ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 3278/2015
ΜΕΤΑΞΥ:
Χρυστάλλα Σπανού
Ενάγουσα
και
1. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
2. Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου
3. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
Εναγόμενων
Ημερομηνία: 7/9/2026
Εμφανίσεις:
Για την Ενάγουσα: κ. Θ. Αγγελίδης για Π. Αγγελίδης & Σία ΔΕΠΕ.
Για την Εναγόμενη 1: κ. Σ. Κόκκινος για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Εισαγωγή – Τα δικόγραφα
Κατόπιν απόσυρσης της αγωγής εναντίον των Εναγόμενων 2 και 3, η αγωγή προχώρησε για ακρόαση μόνον σε σχέση με την Εναγόμενη 1.
Κατά τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, τον Απρίλιο του 2009 διατηρούσε καταθέσεις ύψους €44.509 σε λογαριασμό, σε υποκατάστημα της Ενάγουσας και κατά τον ίδιο χρόνο, η Εναγόμενη 1 δημοσίευσε δυνάμει των προνοιών της νομοθεσίας Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο και πρόσκληση για εγγραφή για την αγορά αξιογράφων κεφαλαίου και εισαγωγή τους στο ΧΑΚ, συνολικής αξίας €645.327.822, ονομαστικής αξίας €1 έκαστο (Ενημερωτικό Δελτίο ημερομηνίας 30/4/2009).
Κατά τον πιο πάνω χρόνο οι υπεύθυνοι λειτουργίας του καταστήματος σκοπίμως και/ή αμελώς και/ή δολίως παρότρυναν την Ενάγουσα να μεταβάλει τις καταθέσεις της σε καταθέσεις μέσω αξιογράφων, με ετήσιο τόκο 7% και την βεβαίωσαν ότι το νέο προϊόν ήταν το ίδιο εξασφαλισμένο όπως μία κατάθεση και απλώς η Ενάγουσα θα είχε το πλεονέκτημα είσπραξης τόκου 7% κάθε τρείς μήνες και στα πέντε χρόνια θα τα εξαγόραζε η Τράπεζα πίσω. Σε καμία επίσκεψη και/ή επικοινωνία του υπαλλήλου με την Ενάγουσα δεν της εδόθησαν τα εμπιστευτικά πληροφοριακά μνημόνια και/ή τα ενημερωτικά δελτία, ούτε της δόθηκαν συμβουλές περί των κινδύνων ή καταλληλότητα εκτέλεσης τέτοιας επένδυσης. Η Ενάγουσα κλήθηκε στην Τράπεζα και κατόπιν περαιτέρω παραστάσεων υπέγραψε, κατά ή περί τον Ιούνιο του 2009, έντυπο αίτησης που της υπειδείχθη, χωρίς να το διαβάσει, στη βάση των διαβεβαιώσεων υπαλλήλων της Τράπεζας, για την αγορά αξιογράφων αξίας €44.509. Κανένας από την Εναγόμενη 1 ή τους υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους της δεν ήταν αδειούχος επενδυτικός σύμβουλος ή είχε προσόντα παροχής επενδυτικών συμβούλων. Έτσι ουδέποτε της ανέφεραν ότι υπήρχε οποιοσδήποτε κίνδυνος σχετικά με την κατάθεση μέσω αξιογράφων. Η Ενάγουσα βασιζόμενη στις παραστάσεις της Εναγόμενης 1 και των υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων της έκανε τη νέα κατάθεση, που στην πραγματικότητα ήταν αγορά 44.509 αξιογράφων ονομαστικής αξίας €1 το καθένα.
Πριν την υπογραφή της πράξεως και για να πειστεί η Ενάγουσα να προβεί στην προαναφερθείσα πράξη, η Εναγόμενη 1 και οι υπηρέτες και/ή οι αντιπρόσωποι της, της ανέφεραν ότι η κατάθεση της ήταν εγγυημένη και μπορούσε να αποσύρει τα χρήματά της ανά πάσα στιγμή. Είναι δε η θέση της ότι αν τηρείτο η νομιμότητα, η Εναγόμενη 1 δεν θα προκαλούσε τις ζημιές που της προκάλεσε. Περαιτέρω αναφέρει ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο η τράπεζα ενεργούσε σαν σύμβουλος της ενάγουσας και ότι μεταγενέστερα της στάλθηκαν κάποιοι τόκοι.
Κατά ή περί τον Ιανουάριο του 2013, η Ενάγουσα έλαβε επιστολές από την Εναγόμενη 1, η οποία την πληροφορούσε ότι τα αξιόγραφα του 2009 επρόκειτο να γίνουν πλήρως πληρωθείσες συνήθεις μετοχές της Εναγόμενης 1, με βεβαίωση της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, έστω και αν δεν το έκανε με τη βούληση της. Μόνον τότε ήρθε σε γνώση της η ιδιομορφία των αξιογράφων ως μετατρέψιμα σε μετοχές.
Όπως αναφέρει, η Εναγόμενη 1 είναι ένοχη απάτης, δόλου, ψευδών παραστάσεων και μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων, με αποτέλεσμα να έχει υποχρέωση να αποζημιώσει την Ενάγουσα διά πάσα ζημιά την οποία έχει υποστεί, ως επίσης και με αποτέλεσμα η αγορά αξιογράφων του 2009 να είναι εξ υπαρχής άκυρη και/ή ακυρωτέα και να δικαιούται σαν αποτέλεσμα σε σχετικό διάταγμα παραμερισμού και ακύρωσης αυτών.
Στη συνέχεια, η Ενάγουσα προχωρεί στην παράθεση λεπτομερειών απάτης και/ή δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων και μη αποκάλυψης εκ μέρους της Εναγόμενης 1, παράβασης των νόμιμων καθηκόντων της, παραπλανητικών στοιχείων στα διάφορα ενημερωτικά δελτία / εμπιστευτικά πληροφοριακά μνημόνια, ανεπίτρεπτου επηρεασμού, καθώς και σε λεπτομέρειες αμέλειας, παράβασης καταπιστεύματος και παράβασης συμβατικών υποχρεώσεων.
Σύμφωνα με την Ενάγουσα, οι πιο πάνω ενέργειες εξαφάνισαν τα περιουσιακά της στοιχεία, κατά παράβαση των συνταγματικών αρχών του σεβασμού της περιουσίας, της ισότητας, των σχετικών προνοιών του Χάρτη των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των σχετικών οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων. Εάν η Εναγόμενη 1 συμμορφωνόταν με τα νόμιμα καθήκοντα της, η Ενάγουσα θα είχε αλώβητη την περιουσία της. Αντίθετα, οι παραλείψεις της επέφεραν ζημιά μέχρι και εξαφάνιση των περιουσιακών στοιχείων της.
Περαιτέρω και/ή διαζευτικά αξιώνει τον παραμερισμό και ακύρωση των αξιογράφων έκδοσης 2009 και/ή τυχόν μετοχοποίηση τους η οποία ακολούθησε και όπως αποζημιωθεί πλήρως για κάθε ζημιά που έχει υποστεί. Όπως αναφέρει τα αξιόγραφα δεν έχουν πλέον καμία αξία.
Συναφώς αξιώνει από την Εναγόμενη 1:
« Α. Ποσό €75.000 πλέον νόμιμο τόκο από 06/06/2014 μέχρι εξοφλήσεως[1], λόγω παραβάσεων Νόμιμων Υποχρεώσεων και/ή ως παράγωγα αντισυναλλαγματικών πράξεων και/ή παραλήψεις[2] Νόμιμων Υποχρεώσεων και/ή άλλως πως προς τους Ενάγοντες.
Β. Απόφαση και/ή διακήρυξη του Δικαστηρίου, ότι η αποκοπή και/ή δέσμευση χρημάτων και/ή επέμβαση επί των λογαριασμών των Εναγόντων από τους Εναγόμενους, είναι παράνομη και/ή αντισυνταγματική και ότι είναι αποτέλεσμα παράβασεως των Άρθρων 17, 20 και 38 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Γ. Διάταγμα ακύρωσης των ομολόγων/Αξιογράφων Κεφαλαίου έκδοσης κατά ή περί το 2009 ως και παντός σχετιζόμενου εγγράφου, συμπεριλαμβανομένων δανείων, ως επίσης και παντός εγγράφου σχετιζόμενου με τις πιο πάνω πράξεις και/ή την επιχειρηθείσα μετατροπή των και/ή μετατροπή τους σε ΑΕΚ[3] ή σε μετοχές και διάταγμα ακύρωσης λόγω απάτης/δολίων και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή ψευδών δηλώσεων και/ή δόλιας ή σκόπιμης μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων και/ή λόγω άσκησης πίεσης/ανεπίτρεπτης επιρροής για σύναψη ετεροβαρούς σύμβασης και/ή λόγω απειλής / εκβιασμού / οικονομικής πίεσης κατά ή περί τον Απρίλιο του 2009 και έπειτα.
Δ. Αποζημιώσεις δια απάτη και/ή δόλιες και/ή ψευδείς παραστάσεις και/ή δια αμελείς παραστάσεις και/ή μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων και/ή για παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων και/ή σχέσης δικαιούχου/εμπιστευματοδόχου και/ή για αμέλεια και/ή συνωμοσία και/ή αποζημιώσεις δυνάμει αρχών της επιείκειας (equitable damages) για τις πράξεις και/ή παραλείψεις των Εναγομένων σε σχέση με τα ανωτέρω την περίοδο 2009 – 2015.
Ε. Αποζημιώσεις δια παράβαση προνοιών του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 μεταξύ άλλων άρθρων 38-46 και/ή των προνοιών του Νόμου 114(Ι)/2005 Περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμου, των Νόμων και Κανονισμών για το ΧΑΚ και/ή για την Κεφαλαιαγορά και/ή δυνάμει σχετικών προνοιών του Νόμου σε σχέση με την έκδοση αξιογράφων/ομολόγων κατά ή περί τον Απρίλιο του 2009 δυνάμει Εμπιστευτικών Πληροφοριακών Μνημονίων και/ή Πρόσκλησης «Prospectus» και/ή άλλως πως και εν συνεχεία δυνάμει Ενημερωτικών Δελτίων κατά ή περί το 2009 και έπειτα.
ΣΤ. Αποζημιώσεις δια ψευδείς ή παραπλανητικές δηλώσεις στο εν λόγω Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο και/ή Πρόσκληση και/ή Έκθεση και/ή Ενημερωτικό Δελτίο και/ή δια παραλείψεις αποκάλυψης λεπτομερειών/γεγονότων/υλικού κατά παράβαση σχετικών προνοιών των Νόμων και Κανονισμών.
Ζ. Επιστροφή παντός καταβληθέντος ποσού στην Εναγομένη 1 και/ή στους Εναγομένους μετά τόκων προς 7% από ημερομηνίας καταβολής του ποσού ως το Δικαστήριο ήθελε καθορίσει.
Η. Κήρυξη ως παράνομων και/ή καταχρηστικών οποιοδήποτε[4] όρων των συμβάσεων δανειοδότησης που αφορούν την μονομερή εκ μέρους της Εναγομένης 1 αύξησης του επιτοκίου.
Θ. Νόμιμο Τόκο, έξοδα, έξοδα επίδοσης και Φ.Π.Α επί των εξόδων. »
Η Εναγομένη 1 αναφέρει ότι η Ενάγουσα στις 6/6/2009 προέβη στην αγορά αξιογράφων κεφαλαίου (ΜΑΚ), τα οποία στις 18/5/2011 μετέτρεψε σε μετατρέψιμα αξιόγραφα ενισχυμένου κεφαλαίου (ΜΑΕΚ) με την καταβολή €44.509 και αρνείται ότι προέβη σε οποιοδήποτε δόλο και/ή παρανομία και/ή παραπλάνηση και/ή καταδολίευση και/ή εξαναγκασμό και/ή ψευδείς παραστάσεις έναντι της Ενάγουσας, καθώς και ότι της παρείχε επενδυτική συμβουλή. Θέση της είναι ότι η έκδοση και διάθεση των επίδικων αξιογράφων πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με το ισχύον νομοθετικό και κανονιστικό πλαίσιο, με εγκεκριμένα Ενημερωτικά Δελτία στα οποία περιγράφονταν αναλυτικά οι όροι και οι κίνδυνοι του προϊόντος. Τα σχετικά έγγραφα ήταν διαθέσιμα στο κοινό και, κατά την έκδοση, αποστέλλονταν στους ενδιαφερομένους τα προβλεπόμενα πληροφοριακά έγγραφα.
Ειδικότερα, προβάλλει ότι είχε θεσπίσει εσωτερικές διαδικασίες ακριβώς για να αποτρέπεται η παροχή επενδυτικών συμβουλών από το προσωπικό των καταστημάτων. Οι υπάλληλοι μπορούσαν να παρέχουν γενικές πληροφορίες για τα χαρακτηριστικά του προϊόντος, όχι όμως να προβαίνουν σε σύσταση, καθοδήγηση ή αξιολόγηση της καταλληλότητάς του για συγκεκριμένο πελάτη. Για εξειδικευμένες πληροφορίες προβλεπόταν παραπομπή σε κατάλληλα καταρτισμένο προσωπικό/ Private Banking, ενώ ειδικά για τα ΜΑΕΚ 2011 λειτουργούσε και ειδικό τηλεφωνικό κέντρο. Ως εκ τούτου, αρνείται ότι είχε υποχρέωση να προβεί σε έλεγχο καταλληλότητας της Ενάγουσας ή ότι εφαρμόζεται στην περίπτωση το καθεστώς MiFID που διέπει την παροχή επενδυτικών συμβουλών.
Περαιτέρω, στηρίζεται ιδιαίτερα στα έγγραφα που υπέγραψε η Ενάγουσα. Κατά τη θέση της, με την αίτηση αγοράς η Ενάγουσα επιβεβαίωσε ότι είχε τις γνώσεις και ικανότητες να αξιολογήσει την επένδυση, ότι αποδεχόταν τους όρους έκδοσης και ότι δεν της παραχέθηκε επενδυτική συμβουλή. Για τον λόγο αυτό προβάλλεται και ισχυρισμός περί estoppel, ότι δηλαδή η Ενάγουσα κωλύεται να προβάλλει εκ των υστέρων θέσεις αντίθετες προς όσα αποδέχθηκε εγγράφως.
Τέλος, και επικουρικά, η Εναγομένη 1 αμφισβητεί την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των αποδιδόμενων σε αυτήν ενεργειών και της ζημίας της Ενάγουσας, προβάλλοντας ότι, ακόμη και αν τα χρήματά της παρέμεναν ως καταθέσεις και δεν επενδύονταν στα επίδικα αξιόγραφα, θα υφίσταντο ούτως ή άλλως απομείωση συνεπεία των μέτρων εξυγίανσης που εφαρμόστηκαν τον Μάρτιο του 2013.
Η Ενάγουσα με την απάντηση της στην υπεράσπιση (κοινή για όλους τους Εναγόμενους), επαναλαμβάνει ουσιαστικά τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης της.
Παραδεκτά γεγονότα και έγγραφα
Οι συνήγοροι των μερών στις 8/10/2025 κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου κατάλογο παραδεκτών γεγονότων (Έγγραφο Α) και κατάλογο παραδεκτών εγγράφων (Έγγραφο Β).
Με βάση το Έγγραφο Α προκύπτει ότι αποτελούν παραδεκτά γεγονότα μεταξύ των μερών τα ακόλουθα:
« 1. Η Ενάγουσα είναι φυσικό πρόσωπο με ημερομηνίας γεννήσεως [ ]/1969, ΑΔΤ [ ], Κύπρια πολίτης και διαμένει μόνιμα στη Κύπρο και συγκεκριμένα στην Ξυλοφάγου κατά πάντα ουσιώδη χρόνο.
2. Η Εναγόμενη είναι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο δημόσια εταιρεία, αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα.
3. Η Ενάγουσα κατά και/ή περί τις 01/06/2009 υπέγραψε «Έντυπο Αίτησης» για την αγορά 50.000 Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου (ΜΑΚ), αξίας €50.000,00σ, δηλαδή το κάθε ένα φέροντας ονομαστική αξία ύψους €1 έκαστο, χρησιμοποιώντας τα χρήματα που είχε κατατεθειμένα σε κοινό λογαριασμό που διατηρούσε με τον σύζυγό της Παναγιώτη Παναγιώτου στην Εναγόμενη Τράπεζα. Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 το «Έντυπο Αίτησης» του 2009, αναφορικά με την απόκτηση χρεογράφων. Η επιστολή παραχώρησης τους ημερομηνίας 06/06/2009 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2 όπου φαίνεται η παραχώρηση 44.509 ΜΑΚ.
4. Η Ενάγουσα κατά ή περί τον Μάιο του 2011 υπέγραψε «Έντυπο Αίτησης» για την αγορά 44.509 Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου (ΜΑΕΚ), αξίας €44.509,00σ, δηλαδή φέροντας ονομαστική αξία ύψους €1 έκαστο, χρησιμοποιώντας τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου (ΜΑΚ) της Εναγόμενης Τράπεζας που κατείχε στο όνομά της. Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 3 το «Έντυπο Αίτησης» του 2011, αναφορικά με την απόκτηση ΜΑΕΚ. Η επιστολή παραχώρησης τους επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 4.
5. Κατά και/ή περί τις 14/3/2012 η Ενάγουσα υπέγραψε έντυπο ημερομηνίας 9 Φεβρουαρίου 2012, για ανταλλαγή Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου με Υποχρεωτικά Μετατρέψιμα Ομόλογα. Το εν λόγω έντυπο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 5.
6. Κατά και/ή περί τον Αύγουστο του 2013 η Ενάγουσα έλαβε 2 Ενημερωτικές Επιστολές της Εναγόμενης Τράπεζας φέρουσες ημερομηνία 8/8/2013 για μετατροπή των μετοχών που προέκυψαν από καταθέσεις και για συνήθεις μετοχές που ήταν εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και στο Χρηματιστήριο Αθηνών. Οι εν λόγω επιστολές επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 6 και 7 αντίστοιχα.
7. Κατά τις περιόδους που αναφέρονται στο Τεκμήριο 8 είχαν πληρωθεί οι τόκοι που εμφαίνονται στο έγγραφο για τα ΜΑΚ και ΜΑΕΚ που κατείχε η Ενάγουσα και τα οποία αναφέρονται ανωτέρω. Η Ενάγουσα έλαβε τα ποσά που εμφαίνονται στη δεξιότερη στήλη.
8. Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου 2009 τα οποία εκδόθηκαν από την Εναγόμενη 1 το 2009 και αποτελούσαν διαπραγματεύσιμες αξίες στην κεφαλαιαγορά (ΧΑΚ και ΧΑ) μέχρι το 2013 (εφεξής ‘ΜΑΚ’). Σε σχέση με αυτές τις αξίες εκδόθηκε Ενημερωτικό Δελτίο ημερομηνίας 30 Απριλίου 2009 το οποίο ενέκρινε η ΕΚΚ με βάση τη Νομοθεσία περί Ενημερωτικών Δελτίων και το οποίο κατατίθεται στην παρούσα διαδικασία ως Τεκμήριο 9. Συμπληρωματικό Ενημερωτικό Δελτίο ημερομηνίας 2 Ιουνίου 2009 το οποίο αφορά τα ΜΑΚ, το οποίο ενέκρινε η ΕΚΚ με βάση τη Νομοθεσία περί Ενημερωτικών Δελτίων, κατατίθεται στην παρούσα διαδικασία ως Τεκμήριο 10.
9. Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου 2011 τα οποία εκδόθηκαν από την Εναγόμενη 1 το 2011 και αποτελούσαν διαπραγματεύσιμες αξίες στην κεφαλαιαγορά (ΧΑΚ και ΧΑ) μέχρι το 2013 (εφεξής ‘ΜΑΕΚ 2011’). Σε σχέση με αυτές τις αξίες εκδόθηκε Ενημερωτικό Δελτίο ημερομηνίας 5 Απριλίου 2011 το οποίο ενέκρινε η ΕΚΚ με βάση τη Νομοθεσία περί Ενημερωτικών Δελτίων και το οποίο κατατέθηκε στην παρούσα διαδικασία ως Τεκμήριο 11.
10. Κατά ή περί την ημερομηνία που αναφέρεται στο Τεκμήριο 12 η Εναγόμενη 1 απέστειλε το εν λόγω ολιγοσέλιδο ενημερωτικό σημείωμα ταχυδρομικά σε κατόχους υφιστάμενων αξιών, ως εν δυνάμει επενδυτές μέσω διπλοσυστημένης επιστολής, ως περίληψη του Τεκμηρίου 9.
11. Κατά ή περί την ημερομηνία που αναφέρεται στο Τεκμήριο 13 η Εναγόμενη 1 απέστειλε το εν λόγω ολιγοσέλιδο ενημερωτικό σημείωμα ταχυδρομικά σε κατόχους υφιστάμενων αξιών, ως εν δυνάμει επενδυτές μέσω διπλοσυστημένης επιστολής, ως περίληψη του Τεκμηρίου 11.
12. Οι δύο ανωτέρω επίδικες αξίες αποτελούσαν περίπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα για αριθμό λόγων. Και οι δύο επίδικες αξίες μπορούσαν να μετατραπούν σε μετοχές. Σε σχέση με τα ΜΑΚ και τα ΜΑΕΚ σημειώνονται, μεταξύ άλλων (α) η αορίστου χρόνου διάρκεια τους, (β) η δυνατότητα κατά την επιλογή των κατόχων τους για μετατροπή τους σε μετοχές, (γ) η δυνατότητα της Εναγόμενης 1 να εξαγοράσει τούτα στην ονομαστική τους αξία μετά πάροδο πέντε ετών από την έκδοσή τους και, σε σχέση μόνο με τα ΜΑΕΚ 2011, (δ) η πιθανότητα, στη βάση δυσμενούς οικονομικής κατάστασης ή βιωσιμότητας της Εναγόμενης 1, να προέκυπτε αναγκαστική μετατροπή τους από την Εναγόμενη 1 σε μετοχές με σκοπό την κάλυψη των αναγκών της Εναγόμενης 1. Περαιτέρω, ειδικά σε σχέση με τα ΜΑΚ και τα ΜΑΕΚ, η Εναγόμενη 1 δύνατο να ακυρώσει την πληρωμή τόκου εάν δεν τηρούσε τη σχετική κεφαλαιακή επάρκεια: Σε σχέση με τα ΜΑΚ η Εναγόμενη 1 θα ήταν υποχρεωμένη να ικανοποιήσει οποιαδήποτε ακύρωση πληρωμής τόκου μόνο σε περίπτωση εξαγοράς των ΜΑΚ και εξαγορά, ανταλλαγή ή αλλαγή σύμφωνα με σχετικές πρόνοιες των όρων έκδοσης. Σε σχέση με τα ΜΑΕΚ, οποιαδήποτε ακυρωθείσα πληρωμή τόκου θα ήταν πλήρης και αμετάκλητη και θα χανόταν (forfeited) και δεν θα καθίστατο πληρωτέα από την Εναγόμενη 1. Τα ΜΑΚ και ΜΑΕΚ ήταν πολύπλοκα χρηματοοικονομικά προϊόντα καθότι είχαν αόριστη διάρκεια και μπορούσαν να μετατραπούν σε μετοχές.
13. Οι δύο ανωτέρω επίδικες αξίες εκδόθηκαν από την Εναγόμενη 1 με δημόσια προσφορά στο ευρύ επενδυτικό κοινό προς το σκοπό της ίδιας άντλησης κεφαλαίων από το ευρύ κοινό, και σε σχέση με την έκδοση των ΜΑΚ και των ΜΑΕΚ αντλήθηκαν Πρωτοβάθμια Κεφάλαια.
14. Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι σε σχέση με την πώληση και διάθεση των επίδικων αξιών στην Ενάγουσα από την Εναγόμενη 1 παρασχέθηκαν επενδυτικές υπηρεσίες και εφαρμόζεται: (α) Ο περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμος του 2007 (Ν. 144(Ι)/2007) ο οποίος θεσπίστηκε για σκοπούς εναρμόνισης του Κυπριακού δικαίου με την Οδηγία 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Απριλίου 2004 για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων (Markets in Financial Instruments Directive, εφεξής ‘MiFID), και (β) οι σχετικές Οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (Κ.Δ.Π. 557/2007), και (Κ.Δ.Π. 558/2007) (συλλογικά, ‘η Νομοθεσία περί παροχής επενδυτικών υπηρεσιών’)∙ και είναι η θέση της Ενάγουσας ότι με βάση την ανωτέρω νομοθεσία, η Ενάγουσα εμπίπτει στην κατηγορία των ‘ιδιωτών πελάτων’.
15. Η Εφαρμογή ή μη εφαρμογή της ανωτέρω νομοθεσίας θα αποφασιστεί από το Σεβαστό Δικαστήριο.
16. Είναι η θέση της Εναγόμενης 1, η οποία ήταν η εκδότρια των αξιών, ότι η Νομοθεσία περί παροχής επενδυτικών υπηρεσιών δεν εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση καθότι δεν παρασχέθηκε καμία επενδυτική υπηρεσία στην Ενάγουσα κατά τη διαδικασία εγγραφής για απόκτηση και/ή κατά την απόκτηση από αυτούς των επίδικων αξιών. Η Εναγόμενη 1 δεν αμφισβητεί την πολυπλοκότητα των επίδικων αξιών, αλλά είναι η θέση της ότι η διαμεσολάβηση και η παροχή επενδυτικών υπηρεσιών σε επαγγελματική βάση, δηλαδή η ύπαρξη σχέσης επενδυτή και παρόχου επενδυτικών υπηρεσιών είναι ουσιαστικός παράγοντας βάσει της κείμενης Νομοθεσίας κατά πόσον θα έχει εφαρμογή ο Ν. 144(Ι)/2007. Είναι έτι περαιτέρω η θέση της Εναγόμενης 1 ότι για το σκοπό της διάθεσης των επίδικων αξιών με την διαδικασία της δημόσιας προσφοράς προς το ευρύ επενδυτικό κοινό και της έκδοσης των Ενημερωτικών Δελτίων βάσει των απαιτήσεων της Νομοθεσίας περί Ενημερωτικών Δελτίων, η πολυπλοκότητα των εν λόγω προϊόντων δεν έχει την οποιανδήποτε σημασία καθότι η αρμόδια Αρχή, ήτοι η ΕΚΚ, ενέκρινε τη διάθεση των επίδικων αξιών με τους όρους έκδοσης τους μέσω των Δελτίων. Στην επίδικη περίπτωση, αφ’ ης στιγμής ο αγοραστής αποκτά το προϊόν απευθείας από τον εκδότη, δεν υπάρχει διαμεσολάβηση κι επομένως ο πωλητής δεν μπορεί να θεωρηθεί πάροχος των υπηρεσιών εν τη εννοία του Νόμου.
17. Το παρόν έγγραφο έγινε από τους διάδικους στα πλαίσια της ακρόασης για σκοπούς περιορισμού της μαρτυρίας. »
Με βάση το Έγγραφο Β κατατέθηκαν, επίσης, ως παραδεκτά Τεκμήρια 1-13 τα έγγραφα που αφορούν τα παραδεκτά γεγονότα που εκτέθηκαν ανωτέρω και τα οποία παραθέτω στη συνέχεια συγκεντρωτικά:
1. Έντυπο Αίτησης για αγορά 50,000 Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου (ΜΑΚ) ημερομηνίας 1/6/2009 (Τεκμήριο 1).
2. Επιστολή Παραχώρησης 50,000 Αξιογράφων της Τράπεζας Κύπρου ημερομηνίας 6/6/2009 (Τεκμήριο 2).
3. Έντυπο Αίτησης για αγορά 44,509 Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου (ΜΑΕΚ), Μάιος 2011 (Τεκμήριο 3).
4. Επιστολή Παραχώρησης 44,509 Αξιογράφων της Τράπεζας Κύπρου ημερομηνίας 18/5/2011 (Τεκμήριο 4).
5. Έντυπο ανταλλαγής Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου με Υποχρεωτικά Μετατρέψιμα Ομόλογα (Τεκμήριο 5).
6. Επιστολή Τράπεζας Κύπρου ημερομηνίας 8/8/2013 για μετατροπή των μετοχών που προέκυψαν από καταθέσεις (Τεκμήριο 6).
7. Επιστολή Τράπεζας Κύπρου ημερομηνίας 8/8/2013 για συνήθεις μετοχές που ήταν εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και στο Χρηματιστήριο Αθηνών (Τεκμήριο 7).
8. Έγγραφο Τράπεζας Κύπρου ημερομηνίας 30/8/2023 που εμφαίνονται οι τόκοι για τα ΜΑΚ και ΜΑΕΚ (Τεκμήριο 8).
9. Ενημερωτικό Δελτίο Τράπεζας Κύπρου ημερομηνίας 30/4/2009 αναφορικά με ΜΑΚ (Τεκμήριο 9).
10. Συμπληρωματικό Ενημερωτικό Δελτίο Τράπεζας Κύπρου ημερομηνίας 2/6/2009 αναφορικά με ΜΑΚ (Τεκμήριο 10).
11. Ενημερωτικό Δελτίο Τράπεζας Κύπρου ημερομηνίας 5/4/2011 αναφορικά με ΜΑΕΚ (Τεκμήριο 11).
12. Ολιγοσέλιδο ενημερωτικό σημείωμα ημερομηνίας 18/5/2009 αναφορικά με ΜΑΚ (Τεκμήριο 12).
13. Ολιγοσέλιδο ενημερωτικό σημείωμα ημερομηνίας 20/4/2011 αναφορικά με ΜΑΕΚ (Τεκμήριο 13).
Όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου.
Η Μαρτυρία
Κατά την ακρόαση κατέθεσε ένας μάρτυρας για κάθε πλευρά. Πιο συγκεκριμένα, για την πλευρά της Ενάγουσας κατέθεσε η ίδια (Μ.Ε.1) ενώ για την πλευρά της Εναγόμενης 1 κατέθεσε ο Κωνσταντίνος Αδαμίδης (Μ.Υ.1).
Η Ενάγουσα κατέθεσε τη γραπτή δήλωση που ετοίμασε (Έγγραφο Γ), καθώς επίσης το Τεκμήριο 14. Κατέθεσε ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης και υποστήριξε, ουσιαστικά, ότι έτυχε δόλιας εκμετάλλευσης από την Εναγόμενη 1, με αποτέλεσμα να υποστεί ζημία ύψους €44.509, πλέον των τόκων που, κατά τη θέση της, της είχαν υποσχεθεί.
Η μάρτυρας αντεξετάστηκε και ενέμεινε στη θέση της. Στο πλαίσιο της αντεξέτασης της κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και τα Τεκμήρια 15 και 16.
Ο Μ.Υ.1 ήταν υπάλληλος της πρώην Λαϊκής Τράπεζας από τον Ιούλιο του 1995 μέχρι τον Μάρτιο του 2013 και έκτοτε εργοδοτείται από την Εναγόμενη 1. Κατά την κυρίως εξέτασή του κατέθεσε γραπτή δήλωση ως Έγγραφο Δ, καθώς και τα Τεκμήρια 17-19.
Η μαρτυρία του αφορούσε, ουσιαστικά, την αγωγή υπ’ αρ. 3097/2015 που καταχώρισε ο σύζυγος της Ενάγουσας εναντίον της Εναγόμενης 1 και τα έγγραφα που εντοπίστηκαν στον φάκελό του, τα οποία σχετίζονται με την απόκτηση ΜΑΚ το 2009 και τις μεταγενέστερες συναλλαγές που ακολούθησαν (Τεκμήρια 17-19). Αναφέρθηκε επίσης στο γεγονός ότι κατά την 29/3/2013 η Ενάγουσα και ο σύζυγός της ήταν κάτοχοι μετοχών και όχι αξιογράφων.
Κατά την αντεξέτασή του κατέστησε σαφές ότι δεν είχε προσωπική γνώση των επίδικων γεγονότων ούτε οποιαδήποτε εμπλοκή στην πώληση των επίδικων αξιογράφων. Η γνώση του περιοριζόταν ουσιαστικά στα έγγραφα που τηρούνταν στα αρχεία της Τράπεζας και τα οποία τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Απέρριψε, τέλος, τη θέση ότι παρουσιάστηκε για να προστατεύσει την Εναγόμενη 1 αντί να καταθέσει την αλήθεια.
Επιχειρηματολογία των δύο πλευρών-Γραπτές αγορεύσεις
Οι θέσεις των δύο πλευρών περιλαμβάνονται στις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων τους, οι οποίες έχουν τύχει ενδελεχούς μελέτης από το Δικαστήριο. Δεν κρίνεται, ωστόσο, σκόπιμο να παρατεθούν στο παρόν στάδιο όσα αναφέρονται στις αγορεύσεις, ενώ θα γίνει αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία αυτών κατωτέρω, εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο.
Το ζήτημα της δικογράφησης της Ενάγουσας – Μη δικογράφηση αυτοτελούς βάσης προσβολής της συμφωνίας των ΜΑΕΚ και της ανταλλαγής των ΜΑΕΚ με μετοχές.
Κατόπιν ενδελεχούς μελέτης των δικογράφων, της μαρτυρίας και των παραδεκτών γεγονότων, καθώς και των αγορεύσεων των μερών, αποτελεί διαπίστωση μου ότι εγείρεται ένα πολύ σοβαρό ζήτημα, το οποίο χρήζει εξέτασης κατά προτεραιότητα. Και αυτό διότι όπως θα διαφανεί, η επίλυση του ενδεχομένως να καταστήσει αχρείαστη την εξέταση των λοιπών ζητημάτων και βάσεων αγωγής που προωθεί η Ενάγουσα.
Από την έκθεση απαίτησης της Ενάγουσας προκύπτει ότι οι πραγματικοί ισχυρισμοί επί των οποίων εδράζονται οι αιτίες αγωγής της επικεντρώνονται στα αξιόγραφα του 2009 (ΜΑΚ), ενώ μεταξύ των θεραπειών που αξιώνει περιλαμβάνεται και η ακύρωση των εν λόγω αξιογράφων λόγω απάτης/δόλου, ψευδών παραστάσεων και απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. Είναι γεγονός ότι στην παράγραφο 31 της Έκθεσης Απαίτησης γίνεται αναφορά, διαζευκτικά, σε παραμερισμό και ακύρωση των αξιογράφων του 2009 «και/ή τυχόν μετοχοποίησή τους η οποία ακολούθησε», ενώ στην αξίωση Γ ζητείται διάταγμα ακύρωσης των αξιογράφων του 2009 «και/ή την επιχειρηθείσα μετατροπή των και/ή μετατροπή τους σε ΑΕΚ[5] ή σε μετοχές». Οι αναφορές αυτές, όμως, δεν συνοδεύονται από οποιαδήποτε δικογράφηση των πραγματικών περιστατικών που αφορούν τη συμφωνία απόκτησης των ΜΑΕΚ το 2011 ή τη μεταγενέστερη ανταλλαγή τους με μετοχές, ούτε προβάλλεται οποιαδήποτε αυτοτελής βάση επί της οποίας οι πράξεις αυτές προσβάλλονται ως άκυρες ή ακυρώσιμες. Όλοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί περί απάτης/δόλου, ψευδών παραστάσεων και απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων, καθώς και οι λοιποί ισχυρισμοί και θέσεις που προβάλλει στο δικόγραφο της η Ενάγουσα, αφορούν τη συναλλαγή απόκτησης των ΜΑΚ του 2009. Στο σημείο αυτό επαναλαμβάνω την πάγια νομολογημένη αρχή, ότι η όλη διαδικασία θα πρέπει να κινείται πάνω στις γραμμές που χαράζονται από τη δικογραφία και θέματα εκτός δικογράφων δεν μπορούν και δεν πρέπει να εξετάζονται[6]. Η συμπερίληψη, όμως, μιας τέτοιας θεραπείας ή η αναφορά στη μεταγενέστερη μετατροπή, χωρίς τη δικογράφηση των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών και της βάσης που θα μπορούσαν να τη θεμελιώσουν, δεν μπορεί να διευρύνει την αιτία αγωγής ώστε να καταλαμβάνει αυτοτελώς τις μεταγενέστερες συναλλαγές.
Η σοβαρή διάσταση βεβαίως που αποκτά το ζήτημα ανωτέρω είναι η εξής. Εφόσον οι πραγματικοί ισχυρισμοί και οι βάσεις επί των οποίων η Ενάγουσα θεμελιώνει την προσβολή της συναλλαγής αφορούν αποκλειστικά την αρχική συμφωνία απόκτησης των ΜΑΚ του 2009, χωρίς να δικογραφείται αντίστοιχη πραγματική και νομική βάση για την προσβολή της μεταγενέστερης απόκτησης των ΜΑΕΚ το 2011 και της ανταλλαγής αυτών με μετοχές το 2012, τίθεται σοβαρό ζήτημα ως προς τις θεραπείες που μπορούν να αποδοθούν στην Ενάγουσα, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι ευσταθούν οι ισχυρισμοί της περί απάτης, δόλου, ψευδών παραστάσεων ή απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων αναφορικά με την αρχική συναλλαγή. Τίθεται, συνεπώς, το ερώτημα κατά πόσο, ακόμη και σε τέτοια περίπτωση, θα δικαιούτο στις θεραπείες που επιζητεί.
Παρενθετικά, επισημαίνω ότι η πλευρά της Ενάγουσας με την αγόρευση της ζητά «να εκδοθεί διάταγμα με το οποίο να ακυρώνονται οι συμβάσεις αγοράς των μετατρέψιμων αξιόγραφων κεφαλαίου (ΜΑΚ) του 2009, των μετατρέψιμων αξιογράφων ενισχυμένου κεφαλαίου (ΜΑΕΚ) του 2011, ως και για τη μετέπειτα μετατροπή τους σε μετοχές που συνομολογήθηκαν μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1.» Στην αγόρευση, όμως, δεν αντιμετωπίζεται το ζήτημα της ελλείπουσας δικογράφησης, αλλά οι θέσεις της Ενάγουσας αναπτύσσονται ως εάν όλες οι πιο πάνω πράξεις να αποτελούσαν αντικείμενο αυτοτελούς προσβολής με την Έκθεση Απαίτησης.
Από την άλλη, η πλευρά της Εναγόμενης 1 στην αγόρευση της θέτει κατ’ επανάληψη και τονίζει σε διάφορα σημεία το ζήτημα της μη δικογράφησης. Εν τέλει, θέτει το ζήτημα ως εξής: «Μοναδική δικογραφημένη συμφωνία διά την οποία ζητείται ακύρωση και επαναφορά των διαδίκων στην προτέρα κατάσταση τους, είναι αυτή που συνήφθη μεταξύ των μερών για απόκτηση ΜΑΚ κατά το 2009. Δεν αναφέρεται το οτιδήποτε για τα ΜΑΕΚ του 2011 αλλά ούτε και για τα ΥΜΟ του 2012, καθώς και τα γεγονότα που περιβάλλουν έκαστη. Κάθε μεταγενέστερη συμφωνία αντικαθιστούσε την προηγούμενη. Κάθε προηγούμενη συμφωνία έπαυε αυτόματα να ισχύει.» Δεν αναπτύσσει, όμως, περαιτέρω τη θέση αυτή ως προς τις νομικές συνέπειες που εισηγείται ότι απορρέουν από τα πιο πάνω.
Στην προκειμένη περίπτωση, προκύπτουν τα ακόλουθα παραδεκτά ή, εν πάση περιπτώσει, μη αμφισβητούμενα γεγονότα:
- H Ενάγουσα απέκτησε τα ΜΑΚ, δυνάμει του Τεκμηρίου 1 (ημερομηνίας 1/6/2009), καταβάλλοντας €44.509.
- Κατά το 2011 η Ενάγουσα χρησιμοποίησε τα ΜΑΚ ονομαστικής αξίας €44.509 ως επιλέξιμες προς ανταλλαγή αξίες για την απόκτηση ΜΑΕΚ ίσης ονομαστικής αξίας. Τούτο προκύπτει ευθέως από τα παραδεκτά γεγονότα (βλ. την παράγραφο 4 του Εγγράφου Α), καθώς και από το Τεκμήριο 3, στο οποίο, αφενός, η Ενάγουσα αιτείται την απόκτηση ΜΑΕΚ ύψους €44.509 σύμφωνα με τους όρους του Ενημερωτικού Δελτίου της 5/4/2011 και, αφετέρου, ως τρόπος καταβολής του αιτούμενου ποσού αναγράφονται τα ΜΑΚ ύψους €44.509 ως «Επιλέξιμες για Ανταλλαγή Αξίες».
Παρενθετικά, οφείλω να παρατηρήσω ότι τόσο στο δικόγραφο της Εναγόμενης 1 όσο και κατά τη μαρτυρία χρησιμοποιήθηκε, αναφορικά με τα ΜΑΚ, ο όρος «μετατροπή». Ο όρος αυτός δεν αποδίδει, κατά την κρίση μου, με ακρίβεια τη συναλλαγή που προκύπτει από τα ενώπιον του Δικαστηρίου έγγραφα. Όπως προκύπτει από τα σχετικά ενημερωτικά δελτία αλλά και από τα παραδεκτά γεγονότα (βλ. την παράγραφο 12 του Εγγράφου), τα ΜΑΚ παρείχαν δικαίωμα μετατροπής σε μετοχές.[7] Αντιθέτως, ως προς τα ΜΑΕΚ, από το Τεκμήριο 3 προκύπτει ότι η Ενάγουσα υπέβαλε νέα αίτηση για την απόκτησή τους, σύμφωνα με τους όρους έκδοσης του Ενημερωτικού Δελτίου της 5/4/2011, χρησιμοποιώντας προς καταβολή του αιτούμενου ποσού τα ΜΑΚ που κατείχε, τα οποία στο ίδιο το έγγραφο χαρακτηρίζονται ως «Επιλέξιμες για Ανταλλαγή Αξίες». Υπό αυτά τα δεδομένα, οι αναφορές στη μαρτυρία περί «μετατροπής» δεν μεταβάλλουν τη φύση της συναλλαγής όπως αυτή προκύπτει από τα ίδια τα συμβατικά έγγραφα: τα ΜΑΚ χρησιμοποιήθηκαν για την απόκτηση των ΜΑΕΚ.
- Μέχρι την απόκτηση των ΜΑΕΚ, η Ενάγουσα στις 31/12/2009, 30/6/2010 και 31/12/2010 έλαβε τους τόκους που φαίνονται στο Τεκμήριο 8 δυνάμει των επίδικων ΜΑΚ,
- Στη συνέχεια, ήτοι κατά το 2012, η Ενάγουσα αντάλλαξε τα ΜΑΕΚ με μετοχές (Τεκμήριο 5).
- Τον Μάρτιο του 2013, οπότε έγινε το «κούρεμα» στην Κύπρο και εφαρμόστηκαν τα διατάγματα που εξέδωσε η Κεντρική Τράπεζα ως Αρχή Εξυγίανσης, η Ενάγουσα ήταν κάτοχος μετοχών και όχι αξιογράφων και δεν συμμετείχε στην ανακεφαλαιοποίηση της Εναγόμενης 1 ως κάτοχος ΜΑΚ ή ΜΑΕΚ. Ως προς τούτο, σχετική είναι η μαρτυρία του Μ.Υ.1 η οποία δεν αμφισβητήθηκε, ενώ η Ενάγουσα κατά την αντεξέταση της συμφώνησε ότι όταν ήρθε το κούρεμα είχε μετοχές που «εγινήκαν δια δέκα», σημειώνοντας παράλληλα ότι «μηδενίστηκαν ούλλα».
Παρά τα πιο πάνω, με την έκθεση απαίτησής της η Ενάγουσα θεμελιώνει πραγματικά τις αιτίες αγωγής της αποκλειστικά στη συναλλαγή απόκτησης των ΜΑΚ του 2009. Οι μεταγενέστερες συναλλαγές αναφέρονται μόνο στο πλαίσιο της παρ. 31 και της αξίωσης Γ, χωρίς να δικογραφείται οποιαδήποτε πραγματική ή αυτοτελής νομική βάση για την προσβολή τους.
Στην αγωγή 4279/13, 1. Τσιαμανέ, κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου, ημερ.24/8/2022, ο αδελφός δικαστής Θ. Θεοδώρου, Α.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε) ανέφερε τα εξής:
« Προτού παραθέσω τη νομική πτυχή της παρούσας αγωγής, κρίνω ορθότερο να σημειώνω ότι, ανεξάρτητα από το είδος, τη φύση, και τον αριθμό των θεραπειών που επιζητούνται από τους Ενάγοντες, για τους λόγους που θα εξηγήσω ευθύς αμέσως, στην περίπτωση που αποσείσουν το βάρος που φέρουν, θεραπείες θα μπορούν να τους αποδοθούν μόνο σε σχέση με την απόκτηση των ΜΑΕΚ. Και αυτό για τους ακόλουθους λόγους:
Στον βαθμό που με την παρούσα αγωγή επιδιώκεται η απόδοση δηλωτικής απόφασης περί του ότι οι συμφωνίες απόκτησης των Χρεογράφων και των ΜΑΚ είναι άκυρες, καθίσταται έκδηλο ότι για να μπορεί να αποδοθεί τούτη, θα πρέπει να διαφανεί ότι, σε αντίθετη περίπτωση, οι συμφωνίες αυτές θα παραμείνουν σε ισχύ. Διαφορετική προσέγγιση, θα απέληγε στο να ζητείται από το Δικαστήριο να ενεργήσει επί ματαίω. Τι θα εξυπηρετήσει η δηλωτική απόφαση περί ακυρότητας μιας συμφωνίας αν η συμφωνία αυτή, κατά τον χρόνο που θα εκδοθεί η απόφαση, δεν υφίσταται;
Υπενθυμίζω ότι στη βάση των κοινών θέσεων αμφότερων των πλευρών, τόσο ως αυτό προκύπτει από τη σχετική μαρτυρία που προσκόμισαν, όσο και από δηλώσεις των συνήγορων τους, οι Ενάγοντες, έχουν λάβει κάθε προνοούμενο τόκο που σχετιζόταν με τα Χρεόγραφα και τα ΜΑΚ, καθώς επίσης και το αρχικό κεφάλαιο που είχαν καταβάλει για την απόκτησή τους, το οποίο χρησιμοποιήθηκε ως τίμημα αγορά κάθε επόμενης έκδοσης, χωρίς να υποστούν οποιανδήποτε ζημιά.
Ειδικότερα, όσον αφορά στα Χρεόγραφα, η σχετική συμφωνία τερματίστηκε (ανεξαρτήτως των συνθηκών υπό τις οποίες τούτη συνομολογήθηκε), και το κεφάλαιο που είχε καταβληθεί για την αγορά τους, χρησιμοποιήθηκε, το 2009, για απόκτηση των ΜΑΚ.
Τα ίδια ισχύουν και σε σχέση με τα ΜΑΚ, υπό την έννοια ότι, η συμφωνία που τα αφορά τερματίστηκε το 2011 (και πάλι χωρίς να εξετάζονται οι συνθήκες υπό τις οποίες τούτη συνομολογήθηκε) και το κεφάλαιο που είχε καταβληθεί αρχικά για την απόκτησή τους, χρησιμοποιήθηκε για την απόκτηση των ΜΑΕΚ[16].
Είναι, επομένως, ξεκάθαρο ότι οι συμφωνίες απόκτησης των Χρεογράφων και των ΜΑΚ δεν υφίστανται σήμερα (έχουν τερματισθεί/διευθετηθεί και το κεφάλαιο που τις αφορούσε χρησιμοποιήθηκε για απόκτηση των ΜΑΕΚ), ώστε να προκύπτει αναγκαιότητα ή έστω ζήτημα εξέτασης έκδοσης δηλωτικής απόφασης περί ακυρότητάς τους. Ούτε η Εναγόμενη προωθεί οποιαδήποτε Ανταπαίτηση σε σχέση με τους όποιους τόκους καταβλήθηκαν στους Ενάγοντες για τα εν προκειμένω χρηματοοικονομικά μέσα, ώστε να προέκυπτε, ίσως, η ανάγκη να εξεταζόταν το νόμιμο ή μη των σχετικών με αυτά συμβάσεων, κάτι, που εν πάση περιπτώσει, θα ήταν ανεπίτρεπτο στη βάση του λόγου της Αναστάσης Μουλαζίμης Λτδ ν. Τράπεζα Κύπρου (2013) 1 Α.Α.Δ. 168, στα πλαίσια του οποίου επιβεβαιώθηκε η αδυναμία αμφισβήτησης της νομιμότητας μια συναλλαγής μετά την εξόφλησή ή διευθέτησή της, ανεξαρτήτως του λόγου που προβάλλεται.
Το γεγονός δε ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν υποστεί οποιαδήποτε οικονομική ζημιά ως κάτοχοι των Χρεογράφων και των ΜΑΚ, καταδεικνύει και την άνευ αντικειμένου απαίτηση από πλευράς τους για απόδοση των αιτούμενων θεραπειών με τις οποίες επιζητούνται αποζημιώσεις σε σχέση με τα ρηθέντα χρηματοοικονομικά μέσα.
Σημειώνω, συναφώς, ότι, πέραν της θεραπείας της αποκατάστασης (resection – restitutio in integrum), η οποία, στην ουσία, με την απόδοσή της, επαναφέρει τα μέρη μιας άκυρης συμφωνίας στην κατάσταση που βρισκόντουσαν πριν τη συνομολόγησή της, κάθε άλλη αιτούμενη θεραπεία αποζημίωσης, προϋποθέτει ότι οι Ενάγοντες θα αποδείξουν ότι, συνεπεία μιας παράβασης, είτε σύμβασης, είτε νομικού καθήκοντος, είτε τέλος διάπραξης αστικού αδικήματος, υπέστησαν οικονομική ζημιά. Εκείνο που αβίαστα προκύπτει από τα κοινώς αποδεκτά ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα είναι ότι, ανεξάρτητα των συνθηκών υπό τις οποίες συνομολογήθηκαν οι συμβάσεις απόκτησης των Χρεογράφων και των ΜΑΚ, αυτές δεν αναγνωρίστηκαν δικαστικώς ως ακυρώσιμες, αφού οι Ενάγοντες δεν αποτάθηκαν στο Δικαστήριο για να κηρυχθούν άκυρες πριν τον τερματισμό τους, και σίγουρα, καθ' ον χρόνο τούτες υφίσταντο, η εφαρμογή τους δεν επέφερε οποιανδήποτε οικονομική ζημιά σ' αυτούς.
Κατά συνέπεια, η εξέταση επί της ουσίας της παρούσας αγωγής θα περιορισθεί μόνο αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες αποκτήθηκαν τα ΜΑΕΚ και κάθε άλλο εύρημα το οποίο δεν σχετίζεται με αυτές, θα τύχει χρήσης μόνο υπό μορφή επικουρικού χαρακτήρα στα πλαίσια της εξέτασης του βασικού αυτού ζητούμενου, και δη της απόκτησης των ΜΑΕΚ. »[8]
Η πιο πάνω προσέγγιση είναι, κατά την κρίση μου, εφαρμοστέα κατ’ αναλογία στην παρούσα περίπτωση, υπό το φως βεβαίως των ιδιαίτερων πραγματικών δεδομένων που έχουν αποδειχθεί εν προκειμένω.
Από τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω προκύπτει ότι, στην προκειμένη περίπτωση, το 2011 τα ΜΑΚ χρησιμοποιήθηκαν από την Ενάγουσα για την απόκτηση ΜΑΕΚ αξίας €44.509. Επομένως, τα ΜΑΚ του 2009 έκτοτε έπαυσαν να υφίστανται ως τέτοια στην κατοχή της Ενάγουσας, αφού χρησιμοποιήθηκαν για την απόκτηση των ΜΑΕΚ. Τα ΜΑΕΚ ακολούθως ανταλλάχθηκαν / μετατράπηκαν σε μετοχές. Ωστόσο, όπως ήδη εξηγήθηκε, πέραν των αναφορών στην παρ. 31 και στην αξίωση Γ, δεν δικογραφούνται τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά ή αυτοτελής βάση προσβολής της συναλλαγής απόκτησης των ΜΑΕΚ του 2011 ή της μεταγενέστερης ανταλλαγής τους με μετοχές.
Επισημαίνω επίσης ότι στην υπόθεση Μουλαζίμης, η οποία μνημονεύεται στην απόφαση στην αγωγή 4279/13 ανωτέρω, το Ανώτατο Δικαστήριο, ενεργώντας ως Εφετείο, απεφάνθη ότι όταν μια συναλλαγή έχει ήδη εξοφληθεί, δεν είναι επιτρεπτό να επανέρχεται ο διάδικος μεταγενέστερα απαιτώντας επιστροφή ήδη καταβληθέντων ποσών.
Στην αγωγή 7055/2015, Χατζηβασιλείου v. 1. Τράπεζα Κύπρου, κ.α., ημερομηνίας 12/5/2025, ο αδελφός δικαστής Θεοδώρου ανωτέρω, εφάρμοσε την αρχή της υπόθεσης Μουλαζίμης, στην περίπτωση διαδοχής χρεογράφων – ΜΑΚ – ΜΑΕΚ, θεωρώντας ότι η χρήση του κεφαλαίου του προηγούμενου προϊόντος για το επόμενο είχε ως αποτέλεσμα τη διευθέτηση της προηγούμενης συμβατικής σχέσης. Ανέφερε συγκεκριμένα τα εξής, με τα οποία συμφωνώ:
« Με δεδομένους τους τρόπους με τους οποίους καταβλήθηκαν τα χρήματα του Ενάγοντα για απόκτηση των επίδικων ΜΑΕΚ (αξίας €1.100.000), προκύπτει ανάγκη, στο σημείο αυτό, το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο δύναται να αποφανθεί ως προς τη νομιμότητα και γενικότερα την όποια, τυχόν, ακυρωσιμότητα των συμφωνιών απόκτησης των Χρεογράφων και των ΜΑΚ. Συναφώς, είμαι της γνώμης ότι, στη βάση των όσων, σχετικώς, αποφασίστηκαν από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην οποίαν αναφορά θα κάνω κατωτέρω, το παρόν Δικαστήριο δεν διατηρεί δικαίωμα σχετικής απόφανσης, πόσο δε μάλλον όταν, ούτε δικογραφικώς αναφέρεται κάτι σχετικό ή επιζητείται σχετική θεραπεία. Και εξηγώ.
Παρά τις ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορές περί μετατροπής των Χρεογράφων σε ΜΑΚ και των ΜΑΚ σε ΜΑΕΚ, είναι εξόφθαλμα που προκύπτει, τόσο από τα σχετικά Τεκμήρια, όσο και από τη σχετική κοινώς αποδεκτή μαρτυρία ? εξ' ου και ανωτέρω, στα κοινώς αποδεκτά γεγονότα, έγινε σχετική αναφορά ? ότι η απόκτηση των ΜΑΚ και ακολούθως των ΜΑΕΚ, δεν αποτελεί συνέχεια της προηγηθείσας, στην κάθε περίπτωση, συμφωνίας απόκτησης της προηγούμενης έκδοσης των επίδικων αξιών της Εναγόμενης. Και τούτο γιατί, για σκοπούς απόκτησης των ΜΑΚ, η συμβατική σχέση των μερών για τα Χρεόγραφα, συμβιβάστηκε (settled), πριν τη λήξη της (με τους διαδίκους, αφενός να απαλλάσσονται από τις εκατέρωθεν συμβατικές υποχρεώσεις τους και αφετέρου να αποποιούνται των σχετικών δικαιωμάτων τους) και το κεφάλαιο των Χρεογράφων απελευθερώθηκε, και ο Ενάγοντας το χρησιμοποίησε για σκοπούς απόκτησης των ΜΑΚ. Τα ίδια ισχύουν και για τα ΜΑΕΚ, που αποκτήθηκαν με τη καταβολή του κεφαλαίου των ΜΑΚ, αφού η συμβατική σχέση των μερών για τα ΜΑΚ, για τους ίδιους λόγους, συμβιβάστηκε (settled), πριν τη λήξη της, και το κεφάλαιο των ΜΑΚ απελευθερώθηκε, και ο Ενάγοντας το χρησιμοποίησε για σκοπούς απόκτησης των ΜΑΕΚ. Στη βάση των δεδομένων αυτών, δεν επιτρέπεται στο Δικαστήριο να εξετάσει την όποια νομιμότητα ή ακυρωσιμότητα της σύμβασης απόκτησης των Χρεογράφων και των ΜΑΚ. Όπως, σχετικώς, αναφέρθηκε στην απόφαση Αναστάσης Μουλαζίμης Λτδ ν. Τράπεζας Κύπρου (2013) 1 Α.Α.Δ 168:
"Αφήνοντας ανοικτό λοιπόν το τι θα μπορούσε να διεκδικηθεί σε περίπτωση που η χρέωση δεν έχει εξοφληθεί, σε συνάρτηση με την αρχή του κωλύματος και της παρανομίας, επισημαίνουμε ότι στην περίπτωση που έχουμε ενώπιον μας, δεν είναι δυνατό να επιτρέπεται στην Εφεσείουσα να επανέρχεται, 5 ολόκληρα χρόνια μετά από την εξόφληση στην οποίαν προέβη, και να απαιτεί την επιστροφή ποσών ήδη χρεωθέντων και πληρωθέντων. Η ασφάλεια των συναλλαγών και η βεβαιότητα των πράξεων οι οποίες μάλιστα θέτουν τέρμα σε συμβατική σχέση, θα ανετρέπετο εκ θεμελίων και η όλη ιδέα της οριστικότητας των σχέσεων θα εκθεμελιώνετο.
Η αναφορά την οποίαν έχει κάνει ο ευπαίδευτος συνήγορος για την Εφεσείουσα στο Halsbury' s όσον αφορά τη σχέση του κωλύματος και της παρανομίας, δεν βοηθά την υπόθεση του εφ' όσον αυτή δεν έχει αναφορά στην περίπτωση που έχουμε ενώπιον μας σήμερα, όπου έχει γίνει εξόφληση. Είναι όμως σχετική μία απόφαση από τη Σκωτία, Connochie v. British Linen Bank [1943] S. L. T. (Sh. Ct.) 27, όπου επεσημάνθη η διαφορά μεταξύ ''current'' και ''settled''[6] account και εκεί, εφ' όσον επρόκειτο για ''settled'' account, απεφασίσθη ότι δεν ήταν δυνατό να επιτραπεί στον Ενάγοντα να επανέλθει και να ζητήσει ανάκτηση ποσών τα οποία είχε ήδη καταβάλει. Επισημαίνουμε την αναφορά στην υπόθεση Dickson v. The Clydesdale Bank Ltd όπου ελέχθη:
''On behalf of the bank it was contended that as the pursuer had examined and approved of the bank's statement of her account, and granted a document under her hand to that effect, she was not entitled to reopen the matter by questioning the validity of the cheques in Question. In sustaining the bank' s contention, Lord Carmont gave the following decision:
''In my opinion the pursuer is not entitled to go back on her formal approval of the defenders debiting her account with the 10 cheque even on the assumption that it contains a forgery of the pursuer's signature. The amount of the account was approved at a figure 10 less than she now says it should have been, but she has only herself to blame for not checking the figures properly before she signed the letter of acknowledgment of the amount''.
Περαιτέρω αναφορά έγινε στην υπόθεση Wilson' s Trs. v. Bank of England (House of Lords, 6th July, 1926) όπου ελέχθη ότι:?
''Obviously a customer who grants a written acknowledgment of the correctness of his bank account is equally bound, or, in other words, is barred from disputing its accuracy''.
Εν όψει τούτου, απερρίφθη ανάλογη απαίτηση όπως η προκειμένη.»
Στη βάση της ανωτέρω εφετειακής κρίσης, η οποία κρίνω ότι τυγχάνει εφαρμογής και στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, δεν μπορεί το Δικαστήριο να εξετάσει την νομιμότητα και ή ακυρωσιμότητα των συμφωνιών απόκτησης των Χρεογράφων και ΜΑΚ, αφού οι εν προκειμένω συμφωνίες συμβιβάστηκαν (settled) μεταξύ των συμβαλλομένων τους και συνομολογήθηκε, ακολούθως, η νέα συμφωνία απόκτησης των ΜΑΕΚ. Εξάλλου, ως ήδη σημειώθηκε, ούτε δικογραφικώς, επιζητείται σχετική θεραπεία. »
Συναφώς, αποτελεί κατάληξή μου ότι τα ΜΑΚ του 2009 έπαυσαν να υφίστανται ως τέτοια στην κατοχή της Ενάγουσας, αφού χρησιμοποιήθηκαν ως αξίες προς ανταλλαγή για την απόκτηση των ΜΑΕΚ, και, υπό αυτή την έννοια, η σχετική συμβατική σχέση είχε πλέον διευθετηθεί. Η κατάληξη αυτή εδράζεται στα συγκεκριμένα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, ήτοι στην απόκτηση των ΜΑΕΚ δυνάμει νέας αίτησης και υπό τους όρους της έκδοσης του 2011, με χρησιμοποίηση των ΜΑΚ ως επιλέξιμων προς ανταλλαγή αξιών, και όχι απλώς στον χαρακτηρισμό της συναλλαγής ως «μετατροπής» που χρησιμοποιήθηκε στη μαρτυρία. Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν τίθεται ζήτημα απόδοσης θεραπείας ακύρωσης αναφορικά με τη συμφωνία των ΜΑΚ ως αυτοτελώς υφιστάμενη συμβατική σχέση, ενώ οι μεταγενέστερες συναλλαγές μέσω των οποίων αποκτήθηκαν τα ΜΑΕΚ και ακολούθως οι μετοχές δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο αυτοτελώς δικογραφημένης προσβολής.
Ως προς τις αποζημιώσεις, σημειώνω ότι για την απόδοσή τους απαιτείται, μεταξύ άλλων, η απόδειξη ζημίας που να απορρέει από τη συγκεκριμένη παράβαση που επικαλείται η Ενάγουσα. Εν προκειμένω, δεν προκύπτει οικονομική ζημία από την ίδια τη συναλλαγή των ΜΑΚ: μέχρι το 2011 η Ενάγουσα είχε λάβει τους προβλεπόμενους τόκους επί αυτών, ενώ στη συνέχεια χρησιμοποίησε τα ΜΑΚ ονομαστικής αξίας €44.509 ως επιλέξιμες προς ανταλλαγή αξίες για την απόκτηση ΜΑΕΚ ίσης ονομαστικής αξίας. Οποιαδήποτε μεταγενέστερη απώλεια δεν μπορεί, χωρίς άλλο, να αποδοθεί στην απόκτηση των ΜΑΚ του 2009, αλλά πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα των συναλλαγών που ακολούθησαν.
Επειδή με βάση την αγόρευση του συνηγόρου της Ενάγουσας προκύπτει ότι ζητούνται αποζημιώσεις και στη βάση του ότι η Εναγόμενη 1 παρείχε επενδυτικές υπηρεσίες και παρέβη τις υποχρεώσεις της που καθορίζονται από το νόμο, βασίζοντας δηλαδή την αγωγή της σε παράβαση θεσμοθετημένου καθήκοντος (Ν.144(Ι)/2007), κατωτέρω εξηγώ το λόγο που ούτως ή άλλως δεν δικαιούται αποζημιώσεις σε αυτή τη βάση.
Η εφαρμογή ή μη της ανωτέρω νομοθεσίας αποτελεί σημείο διαφωνίας μεταξύ των μερών. Σχετικές είναι οι παράγραφοι 14-16 του Εγγράφου Α[9], καθώς και τα όσα σχετικά αναφέρονται στις αγορεύσεις των συνηγόρων τους.
Στην υπόθεση Θεοδότου v. 1. Τράπεζα Κύπρου, κ.α., Πολ. Έφ.294/2019, ημερομηνίας 12/4/2024, το Εφετείο της χώρας μας απέφανθη ότι:
«Σύμφωνα με τον Ν.144(Ι)/2007 (άρθρο 2(1)) ««εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών» σημαίνει τη διαμεσολάβηση στη σύναψη συμφωνιών αγοράς ή πώλησης ενός ή περισσοτέρων χρηματοιοκονομικών μέσων για λογαριασμό πελατών». Σε περίπτωση επομένως που ο αγοραστής αγοράζει το προϊόν απευθείας από τον πωλητή, όπως στην παρούσα υπόθεση όπου η εφεσίβλητη 1 ήταν ο εκδότης των τίτλων, δεν υπάρχει διαμεσολάβηση και επομένως ο πωλητής δεν μπορεί να θεωρηθεί πάροχος των υπηρεσιών εν τη εννοία του Νόμου.
…..
Είναι επίσης ορθή η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι το γεγονός ότι η εφεσίβλητη δεν έλαβε ειδική αμοιβή για την εκτέλεση των οδηγιών του εφεσείοντα, αποτελεί στοιχείο που συνηγορεί υπέρ της πιο πάνω κατάληξης του. Το γεγονός ότι η αγορά των τίτλων από τον εφεσείοντα λειτούργησε προς όφελος της εφεσίβλητης 1 αφού, σύμφωνα με την πλευρά του εφεσείοντα, αφορούσε την κεφαλαιακή επάρκεια της δεν διαφοροποιεί τα δεδομένα αφού δεν μπορεί σε οποιαδήποτε περίπτωση το στοιχείο αυτό να θεωρηθεί ειδική αμοιβή. »
(έμφαση δοθείσα)
Εν προκειμένω, προκύπτει ότι τα ΜΑΚ (αλλά και τα ΜΑΕΚ στη συνέχεια) αποτελούσαν αξίες που εξέδωσε η ίδια η Εναγόμενη 1 και διέθεσε προς πώληση στο ευρύ κοινό, πριν την έναρξη οποιασδήποτε διαπραγμάτευσής τους, στο πλαίσιο προσπάθειας άντλησης κεφαλαίων για καλυτέρευση της κεφαλαιακής της επάρκειας[10]. Προκύπτει επίσης ότι, με τον τρόπο που έδρασε η Εναγόμενη 1, ως ο εκδότης των επίδικων αξιών, δεν ενήργησε, καθ' οιονδήποτε τρόπο, ως διαμεσολαβητής, ούτε και έλαβε οποιαδήποτε ειδική αμοιβή για την εκτέλεση της σχετικής εντολής της Ενάγουσας για την αγορά τους. Κατά συνέπεια, κατ’ εφαρμογή των αποφασισθέντων στην υπόθεση Θεοδότου (ανωτέρω), με βρίσκει σύμφωνο η θέση της Εναγόμενης 1 ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί πάροχος επενδυτικών υπηρεσιών εν τη εννοία του Ν.144(Ι)/2007 και κατ’ επέκταση η υπό συζήτηση νομοθεσία δεν τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση.
Δεν διέλαθε την προσοχή μου η εισήγηση του συνηγόρου της Ενάγουσας ότι η κρίση του Εφετείου στην Θεοδότου (ανωτέρω) είναι λανθασμένη. Με κάθε σεβασμό, βάσει της αρχής του δεσμευτικού προηγουμένου, οι αποφάσεις του Εφετείου είναι δεσμευτικές για τα πρωτοβάθμια Δικαστήρια[11]. Δεν εναπόκειται, συνεπώς, στο παρόν Δικαστήριο να επανεξετάσει την ορθότητα της εν λόγω απόφασης ή να αποστεί από αυτήν.
Τέλος, ως προς την εισήγηση του συνηγόρου ότι η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου στην αγωγή 594/2015[12], με την παραπομπή στην απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-688/15 και C-109/16, Agnieska Anisimoviene a.o. v. Bankas "Snoras" AB, en liquidation a.o., ημερ. 22/3/18, «ήταν ορθότερη», σημειώνω ότι στο πλαίσιο της εν λόγω απόφασης, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν εξέτασε το ειδικό ζήτημα που εξέτασε το Εφετείο της Κύπρου, αναφορικά με το αν ο εκδότης των αξιών προσέφερε τις αξίες προς πώληση σε επαγγελματική βάση.
Υπό το φως των ανωτέρω, η Ενάγουσα δεν μπορεί να επιτύχει τις αιτούμενες θεραπείες στη βάση της προσβολής της συναλλαγής των ΜΑΚ του 2009. Η εν λόγω συμβατική σχέση είχε ήδη διευθετηθεί με τη χρησιμοποίηση του κεφαλαίου των ΜΑΚ ως αξιών προς ανταλλαγή για την απόκτηση των ΜΑΕΚ, ενώ δεν έχει δικογραφηθεί αυτοτελής πραγματική βάση προσβολής των μεταγενέστερων συναλλαγών. Περαιτέρω, δεν έχει καταδειχθεί οικονομική ζημία απορρέουσα από την ίδια τη συναλλαγή των ΜΑΚ, το κεφάλαιο των οποίων χρησιμοποιήθηκε για την απόκτηση ΜΑΕΚ ίσης ονομαστικής αξίας, ενώ η αξίωση που στηρίζεται στον Ν.144(Ι)/2007 δεν μπορεί, για τους λόγους που εξηγήθηκαν, να ευδοκιμήσει.
Η πιο πάνω κατάληξη είναι επαρκής για την απόρριψη της αγωγής και καθιστά αχρείαστη την εξέταση των λοιπών ζητημάτων και βάσεων αγωγής που προωθεί η Ενάγουσα.
Κατάληξη
Ως εκ των ανωτέρω, η αγωγή απορρίπτεται.
Ως προς τα έξοδα, δεν προκύπτει λόγος να αποστεί το Δικαστήριο από τον κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης και γι’ αυτό επιδικάζονται υπερ της Εναγόμενης 1 και εναντίον της Ενάγουσας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπ.) …………………………….
Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ.
Πιστόν αντίγραφον
Πρωτοκολλητής
[1] Με την τελική αγόρευση της Ενάγουσας, το ποσό της απαίτησης περιορίζεται σε €44.509, το οποίο αντιστοιχεί στο ποσό που καταβλήθηκε από την Ενάγουσα για την απόκτηση των μετατρέψιμων αξιογράφων κεφαλαίου (ΜΑΚ), ενώ ζητείται τόκος «ύψους 6,5% ως ήταν η υπόσχεση της Εναγόμενης 1 Τράπεζας για τα ΜΑΕΚ ή 5,5% για τα ΜΑΚ.»
[2] Sic.
[3] Καταγράφεται ακριβώς όπως αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης.
[4] Sic.
[5] Σημειώνεται όπως ακριβώς καταγράφεται στην αξίωση.
[6] Βλ., μεταξύ άλλων, Κούρτης v. Ιασωνίδη (1980) 1 CLR 180 και Παπαγεωργίου v. Κλάππας (1991) 1 Α.Α.Δ. 24.
[7] Βλ. σελ. 10 Τεκμηρίου 9 και σελ.3 Τεκμηρίου 12.
[8] Βλ. και αγωγή 3193/15, 1. Μιχαήλ, κ.α. v. 1. Τράπεζα Κύπρου, κ.α., ημερ.30/11/2023.
[9] Οι οποίες έχουν παρατεθεί αυτούσιες στην ενότητα παραδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα.
[10] Βλ. και Τεκμήρια 9, 10 και 12.
[11] βλ. Αναφορικά με την αίτηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας για την έκδοση του Makushin (Αρ.1), Πολ. Έφ.370/2011, (2012) 1 Α.Α.Δ.20, Ιωσηφίδης v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Αναθεωρητική Έφεση 2067, (1998) 3 Α.Α.Δ.490.
[12] Παυλίδου v. Τράπεζα Κύπρου, ημερομηνίας 29/1/2024.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο