ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον : Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ.
Αρ. Αίτησης ΠΣΑ: 7/2025 (i-justice)
Αναφορικά με τον περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμο του 2015.
Αναφορικά με τoν Αρίσταρχο Κοτίδη (Α.Δ.Τ. …) από Λευκωσία, Χρεώστης.
----------------------------------------------------------------
Αίτηση ημερ.22/1/2026 για ακύρωση και/ή παραμερισμό του διατάγματος επιβολής ημερ.30/12/2025, δια του οποίου επιβλήθηκε στην Αιτήτρια/Πιστώτρια το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής σε σχέση με τον Χρεώστη, καθώς και του προστατευτικού διατάγματος ημερ. 29/4/2025.
Ημερομηνία: 31/7/2026
Εμφανίσεις:
Για την Αιτήτρια/Πιστώτρια: κ. Σ. Στεφάνου για Πανάγος & Πανάγος ΔΕΠΕ
Για τον Καθ’ ου η αίτηση/Χρεώστη: κα Α. Χαραλάμπους για Αργυρώ Σ. Χαραλάμπους ΔΕΠΕ
Α Π Ο Φ Α Σ Η
H επίδικη αίτηση
Με την επίδικη αίτηση της, η Αιτήτρια/Πιστώτρια (στο εξής η Αιτήτρια) ζητά την ακύρωση και/ή παραμερισμό του διατάγματος επιβολής ημερ.30/12/2025, δια του οποίου της επιβλήθηκε το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής σε σχέση με τον Χρεώστη, καθώς και του προστατευτικού διατάγματος ημερ. 29/4/2025.
Η αίτηση βασίζεται στον περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμο του 2015 (Ν. 65(Ι)/2015), ως έχει τροποποιηθεί, και ειδικότερα στα άρθρα 28, 32, 33, 35, 37, 38, 39, 40, 41-71, 72, 73, 74, 75, 76, 77, 91, στον περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2016 (5/2016), Κ. 4, 5, 10, 15, 16, 22, 23, 24 και 28, στο Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν. 9/1965), στον περί Πτωχεύσεως Νόμο, άρθρα 1-6, 9,10, 23, 40-43, 49-57, 98, στο άρθρο 25 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου του 2002 (118(Ι)/2002), στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, άρθρα 23 και 26, επί των νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, Μέρος 1, 2, 3, 23, 25, 32, 38 και 39, και στις συμφυείς εξουσίες, διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου.
Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση, προκύπτουν από την ένορκη δήλωση του Χριστόδουλου Παπαλαμπριανού (στο εξής ο Χ.Π.), ο οποίος αναφέρει ότι είναι υπάλληλος της Themis Portfolio Management Ltd (στο εξής η Themis), η οποία είναι 100% θυγατρική της Themis Portfolio (Η3) Management Holdings Ltd (στο εξής η Αιτήτρια) που έχει υποκαταστήσει ή και αντικαταστήσει την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (στο εξής η Τράπεζα) στα δικαιώματα της που αφορούν στις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις και/ή εξασφαλίσεις, περιλαμβανομένου του επίδικου Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωμής (στο εξής το ΠΣΑ). Όπως επίσης αναφέρει, έχει προσωπική γνώση των γεγονότων και είναι εξουσιοδοτημένος από την Αιτήτρια για να προβεί στην ένορκη δήλωση. Περαιτέρω, ο μάρτυρας αναφέρεται στην έκδοση του προστατευτικού διατάγματος και στη συνέχεια του ΠΣΑ, και βεβαίως στους λόγους για τους οποίους η Αιτήτρια θεωρεί ότι θα πρέπει να ακυρωθούν.
Η ένσταση του Καθ’ ου η Αίτηση/Χρεώστη
Ο Καθ’ ου η αίτηση/Χρεώστης (στο εξής ο Καθ’ ου η αίτηση) αντέδρασε στην εν λόγω αίτηση με την καταχώρηση ένστασης, προβάλλοντας 29 λόγους ένστασης.
Η ένσταση βασίζεται στον περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμο του 2015 (Ν.65(Ι)/2015), όπως τροποποιήθηκε, και ειδικότερα στα άρθρα 33, 39, 52, 62, 64, 65, 72, 73, 73(5), 74, 75, 76, 77, 91(1), 91(2) και 97, στον περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2016 και ειδικότερα στους Κ. 4, 10, 15, 22, 23, 24(α) έως (δ), 25 και 28, στον περί Πτώχευσης Νόμο (Κεφ.5) άρθρα 27, 27α, 52, στους νέους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας 2023, Μέρος 1, 3, 4, 23, 25, 32, 38 και 39, ως επίσης στη συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου.
Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση προκύπτουν από την ένορκη δήλωση του Καθ’ ου η αίτηση, ο οποίος αναφέρει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα λόγω προσωπικού χειρισμού, από έγγραφα που κατέχει καθώς και από πληροφορίες που έχει λάβει από τον Σύμβουλο Αφερεγγυότητας κ. Ανδρέα Μιχαηλίδη (στο εξής ο Σύμβουλος). Από δικής του πλευράς βεβαίως, ο μάρτυρας υποστηρίζει ότι ορθά εκδόθηκε το επίδικο ΠΣΑ και ότι η αίτηση της Αιτήτριας θα πρέπει να απορριφθεί.
Επιχειρηματολογία των δύο πλευρών-Γραπτές αγορεύσεις
Οι θέσεις των δύο πλευρών περιλαμβάνονται στις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων τους, οι οποίες έχουν τύχει ενδελεχούς μελέτης από το Δικαστήριο. Δεν κρίνεται, ωστόσο, σκόπιμο να παρατεθούν στο παρόν στάδιο όσα αναφέρονται στις αγορεύσεις, ενώ θα γίνει αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία αυτών κατωτέρω, εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο.
Νομική πτυχή
Η επίδικη αίτηση εδράζεται κυρίως στις πρόνοιες του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου του 2015, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο (Ν.65(Ι)/2015-στο εξής ο Νόμος)[1].
Σύμφωνα με τα γεγονότα, η παρούσα υπόθεση αφορά μη συναινετικό ΠΣΑ. Τα μη συναινετικά ΠΣΑ διέπονται από τα άρθρα 72-77 του Νόμου.
Για να μπορεί ένας χρεώστης να αιτηθεί μονομερώς από το Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος, με το οποίο να επιβάλλεται σε όλους τους πιστωτές το ΠΣΑ, θα πρέπει να πληρούνται οι προυποθέσεις που προνοούνται στο άρθρο 72 του Νόμου. Πιο συγκεκριμένα, για να είναι επιλέξιμος ένας χρεώστης προκειμένου να επιβληθεί στους πιστωτές του ΠΣΑ, θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά τα ακόλουθα:
(1) Το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής, του οποίου ζητείται η επιβολή, να απορρίφθηκε από τη συνέλευσή των πιστωτών σύμφωνα με τις διάταξεις του Τίτλου ΙΙ του Νόμου· και
(2) Τουλάχιστον ένας από τους πιστωτές του είναι εξασφαλισμένος πιστωτής, ο οποίος έχει εξασφάλιση επί της κύριας κατοικίας του χρεώστη η οποία βρίσκεται στη Δημοκρατία, η αγοραία αξία της οποίας δεν υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων πενήντα χιλιάδων ευρώ (€350.000)· και
(3) Η συνολική αξία των περιουσιακών στοιχείων του χρεώστη, εξαιρουμένης της κύριας κατοικίας του, δεν υπερβαίνει τις πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ (€500.000)· και
(4) Ο χρεώστης αδυνατεί να αποπληρώσει τα χρέη του λόγω χειροτέρευσης της οικονομικής του κατάστασης ως αποτέλεσμα γεγονότων ή καταστάσεων εκτός του ελέγχου του, τα οποία έχουν επισυμβεί από το 2009 και εντεύθεν και πριν από την αίτηση για έκδοση προστατευτικού διατάγματος σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39, και είχαν ως αποτέλεσμα την ουσιαστική μείωση του εισοδήματός του κατά τουλάχιστον είκοσι πέντε τοις εκατόν (25%) ή περισσότερο·[2] και
(5) Ο σύμβουλος αφερεγγυότητας έχει υπογράψει δήλωση με την οποία επιβεβαιώνει αυτά που ρητά καθορίζονται στο εδάφιο (1) (στ) του άρθρου 72.
Ο χρεώστης δε, με βάση την δεύτερη επιφύλαξη του άρθρου 72(1), οφείλει να υποβάλει την αίτηση του «καλή τη πίστει».
Επιπρόσθετα, το άρθρο 73 του Νόμου προνοεί ότι το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα κατόπιν αίτησης που υποβάλλεται δυνάμει του άρθρου 72 μόνον: (α) στις περιπτώσεις που το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής που απορρίφθηκε από τους πιστωτές, θα είχε ως αποτέλεσμα να θέσει τους πιστωτές στην ίδια ή σε καλύτερη θέση από αυτήν στην οποία τέτοιοι πιστωτές θα ευρίσκονταν εάν η περιουσία του χρεώστη διατίθετο σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Πτώχευσης Νόμου και (β) στις περιπτώσεις όπου το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής το οποίο απορρίφθηκε από τους πιστωτές δεν προνοεί ότι ο χρεώστης θα απωλέσει την ιδιοκτησία της κύριας κατοικίας του.
Επισημαίνεται εδώ ότι σύμφωνα με το άρθρο 77 του Νόμου: «Οι διατάξεις των άρθρων 62 έως 71 εφαρμόζονται κατ' αναλογίαν σε Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής το οποίο επιβάλλεται κατόπιν διατάγματος δικαστηρίου, σύμφωνα με τον παρόντα Τίτλο, τηρουμένου του όρου ότι οποιαδήποτε αλλαγή στο Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής θα εφαρμόζεται μόνο κατόπιν έκδοσης σχετικού διατάγματος δικαστηρίου.» Ως εκ τούτου, σε μη συναινετικό ΠΣΑ εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και οι πρόνοιες του άρθρου 65 του Νόμου, όπου αναφέρονται οι λόγοι για τους οποίους δύναται να προσβληθεί το ΠΣΑ.
Με βάση λοιπόν τα πιο πάνω, το μη συναινετικό ΠΣΑ προκύπτει ότι μπορεί να προσβληθεί, μεταξύ άλλων, και για τους πιο κάτω λόγους:
(1) Δεν υπήρξε συμμόρφωση με τις διαδικαστικές απαιτήσεις του Νόμου.
(2) Υπάρχει ουσιαστική ανακρίβεια ή παράλειψη στην Κατάσταση Προσωπικών Οικονομικών Στοιχείων, η οποία παραβλάπτει ουσιωδώς τα συμφέροντα του πιστωτή.
(3) Ο χρεώστης δεν πληρούσε τα κριτήρια επιλεξιμότητας που καθορίζονται στο άρθρο 35 όταν προτάθηκε το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής.
Τέλος, ως προς το δικαίωμα ενός καθορισμένου πιστωτή[3] να προσφύγει στο Δικαστήριο για την ακύρωση του διατάγματος που έχει εκδοθεί δυνάμει του άρθρου 72 ανωτέρω, σχετικό είναι το άρθρο 72(5) του Νόμου. Όπως θα διαφανεί δε από την ανάλυση που ακολουθεί, δεν χωρεί καμία αμφιβολία ότι η Αιτήτρια συνιστά καθορισμένη πιστώτρια κατά την έννοια του Νόμου.
Εξέταση της Αίτησης
Έχω μελετήσει με προσοχή όλη τη μαρτυρία που ευρίσκεται ενώπιον μου, η οποία υποστηρίζει την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα και βεβαίως όσα ανέφεραν οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους, σε συνάρτηση με την αίτηση ημερ.16/12/2025 στο πλαίσιο της οποίας επιβλήθηκε στους πιστωτές το επίδικο ΠΣΑ αλλά και το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης εν γένει[4].
Κατ’ αρχάς, πριν υπεισέλθω στα επιμέρους ζητήματα που τίθενται και χρήζουν εξέτασης, σημειώνω ότι όπως προκύπτει από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο της παρούσας αποτελούν παραδεκτά και/ή μη αμφισβητούμενα γεγονότα τα ακόλουθα:
1. Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση αφορά πιστωτικές διευκολύνσεις και εξασφαλίσεις, οι οποίες παραχωρήθηκαν από την Τράπεζα. Ακολούθως, όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που αφορούν στις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις και εξασφαλίσεις, έχουν μεταβιβαστεί από την Τράπεζα στην Αιτήτρια και αυτή έχει υποκαταστήσει την Τράπεζα και κατέστη δικαιούχος των πιστωτικών διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων, δυνάμει των προνοιών του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 (Ν.169(Ι)/2015) ως έχει τροποποιηθεί και δυνάμει διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 4/6/2021 (βλ. τεκμήριο 1 της αίτησης).
2. Ο Καθ’ ου η αίτηση, κατά το έτος 2018, προς εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που έλαβε από την Τράπεζα, παραχώρησε προς όφελος της τελευταίας το ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/4180 με την υποθήκη υπ’ αρ. Υ3062/2018 (βλ. τεκμήριο 3 της αίτησης και τεκμήρια 2 και 3 της ένστασης). Το εν λόγω ακίνητο αφορά την κύρια κατοικία του Καθ’ ου η αίτηση.
3. Λόγω μη συμμόρφωσης του Καθ’ ου η αίτηση με τις υποχρεώσεις του, η Αιτήτρια τερμάτισε τις πιστωτικές διευκολύνσεις και ήγειρε την πολιτική αγωγή υπ' αριθμόν 3029/2020 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (βλ. τεκμήριο 4 στην αίτηση).
4. Στις 29/4/2025, έπειτα από αίτηση του Επίσημου Παραλήπτη στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης υπ' αριθμόν ΠΣΑ 7/2025, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εξέδωσε προστατευτικό διάταγμα για περίοδο 95 ημερών, με σκοπό ο Καθ’ ου η αίτηση να προβεί σε όλες τις δέουσες ενέργειες για ολοκλήρωση Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωμής με τους πιστωτές του (βλ. τεκμήριο 5 στην αίτηση).
5. Κατόπιν αιτήματος του Συμβούλου, η Αιτήτρια απέστειλε εκτίμηση της κύριας κατοικίας που υπόκειται σε εξασφάλιση, δια της οποίας η αγοραία αξία του ακινήτου που κατέχει ο Καθ’ ου η αίτηση ανέρχεται στις €130.000 (βλ. τεκμήριο 6 της αίτησης). Η σχετική εκτίμηση έγινε αποδεκτή από τον Σύμβουλο.
6. Στις 19/5/2025, η Αιτήτρια απέστειλε στον Σύμβουλο την επαλήθευση χρέους του Καθ’ ου η αίτηση, δηλώνοντας ότι κατά την εν λόγω ημερομηνία ο Καθ’ ου η αίτηση ήταν δίκαια και αληθινά, προσωπικά χρεωμένος για το συνολικό ποσό των €150.768,35, εκ του οποίου το ποσό των €130.000 είναι εξασφαλισμένο χρέος και το ποσό των €20.768,35 ήταν ανεξασφάλιστο χρέος (βλ. τεκμήριο 7 στην αίτηση).
7. Στις 30/7/2025, κατόπιν μονομερούς αίτησης του Συμβούλου, εκδόθηκε διάταγμα για παράταση της ισχύος του προστατευτικού διατάγματος για περίοδο 40 ημερών από τη λήξη του (βλ. τεκμήριο 8 στην αίτηση).
8. Στις 27/8/2025, ο Σύμβουλος και ο Καθ’ ου η αίτηση συμπλήρωσαν Κατάσταση Προσωπικών Οικονομικών Στοιχείων του τελευταίου (στο εξής η ΚΠΟΣ) και στις 27/8/2025 ετοίμασαν πρόταση για Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής των χρεών του Καθ’ ου η αίτηση (ΠΣΑ – βλ. τεκμήρια 9 και 10 της αίτησης).
9. Στις 27/8/2025, ο Σύμβουλος απέστειλε ειδοποίηση συνέλευσης πιστωτών η οποία προγραμματίστηκε για τις 10/9/2025. Κατά την συνέλευση των πιστωτών στις 10/9/2025, η Αιτήτρια απέρριψε την πρόταση ΠΣΑ.
10. Στις 16/12/2025, ο Καθ’ ου η αίτηση αιτήθηκε μονομερώς την παράταση της ισχύος του προστατευτικού διατάγματος και περαιτέρω την επιβολή του απορριφθέντος ΠΣΑ, και στις 30/12/2025 το Δικαστήριο εξέδωσε σχετικά διατάγματα. Επισημαίνω ότι το διάταγμα επιβολής δεν εκδόθηκε στις 16/12/2025, όπως λανθασμένα αναφέρεται στην παράγραφο 20 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, αλλά επαναλαμβάνω στις 30/12/2025 (βλ. τεκμήριο 11 στην αίτηση). Τόσο το εν λόγω διάταγμα παράτασης της ισχύος του προστατευτικού διατάγματος όσο και το διάταγμα επιβολής, επιδόθηκαν στην Αιτήτρια στις 12/1/2026.
Διαφωνία ως προς τις παραχωρηθείσες πιστωτικές διευκολύνσεις
Αν και ομολογουμένως δεν είναι σύνηθες σε παρόμοιας φύσης διαδικασίες να υπάρχει διαφωνία μεταξύ των μερών ως προς τις πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν, έχοντας υπόψη ότι αφενός γίνεται η επαλήθευση χρέους από τον εκάστοτε πιστωτή, όπου επισυνάπτονται σχετικές καταστάσεις λογαριασμού, ενώ αφετέρου η πρόταση για το ΠΣΑ αναφέρεται σε συγκεκριμένες υποχρεώσεις ενός χρεώστη, εντούτοις στην προκειμένη περίπτωση αυτό συμβαίνει.
Πιο συγκεκριμένα, ενώ η Αιτήτρια επισυνάπτει μια συμφωνία δανείου του 2018, υπ’ αρ…0282, και μιλά για παραχώρηση δανείου ύψους €140.000 (βλ. τεκμήριο 2 στην αίτηση), ο Καθ’ ου η αίτηση αναφέρει ότι δεν έλαβε κανένα δάνειο το 2018 και ότι η συμφωνία που επικαλείται η Αιτήτρια δεν εφαρμόστηκε και/ή δεν τέθηκε ποτέ σε ισχύ. Αντίθετα, ο Καθ’ ου η αίτηση αναφέρει ότι έλαβε στεγαστικό δάνειο στις 24/6/2008, δυνάμει συμφωνίας ημερ.29/5/2008, υπ’ αρ…2329, για το ποσό των €130.467, με σκοπό την αγορά της κύριας κατοικίας του και εκχώρησε τα δικαιώματα του στην Αιτήτρια. Περαιτέρω, περί τις 7/8/2009, 28/12/2012 και 14/3/2013 σύνηψε τροποποιητικές συμφωνίες με την Αιτήτρια, οι οποίες αφορούσαν την αποπληρωμή του στεγαστικού του δανείου. Επισυνάπτει δε την εν λόγω συμφωνία δανείου και τις τροποποιητικές συμφωνίες ως τεκμήριο 1, καθώς και το αγοραπωλητήριο της κατοικίας του ως τεκμήριο 2.
Ως προς την υποθήκη που αναφέρθηκε στο σημείο 2 ανωτέρω, ο Καθ’ ου η αίτηση αναφέρει ότι προχώρησε στην υποθήκευση της κατοικίας του το 2018, μετά την έκδοση ξεχωριστού τίτλου για την κατοικία (βλ. τεκμήριο 3).
Έχοντας μελετήσει το σύνολο των ισχυρισμών που προβάλλονται εκατέρωθεν και όλα τα σχετικά έγγραφα, αποδέχομαι τη θέση του Καθ’ ου η αίτηση ανωτέρω, η οποία ουσιαστικά παρέμεινε αναντίλεκτη.
Όπως προκύπτει από την πρόταση του Συμβούλου για το ΠΣΑ (τεκμήριο 10 στην αίτηση) αλλά και την επαλήθευση χρέους και τις σχετικές καταστάσεις λογαριασμού που επισυνάπτονται (τεκμήριο 7 στην αίτηση - σελ.2), η συνολική οφειλή του Καθ’ ου η αίτηση εκ €150.768,35, προέρχεται από δύο δάνεια. Πιο συγκεκριμένα, από το δάνειο σε τρεχούμενο υπ’. αρ…4476 (ποσό €3.002,58) και το στεγαστικό δάνειο υπ’ αρ. …2329 (ποσό €147.765,77). Επισημαίνεται ότι τα εν λόγω έγγραφα επισυνάφθηκαν ως τεκμήρια και στην αίτηση ημερομηνίας 16/12/2026, προς έκδοση του διατάγματος επιβολής του ΠΣΑ (τεκμήρια 6 και 3 αντίστοιχα).
Η Αιτήτρια δεν έχει δώσει καμία εξήγηση για τη σχετικότητα της συμφωνίας δανείου υπ’ αρ…0282 με τα πιο πάνω αναφερόμενα δάνεια που σημειώνονται στην επαλήθευση χρέους στην οποία η ίδια προέβη. Ούτε έχει δοθεί κάποια εξήγηση για το γεγονός ότι στο έγγραφο της εν λόγω συμφωνίας τεκμήριο 2, δεν αναφέρεται κάποιο ποσό, όροι αποπληρωμής ή η ημερομηνία έναρξης της. Δεν έχει διαφύγει βεβαίως του Δικαστηρίου ότι στους όρους της συμφωνίας γίνεται παραπομπή σε κάποια «Κοινοποίηση», όμως σημειώνω ότι τέτοιο έγγραφο δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Ως προς την εξήγηση που επιχειρείται να δοθεί στην παράγραφο 6.1 της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου της Αιτήτριας, πέραν του ότι κρίνεται πως δεν καλύπτει το ζήτημα, ούτως ή άλλως δεν θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη καθώς όπως είναι πολύ καλά γνωστό οι αγορεύσεις είναι ανεπίτρεπτο να χρησιμοποιούνται ως μέσο προσαγωγής μαρτυρίας ή διεύρυνσης των επιδίκων θεμάτων. Όπου (οι αγορεύσεις) δεν υποστηρίζονται από μαρτυρία (και στο βαθμό που στοχεύουν στην απόδειξη αμφισβητούμενων ισχυρισμών ή γεγονότων), πρέπει να αγνοούνται (βλ. το σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, «Το Δίκαιο της Απόδειξης», Β' Έκδοση, σελ.127-128). Το ίδιο ισχύει σε σχέση με αναφορές για το ίδιο ζήτημα, σε άλλα σημεία της αγόρευσης (π.χ. βλ.παράγραφο 31).
Εν πάση περιπτώσει, από τη μελέτη των όσων αναφέρει ο Καθ’ ου η αίτηση στις παραγράφους 19-25 της ένορκης δήλωσης του και όλων των τεκμηρίων στα οποία παραπέμπει, μεταξύ αυτών και κατάσταση λογαριασμού του δανείου υπ’ αρ. …2329 που στάλθηκε στον Σύμβουλο από Λειτουργούς της Αιτήτριας, στην οποία υπάρχει αναφορά στην ημερομηνία ανοίγματος του λογαριασμού (26/6/2008), ο οποίος ξεκίνησε να κινείται από την 1/7/2008 οπότε έγινε η πρώτη εκταμίευση ποσού €85.000 (βλ. τεκμήρια 4 και 5 στην ένσταση – για την εν λόγω εκταμίευση σχετική είναι η σελίδα 60 του τεκμηρίου 5), δεν αφήνεται αμφιβολία ότι το μεγαλύτερο μέρος της οφειλής του Καθ’ ου η αίτηση προέρχεται από τη συγκεκριμένη συμφωνία δανείου. Το υπόλοιπο μέρος της οφειλής δε, προέρχεται από το δάνειο σε τρεχούμενο υπ’ αρ…4476.
Αν και ίσως εκ του περισσού, σημειώνω πως το γεγονός ότι τα οφειλόμενα ποσά προκύπτουν από τις δύο πιο πάνω δανειακές συμβάσεις, επιβεβαιώνεται και από την συνδυασμένη ανάγνωση των αξιώσεων υπό (Α) και (Β) της αγωγής που καταχώρισε η Αιτήτρια (τεκμήριο 4 στην αίτηση) και των υπολοίπων των καταστάσεων λογαριασμού.
Ενόψει των ισχυρισμών που προβάλλονται από τον Καθ’ ου η αίτηση, το Δικαστήριο θα ανέμενε βεβαίως από την πλευρά της Αιτήτριας να ζητήσει να διευκρινίσει το πιο πάνω ζήτημα. Το γεγονός όμως ότι δεν το έπραξε, θεωρώ πως δεν επηρεάζει καθ’ οιονδήποτε τρόπο την περαιτέρω εξέταση της αίτησης. Η βάση επί της οποίας αποφάσισε το Δικαστήριο την έκδοση του επίδικου διατάγματος επιβολής δεν διαφοροποιείται, ενώ και η επίδικη υποθήκη παραμένει σε ισχύ.
Περαιτέρω, πριν την εξέταση της αίτησης, σημειώνω ότι δεν διέλαθε την προσοχή μου η αναφορά του Καθ’ ου η αίτηση ότι τόσο στον τίτλο της επίδικης αίτησης όσο και στα αιτητικά αυτής, το επίθετο του σημειώνεται λανθασμένα. Τούτο, όμως, ευθέως αναφέρω πως δεν επηρεάζει καθ’ οιονδήποτε τρόπο τη διαδικασία, ούτε και υπάρχει ενώπιον μου τέτοια εισήγηση. Η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αίτηση στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκαν τα επίδικα διατάγματα, προστατευτικό και επιβολής, είναι σαφές ότι αφορά τον Καθ’ ου η αίτηση με το ορθό του ονοματεπώνυμο. Εξάλλου όλα τα έγγραφα που επισυνάπτονται τόσο στην αίτηση όσο και στην ένσταση, αλλά και σε προηγούμενες διαδικασίες στο πλαίσιο της παρούσας, δεν αφήνουν αμφιβολία ότι η διαδικασία κινήθηκε σε σχέση με τον Καθ’ ου η αίτηση και τα διατάγματα που εκδόθηκαν αφορούν τον τελευταίο. Συνεπώς, το γεγονός ότι απλά έγινε λανθασμένη αναφορά από την Αιτήτρια στον τίτλο και στα αιτητικά της επίδικης αίτησης δεν έχει κατά την κρίση μου κάποια ουσιώδη σημασία.
Πριν την εξέταση της αίτησης όμως, θεωρώ πως προέχει η εξέταση και ενός άλλου ζητήματος που εγείρεται από τον Καθ’ ου η αίτηση, ήτοι περί της εκπρόθεσμης υποβολής του αιτήματος για την ακύρωση του προστατευτικού διατάγματος ημερομηνίας 29/4/2025[5]. Όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης, η Αιτήτρια ειδοποιήθηκε για την έκδοση του προστατευτικού διατάγματος με την επιστολή του Συμβούλου ημερομηνίας 29/4/2025 (βλ. τεκμήριο 2 στην αίτηση επιβολής). Σημειωτέο ότι η Αιτήτρια απέστειλε στο Σύμβουλο την επαλήθευση χρέους στις 19/5/2025 καθώς και την έκθεση εκτίμησης του ακινήτου, κατόπιν της εν λόγω επιστολής.
Σύμφωνα με το άρθρο 41 (1) του Νόμου «Καθορισμένος πιστωτής, ο οποίος θίγεται από την έκδοση προστατευτικού διατάγματος δύναται, εντός δεκατεσσάρων (14) ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης έκδοσης του διατάγματος, να υποβάλει αίτηση στο δικαστήριο για παραμερισμό του προστατευτικού διατάγματος σε σχέση με τον ίδιο.»
(έμφαση δοθείσα)
Εν προκειμένω, η Αιτήτρια δεν υπέβαλε αίτηση για παραμερισμό εντός 14 ημερών από την ημέρα που ειδοποιήθηκε. Αντίθετα, υπέβαλε το αίτημα της μαζί με την αίτηση για ακύρωση του ΠΣΑ, ήτοι μερικούς μήνες μετά την έκδοση του προστατευτικού διατάγματος, άνευ μάλιστα οιασδήποτε εξήγησης για την παράλειψη της να ενεργήσει εντός της ρητώς προβλεπόμενης από τη νομοθεσία προθεσμίας.
Συνεπώς, η πλευρά του Καθ’ ου η αίτηση έχει δίκαιο ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα και γι’ αυτό, ήδη από το σημείο αυτό, αναφέρω ότι το αιτητικό Β της αίτησης με το οποίο ζητείται ο παραμερισμός του προστατευτικού διατάγματος, θα πρέπει να απορριφθεί.
Με αυτά υπόψη, υπεισέρχομαι στην εξέταση των λόγων που προβάλλει η Αιτήτρια για παραμερισμό του ΠΣΑ.
1. Υπέρμετρη καθυστέρηση και παράτυπη προώθηση της διαδικασίας
Σύμφωνα με την Αιτήτρια, ο Καθ’ ου η αίτηση επέδειξε υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στη λήψη των απαραίτητων μέτρων και δη στην καταχώρηση της αίτησης επιβολής. Συγκεκριμένα, μετά τη συνέλευση των πιστωτών στις 10/9/2025, κατά την οποία απορρίφθηκε το ΠΣΑ, ο Καθ’ ου η αίτηση καταχώρισε την αίτηση επιβολής με καθυστέρηση τριών μηνών περίπου, ήτοι στις 16/12/2025, ενώ θα έπρεπε να ενεργήσει εντός εύλογου χρόνου.
Ο Καθ’ ου η αίτηση βεβαίως, απορρίπτει τη θέση περί αδικαιολόγητης καθυστέρησης.
Έχοντας υπόψη τις θέσεις των μερών και όλα τα δεδομένα που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά την κρίση μου η συγκεκριμένη θέση της Αιτήτριας είναι αβάσιμη και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Εξηγώ.
Κατ’ αρχάς, επισημαίνω ότι δεν καθορίζεται στο Νόμο ή στον Διαδικαστικό Κανονισμό προθεσμία για την καταχώρηση αίτησης επιβολής μετά την απόρριψη του ΠΣΑ στη συνέλευση των πιστωτών. Σημειωτέο ότι τούτο αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών.
Από εκεί και πέρα, κρίνεται ότι η θέση της Αιτήτριας ότι λόγω του χρόνου των τριών μηνών που παρήλθε, ειλικρινά πίστευε και είχε εύλογη αιτία να πιστεύει ότι η διαδικασία του ΠΣΑ έχει εγκαταλειφθεί μετά την απόρριψη της πρότασης στη συνέλευση, είναι γενική και αόριστη. Η Αιτήτρια ουδέποτε ενημερώθηκε ότι η διαδικασία για ΠΣΑ εγκαταλείπεται, ούτε όμως παραθέτει οποιοδήποτε στοιχείο που θα μπορούσε, γνωρίζοντας το, εύλογα να οδηγηθεί σε ένα τέτοιο συμπέρασμα.
Σε κάθε περίπτωση, η πάροδος τριών μηνών από την απόρριψη της πρότασης ΠΣΑ δεν μπορεί, αφ' εαυτής, να θεωρηθεί υπέρμετρη ή να θεμελιώσει συμπέρασμα περί εγκατάλειψης της διαδικασίας, ιδίως ελλείψει οποιασδήποτε νομοθετικής πρόβλεψης που να επιβάλλει την υποβολή της αίτησης επιβολής εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος.
Συναφώς, η θέση περί υπέρμετρης καθυστέρησης και παράτυπης προώθησης της διαδικασίας απορρίπτεται.
2. Δεν πληρούνται τα κριτήρια επιλεξιμότητας του άρθρου 72
Κατ’ αρχάς, η Αιτήτρια προβάλλει ότι δεν πληρούται η προυπόθεση του άρθρου 72 (1) (ε) του Νόμου. Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη πρόνοια:
« 72.- (1) Σε περίπτωση που Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής απορρίφθηκε από τη συνέλευση των πιστωτών, σύμφωνα με τις διατάξεις μη συναινετικό του Τίτλου ΙΙ του παρόντος Κεφαλαίου και πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις-
………………..
(ε) ο χρεώστης αδυνατεί να αποπληρώσει τα χρέη του λόγω χειροτέρευσης της οικονομικής του κατάστασης ως αποτέλεσμα γεγονότων ή καταστάσεων εκτός του ελέγχου του, τα οποία έχουν επισυμβεί από το 2009 και εντεύθεν και πριν από την αίτηση για έκδοση προστατευτικού διατάγματος σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39, και είχαν ως αποτέλεσμα την ουσιαστική μείωση του εισοδήματός του κατά τουλάχιστον είκοσι πέντε τοις εκατόν (25%) ή περισσότερο.»
Όπως αναφέρεται δε στο εδάφιο 2 του ίδιου άρθρου:
« (2) Για τους σκοπούς της παραγράφου (ε) του εδαφίου (1), τεκμαίρεται ότι οποιαδήποτε μείωση στα εισοδήματα την οποία υπέστη ο χρεώστης από το έτος 2012 και μέχρι την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος Νόμου οφείλεται σε γεγονότα ή καταστάσεις εκτός του ελέγχου του χρεώστη και πιο συγκεκριμένα στην οικονομική κρίση, εκτός εάν ο πιστωτής μπορεί να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι ο λόγος για τον οποίο ο χρεώστης αδυνατεί να αποπληρώσει τα χρέη του είναι άλλος από την οικονομική κρίση.»
Έχω θέσει ενώπιον μου το σύνολο των ισχυρισμών που προβάλλονται εκατέρωθεν ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα και αναφέρω τα ακόλουθα.
1. Κατ’ αρχάς, επειδή ο Παπαλαμπριανού στη συγκεκριμένη ενότητα χρησιμοποιεί ως σημείο αναφοράς για μέρος των συλλογισμών του την ημερομηνία της δανειακής σύμβασης, η οποία, σύμφωνα με τη θέση της Αιτήτριας, ήταν το 2018, κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, καθώς και η κατάληξη του Δικαστηρίου ως προς τις συμβάσεις που αποτελούν τη βάση του ΠΣΑ. Υπό το φως της κατάληξης αυτής, καθίσταται σαφές ότι το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου στηρίζονται οι σχετικοί συλλογισμοί του Παπαλαμπριανού δεν υφίσταται.
2. Ως προς την αναφορά του Παπαλαμπριανού ότι δεν προσκομίστηκε φορολογική δήλωση του Καθ’ ου η αίτηση, η οποία θα έδινε την εικόνα των συνολικών εισοδημάτων του, επισημαίνω ότι είναι ορθή η αναφορά του Καθ’ ου η αίτηση ότι κατά το στάδιο της εξέτασης της αίτησης επιβολής, το Δικαστήριο ζήτησε να καταχωριστεί συμπληρωματική ένορκη δήλωση και να προσκομιστούν οι φορολογικές δηλωσεις, καθώς και ότι ο τελευταίος ανέφερε στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση που καταχώρισε ότι δεν υποβάλλει φορολογικές δηλώσεις αφού τα εισοδήματα του δεν ξεπερνούν τις €19.500 και ως εκ τούτου δεν υποχρεούται να υποβάλει φορολογική δήλωση. Εν πάση περιπτώσει, σημειώνω ότι η συγκεκριμένη θέση του Καθ’ ου η αίτηση δεν έχει αμφισβητηθεί.
3. Σύμφωνα με την ΚΠΟΣ που συμπλήρωσε ο Καθ’ ου η αίτηση στις 27/8/2025 (βλ. τεκμήριο 9 στην επίδικη αίτηση[6]), το μοναδικό του εισόδημα προέρχεται από τον μισθό του, που ανέρχεται στο ποσό των €1.299 μηνιαίως (βλ. και το payslip του Ιούλη του 2025 που επισυνάπτεται). Δεν αναφέρονται άλλες πηγές εισοδήματος. Περαιτέρω, υπάρχουν μηνιαίες αποκοπές €213,73 (εισφορά Κοινωνικών Ασφαλίσεων €114,31, δημοτικοί φόροι/τέλη €20, ΓΕΣΥ €34,42 και συντήρηση κατοικίας €45).
4. Έχοντας υπόψη την κατάσταση του Ασφαλιστικού Λογαριασμού του Καθ’ ου η αίτηση (Κοινωνικών Ασφαλίσεων), (βλ. τεκμήριο 12 στην επίδικη αίτηση[7]), η εικόνα των αποδοχών του από το 2008 μέχρι το 2024 είναι η εξής:
|
Έτος |
|
Ασφ. Αποδοχές (€) |
|
2008 |
|
22.353 |
|
2009 |
|
17.123 |
|
2010 |
|
14.594 |
|
2011 |
|
1.333 |
|
2012 |
|
5.985 |
|
2013 |
|
10.156 |
|
2014 |
|
10.156 |
|
2015 |
|
10.156 |
|
2016 |
|
10.156 |
|
2017 |
|
10.156 |
|
2018 |
|
10.199 |
|
2019 |
|
10.336 |
|
2020 |
|
10.427 |
|
2021 |
|
10.457 |
|
2022 |
|
10.208 |
|
2023 |
|
8.071 |
|
2024 |
|
12.436 |
5. Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, ο Καθ’ ου η αίτηση σύνηψε τη συμφωνία στεγαστικού δανείου με την Τράπεζα κατά το έτος 2008, όταν δηλαδή το μηνιαίο του εισόδημα ανερχόταν στο ποσό των €1.862,75.
6. Υπό το φως των πιο πάνω, σημειώνω ότι η υπό εξέταση διάταξη απαιτεί τα γεγονότα που επήλθαν από το 2009 και εντεύθεν και πριν από την υποβολή της αίτησης για έκδοση προστατευτικού διατάγματος να είχαν ως αποτέλεσμα ουσιαστική μείωση του εισοδήματος του οφειλέτη κατά τουλάχιστον 25%. Περαιτέρω, η μείωση αυτή πρέπει να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την αδυναμία αποπληρωμής του κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης. Είναι γεγονός ότι, στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση που καταχώρισε ο Καθ’ ου η αίτηση στο πλαίσιο της αίτησης επιβολής και ειδικότερα στην παράγραφο 9 αυτής, παραθέτει λεπτομερώς τα στοιχεία που αφορούν την εργασία και τα εισοδήματά του από το 2009 και εντεύθεν. Η παράθεση της εν λόγω παραγράφου κρίνεται χρήσιμη, καθότι αποτελεί το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου στηρίζεται η πιο κάτω αξιολόγηση του Δικαστηρίου.
« 9. Επιπλέον, ως προς τις οδηγίες του Σεβαστού Δικαστηρίου για να δοθούν λεπτομέρειες αναφορικά με την εργασία και τα εισοδήματα μου από το έτος 2009 μέχρι σήμερα, αναφέρω ότι κατά το έτος 2009 εργαζόμουν ως εργάτης στην εταιρεία CHARILAOS APOSTOLIDES PUBLIC LIMITED. Κατά τον Ιούλιο του 2009 λόγω της μείωσης των εργασιών της εν λόγω εταιρείας, τερματίστηκε η εργοδότηση μου, με αποτέλεσμα να μείνω άνεργος. Το έτος 2009 μετά την ανεργία μου έκανα προσπάθειες για να εξεύρω νέα εργασία, όμως αυτό δεν κατέστη δυνατό αφού δεν υπήρχαν διαθέσιμες θέσεις εργασίας στον εργασιακό τομέα οι οποίες να ανταποκρίνονται στις εργασιακές μου δεξιότητες. Κατά το έτος 2010 λόγω θεμάτων υγείας αναγκάστηκα να υποβληθώ σε εγχείρηση στον σπόνδυλο, με αποτέλεσμα να αδυνατώ να εργαστώ και το μοναδικό εισόδημα μου να προέρχεται από τα επιδόματα ανικανότητας και ανεργίας. Κατά το έτος 2011 συνέχισα να λαμβάνω τους πρώτους μήνες επίδομα ανικανότητας και παράλληλα έκανα συνεχείς προσπάθειες για να εξεύρω νέα εργασία, όμως λόγω της κατάστασης της υγείας μου, αλλά και λόγω των μη διαθέσιμων θέσεων εργασίας στον τομέα όπου είχα εμπειρία και λόγω της οικονομικής ύφεσης στην Δημοκρατία, αυτό δεν κατέστη δυνατό. Κατά το έτος 2012 συνέχισα τις προσπάθειες για εξεύρεση εργασίας, όμως λόγω της οικονομικής κρίσης και των επιπτώσεων στον εργασιακό τομέα, αυτό δεν κατέστη άμεσα εφικτό. Κατά τον Ιούνιο του 2012 κατάφερα μετά από πολλές προσπάθειες να εξεύρω εργασία, όπου και προσλήφθηκα στην εταιρεία A.L.VASILIOU MOTORS LTD, όπου εργαζόμουν ως εργάτης - επιδιορθωτής αυτοκινήτων μέχρι τον Οκτώβριο του 2023. Κατά τον Νοέμβριο του 2023 παρέμεινα άνεργος και κατέβαλα συνεχείς προσπάθειες για εξεύρεση νέας εργασίας, με αποτέλεσμα να καταφέρω να εξεύρω εργασία κατά τον Φεβρουάριο του 2024. Από τον Φεβρουάριο του 2024 μέχρι σήμερα εργάζομαι στην εταιρεία STREET SINS FRANCHISE LIMITED ως διανομέας. Επίσης, αναφέρω ότι κατά τον Μάιο του 2024 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2024 λάμβανα επίδομα ασθένειας, αφού είχα τραυματίσει το χέρι μου, με αποτέλεσμα το ετήσιο συνολικό εισόδημα μου το έτος 2024 να ανέρχεται στο ποσό των €12.436. Επισυνάπτω στην παρούσα ως Τεκμήριο 1, αναλυτικές καταστάσεις αποδοχών για τα έτη 2009 μέχρι 2025. »
Εν πολλοίς, ο Καθ’ ου η αίτηση επαναλαμβάνει τα πιο πάνω στην παράγραφο 32.13 καθώς και σε άλλα σημεία της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση του στην επίδικη αίτηση.
7. Εκτιμώντας σφαιρικά τη μαρτυρία του, κρίνω ότι ο Καθ' ου η αίτηση κατέδειξε πως η μείωση των εισοδημάτων του κατά την περίοδο 2009-2012 οφειλόταν πράγματι σε γεγονότα ή καταστάσεις εκτός του ελέγχου του. Σημειώνω περαιτέρω ότι παρά τη σταθεροποίηση που παρατηρείται από το 2013 και εντεύθεν, τα εισοδήματά του παρέμειναν σε επίπεδα αισθητά χαμηλότερα εκείνων του 2008. Το στοιχείο αυτό αξιολογείται σε συνδυασμό με την οικονομική του κατάσταση κατά τον κρίσιμο χρόνο υποβολής της αίτησης για το προστατευτικό διάταγμα, ζήτημα το οποίο εξετάζεται κατωτέρω. Για μέρος του 2023 και για μέρος του 2024, λαμβάνεται βεβαίως υπόψη ότι προέκυψαν γεγονότα εκτός του ελέγχου του, ήτοι η ανεργία και το ατύχημα αντίστοιχα. Σε σχέση με τα έτη 2013-2015 επισημαίνεται επίσης ότι ενεργοποιείται το τεκμήριο του άρθρου 72(2), με αποτέλεσμα, ελλείψει αντίθετης μαρτυρίας από την Αιτήτρια, να θεωρείται ότι η εν λόγω μείωση συνδεόταν με την οικονομική κρίση.
8. Το ζήτημα που απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο, κατά τον κρίσιμο χρόνο υποβολής της αίτησης για έκδοση προστατευτικού διατάγματος, συνέτρεχε η απαιτούμενη από το άρθρο 72(1)(ε) ουσιαστική μείωση του εισοδήματος κατά τουλάχιστον 25%. Επαναξιολογώντας όλα τα ενώπιον μου στοιχεία, προκύπτει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο το εισόδημα του Αιτητή υπολειπόταν κατά τουλάχιστον 25% σε σχέση με το επίπεδο που είχε πριν από την επέλευση των επικαλούμενων γεγονότων. Επισημαίνεται ότι ο χρόνος που ενδιαφέρει εκτείνεται «από το 2009 και εντεύθεν και πριν από την αίτηση για έκδοση προστατευτικού διατάγματος».
Η πιο πάνω προϋπόθεση δεν αφορά μόνο το χρονικό διάστημα εντός του οποίου πρέπει να έχουν επέλθει τα γεγονότα ή οι καταστάσεις που προκάλεσαν τη μείωση του εισοδήματος, αλλά και το κατά πόσο η εν λόγω μείωση εξακολουθεί να συντρέχει κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης για έκδοση προστατευτικού διατάγματος, αφού μόνο τότε τίθεται το ζήτημα κατά πόσο ο χρεώστης πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 72(1)(ε) για να ζητήσει την επιβολή ΠΣΑ παρά την απόρριψή του από τη συνέλευση των πιστωτών.
Εφόσον, σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, τα γεγονότα εκτός του ελέγχου του Καθ' ου η αίτηση άρχισαν να επέρχονται κατά το 2009, το τελευταίο πλήρες έτος πριν από την επέλευσή τους είναι το 2008 και αυτό αποτελεί το κατάλληλο σημείο αναφοράς για την εκτίμηση της μείωσης. Όπως προκύπτει από τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, οι αποδοχές του Καθ' ου η αίτηση για το έτος 2008 ανέρχονταν σε €22.353. Η μείωση που άρχισε να επέρχεται κατά το 2009, ως αποτέλεσμα των πιο πάνω γεγονότων, εξακολούθησε να υφίσταται καθ' όλη τη σχετική περίοδο και παρέμενε κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης για έκδοση προστατευτικού διατάγματος σε ποσοστό μεγαλύτερο του απαιτούμενου 25%.
Ειδικά για τον χρόνο υποβολής της αίτησης για έκδοση προστατευτικού διατάγματος, οπότε υπήρξε αύξηση των αποδοχών του Καθ’ ου η αίτηση, οι μηνιαίες αποδοχές του Καθ’ ου η αίτηση ανέρχονταν σε ποσό €1.299. Οι μέσες μηνιαίες αποδοχές του για το έτος 2008 ανέρχονταν σε €1.862,75 (€22.353 ? 12). Συγκρινόμενες με τις μηνιαίες αποδοχές του κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης (€1.299), προκύπτει μείωση της τάξης του 30% περίπου, ποσοστό μεγαλύτερο του απαιτούμενου 25%.
Κατά συνέπεια, καταλήγω ότι πληρούνταν η προϋπόθεση του άρθρου 72(1)(ε) του Νόμου.
3. Παράλειψη πλήρους και ακριβούς αποκάλυψης πληροφοριών στην Κατάσταση Προσωπικών Οικονομικών Στοιχείων (ΚΠΟΣ) - Μη πλήρωσης των κριτηρίων που θέτουν τα άρθρα 72(1)(γ) και 72(1)(στ)(i) του Νόμου
Έχοντας μελετήσει το σύνολο των ισχυρισμών της Αιτήτριας, θεωρώ ότι στην πραγματικότητα περιορίζεται σε γενικούς ισχυρισμούς, χωρίς να θέσει οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που να θέτει προς συζήτηση ζήτημα μη ακριβούς αποκάλυψης στην ΚΠΟΣ ή απόκρυψης στοιχείων. Περαιτέρω, δεν έχει αμφισβητηθεί από μέρους της Αιτήτριας ούτε ότι ο Σύμβουλος έχει επιβεβαιώσει ότι η ΚΠΟΣ είναι πλήρης, ακριβής και αληθής, ούτε ότι το Τμήμα Αφερεγγυότητας προέβη σε σχετική έρευνα και/ή έλεγχο σε όλες τις αρμόδιες υπηρεσίες, πριν την έκδοση του προστατευτικού πιστοποιητικού. Επί τούτων, σχετικά είναι τόσο η δήλωση του Συμβούλου όσο και το προστατευτικό πιστοποιητικό (βλ. τεκμήρια Β και Δ στην αίτηση για έκδοση προστατευτικού πιστοποιητικού).
Περαιτέρω, η Αιτήτρια είχε ενώπιον της περιουσιακή κατάσταση του Καθ’ ου η αίτηση ημερομηνίας 18/6/2008 (βλ. το Τεκμήριο Γ2, σελ. 7-8, της αίτησης για έκδοση προστατευτικού διατάγματος, η οποία εξ όσων γίνεται αντιληπτό συμπληρώθηκε κατά τη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 24/6/2008 ανωτέρω), την κατάσταση περιουσιακών οικονομικών στοιχείων ημερομηνίας 14/6/2018, η οποία συνοδεύει τη συμφωνία που επισύναψε η Αιτήτρια στην επίδικη αίτηση ως τεκμήριο 2 και βεβαίως την επίδικη ΚΠΟΣ. Δεν προκύπτει να έχει αμφισβητήσει σε οποιοδήποτε στάδιο τις πληροφορίες που καταγράφονται στα εν λόγω έγγραφα, ούτε όμως να έχει ζητήσει οποιαδήποτε πληροφορία ή έγγραφο από ή να έθεσε κάποιο ερώτημα στο Σύμβουλο, είτε κατά τη συνέλευση των πιστωτών είτε σε άλλη περίπτωση, και να μην της δόθηκε. Επομένως, δεν μπορεί εκ των υστέρων να προβάλλει γενικώς ότι υπήρξε ελλιπής αποκάλυψη, χωρίς να προσδιορίζει ποια συγκεκριμένη πληροφορία ήταν ανακριβής ή αποσιωπήθηκε.
Συνοψίζοντας, αποτελεί διαπίστωση μου ότι δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε ανακρίβεια ή απόκρυψη. Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου έχει καταδειχθεί ότι η συνολική αξία των στοιχείων του Καθ’ ου η αίτηση, εξαιρουμένης της κύριας κατοικίας του, δεν υπερβαίνει τις €350.000 και ότι ο Σύμβουλος έχει υπογράψει δήλωση με την οποία επιβεβαιώνει ότι οι πληροφορίες που περιέχονται στην ΚΠΟΣ, εξ όσων γνωρίζει, είναι αληθείς, ακριβείς και πλήρεις.
Συνεπώς, απορρίπτονται οι θέσεις της Αιτήτριας ότι δεν πληρούνται τα κριτήρια των άρθρων 72(1)(γ) και 72(1)(στ)(i) του Νόμου.
4. Μη πλήρωση του κριτηρίου του άρθρου 72 (1)(στ)(ii) και του άρθρου 35(1)(γ)
Σύμφωνα με το άρθρο 72 (1)(στ)(ii):
« 72.-(1) Σε περίπτωση που Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής απορρίφθηκε από τη συνέλευση των πιστωτών, σύμφωνα με τις διατάξεις μη συναινετικό του Τίτλου ΙΙ του παρόντος Κεφαλαίου και πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις-
……………..
(στ) ο σύμβουλος αφερεγγυότητας έχει υπογράψει δήλωση με την οποία επιβεβαιώνει ότι, έχει την άποψη ότι-
……………..
(ii) χρεώστης πληροί τα κριτήρια επιλεξιμότητας των άρθρων 35 και του παρόντος άρθρου για να αιτηθεί στο δικαστήριο για την έκδοση διατάγματος σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Τίτλου II παρόντος Τίτλου. »
Περαιτέρω, το άρθρο 35 (1)(γ) προνοεί ότι:
« 35.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου και του παρόντος Κεφαλαίου, χρεώστης είναι επιλέξιμος για να υποβάλει πρόταση για Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής, εάν πληροί τα ακόλουθα κριτήρια –
……………
(γ) υπάρχει εύλογη προοπτική ότι η συμμετοχή του χρεώστη σε τέτοιο διακανονισμό θα τον διευκολύνει να καταστεί φερέγγυος σε περίοδο όχι μεγαλύτερη των πέντε (5) ετών, σύμφωνα με την δήλωση του συμβούλου αφερεγγυότητας, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 32. »
Κατ’ αρχάς, επισημαίνεται ότι, εν προκειμένω, ο Σύμβουλος, τόσο στη δήλωση του στην αίτηση για έκδοση προστατευτικού πιστοποιητικού (βλ. τεκμήριο Β) όσο και στη δήλωση του στην αίτηση επιβολής (βλ. τεκμήριο 12), μεταξύ άλλων, έχει δηλώσει ότι ο Καθ’ ου η αίτηση πληροί τα κριτήρια επιλεξιμότητας σύμφωνα με το Νόμο και ότι υπάρχει εύλογη προοπτική η συμμετοχή του τελευταίου στο διακανονισμό να τον διευκολύνει να καταστεί φερέγγυος μέσα σε περίοδο όχι μεγαλύτερη των πέντε ετών.
Η Αιτήτρια προβάλλει τη θέση ότι το επίδικο ΠΣΑ δεν είναι βιώσιμο και δεν υπάρχει εύλογη προοπτική ο Καθ’ ου η αίτηση να καταστεί φερέγγυος σε περίοδο όχι μεγαλύτερη των πέντε ετών. Από τη μελέτη των όσων αναφέρει ο Παπαλαμπριανού στις παραγράφους 32 (32.1-32.7) – 34, το πρώτο γενικό σχόλιο μου είναι ότι γίνεται μια προσπάθεια από μέρους του να αποδομήσει το ΠΣΑ με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς ή/και σενάρια. Επίσης, προκύπτουν δύο σοβαρές ανακρίβειες κατά την επιχειρηματολογία του, αφού αναφέρει ότι ο Καθ’ ου η αίτηση θα καταβάλλει δόσεις μέχρι την ηλικία των 80 ετών και ότι το ΠΣΑ προνοεί για καταβολές ποσών από τα παιδιά του Καθ’ ου η αίτηση. Επί τούτων, αναφέρεται αφενός ότι με βάση τις πρόνοιες του ΠΣΑ οι δόσεις θα καταβάλλονται μέχρι την ηλικία των 70 ετών περίπου (βλ. σελίδα 3 του τεκμηρίου 10 στην αίτηση), ενώ αφετέρου καμία αναφορά δεν εντοπίζεται στο ΠΣΑ για καταβολές δόσεων από παιδιά.
Σε κάθε περίπτωση, σημειώνω ότι με βάση τα δεδομένα που τίθενται στο επίδικο ΠΣΑ, σε συνάρτηση με το σύνολο των στοιχείων που το στηρίζουν και τα οποία βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει κατά την κρίση μου ότι υφίσταται η εύλογη προοπτική να καταστεί φερέγγυος μέσα σε περίοδο όχι μεγαλύτερη των πέντε ετών. Από το εισόδημα του Καθ’ ου η αίτηση και της συζύγου του, αφαιρούμενων των μηνιαίων αποκοπών και των λογικών εξόδων διαβίωσης, προκύπτει ότι το διαθέσιμο ποσό είναι €650. Πρόκειται για τη μηνιαία δόση που προτείνεται στο ΠΣΑ προς εξόφληση του εξασφαλισμένου χρέους των €130.000. Ως προς το ανεξασφάλιστο χρέος των €20.768,35, αυτό θα παραμείνει «παρκαρισμένο» και εφόσον ο Καθ’ ου η αίτηση συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του που καθορίζονται στο ΠΣΑ, θα απαλλαγεί από το εν λόγω χρέος.
Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη και το σκοπό της επίδικης νομοθεσίας[8], δεν μπορεί να αντικρίσει τα πράγματα με το φακό που τα βλέπει η Αιτήτρια. Σίγουρα οι περιστάσεις ενός ανθρώπου στην πορεία μπορούν να διαφοροποιηθούν, όπως μπορεί να συμβεί με τον Καθ’ ου η αίτηση και τη σύζυγο του, όμως δεν μπορεί το Δικαστήριο να αποφασίσει με βάση υποθετικά, μελλοντικά σενάρια. Ο Καθ’ ου η αίτηση και η σύζυγος του ενόσω προχωρά ο χρόνος θα μεγαλώνουν ηλικιακά και το ίδιο θα συμβεί με το παιδί τους, ενώ οι οικονομικές τους συνθήκες ενδεχομένως να διαφοροποιηθούν. Αυτό είναι λογικά αναμενόμενο και τούτο υπαγορεύει η πείρα της ζωής ότι μπορεί να συμβεί. Η διαφοροποίηση βεβαίως μπορεί να είναι προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο, και όχι κατ’ ανάγκην προς το χειρότερο.
Σε ηλικία 70 ετών βεβαίως, ο Καθ’ ου η αίτηση είναι πιθανόν να λαμβάνει σύνταξη, όμως από την άλλη δεν υφίσταται υποχρεωτικός τερματισμός της απασχόλησης λόγω συνταξιοδότησης και δεν είναι ασυνήθες, πρόσωπα, είτε εκούσια είτε αναγκαστικά, να συνεχίζουν να εργάζονται και μετά το 65ο έτος της ηλικίας τους. Πάντως, η σύγκριση της παρούσας με την πρωτόδικη απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 50 της αγόρευσης του συνηγόρου της Αιτήτριας, όπου ο καθ’ ου η αίτηση ήταν ήδη συνταξιούχος και η σύζυγος του δεν εργαζόταν, με κάθε σεβασμό λέω ότι δεν μπορεί να γίνει κατανοητή. Ο Καθ’ ου η αίτηση στην παρούσα είναι ηλικίας 46 χρονών περίπου[9] και η σύζυγος του 48 ετών περίπου[10]. Αμφότεροι εργάζονται και, λαμβανομένης υπόψη και της ηλικίας τους, έχουν ενώπιόν τους σημαντικό χρονικό διάστημα κατά το οποίο δύνανται να παραμένουν οικονομικά ενεργοί.
Σχετικά με το ζήτημα που απασχολεί παραπέμπω και στα όσα ανέφερε ο αδελφός δικαστής Χρ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε), στην απόφαση του ημερομηνίας 17/6/2022, Αναφορικά με την Ε.Α., ΠΣΑ 35/2021, με τα οποία συμφωνώ:
« Το πιο πάνω ζήτημα αλλά και κατά πόσο υπάρχει εύλογη προοπτική με το ΠΣΑ να διευκολυνθεί ο χρεώστης να καταστεί φερέγγυος σε περίοδο όχι μεγαλύτερη των (5) ετών, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 35(1)(γ) του Νόμου, είναι ζήτημα γεγονότων σε κάθε περίπτωση. Οι περιστάσεις του χρεώστη δεν μπορεί να είναι σταθερές και υπόκεινται σε γεγονότα και αλλαγές κατά τη διάρκεια των χρόνων τα οποία μπορεί είτε να βελτιώσουν είτε να χειροτερεύσουν τις προοπτικές συμμόρφωσης του με τους όρους του Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωμής (βλ. In the Matter of Keith Cremin of Subulter, Cecilstown, Mallow, Co. Cork (A Debtor), [2021] IEHC 80).
Περαιτέρω, θα πρέπει να λεχθεί ότι σκοπός του Νόμου και του Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωμής δεν είναι να βεβαιώνει τη συνεχή φερεγγυότητα του χρεώστη και μετά από αυτό. Ο Νόμος δεν προστατεύει από απρόβλεπτα γεγονότα τα οποία μπορεί να οδηγήσουν στην αποτυχία του Σχεδίου κατά τη διάρκεια του ή μεταγενέστερα. Ο σκοπός του Νόμου είναι να παράσχει ένα τρόπο ή μέσο για συντεταγμένη αποπληρωμή του χρέους και όχι να εγγυάται τη συνεχή φερεγγυότητα του χρεώστη έξω από το χρονοδιάγραμμα ενός σχεδίου (βλ. In Re Dunne (a debtor) [2017] IEHC 59). »
Εν πάση περιπτώσει, επισημαίνεται ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν έχουν τεθεί συγκεκριμένα στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία εφόσον συνυπολογιστούν σε αυτό το στάδιο, να μπορεί το Δικαστήριο να οδηγηθεί εκ των προτέρων στο συμπέρασμα ότι το ΠΣΑ δεν είναι βιώσιμο και ότι περαιτέρω δεν υπάρχει εύλογη προοπτική ο Καθ’ ου η αίτηση να καταστεί φερέγγυος σε περίοδο όχι μεγαλύτερη των πέντε ετών. Τονίζεται ότι ο Νόμος θέλει να υπάρχει εύλογη προοπτική και όχι βεβαιότητα.
Εξάλλου, το ΠΣΑ προβλέπει ότι οι περιστάσεις και συνθήκες του Καθ’ ου η αίτηση θα αναθεωρούνται από τον Σύμβουλο σε τακτά χρονικά διαστήματα, τα οποία σε κάθε περίπτωση δεν μπορούν να είναι μεγαλύτερα των δώδεκα (12) μηνών, κατά τη διάρκεια της περιόδου που το ΠΣΑ είναι σε ισχύ και αναλόγως θα μπορεί να προτείνει τροποποίηση (βλ. και άρθρο 46(2)(ι) του Νόμου). Σε περίπτωση αύξησης των εισοδημάτων, το ΠΣΑ θα τροποποιηθεί ούτως ώστε να πληρώνονται οι ανάλογες δόσεις για το μη εξασφαλισμένο χρέος. Επίσης, σε περίπτωση ουσιαστικής αλλαγής στην οικονομική κατάσταση του Καθ’ ου η αίτηση, ο Σύμβουλος με δική του πρωτοβουλία ή κατόπιν αίτησης μπορεί να προτείνει τροποποίηση του ΠΣΑ [βλ. άρθρα 46(2)(μ), 64(2)(3)].
Περαιτέρω, συνυπολογίζεται μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία που αναφέρθηκαν και ότι, όπως προκύπτει από τον Νόμο [άρθρο 69(1)] και επαναλαμβάνεται στο ΠΣΑ, «σε περίπτωση που ο χρεώστης παρουσιάσει καθυστέρηση στις πληρωμές του, όπως αυτές προκύπτουν από το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής, για περίοδο έξι (6) μηνών, το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής τεκμαίρεται ότι έχει αποτύχει και τερματίζεται, όταν o σύμβουλος αφερεγγυότητας ενημερώνει την Υπηρεσία Αφερεγγυότητας και το χρεώστη για το γεγονός αυτό.»
Επισημαίνεται ακόμη ότι σε περίπτωση αποτυχίας του ΠΣΑ, ο Καθ’ ου η αίτηση θα είναι υπεύθυνος για το ποσό του χρέους ως είχε, αμέσως πριν την επιβολή του ΠΣΑ (βλ. το άρθρο 70(1) του Νόμου).
Έχοντας όλα τα πιο πάνω υπόψη, δεν διαπιστώνεται ότι ο σκοπός του Καθ’ ου αίτηση είναι να εμποδιστεί ή να καθυστερήσει η Αιτήτρια από το να εισπράξει το λαβείν της, όπως αναφέρεται στην αίτηση.
Καταληκτικά, η θέση της Αιτήτριας απορρίπτεται.
5. Το ΠΣΑ δεν θέτει την Αιτήτρια στην ίδια ή σε καλύτερη θέση
Σύμφωνα με το άρθρο 73 (1)(2) του Νόμου:
« 73.-(1) Το δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα κατόπιν αίτησης που υποβάλλεται δυνάμει του άρθρου 72 του παρόντος Νόμου μόνο στις περιπτώσεις που το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής που απορρίφθηκε από τους πιστωτές, θα είχε ως αποτέλεσμα να θέσει τους πιστωτές στην ίδια ή σε καλύτερη θέση από αυτήν στην οποία τέτοιοι πιστωτές θα ευρίσκονταν εάν η περιουσία του χρεώστη εδιατίθετο σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Πτώχευσης Νόμου, εξαιρουμένων των περιουσιακών στοιχειών που δεν διατίθενται και τηρουμένης της σειράς προτεραιότητας των χρεών:
(2) Για σκοπούς αξιολόγησης ως προς το κατά πόσο το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής, το οποίο οι πιστωτές έχουν απορρίψει σε συνέλευσή τους σύμφωνα με τις διατάξεις του Τίτλου ΙΙ του παρόντος Κεφαλαίου, έχει ως αποτέλεσμα να θέσει τους πιστωτές στην ίδια ή σε καλύτερη θέση από αυτήν στην οποία αυτοί θα ευρίσκονταν, εάν η περιουσία του χρεώστη εδιατίθετο σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Πτώχευσης Νόμου, το δικαστήριο δύναται να λαμβάνει υπόψη την έκθεση την οποία εκδίδει ο σύμβουλος αφερεγγυότητας, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 52, καθώς και οποιαδήποτε άλλα έγγραφα ή στοιχεία που το δικαστήριο κρίνει σχετικά. »
(έμφαση δοθείσα)
Με βάση την έκθεση του Συμβούλου (πρόταση για ΠΣΑ – υπό τον τίτλο «Γ. Υποχρεωτικές προϋποθέσεις σχετικά με το προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής», σελ.5, παρ.2):
« 2. Η πιο πάνω πρόταση για Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής αναφορικά με τον χρεώστη ΑΡΙΣΤΡΑΡΧΟΣ ΚΟΤΙΔΗΣ (ΑΡ.ΕΛΛ.Τ. Χ948787) και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46 (2) (δ), θα έχει ως αποτέλεσμα για τους πιστωτές και λαμβανομένων υπόψη των οικονομικών περιστάσεων, να θέσει τους πιστωτές στην ίδια ή καλύτερη θέση από αυτήν στην οποία θα ευρίσκονταν εάν η περιουσία διατίθετο σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Πτωχεύσεως Νόμου. Οι εξασφαλισμένοι πιστωτές με βάση το προτεινόμενο Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής, θα λάβουν όλο το εξασφαλισμένο χρέος τους, πλέον τόκους και ως εκ τούτου βρίσκονται στην ίδια ή καλύτερη θέση από αυτήν στην οποία θα ευρίσκονταν εάν η περιουσία διατίθετο σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Πτωχεύσεως Νόμου. Σε περίπτωση πτώχευσης το ακίνητο (κύρια κατοικία του χρεώστη) θα διατίθετο μέσω πλειστηριασμού στην καταναγκαστική του αξία (€98.000). Από αυτό το ποσό θα αφαιρούνταν τυχόν κεφαλαιουχικοί φόροι και άλλα έξοδα μεταβίβασης καθώς και η αμοιβή του Επίσημου Παραλήπτη/Διαχειριστή περίπου 11%. Χωρίς να είναι βέβαιο ότι θα υπήρχε αγοραστής καθώς το ακίνητο δεν είναι κενό κατοχής. Ως εκ τούτου με το σχέδιο ΠΣΑ οι πιστωτές βρίσκονται στην ίδια ή καλύτερη θέση από αυτήν στην οποία θα ευρίσκονταν εάν η περιουσία διατίθετο σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Πτώχευσης Νόμου. »[11]
Ο Παπαλαμπριανού στις παραγράφους 35-42 της ένορκης του δήλωσης επιχειρεί να αποδομήσει τη θέση του Συμβούλου και να καταδείξει ότι αντίθετα η Αιτήτρια αδικείται με τον προτεινόμενο τρόπο αποπληρωμής και ότι θα βρίσκεται σε χειρότερη θέση από την εφαρμογή του ΠΣΑ. Οι θέσεις του απορρίπτονται βεβαίως από τον Καθ’ ου η αίτηση.
Έχοντας θέσει ενώπιον μου τις θέσεις αμφότερων των μερών, ακολουθούν κάποιες παρατηρήσεις του Δικαστηρίου για τις θέσεις του Παπαλαμπριανού, οι οποίες θεωρώ ότι εν πολλοίς βασίζονται σε γενικά, υποθετικά σενάρια και εκφεύγουν του ουσιαστικού ερωτήματος που καλείται να απαντήσει το Δικαστήριο.
Η βασική θέση του είναι ότι, σε περίπτωση μη εφαρμογής του ΠΣΑ, η Αιτήτρια μπορεί να λάβει το ποσό των €130.000 άμεσα, δια της ενεργοποίησης των διατάξεων του Μέρους VIA του Ν.9/1965, αντί σε 25 χρόνια.
Κατ’ αρχάς, είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι ο Ν.9/1965 είναι άσχετος με τα ζητήματα που καλείται να αποφασίσει το Δικαστήριο στην παρούσα. Οι διατάξεις του Ν.9/1965 και τα δικαιώματα και δυνατότητες που ο Νόμος εκείνος παρέχει σε ενυπόθηκο δανειστή, δεν υπεισέρχονται στην κρίση του Δικαστηρίου για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας.
Περαιτέρω, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ότι μέσω του ΠΣΑ, η Αιτήτρια δεν θα εισπράξει αμέσως το λαβείν της αλλά αυτό θα γίνει σε βάθος χρόνου. Ο Νόμος είναι δομημένος κατά τρόπο που να δίνεται η δυνατότητα με «λογικό και οργανωμένο τρόπο» να αντιμετωπιστούν οφειλές του επιλέξιμου χρεώστη. Εκ των πραγμάτων, αυτό προϋποθέτει ότι οι πιστωτές θα εισπράττουν την οφειλή στην πορεία του ΠΣΑ και όχι αμέσως.
Πέραν όμως και ανεξάρτητα τούτου, σημειώνω ότι η συγκεκριμένη θέση δεν λαμβάνει υπόψη διάφορες παραμέτρους. Κατά πρώτον ότι το ακίνητο μπορεί να πωληθεί στην αξία καταναγκαστικής πώλησης (€98.000) και ότι προκύπτει ζήτημα αφαίρεσης φόρων και εξόδων. Επί τούτου, αναφέρω ότι ο μάρτυρας δεν έχει παρουσιάσει οποιαδήποτε στοιχεία για να θέσει υπό αμφισβήτηση την αναφορά του Συμβούλου ότι από το ποσό της πώλησης «θα αφαιρούνταν τυχόν κεφαλαιουχικοί φόροι και άλλα έξοδα μεταβίβασης καθώς και η αμοιβή του Επίσημου Παραλήπτη/Διαχειριστή περίπου 11%.» Αντίθετα, εκ της αναφοράς του ότι το εν λόγω ποσοστό «ενδέχεται να είναι χαμηλότερο», συνάγεται ότι αποδέχεται ότι δύναται να φτάσει μέχρι το συγκεκριμένο ποσοστό. Περαιτέρω, οι αναφορές στην αμοιβή του ιδιώτη διαχειριστή 1% ως γενικές, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές.
Επίσης, δεν λαμβάνει υπόψη το ενδεχόμενο να υπάρξει σοβαρός προβληματισμός για την αγορά από πιθανούς αγοραστές και το ενδεχόμενο μη επίδειξης ενδιαφέροντος εν τέλει, αφού το ακίνητο δεν είναι ελεύθερο κατοχής.
Ως προς τα υπόλοιπα ζητήματα που τίθενται, αναφέρονται τα εξής.
Γίνεται αναφορά για ασάφειες στον χρόνο διαγραφής του ανεξασφάλιστου χρέους και ως προς το ύψος της τελευταίας δόσης. Κατά την κρίση μου όμως δεν υπάρχει καμία ασάφεια. Για τον χρόνο διαγραφής του ανεξασφάλιστου χρέους, τόσο στην σελίδα 2 του ΠΣΑ (υπό τον τίτλο «2. Μη εξασφαλισμένο χρέος ποσού €20.768,35»), όσο και στην παράγραφο 13 στην τελευταία σελίδα, γίνεται σαφές ότι το ανεξασφάλιστο χρέος θα διαγραφεί με τη λήξη του ΠΣΑ, του οποίου η διάρκεια είναι 60 μήνες (βλ. και άρθρο 46(2)(β) του Νόμου). Περαιτέρω, για το ύψος της τελευταίας δόσης, σημειώνω ότι ο καθορισμός της είναι ζήτημα μαθηματικού υπολογισμού. Σε κάθε περίπτωση, το ΠΣΑ δεν καθίσταται ανακριβές ή η επιτυχία του ακροασφαλής, όπως ισχυρίζεται η Αιτήτρια, απλά και μόνον δεν αναφέρεται το ποσό της τελευταίας δόσης.
Περαιτέρω, δεν προκύπτει από το Νόμο ότι στην πρόταση για το ΠΣΑ πρέπει να υπάρχει πρόνοια για τρίτα πρόσωπα, ήτοι τους εγγυητές, και για την ακίνητη περιουσία τους που προστατεύεται. Οι εγγυητές τυγχάνουν μεταχείρισης σύμφωνα με το άρθρο 67 του Νόμου.
Ως προς την αναφορά του ότι το επιτόκιο αντιβαίνει το ποσοστό τόκου που προνοεί η δανειακή σύμβαση, σημειώνω ότι με δεδομένα όσα αναφέρθηκαν για τη δανειακή σύμβαση του 2018 στην οποία παρέπεμψε κατά τη μαρτυρία του, η θέση του παραμένει μετέωρη.
Τέλος, σε σχέση με την εξόφληση του ανεξασφάλιστου χρέους, ό,τι θα αναφέρει το Δικαστήριο με σεβασμό είναι πως η εικόνα που παρουσιάζει, μετά την πώληση μάλιστα του ακινήτου προς εξόφληση του εξασφαλισμένου χρέους και την δημιουργία εξ αυτού νέων αναγκών για τη στέγαση της οικογένειας κλπ, συνιστά ανεπίτρεπτη υπεραπλούστευση της κατάστασης και ούτε λαμβάνει υπόψη ότι σε περίπτωση πτώχευσης η διαχείριση της περιουσίας θα γίνεται από το διαχειριστή.
Ως εκ των ανωτέρω, θεωρώ πως η θέση της Αιτήτριας, η οποία δεν στηρίζεται στα κριτήρια του άρθρου 73, θα πρέπει να απορριφθεί.
Υπό τις περιστάσεις λοιπόν δεν θεωρώ ότι η Αιτήτρια θα βρεθεί σε δυσμενέστερη θέση από την εφαρμογή του ΠΣΑ, παρά εάν η περιουσία διατίθετο σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Πτώχευσης Νόμου. Αντίθετα, το ΠΣΑ προβλέπει ότι η Αιτήτρια διατηρεί την υποθήκη επί του ακινήτου και συνεχίζει να παραμένει ενυπόθηκος δανειστής. Περαιτέρω, με την πιστή τήρηση του ΠΣΑ θα εισπράξει συνολικό ποσό μεγαλύτερο παρά εάν ο Καθ’ ου η αίτηση κηρυσσόταν σε πτώχευση.
Συνεπώς, η Αιτήτρια όχι μόνον δεν θα βρεθεί σε δυσμενέστερη θέση από την εφαρμογή του ΠΣΑ παρά από την πτώχευση του Καθ’ ου η αίτηση, αλλά ευνοείται από τις πρόνοιες του.
Κατά συνέπεια, πληρούται και η προϋπόθεση του άρθρου 73.
Λοιποί λόγοι ένστασης του Καθ’ ού η αίτηση
Υπό τις περιστάσεις, δεν κρίνεται αναγκαία η εξέταση των λοιπών λόγων ένστασης του Καθ' ου η αίτηση, οι οποίοι δεν έχουν ήδη απαντηθεί ανωτέρω, καθότι, όπως προκύπτει από την προηγηθείσα ανάλυση, όλοι οι λόγοι ακύρωσης που προέβαλε η Αιτήτρια έχουν απορριφθεί.
Συνεπώς, αποτελεί συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι η όλη διαδικασία κινήθηκε από τον Καθ' ου η αίτηση καλόπιστα και ότι συνέτρεχαν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την επιβολή του επίδικου ΠΣΑ στους πιστωτές.
Κατάληξη
Υπό το φως όλων των ανωτέρω, η αίτηση απορρίπτεται.
Τα έξοδα της αίτησης €2.500.- συμπεριλαμβανομένων ΦΠΑ και πραγματικών εξόδων επιδικάζονται υπέρ του Καθ’ ου η αίτηση/Χρεώστη και εναντίον της Αιτήτριας/Πιστώτριας.
(Υπ.) ……………..………………..
Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ.
Πιστόν Αντίγραφον
Πρωτοκολλητής
[1] Για μια γενική αναφορά στις πρόνοιες και τους σκοπούς του Νόμου και ειδικότερα στις προϋποθέσεις που καθορίζει, προκειμένου να εγκριθεί και εφαρμοστεί αίτημα για ΠΣΑ, βλέπε Hellenic Public Company Limited v. Δημητράκη Αναστασίου, Πολ.Έφ. Ε129/22, ημερ.18/1/2024.
[2] Το εδάφιο 2 του άρθρου 72 προνοεί τα εξής : «(2) Για τους σκοπούς της παραγράφου (ε) του εδαφίου (1), τεκμαίρεται ότι οποιαδήποτε μείωση στα εισοδήματα την οποία υπέστη ο χρεώστης από το έτος 2012 και μέχρι την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος Νόμου οφείλεται σε γεγονότα ή καταστάσεις εκτός του ελέγχου του χρεώστη και πιο συγκεκριμένα στην οικονομική κρίση, εκτός εάν ο πιστωτής μπορεί να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι ο λόγος για τον οποίο ο χρεώστης αδυνατεί να αποπληρώσει τα χρέη του είναι άλλος από την οικονομική κρίση.»
[3] Με βάση την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 2 του Νόμου «καθορισμένος πιστωτής», σε σχέση με προστατευτικό διάταγμα, σημαίνει πιστωτή που καθορίζεται σε προστατευτικό διάταγμα το οποίο βρίσκεται σε ισχύ, ως πρόσωπο στο οποίο οφείλεται συγκεκριμένο χρέος και, σε σχέση με Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής, σημαίνει πιστωτή, μέρος σε Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής που έχει επικυρωθεί ή επιβληθεί από το δικαστήριο σύμφωνα με τις διατάξεις του Κεφαλαίου 2, του Τρίτου Μέρους και το οποίο βρίσκεται σε ισχύ.
[4] Ως προς τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να αντλήσει πληροφόρηση από τον φάκελο της υπόθεσης βλ. Κύπρος Γεωργίου v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ (Αρ. 2) (1999) 1 ΑΑΔ 1938.
[5] Έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας της Αιτήτριας και την αγόρευση του συνηγόρου της (βλ. παρ.2), γίνεται σαφές ότι το αίτημα περιορίζεται στο συγκεκριμένο διάταγμα και όχι σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο διάταγμα παράτασης της ισχύος του.
[6] Kαι τεκμήριο 7 στην αίτηση επιβολής.
[7] Kαι τεκμήριο 11 στην αίτηση επιβολής.
[8] Βλ. και προοίμιο, όπου, μεταξύ άλλων, αναφέρεται και ότι «Επειδή, θα πρέπει να υποβοηθηθούν αφερέγγυοι χρεώστες να αντιμετωπίσουν τις οφειλές τους, περιλαμβανομένης και της δυνατότητας διαγραφής οφειλών, κάτω από κάποιες προϋποθέσεις και στη βάση καθορισμένης διαδικασίας, έτσι ώστε να αποφεύγεται η πτώχευση και να διευκολύνεται η ενεργός συμμετοχή των προσώπων αυτών στην οικονομική δραστηριότητα στη Δημοκρατία·»
[9] Ημερομηνία γέννησης 30/11/1980 (βλ. ΚΠΟΣ, τεκμήριο 9 αίτησης, σελ.1).
[10] Ημερομηνία γέννησης 7/8/1982 (βλ. ΚΠΟΣ, τεκμήριο 9 αίτησης, σελ.1).
[11] Βλ. άρθρο 72 (1) (στ) (iv).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο