Ειρήνη Αβρααμίδου ν. Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Γενική Αίτηση αρ.: 505/2025, 17/9/2026
print
Τίτλος:
Ειρήνη Αβρααμίδου ν. Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Γενική Αίτηση αρ.: 505/2025, 17/9/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ.

 

Γενική Αίτηση αρ.: 505/2025 (i-justice)

 

Μεταξύ:

 

Ειρήνη Αβρααμίδου

Αιτήτριας

-και-

 

Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ

Καθ’ ης η αίτηση

--------------------------------------

Αίτηση της Αιτήτριας ημερομηνίας 4/5/2026 για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης

 

Ημερομηνία: 17 Σεπτεμβρίου 2026

 

Εμφανίσεις

Για την Αιτήτρια: κ. Μ. Χριστοφόρου για Πελαγίας, Χριστοδούλου, Βράχας ΔΕΠΕ

Για την Καθ’ ης η αίτηση: κ. Μ. Α. Βασιλείου για Ηλίας Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Εισαγωγή

Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό Αίτηση, η Αιτήτρια ζητά διάταγμα για τη μεταβίβαση επ' ονόματι της συγκεκριμένου ακινήτου, χωρίς τη συγκατάθεση της Καθ' ης η αίτηση, η οποία εμφανίζεται ως δικαιούχος εμπράγματου βαρους επί αυτού. Η Αιτήτρια προβάλλει ότι απέκτησε το ακίνητο δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου και ότι το συμφωνηθέν τίμημα καταβλήθηκε εξ ολοκλήρου.

 

Στην κύρια Αίτηση καταχωρίστηκε ένσταση από την Καθ' ης η αίτηση. Μεταξύ των ζητημάτων που εγείρονται με αυτή είναι κατά πόσο αποδεικνύεται η πλήρης εξόφληση του τιμήματος πώλησης και η συμμόρφωση με τον τρόπο αποπληρωμής που προβλεπόταν στο αρχικό πωλητήριο έγγραφο.

 

Η επίδικη αίτηση

Με την παρούσα ενδιάμεση αίτηση ζητείται άδεια του Δικαστηρίου για την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στο Μέρος 8 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, στη διακριτική ευχέρεια και εξουσίες του Δικαστηρίου.

 

Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της ίδιας της Αιτήτριας. Όπως εξηγεί, η ανάγκη καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προέκυψε μετά την καταχώριση της ένστασης της Καθ' ης η αίτηση και των ισχυρισμών που προβλήθηκαν μέσω αυτής.

 

Ειδικότερα, η Αιτήτρια διαχωρίζει τα ζητήματα στα οποία επιθυμεί να απαντήσει σε δύο βασικές κατηγορίες. Η πρώτη αφορά τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν αναφορικά με τους όρους και τον τρόπο αποπληρωμής του τιμήματος, την επάρκεια των αποδείξεων πληρωμής και των βεβαιώσεων εξόφλησης και, κατ' επέκταση, την αμφισβήτηση της θέσης της ότι το τίμημα του ακινήτου εξοφλήθηκε. Η δεύτερη αφορά ισχυρισμούς ως προς προηγούμενη δικαστική διαδικασία για την καταχώριση του πωλητηρίου εγγράφου, καθώς και τη μεταγενέστερη στάση της Καθ' ης η αίτηση όταν ζητήθηκε η συγκατάθεσή της για τη μεταβίβαση του ακινήτου.

 

Η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση επισυνάπτεται ως τεκμήριο στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την παρούσα αίτηση.

 

Ως προς το ζήτημα της εξόφλησης, η Αιτήτρια επιδιώκει, μεταξύ άλλων, να διευκρινίσει ότι οι αποδείξεις που είχε παρουσιάσει δεν ήταν τέσσερις αλλά πέντε, αφορούσαν ποσά συνολικού ύψους Λ.Κ.38.000 και ότι αυτές ανευρέθηκαν στο πλαίσιο των σχετικών διαδικασιών μετά την πάροδο σχεδόν τριάντα ετών. Αναφέρεται περαιτέρω στο υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ.2.700 και στις βεβαιώσεις της πωλήτριας και του εκκαθαριστή της εταιρείας, προβάλλοντας ότι το τίμημα είχε εξοφληθεί.

 

Ως προς τη δεύτερη κατηγορία, επιχειρεί να απαντήσει στους ισχυρισμούς που αφορούν την προηγούμενη διαδικασία καταχώρισης του πωλητηρίου και να εξηγήσει τη θέση της ως προς τη σημασία της στάσης που τήρησε η Καθ' ης η αίτηση και άλλοι δικαιούχοι εμπραγμάτων βαρών όταν ζητήθηκε η συγκατάθεσή τους για τη μεταβίβαση.

 

Η ένσταση

Η Καθ' ης η αίτηση ενίσταται στην παροχή της αιτούμενης άδειας. Η θέση της, όπως αποτυπώνεται τόσο στους λόγους ένστασης όσο και στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση, είναι, σε γενικές γραμμές, ότι δεν έχει καταδειχθεί «καλός λόγος» για την παρουσίαση περαιτέρω μαρτυρίας. Προβάλλει ότι η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν αφορά νέα ή μεταγενέστερα γεγονότα, αλλά ζητήματα τα οποία ήταν γνωστά και διαθέσιμα στην Αιτήτρια κατά τον χρόνο καταχώρισης της αρχικής της ένορκης δήλωσης. Υποστηρίζει ακόμη ότι επιχειρείται κατ' ουσίαν ενίσχυση, βελτίωση ή αναδιατύπωση της υπόθεσής της και θεραπεία κενών της αρχικής μαρτυρίας.

 

Ειδικότερα, η ενόρκως δηλούσα εκ μέρους της Καθ' ης επισημαίνει ότι τα ζητήματα της εξόφλησης του τιμήματος, της αποδεικτικής αξίας των αποδείξεων και βεβαιώσεων και της προηγούμενης διαδικασίας αποτελούσαν εξαρχής μέρος της υπόθεσης και βρίσκονταν εντός της γνώσης της Αιτήτριας. Υποστηρίζει δε ότι η προτεινόμενη μαρτυρία συνίσταται κυρίως σε απάντηση, σχολιασμό και περαιτέρω ανάπτυξη των θέσεων της Αιτήτριας επί ζητημάτων που είχαν ήδη τεθεί.

 

Επιχειρηματολογία των δύο πλευρών-Γραπτές αγορεύσεις

Οι θέσεις των δύο πλευρών περιλαμβάνονται στις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων τους, οι οποίες έχουν τύχει ενδελεχούς μελέτης από το Δικαστήριο. Δεν κρίνεται, ωστόσο, σκόπιμο να παρατεθούν στο παρόν στάδιο όσα αναφέρονται στις αγορεύσεις, ενώ θα γίνει αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία αυτών κατωτέρω, εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο.

 

Προκαταρκτικό ζήτημα-Νομική βάση της αίτησης

Πριν υπεισέλθω στην εξέταση της αίτησης, κρίνεται ότι θα πρέπει να τύχει εξέτασης κατά προτεραιότητα η θέση της Καθ’ ης η αίτηση ότι η αίτηση είναι ελαττωματική και ως εκ τούτου απορριπτέα. Σύμφωνα με την εισήγηση, στην αίτηση δεν προσδιορίζεται η νομική βάση επί της οποίας εδράζεται το αιτούμενο διάταγμα. Ειδικότερα σημειώνει ότι δεν γίνεται αναφορά στον Κ.8.8(3) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, αλλά αντιθέτως γίνεται επίκληση του Μέρους 8, Ενότητα 2(α), η οποία δεν παρέχει από μόνη της εξουσία στο Δικαστήριο να επιτρέψει την καταχώρηση περαιτέρω μαρτυρίας. Συναφής είναι και ο πρώτος λόγος ένστασης.

 

Πράγματι, η νομική βάση της Αίτησης είναι ελλιπής. Η συγκεκριμένη διάταξη η οποία παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία να επιτρέψει, για καλό λόγο, την παρουσίαση περαιτέρω γραπτής μαρτυρίας είναι ο Κ.8.8(3), ο οποίος δεν κατονομάζεται. Η γενική επίκληση του Μέρους 8 δεν συνιστά ακριβή συμμόρφωση με την απαίτηση του Κ.23.4(1)(β) για αναφορά στη συγκεκριμένη νομοθετική πρόνοια ή στον συγκεκριμένο κανονισμό στον οποίο στηρίζεται η αίτηση.

 

Η διαπίστωση αυτή, ωστόσο, δεν συνεπάγεται αφ' εαυτής την ακυρότητα του διαβήματος. Ο Κ.3.8(1) προβλέπει ότι όταν υπήρξε διαδικαστικό σφάλμα, όπως παράλειψη συμμόρφωσης με κανονισμό, αυτό δεν ακυρώνει οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά. Περαιτέρω, δυνάμει του Κ.3.8(2), ακύρωση διαδικαστικού βήματος δεν διατάσσεται εκτός εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι το σφάλμα ήταν σοβαρό και ότι η ακύρωση είναι αναγκαία προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, λαμβανομένου υπόψη του πρωταρχικού σκοπού.

 

Έχω υπόψη συναφώς την απόφαση του Εφετείου στη Zurab Jincharadze v. CBR Capital Limited, Πολ. Έφ. Ε39/2019, ημερ. 12/9/2024, στην οποία τονίστηκε η ανάγκη προσδιορισμού της συγκεκριμένης δικονομικής διάταξης σύμφωνα και με τον Κ.23.4(1)(β). Στην περίπτωση εκείνη, όμως, έλειπε από τη νομική βάση η ουσιαστική πρόνοια η οποία παρείχε στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να διατάξει την επιδιωκόμενη τροποποίηση.

 

Η παρούσα περίπτωση διαφοροποιείται. Εδώ έχει επικληθεί το Μέρος 8, στο οποίο εντάσσεται η συγκεκριμένη εξουσιοδοτική διάταξη του Κ.8.8(3), χωρίς όμως να έχει εξειδικευθεί η τελευταία. Δεν πρόκειται, συνεπώς, για περίπτωση παντελούς απουσίας ή επίκλησης άσχετης νομικής βάσης, αλλά για ελλιπή εξειδίκευση της ορθής νομικής βάσης. Περαιτέρω, το αιτητικό της Αίτησης είναι σαφές και συγκεκριμένο, ενώ από την ένσταση και τη μαρτυρία που την υποστηρίζει προκύπτει ότι η Καθ' ης η αίτηση αντιλήφθηκε πλήρως τόσο τη φύση της αιτούμενης θεραπείας όσο και το εφαρμοστέο κριτήριο του «καλού λόγου» και τοποθετήθηκε επί της ουσίας του.

 

Δεν διαπιστώνω, συνεπώς, οποιαδήποτε αβεβαιότητα ως προς το αντικείμενο του αιτήματος ή δυσμενή επηρεασμό της Καθ' ης η αίτηση από την παράλειψη ειδικής αναφοράς στον Κ.8.8(3). Υπό αυτές τις περιστάσεις, και χωρίς να υποβαθμίζω την υποχρέωση συμμόρφωσης με τον Κ.23.4(1)(β), δεν θεωρώ ότι το διαπιστωθέν διαδικαστικό σφάλμα είναι τέτοιας σοβαρότητας ώστε να δικαιολογεί την ακύρωση του διαβήματος. Ούτε θεωρώ ότι η απόρριψη της Αίτησης για τον λόγο αυτό είναι αναγκαία προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, λαμβανομένου υπόψη και του πρωταρχικού σκοπού των Κανονισμών.

 

Ως εκ τούτου, η σχετική εισήγηση της Καθ' ης η αίτηση δεν γίνεται αποδεκτή και προχωρώ στην εξέταση της ουσίας της Αίτησης.

 

Νομική Πτυχή

Σύμφωνα με τον Κανονισμό 8.8(3) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, το Δικαστήριο δύναται να επιτρέψει σε διάδικο, για καλό λόγο, να προσκομίσει περαιτέρω γραπτή μαρτυρία.

 

Η χρήση του όρου «δύναται» καταδεικνύει ότι πρόκειται για άσκηση δικαστικής διακριτικής ευχέρειας. Προϋπόθεση, όμως, για την ενεργοποίησή της είναι η κατάδειξη καλού λόγου.

 

Ως προς την έννοια του καλού λόγου, χρήσιμη καθοδήγηση παρέχει η προγενέστερη νομολογία που αναπτύχθηκε υπό το καθεστώς της Δ.48 θ.4(2) των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προέβλεπε αντίστοιχη δυνατότητα παρουσίασης περαιτέρω ένορκης μαρτυρίας για καλό λόγο.

 

Στην A. Messios & Sons Ltd κ.ά. ν. Ανδρέα Λεωνίδα (2010) 1 Α.Α.Δ. 195, κρίθηκε επιτρεπτή η παρουσίαση περαιτέρω μαρτυρίας όταν τα στοιχεία που επιδιωκόταν να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου σχετίζονταν με ισχυρισμούς και θέσεις που προβλήθηκαν μέσω της ένστασης και ήταν επιθυμητό να επιτραπούν διευκρινίσεις, ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιόν του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων. Η ίδια απόφαση αποτελεί βασικό έρεισμα της θέσης της Αιτήτριας.

 

Μια πολύ ενδιαφέρουσα προσέγγιση ως προς το ζήτημα που απασχολεί συναντάται στην απόφαση της κας Λ.Δημητριάδου – Ανδρέου, ΑΕΔ (όπως ήταν τότε), ημερομηνίας 13/7/12, στο πλαίσιο της αγωγής αρ. 1375/11 Ε. Δ. Αμμοχώστου, Marfin Popular Bank v. Nathan Lucas Walton κ.α., όπου αναφέρθηκαν τα εξής:

 

« Στην πράξη, οι πρόνοιες του πιο πάνω Θεσμού εφαρμόζονται όταν, μετά την καταχώρηση της Ένστασης ο αιτητής αισθάνεται την ανάγκη να απαντήσει, αντικρούσει ή αμφισβητήσει κάποια συγκεκριμένα επί μέρους θέματα που εγείρονται μέσω της Ένστασης, οπότε και ζητεί, είτε προφορικά, είτε με γραπτή αίτηση, όπως του επιτραπεί να καταχωρήσει απαντητική-συμπληρωματική ένορκη δήλωση.

 

Στόχος της καταχώρισης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων είναι η ολοκληρωμένη παρουσίαση είτε της Αίτησης, είτε της Ένστασης ώστε αυτή να οδηγηθεί σε ακρόαση στη βάση της ολοκληρωμένης εικόνας της διαφοράς. Και, βεβαίως, σκοπός της Δ.48,θ.4 είναι η παρουσίαση ενώπιον του Δικαστηρίου όλων εκείνων των γεγονότων που είναι αναγκαία για να υποστηριχθεί η εκατέρωθεν θέση των διαδίκων.

 

Η εξουσία, επομένως, η οποία προβλέπεται από τη Δ.48,θ.4(2) είναι διακριτικής φύσεως και ασκείται στη βάση των γεγονότων που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου και τα οποία θα πρέπει να αποκαλύπτουν την αναγκαιότητα για την παροχή της αιτούμενης άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε συνδυασμό με τη διαπίστωση, στο πλαίσιο αυτό, του τι είναι δίκαιο υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης. 

 

Ο «καλός λόγος» είναι συνυφασμένος με τη σημασία που έχει η προτεινόμενη επιπρόσθετη και/ή συμπληρωματική μαρτυρία για την εκδίκαση  μιας Αίτησης με την ευχέρεια παρουσίασης της μαρτυρίας αυτής διά των αρχικών ενόρκων δηλώσεων καθώς και με την ανάγκη αντίκρουσης μαρτυρίας του αντιδίκου.

 

Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για παραχώρηση άδειας για συμπληρωματική ένορκη δήλωση ασκείται με βάση γεγονότα τα οποία τίθενται ενώπιόν του.  Σημαντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς διαμόρφωσης της κρίσης του Δικαστηρίου είναι η φύση και οι ανάγκες της διαδικασίας την οποία η συμπληρωματική ένορκη δήλωση επιδιώκει να εξυπηρετήσει. »

Η δυνατότητα παρουσίασης περαιτέρω μαρτυρίας δεν παρέχεται βεβαίως ώστε ένας διάδικος να έχει απεριόριστη δυνατότητα να επαναδιατυπώνει ή να ενισχύει την υπόθεσή του, αναλόγως των αδυναμιών που επισημαίνονται από τον αντίδικό του. Η διαδικασία δεν πρέπει να καταλήγει σε ατέρμονη ανταλλαγή ένορκων δηλώσεων.

 

Στο πλαίσιο αυτό, σημασία αποκτούν οι ιδιαίτερες περιστάσεις κάθε υπόθεσης, η φύση και το στάδιο της διαδικασίας, το περιεχόμενο της αρχικής μαρτυρίας, η φύση των ζητημάτων που τέθηκαν με την ένσταση, το περιεχόμενο της προτεινόμενης περαιτέρω μαρτυρίας και, κυρίως, ο λόγος για τον οποίο αυτή καθίσταται αναγκαία.

 

Η ύπαρξη νέων ή μεταγενέστερων γεγονότων δύναται ασφαλώς να αποτελέσει καλό λόγο. Δεν θεωρώ, όμως, ότι αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση σε κάθε περίπτωση. Διαφορετικά θα αποκλειόταν εκ προοιμίου η δυνατότητα παροχής αναγκαίων διευκρινίσεων σε σχέση με συγκεκριμένο ζήτημα το οποίο αναδείχθηκε ή εξειδικεύθηκε με την ένσταση.

 

Το ουσιώδες ερώτημα παραμένει κατά πόσο, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, υπάρχει πραγματική ανάγκη παρουσίασης της περαιτέρω μαρτυρίας για την ορθή και ολοκληρωμένη εξέταση των επίδικων ζητημάτων ή κατά πόσο επιχειρείται απλώς η εκ των υστέρων θεραπεία παράλειψης ή αδυναμίας της αρχικής υπόθεσης.

 

Εξέταση της αίτησης

Έχω μελετήσει την επίδικη Αίτηση, την ένσταση και τις σχετικές ένορκες δηλώσεις, σε συνδυασμό με την κύρια Αίτηση, την ένσταση επ' αυτής και τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις. Έχω επίσης μελετήσει τις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων. Με γνώμονα τις αρχές που προαναφέρθηκαν, προχωρώ στην εξέταση της Αίτησης.

 

Στην αρχική ένορκη δήλωση η Αιτήτρια είχε ήδη θέσει ως μέρος της υπόθεσής της ότι είχε καταβάλει ολόκληρο το συμφωνηθέν τίμημα των Λ.Κ.40.700. Προς υποστήριξη της θέσης αυτής παρέπεμψε σε αποδεικτικά και βεβαιώσεις που επισύναψε.

 

Συνεπώς, η εξόφληση του τιμήματος δεν είναι νέο ζήτημα που προέκυψε για πρώτη φορά με την ένσταση. Ήταν εξαρχής μέρος της υπόθεσης της Αιτήτριας και στοιχείο στο οποίο η ίδια επέλεξε να στηρίξει την κύρια Αίτησή της.

Από εκεί και πέρα όμως, σημειώνω ότι η Καθ’ ης η αίτηση με την ένσταση της και, ιδίως, με την ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει, δεν περιορίστηκε σε μία απλή άρνηση της εξόφλησης. Προχώρησε σε συγκεκριμένη και αναλυτική αμφισβήτηση της αποδεικτικής βάσης της θέσης αυτής. Εξέτασε τους όρους του πωλητηρίου εγγράφου του 1990, τον προβλεπόμενο τρόπο αποπληρωμής, τις συγκεκριμένες αποδείξεις που προσκομίστηκαν, τα ποσά και τις ημερομηνίες τους, τη σύνδεσή τους με τις συμβατικές υποχρεώσεις, καθώς και την αποδεικτική αξία των μεταγενέστερων βεβαιώσεων.

 

Χαρακτηριστικό είναι ότι, αφού αναλύονται οι συγκεκριμένες αποδείξεις, προβάλλεται ότι από αυτές δεν αποδεικνύεται ούτε η καταβολή του συνόλου των Λ.Κ.40.700 ούτε η τήρηση του συμφωνημένου τρόπου αποπληρωμής. Αμφισβητείται επίσης η επάρκεια των βεβαιώσεων ως πρωτογενούς αποδεικτικού υλικού.

 

Και ακριβώς, είναι σε αυτή την εξειδικευμένη αμφισβήτηση που επιχειρεί να απαντήσει η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση.

 

Η Αιτήτρια διευκρινίζει ότι οι αποδείξεις ήταν πέντε και όχι τέσσερις, εξειδικεύει τα ποσά και τις ημερομηνίες τους, εξηγεί ότι αυτές αθροίζουν σε Λ.Κ.38.000 και αναφέρεται ειδικά στο υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ.2.700 και στις βεβαιώσεις που είχε ήδη παρουσιάσει.

 

Δεν παραγνωρίζω ότι τα συγκεκριμένα στοιχεία δεν είναι μεταγενέστερα γεγονότα. Ούτε παραγνωρίζω ότι, όπως η ίδια η Αιτήτρια αναφέρει, οι αποδείξεις είχαν ανευρεθεί για σκοπούς των σχετικών διαδικασιών πριν από την καταχώριση της παρούσας ενδιάμεσης αίτησης. Το γεγονός αυτό αποδυναμώνει, κατά την άποψή μου, οποιαδήποτε θέση ότι η άδεια δικαιολογείται επειδή πρόκειται για στοιχεία που ήταν προηγουμένως άγνωστα ή μη διαθέσιμα.

 

Δεν είναι όμως αυτή η βάση πάνω στην οποία θεωρώ ότι πρέπει να κριθεί η αίτηση. Το κρίσιμο είναι ότι το αντικείμενο της αντιδικίας ως προς την εξόφληση εξειδικεύθηκε ουσιωδώς μέσω της ένστασης. Η Αιτήτρια είχε προβάλει εξαρχής την εξόφληση και είχε παρουσιάσει τα έγγραφα στα οποία στηριζόταν. Η Καθ’ ης η αίτηση ανέλυσε αυτά ακριβώς τα έγγραφα και προέβαλε συγκεκριμένους λόγους για τους οποίους, κατά τη θέση της, δεν αποδεικνύουν όσα ισχυρίζεται η Αιτήτρια.

 

Υπό αυτές τις περιστάσεις, δεν θεωρώ ότι η επιδίωξη της Αιτήτριας να απαντήσει στους συγκεκριμένους αυτούς ισχυρισμούς συνιστά, αφ' εαυτής, ανεπίτρεπτη προσπάθεια θεραπείας κενού της αρχικής της μαρτυρίας. Άλλο είναι η εκ των υστέρων προσθήκη μαρτυρίας που έπρεπε εξαρχής να είχε παρουσιαστεί προς θεμελίωση της αίτησης και άλλο η παροχή διευκρινίσεων επί συγκεκριμένων ζητημάτων που αναδείχθηκαν από τον τρόπο με τον οποίο ο αντίδικος επέλεξε να αντικρούσει την ήδη προβληθείσα υπόθεση.

 

Η διάκριση αυτή είναι, κατά την κρίση μου, ουσιώδης στην παρούσα περίπτωση.

 

Πράγματι, η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν περιορίζεται στην παρουσίαση κάποιου νέου αποδεικτικού στοιχείου που η Αιτήτρια παρέλειψε προηγουμένως να παρουσιάσει και επιχειρεί τώρα να εισαγάγει. Ως προς τον πυρήνα του ζητήματος της εξόφλησης, επεξηγεί και εξειδικεύει το ήδη παρουσιασθέν αποδεικτικό υλικό, ακριβώς σε σχέση με τις συγκεκριμένες αμφισβητήσεις που προβλήθηκαν μέσω της ένστασης.

 

Αυτό δεν σημαίνει βεβαίως ότι, με την αποδοχή της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, το Δικαστήριο αποδέχεται ως ορθή οποιαδήποτε από τις θέσεις που περιλαμβάνονται σε αυτήν. Ούτε το παρόν στάδιο είναι το κατάλληλο για να αποφασιστεί κατά πόσο οι πέντε αποδείξεις, οι βεβαιώσεις ή τα υπόλοιπα στοιχεία που επικαλείται η Αιτήτρια αποδεικνύουν πράγματι την πλήρη εξόφληση του τιμήματος ή τη συμμόρφωση με τους συμβατικούς όρους. Αυτά αποτελούν ζητήματα που αφορούν την ουσία της κύριας Αίτησης και θα αξιολογηθούν κατά την εκδίκασή της.

 

Αντίστοιχη προσέγγιση θεωρώ ότι πρέπει να ακολουθηθεί και ως προς τη δεύτερη κατηγορία ζητημάτων που επιχειρεί να καλύψει η συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Η Καθ' ης η αίτηση, μέσω της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένστασή της, αναφέρθηκε εκτενώς στην προηγούμενη διαδικασία καταχώρισης του πωλητηρίου εγγράφου και στη σημασία που, κατά τη θέση της, αυτή έχει για την παρούσα διαδικασία. Αναφέρθηκε επίσης στη μεταγενέστερη διαδικασία που ακολούθησε η Αιτήτρια προς εξασφάλιση της συγκατάθεσης των δικαιούχων εμπραγμάτων βαρών.

 

Η Αιτήτρια επιδιώκει να τοποθετηθεί επί των ζητημάτων αυτών και, μεταξύ άλλων, να προβάλει τη δική της εκδοχή ως προς τη σημασία της προηγούμενης διαδικασίας και τη στάση που τηρήθηκε από την Καθ' ης η αίτηση όταν ζητήθηκε η συγκατάθεσή της.

 

Και εδώ θεωρώ ότι πρόκειται για ζητήματα που συνδέονται ευθέως με συγκεκριμένες θέσεις οι οποίες αναπτύχθηκαν μέσω της ένστασης και όχι για προσπάθεια εισαγωγής μιας διαφορετικής πραγματικής βάσης της κύριας Αίτησης.

 

Ως προς τη θέση της Καθ' ης η αίτηση στην αγόρευση της ότι, εάν θεωρηθεί επαρκής λόγος η επιθυμία ενός αιτητή να απαντήσει στους ισχυρισμούς της ένστασης, η διαδικασία θα μπορούσε να οδηγηθεί σε διαδοχική και ενδεχομένως ατέρμονη ανταλλαγή ενόρκων δηλώσεων, σημειώνω ότι η επισήμανση είναι ορθή ως γενική αρχή και αποτελεί έναν από τους λόγους για τους οποίους η δυνατότητα παρουσίασης περαιτέρω μαρτυρίας τελεί υπό την άδεια του Δικαστηρίου και την προϋπόθεση ύπαρξης καλού λόγου.

 

Δεν θεωρώ, όμως, ότι η αποδοχή της παρούσας Αίτησης οδηγεί σε ένα τέτοιο αποτέλεσμα.

 

Το Δικαστήριο δεν αναγνωρίζει γενικό δικαίωμα απάντησης σε κάθε ισχυρισμό που περιέχεται σε ένσταση. Η κρίση περιορίζεται στις ιδιαίτερες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης και, ειδικότερα, στο γεγονός ότι η ένσταση δεν περιορίστηκε σε γενική άρνηση των ήδη προβληθεισών θέσεων, αλλά εισήλθε σε λεπτομερή ανάλυση συγκεκριμένων εγγράφων, πληρωμών και προηγούμενων διαδικασιών, από την οποία προέκυψαν συγκεκριμένα ζητήματα επί των οποίων η Αιτήτρια επιδιώκει να τοποθετηθεί.

 

Εδώ, οι συγκεκριμένες περιστάσεις είναι αυτές που, κατά την κρίση μου, δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας υπέρ της Αιτήτριας.

 

Έλαβα επίσης υπόψη ότι η κύρια Αίτηση δεν έχει ακόμη εκδικαστεί επί της ουσίας. Η αίτηση για άδεια καταχωρίστηκε μετά την ένσταση και πριν από την ουσιαστική εκδίκαση της κύριας Αίτησης. Το στοιχείο αυτό δεν είναι από μόνο του αποφασιστικό, είναι όμως συναφές κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας.

 

Συναφές είναι επίσης ότι δεν διαπιστώνω οποιαδήποτε δικονομική βλάβη στην Καθ' ης η αίτηση από την παραχώρηση της άδειας. Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση έχει ήδη γνωστοποιηθεί μέσω της παρούσας διαδικασίας και η Καθ' ης γνωρίζει επακριβώς το περιεχόμενό της. Τυχόν ανάγκη απάντησης σε νέα πραγματικά ζητήματα που επιτρεπτώς περιλαμβάνονται σε αυτήν μπορεί να αντιμετωπιστεί με κατάλληλες δικονομικές οδηγίες. Αυτό είναι διαφορετικό από το να θεωρηθεί ότι δημιουργείται αυτομάτως δικαίωμα νέου κύκλου ανταλλαγής μαρτυρίας.

 

Θεωρώ χρήσιμο, στο σημείο αυτό, να επαναλάβω κάτι που έχει ήδη επισημανθεί ανωτέρω. Η παραχώρηση άδειας για καταχώριση της προτεινόμενης ένορκης δήλωσης δεν προσδίδει αποδεικτική αξία στο περιεχόμενό της ούτε προδικάζει οποιοδήποτε από τα επίδικα ζητήματα της κύριας Αίτησης.

 

Υπό το φως όλων των πιο πάνω, καταλήγω ότι η Αιτήτρια έχει καταδείξει καλό λόγο για την παρουσίαση περαιτέρω γραπτής μαρτυρίας κατά την έννοια του Κ.8.8(3).

 

Ο καλός λόγος εντοπίζεται στην ανάγκη να δοθούν διευκρινίσεις και να τοποθετηθεί η Αιτήτρια επί επιμέρους ζητημάτων τα οποία εξειδικεύθηκαν ουσιωδώς με τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε προς υποστήριξη της ένστασης, ώστε κατά την εξέταση της κύριας Αίτησης το Δικαστήριο να έχει ενώπιόν του ολοκληρωμένη εικόνα των αντίστοιχων θέσεων των δύο πλευρών.

 

Υπό αυτή την έννοια, θεωρώ ότι η περίπτωση βρίσκεται πλησιέστερα στη λογική που ακολουθήθηκε στην A. Messios & Sons Ltd κ.ά. (ανωτέρω), παρά σε περίπτωση κατά την οποία ένας διάδικος επιχειρεί απλώς να θεραπεύσει εκ των υστέρων κενά της αρχικής του υπόθεσης.

 

Δεν διαπιστώνεται, τέλος, οποιαδήποτε κατάχρηση της διαδικασίας από μέρους της Αιτήτριας. Για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί, η ένσταση δεν μπορεί να επιτύχει.

Κατάληξη

Συνεπώς, η αίτηση εγκρίνεται.

 

Παρέχεται άδεια στην Αιτήτρια να καταχωρίσει τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την παρούσα Αίτηση, εντός 5 ημερών από σήμερα.

 

Τα έξοδα της αίτησης €2.000 συμπεριλαμβανομένων ΦΠΑ και πραγματικών εξόδων, επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση.

 

 

(Υπ.)  ………………………………..

Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ.

 

Πιστόν αντίγραφον

 

Πρωτοκολλητής

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο