ΧΡΥΣΤΑΛΛΑ ΣΙΣΜΑΝΗ ν. DOVALUE CYPRUS LTD κ.α., Αίτηση/Έφεση αρ.: 267/2026., 2/10/2026
print
Τίτλος:
ΧΡΥΣΤΑΛΛΑ ΣΙΣΜΑΝΗ ν. DOVALUE CYPRUS LTD κ.α., Αίτηση/Έφεση αρ.: 267/2026., 2/10/2026

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Ενώπιον: Μιχάλη Γ. Λοΐζου, Α. Ε. Δ.                                

Αίτηση/Έφεση αρ.: 267/2026.

ΑΝΑΦΟΡΙΚΆ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΕΩΣ ΚΑΙ ΥΠΟΘΗΚΕΥΣΕΩΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΝΟΜΟ ΤΟΥ 1965, ΝΟΜΟ 9/1965

Μεταξύ:  

ΧΡΥΣΤΑΛΛΑ ΣΙΣΜΑΝΗ

Αιτήτριας

/Εφεσείουσας

-και-

1.    DOVALUE CYPRUS LTD

2.    ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ

Καθ' ων η Αίτηση

/Εφεσιβλήτων

-------------------

Ημερομηνία: 02/10/2026.

Εμφανίσεις:

Για την Αιτήτρια/Εφεσείουσα: κα Α. Θεοδώρου.

Για τις Καθ’ ων η Αίτηση/Εφεσίωλητες: κ. Χ. Κωνσταντινίδης εκ μέρους της Πανάγος & Πανάγος Δ.Ε.Π.Ε.

---------------------

ΑΠΟΦΑΣΗ

(Δοθείσα Αυθημερόν)

Στις 17/06/2026, όπως προκύπτει και αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων, η Καθ’ ης η Αίτηση 1 εξέδωσε προς την Αιτήτρια «για λογαριασμό» της Καθ’ ης η Αίτηση 2, ειδοποίηση, η οποία φέρει την ένδειξη ότι αποτελεί ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΑ», με την οποία γνωστοποιεί ότι, κατά τη θέση της, το ενυπόθηκο χρέος που εξασφαλίζεται με την Υποθήκη αρ. 1/Υ/8259/2008 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας, προς όφελός της, κατέστη πληρωτέο από τις 18/03/2021 και ότι, ως εκ τούτου, προτίθεται να προχωρήσει, στις 13/10/2026 και ώρα 10:00, στην πώληση με διαδικασία πλειστηριασμού, μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος πλειστηριασμών www.eauction-cy.com, της ακίνητης ιδιοκτησίας της Αιτήτριας που επιβαρύνεται με την εν λόγω υποθήκη, σύμφωνα με τη διαδικασία πλειστηριασμού που προβλέπεται στο Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965, Νόμος 9/1965 (εφεξής «ο Νόμος»).

Με την υπό κρίση Αίτηση/Έφεση, η Αιτήτρια αξιώνει, μεταξύ άλλων, τον παραμερισμό της πιο πάνω ειδοποίησης. Προς υποστήριξη του αιτήματός της προβάλλει, μεταξύ άλλων, με τους Λόγους Έφεσης αρ. 3, 4 και 10, ότι η εν λόγω ειδοποίηση δεν επιδόθηκε δεόντως, υποστηρίζοντας, ουσιαστικά, ότι η προσωπική επίδοσή της μέσω ιδιώτη επιδότη θα έπρεπε να είχε επιχειρηθεί μόνον αφότου κατέστη αδύνατη η επίδοσή της ως συστημένο ταχυδρομικό αντικείμενο.

Σχετικοί, εν προκειμένω, είναι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας, όπως αυτοί διατυπώνονται, ιδίως στις παραγράφους 10, 13, 14 και 19 της ένορκης δήλωσής της, η οποία καταχωρίστηκε προς υποστήριξη της υπό κρίση Αίτησης/Έφεσης, και ιδίως αυτοί που προβάλλονται στην παράγραφο 10 προς υποστήριξη των οποίων γίνεται και επίκληση του Τεκμηρίου 4.

Λόγω της επίπτωσης που δυνατόν να έχουν οι πιο πάνω Λόγοι Έφεσης αρ. 3, 4 και 10 της Αιτήτριας επί του αποτελέσματος της Αίτησης/Έφεσης, ως διαφαίνεται κατωτέρω από τη σχετική ανάπτυξη της νομικής πτυχής της υπόθεσης, αυτοί εξετάζονται κατά προτεραιότητα. Τούτο, καθότι κρίνεται ότι οι εν λόγω Λόγοι Έφεσης μπορούν να αποφασιστούν αυτοτελώς και ανεξαρτήτως οποιουδήποτε άλλου ζητήματος προβάλλεται επιπροσθέτως από τους διαδίκους, χωρίς επηρεασμό οποιασδήποτε άλλης θέσης, υπέρ ή κατά. Η δε βασιμότητά τους δύναται, εφόσον διαπιστωθεί, να δικαιολογήσει την επιτυχία της Αίτησης/Έφεσης, χωρίς να παρίσταται ανάγκη ενασχόλησης του Δικαστηρίου με οποιαδήποτε άλλα ζητήματα τέθηκαν ή απασχόλησαν τους διαδίκους, πέραν εκείνων επί των οποίων, κατωτέρω και στον βαθμό που κρίνεται απαραίτητο, χωρεί αναγκαίως κρίση.

Οι Καθ’ ων η Αίτηση, με την Ένσταση που καταχώρισαν, σε ό,τι αφορά τους εν λόγω Λόγους Έφεσης αρ. 3, 4 και 10 προβάλλουν, ειδικότερα με τον Λόγο Ένστασης αρ. 6, ότι η πιο πάνω ειδοποίηση επιδόθηκε δεόντως, νομότυπα και σύμφωνα με τον προβλεπόμενο τύπο στην Αιτήτρια, καθώς και σε όλα τα πρόσωπα που ο Νόμος ορίζει ως ενδιαφερόμενα μέρη. Περαιτέρω, με τον Λόγο Ένστασης αρ. 7 προβάλλουν ότι η εν λόγω ειδοποίηση επιδόθηκε ή επιχειρήθηκε να επιδοθεί, αρχικώς, ως συστημένο ταχυδρομικό αντικείμενο στην τελευταία γνωστή διεύθυνση της Αιτήτριας, πλην όμως η επίδοση απέτυχε ή η ειδοποίηση δεν παραλήφθηκε εγκαίρως και, ως εκ τούτου, η Καθ’ ης η Αίτηση 1 προχώρησε, για λογαριασμό της Καθ’ ης η Αίτηση 2, στην προσωπική επίδοσή της μέσω ιδιώτη επιδότη, σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου.

Προς υποστήριξη της πιο πάνω Ένστασής τους, οι Καθ’ ων η Αίτηση καταχώρισαν την ένορκη δήλωση του Ανδρέα Ανδρέου, ο οποίος, σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα και τους Λόγους Ένστασης αρ. 6 και 7, αναφέρεται, ιδίως, στις παραγράφους 29, 30, 31 και 54 της ένορκης δήλωσής του, επιχειρώντας να τεκμηριώσει τους σχετικούς ισχυρισμούς του με την παρουσίαση, μεταξύ άλλων, των Τεκμηρίων 10 και 11.

Η εξέταση του εν λόγω Τεκμηρίου 10, το οποίο προσκομίζεται προς υποστήριξη του ισχυρισμού του Ανδρέου ότι η πιο πάνω ειδοποίηση αποστάληκε προς την Αιτήτρια προς επίδοσή της ως συστημένο ταχυδρομικό αντικείμενο, αποκαλύπτει τα ακόλουθα:

Η πρώτη σελίδα αυτού, η οποία φέρει την επιγραφή «Απόδειξη Για Κατάθεση Συστημένων Αντικειμένων», αναφέρει ότι, στις 15/07/2026, απεστάλη από την Καθ’ ης η Αίτηση 1 και κατατέθηκε προς το Τμήμα Ταχυδρομικών Υπηρεσιών για αποστολή, μεταξύ άλλων, προς την Αιτήτρια, συστημένο ταχυδρομικό αντικείμενο με αριθμό RB033414623CY. Στην πέμπτη σελίδα του Τεκμηρίου 10 περιλαμβάνεται η πιο πάνω ειδοποίηση, στην οποία αναγράφεται ως διεύθυνση της Αιτήτριας η «Αποστόλου Ανδρέα 11, 2682 Παλιομέτοχο» και η οποία φέρεται να αποτέλεσε το πιο πάνω συστημένο ταχυδρομικό αντικείμενο.

Οι σελίδες 2, 3 και 4 του ιδίου, οι οποίες, όπως αναγράφεται στη σελίδα 2, φέρουν τον τίτλο «Track and Trace Αποτελέσματα», αφορούν τα αποτελέσματα της υπηρεσίας ιχνηλάτησης και παρακολούθησης της αποστολής της πιο πάνω ειδοποίησης, σε σχέση με το συστημένο ταχυδρομικό αντικείμενο RB033414623CY, το οποίο αφορά την Αιτήτρια, σύμφωνα και με τα ανωτέρω.

Από την καταγραφή της πορείας του εν λόγω αντικειμένου προκύπτει ότι αυτό, αφού, ως προαναφέρθηκε, κατατέθηκε ως συστημένο ταχυδρομικό αντικείμενο στο Ταχυδρομικό Γραφείο «Larnaca D.P.O. Counter 6900» στις 15/07/2026, καταχωρήθηκε ως εισερχόμενο στις 17/07/2026 και ώρα 12:43. Ακολούθως, στις 20/07/2026 και ώρα 10:57, προωθήθηκε στο Ταχυδρομικό Γραφείο «Lefkosia B.O.2 1901» ως «domestic location (Otb)».

Στο εν λόγω Ταχυδρομικό Γραφείο καταχωρήθηκε η παραλαβή του στις 23/07/2026 και ώρα 08:48 ως «location (Inb)», ενώ συγχρόνως καταγράφηκε η ένδειξη «item not delivered/pending delivery», με περαιτέρω πληροφορία «scheduled for further action or processing on next working day». Την ίδια χρονική στιγμή προωθήθηκε στο Ταχυδρομικό Γραφείο «Palaiometocho 2682» ως «delivery point/collection point».

Στο τελευταίο αυτό Ταχυδρομικό Γραφείο καταχωρήθηκε, στις 23/07/2026 και ώρα 08:48, η παραλαβή του με την ένδειξη «receive item at collection point for pick-up (Inb)», όπου και, όπως προκύπτει από τις σχετικές καταχωρίσεις, παρέμεινε με το ίδιο καθεστώς ως «delivery point/collection point» μέχρι και τις 02/09/2026. Ειδικότερα, σε καταχώριση της 02/09/2026 και ώρα 18:39 αναγράφεται η ένδειξη «item not delivered/pending delivery» και, ως περαιτέρω πληροφορία, «unclaimed item returned to sender».

Η εν λόγω καταχώριση επαναλαμβάνεται στις 04/09/2026 και ώρα 07:51. Την ίδια ημερομηνία και ώρα 07:55, βάσει σχετικής καταχώρισης με την ένδειξη «receive item at location (Inb)», φαίνεται να προωθήθηκε πίσω στο Ταχυδρομικό Γραφείο «Lefkosia B.O.2 1901» ως «domestic location (Otb)». Από εκεί, μετά την παραλαβή του στις 07/09/2026 και ώρα 10:21, σύμφωνα με επιπρόσθετη καταχώριση της ίδιας ημερομηνίας και ώρας, προωθήθηκε πίσω στο Ταχυδρομικό Γραφείο «Larnaca D.P.O. Counter 6900» ως «location (Inb)», όπου και καταχωρήθηκε η παραλαβή του στις 10:29.

Τέλος, την ίδια ημερομηνία και ώρα 13:28 καταγράφεται η παράδοση του εν λόγω αντικειμένου σε κάποιον Χριστόφορο Φιλίππου, προφανώς πρόσωπο ενεργούν για την Καθ’ ης η Αίτηση 2, μέσω της Καθ’ ης η Αίτηση 1 ή άλλως, με την τελευταία, ως προαναφέρθηκε, να υπήρξε και ο αποστολέας του αντικειμένου εκ μέρους και για λογαριασμό της πρώτης. Η εν λόγω παράδοση αποτελεί και την τελευταία καταχώριση στην καταγεγραμμένη πορεία του αντικειμένου.

Συνεπώς, από τις ανωτέρω καταχωρίσεις στις σελίδες 2, 3 και 4 του Τεκμηρίου 10, προκύπτει ότι η εξεταζόμενη ειδοποίηση δεν επιδόθηκε, σύμφωνα με τις διαδικασίες του Τμήματος Ταχυδρομικών Υπηρεσιών, διά της παράδοσης του εν λόγω συστημένου ταχυδρομικού αντικειμένου προς την Αιτήτρια. Αντιθέτως, καταχωρίστηκε ως μη παραδοθείσα, λόγω παραμονής του αντικειμένου ως αζήτητου, με σχετική τελική καταχώριση, ημερομηνίας 02/09/2026 και ώρας 18:39, «unclaimed item returned to sender».

Αξιοσημείωτο, ωστόσο, είναι ότι τόσο από την πιο πάνω καταχώριση της 02/09/2026 και ώρας 18:39 όσο και από την προηγηθείσα καταχώριση της 23/07/2026 και ώρας 08:48, με ένδειξη κατάστασης «receive item at collection point for pick-up (Inb)», προκύπτει ότι, σύμφωνα με τις διαδικασίες του Τμήματος Ταχυδρομικών Υπηρεσιών, πριν από τις 02/09/2026 και ώρα 18:39, το εν λόγω αντικείμενο τελούσε σε κατάσταση «item not delivered / pending delivery», ήτοι σε εκκρεμότητα προς παράδοση, για χρονικό διάστημα από 23/07/2026 το οποίο, ως δύναται να θεωρηθεί δικαστικώς γνωστό ως πασίδηλο γεγονός, αντιστοιχεί σε περίοδο 30 εργάσιμων ημερών.

Το Τεκμήριο 11, αφορά τον ισχυρισμό του Ανδρέου, τον οποίο επιχειρεί να τεκμηριώσει, ότι η πιο πάνω ειδοποίηση επιδόθηκε στην Αιτήτρια μέσω ιδιώτη επιδότη. Συγκεκριμένα, το Τεκμήριο 11 αποτελείται από ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη Κωνσταντίνου Παναγή, ημερομηνίας 03/08/2026, σύμφωνα με την οποία αυτός, στις 31/07/2026, προέβη σε προσωπική επίδοση της ειδοποίησης στην Αιτήτρια.

Σε σχέση με τα ανωτέρω και σε συνάρτηση με όσα προκύπτουν από το Τεκμήριο 10, προκύπτει από το Τεκμήριο 11 ότι η φερόμενη προσωπική επίδοση της ειδοποίησης στην Αιτήτρια από τον πιο πάνω ιδιώτη επιδότη έλαβε χώρα μετά την πάροδο χρονικού διαστήματος επτά εργάσιμων ημερών από την καταχώριση της παραλαβής του εν λόγω συστημένου ταχυδρομικού αντικειμένου από το κατά τόπον αρμόδιο Ταχυδρομικό Γραφείο «Palaiometocho 2682» του Τμήματος Ταχυδρομικών Υπηρεσιών, ως σημείου παράδοσης/παραλαβής του, και ενώ αυτό εξακολουθούσε να τελεί στην κατάσταση «item not delivered / pending delivery», ήτοι σε εκκρεμότητα προς παράδοση.

Όπως έχει ήδη προαναφερθεί, η υπό αναφορά ειδοποίηση εκδόθηκε από την Καθ’ ης η Αίτηση 2 στις 17/06/2026 και καθόριζε ως ημερομηνία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου την 13/10/2026, ήτοι προγραμμάτιζε τη διεξαγωγή του πλειστηριασμού 119 ημέρες αργότερα. Με τον τρόπο αυτό, και σύμφωνα με τη νομική ανάλυση που ακολουθεί, η ίδια η Καθ’ ης η Αίτηση 2 καθόρισε ως τελευταία ημερομηνία κατά την οποία θα μπορούσε να επιδώσει εγκύρως την ειδοποίηση στην Αιτήτρια και τυχόν άλλα ενδιαφερόμενα μέρη την 29/08/2026, αφήνοντας, κατ’ αποτέλεσμα, διαθέσιμο χρονικό διάστημα μόλις 74 ημερών, εκ των οποίων μόνο 53 ήταν καθημερινές εργάσιμες ημέρες.

Τα ανωτέρω επισημαίνονται στο παρόν στάδιο παρενθετικώς, καθότι συνδέονται άμεσα με το στοιχείο του «εύλογου χρόνου», η έννοια και η σημασία του οποίου, ως συστατικού στοιχείου της εκ του νόμου προβλεπόμενης διαδικασίας, αναλύονται στη συνέχεια, καθώς και με τη σημασία που το εν λόγω στοιχείο δύναται να έχει στις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης. Τούτο, ιδωμένο και υπό το πρίσμα ότι η ίδια η Καθ’ ης η Αίτηση 2, μέσω της Καθ’ ης η Αίτηση 1 η οποία ενεργούσε για λογαριασμό και με την εξουσιοδότησή της, είναι εκείνη η οποία, με τις δικές της επιλογές και ενέργειες, δημιούργησε το χρονικό πλαίσιο εντός του οποίου εν συνεχεία βρέθηκε να ενεργεί και εντός του οποίου κρίνονται πλέον οι ενέργειές της ως προς τις νομικές τους προεκτάσεις.

Σε κάθε περίπτωση, αυτό το οποίο πρέπει να λεχθεί αναφορικά με τη μαρτυρία του Ανδρέου και, ειδικότερα, ως προς τους ανωτέρω αναφερόμενους ισχυρισμούς του, είναι ότι, παρά τα όσα αναφέρει εισαγωγικώς στην ένορκη δήλωσή του σχετικά με τη θέση του και τον τρόπο με τον οποίο αντλεί πληροφόρηση αναφορικά με την παρούσα υπόθεση, διαπιστώνεται ότι ο ίδιος δεν είχε ουσιαστική προσωπική γνώση των επίδικων γεγονότων. Η δε πληροφόρησή του προερχόταν κυρίως από έγγραφα σύγχρονα της επίδικης περιόδου, τα οποία προσκομίστηκαν ως τεκμήρια και τα οποία, εφόσον δεν αμφισβητήθηκαν από την αντίδικη πλευρά, γίνονται αποδεκτά.

Ωστόσο, παρατηρείται ότι ο μάρτυρας απέφυγε να προβεί σε ειδική αναφορά στο περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων και, ειδικότερα, των πιο πάνω εξεταζόμενων Τεκμηρίων 10 και 11. Τούτο παρατηρείται ιδίως ως προς το τελευταίο, το περιεχόμενο του οποίου έχρηζε αναγκαίας αντιπαραβολής και συνεξέτασης με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 10. Ως έγινε αντιληπτό, ο μάρτυρας σκοπίμως και εντέχνως περιόρισε, σε κάποιο βαθμό, τη μαρτυρία του ως προς το περιεχόμενο των εν λόγω Τεκμηρίων, προδήλως προς αποπροσανατολισμό ως προς τις προεκτάσεις που προκύπτουν από τον συσχετισμό τους, από απόψεως χρόνου και διαδικασιών του Τμήματος Ταχυδρομικών Υπηρεσιών, σε συνάρτηση και με τον χρόνο κατά τον οποίο φέρεται να έλαβε χώρα η προσωπική επίδοση της πιο πάνω ειδοποίησης προς την Αιτήτρια από τον ιδιώτη επιδότη.

Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η παράλειψη αυτή δεν ήταν τυχαία, αλλά σκόπιμη, καθότι το περιεχόμενο των εν λόγω Τεκμηρίων 10 και 11 και, ιδίως, ο συσχετισμός τους δεν υποστηρίζουν τους πιο πάνω ισχυρισμούς που προβάλλει στην ένορκη δήλωσή του αναφορικά με την κανονικότητα της επίδοσης προς την Αιτήτρια της φερόμενης ως εκδοθείσας κατά τον Τύπο «ΙΑ» ειδοποίησης, όπως αναλύεται λεπτομερώς ανωτέρω.

Περαιτέρω, κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Ανδρέου, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι οι σχετικοί πιο πάνω ισχυρισμοί του διατυπώνονται σε γενικό επίπεδο, χωρίς συγκεκριμένη αναφορά στο περιεχόμενο των ίδιων των εγγράφων που ο ίδιος προσκόμισε και, ιδίως και ειδικότερα, στο Τεκμήριο 11, σε σχέση με το ζήτημα της προσωπικής επίδοσης. Η παράλειψη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του, καθότι τα εν λόγω έγγραφα και, ιδίως, το Τεκμήριο 11 δεν επιβεβαιώνουν την εκδοχή που ο ίδιος προβάλλει.

Υπό το πρίσμα αυτό, και συνεκτιμώντας τον τρόπο με τον οποίο διατυπώθηκαν οι σχετικοί ισχυρισμοί του σε συνάρτηση με το περιεχόμενο των εγγράφων που ο ίδιος προσκόμισε, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η γενικότητα της αναφοράς του και η παράλειψη ειδικής αναφοράς στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 11 δεν ήταν τυχαίες, αλλά σκόπιμες, ώστε το ζήτημα να παραμείνει χωρίς ειδική επισήμανση στη μαρτυρία του και να αφεθεί να εντοπιστεί, εάν πράγματι εντοπιζόταν, από την αντίδικη πλευρά ή το Δικαστήριο.

Η επιλογή αυτή, ως προς τον τρόπο διατύπωσης των ισχυρισμών του, κρίνεται ότι έγινε με σκοπό τη δημιουργία εσφαλμένης εντύπωσης ως προς το περιεχόμενο και τη σημασία των εν λόγω εγγράφων και, ιδίως, του Τεκμηρίου 11. Είναι χαρακτηριστικό, σε ό,τι αφορά το ζήτημα της προσωπικής επίδοσης, ότι στην ένορκη δήλωσή του δεν ανέφερε καν ποια ήταν η ημερομηνία κατά την οποία αυτή φέρεται να επιτεύχθηκε προς την Αιτήτρια.

Ως εκ τούτου, η μαρτυρία του Ανδρέου σε ό,τι αφορά τα πιο πάνω αναφερόμενα επίδικα γεγονότα, στον βαθμό που δεν συνάδει με το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και σχολιάζονται ανωτέρω, καθώς και με τα παραδεκτά γεγονότα, δεν γίνεται αποδεκτή. Ομοίως, δεν γίνεται αποδεκτή στον βαθμό που εκτείνεται σε νομικούς ισχυρισμούς και συμπεράσματα, τα οποία δεν εμπίπτουν στο αντικείμενο της μαρτυρίας μάρτυρα γεγονότων.

Εν προκειμένω, αξιοσημείωτο είναι ότι δεν ήταν αναγκαία η αντεξέταση του Ανδρέου από την αντίδικη πλευρά, προκειμένου το Δικαστήριο να καταλήξει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του, καθότι ο ίδιος, τόσο με τα έγγραφα που προσκόμισε προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών του όσο και με τον τρόπο κατάθεσής του, ιδίως ως προς τη γενικότητα των αναφορών του και την ουσιαστική αποσιώπηση στοιχείων τα οποία, ενώ περιλαμβάνονταν στα έγγραφα που ο ίδιος παρουσίασε, δεν προβλήθηκαν στη μαρτυρία του, καθώς και για τους υπόλοιπους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω, ουσιαστικά έθεσε ο ίδιος υπό αμφισβήτηση την αξιοπιστία της μαρτυρίας του σε ό,τι αφορά τα προαναφερόμενα επίδικα γεγονότα, αντί να την ενισχύσει.

Τούτο καθίσταται ακόμη πιο εμφανές εάν ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι ο ενόρκως δηλών Ανδρέου παραλείπει, και τούτο και πάλι σκοπίμως κατά την κρίση του Δικαστηρίου, να σχολιάσει ειδικώς τη σχετική με τα ανωτέρω θέση που προβάλλει η Αιτήτρια στην παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσής της, αφήνοντάς την, ως εκ τούτου, αναντίλεκτη, καθώς και το Τεκμήριο 4 που προσκομίστηκε προς υποστήριξη του σχετικού ισχυρισμού της. Το εν λόγω Τεκμήριο αποτελεί «Ειδοποιητήριο Άφιξης» του Τμήματος Ταχυδρομικών Υπηρεσιών, προερχόμενο από το Ταχυδρομικό Γραφείο «Παλαιομετόχου» και αναφερόμενο στο πιο πάνω συστημένο ταχυδρομικό αντικείμενο με αριθμό RB033414623CY. Σύμφωνα με το περιεχόμενό του, η Αιτήτρια ειδοποιείτο για την άφιξη του εν λόγω αντικειμένου, ότι αυτό ήταν «Έτοιμο για Παραλαβή» από τις 24/07/2026 και ότι μπορούσε να παραληφθεί «μέχρι 23/08/2026».

Η εν λόγω μαρτυρία της Αιτήτριας, πέραν του ότι παρέμεινε αναντίλεκτη, θέτει σαφώς και ουσιαστικώς υπό αμφισβήτηση τη μαρτυρία του Ανδρέου, όπως αυτή περιέχεται στην πιο πάνω ένορκη δήλωσή του, ως προς τα προαναφερόμενα επίδικα γεγονότα. Η τελευταία, άλλωστε, ήδη και αφ’ εαυτής, για τους λόγους που το Δικαστήριο έχει παρατηρήσει ανωτέρω, δεν έχει πείσει ως προς την αξιοπιστία της αναφορικά με τα γεγονότα αυτά και, ιδίως, ως προς τους ισχυρισμούς του Ανδρέου που άπτονται του ζητήματος της επίδοσης της ανωτέρω επίδικης ειδοποίησης.

Αναφορικά με τη μαρτυρία της Αιτήτριας, παρατηρείται ότι και αυτή προέβη στη διατύπωση νομικών θέσεων και ισχυρισμών, κατόπιν πληροφόρησης από τη συνήγορό της, κατά τρόπο μη επιτρεπτό στο πλαίσιο μαρτυρίας επί γεγονότων. Ως εκ τούτου, στον βαθμό που η μαρτυρία της ως προς τα προαναφερόμενα επίδικα γεγονότα εκφεύγει του πεδίου των πραγματικών γεγονότων και εκτείνεται σε νομικές θέσεις και ισχυρισμούς, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Κατά τα λοιπά, οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας αναφορικά ως προς τα προαναφερόμενα επίδικα γεγονότα και, ιδίως, οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί της στην παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσής της γίνονται αποδεκτοί, καθότι τεκμηριώνονται από το Τεκμήριο 4 που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν τίθενται ευθέως υπό αμφισβήτηση από οποιοδήποτε άλλο γεγονός ή έγγραφο που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, ενώ, σε κάθε περίπτωση, παρέμειναν αναντίλεκτοι.

Ενόψει των ανωτέρω προβαλλόμενων Λόγων Έφεσης εκ μέρους της Αιτήτριας και των πιο πάνω σχετικών Λόγων Ένστασης εκ μέρους των Καθ’ ων η Αίτηση, διαπιστώνεται ότι το επίκεντρο της παρούσας διαφοράς άπτεται πρωτίστως της ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων του προαναφερόμενου Μέρους VΙΑ του Νόμου. Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο θα εστιάσει κατωτέρω στην εξέταση του νομικού πλαισίου που διέπει την επίδικη διαδικασία, όπως αυτό προκύπτει από τις εν λόγω διατάξεις, οι οποίες αποτελούν τον πυρήνα της υπό κρίση υπόθεσης και του εξεταζόμενου συγκεκριμένου ζητήματος.

Σύμφωνα με το Άρθρο 44Α(1) του Νόμου, οι διατάξεις του Μέρους VIA του Νόμου εφαρμόζονται σε κάθε σύμβαση υποθήκης, ανεξαρτήτως του χρόνου εγγραφής της στο κτηματικό μητρώο. Περαιτέρω, δυνάμει του Άρθρου 44Α(2) του Νόμου, οι διατάξεις του Μέρους VI του Νόμου δεν παρεμποδίζουν τον ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει στη διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με το Μέρος VIA του Νόμου. Επιπλέον, με βάση το Άρθρο 44Α(4Α) του Νόμου, η εξασφάλιση δικαστικού διατάγματος για πώληση ενυπόθηκου ακινήτου ή η έναρξη διαδικασίας πώλησης δυνάμει αυτού, είτε πριν είτε μετά την έναρξη ισχύος του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018, Νόμος 87(Ι)/2018 στις 13/07/2018, δεν επηρεάζει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει στη διαδικασία πώλησης σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VIA του Νόμου. Συναφώς, διατηρείται το δικαίωμα του ενυπόθηκου οφειλέτη ή άλλου ενδιαφερόμενου προσώπου κατά την έννοια του Άρθρου 44ΙΕ του Νόμου να προσφύγει στο Δικαστήριο, σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VIA του Νόμου και εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών. Στο ίδιο πλαίσιο, δυνάμει του Άρθρου 44Α(4) του Νόμου, και ανεξαρτήτως των προνοιών του Μέρους VIA του Νόμου, ο ενυπόθηκος δανειστής διατηρεί το δικαίωμά του να προχωρήσει στην έγερση πολιτικής αγωγής για την εξασφάλιση δικαστικού διατάγματος πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου.

Σύμφωνα με το Άρθρο 44Β(1) του Νόμου, σε περίπτωση υπερημερίας κατά τα οριζόμενα στο Άρθρο 27, ήτοι υπερημερίας στην πληρωμή δόσης ή τόκου σε σύμβαση υποθήκης, ως αποτέλεσμα της οποίας ολόκληρο το ενυπόθηκο χρέος καθίσταται απαιτητό και η υπερημερία διαρκεί τουλάχιστον 120 ημέρες από την ημερομηνία που αυτό κατέστη πληρωτέο δυνάμει των όρων της σύμβασης ή των διατάξεων του Νόμου, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στη διαδικασία του Μέρους VIA του Νόμου, εκτός εάν η διαδικασία αναγκαστικής πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου ανασταλεί δυνάμει άλλης νομοθεσίας, κανονισμών ή οδηγιών. Όπως ορίζει το Άρθρο 44Β(2) του Νόμου, οποιαδήποτε ειδοποίηση ως προς παρατηρηθείσα υπερημερία ή απαίτηση για πληρωμή του ενυπόθηκου χρέους, η οποία «αποστέλλεται» από τον ενυπόθηκο δανειστή όταν αυτός είναι αδειοδοτημένο ίδρυμα κατά την έννοια του Άρθρου 44ΙΕ του Νόμου, προς τον ενυπόθηκο οφειλέτη ή εγγυητή, σε σχέση με το ενυπόθηκο χρέος, συνοδεύεται από την ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Θ» του Δεύτερου Παραρτήματος και εμπεριέχει τυποποιημένη πληροφόρηση, στην οποία περιλαμβάνονται οι πληροφορίες που καθορίζονται ρητά και εξαντλητικά στο εν λόγω Άρθρο 44Β(2) του Νόμου. Ωστόσο, δεν υφίσταται υποχρέωση αποστολής της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Θ», όταν ο ενυπόθηκος δανειστής έχει εξασφαλίσει δικαστική απόφαση κατά του ενυπόθηκου οφειλέτη ή έχει ήδη καταχωριστεί αίτηση πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VI. Συναφώς, η αποστολή της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Θ» πραγματοποιείται μόνο μία φορά από το εκάστοτε αδειοδοτημένο ίδρυμα, το οποίο αποτελεί ενυπόθηκο δανειστή.

Σύμφωνα με το Άρθρο 44Γ(1) του Νόμου, τηρουμένων των διατάξεων του ανωτέρω Άρθρου 44Β του Νόμου, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να κινήσει τη διαδικασία του Μέρους VIA του Νόμου με «επίδοση» στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο κατά την έννοια του Άρθρου 44ΙΕ του Νόμου, ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Ι» του Δεύτερου Παραρτήματος, συνοδευόμενης από κατάσταση λογαριασμού του απαιτούμενου ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και όλων των εξόδων για την είσπραξή του, καλώντας τον ενυπόθηκο οφειλέτη να εξοφλήσει το απαιτούμενο ποσό, σύμφωνα με την επιδοθείσα κατάσταση λογαριασμού, εντός προθεσμίας τουλάχιστον 45 ημερών, με ενημέρωση ότι, σε περίπτωση μη πληρωμής, δύναται να προχωρήσει σε πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει των διατάξεων του εν λόγω Μέρους VIA του Νόμου. Η ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» από αδειοδοτημένο ίδρυμα κατά την έννοια του Άρθρου 44ΙΕ του Νόμου, επιδίδεται μόνο μετά την παρέλευση τουλάχιστον 30 ημερών από την αποστολή της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Θ» και απευθύνεται στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, ως άνω.

Ο όρος «επίδοση» ανωτέρω, για τους σκοπούς του Άρθρου 44Γ(1) του Νόμου καθώς και όπου αλλού απαντάται στο Μέρος VIA του Νόμου, ερμηνεύεται σύμφωνα με το Άρθρο 44ΙΕ του Νόμου και σημαίνει, όπως αναλυτικότερα επεξηγείται στη συνέχεια, την αποστολή ειδοποίησης με συστημένη επιστολή στην τελευταία γνωστή ή καταχωρισμένη διεύθυνση του προσώπου ή, εφόσον αυτό δεν είναι εφικτό, την ιδιωτική επίδοσή της. Συναφώς, κατά το ίδιο ερμηνευτικό Άρθρο 44ΙΕ του Νόμου, ο όρος «ενδιαφερόμενο πρόσωπο», σημαίνει κάθε πρόσωπο που έχει δικαίωμα σε οποιοδήποτε μέρος του εκπλειστηριάσματος της πώλησης, όπως αυτό προκύπτει από έρευνα στο κτηματικό μητρώο, και περιλαμβάνει και οποιουσδήποτε εγγυητές σε σχέση με το ενυπόθηκο χρέος.

Ως προς τα προαναφερόμενα, επισημαίνεται η διαφοροποίηση μεταξύ της διαδικασίας που αφορά την «αποστολή» ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Θ», σύμφωνα με τις ανωτέρω πρόνοιες του Άρθρου 44Β του Νόμου, και εκείνης που αφορά την ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι», δυνάμει του Άρθρου 44Γ του Νόμου, η οποία «επιδίδεται». Η εν λόγω διαφοροποίηση, ως προς τις διάφορες ειδοποιήσεις του Μέρους VIA του Νόμου, απαντάται και σε άλλες περιπτώσεις, για τον λόγο αυτό δε, τυγχάνουν εφαρμογής τα όσα αναφέρονται κατωτέρω αναφορικά με την ερμηνευτική προσέγγιση του ζητήματος. 

Συναφείς, ως έχει ήδη λεχθεί, τυγχάνουν οι πρόνοιες του ερμηνευτικού Άρθρου 44ΙΕ του Νόμου, το οποίο, αναφορικά με τον όρο «επίδοση», προνοεί ότι αυτός σημαίνει:

«(…) σε κάθε περίπτωση την παράδοση ειδοποίησης ή επικοινωνίας με συστημένη επιστολή, η οποία απευθύνεται στην τελευταία γνωστή διεύθυνση της κατοικίας ή του εγγεγραμμένου γραφείου του προσώπου, στο οποίο η ειδοποίηση ή η επικοινωνία απευθύνεται, ή στη σχετική διεύθυνση που είναι καταχωρισμένη σε μητρώο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, και σε περίπτωση που αυτό δεν είναι εφικτό,  την ιδιωτική επίδοση τέτοιας ειδοποίησης ή επικοινωνίας σε τέτοιο πρόσωπο:

Νοείται ότι η ιδιωτική επίδοση δύναται να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο προβλέπεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, περιλαμβανομένης και της δυνατότητας υποκατάστατης επίδοσης με διάταγμα Δικαστηρίου κατόπιν γενικής αίτησης: (…)».   

Έπεται ότι, προϋπόθεση της δέουσας επίδοσης κατά το Άρθρο 44Γ(1) του Νόμου αποτελεί η παράδοση της έγγραφης ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Ι» του Δεύτερου Παραρτήματος, αφενός, στην τελευταία γνωστή διεύθυνση κατοικίας του προσώπου στο οποίο, σύμφωνα με τις σχετικές πρόνοιες του Μέρους VIA του Νόμου, αυτή πρέπει να επιδοθεί ή στη σχετική διεύθυνση που είναι καταχωρισμένη στο κτηματικό μητρώο και, αφετέρου, μόνο στην περίπτωση που τούτο δεν είναι εφικτό, η ιδιωτική επίδοση της εν λόγω ειδοποίησης.

Συναφής τυγχάνει η απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ ν. Παντέλα, Πολιτική Έφεση Αρ. 159/2021, 01/12/2023, όπου, μεταξύ άλλων, εξετάζοντας τους σκοπούς του Νομοθέτη αναφορικά με τις πρόνοιες του προαναφερθέντος Άρθρου 44ΙΕ του Νόμου 9/1965, αναφέρθηκε ότι:

«Θέλησε να ιεραρχήσει τον τρόπο επίδοσης, δίδοντας επιτακτικό προβάδισμα στη συστημένη επιστολή. Μόνον όταν η επίδοση με αυτόν τον τρόπο είναι ανέφικτη, διανοίγεται ο δρόμος εναλλακτικά για ιδιωτική επίδοση, συμφώνως προς τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας, περιλαμβανομένης και της δυνατότητας υποκατάστατης επίδοσης, κατόπιν έκδοσης σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου.».

Περαιτέρω δε, επισημάνθηκε πως:

«(…) το γεγονός ότι με την προσωπική επίδοση ο παραλήπτης ή ενδιαφερόμενος ειδοποίησης, επικοινωνίας ή εγγράφου σαφέστατα λαμβάνει γνώση και δύναται να υπερασπιστεί ή να ασκήσει τα όποια ένδικα μέσα του παρέχονται, (…) δεν δικαιολογεί ερμηνεία άλλη από εκείνη που είναι κρυστάλλινα καθαρή.».

Και διευκρινίστηκε ότι:

«Την υποχρέωση επίδοσης της ειδοποίησης φέρει ασφαλώς ο ενυπόθηκος δανειστής, ο οποίος, συνακόλουθα, φέρει και το βάρος απόδειξης του “ανέφικτου” της εκ του Νόμου επιβαλλόμενης μεθόδου επίδοσης.».

Σύμφωνα με το Άρθρο 44Γ(2) του Νόμου, σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο κατά την έννοια του Άρθρου 44ΙΕ του Νόμου, δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Ι» που του επιδίδεται δυνάμει των διατάξεων του πιο πάνω Άρθρου 44Γ(1) του Νόμου, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να «επιδώσει» στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο ως ανωτέρω, δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΑ» του Δευτέρου Παραρτήματος, στην οποία να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό, η οποία επιδίδεται εντός περιόδου όχι μικρότερης των 45 ημερών από την καθορισμένη ημέρα και ώρα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου.

Σύμφωνα με το Άρθρο 44Γ(3) του Νόμου, ο ενυπόθηκος οφειλέτης, καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, δύναται, εντός 45 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «ΙΑ», η οποία εκδίδεται δυνάμει του Άρθρου 44Γ(2) του Νόμου, να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης σκοπούμενης πώλησης, μόνο για τους λόγους που καθορίζονται στις παραγράφους (α) έως (η) του ίδιου άρθρου. Η διατύπωση του Άρθρου 44Γ(3), και ιδίως η χρήση της λέξης «μόνο», καταδεικνύει την πρόθεση του Νομοθέτη να καθορίσει εξαντλητικά τους επιτρεπτούς λόγους έφεσης κατά της ειδοποίησης σκοπούμενης πώλησης.

Το πιο πάνω αναφερόμενο Άρθρο 44Γ(3)(β) του Νόμου προβλέπει ως λόγο παραμερισμού της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «ΙΑ» η οποία εκδίδεται δυνάμει του Άρθρου 44Γ(2) του Νόμου, την περίπτωση κατά την οποία αυτή «δεν έχει δεόντως επιδοθεί».

Ως προς τα ανωτέρω, επισημαίνεται ότι η έκδοση ειδοποίησης κατά τον Τύπο «ΙΑ», η οποία προβλέπεται στον Νόμο και εκδίδεται σύμφωνα με το Άρθρο 44Γ(2) του Νόμου, αποτελεί ενιαία πράξη, ανεξαρτήτως του αριθμού των αποδεκτών της. Η εν λόγω ειδοποίηση, η οποία επιδίδεται στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, αφορά τη γνωστοποίηση της πρόθεσης του ενυπόθηκου δανειστή, ο οποίος προβαίνει στις προβλεπόμενες ενέργειες του Μέρους VΙΑ του Νόμου, ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί μέσω πλειστηριασμού. Συνεπώς, πρόκειται για ειδοποίηση κατά της οποίας ο ενυπόθηκος οφειλέτης και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δύνανται να καταχωρίσουν έφεση στο Δικαστήριο προς παραμερισμό της, μόνο για τους λόγους που προβλέπονται στο Άρθρο 44Γ(3) του Νόμου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται, σύμφωνα με την ανωτέρω παράγραφο (β), η μη δέουσα επίδοση της. Η εξέταση ωστόσο του λόγου αυτού, αφορά τη διαδικασία στο σύνολό της και κάθε σχετική πτυχή της, χωρίς να μπορεί βασίμως να υποστηριχθεί ότι ο ενυπόθηκος οφειλέτης περιορίζεται στο να προβάλλει λόγους που αφορούν αποκλειστικά τη δική του επίδοση, αποκλειομένης της επίκλησης αντικανονικότητας και πλημμελειών που αφορούν την επίδοση προς οποιοδήποτε άλλο εμπλεκόμενο ή ενδιαφερόμενο πρόσωπο κατά την έννοια του Άρθρου 44ΙΕ του Νόμου.

Τούτων λεχθέντων, στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τους ανωτέρω ισχυρισμούς του Ανδρέου, λόγω της, κατά τη θέση των Καθ’ ων η Αίτηση, μη συμμόρφωση της Αιτήτριας προς την επίδικη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι», η οποία φέρεται να της είχε επιδοθεί, η Καθ’ ης η Αίτηση 1 εξέδωσε, για λογαριασμό της Καθ’ ης η Αίτηση 2 και στο όνομα της τελευταίας, στις 17/06/2026, κατ’ ισχυρισμόν μετά την παρέλευση της προθεσμίας των 45 ημερών που προβλέπεται στο Άρθρο 44Γ(1) του Νόμου, την επίδικη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΑ» προς την Αιτήτρια. Στην εν λόγω ειδοποίηση, ως προελέχθη, αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί μέσω πλειστηριασμού στις 13/10/2026 και ώρα 10:00. Την ειδοποίηση αυτή, σύμφωνα με το Άρθρο 44Γ(2) του Νόμου και βάσει των ισχυρισμών του Ανδρέου ως προς τα σχετικά επίδικα γεγονότα, η Καθ’ ης η Αίτηση 2 όφειλε, ως προαναφέρθηκε, να επιδώσει στην Αιτήτρια και σε τυχόν άλλα ενδιαφερόμενα μέρη το αργότερο μέχρι τις 29/08/2026.

Υπό το φως των ανωτέρω, και λαμβάνοντας υπόψη τη διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι, αναφορικά με την επίδικη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΑ», δεν έχει αποδειχθεί εκ μέρους της Καθ’ ης η Αίτηση 2 ότι, κατά τον χρόνο της προσωπικής επίδοσής της στην Αιτήτρια στις 31/07/2026, είχε προηγουμένως καταστεί ανέφικτη η επίδοση μέσω συστημένου ταχυδρομικού αντικειμένου, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι ανωτέρω αναφερόμενοι Λόγοι Έφεσης αρ. 3, 4 και 10 είναι, κατά το μέρος που συνάδει με το ανωτέρω σκεπτικό, βάσιμοι. Συναφώς, οι προαναφερόμενοι Λόγοι Ένστασης αρ. 6 και 7, καθώς και οποιοιδήποτε τυχόν άλλοι λόγοι ένστασης άπτονται του ίδιου ζητήματος, απορρίπτονται.

Και τούτο, εφόσον, πέραν της παρόδου του προαναφερόμενου χρονικού διαστήματος των επτά εργάσιμων ημερών από την καταχώριση της παραλαβής του εν λόγω συστημένου ταχυδρομικού αντικειμένου από το κατά τόπον αρμόδιο Ταχυδρομικό Γραφείο «Palaiometocho 2682» του Τμήματος Ταχυδρομικών Υπηρεσιών, ως σημείου παράδοσης και παραλαβής του, δεν προκύπτει οποιοδήποτε στοιχείο που να καθιστούσε την επίδοση μέσω ταχυδρομείου «ανέφικτη» κατά τις ισχύουσες διαδικασίες του Τμήματος Ταχυδρομικών Υπηρεσιών, καθόσον το εν λόγω αντικείμενο εξακολουθούσε να τελεί σε κατάσταση «item not delivered / pending delivery», ήτοι σε εκκρεμότητα προς παράδοση.

Ούτε, εξάλλου, προκύπτει ότι η Καθ’ ης η Αίτηση 2 ή, γενικότερα, οι Καθ’ ων η Αίτηση τελούσαν σε γνώση οποιουδήποτε γεγονότος που να δικαιολογούσε την εκτίμηση ότι η επίδοση μέσω συστημένου ταχυδρομικού αντικειμένου είχε καταστεί ανέφικτη. Αυτό είναι και το ουσιώδες στοιχείο της υπό κρίση περίπτωσης.

Τουναντίον, σύμφωνα με την πιο πάνω αποδεκτή μαρτυρία της Αιτήτριας και το Τεκμήριο 4 που προσκομίστηκε από την ίδια, ήτοι το «Ειδοποιητήριο Άφιξης» του Τμήματος Ταχυδρομικών Υπηρεσιών, το οποίο προερχόταν από το Ταχυδρομικό Γραφείο «Παλαιομετόχου» και αναφερόταν στο πιο πάνω συστημένο ταχυδρομικό αντικείμενο, η Αιτήτρια είχε ειδοποιηθεί ότι το εν λόγω αντικείμενο ήταν διαθέσιμο προς παραλαβή, σύμφωνα με τις ισχύουσες διαδικασίες του Τμήματος Ταχυδρομικών Υπηρεσιών, μέχρι τις 23/08/2026.

Σύμφωνα με τη νομολογία, όταν το γράμμα του νόμου είναι σαφές και η διατύπωσή του δεν αφήνει περιθώριο αμφιβολίας, η ερμηνεία πρέπει να βασίζεται στη συνήθη σημασία των λέξεων και δεν επιτρέπεται διασταλτική ή άλλη ερμηνεία πέραν όσων ρητώς προβλέπει ο νόμος. Ωστόσο, όπως η ίδια η νομολογία έχει καθιερώσει, η εν λόγω γραμματική ερμηνεία του νόμου, δεν διενεργείται απομονωμένα ή εν κενώ, αλλά υπό το φως του συνόλου της διάταξης, της δομής, του νομοθετικού πλαισίου και των συμφραζομένων της, από τα οποία οι λέξεις αντλούν το ακριβές νόημα και περιεχόμενό τους. Σε ό,τι αφορά τις προαναφερόμενες αρχές, σχετική παραπομπή γίνεται στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην υπόθεση Re Παγκύπριος Οργανισμός Αγελαδοτρόφων (ΠΟΑ) Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αίτηση Αρ. 1/2024, 23/05/2024, όπου, μεταξύ άλλων, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

«Υφίσταται διαχρονικώς αδιάθλαστη κατ' ουσίαν η νομολογιακή θέση ότι η γραμματική ερμηνεία συνιστά τον ιεραρχικώς πρώτο, αλλά και θεμελιακό, κανόνα ερμηνείας νομοθετημάτων. Το απαύγασμα της νομολογίας αυτής δεικνύει πως ο κανόνας τούτος υπαγορεύει την απόδοση της απλής γραμματικής και κατά κυριολεξία ετυμολογικής σημασίας στις λέξεις που χρησιμοποιούνται σε ένα νομοθετικό κείμενο κατά τη φυσική και συνήθη έννοια τους. Μόνο όταν οι αφορώσες λέξεις ή όροι είναι ασαφείς το δικαστήριο προστρέχει σε άλλες ερμηνευτικές μεθόδους. Το νομοθετικό κείμενο συγκροτεί κατά λογική επακολουθία το σημείο εκκίνησης του ερμηνευτικού εγχειρήματος και το επίκεντρο της προσοχής του ερμηνευτή. Βεβαίως, η γραμματική ερμηνεία δεν παραμένει αποτμημένη από την ευρύτερη εικόνα του εκάστοτε νομοθετικού σκοπού. Τούτο, διότι, εκ των πραγμάτων, η γραμματική ερμηνεία σπανίως, αν ποτέ, επιχειρείται στο κενό. Αυτό εντούτοις, ως παράπλευρη παρατήρηση, ποσώς διαγράφει την πρωταρχική βαρύτητα του κανόνα της γραμματικής ερμηνείας. Ούτε την αμβλύνει. Μα μήτε και εξυπονοεί αυτομάτως την ασύμμετρη και τελικώς εσφαλμένη και άκαιρη σύμμειξη της με άλλες μεθόδους ερμηνείας».

Στην πιο πάνω απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, γίνεται επίσης μνεία σε απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ghalanos Distributors Ltd v. Δημοκρατίας, (2002) 3 Α.Α.Δ. 528, η αναφορά του οποίου κρίνεται ιδιαίτερα σημαντική λόγω της διαχρονικής αξίας των αρχών που διατυπώνονται σε σχέση με τα ανωτέρω, όπου αναφέρονται τα εξής:

«Το Δικαστήριο δεν κρίνει την πολιτική του νόμου ούτε επιχειρεί με ερμηνευτικά μέσα να δώσει σοφότερη ή δικαιότερη λύση ή ακόμα πιο επιθυμητή από αυτήν που προβλέπει η διάταξη.».

Συνεπώς, όταν το Άρθρο 44ΙΕ του Νόμου, όπως ανωτέρω παρατέθηκε και ερμηνεύθηκε από το Εφετείο στην υπόθεση Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ ν. Παντέλα, Πολιτική Έφεση Αρ. 159/2021, 01/12/2023, αναφέρεται σε επίδοση με συστημένη επιστολή και, σε περίπτωση που αυτή δεν είναι εφικτή, σε ιδιωτική επίδοση, η διατύπωση αυτή δεν μπορεί, κατά τη φυσική και συνήθη έννοια των λέξεών της, αποκομμένη από το ευρύτερο νομοθετικό πλαίσιο και τον σκοπό της διάταξης, να ερμηνευθεί κατά τρόπο ώστε το ανέφικτο της επίδοσης να συναρτάται, όχι με τις ισχύουσες διαδικασίες του Τμήματος Ταχυδρομικών Υπηρεσιών, αλλά με την υποκειμενική κρίση του ενυπόθηκου δανειστή ως προς το ποιος συνιστά «εύλογο χρόνο», μετά την παρέλευση του οποίου η επίδοση με συστημένη επιστολή θεωρείται, κατ’ επιλογή του, ανέφικτη.

Αντιθέτως, όπως προκύπτει από την ανωτέρω απόφαση του Εφετείου, ο Νομοθέτης επέλεξε να ιεραρχήσει τους τρόπους επίδοσης, παρέχοντας επιτακτικό προβάδισμα στην επίδοση με συστημένη επιστολή και επιτρέποντας την ιδιωτική επίδοση, μόνο όταν η πρώτη καταστεί πράγματι ανέφικτη, κατά τις ισχύουσες διαδικασίες του Τμήματος Ταχυδρομικών Υπηρεσιών και όχι όταν ο ενυπόθηκος δανειστής εκτιμήσει ότι έχει παρέλθει, κατά τη δική του αντίληψη, εύλογος χρόνος. Και τούτο, όπως έχει ήδη ανωτέρω επισημανθεί και έρχεται πλέον να συνδεθεί με το παρόν ζήτημα, ιδωμένο υπό το πρίσμα ότι είναι ο ίδιος ο ενυπόθηκος δανειστής που, με τις δικές του επιλογές και ενέργειες, προεξάρχουσας της επιλογής καθορισμού της ημερομηνίας διεξαγωγής του πλειστηριασμού, διαμορφώνει το χρονικό πλαίσιο εντός του οποίου εν συνεχεία ενεργεί και εντός του οποίου οι ενέργειές του δύνανται να κριθούν ως προς τις νομικές τους συνέπειες. Είναι δε χαρακτηριστικό, όπως προκύπτει και από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ότι ακόμη και η επιλογή του ενυπόθηκου δανειστή να καταθέσει το συστημένο ταχυδρομικό αντικείμενο σε Ταχυδρομικό Γραφείο άλλης Επαρχίας ή και σε Ταχυδρομικό Γραφείο κατά τόπον αναρμόδιο για σκοπούς παράδοσης ή παραλαβής του, έχει αντίκτυπο στον παράγοντα του χρόνου. Τούτο αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε συνάρτηση με οποιαδήποτε προηγουμένως εκδοθείσα ειδοποίηση, ο χρόνος έκδοσης της οποίας θέτει και το σχετικό χρονοδιάγραμμα που η ίδια καθορίζει πρέπει να τηρηθεί. Πρόκειται, ωστόσο, για ζήτημα ως προς το οποίο ο ενυπόθηκος οφειλέτης δεν φέρει οποιαδήποτε ευθύνη.

Η αντίθετη προσέγγιση θα οδηγούσε, στην πράξη, στην υποκατάσταση του αντικειμενικού κριτηρίου που θέτει ο Νόμος με την υποκειμενική εκτίμηση του ενυπόθηκου δανειστή, αποτέλεσμα το οποίο δεν συνάδει ούτε με το γράμμα ούτε με τον σκοπό της διάταξης. Και βεβαίως, επαναλαμβάνεται η πάγια αρχή που διατύπωσε το Ανώτατο Δικαστήριο στην πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση Ghalanos Distributors Ltd v. Δημοκρατίας, (2002) 3 Α.Α.Δ. 528, ότι το Δικαστήριο δεν κρίνει την πολιτική του νόμου ούτε επιχειρεί, με ερμηνευτικά μέσα, να δώσει σοφότερη, δικαιότερη ή περισσότερο επιθυμητή λύση από εκείνη που ο ίδιος ο Νομοθέτης επέλεξε να θεσπίσει.  

Στη βάση των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η Αιτήτρια, διά της αποδεκτής, ως ανωτέρω, μαρτυρίας της από την ένορκη δήλωσή της ως προς τα προαναφερόμενα επίδικα γεγονότα, καθώς επίσης και διά της ίδιας της μαρτυρίας του Ανδρέου ως προς αυτά, στον βαθμό που αυτή έγινε αποδεκτή, και ιδίως διά των εγγράφων που ο τελευταίος παρουσίασε και τα οποία έγιναν αποδεκτά ως αξιόπιστη πηγή μαρτυρίας, έχει αποσείσει το αποδεικτικό βάρος που έφερε, μεταθέτοντας τούτο στην Καθ’ ης η Αίτηση 2. Υπό τις περιστάσεις, η Καθ’ ης η Αίτηση 2 όφειλε να προβάλει υπόθεση ικανή να απαντήσει στους ισχυρισμούς της Αιτήτριας και, περαιτέρω, να αποσείσει, διά αποδεκτής μαρτυρίας, το νομικό βάρος που έφερε προς απόδειξη, ιδίως αναφορικά με τη δέουσα επίδοση της επίδικης ειδοποίησης κατά τον Τύπο «ΙΑ» (βλ. Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ ν. Παντέλα, Πολιτική Έφεση Αρ. 159/2021, 01/12/2023, ανωτέρω). Εντούτοις, οι ισχυρισμοί που προέβαλε ο Ανδρέου, καθώς και η μαρτυρία του ως προς τα προαναφερόμενα επίδικα γεγονότα, στον βαθμό που αυτή έγινε αποδεκτή ως ανωτέρω, δεν ήταν ικανοί να αποσείσουν το εν λόγω βάρος και, εν τέλει, δεν το απέσεισαν. Στο δε ουσιώδες για την υπόθεση της Καθ’ ης η Αίτηση 2 μέρος της, η μαρτυρία αυτή ως προς τα προαναφερόμενα επίδικα γεγονότα, ως επισημαίνεται ανωτέρω, απορρίφθηκε.

Η Αιτήτρια, στην προκείμενη περίπτωση, λαμβανομένης υπόψη της ανωτέρω διαπίστωσης του Δικαστηρίου ότι η επίδικη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΑ» της επιδόθηκε μέσω ιδιώτη επιδότη στις 31/07/2026, ─γεγονός άλλωστε παραδεκτό από πλευράς της Αιτήτριας─, καταχώρισε την υπό κρίση Αίτηση/Έφεση στις 06/08/2026 εμπροθέσμως, καθότι η σχετική προθεσμία των 45 ημερών έληγε στις 14/09/2026.

Συναφώς, σημειώνεται ότι, σύμφωνα με την προαναφερόμενη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ ν. Παντέλα, Πολιτική Έφεση Αρ. 159/2021, 01/12/2023, το ζήτημα κατά πόσο ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο ισχυρίζονται ότι παρέλαβαν την ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΑ» χωρίς δέουσα και κανονική επίδοση, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 44Γ(2) του Νόμου, δεν επηρεάζει το δικαίωμά τους για καταχώριση έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 44Γ(3) του Νόμου, για παραμερισμό της, όπως και στην προκείμενη περίπτωση της Αιτήτριας.  

Σε συνέχεια και σε συνάρτηση με τα πιο πάνω, καθώς και με την κατάληξη του Δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα των Λόγων Έφεσης αρ. 3, 4 και 10 της Αιτήτριας, εξετάζεται και η εισήγηση των Καθ’ ων η Αίτηση ότι η Αίτηση/Έφεση είναι απαράδεκτη λόγω του τρόπου διατύπωσης των λόγων έφεσης, περιλαμβανομένων των εν λόγω Λόγων Έφεσης αρ. 3, 4 και 10, και ότι, ως εκ τούτου, θα έπρεπε να απορριφθεί χωρίς εξέταση επί της ουσίας.

Ως προς το ζήτημα αυτό, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν εντοπίζεται, στη διατύπωση του συνόλου των λόγων έφεσης, ασάφεια ή έλλειψη πληρότητας τέτοιου είδους και βαθμού, ώστε να δικαιολογείται ένα τέτοιο συμπέρασμα. Αντιθέτως, η Αίτηση/Έφεση της Αιτήτριας εκθέτει με επάρκεια τους λόγους επί των οποίων βασίζεται και, σε συνδυασμό με το αιτούμενο διατακτικό (μέσα από τις σχετικές παραγράφους) και τη νομική της βάση, προκύπτει σαφώς ότι παρείχε στις Καθ’ ων η Αίτηση τη δυνατότητα να διαμορφώσουν και να προωθήσουν, με επάρκεια και πληρότητα, τη θέση τους επί των λόγων αυτών, χωρίς να τίθεται βασίμως και αντικειμενικώς οποιοδήποτε ζήτημα επηρεασμού της υπεράσπισής τους ή του δικαιώματός τους σε δίκαιη δίκη. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να λεχθεί ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση στερήθηκαν της δυνατότητας να αντιδράσουν επί των λόγων που εκτίθενται στην Αίτηση/Έφεση και να ακουστούν, ιδίως σε ό,τι αφορά τους Λόγους Έφεσης αρ. 3, 4 και 10 ανωτέρω επί των οποίων, εκ των πραγμάτων, περιορίστηκε η δίκη και κρίθηκε το αποτέλεσμά της.

Είναι γεγονός ότι το Άρθρο 44Γ του Νόμου και, ιδίως, το εδάφιο (2), το οποίο αφορά την ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΑ», ως προς το πρόσωπο που δύναται να προχωρήσει στην έναρξη της διαδικασίας που προβλέπεται από τις διατάξεις του Μέρους VIA και, εν προκειμένω, να εκδώσει και να επιδώσει ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΑ», κάνει αναφορά σε «ενυπόθηκο δανειστή». Ο όρος αυτός ερμηνεύεται από το Άρθρο 2 του Νόμου ως «το πρόσωπον υπέρ ου συνιστάται υποθήκη».

Στην προκείμενη περίπτωση, ως φερόμενη ενυπόθηκος δανειστής, η οποία κινούσε τη διαδικασία του Μέρους VIA, εκδίδοντας και επιχειρώντας την επίδοση της επίδικης ειδοποίησης κατά τον Τύπο «ΙΑ» προς την Αιτήτρια, εμφανιζόταν η Καθ’ ης η Αίτηση 2, εκ μέρους της οποίας ενεργούσε η Καθ’ ης η Αίτηση 1. Τούτο, άλλωστε, όπως προκύπτει και από την παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας, ήταν απολύτως αντιληπτό στην τελευταία από την ίδια την όψη και το περιεχόμενο της φερόμενης ως επίδικης ειδοποίησης κατά τον Τύπο «ΙΑ».

Η Καθ’ ης η Αίτηση 1 δεν εμφανίστηκε ούτε δήλωσε οτιδήποτε το οποίο θα μπορούσε να προκαλέσει σύγχυση ως προς τον ρόλο υπό τον οποίο ενεργούσε, κατά τρόπο ώστε η Αιτήτρια να μπορούσε να διατηρεί οποιαδήποτε αμφιβολία ή ενδοιασμό, πραγματικό ή νομικό, ως προς το ποιος εμφανιζόταν, υπό τις περιστάσεις, ως ο ενυπόθηκος δανειστής. Ήταν δε έναντι αυτού του ενυπόθηκου δανειστή που η Αιτήτρια, δυνάμει του Άρθρου 44Γ(3) του Νόμου και δεδομένων των προνοιών του προαναφερόμενου Άρθρου 44Γ(2), είχε δικαίωμα να κινηθεί με την καταχώριση της παρούσας Αίτησης/Έφεσης για παραμερισμό της επίδικης ειδοποίησης.

Δικαιολογητική της ανωτέρω προσέγγισης και κατάληξης είναι και η αναφορά που περιλαμβάνεται καταληκτικά στην επίδικη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΑ», στο μέρος που αφορά τον υπογραφέα της, «εκ μέρους της Dovalue Cyprus Ltd (…) Δια λογαριασμό της Κυπριακής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (…)», σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενό της και, ιδίως, το εισαγωγικό της μέρος, όπου αναφέρεται: «Ειδοποιήσθε ότι το ενυπόθηκο χρέος το εξασφαλισμένο με την υποθήκη με αριθμό (…) προς όφελος μου, έχει καταστεί πληρωτέο από (…) και για αυτό προτίθεμαι να προχωρήσω σε πώληση στις (…)».

Συνεπώς, η Αιτήτρια δεν έχει καταδείξει βάσιμο πραγματικό λόγο ή νομική αιτιολογία για την επιλογή της να συνενώσει στην παρούσα Αίτηση/Έφεση, ως διάδικο, και την Καθ’ ης η Αίτηση 1, έναντι της οποίας η παρούσα Αίτηση/Έφεση δεν έχει έρεισμα. Τούτο, έστω και σε μεταγενέστερο και καθυστερημένο στάδιο κατά την ακρόαση σήμερα, αναγνωρίστηκε και από πλευράς της Αιτήτριας, μέσω της συνηγόρου της, η οποία απέσυρε την παρούσα Αίτηση/Έφεση εναντίον της Καθ’ ης η Αίτηση 1. Ως εκ τούτου, η Αίτηση/Έφεση εναντίον της Καθ’ ης η Αίτηση 1 απορρίπτεται ως αποσυρθείσα. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και εάν δεν είχε μεσολαβήσει η απόσυρσή της, η απόρριψή της θα δικαιολογείτο στη βάση του προβαλλόμενου από την Καθ’ ης η Αίτηση 1 Λόγου Ένστασης αρ. 1, ο οποίος θα επιτύγχανε, στο μέτρο που συνάδει με το ανωτέρω σκεπτικό του Δικαστηρίου. Κατ’ ακολουθία, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Καθ’ ης η Αίτηση 1 και εναντίον της Αιτήτριας, ως ακολούθως προσδιορίζονται καταληκτικά, αφού, στην προκείμενη περίπτωση, έτυχαν συνοπτικού υπολογισμού από τους συνηγόρους των διαδίκων, οι οποίοι συμφώνησαν ως προς την σχετική διαταγή και το ποσό που κρίνεται εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις και έθεσαν τον σχετικό υπολογισμό υπόψη του Δικαστηρίου.     

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η Αίτηση/Έφεση κρίνεται βάσιμη ως προς τους Λόγους Έφεσης αρ. 3, 4 και 10, στο μέτρο που αυτοί συνάδουν με το ανωτέρω σκεπτικό του Δικαστηρίου, και οι εν λόγω Λόγοι Έφεσης επιτυγχάνουν.

Ως εκ τούτου, εκδίδεται, δυνάμει του Άρθρου 44Γ(3) του Νόμου, διάταγμα παραμερισμού της έγγραφης ειδοποίησης ημερομηνίας 17/06/2026 κατά τον Τύπο «ΙΑ», την οποία η Καθ’ ης η Αίτηση 1, Dovalue Cyprus Ltd, εξέδωσε εκ μέρους και για λογαριασμό της Καθ’ ης η Αίτηση 2, Κυπριακής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, σε σχέση με την Αιτήτρια, Σισμάνη Χρυστάλλα (Α.Δ.Τ. 816540). Με την εν λόγω ειδοποίηση, η Καθ’ ης η Αίτηση 2, Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, μέσω της Καθ’ ης η Αίτηση 1, Dovalue Cyprus Ltd, γνωστοποίησε την πρόθεσή της να προβεί, στις 13/10/2026 και ώρα 10:00 π.μ., σε πώληση μέσω ηλεκτρονικού συστήματος πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακινήτου με τα ακόλουθα στοιχεία: αριθμός εγγραφής: 0/31459, φύλλο/σχέδιο/τμήμα: 0/2-219-390-,18, τεμάχιο: 223, μερίδιο: 1/2, είδος: χωράφι, δήμος: Λευκωσία, κοινότητα: Παλαιομέτοχο, το οποίο έχει υποθηκευθεί δυνάμει της Υποθήκης αρ. 1/Υ/8259/2008 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας.

Ο παραμερισμός της ως άνω ειδοποίησης κατά τον Τύπο «ΙΑ» επιφέρει την ακύρωση του προγραμματισθέντος πλειστηριασμού και διακόπτει τη διαδικασία εκποίησης που προβλέπεται στο Μέρος VIA του Νόμου.

Κατ’ ακολουθία, τα έξοδα της διαδικασίας, ποσού €3.000 πλέον Φ.Π.Α., όπως κατά την ακρόαση της Αίτησης/Έφεσης συνοπτικά υπολογίστηκαν και συμφωνήθηκαν από τους συνηγόρους ως εύλογα και δίκαια υπό τις περιστάσεις, εγκρίνονται από το Δικαστήριο ως τέτοια και επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και κατά της Καθ’ ης η Αίτηση 2.

Κατ’ ακολουθία της απόρριψης της Αίτησης/Έφεσης της Αιτήτριας εναντίον της Καθ’ ης η Αίτηση 1, τα έξοδα της διαδικασίας, ποσού €1.500 πλέον Φ.Π.Α., όπως αυτά κατά την ακρόαση της Αίτησης/Έφεσης συνοπτικά υπολογίστηκαν και συμφωνήθηκαν από τους διαδίκους, μέσω των συνηγόρων τους, εγκρίνονται από το Δικαστήριο ως εύλογα και δίκαια υπό τις περιστάσεις και, εκ συμφώνου, επιδικάζονται υπέρ της Καθ’ ης η Αίτηση 1 και κατά της Αιτήτριας.

Υπογραφή: ____________________

Μιχάλης Γ. Λοΐζου, Α. Ε. Δ.  

Πιστό αντίγραφο

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο