότι το εξασφαλισμένο χρέος θα πρέπει να καθοριστεί στις €128.000 (αγοραία αξία της πρόσφατης εκτίμησης του Μαυρέα ανωτέρω) και το μη εξασφαλισμένο χρέος θα πρέπει να καθοριστεί στις €24.370,91.

 

-  Η Καθ’ ης η αίτηση στο μήνυμα της ημερομηνίας 12/2/2026 και ώρα 10:56, αναφερόμενη στην επαλήθευση χρέους και στο μήνυμα του Συμβούλου ανωτέρω, ουσιαστικά επαναλαμβάνει τη θέση της ως προς τον διορισμό του εκτιμητή και για την εκτίμηση που τους έχει αποσταλεί και επισημαίνει ότι μια εκτίμηση μέσω του Τμήματος Αφερεγγυότητας θα διασφάλιζε μεγαλύτερη αντικειμενικότητα.

 

-  O Σύμβουλος, απαντώντας στο πιο πάνω μήνυμα την ίδια μέρα, ήτοι στις 12/2/2026 και ώρα 12:27, μεταξύ άλλων, καλεί την Καθ’ ης η αίτηση εφόσον αμφισβητεί την πρόσφατη εκτίμηση να αποταθεί στο Δικαστήριο για να κρίνει ανάλογα.

 

(Όλη η σχετική αλληλογραφία περιλαμβάνεται στα Τεκμήρια 4-8 της Αίτησης, καθώς και στο Τεκμήριο Α της ένστασης).

 

Με αυτά υπόψη, έρχομαι στο ουσιώδες ζήτημα που τίθεται προς επίλυση και δη στην επιλογή του Συμβούλου να μην αποδεχθεί την προκαταρτική εκτίμηση που του στάλθηκε από την Καθ’ ης η αίτηση και να προχωρήσει ο ίδιος στον διορισμό ανεξάρτητου εκτιμητή. Η επίλυση του ζητήματος αυτού θα κρίνει και τη διαφωνία που προέκυψε μεταξύ της Αιτήτριας και του Συμβούλου ως προς την επαλήθευση του χρέους, καθώς η συμπλήρωση της από μέρους της Καθ’ ης η αίτηση και ο καθορισμός του εξασφαλισμένου και του μη εξασφαλισμένου μέρους του χρέους βασίστηκαν ακριβώς στην εκτίμηση που ετοιμάστηκε για λογαριασμό της, ενώ η διαφωνία του Συμβούλου ως προς τον καταμερισμό του χρέους του Χρεώστη σε εξασφαλισμένο και μη εξασφαλισμένο βασίστηκε στην εκτίμηση που ετοιμάστηκε με τις οδηγίες του.

 

Σύμφωνα με τον Παπαλαμπριανού «.. αφ’ ης στιγμής δεν έγινε αποδεκτή η προκαταρκτική εκτίμηση που η Αιτήτρια υπέβαλε, τότε θα έπρεπε ο Σύμβουλος Αφερεγγυότητας να αποταθεί από κοινού με την Αιτήτρια στο Τμήμα Αφερεγγυότητας για τον διορισμό ανεξάρτητου εκτιμητή.»  Είναι περαιτέρω η θέση του ότι ο Σύμβουλος αγνόησε την Αιτήτρια, όταν η τελευταία ζήτησε να αποταθούν από κοινού στο Τμήμα Αφερεγγυότητας για το διορισμό ανεξάρτητου εκτιμητή και ότι η ενέργεια του «να προχωρήσει και να διορίσει από μόνος του δήθεν «ανεξάρτητο εκτιμητή» είναι αυθαίρετη, παράνομη και παράτυπη», καθώς και ότι «.. επέλεξε ετσιθελικά, εις βάρος των δικαιωμάτων και συμφερόντων της Αιτήτριας, να αγνοήσει ή έστω να παρερμηνεύσει τις ξεκάθαρες σχετικές νομοθετικές διατάξεις, σύμφωνα με τις οποίες η αγοραία αξία της περιουσίας που υπόκειται σε εξασφάλιση καθορίζεται σε συμφωνία μεταξύ του Συμβούλου Αφερεγγυότητας εκ μέρους του Χρεώστη, του σχετικού εξασφαλισμένου πιστωτή (στην προκειμένη περίπτωση της Αιτήτριας), και οποιουδήποτε εγγυητή (όπου αυτό εφαρμόζεται), σύμφωνα με τη διαδικασία που το Άρθρο 44 του Νόμου διαλαμβάνει.»

 

Τέλος, ισχυρίζεται ότι η εκτίμηση εξασφαλίστηκε από τον Σύμβουλο «..αυθαίρετα, παράνομα και παράτυπα …, καθώς και με πλήρη παραγνώριση του καθήκοντος του να ενεργεί με ακεραιότητα και αντικειμενικότητα, αναμφίβολα δεν είναι δεσμευτική, μεταξύ άλλων, για την Αιτήτρια.»

 

Από την άλλη πλευρά, ο Σύμβουλος αρνείται τους πιο πάνω ισχυρισμούς του Παπαλαμπριανού και παραπέμποντας στο άρθρο 44(3) του Νόμου, προβάλλει τη θέση ότι η εν λόγω διάταξη δεν επιβάλλει υποχρεωτική προσφυγή στην Υπηρεσία Αφερεγγυότητας και ότι «..ο διορισμός ανεξάρτητου εκτιμητή δυνάμει του άρθρου 44(3)(β) δεν προϋποθέτει τη συγκατάθεση του εξασφαλισμένου πιστωτή, αλλά ενεργοποιείται ακριβώς σε συνθήκες διαφωνίας ως προς την προκαταρκτική εκτίμηση. Το άρθρο 44 στην ουσία λειτουργεί ως μηχανισμός επίλυσης διαφωνίας. Αν απαιτείτο συναίνεση του πιστωτή τότε η διαδικασία θα μπορούσε να μπλοκαριστεί μονομερώς και/ή ακυρωνόταν ο σκοπός του Νόμου, δηλαδή η προώθηση του ΠΣΑ. Στην ουσία ο νόμος δημιουργήθηκε με σκοπό να επιτρέπει στο σύμβουλο αφερεγγυότητας, να προχωρήσει σε εκτίμηση χωρίς να εξαρτάται από τον πιστωτή, στην προκειμένη στην Αιτήτρια.»

 

Η θέση του Συμβούλου είναι ουσιαστικά ότι μπορούσε να διορίσει ανεξάρτητο εκτιμητή, χωρίς τη συγκατάθεση της πιστώτριας, εφόσον διαφώνησε με την προκαταρτική εκτίμηση της τελευταίας.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 43 (9) (10) του Ν. 65(Ι)/2015 (στο εξής ο Νόμος):

 

« Επαλήθευση χρεών

….

(9) Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ του συμβούλου αφερεγγυότητας και οποιουδήποτε καθορισμένου πιστωτή ή όπου αυτό εφαρμόζεται, οποιουδήποτε εγγυητή, αναφορικά με την επαλήθευση οποιουδήποτε χρέους, αρμόδιο να αποφασίσει είναι το δικαστήριο, μετά από αίτηση είτε του συμβούλου αφερεγγυότητας είτε του σχετικού πιστωτή, είτε όπου αυτό εφαρμόζεται, οποιουδήποτε εγγυητή που καταχωρείται εντός δεκαπέντε (15) ημερών το αργότερο από την απόφαση του συμβούλου αφερεγγυότητας δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (8).

 

(10) Το δικαστήριο ενώπιον του οποίου καταχωρίζεται αίτηση δυνάμει του εδαφίου (9), επιλαμβάνεται της υπόθεσης το συντομότερο δυνατό και αποφασίζει κατά πόσο θα επικυρώσει ή θα ακυρώσει την απόφαση του συμβούλου αφερεγγυότητας ή κατά πόσο θα διαφοροποιήσει την απόφαση του συμβούλου αφερεγγυότητας ως προς την επαλήθευση χρέους και η απόφαση του δικαστηρίου θεωρείται δεσμευτική και τελεσίδικη.»

 

Το άρθρο 44 του Νόμου δε, προνοεί τα ακόλουθα:

 

« Εκτίμηση της περιουσίας που υπόκειται σε εξασφάλιση

 

44.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, η αξία της περιουσίας που υπόκειται σε εξασφάλιση, για τους σκοπούς του παρόντος Κεφαλαίου, είναι η αγοραία αξία της εν λόγω περιουσίας, η οποία καθορίζεται σε συμφωνία μεταξύ του συμβούλου αφερεγγυότητας εκ μέρους του χρεώστη του σχετικού εξασφαλισμένου καθορισμένου πιστωτή και οποιοδήποτε εγγυητή, όπου αυτό εφαρμόζεται, σύμφωνα με τη διαδικασία του παρόντος άρθρου.

 

(2) Εξασφαλισμένος καθορισμένος πιστωτής εντός είκοσι (20) ημερών από την παραλαβή της ειδοποίησης του συμβούλου αφερεγγυότητας δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 42, υποβάλλει στο σύμβουλο αφερεγγυότητας προκαταρκτική εκτίμηση της αγοραίας αξίας της περιουσίας που υπόκειται σε εξασφάλιση.

 

(3) Το αργότερο εντός δέκα (10) ημερών από την ημέρα υποβολής της προκαταρτικής εκτίμησης από τον πιστωτή δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (2), ο σύμβουλος αφερεγγυότητας εκ μέρους του χρεώστη και όπου αυτό εφαρμόζεται ο εγγυητής είτε-

 

(α) συμφωνούν μεταξύ τους και με τον καθορισμένο πιστωτή ως προς την αγοραία αξία της περιουσίας και σε τέτοια περίπτωση η εν λόγω εκτίμηση είναι δεσμευτική για όλους· είτε

 

(β) διορίζουν ανεξάρτητο εκτιμητή· είτε

 

(γ) αποτείνονται στην Υπηρεσία Αφερεγγυότητας για να διορίσει η ίδια ανεξάρτητο εκτιμητή.

 

(4) Ανεξάρτητος εκτιμητής, ο οποίος διορίζεται είτε δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (β), είτε δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (γ) του εδαφίου (3), καθορίζει το αργότερο εντός δέκα (10) ημερών από το διορισμό του, την αγοραία αξία της περιουσίας που υπόκειται σε εξασφάλιση και η εκτίμηση που γίνεται από τον εν λόγω εκτιμητή θα είναι δεσμευτική για το χρεώστη, τον σύμβουλο αφερεγγυότητας, τον εξασφαλισμένο πιστωτή και όπου αυτό εφαρμόζεται, τον εγγυητή.

 

(5) Τα έξοδα της εκτίμησης που γίνεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (4), καταβάλλονται κατ' αναλογίαν από τον εξασφαλισμένο καθορισμένο πιστωτή, το συμβουλο αφερεγγυότητας εκ μέρους του χρεώστη και όπου αυτό εφαρμόζεται, τον εγγυητή:

 

Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο σύμβουλος αφερεγγυότητας εκ μέρους του χρεώστη ή όπου αυτό εφαρμόζεται, ο εγγυητής, αποδέχεται την προκαταρτική εκτίμηση της αγοραίας αξίας της εξασφάλισης που υποβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (2) από τον εξασφαλισμένο καθορισμένο πιστωτή, εξαιρείται από την υποχρέωση καταβολής εξόδων των εκτιμήσεων:

 

Νοείται περαιτέρω ότι, τα έξοδα που καταβάλλονται από το σύμβουλο αφερεγγυότητας δυνάμει των διατάξεων του παρόντος εδαφίου, θεωρούνται ως δαπάνες στο πλαίσιο του Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωμής.

 

(6) Για σκοπούς του παρόντος άρθρου-

 

«εκτιμητής» σημαίνει αδειούχο εκτιμητή, ο οποίος είναι εγγεγραμμένο μέλος στο Μητρώο Μελών του Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου δυνάμει των διατάξεων του περί Επιστημονικού Επιμελητηρίου Κύπρου Νόμου.

 

«αγοραία αξία» σημαίνει το ποσό, το οποίο η περιουσία αναμένεται να αποφέρει εάν διατίθετο στην ελεύθερη αγορά από πωλητή που ενεργεί εκούσια, σε αγοραστή που ενεργεί εκούσια.  »

 

Όπως έχει αναγνωριστεί, ο Νόμος αντλεί την προέλευση του από την ιρλανδική νομοθεσία (Personal Insolvency Act 2012)[3]. Εντούτοις, παρατηρείται ουσιώδης διαφοροποίηση του άρθρου 44 του Νόμου σε σχέση με το αντίστοιχο s.105 του ιρλανδικού νόμου.

 

Παρενθετικά, σημειώνεται ότι από την έρευνα του Δικαστηρίου στα Revised Acts της Irish Law Reform Commission, διαπιστώνεται ότι το εν λόγω άρθρο δεν έχει δεχτεί τροποποιήσεις μετά τη θέσπιση του Personal Insolvency Act 2012. 

 

Παραθέτω τα τέσσερα πρώτα εδάφια του s.105:

 

« 105.— (1) Subject to the provisions of this section the value of security in respect of secured debt for the purposes of this Chapter shall be the market value of the security determined by agreement between the personal insolvency practitioner, the debtor and the relevant secured creditor.

 

(2) Where the personal insolvency practitioner does not accept a secured creditor’s estimate of the value, if any, of the security furnished by the secured creditor under section 102, the debtor, the personal insolvency practitioner and the secured creditor shall in good faith endeavour to agree the market value for the security having regard to any matter relevant to the valuation of security, including the matters specified in subsection (5).

 

(3) In the absence of agreement as to the value of the security, the personal insolvency practitioner, the debtor and the relevant secured creditor shall appoint an appropriate independent expert to determine the market value for the security having regard to any matter relevant to the valuation of security, including the matters specified in subsection (5).

(4) Where the personal insolvency practitioner, the debtor and the secured creditor are unable to agree as to the independent expert to be appointed under subsection (3) the issue may be referred by any of them to the Insolvency Service which shall appoint such independent expert as it considers appropriate to determine the market value of the security concerned having regard to any matter relevant to the valuation of security, including the matters specified in subsection (5), and the valuation carried out by such expert shall be binding on the personal insolvency practitioner, the debtor and the secured creditor concerned.»

 

Από απλή μελέτη του s.105 προκύπτει ότι αυτό είναι αναμφίβολα σαφέστερο από το άρθρο 44, το οποίο φρονώ ότι αν ήταν διατυπωμένο με παρόμοιο τρόπο, θα μπορούσε ενδεχομένως να αποτρέψει την όποια διαφωνία των μερών στην παρούσα.

 

Η υπόθεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Ιρλανδίας Re: McDonnell, a debtor [2017] IEHC 437[4], ημερομηνίας 3/7/2017, πραγματεύεται παρόμοιο ζήτημα με αυτό της παρούσας υπόθεσης και δη τη διαδικασία διορισμού ανεξάρτητου εκτιμητή, στη βάση του s.105 ανωτέρω. Τα γεγονότα της υπόθεσης ήταν εν συντομία τα ακόλουθα. Η εξασφαλισμένη πιστώτρια, Start Mortgages, είχε εκτιμήσει το ακίνητο στις €230.000. Ο Personal Insolvency Practitioner (PIP) δεν αποδέχθηκε την εκτίμηση. Αντί να ολοκληρωθεί η διαδικασία επιλογής ανεξάρτητου εκτιμητή μεταξύ των μερών, ο PIP απευθύνθηκε στο Insolvency Service of Ireland, το οποίο διόρισε εκτιμητή και προέκυψε αξία €180.000. Η πιστώτρια αμφισβήτησε τη νομιμότητα της διαδικασίας.

 

Το Δικαστήριο αντιμετώπισε το s.105 ως διαδοχική διαδικασία τεσσάρων σταδίων, ήτοι:

 

1.   επιδιώκεται συμφωνία ως προς την αγοραία αξία,

2.   αν δεν υπάρχει συμφωνία, τα μέρη οφείλουν καλόπιστα να προσπαθήσουν να συμφωνήσουν,

3.   αν εξακολουθεί να μην υπάρχει συμφωνία ως προς την αξία, τα μέρη επιχειρούν να συμφωνήσουν στον ανεξάρτητο εκτιμητή,

4.   μόνον εάν δεν μπορούν να συμφωνήσουν ως προς το πρόσωπο του ανεξάρτητου εκτιμητή, ενεργοποιείται η διαδικασία διορισμού από το Insolvency Service.

 

Μάλιστα, κρίθηκε ότι οι απαιτήσεις αυτές είναι mandatory και όχι directory.

 

Αποφασίστηκε εν τέλει ότι ο PIP είχε μεταβεί πρόωρα στο τελευταίο στάδιο χωρίς να εξαντλήσει το προηγούμενο στάδιο της προσπάθειας συμφωνίας επί του προσώπου του εκτιμητή. Ως αποτέλεσμα, η εκτίμηση που προέκυψε δεν μπορούσε να θεωρηθεί δεσμευτική για τους σκοπούς της διαδικασίας.

 

Παρενθετικά, επισημαίνεται ότι η αξία της McDonnell ανωτέρω για την παρούσα δεν έγκειται στην ερμηνεία του άρθρου 44, αλλά στην ανάδειξη της ουσιώδους διαφοροποίησης μεταξύ των δύο νομοθετικών κειμένων.

 

Το εδάφιο 3 του άρθρου 44 του Νόμου, αντίθετα, λέει:  «ο σύμβουλος αφερεγγυότητας εκ μέρους του χρεώστη και όπου αυτό εφαρμόζεται ο εγγυητής είτε [..] είτε (β) διορίζουν ανεξάρτητο εκτιμητή..» 

 

Δεν κατονομάζει δηλαδή τον πιστωτή ως υποκείμενο στο σημείο (β).

 

Από την έρευνα του Δικαστηρίου προέκυψε ότι η ίδια σχεδόν διατύπωση που υπάρχει στο άρθρο 44 του Νόμου, υπάρχει και στο άρθρο 37Α του περί Πτωχεύσεως νόμου, Κεφ.5:

 

«..ο Επίσημος Παραλήπτης ή ο διαχειριστής και, όπου εφαρμόζεται, ο εγγυητής:

 

(α) Συμφωνούν μεταξύ τους και με τον πιστωτή ως προς την αξία της περιουσίας που υπόκειται σε εξασφάλιση, και σε τέτοια περίπτωση η εν λόγω εκτίμηση είναι δεσμευτική για όλους· ή

 

(β) διορίζουν ανεξάρτητο εκτιμητή· ή

 

(γ) αποτείνονται στην Υπηρεσία Αφερεγγυότητας για να διορίσει η ίδια ανεξάρτητο εκτιμητή. »

Ανάλογη επίσης διατύπωση εντοπίζεται και στο άρθρο 202ΚΖ[5] (23) του Κεφ.113, το οποίο εμπίπτει στο Μέρος IVA του νόμου (Διορισμός Εξεταστή):

 

« ..ο εξεταστής, η εταιρεία και, όπου εφαρμόζεται, ο εγγυητής είτε:

 

(ί) συμφωνούν μεταξύ τους και με τον πιστωτή ως προς την αγοραία αξία της περιουσίας και σε τέτοια περίπτωση η εν λόγω εκτίμηση είναι δεσμευτική για όλους είτε

 

(ίi) διορίζουν ανεξάρτητο εκτιμητή είτε

 

(ίίί) αποτείνονται στην Υπηρεσία Αφερεγγυότητας για να διορίσει η ίδια ανεξάρτητο εκτιμητή.»

 

Παρόμοια διάταξη συναντούμε όμως και στο άρθρο 251Α του Κεφ.113, το οποίο αφορά εκκαθαρίσεις εταιρειών.

 

Εν πάση περιπτώσει, από τα πιο πάνω καταδεικνύεται ότι η συγκεκριμένη διάταξη επαναλαμβάνεται σε διάφορετικά κυπριακά νομοθετήματα περί αφερεγγυότητας. Η επανάληψη δε της ίδιας νομοθετικής δομής ενισχύει την αντίληψη ότι η παράλειψη αναφοράς του πιστωτή ως συμμετέχοντος στον διορισμό του ανεξάρτητου εκτιμητή δεν αποτελεί μεμονωμένη νομοτεχνική αστοχία του άρθρου 44.

 

Σε κάθε περίπτωση, ως προς την επίδικη νομοθεσία, είναι σαφές ότι η διατύπωση που επέλεξε ο Κύπριος νομοθέτης διαφοροποιείται ουσιωδώς από εκείνη του αντίστοιχου ιρλανδικού νομοθετήματος.

 

Ως προς το ζήτημα της ερμηνείας Νόμων, παραθέτω απόσπασμα από την υπόθεση Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ v. Γιώργου Παντέλα, Πολ. Έφ. Αρ.159/2021, ημερομηνίας 1/12/2023:

 

« Μια από τις προεξάρχουσες υποθέσεις επί του ζητήματος της ερμηνείας Νόμων είναι η Southfields Industries Ltd v. Δήμου Λευκωσίας [1995] 3 Α.Α.Δ. 59, 64 (απόφαση ολομέλειας) στην οποία λέχθηκαν τα εξής:

«Σκοπός της ερμηνείας του νόμου είναι η ανεύρεση της πρόθεσης του νομοθέτη. Όπου το λεκτικό της διάταξης είναι σαφές, το Δικαστήριο την ερμηνεύει με βάση τη φυσική και συνήθη έννοια των λέξεων. Οι λέξεις σ' ένα νομοθέτημα γενικά ερμηνεύονται με τη συνήθη τους σημασία, αλλά και με βάση τα συμφραζόμενα, έχοντας δε υπόψη το αντικείμενο και το σκοπό του νόμου.»

 

Στην υπόθεση Τ. Γεωργιάδης & Υιός Λτδ ν. Δημοκρατίας (1991) 4 Α.Α.Δ. 1142  λέχθηκε ότι οι Νόμοι πρέπει να ερμηνεύονται σύμφωνα με το απλό γραμματικό και κατά κυριολεξία νόημα των λέξεων εκτός όπου αυτό είναι σε αντίθεση με οποιαδήποτε ρητή πρόθεση ή δηλωμένο σκοπό του Νόμου ή αν αυτό το νόημα θα οδηγούσε σε παράλογο αποτέλεσμα (βλ. επίσης Marabou Floating Restaurant Ltd v. Council of Ministers (1973) 3 C.L.R. 397, Argolis Estate Ltd v. Minister of Finance & Another (1977) 3 C.L.R. 441, 450, Georghiou Real Estate Co. Ltd v. R. (1978) 3 C.L.R. 45, 46, Haris Theodorides v. The Central Bank of Cyprus (1985) 3 C.L.R. 721, 722 και Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ κ.α. ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερμασόγειας (1998) 3 Α.Α.Δ. 348).

Παρομοίως στην υπόθεση Νικολάου ν. Total Properties Ltd κ.α. (2011) 1 Α.Α.Δ. 1358 λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Συνιστά πάγια νομολογιακή αρχή ότι εκεί όπου το λεκτικό του Νόμου είναι σαφές, τότε για σκοπούς διακρίβωσης του πραγματικού σκοπού του νομοθέτη, το μόνο αυθεντικό οδηγό αποτελεί το κείμενο του νόμου. Στις λέξεις θα πρέπει να αποδίδεται η φυσική και συνήθης έννοια τους και τα δικαστήρια οφείλουν να καταστήσουν το νόμο αποτελεσματικό, οποιεσδήποτε και αν είναι οι συνέπειες. Όπως πολύ εύστοχα λέχθηκε στην υπόθεση Ghalanos Distributors Ltd v Δημοκρατίας (2002) 3 Α.Α.Δ. 528,  στη σελ. 533, «Το Δικαστήριο δεν κρίνει την πολιτική του Νόμου ούτε επιχειρεί με ερμηνευτικά μέσα να δώσει σοφότερη ή δικαιότερη λύση ή ακόμα πιο επιθυμητή από αυτήν που προβλέπει η διάταξη». (βλ. επίσης, Κ.Ο.Τ. v. Παπαδόπουλου (1990) 2 Α.Α.Δ. 86, Μακεδόνας v. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 162, Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ. κ.ά. v. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερμασόγειας (1998) 3 Α.Α.Δ. 348).»

 

Τέλος, στην υπόθεση Marios Nikolaou Developers Ltd κ.α., Πολιτική Αίτηση Αρ. 101/2018, ημερομηνίας 14.08.2018, ECLI:CY:AD:2018:D378 επισημαίνονται τα ακόλουθα:

«Είναι νομολογιακά γνωστό ότι βασικό κριτήριο για την ερμηνεία ενός νομοθετήματος αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων.  Εκεί όπου οι πρόνοιες της νομοθεσίας είναι σαφείς στις λέξεις θα πρέπει να δίδεται η γραμματική τους έννοια.  Κεντρική επιδίωξη και στόχος του ερμηνευτικού έργου του Δικαστηρίου είναι η διακρίβωση της [αντικειμενικής] πρόθεσης του νομοθέτη που είναι και το μόνο ζητούμενο (βλ. Κωμοδρόμος ν. White Knight Holdings (2010) 1 A.Α.Δ. 1903).»

 

Συναφώς, το Δικαστήριο δεν θα επιχειρήσει στην παρούσα να δώσει σοφότερη ή δικαιότερη ή πιο επιθυμητή λύση από αυτήν που προβλέπει η διάταξη. Η διαφορετική νομοθετική ρύθμιση που υιοθετήθηκε στην Ιρλανδία δεν παρέχει έρεισμα για απόδοση στο άρθρο 44 περιεχομένου που δεν προκύπτει από το ίδιο το λεκτικό του.

 

Εν προκειμένω, υπό το φως των πιο πάνω, η ορθή ερμηνεία του εδαφίου (3) του άρθρου 44 προκύπτει, κατά την κρίση μου, από το ίδιο το λεκτικό και τη δομή της διάταξης.

 

Εφόσον δεν υπάρχει συμφωνία ως προς την προκαταρτική εκτίμηση, το εδάφιο (3) προβλέπει διαζευκτικά τρεις δυνατότητες. Ο διορισμός ανεξάρτητου εκτιμητή, στον οποίο προχώρησε ο Σύμβουλος, αποτελεί μία από αυτές και, για τους λόγους που εξηγούνται κατωτέρω, δεν προϋποθέτει τη συγκατάθεση του εξασφαλισμένου πιστωτή. Η προσφυγή στην Υπηρεσία Αφερεγγυότητας αποτελούσε διαφορετική δυνατότητα που παρείχε η διάταξη και όχι υποχρεωτική διαδικασία σε περίπτωση διαφωνίας.

 

Δεν διέλαθε την προσοχή μου ότι σύμφωνα με το εδάφιο 1 του άρθρου 44 «..η αξία της περιουσίας που υπόκειται σε εξασφάλιση, για τους σκοπούς του παρόντος Κεφαλαίου, είναι η αγοραία αξία της εν λόγω περιουσίας, η οποία καθορίζεται σε συμφωνία μεταξύ του συμβούλου αφερεγγυότητας εκ μέρους του χρεώστη του σχετικού εξασφαλισμένου καθορισμένου πιστωτή και οποιοδήποτε εγγυητή, όπου αυτό εφαρμόζεται, σύμφωνα με τη διαδικασία του παρόντος άρθρου».

(έμφαση δοθείσα)

 

Ως εκ της αναφοράς στο εδάφιο ανωτέρω ότι η αξία καθορίζεται σε συμφωνία μεταξύ όλων των μερών, εκ πρώτης γίνεται κατανοητή η θέση της πλευράς της Αιτήτριας, η οποία εισηγείται ότι το εδάφιο 3 θα πρέπει να αναγνωσθεί συνδυαστικά με το εδάφιο 1.

 

Από την άλλη όμως, είναι σαφές από την τελευταία φράση «σύμφωνα με τη διαδικασία του παρόντος άρθρου», ότι η ίδια η διάταξη παραπέμπει στη διαδικασία ολόκληρου του άρθρου, την οποία εξειδικεύουν τα εδάφια (2)-(4). Επομένως η γενική αναφορά σε συμφωνία δεν μπορεί να διαβαστεί κατά τρόπο που να εξουδετερώνει τις αυτοτελείς εναλλακτικές του εδαφίου (3).

 

Και ακριβώς, μετά την υποβολή της προκαταρτικής εκτίμησης από τον πιστωτή, «ο σύμβουλος εκ μέρους του χρεώστη και όπου αυτό εφαρμόζεται ο εγγυητής είτε…».

 

Επαναλαμβάνω ότι ο νομοθέτης δεν κατονομάζει τον πιστωτή ως υποκείμενο στο σημείο (β). Όπου ήθελε να καταστήσει αναγκαία τη συμμετοχή του, το είπε ρητά. Πιο συγκεκριμένα στο σημείο (α) αναφέρεται ρητά «..και με τον καθορισμένο πιστωτή..». Δεν επανέλαβε τον πιστωτή στα σημεία (β) και (γ).

 

Ούτε το γεγονός ότι η λέξη «διορίζουν» βρίσκεται σε πληθυντικό συνεπάγεται ότι στο υποκείμενο της διάταξης περιλαμβάνεται και ο πιστωτής. Η χρήση του πληθυντικού συναρτάται με την προηγηθείσα αναφορά στον Σύμβουλο και, όπου αυτό εφαρμόζεται, στον εγγυητή.

 

Αφ' ης στιγμής λοιπόν ο διορισμός του ανεξάρτητου εκτιμητή έγινε εντός του πλαισίου του άρθρου 44(3)(β), η εκτίμηση που προέκυψε ήταν, δυνάμει του εδαφίου (4), δεσμευτική και για την Αιτήτρια. Κατά συνέπεια, η απόφαση του Συμβούλου στη συνέχεια, αφού έλαβε την εκτίμηση που ζήτησε, να καθορίσει το εξασφαλισμένο χρέος στο ποσό των €128.000.-, το οποίο αντιστοιχεί στην αγοραία αξία της περιουσίας με βάση την έκθεση του εκτιμητή, και αντίστοιχα το ανεξασφάλιστο στο ποσό των €24.370,91, ελέγχεται ως ορθή.

 

 

Υπό τις περιστάσεις, έχοντας αποφανθεί επί της ουσίας της αίτησης, παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων ένστασης του Συμβούλου, στον βαθμό που αυτοί δεν έχουν ήδη εξεταστεί ανωτέρω.

 

Κατάληξη

Υπό το φως όλων των ανωτέρω, η αίτηση απορρίπτεται.

 

Τα έξοδα της αίτησης €2.500.-, συμπεριλαμβανομένων ΦΠΑ και πραγματικών εξόδων, επιδικάζονται υπέρ του Καθ’ ου η αίτηση/Συμβούλου και εναντίον της Αιτήτριας/Πιστώτριας.                                     

 

 

                                                            (Υπ.) ……………..………………..

                                                                              Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ.

 

Πιστόν Αντίγραφον

 

Πρωτοκολλητής



[1] Sic.

[2] Ως προς τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να αντλήσει πληροφόρηση από τον φάκελο της υπόθεσης βλ. Κύπρος Γεωργίου v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ (Αρ. 2) (1999) 1 ΑΑΔ 1938.

[3] βλέπε και Hellenic Public Company Limited v. Δημητράκη Αναστασίου, Πολ.Έφ. Ε129/22, ημερ.18/1/2024. 

[4] High Court Record Number: 2017 115 CA.

[5] Διατάξεις αναφορικά με εγγυήσεις και εκτίμηση της περιουσίας που υπόκειται σε εξασφάλιση.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο