ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ.
Αγωγή αρ.: 1752/2025 (i-justice)
Μεταξύ:
Οργανισμός Συλλογικής Διαχείρισης & Προστασίας των Παραγωγών Υλικών Φορέων Ήχου ή Ήχου & Εικόνας υπό τον διακριτικό τίτλο «GRAMMO»
Ενάγοντα
-και-
Cablenet Communication Systems PLC
Εναγόμενη
--------------------------------------
Αίτηση της Εναγόμενης ημερομηνίας 5/2/2026
Ημερομηνία: 12 Οκτωβρίου 2026
Εμφανίσεις
Για την Εναγόμενη/Αιτήτρια: κ. Α.Αντωνίου μαζί με κ. Ο. Αναστασιάδη για Antoniou McCollum & Co. LLC
Για τoν Ενάγοντα/Καθ’ ου η αίτηση: κ. Γ. Χριστοφίδης μαζί με κα Δ. Μαρίνου για Ορφανίδης, Χριστοφίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ
ΑΠΟΦΑΣΗ
Εισαγωγή
Με την υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 5/2/2026, η Εναγόμενη (στο εξής η «Αιτήτρια») επιδιώκει, κατ’ ουσίαν, την απόρριψη της απαίτησης του Ενάγοντα (στο εξής ο «Καθ’ ου η αίτηση»), με βασικό άξονα τη θέση ότι αυτός στερείται της αναγκαίας νομιμοποίησης να εγείρει και να προωθεί την παρούσα διαδικασία στην Κυπριακή Δημοκρατία.
Η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι ο Καθ’ ου η αίτηση δεν έχει εγγραφεί στο Μητρώο που προβλέπεται από τον περί της Συλλογικής Διαχείρισης Δικαιωμάτων Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων καθώς και για τη Χορήγηση Πολυεδαφικών Αδειών για Επιγραμμικές Χρήσεις Μουσικών Έργων Νόμο του 2017, Ν. 65(Ι)/2017 (στο εξής ο «Νόμος»). Συνδέει την κατ’ ισχυρισμό παράλειψη αυτή τόσο με τη νομιμοποίησή του να αντιπροσωπεύει δικαιούχους και να εγείρει την επίδικη απαίτηση στην Κύπρο όσο και με το κύρος της μεταξύ των μερών σύμβασης ημερομηνίας 1/1/2014 και, συνακόλουθα, με τη δυνατότητα δικαστικής επιδίωξης της απαίτησης.
Ο Καθ’ ου η αίτηση αντιτείνει ότι παρέχει υπηρεσίες στην Κύπρο διασυνοριακά, προσωρινά και περιστασιακά, χωρίς εγκατάσταση, δυνάμει του άρθρου 56 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του άρθρου 11(3) του Νόμου και του σχετικού ενωσιακού πλαισίου. Προβάλλει, περαιτέρω, ότι η μη σύσταση και λειτουργία της αρμόδιας αρχής δεν μπορεί να αποστερήσει από αυτόν το δικαίωμα να συνάπτει συμβάσεις ή να εγείρει απαίτηση ενώπιον του Δικαστηρίου.
Η αίτηση στηρίζεται στα Μέρη 3, 12 και 24 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023 (στο εξής οι «ΚΠΔ»), καθώς και στις νομοθετικές και ενωσιακές διατάξεις που αναφέρονται σε αυτήν. Η αίτηση υποστηρίζεται από δύο ένορκες δηλώσεις, την αρχική και τη συμπληρωματική. Καταχωρίστηκε ένσταση, η οποία επίσης υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση. Οι δύο πλευρές ανέπτυξαν τις θέσεις τους με γραπτές αγορεύσεις και προφορικές διευκρινίσεις κατά την ακρόαση της αίτησης.
Η επίδικη αίτηση
Με το αιτητικό Α ζητείται αναγνωριστικό διάταγμα ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας ή δεν πρέπει να ασκήσει τη δικαιοδοσία του, επειδή ο Καθ’ ου η αίτηση στερείται της αναγκαίας νομιμοποίησης να ενάγει ή να λειτουργεί ως οργανισμός συλλογικής διαχείρισης στην Κύπρο, λόγω μη εγγραφής του στο μητρώο του άρθρου 11 του Νόμου. Με το αιτητικό Β ζητείται συνοπτική απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και απόρριψη της απαίτησης για έλλειψη βάσης αγωγής, μη γένεση ή μη αποκάλυψη εύλογης αιτίας αγωγής, απουσία πραγματικής προοπτικής επιτυχίας και έλλειψη άλλου επιτακτικού λόγου για εκδίκαση σε δίκη. Με το αιτητικό Γ ζητείται απόρριψη, παραμερισμός, διαγραφή ή αναστολή της απαίτησης ως καταχρηστικής ή προωθούμενης στη βάση παράνομων πράξεων. Ζητούνται, επίσης, οποιεσδήποτε άλλες πρόσφορες οδηγίες και τα έξοδα της αίτησης.
Την αίτηση υποστηρίζει η ένορκη δήλωση λειτουργού της Αιτήτριας, η οποία αναφέρει ότι έχει άμεση γνώση των ζητημάτων λόγω της ιδιότητάς της και, ως προς νομικά θέματα, στηρίζεται σε νομική συμβουλή.
Κατά τη μαρτυρία της, περί την 1/1/2014 η Αιτήτρια συνήψε με τον Καθ’ ου η αίτηση σύμβαση, στη βάση των παραστάσεών του ότι ήταν εξουσιοδοτημένος να διαχειρίζεται και να αδειοδοτεί δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας επί έργων τα οποία η Αιτήτρια μεταδίδει μέσω των οπτικοακουστικών υπηρεσιών της. Αντίγραφο της σύμβασης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1.
Η ομνύουσα αναφέρει ότι, στο πλαίσιο ελέγχου των συμβάσεων της Αιτήτριας και κατόπιν νομικής συμβουλής, αποστάλθηκε προς τον Καθ’ ου η αίτηση επιστολή ημερομηνίας 26/9/2024, με την οποία ζητήθηκε τεκμηρίωση: (α) της εγγραφής του σε μητρώο κατά το άρθρο 11 του Νόμου, (β) της εγγραφής ή αδειοδότησής του στην Ελλάδα και (γ) του καταλόγου των έργων ή αντικειμένων που εκπροσωπεί και των αντίστοιχων επικρατειών (Τεκμήριο 2). Κατά τη θέση της, με την απάντηση ημερομηνίας 10/10/2024 δεν προσκομίστηκε τεκμήριο εγγραφής σε μητρώο που τηρείται σύμφωνα με τον Νόμο.
Ακολούθησε επιστολή της Αιτήτριας ημερομηνίας 8/11/2024, με την οποία γνωστοποιήθηκε η θέση της ότι η σύμβαση ήταν άκυρη ή ακυρώσιμη και ζητήθηκε η αποκατάστασή της ως προς όσα είχε καταβάλει (Τεκμήριο 3). Ο Καθ’ ου η αίτηση απέρριψε τη θέση αυτή με επιστολή που επιδόθηκε στις 12/11/2024 (Τεκμήριο 4) και, ακολούθως, οι δικηγόροι της Αιτήτριας απάντησαν στις 26/11/2024 (Τεκμήριο 6).
Η ομνύουσα υποστηρίζει ότι ο Καθ’ ου η αίτηση δεν είναι εγγεγραμμένος σε μητρώο του άρθρου 11 και ότι η παράλειψη αυτή δεν αποτελεί απλή τυπική έλλειψη, αλλά αφορά προϋπόθεση για να συμβάλλεται και να λειτουργεί στην Κύπρο ως οργανισμός συλλογικής διαχείρισης. Προβάλλει, επίσης, ότι η δραστηριότητά του στην Κύπρο δεν είναι προσωρινή ή περιστασιακή, παραπέμποντας στη συμβατική σχέση που υφίσταται από το 2014 και σε στοιχεία από διαδικτυακή παρουσία του (Τεκμήριο 5), τα οποία, κατά τη θέση της, καταδεικνύουν γραφείο, κυπριακό αριθμό τηλεφώνου και διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με κυπριακό τομέα.
Στη βάση των πιο πάνω, η ομνύουσα εκφράζει τη θέση ότι ο Καθ’ ου η αίτηση στερείται της δικαιοπρακτικής ικανότητας να συμβάλλεται για τη διαχείριση συλλογικών δικαιωμάτων στην Κύπρο και της νομιμοποίησης να προωθεί την παρούσα απαίτηση. Υποστηρίζει ακόμη ότι η σύμβαση είναι άκυρη ή μη εκτελεστή, ως συναφθείσα για παράνομο σκοπό ή έναντι παράνομης αντιπαροχής, ή ως προϊόν ψευδών παραστάσεων, και ότι η προώθηση αξίωσης για είσπραξη δικαιωμάτων υπό τις περιστάσεις είναι καταχρηστική.
Με συμπληρωματική ένορκη δήλωση, η ίδια ομνύουσα αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στην εταιρεία Besin και σε διαδικτυακά στοιχεία, τα οποία, κατά τη θέση της, καταδεικνύουν μόνιμη, διαρκή και ουσιώδη δραστηριοποίηση του Καθ’ ου η αίτηση στην Κύπρο.
Η ένσταση
Ο Καθ’ ου η αίτηση ενίσταται στο σύνολο της αίτησης. Μεταξύ των λόγων ένστασης προβάλλει ότι η αίτηση είναι καταχρηστική, πρόωρη, αντικανονική και χωρίς νομικό έρεισμα, ότι καταχωρίστηκε προς καθυστέρηση της διαδικασίας, ότι η Αιτήτρια έχει υπογράψει τη σύμβαση και κατέβαλλε τα συμφωνηθέντα ποσά.
Προβάλλει, επίσης, ότι δεν έχει ακόμη συσταθεί και λειτουργήσει στην Κυπριακή Δημοκρατία η αρμόδια αρχή που θα τηρούσε το σχετικό μητρώο, ότι το άρθρο 56 ΣΛΕΕ επιτρέπει τη διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών χωρίς εγκατάσταση και ότι οι υπηρεσίες του στην Κύπρο παρέχονται προσωρινά και περιστασιακά, ενώ ο ίδιος είναι εγκατεστημένος και αδειοδοτημένος στην Ελλάδα. Κατά τη θέση του, διαθέτει ικανότητα διαδίκου και νομιμοποίηση να ενάγει και να ενάγεται για την προστασία των δικαιωμάτων των μελών του.
Την ένσταση υποστηρίζει η ένορκη δήλωση δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Καθ’ ου η αίτηση. Η ομνύουσα αποδέχεται τη σύναψη της σύμβασης ημερομηνίας 1/1/2014, αρνείται όμως τις παραστάσεις που αποδίδονται στον Καθ’ ου η αίτηση και καλεί την Αιτήτρια σε απόδειξη.
Κατά τη μαρτυρία της, ο Καθ’ ου η αίτηση είναι οργανισμός συλλογικής διαχείρισης και προστασίας δικαιωμάτων παραγωγών, ο οποίος έχει συσταθεί και λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα. Τα μέλη του τον εξουσιοδοτούν με συμβάσεις για τη διαχείριση και προστασία των δικαιωμάτων τους. Πριν από τη σύναψη της επίδικης σύμβασης, η Αιτήτρια ενημερώθηκε για τη δραστηριότητα και την ιδιότητά του, έλαβε τα σχετικά έγγραφα και υπέγραψε χωρίς διαμαρτυρία. Αναφέρεται ακόμη ότι η σύμβαση υπογράφηκε στην Κύπρο.
Η ομνύουσα αναφέρει ότι η συμφωνηθείσα ετήσια αμοιβή ανερχόταν σε ποσοστό 1% επί των πάσης φύσεως ακαθάριστων εσόδων της Αιτήτριας και ότι η Αιτήτρια κατέβαλλε την αμοιβή χωρίς διαμαρτυρία μέχρι την επιστολή της 26/9/2024. Κατά τη θέση της, οι αντιρρήσεις που προβλήθηκαν μετά από πολυετή εκτέλεση της σύμβασης αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις.
Αρνείται ότι ο Καθ’ ου η αίτηση διατηρεί εγκατάσταση στην Κύπρο και υποστηρίζει ότι παρέχει υπηρεσίες διασυνοριακά, προσωρινά και περιστασιακά, δυνάμει του άρθρου 56 ΣΛΕΕ και της Οδηγίας 2014/26/ΕΕ. Ως προς την αρμόδια αρχή, αναφέρει ότι, παρότι η σχετική προθεσμία μεταφοράς της Οδηγίας παρήλθε, η αρχή δεν έχει ιδρυθεί ή λειτουργήσει και δεν έχουν εκδοθεί οι αναγκαίοι κανονισμοί. Υποστηρίζει ότι η απουσία αυτή δεν μπορεί να εμποδίζει την προστασία των δικαιωμάτων που εκπροσωπεί ο Καθ’ ου η αίτηση.
Περαιτέρω, επικαλούμενη το άρθρο 11(3) του Ν. 65(Ι)/2017 και το άρθρο 56 ΣΛΕΕ, προβάλλει ότι ο Καθ’ ου η αίτηση δύναται να παρέχει διασυνοριακές υπηρεσίες στην Κύπρο χωρίς εγκατάσταση και χωρίς εγγραφή στο σχετικό Μητρώο. Αναφέρει ότι η παροχή τέτοιων υπηρεσιών τελεί υπό την προϋπόθεση ενημέρωσης της αρμόδιας αρχής, πλην όμως, κατά τη θέση της, τέτοια αρχή δεν έχει συσταθεί ούτε λειτουργεί στη Δημοκρατία. Υποστηρίζει, συναφώς, ότι ο Καθ’ ου η αίτηση δικαιούται να συνάπτει συμβάσεις και να ενάγει ιδίω ονόματι, χωρίς να επηρεάζεται η ικανότητά του ως διαδίκου.
Ως προς την προβαλλόμενη ύπαρξη εγκατάστασης στην Κύπρο, αναφέρει ότι η διεύθυνση την οποία επικαλείται η Αιτήτρια αποτελεί αποκλειστικά διεύθυνση αλληλογραφίας συνεργάτη του Καθ’ ου η αίτηση, προς τον οποίο αποστέλλεται και η σχετική ηλεκτρονική αλληλογραφία. Περαιτέρω, απορρίπτει τη θέση ότι η απαίτηση στερείται νόμιμης βάσης και υποστηρίζει ότι αυτή έχει προοπτικές επιτυχίας. Προβάλλει, τέλος, ότι η αίτηση καταχωρίστηκε σε πολύ πρώιμο στάδιο, πριν από την ολοκλήρωση των δικογράφων, οπότε το Δικαστήριο δεν έχει ακόμη συνολική εικόνα των εγειρόμενων ζητημάτων, και ότι η έγκρισή της θα στερούσε από τον Καθ’ ου η αίτηση τη δυνατότητα προώθησης της υπόθεσής του.
Επιχειρηματολογία των δύο πλευρών-Γραπτές αγορεύσεις
Οι θέσεις των δύο πλευρών περιλαμβάνονται στις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων τους, οι οποίες έχουν τύχει ενδελεχούς μελέτης από το Δικαστήριο. Δεν κρίνεται, ωστόσο, σκόπιμο να παρατεθούν στο παρόν στάδιο όσα αναφέρονται στις αγορεύσεις, ενώ θα γίνει αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία αυτών κατωτέρω, εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο.
Νομική Πτυχή
Το Μέρος 12.1 των ΚΠΔ ρυθμίζει τη διαδικασία αμφισβήτησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Ο εναγόμενος που επιθυμεί να προβάλει τέτοια αμφισβήτηση οφείλει να σημειώσει τη σχετική επιλογή στο σημείωμα εμφάνισης και να καταχωρίσει την αίτησή του εντός της προθεσμίας που καθορίζεται στο Μέρος 12.1(3). Στην παρούσα περίπτωση, η Αιτήτρια σημείωσε τη σχετική επιλογή στο σημείωμα εμφάνισης ημερομηνίας 22/1/2026 και καταχώρισε την υπό κρίση αίτηση στις 5/2/2026.
Σύμφωνα με το Μέρος 12.1(6), διάταγμα με το οποίο δηλώνεται ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας ή δεν πρέπει να ασκήσει τη δικαιοδοσία του μπορεί να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τον παραμερισμό του εντύπου απαίτησης ή της επίδοσής του. Δεν κρίνεται αναγκαίο να αποφασιστεί κατά πόσο η προβαλλόμενη έλλειψη νομιμοποίησης συνιστά ζήτημα δικαιοδοσίας κατά την έννοια του Μέρους 12. Όπως θα εξηγηθεί, η θέση ότι η μη εγγραφή του Καθ’ ου η αίτηση στο Μητρώο του άρθρου 11 του Νόμου συνεπάγεται, αφ’ εαυτής, στέρηση της νομιμοποίησής του να εγείρει και να προωθεί την επίδικη απαίτηση δεν ευσταθεί.
Το Μέρος 3.3(2) παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία να διαγράψει δικόγραφο, μεταξύ άλλων, όταν αυτό δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία έγερσης απαίτησης ή υπεράσπισης, συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας ή ενδέχεται να παρεμποδίσει τη δίκαιη διεκπεραίωση της διαδικασίας. Όπως αναφέρθηκε στην Alambra Fresh Milk Ltd ν. Ελευθέριος Γ. Ελευθερίου (Αχναγάλ) Λίμιτεδ, Αγωγή αρ. 195/25, ημερ. 10/9/2026, οι αρχές της ορθής δικογράφησης, όπως είχαν διαμορφωθεί υπό τους προηγούμενους Θεσμούς, εξακολουθούν κατ’ ουσίαν να εφαρμόζονται. Καθοδήγηση παρέχει, επίσης, η αγγλική νομολογία επί του αντίστοιχου CPR 3.4. Στο πλαίσιο του Μέρους 3.3(2)(α), η εξέταση στρέφεται πρωτίστως στο ίδιο το δικόγραφο και στο κατά πόσο τα ουσιώδη γεγονότα που εκτίθενται σε αυτό, ακόμη και αν θεωρηθούν αληθή, συγκροτούν αναγνωρίσιμη νομική βάση. Η διαδικασία δεν προσφέρεται για την αξιολόγηση της αποδεικτικής ισχύος της μαρτυρίας ή την επιλογή μεταξύ αντικρουόμενων πραγματικών εκδοχών.
Διαφορετική είναι η λειτουργία του Μέρους 24.2. Συνοπτική απόφαση κατά ενάγοντα μπορεί να εκδοθεί εφόσον το Δικαστήριο κρίνει σωρευτικά ότι αυτός δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας στην απαίτηση ή στο συγκεκριμένο ζήτημα και ότι δεν υπάρχει άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη. Κατά το Μέρος 24.6(1)(β), το Δικαστήριο μπορεί, μεταξύ άλλων, να διαγράψει ή να απορρίψει την απαίτηση. Αίτηση δυνάμει του Μέρους 3 μπορεί να εκδικαστεί ταυτόχρονα με αίτηση για συνοπτική απόφαση δυνάμει του Μέρους 24 [βλ. Μέρος 3.3(6)].
Στις υποθέσεις Γιώργος Διογένους κ.ά. v. Orogeorgio Jewellery Limited, Πολ. Έφ. Ε86/2025, ημερ. 11/2/2026, και Χαράλαμπος Παναγή κ.ά. v. Άντρια Γεωργίου, Πολ. Έφ. Ε26/2025, ημερ. 27/3/2026, επιβεβαιώθηκε ότι το αρχικό βάρος φέρει ο αιτητής της συνοπτικής απόφασης. Αυτός οφείλει να προσκομίσει επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι ο αντίδικος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας και ότι δεν συντρέχει άλλος επιτακτικός λόγος για δίκη. Μόνον εφόσον ικανοποιηθεί το αρχικό αυτό βάρος, ο καθ’ ου υπέχει αποδεικτικό βάρος να καταδείξει πραγματική προοπτική επιτυχίας ή άλλο λόγο για τον οποίο απαιτείται δίκη. Το απαιτούμενο από αυτόν επίπεδο απόδειξης δεν είναι υψηλό.
Η πραγματική προοπτική πρέπει να είναι ρεαλιστική και όχι φανταστική και να φέρει κάποιο βαθμό πειστικότητας, ώστε να υπερβαίνει το απλώς συζητήσιμο. Το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να αποδέχεται άκριτα κάθε ισχυρισμό που προβάλλεται στη γραπτή μαρτυρία, δεν επιτρέπεται όμως να διεξάγει «μίνι δίκη» ή να επιλέγει μεταξύ εκ πρώτης όψεως αξιόπιστων και αντικρουόμενων πραγματικών εκδοχών. Πρέπει επίσης να συνεκτιμά τη μαρτυρία που μπορεί ευλόγως να αναμένεται ότι θα είναι διαθέσιμη κατά τη δίκη.
Από την άλλη, όταν η αίτηση εγείρει σύντομο και αυτοτελές νομικό ή ερμηνευτικό ζήτημα και το Δικαστήριο έχει ενώπιόν του όλα τα αναγκαία στοιχεία, μπορεί και πρέπει να το επιλύσει χωρίς να παραπέμψει την υπόθεση σε δίκη. Η εξουσία αυτή ασκείται, όμως, μόνον όταν το νομικό ζήτημα μπορεί να κριθεί χωρίς επίλυση ουσιωδών πραγματικών διαφορών ή περαιτέρω διερεύνηση της μαρτυρίας.
Εξέταση της αίτησης
Έχω μελετήσει την επίδικη αίτηση, την ένσταση και τις σχετικές ένορκες δηλώσεις, σε συνδυασμό με την έκθεση απαίτησης, καθώς και τις γραπτές και προφορικές αγορεύσεις των συνηγόρων. Με γνώμονα τις αρχές που προαναφέρθηκαν, προχωρώ στην εξέταση της Αίτησης.
Η θέση της Αιτήτριας στηρίζεται, στον πυρήνα της, στην απουσία εγγραφής του Καθ’ ου η αίτηση στο προβλεπόμενο από το άρθρο 11 του Νόμου Μητρώο. Κατά την εισήγησή της, η παράλειψη αυτή τού στερεί τη νομιμοποίηση να αντιπροσωπεύει δικαιούχους, να συνάπτει σχετικές συμφωνίες και να εγείρει την επίδικη απαίτηση. Στη βάση αυτή υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας ή δεν πρέπει να την ασκήσει, ότι η απαίτηση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας και ότι η μεταξύ τους σύμβαση είναι άκυρη ή μη εκτελεστή.
Μετά την ακρόαση της επίδικης αίτησης εκδόθηκε η απόφαση του Εφετείου στη ROCK FM LTD v. C.N.R. Cyprus Neighbouring Rights Management Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. 263/2020, ημερομηνίας 14/9/2026. Το Εφετείο εξέτασε τη σημασία της μη εγγραφής στα προβλεπόμενα από τον Ν. 65(Ι)/2017 Μητρώα και έκρινε ότι, μολονότι η σχετική υποχρέωση είναι επιτακτικού χαρακτήρα, ο Νόμος δεν προβλέπει, ρητά ή εξυπακουόμενα, ότι η μη χορήγηση πιστοποιητικού εγγραφής απαγορεύει τη σύναψη σχετικών συμφωνιών ή την είσπραξη της συμφωνηθείσας αμοιβής. Εάν ο νομοθέτης απέβλεπε σε τέτοια συνέπεια, θα την προέβλεπε ρητά. Η συνέπεια που επέλεξε είναι η επιβολή διοικητικού προστίμου και όχι η απόδοση παρανομίας στη συμφωνία ή η αποστέρηση του δικαιώματος δικαστικής επιδίωξης της αμοιβής.
Η πιο πάνω ερμηνευτική προσέγγιση είναι άμεσα σχετική με τον βασικό ισχυρισμό της Αιτήτριας. Ακόμη και αν υποτεθεί, χωρίς να αποφασίζεται σε αυτό το στάδιο, ότι ο Καθ’ ου η αίτηση υπείχε υποχρέωση εγγραφής και δεν συμμορφώθηκε με αυτήν, το γεγονός αυτό δεν συνεπάγεται, αφ’ εαυτού, ακυρότητα της συμφωνίας ή στέρηση του δικαιώματος δικαστικής επιδίωξης της απαίτησης.
Ως προς το Μέρος 24, η Αιτήτρια δεν έχει καταδείξει ότι ο Καθ’ ου η αίτηση στερείται πραγματικής προοπτικής επιτυχίας. Αντιθέτως, η ROCK FM παρέχει σαφές νομικό έρεισμα για απόρριψη της θέσης ότι η απουσία εγγραφής οδηγεί αυτομάτως σε ακυρότητα της Σύμβασης ή αδυναμία είσπραξης της συμφωνηθείσας αμοιβής. Η πρώτη από τις σωρευτικές προϋποθέσεις του Μέρους 24.2 δεν έχει, συνεπώς, ικανοποιηθεί. Δεν είναι αναγκαίο να εξεταστεί αυτοτελώς κατά πόσο συντρέχει και άλλος επιτακτικός λόγος για δίκη.
Η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει ούτε στη βάση του Μέρους 3.3. Η Έκθεση Απαίτησης εκθέτει την ύπαρξη συμβατικής σχέσης, την παροχή αδειών ή υπηρεσιών, την υποχρέωση καταβολής αμοιβής και την κατ’ ισχυρισμό παράβαση της συμφωνίας. Οι ισχυρισμοί αυτοί, εφόσον αποδειχθούν, συγκροτούν αναγνωρίσιμη βάση αγωγής. Υπό το φως της ROCK FM, η απουσία εγγραφής δεν μετατρέπει από μόνη της την απαίτηση σε εμφανώς αβάσιμη ή καταδικασμένη σε αποτυχία ούτε καθιστά την προώθησή της καταχρηστική.
Για τον ίδιο λόγο δεν μπορεί να εκδοθεί το αναγνωριστικό διάταγμα που ζητείται με το αιτητικό Α. Δεν κρίνεται αναγκαίο να αποφασιστεί κατά πόσο η προβαλλόμενη έλλειψη νομιμοποίησης συνιστά, ως ζήτημα αρχής, αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας κατά την έννοια του Μέρους 12. Το σχετικό αιτητικό στηρίζεται στη θέση ότι η μη εγγραφή στερεί από τον Καθ’ ου η αίτηση το δικαίωμα έγερσης της απαίτησης. Για τους λόγους που έχουν ήδη εξηγηθεί, η θέση αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.
Η παρούσα κρίση δεν αποφασίζει κατά πόσο ο Καθ’ ου η αίτηση υπείχε υποχρέωση εγγραφής, αν η δραστηριότητά του στην Κύπρο εμπίπτει στο άρθρο 11(3) του Νόμου ή ποια είναι, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, η επίδραση του άρθρου 56 ΣΛΕΕ και της σχετικής νομολογίας του ΔΕΕ. Ούτε αποφασίζεται κατά πόσο διαθέτει τις απαιτούμενες εξουσιοδοτήσεις από τους δικαιούχους. Τα ζητήματα αυτά δεν είναι αναγκαίο να επιλυθούν για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας και, στον βαθμό που παραμένουν επίδικα και ουσιώδη, θα εξεταστούν στο πλαίσιο της κύριας δίκης. Η κρίση του Δικαστηρίου περιορίζεται στο ότι η μη εγγραφή δεν αρκεί, αφ’ εαυτής, για την έκδοση οποιασδήποτε από τις αιτούμενες θεραπείες.
Καταλήγω, επομένως, ότι δεν έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις των Μερών 3.3, 12.1 και 24.2 για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Υπό το φως της κατάληξης αυτής, δεν κρίνεται αναγκαίο να με απασχολήσουν περαιτέρω τα υπόλοιπα ζητήματα που αναπτύχθηκαν από τις πλευρές.
Κατάληξη
Για τους λόγους που εξήγησα, η αίτηση απορρίπτεται.
Τα έξοδα της αίτησης €2.500.- συμπεριλαμβανομένων ΦΠΑ και πραγματικών εξόδων, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα/Καθ’ ου η αίτηση και εναντίον της Εναγόμενης/Αιτήτριας.
(Υπ.) ………………………………..
Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ.
Πιστόν αντίγραφον
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο