Κυριάκου Φυρίλλα ν. Μάριου Γεωργίου κ.α., Αγωγή αρ.: 4325/2016, 6/8/2026
print
Τίτλος:
Κυριάκου Φυρίλλα ν. Μάριου Γεωργίου κ.α., Αγωγή αρ.: 4325/2016, 6/8/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ.                      

 

                                                                                                         Αγωγή αρ.: 4325/2016

 

Mεταξύ:

 

Κυριάκου Φυρίλλα

 

                                                                                                                        Ενάγοντα

και

 

                                                  1. Μάριου Γεωργίου

                                                  2. Βασίλη Μπίσσα

                                        

Εναγόμενων

-----------------------------------------------------

 

Ημερομηνία: 6/8/2026

 

Εμφανίσεις:

Για τον Ενάγοντα: κ. Σ. Βασίλακκας για Ε. Φλουρέντζου & Σία ΔΕΠΕ.

Για τους Εναγόμενους 1 και 2: κ. Α. Γεωργίου.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Εισαγωγή

Η απόφαση του Δικαστηρίου (υπό διαφορετική σύνθεση), ημερομηνίας 17/1/2018, με την οποία διατάχθηκε η προδικαστική εκδίκαση νομικού σημείου, δεν οδήγησε τελικά στην επίλυση του. Όπως δήλωσε ο συνήγορος των Εναγόμενων, ο οποίος τους εκπροσωπεί από την έναρξη της διαδικασίας, το αίτημα ουδέποτε εγκαταλείφθηκε, αλλά η προώθησή του παραμερίστηκε λόγω των μεταγενέστερων διαδικαστικών διαβημάτων.

 

Εκείνο που έχει σημασία για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης είναι ότι οι συνήγοροι των μερών, πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, επανέφεραν το ζήτημα ενώπιον του Δικαστηρίου και υπέβαλαν αίτημα από κοινού για την προδικαστική εκδίκαση του. Προς τον σκοπό αυτό προέβησαν σε δήλωση  παραδεκτών γεγονότων, πέραν εκείνων που έγιναν στις 17/1/2018.

 

Το Δικαστήριο, αφού άκουσε αμφότερους τους συνηγόρους και προβληματίστηκε επί του αιτήματος, έκρινε ότι συνέτρεχε περίπτωση άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας προς αυτή την κατεύθυνση και εξέδωσε διάταγμα για εκδίκαση προδικαστικά της προδικαστικής ένστασης της παραγράφου 1 της τροποποιημένης υπεράσπισης των Eναγόμενων.

 

Υπό τα πιο πάνω δεδομένα, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση του επίδικου νομικού ζητήματος.

 

Η προδικαστική ένσταση

Η επίδικη προδικαστική ένσταση των Εναγόμενων είναι η εξής:

 

« 1. Οι εναγόμενοι εγείρουν προδικαστική ένσταση και αναφέρουν ότι το κατ’ ισχυρισμό αδίκημα αμέλειας το οποίο ισχυρίζεται ο ενάγοντας ότι έχουν διαπράξει οι εναγόμενοι έχει παραγραφεί και εκ του Νόμου ο ενάγοντας δεν μπορεί να συνεχίσει την παρούσα αγωγή, αφού τέτοια αγωγή θα έπρεπε να είχε καταχωρηθεί εντός τριών (3) ετών από την ημερομηνία διάπραξης της κατ’ ισχυρισμό αμέλειας. Στην παρούσα υπόθεση, έχουν παρέλθει τα τρία (3) χρόνια τα οποία προϋποθέτει ο Νόμος για συμπεριφορά η οποία συνιστά αμέλεια και ως εκ τούτου η υπόθεση θα πρέπει να απορριφθεί.»

 

Τα παραδεκτά γεγονότα

Σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονόταν που έγιναν:

 

(α) Ο Ενάγων έλαβε γνώση της ισχυριζόμενης αμέλειας – των χειρισμών των συνηγόρων στις 10/9/2012 που εκδόθηκε η απόφαση.[1]

(β) Η αποπληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους όπως δημιουργήθηκε από την εκδίκαση της επίδικης υπόθεσης εξοφλήθηκε σε περίοδο από 31/12/2013 μέχρι και την 10/05/2021 όταν και εκδόθηκε από τον εξ αποφάσεως πιστωτή σχετική βεβαίωση εξόφλησης. [2]

 

Τα δικόγραφα των μερών

Ο Ενάγοντας με την τροποποιημένη έκθεση απαίτησης του, ισχυρίζεται ότι κατά την ακρόαση της αγωγής 2903/2007, η οποία καταχωρίστηκε εναντίον του και εναντίον δύο άλλων προσώπων, οι Εναγόμενοι «επέδειξαν επαγγελματική αμέλεια και/ή αμέλεια και/ή παράβαση νόμιμου καθήκοντος και/ή μη επίδειξη εύλογης επιμέλειας υπό την ιδιότητα τους ως δικηγόροι του Ενάγοντος παραβιάζοντας το δικαίωμα του Ενάγοντος για Δίκαιη δίκη» (παρατίθενται λεπτομέρειες). Όπως αναφέρει, τα πιο πάνω περιήλθαν σε γνώση του κατά την ανάγνωση της απόφασης του Δικαστηρίου στις 10/9/2012.     

 

Με αυτά υπόψη, ο Ενάγων ζητά απόφαση εναντίον των Εναγόμενων για την καταβολή διαφόρων ποσών. Παρενθετικά, σημειώνω ότι στο πλαίσιο της αγόρευσης του για την παρούσα, ο συνήγορος του δήλωσε ότι «ο Ενάγοντας σε αυτό το στάδιο εγκαταλείπει τις υπό τα γράμματα Γ, Δ, Ε, Στ και Ζ αξιούμενες θεραπείες». Συνεπώς, ήδη από το σημείο αυτό, αναφέρεται ότι οι εν λόγω αιτούμενες θεραπείες ή/και αξιώσεις του Ενάγοντα θα απορριφθούν ως εγκαταλειφθείσες.     

 

Υπό το φως των ανωτέρω, ο Ενάγοντας αξιώνει απόφαση για το ποσό των €21.079,94, το οποίο απώλεσε και/ή θα απωλέσει, καθώς και για το ποσό των €2.500 το οποίο πλήρωσε στους Εναγόμενους ως δικηγορική αμοιβή. Περαιτέρω, αξιώνει γενικές και παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις

 

Οι Εναγόμενοι με τροποποιημένη υπεράσπιση τους, άνευ βλάβης της προδικαστικής ένστασης τους ανωτέρω, απορρίπτουν τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα περί επίδειξης αμέλειας από μέρους τους και ζητούν την απόρριψη την αγωγής.

 

Με την απάντηση του στην υπεράσπιση, ο Ενάγων αρνείται την προδικαστική ένσταση και τους λοιπούς ισχυρισμούς των Εναγόμενων, και ζητά να εκδοθεί απόφαση ως η απαίτηση του. Ειδικά για την προδικαστική ένσταση, επαναλαμβάνει ότι η επαγγελματική αμέλεια κλπ των Εναγόμενων, περιήλθε σε γνώση του στις 10/9/2012.

 

Επιχειρηματολογία των δύο πλευρών-Γραπτές αγορεύσεις

Οι θέσεις των δύο πλευρών περιλαμβάνονται στις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων τους, οι οποίες έχουν τύχει ενδελεχούς μελέτης από το Δικαστήριο. Δεν κρίνεται, ωστόσο, σκόπιμο να παρατεθούν στο παρόν στάδιο όσα αναφέρονται στις αγορεύσεις, ενώ θα γίνει αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία αυτών κατωτέρω, εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο. 

 

Νομική Πτυχή

Κατά πάγια νομολογία, το ισχύον δίκαιο για σκοπούς εξέτασης του ζητήματος της παραγραφής «προσδιορίζεται κατά το χρόνο προώθησης του δικονομικού διαβήματος» (βλ. Δημητρίου v. Δημητρίου (2012) 1 ΑΑΔ 834) και είναι «με αναφορά στο χρόνο καταχώρησης της αγωγής (που) εξετάζεται κατά πόσο η απαίτηση έχει εκ τούτου παραγραφεί.» (βλ. Όμηρος Χριστοδουλίδης ν Global Capital Securities and Financial Services Ltd (2012) 1 Α.Α.Δ. 636).

 

Στην προκειμένη περίπτωση η αγωγή καταχωρίστηκε στις 16/9/2016 και συνεπώς, με βάση τα πιο πάνω, το εφαρμοστέο νομοθέτημα είναι ο περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμος του 2012, Ν.66(Ι)/2012 (στο εξής ο Νόμος). 

 

Επί του ζητήματος αυτού δεν υπάρχει διαφωνία μεταξύ των μερών. 

 

Με τον Νόμο καταργήθηκαν, μεταξύ άλλων νομοθετημάτων ή επιμέρους διατάξεων σε συγκεκριμένα νομοθετήματα, ο περί Παραγραφής Νόμος, Κεφ.15 (ολόκληρος) και το άρθρο 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, αλλά το τελευταίο «μόνο σε σχέση με πράξη ή παράλειψη που επισυνέβηκε κατά ή μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου» (βλ. άρθρο 29 και Παράρτημα). Ο Νόμος τέθηκε σε ισχύ την 1/7/2012 (βλ. άρθρο 28). 

 

Σύμφωνα με τα δικόγραφα του Ενάγοντα, οι πράξεις και/ή παραλείψεις των Εναγόμενων, οι οποίες συνθέτουν την κατ’ ισχυρισμό αμέλεια, επισυνέβησαν πριν την 1/7/2012. Συγκεκριμένα, ο Ενάγοντας στην απάντηση του στην υπεράσπιση, αναφέρει ότι οι ακροάσεις της αγωγής 2903/2007, όπου έλαβαν χώρα οι επίδικοι  χειρισμοί των Εναγόμενων, «άρχισαν τον Ιανουάριο 2011 και ολοκληρώθηκαν Ιούνιο 2011».

 

Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι, για σκοπούς εξέτασης της παρούσας προδικαστικής ένστασης, τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 68 του Κεφ.148.[3]  Η κατάληξη αυτή συμπίπτει με τη θέση του Ενάγοντα.

 

Το εν λόγω άρθρο προνοεί ότι:

  

« 68. Καμιά αγωγή δεv εγείρεται για αστικό αδίκημα, εκτός αv αυτή εγερθεί-

 

(α) εvτός τριών ετώv αμέσως μετά τηv πράξη ή παράλειψη για τηv oπoία εγέρθηκε η αγωγή, ή

 

(β) αν το αστικό αδίκημα προκαλεί νέα ζημιά κατά εξακoλoύθηση από μέρα σε μέρα, εντός τριών ετών από την κατάπαυση αυτής, ή

 

(γ) αν η βάση της αγωγής δεν προκύπτει από την τέλεση oπoιασδήπoτε πράξης ή παράλειψης για τέλεση πράξης αλλά από τη ζημιά που απορρέει από την πράξη αυτή ή παράλειψη εντός των τριών αμέσως επόμεvωv ετών μετά που o εvάγovτας υπέστη τη ζημιά, ή

 

(δ) αν το αστικό αδίκημα δόλια αποκρύφτηκε από τον εvαγόμεvo, εντός τριών ετών από την ανακάλυψη του από τον εvάγovτα, ή από το χρόvo που θα αvακαλύπτετo από αυτό αν κατέβαλλε εύλογη φρovτίδα και επιμέλεια:.. »

 

(έμφαση δοθείσα)

 

Επισημαίνεται ότι με βάση το άρθρο 24 (ε) (i) του Νόμου :

 

« 24. Oι διατάξεις του παρόντος Νόμου δεν επηρεάζουν:

…

(ε) τις ειδικές προθεσμίες που αναφέρονται σε οποιαδήποτε νομική διάταξη, αν:

 

(i) αυτή δεν περιλαμβάνεται στις καταργούμενες από το άρθρο 29 διατάξεις, και …».

 

Δέον να σημειωθεί ότι το άρθρο 68, δεν έχει απασχολήσει τον συνήγορο των Εναγόμενων κατά την αγόρευση του. Αντίθετα, η όλη επιχειρηματολογία του αναπτύσσεται με αναφορά στα άρθρα 3, 6 και 26 του Νόμου.

 

Εξέταση της προδικαστικής ένστασης

Έχοντας μελετήσει την προδικαστική ένσταση, τα παραδεκτά γεγονότα και τα δικόγραφα των μερών, σε συνδυασμό με τις αγορεύσεις των συνηγόρων, και με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, υπεισέρχομαι στην εξέταση της ουσίας του ζητήματος που απασχολεί.

 

Όπως προκύπτει από τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, το επίδικο ζήτημα δεν είναι αν εφαρμόζεται ο Ν.66(Ι)/2012 ή το άρθρο 68 του Κεφ.148, αλλά ποια είναι η ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του τελευταίου στις περιστάσεις της υπόθεσης.

 

Είναι η θέση του Ενάγοντα ότι στην προκειμένη περίπτωση εφαρμόζεται το άρθρο 68 (γ) του Κεφ.148. Όπως αναφέρει συγκεκριμένα στην αγόρευση του:

 

« Σύμφωνα με την ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ ν. LOUIS HOTELS PUBLIC COMPANY LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. 8/2013, 1/10/2019, ECLI:CY:AD:2019:A406[4] (παράρτημα 5), σε αντίθεση με το Νόμο 66(Ι)/2012, στον οποίο καθορίζεται ότι ο χρόνος παραγραφής αρχίζει όταν συμπληρωθεί η βάση της αγωγής, το άρθρο 68 του Κεφ. 148, θέτει ως αφετηρία τον χρόνο της πράξης ή παράλειψης για την οποία εγέρθηκε η αγωγή. Όμως υπάρχουν και εξαιρέσεις σύμφωνα με τις πρόνοιες των εδαφίων 68(β) και 68(γ), έτσι ώστε να καλύπτονται οι περιπτώσεις που θα ήταν εύλογο και δίκαιο ο χρόνος έναρξης της παραγραφής να επεκταθεί σε μεταγενέστερο στάδιο, βλ. παράρτημα 5α.

 

Ειδικά το εδάφιο 68(γ) αναφέρεται σε περιπτώσεις όπως η αμέλεια, όπου το αγώγιμο δικαίωμα προκύπτει κατά τον χρόνο που επέρχεται η ζημιά και όχι κατά τον χρόνο που έλαβε χώρα η ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, βλ. παράρτημα 5β.

Σε σχέση με τη ζημιά που αξιώνει ο ενάγοντας, υπάρχουν ενώπιον του δικαστηρίου παραδεκτά γεγονότα για τον χρόνο που επήλθε η ζημιά στον ενάγοντα, δηλαδή οι δόσεις που κατέβαλε σε σχέση με τη δικαστική απόφαση και ότι αυτές άρχισαν από 31/12/2013 και η τελευταία στις 06/05/2021.

 

Είναι ηλίου φαεινότερο ότι πριν την 31/12/2013 ο ενάγοντας δεν μπορούσε να καταχωρήσει αγωγή, αφού μέχρι εκείνη την ημερομηνία δεν είχε επέλθει ζημιά και καμία ζημιά δεν είχε υποστεί ο ενάγοντας.

 

Κατά συνέπεια, το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα παραγραφόταν στις 31/12/2016. Όμως ο ενάγοντας καταχώρησε το κλητήριο στις 16/09/2016, δηλαδή 3 μήνες πριν να παραγραφεί το αγώγιμο του δικαίωμα. »

 

Ευθέως αναφέρω ότι η θέση του Ενάγοντα δεν με βρίσκει σύμφωνο. Εξηγώ.

 

Στην Χαραλαμπίδης (ανωτέρω), μεταξύ άλλων, αναφέρθηκαν και τα εξής:

 

« ..Εν πάση περιπτώσει, ορθά αποτέλεσε, ως άνω, κοινό τόπο ότι εφαρμοστέες ήταν οι πρόνοιες του άρθρου 68 του Κεφ. 148.  Η ιστορική πορεία των σχετικών νομοθεσιών αποκαλύπτει ότι οι πρόνοιες του άρθρου 68, όπως και οι πρόνοιες του Κεφ. 15, τέθηκαν σε αναστολή με τον περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμο του 1964, Ν. 57/1964, ο οποίος μαζί με του τροποποιητικούς αυτού Νόμους (Νόμοι 1964-1982) καταργήθηκαν με τον περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμο του 2002 (Ν. 110(Ι)/2002), ο οποίος τέθηκε σε εφαρμογή την 1.6.2005.  Συνεπώς το άρθρο 68 επανήλθε σε ισχύ από 1.6.2005.

 

Ακολούθως, με τον περί Παραγραφής Αγωγίμων Δικαιωμάτων Νόμο του 2012 (Ν. 66(Ι)/2012) καταργήθηκε τόσο το Κεφ. 15, όσο και ο Ν. 110(Ι)/2002, αλλά και το άρθρο 68 του Κεφ. 148, ως προς αυτό το τελευταίο όμως, αναφορικά με πράξη ή παράλειψη που επεσυνέβη κατά ή μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 66(Ι)/2012, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1.7.2012.  Η παραγραφή αγωγίμων δικαιωμάτων σε σχέση με αστικά αδικήματα για πράξεις ή παραλείψεις που έλαβαν χώρα προηγουμένως συνεχίζει να διέπεται από τις πρόνοιες του άρθρου 68.  Για πράξεις ή παραλείψεις που έλαβαν χώρα μετά, η παραγραφή ρυθμίζεται πλέον από το άρθρο 6 του Ν. 66(Ι)/2012.

 

…………………..

Σε αντίθεση με το Νόμο 66(Ι)/2012 στον οποίο, ως άνω, καθορίζεται ότι ο χρόνος παραγραφής αρχίζει όταν συμπληρωθεί η βάση της αγωγής[1], το άρθρο 68 θέτει ως αφετηρία τον χρόνο της πράξης ή παράλειψης για την οποία εγέρθηκε η αγωγή.  Εξ ου και οι πρόνοιες των εδαφίων (β) και (γ) στο άρθρο 68 ώστε να καλύπτονται οι περιπτώσεις που θα ήταν εύλογο και δίκαιο ο χρόνος έναρξης της παραγραφής να επεκταθεί σε μεταγενέστερο στάδιο. 

 

Πρόκειται κατ΄αρχάς για περιπτώσεις συνεχιζομένων αστικών αδικημάτων, στις οποίες αναφέρεται το εδάφιο (β), όπου η αιτία αγωγής προκύπτει από την επανάληψη πράξεων ή παραλείψεων, παρομοίας φύσεως όπως η πράξη για την οποία κινήθηκε η  αγωγή. (Hole v. Chard Union [1894] 1 Ch. 293). Παράδειγμα τέτοιων περιπτώσεων αποτελεί μια συνεχιζόμενη οχληρία, η οποία δίδει δικαίωμα έγερσης νέας αγωγής για κάθε περαιτέρω ζημιά που προκαλείται (Whitehouse v. Fellowes (1861) 10 CBNS 765, Battishill v. Reed (1856) 18 CB 696), όπως και η συνεχιζόμενη παράνομη επέμβαση (trespass) (Konskier v. B Goodman Ltd [1928] 1 KB 421).

 

Το εδάφιο (γ) αναφέρεται στις περιπτώσεις όπου, όπως η αμέλεια, το αγώγιμο δικαίωμα προκύπτει κατά τον χρόνο που επέρχεται η ζημιά και όχι κατά τον χρόνο που έλαβε χώρα η ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη. Παράδειγμα δίδει η παλαιά υπόθεση Backhouse v. Bonomi (1861) 9 HL Cas 503, στην οποία η παρέμβαση στο δικαίωμα απόλαυσης γειτονικού ακινήτου με την αφαίρεση υπεδάφους, χωρίς επέμβαση στην επιφάνεια, κρίθηκε ότι δεν δημιούργησε αγώγιμο δικαίωμα παρά μόνο αργότερα, όταν προκλήθηκε πραγματική ζημιά με την κατάρρευση του εδάφους. (βλ., επίσης, Whitehouse (ανωτέρω)).  Αναφέρονται σχετικά στην υπόθεση Darley Main Colliery Co v. Mitchell (1886) 11 App CAS 127, τα ακόλουθα:

 

«I now come to the case of where the wrong is not actionable in itself, is only an injuria, but causes a damnum.  In such a case it would seem that as the action was only maintainable in respect of the damage, or not maintainable till the damage, an action should lie every time a damage accrued from the wrongful act.»

  

Αντίθετα οι αξιώσεις για σωματικές βλάβες (personal injury) διέπονται από τον κανόνα του κοινού δικαίου ότι οι αποζημιώσεις καθορίζονται και καταβάλλονται άπαξ και δια παντός (awarded once and for all).  Όπως επιγραμματικά τέθηκε στην Darley Main Colliery:

 

«It is a rule that when a thing directly wrongful in itself is done to a man, in itself a cause of action, he must, if he sues in respect of it, do so once and for all.  As, if he is beaten or wounded, if he sues he must sue for all his damage, past, present, and future, certain and contingent. »

 

Αυτή είναι η περίπτωση, εν προκειμένω, του εφεσείοντα.  »

 

Στη συνέχεια, το Ανώτατο Δικαστήριο ασχολήθηκε με τη θέση του εφεσείοντα περί μεταγενέστερης γνώσης. Αφού επεσήμανε, μεταξύ άλλων, ότι πρωτόδικα δεν τέθηκε τέτοιο θέμα αλλά και υπό ποιες προϋποθέσεις θα μπορούσε να εξεταστεί το ζήτημα, σημειώνοντας ότι το άρθρο 68 ρητώς προσδιορίζει ως χρόνο έναρξης της παραγραφής τον χρόνο που έλαβε χώρα η πράξη ή η παράλειψη, χωρίς να αναφέρεται στο ενδεχόμενο μεταγενέστερης γνώσης, ανέφερε τα ακόλουθα: 

 

« Υπό το φως του Limitation Act 1939 (s.2(1)) στον οποίο δεν υπήρχε πρόνοια περί μεταγενέστερης γνώσης, όπως και στο δικό μας άρθρο 68, αποφασίστηκε, στην υπόθεση Cartledge v E Jopling & Sons Ltd [1963] AC 758, ως ζήτημα ερμηνείας του νόμου, ότι το αγώγιμο δικαίωμα για αμέλεια δημιουργείται αφ΄ης στιγμής προκαλείται κάποια μη ασήμαντη (insignificant) ζημία, χωρίς να είναι σχετικό το κατά πόσο ο ενάγοντας δεν γνώριζε την ύπαρξη τέτοιας ζημιάς ή κατά πόσο η ιατρική επιστήμη δεν θα ήταν σε θέση να τη διαπιστώσει κατ΄ εκείνο το στάδιο. Eίχαν λεχθεί χαρακτηριστικά τα ακόλουθα από τον Lord Reid:

 

«It is now too late for the courts to question or modify the rules that a cause of action accrues as soon as a wrongful act has caused personal injury beyond what can be regarded as negligible, even when that injury is unknown to and cannot be discovered by the sufferer, and that further injury arising from the same act at a later date does not give rise to a further cause of action»   

 

Μετά την Cartledge ακολούθησε επείγουσα τροποποίηση της νομοθεσίας δια του Limitation Act 1963 με τον οποίο αναγνωρίστηκε η δυνατότητα επέκτασης του χρόνου παραγραφής σε περιπτώσεις μεταγενέστερης γνώσης ουσιωδών γεγονότων (βλ. και s.11(4)(b) του Limitation Act 1980).  Στην Κύπρο επίσης διαφορετική είναι πλέον η ρύθμιση του νόμου, εφόσον στο άρθρο 6(2) ορίζεται, ως κρίσιμος χρόνος, η ημέρα κατά την οποία συμπληρώθηκε η βάση της αγωγής, εκτός αν το πρόσωπο που υπέστη τη σωματική βλάβη έλαβε γνώση της βλάβης μεταγενέστερα, οπότε ο χρόνος παραγραφής αρχίζει από την ημέρα που έλαβε γνώση. Αλλά ακόμα και τότε, όπως υποδείχθηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην υπόθεση Phinikaridou v. Cyprus, Application No. 23890/02, ημερ. 20.3.2008, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν κατά πόσον ο διάδικος δεν είχε την ευκαιρία να αποκτήσει την απαιτούμενη γνώση των γεγονότων σε προγενέστερο χρόνο.  »

 

Στο Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 28, παρ. 886, σελ. 456, αναφέρονται τα εξής:

 

«886. Negligence generally.. The necessary constituents of an action in negligence are (1) a duty of care; (2) a breach of the duty of care; and (3) recoverable damage.  Damage being an essential ingredient of the tort, the cause of action accrues and time begins to run from the date when the plaintiff first sustains damage as a result of the negligence, rather than the date on which the negligent act was committed or the date on which any damage was discoverable.  The damage giving rise to accrual of the action must be damage in respect of which an action may be maintained against the defendant.»

 

Στην υπόθεση Forster v. Outred & Co (a firm) [1982] 2 All ER 753, η ενάγουσα ενήγαγε τους δικηγόρους της, καθώς ισχυρίστηκε ότι υπέγραψε την υποθήκη κατόπιν αμελούς νομικής συμβουλής. Κρίθηκε ότι η πραγματική αποζημιώσιμη ζημία σε υπόθεση επαγγελματικής αμέλειας δικηγόρου επέρχεται όταν ο ενάγων, βασιζόμενος στην αμελή συμβουλή, περιέρχεται σε δυσμενέστερη νομική ή οικονομική θέση, αναλαμβάνοντας υποχρέωση δεκτική χρηματικής αποτίμησης, χωρίς να απαιτείται να έχει ήδη υποστεί την τελική οικονομική απώλεια.

 

Η υπόθεση Forster ανωτέρω, μνημονεύεται στην Nykredit Mortgage Bank plc v. Edward Erdman [1997] All ER (D) 94[5], στην οποία αναφέρθηκε ότι:

 

« ..In cases in tort the cause of action arises, not when the culpable conduct occurs, but when the plaintiff first sustains damage. Thus the question which has to be addressed is what is meant by "damage" in the context of claims for loss which is purely financial (or economic, as it is sometimes described).

 

In Forster v. Outred & Co. [1982] 1 W.L.R. 86, 94, Stephenson L.J. recorded the submission of Mr Stuart-Smith Q.C.:

 

"What is meant by actual damage? Mr Stuart-Smith says that it is any detriment, liability or loss capable of assessment in money terms and it includes liabilities which may arise on a contingency, particularly a contingency over which the plaintiff has no control; things like loss of earning capacity, loss of a chance or bargain, loss of profit, losses incurred from onerous provisions or covenants in leases. They are all illustrations of a kind of loss which is meant by 'actual' damage. It was also suggested in argument ... that 'actual' is really used in contrast to 'presumed' or 'assumed'. Whereas damage is presumed in trespass and libel, it is not presumed in negligence and has to be proved. There has to be some actual damage."

 

Stephenson L.J., at page 98D, accepted this submission. I agree with him. I add only the cautionary reminder that the loss must be relevant loss. To constitute actual damage for the purpose of constituting a tort, the loss sustained must be loss falling within the measure of damage applicable to the wrong in question. »

 

Από τις πιο πάνω αποφάσεις προκύπτει ότι η αρχή περί γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος με την επέλευση της πραγματικής αποζημιώσιμης ζημίας αποτελεί γενική αρχή του δικαίου της αμέλειας και εφαρμόζεται τόσο στις περιπτώσεις σωματικών βλαβών όσο και στις περιπτώσεις επαγγελματικής αμέλειας που συνεπάγονται καθαρή οικονομική ζημία.

 

Υπό το φως των πιο πάνω αρχών, απομένει να εξεταστεί εάν τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας εμπίπτουν στο άρθρο 68(γ) ή αν, αντίθετα, η ζημία είχε ήδη επέλθει κατά τρόπο που καθιστούσε το αγώγιμο δικαίωμα πλήρες πριν από την έναρξη των καταβολών που επικαλείται ο Ενάγων.

 

Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τη δικογραφία του Ενάγοντα, η ακρόαση της αγωγής ολοκληρώθηκε τον Ιούνιο 2011. Η αμέλεια που αποδίδεται στους Εναγόμενους αφορούσε το χειρισμό της υπόθεσης κατά την ακρόαση της υπόθεσης και συνεπώς οι πράξεις και/ή παραλείψεις τους που συνιστούν την ισχυριζόμενη αμέλεια, εκτείνονται μέχρι τον πιο πάνω χρόνο.  Ως προς το παραδεκτό γεγονός ότι ο Ενάγοντας έλαβε γνώση της ισχυριζόμενης αμέλειας και των χειρισμών των Εναγόμενων στις 10/9/2012, θα επανέλθω κατωτέρω. 

 

Είναι σαφές ότι η περίπτωση μας δεν αφορά συνεχιζόμενο αστικό αδίκημα αλλά ούτε περίπτωση όπως αυτή της Backhouse ανωτέρω ή των άλλων υποθέσεων που αναφέρθηκαν και δεν μπορεί βεβαίως να υποστηριχθεί ότι εν προκειμένω βρισκόμαστε ενώπιον περίπτωσης που το αγώγιμο δικαίωμα δημιουργήθηκε αργότερα «οπόταν προκλήθηκε πραγματική ζημιά». Ο Ενάγοντας έμαθε στις 10/9/2012 για τους χειρισμούς των Εναγόμενων και την ισχυριζόμενη αμέλεια τους.  

 

Υπενθυμίζεται ότι ο Ενάγοντας, μεταξύ άλλων, διεκδικεί και το καθόλου επουσιώδες ποσό των €2.500 που αφορά τη δικηγορική αμοιβή που κατέβαλε στους Εναγόμενους για το χειρισμό της υπόθεσης του, κάτι που ήταν βεβαίως εν γνώσει  του από την πρώτη στιγμή. Συνεπώς, από την πρώτη στιγμή υπήρχε σημαντική, αποζημιώσιμη ζημιά. Με βάση την προαναφερθείσα νομολογία, δεν απαιτείται να προέκυψε όλη η ζημιά ταυτόχρονα. Εν πάση περιπτώσει, πέραν του ότι ο Ενάγοντας γνώριζε από την ημέρα έκδοσης της απόφασης το ύψος του ποσού που επιδικάστηκε εναντίον του και ότι υπήρχε υποχρέωση καταβολής του ποσού από μέρους του, σημειώνω ότι οι μεταγενέστερες πληρωμές υπό τις περιστάσεις απλώς αυξάνουν τη ζημιά και δεν δημιουργούν αγώγιμο δικαίωμα, ούτε μεταθέτουν τον χρόνο γέννησης του αγώγιμου δικαιώματος.          

 

Ενόψει των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω, έχω την άποψη ότι εν προκειμένω δεν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 68(γ) και ότι ισχύει η αποκλειστική προθεσμία των τριών χρόνων του άρθρου 68(α).[6]              

 

Υπό τις περιστάσεις, θεωρώ ότι η περίοδος παραγραφής άρχισε να υπολογίζεται από τον Ιούνιο του 2011[7] και συνεπώς όταν καταχωρίστηκε η παρούσα αγωγή στις 16/9/2016, το δικαίωμα του Ενάγοντα ήταν παραγραμμένο. Προσθέτω μόνο ότι ακόμη και αν, χάριν συζήτησης και χωρίς να αποτελεί νομικά ορθή αφετηρία, θεωρείτο ως κρίσιμος χρόνος η 10/9/2012, η κατάληξη ως προς την παραγραφή θα παρέμενε η ίδια.

 

Η πιο πάνω κατάληξη αρκεί αφ' εαυτής για την επίλυση της προδικαστικής ένστασης. Εξετάζω όμως, για σκοπούς πληρότητας, κατά πόσο οι πρόνοιες του Νόμου έχουν επεκτείνει την έναρξη της παραγραφής και επί τούτου σημειώνω τα ακόλουθα.

Κατ’ αρχάς, επαναλαμβάνω ότι το άρθρο 68 επανήλθε σε ισχύ από 1/6/2005 και ότι η παραγραφή αγωγίμων δικαιωμάτων σε σχέση με αστικά αδικήματα για πράξεις ή παραλείψεις που έλαβαν χώρα πριν την 1/7/2012 συνεχίζει να διέπεται από τις πρόνοιες του άρθρου 68 (βλ. την υπόθεση Χαραλαμπίδης ανωτέρω). 

 

Στην Μιχαήλ v. Ανδρέου, Πολ. Έφ.229/2014, ημερομηνίας 19/1/2022, ECLI:CY:AD:2022:A17, αναφέρθηκε ότι:

 

« ..Το Άρθρο 29 του υπό συζήτηση Νόμου επιδρά στο Άρθρο 68 του Κεφ. 148 μόνο σε σχέση με πράξη ή παράλειψη που επεσυνέβη κατά ή μετά την έναρξη της ισχύος του Ν.66(Ι)/2012, ήτοι κατά ή μετά την 1.7.2012. Εν πάση όμως περιπτώσει, οιαδήποτε νομοθετική πρόνοια προς παραγραφή αγώγιμου δικαιώματος δεν μπορεί παρά να είναι ουσιαστικού δικαίου και όχι διαδικαστικού, αφού επηρεάζει το δικαίωμα διαδίκου προς έγερση ισχυρισμού περί παραγραφής, με όλες τις δραστικές παρεπόμενες συνέπειες, δικαίωμα που δεν αφορά ζήτημα διαδικασίας.»

 

Σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 26 του Νόμου, όπως ίσχυε μετά την τροποποίηση του στις 16/12/2014 από το Ν.190(Ι)/2014:

 

« 26. Καμιά αγωγή δεν εγείρεται μετά την 31η Δεκεμβρίου 2015, αν η βάση της αγωγής συμπληρώθηκε οποτεδήποτε πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, εκτός αν ο χρόνος μεταξύ της ημέρας κατά την οποία είχε συμπληρωθεί η βάση της αγωγής μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2015 είναι μικρότερος από τον δυνάμει του παρόντος Νόμου χρόνο παραγραφής για το συγκεκριμένο δικαίωμα αγωγής, οπότε ο χρόνος παραγραφής είναι ο καθοριζόμενος από τον παρόντα Νόμο χρόνος.»

 

Σημειωτέο ότι με τον ίδιο Νόμο 190(Ι)/2014, προστέθηκε, δια τροποποίησης του άρθρου 28 του Νόμου (που προνοεί ότι ο Νόμος τίθεται σε ισχύ από την 1/7/2012), επιφύλαξη ως προς το ότι:

 

«Η διάταξη αυτή δεν παραγράφει και δεν επηρεάζει οποιαδήποτε δικαιώματα δίδονται με την προβλεπόμενη στο άρθρο 26 αναστολή.»

 

Τελικά, το πιο πάνω άρθρο 26 του Νόμου καταργήθηκε με τον Ν.207(Ι)/2015, από 01/01/2016.

Με τον ίδιο Νόμο 207(Ι)/2015, προστέθηκε, δια τροποποίησης του άρθρου 3 του Νόμου (που προνοεί ότι ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να τρέχει όταν συμπληρωθεί η βάση της αγωγής), επιφύλαξη ως προς το ότι:

 

«Νοείται ότι, χωρίς επηρεασμό των διατάξεων των άρθρων 24 και 29, ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να προσμετρείται από την 1η Ιανουαρίου 2016.».

 

Όπως προκύπτει από την ανάλυση που προηγήθηκε, η βάση της παρούσας αγωγής είχε θεμελιωθεί τον Ιούνιο του 2011, οπότε ξεκίνησε να προσμετρά και ο χρόνος της παραγραφής. Συναφώς, αναφέρεται ότι η περίοδος παραγραφής των τριών ετών έληξε τον Ιούνιο του 2014, ενώ η αγωγή καταχωρίστηκε στις 16/9/2016.

 

Παρενθετικά, σημειώνω ότι για τους λόγους που έχουν αναφερθεί δεν με βρίσκει σύμφωνο η θέση του συνηγόρου των Εναγόμενων ότι «η βάση της αγωγής συμπληρώθηκε την ημέρα της απόφασης, ήτοι στις 10/9/2012.» Ούτε όμως με βρίσκει σύμφωνο η αναφορά του ότι το παραδεκτό γεγονός αφορά τον χρόνο συμπλήρωσης της αγωγής. Τα παραδεκτά γεγονότα που έγιναν αφορούν τον χρόνο που έλαβε γνώση ο Ενάγοντας των χειρισμών και της ισχυριζόμενης αμέλειας των Εναγόμενων και όχι αυτόν καθ’ αυτό τον χρόνο που θεμελιώθηκε η βάση της αγωγής.

 

Επανερχόμενος όμως στο ζήτημα που απασχολεί, ευθέως αναφέρω ότι οι μεταβατικές πρόνοιες του άρθρου 26 δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα.  Δεδομένου ότι η αγωγή καταχωρίστηκε μετά την 31/12/2015, δηλαδή στις 16/9/2016 και ο χρόνος μεταξύ της ημερομηνίας συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής τον Ιούνιο του 2011 μέχρι την 31/12/2015, ήταν μεγαλύτερος από τον δυνάμει του Νόμου χρόνο παραγραφής των τριών ετών για αξιώσεις που αφορούν αμέλεια (βλ. άρθρο 6(2) του Νόμου), δεν προκύπτει ζήτημα παράτασης του χρόνου παραγραφής. Και το ίδιο ισχύει, εάν ληφθεί υπόψη ως χρόνος έναρξης της περιόδου παραγραφής η 10/9/2012. Επισημαίνεται ότι η αναφορά στη συγκεκριμένη ημερομηνία γίνεται αποκλειστικά λόγω της συμπερίληψής της στα παραδεκτά γεγονότα και των αντίστοιχων εισηγήσεων των μερών, χωρίς να αποτελεί – όπως ήδη εξηγήθηκε – τη νομικά ορθή αφετηρία για την έναρξη της παραγραφής.

 

Ως εκ των ανωτέρω, η αγωγή στο βαθμό που αφορά την εξεταζόμενη βάση της αμέλειας θεωρείται παραγραμμένη με βάση το άρθρο 68 του Κεφ.148.

 

Ελλείψει σχετικής δικογράφησης περί παραγραφής άλλης βάσης αγωγής (βλ. άρθρο 21 του Νόμου), σε συνάρτηση με τη μη προώθηση τέτοιου ζητήματος από το συνήγορο των Εναγόμενων στην αγόρευση του, κρίνεται ότι δεν θα πρέπει να με απασχολήσει ζήτημα παραγραφής άλλης βάσης αγωγής.

 

Κατάληξη

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η πιο πάνω προδικαστική ένσταση των Εναγόμενων γίνεται δεκτή αναφορικά με τη βάση αγωγής που εδράζεται στην αμέλεια. Ως εκ τούτου, η αγωγή του Ενάγοντα, κατά το μέρος που αφορά το ισχυριζόμενο αστικό αδίκημα της αμέλειας, αναστέλλεται λόγω παραγραφής σύμφωνα με το άρθρο 68 του Κεφ. 148.[8] 

 

Ενόψει των όσων αναφέρθηκαν κατά την έκθεση των δικογραφημένων θέσεων των μερών, οι αιτούμενες θεραπείες ή/και αξιώσεις του Ενάγοντα υπό παραγράφους Γ, Δ, Ε, Στ και Ζ της έκθεσης απαίτησης, απορρίπτονται ως εγκαταλειφθείσες.    

 

Ως προς τα έξοδα, λαμβάνω υπόψη ότι η προδικαστική ένσταση των Εναγόμενων έγινε δεκτή. Λαμβάνω όμως επίσης υπόψη ότι οι τελευταίοι δεν έστρεψαν την επιχειρηματολογία τους στο άρθρο 68 του Κεφ.148 και, ως εκ τούτου, η κατάληξη του Δικαστηρίου δεν στηρίζεται επί των νομικών θέσεων που οι ίδιοι ανέπτυξαν. Υπό τις περιστάσεις, έχω αποφασίσει να επιδικάσω υπερ των Εναγόμενων και εναντίον του Ενάγοντα τα έξοδα των δικασίμων των ημερομηνιών 2/4/2026 και 23/4/2026, καθώς και τα έξοδα για την προετοιμασία της ακρόασης του ζητήματος που απασχόλησε, μειωμένα κατά το ήμισυ. Οπότε σχετική διαταγή εκδίδεται.

 

 

 (Υπ.)  ……………..……..………….

Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ.

 

 

Πιστόν αντίγραφον

 

 

Πρωτοκολλητής

 

 



[1] βλ. πρακτικό ημερομηνίας 17/1/2018.

[2] βλ. πρακτικό ημερομηνίας 2/4/2026.

[3] βλ. και Χαραλαμπίδης v. Louis Hotels Public Company Ltd, Πολ. Έφ. 8/2013, ημερ. 4/10/2019.

[4] Σημειώνω ότι η ορθή ημερομηνία είναι 4/10/2019.

[5] Αφορούσε επαγγελματική αμέλεια εκτιμητών ακινήτων.

[6]  βλ. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου v. Ιεροδιακόνου, Πολ. Έφ.Ε307/2016, ημερομηνίας 6/7/2018.

 

[7]  Υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, δεν θεωρείται αναγκαίος ο επακριβής καθορισμός της ημερομηνίας.

[8] βλ. Φεσσά κ.ά. ν. Κασάπη (1994) 1 Α.Α.Δ. 337.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο