ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΧΡΙΣΤΑΚΗ ΧΡΙΣΤΟΥ κ.α., Αγωγή με αρ.: 2198/2019, 15/10/2026
print
Τίτλος:
ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΧΡΙΣΤΑΚΗ ΧΡΙΣΤΟΥ κ.α., Αγωγή με αρ.: 2198/2019, 15/10/2026

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Ενώπιον: Μιχάλη Γ. Λοΐζου, Π. Ε. Δ.                                     

Αγωγή με αρ.: 2198/2019.

Μεταξύ:  

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ

Ενάγοντα

-και-

1.    ΧΡΙΣΤΑΚΗ ΧΡΙΣΤΟΥ

2.    ΜΙΧΑΛΗ ΧΡΙΣΤΟΥ

3.    ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

4.    ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΧΡΙΣΤΟΥ

Εναγόμενων

-------------------

Ημερομηνία: 15/10/2026.

Εμφανίσεις:

Για την Ενάγουσα: κα Παναγιώτα Στυλιανού εκ μέρους της Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε.

Για τους Εναγομένους 1─4: κ. Χρίστος Πουτζιουρής εκ μέρους της Χρίστος Πουτζιουρής & Σια Δ.Ε.Π.Ε.

---------------------

ΑΠΟΦΑΣΗ

I.

Εισαγωγικά.

Η παρούσα αγωγή αφορά αξίωση της Ενάγουσας για την είσπραξη υπολοίπου δανείου αρχικού ύψους €224.000, το οποίο παραχωρήθηκε από τη Λαϊκή Τράπεζα τον Μάιο του 2009. Η Ενάγουσα, με την Έκθεση Απαίτησης της ισχυρίζεται ότι η σχετική απαίτηση περιήλθε σε αυτήν δυνάμει του Διατάγματος πώλησης ορισμένων εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας, το οποίο εκδόθηκε στο πλαίσιο της εξυγίανσης της τελευταίας το 2013. Στρέφεται εναντίον του Εναγομένου 1 ως πρωτοφειλέτη βάσει της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, όπως αυτή τροποποιήθηκε με τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6 και τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7. Στρέφεται επίσης εναντίον των Εναγομένων 2, 3 και 4 ως προσωπικών εγγυητών δυνάμει των χωριστών Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8.

Επικαλούμενη παράβαση των όρων αποπληρωμής και τερματισμό της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5 στις 03/06/2019, η Ενάγουσα αξίωνε κατά των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4, με την Έκθεση Απαίτησής της, ποσό €208.278,69, πλέον τόκου προς 2,690% ετησίως επί ποσού €205.828,29 από 03/06/2019 μέχρι εξόφλησης, με εξαμηνιαία κεφαλαιοποίηση, και έξοδα. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης, η απαίτηση περιορίστηκε σε €183.235,14, πλέον τόκου προς 0,690% ετησίως επί ποσού €182.700,31 από 04/06/2019 μέχρι εξόφλησης, με εξαμηνιαία κεφαλαιοποίηση, και έξοδα.

Οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4, με την Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους αμφισβητούν την απαίτηση και προβάλλουν, μεταξύ άλλων, ότι, βάσει της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, όπως αυτή τροποποιήθηκε με τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, η εξόφληση του Δανείου συνδέθηκε συμβατικά με την εξαγορά Αξιογράφων της Λαϊκής Τράπεζας, ονομαστικής αξίας €249.000, των οποίων ήταν όλοι δικαιούχοι. Κατά τη θέση τους, τα Αξιόγραφα είχαν δοθεί ως κύρια και όχι ως περαιτέρω εξασφάλιση. Υποστηρίζουν ότι, εφόσον δεν πραγματοποιήθηκε η εξαγορά, το Δάνειο δεν κατέστη απαιτητό και ο τερματισμός του από την Τράπεζα Κύπρου ήταν πρόωρος και αντισυμβατικός. Περαιτέρω, ισχυρίζονται ότι οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 απαλλάχθηκαν από τις προσωπικές τους εγγυήσεις συνεπεία της τροποποίησης σε ό,τι αφορά την πιο πάνω εξασφάλιση βάσει της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, καθώς και λόγω της παράλειψης ενημέρωσής τους ή, διαζευκτικά, της ανεπαρκούς και πλημμελούς ενημέρωσής τους αναφορικά με τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6. Προβάλλουν επίσης ισχυρισμούς περί πιέσεων και παραπλανητικών παραστάσεων κατά την αγορά των Αξιογράφων, πλημμελειών στην κατάρτιση και τροποποίηση των επίδικων συμβατικών εγγράφων, ιδίως της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5 και της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, και εξαναγκασμού του Εναγομένου 1 στην αποδοχή της μεταγενέστερης ρύθμισης βάσει της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7. Πρόσθετος άξονας της υπεράσπισης των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 είναι ότι, κατά την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης της Λαϊκής Τράπεζας το 2013 και τη μεταφορά ορισμένων εργασιών της στην Τράπεζα Κύπρου, το Δάνειο έπρεπε να είχε εξοφληθεί με συμψηφισμό έναντι των καταθέσεων όλων των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 και όχι μόνο έναντι του πιστωτικού υπολοίπου του Εναγομένου 1. Οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 αποδίδουν στην Τράπεζα Κύπρου και/ή στη Λαϊκή Τράπεζα παράνομες ή και αμελείς πράξεις ή παραλείψεις ως προς τον χειρισμό του Δανείου και των καταθέσεών τους. Εγείρουν, επιπλέον, προδικαστικές ενστάσεις στηριζόμενες στην προγενέστερη Αγωγή αρ. 317/2015 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, υποστηρίζοντας ότι η παρούσα διαδικασία αφορά τα ίδια επίδικα ζητήματα και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου.

Με την Ανταπαίτησή τους, οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 ζητούν αναγνωριστικές θεραπείες ως προς την παρανομία και ακυρότητα του Δανείου βάσει της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5 και των προσωπικών εγγυήσεων των Εναγομένων 2, 3 και 4 βάσει των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8. Ζητούν επίσης να αναγνωριστεί ότι ο τερματισμός της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, ήταν παράνομος, αντισυμβατικός και πρόωρος, καθώς και ότι οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 απαλλάχθηκαν από τις υποχρεώσεις τους ως εγγυητές βάσει των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, εξ υπαιτιότητας της Ενάγουσας ή και λόγω παράβασης των νόμιμων καθηκόντων της. Περαιτέρω, ζητούν να αναγνωριστεί ότι το Δάνειο έπρεπε να είχε εξοφληθεί από τις καταθέσεις τους που απομειώθηκαν ή από την εξαγορά των επίδικων Αξιογράφων, επικαλούμενοι και υποχρέωση της Τράπεζας Κύπρου να μετριάσει τη ζημία της.

Η Ενάγουσα απορρίπτει τις πιο πάνω θέσεις και την Ανταπαίτηση. Υποστηρίζει με την Έκθεση Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση ότι οι επίδικες προαναφερόμενες συμβάσεις καταρτίστηκαν ελεύθερα και παραμένουν έγκυρες και δεσμευτικές. Κατά τη θέση της, ούτε η ενεχυρίαση των Αξιογράφων, ούτε οι μεταγενέστερες τροποποιήσεις βάσει της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6 και της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7, απάλλαξαν τον Εναγόμενο 1 από τις υποχρεώσεις του βάσει της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, ή τους Εναγομένους 2, 3 και 4 από τις υποχρεώσεις τους βάσει των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8. Επικαλείται, ιδίως, τη νέα ρύθμιση αποπληρωμής βάσει της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7, με ημερομηνία εξόφλησης εντός του 2015. Αρνείται ότι ανέλαβε τις υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας από τα Αξιόγραφα και υποστηρίζει ότι ο συμψηφισμός ορθώς περιορίστηκε στις καταθέσεις του Εναγομένου 1 ως μόνου πρωτοφειλέτη του Δανείου βάσει της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5. Αμφισβητεί, τέλος, τις προδικαστικές ενστάσεις, προβάλλοντας ότι οι δύο αγωγές, η παρούσα και η Αγωγή αρ. 317/2015 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας δεν ταυτίζονται ως προς τους διαδίκους και τα επίδικα ζητήματα.

Ως προς τις ονομασίες των δύο τραπεζών που χρησιμοποιούνται ανωτέρω και στη συνέχεια της παρούσας απόφασης, διευκρινίζεται, για σκοπούς σαφήνειας και ομοιόμορφης αναφοράς, ότι η ονομασία «Λαϊκή Τράπεζα» παραπέμπει στο τραπεζικό ίδρυμα που έφερε αρχικά την επωνυμία «Marfin Popular Bank Public Co Ltd» και ακολούθως την επωνυμία «Cyprus Popular Bank Public Co Ltd», γεγονός παραδεκτό μεταξύ των διαδίκων. Η ευρέως γνωστή ονομασία «Λαϊκή Τράπεζα» χρησιμοποιείται ανεξαρτήτως της επωνυμίας του ιδρύματος κατά τον χρόνο στον οποίο αφορά η εκάστοτε αναφορά. Αντίστοιχα, η «Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ» αναφέρεται ως «Ενάγουσα» ή «Τράπεζα Κύπρου».

ΙΙ.

Η μαρτυρία.

Προς απόδειξη των ισχυρισμών της και θεμελίωση των θέσεών της, η Ενάγουσα κάλεσε και εξέτασε ενώπιον του Δικαστηρίου τον Κωνσταντίνο Αδαμίδη (εφεξής «ο ΜΕ»). Προς υποστήριξη της υπόθεσης των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 κατέθεσαν ο Εναγόμενος 1 και η Ελένη Παπαδοπούλου (εφεξής «η ΜΥ1»). Προς πληρέστερη αποτύπωση του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε εκατέρωθεν, η μαρτυρία των τριών αυτών μαρτύρων παρατίθεται κατωτέρω, στο πλαίσιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας καθενός από αυτούς.

Συναφώς, σημειώνεται ότι, σύμφωνα με τα πρακτικά της ακροαματικής διαδικασίας της 29/01/2026 και το Έγγραφο Α, οι συνήγοροι των διαδίκων προέβησαν σε κοινές δηλώσεις ως προς πραγματικά περιστατικά και έγγραφα, τα οποία έγιναν αμοιβαίως παραδεκτά και καταχωρήθηκαν ως μη αμφισβητούμενα ενώπιον του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τη νομολογία, τα παραδεκτά αυτά γεγονότα αποτελούν αδιαμφισβήτητα πραγματικά δεδομένα, με βάση τα οποία το Δικαστήριο αξιολογεί την υπόλοιπη μαρτυρία, προκειμένου να καταλήξει σε ευρήματα ως προς τα επίδικα πραγματικά περιστατικά (βλ. Αντρέα κ.α. ν. Αστυνομίας, (1999) 2 Α.Α.Δ. 498 και Sbaih v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 188/2014, 17/07/2015). Τα ευρήματα του Δικαστηρίου δεν μπορούν να αντιστρατεύονται τα παραδεκτά γεγονότα (βλ. Αθλητικό Σωματείο Ολυμπιακός Λευκωσίας ν. Αριστοκλέους, (2011) 1 Α.Α.Δ. 1349).

III.

Η αξιολόγηση της μαρτυρίας.

Έχοντας αναφερθεί γενικά στην προσκομισθείσα κατά την ακρόαση μαρτυρία, για την οποία το Δικαστήριο, στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, είχε την ευχέρεια, παρακολουθώντας επιστάμενα τόσο το περιεχόμενο της κατάθεσης των μαρτύρων όσο και τον τρόπο με τον οποίο αυτοί κατέθεταν, καθώς και τη λογική που ανέδυε η μαρτυρία τους υπό το φως των δεδομένων της υπόθεσης, να αποκομίσει τις αναγκαίες εντυπώσεις ως προς την αξιοπιστία τους, προχωρεί, όπως αποτελεί καθήκον του, στην αξιολόγηση της μαρτυρίας (βλ. Brierley v. Αστυνομίας, (2012) 2 Α.Α.Δ. 476).  

Όπως είναι νομολογημένο, η αξιολόγηση της μαρτυρίας από το Δικαστήριο γίνεται συνολικά, στη βάση μιας ενιαίας λογικής προσέγγισης, και όχι μικροσκοπικά ή αποσπασματικά, με κύριο γνώμονα τη μαρτυρία που σχετίζεται με τα επίδικα ζητήματα (βλ. Brierley v. Αστυνομίας, (2012) 2 Α.Α.Δ. 476 ανωτέρω, Al Ittihad Al Watani κ. α. ν. Παπαδόπουλου, (2000) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1924 και Τσιαττές ν. Solomonides (Cartridges Industries) Ltd, (2009) 1 A.A.Δ. 974).

Τα στοιχεία της μαρτυρίας που δύνανται να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου, όπως, ενδεικτικά, οι διαφορές και οι αντιφάσεις που εντοπίζονται, πρέπει να είναι ουσιώδους σημασίας και βαρύτητας, ώστε, είτε να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία των μαρτύρων, είτε να καταδεικνύουν τέτοια διάθεση ή σκοπιμότητα εκ μέρους τους, ώστε η αποδοχή της μαρτυρίας τους να καθίσταται επισφαλής (βλ. Χαμπή ν. Αστυνομίας, (2011) 2 Α.Α.Δ. 70). Συναφώς, μικρά κενά, μικροδιαφορές ή μικροαντιφάσεις αναφορικά με λεπτομέρειες και επουσιώδη ζητήματα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν κατ’ ανάγκην την αξιοπιστία μιας κατά τα λοιπά πειστικής μαρτυρίας, αλλά είναι δυνατόν και να την ενισχύουν, καθότι ενδέχεται να καταδεικνύουν την απουσία προμελέτης και προσχεδιασμού ή και συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων (βλ. Σιβιτανίδης ν. Δημοκρατίας, (2011) 2 Α.Α.Δ. 166).

Η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του. Οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, αλλά και η συνάρτηση των ισχυρισμών του με την υπόλοιπη μαρτυρία, συνιστούν επίσης καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Kartashov, (2011) 1 Α.Α.Δ. 55).

Κατά την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας, το Δικαστήριο δεν περιορίζεται στην αυτοτελή αξιολόγηση της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα. Αντιθέτως, οφείλει να την αντιπαραβάλλει, να τη συγκρίνει, να τη συσχετίζει και να τη συνεκτιμά με το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, καθώς και με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν προβαλλόμενων θέσεων (βλ. Παναγή ν. Χρυσοδόντα, Ποινική Έφεση Αρ. 249/2015 κ. α., 06/06/2024 και Δ. Κουβά και Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα, Πολιτική Έφεση Αρ. 295/2015, 17/07/2024).

Ένας μάρτυρας, συνεπώς, μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, ανάλογα με την κρίση που σχηματίζει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Όταν κριθεί αξιόπιστος, η μαρτυρία του μπορεί να γίνει αποδεκτή, είτε στο σύνολό της, είτε μόνο εν μέρει. Η μερική αποδοχή της μαρτυρίας του είναι δυνατή όταν, παρά το ότι ο μάρτυρας κρίνεται κατά βάση αξιόπιστος, το Δικαστήριο θεωρεί ότι μόνο μέρος της κατάθεσής του ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ενώ το υπόλοιπο αποδίδεται σε παράγοντες όπως, ενδεικτικά, αδυναμία μνήμης, ανεπίγνωστα ελλιπή ή εσφαλμένη παρατήρηση ή άλλη καλόπιστη πλάνη και, ως εκ τούτου, κρίνεται εσφαλμένο ή επισφαλές (βλ. Mohamed v. Δημοκρατίας, (2010) 2 Α.Α.Δ. 266).

Η αξιοπιστία της μαρτυρίας εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως του επιπέδου απόδειξης (βλ. Wynne v. Mavronicola, (2009) 1 A.A.Δ. 1138).

Η μαρτυρία για την υπόθεση της Ενάγουσας.

ΜΕ, Κωνσταντίνος Αδαμίδης.

Ο ΜΕ, στη Γραπτή Δήλωσή του, Έγγραφο Β, ανέφερε ότι είναι υπάλληλος της Ενάγουσας, τοποθετημένος στο Τμήμα Προβληματικών Λογαριασμών (Recoveries Department), ως ένας από τους υπευθύνους για την εποπτεία και τον έλεγχο της κίνησης των σχετικών λογαριασμών των πελατών. Στα καθήκοντά του περιλαμβανόταν η παρακολούθηση του επίδικου λογαριασμού που αφορούσε τους Εναγομένους 1, 2, 3 και 4, καθώς και η ετοιμασία των καταστάσεων λογαριασμού. Ανέφερε ότι όλα τα σχετικά έγγραφα φυλάσσονταν στο Τμήμα Προβληματικών Λογαριασμών και βρίσκονταν στην κατοχή του, υπό τον έλεγχο και τη φύλαξή του.

Ως προς τη μεταβίβαση εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας στην Ενάγουσα ανέφερε ότι, από τις 29/03/2013, μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία, τίτλοι ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας. Η μεταβίβαση πραγματοποιήθηκε δυνάμει του περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διατάγματος του 2013, Κ.Δ.Π. 104/2013, Τεκμήριο 4, το οποίο εκδόθηκε από τον Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ως Αρχής Εξυγίανσης δυνάμει των Άρθρων 5(12)(α), 7(1) και 9 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013, Νόμος 17(Ι)/2013. Παρουσίασε, επίσης, τη δέσμη Διαταγμάτων Κ.Δ.Π. 133/2013 ημερομηνίας 21/04/2013, Κ.Δ.Π. 156/2013 ημερομηνίας 14/05/2013 και Κ.Δ.Π. 276/2013 ημερομηνίας 30/07/2013, Τεκμήριο 10.

Εξήγησε ότι, σύμφωνα με το πιο πάνω νομοθετικό και κανονιστικό πλαίσιο, δεν μεταβιβάστηκε στην Ενάγουσα το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της Λαϊκής Τράπεζας. Κατά τη θέση του, η Τράπεζα Κύπρου δεν αποτέλεσε διάδοχο της Λαϊκής Τράπεζας, η οποία εξακολουθούσε να υφίσταται ως νομικό πρόσωπο, αλλά λειτούργησε ως αποκτών πρόσωπο συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων, που μεταβιβάστηκαν σε αυτήν έναντι ανταλλάγματος.

Αναφορικά με την επίδικη χρηματοδότηση, ο ΜΕ ανέφερε ότι, δυνάμει απόφασης/έγκρισης ημερομηνίας 18/05/2009, την οποία ο Εναγόμενος 1 αποδέχθηκε ενυπόγραφα την ίδια ημέρα, και της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, συμφωνήθηκε η παραχώρηση στον Εναγόμενο 1 από την Λαϊκή Τράπεζα του επίδικου Δανείου ύψους €224.000, υπό την προσωπική εγγύηση και/ή κάλυψη των Εναγομένων 2, 3 και 4. Ο αριθμός λογαριασμού ήταν 357013607406, με προηγούμενο αριθμό 003-12-556055. Ανέφερε ότι η Σύμβαση Δανείου, Τεκμήριο 5, τροποποιήθηκε με τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6 και τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7.

Περαιτέρω, ανέφερε ότι στις 18/05/2009 οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 υπέγραψαν τις Συμβάσεις Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, για ποσό €224.000, πλέον τόκων, προς εξασφάλιση του Δανείου. Κατά την ίδια ημερομηνία υπέγραψαν τις Επιστολές προς τους Προτιθέμενους Εγγυητές ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 11, καθώς και τις Δηλώσεις για τη Λήψη Ανεξάρτητης Νομικής Συμβουλής ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 12, με τις οποίες δήλωναν ότι δεν επιθυμούσαν να λάβουν τέτοια συμβουλή.

Ο ΜΕ ανέφερε, επίσης, ότι στις 31/07/2009 οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 υπέγραψαν τις Επιστολές Συγκατάθεσης ημερομηνίας 13/07/2009, Τεκμήριο 13. Σύμφωνα με την περιγραφή του, δήλωναν ότι είχαν διαβάσει και κατανοήσει τις τροποποιήσεις που αναφέρονταν στη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, και ότι οι εγγυήσεις τους εξακολουθούσαν να ισχύουν.

Ως προς την κίνηση του επίδικου λογαριασμού του Δανείου, ανέφερε αρχικά ότι, κατά παράβαση της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, η πιστωτική διευκόλυνση παρουσίαζε οφειλόμενο υπόλοιπο €208.278,69, πλέον τόκων προς 2,690% από 03/06/2019 επί ποσού €205.828,29 μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση δύο φορές τον χρόνο, στις 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου, πλέον εξόδων. Πρόσθεσε ότι η Ενάγουσα ειδοποίησε επανειλημμένα τους Εναγομένους 1, 2, 3 και 4 για τις καθυστερήσεις και ότι, μετά τις προειδοποιητικές επιστολές ημερομηνίας 23/04/2019, τερμάτισε τη Σύμβαση Δανείου, Τεκμήριο 5, με επιστολές ημερομηνίας 03/06/2019. Οι σχετικές επιστολές στις οποίες αναφέρθηκε, περιλαμβάνονταν στη Δέσμη Επιστολών της Ενάγουσας προς τους Εναγομένους 1, 2, 3 και 4 ημερομηνίας 23/04/2019 και 03/06/2019, Τεκμήριο 9.

Αναφορικά με την τήρηση των τραπεζικών βιβλίων, ο ΜΕ ανέφερε ότι η γνώση του συνδεόταν με τη θέση και τα καθήκοντά του, καθώς και με την ανάθεση σε αυτόν του χειρισμού της υπόθεσης. Εξήγησε ότι η Ενάγουσα τηρούσε τραπεζικά βιβλία και σε ηλεκτρονική μορφή, στα οποία φυλάσσονταν οι πληροφορίες και οι πράξεις που αφορούσαν τους λογαριασμούς των πελατών της, περιλαμβανομένου του επίδικου λογαριασμού του Δανείου που αφορούσε τους Εναγομένους 1, 2, 3 και 4. Κατά τη μαρτυρία του, από το άνοιγμα του εν λόγω λογαριασμού μέχρι την ημερομηνία της Γραπτής Δήλωσής του, Έγγραφο Β, το ηλεκτρονικό τραπεζικό βιβλίο αποτελούσε ένα από τα συνήθη βιβλία της Ενάγουσας και όλες οι σχετικές καταχωρίσεις πραγματοποιούνταν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της. Το τραπεζικό βιβλίο φυλασσόταν στις εγκαταστάσεις της Ενάγουσας, υπό τον έλεγχό της, με πρόσβαση σε αυτό από τραπεζικούς λειτουργούς, μεταξύ των οποίων και ο ίδιος.

Πρόσθεσε ότι οι καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού του Δανείου που αφορά τους Εναγομένους 1, 2, 3 και 4 παρήχθησαν και εκτυπώθηκαν κατόπιν δικής του εντολής και ότι, αφού τις συνέκρινε με τις αρχικές ηλεκτρονικές καταχωρίσεις στο τραπεζικό βιβλίο, διαπίστωσε την ορθότητά τους. Παρουσίασε το Πιστοποιητικό δυνάμει του Άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, Τεκμήριο 14, και τις Αναλυτικές Καταστάσεις Λογαριασμού του Δανείου που αφορά τους Εναγομένους 1, 2, 3 και 4, Τεκμήριο 15.

Ο ΜΕ ανέφερε περαιτέρω ότι, προς περιορισμό των επίδικων θεμάτων και υποβοήθηση, ετοίμασε τις Αναδομημένες Καταστάσεις Λογαριασμού του Δανείου, Τεκμήριο 16. Βάσει αυτών, το διεκδικούμενο υπόλοιπο κατά τον τερματισμό ανερχόταν σε €183.235,14, πλέον τόκου προς 0,690% επί ποσού €182.700,31 από 04/06/2019 μέχρι πλήρους εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση δύο φορές τον χρόνο, στις 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου. Ανέφερε ότι το ποσό αυτό αξιωνόταν εναντίον όλων των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, μαζί με τα έξοδα της διαδικασίας, όπως θα υπολογίζονταν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκρίνονταν από το Δικαστήριο, πλέον Φ.Π.Α. και εξόδων επίδοσης. Κατά την προφορική κυρίως εξέτασή του, παραπέμποντας στη σελίδα 8 των Αναδομημένων Καταστάσεων Λογαριασμού του Δανείου, Τεκμήριο 16, ανέφερε ότι στις 04/06/2019, μετά τον τερματισμό της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5 στις 03/06/2019, παρουσιαζόταν υπόλοιπο €183.235,14, πλέον τόκου προς 2,69% επί ποσού €182.700,31. Κατόπιν διευκρινιστικών ερωτήσεων, εξήγησε ότι οι δύο εκατοστιαίες μονάδες αφορούσαν τόκο υπερημερίας και επιβεβαίωσε ότι το επιτόκιο που αξιωνόταν, χωρίς τον τόκο υπερημερίας, ήταν 0,690%.

Ο ΜΕ ανέφερε ότι είχε αναγνώσει την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 και αρνείτο το περιεχόμενό της. Ειδικότερα, ως προς τα Αξιόγραφα, υποστήριξε ότι οι σχετικές απαιτήσεις των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 δεν περιλαμβάνονταν στις υποχρεώσεις που ανέλαβε η Ενάγουσα από τη Λαϊκή Τράπεζα. Κατά τη θέση του, στην Τράπεζα Κύπρου μεταβιβάστηκε το επίδικο Δάνειο, το οποίο παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο και τους όρους του οποίου είχε παραβιάσει ο Εναγόμενος 1, όχι όμως το αντικείμενο της επίδικης εξασφάλισης, ήτοι τα Αξιόγραφα της Λαϊκής Τράπεζας. Πρόσθεσε ότι, σύμφωνα με τις νομικές συμβουλές που είχε λάβει η Ενάγουσα, οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 μπορούσαν, εάν το επιθυμούσαν, να προσθέσουν τη Λαϊκή Τράπεζα ως διάδικο στην Ανταπαίτησή τους, αλλά δεν το έπραξαν.

Ως προς τους εγγυητές, ανέφερε ότι, σύμφωνα επίσης με τις νομικές συμβουλές που είχε λάβει η Ενάγουσα, οι τροποποιήσεις της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, με τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6 και τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7, δεν απάλλαξαν τους Εναγομένους 2, 3 και 4 από τις υποχρεώσεις τους βάσει των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8.

Κατά την προφορική κυρίως εξέτασή του, ο ΜΕ ερωτήθηκε επιπλέον και για τον ισχυρισμό ότι, πριν από την απομείωση του 2013, οι τέσσερις Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 διατηρούσαν καταθέσεις ύψους περίπου €611.000. Ανέφερε ότι, μετά την ενημέρωσή του για τον ισχυρισμό αυτό, ερεύνησε και εντόπισε τις Καταστάσεις Λογαριασμών και Απομείωσης των Εναγομένων 1 και 4, Τεκμήριο 17, στις οποίες καταγράφονταν τα πιστωτικά και χρεωστικά υπόλοιπα, καθώς και τα ποσά που απομειώθηκαν λόγω των γεγονότων του 2013. Εξήγησε ότι οι Καταστάσεις Λογαριασμών και Απομείωσης των Εναγομένων 1 και 4, Τεκμήριο 17, αφορούσαν την κατάσταση μετά το Διάταγμα της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου για τη Λαϊκή Τράπεζα και τα υπόλοιπα κατά την 26/03/2013.

Αναφερόμενος στην πρώτη σελίδα των Καταστάσεων Λογαριασμών και Απομείωσης των Εναγομένων 1 και 4, Τεκμήριο 17, ανέφερε ότι αφορούσε την Εναγόμενη 4 και είχε εκδοθεί από τη Λαϊκή Τράπεζα στις 22/05/2013. Στον πρώτο πίνακα εμφανίζονταν τρεις λογαριασμοί με πιστωτικά υπόλοιπα €271.060,21, €51.000 και €314.000, μαζί με τον αριθμό των δικαιούχων τους. Για το ποσό των €271.060,21 υπήρχαν τέσσερις δικαιούχοι και στην Εναγόμενη 4 αναλογούσαν €67.765,05. Με ανάλογο υπολογισμό για τους υπόλοιπους λογαριασμούς, το συνολικό πιστωτικό υπόλοιπο που της αναλογούσε ανερχόταν, σύμφωνα με την εξήγησή του, σε €172.022,85. Ως προς τα χρεωστικά υπόλοιπα της Εναγομένης 4, ανέφερε ότι ανέρχονταν συνολικά σε €21.239,12 και ότι η αναλογία της ήταν €10.619,56. Εξήγησε ότι από το πιστωτικό υπόλοιπο των €172.022,85 αφαιρέθηκαν το εγγυημένο ποσό των €100.000 και η αναλογία της στο χρεωστικό υπόλοιπο. Ως ποσό που απομειώθηκε προσδιόρισε τα €61.403,28, τα οποία εμφανίζονταν στον τελευταίο πίνακα της πρώτης σελίδας. Πρόσθεσε ότι η δεύτερη σελίδα των Καταστάσεων Λογαριασμών και Απομείωσης των Εναγομένων 1 και 4, Τεκμήριο 17, παρουσίαζε την αντίστοιχη πράξη και η τρίτη τους λογαριασμούς της Εναγομένης 4 που μεταφέρθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου, μαζί με τα υπόλοιπά τους.

Αναφορικά με την τέταρτη σελίδα των Καταστάσεων Λογαριασμών και Απομείωσης των Εναγομένων 1 και 4, Τεκμήριο 17, ο ΜΕ εξήγησε ότι αφορούσε τον Εναγόμενο 1. Παρουσιάζονταν τρεις πιστωτικοί λογαριασμοί, με υπόλοιπα €0,91, €314.229,06 και €271.060,21, με τέσσερις δικαιούχους στα δύο τελευταία ποσά. Το συνολικό πιστωτικό υπόλοιπο που αναλογούσε στον Εναγόμενο 1 ανερχόταν, σύμφωνα με τον μάρτυρα, σε €146.323,23. Αναφέρθηκε, επίσης, στα χρεωστικά υπόλοιπα του Εναγομένου 1, με την αναλογία του να αποτυπώνεται στη σύνοψη ως €237.33,87. Εξήγησε ότι από τις €146.323,23 αφαιρέθηκε το εγγυημένο ποσό των €100.000 και το υπόλοιπο των €46.323,23 πιστώθηκε στην οφειλή του Εναγομένου 1. Παρέπεμψε συναφώς στη σελίδα 5 των Αναδομημένων Καταστάσεων Λογαριασμού του Δανείου, Τεκμήριο 16, όπου, με ημερομηνία 18/05/2013, εμφανιζόταν η σχετική πίστωση. Πρόσθεσε ότι στις επόμενες σελίδες των Καταστάσεων Λογαριασμών και Απομείωσης των Εναγομένων 1 και 4, Τεκμήριο 17, παρουσιαζόταν η τραπεζική πράξη της πίστωσης, ενώ στην τελευταία σελίδα καταγράφονταν οι χρεωστικοί και πιστωτικοί λογαριασμοί του Εναγομένου 1 που μεταφέρθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου. Ερωτηθείς εάν, με βάση την εξήγησή του, ο Εναγόμενος 1 δεν υπέστη «κούρεμα», απάντησε καταφατικά.

Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΕ αναγνώρισε ότι δεν είχε προσωπική γνώση της αίτησης και της παραχώρησης του επίδικου Δανείου στον Εναγόμενο 1 από την Λαϊκή Τράπεζα βάσει της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, ούτε βρισκόταν τότε στο υποκατάστημα όπου παραχωρήθηκε. Επιβεβαίωσε ότι η γνώση του για την υπόθεση προερχόταν αποκλειστικά από τα έγγραφα του φακέλου. Ανέφερε ότι οι λογαριασμοί των υπαλλήλων της Λαϊκής Τράπεζας τύγχαναν διαχείρισης από ξεχωριστό τμήμα, ενώ οι προβληματικοί λογαριασμοί από το Τμήμα Προβληματικών Λογαριασμών. Ως προς το επίδικο Δάνειο, ανέφερε ότι το χειριζόταν η Μονάδα Λογαριασμών Προσωπικού μέχρι την ημερομηνία τερματισμού.

Ο ΜΕ αρνήθηκε ότι παρουσίασε τις Καταστάσεις Λογαριασμών και Απομείωσης των Εναγομένων 1 και 4, Τεκμήριο 17, με σκοπό να καταδείξει ότι ο Εναγόμενος 1 δεν υπέστη απομείωση των καταθέσεών του. Ερωτηθείς γιατί δεν περιλαμβάνονταν καταστάσεις για τους Εναγομένους 2 και 3, εξήγησε ότι η σχετική αμφισβήτηση στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης αφορούσε, κατά την αντίληψή του, τους Εναγομένους 1 και 4, για αυτό αναζήτησε τις δικές τους καταστάσεις. Ανέφερε ότι δεν έκρινε σκόπιμο να αναζητήσει και να εξετάσει αντίστοιχες καταστάσεις για τους Εναγομένους 2 και 3, και ότι δεν είχε διεξαγάγει σχετική έρευνα.

Όταν του υποδείχθηκαν οι Καταστάσεις Λογαριασμών και Απομείωσης των Εναγομένων 2 και 3, Τεκμήριο 18, τις αναγνώρισε και συμφώνησε ότι, με βάση τον τρόπο υπολογισμού που είχε ήδη εξηγήσει, απομειώθηκαν €46.322,49 για τον Εναγόμενο 2 και €44.939,74 για τον Εναγόμενο 3. Συμφώνησε, επίσης, ότι τα ποσά προέρχονταν από κοινούς λογαριασμούς των τεσσάρων Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 και ότι οι απομειώσεις δεν αποτέλεσαν επιλογή τους, αλλά επιβλήθηκαν δυνάμει του σχετικού Διατάγματος της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, απαντώντας ως προς το τελευταίο «Συμφωνώ απόλυτα».

Ερωτηθείς εάν η εφαρμογή του σχετικού Διατάγματος της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου επαφιόταν στις Τράπεζες στις οποίες τηρούνταν οι καταθέσεις, δήλωσε ότι δεν γνώριζε. Όταν του υποβλήθηκε ότι αυτό προέκυπτε από τα έγγραφα που παρουσίασε, ανέφερε ότι από τις Καταστάσεις Λογαριασμών και Απομείωσης των Εναγομένων 1 και 4, Τεκμήριο 17, και τις Καταστάσεις Λογαριασμών και Απομείωσης των Εναγομένων 2 και 3, Τεκμήριο 18, διαπίστωνε ότι εξασφαλίστηκε για κάθε Εναγόμενο ποσό €100.000 και ότι οποιοδήποτε ποσό το υπερέβαινε, με εξαίρεση τον Εναγόμενο 1, είχε απομειωθεί. Πρόσθεσε ότι, «εξ όσων γνωρίζω», αυτό προέβλεπε ο σχετικός Νόμος. Σε επαναδιατύπωση της ερώτησης, με διάκριση μεταξύ της νομοθετικής και κανονιστικής πρόβλεψης της απομείωσης, και της εφαρμογής της από την Λαϊκή Τράπεζα, επανέλαβε ότι δεν γνώριζε. Επιβεβαίωσε, πάντως, ότι οι Καταστάσεις Λογαριασμών και Απομείωσης των Εναγομένων 1 και 4, Τεκμήριο 17, και οι Καταστάσεις Λογαριασμών και Απομείωσης των Εναγομένων 2 και 3, Τεκμήριο 18, ήταν εκτυπωμένες σε επιστολόχαρτο της Λαϊκής Τράπεζας.

Σε ερώτηση εάν στις συνολικές καταθέσεις των τεσσάρων Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 περιλαμβανόταν το προϊόν του Δανείου ύψους €224.000, ο ΜΕ παρέπεμψε αρχικά στις προηγούμενες εξηγήσεις του για τις καταστάσεις απομείωσης. Όταν η ερώτηση επαναδιατυπώθηκε, ώστε να διευκρινιστεί εάν είχε διαπιστώσει από την έρευνά του ότι το προϊόν του Δανείου κατατέθηκε στους κοινούς λογαριασμούς των τεσσάρων Εναγομένων 1, 2, 3 και 4, απάντησε ότι δεν γνώριζε και ότι δεν είχε δει σχετικό έγγραφο. Επιβεβαίωσε ότι είχε διαβάσει την Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4, αλλά εξήγησε ότι δεν μπορούσε να αποδεχθεί τον συγκεκριμένο ισχυρισμό μόνο επειδή περιλαμβανόταν στο δικόγραφο, χωρίς να προκύπτει από τα έγγραφα του φακέλου.

Διαφώνησε ωστόσο με τη θέση ότι στις 18/05/2009 κατατέθηκαν €224.000 στον λογαριασμό γραμματίου/προθεσμιακής κατάθεσης με αριθμό 003-09-079430. Προς εξήγηση, παρουσίασε την Κατάσταση Λογαριασμού με αριθμό 341-21-008353, Τεκμήριο 19, στην οποία εμφανιζόταν πίστωση €224.000 στις 25/05/2009. Ανέφερε ότι επρόκειτο για το προϊόν του Δανείου, το οποίο πιστώθηκε στον κοινό τρεχούμενο λογαριασμό του Εναγομένου 1 και της Εναγομένης 4. Ακολούθως, του υποδείχθηκε η Κατάσταση Λογαριασμού Γραμματίου/Προθεσμιακής Κατάθεσης με αριθμό 003-09-079430, Τεκμήριο 20, την οποία αναγνώρισε ως κατάσταση της Λαϊκής Τράπεζας για λογαριασμό που μεταφέρθηκε στην Τράπεζα Κύπρου. Του υποβλήθηκε ότι, μετά την πίστωση του προϊόντος του Δανείου στις 25/05/2009, μεταφέρθηκαν την ίδια ημέρα €230.000 στον κοινό λογαριασμό των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4, όπως προέκυπτε από τις αντίστοιχες καταχωρίσεις στην Κατάσταση Λογαριασμού με αριθμό 341-21-008353, Τεκμήριο 19 και στην Κατάσταση Λογαριασμού Γραμματίου/Προθεσμιακής Κατάθεσης με αριθμό 003-09-079430, Τεκμήριο 20. Στο πλαίσιο της υποβολής έγινε αναφορά και στην αιτιολογία «cash deposit 230 χιλιάδων ευρώ». Απαντώντας, ο ΜΕ ανέφερε ότι, εφόσον το Δάνειο είχε παραχωρηθεί στον Εναγόμενο 1 βάσει της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5 και το προϊόν του είχε πιστωθεί στον κοινό τρεχούμενο λογαριασμό του με την Εναγόμενη 4, τα χρήματα καθίσταντο δικά τους και μπορούσαν να τα χρησιμοποιήσουν όπως επιθυμούσαν. Δήλωσε ότι δεν γνώριζε για τη μεταφορά των €230.000 που του υποδείχθηκε. Σε άλλη ερώτηση εάν απομειώθηκαν συνολικά €152.665,52 από τους κοινούς καταθετικούς λογαριασμούς του Εναγομένου 1, παρέπεμψε στις Καταστάσεις Λογαριασμών και Απομείωσης των Εναγομένων 1 και 4, Τεκμήριο 17, αναφέροντας ότι σε αυτές παρουσιάζονταν τα ποσά που είχαν απομειωθεί.

Ο ΜΕ ανέφερε ότι εργάζεται στον τραπεζικό τομέα από το 1983 και αποδέχθηκε ότι διαθέτει σημαντική εμπειρία. Συμφώνησε ότι, όταν περισσότερα πρόσωπα λαμβάνουν από κοινού δάνειο, ευθύνονται αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για ολόκληρο το ποσό και όχι μόνο κατά την αναλογία τους, υπό την προϋπόθεση ότι πρόκειται για κοινό λογαριασμό. Συμφώνησε, επίσης, ότι η ευθύνη των περισσότερων εγγυητών για την εξασφάλιση δανείου είναι αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένη για ολόκληρο το ποσό.

Ερωτηθείς εάν, σύμφωνα με τα έγγραφα εγγυήσεων της Λαϊκής Τράπεζας εκείνης της περιόδου, οι εγγυητές ευθύνονταν και ως πρωτοφειλέτες, ανέφερε ότι δεν είχε μελετήσει τα συγκεκριμένα έγγραφα. Όταν του υποδείχθηκαν οι Συμβάσεις Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, και παραπέμφθηκε στον Όρο 6, απάντησε ότι δεν μπορούσε να σχολιάσει συγκεκριμένους όρους νομικού εγγράφου, επειδή δεν ήταν νομικός. Ειδικότερα, ανέφερε: «Αν το γράφει, γράφει το. Αλλά δεν μπορώ να δώσω μαρτυρία για συγκεκριμένους όρους και να τους σχολιάσω από τη στιγμή που δεν είμαι νομικός».

Όταν του υποβλήθηκε ότι η «Τράπεζα» έπρεπε να εξοφλήσει το Δάνειο από τις καταθέσεις των εγγυητών, Εναγομένων 2, 3 και 4, δήλωσε ότι δεν γνώριζε. Του υποβλήθηκε, περαιτέρω, ότι η παράλειψη αυτή είχε ως αποτέλεσμα να απομειωθούν οι καταθέσεις τους, στις οποίες περιλαμβανόταν το προϊόν του Δανείου, ενώ το Δάνειο παρέμεινε ανεξόφλητο. Κατόπιν διευκρινιστικής ερώτησης εάν έπρεπε να προηγηθεί η εξόφληση πριν από τις απομειώσεις κατά τον τρόπο που του είχε υποβληθεί, επανέλαβε ότι δεν γνώριζε να απαντήσει.

Ως προς τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6 και τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7, ο ΜΕ αναγνώρισε ότι δεν είχε ανάμειξη στη σύνταξη, υπογραφή ή εκτέλεσή τους. Σε ερώτηση για τη γνώση του αναφορικά με τις περιστάσεις της υπογραφής τους, διευκρίνισε: «Δεν ήμουν παρών στην υπογραφή».

Όταν του υποδείχθηκε η Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, και ερωτήθηκε εάν είχε τροποποιηθεί ο όρος για τις εξασφαλίσεις, απάντησε «Ναι, έχουν τροποποιηθεί». Επιβεβαίωσε, επίσης, ότι η Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, περιλάμβανε όρο για λήψη της υπογραφής και/ή συγκατάθεσης των εγγυητών και αναγνώρισε τις Επιστολές Συγκατάθεσης ημερομηνίας 13/07/2009, Τεκμήριο 13.

Σε ερώτηση γενικότερου χαρακτήρα, εάν στις επιστολές προσφοράς της Λαϊκής Τράπεζας αναφερόταν ότι οι τροποποιήσεις αφορούσαν τις υφιστάμενες εξασφαλίσεις, ο ΜΕ δήλωσε ότι δεν μπορούσε να απαντήσει με βεβαιότητα, επειδή η ερώτηση ήταν γενική. Όταν του υποβλήθηκε ότι απέφευγε να απαντήσει για να μη βλάψει την Ενάγουσα, επανέλαβε ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει εάν όλα τα έγγραφα περιείχαν τον συγκεκριμένο όρο. Μετά την υπόδειξη της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, επισήμανε ότι η ύπαρξη του όρου στη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, δεν καθιστούσε λανθασμένη την προηγούμενη απάντησή του στη γενική ερώτηση. Αναφερόμενος ειδικότερα στο περιεχόμενο της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, ανέφερε ότι μεταβλήθηκε ο τρόπος εξόφλησης και ότι προβλεπόταν πως «το δάνειο αυτό θα εξοφληθεί όταν η Τράπεζα προβεί στην εξαγορά των δεσμευμένων Αξιογράφων». Παρέπεμψε, επίσης, στην πρόνοια ότι «όλοι οι υπόλοιποι όροι της συμφωνίας θα παραμείνουν σε ισχύ», διευκρινίζοντας ότι επρόκειτο για τους όρους της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5.

Ως προς τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7, συμφώνησε ότι δεν περιλάμβανε όρο για λήψη συγκατάθεσης των Εναγομένων 2, 3 και 4, σε αντίθεση με τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6. Απάντησε, επίσης, αρνητικά όταν ερωτήθηκε εάν στη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7, υπήρχε ο όρος για τις υφιστάμενες εξασφαλίσεις στον οποίο είχε προηγουμένως γίνει αναφορά. Διαφώνησε, όμως, με την υποβολή ότι δεν ζητήθηκε συγκατάθεση επειδή οι εγγυητές είχαν ήδη απαλλαγεί με τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6.

Ερωτηθείς ποια συμφωνία τροποποιούσε η Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7, ανέφερε ότι τροποποιούσε τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6. Όταν του υποδείχθηκε ότι δεν γινόταν αναφορά στη Σύμβαση Δανείου, Τεκμήριο 5, απάντησε ότι οι εγκρίσεις είχαν δοθεί για τη Σύμβαση Δανείου, Τεκμήριο 5, και την παραχώρηση των €224.000. Υποστήριξε ότι οι μεταγενέστερες τροποποιήσεις δεν απάλλαξαν τους εγγυητές, αναφέροντας: «Όλες αυτές οι τροποποιητικές συμφωνίες δεν απαλλάσσουν τους εγγυητές από την υποχρέωση της εγγύησης τους. Η εγγύηση ισχύει καθ’ όλη τη διάρκεια του δανείου και ισχύει μέχρι σήμερα.».

Ο ΜΕ διαφώνησε και με τις χωριστές υποβολές ότι οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 απαλλάχθηκαν λόγω της τροποποίησης της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5 με τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, χωρίς τη συγκατάθεσή τους, καθώς και ότι η τροποποίηση των εξασφαλίσεων είχε ως αποτέλεσμα την αφαίρεσή τους ως εγγυητών. Επανέλαβε ότι οι εγγυήσεις ίσχυαν μέχρι την εξόφληση της οφειλής του Δανείου βάσει της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5 και των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8. Διαφώνησε, επίσης, με τη θέση ότι η Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, συνήφθη επειδή η Λαϊκή Τράπεζα είχε αναγνωρίσει ότι εξαρχάς δεν έπρεπε να είχαν τεθεί ως εγγυητές οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4.

Όταν κλήθηκε να συγκρίνει τις Επιστολές Συγκατάθεσης ημερομηνίας 13/07/2009, Τεκμήριο 13, με τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, και να απαντήσει εάν γνώριζε κατά πόσο οι Επιστολές Συγκατάθεσης ημερομηνίας 13/07/2009, Τεκμήριο 13, ειδοποιούσαν τους εγγυητές για την τροποποίηση των εξασφαλίσεων κατά τον συγκεκριμένο τρόπο, δήλωσε ότι δεν γνώριζε.

Ερωτηθείς εάν η Λαϊκή Τράπεζα είχε αναλάβει υποχρέωση να εξαγοράσει τα Αξιόγραφα ώστε να εξοφληθεί το Δάνειο, ο ΜΕ απάντησε ότι τα Αξιόγραφα αποτελούσαν επιπλέον εξασφάλιση πέραν των προσωπικών εγγυήσεων των Εναγομένων 2, 3 και 4. Πρόσθεσε ότι, ακόμη και εάν η αξία των Αξιογράφων είχε μηδενιστεί, οι εγγυητές δεν απαλλάσσονταν, καθώς η προσωπική εγγύηση αποτελούσε επιπρόσθετη εξασφάλιση πέραν των Αξιογράφων. Την ίδια θέση επανέλαβε όταν του υποβλήθηκε ότι τα Αξιόγραφα αποτελούσαν μέρος της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, και μεταφέρθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου ως εξασφαλίσεις. Διαφώνησε με την περαιτέρω υποβολή ότι η θέση του δεν ήταν αληθής και ότι αυτό αποδεικνυόταν από τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6. Σε ερώτηση εάν η «Τράπεζα Κύπρου» είχε προβεί σε οποιαδήποτε προσπάθεια εξαργύρωσης ή είσπραξης του ποσού των Αξιογράφων από την Λαϊκή Τράπεζα, δήλωσε ότι δεν γνώριζε. Ως προς τη μεταφορά των Αξιογράφων στην Τράπεζα Κύπρου, παρέπεμψε στο σχετικό Διάταγμα της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και στην παράγραφο 2 της Γραπτής Δήλωσής του, Έγγραφο Β, επαναλαμβάνοντας ότι μεταβιβάστηκαν συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία, υποχρεώσεις και δικαιώματα της Λαϊκής Τράπεζας και όχι το σύνολό τους. Όταν ερωτήθηκε ειδικά εάν τα Αξιόγραφα περιλαμβάνονταν στα μεταβιβασθέντα περιουσιακά στοιχεία, απάντησε «Δεν είναι». Διαφώνησε με τη θέση ότι μεταφέρθηκαν μαζί με το Δάνειο ως εξασφαλίσεις και εξήγησε την αντίληψη του ότι δεν μεταφέρθηκαν «για τον απλούστατο λόγο τα αξιόγραφα κατά τη μέρα του διατάγματος η αξία τους είχε μηδενιστεί».

Αναφορικά με τις εγκυκλίους της Λαϊκής Τράπεζας για αγορά Αξιογράφων με μοναδική εξασφάλιση τα ίδια τα Αξιόγραφα, ο ΜΕ δήλωσε ότι δεν γνώριζε. Όταν του υποβλήθηκε ότι γνώριζε αλλά δεν επιθυμούσε να το αναφέρει, διευκρίνισε ότι τότε εργαζόταν στην «αδελφή» εταιρεία Laiki Factors Ltd και ότι ο τομέας των εργασιών και των γνώσεών του απείχε από τα συγκεκριμένα θέματα. Του υποδείχθηκε η Δέσμη Μηνυμάτων Ηλεκτρονικού Ταχυδρομείου που παρουσιάστηκαν ως Εγκύκλιοι της Λαϊκής Τράπεζας σχετικές με το Σχέδιο/Πακέτο «Δάνειο έναντι Αξιογράφων» αναφορικά με τα επίδικα Αξιόγραφα, η οποία κατατέθηκε αρχικά για σκοπούς της εξέτασης του ως Τεκμήριο προς Αναγνώριση 1 και μεταγενέστερα από τον Εναγόμενο 1 ως Τεκμήριο 23, και ανέφερε ότι δεν τη γνώριζε. Όταν του υποβλήθηκε ότι από τη Δέσμη Μηνυμάτων Ηλεκτρονικού Ταχυδρομείου που παρουσιάστηκαν ως Εγκύκλιοι της Λαϊκής Τράπεζας σχετικές με το Σχέδιο/Πακέτο «Δάνειο έναντι Αξιογράφων», Τεκμήριο 23, προέκυπτε πίεση προς τους υπαλλήλους για την προώθηση των Αξιογράφων, απάντησε ότι και ο ίδιος ήταν ουσιαστικά υπάλληλος της Λαϊκής Τράπεζας και ότι «δεν μου επιβλήθηκε καμία πίεση να αγοράσω αξιόγραφα». Στην περαιτέρω υποβολή ότι η Λαϊκή Τράπεζα προωθούσε τα Αξιόγραφα προσφέροντας, ακόμη και στους υπαλλήλους της, δυνατότητα δανεισμού μέχρι το 90% της αξίας τους χωρίς έξοδα, ανέφερε ότι είχε ήδη απαντήσει. Όταν ερωτήθηκε εάν συμφωνούσε ότι με αυτόν τον τρόπο είχε λάβει το Δάνειο ο Εναγόμενος 1 προσερχόμενος με την Λαϊκή Τράπεζα στην Σύμβαση Δανείου, Τεκμήριο 5, δήλωσε ότι δεν γνώριζε.

Η μαρτυρία του ΜΕ, αξιολογικά, απαιτεί διάκριση μεταξύ, αφενός, της παρουσίασης και επεξήγησης των εγγράφων και των τραπεζικών καταχωρίσεων και, αφετέρου, των τοποθετήσεών του για τις περιστάσεις κατάρτισης των επίδικων συμβάσεων και τις έννομες συνέπειές τους. Το Δικαστήριο, για τους λόγους που ακολούθως αποτυπώνονται, αποδέχεται τη μαρτυρία του κατά το πρώτο μέρος, στον βαθμό που αυτή επιβεβαιώνεται από το έγγραφο υλικό, χωρίς να αποδίδει αντίστοιχη αποδεικτική βαρύτητα στις γενικές αρνήσεις και στις ερμηνευτικές του διαβεβαιώσεις για τα αμφισβητούμενα ζητήματα.

Ειδικότερα, ο ΜΕ δεν έπεισε το Δικαστήριο ότι διέθετε γνώση των περιστατικών κατάρτισης των επίδικων συμβάσεων πέραν εκείνης που απέκτησε από τη μεταγενέστερη μελέτη του αρχείου της Ενάγουσας. Κατά την αντεξέτασή του αναγνώρισε ότι δεν είχε προσωπική γνώση της αίτησης και της παραχώρησης του Δανείου στον Εναγόμενο 1 βάσει της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, και ότι δεν βρισκόταν στο σχετικό υποκατάστημα κατά τον χρόνο παραχώρησής του. Αντίστοιχα, δεν προέκυψε προσωπική γνώση του για τις συνεννοήσεις, τους σκοπούς και τις περιστάσεις υπό τις οποίες υπογράφηκαν οι Συμβάσεις Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8. Αναγνώρισε, επίσης, ότι δεν είχε ανάμειξη στην κατάρτιση ή υπογραφή της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6 και της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7, επιβεβαιώνοντας ότι η γνώση του προερχόταν αποκλειστικά από τα έγγραφα που είχε εξετάσει.

Η υπηρεσιακή του ιδιότητα και η ανάθεση σε αυτόν της παρακολούθησης του επίδικου λογαριασμού Δανείου που αφορά τους Εναγομένους 1, 2, 3 και 4, στο πλαίσιο των καθηκόντων του στο Τμήμα Προβληματικών Λογαριασμών, εξηγούν την πρόσβασή του στο αρχείο της Ενάγουσας και τη γνώση που απέκτησε από αυτό. Δεν αναπληρώνουν, όμως, την απουσία προσωπικής αντίληψης για τις συζητήσεις, τους επιδιωκόμενους σκοπούς, τις τυχόν διαβεβαιώσεις και συνεννοήσεις και, γενικότερα, τις συνθήκες υπό τις οποίες καταρτίστηκαν η Σύμβαση Δανείου, Τεκμήριο 5, οι Συμβάσεις Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, η Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6 και η Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7.

Η έλλειψη προσωπικής γνώσης δεν αποτελεί, αφ’ εαυτής, ένδειξη ανειλικρίνειας ούτε δικαιολογεί συνολική απόρριψη της μαρτυρίας του. Περιορίζει, ωστόσο, τη δυνατότητά του να αντικρούσει, με βάση δική του αντίληψη, συγκεκριμένους ισχυρισμούς για όσα είχαν διαμειφθεί κατά τον ουσιώδη χρόνο. Οι κατηγορηματικές του τοποθετήσεις ότι οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 δεν είχαν απαλλαγεί και ότι οι υποχρεώσεις τους βάσει των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, εξακολουθούσαν να ισχύουν μέχρι την εξόφληση του Δανείου παρά τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις, δεν στηρίζονταν σε συμμετοχή του στις σχετικές συνεννοήσεις και διεργασίες. Αποτελούσαν την ερμηνεία που απέδιδε στα συμβατικά έγγραφα, μεταφέροντας ουσιαστικά τη θέση της Ενάγουσας, η οποία, όπως ανέφερε στη Γραπτή Δήλωσή του, Έγγραφο Β, στηριζόταν σε νομικές συμβουλές.

Συναφώς, κατά την αντεξέτασή του, όταν διερευνήθηκε η θέση των Εναγομένων 2, 3 και 4 εγγυητών, σε συνάρτηση με την απομείωση των καταθέσεών τους και τη δυνατότητα προηγούμενης εξόφλησης του Δανείου, ο ΜΕ απέφυγε να σχολιάσει συγκεκριμένη, προβαλλόμενη ως σχετική πρόνοια των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, επικαλούμενος ότι δεν ήταν νομικός. Σε άλλα όμως σημεία, διατύπωσε με βεβαιότητα συμπεράσματα αντίστοιχου ερμηνευτικού χαρακτήρα για τη διατήρηση των εγγυήσεων και τις συνέπειες της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6 και της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7.

Το Δικαστήριο δεν αξιολογεί αρνητικά την αναγνώριση από τον ΜΕ των ορίων των γνώσεών του. Διαπιστώνει, όμως, ότι η ίδια επιφύλαξη δεν συνόδευε τις ερμηνευτικές τοποθετήσεις του που υποστήριζαν τη θέση της Ενάγουσας. Η βεβαιότητα με την οποία εξέφρασε τις τελευταίες δεν τους προσδίδει αυτοτελή αποδεικτική αξία. Ούτε η μεταφορά της νομικής συμβουλής που είχε λάβει η Ενάγουσα συνιστά απόδειξη του περιεχομένου των συνεννοήσεων και σκοπών ή της πραγματικής πρόθεσης των συμβαλλομένων κατά τον ουσιώδη χρόνο.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται τις γενικές αρνήσεις του ΜΕ ως αξιόπιστη αυτοτελή απόδειξη ικανή να διαψεύσει συγκεκριμένα αμφισβητούμενα περιστατικά της σύναψης και τροποποίησης της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, βάσει της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6 και της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7 σε ό,τι αφορά και τις Συμβάσεις Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, για τα οποία ο ίδιος δεν είχε προσωπική γνώση. Αντίστοιχα, οι ερμηνευτικές του διαβεβαιώσεις δεν υιοθετούνται ως αποδεικτικό έρεισμα για τον καθορισμό των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων. Η ερμηνεία της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6 και της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7, καθώς και η μεταξύ τους αλληλεπίδραση, αποτελούν ζητήματα που θα κριθούν από το Δικαστήριο βάσει των αποδεκτών πραγματικών δεδομένων που θα προκύψουν από την αξιολόγηση και τα παραδεκτά γεγονότα, και του εφαρμοστέου δικαίου. Όπως άλλωστε αναφέρθηκε από το Εφετείο στην υπόθεση Progressive Insurance Co Ltd ν. S. Kaniklides (Cyprus) Ltd, κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 411/2019, 10/02/2025:

«(…) η ερμηνεία ενός εγγράφου είναι ζήτημα νομικό και έργο του Δικαστηρίου και ως εκ τούτου δεν ανήκει στους διαδίκους ή τους μάρτυρες τους, ο προσδιορισμός της έννοιας ή της φύσης του.».

Διαφορετική είναι η αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ ως προς την παρουσίαση, την αναγνώριση και την επεξήγηση των εγγράφων και των τραπεζικών καταχωρίσεων που προέρχονταν από το αρχείο και τραπεζικό βιβλίο της Λαϊκής Τράπεζας και της Τράπεζας Κύπρου. Η υπηρεσιακή του θέση, η πρόσβασή του στο αρχείο και τραπεζικό βιβλίο και η ενασχόλησή του με τον επίδικο λογαριασμό που αφορά τους Εναγόμενους 1, 2, 3 και 4, τού παρείχαν τη δυνατότητα να καταθέσει για το περιεχόμενο των καταχωρίσεων και τα αποτελέσματα των πράξεων που αποτυπώνονταν σε αυτές. Η μαρτυρία του ως προς την προέλευση και την αυθεντικότητα του σχετικού υλικού δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4, ούτε τέθηκαν υπό αμφισβήτηση οι επεξηγήσεις που παρείχε αναφορικά με το περιεχόμενό του και τις διάφορες καταχωρίσεις σε αυτό.

Ως προς το μέρος αυτό, ο ΜΕ περιέγραψε τη διαδικασία παραγωγής και ελέγχου των Αναλυτικών Καταστάσεων Λογαριασμού του Δανείου του Εναγομένου 1, Τεκμήριο 15, και παρουσίασε τις Αναδομημένες Καταστάσεις Λογαριασμού του Δανείου, Τεκμήριο 16. Επεξήγησε, επίσης, τις καταχωρίσεις στις Καταστάσεις Λογαριασμών και Απομείωσης των Εναγομένων 1 και 4, Τεκμήριο 17 και αναγνώρισε τις Καταστάσεις Λογαριασμών και Απομείωσης των Εναγομένων 2 και 3, Τεκμήριο 18, όταν του υποδείχθηκαν κατά την αντεξέταση. Στο μέτρο που οι εξηγήσεις του αποδίδουν όσα πράγματι καταγράφονται στα έγγραφα αυτά, σε ό,τι αφορά τις οποίες, επαναλαμβάνεται, δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς Εναγομένων 1, 2, 3 και 4, το Δικαστήριο τις αποδέχεται ως ακριβείς και αξιόπιστες.

Η αποδοχή αυτή αφορά την πραγματοποίηση και τη αποτύπωση των συγκεκριμένων πράξεων στα σχετικά έγγραφα του αρχείου και το τραπεζικό βιβλίο, καθώς και τα αποτελέσματα που προκύπτουν από τις σχετικές καταχωρίσεις. Δεν επεκτείνεται σε ζητήματα για τα οποία ο ΜΕ δήλωσε άγνοια, ούτε σημαίνει ότι κάθε γενική εξήγησή του για τον τρόπο εφαρμογής των μέτρων εξυγίανσης της Λαϊκής Τράπεζας και των σχετικών Διαταγμάτων της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου γίνεται δεκτή ανεξάρτητα από το περιεχόμενο των εγγράφων. Η έκταση της αποδοχής της μαρτυρίας του παραμένει συνδεδεμένη με όσα το ίδιο το έγγραφο υλικό επιβεβαιώνει.

Στο πλαίσιο αυτό, η αντεξέταση δεν έθεσε υπό αμφισβήτηση ότι πραγματοποιήθηκαν οι συγκεκριμένες καταχωρισμένες πράξεις απομείωσης και πίστωσης ή ότι τα σχετικά έγγραφα αποτύπωναν τα αποτελέσματά τους. Η αμφισβήτηση της πλευράς των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 επικεντρώθηκε κυρίως στο κατά πόσο οι πράξεις αυτές ανταποκρίνονταν στις υποχρεώσεις που προέκυπταν από τα σχετικά Διατάγματα εξυγίανσης της Λαϊκής Τράπεζας και τις επίδικες συμβατικές σχέσεις και ρυθμίσεις. Ειδικότερα, τέθηκε η θέση ότι έπρεπε να προηγηθεί εξόφληση του Δανείου από τις καταθέσεις των Εναγμένων 2, 3 και 4 εγγυητών βάσει της ίδιας της συμβατικής ρύθμισης βάσει των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8 και ότι η παράλειψη αυτή οδήγησε στην απομείωση των καταθέσεών τους ενώ η οφειλή από το Δάνειο βάσει της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5 παρέμεινε. Η θέση αυτή αφορά την ορθότητα της μεταχείρισης των καταθέσεων των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 υπό τις περιστάσεις και του Δανείου και όχι την αυθεντικότητα των εγγράφων ή την πραγματικότητα των καταχωρισμένων πράξεων. Επομένως, πρέπει να διακρίνεται το γεγονός ότι ορισμένο ποσό απομειώθηκε ή πιστώθηκε σε λογαριασμό όπως αποτυπώνεται στα σχετικά έγγραφα, από το διαφορετικό ζήτημα εάν, κατά την ορθή εφαρμογή των σχετικών Διαταγμάτων της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και συμβατικών ρυθμίσεων, έπρεπε να είχε προηγηθεί άλλη ενέργεια ή να είχε επέλθει διαφορετικό αποτέλεσμα. Ο ΜΕ μπορούσε, βάσει της εξέτασης του αρχείου και τραπεζικού βιβλίου, να επεξηγήσει τι καταχωρίστηκε και ποιο αποτέλεσμα προέκυψε. Οι τοποθετήσεις του, όμως, για το τι επέβαλλαν τα σχετικά Διατάγματα της Κεντρικής Τράπεζας ή για το ποια δικαιώματα και υποχρεώσεις δημιουργούσαν οι επίδικες συμβάσεις δεν αποτελούν διαπιστώσεις γεγονότων που δεσμεύουν το Δικαστήριο.

Η ίδια διάκριση ισχύει και ως προς τις αναφορές του στη μεταβίβαση εργασιών, δικαιωμάτων, υποχρεώσεων και περιουσιακών στοιχείων από τη Λαϊκή Τράπεζα στην Τράπεζα Κύπρου. Η παρουσίαση του Διατάγματος της Κ.Δ.Π. 104/2013 ημερομηνίας 29/03/2013, Τεκμήριο 4 και της δέσμης Διαταγμάτων Κ.Δ.Π. 133/2013 ημερομηνίας 21/04/2013, Κ.Δ.Π. 156/2013 ημερομηνίας 14/05/2013 και Κ.Δ.Π. 276/2013 ημερομηνίας 30/07/2013, Τεκμήριο 10, δεν καθιστά τις ερμηνευτικές του θέσεις για την έκταση της μεταβίβασης αυτοτελή απόδειξη του νομικού αποτελέσματός της. Το κατά πόσο μεταφέρθηκε συγκεκριμένο δικαίωμα, υποχρέωση ή εξασφάλιση θα κριθεί από το Δικαστήριο με αναφορά στο περιεχόμενο των σχετικών κανονιστικών ρυθμίσεων και στα δεδομένα της υπόθεσης βάσει της αποδεκτής μαρτυρίας.

Τα παραδεκτά γεγονότα και τα έγγραφα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου διατηρούν την αυτοτελή αποδεικτική τους σημασία και δεν εξαρτώνται από την αποδοχή των ερμηνευτικών απόψεων του ΜΕ. Εξάλλου, το ύψος της απαίτησης, υπό την προϋπόθεση επιτυχίας της Αγωγής, αποτέλεσε αντικείμενο ρητής συμφωνίας των διαδίκων, η οποία δηλώθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από τους συνηγόρους. Η συμφωνία αυτή αφορά το ύψος της απαίτησης υπό τη συγκεκριμένη προϋπόθεση και δεν συνιστά παραδοχή της ευθύνης οποιουδήποτε από τους Εναγομένους 1, 2, 3 και 4.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, ο ΜΕ γίνεται αποδεκτός ως αξιόπιστος κατά το μέρος της μαρτυρίας του που αφορά την υπηρεσιακή του ιδιότητα, την πρόσβασή του στο αρχείο, την παρουσίαση και αναγνώριση των σχετικών εγγράφων και την επεξήγηση των τραπεζικών και άλλων καταχωρίσεων, στον βαθμό που οι εξηγήσεις του επιβεβαιώνονται από το ίδιο το έγγραφο υλικό. Δεν γίνονται, αντιθέτως, αποδεκτές ως αυτοτελής απόδειξη των αμφισβητούμενων περιστατικών, οι γενικές αρνήσεις του για γεγονότα των οποίων δεν είχε προσωπική γνώση, ούτε αποδίδεται αποδεικτική βαρύτητα στις νομικές και ερμηνευτικές διαβεβαιώσεις του ως τέτοιες. Η ευθύνη των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 θα κριθεί από το Δικαστήριο βάσει της μαρτυρίας που γίνεται αποδεκτή και των σχετικών εγγράφων, των παραδεκτών γεγονότων και του νομικού πλαισίου που διέπει την επίδικη διαφορά.

Η μαρτυρία για την υπόθεση των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4.

ΜΥ1, Ελένη Παπαδοπούλου.

Η ΜΥ1, κατά την κυρίως εξέτασή της, ανέφερε ότι, κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν Προϊστάμενη της Μονάδας Λογαριασμών Προσωπικού της Λαϊκής Τράπεζας, ενώ, κατά τον χρόνο της μαρτυρίας της, εργαζόταν ως λειτουργός συμμόρφωσης σε επενδυτικό ταμείο.

Κατά την κυρίως εξέτασή της, υποδείχθηκαν στη ΜΥ1 τα Τεκμήρια 5, 6 και 7. Αναφορικά με το Τεκμήριο 5, επιβεβαίωσε ότι αυτό αποτελούσε τη Σύμβαση Δανείου ημερομηνίας 18/05/2009, την οποία η Λαϊκή Τράπεζα συνήψε με τον Εναγόμενο 1. Σε σχέση με τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, επιβεβαίωσε ότι αυτή έφερε την υπογραφή της και, ερωτηθείσα ως προς τον σκοπό της συγκεκριμένης τροποποίησης από τη Μονάδα της, ανέφερε ότι αυτή έγινε «για να γίνει ότι θα είναι ξεκάθαρο ότι εξόφληση του Δανείου θα προέλθει αποκλειστικά και μόνο από την εξαγορά των δεσμευμένων Αξιογράφων.». Αναφορικά με τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7, η ΜΥ1 επιβεβαίωσε ότι επρόκειτο επίσης για τροποποιητική συμφωνία της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5. Περαιτέρω, συμφώνησε ότι, κατά την τροποποίηση δανείων από τη Λαϊκή Τράπεζα, τα σχετικά έντυπα κατέγραφαν πάντοτε τόσο τις υφιστάμενες όσο και τις νέες εξασφαλίσεις.

Κατά την αντεξέτασή της, η ΜΥ1 αναφέρθηκε εκ νέου στη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6 και διευκρίνισε ότι, κατά την αντίληψή της, η τροποποίηση δεν αφορούσε απλώς τον τρόπο αποπληρωμής του Δανείου, αλλά τις εξασφαλίσεις που είχαν προσφερθεί. Ειδικότερα, ανέφερε ότι η Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6 τροποποιούσε τις εξασφαλίσεις κατά τρόπο ώστε το Δάνειο «να εξοφληθεί μόνο από την εξαγορά των αξιογράφων.».

Ερωτηθείσα ως προς τη σχετική πρόνοια της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, σύμφωνα με την οποία όλοι οι υπόλοιποι όροι της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, εξακολουθούσαν να ισχύουν, η ΜΥ1 ανέφερε ότι οι όροι αυτοί αφορούσαν το επιτόκιο, το είδος και τον τρόπο υπολογισμού του, καθώς και τον τρόπο αποπληρωμής του Δανείου, τις σχετικές δόσεις και τη συχνότητα και το χρονοδιάγραμμα καταβολής τους, όπως επίσης και το είδος της πληρωμής που αυτές αφορούσαν, ήτοι ως προς τον τόκο και το κεφάλαιο, όπως αυτά αναφέρονταν στο εν λόγω έγγραφο.

Σε ερώτηση κατά πόσο στη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6 υπήρχε ρητή αναφορά ότι οι προσωπικές εγγυήσεις των Εναγομένων 2, 3 και 4 βάσει των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης της 18/05/2009, Τεκμήριο 8 έπαυαν να ισχύουν, η ΜΥ1 αναγνώρισε ότι τέτοια συγκεκριμένη αναφορά «μπορεί να μην υπάρχει λεκτικά», πλην όμως υποστήριξε ότι, από τη στιγμή που οι εξασφαλίσεις τροποποιούνταν με τον συγκεκριμένο όρο, «εξυπακούεται ότι δεν υπάρχουν άλλες εξασφαλίσεις η Τράπεζα δεν μπορεί να κινηθεί εναντίον του άλλου.».

Όταν της τέθηκε η θέση ότι η Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6 δεν προέβλεπε απαλλαγή των εγγυητών ή τερματισμό των εγγυήσεων των Εναγομένων 2, 3 και 4 βάσει των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης της 18/05/2009, Τεκμήριο 8, αλλά τροποποίηση του τρόπου αποπληρωμής του Δανείου βάσει της σχετικής εξασφάλισης, η ΜΥ1 δεν συμφώνησε, αλλά επανέλαβε ότι η τροποποίηση αφορούσε τις εξασφαλίσεις. Σε ερώτηση κατά πόσο η θέση αυτή διατυπωνόταν από τη ΜΥ1 με βάση την ανάγνωση ή και ερμηνεία των εγγράφων ενώπιόν της ή επειδή γνώριζε λόγω της εμπλοκής της ότι έτσι είχαν τα πράγματα, η ΜΥ1 απάντησε «Και τα δύο».

Ως προς την αξιολόγηση της πιο πάνω μαρτυρίας της ΜΥ1, το Δικαστήριο συνεκτίμησε ότι σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, είχε υπηρεσιακή εμπλοκή κατά τον ουσιώδη χρόνο και υπέγραψε τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, ως Προϊστάμενη της Μονάδας Λογαριασμών Προσωπικού της Λαϊκής Τράπεζας. Η μαρτυρία της για την πραγματική πρόθεση των μερών ως προς τον σκοπό της τροποποίησης που επήλθε με την εν λόγω Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6 απαιτεί, επομένως, ιδιαίτερη εξέταση. Πρόκειται, άλλωστε, για τοποθέτηση προσώπου που κατείχε υπεύθυνη θέση στη Λαϊκή Τράπεζα κατά τον ουσιώδη χρόνο και το οποίο, κατά τα λεγόμενά του, είχε προσωπική εμπλοκή και γνώση των σχετικών επίδικων γεγονότων και των περιστάσεων που τα περιέβαλλαν. Δεν έπεισε, εντούτοις, το Δικαστήριο στο κρίσιμο σημείο ότι η τροποποίηση περιλάμβανε συμφωνημένη απαλλαγή των εγγυητών ή τερματισμό των εγγυήσεων των Εναγομένων 2, 3 και 4 βάσει των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης της 18/05/2009, Τεκμήριο 8 και ότι το Δάνειο θα εξοφλείτο αποκλειστικά από την εξασφάλιση που παρείχαν τα Αξιόγραφα.

Η ΜΥ1, ως προελέχθη, ανέφερε ότι σκοπός ήταν να καταστεί σαφές πως η εξόφληση θα προερχόταν «αποκλειστικά και μόνο» από την εξαγορά των δεσμευμένων Αξιογράφων. Όταν ερωτήθηκε για την απουσία αναφοράς σε παύση των εγγυήσεων, απάντησε ότι η συγκεκριμένη αναφορά μπορεί να μην υπήρχε λεκτικά, αλλά ότι η κατάργηση των άλλων εξασφαλίσεων «εξυπακούεται». Στο σημείο αυτό, η κατάθεσή της στηρίχθηκε ουσιωδώς σε συμπέρασμα που αντλούσε από τη θέση και τη διατύπωση του όρου. Το Δικαστήριο δεν παραβλέπει την απάντησή της «Και τα δύο», όταν της ζητήθηκε να διευκρινίσει εάν στηριζόταν στην ανάγνωση των εγγράφων ή στη γνώση που είχε λόγω της εμπλοκής της. Η απάντηση αυτή ελήφθη υπόψη. Δεν συνοδεύτηκε, όμως, από συγκεκριμένη εξιστόρηση των συνεννοήσεων με τις οποίες αποφασίστηκε, κατά την εκδοχή της, η κατάργηση των προσωπικών εγγυήσεων των Εναγομένων 2, 3 και 4 βάσει των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης της 18/05/2009, Τεκμήριο 8 και για πιο λόγο και επί ποιας βάσης έγινε αποδεκτή αυτή από πλευράς της Ενάγουσας.

Ούτε η ΜΥ1 αναφέρθηκε στην αλληλουχία των γεγονότων που περιέγραψε ο Εναγόμενος 1 στη μαρτυρία του: στους λόγους για τους οποίους οι εγγυήσεις είχαν αρχικά ζητηθεί, στο φερόμενο ως αρχικό λάθος, στους λόγους για τους οποίους, παρά το λάθος αυτό, υπογράφηκαν τα επίδικα συμβατικά έγγραφα και στη μεταξύ τους συνεννόηση για μελλοντική διόρθωσή τους, η οποία, κατά την εκδοχή του, πραγματοποιήθηκε τελικά με τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6. Ως προς τούτο, παρατηρείται ότι δεν παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε άλλο υποστηρικτικό στοιχείο, σύγχρονο των εν λόγω επίδικων γεγονότων, όπως αλληλογραφία μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή άλλου μέσου, αν υπήρξε, που να καταγράφει τις σχετικές συζητήσεις ή συνεννοήσεις μεταξύ του Εναγομένου 1 και της Λαϊκής Τράπεζας, μέσω της ΜΥ1. Τέτοιο στοιχείο θα μπορούσε να υποστηρίξει τη θέση της ΜΥ1 αναφορικά με την πραγματική πρόθεση των μερών ως προς τον σκοπό της τροποποίησης που επήλθε με τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6 και να υποστηρίξει την μαρτυρία της. Ούτε εξηγήθηκε επαρκώς από τη ΜΥ1, γιατί μια τέτοια απόφαση αποτυπώθηκε με πρόνοια για εξόφληση «όταν η Τράπεζα προβεί στην εξαγορά των δεσμευμένων Αξιογράφων», ενώ συγχρόνως περιλήφθηκε πρόνοια που καθιστούσε τη γραπτή συγκατάθεση όλων των εγγυητών προϋπόθεση για να τεθεί σε ισχύ η Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, καθώς και πρόνοια ότι «όλοι οι υπόλοιποι όροι» της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, παρέμεναν σε ισχύ.

Η θέση της ότι οι διατηρούμενοι όροι της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, αφορούσαν το επιτόκιο, το είδος και τον τρόπο υπολογισμού του, καθώς και τον τρόπο αποπληρωμής του Δανείου, τις δόσεις, τη συχνότητα και το χρονοδιάγραμμα καταβολής τους και το είδος της πληρωμής, ως προς τον τόκο και το κεφάλαιο, δεν εξηγεί ικανοποιητικά γιατί η γενική πρόνοια της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6 περί διατήρησης «όλων των υπόλοιπων όρων» θα έπρεπε να περιοριστεί στα θέματα που η ίδια απαρίθμησε. Τούτο, μάλιστα, ενώ το πρόγραμμα αποπληρωμής αποτελούσε αντικείμενο ρητής τροποποίησης στο ίδιο έγγραφο. Η εξήγησή της δεν γεφύρωσε τη διαφορά μεταξύ της συμφωνίας για εξόφληση «όταν η Τράπεζα προβεί στην εξαγορά των δεσμευμένων αξιογράφων» και του ευρύτερου αποτελέσματος που υποστήριξε ότι είχε συμφωνηθεί με τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, ήτοι κατάργησης των προσωπικών εγγυήσεων των Εναγομένων 2, 3 και 4 βάσει των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης της 18/05/2009, Τεκμήριο 8 και εξόφλησης του Δανείου αποκλειστικά από την εξασφάλιση που παρείχαν τα Αξιόγραφα. Ούτε και επεξήγησε λογικά γιατί αν αυτή ήταν η πραγματική πρόθεση Ενάγουσας και Εναγομένου 1, η εν λόγω κατάργησης των προσωπικών εγγυήσεων των Εναγομένων 2, 3 και 4 βάσει των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης της 18/05/2009, Τεκμήριο 8 δεν αποτυπώθηκε σαφώς και ρητώς στη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6 αλλά αφέθηκε να «εξυπακούεται». 

Ιδιαίτερη σημασία για την κρίση του Δικαστηρίου ως προς την ανειλικρίνεια της ΜΥ1, ─όπως καταληκτικά της αποτύπωσης της αξιολόγησης της μαρτυρίας της κρίνεται─, στο συγκεκριμένο ζήτημα, έχει το γεγονός ότι η Λαϊκή Τράπεζα, με την συμμετοχή της, δεν περιορίστηκε στην πιο πάνω πρόνοια διατήρησης «όλων των υπόλοιπων όρων» της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5. Με την Επιστολή Συγκατάθεσης ημερομηνίας 13/07/2009, Τεκμήριο 13, η οποία απευθυνόταν σε έκαστο των Εναγομένων 2, 3 και 4 υπό την ιδιότητά του ως εγγυητή, τους ενημέρωνε ότι ο Εναγόμενος 1, ως πρωτοφειλέτης, είχε υπογράψει ή θα υπέγραφε τροποποιητική συμφωνία, με την οποία θα τροποποιούνταν οι όροι παροχής των Τραπεζικών Διευκολύνσεων βάσει της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, οι οποίες εξασφαλίζονταν με τις προσωπικές τους εγγυήσεις βάσει των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης της 18/05/2009, Τεκμήριο 8. Περαιτέρω, αφού επισήμαινε ότι η εν λόγω παροχή Τραπεζικών Διευκολύνσεων εξασφαλιζόταν με την προσωπική εγγύηση του εκάστοτε εγγυητή, τον καλούσε να παράσχει τη συγκατάθεσή του, με την υπογραφή της επιστολής, «για τις πιο πάνω αναφερόμενες τροποποιήσεις» στις οποίες γινόταν αναφορά. Στο δεύτερο μέρος της επιστολής, ο εκάστοτε εγγυητής δήλωνε ότι «έχω διαβάσει και κατανοήσει τις τροποποιήσεις που αναφέρονται πιο πάνω». Περαιτέρω, δήλωνε ότι «συναινώ σε κάθε και οποιαδήποτε διαφοροποίηση και/ή τροποποίηση, όπως αυτή περιγράφεται πιο πάνω, οποιουδήποτε όρου, οποιασδήποτε και κάθε συμφωνίας παροχής, οποιασδήποτε και κάθε διευκόλυνσης από την Τράπεζα, προς τον Πρωτοφειλέτη, για την οποία έχω παράσχει την προσωπική εγγύησή μου, ημερομηνίας 18/05/2009». Τέλος, συμφωνούσε ότι «η αναφερόμενη προσωπική εγγύησή μου παραμένει σε ισχύ και το αποτέλεσμα και οι όροι της εξακολουθούν να είναι δεσμευτικοί για μένα».

Είναι σαφές ότι, εάν η πρόθεση της Λαϊκής Τράπεζας, με την συμμετοχή και της ιδίας της ΜΥ1, ήταν η απαλλαγή των εγγυητών ή ο τερματισμός των εγγυήσεων των Εναγομένων 2, 3 και 4 βάσει των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης της 18/05/2009, Τεκμήριο 8, δεν θα απηύθυνε προς αυτούς την πιο πάνω Επιστολή Συγκατάθεσης ημερομηνίας 13/07/2009, Τεκμήριο 13, περιλαμβάνοντας δήλωση ότι οι εγγυήσεις τους παρέμεναν σε ισχύ. Ούτε εξηγείται λογικά, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, γιατί θα ζητείτο η συγκατάθεση των Εναγομένων 2, 3 και 4 ως εγγυητών για την απαλλαγή τους από την υποχρέωσή τους, με ταυτόχρονη επιβεβαίωση της διατήρησής της. Ούτε καν η συγκατάθεση απαλλαγής των Εναγομένων 2, 3 και 4 ως εγγυητών για την απαλλαγή τους από την υποχρέωσή τους, από μόνη της δεν έχει λογική, καθότι θα ήταν πολύ παράλογο ένας εγγυητής υπό την οποιαδήποτε περίσταση να αρνείτο να την παράσχει.

Περαιτέρω, το ίδιο ζήτημα εξετάζεται και από την πλευρά των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4, όπως εκτενέστερα αναλύεται κατά την αποτύπωση της αξιολόγησης της μαρτυρίας του Εναγομένου 1 στην συνέχεια. Εάν η πραγματική πρόθεση των μερών κατά τη σύναψη της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, και ειδικότερα η επιδίωξη των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4, ήταν η απαλλαγή των Εναγομένων 2, 3 και 4 από τις προσωπικές τους εγγυήσεις, τότε, ακόμη και αν μπορούσε να δικαιολογηθεί η υπογραφή οποιουδήποτε εγγράφου συγκατάθεσης προς τον σκοπό αυτό, δεν εξηγείται λογικά η αποδοχή του συγκεκριμένου λεκτικού της Επιστολής Συγκατάθεσης ημερομηνίας 13/07/2009, Τεκμήριο 13, με το οποίο επιβεβαιωνόταν ρητά η διατήρηση των εγγυήσεων σε ισχύ. Θα αναμενόταν, αντιθέτως, άρνηση υπογραφής του με αυτό το περιεχόμενο και απαίτηση προσαρμογής του στον σκοπό που, κατά την εκδοχή τους, είχε συμφωνηθεί. Τούτο αποκτά ιδιαίτερη σημασία ενόψει της εμφατικής θέσης του Εναγομένου 1, όπως αναφέρεται στην συνέχεια κατά την αποτύπωση της αξιολόγησης της μαρτυρίας του, ότι η τροποποίηση αποσκοπούσε ακριβώς στη διόρθωση προηγούμενου λάθους ως προς την ανάληψη των προσωπικών εγγυήσεων των Εναγομένων 2, 3 και 4. Δεν συνάδει με την εκδοχή αυτή η αποδοχή, κατά την ίδια διορθωτική διαδικασία, εγγράφου που επιβεβαίωνε τη συνέχιση της υποχρέωσης από την οποία υποτίθεται ότι επιδιωκόταν η απαλλαγή. Ούτε ο Εναγόμενος 1 επικαλέστηκε ότι το συγκεκριμένο λεκτικό αποτέλεσε νέο λάθος, το οποίο εντοπίστηκε και έγινε αποδεκτό κατόπιν συνεννόησης για περαιτέρω διόρθωσή του. Κατά ακρίβεια, η πλευρά των Εναγόμενων 1, 2, 3 και 4 και ο Εναγόμενος 1 με την μαρτυρία του, αφενός δεν αμφισβήτησαν και αφετέρου καμία ειδική αναφορά έκαναν στην εν λόγω Επιστολή Συγκατάθεσης ημερομηνίας 13/07/2009, Τεκμήριο 13 και την συγκεκριμένη πιο πάνω πτυχή της. Υπενθυμίζεται ότι ο ίδιος είναι πατέρας των Εναγομένων 2 και 3 και σύζυγος της Εναγομένης 4 και ότι, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, με την υπογραφή της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6 επιδίωκε να διασφαλίσει ακριβώς τα συμφέροντά τους. Η αποδοχή του πιο πάνω λεκτικού παραμένει, επομένως, ουσιωδώς ασυμβίβαστη με τον σκοπό που απέδωσαν στην τροποποίηση τόσο ο Εναγόμενος 1, όσο και η ΜΥ1, και αποδυναμώνει περαιτέρω την εκδοχή τους μετά και από αντιπαραβολή και συγκριτική εξέταση της μαρτυρίας τους.

Παρά τη συντομία της αντεξέτασης της ΜΥ1, η θέση της δεν παρέμεινε αναντίλεκτη στο κρίσιμο αυτό ζήτημα. Ερωτήθηκε για τη διατήρηση των υπόλοιπων όρων, για την απουσία πρόνοιας τερματισμού των εγγυήσεων και της υποβλήθηκε ρητά ότι η Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6 δεν προέβλεπε απαλλαγή των εγγυητών. Συνεπώς, η περιορισμένη έκταση της αντεξέτασης δεν μεταβάλλει το γεγονός ότι ο πυρήνας της εκδοχής της τέθηκε υπό αμφισβήτηση.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι, παρά το παραδεκτό των αναφορών της ΜΥ1 ως προς την ιδιότητά της ως Προϊστάμενης της Μονάδας Λογαριασμών Προσωπικού της Λαϊκής Τράπεζας, την υπογραφή της επί της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6 και τη σύνδεση της τροποποίησης με την εξαγορά των δεσμευμένων Αξιογράφων, η μαρτυρία της ως προς το κύριο και ουσιώδες ζήτημα για το οποίο κλήθηκε να καταθέσει δεν είναι αξιόπιστη. Ειδικότερα, δεν γίνεται αποδεκτή η θέση της ότι με τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6 συμφωνήθηκε η κατάργηση των προσωπικών εγγυήσεων των Εναγομένων 2, 3 και 4 βάσει των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης της 18/05/2009, Τεκμήριο 8 και ο αποκλεισμός κάθε άλλης δυνατότητας ικανοποίησης της Λαϊκής Τράπεζας. Η μαρτυρία της απορρίπτεται στο σύνολό της κατά το μέρος που αφορά τη θέση αυτή και τυχόν αντίκειται στα παραδεκτά γεγονότα. Η σύμπτωση της θέσης της με εκείνη του Εναγομένου 1, του οποίου η αξιολόγηση της μαρτυρίας αποτυπώνεται στη συνέχεια της απόφασης, ως προελέχθη, συνεκτιμήθηκε, αλλά δεν αίρει τις συγκεκριμένες δυσχέρειες που προκύπτουν από τα πιο πάνω έγγραφα και τις εξηγήσεις τους.

Εναγόμενος 1.

Ως προς την μαρτυρία του Εναγομένου 1, το Δικαστήριο, μολονότι αποδέχεται ότι αυτός είχε άμεση εμπλοκή στα επίδικα γεγονότα και προσωπική γνώση αυτών, δεν κρίνει πειστικές τις εξηγήσεις που έδωσε για τις περιστάσεις υπό τις οποίες υπογράφηκαν η Σύμβαση Δανείου, Τεκμήριο 5 και οι Συμβάσεις Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8. Ούτε κρίνονται πειστικές οι εξηγήσεις του για την υπογραφή της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6 και τις περιστάσεις που την περιέβαλλαν, ιδίως σε σχέση με τον προβαλλόμενο σκοπό της, ήτοι, την κατ’ ισχυρισμό διόρθωση της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5 και την ταυτόχρονη κατάργηση των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8. Το ίδιο ισχύει ως προς τις εξηγήσεις του Εναγομένου 1 σχετικά με την υπογραφή της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7, τις περιστάσεις που την περιέβαλλαν και τον σκοπό τον οποίο, κατά τον ισχυρισμό του, αυτή εξυπηρετούσε.

Για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας του Εναγομένου 1, κρίνεται σκόπιμο να επισημανθεί, κατ’ αρχάς, η σχέση του με τους Εναγομένους 2, 3 και 4, όπως αυτή προέκυψε από τη μαρτυρία του κατά την κυρίως εξέταση, η οποία δεν αμφισβητήθηκε από την Ενάγουσα και αποτελεί παραδεκτό γεγονός. Συγκεκριμένα, ο Εναγόμενος 1 ανέφερε ότι η Εναγόμενη 4 είναι σύζυγός του και οι Εναγόμενοι 2 και 3 υιοί τους. Ως προς τους τελευταίους, κατέθεσε ότι, κατά τον επίδικο χρόνο, ο ένας ήταν 19 ετών και υπηρετούσε στην Εθνική Φρουρά, ενώ ο άλλος ήταν 22 ετών και φοιτητής. Αμφότεροι, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, δεν είχαν εισοδήματα ή περιουσιακά στοιχεία, πλην των δικαιωμάτων τους επί ομολόγων και καταθέσεων, στα οποία οι γονείς τους τούς είχαν καταστήσει συνδικαιούχους.

Σχετική με την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Εναγομένου 1 είναι επίσης η μακρόχρονη επαγγελματική του σχέση με τη Λαϊκή Τράπεζα και, συνακόλουθα, η εμπειρία και οι γνώσεις που απέκτησε ως προς τη λειτουργία τραπεζικού ιδρύματος και τις τραπεζικές εργασίες. Κατά την αντεξέτασή του, ερωτηθείς για την εργοδότησή του στη Λαϊκή Τράπεζα και τις αρμοδιότητες που κατά καιρούς ασκούσε, ανέφερε ότι εργοδοτήθηκε την 01/01/1980, αρχικά στο ταμείο, και στη συνέχεια υπηρέτησε σε όλα τα κύρια τμήματά της. Μεταξύ άλλων, εργάστηκε ως διευθυντής υποκαταστήματος, στον εσωτερικό έλεγχο, στις εισαγωγές και εξαγωγές, στα έγγραφα, στις πιστώσεις και στο τμήμα επισφαλών λογαριασμών (recovery), ενώ ο ίδιος αυτοπροσδιορίστηκε ως «αξιωματούχος» της. Ιδιαίτερη σημασία, για τους λόγους που αναπτύσσονται κατωτέρω, έχει η αναφορά του ότι είχε εργαστεί και στο τμήμα των «εγγράφων». Συναφής είναι και η μαρτυρία του αναφορικά με την επαγγελματική ιδιότητα της συζύγου του, Εναγομένης 4 και τη δική της σχέση με τον τραπεζικό τομέα. Ειδικότερα, κατά την αντεξέτασή του διευκρίνισε ότι μόνο ο ίδιος ήταν υπάλληλος της Λαϊκής Τράπεζας, ενώ η Εναγόμενη 4 εργαζόταν στη γαλλική τράπεζα Societe Generale.

Ως προς τα επίδικα γεγονότα, ο Εναγόμενος 1 ανέφερε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι, επειδή τα Αξιόγραφα ήταν «αορίστου διαρκείας» και δεν μπορούσαν να ρευστοποιηθούν πριν από την πάροδο τουλάχιστον πέντε ετών, τον Μάιο του 2009 αποφάσισαν, από κοινού με τους Εναγομένους 2, 3 και 4, να αξιοποιήσουν το κίνητρο που τους προσέφερε η Λαϊκή Τράπεζα για την αγορά των Αξιογράφων. Συγκεκριμένα, αποφάσισαν να δανειστούν ποσό ίσο με το 90% της αξίας τους, με μοναδική εξασφάλιση, κατά τον ισχυρισμό του, τα ίδια τα Αξιόγραφα.

Ο Εναγόμενος 1 ανέφερε ότι, κατά τον χρόνο εκείνο, ζήτησε όπως το Δάνειο παραχωρηθεί από κοινού σε όλους τους Εναγομένους 1, 2, 3 και 4 ως πρωτοφειλέτες, δεδομένου ότι κοινές ήταν πάντοτε οι οικογενειακές τους καταθέσεις, όπως και τα Αξιόγραφα, τα οποία ήταν εγγεγραμμένα στο όνομα όλων τους. Ανέφερε, επίσης, ότι απαίτησε να περιληφθεί στη Σύμβαση Δανείου, Τεκμήριο 5, ειδικός όρος, σύμφωνα με τον οποίο οι περιοδικές πληρωμές θα πραγματοποιούνταν από τους τόκους των Αξιογράφων και η εξόφληση του Δανείου θα γινόταν αποκλειστικά από τα Αξιόγραφα. Κατά τον ισχυρισμό του, ωστόσο, λόγω ενδεχομένως κακής συνεννόησης με τη Μονάδα Λογαριασμών Προσωπικού ή παραδρομής, το Δάνειο παραχωρήθηκε μόνο στον ίδιο ως πρωτοφειλέτη, ο ειδικός όρος δεν περιλήφθηκε στη Σύμβαση Δανείου, Τεκμήριο 5 και η σύζυγος και τα παιδιά του, Εναγόμενοι 2, 3 και 4, καταχωρίστηκαν ως εγγυητές αντί ως πρωτοφειλέτες.

Περαιτέρω, ο Εναγόμενος 1 ανέφερε ότι, παρά τα πιο πάνω, η Σύμβαση Δανείου, Τεκμήριο 5 και οι Συμβάσεις Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, υπογράφηκαν, κατά περίπτωση, από τους Εναγομένους 1, 2, 3 και 4, μολονότι δεν ανταποκρίνονταν σε όσα επιθυμούσαν να συμφωνήσουν. Υποστήριξε ότι προχώρησαν στην υπογραφή κατόπιν διαβεβαιώσεων της Προϊστάμενης της Μονάδας Λογαριασμών Προσωπικού, ΜΥ1, ότι όλα τα λάθη θα διορθώνονταν το συντομότερο δυνατόν με συμπληρωματική συμφωνία τροποποίησης της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5. Επικαλέστηκε, συναφώς, την πολύ καλή συνεργασία που είχε με τη ΜΥ1, υπό την ιδιότητά τους ως δύο «αξιωματούχων» της Λαϊκής Τράπεζας. Κατά την αντίληψή του, η διόρθωση πραγματοποιήθηκε στις 31/07/2009, με την υπογραφή της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6.

Ειδικότερα, ανέφερε ότι με τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, τροποποιήθηκαν οι εξασφαλίσεις και προστέθηκε ο ειδικός όρος τον οποίο είχε, κατά τον ισχυρισμό του, ζητήσει εξαρχάς, ήτοι ότι το Δάνειο θα εξοφλείτο αποκλειστικά από τα Αξιόγραφα. Ανέφερε, επίσης, ότι διορθώθηκε η ημερομηνία εξόφλησης του Δανείου από 28/05/2013 σε 28/06/2013, καθώς και το ποσό της δόσης.

Αναφορικά με τη συγκατάθεση των Εναγομένων 2, 3 και 4 για την τροποποίηση που επήλθε με τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, ο Εναγόμενος 1 χαρακτήρισε τις Επιστολές Συγκατάθεσης ημερομηνίας 13/07/2009, Τεκμήριο 13, ως «λίγο παραπλανητικές και ελλιπείς». Ειδικότερα, ανέφερε ότι, ενώ η Λαϊκή Τράπεζα τους ενημέρωσε για «τις δόσεις και το επιτόκιο», δεν τους ενημέρωσε για τον, κατά τον ίδιο, πλέον ουσιώδη όρο, ότι δηλαδή «το Δάνειο θα εξοφληθεί όταν η Τράπεζα προβεί στην εξαγορά των Αξιογράφων». Ήταν η θέση του ότι ζητήθηκε η γραπτή συγκατάθεση των Εναγομένων 2, 3 και 4, υπό την ιδιότητά τους ως εγγυητών, για την τροποποίηση της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, όπως, κατά τον ισχυρισμό του, επιβαλλόταν, πλην όμως ενημερώθηκαν μόνο «για την αλλαγή της δόσης». Υποστήριξε ότι ουδέποτε ενημερώθηκαν, ούτε για τη νέα ημερομηνία αποπληρωμής, ούτε, κυρίως, για τη μεταβολή των εξασφαλίσεων με την προσθήκη του νέου ειδικού όρου. Ως εκ τούτου, χαρακτήρισε τη συγκατάθεσή τους ως προϊόν πλημμελούς ενημέρωσης.

Ο Εναγόμενος 1 εξήγησε περαιτέρω ότι δεν επέμειναν να καταστούν όλοι οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 πρωτοφειλέτες, επειδή ο ειδικός όρος που είχε, κατά τον ισχυρισμό του, αποδεχθεί η Λαϊκή Τράπεζα, μετέφερε ουσιαστικά στην ίδια την ευθύνη εξόφλησης του Δανείου μέσω της «εξαργύρωσης» των Αξιογράφων. Ανέφερε, επίσης, ότι η μετατροπή του Δανείου σε κοινό, θα απαιτούσε σειρά λογιστικών πράξεων για το κλείσιμο του υφιστάμενου Δανείου και το άνοιγμα νέου στο όνομα και των τεσσάρων. Κατά την εκδοχή του, εφόσον η βασική τους απαίτηση είχε γίνει αποδεκτή και οι εξασφαλίσεις είχαν τροποποιηθεί, δεν είχε πλέον σημασία εάν υπήρχε ένας ή τέσσερις πρωτοφειλέτες. Προς επιβεβαίωση της θέσης του, ανέφερε ότι, μετά την καταβολή των συμφωνηθεισών δόσεων, υπέβαλε αίτημα διακοπής των πληρωμών μέσω της τραπεζικής εντολής που είχε δώσει και ότι το αίτημα εγκρίθηκε από τη Λαϊκή Τράπεζα.

Καταληκτικά, κατά την κυρίως εξέτασή του, υποστήριξε ότι με την υπογραφή της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 απαλλάχθηκαν από τις υποχρεώσεις τους βάσει των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8 και, ως εκ τούτου, δεν διατηρούσαν πλέον την ιδιότητα του εγγυητή.

Κατά την αντεξέτασή του, ο Εναγόμενος 1 ερωτήθηκε εάν είχε στην κατοχή του οποιοδήποτε έγγραφο ή αίτηση με την οποία είχε ζητήσει από τη Λαϊκή Τράπεζα να παραχωρηθεί το Δάνειο και στους τέσσερις Εναγομένους 1, 2, 3 και 4 και να εξοφληθεί αποκλειστικά από τα Αξιόγραφα. Απάντησε ότι δεν είχε οποιοδήποτε έγγραφο προς τούτο.

Ακολούθως, κλήθηκε να εξηγήσει πώς θα ήταν δυνατόν η Λαϊκή Τράπεζα να αποδεχθεί τους Εναγομένους 2 και 3 ως πρωτοφειλέτες, εφόσον ο ίδιος είχε υποστηρίξει ότι δεν ήταν αξιόχρεοι, αφού ο ένας ήταν εθνοφρουρός και ο άλλος φοιτητής. Ο Εναγόμενος 1 απέδωσε στη Λαϊκή Τράπεζα λάθος ως προς την ετοιμασία της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, και των λοιπών συμβατικών εγγράφων. Ανέφερε ότι, πριν υπογράψει τη Σύμβαση Δανείου, Τεκμήριο 5, εξέτασε τα έγγραφα και συζήτησε το θέμα με τη ΜΥ1, η οποία του υποσχέθηκε ότι θα διόρθωνε τα τέσσερα λάθη που είχαν εντοπιστεί.

Στο ίδιο πλαίσιο, υποστήριξε ότι δεν θα συνήπτε Δάνειο με εγγυητές τα παιδιά του εφόσον η Λαϊκή Τράπεζα του είχε αναφέρει ότι μοναδική εξασφάλιση θα αποτελούσε η δέσμευση των Αξιογράφων. Πρόσθεσε ότι το ζήτημα αφορούσε τη Λαϊκή Τράπεζα και ότι, για τον λόγο αυτό, η Λαϊκή Τράπεζα αποδέχθηκε τις αλλαγές. Κατά τον ίδιο, δεν ήταν δυνατόν να εμφανίζονται στα βιβλία της Λαϊκής Τράπεζας ένας εθνοφρουρός 19 ετών και ένας φοιτητής 22 ετών ως πρόσωπα που θα παρείχαν την απαιτούμενη βάση για τη χρηματοδότηση. Ανέφερε, επίσης, ότι, ως «έμπειρος τραπεζίτης» και πατέρας, δεν θα έθετε τα παιδιά του ως εγγυητές, ότι κανένας δεν του το είχε ζητήσει και ότι, ούτε για οποιοδήποτε άλλο δάνειο είχε λάβει, είχαν δοθεί προσωπικές εγγυήσεις. Κατέληξε ότι επρόκειτο για «καθαρά λάθος της μονάδας, παρεξήγηση, κακή συνεννόηση, ίσως και από ευκολία», εξαιτίας του οποίου το Δάνειο καταχωρίστηκε μόνο στο όνομά του.

Όταν του επισημάνθηκε ότι, παρά την εμπειρία του και την επιθυμία του να παραχωρηθεί το Δάνειο και στους τέσσερις Εναγομένους 1, 2, 3 και 4, υπέγραψε τη Σύμβαση Δανείου, Τεκμήριο 5, ενώ οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 υπέγραψαν τις Συμβάσεις Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, επανέλαβε ότι προχώρησαν κατόπιν των διαβεβαιώσεων της ΜΥ1 περί διόρθωσης των λαθών. Εξήγησε ότι χρειαζόταν τότε ρευστότητα για τρεις λόγους, ενώ τα χρήματά τους ήταν δεσμευμένα στα Αξιόγραφα: ένας από τους υιούς του θα μετέβαινε στην Αγγλία για σπουδές, η σύζυγός του είχε λάβει επιστολή ότι θα αποχωρούσε από την εργασία της λόγω πλεονασμού και ο μεγαλύτερος υιός του είχε αρραβωνιαστεί και, μαζί με την αρραβωνιαστικιά του, προγραμμάτιζαν την απόκτηση στέγης μέσω ανέγερσης κατοικίας. Για τις ανάγκες αυτές, όπως ανέφερε, ήθελαν να είναι οικονομικά προετοιμασμένοι.

Όταν του τέθηκε ότι, με την υπογραφή της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5 και των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 αποδέχθηκαν, κατά περίπτωση, το περιεχόμενό τους και δεσμεύθηκαν από αυτό, ο Εναγόμενος 1 απάντησε: «Συμφωνώ και δεν το αρνούμαι».

Ο Εναγόμενος 1, κληθείς να εξηγήσει γιατί, παρά το αρχικό του αίτημα, μετά την υπογραφή της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, παρέμεινε μόνο ο ίδιος ως δανειολήπτης, αναγνώρισε ότι το Δάνειο εξακολούθησε να υφίσταται στο όνομά του. Επανέλαβε, όμως, ότι αρκέστηκε στη μεταφορά, κατά την εκδοχή του, της ευθύνης εξόφλησης και εξασφάλισης του Δανείου στη Λαϊκή Τράπεζα και στην απαλλαγή των Εναγομένων 2, 3 και 4 από τις υποχρεώσεις τους βάσει των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8. Ανέφερε ότι, η ΜΥ1 του εξήγησε πως, η προσθήκη και των τεσσάρων ως πρωτοφειλετών, θα απαιτούσε πολύ περισσότερο χρόνο και ότι, για τον λόγο αυτό, δεν επέμεινε.

Περαιτέρω, ανέφερε ότι δεν θεωρούσε τότε ουσιώδες εάν υπήρχε ένας ή τέσσερις πρωτοφειλέτες, εφόσον κανένας δεν μπορούσε να υποψιαστεί ότι θα ακολουθούσε «κούρεμα». Αναφερόμενος εκ των υστέρων στην εξέλιξη αυτή, υποστήριξε ότι, εάν η Λαϊκή Τράπεζα είχε εκτελέσει τις αρχικές του οδηγίες και το Δάνειο είχε παραχωρηθεί και στους τέσσερις, θα είχε διενεργηθεί συμψηφισμός με τις καταθέσεις τους και δεν θα απέμενε υπόλοιπο του Δανείου προς καταβολή.

Σε σχέση με τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, ο Εναγόμενος 1 ερωτήθηκε εάν μπορούσε, με βάση τις γνώσεις και την προηγούμενη ιδιότητά του ως λειτουργού της Λαϊκής Τράπεζας, να υποδείξει την πρόνοια από την οποία προέκυπτε ότι μοναδική εξασφάλιση του Δανείου ήταν τα Αξιόγραφα. Παρέπεμψε αρχικά στη Σύμβαση Δανείου, Τεκμήριο 5, επισημαίνοντας ότι προέβλεπε δύο κατηγορίες εξασφαλίσεων, τα Αξιόγραφα και τις προσωπικές εγγυήσεις. Αναφερόμενος ακολούθως στη διατύπωση της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, ότι «οι εξασφαλίσεις τροποποιούνται ως ακολούθως», υποστήριξε ότι, εφόσον τα Αξιόγραφα παρέμεναν ως είχαν και προστέθηκε η πρόνοια για την εξόφληση του Δανείου από την εξαγορά τους, η μεταβολή αφορούσε τις εξασφαλίσεις. Ανέφερε ότι είχε συζητήσει το ζήτημα με τον λειτουργό που ετοίμασε την τροποποίηση και ότι είχαν κρίνει πως με τον τρόπο αυτό απαλλάσσονταν οι εγγυητές. Ως προς τη διατήρηση των υπόλοιπων όρων της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, υποστήριξε ότι οι εξασφαλίσεις είχαν τροποποιηθεί ενώ οι υπόλοιποι όροι εξακολουθούσαν να ισχύουν.

Όταν του τέθηκε ότι, εφόσον υπήρχε κοινή πρόθεση απαλλαγής των εγγυητών, θα αναμενόταν ρητή αναφορά στη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, ο Εναγόμενος 1 ανέφερε ότι το σύστημα χορηγήσεων δεν αποτελούσε το κύριο αντικείμενο των γνώσεών του. Επανέλαβε ότι η ΜΥ1, η οποία είχε εγκρίνει τη διαδικασία, τον διαβεβαίωσε ότι με τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, απαλλάσσονταν οι εγγυητές. Διαφώνησε, συνεπώς, με τη θέση της Ενάγουσας ότι οι υποχρεώσεις των Εναγομένων 2, 3 και 4 βάσει των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, εξακολουθούσαν να υφίστανται.

Όταν του υποβλήθηκε ότι με τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, τροποποιήθηκε ο τρόπος αποπληρωμής και εξόφλησης του Δανείου βάσει της εξασφάλισης των Αξιογράφων, ζήτησε διευκρίνιση ως προς την έννοια του «τρόπου» αποπληρωμής. Αφού του υποδείχθηκε η θέση της Ενάγουσας ότι το Δάνειο θα εξοφλείτο όταν η Τράπεζα προέβαινε στην εξαγορά των δεσμευμένων Αξιογράφων, επανέλαβε ότι η τροποποίηση καθιστούσε τα Αξιόγραφα τη μοναδική εξασφάλιση και απάλλασσε τους Εναγομένους 2, 3 και 4 από τις εγγυήσεις τους.

Ερωτηθείς εκ νέου για την απουσία ρητής πρόνοιας απαλλαγής στη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, παρέπεμψε στο πρόγραμμα αποπληρωμής που το εν λόγω έγγραφο περιλαμβάνει. Ανέφερε ότι προβλέπονταν 15 δόσεις και μία τελευταία δόση, ήτοι συνολικά 16, και ότι οι πρώτες 15 είχαν ήδη καταβληθεί, μάλιστα είχαν, κατά τον ισχυρισμό του, προπληρωθεί. Υποστήριξε ότι απέμενε μόνο η εξόφληση του Δανείου, για την οποία ίσχυε ο όρος ότι «το δάνειο αυτό θα εξοφληθεί όταν η τράπεζα προβεί στην εξαγορά των δεσμευμένων αξιογράφων».

Οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί παρουσιάζουν ουσιώδεις δυσχέρειες, οι οποίες επηρεάζουν αρνητικά την αξιοπιστία του Εναγομένου 1.

Κεντρική θέση του Εναγομένου 1 ήταν ότι η Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, αποσκοπούσε στη διόρθωση της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5 και στην ταυτόχρονη κατάργηση των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8. Για να θεμελιώσει τη θέση αυτή, επικαλέστηκε το αρχικό λάθος στην ετοιμασία των συμβατικών εγγράφων. Ο ισχυρισμός περί λάθους αποτελούσε, επομένως, ουσιώδες έρεισμα της εκδοχής του για τον διορθωτικό χαρακτήρα της μεταγενέστερης τροποποίησης. Ωστόσο, δεν κρίνεται πειστικός.

Η εκδοχή ότι είχε ζητήσει να καταστούν και οι τέσσερις Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 πρωτοφειλέτες και να εξοφληθεί το Δάνειο αποκλειστικά από τα Αξιόγραφα, αλλά, λόγω κακής συνεννόησης ή παραδρομής, καταχωρίστηκε μόνο ο ίδιος ως πρωτοφειλέτης και οι υπόλοιποι ως εγγυητές, δεν υποστηρίζεται από οποιοδήποτε έγγραφο ή αίτηση που να καταγράφει το συγκεκριμένο αρχικό αίτημα, ούτε από άλλη μαρτυρία για τις συγκεκριμένες συνεννοήσεις. Η απουσία αυτή δεν αποκλείει ότι έγιναν προφορικές συνεννοήσεις, αλλά αφήνει την εκδοχή του να κριθεί κυρίως σε συνάρτηση με τη συμπεριφορά των μερών και τα έγγραφα που τελικά υπέγραψαν.

Στην προκείμενη περίπτωση, πέραν της απουσίας τέτοιας υποστηρικτικής μαρτυρίας, παρουσιάστηκαν οι Επιστολές της Λαϊκής Τράπεζας προς τους Εναγομένους 2, 3 και 4 ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 11, με τις οποίες οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 ενημερώνονταν, ως προτιθέμενοι εγγυητές, για την παραχώρηση του Δανείου στον Εναγόμενο 1. Οι Επιστολές της Λαϊκής Τράπεζας προς τους Εναγομένους 2, 3 και 4 ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 11, συνοδεύονται από δηλώσεις παραλαβής της «Δήλωσης Περιουσιακών Στοιχείων» του Εναγομένου 1. Πρόκειται για στοιχεία της προπαρασκευαστικής διαδικασίας που διακρίνουν τον Εναγόμενο 1 ως δανειολήπτη από τους Εναγομένους 2, 3 και 4 ως εγγυητές. Η διάκριση αυτή δεν εμφανίστηκε, συνεπώς, ως μεμονωμένη αναφορά κατά την τελική υπογραφή της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5 και των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8. Συναφώς, κατά την εκδοχή του Εναγομένου 1, ενώ είχε ζητηθεί να είναι και οι τέσσερις πρωτοφειλέτες, η διαδικασία αξιολόγησης προχώρησε με «Δήλωση Περιουσιακών Στοιχείων» του ιδίου και ενημέρωση των υπόλοιπων Εναγομένων 2, 3 και 4 υπό την ιδιότητα των εγγυητών. Εάν ευσταθούσε ο ισχυρισμός του περί κοινής αίτησης δανειοδότησης, θα αναμενόταν η διαφοροποίηση αυτή να είχε γίνει αντιληπτή και να είχε αντιμετωπιστεί εγκαίρως, όταν από τον ίδιο είχε ζητηθεί να ετοιμάσει και προσκομίσει «Δήλωση Περιουσιακών Στοιχείων», και από τους υπόλοιπους Εναγόμενους 2, 3 και 4 όχι. Η προπαρασκευαστική αυτή διαδικασία αποδυναμώνει την παρουσίαση του ζητήματος ως λάθους που αφορούσε απλώς την ετοιμασία των τελικών συμβατικών εγγράφων.

Σε κάθε περίπτωση, δεν επρόκειτο για μια μεμονωμένη ανακριβή αναφορά. Η Σύμβαση Δανείου, Τεκμήριο 5, προέβλεπε προσωπικές εγγυήσεις, ενώ υπογράφηκαν χωριστά οι Συμβάσεις Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8. Ο Εναγόμενος 1 αναγνώρισε ότι είχε εξετάσει τα συμβατικά έγγραφα πριν από την υπογραφή τους. Όταν δε του τέθηκε ότι με την υπογραφή τους οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 αποδέχθηκαν, κατά περίπτωση, το περιεχόμενό τους και δεσμεύθηκαν από αυτό, απάντησε «Συμφωνώ και δεν το αρνούμαι». Η μαρτυρία του δεν αφορούσε, επομένως, λάθος που διέλαθε της προσοχής, τόσο του ιδίου, όσο και των υπόλοιπων Εναγομένων 2, 3 και 4, αλλά συνειδητή υπογραφή εγγράφων τα οποία, κατά την εκδοχή του, δεν αποτύπωναν τη συμφωνία που είχε προηγηθεί.

Προς εξήγηση της επιλογής αυτής, ο Εναγόμενος 1 επικαλέστηκε τις ανάγκες ρευστότητας της οικογένειάς του. Η επίκλησή τους εξηγεί την επιθυμία να ολοκληρωθεί η χρηματοδότηση. Δεν εξηγεί, όμως, επαρκώς, γιατί η τόσο ουσιώδης, κατά τον ίδιο, διόρθωση της ιδιότητας των συμβαλλομένων, αφέθηκε να αντιμετωπιστεί μεταγενέστερα. Ιδίως, εφόσον, από την περιγραφή του, δεν προέκυψε ότι οι ανάγκες αυτές ήταν τόσο άμεσες και χρονικά πιεστικές ώστε να μην επέτρεπαν προηγούμενη διόρθωση της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5.

Ειδικότερα, η αναφορά ότι ένας από τους υιούς του θα μετέβαινε στην Αγγλία για σπουδές παρέπεμπε σε μελλοντική ανάγκη. Δεδομένου ότι η σύναψη της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, τοποθετείται τον Μάιο του 2009, η αναφορά αυτή, που θα μπορούσε να αφορά μόνο τον υιό του ο οποίος όπως ανέφερε ήταν εθνοφρουρός, συνάδει με προγραμματισμό για το επόμενο ακαδημαϊκό έτος, χωρίς να προσδιορίστηκε άμεση υποχρέωση καταβολής ποσού που δεν μπορούσε να αναμείνει τη διόρθωση των συμβατικών εγγράφων.

Αντίστοιχα, η γνωστοποίηση προς την Εναγόμενη 4 ότι θα αποχωρούσε από την εργασία της λόγω πλεονασμού δικαιολογούσε οικονομικό προγραμματισμό, δεν τεκμηρίωνε όμως, χωρίς περαιτέρω συγκεκριμένα στοιχεία, την ανάγκη άμεσης εκταμίευσης του Δανείου πριν από τη διόρθωση των συμβατικών εγγράφων. Η εργοδότησή της, κατά την περιγραφή του Εναγομένου 1, δεν είχε ακόμη τερματιστεί, ενώ η αναμενόμενη αποζημίωση λόγω πλεονασμού θα μπορούσε, με την είσπραξή της, να παράσχει προσωρινή ρευστότητα έστω και αν δεν αναπλήρωνε μακροπρόθεσμα την απώλεια του εισοδήματός της.

Ούτε η αναφορά στον αρραβώνα του μεγαλύτερου υιού και στην πρόθεση ανέγερσης κατοικίας κατέδειξε ανάγκη τόσο επείγουσα, ώστε η εξασφάλιση χρηματοδότησης να μην μπορούσε να αναμείνει για τον χρόνο που απαιτείτο προκειμένου τα συμβατικά έγγραφα να αποτυπώσουν ορθά τις πραγματικές προθέσεις των μερών. Η ίδια η διατύπωση του Εναγομένου 1 ότι ήθελαν να είναι οικονομικά προετοιμασμένοι, παρέπεμπε σε προγραμματισμό μελλοντικών δαπανών.

Πέραν τούτων, η εξήγηση περί επείγουσας ανάγκης ρευστότητας αποδυναμώνεται ουσιωδώς από τη χρήση που, σύμφωνα με τον ίδιο τον Εναγόμενο 1, έγινε τελικά του προϊόντος του Δανείου. Ο Εναγόμενος 1 ανέφερε ότι το ποσό κατατέθηκε σε λογαριασμό γραμματίου/προθεσμιακής κατάθεσης και αποτέλεσε μέρος των καταθέσεων που απομειώθηκαν λόγω των γεγονότων του 2013. Τη θέση αυτή προέβαλε, μεταξύ άλλων, στις παραγράφους 20 και 21 της Γραπτής Δήλωσης του, Έγγραφο Γ. Κατά τη δική του, επομένως, εκδοχή, το ποσό διατηρήθηκε ως κατάθεση αντί να αναλωθεί για την άμεση κάλυψη των αναγκών τις οποίες επικαλέστηκε προς δικαιολόγηση της εσπευσμένης υπογραφής.

Το γεγονός ότι στη Σύμβαση Δανείου, Τεκμήριο 5, αναφερόταν ως σκοπός η κάλυψη «οικογενειακών αναγκών» δεν αρκεί για να καταστήσει πειστική την εξήγηση ότι οι συγκεκριμένες ανάγκες ήταν τόσο πιεστικές, ώστε δεν υπήρχε χρόνος να προηγηθεί η διόρθωση των συμβατικών εγγράφων. Η μεταγενέστερη τοποθέτηση και διατήρηση του προϊόντος του Δανείου σε λογαριασμό γραμματίου/προθεσμιακής κατάθεσης, όπως την περιέγραψε ο ίδιος, δεν συμβιβάζεται πειστικά με την αμεσότητα που απέδωσε στις ανάγκες αυτές.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο δεν αποκλείει εκ προοιμίου την πιθανότητα λάθους κατά την ετοιμασία εγγράφων από ένα τραπεζικό ίδρυμα. Η δυσκολία της εκδοχής του Εναγομένου 1 δεν έγκειται μόνο στην πιθανότητα διάπραξης του αρχικού λάθους. Έγκειται κυρίως στον ισχυρισμό ότι, αφού το λάθος εντοπίστηκε και τέθηκε υπόψη της αρμόδιας μονάδας, η Λαϊκή Τράπεζα προχώρησε εν γνώσει της στην υπογραφή της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5 και των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, καθώς και στην εκταμίευση του Δανείου, αφήνοντας προς μεταγενέστερη διόρθωση ένα τόσο ουσιώδες ζήτημα όσο η ταυτότητα και η ιδιότητα των υπόχρεων προσώπων.

Στο πλαίσιο αυτό, δεν κρίνεται πειστικός ο ισχυρισμός ότι η ΜΥ1, ως Προϊστάμενη της Μονάδας Λογαριασμών Προσωπικού, ενήργησε κατά τον τρόπο που περιέγραψε ο Εναγόμενος 1, διαβεβαιώνοντάς τον ότι όλα τα λάθη θα διορθώνονταν μετά την υπογραφή και την εκταμίευση, στη βάση της πολύ καλής συνεργασίας τους ως δύο «αξιωματούχων» της Λαϊκής Τράπεζας. Επισημαίνεται ότι η ΜΥ1, μολονότι κλήθηκε από τους Εναγομένους 1, 2, 3 και 4 να καταθέσει και φερόταν, κατά την εκδοχή του Εναγομένου 1 αλλά και της ιδίας, ως άμεσα εμπλεκόμενη στις συγκεκριμένες συνεννοήσεις, δεν αναφέρθηκε στα γεγονότα αυτά ούτε, ιδίως, ερωτήθηκε ειδικά για αυτά κατά την κυρίως εξέταση της. Η μαρτυρία της, η αξιολόγηση της οποίας έχει ήδη αποτυπωθεί ανωτέρω, σε κάθε περίπτωση, δεν παρέχει, συνεπώς, συγκεκριμένη επιβεβαίωση του ιστορικού των συνεννοήσεων, λαθών και διαβεβαιώσεων που περιέγραψε ο Εναγόμενος 1.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η ίδια η εξήγηση που έδωσε ο Εναγόμενος 1 για τις δυσκολίες μεταγενέστερης μετατροπής του Δανείου σε κοινό με τους Εναγομένους 2, 3 και 4. Κατά τη μαρτυρία του, θα απαιτείτο σειρά λογιστικών πράξεων για το κλείσιμο του υφιστάμενου Δανείου και το άνοιγμα νέου στο όνομα και των τεσσάρων ως πρωτοφειλετών. Λόγω της τραπεζικής εμπειρίας, τόσο του ιδίου, όσο και της ΜΥ1, οι δυσκολίες αυτές θα αναμενόταν να είναι γνωστές εξαρχάς. Δεν εξηγείται πειστικά γιατί, κατά τους ισχυρισμούς του Εναγομένου 1, επέλεξαν να προχωρήσουν με τον φερόμενο ως λανθασμένο τρόπο και να δημιουργήσουν την ανάγκη μεταγενέστερων διορθωτικών ενεργειών, αντί να αποτυπώσουν ορθά την επικαλούμενη συμφωνία πριν από την υπογραφή. Οι ίδιες δυσκολίες που ο Εναγόμενος 1 επικαλέστηκε για να εξηγήσει γιατί τελικά δεν επέμεινε στη μετατροπή του Δανείου σε κοινό, καθιστούν λιγότερο πειστική την αρχική αποδοχή, τόσο του ιδίου, όσο και της Λαϊκής Τράπεζας, να προχωρήσουν με έγγραφα που, κατά τον ισχυρισμό του, αμφότεροι γνώριζαν ότι ήταν λανθασμένα.

Η εξήγησή του εμφανίζει και μια περαιτέρω δυσκολία. Ενώ τόνισε ότι, ως έμπειρος τραπεζικός και πατέρας, δεν θα έθετε τα παιδιά του ως εγγυητές, υποστήριξε συγχρόνως ότι είχε ζητήσει να αναλάβουν την ιδιότητα των πρωτοφειλετών. Η ιδιότητα αυτή, δεν συνάδει με την εικόνα ότι επιδίωκε να τα κρατήσει έξω από την ανάληψη προσωπικής υποχρέωσης.

Οι πιο πάνω εξηγήσεις, οι οποίες δεν κρίνονται πειστικές για τους λόγους που αναφέρθηκαν, προβλήθηκαν προς υποστήριξη της θέσης ότι η Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, είχε ως σκοπό και αποτέλεσμα την κατάργηση των προσωπικών εγγυήσεων των Εναγομένων 2, 3 και 4 βάσει των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8. Η θέση αυτή αντιμετωπίζει και αυτοτελείς δυσχέρειες, όπως επισημάνθηκε και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της ΜΥ1 ανωτέρω, οι οποίες συνεκτιμώνται με τις αδυναμίες της εκδοχής του Εναγομένου 1 ως προς τα γεγονότα που προηγήθηκαν και έχουν ανωτέρω σχολιαστεί.

Η Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, αναφέρει ότι «Το δάνειο αυτό θα ξοφληθεί όταν η Τράπεζα προβεί στην εξαγορά των δεσμευμένων αξιογράφων». Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει ότι η πρόνοια τοποθετήθηκε κάτω από την αναφορά σε τροποποίηση των εξασφαλίσεων. Το στοιχείο αυτό προσφέρει βάση για τη σύνδεση της τροποποίησης με τις εξασφαλίσεις και συνεκτιμάται ως λεπτομερώς στην συνέχεια αναφέρεται. Δεν αρκεί, όμως, για να επιβεβαιώσει το πρόσθετο περιεχόμενο που της απέδωσε ο Εναγόμενος 1, ότι δηλαδή καταργήθηκαν οι προσωπικές εγγυήσεις των Εναγομένων 2, 3 και 4 βάσει των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, και αποκλείστηκε κάθε άλλη πηγή ικανοποίησης της Λαϊκής Τράπεζας. Οι λέξεις «αποκλειστικά και μόνο», στις οποίες στηρίχθηκε η κατάθεσή του, δεν περιλαμβάνονται στη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6.

Η απουσία ρητής απαλλαγής δεν εξετάζεται απομονωμένα. Συνεκτιμάται με τη διατήρηση των υπόλοιπων όρων της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, και με την πρόνοια ότι, για να τεθεί σε ισχύ η Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, έπρεπε να εξασφαλιστεί η γραπτή συγκατάθεση όλων των εγγυητών. Συναφώς, οι Επιστολές Συγκατάθεσης ημερομηνίας 13/07/2009, Τεκμήριο 13, ως και προελέχθη, περιλαμβάνουν δήλωση ότι η προσωπική εγγύηση παραμένει σε ισχύ και ότι οι όροι της εξακολουθούν να δεσμεύουν τον υπογράφοντα. Τα στοιχεία αυτά, δεν υποστηρίζουν πειστικά την εκδοχή ότι η συγκεκριμένη διαδικασία αποτελούσε την προσυμφωνημένη διόρθωση με την οποία θα καταργούνταν οι προσωπικές εγγυήσεις των Εναγομένων 2, 3 και 4.

Ειδικότερα, όπως έχει ήδη αναφερθεί κατά την αποτύπωση της αξιολόγησης της μαρτυρίας της ΜΥ1 ανωτέρω, με τις Επιστολές Συγκατάθεσης ημερομηνίας 13/07/2009, Τεκμήριο 13, οι οποίες απευθύνονταν σε έκαστο των Εναγομένων 2, 3 και 4 υπό την ιδιότητά του ως εγγυητή, η Λαϊκή Τράπεζα τους ενημέρωνε ότι ο Εναγόμενος 1, ως πρωτοφειλέτης, είχε υπογράψει ή θα υπέγραφε τροποποιητική συμφωνία. Με αυτήν θα τροποποιούνταν οι όροι παροχής των Τραπεζικών Διευκολύνσεων που εξασφαλίζονταν με τις προσωπικές τους εγγυήσεις βάσει των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8.

Οι Επιστολές Συγκατάθεσης ημερομηνίας 13/07/2009, Τεκμήριο 13, αναφέρονταν σε «παράταση του προγράμματος αποπληρωμής του δανείου με αρ. 003-12-556055», δηλαδή του Δανείου που παραχωρήθηκε βάσει της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5. Προέβλεπαν συνολικά 16 δόσεις και περιέγραφαν το πρόγραμμα με τις αναφορές «Για 15 μήνες μόνο τόκος (τριμηνιαία)», ποσού €1.257,59 ανά δόση, και «Για 1 μήνα Τόκος και Κεφάλαιο (τριμηνιαία)», ποσού €225.257,20. Ως προς το επιτόκιο, οι Επιστολές Συγκατάθεσης ημερομηνίας 13/07/2009, Τεκμήριο 13, ανέφεραν «Euribor 3 μηνών + 1%», «Σύνολο επιτοκίου: 2,252%» και, ως είδος επιτοκίου, «Euribor 3 μηνών».

Περαιτέρω, με τις Επιστολές Συγκατάθεσης ημερομηνίας 13/07/2009, Τεκμήριο 13, η Λαϊκή Τράπεζα, αφού επισήμαινε ότι οι Τραπεζικές Διευκολύνσεις εξασφαλίζονταν με την προσωπική εγγύηση του εκάστοτε εγγυητή βάσει των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, τον καλούσε να παράσχει τη συγκατάθεσή του, με την υπογραφή των Επιστολών Συγκατάθεσης ημερομηνίας 13/07/2009, Τεκμήριο 13, «για τις πιο πάνω αναφερόμενες τροποποιήσεις».

Στο δεύτερο μέρος των Επιστολών Συγκατάθεσης ημερομηνίας 13/07/2009, Τεκμήριο 13, ο εκάστοτε εγγυητής δήλωνε ότι «έχω διαβάσει και κατανοήσει τις τροποποιήσεις που αναφέρονται πιο πάνω». Περαιτέρω, δήλωνε ότι «συναινώ σε κάθε και οποιαδήποτε διαφοροποίηση και/ή τροποποίηση, όπως αυτή περιγράφεται πιο πάνω, οποιουδήποτε όρου, οποιασδήποτε και κάθε συμφωνίας παροχής, οποιασδήποτε και κάθε διευκόλυνσης από την Τράπεζα, προς τον Πρωτοφειλέτη, για την οποία έχω παράσχει την προσωπική εγγύησή μου, ημερομηνίας 18/05/2009». Τέλος, συμφωνούσε ότι «η αναφερόμενη προσωπική εγγύησή μου παραμένει σε ισχύ και το αποτέλεσμα και οι όροι της εξακολουθούν να είναι δεσμευτικοί για μένα».

Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν κρίνεται πειστικός ο ισχυρισμός ότι, ήδη από την υπογραφή της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, είχε συμφωνηθεί η ετοιμασία διορθωτικής συμφωνίας για την απαλλαγή των Εναγομένων 2, 3 και 4 από τις υποχρεώσεις τους βάσει των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, και ότι η συμφωνημένη αυτή διόρθωση υλοποιήθηκε με τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6. Δεν εξηγείται γιατί, στο πλαίσιο μιας τέτοιας διαδικασίας, η Λαϊκή Τράπεζα θα ζητούσε, με τις Επιστολές Συγκατάθεσης ημερομηνίας 13/07/2009, Τεκμήριο 13, συγκατάθεση που περιλάμβανε ρητή επιβεβαίωση της συνέχισης των εγγυήσεων.

Η ίδια δυσχέρεια ανακύπτει και από την πλευρά των Εναγομένων 2, 3 και 4. Ακόμη και αν μπορούσε να δικαιολογηθεί η υπογραφή εγγράφου συγκατάθεσης στο πλαίσιο της επιδιωκόμενης απαλλαγής τους, δεν εξηγείται η αποδοχή του συγκεκριμένου λεκτικού των Επιστολών Συγκατάθεσης ημερομηνίας 13/07/2009, Τεκμήριο 13 με το οποίο επιβεβαίωναν ότι οι προσωπικές τους εγγυήσεις παρέμεναν σε ισχύ. Τούτο αποκτά ιδιαίτερη σημασία ενόψει της θέσης του Εναγομένου 1 ότι ενεργούσε προς διασφάλιση των συμφερόντων των παιδιών και της συζύγου του, Εναγομένων 2, 3 και 4 και ότι σκοπός ήταν ακριβώς η διόρθωση προηγούμενου λάθους. Θα αναμενόταν, υπό αυτές τις περιστάσεις, να ζητηθεί διατύπωση συμβατή με την επικαλούμενη απαλλαγή και όχι να γίνει αποδεκτή η ρητή επιβεβαίωση της υποχρέωσης από την οποία υποτίθεται ότι επιδιωκόταν η απαλλαγή.

Η έλλειψη πειστικότητας της εκδοχής του Εναγομένου 1 εντείνεται από τον τρόπο με τον οποίο επιχείρησε να εξηγήσει το περιεχόμενο των Επιστολών Συγκατάθεσης ημερομηνίας 13/07/2009, Τεκμήριο 13. Ενώ υποστήριξε ότι η Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, είχε ως συμφωνημένο σκοπό και αποτέλεσμα την απαλλαγή των Εναγομένων 2, 3 και 4 από τις υποχρεώσεις τους βάσει των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, συγχρόνως χαρακτήρισε τις Επιστολές Συγκατάθεσης ημερομηνίας 13/07/2009, Τεκμήριο 13, ως «λίγο παραπλανητικές και ελλιπείς». Ο χαρακτηρισμός αυτός στηρίχθηκε στη θέση ότι οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 ενημερώθηκαν για τις δόσεις και το επιτόκιο, αλλά όχι για την πρόνοια εξόφλησης κατά την εξαγορά των Αξιογράφων και τη μεταβολή των εξασφαλίσεων, την οποία ο ίδιος συνέδεε με την απαλλαγή τους.

Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει ότι οι Επιστολές Συγκατάθεσης ημερομηνίας 13/07/2009, Τεκμήριο 13, δεν αναπαράγουν την πρόνοια περί εξόφλησης κατά την εξαγορά των δεσμευμένων Αξιογράφων. Η παράλειψη αυτή, όμως, δεν εξηγεί τη συγκεκριμένη πραγματική εκδοχή του Εναγομένου 1: ότι οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 και η Λαϊκή Τράπεζα επιδίωξαν εξαρχάς μια ορισμένη διόρθωση, ότι η Λαϊκή Τράπεζα την αποδέχθηκε και ότι, θεωρώντας πως αυτή επιτεύχθηκε, οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 δεν επέμειναν να καταστούν όλοι πρωτοφειλέτες. Δεν εξήγησε πειστικά πώς η εκδοχή αυτή συμβιβάζεται με τον συγχρόνως προβαλλόμενο ισχυρισμό ότι οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 δεν ενημερώθηκαν για την ουσιώδη αλλαγή που, κατά τον ίδιο, υλοποιούσε την κοινή τους επιδίωξη.

Κυρίως, η επίκληση πλημμελούς ενημέρωσης δεν απαντά στο ερώτημα γιατί οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 υπέγραψαν τις Επιστολές Συγκατάθεσης ημερομηνίας 13/07/2009, Τεκμήριο 13, αποδεχόμενοι ρητά ότι οι προσωπικές τους εγγυήσεις παρέμεναν σε ισχύ, ενώ, κατά την εκδοχή του Εναγομένου 1, η διαδικασία αποσκοπούσε ακριβώς στην κατάργησή τους. Η ουσιώδης αυτή ασυμβατότητα παρέμεινε ανεξήγητη. Συνεκτιμώμενη με τις υπόλοιπες αδυναμίες που επισημάνθηκαν, οδηγεί το Δικαστήριο στην απόρριψη ως αναξιόπιστης της μαρτυρίας του Εναγομένου 1 ως προς το επικαλούμενο αρχικό λάθος και τη συμφωνημένη διόρθωσή του, μέσω της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, με απαλλαγή των Εναγομένων 2, 3 και 4 από τις προσωπικές τους εγγυήσεις.

Το Δικαστήριο δεν κρίνει πειστική ούτε την παρουσίαση της επένδυσης στα Αξιόγραφα ως ενέργειας στην οποία ο Εναγόμενος 1 προέβη επειδή εξαναγκάστηκε, χωρίς αυτή να αποτελεί δική του οικονομική επιλογή. Υπενθυμίζεται ότι, κατά την κυρίως εξέτασή του, ο Εναγόμενος 1 ισχυρίστηκε ότι, όπως συνέβη και με άλλους εργοδοτουμένους της Λαϊκής Τράπεζας, κατόπιν «αθέμιτων και έντονων πιέσεων» από τους ανωτέρους του, αναγκάστηκε το 2008 να «σπάσει» γραμμάτιο/προθεσμιακή κατάθεση που διατηρούσε από κοινού με τη σύζυγο και τα δύο παιδιά του, Εναγομένους 2, 3 και 4, και να αγοράσει Αξιόγραφα της Λαϊκής Τράπεζας. Κατά την αντεξέτασή του, όταν κλήθηκε να κατονομάσει τα πρόσωπα από τα οποία δέχθηκε τις επικαλούμενες πιέσεις, ανέφερε τον Παναγιώτη Κουννή, τη Ροδούλα Χατζηκυριάκου, την Αγάθη Στυλιανού, τον Γιώργο Μαρκίδη και τον Πανίκο Φιλοθέου, καθώς και «πολλούς άλλους».

Πέραν των πιο πάνω αναφορών του κατά την κυρίως εξέταση και την αντεξέταση, με τις οποίες ο σχετικός ισχυρισμός παρέμεινε σε γενικό επίπεδο, δεν παρουσιάστηκε άλλη μαρτυρία που να εξειδικεύει ή να επιβεβαιώνει την άσκηση πίεσης προς τον ίδιο για την αγορά Αξιογράφων. Συνεκτιμήθηκε ότι κατονόμασε τα πρόσωπα από τα οποία ισχυρίστηκε ότι δέχθηκε πιέσεις. Η κατονομασία τους, όμως, δεν προσέδωσε στην περιγραφή του επαρκή συγκεκριμενοποίηση ως προς το περιεχόμενο, τον τρόπο και τις περιστάσεις άσκησης της πίεσης που, κατά τον ισχυρισμό του, τον οδήγησε σε συναλλαγή στην οποία διαφορετικά δεν θα προέβαινε. Επισημαίνεται, επίσης, ότι η ΜΥ1 η οποία κλήθηκε από τους Εναγομένους 1, 2, 3 και 4 να καταθέσει για την υπόθεση τους, της οποίας η μαρτυρία έχει ήδη αξιολογηθεί, υπηρετούσε στη Λαϊκή Τράπεζα κατά τον ουσιώδη χρόνο, αλλά δεν ερωτήθηκε για το συγκεκριμένο ζήτημα ώστε να διαφανεί εάν είχε σχετική γνώση και ποια ήταν η θέση της, προς αξιολόγηση γενικά και κατόπιν συνεκτίμησης της προσκομισθείσας μαρτυρίας.

Από τη Δέσμη Μηνυμάτων Ηλεκτρονικού Ταχυδρομείου που παρουσιάστηκαν ως Εγκύκλιοι της Λαϊκής Τράπεζας σχετικές με το Σχέδιο/Πακέτο «Δάνειο έναντι Αξιογράφων», Τεκμήριο 23, όπου κάποια από τα ονόματα των προσώπων στα οποία ο Εναγόμενος 1 αναφέρθηκε μνημονεύονται, καταδεικνύεται αναμφίβολα έντονη υπηρεσιακή πίεση για την προώθηση και πώληση των Αξιογράφων, με συγκεκριμένους στόχους, καθημερινή παρακολούθηση των αποτελεσμάτων και οικονομικά κίνητρα συνδεδεμένα με την επίτευξή τους. Η πίεση αυτή, όμως, αφορούσε την προώθηση και πώληση του «προϊόντος». Από την εν λόγω Δέσμη Μηνυμάτων Ηλεκτρονικού Ταχυδρομείου που παρουσιάστηκαν ως Εγκύκλιοι της Λαϊκής Τράπεζας σχετικές με το Σχέδιο/Πακέτο «Δάνειο έναντι Αξιογράφων», Τεκμήριο 23, δεν προκύπτει ότι η πίεση επεκτεινόταν σε απαίτηση ή επιβολή προς τους υπαλλήλους να αγοράσουν οι ίδιοι Αξιόγραφα. Πολύ περισσότερο, δεν προκύπτει οποιαδήποτε τέτοια απαίτηση ειδικά προς τον Εναγόμενο 1.

Η αλληλουχία των οικονομικών ενεργειών που περιέγραψε ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 παρουσιάζει μια πληρέστερη εικόνα, η οποία πρέπει να συνεκτιμηθεί.

Προτού εξεταστούν οι σχετικοί ισχυρισμοί του, επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με τη προαναφερόμενη Δέσμη Μηνυμάτων Ηλεκτρονικού Ταχυδρομείου που παρουσιάστηκαν ως Εγκύκλιοι της Λαϊκής Τράπεζας σχετικές με το Σχέδιο/Πακέτο «Δάνειο έναντι Αξιογράφων», Τεκμήριο 23, τα Αξιόγραφα προωθούνταν ως επενδυτικό προϊόν υψηλότερης απόδοσης σε σύγκριση με τις καταθέσεις. Ειδικότερα, αναφερόταν σταθερό ετήσιο επιτόκιο 6,50% για τα πρώτα τρία τρίμηνα και, ακολούθως, κυμαινόμενο επιτόκιο Euribor τριών μηνών πλέον περιθωρίου 1,50%, με καταβολή τόκου ανά τρίμηνο. Παράλληλα, επρόκειτο για επένδυση χωρίς καθορισμένη ημερομηνία λήξης και όχι για προϊόν του οποίου ο κάτοχος αποκτούσε αυτομάτως δικαίωμα εξαγοράς με τη συμπλήρωση πενταετίας. Ειδικότερα, στην εν λόγω Δέσμη Μηνυμάτων Ηλεκτρονικού Ταχυδρομείου που παρουσιάστηκαν ως Εγκύκλιοι της Λαϊκής Τράπεζας σχετικές με το Σχέδιο/Πακέτο «Δάνειο έναντι Αξιογράφων», Τεκμήριο 23, αναφερόταν, προς αντιμετώπιση πιθανής ανησυχίας των πελατών για πενταετή δέσμευση της επένδυσης, ότι ο κάτοχος μπορούσε οποτεδήποτε να πωλήσει τα Αξιόγραφα μέσω της Λαϊκής Τράπεζας και της Laiki Financial Services, με τίμημα εξαρτώμενο από την τότε αγοραία αξία τους. Εναλλακτικά, μπορούσε να τα χρησιμοποιήσει ως εξασφάλιση για τη λήψη δανείου, δυνατότητα που προβαλλόταν ως μέσο ανάκτησης ρευστότητας.

Διαφορετικής φύσεως ήταν η δυνατότητα εξαγοράς στην πενταετία. Σύμφωνα με τους όρους της έκδοσης, όπως αυτοί μεταφέρονται στη Δέσμη Μηνυμάτων Ηλεκτρονικού Ταχυδρομείου που παρουσιάστηκαν ως Εγκύκλιοι της Λαϊκής Τράπεζας σχετικές με το Σχέδιο/Πακέτο «Δάνειο έναντι Αξιογράφων», Τεκμήριο 23, η Λαϊκή Τράπεζα είχε δικαίωμα, και όχι υποχρέωση, να εξαγοράσει τα Αξιόγραφα κατά τη συμπλήρωση πενταετίας. Η μη άσκηση του δικαιώματος αυτού, παρουσιαζόταν ως ενδεχόμενο που θα μπορούσε να επηρεάσει δυσμενώς την πιστοληπτική της αξιολόγηση. Συνεπώς, η προώθηση των Αξιογράφων, συνδύαζε την έμφαση στην αυξημένη απόδοση με την προβολή εναλλακτικών τρόπων εξασφάλισης ρευστότητας, χωρίς η συμπλήρωση της πενταετίας να παρουσιάζεται ως συμβατική ημερομηνία λήξης ή ως χρονικό σημείο κατά το οποίο ο κάτοχος μπορούσε να απαιτήσει την εξαγορά τους.

Ως προς τη σχετική μαρτυρία του Εναγομένου 1, κατά την αντεξέτασή του, ερωτήθηκε για το επιτόκιο που απέφερε το γραμμάτιο/προθεσμιακή κατάθεση των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 και για το επιτόκιο των Αξιογράφων που τους προτάθηκε να αγοράσουν. Ανέφερε ότι δεν θυμόταν το επιτόκιο του γραμματίου/προθεσμιακής κατάθεσης, επικαλούμενος ότι αυτό μεταβαλλόταν καθημερινά, ενώ για τα Αξιόγραφα ανέφερε επιτόκιο 6,75%, κυμαινόμενο με βάση το Euribor. Το Δικαστήριο κρίνει ότι, η γενική αναφορά σε καθημερινή μεταβολή του επιτοκίου, δεν εξηγούσε ποιο επιτόκιο είχε συμφωνηθεί για το συγκεκριμένο γραμμάτιο/προθεσμιακή κατάθεση των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4, ούτε εάν και με ποιον τρόπο αυτό μεταβαλλόταν κατά τη διάρκειά του. Η απάντησή του, συνεκτιμώμενη με τη μακρόχρονη τραπεζική του εμπειρία και τη γνώση που επέδειξε ως προς την απόδοση των Αξιογράφων, κρίθηκε υπεκφυγή από τη ζητούμενη σύγκριση των αποδόσεων. Συναφώς, όταν του τέθηκε ότι ως υπάλληλος της Λαϊκής Τράπεζας γνώριζε πολύ καλά τι έπραττε κατά την αγορά των Αξιογράφων, ο Εναγόμενος 1 συμφώνησε ότι γνώριζε σε σχέση με την αγορά τους. Ότι, δηλαδή, γνώριζε τα χαρακτηριστικά των Αξιογράφων βάσει του εκδοθέντος σχετικά με αυτά Ενημερωτικού Δελτίου, όπως αυτά προκύπτουν και από τη Δέσμη Μηνυμάτων Ηλεκτρονικού Ταχυδρομείου που παρουσιάστηκαν ως Εγκύκλιοι της Λαϊκής Τράπεζας σχετικές με το Σχέδιο/Πακέτο «Δάνειο έναντι Αξιογράφων», Τεκμήριο 23 ανωτέρω. Περαιτέρω, κατά την αντεξέτασή του, ο Εναγόμενος 1 αποδέχθηκε ότι έλαβε, βάσει της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, ποσό €224.000, το οποίο αντιστοιχούσε περίπου στο 90% της αξίας των Αξιογράφων που είχε αγοράσει. Αποδέχθηκε, επίσης, ότι το 2009 έλαβε το ποσό που του παραχωρήθηκε δυνάμει της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, ενώ συγχρόνως εξακολουθούσε να εισπράττει τους τόκους των Αξιογράφων. Διευκρίνισε, βεβαίως, ότι κατέβαλλε παράλληλα τόκους επί του Δανείου.

Από τη δική του, επομένως, περιγραφή, προκύπτει ότι, μετά την αγορά των Αξιογράφων το 2008, επέλεξε τον Μάιο του 2009 να αξιοποιήσει τη δυνατότητα δανεισμού ποσού που αντιστοιχούσε περίπου στο 90% της αξίας τους. Διατήρησε τα Αξιόγραφα και την απόδοσή τους, ενώ το προϊόν του Δανείου τοποθετήθηκε εκ νέου σε κοινό γραμμάτιο/προθεσμιακή κατάθεση των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4. Η διευθέτηση αυτή παρείχε τη δυνατότητα είσπραξης τόκων, τόσο από τα Αξιόγραφα, όσο και από το γραμμάτιο/προθεσμιακή κατάθεση, με παράλληλη, βεβαίως, επιβάρυνση από τους τόκους του Δανείου.

Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για τον ακριβή υπολογισμό του καθαρού οικονομικού οφέλους που προδήλως υπήρχε κατά το μεγαλύτερο τουλάχιστον μέρος τη περιόδου μέχρι και την απομείωση των καταθέσεων, και το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε τέτοιο εύρημα για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας του Εναγομένου 1. Η συγκεκριμένη διάρθρωση των συναλλαγών είναι, όμως, συμβατή με συνειδητή αξιοποίηση των προσφερόμενων οικονομικών κινήτρων. Ο ίδιος, άλλωστε, επαναλαμβάνεται, αποδέχθηκε ότι γνώριζε τι έπραττε σε σχέση με την αγορά των Αξιογράφων, ενώ παρουσίασε την απόφαση αξιοποίησης της δυνατότητας δανεισμού ως κοινή απόφαση των όλων των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4. Είναι δε, επαναλαμβάνεται, αξιοσημείωτο ότι το πόσο που ο Εναγόμενος 1 έλαβε ως Δάνειο βάσει της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, ουδέποτε, όπως κατά του ίδιους τους ισχυρισμούς του προκύπτει, χρησιμοποιήθηκε για «οικογενειακές ανάγκες», αλλά παρέμεινε κατατιθέμενο στο κοινό γραμμάτιο/προθεσμιακή κατάθεση των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4.

Η επιδίωξη οικονομικού οφέλους δεν συνιστά επιλήψιμη συμπεριφορά, ούτε αποκλείει, αφ’ εαυτής, την άσκηση πίεσης. Συνεκτιμώμενη, όμως, με την αοριστία της περιγραφής των επικαλούμενων πιέσεων, το περιεχόμενο της Δέσμης Μηνυμάτων Ηλεκτρονικού Ταχυδρομείου που παρουσιάστηκαν ως Εγκύκλιοι της Λαϊκής Τράπεζας σχετικές με το Σχέδιο/Πακέτο «Δάνειο έναντι Αξιογράφων», Τεκμήριο 23, και την τραπεζική εμπειρία του Εναγομένου 1, αποδυναμώνει την παρουσίαση της συνολικής συναλλαγής ως αμιγώς ανεπιθύμητης ενέργειας, στην οποία ο ίδιος περιορίστηκε να συμμορφωθεί.

Όπως εξάλλου αναγνώρισε ο Εναγόμενος 1 κατά την αντεξέτασή του, κατά τον χρόνο αγοράς των Αξιογράφων και σύναψης της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, δεν υπήρχε η υπόνοια της απομείωσης των καταθέσεων που επήλθε λόγω των γεγονότων του 2013, περίπου τέσσερα χρόνια μετά τη δανειοδότηση. Η μεταγενέστερη δυσμενής εξέλιξη δεν αναιρεί τα οικονομικά κίνητρα που υπήρχαν κατά τον χρόνο λήψης των αποφάσεων ούτε καθιστά, αναδρομικά, τις επιλογές αυτές προϊόν εξαναγκασμού. Υπό το σύνολο των πιο πάνω περιστάσεων, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του Εναγομένου 1 ότι η αγορά των Αξιογράφων αποτέλεσε συναλλαγή στην οποία εξαναγκάστηκε μαζί με τους Εναγομένους 2, 3 και 4 να προβεί.

Είναι δε, σε σχέση με τα προαναφερόμενα, γεγονός το οποίο επίσης συναξιολογείται και συντείνει στη μη απόδοση πίστης στην πιο πάνω μαρτυρία του Εναγομένου 1 ότι, σύμφωνα με την Επιστολή Παραχώρησης των Αξιογράφων ημερομηνίας 11/07/2008, Τεκμήριο 22 της Λαϊκής Τράπεζας προς τους Εναγομένους 1, 2, 3 και 4, παρά το αίτημα των τελευταίων για αγορά Αξιογράφων αξίας €300.000, τελικά, «λόγω υπερκάλυψης της προσφοράς», τους παραχωρήθηκαν Αξιόγραφα αξίας €249.000 και τους επιστράφηκε ποσό €51.000, στοιχείο το οποίο, ομοίως, δεν υποστηρίζει τον ισχυρισμό του Εναγομένου 1 ότι ασκήθηκε πίεση από πλευράς της Λαϊκής Τράπεζας προκειμένου αυτός, μαζί με τους υπόλοιπους Εναγομένους 2, 3 και 4, να προβεί στη σχετική συναλλαγή.

Στρεφόμενο τώρα το Δικαστήριο στις εξηγήσεις του Εναγομένου 1 σχετικά με την υπογραφή της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7, τις περιστάσεις που την περιέβαλλαν και τον σκοπό τον οποίο, κατά τον ισχυρισμό του, αυτή εξυπηρετούσε, ως και προαναφέρθηκε, κρίνει ότι ούτε οι σχετικοί ισχυρισμοί του ήταν πειστικοί.

Κατά την κυρίως εξέτασή του, ως προς το ζήτημα αυτό, ο Εναγόμενος 1 ανέφερε ότι, στις 17/12/2013, δυνάμει της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7, του ζητήθηκε από την Τράπεζα Κύπρου νέα τροποποίηση της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, με σκοπό την παράταση του Δανείου. Ανέφερε ότι αναγκάστηκε να την αποδεχθεί, επειδή η Τράπεζα Κύπρου είχε, κατά τον ισχυρισμό του, παράτυπα δεσμευμένο ποσό €30.000 από την αποζημίωση που θα λάμβανε στο πλαίσιο του σχεδίου εθελούσιας αποχώρησής του και ότι η αποδέσμευση του ποσού αυτού συνδέθηκε με την υπογραφή της νέας τροποποίησης. Ανέφερε επίσης ότι η Τράπεζα Κύπρου θα αντιλόγιζε στον λογαριασμό του Δανείου τόκους υπερημερίας ύψους €3.251,12, όπως, κατά τον ισχυρισμό του, και τελικά έπραξε.

Περαιτέρω, ήταν η θέση του ότι, μολονότι η Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7, δεν προνοούσε πλέον για καταβολή περιοδικών δόσεων αλλά για μία εφάπαξ καταβολή, η τελευταία εξακολουθούσε να διέπεται από τον ειδικό όρο που, κατά την εκδοχή του, είχε συμφωνηθεί με τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, σύμφωνα με τον οποίο η εξόφληση του Δανείου θα γινόταν από την εξαγορά των Αξιογράφων.

Συναφώς, ο Εναγόμενος 1 συνέδεσε και τη μη λήψη συγκατάθεσης των Εναγομένων 2, 3 και 4 για τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7 με τον ισχυρισμό του ότι αυτοί είχαν ήδη απαλλαγεί από την ιδιότητα των εγγυητών με τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6. Κατά την εκδοχή του, εάν εξακολουθούσαν να είναι εγγυητές δυνάμει των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, η Τράπεζα Κύπρου θα ζητούσε τη συγκατάθεσή τους και για τη μεταγενέστερη τροποποίηση, όπως είχε πράξει το 2009.

Οι θέσεις αυτές, όμως, δεν βρίσκουν την υποστήριξη που ο Εναγόμενος 1 επιχείρησε να τους αποδώσει στα σύγχρονα προς τα γεγονότα έγγραφα και οι σχετικοί ισχυρισμοί του βάσει και των περιβαλλουσών περιστάσεων δεν είναι ευλογοφανείς.

Καταρχάς, εξέταση του μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ημερομηνίας 18/10/2013, Τεκμήριο 26, το οποίο ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 επικαλέστηκε προς υποστήριξη της εκδοχής του περί αναγκασμού ή, όπως ο ίδιος το χαρακτήρισε, «εκβιασμού», δεν τεκμηριώνει τέτοια εκδοχή. Από το περιεχόμενό του προκύπτει ότι η Τράπεζα Κύπρου τον ενημέρωσε ότι εξακολουθούσε να ισχύει απόφαση της Διοίκησης για καταβολή ποσοστού 50% της αποζημίωσης έναντι των υποχρεώσεων του αποχωρούντος προσωπικού και ότι, κατά συνέπεια, ποσό €30.000 «δεσμευμένο» στο τρεχούμενο του λογαριασμό θα έπρεπε να κατατεθεί έναντι του επίδικου Δανείου. Καταγράφεται επίσης ότι το συγκεκριμένο Δάνειο είχε ήδη λήξει και ότι αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο είχαν χρεωθεί τόκοι υπερημερίας για το τρίμηνο που έληξε στις 30/09/2013.

Ως προς την αναφορά σε «δέσμευση», για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας του Εναγομένου 1, πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη και να συναξιολογηθεί το γεγονός ότι η προβαλλόμενη ως άνω θέση της Τράπεζας Κύπρου ήταν ότι το επίδικο Δάνειο είχε ήδη λήξει, σε συνδυασμό με τη συναφή πρόνοια του Όρου 2 της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, ο οποίος προέβλεπε για σκοπούς εξόφλησης του Δανείου τη δυνατότητα χρέωσης του λογαριασμού 341-21-008353 του Εναγομένου 1, επεκτείνοντας τη δυνατότητα αυτή και σε «οποιοδήποτε άλλο Λογαριασμό του», και μάλιστα «χωρίς άλλη ειδοποίηση».

Επιπλέον και σε συνέχεια των ανωτέρω, το ίδιο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ημερομηνίας 18/10/2013, Τεκμήριο 26, δεν καταγράφει οποιαδήποτε απαίτηση της Τράπεζας Κύπρου προς τον Εναγόμενο 1 για υπογραφή συγκεκριμένης τροποποιητικής συμφωνίας. Αντιθέτως, του γνωστοποιείται ότι, «εάν επιθυμείτε», θα μπορούσε να υποβληθεί αίτημα για παράταση του Δανείου για ένα έως δύο χρόνια, υπό τους όρους που αναφέρονται στο μήνυμα και, ειδικότερα, τον αντιλογισμό των τόκων υπερημερίας που είχαν χρεωθεί για το τρίμηνο που έληξε στις 30/09/2013 λόγω της λήξης του, και τη χρέωση τόκων βάσει των προνοιών της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5 που θα δικαιολογούσε η παράταση, ενώ το μήνυμα καταλήγει με την προτροπή «Παρακαλώ πολύ όπως με ενημερώσετε πως επιθυμείτε να προχωρήσουμε». Ιδιαίτερη δε σημασία έχει το γεγονός ότι στο ίδιο μήνυμα αναφέρεται ότι, με τον προτεινόμενο τρόπο, «παρατείνεται το δάνειο μέχρι τη λήψη τελικών αποφάσεων για τα δάνεια Αξιογράφων».

Η τελευταία αυτή αναφορά, δεν είναι ευχερώς συμβατή με την κατηγορηματική εκδοχή που παρουσίασε ο Εναγόμενος 1 ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι δηλαδή ήδη από το 2009 με τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6 είχε οριστικά συμφωνηθεί ότι το επίδικο Δάνειο θα εξοφλείτο αποκλειστικά από την εξαγορά των Αξιογράφων. Το ίδιο το έγγραφο που αυτός επικαλέστηκε προς υποστήριξη της εκδοχής του καταγράφει, αντιθέτως, ότι τον Οκτώβριο του 2013 αναμένονταν ακόμη «τελικές αποφάσεις» ως προς τα «δάνεια Αξιογράφων» και ότι η προτεινόμενη παράταση, ως προς την υπάρχουσα υποχρέωση του για την εξόφληση, κατόπιν αιτήματος του ιδίου, εάν την επιθυμούσε, αποτελούσε ενδιάμεση διευθέτηση μέχρι τη λήψη τους. Παρά ταύτα, οποιαδήποτε απάντηση του Εναγομένου 1 στο εν λόγω μήνυμα ή μεταγενέστερη επικοινωνία αναφορικά με την εξέλιξη των όσων σε αυτό καταγράφονται, η οποία, με βάση και τους ίδιους τους ισχυρισμούς του, ευλόγως αναμένεται ότι θα υπήρξε, ιδίως εγγράφως και μέσω του ίδιου μέσου επικοινωνίας, ήτοι του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, δεν παρουσιάστηκε από τον Εναγόμενο 1 ενώπιον του Δικαστηρίου.

Άρα, η πιο πάνω τελευταία αναφορά στο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ημερομηνίας 18/10/2013, Τεκμήριο 26 της Λαϊκής Τράπεζας, μέσω της ΜΥ1, προς τον Εναγόμενο 1, πως με τον προτεινόμενο τρόπο «παρατείνεται το δάνειο μέχρι τη λήψη τελικών αποφάσεων για τα δάνεια Αξιογράφων», πρέπει πλέον να αξιολογηθεί με δεδομένο ότι πράγματι υπήρχε ο όρος που εισήχθη στην Σύμβαση Δανείου, Τεκμήριο 5, βάσει της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, περί εξαγοράς. Ακριβώς όμως, για τον λόγο, αυτό αποκτά μεγαλύτερη σημασία. Εάν ο όρος εκείνος είχε την απόλυτη και ανεπιφύλακτη έννοια που του αποδίδει ο Εναγόμενος 1, δηλαδή ότι είχε ήδη συμφωνηθεί οριστικά πως η Λαϊκή Τράπεζα δεν μπορούσε να επιδιώξει εξόφληση παρά μόνο από την εξαγορά των Αξιογράφων, χρήζει εξήγησης γιατί τον Οκτώβριο του 2013 γινόταν λόγος, πλέον από την Τράπεζα Κύπρο, για αναμονή «τελικών αποφάσεων για τα δάνεια Αξιογράφων». Το περιεχόμενο του εν λόγω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ημερομηνίας 18/10/2013, Τεκμήριο 26 είναι περισσότερο συμβατό με κατάσταση στην οποία η μεταχείριση της συγκεκριμένης κατηγορίας δανείων, στην οποία ο Εναγόμενος 1 για την Τράπεζα Κύπρου κατατασσόταν επίσης, παρέμενε τότε ζήτημα προς οριστική διευθέτηση, παρά με την εκδοχή ότι ο τρόπος εξόφλησης σε ό,τι αφορούσε τον Εναγόμενο 1 ήταν ήδη οριστικά και αποκλειστικά καθορισμένος από το 2009, λόγω της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6.

Περαιτέρω, εάν ο Εναγόμενος 1 θεωρούσε ότι βάσει της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6 είχε ήδη κατοχυρωμένο συμβατικό δικαίωμα να εξοφληθεί το υπόλοιπο του Δανείου αποκλειστικά από τα δεσμευμένα Αξιόγραφα ονομαστικής αξίας €249.000, χρήζει εξήγησης γιατί, προς αντιμετώπιση ζητήματος περίπου €30.000, αποδέχθηκε νέα συμβατική ρύθμιση βάσει της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7 για οφειλή €185.412,11, χωρίς να καταγράψει σε αυτήν οποιαδήποτε ειδική επιφύλαξη ως προς τον φερόμενο αποκλειστικό τρόπο εξόφλησης. Δεν πρόκειται για κρίση ότι θα έπρεπε αναγκαστικά να «θυσιάσει» τα €30.000 ή αν οι τότε ανάγκες του το δικαιολογούσαν. Πρόκειται για αξιολόγηση της συμβατότητας της συμπεριφοράς του με την αντίληψη που ισχυρίζεται σήμερα ότι είχε τότε για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του.

Περαιτέρω και συναφώς, η εκδοχή του Εναγομένου 1 περί του ποιος επιδίωξε τη μεταγενέστερη τροποποίηση προσκρούει στο ίδιο το περιεχόμενο της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7. Στο προοίμιό της καταγράφεται ότι ο «Πελάτης» είχε ζητήσει από την Τράπεζα Κύπρου αλλαγή στις «εξασφαλίσεις/δόση/διάρκεια της Τραπεζικής Διευκόλυνσης» και ότι η Τράπεζα Κύπρου επιθυμούσε να αποδεχθεί το αίτημα του «Πελάτη». Πρόκειται για έγγραφη αποτύπωση κατά τον χρόνο της συναλλαγής, η οποία δεν συνάδει με τη μεταγενέστερη παρουσίαση της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7 από τον Εναγόμενο 1, ως τροποποίησης την οποία η Τράπεζα Κύπρου ήταν εκείνη που του ζήτησε, παρακάλεσε ή επέβαλε να αποδεχθεί προς εξυπηρέτηση δικού της σκοπού, τον οποίο ο Εναγόμενος 1 προφανώς συνδέει με την φερόμενη υποχρέωση αναφορικά με την εξαγορά των Αξιογράφων. Αντιθέτως, αποτυπώνεται ότι το σχετικό αίτημα προήλθε από τον Εναγόμενο 1, όπως ακριβώς αναφερόταν ότι θα μπορούσε να συμβεί στο προαναφερόμενο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ημερομηνίας 18/10/2013, Τεκμήριο 26. Συντάκτρια του εν λόγω μηνύματος, παρεμπιπτόντως, ήταν, εκ μέρους της Τράπεζας Κύπρου, η ΜΥ1, της οποίας η αξιολόγηση της μαρτυρίας της έχει ήδη αποτυπωθεί ανωτέρω, η οποία, σε κάθε περίπτωση, παρά το γεγονός ότι κλήθηκε να καταθέσει για την υπόθεση των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4, δεν ερωτήθηκε, κατά την κυρίως εξέτασή της, ως προς τα φερόμενα αυτά γεγονότα και, ειδικότερα, ως προς τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς του Εναγομένου 1, προς αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας γενικότερα μετά από αντιπαραβολή και συνεκτίμηση.  

Το περιεχόμενο της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7 είναι σημαντικό και από άλλη άποψη. Στο μέρος που αφορά τις εξασφαλίσεις αναγράφεται «Δεν ισχύει», ενώ η μεταβολή που πράγματι καταγράφεται αφορά τη «δόση/διάρκεια της Τραπεζικής Διευκόλυνσης». Προβλέπεται μία καταβολή κεφαλαίου και τόκου ποσού €185.412,11, με ημερομηνία 16/12/2015, ενώ συμφωνείται ρητώς ότι όλοι οι υπόλοιποι όροι της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5 παραμένουν σε ισχύ.

Η αναγραφή «Δεν ισχύει» κάτω από την πρόνοια περί τροποποίησης των εξασφαλίσεων δεν μπορεί, χωρίς άλλο, να προσδώσει στη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7 το περιεχόμενο που της αποδίδει ο Εναγόμενος 1. Η φυσική ανάγνωση της συγκεκριμένης διατύπωσης είναι ότι, με τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7, δεν πραγματοποιείτο νέα τροποποίηση των εξασφαλίσεων. Δεν αποτελεί αφ' εαυτής αναγνώριση από την Τράπεζα Κύπρου ότι υφίστατο προηγούμενος όρος περί αποκλειστικής εξόφλησης του Δανείου από την εξαγορά των Αξιογράφων ούτε, πολύ περισσότερο, ότι η προβλεπόμενη πλέον εφάπαξ καταβολή των €185.412,11 θα πραγματοποιείτο από προϊόν μελλοντικής εξαγοράς τους. Το κατά πόσο τέτοιος προηγούμενος όρος υπήρχε και ποιο ακριβώς ήταν το περιεχόμενό του, κρίνεται πρωτίστως από την ίδια τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6 και τα υπόλοιπα σχετικά συμβατικά έγγραφα και περιβάλλουσες αυτών περιστάσεις, και όχι από την εκ των υστέρων ερμηνεία που απέδωσε σε αυτά ο Εναγόμενος 1 λόγω της σύναψης της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7. Συναφώς, η μεταγενέστερη απουσία νέας συγκατάθεσης το 2013 από τους Εναγομένους 2, 3 και 4 εγγυητές, δεν μπορεί από μόνη της να προσδώσει στη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6 περιεχόμενο αντίθετο ή ευρύτερο από εκείνο που το ίδιο το έγγραφο καταγράφει. Και αυτή, όχι μόνο δεν καταγράφει απαλλαγή των εγγυητών, αλλά τους χαρακτηρίζει ρητώς ως εγγυητές και απαιτεί τη γραπτή συγκατάθεσή τους στους τροποποιημένους όρους, ως προϋπόθεση για να τεθεί η ίδια η Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6 σε ισχύ. Οι σχετικές ως προς το προκείμενο παρατηρήσεις του Δικαστηρίου αναφορικά με τους σχετικούς ισχυρισμούς του Εναγομένου 1, έχουν ήδη παρατεθεί ανωτέρω.

Συνεπώς, προς αξιολόγηση των ανωτέρω ισχυρισμών του Εναγομένου 1 αναφορικά με τις περιστάσεις σύναψης της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7, πρέπει να ανατρέξει κανείς εκ νέου στα υπόλοιπα συμβατικά έγγραφα και στα περιβάλλοντα αυτών περιστατικά.

Η Σύμβαση Δανείου, Τεκμήριο 5, προσδιορίζει ως «Πελάτη» αποκλειστικά τον Εναγόμενο 1 και αφορά παραχώρηση πίστωσης €224.000. Στο μέρος των εξασφαλίσεων καταγράφονται χωριστά τα Αξιόγραφα, ονομαστικής αξίας €249.000, και τρεις προσωπικές εγγυήσεις, εκάστη για €224.000, των Εναγομένων 2, 3 και 4. Η συμβατική διάκριση μεταξύ του Εναγομένου 1 ως «Πελάτη», δανειολήπτη και πρωτοφειλέτη και των Εναγομένων 2, 3 και 4 ως προσωπικών εγγυητών, είναι επομένως σαφής.

Η Σύμβαση Δανείου, Τεκμήριο 5 δεν προέβλεπε ότι το Δάνειο θα εξοφλείτο αποκλειστικά από τα Αξιόγραφα. Αντιθέτως, περιλάμβανε συγκεκριμένο πρόγραμμα αποπληρωμής, αποτελούμενο από 15 τριμηνιαίες καταβολές τόκου €1.314,38 και μία τελική καταβολή τόκου και κεφαλαίου €225.314,35 στις 28/05/2013, ενώ ως «Αναμενόμενη Ημερομηνία Εξόφλησης» καταγραφόταν επίσης, η 28/05/2013.

Η εικόνα μεταβάλλεται εν μέρει με τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6. Με αυτήν προστίθεται πράγματι ρητός όρος σύμφωνα με τον οποίο «Το δάνειο αυτό θα ξοφληθεί όταν η Τράπεζα προβεί στην Εξαγορά των δεσμευμένων αξιογράφων». Παράλληλα, τροποποιείται το πρόγραμμα αποπληρωμής, με 15 τριμηνιαίες καταβολές τόκου €1.257,59 και μία τελική καταβολή, «Τόκος και Κεφάλαιο» €225.257,20, στις 28/06/2013.

Το Δικαστήριο, συνεπώς, δεν παραγνωρίζει ότι ο ισχυρισμός του Εναγομένου 1 περί συμβατικής σύνδεσης της εξόφλησης του Δανείου με την εξαγορά των δεσμευμένων Αξιογράφων, έχει έρεισμα στο κείμενο της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6. Το γεγονός αυτό, όμως, δεν επιλύει αφ' εαυτού το διαφορετικό ζήτημα της έκτασης και του αποτελέσματος του συγκεκριμένου όρου. Ειδικότερα, άλλο είναι η ύπαρξη συμβατικού όρου που συνδέει χρονικά ή και λειτουργικά την εξόφληση του Δανείου με την εξαγορά των δεσμευμένων Αξιογράφων, και άλλο η θέση του Εναγομένου 1 ότι με τον όρο αυτό τα Αξιόγραφα κατέστησαν η αποκλειστική πηγή ικανοποίησης της Λαϊκής Τράπεζας, εξέλιπε η προσωπική υποχρέωση του ιδίου του Εναγομένου 1 «Πελάτη», δανειολήπτη και πρωτοφειλέτη προς εξόφληση και, περαιτέρω, απαλλάχθηκαν οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 από τις προσωπικές εγγυήσεις τους.

Ως προς την τελευταία αυτή θέση, επαναλαμβάνεται ότι το ίδιο το κείμενο της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6 δημιουργεί ουσιώδη δυσκολία στην εκδοχή του Εναγομένου 1. Πουθενά στο έγγραφο δεν καταγράφεται απαλλαγή, αποδέσμευση ή ακύρωση των προσωπικών εγγυήσεων των Εναγομένων 2, 3 και 4. Αντιθέτως, η Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, επαναλαμβάνεται επίσης, προβλέπει ρητώς ως προϋπόθεση για να τεθεί σε ισχύ, «να εξασφαλιστεί η γραπτή συγκατάθεση όλων των εγγυητών αναφορικά με τους νέους τροποποιημένους όρους της Συμφωνίας». Περαιτέρω, αμέσως μετά, προβλέπει ότι «Όλοι οι υπόλοιποι όροι της Συμφωνίας να παραμείνουν σε ισχύ».

Η διατύπωση αυτή, επισημαίνεται εκ νέου, έχει ιδιαίτερη αξιολογική σημασία. Δεν πρόκειται απλώς για απουσία ρητής αναφοράς περί απαλλαγής των προσωπικών εγγυητών. Το ίδιο το έγγραφο από το οποίο ο Εναγόμενος 1 επιχειρεί να συναγάγει την απαλλαγή τους, εξακολουθεί να τους χαρακτηρίζει ρητώς ως «εγγυητές» και καθιστά τη γραπτή συγκατάθεσή τους προϋπόθεση για την έναρξη ισχύος των νέων τροποποιημένων όρων. Δυσχερώς συμβιβάζεται η πρόνοια αυτή με την εκδοχή ότι, η ίδια Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6 είχε συγχρόνως ως σκοπό ή αποτέλεσμα, την απαλλαγή τους από την ιδιότητα υπό την οποία ακριβώς απαιτείτο η συγκατάθεσή τους.

Ούτε μεταβλήθηκε με τη Συμπληρωματική Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6 η ιδιότητα των συμβαλλομένων κατά τον τρόπο που υποστήριξε ο Εναγόμενος 1 ότι αρχικά επιδίωκε. Ως «Πελάτης», δανειολήπτης και πρωτοφειλέτης, εξακολουθεί να προσδιορίζεται αποκλειστικά ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 και η Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6 υπογράφεται από αυτόν υπό την ιδιότητα αυτή. Οι δε Εναγόμενοι 2, 3 και 4, όπως ήδη αναφέρθηκε, στο ίδιο το έγγραφο, εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται ως προσωπικοί εγγυητές.

Τούτο αποκτά πρόσθετη σημασία σε συνδυασμό με την ίδια τη μαρτυρία του Εναγομένου 1 στην οποία έχει γίνει αναφορά και πιο πάνω, ότι, μολονότι κατά την εκδοχή του αρχικά επιθυμούσε, μαζί με τους Εναγομένους 2, 3 και 4, η Σύμβαση Δανείου, Τεκμήριο 5 να συναφθεί από κοινού και από τους τέσσερις, μετά την τροποποίηση του 2009, δεν επέμειναν πλέον στη μετατροπή των Εναγομένων 2, 3 και 4 σε πρωτοφειλέτες, θεωρώντας ότι δεν είχε πλέον σημασία αν υπήρχε ένας ή τέσσερις πρωτοφειλέτες. Η αντικειμενική συμβατική εικόνα που παρέμεινε μετά την 31/07/2009 και την συνομολόγηση της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6 ήταν επομένως, ένας «Πελάτης», δανειολήπτης και πρωτοφειλέτης, ο Εναγόμενος 1, και τρεις εγγυητές, οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4, με τα Αξιόγραφα να αποτελούν επίσης εξασφάλιση του Δανείου.

Περαιτέρω, ούτε η ύπαρξη του όρου ότι το Δάνειο «θα ξοφληθεί όταν η Τράπεζα προβεί στην Εξαγορά των δεσμευμένων αξιογράφων» επιτρέπει, χωρίς περαιτέρω ερμηνεία του συνόλου της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, των υπόλοιπων σχετικών συμβατικών εγγράφων και της σχετικής μαρτυρίας, να εξομοιωθεί η εξαγορά των Αξιογράφων με αποκλειστική πηγή ικανοποίησης της Λαϊκής Τράπεζας, αντί να αποτελεί εξασφάλιση η οποία παρείχε δυνατότητα και τρόπο εξόφλησης του Δανείου. Η Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, δεν αναφέρει ότι η Λαϊκή Τράπεζα παραιτείται από οποιοδήποτε δικαίωμα προσωπικής απαίτησης έναντι του Εναγομένου 1 ως «Πελάτη», δανειολήπτη και πρωτοφειλέτη, ούτε χαρακτηρίζει το Δάνειο ως μη αναγωγής, υπό την έννοια δηλαδή ότι αυτό θα ικανοποιείτο αποκλειστικά από συγκεκριμένη εξασφάλιση, εν προκειμένω τα Αξιόγραφα, ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο περιορίζει την πηγή ικανοποίησής του. Αντιθέτως, διατηρεί συγκεκριμένο πρόγραμμα αποπληρωμής, με τελική καταβολή κεφαλαίου και τόκου ύψους €225.257,20 στις 28/06/2013, διατηρεί τον Εναγόμενο 1 ως «Πελάτη», δανειολήπτη και πρωτοφειλέτη και προβλέπει ότι όλοι οι υπόλοιποι όροι της αρχικής Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, παραμένουν σε ισχύ. Στοιχείο που δεν συνάδει με την θέση του Εναγόμενου 1 περί εξόφλησης του Δανείου στην πενταετία με την εξαγορά των Αξιογράφων, καθότι, όπως ισχυρίστηκε, η πενταετία συνέπιπτε με την ημερομηνία τελικής καταβολής κεφαλαίου και τόκων, στις 28/06/2013. Τέτοια διασύνδεση στην ίδια την Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6 δεν υπάρχει, ούτε και προκύπτει από την οποιαδήποτε άλλη σαφή και επαρκώς προσδιοριστική μαρτυρία. 

Η διαπίστωση αυτή δεν αναιρεί ούτε αποδυναμώνει την ύπαρξη του πιο πάνω όρου περί εξαγοράς των Αξιογράφων. Καθιστά, όμως, αναγκαίο, να διαχωριστεί η γραμματική διατύπωσή του από την ευρύτερη έννομη συνέπεια που ο Εναγόμενος 1 επιχειρεί να του προσδώσει. Το ίδιο το κείμενο της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, δεν αναφέρει ότι εάν η Λαϊκή Τράπεζα δεν ασκούσε το δικαίωμα εξαγοράς των Αξιογράφων, η οφειλή του Εναγομένου 1 «Πελάτη», δανειολήπτη και πρωτοφειλέτη θα αποσβενόταν, ή ότι η Λαϊκή Τράπεζα θα στερείτο κάθε άλλου συμβατικού δικαιώματος.

Η διάκριση αυτή καθίσταται ακόμη σημαντικότερη από τη φύση των ίδιων των Αξιογράφων. Από τη Δέσμη Μηνυμάτων Ηλεκτρονικού Ταχυδρομείου που παρουσιάστηκαν ως Εγκύκλιοι της Λαϊκής Τράπεζας σχετικές με το Σχέδιο/Πακέτο «Δάνειο έναντι Αξιογράφων», Τεκμήριο 23, έχει ειπωθεί ήδη, προκύπτει ότι η συμπλήρωση πενταετίας δεν δημιουργούσε υποχρέωση της Λαϊκής Τράπεζας να τα εξαγοράσει. Στις ίδιες τις εσωτερικές οδηγίες της Λαϊκής Τράπεζας αναφέρεται ρητώς ότι, σύμφωνα με τους όρους έκδοσης, «η Τράπεζα έχει το δικαίωμα να τα εξαγοράσει στα 5 χρόνια αλλά δεν είναι υπόχρεη να το κάνει». Η μη εξαγορά παρουσιαζόταν μεν ως εξέλιξη που θα μπορούσε να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην πιστοληπτική αξιολόγηση της Λαϊκής Τράπεζας, αυτό όμως δεν μετέβαλλε το δικαίωμα εξαγοράς σε συμβατική υποχρέωση. Στις ίδιες οδηγίες, όταν αντιμετωπίζεται η πιθανή ανησυχία πελάτη ότι θα «εγκλωβιστεί» για πέντε χρόνια, δεν αναφέρεται ότι ο πελάτης θα είχε κατά την πενταετία δικαίωμα να απαιτήσει την εξαγορά. Αντιθέτως, ως τρόποι ανάκτησης της ρευστότητας αναφέρονται η δυνατότητα πώλησης των Αξιογράφων στην τότε αγοραία αξία τους με τον τρόπο που επίσης μνημονευόταν, ή η χρησιμοποίησή τους ως εξασφάλιση για δανεισμό, όπως εν προκειμένω.

Επομένως, η Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6 συνέδεσε την εξόφληση του Δανείου με ένα μελλοντικό γεγονός το οποίο, σύμφωνα με τους ίδιους τους όρους των Αξιογράφων, όπως αυτοί καταγράφονται στη Δέσμη Μηνυμάτων Ηλεκτρονικού Ταχυδρομείου που παρουσιάστηκαν ως Εγκύκλιοι της Λαϊκής Τράπεζας σχετικές με το Σχέδιο/Πακέτο «Δάνειο έναντι Αξιογράφων», Τεκμήριο 23 ανωτέρω, δεν επερχόταν αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση πέντε ετών, αλλά εξαρτάτο από την άσκηση σχετικού δικαιώματος από την εκδότρια Λαϊκή Τράπεζα.

Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να αξιολογηθεί η μεταγενέστερη συμπεριφορά του Εναγομένου 1 και, ειδικότερα, η Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7.

Ιδιαίτερη σημασία για την αξιολόγηση της εκδοχής αυτής έχει και ο χρόνος κατά τον οποίο συνομολογήθηκε η Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7 και η κατάσταση που είχε ήδη διαμορφωθεί σε σχέση με την εκδότρια των Αξιογράφων Λαϊκή Τράπεζα.

Ήδη από την 29/03/2013 και ώρα 06:10 π.μ., ημερομηνία που η Κ.Δ.Π. 104/2013 ημερομηνίας 29/03/2013, Τεκμήριο 4 ορίζει ως «Ημερομηνία Μεταβίβασης», είχε τεθεί σε εφαρμογή το προβλεπόμενο από το εν λόγω Διάταγμα μέτρο εξυγίανσης της Λαϊκής Τράπεζας, με σκοπό την πώληση ορισμένων εργασιών της προς το «Αποκτών πρόσωπο», ήτοι την Τράπεζα Κύπρου. Το Διάταγμα, όπως στην συνέχεια επεξηγείται, ρυθμίζει τη μεταβίβαση συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και διακρίνει μεταξύ όσων μεταβιβάζονται στην Τράπεζα Κύπρου και όσων παραμένουν στη Λαϊκή Τράπεζα. Μέχρι δε τη συνομολόγηση της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7 στις 17/12/2013 είχαν ήδη εκδοθεί και οι τροποποιητικές Κ.Δ.Π. 133/2013 ημερομηνίας 21/04/2013, Κ.Δ.Π. 156/2013 ημερομηνίας 14/05/2013 και Κ.Δ.Π. 276/2013 ημερομηνίας 30/07/2013, Τεκμήριο 10.

Τα πιο πάνω δεν επιτρέπουν, χωρίς άλλη μαρτυρία, εύρημα ότι κατά τον Δεκέμβριο του 2013 τα επίδικα Αξιόγραφα είχαν κατ’ ανάγκην μηδενική οικονομική αξία. Ούτε είναι αναγκαίο, για τους σκοπούς της παρούσας αξιολόγησης, να εξαχθεί τέτοιο συμπέρασμα, παρότι προκύπτει ότι η μηδενική οικονομική τους αξία αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων, αφού αυτή ήταν συναφώς η θέση τόσο του Εναγομένου 1, ο οποίος κατέθεσε για την υπόθεση των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4, όσο και του ΜΕ, η μαρτυρία του οποίου έχει ήδη αξιολογηθεί, όπως προαναφέρθηκε. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι, κατά τον χρόνο συνομολόγησης της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7, η εξυγίανση της εκδότριας Λαϊκής Τράπεζας και η μεταφορά των καθοριζόμενων εργασιών, περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεών της στην Τράπεζα Κύπρου αποτελούσαν ήδη συντελεσμένα γεγονότα πολλών μηνών, ενώ από τις εν λόγω κανονιστικές διατάξεις δεν προκύπτει ότι η υποχρέωση της Λαϊκής Τράπεζας από τα επίδικα Αξιόγραφα είχε μεταφερθεί ως υποχρέωση στην Τράπεζα Κύπρου.

Τα δεδομένα αυτά, σε συνδυασμό με τη Δέσμη Μηνυμάτων Ηλεκτρονικού Ταχυδρομείου που παρουσιάστηκαν ως Εγκύκλιοι της Λαϊκής Τράπεζας σχετικές με το Σχέδιο/Πακέτο «Δάνειο έναντι Αξιογράφων», Τεκμήριο 23, αποκτούν ιδιαίτερη σημασία κατά την ερμηνεία του όρου που προστέθηκε με τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, σύμφωνα με τον οποίο «Το δάνειο αυτό θα ξοφληθεί όταν η Τράπεζα προβεί στην Εξαγορά των δεσμευμένων αξιογράφων». Όπως ήδη αναφέρθηκε, σύμφωνα με το ίδιο το σύγχρονο υλικό της Λαϊκής Τράπεζας, η συμπλήρωση της πενταετίας δεν συνεπαγόταν αυτοδικαίως εξαγορά των Αξιογράφων, αλλά παρείχε στην εκδότρια δικαίωμα, και όχι υποχρέωση, να προβεί στην εξαγορά τους. Ο όρος δεν συνδέει την εξόφληση του Δανείου απλώς με την πάροδο της πενταετίας, ούτε με γεγονός το οποίο θα επερχόταν αυτοδικαίως κατά τη συμπλήρωσή της. Τη συνδέει με συγκεκριμένη πράξη της εκδότριας, ήτοι, την άσκηση του δικαιώματός της προς εξαγορά των δεσμευμένων Αξιογράφων, «όταν η Τράπεζα προβεί στην Εξαγορά», η οποία, σύμφωνα με τους όρους που τα διείπαν, δεν ήταν υποχρεωτική.

Η πρόνοια αυτή πρέπει συγχρόνως να εξεταστεί ως τροποποίηση της αρχικής συμβατικής ρύθμισης. Στη Σύμβαση Δανείου, Τεκμήριο 5, τα Αξιόγραφα αξίας €249.000 είχαν ήδη καταγραφεί ρητώς μεταξύ των εξασφαλίσεων του Δανείου, το οποίο διέθετε αυτοτελές πρόγραμμα αποπληρωμής και αναμενόμενη ημερομηνία εξόφλησης την 28/05/2013. Η μεταγενέστερη προσθήκη στη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6 του πιο πάνω ειδικού όρου, ότι το Δάνειο «θα ξοφληθεί όταν η Τράπεζα προβεί στην Εξαγορά των δεσμευμένων αξιογράφων», δεν μπορεί, επομένως, να θεωρηθεί απλή επανάληψη του γεγονότος ότι τα Αξιόγραφα αποτελούσαν εξασφάλιση. Η προσθήκη της συγκεκριμένης πρόνοιας πρέπει να θεωρηθεί ότι απέβλεπε στη ρύθμιση του τρόπου με τον οποίο η εξαγορά της εξασφάλισης αυτής θα συνδεόταν με την εξόφληση του Δανείου.

Τούτο, ωστόσο, δεν σημαίνει αφ' εαυτού ότι συμφωνήθηκε πως η εξαγορά των Αξιογράφων αποτελούσε τη μοναδική και αποκλειστική πηγή ικανοποίησης της Λαϊκής Τράπεζας ή ότι, εάν η εκδότρια Λαϊκής Τράπεζας δεν ασκούσε το δικαίωμα εξαγοράς, η προσωπική υποχρέωση του Εναγόμενου 1, «Πελάτη», δανειολήπτη και πρωτοφειλέτη θα αποσβενόταν. Τέτοια πρόνοια δεν περιλαμβάνεται στη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6. Αντιθέτως, η ίδια η Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6 εξακολουθεί να προβλέπει συγκεκριμένο πρόγραμμα αποπληρωμής, περιλαμβανομένης τελικής καταβολής τόκου και κεφαλαίου €225.257,20 στις 28/06/2013, και ορίζει ότι όλοι οι υπόλοιποι όροι της αρχικής Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5 παραμένουν σε ισχύ.   

Στο πλαίσιο αυτό αποκτά ιδιαίτερη αξιολογική σημασία η μεταγενέστερη συμπεριφορά του Εναγομένου 1. Ήδη με το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ημερομηνίας 18/10/2013, Τεκμήριο 26, πληροφορείτο ρητώς ότι, κατά τη θέση της Τράπεζας Κύπρου, «το συγκεκριμένο δάνειο έχει λήξει» και ότι, «εάν επιθυμείτε», μπορούσε να υποβληθεί αίτημα για παράτασή του για ένα έως δύο χρόνια. Στο ίδιο μήνυμα αναφερόταν ότι με την προτεινόμενη ρύθμιση «παρατείνεται το δάνειο μέχρι την λήψη τελικών αποφάσεων για τα δάνεια αξιογράφων».    

Ακολούθως, στις 17/12/2013, ο Εναγόμενος 1 συνήψε με την Τράπεζα Κύπρου τη Συμπληρωματική Σύμβαση, Τεκμήριο 7, με την οποία καθορίστηκε συγκεκριμένη εφάπαξ καταβολή κεφαλαίου και τόκου €185.412,11 στις 16/12/2015. Η συμπεριφορά αυτή, πρέπει, συνεπώς, να αξιολογηθεί έναντι της απόλυτης ερμηνείας που ο ίδιος απέδωσε ενώπιον του Δικαστηρίου στον ειδικό όρο του 2009 βάσει της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, ότι, δηλαδή, ο ίδιος δεν θα καλείτο σε καμία περίπτωση να εξοφλήσει το κεφάλαιο και ότι η ικανοποίηση της Λαϊκής Τράπεζας μπορούσε να επέλθει αποκλειστικά μέσω της εξαγοράς των Αξιογράφων.

Εάν αυτή ήταν πράγματι η αντίληψή του κατά τον ουσιώδη χρόνο, θα αναμενόταν ευλόγως, όταν τον Οκτώβριο του 2013 πληροφορήθηκε ότι η Τράπεζα Κύπρου θεωρούσε το Δάνειο ληγμένο και όταν δύο μήνες αργότερα κλήθηκε να ρυθμίσει εκ νέου τον χρόνο εξόφλησής του, να προβάλει ότι το Δάνειο δεν μπορούσε να θεωρηθεί ληξιπρόθεσμο εφόσον δεν είχε προηγηθεί η εξαγορά των Αξιογράφων, ή οποιαδήποτε άλλη θέση την οποία θεωρούσε ότι απέρρεε από τον ειδικό όρο της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6 περί υποχρέωσης της Τράπεζας Κύπρου απαίτησης εξαγοράς των Αξιογράφων από την Λαϊκή Τράπεζα. Αντί τούτου, συνήψε νέα συμφωνία, τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7 η οποία καθόριζε συγκεκριμένη μελλοντική ημερομηνία καταβολής του υπολοίπου, χωρίς να καταγράφεται σε αυτήν ειδική επιφύλαξη ότι η καταβολή θα πραγματοποιείτο αποκλειστικά από το προϊόν εξαγοράς των Αξιογράφων ή άλλη επιφύλαξη ως προς τα προαναφερόμενα.

Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει συναφώς ότι η Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7 προβλέπει ότι οι υπόλοιποι όροι της προηγούμενης της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, ως είχε διαμορφωθεί βάσει της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, παραμένουν σε ισχύ, στοιχείο το οποίο παρέχει έρεισμα στη θέση του Εναγομένου 1 ότι ο ειδικός όρος του 2009 βάσει της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6 υφίστατο. Δεν ταυτίζεται, όμως, το ζήτημα της διατήρησης του όρου με το διαφορετικό αποδεικτικό ζήτημα της έννοιας που ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι του απέδιδε. Η συνομολόγηση συγκεκριμένης νέας ημερομηνίας καταβολής βάσει της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7, υπό τις τότε ήδη διαμορφωθείσες συνθήκες ως προς την εκδότρια των Αξιογράφων Λαϊκή Τράπεζα, χωρίς ειδική επιφύλαξη περί αποκλειστικής εξόφλησης από την εξαγορά τους, συνάδει περισσότερο με αντίληψη ότι εξακολουθούσε να υφίσταται προσωπική υποχρέωση εξόφλησης του υπολοίπου του Δανείου, της οποίας ζητείτο η χρονική παράταση, παρά με την απόλυτη θέση ότι ουδεμία τέτοια υποχρέωση μπορούσε να καταστεί απαιτητή ελλείψει προηγούμενης εξαγοράς, ή, σε κάθε περίπτωση, απαίτησης για εξαγορά από την Λαϊκή Τράπεζα από την δικαιούχο πλέον της εξασφάλισης Τράπεζα Κύπρου. Ιδίως εφόσον, κατά την θέση του Εναγομένου 1, η περίοδος των πέντε χρόνων μετά την ημερομηνία έκδοσής των Αξιογράφων, που φερόμενα συνδεόταν με την εξαγορά τους, ήταν η 28/06/2013.  

Η πιο πάνω συμπεριφορά δεν χρησιμοποιείται αφ' εαυτής για να προσδώσει αναδρομικά συγκεκριμένο νομικό περιεχόμενο στον ειδικό όρο του 2009 βάσει της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6. Αποτελεί, όμως, ουσιώδες στοιχείο κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας του Εναγομένου 1 ως προς το πώς ο ίδιος αντιλαμβανόταν τον όρο αυτό κατά τον ουσιώδη χρόνο. Υπό το πρίσμα αυτό, η μεταγενέστερη παρουσίασή του ενώπιον του Δικαστηρίου ─και δη, μετά την ημερομηνία τερματισμού από την Τράπεζα Κύπρου της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5─, ότι η προσωπική του υποχρέωση ουδέποτε μπορούσε να καταστεί απαιτητή χωρίς προηγούμενη εξαγορά των Αξιογράφων από την Λαϊκή Τράπεζα ή απαίτηση της Τράπεζας Κύπρου από την Λαϊκή Τράπεζα για την εξαγορά τους, δεν συνάδει ευχερώς με τη σύγχρονη τότε συμπεριφορά του και με τα έγγραφα που ο ίδιος υπέγραψε.

Εξάλλου, ο πιο πάνω ισχυρισμός του Εναγομένου 1 ότι, προτού το Δάνειο καταστεί ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, η Τράπεζα Κύπρου όφειλε προηγουμένως να αποταθεί στη Λαϊκή Τράπεζα και να απαιτήσει από αυτήν την εξαγορά των δεσμευμένων Αξιογράφων, δεν βρίσκει έρεισμα στη διατύπωση της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6. Ο επίμαχος όρος προβλέπει ότι «Το δάνειο αυτό θα ξοφληθεί όταν η Τράπεζα προβεί στην Εξαγορά των δεσμευμένων αξιογράφων». Συνδέει, συνεπώς, την εξόφληση με την πραγματοποίηση της εξαγοράς, «όταν η Τράπεζα προβεί στην Εξαγορά». Δεν προβλέπει, όμως, ότι η δανείστρια αναλαμβάνει υποχρέωση να προκαλέσει την πραγματοποίηση του γεγονότος αυτού, ούτε ότι η προηγούμενη υποβολή απαίτησης προς την εκδότρια Λαϊκή Τράπεζα για εξαγορά, αποτελεί προϋπόθεση για να καταστεί απαιτητή η προσωπική υποχρέωση του «Πελάτη», δανειολήπτη και πρωτοφειλέτη.    

Η διάκριση είναι ουσιώδης, ιδίως δεδομένου ότι, ως έχει ήδη αναφερθεί, σύμφωνα με το ίδιο το σύγχρονο υλικό της Λαϊκής Τράπεζας ως προκύπτει από τη Δέσμη Μηνυμάτων Ηλεκτρονικού Ταχυδρομείου που παρουσιάστηκαν ως Εγκύκλιοι της Λαϊκής Τράπεζας σχετικές με το Σχέδιο/Πακέτο «Δάνειο έναντι Αξιογράφων», Τεκμήριο 23, η εκδότρια Λαϊκή Τράπεζα είχε κατά την πενταετία δικαίωμα, αλλά όχι υποχρέωση, να εξαγοράσει τα Αξιόγραφα. Η ερμηνεία που προβάλλει ο Εναγόμενος 1 προϋποθέτει, επομένως, την προσθήκη στον όρο υποχρέωσης που δεν προβλέπεται σε αυτόν: ότι η Λαϊκή Τράπεζα, ως αρχική δανείστρια και εκδότρια των Αξιογράφων, όφειλε να ασκήσει την εξαγορά τους ή ότι η Ενάγουσα, ως μεταγενέστερη δικαιούχος της δανειακής απαίτησης, όφειλε να απαιτήσει από τη Λαϊκή Τράπεζα την άσκηση της εξαγοράς τους, παρά το γεγονός ότι η τελευταία δεν είχε συμβατική υποχρέωση να το πράξει. Παραβλέποντας συγχρόνως την σαφή αναφορά στον πιο πάνω ειδικό όρο της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6 ως προς την δυνατότητα και χρονικό προσδιορισμό «όταν η Τράπεζα προβεί στην Εξαγορά».

Το γεγονός ότι κατά τη συνομολόγηση της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6 η Λαϊκή Τράπεζα ήταν συγχρόνως τόσο η δανείστρια όσο και η εκδότρια των Αξιογράφων εξηγεί τη εν λόγω διατύπωση «όταν η Τράπεζα προβεί στην Εξαγορά». Η μεταγενέστερη μεταφορά της δανειακής απαίτησης στην Τράπεζα Κύπρου, χωρίς να έχει υποδειχθεί αντίστοιχη μεταφορά σε αυτήν της ιδιότητας ή υποχρέωσης της εκδότριας των Αξιογράφων, δεν μπορεί αφ' εαυτής να μετατρέψει τον όρο αυτό σε υποχρέωση της Τράπεζας Κύπρου να απαιτήσει από τη Λαϊκή Τράπεζα την εξαγορά τους. Τέτοιος μηχανισμός δεν προβλέπεται στη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6.

Κατ’ ακολουθία των όσων προαναφέρθηκαν, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του Εναγομένου 1 κατά το μέρος που αφορά την εκδοχή και τις εξηγήσεις του για τα αμφισβητούμενα επίδικα γεγονότα, για τους λόγους που έχουν ήδη εκτεθεί. Η κρίση αυτή διακρίνεται από την αξιολόγηση της Επιστολής Παραχώρησης των Αξιογράφων ημερομηνίας 11/07/2008, Τεκμήριο 22, και της Δέσμης Μηνυμάτων Ηλεκτρονικού Ταχυδρομείου που παρουσιάστηκαν ως Εγκύκλιοι της Λαϊκής Τράπεζας σχετικές με το Σχέδιο/Πακέτο «Δάνειο έναντι Αξιογράφων», Τεκμήριο 23 καθώς και άλλων έγγραφων καταστάσεων λογαριασμού, τα οποία προσκομίστηκαν μέσω του Εναγομένου 1. Η γνησιότητα και η προέλευση των συγκεκριμένων εγγράφων, δεν αμφισβητήθηκαν από την Ενάγουσα. Το Δικαστήριο τα αποδέχεται ως έγγραφα της Λαϊκής Τράπεζας και συνεκτιμά το περιεχόμενό τους για την εξαγωγή των συμπερασμάτων που ειδικά εκτίθενται στην παρούσα απόφαση στην συνέχεια. Η αποδεικτική τους αξιοποίηση στηρίζεται στο ίδιο το περιεχόμενό τους, όπως αυτό αξιολογείται σε συνάρτηση με το σύνολο του αποδεκτού μαρτυρικού υλικού, και δεν προϋποθέτει αποδοχή της προσωπικής εκδοχής του Εναγομένου 1. Ούτε συνεπάγεται υιοθέτηση των ερμηνειών ή των πρόσθετων συμπερασμάτων που ο ίδιος επιχείρησε να αντλήσει από αυτά. Η παρούσα διευκρίνιση αφορά ειδικά και μόνο τα προαναφερόμενα τεκμήρια. Συναφώς, επαναλαμβάνεται η επισήμανση που διατυπώθηκε κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ και ισχύει εξίσου για τη μαρτυρία της ΜΥ1 και του Εναγομένου 1: τελικός ερμηνευτής και κριτής των επίδικων συμβατικών εγγράφων είναι το Δικαστήριο, όπως αναφέρθηκε από το Εφετείο στην απόφαση του στην προαναφερόμενη υπόθεση Progressive Insurance Co Ltd ν. S. Kaniklides (Cyprus) Ltd, κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 411/2019, 10/02/2025.

IV.

Βασικά Ευρήματα.

Κατόπιν της αξιολόγησης της προσαχθείσας μαρτυρίας που προηγήθηκε, το Δικαστήριο καταλήγει στα ακόλουθα βασικά ευρήματα ως προς τα επίδικα γεγονότα. Τα ευρήματα αυτά στηρίζονται στα παραδεκτά μεταξύ των διαδίκων γεγονότα, όπως καταγράφονται στο Έγγραφο Α και στις σχετικές δηλώσεις των συνηγόρων τους κατά τη δικάσιμο της 29/01/2026 ως έχει ήδη ανωτέρω αναφερθεί, στη μαρτυρία που κρίθηκε αξιόπιστη και έγινε αποδεκτή, καθώς και στα γεγονότα που ευλόγως συνάγονται από την παραδεκτή και αποδεκτή μαρτυρία. Για την πληρέστερη και συνεκτική αποτύπωση του πραγματικού πλαισίου της υπόθεσης, στην παράθεση που ακολουθεί περιλαμβάνονται και τα εν λόγω παραδεκτά γεγονότα:

-       Η Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, η οποία, όπως διευκρινίστηκε εισαγωγικά, αναφέρεται στην παρούσα απόφαση ως «Λαϊκή Τράπεζα», αποτελούσε δημόσια εταιρεία, δεόντως εγγεγραμμένη σύμφωνα με τους Νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας, με έδρα τη Λευκωσία, και διεξήγαγε τραπεζικές εργασίες όλων των ειδών δυνάμει άδειας της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Προς πιστοποίηση των ανωτέρω κατατέθηκε η Δέσμη Πιστοποιητικών του Εφόρου Εταιρειών και της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, Τεκμήριο 1 (Παραδεκτό γεγονός ─ Έγγραφο Α, σημείο 1). Η Λαϊκή Τράπεζα λειτουργούσε αρχικά με την επωνυμία «Cyprus Popular Bank Public Co Ltd». Δυνάμει ειδικού ψηφίσματος που καταχωρήθηκε στον Έφορο Εταιρειών στις 28/03/2005, μετονομάστηκε σε «Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ». Ακολούθως, δυνάμει ειδικού ψηφίσματος που καταχωρήθηκε στον Έφορο Εταιρειών στις 04/12/2006, μετονομάστηκε σε «Marfin Popular Bank Public Co Ltd» και, δυνάμει ειδικού ψηφίσματος που καταχωρήθηκε στον Έφορο Εταιρειών στις 05/04/2012, σε «Cyprus Popular Bank Public Co Ltd». Συναφώς, κατατέθηκε η Δέσμη Πιστοποιητικών του Εφόρου Εταιρειών, Τεκμήριο 2 (Παραδεκτό γεγονός ─ Έγγραφο Α, σημείο 2).

-       Η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, η οποία, όπως διευκρινίστηκε εισαγωγικά, αναφέρεται στην παρούσα απόφαση ως «Ενάγουσα» ή «Τράπεζα Κύπρου», είναι δημόσια εταιρεία, δεόντως εγγεγραμμένη σύμφωνα με τους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας, με έδρα τη Λευκωσία. Διεξήγαγε και διεξάγει τραπεζικές εργασίες όλων των ειδών δυνάμει άδειας της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, διατηρώντας παραρτήματα σε ολόκληρη την Κύπρο. Μέχρι τις 11/07/2004 λειτουργούσε με την επωνυμία «Τράπεζα Κύπρου Λτδ» και από τις 12/07/2004 δυνάμει ειδικού ψηφίσματος που καταχωρήθηκε στον Έφορο Εταιρειών μετονομάστηκε σε «Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρία Λτδ». Προς πιστοποίηση των ανωτέρω κατατέθηκε η Δέσμη Πιστοποιητικών του Εφόρου Εταιρειών και της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, Τεκμήριο 3 (Παραδεκτό γεγονός ─ Έγγραφο Α, σημείο 3).

-       Η Εναγόμενη 4 είναι σύζυγος του Εναγομένου 1, ενώ οι Εναγόμενοι 2 και 3 είναι τέκνα τους. Ο Εναγόμενος 1, καθ’ όλους τους ουσιώδεις χρόνους, ενεργούσε με γνώμονα όσα ο ίδιος αντιλαμβανόταν και θεωρούσε ως καλώς νοούμενα συμφέροντα τόσο του ιδίου όσο και των Εναγομένων 2, 3 και 4, ως συνάγεται, με την αποδοχή και γνώση των τελευταίων, με τους οποίους συνδεόταν με τους προαναφερόμενους οικογενειακούς δεσμούς.

-       Οι επίδικοι λογαριασμοί, οι διευκολύνσεις και όλες οι συναφείς εξασφαλίσεις που αφορούν τους Εναγομένους 1, 2, 3 και 4 στην παρούσα Αγωγή μεταβιβάστηκαν και περιήλθαν από τη Λαϊκή Τράπεζα στην Τράπεζα Κύπρου από τις 29/03/2013, βάσει Διατάγματος του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Το Διάταγμα εκδόθηκε δυνάμει των Άρθρων 5(12)(α), 7(1) και 9 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013, Νόμος 17(I)/2013 και αναφέρεται ως το περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013. Δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ως Κ.Δ.Π. 104/2013. Δυνάμει αυτού, μεταβιβάστηκαν από τις 29/03/2013 στην Τράπεζα Κύπρου συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία, τίτλοι ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αποτελούν το αντικείμενο της παρούσας Αγωγής. Αντίγραφο του Διατάγματος όπως δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ως Κ.Δ.Π. 104/2013 στις 29/03/2013, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4 (Παραδεκτό γεγονός ─ Έγγραφο Α, σημείο 4).

-       Δυνάμει της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, η οποία καταρτίστηκε και υπογράφηκε στις 18/05/2009 μεταξύ της Λαϊκής Τράπεζας και του Εναγομένου 1, συμφωνήθηκε η παραχώρηση και παραχωρήθηκε στον Εναγόμενο 1 Δάνειο ύψους €224.000, με αριθμό λογαριασμού 357013607406 και προηγούμενο αριθμό λογαριασμού 003-12-556055 (Παραδεκτό γεγονός ─ Έγγραφο Α, σημείο 5).

-       Δυνάμει της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, η Λαϊκή Τράπεζα συμφώνησε να παραχωρήσει στον Εναγόμενο 1 το Δάνειο, με σκοπό την κάλυψη «οικογενειακών αναγκών».

-       Σύμφωνα με τον Όρο 1 της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, η αποπληρωμή του Δανείου θα πραγματοποιούνταν βάσει του πίνακα αποπληρωμής και των επιμέρους στοιχείων που καθορίζονταν στον Όρο 4 της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, ως προς τον αριθμό και το ποσό των δόσεων, τη συχνότητα και το είδος των πληρωμών, τις ημερομηνίες έναρξης και λήξης, καθώς και το είδος και το περιθώριο του επιτοκίου. Ειδικότερα, σύμφωνα με τον Όρο 4(α) της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, το ποσό του Δανείου θα επιβαρυνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο, αποτελούμενο από το Euribor τριών μηνών, προσαυξημένο κατά περιθώριο 1,00%. Το Euribor θα υπολογιζόταν τριμηνιαίως, αρχής γενομένης από την ημερομηνία της πρώτης εκταμίευσης του Δανείου. Ο σχετικός πίνακας προέβλεπε 15 τριμηνιαίες δόσεις, ποσού €1.314,38 εκάστη, για την καταβολή τόκου, με ημερομηνία έναρξης την 28/08/2009. Ακολούθως, προβλεπόταν μία δόση ποσού €225.314,35, για την καταβολή τόκου και κεφαλαίου, με αναγραφόμενη συχνότητα «τριμηνιαία» και ημερομηνία καταβολής την 28/05/2013. Η τελευταία αναφερόταν και ως αναμενόμενη ημερομηνία εξόφλησης του Δανείου.

-       Στον ίδιο Όρο 4(α) της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, διευκρινιζόταν περαιτέρω ο τρόπος προσδιορισμού του Euribor και προβλεπόταν ότι ο τόκος θα υπολογιζόταν και θα καθίστατο πληρωτέος κάθε τριμηνία. Σε περίπτωση μη καταβολής του, ο τόκος θα χρεωνόταν στο υπόλοιπο του λογαριασμού και επ’ αυτού θα υπολογίζονταν τόκοι και προμήθεια, με τη ρητή πρόνοια ότι η Λαϊκή Τράπεζα δεν θα προέβαινε σε ανατοκισμό περισσότερες από δύο φορές τον χρόνο. Σε περίπτωση μεταβολής του επιτοκίου, η Λαϊκή Τράπεζα διατηρούσε το δικαίωμα, χωρίς να υπέχει αντίστοιχη υποχρέωση, να αυξάνει ή να μειώνει μονομερώς το ποσό κάθε δόσης, κατά τρόπο ώστε να παραμένουν αμετάβλητοι η διάρκεια του Δανείου και ο αριθμός των δόσεων.

-       Περαιτέρω, σύμφωνα με τον Όρο 2 της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, ο Εναγόμενος 1 εξουσιοδότησε τη Λαϊκή Τράπεζα να χρεώνει, χωρίς άλλη ειδοποίηση, τον λογαριασμό με αριθμό 341-21-008353 ή οποιονδήποτε άλλο λογαριασμό του, για τη διενέργεια των περιοδικών πληρωμών προς εξόφληση του Δανείου.

-       Ο Όρος 4(γ) της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, προέβλεπε τη δυνατότητα επιβολής από τη Λαϊκή Τράπεζα, κατά την απόλυτη κρίση της, άλλων χρεώσεων, εξόδων, επιβαρύνσεων ή δικαιωμάτων, για τα οποία θα ενημέρωνε γραπτώς τον Εναγόμενο 1.

-       Σύμφωνα με τον Όρο 5 της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, σε περίπτωση υπερημερίας, το Δάνειο θα επιβαρυνόταν με τόκο υπερημερίας, με επιτόκιο κατά 10 εκατοστιαίες μονάδες υψηλότερο από το συμβατικό επιτόκιο του λογαριασμού, όπως αυτό θα ίσχυε κατά τον χρόνο της υπερημερίας.

-       Στον πίνακα εξασφαλίσεων της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, καταγράφονται, υπό την ένδειξη «Debentures», τα Αξιόγραφα της Λαϊκής Τράπεζας αξίας €249.000, με τη συντετμημένη περιγραφή «Marfin Popular Bank Cap Securi, Christou Christ», καθώς και οι προσωπικές εγγυήσεις των Εναγομένων 2, 3 και 4, ποσού €224.000,00 εκάστη.

-       Τέλος, στη Σύμβαση Δανείου, Τεκμήριο 5, πέραν της αναμενόμενης ημερομηνίας εξόφλησης του Δανείου, ήτοι της 28/05/2013, καθοριζόταν ως ημερομηνία αναθεώρησης η 05/05/2012 ή και προγενέστερη ημερομηνία, κατά την κρίση της Λαϊκής Τράπεζας.

-       Δυνάμει της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, με τη Λαϊκή Τράπεζα, την οποία υπέγραψε ο Εναγόμενος 1, τροποποιήθηκαν οι όροι της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, κατά τα διαλαμβανόμενα στη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6 (Παραδεκτό γεγονός ─ Έγγραφο Α, σημείο 6).

-       Στο εισαγωγικό μέρος της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, αναφέρεται ότι ο Εναγόμενος 1 είχε ζητήσει από τη Λαϊκή Τράπεζα «αλλαγή στις εξασφαλίσεις/αλλαγή της δόσης/διάρκειας της Τραπεζικής Διευκόλυνσης/αύξηση/μείωση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού» και ότι η Λαϊκή Τράπεζα επιθυμούσε να αποδεχθεί το σχετικό αίτημα.

-       Ως προς τις εξασφαλίσεις, η Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, προβλέπει ότι «Οι εξασφαλίσεις οι οποίες έχουν προσφερθεί κάτω από τη Συμφωνία να τροποποιηθούν ως ακολούθως:». Ακολουθεί ο ειδικός όρος: «Το δάνειο αυτό θα ξοφληθεί όταν η Τράπεζα προβεί στην εξαγορά των δεσμευμένων αξιογράφων».

-       Περαιτέρω, ως προς τη «δόση/διάρκεια της Τραπεζικής Διευκόλυνσης», συμφωνήθηκε η μεταβολή τους σύμφωνα με τον σχετικό πίνακα της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6. Ειδικότερα, προβλέπονται 15 τριμηνιαίες δόσεις τόκου, ποσού €1.257,59 εκάστη, με ημερομηνία έναρξης την 28/09/2009, και μία τελική δόση κεφαλαίου και τόκου, ποσού €225.257,20, με αναγραφόμενη τριμηνιαία συχνότητα και ημερομηνία καταβολής την 28/06/2013. Ως προς το επιτόκιο, αναγράφονται είδος επιτοκίου Euribor 3 μηνών, περιθώριο 1,00% και συνολικό επιτόκιο 2,252%.

-       Το πρόγραμμα αυτό αποπληρωμής και, ιδίως, η τελική καταβολή ποσού €225.257,20 για «Τόκο και Κεφάλαιο» στις 28/06/2013, δεν είχαν τεθεί συμβατικά υπό την προϋπόθεση εξαγοράς των Αξιογράφων από τη Λαϊκή Τράπεζα. Ειδικότερα, η υποχρέωση διενέργειας της τελικής καταβολής κατά την καθορισμένη ημερομηνία, δεν εξαρτιόταν από την άσκηση της δυνατότητας της Λαϊκής Τράπεζας να εξαγοράσει τα Αξιόγραφα κατά τη συμπλήρωση πενταετίας από την ημερομηνία έκδοσής τους.

-       Ως ρητή προϋπόθεση για την έναρξη ισχύος της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, τέθηκε η εξασφάλιση της γραπτής συγκατάθεσης όλων των εγγυητών αναφορικά με τους νέους τροποποιημένους όρους της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5.

-       Περαιτέρω, συμφωνήθηκε ότι όλοι οι υπόλοιποι όροι της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, παραμένουν σε ισχύ και ότι η Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5.

-       Δυνάμει της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7, με τη Τράπεζα Κύπρου, την οποία υπέγραψε ο Εναγόμενος 1, τροποποιήθηκαν οι όροι της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, κατά τα διαλαμβανόμενα στη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7 (Παραδεκτό γεγονός ─ Έγγραφο Α, σημείο 7, με τη διευκρίνιση που ακολουθεί). Διευκρινίζεται ότι στο σημείο 7 του Εγγράφου Α, αναφέρεται η Λαϊκή Τράπεζα αντί της Τράπεζας Κύπρου. Η αναφορά αυτή συνιστά προφανή παραδρομή κατά τη σύνταξη του Εγγράφου Α. Τούτο προκύπτει από τα δικόγραφα, ιδίως από την παράγραφο 6.3 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 και τις παραγράφους 5(x) και 6(iii) της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση της Ενάγουσας, από την κοινή θέση των διαδίκων και των συνηγόρων τους επί του συγκεκριμένου γεγονότος, καθώς και από την προσκομισθείσα μαρτυρία, ακόμη και του ιδίου του Εναγομένου 1. Τούτο επιβεβαιώνεται, άλλωστε, από το ίδιο το περιεχόμενο της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7, στην οποία ως αντισυμβαλλόμενη του Εναγομένου 1 προσδιορίζεται η Τράπεζα Κύπρου. Περαιτέρω, στο άνω μέρος της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7, αναγράφονται ο αριθμός λογαριασμού 003-12-556055 και η ένδειξη «Δάνειο Euribor 3μηνών», στοιχεία που παραπέμπουν στο επίδικο Δάνειο, το οποίο παραχωρήθηκε βάσει της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5.

-       Στο εισαγωγικό μέρος της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7, αναφέρεται ότι ο Εναγόμενος 1 είχε ζητήσει από την Τράπεζα Κύπρου «αλλαγή στις εξασφαλίσεις/αλλαγή της δόσης/διάρκειας της Τραπεζικής Διευκόλυνσης/αύξηση/μείωση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού» και ότι η Τράπεζα Κύπρου επιθυμούσε να αποδεχθεί το αίτημά του. Προβλέπεται, επίσης, ότι το προοίμιο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7.

-       Ο Εναγόμενος 1 ήταν αυτός που είχε ζητήσει από την Τράπεζα Κύπρου και η τελευταία αποδέχθηκε να προσέρχονταν στην Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7 με το σχετικό περιεχόμενο προς τροποποίηση της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5.

-       Στο μέρος της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7, που αφορά την τροποποίηση των εξασφαλίσεων, αναγράφεται «Δεν ισχύει.». Περαιτέρω, συμφωνήθηκαν «Διαγραφή καθυστερημένων δόσεων» και «Επέκταση στην διάρκεια αποπληρωμής κατά ένα χρόνο». Κατά την 17/12/2013, ημερομηνία κατά την οποία Ενάγουσα και Εναγόμενος προσήλθαν στη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7, ο Εναγόμενος 1 δεν ήταν σε συμμόρφωση με το πρόγραμμα αποπληρωμής της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5 ως αυτό είχε διαμορφωθεί με τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, και, ιδίως, με τη τελική καταβολή του ποσού των €225.257,20 για «Τόκο και Κεφάλαιο» στις 28/06/2013.

-       Ως προς τη «δόση/διάρκεια της Τραπεζικής Διευκόλυνσης», συμφωνήθηκε η μεταβολή τους σύμφωνα με τον σχετικό πίνακα της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7. Ειδικότερα, προβλέπεται μία δόση ποσού €185.412,11, με αναγραφόμενη μηνιαία συχνότητα, είδος πληρωμής «Τόκος και Κεφάλαιο» και ημερομηνία καταβολής την 16/12/2015. Ως προς το επιτόκιο, αναγράφονται περιθώριο 1,00%, συνολικό επιτόκιο 1,277% και είδος επιτοκίου «κυμαινόμενο Euribor 3 μηνών».

-       Περαιτέρω, προβλέφθηκε ότι όλοι οι υπόλοιποι όροι της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, παραμένουν σε ισχύ και ότι η Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5.

-       Στις 18/05/2009, οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 υπέγραψαν τις Συμβάσεις Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, και όλα τα απαραίτητα έγγραφα για την παραχώρηση στον Εναγόμενο 1 του Δανείου ύψους €224.000, με σκοπό την κάλυψη «οικογενειακών αναγκών» (Παραδεκτό γεγονός ─ Έγγραφο Α, σημείο 8).

-       Σε ό,τι αφορά τις προαναφερόμενες προσωπικές εγγυήσεις, στις 18/05/2009 η Λαϊκή Τράπεζα και έκαστος των Εναγομένων 2, 3 και 4 συνήψαν χωριστή σύμβαση προσωπικής εγγύησης, προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων του Εναγομένου 1, ως πρωτοφειλέτη, έναντι της Λαϊκής Τράπεζας. Οι Συμβάσεις Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, μολονότι αυτοτελείς, είναι ουσιωδώς ταυτόσημες ως προς το περιεχόμενό τους και διαφοροποιούνται μόνο ως προς τα στοιχεία του εκάστοτε εγγυητή. Το ανώτατο ποσό ευθύνης εκάστου εγγυητή καθορίζεται σε €224.000, πλέον των τόκων και λοιπών επιβαρύνσεων που προβλέπονται στον Όρο 18.

-       Στο εισαγωγικό μέρος των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, προβλέπεται ότι, ως αντάλλαγμα για την παροχή της εγγύησης, η Λαϊκή Τράπεζα θα παρείχε ή και θα συνέχιζε να παρέχει στον Εναγόμενο 1 τραπεζικές, πιστωτικές και λοιπές χρηματοδοτικές διευκολύνσεις οποιασδήποτε μορφής. Σε αυτές περιλαμβάνονταν δάνεια οποιασδήποτε φύσης, μέσω τρεχούμενου ή άλλου είδους λογαριασμού, προς τον ίδιο προσωπικά ή από κοινού με άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα, για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα και υπό τους όρους που η Λαϊκή Τράπεζα θα καθόριζε κατά καιρούς. Στο ίδιο πλαίσιο προβλεπόταν και η δυνατότητα της Λαϊκής Τράπεζας να παραχωρεί, κατόπιν αίτησης του εγγυητή, οποιαδήποτε παράταση χρόνου στον Εναγόμενο 1, είτε σε σχέση με δικές του υποχρεώσεις είτε σε σχέση με υποχρεώσεις του που απέρρεαν από εγγύηση ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο.

-       Με τον Όρο 1 των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, έκαστος εγγυητής εγγυόταν όλες τις υποχρεώσεις του Εναγομένου 1 έναντι της Λαϊκής Τράπεζας, παρούσες ή μελλοντικές, απαιτητές ή που θα καθίσταντο απαιτητές, προσωπικές ή κοινές με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα, άμεσες ή έμμεσες. Η υποχρέωση του εγγυητή εκτεινόταν στην καταβολή, μόλις του ζητείτο, οποιουδήποτε ποσού καθίστατο πληρωτέο και απαιτητό σε σχέση με τις υποχρεώσεις του Εναγομένου 1, περιλαμβανομένων τόκων, τραπεζικών δικαιωμάτων, δικηγορικών και άλλων εξόδων.

-       Ο Όρος 2 των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, παρείχε στη Λαϊκή Τράπεζα, κατά την απόλυτη κρίση της και χωρίς τη συγκατάθεση του εγγυητή, το δικαίωμα να ανανεώνει, να παρατείνει, να ακυρώνει ή να απαλλάσσει, ολικώς ή μερικώς, μεταξύ άλλων, δάνεια, πιστωτικές ή και χρηματοδοτικές διευκολύνσεις, υποθήκες και άλλες επιβαρύνσεις, εγγυήσεις ή εξασφαλίσεις που είχαν δοθεί ή θα δίδονταν από τον Εναγόμενο 1, προσωπικά ή από κοινού με άλλο πρόσωπο, ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα, χωρίς να επηρεάζεται η ευθύνη του εγγυητή. Ο ίδιος όρος παρείχε στη Λαϊκή Τράπεζα το δικαίωμα να παραχωρεί παρατάσεις στον Εναγόμενο 1, να απέχει από τη λήψη μέτρων εναντίον του και να προβαίνει σε συμβιβασμούς ή διευθετήσεις με αυτόν ή με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ευθυνόταν για τις σχετικές υποχρεώσεις, χωρίς να επηρεάζεται η ευθύνη του εγγυητή. Ο εγγυητής αποποιείτο ρητώς το δικαίωμα να απαιτήσει τη συγκατάθεσή του για οποιαδήποτε από τις πιο πάνω ενέργειες.

-       Ο Όρος 4 των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, καθόριζε την έννοια της «εξασφάλισης». Σε αυτήν περιλαμβάνονταν, χωρίς περιορισμό της γενικότητας του όρου, υποθήκες και επιβαρύνσεις οποιασδήποτε μορφής, οποιοδήποτε εμπράγματο ή ενοχικό συμφέρον ή δικαίωμα επί περιουσίας, καθώς και, μεταξύ άλλων, χρεωστικά ομόλογα, αξιόγραφα οποιασδήποτε μορφής, χρέη και άλλα αγώγιμα δικαιώματα.

-       Κατά τον Όρο 7 των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, η εγγύηση συμφωνήθηκε ως συνεχής εγγύηση («continuing guarantee») και θα παρέμενε δεσμευτική για τον εγγυητή μέχρι την πάροδο επτά ημερών από την παραλαβή, από τη Λαϊκή Τράπεζα, γραπτής ειδοποίησής του για τον τερματισμό της, αποστελλόμενης με διπλοσυστημένη επιστολή. Ο εγγυητής θα εξακολουθούσε, σε κάθε περίπτωση, να ευθύνεται για τις υποχρεώσεις του Εναγομένου 1 που είχαν αναληφθεί μέχρι την επέλευση του τερματισμού.

-       Σύμφωνα με τον Όρο 9 των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, η εγγύηση θα ίσχυε για το τελικό υπόλοιπο που θα καθίστατο πληρωτέο από τον Εναγόμενο 1 προς τη Λαϊκή Τράπεζα. Μέχρι την πλήρη εξόφλησή του, η Λαϊκή Τράπεζα είχε το δικαίωμα να κρατεί, να ρευστοποιεί («realize») ή να διαθέτει με οποιονδήποτε άλλο τρόπο τις εξασφαλίσεις που είχε ή θα αποκτούσε, χωρίς υποχρέωση να καταλογίσει προς όφελος του εγγυητή οποιοδήποτε ποσό από τις εξασφαλίσεις ή τις σχετικές εισπράξεις μέχρι την πλήρη εξόφληση του τελικού υπολοίπου.

-       Κατά τον Όρο 10 των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, οποιαδήποτε είσπραξη από τον Εναγόμενο 1, άλλο πρόσωπο ή οποιαδήποτε εξασφάλιση δεν θα επηρέαζε την ευθύνη του εγγυητή, ενώ η Λαϊκή Τράπεζα μπορούσε να προβαίνει σε οποιαδήποτε διευθέτηση των υποχρεώσεων του Εναγομένου 1.

-       Σύμφωνα με τον Όρο 15 των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, η εγγύηση αποτελούσε επιπρόσθετη εξασφάλιση και δεν επηρεαζόταν από ούτε επηρέαζε οποιεσδήποτε άλλες εξασφαλίσεις ή εγγυήσεις που η Λαϊκή Τράπεζα είχε από τον εγγυητή ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο σε σχέση με τις υποχρεώσεις του Εναγομένου 1.

-       Με τον Όρο 16 των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, ο εγγυητής δήλωνε ότι εγκατέλειπε τα προνόμια και δικαιώματα του εγγυητή και συμφωνούσε ότι η Λαϊκή Τράπεζα μπορούσε να στραφεί εναντίον του σαν να ήταν ο ίδιος ο πρωτοφειλέτης, χωρίς να απαιτείται να στραφεί προηγουμένως εναντίον του Εναγομένου 1. Με τον ίδιο όρο, ο εγγυητής αναλάμβανε ευθύνη για όλα τα ποσά που καλύπτονταν από το έγγραφο στην περίπτωση που ο πρωτοφειλέτης διαπιστώνονταν ήταν ανύπαρκτο πρόσωπο.

-       Ο Όρος 18 των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, καθόριζε το ανώτατο ποσό της συνολικής ευθύνης εκάστου εγγυητή σε €224.000, πλέον τόκων, προμήθειας, τραπεζικών δικαιωμάτων, εξόδων και δαπανών που θα προέκυπταν μέχρι τον τελικό διακανονισμό όλων των ποσών που θα οφείλονταν από τον Εναγόμενο 1, όπως αυτά καθορίζονταν στις συμφωνίες των σχετικών διευκολύνσεων.

-       Ο Όρος 19 των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, προέβλεπε ότι, σε περίπτωση υπογραφής του εγγράφου από περισσότερα πρόσωπα, οι υποχρεώσεις και οι ευθύνες τους θα ήταν αλληλέγγυες και κεχωρισμένες («joint and several»), ενώ η ευθύνη εκάστου εγγυητή θα ήταν ανεξάρτητη από την ευθύνη των υπολοίπων.

-       Τέλος, σύμφωνα με τον Όρο 20 των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, έκαστος εγγυητής δήλωνε ότι κατανοούσε πλήρως το δικαίωμά του να εξετάσει όλες τις πτυχές του εγγράφου με δικηγόρο της επιλογής του, ότι είχε την ευκαιρία να συμβουλευθεί δικηγόρο, ότι είχε διαβάσει και κατανοήσει πλήρως τις πρόνοιες του εγγράφου και ότι συμβαλλόταν και υπέγραφε ελεύθερα, ενσυνείδητα και εκουσίως.

-       Στο τέλος εκάστης από τις Συμβάσεις Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, περιλαμβανόταν επίσης Δήλωση Εγγυητή, η οποία αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της αντίστοιχης σύμβασης. Με τη δήλωση αυτή, ο υπογράφων εγγυητής δήλωνε ότι, ασκώντας την απόλυτη και ελεύθερη βούλησή του, είχε διαβάσει προσεκτικά το έγγραφο της εγγύησης, είχε αντιληφθεί πλήρως τις πρόνοιες και τους όρους του και παρείχε την ελεύθερη και ανεπιφύλακτη συναίνεσή του στην εκτέλεσή του προς εγγύηση του Εναγομένου 1.

-       Σε σχέση με τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, η Λαϊκή Τράπεζα απέστειλε στους Εναγομένους 2, 3 και 4, υπό την ιδιότητά τους ως εγγυητών, τις Επιστολές Συγκατάθεσης ημερομηνίας 13/07/2009, Τεκμήριο 13, καθεμία από τις οποίες απευθυνόταν στον αντίστοιχο εγγυητή και παραλήφθηκε από αυτόν.

-       Με τις Επιστολές Συγκατάθεσης ημερομηνίας 13/07/2009, Τεκμήριο 13, η Λαϊκή Τράπεζα ενημέρωνε τους Εναγομένους 2, 3 και 4 ότι ο Εναγόμενος 1, ως πρωτοφειλέτης, είχε υπογράψει ή θα υπέγραφε τροποποιητική συμφωνία, με την οποία θα τροποποιούνταν οι όροι παροχής των τραπεζικών διευκολύνσεων που εξασφαλίζονταν με τις προσωπικές τους εγγυήσεις βάσει των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8. Ειδικότερα, οι Επιστολές Συγκατάθεσης ημερομηνίας 13/07/2009, Τεκμήριο 13, αναφέρονταν σε «παράταση του προγράμματος αποπληρωμής του δανείου με αρ. 003-12-556055», δηλαδή του Δανείου που παραχωρήθηκε βάσει της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5. Προέβλεπαν συνολικά 16 δόσεις και περιέγραφαν το πρόγραμμα αποπληρωμής με τις αναφορές «Για 15 μήνες μόνο τόκος (τριμηνιαία)», ποσού €1.257,59 ανά δόση, και «Για 1 μήνα Τόκος και Κεφάλαιο (τριμηνιαία)», ποσού €225.257,20. Ως προς το επιτόκιο, οι Επιστολές Συγκατάθεσης ημερομηνίας 13/07/2009, Τεκμήριο 13, ανέφεραν «Euribor 3 μηνών + 1%», «Σύνολο επιτοκίου: 2,252%» και, ως είδος επιτοκίου, «Euribor 3 μηνών».

-       Περαιτέρω, με τις Επιστολές Συγκατάθεσης ημερομηνίας 13/07/2009, Τεκμήριο 13, η Λαϊκή Τράπεζα, αφού επισήμαινε ότι οι εν λόγω τραπεζικές διευκολύνσεις εξασφαλίζονταν με την προσωπική εγγύηση του εκάστοτε εγγυητή βάσει των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, τον καλούσε να παράσχει τη συγκατάθεσή του, υπογράφοντας την επιστολή που του απευθυνόταν, «για τις πιο πάνω αναφερόμενες τροποποιήσεις».

-       Στο δεύτερο μέρος των Επιστολών Συγκατάθεσης ημερομηνίας 13/07/2009, Τεκμήριο 13, ο εκάστοτε εγγυητής δήλωνε ότι «έχω διαβάσει και κατανοήσει τις τροποποιήσεις που αναφέρονται πιο πάνω». Περαιτέρω, δήλωνε ότι «συναινώ σε κάθε και οποιαδήποτε διαφοροποίηση και/ή τροποποίηση, όπως αυτή περιγράφεται πιο πάνω, οποιουδήποτε όρου, οποιασδήποτε και κάθε συμφωνίας παροχής, οποιασδήποτε και κάθε διευκόλυνσης από την Τράπεζα, προς τον Πρωτοφειλέτη, για την οποία έχω παράσχει την προσωπική εγγύησή μου, ημερομηνίας 18/05/2009». Τέλος, συμφωνούσε ότι «η αναφερόμενη προσωπική εγγύησή μου παραμένει σε ισχύ και το αποτέλεσμα και οι όροι της εξακολουθούν να είναι δεσμευτικοί για μένα».

-       Κατά την υπογραφή της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, το 2009, οι εξασφαλίσεις του Δανείου ήταν τα Αξιόγραφα των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 και οι προσωπικές εγγυήσεις των Εναγομένων 2, 3 και 4 βάσει των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8 (Παραδεκτό γεγονός ─ Έγγραφο Α, σημείο 8).

-       Τα Αξιόγραφα, κατά τον ουσιώδη χρόνο, προωθούνταν από την Λαϊκή Τράπεζα ως επενδυτικό προϊόν υψηλότερης απόδοσης σε σύγκριση με τις καταθέσεις. Ειδικότερα, αναφερόταν σταθερό ετήσιο επιτόκιο 6,50% για τα πρώτα τρία τρίμηνα και, ακολούθως, κυμαινόμενο επιτόκιο Euribor τριών μηνών πλέον περιθωρίου 1,50%, με καταβολή τόκου ανά τρίμηνο. Παράλληλα, επρόκειτο για επένδυση χωρίς καθορισμένη ημερομηνία λήξης και όχι για προϊόν του οποίου ο κάτοχος αποκτούσε αυτομάτως δικαίωμα εξαγοράς με τη συμπλήρωση πενταετίας. Προς αντιμετώπιση πιθανής ανησυχίας των πελατών για πενταετή δέσμευση της επένδυσης, από πλευράς της Λαϊκής Τράπεζας αναφερόταν ότι ο κάτοχος μπορούσε οποτεδήποτε να πωλήσει τα Αξιόγραφα μέσω της Λαϊκής Τράπεζας και της Laiki Financial Services, με τίμημα εξαρτώμενο από την τότε αγοραία αξία τους. Εναλλακτικά, μπορούσε να τα χρησιμοποιήσει ως εξασφάλιση για τη λήψη δανείου, δυνατότητα που προβαλλόταν ως μέσο ανάκτησης ρευστότητας.

-       Σύμφωνα με τους όρους της έκδοσης των Αξιογράφων, η Λαϊκή Τράπεζα είχε δικαίωμα, και όχι υποχρέωση, να εξαγοράσει τα Αξιόγραφα κατά τη συμπλήρωση πενταετίας. Η μη άσκηση του δικαιώματος αυτού παρουσιαζόταν ως ενδεχόμενο που θα μπορούσε να επηρεάσει δυσμενώς την πιστοληπτική της αξιολόγηση. Η προώθηση των Αξιογράφων συνδύαζε την έμφαση στην αυξημένη απόδοση με την προβολή εναλλακτικών τρόπων εξασφάλισης ρευστότητας, χωρίς η συμπλήρωση της πενταετίας να παρουσιαζόταν ως συμβατική ημερομηνία λήξης ή ως χρονικό σημείο κατά το οποίο ο κάτοχος μπορούσε να απαιτήσει την εξαγορά τους.

-       Λόγω της Εξυγίανσης της Λαϊκής Τράπεζας ως αποτέλεσμα εφαρμογής του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος του 2013, Νόμου 17(I)/2013 και των δυνάμει αυτού εκδοθέντων από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ως Αρχής Εξυγίανσης σχετικών Διαταγμάτων, οι λογαριασμοί των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 που τηρούνταν από την Λαϊκή Τράπεζα έτυχαν σχετικής διαχείρισης. 

-       Ως προς τον Εναγόμενο 1, από τις σελίδες 4 ─ 6 του Τεκμηρίου 17 προκύπτει ότι, κατά την 26/03/2013, διατηρούσε στη Λαϊκή Τράπεζα πιστωτικά υπόλοιπα σε τρεις λογαριασμούς, εκ των οποίων ο ένας παρουσίαζε υπόλοιπο €0,91 και οι άλλοι δύο, με αριθμούς 00309082237 και 00309087311, υπόλοιπα €314.229,06 και €271.060,21 αντιστοίχως. Οι δύο τελευταίοι ήταν κοινοί λογαριασμοί τεσσάρων δικαιούχων, ήτοι των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4, και στον Εναγόμενο 1 αναλογούσαν ποσά €78.557,27 και €67.765,05 αντιστοίχως. Το συνολικό πιστωτικό υπόλοιπο που του αναλογούσε ανερχόταν σε €146.323,23. Παράλληλα, εμφανίζονταν χρεωστικά υπόλοιπα συνολικού αναλογούντος ποσού €237.033,87, στα οποία περιλαμβανόταν και η επίδικη δανειακή οφειλή του, καθώς και το μερίδιό του από τον κοινό χρεωστικό λογαριασμό 34121008353, ο οποίος είχε δύο δικαιούχους, τον ίδιο και την Εναγόμενη 4. Κατά την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης διασφαλίστηκε υπέρ του Εναγομένου 1 ποσό €100.000 από τα αναλογούντα πιστωτικά του υπόλοιπα, ενώ το εναπομείναν ποσό των €46.323,23 χρησιμοποιήθηκε προς μείωση της επίδικης δανειακής οφειλής του, όπως επιβεβαιώνεται από τη σχετική συναλλαγή στη σελίδα 5 του Τεκμηρίου 17 και την αντίστοιχη πίστωση της 18/05/2013 στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού του Δανείου, Τεκμήριο 16. Ως εκ τούτου, δεν καταγράφηκε ποσό απομείωσης των καταθέσεων που αναλογούσαν στον Εναγόμενο 1. Περαιτέρω, η κατάσταση της σελίδας 6 του Τεκμηρίου 17 καταγράφει τα υπόλοιπα των λογαριασμών του κατά την 18/05/2013 προς μεταφορά στην Τράπεζα Κύπρου, περιλαμβανομένων των κοινών πιστωτικών λογαριασμών 00309087311 και 00309082237, με συνολικά υπόλοιπα €149.009,12 και €208.000 αντιστοίχως, καθώς και χρεωστικών λογαριασμών, μεταξύ των οποίων ο λογαριασμός της επίδικης δανειακής οφειλής. Η κατάσταση αυτή αποτυπώνει τα υπόλοιπα κατά τη μεταφορά και δεν ταυτίζεται με τα υπόλοιπα της 26/03/2013 επί των οποίων έγινε ο υπολογισμός της απομείωσης.

-       Ως προς τον Εναγόμενο 2, από την πρώτη σελίδα του Τεκμηρίου 18 προκύπτει ότι, κατά την 26/03/2013, διατηρούσε πιστωτικά υπόλοιπα στη Λαϊκή Τράπεζα, περιλαμβανομένων των κοινών λογαριασμών 00309087311 και 00309082237, στους οποίους υπήρχαν τέσσερις συνδικαιούχοι, ήτοι οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4, με συνολικά υπόλοιπα €271.060,21 και €314.229,06 αντιστοίχως. Το μερίδιο του Εναγομένου 2 στους εν λόγω λογαριασμούς ανερχόταν σε €67.765,05 και €78.557,27 αντιστοίχως. Εμφανιζόταν επίσης μικρό πιστωτικό υπόλοιπο €0,17 σε ατομικό λογαριασμό του. Το σύνολο των πιστωτικών υπολοίπων που του αναλογούσαν ανερχόταν, συνεπώς, σε €146.322,49. Δεν καταγράφονταν στη συγκεκριμένη κατάσταση χρεωστικά υπόλοιπα του Εναγομένου 2. Από το αναλογούν πιστωτικό υπόλοιπο διασφαλίστηκε ποσό €100.000, ενώ το υπόλοιπο ποσό των €46.322,49 απομειώθηκε. Δεν χρησιμοποιήθηκε οποιοδήποτε μέρος του αναλογούντος πιστωτικού υπολοίπου του Εναγομένου 2 προς εξόφληση ή μείωση της επίδικης δανειακής οφειλής του Εναγομένου 1.

-       Ως προς τον Εναγόμενο 3, από τη δεύτερη σελίδα του Τεκμηρίου 18 προκύπτει ότι, κατά την 26/03/2013, διατηρούσε πιστωτικά υπόλοιπα στους ίδιους δύο κοινούς λογαριασμούς τεσσάρων δικαιούχων όπως και ο Εναγόμενος 2, ήτοι στους λογαριασμούς 00309087311 και 00309082237, με συνολικά υπόλοιπα €271.060,21 και €314.229,06 αντιστοίχως. Το μερίδιό του ανερχόταν σε €67.765,05 και €78.557,27, ήτοι σε συνολικό πιστωτικό υπόλοιπο €146.322,32. Παράλληλα, διατηρούσε δύο ατομικούς λογαριασμούς με χρεωστικά υπόλοιπα €1.380,27 και €2,31, συνολικού ποσού €1.382,58. Κατά τον υπολογισμό της απομείωσης διασφαλίστηκε ποσό €100.000, ενώ από το υπερβάλλον πιστωτικό υπόλοιπο λήφθηκαν υπόψη τα ως άνω χρεωστικά υπόλοιπα, με αποτέλεσμα το τελικό ποσό απομείωσης να διαμορφωθεί σε €44.939,74. Δεν πιστώθηκε οποιοδήποτε ποσό από τις καταθέσεις του Εναγομένου 3 έναντι του επίδικου Δανείου του Εναγομένου 1.

-       Ως προς την Εναγόμενη 4, από τις σελίδες 1 ─ 3 του Τεκμηρίου 17 προκύπτει ότι, κατά την 26/03/2013, διατηρούσε πιστωτικά υπόλοιπα σε τρεις λογαριασμούς της Λαϊκής Τράπεζας. Οι δύο, με αριθμούς 00309087311 και 00309082237, ήταν κοινοί λογαριασμοί τεσσάρων δικαιούχων, ήτοι των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4, με συνολικά υπόλοιπα €271.060,21 και €314.229,06 αντιστοίχως, από τα οποία στην Εναγόμενη 4 αναλογούσαν ποσά €67.765,05 και €78.557,27. Ο τρίτος, με αριθμό 00309077403, ήταν κοινός λογαριασμός δύο δικαιούχων, με συνολικό πιστωτικό υπόλοιπο €51.401,05 και αναλογούν μερίδιο της Εναγομένης 4 €25.700,53. Το σύνολο των πιστωτικών υπολοίπων που της αναλογούσαν ανερχόταν σε €172.022,85. Παράλληλα, η Εναγόμενη 4 ήταν συνδικαιούχος, μαζί με τον Εναγόμενο 1, του χρεωστικού λογαριασμού 34121008353, με συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο €21.239,12 και αναλογούν σε αυτήν ποσό €10.619,56. Κατά την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης διασφαλίστηκε ποσό €100.000 από τα αναλογούντα πιστωτικά της υπόλοιπα και λήφθηκε υπόψη το αναλογούν χρεωστικό υπόλοιπο των €10.619,56, με αποτέλεσμα το τελικό ποσό απομείωσης να ανέλθει, σύμφωνα με την κατάσταση, σε €61.403,28. Η σχετική συναλλαγή αποτυπώνεται στη δεύτερη σελίδα του Τεκμηρίου 17. Περαιτέρω, η κατάσταση της τρίτης σελίδας καταγράφει, κατά την 18/05/2013, προς μεταφορά στην Τράπεζα Κύπρου τους δύο κοινούς πιστωτικούς λογαριασμούς τεσσάρων δικαιούχων, με συνολικά υπόλοιπα €149.009,12 και €208.000 αντιστοίχως, καθώς και τον κοινό χρεωστικό λογαριασμό των Εναγομένων 1 και 4, με συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο €7.628,44. Ο λογαριασμός 00309077403 εμφανίζεται στην κατάσταση μεταφοράς με μηδενικό υπόλοιπο. Δεν χρησιμοποιήθηκε οποιοδήποτε μέρος των πιστωτικών υπολοίπων της Εναγομένης 4 προς μείωση της επίδικης δανειακής οφειλής του Εναγομένου 1.

-       Κατά παράβαση της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, και με βάση τους όρους της και τις σχετικές καταχωρήσεις εν σχέση με αυτούς κατά την κρίση της Λαϊκής Τράπεζας και εν συνεχεία της Τράπεζας Κύπρου κατά την συνήθη διεξαγωγή των εργασιών τους σε συνέχεια και διαδοχή, ο επίδικος λογαριασμός Δανείου παρουσιάζει υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό €208.278,69, πλέον τόκων προς 2,690% από 03/06/2019 επί ποσού €205.828,29 μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές τον χρόνο, την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου, πλέον έξοδα.

-       Όλοι οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 είχαν παραλάβει τις επιστολές της Ενάγουσας ημερομηνίας 23/04/2019. Επίσης, στις 03/06/2019, όλοι οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 παρέλαβαν επιστολές της Ενάγουσας, με τις οποίες ενημερώνονταν για τον τερματισμό της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5 και του επίδικου Δανείου. Με τις εν λόγω επιστολές ημερομηνίας 03/06/2019, η Ενάγουσα τερμάτισε τη Σύμβαση Δανείου, Τεκμήριο 5 και απαίτησε από τους Εναγόμενο 1, υπό την ιδιότητα του πρωτοφειλέτη και από τους Εναγόμενους 2, 3 και 4, υπό την ιδιότητα των προσωπικών εγγυητών βάσει των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, την εξόφληση του υπόλοιπου οφειλόμενου του Δανείου σύμφωνα με την σχετική κατάσταση του λογαριασμού του. Οι Επιστολές της Ενάγουσας προς τους Εναγομένους 1, 2, 3 και 4 ημερομηνίας 23/04/2019 και 03/06/2019 κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως δέσμη και σημειώθηκαν ως Τεκμήριο 9. (Παραδεκτό γεγονός ─ Έγγραφο Α, σημείο 9).

-       Το τραπεζικό βιβλίο που τηρείται από την Ενάγουσα σε ηλεκτρονική μορφή ήταν, καθ’ όλο τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή από το άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού Δανείου, ως αυτός αποτυπώνεται στο Τεκμήριο 15, από την Λαϊκή Τράπεζα μέχρι και την παρουσίαση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου, ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία της Λαϊκής Τράπεζας και εν συνεχεία της Ενάγουσας. Κατά τον χρόνο καταχώρισης στο τραπεζικό βιβλίο όλων των πράξεων που αφορούσαν τον επίδικο λογαριασμό Δανείου, το εν λόγω τραπεζικό βιβλίο αποτελούσε ένα από τα συνήθη βιβλία της Λαϊκής Τράπεζας και εν συνεχεία της Ενάγουσας και υπό τον έλεγχο τους, και όλες οι καταχωρίσεις σε αυτό, περιλαμβανομένων εκείνων που αφορούσαν τον εν επίδικο λογαριασμό Δανείου, έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας και της Ενάγουσας.

-       Σύμφωνα με τις ανακατασκευασμένες καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήριο 16, το διεκδικούμενο ποσό κατά τον τερματισμό ανερχόταν σε €183.235,14, πλέον τόκου προς 0,690% επί ποσού €182.700,31 από 04/06/2019 μέχρι πλήρους και τελείας εξοφλήσεως, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων δύο φορές ετησίως, ήτοι στις 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου. Ο τερματισμός της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5 πραγματοποιήθηκε στις 03/06/2019 και στις 04/06/2019 παρουσιαζόταν χρεωστικό υπόλοιπο €183.235,14, πλέον τόκου προς 2,69% επί ποσού €182.700,31. Το 2% του πιο πάνω ποσοστού τόκου αφορούσε τόκο υπερημερίας και χωρίς τον τόκο υπερημερίας, το επιτόκιο ανέρχεται σε 0,690%.

-       Σύμφωνα με τις δηλώσεις των συνηγόρων των διαδίκων κατά τη δικάσιμο της 29/01/2026, έγινε παραδεκτό ότι, σε περίπτωση επιτυχίας της Αγωγής, το οφειλόμενο ποσό, σύμφωνα με τις καταστάσεις λογαριασμού της Ενάγουσας, ανέρχεται σε €183.235,14, πλέον τόκου προς 0,690% ετησίως επί ποσού €182.700,31 από 04/06/2019 μέχρι πλήρους εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές ετησίως, την 30ην Ιουνίου και την 31ην Δεκεμβρίου. Η παραδοχή αυτή αφορά το ύψος της οφειλής υπό την προϋπόθεση επιτυχίας της Αγωγής και δεν συνιστά αποδοχή της ευθύνης των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4. (Παραδεκτό γεγονός — Δηλώσεις των συνηγόρων των διαδίκων κατά τη δικάσιμο της 29/01/2026).

V.

Νομική Πτυχή, Ειδικά Ευρήματα και Νομική Υπαγωγή.

Στρεφόμενο πλέον στην εξέταση των επίδικων ζητημάτων που εγείρονται από τους διαδίκους και επί των οποίων καλείται να αποφανθεί, το Δικαστήριο προχωρεί στη νομική ανάλυσή τους και στην υπαγωγή των εφαρμοστέων νομικών αρχών στα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, έχοντας ως βάση την αποδεκτή μαρτυρία κατόπιν της προηγηθείσας αξιολόγησης της μαρτυρίας, τα βασικά ευρήματα στα οποία έχει ήδη καταλήξει, καθώς και τα παραδεκτά γεγονότα. Όπου δε απαιτείται, θα προβαίνει και σε περαιτέρω ειδικά ευρήματα επί των επιμέρους ζητημάτων που ανακύπτουν.

Εισαγωγικά, κρίνεται σκόπιμο να υπομνησθεί η πάγια νομολογιακή αρχή αναφορικά με τις συνέπειες της μη προώθησης επίδικων ζητημάτων κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Όπως επισημάνθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Στέλιος Σάββα και Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα, Αγωγή Αρ. 1/2019, 28/05/2020:

«(...) [Ε]ίναι (...) παγίως καθιερωμένο η τελική αγόρευση η οποία δεν επικεντρώνεται σε ένα συγκεκριμένο επίδικο θέμα, θεωρείται ότι περιορίζει τα προς απόφαση ζητήματα και όσα δεν αναπτύχθηκαν με την αγόρευση, κρίνονται ότι έχουν εγκαταλειφθεί.».

(Βλ. επίσης, Αυστριακές Αερογραμμές ν. Γενικών Ασφαλειών Κύπρου Λτδ κ.α., (1991) 1 Α.Α.Δ. 764 και Re Ξενή (Πτωχεύσαντα) ν. Ιακωβίδη, Πολιτική Έφεση Αρ. 297/2019, 16/10/2024).

Υπό το φως της πιο πάνω νομολογιακής αρχής και κατόπιν εξέτασης του περιεχομένου της τελικής αγόρευσης του συνηγόρου των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4, διαπιστώνεται ότι ουδεμία από τις προδικαστικές ενστάσεις που περιλαμβάνονται στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησής τους και αφορούν την Αγωγή αρ. 317/2015 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας προωθήθηκε ή αναπτύχθηκε κατά το στάδιο αυτό. Ως εκ τούτου, οι εν λόγω ενστάσεις θεωρούνται εγκαταλειφθείσες και απορρίπτονται.

Περαιτέρω, και ανεξαρτήτως της μη προώθησης των ενστάσεων αυτών κατά την τελική αγόρευση, επισημαίνεται ότι δεν προσφέρθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία οποιαδήποτε μαρτυρία προς θεμελίωση των πραγματικών προϋποθέσεων επί των οποίων αυτές εδράζονται. Συνεπώς, ούτε από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία προκύπτει το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο που θα μπορούσε να δικαιολογήσει την αποδοχή τους.

Κατ' εφαρμογή της ίδιας νομολογιακής αρχής, το Δικαστήριο θεωρεί, επίσης, ως εγκαταλειφθέντα τα υπόλοιπα αυτοτελή επίδικα ζητήματα, ισχυρισμούς και ενστάσεις που περιλαμβάνονται στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4, τα οποία δεν προωθήθηκαν ή αναπτύχθηκαν με την τελική αγόρευση του συνηγόρου τους. Κατά συνέπεια, η εξέταση που ακολουθεί περιορίζεται στα ζητήματα που εξακολουθούν να τίθενται προς δικαστική κρίση, με την επιφύλαξη όσων το Δικαστήριο υποχρεούται να εξετάσει ανεξαρτήτως της στάσης των διαδίκων.

Ερμηνεία Σύμβασης.

Ως πρώτο ζήτημα προς εξέταση τίθεται η ερμηνεία των επίδικων συμβατικών εγγράφων και, ειδικότερα, της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, υπό το πρίσμα της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6 και, ιδίως, του ειδικού όρου που περιλαμβάνεται στην τελευταία.

Στην υπόθεση Progressive Insurance Co Ltd ν. S. Kaniklides (Cyprus) Ltd, κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 411/2019, 10/02/2025, στην οποία έχει ήδη γίνει αναφορά, το Εφετείο συγκεφαλαίωσε τις αρχές δικαίου που διέπουν την ερμηνεία των συμβάσεων. Η σχετική περικοπή παρατίθεται κατωτέρω προς υποβοήθηση της ανάλυσης της νομικής πτυχής του ζητήματος που επίσης απασχολεί το Δικαστήριο:

«Οι αρχές ερμηνείας συμβάσεων και γενικότερα εγγράφων καθορίστηκαν μέσα από πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Αλεξάνδρου v. Κωμοδρόμου κα (1997) 1 Α.Α.Δ. 576, αποφασίστηκε ότι η ερμηνεία ενός εγγράφου είναι ζήτημα νομικό και έργο του Δικαστηρίου και ως εκ τούτου δεν ανήκει στους διαδίκους ή τους μάρτυρες τους, ο προσδιορισμός της έννοιας ή της φύσης του. Πρωτεύοντα ρόλο διαδραματίζει η με αντικειμενικό τρόπο διαπιστωθείσα πρόθεση των συμβαλλομένων, προς αναζήτηση της οποίας συνυπολογίζεται ολόκληρο το περιεχόμενο της σύμβασης.

Στο σύγγραμμα του Π. Πολυβίου "Το Δίκαιο των Συμβάσεων" τόμος Β, σελ. 455, με αναφορά στην απόφαση του Δικαστή Sedley στην υπόθεση Wasa International Insurance Co Ltd v. Lexdington Insurance Co [2008] Bus. L.R. 1029, παρατίθενται τα πιο κάτω:

“Καταρχάς, είναι φανερό ότι, σε τελική ανάλυση, η ερμηνεία των συμβάσεων, που αποτελεί αναγκαίο στάδιο στην εφαρμογή τους, είναι αποκλειστικό έργο του Δικαστηρίου. Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ των συμβαλλομένων, πρέπει να υπάρχει κάποιο όργανο που να αποφασίζει τελεσίδικα για την ερμηνεία της σύμβασης μεταξύ των μερών και να επιλύει τα προβλήματα που έχουν προκύψει. Η ανάθεση του έργου αυτού στην δικαστική εξουσία, αποτελεί μέρος του ιδίου του κράτους δικαίου, καθότι είναι μόνο κάποιο θεσμικά κατοχυρωμένο, ανεξάρτητο και αμερόληπτο όργανο της πολιτείας που έχει το δικαίωμα να επιλύει νομικές διαφορές μεταξύ πολιτών. Αυτό το όργανο δεν μπορεί να είναι άλλο από το Δικαστήριο. Επομένως όπως έχει λεχθεί, η ερμηνεία κάποιας σύμβασης, είναι η ερμηνεία που έχει επιλεγεί από το ίδιο το Δικαστήριο, στο οποίο τα μέρη έχουν προσφύγει.”

Στην συνέχεια γίνεται εκτενής αναφορά στο ίδιο σύγγραμμα, στις μεθόδους ερμηνείας μιας σύμβασης από το Δικαστήριο και στις διάφορες προσεγγίσεις που προκύπτουν από την νομολογία. Η συνήθης ερμηνευτική προσέγγιση του κοινοδικαίου, όπως γίνεται αποδεκτή και από την Κυπριακή νομολογία, είναι με επικέντρωση στο κείμενο της συμφωνίας αλλά και στις φράσεις και λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν σε αυτό. Σχετική είναι μεταξύ άλλων η υπόθεση Ανόρθωσις ν. Απόλλων (2002) 1 Α.Α.Δ 518 όπου λέχθηκε ότι βασικό κριτήριο, είναι η συνήθης σημασία των λέξεων και όρων της σύμβασης και ότι αυτή πρέπει να ερμηνεύεται συνολικά και όχι μεμονωμένα ή αποσπασματικά ούτως ώστε να αντικατοπτρίζει αντικειμενικά την πρόθεση των συμβαλλομένων μερών. Η προσέγγιση αυτή είναι γνωστή και ως “γραμματική ερμηνεία” της σύμβασης (literal construction).

Όσον αφορά την γραμματική ερμηνεία, έχει λεχθεί στην Κυπριακή υπόθεση Λίλλης ν. Ξενή (2009) 1 Α.Α.Δ. 217 ότι ο κάθε όρος μιας σύμβασης δεν θα πρέπει να διαβάζεται απομονωμένα από το όλο πνεύμα της συμφωνίας και της πρόθεσης των συμβαλλομένων. Η ερμηνεία που δίδεται σε μια σύμβαση πρέπει να είναι λογική και να οδηγεί στην πραγμάτωση του σκοπού και της πρόθεσης των συμβαλλομένων, όπως αυτή συνάγεται από το κείμενο εξεταζόμενο ως ένα σύνολο, χωρίς να απομονώνεται οποιαδήποτε φράση.

Αναφορά γίνεται στο πιο πάνω σύγγραμμα του Π. Πολυβίου "Το Δίκαιο των Συμβάσεων" τόμος Β στην σελίδα 456, και σε μια πιο σύγχρονη ερμηνευτική προσέγγιση που υιοθέτησαν τα Αγγλικά Δικαστήρια, στην οποία διαπιστώνεται προσπάθεια απαγκίστρωσης από το λεκτικό των μερών και επικέντρωσης σε ευρύτατη ερμηνεία, με βάση τις εμπορικές πραγματικότητες της περίπτωσης και στο πλαίσιο εξέτασης όλων των γεγονότων και δεδομένων της συναλλαγής. Σχετική επί του προκειμένου, είναι η απόφαση του Δικαστή Hoffman στην υπόθεση Mannai Investment Co Ltd v. Eagle Star Assurance Society Ltd [1997] AC 749.

Στην απόφαση Αλεξάνδρου ν. Κόσμος Ασφαλιστική Εταιρεία Δημόσια Λτδ (ανωτέρω) στην οποία γίνεται αναφορά και στην πρωτόδικη απόφαση, επαναλαμβάνεται η πάγια νομολογιακή αρχή ότι η ερμηνεία των συμβατικών όρων, επαφίεται στην κρίση του Δικαστηρίου και ότι είναι μια άσκηση με αμιγώς νομικό χαρακτήρα. Γίνεται επίσης παραπομπή στην υπόθεση Liberty Life Insurance Ltd v. Άντρης Μιχαήλ κ.α. (2015) 1 Α.Α.Δ 471, όπου αναφέρθηκαν τα εξής ως προς την ερμηνεία σύμβασης:

“Υπάρχει δε, συναφώς, πάντοτε κατά νου ότι μια γραπτή συμφωνία περιέχει τα συμφωνηθέντα μεταξύ των συμβαλλομένων μερών κατά το χρόνο σύναψής της· αντανακλούν την κοινή πρόθεσή τους αναφορικά με το αντικείμενό της. Όταν, στη συνέχεια, κατά την εκτέλεση της συμφωνίας, προκύψει διαφορά ως προς τη σημασία κάποιων όρων της, κριτής αυτής είναι ο ουδέτερος αναγνώστης του κειμένου της. Εφόσον δε η διαφορά αχθεί ενώπιον δικαστηρίου, το ρόλο αυτό αναλαμβάνει να διεκπεραιώσει ο αρμόδιος για την εκδίκαση της υπόθεσης δικαστής, εφαρμόζοντας καθιερωμένους κανόνες ερμηνείας εγγράφων συμφωνιών. Ο συνήθης κανόνας, ο οποίος μπορεί να οδηγήσει και σε συμπέρασμα ότι, στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει, στους επίδικους όρους μιας συμφωνίας, οποιαδήποτε ασάφεια ή δυσκολία στην αντίληψη της σημασίας τους, συνίσταται στην απόδοση σ' αυτούς της συνήθους λεξικολογικής σημασίας, δηλαδή της σημασίας την οποία αυτοί φέρουν όταν χρησιμοποιούνται στην καθομιλουμένη, (βλ. Χ.Π.Θ. Αλεξάνδρου Λτδ ν. Συμβ. Αποχετεύσεων Λ/σίας (1999) 1 Α.Α.Δ. 630∙ Pell Frischmann Cons. Ltd v. Δημοκρατίας (2001) 1 Α.Α.Δ. 33∙ Χαραλάμπους ν. Αχιλλέως κ.ά. (2001) 1 Α.Α.Δ. 1058 και Maison Jenny Ltd v. Krashias Footwear Industry Ltd (2002) 1 A.A.Δ. 1156).”».

Οι νομικές αρχές στον τομέα αυτό του δικαίου, σε ό,τι αφορά την εξέλιξη του κοινοδικαίου και τη διαμόρφωσή τους στο δίκαιο του Ηνωμένου Βασιλείου, συνοψίζονται στο σύγγραμμα Contract: The Law of Contract (Common Law Series), ηλεκτρονική έκδοση Lexis+ UK (ημερομηνία πρόσβασης 27/09/2021), στην παράγραφο 3.42, με αναφορά στην απόφαση του House of Lords, όπως ήταν τότε, και ειδικότερα στη σχετική απόφαση του Λόρδου Δικαστή (ως ήταν τότε) Hoffmann στην υπόθεση Investors Compensation Scheme Ltd v. West Bromwich Building Society; a.o, [1998] 1 All ER 98. Η σχετική περικοπή παρατίθεται ως ακολούθως:

«What must now be regarded as the leading statement as to how construction is generally to be carried out is contained in the speech of Lord Hoffmann in Investors’ Compensation Scheme v West Bromwich Building Society. The idea that, basically, what is to be used are the ”common sense principles by which any serious utterance would be interpreted in ordinary life” has already been alluded to, above, but a summary of principles was also set out:

“(1) Interpretation is the ascertainment of the meaning which the document would convey to a reasonable person having all the background knowledge which would reasonably have been available to the parties in the situation in which they were at the time of the contract.

(2) The background was famously referred to by Lord Wilberforce as the “matrix of fact”, but this phrase is if anything an understated description of what the background may include. Subject to the requirement that it should be reasonably available to the parties and to the exception mentioned next, it includes absolutely anything which would have affected the way in which the language of the document would have been understood by a reasonable man.

(3) The law excludes from the admissible background the previous negotiations of the parties and their declarations of subjective intent. They are admissible only in an action for rectification. The law makes this distinction for reasons of practical policy and, in this respect only legal interpretation differs from the way we interpret utterances in ordinary life (…).

(4) The meaning which a document (or any other utterance) would convey to a reasonable man is not the same thing as the meaning of its words. The meaning of words is a matter of dictionaries and grammars; the meaning of a document is what the parties using those words against the relevant background would reasonably have been understood to mean. The background may not merely enable the reasonable man to choose between the possible meanings of words which are ambiguous but even (as occasionally happens in ordinary life) to conclude that the parties must, for whatever reason, have used the wrong words or syntax (see Mannai Investments Co Ltd v Eagle Star Life Assurance Co Ltd5). The rule that words should be given their “natural and ordinary meaning” reflects the commonsense proposition that we do not easily accept that people have made linguistic mistakes, particularly in formal documents. On the other hand, if one would nevertheless conclude from the background that something must have gone wrong with the language, the law does not require judges to attribute to the parties an intention which they plainly could not have had (…).”

Basically, it is the courts task “to construe the documents in a manner which effects the mutual intention of [the parties], against a background of the transaction as a whole, looking for the meaning which the language used (…) would convey to a reasonable person, having all the background knowledge which would reasonably have been available to the parties (…) but excluding previous negotiations and evidence of subjective intent”.».   

Προκύπτει από τις προαναφερόμενες αρχές δικαίου ότι, δεδομένου ότι η γλώσσα που χρησιμοποιούν τα συμβαλλόμενα μέρη είναι δυνατόν, και συχνά συμβαίνει, να επιδέχεται περισσότερες από μία πιθανές ερμηνείες, η ερμηνευτική διαδικασία αποτελεί, κατ’ ουσίαν, ενιαία διαδικασία. Στο πλαίσιο αυτής, το Δικαστήριο οφείλει να εξετάζει τη γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε από τα μέρη για την αποτύπωση της συμφωνίας τους και να διακριβώνει ποιο νόημα θα απέδιδε σε αυτήν ένα εύλογο πρόσωπο, ήτοι πρόσωπο το οποίο διαθέτει όλη τη γνώση των πραγματικών περιστάσεων και του συναφούς υποβάθρου που ήταν ευλόγως διαθέσιμη στα μέρη κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης. Κατά την άσκηση αυτή, το Δικαστήριο οφείλει να λαμβάνει υπόψη όλες τις συναφείς περιστάσεις που περιβάλλουν τη σύμβαση και οι οποίες ήταν γνωστές ή ευλόγως διαθέσιμες στα συμβαλλόμενα μέρη κατά τον κρίσιμο χρόνο, εξαιρουμένων των προηγηθείσων διαπραγματεύσεων και των στοιχείων που αποσκοπούν στην απόδειξη της υποκειμενικής βούλησης ή πρόθεσης των συμβαλλομένων. Όπου δε προκύπτουν δύο ή περισσότερες δυνατές ερμηνείες, το Δικαστήριο δύναται να προκρίνει εκείνη η οποία συνάδει περισσότερο με την επιχειρηματική κοινή λογική (business common sense) και να απορρίψει την εναλλακτική ερμηνεία, εφόσον αυτή οδηγεί σε αποτέλεσμα που δεν συνάδει με την επιχειρηματική λογική της συναλλαγής και οδηγεί σε μη εύλογα αποτελέσματα.

Σε ό,τι αφορά ειδικότερα το στοιχείο της «επιχειρηματικής κοινής λογικής» (business common sense), στο οποίο αναφέρεται το Εφετείο στην προαναφερόμενη απόφασή του στην υπόθεση Progressive Insurance Co Ltd ν. S. Kaniklides (Cyprus) Ltd κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 411/2019, 10/02/2025, και το οποίο υιοθέτησε και εφάρμοσε ακολούθως στην απόφασή του στην υπόθεση Morgan v. G. Hassapis Holdings Ltd κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 360/2019, 12/05/2026, το σύγγραμμα Contract: The Law of Contract (Common Law Series), ηλεκτρονική έκδοση Lexis+ UK (ημερομηνία πρόσβασης 27/09/2021), στην παράγραφο 3.45, αναφέρει τα ακόλουθα:

«In general, in keeping with the relevance of the objectively ascertained aim of the contract, the point has been made that business contracts should be construed in a way which makes “good commercial sense”. In Antaios Cia Naviera SA v Salen Rederierna AB Lord Diplock said: “if a detailed semantic and syntactical analysis of words in a commercial contract is going to lead to a conclusion that flouts business common sense, it must be made to yield to business common sense.” And this was referred to by Lord Hoffmann in making his fifth point in the Investors Compensation Scheme case and is an important factor in showing that a linguistic or syntactical mistake has been made (...). What may be in issue is the need to perceive an overall scheme and not allow it to be derailed by a badly drafted point. Of course, if what reveals the absurdity is a factor which would not have been “reasonably available to the parties at the time of the contract”, it is not something which can be taken into account. (…)

At a more general level than the impetus to achieve “good commercial sense” is the pressure against a construction which achieves an unreasonable result. In L Schuler A G v Wickman Machine Tools Sales Ltd Lord Reid said: “The fact that a particular construction leads to a very unreasonable result must be a relevant consideration. The more unreasonable the result the more unlikely it is that the parties can have intended it, and if they do intend it the more necessary it is that they shall make that intention abundantly clear.” Whilst this may be seen as a “practical rule of thumb” reflecting “the common understanding of how language is understood”, the courts must still avoid substituting “for the bargain actually made one which the court believes could better have been made”. (…)

Commercial common sense was not to undercut the importance of the actual words used. Where the words are not especially pellucid, the court would be more ready to depart from their natural reading ─ however, that did not mean that the court should look for drafting infelicities to facilitate a departure from the natural meaning. Moreover, commercial common sense was not to be invoked retrospectively, just because, for example, the contractual arrange ignore the natural meaning of a term simply because it seemed imprudent or ill-advised for the parties to have agreed it. After all, a court should only take into account facts or circumstances known to both parties when the contract was made and not what it considers to be a reasonable commercial contract.

There is no need for there to exist an ambiguity or uncertainty in the literal reading of the contract before the commercial sense approach is used. As Lord Sumption observed in Sans Souci Ltd v VRL Services Ltd: “It is generally unhelpful to look for an “ambiguity”, if by that is meant an expression capable of more than one meaning simply as a matter of language. True linguistic ambiguities are comparatively rare. The real issue is whether the meaning of the language is open to question. There are many reasons why it may be open to question, which are not limited to cases of ambiguity.”».

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, κατά την ερμηνεία συμβάσεων οι οποίες εντάσσονται σε εμπορική συναλλαγή, το Δικαστήριο οφείλει να αναζητεί την αντικειμενική σημασία και τον σκοπό της συμβατικής ρύθμισης, λαμβάνοντας υπόψη τη σύμβαση και τη συναλλαγή ως ενιαίο και αδιάσπαστο σύνολο, καθώς και το σύνολο των περιστάσεων που ήταν γνωστές ή ευλόγως διαθέσιμες στα μέρη κατά τον χρόνο κατάρτισής της. Στο πλαίσιο αυτό, η «επιχειρηματική κοινή λογική» (business common sense) αποτελεί σημαντικό ερμηνευτικό κριτήριο, όταν η γραμματική ή συντακτική ερμηνεία των συμβατικών όρων οδηγεί σε προδήλως παράλογο αποτέλεσμα. Όσο περισσότερο μη εύλογο είναι το αποτέλεσμα στο οποίο οδηγεί μία συγκεκριμένη ερμηνεία, τόσο λιγότερο πιθανό είναι να ανταποκρίνεται στην αντικειμενικά διακριβωμένη βούληση των συμβαλλομένων, εκτός εάν η σχετική πρόθεσή τους έχει αποτυπωθεί στη σύμβαση με επαρκή σαφήνεια. Εντούτοις, η επίκληση της «επιχειρηματικής κοινής λογικής» δεν μπορεί να οδηγήσει σε αναδιαμόρφωση ή υποκατάσταση της συμφωνίας των μερών από μία διαφορετική συμφωνία, την οποία το Δικαστήριο θεωρεί περισσότερο συνετή, εμπορικά πρόσφορη ή κατάλληλη, ούτε μπορεί να στηρίζεται σε περιστάσεις ή εκτιμήσεις που προέκυψαν εκ των υστέρων. Περαιτέρω, για την εφαρμογή της εν λόγω ερμηνευτικής προσέγγισης δεν απαιτείται να υφίσταται, κατά τη στενή έννοια του όρου, γλωσσική αμφισημία των συμβατικών όρων, αρκεί η σημασία τους να επιδέχεται αμφισβήτηση υπό το φως του συμβατικού και εμπορικού πλαισίου της συναλλαγής. Συνεπώς, η αρχή της «επιχειρηματικής κοινής λογικής» λειτουργεί ως μέσο για την επίτευξη μιας εύλογης και εμπορικά συνεκτικής ερμηνείας της σύμβασης, χωρίς, όμως, να επιτρέπει στο Δικαστήριο να αποστεί αυθαίρετα από τη γλωσσική διατύπωση και την πραγματική συμφωνία των συμβαλλομένων.

Ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω ερμηνευτικών αρχών στο πλαίσιο ειδικά χρηματοδοτικών και δανειακών συμβάσεων, σχετική παραπομπή γίνεται στην απόφαση του High Court, Αγγλίας και Ουαλίας στην υπόθεση E.M.I.S Finance B.V. v. ICU Trading Ltd a.o., [2025] EWHC 3232 (Comm).

Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6.

Με βάση τα πραγματικά δεδομένα που έγιναν αποδεκτά και κατ’ εφαρμογή των προαναφερόμενων αρχών ερμηνείας των συμβάσεων, το Δικαστήριο εξετάζει το περιεχόμενο και τη λειτουργία του ειδικού όρου της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, σε συνδυασμό με τη Σύμβαση Δανείου, Τεκμήριο 5, και τις υπόλοιπες τροποποιήσεις που συμφωνήθηκαν ταυτόχρονα.

Το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ειδικός όρος της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, σύμφωνα με τον οποίο «Το δάνειο αυτό θα ξοφληθεί όταν η Τράπεζα προβεί στην Εξαγορά των δεσμευμένων αξιογράφων», συνδέει συμβατικά την εξαγορά των δεσμευμένων Αξιογράφων με την εξόφληση του Δανείου. Δεν αποτελεί, επομένως, απλή επανάληψη του γεγονότος ότι τα Αξιόγραφα είχαν ήδη δοθεί ως εξασφάλιση βάσει της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, αλλά προσδιορίζει το αποτέλεσμα που θα επέφερε η εξαγορά τους ως προς το Δάνειο. Σκοπός του ειδικού αυτού όρου ήταν να συνδέσει συμβατικά την εξαγορά των δεσμευμένων Αξιογράφων με την εξόφληση του Δανείου, εισάγοντας ρύθμιση η οποία δεν περιλαμβανόταν στην αρχική Σύμβαση Δανείου, Τεκμήριο 5.

Η έκταση της σύνδεσης αυτής πρέπει να προσδιοριστεί από τη διατύπωση του ειδικού αυτού όρου, εξεταζόμενου στο σύνολο της συμβατικής ρύθμισης και υπό το φως των χαρακτηριστικών των Αξιογράφων. Η φράση «θα ξοφληθεί» προσδιορίζει το προβλεπόμενο αποτέλεσμα, ενώ η φράση «όταν η Τράπεζα προβεί στην Εξαγορά» το συνδέει με την πραγματοποίηση συγκεκριμένης πράξης της εκδότριας Λαϊκής Τράπεζας. Η διατύπωση αυτή δεν περιέχει υπόσχεση της Λαϊκής Τράπεζας ότι θα ασκούσε το δικαίωμα εξαγοράς σε ορισμένο χρόνο. Η ανάγνωση αυτή συνάδει με τα χαρακτηριστικά των Αξιογράφων όπως αποτυπώνονται στη Δέσμη Μηνυμάτων Ηλεκτρονικού Ταχυδρομείου που παρουσιάστηκαν ως Εγκύκλιοι της Λαϊκής Τράπεζας σχετικές με το Σχέδιο/Πακέτο «Δάνειο έναντι Αξιογράφων», Τεκμήριο 23, σύμφωνα με τα οποία η εξαγορά κατά τη συμπλήρωση της πενταετίας αποτελούσε δικαίωμα και όχι υποχρέωση της εκδότριας.

Η διαπίστωση αυτή δεν επιλύει, από μόνη της, το διαφορετικό ζήτημα αν η εξαγορά συμφωνήθηκε ως αναγκαία προϋπόθεση για να καταστεί απαιτητή η προσωπική υποχρέωση του πρωτοφειλέτη. Για την απάντηση στο ζήτημα αυτό απαιτείται συνεξέταση του ειδικού όρου της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6 με τις υπόλοιπες πρόνοιες της ιδίας, αλλά και της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5 και, ιδίως, με τη ρύθμιση της αποπληρωμής.

Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι το συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής βάσει της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, καθορίστηκε εκ νέου στην ίδια τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, με την οποία προστέθηκε και ο ειδικός όρος περί εξαγοράς των Αξιογράφων. Τα μέρη, επομένως, συμφώνησαν ταυτόχρονα, τόσο την εξόφληση μέσω της εξαγοράς, όσο και συγκεκριμένη ημερομηνία τελικής καταβολής κεφαλαίου και τόκου, καθώς επίσης και άλλων 15 τριμηνιαίων δόσεων καταβολής τόκου που θα προηγείτο. Οι δύο αυτές πρόνοιες πρέπει να ερμηνευθούν συνδυαστικά, ώστε να προσδιοριστεί η λειτουργία καθεμίας στο πλαίσιο της συνολικής συμφωνίας.

Το Δικαστήριο, μολονότι δεν αποδέχθηκε τη σχετική μαρτυρία του Εναγομένου 1, εξετάζει, ως ερμηνευτικό επιχείρημα, τη θέση των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 ότι η πιο πάνω τελική καταβολή κεφαλαίου και τόκου συνδεόταν με τον χρόνο κατά τον οποίο αναμενόταν η εξαγορά των Αξιογράφων. Η σύνδεση, όμως, μιας συμφωνημένης ημερομηνίας αποπληρωμής με τον αναμενόμενο χρόνο εξαγοράς δεν σημαίνει αναγκαία ότι, χωρίς εξαγορά, η ημερομηνία αυτή θα στερείτο δεσμευτικής ισχύος. Η προβαλλόμενη ερμηνεία θα είχε ως αποτέλεσμα η συγκεκριμένη τελική καταβολή να εξαρτάται από γεγονός του οποίου η επέλευση δεν ήταν βέβαιη, παρά τον εκ νέου καθορισμό συγκεκριμένης ημερομηνίας καταβολής στο ίδιο συμβατικό έγγραφο. Τέτοια εξάρτηση δεν προκύπτει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, από τη συνδυασμένη ανάγνωση των δύο ρυθμίσεων. Ειδικότερα, η τελική καταβολή κεφαλαίου και τόκου δεν τίθεται ρητώς υπό την προϋπόθεση προηγούμενης εξαγοράς των Αξιογράφων, ενώ η φράση «όταν η Τράπεζα προβεί», αναφέρεται σε μελλοντική εξαγορά, χωρίς να προσδιορίζει τον χρόνο πραγματοποίησής της. Η αβεβαιότητα αυτή δεν αποκλείει αφ’ εαυτής τη συμφωνία αναβλητικού όρου (condition precedent), κάτι το οποίο εξετάζεται ειδικότερα ακολούθως· συνεκτιμάται, όμως, με τον ταυτόχρονο καθορισμό συγκεκριμένης ημερομηνίας τελικής καταβολής, κατά την ερμηνεία της συνολικής συμβατικής ρύθμισης.  

Το συμπέρασμα αυτό δεν στηρίζεται απλώς στην απουσία των λέξεων «μόνο» ή «αποκλειστικά». Στηρίζεται στην ερμηνεία που αποδίδει ουσιαστική λειτουργία τόσο στον ειδικό όρο όσο και στο νέο πρόγραμμα αποπληρωμής βάσει της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6: εφόσον πραγματοποιείτο εξαγορά των δεσμευμένων Αξιογράφων, μέσω αυτής θα επερχόταν η εξόφληση του Δανείου· ελλείψει εξαγοράς, εξακολουθούσε να ισχύει η υποχρέωση αποπληρωμής σύμφωνα με το συμφωνημένο χρονοδιάγραμμα. Επιπροσθέτως, προβλέπεται ότι όλοι οι υπόλοιποι όροι της αρχικής Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, παραμένουν σε ισχύ, χωρίς από τους διατηρούμενους αυτούς όρους να προκύπτει έρεισμα για την αντίθετη ερμηνευτική θέση των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο καταλήγει ότι με τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, συμφωνήθηκε συγκεκριμένος μηχανισμός εξόφλησης μέσω της εξαγοράς των δεσμευμένων Αξιογράφων. Δεν συμφωνήθηκε, όμως, ότι η Λαϊκή Τράπεζα υποχρεούτο να προβεί στην εξαγορά, ότι η εξαγορά αποτελούσε τη μοναδική και αποκλειστική πηγή εξόφλησης ή ότι η τελική καταβολή κεφαλαίου και τόκου στις 28/06/2013 εξαρτάτο από την προηγούμενη πραγματοποίησή της.

Ούτε προκύπτει από τον ειδικό όρο της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6 υποχρέωση της Τράπεζας Κύπρου, μετά τη μεταφορά σε αυτήν της σχετικής δανειακής απαίτησης και των συναφών εξασφαλίσεων, να απαιτήσει προηγουμένως από τη Λαϊκή Τράπεζα την εξαγορά των Αξιογράφων ως προϋπόθεση για να καταστεί το Δάνειο απαιτητό έναντι του Εναγομένου 1. Η αναφορά στην πραγματοποίηση εξαγοράς από την εκδότρια Λαϊκή Τράπεζα δεν θεσπίζει τέτοιο προηγούμενο στάδιο ενέργειας της δικαιούχου της δανειακής απαίτησης. Το ζήτημα του προβαλλόμενου χαρακτήρα του ειδικού όρου ως αναβλητικού όρου (condition precedent), ως και προελέχθη, εξετάζεται ειδικότερα στη συνέχεια.

Το Δικαστήριο δεν αποδέχεται, συνεπώς, την ερμηνεία των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 ότι ο προαναφερόμενος ειδικός όρος της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, καθιστούσε την εξαγορά των Αξιογράφων τη μοναδική και αποκλειστική πηγή εξόφλησης του Δανείου, καθώς και αναγκαία προϋπόθεση για να καταστεί η προσωπική υποχρέωση του Εναγομένου 1 ως δανειολήπτη και πρωτοφειλέτη, ληξιπρόθεσμη και απαιτητή. Το ειδικότερο ζήτημα των προσωπικών εγγυήσεων των Εναγομένων 2, 3 και 4 βάσει των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, εξετάζεται εκτενέστερα ακολούθως. Τέτοιο περιεχόμενο, όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν προκύπτει από τη συνδυασμένη ανάγνωση του ειδικού όρου και των υπόλοιπων προνοιών της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, με τη Σύμβαση Δανείου, Τεκμήριο 5, όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά την τροποποίησή της. Ειδικότερα, δεν αναφέρεται ότι το Δάνειο θα εξοφλείτο «μόνο» ή «αποκλειστικά» από την εξαγορά των Αξιογράφων, ούτε ότι, σε περίπτωση μη εξαγοράς τους, η προσωπική υποχρέωση του πρωτοφειλέτη δεν θα καθίστατο απαιτητή. Αντίστοιχη πρόνοια δεν περιλαμβανόταν ούτε στην αρχική μορφή της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5.

Η πιο πάνω ερμηνεία προκύπτει από την εφαρμογή των προαναφερόμενων αρχών στο συγκεκριμένο συμβατικό πλαίσιο. Το Δικαστήριο αποδίδει στις λέξεις του εν λόγω ειδικού όρου της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6 τη σημασία τους σε συνάρτηση με το σύνολο της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, ως αυτή είχε αρχικά και όπως αυτή διαμορφώθηκε ακολούθως με τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, και ιδίως με την ταυτόχρονη θέσπιση νέου προγράμματος αποπληρωμής. Από την οπτική του εύλογου προσώπου που γνώριζε τα χαρακτηριστικά των Αξιογράφων και το συναφές υπόβαθρο της συναλλαγής κατά τον χρόνο της τροποποίησης ως προκύπτει από την αποδεκτή μαρτυρία, οι δύο ρυθμίσεις λειτουργούν συμπληρωματικά: η μία προβλέπει την εξόφληση μέσω της συγκεκριμένης εξασφάλισης, εφόσον πραγματοποιηθεί εξαγορά των Αξιογράφων, και η άλλη καθορίζει τις υποχρεώσεις αποπληρωμής του δανειολήπτη, πρωτοφειλέτη. Η επιχειρηματική κοινή λογική επιβεβαιώνει αυτή τη συνεκτική ανάγνωση της συγκεκριμένης συμφωνίας, χωρίς να χρησιμοποιείται για την προσθήκη όρων ή την υποκατάσταση της συμφωνίας των μερών από άλλη, η οποία θα θεωρείτο εκ των υστέρων περισσότερο πρόσφορη. Το συμπέρασμα αντλείται από το συμβατικό πλαίσιο, ιδίως της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6 και της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5 και την αποτύπωση των όρων τους, καθώς και το υπόβαθρο που ήταν γνωστό ή ευλόγως διαθέσιμο στα μέρη κατά τον κρίσιμο χρόνο με βάση την αποδεκτή μαρτυρία, χωρίς να στηρίζεται στις υποκειμενικές τους προθέσεις ή στις δυσμενείς εξελίξεις που ακολούθησαν το 2013, ως προς τα οποία το Δικαστήριο αναφέρθηκε εκτενώς κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Εναγομένου 1.

Εξάλλου, η λεκτική αποτύπωση των συμβατικών προνοιών είναι συμβατή με την πιο πάνω ερμηνεία, η οποία δεν προϋποθέτει παραμερισμό ή αναδιατύπωσή τους. Ο ειδικός όρος της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, εξεταζόμενος καθ’ εαυτόν, συνδέει την εξαγορά των δεσμευμένων Αξιογράφων με την εξόφληση του Δανείου, χωρίς η σύνδεση αυτή να προσδιορίζεται ως αποκλειστική ή να δηλώνεται ότι, ελλείψει εξαγοράς, αναστέλλεται η προσωπική υποχρέωση αποπληρωμής. Εξεταζόμενος δε σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες πρόνοιες της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, και ενταγμένος στη Σύμβαση Δανείου, Τεκμήριο 5, όπως αυτή τροποποιήθηκε, δεν καταλείπει ερμηνευτική αμφισημία ως προς την προβαλλόμενη εξάρτηση της τελικής καταβολής κεφαλαίου και τόκου στις 28/06/2013 από προηγούμενη εξαγορά. Η αντίθετη θέση των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 δεν προκύπτει από αμφισημία που παραμένει μετά τη συνολική ανάγνωση των συμβατικών εγγράφων, αλλά προϋποθέτει την απόδοση στον ειδικό όρο περιοριστικού αποτελέσματος ως προς το απαιτητό της οφειλής, το οποίο η συνολική συμβατική ρύθμιση δεν στηρίζει.

Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7.

Ως προς τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτή αποτελούσε τροποποίηση της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, όπως η τελευταία είχε ήδη διαμορφωθεί με τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, με αντικείμενο τη ρύθμιση του χρόνου και του τρόπου αποπληρωμής του τότε υφιστάμενου υπολοίπου.

Δεν γίνεται αποδεκτή η αντίθετη θέση των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4, η οποία προβλήθηκε κατά την αντεξέταση του ΜΕ και επαναλήφθηκε στην τελική αγόρευση του συνηγόρου τους, ότι η Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7, τροποποιούσε τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, και όχι τη Σύμβαση Δανείου, Τεκμήριο 5. Η θέση αυτή παραγνωρίζει ότι οι τροποποιήσεις που συμφωνήθηκαν με τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, είχαν ενσωματωθεί στην υφιστάμενη δανειακή σχέση. Η μεταγενέστερη ρύθμιση αφορούσε, επομένως, τη Σύμβαση Δανείου, Τεκμήριο 5, με το περιεχόμενο που αυτή είχε αποκτήσει μετά την προηγούμενη τροποποίησή της. Περαιτέρω, η προβαλλόμενη θέση δεν συνάδει με το ρητώς παραδεκτό γεγονός ότι, δυνάμει της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7, τροποποιήθηκαν οι όροι της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5 (βλ. Έγγραφο Α, σημείο 7). Όπως έχει ήδη επισημανθεί, τα ευρήματα του Δικαστηρίου δεν μπορούν να αντιστρατεύονται τα παραδεκτά γεγονότα (βλ. Αθλητικό Σωματείο Ολυμπιακός Λευκωσίας ν. Αριστοκλέους, (2011) 1 Α.Α.Δ. 1349, ανωτέρω). Ούτε εξάλλου και με την μαρτυρία του ίδιου του Εναγομένου 1.

Ειδικότερα, με τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7, καθορίστηκε εφάπαξ καταβολή κεφαλαίου και τόκου ύψους €185.412,11 στις 16/12/2015, ενώ συμφωνήθηκε ρητώς ότι όλοι οι υπόλοιποι όροι της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, παρέμεναν σε ισχύ.

Η πρόνοια περί διατήρησης των υπόλοιπων όρων έχει ως αποτέλεσμα ότι ο ειδικός όρος που εισήχθη με τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, αναφορικά με την εξαγορά των δεσμευμένων Αξιογράφων, εξακολούθησε να ισχύει και μετά τη σύναψη της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7. Η διατήρησή του, όμως, δεν μεταβάλλει το περιεχόμενο που το Δικαστήριο έχει ήδη αποδώσει σε αυτόν. Ο όρος εξακολουθούσε να προβλέπει ότι, εάν και όταν η Λαϊκή Τράπεζα προέβαινε στην εξαγορά των δεσμευμένων Αξιογράφων, μέσω αυτής θα επερχόταν η εξόφληση του Δανείου. Διατηρήθηκε, επομένως, ο συμφωνημένος μηχανισμός εξόφλησης μέσω της συγκεκριμένης εξασφάλισης, χωρίς η εξαγορά να καθίσταται αποκλειστικός τρόπος εξόφλησης ή αναγκαία προϋπόθεση για το απαιτητό της προσωπικής υποχρέωσης του Εναγομένου 1 βάσει της νέας ρύθμισης αποπληρωμής. Το συναφές ζήτημα της ευθύνης των Εναγομένων 2, 3 και 4 ως προσωπικών εγγυητών βάσει των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, εξετάζεται εκτενέστερα στη συνέχεια.

Παράλληλα, με τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7, τα μέρη ρύθμισαν εκ νέου την αποπληρωμή του υφιστάμενου υπολοίπου, καθορίζοντας εφάπαξ καταβολή κεφαλαίου και τόκου ύψους €185.412,11 στις 16/12/2015. Η νέα αυτή ρύθμιση πρέπει να ερμηνευθεί σε συνδυασμό με τους όρους που παρέμειναν σε ισχύ, ώστε να αποδίδεται ουσιαστικό περιεχόμενο τόσο στον καθορισμό της ημερομηνίας καταβολής όσο και στον διατηρηθέντα μηχανισμό εξόφλησης μέσω της εξαγοράς των Αξιογράφων.

Το Δικαστήριο καταλήγει, συνεπώς, ότι η Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7, τροποποίησε τη Σύμβαση Δανείου, Τεκμήριο 5, παρατείνοντας και ρυθμίζοντας εκ νέου τον χρόνο αποπληρωμής του Δανείου, χωρίς να καταργήσει τον προϋφιστάμενο ειδικό όρο περί εξαγοράς των Αξιογράφων. Το συμφωνηθέν υπόλοιπο κατέστη καταβλητέο στις 16/12/2015, σύμφωνα με τη νέα ρύθμιση, χωρίς να απαιτείται να έχει προηγηθεί εξαγορά των Αξιογράφων. Ο ειδικός όρος της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, εξακολουθούσε να προβλέπει ότι, εφόσον πραγματοποιείτο εξαγορά, μέσω αυτής θα επερχόταν η εξόφληση του Δανείου. Η διατήρηση του μηχανισμού αυτού δεν εξαρτούσε, όμως, το απαιτητό της καταβολής κατά τη νέα συμφωνημένη ημερομηνία, από την προηγούμενη ενεργοποίησή του.

Αναβλητικός όρος (Condition precedent).

Ως προς τις εφαρμοστέες νομικές αρχές, η έννοια του condition precedent στο αγγλικό δίκαιο των συμβάσεων αποδίδεται στην ελληνική νομική ορολογία με τους όρους «αναβλητική αίρεση», «αναβλητικός όρος» ή, αναλόγως του περιεχομένου και της λειτουργίας της σχετικής συμβατικής πρόνοιας, «αναβλητική προϋπόθεση». Για τους σκοπούς της παρούσας, υιοθετείται ο όρος «αναβλητικός όρος» ως ο καταλληλότερος. Ως τέτοιος νοείται γεγονός ή προϋπόθεση που πρέπει να επέλθει ή να πληρωθεί προτού μία σύμβαση ή συγκεκριμένη συμβατική υποχρέωση καταστεί δεσμευτική και απαιτητή. Μέχρι την πλήρωση της σχετικής προϋπόθεσης, η αντίστοιχη υποχρέωση δεν ενεργοποιείται (βλ. Chitty on Contracts, 32η έκδοση, τόμος Ι, παράγραφος 13─028). Η αρχή αυτή αποδίδεται στη σχετική βιβλιογραφία με τη διατύπωση ότι «the contract, or the relevant obligation, does not become binding until the condition has been satisfied». Το κατά πόσον συγκεκριμένη συμβατική πρόνοια συνιστά αναβλητικό όρο, αποτελεί ζήτημα ερμηνείας της σύμβασης και δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την ορολογία που επέλεξαν να χρησιμοποιήσουν τα συμβαλλόμενα μέρη.

Ως προς την ερμηνευτική προσέγγιση που πρέπει να ακολουθείται, καθοδήγηση παρέχει η απόφαση του House of Lords του Ηνωμένου Βασιλείου, ως ήταν τότε, στην υπόθεση Bremer Handelsgesellschaft mbH v. Vanden Avenne-Izegem PVBA, [1978] UKHL J0518-1, στην οποία προσδιορίστηκαν ως συναφείς παράγοντες «the form of the clause itself», «the relation of the clause to the contract as a whole» και «general considerations of law». Κατά συνέπεια, ο χαρακτήρας μιας συμβατικής πρόνοιας δεν κρίνεται μεμονωμένα ούτε αποκλειστικά βάσει της γραμματικής της διατύπωσης, αλλά κατόπιν συνεκτίμησης της μορφής και του περιεχομένου της ίδιας της ρήτρας, της θέσης και της λειτουργίας της στο πλαίσιο της σύμβασης ως συνόλου, καθώς και των γενικότερων αρχών του δικαίου.

Δεν απαιτείται η ρητή χρήση του όρου «αναβλητικός όρος» προκειμένου μια συμβατική πρόνοια να παράγει το αντίστοιχο έννομο αποτέλεσμα. Εντούτοις, η απουσία ρητής διατύπωσης που να προσδίδει στην πρόνοια τέτοιο χαρακτήρα αποτελεί παράγοντα ο οποίος καθιστά δυσχερέστερη την ερμηνευτική κατάληξη ότι τα συμβαλλόμενα μέρη είχαν την πρόθεση να της προσδώσουν την εν λόγω λειτουργία. Συναφώς, στην υπόθεση City Gardens Ltd v. DOK82 Ltd, [2023] EWHC 1149 (Ch), το High Court της Αγγλίας και Ουαλίας ανέφερε:

«The question as to whether a clause amounts to a condition precedent is a question of construction of the contract. The clause does not have to be labelled as a condition precedent to have that effect, but, applying conventional principles of construction, the failure expressly to state that it is a condition precedent will make it difficult to argue that it should operate as such.».

Περαιτέρω, προκειμένου μια συμβατική πρόνοια να λειτουργεί ως αναβλητικός όρος, η προβλεπόμενη προϋπόθεση πρέπει να είναι επαρκώς σαφής και αντικειμενικά προσδιορίσιμη, ώστε να καθίσταται δυνατή η εξακρίβωση του κατά πόσον και πότε αυτή έχει πληρωθεί. Η σχετική αρχή συνοψίζεται με τη διατύπωση ότι «a condition precedent must be sufficiently clear and objective to ascertain whether it has been fulfilled». Τυχόν ασάφεια ή αμφισημία ως προς το γεγονός από το οποίο εξαρτάται η ενεργοποίηση της συμβατικής υποχρέωσης ή ως προς τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες το γεγονός αυτό θεωρείται ότι έχει επέλθει, δύναται, αναλόγως του συνόλου της συμβατικής ρύθμισης, να συνηγορεί υπέρ της ερμηνείας της σχετικής πρόνοιας ως απλού συμβατικού όρου και όχι ως αναβλητικού όρου. Συναφώς, επί του προκειμένου, το High Court της Αγγλίας και Ουαλίας στην υπόθεση AstraZeneca UK Ltd v. Albemarle International Corp, [2011] EWHC 1574, ανέφερε ότι:

«(…) in the absence of an express term, performance of one obligation will only be a condition precedent to another obligation where either the first obligation must for practical reasons clearly be performed before the second obligation can arise or the second obligation is the direct quid pro quo of the first, in the sense that only performance of the first earns entitlement to the second.».

(Βλ. επίσης, Gilbert-Ash (Northern) Ltd v. Modern Engineering (Bristol) Ltd, [1974] AC 689.)

Όπως επισημάνθηκε από το Court of Appeal της Αγγλίας και Ουαλίας στην υπόθεση Disclosure and Barring Service v. Tata Consultancy Services Ltd, [2025] EWCA Civ 380, μολονότι η προσπάθεια κατάρτισης εξαντλητικού καταλόγου των παραγόντων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση του κατά πόσον συγκεκριμένη συμβατική ρήτρα συνιστά αναβλητικό όρο αποτελεί μάταιο εγχείρημα, εντούτοις από τη σχετική νομολογία δύνανται να συναχθούν ορισμένες γενικές αρχές. Οι αρχές αυτές συνοψίστηκαν από τον Λόρδο Δικαστή Coulson στην παράγραφο 26 της απόφασης, η σχετική περικοπή της οποίας παρατίθεται αυτούσια κατωτέρω:

«(a) Whether or not a party has to comply with one or more stated requirements before being entitled to relief will turn on the precise words used, set within their contractual context;

(b) (…) [T]o be framed as a condition precedent, a clause needs something that makes the relief conditional upon the requirement;

(c) As with exclusion clauses or clauses which seek to limit liability, clear words will usually be necessary for a clause to be a condition precedent (…). That said, it is not necessary for the clause to say in terms “this is a condition precedent”: (…);

(d) In addition to conditionality, it will usually be necessary for the link between the two steps to be expressed in the language of obligation (i.e. shall) but that will not on its own be sufficient to amount to a condition precedent: (…);

(e) It is not necessary for the step one condition to be expressed in a finite number of days or weeks. More flexible periods – “timely”, “within a reasonable time” etc - have been included in clauses which courts have found to be a condition precedent (…)».

Το κρίσιμο ζήτημα στην προκείμενη περίπτωση δεν είναι αν η εξαγορά των δεσμευμένων Αξιογράφων συνδέθηκε συμβατικά με την εξόφληση του Δανείου, αφού τέτοια σύνδεση σαφώς προβλέφθηκε, αλλά αν η πραγματοποίησή της συμφωνήθηκε ως αναγκαία προϋπόθεση για να καταστεί απαιτητή η προσωπική υποχρέωση αποπληρωμής του Εναγομένου 1. Εξεταζόμενος στο σύνολο της συμβατικής ρύθμισης, ως έχει ήδη ανωτέρω αναφερθεί, ο προαναφερόμενος ειδικός όρος της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, δεν έχει αυτή την έννοια. Στο ίδιο έγγραφο τα μέρη καθόρισαν εκ νέου συγκεκριμένο πρόγραμμα αποπληρωμής, περιλαμβανομένης τελικής καταβολής κεφαλαίου και τόκου την 28/06/2013. Η συνδυασμένη ανάγνωση των δύο ρυθμίσεων οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η εξαγορά θα ενεργοποιούσε τον συμφωνημένο μηχανισμό εξόφλησης μέσω των δεσμευμένων Αξιογράφων, χωρίς η μη πραγματοποίησή της να αναστέλλει την υποχρέωση καταβολής που προέκυπτε από το συμφωνημένο χρονοδιάγραμμα. Με την ερμηνεία αυτή αποδίδεται ουσιαστικό περιεχόμενο στον εν λόγω ειδικό όρο, ενώ συγχρόνως διατηρείται η λειτουργία της ρητής ρύθμισης αποπληρωμής. Η εξαγορά αποτελούσε, επομένως, προϋπόθεση λειτουργίας του συγκεκριμένου μηχανισμού εξόφλησης και όχι αναβλητικό όρο για το απαιτητό της προσωπικής υποχρέωσης του Εναγομένου 1, δανειολήπτη και πρωτοφειλέτη.

Στην παράγραφο 75 της απόφασης στην προαναφερόμενη υπόθεση Disclosure and Barring Service v. Tata Consultancy Services Ltd, [2025] EWCA Civ 380, ο Λόρδος Δικαστής Lewison ανέλυσε τη δομή «if ─ then», διακρίνοντας την πρόταση που εκφράζει την προϋπόθεση από εκείνη που εκφράζει τη συνέπεια της εκπλήρωσής της. Η σημασία της ανάλυσης έγκειται στη σχέση εξάρτησης μεταξύ των δύο: η προβλεπόμενη συνέπεια δεν ενεργοποιείται προτού εκπληρωθεί η προϋπόθεση. Η εφαρμογή της προσέγγισης αυτής στον επίδικο όρο απαιτεί εξέταση τόσο της ιδιαίτερης διατύπωσής του όσο και της λειτουργίας του μέσα στο σύνολο της συμβατικής ρύθμισης.

Ο ειδικός όρος της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, προβλέπει ότι «Το δάνειο αυτό θα ξοφληθεί όταν η Τράπεζα προβεί στην Εξαγορά των δεσμευμένων αξιογράφων». Από γραμματική άποψη, αποτελείται από την κύρια πρόταση «Το δάνειο αυτό θα ξοφληθεί» και τη δευτερεύουσα χρονική πρόταση «όταν η Τράπεζα προβεί στην Εξαγορά των δεσμευμένων αξιογράφων». Η κύρια πρόταση προσδιορίζει το προβλεπόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή την εξόφληση του Δανείου, ενώ η δευτερεύουσα το συνδέει χρονικά με συγκεκριμένο μελλοντικό γεγονός, την εξαγορά των δεσμευμένων Αξιογράφων από την Λαϊκή Τράπεζα.

Η χρήση του χρονικού συνδέσμου «όταν», αντί του υποθετικού συνδέσμου «εάν», δεν αρκεί για να αποκλειστεί σχέση προϋπόθεσης. Μία χρονική πρόταση αναφερόμενη σε μελλοντικό γεγονός μπορεί, αναλόγως των συμφραζομένων, να εκφράζει συγχρόνως ότι η προβλεπόμενη συνέπεια εξαρτάται από την επέλευσή του. Ούτε η τοποθέτηση της κύριας πρότασης πριν από τη δευτερεύουσα μεταβάλλει τη μεταξύ τους σχέση. Η διατύπωση «Όταν η Τράπεζα προβεί στην εξαγορά των δεσμευμένων αξιογράφων, το δάνειο αυτό θα ξοφληθεί» διατηρεί την ίδια βασική έννοια. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν απορρίπτει την προβαλλόμενη ερμηνεία απλώς επειδή ο όρος δεν ακολουθεί λεκτικά το σχήμα «εάν ─ τότε».

Παράλληλα, η παθητική διατύπωση «θα ξοφληθεί» εστιάζει στο αποτέλεσμα της εξόφλησης, χωρίς να κατονομάζει στην κύρια πρόταση το πρόσωπο που υποχρεούται να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό. Στη δευτερεύουσα πρόταση, η Λαϊκή Τράπεζα προσδιορίζεται ως το πρόσωπο που θα προβεί στην εξαγορά. Σε κάθε περίπτωση, δεν θα μπορούσε να είναι άλλο πρόσωπο από την εκδότρια των Αξιογράφων, Λαϊκή Τράπεζα. Η γραμματική αυτή διάρθρωση δεν ισοδυναμεί αφ’ εαυτής με μεταφορά στην Λαϊκή Τράπεζα της προσωπικής υποχρέωσης αποπληρωμής του Εναγομένου 1, δανειολήπτη και πρωτοφειλέτη. Επίσης, η αναφορά στο γεγονός της εξαγοράς δεν αποτελεί, από μόνη της, υπόσχεση ότι η Λαϊκή Τράπεζα υποχρεούται να το πραγματοποιήσει.

Εκείνο που η διατύπωση θεμελιώνει είναι ότι, κατά την πραγματοποίηση της εξαγοράς, θα επερχόταν η συμφωνημένη εξόφληση του Δανείου. Δεν επιλύει, όμως, από μόνη της το διαφορετικό ζήτημα αν αποκλειόταν η απαίτηση εξόφλησης βάσει άλλης πρόνοιας της ίδιας συμφωνίας, εφόσον η εξαγορά δεν πραγματοποιείτο. Η διάκριση δεν στηρίζεται στην απουσία της λέξης «μόνον» ή «αποκλειστικά», ως εάν αυτή αποτελούσε αναγκαίο λεκτικό τύπο. Στηρίζεται στην ανάγκη να προσδιοριστεί, από το σύνολο της σύμβασης, η έκταση της εξάρτησης που δημιουργεί ο επίμαχος όρος.

Προς τούτο, ιδιαίτερη σημασία έχει ότι στην ίδια τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, τα μέρη καθόρισαν εκ νέου πρόγραμμα αποπληρωμής, περιλαμβανομένης τελικής καταβολής κεφαλαίου και τόκου ύψους €225.257,20 την 28/06/2013. Δεν πρόκειται, επομένως, μόνο για προγενέστερη ρύθμιση της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, την οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι παραμέρισε ο νέος ειδικός όρος. Πρόκειται για συγκεκριμένη ρύθμιση της αποπληρωμής που συνομολογήθηκε ταυτόχρονα με αυτόν. Η ερμηνεία ότι η τελική καταβολή δεν θα καθίστατο απαιτητή χωρίς προηγούμενη εξαγορά, θα προσέδιδε και στον νέο αυτό προσδιορισμό της ημερομηνίας καταβολής χαρακτήρα εξαρτώμενο από την εξαγορά. Ωστόσο, από τη διατύπωση της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, δεν προκύπτει ότι η προηγούμενη εξαγορά τέθηκε ως προϋπόθεση για το απαιτητό της τελικής καταβολής κεφαλαίου και τόκου κατά την καθορισθείσα ημερομηνία. Συνεπώς, δεν ανακύπτει καν ζήτημα αξιολόγησης της επάρκειας ή της σαφήνειας της σχετικής διατύπωσης προς θεμελίωση αναβλητικού όρου, εφόσον απουσιάζει η ίδια η σύνδεση της υποχρέωσης καταβολής με την προηγούμενη εξαγορά.

Το Δικαστήριο κρίνει ότι η συνδυασμένη ανάγνωση των δύο προνοιών υποστηρίζει διαφορετικό συμπέρασμα. Ο ειδικός όρος της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, ο οποίος εντάσσεται στο μέρος της τροποποίησης των εξασφαλίσεων, προβλέπει την εξόφληση μέσω της εξαγοράς των δεσμευμένων Αξιογράφων, εφόσον αυτή πραγματοποιηθεί. Το νέο πρόγραμμα αποπληρωμής καθορίζει την υποχρέωση καταβολής σύμφωνα με τις ημερομηνίες που συμφωνήθηκαν. Με την ερμηνεία αυτή, αμφότερες οι ρυθμίσεις διατηρούν ουσιαστικό περιεχόμενο: η εξαγορά ενεργοποιεί τον ειδικά συμφωνημένο μηχανισμό εξόφλησης, ενώ η μη πραγματοποίησή της δεν αναστέλλει την υποχρέωση καταβολής που απορρέει από το πρόγραμμα αποπληρωμής. Συνεπώς, η χρονική σύνδεση που εκφράζεται με το «όταν» δεν έχει, στο συγκεκριμένο συμβατικό πλαίσιο, την περαιτέρω έννοια ότι η εξαγορά αποτελεί αναβλητικό όρο για το απαιτητό της προσωπικής υποχρέωσης του Εναγομένου 1, δανειολήπτη και πρωτοφειλέτη.

Υπό το φως του συνόλου των ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι ο ειδικός όρος της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, ερμηνευόμενος σε συνάρτηση με τις λοιπές πρόνοιες της ίδιας Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, ιδίως δε με το συμφωνημένο πρόγραμμα αποπληρωμής, καθώς και με τις πρόνοιες της αρχικής Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, δεν καθιστά την εξαγορά των δεσμευμένων Αξιογράφων αναγκαία προϋπόθεση για να καταστεί απαιτητή η προσωπική υποχρέωση αποπληρωμής του Εναγόμενου 1, δανειολήπτη και πρωτοφειλέτη. Η φράση «θα ξοφληθεί όταν η Τράπεζα προβεί στην Εξαγορά» συνδέει την πραγματοποίηση της εξαγοράς με την εξόφληση του Δανείου, χωρίς, ωστόσο, να εξαρτά το απαιτητό της υποχρέωσης αποπληρωμής από την προηγούμενη πραγματοποίησή της, ιδίως ενόψει του νέου προγράμματος αποπληρωμής που συνομολογήθηκε με την ίδια Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6. Ο ειδικός όρος έχει, συνεπώς, συγκεκριμένο συμβατικό περιεχόμενο, καθότι προβλέπει ότι, εφόσον πραγματοποιηθεί η εξαγορά των δεσμευμένων Αξιογράφων, μέσω αυτής θα επέλθει η εξόφληση του Δανείου. Δεν συνεπάγεται, όμως, ότι, ελλείψει εξαγοράς, αναστέλλεται ή μετατίθεται το απαιτητό της υποχρέωσης αποπληρωμής κατά το συμφωνημένο χρονοδιάγραμμα. Ως εκ τούτου, η εξαγορά των δεσμευμένων Αξιογράφων δεν συνιστά αναβλητικό όρο για το απαιτητό της προσωπικής υποχρέωσης του Εναγομένου 1, όπως αυτή απορρέει από το συμφωνημένο πρόγραμμα αποπληρωμής.

Αλλά και αν γινόταν δεκτό, χάριν συζήτησης, ότι ο ειδικός όρος της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, αποτελεί αναβλητικό όρο, όπως υποστηρίζουν οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4, η μη πλήρωσή του δεν θα αρκούσε, αφ’ εαυτής, για να θεμελιώσει την προβαλλόμενη αυτόματη απαλλαγή τους από τις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Στον βαθμό που επικαλούνται τη μη πλήρωση του όρου ως παράβαση εκ μέρους της αντισυμβαλλόμενης Τράπεζας, η οποία τους παρέχει δικαίωμα αποδέσμευσης από τη συμβατική σχέση, η απαλλαγή αυτή προϋποθέτει επιλογή τερματισμού της οικείας σύμβασης από το αναίτιο μέρος, εν προκειμένω από πλευράς του Εναγομένου 1. Συναφώς, στην υπόθεση Στάθης Ματόλης & Υιός Λτδ κ.α. ν. Societe Generale Bank – Cyprus Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 183/2019, 25/02/2025, το Εφετείο, εξετάζοντας αντίστοιχο επιχείρημα περί απαλλαγής λόγω μη πλήρωσης αναβλητικού όρου, ανέφερε τα ακόλουθα:

«Τονίζεται, εν πάση περιπτώσει, ότι ακόμη και αν η  επικαλούμενη υποχρέωση ειδοποίησης αποτελούσε condition precedent, και πάλι, η θέση των εφεσειόντων περί απαλλαγής τους δεν ευσταθεί για τους πιο κάτω λόγους:

Σε περίπτωση μη πλήρωσης ενός condition precedent, το αναίτιο μέρος δεν απαλλάσσεται αυτόματα, αλλά θα πρέπει να επιλέξει να τερματίσει τη σύμβαση. Στην GEORGHIOS HADJIANNIS ν. ATTORNEY-GENERAL OF THE REPUBLIC (1970) 1 CLR 32, λέχθηκαν τα εξής:

“Compliance with a particular stipulation in a contract may be waived by agreement or conduct (see Halsbury's Laws, 3rd edition, volume 8, page 175, paragraph 299). At page 198 of the same volume, paragraph 335, reads as follows:—

"335. Failure to perform condition precedent. The failure of the one party to perform a condition precedent only operates as a discharge of the contract if the other party elects to treat the contract as at an end. He has the option of treating the contract as being still open for further performance, and if he elects to do this he will be taken to have waived the performance of the condition precedent, and can only rely on it as a breach of warranty which entitles him to damages. If, after leading the party in default reasonably to suppose that the contract was not to be treated as at an end notwithstanding the failure to perform the condition, the other party wishes to avoid the contract for breach of the condition he must, if he is not precluded by his conduct from avoiding the contract, give to the party in default a reasonable opportunity after notice to remedy the default."

(Η υπογράμμιση έγινε από το Εφετείο)

Υπενθυμίζουμε ότι στην παρούσα, δεν προσκομίστηκε μαρτυρία περί τερματισμού της σύμβασης από τους εφεσείοντες, στοιχείο, που όπως προκύπτει από την GEORGHIOS HADJI YIANNIS, (ανωτέρω), είναι απαραίτητο μετά την παράβαση αναιρετικού όρου, ώστε να μην ενεργοποιηθεί η σύμβαση, όσων αφορά τις υποχρεώσεις του αναίτιου μέρους.».

Στην προκείμενη περίπτωση, ο Εναγόμενος 1 δεν τερμάτισε τη Σύμβαση Δανείου, Τεκμήριο 5, επικαλούμενος παράβαση του φερόμενου ως αναβλητικού όρου που εισήχθη με τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6 λόγω της μη εξαγοράς των δεσμευμένων Αξιογράφων μετά την πάροδο της πενταετίας, κατά τη δική του εκδοχή. Ούτε προέβη σε τέτοιο τερματισμό μέχρι τις 17/12/2013, μολονότι είχε ήδη παρέλθει η ημερομηνία εξόφλησης του Δανείου, ήτοι η 28/06/2013, που καθοριζόταν στο πρόγραμμα αποπληρωμής βάσει της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6. Αντιθέτως, στις 17/12/2013 συνήψε τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7, με την οποία τροποποιήθηκε εκ νέου η Σύμβαση Δανείου, Τεκμήριο 5. Όπως προαναφέρθηκε, η Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7, προέβλεπε «διαγραφή καθυστερημένων δόσεων» και «επέκταση στην διάρκεια αποπληρωμής» του Δανείου, καθορίζοντας νέο πρόγραμμα αποπληρωμής, με μία καταβολή κεφαλαίου και τόκου συνολικού ποσού €185.412,11 στις 16/12/2015.  

Συμβάσεις Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8.

Σύμφωνα με το Άρθρο 86 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, εκτός εάν προνοείται διαφορετικά στη σύμβαση εγγύησης, η ευθύνη του εγγυητή είναι ίσης έκτασης με εκείνη του πρωτοφειλέτη.

Ανάλογη διατύπωση, η οποία να επιτρέπει ρητώς στα συμβαλλόμενα μέρη να παρεκκλίνουν συμβατικά από τις σχετικές νομοθετικές διατάξεις, δεν συναντάται στις διατάξεις του Μέρους XI του Κεφ. 149 που αφορούν τα δικαιώματα του εγγυητή. Η απουσία, ωστόσο, τέτοιας ρητής διατύπωσης δεν οδηγεί κατ’ ανάγκην στο συμπέρασμα ότι τα δικαιώματα αυτά είναι ανεπίδεκτα συμβατικής ρύθμισης ή ότι αποκλείεται η εκ των προτέρων συναίνεση του εγγυητή σε πράξεις του πιστωτή οι οποίες, ελλείψει τέτοιας συναίνεσης, θα επέφεραν την απαλλαγή του. Ειδικότερα, δεν ήταν αναγκαίο ο Νομοθέτης να συμπεριλάβει στα Άρθρα 91 και 93 του Κεφ. 149, τα οποία εν προκειμένω απασχολούν ιδιαίτερα, τη φράση «εκτός αν προνοείται διαφορετικά στη σύμβαση» ή άλλη αντίστοιχη διατύπωση περί εφαρμογής τους ελλείψει αντίθετης συμφωνίας, καθότι οι ίδιες οι διατάξεις συναρτούν την επέλευση της προβλεπόμενης απαλλαγής του εγγυητή με την απουσία της συναίνεσης ή συγκατάθεσής του, αντιστοίχως.

Ειδικότερα, το Άρθρο 91 του Κεφ. 149 προβλέπει την απαλλαγή του εγγυητή σε περίπτωση μεταβολής των όρων της σύμβασης μεταξύ πιστωτή και πρωτοφειλέτη, όταν η μεταβολή αυτή πραγματοποιείται χωρίς τη συναίνεση του εγγυητή. Συνεπώς, η συναίνεση που προβλέπεται από το Άρθρο 91 του Κεφ. 149 δεν απαιτείται κατ’ ανάγκην να παρέχεται εκ νέου κατά τον χρόνο κάθε επιμέρους μεταβολής. Δύναται να έχει παρασχεθεί εκ των προτέρων, με την ίδια τη σύμβαση εγγύησης, νοουμένου ότι το περιεχόμενο της σχετικής συμβατικής πρόνοιας είναι επαρκώς σαφές και ευρύ ώστε να καταλαμβάνει τη συγκεκριμένη μεταβολή που επήλθε μεταγενέστερα.

Υπό αυτή την έννοια, η σχετική συμβατική πρόνοια δεν είναι ορθότερο να αντιμετωπίζεται απλώς ως γενική παραίτηση του εγγυητή από τη νομοθετική προστασία του Άρθρου 91 του Κεφ. 149, αλλά ως εκ των προτέρων παροχή της συναίνεσης την οποία το ίδιο το Άρθρο 91 του Κεφ. 149 προβλέπει. Εφόσον η συγκεκριμένη μεταβολή εμπίπτει στο πεδίο της συναίνεσης που παρασχέθηκε με τη σύμβαση εγγύησης, δεν συντρέχει η βασική προϋπόθεση εφαρμογής του Άρθρου 91 του Κεφ. 149, ήτοι μεταβολή της κύριας σύμβασης μεταξύ πρωτοφειλέτη και πιστωτή «χωρίς τη συναίνεση του εγγυητή». Υπό το ίδιο πρίσμα πρέπει να προσεγγίζονται και τα προβλεπόμενα στο Άρθρο 93 του Κεφ. 149.

Η προσέγγιση αυτή βρίσκει έρεισμα και στην κυπριακή νομολογία. Ιδιαίτερη σημασία έχει η απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Φιλίππου κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 59/2018, 23/12/2024. Στην υπόθεση εκείνη τέθηκε ενώπιον του Εφετείου το ζήτημα κατά πόσο οι όροι των συμβάσεων εγγύησης είχαν ως αποτέλεσμα την εκ των προτέρων συναίνεση των εγγυητών σε μεταγενέστερη μεταβολή της κύριας πιστωτικής σχέσης μεταξύ τράπεζας και πρωτοφειλέτη. Το Εφετείο δεν απέκλεισε ως ζήτημα αρχής τη δυνατότητα τέτοιας συναίνεσης, αλλά εξέτασε το συγκεκριμένο περιεχόμενο και την έκταση του όρου των συμβάσεων εγγύησης, καταλήγοντας ότι ο επίδικος όρος, παρά το εύρος του, δεν κάλυπτε τη συγκεκριμένη αύξηση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού του πρωτοφειλέτη από την τράπεζα. Η σημασία της απόφασης έγκειται ακριβώς στο ότι το κρίσιμο ερώτημα δεν ήταν κατά πόσο μπορεί ποτέ να παρασχεθεί εκ των προτέρων συναίνεση, αλλά κατά πόσο η συναίνεση που πράγματι παρασχέθηκε καταλάμβανε τη συγκεκριμένη μεταβολή.

Η ίδια προσέγγιση συνάδει και με τις αποφάσεις Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μακράσυκας ν. Καπετάνιου, (2014) 1 Α.Α.Δ. 32, Λοφίτης κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόοσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 220/2013, 27/11/2019, ECLI:CY:AD:2019:A494, και Prestos Confectionery Ltd κ.α. ν. Alpha Bank Cyprus Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 114/2015, 30/04/2024, οι οποίες μνημονεύθηκαν από το Εφετείο στην πιο πάνω αναφερόμενη απόφασή του και στις οποίες εξετάστηκαν πρόνοιες συμβάσεων εγγύησης που επέτρεπαν, σε διαφορετική έκταση ανά περίπτωση, μεταβολές, αυξήσεις ή άλλες διαφοροποιήσεις της κύριας πιστωτικής σχέσης μεταξύ τράπεζας και πρωτοφειλέτη, χωρίς να επέρχεται κατ’ ανάγκην απαλλαγή των εγγυητών.

Σχετική είναι και η απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Μουλαζίμη κ.α. ν. Themis Portfolio Management Holdings Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 418/2019, 22/05/2025, στην οποία, επί του ιδίου ως άνω σκεπτικού, το Εφετείο δέχθηκε ότι η εγγυήτρια είχε, με ρητή πρόνοια της σύμβασης εγγύησης, συναινέσει εκ των προτέρων σε μελλοντική τροποποίηση των όρων αποπληρωμής. Επειδή η συγκεκριμένη μεταβολή αφορούσε ουσιαστικά την παράταση του χρόνου αποπληρωμής, κρίθηκε ότι αυτή ενέπιπτε στην ήδη παρασχεθείσα συναίνεσή της και, επομένως, δεν απαιτείτο νέα ή ειδική συγκατάθεσή της κατά τον χρόνο της τροποποίησης.

Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται περαιτέρω από τη νομολογία των ινδικών δικαστηρίων επί των αντίστοιχων διατάξεων της Indian Contract Act 1872, από την οποία μπορεί να αντληθεί καθοδήγηση, δεδομένης της στενής αντιστοιχίας μεταξύ των σχετικών διατάξεων του εν λόγω νομοθετήματος και του Κεφ. 149.

Στην ινδική νομολογία έχει υποστηριχθεί ότι, αν και στις διατάξεις περί των δικαιωμάτων των εγγυητών των αντίστοιχων με τα Άρθρα 91, 93, 94, 98 και 99 του Κεφ. 149, Section 133, 134, 135, 139 και 141, δεν επαναλαμβάνεται η φράση «unless it is otherwise provided by the contract», αυτό δεν αποκλείει κατ’ ανάγκην τη δυνατότητα ειδικής συμφωνίας στη σύμβαση εγγύησης. Ειδικότερα, έχει υποστηριχθεί ότι, εφόσον οι ίδιες οι σχετικές διατάξεις αναφέρονται στη συναίνεση του εγγυητή, ειδική συμβατική πρόνοια δύναται να συνιστά την απαιτούμενη συναίνεση για τους σκοπούς των εν λόγω Άρθρων. Παράλληλα, έχει διατυπωθεί και η ευρύτερη άποψη ότι η φράση «unless it is otherwise provided by the contract» του αντίστοιχου προς το Άρθρο 86 του Κεφ. 149, Section 128, μπορεί να καταλαμβάνει και τις υπόλοιπες διατάξεις του σχετικού Chapter VIII της Indian Contract Act 1872. Συναφώς, έχει αποφασιστεί ότι σύμβαση με την οποία ο εγγυητής φέρεται να παραιτείται από τα δικαιώματα που του παρέχονται δυνάμει των Section 133, 134, 135, 139 και 141 δεν καταστρατηγεί οποιαδήποτε διάταξη Νόμου, ούτε είναι παράνομη, ούτε αντίκειται στη δημόσια τάξη.

Στην Anil Kumar a.o. v. Central Bank of India a.o., AIR 1997 HP 5, το High Court της Πολιτείας Himachal Pradesh έκρινε ότι οι διατάξεις του Chapter VIII της Indian Contract Act 1872, περιλαμβανομένων των ανωτέρω, οι οποίες διέπουν τη σχέση μεταξύ πιστωτή, πρωτοφειλέτη και εγγυητή, είναι στενά αλληλένδετες και πρέπει να ερμηνεύονται ως ενιαίο σύνολο και όχι απομονωμένα. Υπό το πρίσμα αυτό και λαμβάνοντας ιδίως υπόψη το προαναφερόμενο Section 128, σύμφωνα με το οποίο η ευθύνη του εγγυητή είναι ίσης έκτασης με εκείνη του πρωτοφειλέτη εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στη σύμβαση, το Δικαστήριο έκρινε ότι τα δικαιώματα που παρέχονται στον εγγυητή δυνάμει του εν λόγω Chapter VIII δεν είναι αναπαλλοτρίωτα ούτε άπτονται, ως τέτοια, ζητημάτων δημόσιας τάξης, αλλά αποτελούν δικαιώματα απορρέοντα από συμβατικές σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, από τα οποία ο εγγυητής δύναται εγκύρως να παραιτηθεί. Κατά συνέπεια, συμβατικός όρος δυνάμει του οποίου ο εγγυητής παραιτείται από τα δικαιώματα που του παρέχουν τα Section 133, 134, 135, 139 και 141, κρίθηκε ότι δεν καταστρατηγεί τις διατάξεις του Νόμου, ούτε είναι παράνομος, ανήθικος ή αντίθετος προς τη δημόσια τάξη και, ως εκ τούτου, είναι ικανός να παράγει έννομα αποτελέσματα. Η δημόσια τάξη, λέχθηκε, δεν αποβλέπει στη ματαίωση της απαίτησης του πιστωτή, αλλά στη διασφάλιση ότι η απαίτησή του είναι εξασφαλισμένη και δύναται να ανακτηθεί σύμφωνα με τον Νόμο, καθώς και ότι ο οφειλέτης ή ο παρέχων εξασφάλιση δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωσή του προς εξόφληση του χρέους, παρά μόνο κατά Νόμο. Παρατίθεται κατωτέρω η σχετική περικοπή από την απόφαση:

«Chapter VIII of the Indian Contract Act, 1872 (hereinafter referred to as the 'Act) deals with indemnity and guarantee. (…) [I]t is relevant to notice that all these provisions contained in Chapter VIII of the Act are closely linked together and one is connected with another. Therefore, all these provisions pertaining to surety and guarantee and the principal debtor have to be read together and not in isolation. Section 128 of the Act specifically provides that the liability of the surety is co-extensive with that of the principal debtor, unless it is otherwise provided by the contract. The rights available to the surety under Chapter VIII of the Act, as already pointed out, can be waived by the surety. Therefore, such waiving of right by the surety is neither intended to defeat nor does it defeat any provisions of law. Therefore, it is also not possible to hold that the consideration and the object of the agreement of guarantee have the effect of defeating any provisions of law. A recital in the guarantee deed (Exhibit P-6) under clause 8 in question that surety will not be entitled to any of the rights conferred by Sections 133,134; 135,139 and 141 of the Act cannot be held to defeat the provisions of Chapter VIII of the Act. The rights conferred on the surety under Chapter VIII are not inalienable rights nor those rights have anything to do with the public policy as such. Those rights relate to the contracts entered into by individuals. It is not the case of appellants that the aforesaid recital in the guarantee deed has been obtained either fraudulently or it involves or implies injury to them or their property. It is also not possible to view such a recital as immoral or opposed to public policy. Public policy is not to defeat the debt of the creditor, it is to ensure that the money of the creditor is secured and is recoverable in accordance with law; and the debtor or the security is not absolved from his liability to discharge the debt except in accordance with law.». 

Σκεπτικό το οποίο συνάδει και με μεταγενέστερες αποφάσεις του Supreme Court της Ινδίας, όπως, για παράδειγμα, την απόφαση στην υπόθεση M/S.H.D.F.C v. Gautam Kumar Nag a.o., 2012 AIR SCW 993.

Έπεται από τα πιο πάνω ότι, για τους σκοπούς των Άρθρων 91 και 93 του Κεφ. 149, αρκεί να διαπιστωθεί ότι η σύμβαση εγγύησης περιέχει σαφή και επαρκώς συγκεκριμένη εκ των προτέρων συναίνεση του εγγυητή στη μεταβολή που τελικώς πραγματοποιήθηκε. Ως εκ τούτου, το αποφασιστικό ζήτημα σε κάθε περίπτωση είναι η ερμηνεία του συγκεκριμένου όρου της σύμβασης εγγύησης. Εάν από το λεκτικό του προκύπτει ότι ο εγγυητής συναίνεσε ή συγκατατέθηκε εκ των προτέρων στη συγκεκριμένη κατηγορία μεταβολών, τότε δύναται να υποστηριχθεί ότι η μεταγενέστερη μεταβολή πραγματοποιήθηκε με τη συναίνεση ή συγκατάθεση του εγγυητή, κατά την έννοια των Άρθρων 91 και 93 του Κεφ. 149, και, συνακόλουθα, δεν ενεργοποιείται η προβλεπόμενη από τα εν λόγω Άρθρα απαλλαγή του.

Εν προκειμένω, σχετικές είναι και οι διατάξεις του περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του 2003, Νόμος 197(I)/2003, ο οποίος αποτελεί ειδικό Νόμο και, βάσει του Άρθρου 15 αυτού, εκτός στην έκταση που υπάρχει διαφορετική ή ειδική πρόβλεψη για συγκεκριμένο ζήτημα σε αυτόν, οι διατάξεις του Κεφ. 149 τυγχάνουν εφαρμογής και σε συμβάσεις εγγύησης οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του (βλ. Μιχαηλίδη ν. Astrobank Public Company Ltd, Πολιτική Έφεση Άρ. 125/2016, 18/03/2025).

Το Άρθρο 12 του Νόμου 197(Ι)/2003 επιβάλλει στον πιστωτή συγκεκριμένες υποχρεώσεις ενημέρωσης και όχλησης. Ειδικότερα, ο πιστωτής οφείλει να ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση και γραπτώς τον εγγυητή για καθυστέρηση καταβολής τριών τουλάχιστον δόσεων, για αθέτηση από τον πρωτοφειλέτη οποιασδήποτε άλλης υπόσχεσης ή υποχρέωσής του δυνάμει της σύμβασης δανείου, καθώς και για άρση ή μεταβολή οποιασδήποτε επιβάρυνσης επί της περιουσίας του πρωτοφειλέτη, η οποία είχε τεθεί προς όφελος του πιστωτή για τους σκοπούς της σύμβασης δανείου. Περαιτέρω, ο πιστωτής οφείλει, σε κατάλληλο χρόνο, να οχλήσει γραπτώς τον πρωτοφειλέτη προς εκπλήρωση της υποχρέωσής του για αποπληρωμή του δανείου. Παράλειψη εκπλήρωσης οποιασδήποτε από τις πιο πάνω υποχρεώσεις θεωρείται, αφενός, παράλειψη κατά την έννοια του Άρθρου 97 του Κεφ. 149 και απαλλάσσει τον εγγυητή εφόσον, συνεπεία αυτής, παραβλάπτεται η τελική ικανοποίησή του από τον πρωτοφειλέτη και, αφετέρου, συνιστά σε κάθε περίπτωση παραβίαση ουσιώδους όρου της σύμβασης εγγύησης, με τις συνακόλουθες θεραπείες, υπερασπίσεις, δικαιώματα και υποχρεώσεις που προβλέπει το Κεφ. 149.

Στην πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση Μουλαζίμη κ.α. ν. Themis Portfolio Management Holdings Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 418/2019, 22/05/2025, το Εφετείο εξέτασε κατά πόσο όρος σύμβασης εγγύησης, με τον οποίο ο εγγυητής συναινεί εκ των προτέρων σε μελλοντική τροποποίηση των όρων της κύριας πιστωτικής σχέσης μεταξύ πιστωτή και πρωτοφειλέτη, προσκρούει στις πρόνοιες του Άρθρου 5 του Νόμου 197(Ι)/2003 και, συνακόλουθα, καθίσταται άκυρος λόγω παρανομίας δυνάμει του Άρθρου 23 του Κεφ. 149. Το Εφετείο, με αναφορά στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Συρίμη ν. Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λτδ, (2010) 1 Α.Α.Δ. 1131, έκρινε ότι πρόθεση του Νομοθέτη, με τη θέσπιση του Νόμου 197(Ι)/2003, δεν ήταν η απαγόρευση του συγκεκριμένου είδους συμβατικής ρύθμισης, καταλήγοντας ότι:

«Η σύναψη σύμβασης με την οποία ο εγγυητής συναινεί εκ των προτέρων σε τροποποίηση, ως οι περιστάσεις της παρούσας, δεν απαγορεύεται από τον Νόμο [197(Ι)/2003], έτσι ώστε ο επίδικος όρος να καθίσταται άκυρος λόγω παρανομίας.»

Το πιο πάνω σκεπτικό παρέχει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, καθοδήγηση, κατ’ αναλογία, και ως προς την εξέταση συμβατικής ρύθμισης η οποία σχετίζεται με τις πρόνοιες του προαναφερόμενου Άρθρου 12(1) του Νόμου 197(Ι)/2003, ειδικότερα σε ό,τι αφορά την άρση ή μεταβολή οποιασδήποτε επιβάρυνσης που είχε τεθεί στην περιουσία του πρωτοφειλέτη προς όφελος του πιστωτή για τους σκοπούς της συμφωνίας δανείου.

Η εκ των προτέρων συναίνεση του εγγυητή σε μεταβολή της κύριας πιστωτικής σχέσης μεταξύ πιστωτή και πρωτοφειλέτη, για τους σκοπούς των Άρθρων 91 και 93 του Κεφ. 149, και η υποχρέωση ενημέρωσής του δυνάμει του Άρθρου 12 του Νόμου 197(Ι)/2003 αποτελούν, κατ’ αρχήν, διακριτά νομικά ζητήματα. Η ύπαρξη της πρώτης δεν συνεπάγεται, άνευ ετέρου, ότι έχει εκπληρωθεί ή αποκλειστεί η δεύτερη. Ωστόσο, υπό το φως της πιο πάνω αναφερόμενης απόφασης του Εφετείου στην υπόθεση Μουλαζίμη κ.α. ν. Themis Portfolio Management Holdings Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 418/2019, 22/05/2025, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι κάθε συμβατική ρύθμιση με την οποία ο εγγυητής συναινεί εκ των προτέρων σε πράξη εμπίπτουσα στο πεδίο του Νόμου 197(Ι)/2003 είναι, ως τέτοια, απαγορευμένη ή άκυρη. Το κατά πόσο συγκεκριμένος συμβατικός όρος καταλαμβάνει και επηρεάζει την υποχρέωση ενημέρωσης που προβλέπεται στο Άρθρο 12 του Νόμου 197(Ι)/2003 πρέπει να κρίνεται με βάση το ακριβές λεκτικό του όρου, τη φύση της συγκεκριμένης μεταβολής και το εύρος της συναίνεσης που παρασχέθηκε.

Σε κάθε περίπτωση, σε ό,τι αφορά τις πρόνοιες του προαναφερόμενου Άρθρου 12 του Νόμου 197(Ι)/2003, στην υπόθεση Μουλαζίμη κ.α. ν. Themis Portfolio Management Holdings Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 418/2019, 22/05/2025, το Εφετείο, υιοθετώντας το σκεπτικό της απόφασης στην υπόθεση Στάθης Ματόλης & Υιός Λτδ κ.α. ν. Societe Generale Bank - Cyprus Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 183/2019, 25/02/2025, διευκρίνισε τις συνέπειες που απορρέουν από την παράλειψη του πιστωτή να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που του επιβάλλονται από το εν λόγω Άρθρο.

Ειδικότερα, οι δύο περιπτώσεις του Άρθρου 12(3) του Νόμου 197(Ι)/2003 πρέπει να διακρίνονται. Για να επέλθει απαλλαγή του εγγυητή δυνάμει της παραγράφου (α), σε συνδυασμό με το Άρθρο 97 του Κεφ. 149, δεν αρκεί η απόδειξη και μόνο της παράλειψης του πιστωτή να εκπληρώσει οποιαδήποτε από τις υποχρεώσεις που του επιβάλλονται από τα εδάφια (1) και (2) του Άρθρου 12 του Νόμου 197(Ι)/2003. Ο εγγυητής φέρει το βάρος να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι, συνεπεία της συγκεκριμένης παράλειψης, παραβλάφθηκε η τελική ικανοποίησή του από τον πρωτοφειλέτη. Απαιτείται, επομένως, απόδειξη του συγκεκριμένου είδους βλάβης που προβλέπεται από το Άρθρο 12(3)(α) του Νόμου 197(Ι)/2003 και Άρθρο 97 του Κεφ. 149. Γενική επίκληση παραβίασης των δικαιωμάτων του εγγυητή δεν αρκεί, ούτε τέτοια βλάβη δύναται να συναχθεί, άνευ ετέρου, από την αύξηση, παραδείγματος χάριν, του οφειλόμενου ποσού λόγω τοκισμού ή και της χρονικής διάρκειας της εγγύησης.

Διαφορετικές είναι οι συνέπειες που απορρέουν από το Άρθρο 12(3)(β) του Νόμου 197(Ι)/2003. Δυνάμει της εν λόγω διάταξης, η παράλειψη του πιστωτή να εκπληρώσει οποιαδήποτε από τις υποχρεώσεις των εδαφίων (1) και (2) του Άρθρου 12 του Νόμου 197(Ι)/2003 συνιστά, σε κάθε περίπτωση, παραβίαση ουσιώδους όρου της σύμβασης εγγύησης. Τούτο, όμως, δεν συνεπάγεται αυτοδικαίως τον τερματισμό της σύμβασης εγγύησης ή την απαλλαγή του εγγυητή από τις υποχρεώσεις του. Η παράβαση παρέχει στον εγγυητή, ως αναίτιο συμβαλλόμενο μέρος, τις θεραπείες, υπερασπίσεις και δικαιώματα που αναγνωρίζονται από το δίκαιο των συμβάσεων σε περίπτωση παραβίασης ουσιώδους όρου, περιλαμβανομένου του δικαιώματος να επιλέξει τον τερματισμό της σύμβασης και, όπου συντρέχει περίπτωση, να αξιώσει αποζημιώσεις. Εφόσον ο εγγυητής δεν ασκήσει το δικαίωμα τερματισμού, η σύμβαση εγγύησης δεν τερματίζεται αυτοδικαίως και αυτός δεν δύναται, λόγω της παράβασης και μόνο, να θεωρήσει ότι έχει αποδεσμευθεί από τις συμβατικές του υποχρεώσεις.

Ως εκ τούτου, η παράβαση του Άρθρου 12 του Νόμου 197(Ι)/2003 δεν οδηγεί, αφ' εαυτής, σε αυτόματη απαλλαγή του εγγυητή. Τέτοια απαλλαγή δύναται να επέλθει, στο πλαίσιο του Άρθρου 12(3)(α) του Νόμου 197(Ι)/2003, εφόσον αποδειχθεί ότι έχει παραβλαφθεί η τελική ικανοποίηση του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη ή, στο πλαίσιο του Άρθρου 12(3)(β) του Νόμου 197(Ι)/2003, εφόσον ο εγγυητής ασκήσει, σύμφωνα με τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων, το δικαίωμα που του παρέχει η παραβίαση ουσιώδους όρου να τερματίσει τη σύμβαση εγγύησης. Ο εγγυητής δεν δύναται, επομένως, να επικαλείται την παράβαση αυτή προς απαλλαγή του, εάν παραμείνει αδρανής και σιωπηλός μέχρι την έγερση αγωγής εναντίον του, όπως υποδείχθηκε από το Εφετείο στην υπόθεση Γαλάζης ν. Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 405/2019, 27/02/2026.. 

Ως προς τα προαναφερόμενα, σχετική είναι και η απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Springfair Ltd κ.α. ν. Sky Cac Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 4/2019, 11/09/2025, στην οποία ακολουθήθηκε η ίδια προσέγγιση ως προς τα πιο πάνω ζητήματα.

Στρεφόμενο το Δικαστήριο στα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης και, ειδικότερα, στους όρους των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, διαπιστώνει ότι σε αυτές περιλήφθηκαν συγκεκριμένες πρόνοιες αναφορικά με τη δυνατότητα της Λαϊκής Τράπεζας να προβαίνει, χωρίς περαιτέρω συναίνεση ή συγκατάθεση των Εναγομένων 2, 3 και 4, εγγυητών και χωρίς να επηρεάζεται η ευθύνη τους, σε μεταβολές τόσο της κύριας πιστωτικής σχέσης μεταξύ της και του Εναγόμενου 1, πρωτοφειλέτη, ήτοι της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, όσο και των εξασφαλίσεων που συνδέονταν με αυτή. Ιδιαίτερη σημασία συναφώς προσλαμβάνει ο Όρος 2 των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, στον οποίο προβλέπονται τα ακόλουθα:

«Με το έγγραφο αυτό συμφωνώ ότι έχετε την εξουσία, κατά την απόλυτη κρίση σας και χωρίς τη δική μου συγκατάθεση, και χωρίς η ευθύνη μου με βάση το έγγραφο αυτό να επηρεάζεται, με οποιοδήποτε τρόπο, να ανανεώνετε οποιαδήποτε δάνεια, να παρατείνετε να ανανεώνετε να τροποποιείτε μερικώς ή ολικώς και/ή πιστωτικές και/ή χρηματοδοτικές διευκολύνσεις οποιασδήποτε φύσεως, Γραμμάτια, Συναλλαγματικές, Ομόλογα, Υποθήκες και/ή οποιαδήποτε άλλες επιβαρύνσεις ή εγγυήσεις ή εξασφαλίσεις που δόθηκαν ή θα δοθούν από τον Πρωτοφειλέτη σε σας και είτε από τον ίδιο προσωπικά ή μαζί με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα. Συμφωνώ ακόμα ότι μπορείτε χωρίς τη συγκατάθεση μου να δίνετε στον Πρωτοφειλέτη παρατάσεις ή να απέχετε από το να παίρνετε οποιαδήποτε μέτρα εναντίον του ή να προβαίνετε σε συμβιβασμούς, με τον Πρωτοφειλέτη ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα που έχουν ευθύνη σε σχέση με τα Δάνεια και/ή πιστωτικές και/ή χρηματοδοτικές διευκολύνσεις οποιασδήποτε φύσεως, Γραμμάτια, Συναλλαγματικές, Ομόλογα, Υποθήκες και/ή οποιαδήποτε άλλες επιβαρύνσεις και/ή έναντι οποιουδήποτε άλλου προσώπου που ευθύνεται απέναντι σας μαζί με τον Πρωτοφειλέτη, ως Πρωτοφειλέτης, ή εγγυητής, ή με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα. Νοείται ότι σε σχέση με τυχόν προαναφερόμενες συγκαταθέσεις της παραγράφου αυτής, με το έγγραφο αυτό αποποιούμαι ρητά το δικαίωμα να παρέχω την/τις συγκατάθεση/εις αυτή/ές.».    

Ο πιο πάνω Όρος 2 των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, εξεταζόμενος τόσο ως προς το περιεχόμενό του όσο και σε συνάρτηση με τις υπόλοιπες πρόνοιες των εν λόγω Συμβάσεων (βλ. ειδικότερα τους Όρους 9, 10 και 15), υπό το φως των νομικών αρχών που εκτέθηκαν προηγουμένως, οδηγεί το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4, υπό την ιδιότητά τους ως εγγυητών, είχαν παράσχει εκ των προτέρων τη συναίνεση ή συγκατάθεσή τους σε μεταβολές της κύριας πιστωτικής σχέσης μεταξύ της Λαϊκής Τράπεζας και του Εναγομένου 1, ως πρωτοφειλέτη, βάσει της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, καθώς και σε μεταβολές των εξασφαλίσεων που συνδέονταν με αυτή, περιλαμβανομένων των δεσμευμένων Αξιογράφων.

Εν προκειμένω, σημειώνεται ότι ο Όρος 4 των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, καθόριζε την έννοια της «εξασφάλισης», στην οποία περιλαμβάνονταν, χωρίς περιορισμό της γενικότητας του όρου, μεταξύ άλλων, επιβαρύνσεις και αξιόγραφα οποιασδήποτε μορφής.

Ειδικότερα, το εύρος και η σαφήνεια της συναίνεσης που παρασχέθηκε με τον εν λόγω Όρο 2 καταλαμβάνουν τις συγκεκριμένες μεταβολές που επήλθαν στη Σύμβαση Δανείου, Τεκμήριο 5, δυνάμει της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, και της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7. Οι μεταβολές αυτές αφορούσαν το συμφωνημένο πρόγραμμα αποπληρωμής του Δανείου, τη συνακόλουθη παράταση της διάρκειάς του, την αναπροσαρμογή των συμφωνημένων δόσεων, καθώς και τη διαφοροποίηση της συμβατικής ρύθμισης αναφορικά με την εξόφληση του Δανείου μέσω της εξαγοράς των δεσμευμένων Αξιογράφων, εφόσον αυτή πραγματοποιείτο. Πρόκειται για μεταβολές οι οποίες, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, εμπίπτουν στο πεδίο της εκ των προτέρων συναίνεσης που είχε παρασχεθεί με τον Όρο 2 των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης, Τεκμήριο 8. Συνεπώς, οι εν λόγω μεταβολές πραγματοποιήθηκαν με τη συναίνεση ή συγκατάθεση των Εναγομένων 2, 3 και 4, κατά την έννοια των Άρθρων 91 και 93 του Κεφ. 149, με αποτέλεσμα να μη συντρέχουν οι προϋποθέσεις απαλλαγής τους δυνάμει των εν λόγω διατάξεων.

Το συμπέρασμα αυτό δεν διαφοροποιείται από το γεγονός ότι, σε σχέση με τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, η Λαϊκή Τράπεζα είχε ζητήσει και εξασφαλίσει από τους Εναγομένους 2, 3 και 4 πρόσθετες δηλώσεις συναίνεσης ή συγκατάθεσης, μέσω των Επιστολών Συγκατάθεσης ημερομηνίας 13/07/2009, Τεκμήριο 13. Ανεξαρτήτως του κατά πόσον οι εν λόγω Επιστολές Συγκατάθεσης ημερομηνίας 13/07/2009, Τεκμήριο 13 παρείχαν πλήρη ή ελλιπή πληροφόρηση αναφορικά με τις μεταβολές για τις οποίες ζητήθηκε η συγκατάθεση των εγγυητών, το γεγονός αυτό δεν αναιρεί ούτε περιορίζει τη συναίνεση που είχε ήδη παρασχεθεί δυνάμει του Όρου 2 των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, η οποία, όπως έχει διαπιστωθεί, καταλάμβανε τις συγκεκριμένες μεταβολές.

Ούτε η αναζήτηση πρόσθετης συγκατάθεσης από τη Λαϊκή Τράπεζα δύναται, υπό τις περιστάσεις, να εκληφθεί ως παραίτηση από το δικαίωμά της να επικαλεστεί την ήδη παρασχεθείσα συμβατική συναίνεση ή ως δημιουργούσα οποιοδήποτε σχετικό κώλυμα σε βάρος της Ενάγουσας. Άλλωστε, τέτοια θέση δεν προβλήθηκε από τους Εναγομένους 2, 3 και 4, είτε στο πλαίσιο των δικογράφων είτε κατά την ακροαματική διαδικασία. Η επίκληση παραίτησης από δικαίωμα, συγκατάνευσης (αποδοχής ή ανοχής) ή κωλύματος προϋποθέτει την αναγκαία δικογραφική θεμελίωση. Στην υπόθεση Πουρίκκος ν. Σάββα κ.α., (1991) 1 Α.Α.Δ. 507, επισημάνθηκε ότι τα ζητήματα αυτά δεν είναι αμιγώς νομικά, αλλά προϋποθέτουν την εξέταση πραγματικών περιστατικών και, ως εκ τούτου, πρέπει να εγείρονται ειδικά στα δικόγραφα, σύμφωνα και με τη Δ.19, κ. 13 των τότε ισχυόντων Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Ειδικότερα, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα:

«Η συγκατάνευση, ή εγκατάλειψη δικαιωμάτων (waiver) συνιστά ένα είδος του νομικού κωλύματος που είναι γνωστό στο Κοινοδίκαιο ως "estoppel". Δέστε επί του προκειμένου το Σύγγραμμα Bullen & Leake and Jacob's Precedents of Pleadings, 12 έκδοση, σ.1363. Στη σ.1056 του ίδιου συγγράμματος αναφέρεται ότι απαιτείται ειδική αναφορά του estoppel στα δικόγραφα όχι μόνο γιατί είναι ένα ουσιώδες γεγονός, αλλά επίσης γιατί εγείρει θέματα που δυνατό να θέσουν τον αντίδικο προ εκπλήξεως, και γιατί συνήθως εγείρει θέματα πραγματικά που δεν πηγάζουν από το προηγούμενο δικόγραφο. Η πρόνοια της Δ.19, θ. 13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ορθά ερμηνευόμενη, επιβάλλει την ίδια υποχρέωση.».

Διαφορετικό είναι το ζήτημα της απουσίας του συγκεκριμένου νομικού χαρακτηρισμού, όταν έχουν ήδη δικογραφηθεί τα ουσιώδη γεγονότα που δικαιολογούν την εφαρμογή της αρχής. Όπως τονίστηκε στην Υπό εκκαθάριση εταιρεία Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ, διά του εκκαθαριστή της Επίσημου Παραλήπτη ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση Αρ. 201/2014, 19/05/2022, ECLI:CY:AD:2022:D191, τα γεγονότα που θεμελιώνουν το κώλυμα πρέπει να είναι δικογραφημένα και δεν αρκεί να αναδύονται μόνο από την προσαχθείσα μαρτυρία. Στην προκείμενη περίπτωση, από τη συνολική εξέταση της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 δεν προκύπτει ότι εγείρεται τέτοιο ζήτημα, ούτε ότι παρατίθενται τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που θα μπορούσαν να το θεμελιώσουν.

Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι η αναζήτηση ειδικής συγκατάθεσης των Εναγομένων 2, 3 και 4, εγγυητών συνιστούσε, αφ’ εαυτής, παραίτηση της Λαϊκής Τράπεζας από το δικαίωμά της να επικαλεστεί την προστασία που της παρείχε ο Όρος 2 των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8. Για τη συναγωγή τέτοιου συμπεράσματος, η σχετική συμπεριφορά θα έπρεπε αντικειμενικά να υποδηλώνει σαφώς και αναμφίσημα ότι η Λαϊκή Τράπεζα δεν θα επέμενε στην επίκληση της συγκεκριμένης συμβατικής προστασίας. Η αναζήτηση, όμως, ειδικής συγκατάθεσης ήταν συμβατή με την επιδίωξη πρόσθετης επιβεβαίωσης της συναίνεσης των Εναγομένων 2, 3 και 4, εγγυητών στη συγκεκριμένη τροποποίηση και μπορούσε να συνυπάρχει με τη διατήρηση της προϋφιστάμενης συμβατικής προστασίας. Δεν αποτελούσε, συνεπώς, συμπεριφορά ασυμβίβαστη με τη συνέχιση του σχετικού δικαιώματος, ούτε εκδήλωνε αναμφισβήτητα εγκατάλειψή του. Περαιτέρω, οι Επιστολές Συγκατάθεσης ημερομηνίας 13/07/2009, Τεκμήριο 13, προέβλεπαν ρητώς τη διατήρηση της ισχύος των προσωπικών εγγυήσεων, στοιχείο που ενισχύει την κρίση ότι η αναζήτηση συγκατάθεσης αποσκοπούσε στην επιβεβαίωση της συνέχισης της εγγυητικής σχέσης και δεν τεκμηρίωνε, από μόνη της, παραίτηση από την προστασία του Όρου 2 των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8. Βλ. συναφώς στο σύγγραμμα Treitel, The Law of Contract, 14η έκδοση, παράγραφο 3─081, σελίδες 121─123.

Αντιστοίχως και σε συνέχεια των πιο πάνω, το γεγονός ότι, σε σχέση με τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7, δεν ζητήθηκε εκ νέου η συναίνεση ή συγκατάθεση των Εναγομένων 2, 3 και 4, δεν επηρεάζει την ίδια νομική κατάληξη. Τούτο διότι, σύμφωνα με όσα έχουν ήδη διαπιστωθεί, οι μεταβολές που επήλθαν με αμφότερες τις Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6 και Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7 ενέπιπταν στο εύρος της συναίνεσης που είχε παρασχεθεί εκ των προτέρων με τον Όρο 2 των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης, Τεκμήριο 8, χωρίς να απαιτείται η εκ νέου παροχή της κατά τον χρόνο κάθε επιμέρους μεταβολής.

Ως εκ τούτου, ούτε η αναζήτηση πρόσθετης συγκατάθεσης το 2009 ούτε η απουσία τέτοιας συγκατάθεσης το 2013 μεταβάλλουν το συμπέρασμα ότι οι συγκεκριμένες τροποποιήσεις πραγματοποιήθηκαν με τη συναίνεση ή συγκατάθεση των Εναγομένων 2, 3 και 4 εγγυητών, κατά την έννοια των Άρθρων 91 και 93 του Κεφ. 149, και, συνακόλουθα, δεν επήλθε η προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές απαλλαγή τους.

Σε ό,τι αφορά τις πρόνοιες του Νόμου 197(Ι)/2003, οι οποίες αναλύθηκαν προηγουμένως, το Δικαστήριο κρίνει ότι, με βάση την αποδεκτή μαρτυρία και τα διαπιστωθέντα γεγονότα, δεν στοιχειοθετείται στην προκείμενη περίπτωση παράβαση του Άρθρου 12 του εν λόγω Νόμου, το οποίο αποτελεί τη μόνη διάταξή του που θα μπορούσε να θεωρηθεί συναφής υπό τις περιστάσεις. Ειδικότερα, η τροποποίηση που επήλθε στη Σύμβαση Δανείου, Τεκμήριο 5, δυνάμει της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, αναφορικά με τα δεσμευμένα Αξιόγραφα, δεν επέφερε οποιαδήποτε «άρση ή μεταβολή» της επιβάρυνσης που είχε συσταθεί επί αυτών προς εξασφάλιση του Δανείου, κατά την έννοια του Άρθρου 12(1) του Νόμου 197(Ι)/2003. Όπως έχει ήδη διαπιστωθεί, ο σχετικός ειδικός όρος της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6 συνέδεε την εξαγορά των δεσμευμένων Αξιογράφων, εφόσον αυτή πραγματοποιείτο, με την εξόφληση του Δανείου, χωρίς να μεταβάλλει την υφιστάμενη δέσμευσή τους ως εξασφάλιση. Ως εκ τούτου, δεν προκύπτει, επί των συγκεκριμένων γεγονότων, η συνδρομή της προϋπόθεσης που θα ενεργοποιούσε την αντίστοιχη υποχρέωση ενημέρωσης των εγγυητών δυνάμει του Άρθρου 12(1) του Νόμου 197(Ι)/2003.

Περαιτέρω, και ανεξαρτήτως των ανωτέρω, δεν παραγνωρίζεται ότι οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 είχαν, δυνάμει του Όρου 2 των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, συναινέσει εκ των προτέρων στις συγκεκριμένες μεταβολές της κύριας πιστωτικής σχέσης, ήτοι της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5 και των συναφών εξασφαλίσεων, περιλαμβανομένης της δέσμευσης των Αξιογράφων, όπως έχει ήδη διαπιστωθεί. Η συναίνεση αυτή αποτελεί συναφές στοιχείο και κατά την εξέταση των προνοιών του Νόμου 197(Ι)/2003, υπό το φως και της προσέγγισης του Εφετείου στην υπόθεση Μουλαζίμη κ.α. ν. Themis Portfolio Management Holdings Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 418/2019, 22/05/2025, σύμφωνα με την οποία η εκ των προτέρων συμβατική συναίνεση του εγγυητή σε μεταγενέστερη τροποποίηση δεν απαγορεύεται, ως τέτοια, από τον εν λόγω Νόμο 197(Ι)/2003. Παρότι η συναίνεση αυτή δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκην με εκπλήρωση ή αποκλεισμό της αυτοτελούς υποχρέωσης ενημέρωσης του Άρθρου 12 του Νόμου 197(Ι)/2003, εν προκειμένω ενισχύει το συμπέρασμα ότι οι συγκεκριμένες μεταβολές, οι οποίες καλύπτονταν από την ήδη παρασχεθείσα συναίνεση και δεν επέφεραν άρση ή μεταβολή της υφιστάμενης επιβάρυνσης επί των δεσμευμένων Αξιογράφων, δεν θεμελιώνουν απαλλαγή των Εναγομένων 2, 3 και 4 δυνάμει του Νόμου 197(Ι)/2003.

Περαιτέρω, παρατηρείται ότι οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 δεν προέβαλαν δικογραφημένο ισχυρισμό περί παράβασης των προνοιών του Νόμου 197(Ι)/2003, όπως απαιτείται σύμφωνα με τις σχετικές αρχές της νομολογίας (βλ. Springfair Ltd κ.α. ν. Sky Cac Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 4/2019, 11/09/2025, Δημοσθένους κ.α. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 131/2019, 03/12/2025, Μελισσάς ν. Marfin Popular Bank Public Co Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 386/2016, 05/06/2025 και Μελισσάς ν. Marfin Popular Bank Public Co Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 212/2015, 10/04/2024). Αντιθέτως, ο συνήγορός τους, κατά την τελική του αγόρευση, στήριξε τη θέση περί απαλλαγής τους από τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις Συμβάσεις Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, στις πρόνοιες του Άρθρου 91 του Κεφ. 149. Συνεπώς, πέραν της ουσιαστικής διαπίστωσης ότι δεν προκύπτει παράβαση του Άρθρου 12 του Νόμου 197(Ι)/2003, δεν υφίσταται ούτε το αναγκαίο δικογραφικό υπόβαθρο για τη θεμελίωση σχετικής υπεράσπισης εκ μέρους των Εναγομένων 2, 3 και 4.

Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής του Άρθρου 12 του Νόμου 197(Ι)/2003 και ότι είχε σημειωθεί παράβαση των προβλεπόμενων σε αυτό υποχρεώσεων, τούτο δεν θα συνεπαγόταν, αφ' εαυτού, την αυτόματη απαλλαγή των Εναγομένων 2, 3 και 4 από τις υποχρεώσεις τους ως εγγυητών. Όπως προκύπτει από τις νομικές αρχές που εκτέθηκαν προηγουμένως, απαλλαγή δυνάμει του Άρθρου 12(3)(α) του Νόμου 197(Ι)/2003, σε συνδυασμό με το Άρθρο 97 του Κεφ. 149, προϋποθέτει απόδειξη ότι, συνεπεία της συγκεκριμένης παράλειψης του πιστωτή, παραβλάφθηκε η τελική ικανοποίηση του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη. Διαφορετικά, στο πλαίσιο του Άρθρου 12(3)(β) του Νόμου 197(Ι)/2003, η παράβαση συνιστά παραβίαση ουσιώδους όρου της σύμβασης εγγύησης, η οποία παρέχει στον εγγυητή τα αντίστοιχα συμβατικά δικαιώματα και θεραπείες, περιλαμβανομένου του δικαιώματος επιλογής τερματισμού της σύμβασης, χωρίς όμως να επιφέρει αυτοδικαίως τον τερματισμό της ή την απαλλαγή του από τις υποχρεώσεις του. Στην προκείμενη περίπτωση, οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 δεν προέβαλαν οποιονδήποτε σχετικό ισχυρισμό, ούτε προσκόμισαν μαρτυρία από την οποία να προκύπτει ότι, συνεπεία παράλειψης της Λαϊκής Τράπεζας ή και της Τράπεζας Κύπρου σε ό,τι αφορούσε τις Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6 και Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7, παραβλάφθηκε η τελική ικανοποίησή τους από τον Εναγόμενο 1, πρωτοφειλέτη. Ούτε προκύπτει από την αποδεκτή μαρτυρία ότι άσκησαν οποτεδήποτε το δικαίωμα τερματισμού των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης, Τεκμήριο 8, λόγω παράβασης ουσιώδους όρου, κατά τα προβλεπόμενα του Άρθρου 12(3)(β) του Νόμου 197(Ι)/2003 ή ότι επικαλέστηκαν τέτοια παράβαση προς διεκδίκηση οποιασδήποτε συναφούς θεραπείας. Αντιθέτως, μέχρι και τον τερματισμό της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, καθώς και κατά τον χρόνο καταχώρισης της παρούσας Αγωγής εναντίον τους, δεν προκύπτει ότι οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 είχαν προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια προς τερματισμό των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ή είχαν αξιώσει οποιαδήποτε θεραπεία λόγω της επικαλούμενης παράβασης. Υπό τα δεδομένα αυτά, ακόμη και υπό την εκδοχή της παράβασης του Άρθρου 12 του Νόμου 197(Ι)/2003, δεν θα στοιχειοθετείτο, εν πάση περιπτώσει, απαλλαγή των Εναγομένων 2, 3 και 4 από τις υποχρεώσεις τους ως εγγυητών.

Εξυγίανση της Λαϊκής Τράπεζας, Σχετικοί Ισχυρισμοί και Θέσεις.

Οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 υποστηρίζουν ότι, κατά την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης της Λαϊκής Τράπεζας, το επίδικο Δάνειο έπρεπε να είχε εξοφληθεί ή η σχετική οφειλή να είχε μειωθεί με τη χρησιμοποίηση, προς συμψηφισμό, των πιστωτικών υπολοίπων των καταθέσεων όλων τους και όχι μόνο του πιστωτικού υπολοίπου του Εναγομένου 1. Κατά τη θέση τους, η μη χρησιμοποίηση των καταθέσεων των Εναγομένων 2, 3 και 4 είχε ως αποτέλεσμα, αφενός, την απομείωση καταθέσεων οι οποίες, όπως υποστηρίζουν, έπρεπε να είχαν χρησιμοποιηθεί προς εξόφληση του Δανείου και, αφετέρου, τη διατήρηση δανειακού υπολοίπου το οποίο η Ενάγουσα εξακολούθησε να απαιτεί, βάσει της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5. Στο πλαίσιο αυτό προβάλλουν, με την παράγραφο 6.10 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, ότι η συγκεκριμένη μεταχείριση απέληξε σε ουσιαστικό «διπλό κούρεμα» των καταθέσεών τους ή σε «διπλή είσπραξη» του ποσού του Δανείου.

Η θέση αυτή αναπτύσσεται ιδίως στις παραγράφους 5.19 και 5.22 ─ 5.25 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Στην παράγραφο 5.19 οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 επικαλούνται ρητώς την Κ.Δ.Π. 104/2013 ημερομηνίας 29/03/2013, Τεκμήριο 4, και περιγράφουν κατ’ ουσίαν τη ρύθμιση της παραγράφου 4 του Παραρτήματος Ι αυτής, χωρίς να την προσδιορίζουν αριθμητικά, υποστηρίζοντας ότι το μέρος των δανειακών απαιτήσεων που αντιστοιχούσε σε καταθέσεις οι οποίες παρέμεναν στη Λαϊκή Τράπεζα εξαιρούνταν από τη μεταβίβαση στην Ενάγουσα και έπρεπε να συμψηφιστεί. Επικαλούνται επίσης την Κ.Δ.Π. 92/2013 ημερομηνίας 22/03/2013, ως προς τον επιμερισμό των κοινών καταθέσεων μεταξύ των συνδικαιούχων τους. Περαιτέρω, στην παράγραφο 11.1 προβάλλουν ότι όλοι ήταν αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως υπόχρεοι για την εξόφληση του Δανείου. Συναφώς, στις παραγράφους 5.11 και 6.2 ισχυρίζονται ότι το προϊόν του Δανείου κατατέθηκε σε κοινό λογαριασμό ή γραμμάτιο/προθεσμιακή κατάθεση και ότι όλοι οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 επωφελήθηκαν από αυτό, συνδέοντας τη θέση τους με τον ισχυρισμό ότι η δανειοδότηση έπρεπε να είχε καταχωριστεί στο όνομα όλων τους ως πρωτοφειλετών. Με την παράγραφο 14(Γ) του απαιτητικού της Ανταπαίτησης ζητούν διάταγμα, απόφαση ή δήλωση του Δικαστηρίου που να αναγνωρίζει ότι το επίδικο Δάνειο θα έπρεπε να είχε εξοφληθεί από την απομείωση των καταθέσεών τους, στη βάση των όρων των επίδικων συμφωνιών Δανείου και εγγύησης, ήτοι της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, και των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8. Η επίκληση των σχετικών νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων στην Έκθεση Υπεράσπισης, οι ισχυρισμοί της οποίας επαναλαμβάνονται με την παράγραφο 14 της Ανταπαίτησης, παραμένει συναφής προς την εξέταση της προβαλλόμενης υποχρέωσης συμψηφισμού.

Ως προς το πρόσωπο στο οποίο αποδίδεται η προβαλλόμενη εσφαλμένη εφαρμογή των μέτρων απομείωσης και συμψηφισμού, οι σχετικοί δικογραφημένοι ισχυρισμοί δεν είναι ενιαίοι. Ειδικότερα, στις παραγράφους 5.22, 5.23 και 5.24 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 αποδίδουν ευθέως στην Ενάγουσα αμέλεια ή σοβαρή απερισκεψία κατά την εφαρμογή των σχετικών νομοθετικών και κανονιστικών ρυθμίσεων, καθώς και τη διενέργεια συμψηφισμού μόνο έναντι του πιστωτικού υπολοίπου του Εναγομένου 1, προβάλλοντας περαιτέρω ισχυρισμούς περί σκοπού εξαπάτησης, απόκτησης αθέμιτου οφέλους ή αδικαιολόγητου πλουτισμού. Αντιθέτως, στην παράγραφο 5.25 αποδίδουν ουσιαστικά την ίδια επίδικη μεταχείριση στη Λαϊκή Τράπεζα, ισχυριζόμενοι ότι αυτή ενήργησε κατά τρόπο που επέτρεπε τη διατήρηση χρεωστικού υπολοίπου, το οποίο η ίδια και, κατ’ επέκταση η Ενάγουσα, θα μπορούσαν να εξακολουθήσουν να απαιτούν. Στην παράγραφο 6.10 αποδίδουν ειδικότερα στη Λαϊκή Τράπεζα την εφαρμογή της απομείωσης των καταθέσεων και στην Ενάγουσα τη μεταγενέστερη διεκδίκηση του υπολοίπου του Δανείου βάσει της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5. Περαιτέρω, στις παραγράφους 5.20 και 5.21 καταλογίζουν στην Ενάγουσα ότι, παρά τις παραστάσεις τους μετά την απόκτηση ορισμένων εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας, εξακολούθησε να απαιτεί το υπόλοιπο του Δανείου και να προβαίνει στις αναφερόμενες χρεώσεις. Η διαφοροποίηση αυτή ως προς το πρόσωπο στο οποίο αποδίδεται η επίδικη συμπεριφορά, δεν αίρει την ανάγκη εξέτασης της ουσίας του ισχυρισμού περί υποχρεωτικού συμψηφισμού. Καθιστά, ωστόσο, αναγκαία τη διάκριση μεταξύ της εφαρμογής των μέτρων εξυγίανσης στη Λαϊκή Τράπεζα, ως το υπό εξυγίανση πιστωτικό ίδρυμα, της έκτασης της μεταβίβασης των καθορισμένων δικαιωμάτων και υποχρεώσεών της στην Ενάγουσα και της μεταγενέστερης άσκησης από την τελευταία των δικαιωμάτων που απέκτησε.

Παρά τη δικογραφημένη επίκληση των πιο πάνω συμβατικών, νομοθετικών και κανονιστικών ρυθμίσεων, στην τελική αγόρευση του συνηγόρου των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 δεν αναπτύχθηκε συγκεκριμένη επιχειρηματολογία ως προς τις διατάξεις από τις οποίες απορρέει η προβαλλόμενη υποχρέωση συμψηφισμού και τον τρόπο εφαρμογής τους στα περιστατικά της υπόθεσης. Ο συνήγορος περιορίστηκε, ως προς το ζήτημα αυτό, στη θέση ότι ο τρόπος με τον οποίο η «Τράπεζα» εφάρμοσε τις σχετικές κανονιστικές ρυθμίσεις υπήρξε, ενόψει των Όρων 6 και 16 των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, τουλάχιστον λανθασμένος.

Σημειώνεται ότι, κατά την αντεξέταση του ΜΕ, ο συνήγορος των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4, επικαλούμενος τον Όρο 6 των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης, Τεκμήριο 8, υπέβαλε τη θέση ότι η «Τράπεζα» όφειλε να χρησιμοποιήσει τις καταθέσεις των Εναγομένων 2, 3 και 4 προς εξόφληση του επίδικου Δανείου. Ο μάρτυρας δήλωσε ότι δεν γνώριζε να απαντήσει. Ακολούθως, ο συνήγορος συνέδεσε την προβαλλόμενη παράλειψη με την απομείωση των καταθέσεων των Εναγομένων 2, 3 και 4 εγγυητών και, κατόπιν σχετικής διευκρίνισης του Δικαστηρίου, κατέστη σαφές ότι η υποβολή αφορούσε την περίοδο πριν από την εφαρμογή των μέτρων απομείωσης. Ο μάρτυρας δήλωσε εκ νέου ότι δεν γνώριζε. Στις συγκεκριμένες υποβολές δεν κατονομάστηκε ρητώς η Τράπεζα Κύπρου ως το τραπεζικό ίδρυμα που φερόταν να υπέχει την εν λόγω υποχρέωση. Αντιθέτως, στο προηγούμενο μέρος της αντεξέτασης είχε γίνει ειδική αναφορά στις καταθέσεις που τηρούνταν στη Λαϊκή Τράπεζα, καθώς και στις Καταστάσεις Λογαριασμών και Απομείωσης των Εναγομένων 1 και 4, Τεκμήριο 17 και Καταστάσεις Λογαριασμών και Απομείωσης των Εναγομένων 2 και 3, Τεκμήριο 18 που είχαν εκδοθεί από αυτήν.

Από την άλλη, ο Εναγόμενος 1, στην παράγραφο 19 της Γραπτής Δήλωσής του, Έγγραφο Γ, απέδωσε ειδικώς στην Ενάγουσα την αφαίρεση ποσού €152.665,52 από τις καταθέσεις των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 λόγω απομείωσης, υποστηρίζοντας ότι το ποσό αυτό θα έπρεπε να είχε συμψηφιστεί με το επίδικο Δάνειο, όπως, κατά την εκδοχή του, η Ενάγουσα είχε υποχρέωση να πράξει. Περαιτέρω, στις παραγράφους 22 και 23 της ίδιας δήλωσης, απέδωσε στην Ενάγουσα παράλειψη εκπλήρωσης των συμβατικών της υποχρεώσεων και υποστήριξε ότι αυτή είχε αναλάβει τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα της Λαϊκής Τράπεζας σε σχέση με το επίδικο Δάνειο.

Υπό το πρίσμα αυτό, ενώ από τις υποβολές κατά την αντεξέταση του ΜΕ προκύπτει σαφώς η θέση ότι έπρεπε να είχε προηγηθεί συμψηφισμός πριν από την απομείωση των καταθέσεων, δεν προσδιορίστηκε ρητώς το τραπεζικό ίδρυμα στο οποίο αποδιδόταν η σχετική παράλειψη. Αντιθέτως, ο Εναγόμενος 1, με τη γραπτή δήλωσή του, απέδωσε την προβαλλόμενη υποχρέωση στην Ενάγουσα. Εντούτοις, ούτε από τη μαρτυρία αυτή αποσαφηνίστηκε η νομική βάση επί της οποίας η Ενάγουσα, ως αποκτών πρόσωπο ορισμένων εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας, φερόταν να υπέχει υποχρέωση προηγούμενου συμψηφισμού, ούτε η σχέση της εν λόγω υποχρέωσης με την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης που, κατά άλλους δικογραφημένους ισχυρισμούς, αποδίδεται στη Λαϊκή Τράπεζα.

Περαιτέρω, ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 υποστήριξε ότι οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 είχαν ήδη απαλλαγεί από την ιδιότητα των εγγυητών με τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, ενώ η τελική αγόρευση επικαλέστηκε ακριβώς τους όρους των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, προς υποστήριξη της προβαλλόμενης υποχρέωσης συμψηφισμού. Η διαφοροποίηση αυτή δεν συνιστά αφ’ εαυτής εγκατάλειψη ή περιορισμό των δικογραφημένων ισχυρισμών, αναδεικνύει όμως την απουσία επαρκούς εξήγησης ως προς τον τρόπο με τον οποίο οι επικαλούμενοι όροι των εγγυήσεων θεμελιώνουν την αξιούμενη υποχρέωση, υπό την ίδια την πραγματική εκδοχή των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4.

Η γενική αναφορά στην «Τράπεζα» κατά την τελική αγόρευση του συνηγόρου των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 δεν αποσαφήνισε τις πιο πάνω διαφοροποιήσεις ούτε διέκρινε τις συγκεκριμένες πράξεις ή παραλείψεις που αποδίδονταν στη Λαϊκή Τράπεζα και στην Ενάγουσα αντιστοίχως. Η έλλειψη αυτής της εξειδίκευσης δεν συνέβαλε στην αποσαφήνιση των επίδικων ζητημάτων, χωρίς, ωστόσο, να απαλλάσσει το Δικαστήριο από την εξέταση των δικογραφημένων θέσεων υπό το εφαρμοστέο δίκαιο και βάσει των πραγματικών δεδομένων που έχουν γίνει αποδεκτά κατόπιν αξιολόγησης της μαρτυρίας, καθώς και των παραδεκτών γεγονότων.

Πέραν τούτου, η συνολική εικόνα που αναδύεται από τη συνεκτίμηση των δικογραφημένων ισχυρισμών, των υποβολών κατά την αντεξέταση του ΜΕ, της μαρτυρίας του Εναγομένου 1 και της τελικής αγόρευσης του συνηγόρου των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 δεν είναι εκείνη μιας ενιαίας, συνεκτικής και σαφώς προσδιορισμένης εκδοχής, της οποίας η αμφισβήτηση περιορίζεται αποκλειστικά στη νομική της θεμελίωση. Οι διαφοροποιήσεις που επισημάνθηκαν, στον βαθμό που αφορούν και την πραγματική βάση των προβαλλόμενων ισχυρισμών, δεν είναι άσχετες με την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του Εναγομένου 1, επί της οποίας το Δικαστήριο έχει ήδη αποφασίσει με την αιτιολογία που προηγήθηκε κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του.

Για την εξέταση του επίδικου ζητήματος απαιτείται, κατ’ αρχάς, διάκριση μεταξύ του συμβατικού δικαιώματος της Λαϊκής Τράπεζας βάσει των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8 να χρησιμοποιήσει τα πιστωτικά υπόλοιπα των καταθέσεων των Εναγομένων 2, 3 και 4 προσωπικών εγγυητών προς εξασφάλιση ή εξόφληση της δανειακής υποχρέωσης του Εναγομένου 1 βάσει της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, και της ενδεχόμενης υποχρέωσής της να προβεί σε τέτοια ενέργεια, δυνάμει των σχετικών συμβατικών όρων, περιλαμβανομένων εκείνων των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, ή του εφαρμοστέου νομοθετικού και κανονιστικού πλαισίου.

Τα ζητήματα αυτά συνδέονται, αλλά δεν ταυτίζονται. Η εξέτασή τους είναι αναγκαία για να διαπιστωθεί κατά πόσον τα πιστωτικά υπόλοιπα των Εναγομένων 2, 3 και 4 έπρεπε να είχαν χρησιμοποιηθεί προς μερική ή ολική εξόφληση του Δανείου πριν από την εφαρμογή των μέτρων απομείωσης, αντί να υποστούν τις συνέπειές τους, και κατά πόσον η μη χρησιμοποίησή τους επηρέασε νομίμως την έκταση της δανειακής απαίτησης βάσει της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5 που μεταβιβάστηκε στην Ενάγουσα. Διακριτό, αλλά συναφές, παραμένει το ζήτημα της θέσης της Ενάγουσας ως αποκτώντος προσώπου, ιδίως ως προς την έκταση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που μεταβιβάστηκαν σε αυτήν και τις έννομες συνέπειες των πράξεων ή παραλείψεων που της αποδίδονται με την Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, είτε ως προς την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης, είτε ως προς τη μεταγενέστερη διεκδίκηση του δανειακού υπολοίπου.

Ο περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος του 2013, Νόμος 17(Ι)/2013, ως είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο, προέβλεπε τη λήψη και εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης. Δυνάμει των Άρθρων 7(1), 7(1)(β), 9(1) και 9(2) του Νόμου 17(Ι)/2013, η Αρχή Εξυγίανσης είχε, υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, εξουσία να επιβάλει το μέτρο της πώλησης εργασιών και να καθορίσει, μέσω Διατάγματος, τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Η Λαϊκή Τράπεζα, ως πιο κάτω επεξηγείται εκτενέστερα, όφειλε να εφαρμόσει τις δεσμευτικές ρυθμίσεις των σχετικών Διαταγμάτων. Συνεπώς, το κατά πόσον υπήρχε υποχρέωση διενέργειας του προβαλλόμενου συμψηφισμού, πρέπει να εξεταστεί και υπό το εφαρμοστέο κανονιστικό πλαίσιο και δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το εάν οι συμβατικοί όροι παρείχαν στη Λαϊκή Τράπεζα σχετικό δικαίωμα ή της επέβαλλαν αντίστοιχη υποχρέωση.

Στο πλαίσιο αυτό εκδόθηκε η Κ.Δ.Π. 104/2013 ημερομηνίας 29/03/2013, Τεκμήριο 4, η οποία τροποποιήθηκε με τις Κ.Δ.Π. 133/2013 ημερομηνίας 21/04/2013, Κ.Δ.Π. 156/2013 ημερομηνίας 14/05/2013 και Κ.Δ.Π. 276/2013 ημερομηνίας 30/07/2013, Τεκμήριο 10, καθώς και από την Κ.Π.Δ. 462/2013 ημερομηνίας 30/12/2013. Οι παράγραφοι 5[(1) και (2)] της Κ.Δ.Π. 104/2013 ημερομηνίας 29/03/2013, Τεκμήριο 4, προσδιόριζαν τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα και υποχρεώσεις, με τις προβλεπόμενες εξαιρέσεις. Ειδικότερα, η παράγραφος 5(1) της Κ.Δ.Π. 104/2013 ημερομηνίας 29/03/2013, Τεκμήριο 4, προέβλεπε ότι η Λαϊκή Τράπεζα μεταβίβαζε στην Τράπεζα Κύπρου όλα τα περιουσιακά στοιχεία, τους τίτλους ιδιοκτησίας και τα δικαιώματά της, πλην εκείνων που προβλέπονται στο Παράρτημα Ι. Η παράγραφος 7(1) της Κ.Δ.Π. 104/2013 ημερομηνίας 29/03/2013, Τεκμήριο 4, όριζε ότι η μεταβίβαση παρήγε έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων από την ημερομηνία μεταβίβασης, ήτοι την 29/03/2013 και ώρα 06:10. Οι παράγραφοι 5(3), 7(2), 13 και 14 της Κ.Δ.Π. 104/2013 ημερομηνίας 29/03/2013, Τεκμήριο 4 ρύθμιζαν τα αποτελέσματα της μεταβίβασης και τη συνέχεια των συναφών έννομων σχέσεων. Ειδικότερα, η παράγραφος 7(2) της Κ.Δ.Π. 104/2013 ημερομηνίας 29/03/2013, Τεκμήριο 4, αντιμετωπίζει την Τράπεζα Κύπρου ως το ίδιο πρόσωπο με τη Λαϊκή Κύπρου, αλλά σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα και υποχρεώσεις «που μεταβιβάζονται». Η υπεισέλευση της Τράπεζας Κύπρου στη θέση της Λαϊκής Τράπεζας συνδεόταν, επομένως, με το συγκεκριμένο αντικείμενο της μεταβίβασης.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η παράγραφος 4 του Παραρτήματος Ι της Κ.Δ.Π. 104/2013 ημερομηνίας 29/03/2013, Τεκμήριο 4. Η εξαίρεση που αυτή προβλέπει, συνδέει τις δανειακές απαιτήσεις έναντι καταθέτη με το μη μεταφερόμενο μέρος της κατάθεσής του, χρησιμοποιώντας ως χρόνο αναφοράς την 26/03/2013 και ώρα 22:00. Ο χρόνος αυτός διακρίνεται από τον αρχικό χρόνο μεταβίβασης, την 29/03/2013 και ώρα 06:10 π.μ. Δηλαδή, εξαιρεί από τη μεταβίβαση στην Τράπεζα Κύπρου συγκεκριμένο ποσό των δανειακών απαιτήσεων της Λαϊκής Τράπεζας κατά προσώπου που διατηρούσε ταυτόχρονα κατάθεση, με το εξαιρούμενο ποσό να προσδιορίζεται με βάση τη διαφορά μεταξύ της κατάθεσης στις 22:00 της 26/03/2013 και του ποσού της κατάθεσης που μεταφέρεται δυνάμει του Διατάγματος.

Η συγκεκριμένη εξαίρεση αφορά την έκταση των δανειακών απαιτήσεων της Λαϊκής Τράπεζας που μεταβιβάζονται στην Τράπεζα Κύπρου, με κριτήριο τη συνύπαρξη καταθετικής σχέσης και δανειακής απαίτησης έναντι του ίδιου προσώπου. Στο πλαίσιο αυτό, ανακύπτει το ερμηνευτικό ζήτημα κατά πόσον απαίτηση της Λαϊκής Τράπεζας έναντι καταθέτη, η οποία απορρέει από προσωπική εγγύηση για δανειακή υποχρέωση άλλου προσώπου, εμπίπτει στην έννοια των «δανειακών απαιτήσεων» της διάταξης. Το ζήτημα αυτό συναρτάται με τη φύση και το περιεχόμενο της εγγυητικής υποχρέωσης, όπως αυτά καθορίζονται από τους σχετικούς συμβατικούς όρους, και πρέπει να εξεταστεί σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες εφαρμοστέες νομοθετικές και κανονιστικές ρυθμίσεις.

Οι Κ.Δ.Π. 133/2013 ημερομηνίας 21/04/2013, Κ.Δ.Π. 156/2013 ημερομηνίας 14/05/2013 και Κ.Δ.Π. 276/2013 ημερομηνίας 30/07/2013, Τεκμήριο 10 και Κ.Δ.Π. 462/2013 ημερομηνίας 20/12/2013, δεν αντικατέστησαν τη συγκεκριμένη παράγραφο ούτε μετέβαλαν τον χρόνο αναφοράς της. Οι ειδικότερες ρυθμίσεις τους, διαπιστώνεται, δεν καθιέρωσαν γενική υποχρέωση χρησιμοποίησης των καταθέσεων προσωπικών εγγυητών προς μερική ή ολική εξόφληση των δανειακών υποχρεώσεων που αυτοί εγγυήθηκαν, που είναι το ζήτημα υπό εξέταση.

Συναφής είναι και η Κ.Δ.Π. 92/2013 ημερομηνίας 22/03/2013, την οποία επικαλούνται οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 σε σχέση με τη μεταχείριση των κοινών καταθέσεων. Ο Κανονισμός 10(β) της Κ.Δ.Π. 92/2013 ημερομηνίας 22/03/2013 αφορά τον προσδιορισμό του μεριδίου κάθε συνδικαιούχου κοινής κατάθεσης. Περαιτέρω, η παραπομπή της παραγράφου 5(2)(β) της Κ.Δ.Π. 104/2013 ημερομηνίας 29/03/2013, Τεκμήριο 4, στον Κανονισμό 8 της Κ.Δ.Π. 92/2013 ημερομηνίας 22/03/2013 αφορά τον προσδιορισμό των καταθετικών υποχρεώσεων που μεταφέρονται δυνάμει του Διατάγματος.

Συναφείς προς την εξέταση των δικαιωμάτων που απορρέουν από συμφωνίες προσωπικής εγγύησης και συμψηφισμού κατά την εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης είναι και οι προστατευτικές διατάξεις των Άρθρων 13(4)(α), 13(4)(δ) και 24 του Νόμου 17(Ι)/2013. Ειδικότερα, το Άρθρο 13(4)(δ) του Νόμου 17(Ι)/2013 αφορά τη διατήρηση, υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, δικαιωμάτων των αντισυμβαλλομένων του υπό εξυγίανση ιδρύματος έναντι του αποκτώντος προσώπου, περιλαμβανομένου δικαιώματος συμψηφισμού. Περαιτέρω, το Άρθρο 24 του Νόμου 17(Ι)/2013 προβλέπει προστασία συγκεκριμένων κατηγοριών συμφωνιών κατά την εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης, περιλαμβανομένων συμφωνιών εγγυοδοσίας, αλληλοσυμψηφισμού και καθαρού συμψηφισμού, υπό τις προϋποθέσεις της διάταξης.

Οι ρυθμίσεις αυτές καθιστούν συναφή την εξέταση του κατά πόσον οι όροι των προσωπικών εγγυήσεων θεμελίωναν δικαίωμα συμψηφισμού κατά τον κρίσιμο χρόνο και ποια προστασία παρεχόταν στο δικαίωμα αυτό κατά την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης της Λαϊκής Τράπεζας. Η διατήρηση ή προστασία δικαιώματος συμψηφισμού, ωστόσο, δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκην με υποχρέωση της Λαϊκής Τράπεζας να ασκήσει το δικαίωμα αυτό και να χρησιμοποιήσει τα πιστωτικά υπόλοιπα των προσωπικών εγγυητών προς μερική ή ολική εξόφληση της δανειακής οφειλής. Η ύπαρξη τέτοιας υποχρέωσης πρέπει να εξεταστεί με βάση το περιεχόμενο των σχετικών συμβατικών όρων και τις υπόλοιπες εφαρμοστέες νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις.

Υπό το πλαίσιο αυτό εξετάζονται οι Όροι 6 και 16 των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, αυτοτελώς και σε συνδυασμό με τους υπόλοιπους όρους τους.

Ο Όρος 16 προβλέπει ότι ο εγγυητής εγκαταλείπει τα προνόμια και δικαιώματά του ως εγγυητής και αποδέχεται ότι η Λαϊκή Τράπεζα μπορεί να στραφεί εναντίον του σαν να ήταν ο ίδιος πρωτοφειλέτης, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη αναζήτηση της οφειλής από τον πραγματικό πρωτοφειλέτη. Περιλαμβάνει επίσης ανάληψη ευθύνης αποπληρωμής των καλυπτόμενων ποσών και ειδική πρόνοια ευθύνης ως πρωτοφειλέτη στην περίπτωση που ο κατονομαζόμενος πρωτοφειλέτης είναι ανύπαρκτο πρόσωπο.

Η λειτουργία του Όρου 16 δεν είναι απλά και μόνον διαδικαστική. Ενισχύει τη συμβατική προστασία της Λαϊκής Τράπεζας και περιορίζει δικαιώματα τα οποία θα μπορούσαν διαφορετικά να προβληθούν από τους Εναγομένους 2, 3 και 4 εγγυητές. Η έκταση της λειτουργίας του πρέπει, όμως, να προσδιοριστεί από το περιεχόμενό του και τη θέση του στο σύνολο της εγγυητικής συμφωνίας βάσει των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8. Η δυνατότητα απευθείας αναζήτησης της οφειλής από το Δάνειο βάσει της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5 από τους Εναγομένους 2, 3 και 4 εγγυητές χωρίς να απαιτείται προηγούμενη αναζήτηση της οφειλής από τον Εναγόμενο 1 πρωτοφειλέτη, δεν συνεπάγεται, χωρίς άλλη εξέταση, ότι αυτοί απέκτησαν την ιδιότητα του συμβαλλόμενου δανειολήπτη βάσει της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5.

Ενδεικτική της σημασίας που αποδίδεται στο περιεχόμενο των συγκεκριμένων συμβατικών προνοιών, κατά τον προσδιορισμό της έκτασης της ευθύνης των εγγυητών και της δυνατότητάς τους να επικαλούνται την προστασία που διαφορετικά θα τους παρεχόταν υπό την ιδιότητά τους αυτή, ιδίως σε περίπτωση μεταβολής της βασικής συμφωνίας, είναι και η πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Λοφίτης κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 220/2013, 27/11/2019, ECLI:CY:AD:2019:A494. Στην υπόθεση εκείνη, η σχετική συμβατική πρόνοια όριζε ρητά «ότι οι εγγυητές θα είχαν καθόλα ευθύνη ως πρωτοφειλέτες». Η διατύπωση αυτή δεν ταυτίζεται με εκείνη του Όρου 16 των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8 στην παρούσα υπόθεση, ο οποίος προβλέπει τη δυνατότητα της Λαϊκής Τράπεζας να στραφεί εναντίον των Εναγομένων 2, 3 και 4 εγγυητών σαν να ήταν πρωτοφειλέτες, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη αναζήτηση της οφειλής από τον Εναγόμενο 1, ως πρωτοφειλέτη. Η επίκληση της πιο πάνω απόφασης γίνεται ως παράδειγμα εφαρμογής της γενικότερης αρχής ότι το περιεχόμενο και οι έννομες συνέπειες τέτοιων προνοιών πρέπει να προσδιορίζονται με βάση την ερμηνεία των συγκεκριμένων συμβατικών όρων, χωρίς να θεωρείται ότι κάθε αναφορά σε ευθύνη εγγυητή ως πρωτοφειλέτη έχει κατ’ ανάγκην ταυτόσημο περιεχόμενο ή αποτέλεσμα. Σε κάθε περίπτωση, η εν λόγω απόφαση δεν επιλύει το διακριτό ζήτημα κατά πόσον πρόνοια όπως ο Όρος 16 των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8 συνεπάγεται υποχρέωση της Λαϊκής Τράπεζας να χρησιμοποιήσει πιστωτικά υπόλοιπα καταθέσεων προσωπικών εγγυητών προς εξόφληση της εγγυημένης δανειακής οφειλής κατά την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσής της.

Εν προκειμένω, ο Όρος 16 πρέπει να αναγνωστεί μαζί με τον Όρο 1 των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, ο οποίος συνδέει την καταβολή από τον εγγυητή με απαίτηση της Λαϊκής Τράπεζας για ποσό που κατέστη πληρωτέο και απαιτητό σε σχέση με τις καλυπτόμενες υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη, καθώς και με τον Όρο 14, ο οποίος ρυθμίζει την κοινοποίηση έγγραφης απαίτησης. Η δυνατότητα της Λαϊκής Τράπεζας να στραφεί απευθείας εναντίον του εγγυητή δεν καταργεί τις πιο πάνω προϋποθέσεις καταβολής που περιλαμβάνει η ίδια σύμβαση. Ούτε προκύπτει από αυτήν ότι οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 κατέστησαν συμβαλλόμενοι δανειολήπτες βάσει της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5. Η ευθύνη τους απορρέει από τις Συμβάσεις Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, με το περιεχόμενο που αυτές καθορίζουν. Η δε ειδική πρόνοια για ανύπαρκτο πρωτοφειλέτη δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση.

Η πιο πάνω κρίση καλύπτει και τον ισχυρισμό των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4, όπως προβάλλεται στην παράγραφο 11.1 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, ότι όλοι υπείχαν αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένη ευθύνη για την αποπληρωμή του Δανείου. Ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτή η ύπαρξη τέτοιας ευθύνης, τούτο δεν συνεπάγεται ότι οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 απέκτησαν την ιδιότητα των συμβαλλόμενων δανειοληπτών βάσει της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, ούτε ότι η Λαϊκή Τράπεζα υπείχε, εξ αυτού και μόνο, υποχρέωση να χρησιμοποιήσει τα καταθετικά τους υπόλοιπα προς μείωση ή εξόφληση της δανειακής οφειλής του Εναγομένου 1 βάσει της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5. Η ύπαρξη αλληλέγγυας και/ή κεχωρισμένης ευθύνης δεν ταυτίζεται με την ύπαρξη υποχρέωσης συμψηφισμού.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή δεν προκύπτει ότι, κατά τον προαναφερόμενο κρίσιμο χρόνο εφαρμογής των μέτρων εξυγίανσης, είχε προηγηθεί απαίτηση της Λαϊκής Τράπεζας προς τους Εναγομένους 2, 3 και 4 βάσει των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8 για καταβολή της εγγυημένης οφειλής, ήτοι του οφειλόμενου υπόλοιπου του Δανείου βάσει της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5. Οι επιστολές που περιλαμβάνονται στη Δέσμη Επιστολών της Ενάγουσας προς τους Εναγομένους 1, 2, 3 και 4 ημερομηνίας 23/04/2019 και 03/06/2019, Τεκμήριο 9, αφορούν μεταγενέστερο χρόνο, κατά τον οποίο γνωστοποιήθηκε στις 03/06/2019 και ο τερματισμός της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5. Ενώ, είναι γεγονός ότι με βάση τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6 και το συμφωνηθέν κατά τον ουσιώδη χρόνο πρόγραμμα αποπληρωμής, η τελευταία ημερομηνία καταβολής τόκου και κεφαλαίου των €225.257,20 ήταν στις 28/06/2013, δηλαδή μεταγενέστερα. Περαιτέρω και σημαντικότερα, ως και προελέχθη, στις 17/12/2013, και πάλι μεταγενέστερα, Ενάγουσα και Εναγόμενος συνήψαν τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7, με την οποία τροποποιήθηκε εκ νέου η Σύμβαση Δανείου, Τεκμήριο 5. Όπως προαναφέρθηκε, η Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7, προέβλεπε «διαγραφή καθυστερημένων δόσεων» και «επέκταση στην διάρκεια αποπληρωμής» του Δανείου, καθορίζοντας νέο πρόγραμμα αποπληρωμής, με μία καταβολή κεφαλαίου και τόκου συνολικού ποσού €185.412,11 στις 16/12/2015 και άρα, όπως άλλωστε κατέθεσε ο ΜΕ, η μαρτυρία του οποίου έγινε αποδεκτή, η απαίτηση της Λαϊκής Τράπεζας προς τους Εναγομένους 2, 3 και 4 βάσει των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8 που να ενεργοποιούσε την υποχρέωση τους για καταβολή της εγγυημένης οφειλής, μέχρι και τότε, δεν είχε δοθεί. Η διαπίστωση, συνεπώς, περί μη αποδειχθείσας προγενέστερης απαίτησης, στηρίζεται στο σύνολο της αποδεκτής μαρτυρίας και όχι αποκλειστικά στη χρονολογία του μεταγενέστερου τερματισμού. Συνάγεται σε κάθε περίπτωση, από το σύνολο των προαναφερθέντων γεγονότων που έχουν γίνει αποδεκτά.

Το στοιχείο αυτό έχει σημασία για την εφαρμογή των πιο πάνω συμβατικών προνοιών. Η δυνατότητα απευθείας αναζήτησης της οφειλής από τους Εναγομένους 2, 3 και 4 εγγυητές, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη αναζήτηση της οφειλής από τον Εναγόμενο 1 πρωτοφειλέτη, δεν ισοδυναμούσε με ενεργοποίηση της υποχρέωσής τους για άμεση καταβολή χωρίς την προβλεπόμενη γραπτή απαίτηση. Συνεπώς, από τα αποδεκτά πραγματικά δεδομένα και παραδεκτά γεγονότα δεν προκύπτει ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο είχε ενεργοποιηθεί τέτοια υποχρέωση των Εναγομένων 2, 3 και 4 βάσει των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8. Ο Όρος 16 των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, παρέχει στην Λαϊκή Τράπεζα τη δυνατότητα να στραφεί απευθείας εναντίον των Εναγομένων 2, 3 και 4 χωρίς να απαιτείται προηγούμενη αναζήτηση της οφειλής από τον Εναγόμενο 1 ως πρωτοφειλέτη. Η πρόνοια αυτή δεν πρέπει, ωστόσο, να εξομοιώνεται άνευ ετέρου, με συμβατικό όρο που καθιστά τους εγγυητές καθόλα υπεύθυνους ως δανειολήπτες και πρωτοφειλέτες, ούτε επιλύει από μόνη της το ζήτημα κατά πόσον η υποχρέωσή τους για άμεση καταβολή είχε καταστεί απαιτητή. Το τελευταίο ζήτημα πρέπει να εξεταστεί με βάση το σύνολο των σχετικών όρων των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, ως ανωτέρω αναφέρθηκαν.

Ο Όρος 6 των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, προβλέπει δύο συμβατικές εξουσίες της Λαϊκής Τράπεζας, διαφορετικές ως προς τη νομική τους λειτουργία, αλλά συμπληρωματικές ως προς τον εξασφαλιστικό τους σκοπό. Με την πρώτη παρέχεται στη Λαϊκή Τράπεζα, ως πρόσθετη εξασφάλιση, το συμβατικώς αποκαλούμενο γενικό δικαίωμα επίσχεσης κατά προτεραιότητα επί των περιουσιακών στοιχείων που περιγράφονται στον όρο. Με τη δεύτερη παρέχεται στην Λαϊκή Τράπεζα δικαίωμα να αντιμετωπίζει τους λογαριασμούς του εγγυητή ως ενιαίο λογαριασμό, δηλαδή να τους συνενώνει και να συμψηφίζει τα χρεωστικά με τα πιστωτικά υπόλοιπα. Η διατύπωση του Όρου 6 είναι ευρεία ως προς την έκταση της παρεχόμενης εξασφάλισης, η οποία καλύπτει και υποχρεώσεις μη απαιτητές ή ενδεχόμενες.

Η πρόνοια αυτή έχει σημασία για την έκταση των δικαιωμάτων της Λαϊκής Τράπεζας, δεν μετατρέπει, όμως, αφ’ εαυτής, την εξουσία αξιοποίησης της εξασφάλισης σε υποχρέωση άσκησής της. Ούτε η εξουσιοδότηση συνδυασμού λογαριασμών για σκοπούς συμψηφισμού των χρεωστικών με των πιστωτικών υπολοίπων συνεπάγεται, χωρίς άλλη συμβατική ή νομοθετική βάση, ότι η Λαϊκή Τράπεζα όφειλε κατά τον ουσιώδη χρόνο να χρησιμοποιήσει τις καταθέσεις των Εναγομένων 2, 3 και 4 εγγυητών για την εξόφληση του υπόλοιπου του Δανείου βάσει της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5. Διακριτό παραμένει το ζήτημα εάν τέτοια υποχρέωση επιβαλλόταν από τις εφαρμοστέες νομοθετικές και κανονιστικές ρυθμίσεις.

Συναφής είναι και η νομολογιακή διάκριση μεταξύ δικαιώματος και υποχρέωσης αξιοποίησης εξασφαλίσεων.

Στην υπόθεση Σπετσιώτη ν. Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 362/2012 και 364/2012, 26/10/2018, αναγνωρίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι ο δανειστής έχει δικαίωμα, και όχι υποχρέωση, εκποίησης των εξασφαλίσεων που κατέχει. Με αναφορά στην απόφαση του Privy Council στην υπόθεση China and South Sea Bank v. Tan, (1989) 3 All E.R. 839, η οποία υιοθετήθηκε στην κυπριακή νομολογία, επισημάνθηκε ότι ο πιστωτής δεν είναι εγγυητής ούτε εμπιστευματοδόχος των εξασφαλίσεων:

«Ο δανειστής δεν έχει υποχρέωση εκποίησης των εξασφαλίσεων, αλλά μόνο δικαίωμα και δεν είναι κατεπιστευματοδόχος των μετοχών που έχουν τεθεί προς εξασφάλιση. Η υπόθεση China and South Sea Bank v. Tan (1989) 3 ALL E.R. 839, η οποία υιοθετήθηκε και από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, υπέδειξε ότι ο πιστωτής δεν έχει ευθύνη προς τον οφειλέτη ή και προς τον εγγυητή, αλλά ο οφειλέτης πρέπει να ενεργήσει προς ίδιον όφελός του. Ο πιστωτής δεν είναι εγγυητής, ούτε εμπιστευματοδόχος των όποιων εξασφαλίσεων. Εμπιστευματοδόχος καθίσταται για τυχόν υπόλοιπο που παραμένει προς όφελος του οφειλέτη μετά την πώληση των εξασφαλίσεων. Η αρχή αυτή είναι διαρκής, ασχέτως διαφορών επί των επί μέρους γεγονότων.».

Η λειτουργία του συμβατικού δικαιώματος τραπεζικής επίσχεσης και συμψηφισμού (banker's lien) αναγνωρίζεται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αντωνίου ν. The Cyprus Popular Bank Ltd, (1994) 1 Α.Α.Δ. 720, όπου το εν λόγω δικαίωμα αναγνωρίζεται ως δικαίωμα της τράπεζας και όχι ως υποχρέωσή της, παρότι το ζήτημα δεν εξετάστηκε υπό τη συγκεκριμένη αυτή οπτική. Η απόφαση είναι, επομένως, συναφής ως προς τη φύση του συμβατικού δικαιώματος της Λαϊκής Τράπεζας, χωρίς να επιλύει το ειδικό ζήτημα υποχρεωτικού συμψηφισμού κατά την εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης.

Περαιτέρω, ο εξασφαλιστικός χαρακτήρας του προαναφερόμενου συμβατικού δικαιώματος τραπεζικής επίσχεσης και συμψηφισμού, το οποίο παρέχεται προς όφελος της τράπεζας για την προστασία και ικανοποίηση των απαιτήσεών της, βρίσκει έρεισμα στην απόφαση του τότε House of Lords του Ηνωμένου Βασιλείου, στην υπόθεση Re Bank of Credit and Commerce International SA (No. 8), [1997] UKHL 44. Στην εν λόγω υπόθεση, το ζήτημα επί του οποίου οι εκκαθαριστές ζητούσαν οδηγίες από το Δικαστήριο ήταν κατά πόσον η υπό εκκαθάριση τράπεζα μπορούσε να απαιτήσει την αποπληρωμή δανείου από τον δανειολήπτη χωρίς προηγουμένως να αξιοποιήσει την εξασφάλιση που είχε παρασχεθεί υπό μορφή κατάθεσης τρίτου προσώπου στην ίδια την τράπεζα ή κατά πόσον υποχρεούτο να συμψηφίσει την οφειλή από το δάνειο με την εν λόγω κατάθεση και να θεωρήσει ότι ο δανειολήπτης είχε απαλλαγεί από την οφειλή του κατά το αντίστοιχο ποσό, με συνακόλουθες συνέπειες ως προς τα δικαιώματα των εμπλεκομένων στο πλαίσιο της εκκρεμούσας διαδικασίας εκκαθάρισης. Επί του ζητήματος αυτού, το House of Lords, με αναφορά και στην προαναφερόμενη απόφαση του Privy Council στην υπόθεση China and South Sea Bank Ltd v. Tan, (1989) 3 All E.R. 839, επαναβεβαίωσε την αρχή ότι ο εξασφαλισμένος πιστωτής δεν υποχρεούται να προσφύγει στην εξασφάλισή του, αλλά δύναται να απαιτήσει την αποπληρωμή της οφειλής απευθείας από τον οφειλέτη, χωρίς να αξιοποιήσει την εξασφάλιση. Ειδικότερα, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

«The general rule is that a secured creditor is not obliged to resort to his security. He can claim repayment by the debtor personally and leave the security alone. (…) If the creditor recovers judgment against the debtor and the debt is paid, the security is released. (…) The security created by the letter of lien/charge will be discharged and the deposit left unencumbered.».

Η απόφαση αυτή είναι συναφής προς τη διάκριση μεταξύ της ύπαρξης εξασφάλισης επί κατάθεσης τρίτου προσώπου, δυνάμει συμβατικών προνοιών περί τραπεζικής επίσχεσης και συμψηφισμού, και της τυχόν υποχρέωσης του πιστωτή να αξιοποιήσει την εξασφάλιση αυτή προς μερική ή ολική εξόφληση της οφειλής του πρωτοφειλέτη. Η ύπαρξη της εξασφάλισης δεν σημαίνει, από μόνη της, ότι η εξασφαλιζόμενη οφειλή έχει εξοφληθεί ή μειωθεί, ούτε συνεπάγεται κατ’ ανάγκην υποχρέωση του πιστωτή να την αξιοποιήσει πριν αναζητήσει την εξόφληση από τον πρωτοφειλέτη. Η ύπαρξη τέτοιας υποχρέωσης εξαρτάται ιδίως από τους εφαρμοστέους συμβατικούς όρους.

Ως εκ τούτου, η ίδια αρχή είναι συναφής, κατ’ αναλογία, και στην περίπτωση του προαναφερόμενου συμβατικού δικαιώματος τραπεζικής επίσχεσης και συμψηφισμού, το οποίο, λόγω του εξασφαλιστικού του χαρακτήρα, εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της νομολογιακής αρχής που διατυπώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του στην πιο πάνω υπόθεση Σπετσιώτη ν. Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 362/2012 και 364/2012, 26/10/2018, σύμφωνα με την οποία η αξιοποίηση των εξασφαλίσεων αποτελεί δικαίωμα του πιστωτή και όχι υποχρέωσή του.

Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις Συρίμη ν. Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λτδ, (2010) 1 Α.Α.Δ. 1131, Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, (2011) 1 Α.Α.Δ. 2192 και Μαρκίδης ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, (2012) 1 Α.Α.Δ. 324, στις οποίες εξετάστηκε η συμβατική δυνατότητα πώλησης ενεχυριασμένων μετοχών, σε συνάρτηση και με το Άρθρο 134 του Κεφ. 149, χωρίς να αναγνωρίζεται ότι η παροχή της σχετικής εξουσίας συνεπάγεται αφ’ εαυτής υποχρέωση άσκησής της. Η πιο πάνω νομολογία ενισχύει, επομένως, τη διάκριση μεταξύ του δικαιώματος αξιοποίησης εξασφάλισης και της υποχρέωσης άσκησής του, διάκριση η οποία έχει κατ’ αναλογία εφαρμογή και στην παρούσα υπόθεση.

Καταληκτικά, από την ερμηνεία των Όρων 6 και 16 των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, αυτοτελώς και σε συνδυασμό με τους λοιπούς σχετικούς όρους τους, το Δικαστήριο καταλήγει ότι καμία από τις εν λόγω συμβατικές πρόνοιες δεν επέβαλλε στη Λαϊκή Τράπεζα υποχρέωση να χρησιμοποιήσει τα πιστωτικά υπόλοιπα των καταθετικών λογαριασμών των Εναγομένων 2, 3 και 4 προς συμψηφισμό ή εξόφληση της δανειακής οφειλής του Εναγομένου 1, βάσει της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, πριν από την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης. Ειδικότερα, ο Όρος 6 παρείχε στη Λαϊκή Τράπεζα συμβατικό δικαίωμα επίσχεσης και συμψηφισμού προς εξασφάλιση των απαιτήσεών της, χωρίς να επιβάλλει υποχρέωση άσκησής του, ενώ ο Όρος 16 παρείχε τη δυνατότητα απευθείας αναζήτησης της εγγυημένης οφειλής από τους Εναγομένους 2, 3 και 4, σαν να ήταν πρωτοφειλέτες, χωρίς προηγούμενη αναζήτηση της οφειλής από τον Εναγόμενο 1, χωρίς όμως να καθιερώνει υποχρέωση αξιοποίησης των καταθέσεών τους προς εξόφληση του Δανείου. Περαιτέρω, ο Όρος 16 δεν καταργούσε τις συμβατικές προϋποθέσεις καταβολής που προβλέπονταν στους Όρους 1 και 14, ενώ από την αποδεκτή μαρτυρία και τα παραδεκτά γεγονότα δεν αποδείχθηκε ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο της 29/03/2013, είχε προηγηθεί η προβλεπόμενη γραπτή απαίτηση της Λαϊκής Τράπεζας προς τους Εναγομένους 2, 3 και 4, ώστε να είχε ενεργοποιηθεί η συμβατική τους υποχρέωση άμεσης καταβολής της εγγυημένης οφειλής. Συνεπώς, οι Όροι 6 και 16, είτε εξεταζόμενοι αυτοτελώς είτε σε συνδυασμό με τους λοιπούς όρους των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης, Τεκμήριο 8, δεν θεμελιώνουν την προβαλλόμενη υποχρέωση της Λαϊκής Τράπεζας να προβεί στον αξιούμενο συμψηφισμό πριν από την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης. Ο σχετικός ισχυρισμός των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4, στον βαθμό που στηρίζεται στις συγκεκριμένες συμβατικές πρόνοιες, απορρίπτεται.

Η πιο πάνω νομολογία στηρίζει τη διάκριση μεταξύ της παροχής συμβατικής εξασφάλισης και της ύπαρξης υποχρέωσης του πιστωτή να την αξιοποιήσει προς εξόφληση της εξασφαλιζόμενης οφειλής. Η διάκριση αυτή δεν αναιρεί, ωστόσο, την ανάγκη αυτοτελούς εξέτασης των εφαρμοστέων νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον αυτές επέβαλλαν συγκεκριμένη μεταχείριση των πιστωτικών υπολοίπων των Εναγομένων 2, 3 και 4 εγγυητών σε σχέση με την εγγυημένη δανειακή οφειλή του Εναγομένου 1 βάσει της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5. Ομοίως, η μη αποδειχθείσα υποβολή γραπτής απαίτησης πληρωμής από τη Λαϊκή Τράπεζα προς τους Εναγομένους 2, 3 και 4 εγγυητές κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν αποκλείει, από μόνη της, την ενδεχόμενη ύπαρξη υποχρέωσης συμψηφισμού δυνάμει των εφαρμοστέων κανονιστικών διατάξεων, ανεξαρτήτως του κατά πόσον η εγγυητική υποχρέωση είχε καταστεί άμεσα απαιτητή.

Ως προς την παράγραφο 4 του Παραρτήματος Ι της Κ.Δ.Π. 104/2013 ημερομηνίας 29/03/2013, Τεκμήριο 4, το κρίσιμο ζήτημα είναι κατά πόσον η απαίτηση της Λαϊκής Τράπεζας κατά των Εναγομένων 2, 3 και 4, υπό την ιδιότητά τους ως προσωπικών εγγυητών του Δανείου του Εναγομένου 1 βάσει των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, ενέπιπτε στην προβλεπόμενη κατηγορία δανειακών απαιτήσεων κατά καταθέτη, σε συνάρτηση με το μέρος των καταθέσεών τους που δεν μεταφερόταν στην Τράπεζα Κύπρου.

Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η αναφορά της παραγράφου 4 του Παραρτήματος Ι της Κ.Δ.Π. 104/2013 ημερομηνίας 29/03/2013, Τεκμήριο 4 σε «δανειακές απαιτήσεις κατά καταθέτη» αφορά απαιτήσεις που απορρέουν από δανειακή σχέση στην οποία ο καταθέτης υπέχει ο ίδιος την ιδιότητα του οφειλέτη του δανείου. Η ευθύνη των Εναγομένων 2, 3 και 4 έναντι της Λαϊκής Τράπεζας απορρέει, αντιθέτως, από τις Συμβάσεις Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, τις οποίες συνήψαν προς εξασφάλιση του Δανείου του Εναγομένου 1 βάσει της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5. Η ευθύνη αυτή δεν μετατρέπει τους Εναγομένους 2, 3 και 4 σε δανειολήπτες, ούτε καθιστά την απαίτηση εναντίον τους δανειακή απαίτηση κατά καταθέτη για τους σκοπούς της συγκεκριμένης διάταξης. Συνεπώς, η παράγραφος 4 του Παραρτήματος Ι της Κ.Δ.Π. 104/2013 ημερομηνίας 29/03/2013, Τεκμήριο 4 δεν επέβαλλε στη Λαϊκή Τράπεζα να χρησιμοποιήσει τα καταθετικά υπόλοιπα των Εναγομένων 2, 3 και 4 προς μείωση ή εξόφληση του Δανείου του Εναγομένου 1.

Η δυνατότητα της Λαϊκής Τράπεζας να στραφεί απευθείας εναντίον των Εναγομένων 2, 3 και 4, σύμφωνα με τον Όρο 16 των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, δεν μεταβάλλει, αφ’ εαυτής, την ιδιότητά τους από προσωπικούς εγγυητές σε συμβαλλόμενους δανειολήπτες βάσει της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5. Δεν αποτελεί, επομένως, από μόνη της επαρκή βάση για να θεωρηθεί ότι τα πιστωτικά υπόλοιπα των καταθέσεών τους έπρεπε να είχαν χρησιμοποιηθεί προς εξόφληση της οφειλής του Εναγομένου 1. Το κατά πόσον επιβαλλόταν τέτοια μεταχείριση, πρέπει να κριθεί από το περιεχόμενο και τις προϋποθέσεις εφαρμογής των σχετικών κανονιστικών διατάξεων και όχι αποκλειστικά από τους όρους των προσωπικών εγγυήσεων.

Συναφώς, ο Κανονισμός 10(β) της Κ.Δ.Π. 92/2013 ημερομηνίας 22/03/2013 αφορά τον προσδιορισμό του μεριδίου κάθε συνδικαιούχου κοινής κατάθεσης και είναι σχετικός με την εξέταση των ισχυρισμών των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 ως προς τα πιστωτικά υπόλοιπα των κοινών καταθετικών λογαριασμών τους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει τον επιμερισμό των καταθέσεων μεταξύ των συνδικαιούχων, χωρίς να επιβάλλει, αφ’ εαυτής, υποχρέωση χρησιμοποίησης του αντίστοιχου πιστωτικού υπολοίπου προς μείωση ή εξόφληση της δανειακής οφειλής του Εναγομένου 1 βάσει της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, για την οποία οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 ανέλαβαν προσωπική εγγυητική ευθύνη δυνάμει των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8. Συνεπώς, ο προσδιορισμός του μεριδίου κάθε συνδικαιούχου δεν θεμελιώνει, από μόνος του, υποχρέωση συμψηφισμού ούτε επιφέρει την προβαλλόμενη μείωση ή απόσβεση της δανειακής απαίτησης της Ενάγουσας.

Περαιτέρω, οι διασφαλίσεις που προβλέπονται στα Άρθρα 13(4)[(α), (β) και (δ)] και 24 του Νόμου 17(Ι)/2013, αναφορικά με τις συμφωνίες εγγύησης, τις εξασφαλίσεις και τα δικαιώματα συμψηφισμού κατά την εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης, δεν συνεπάγονται, αφ’ εαυτών, ότι η Λαϊκή Τράπεζα υπείχε υποχρέωση να χρησιμοποιήσει τα πιστωτικά υπόλοιπα των καταθέσεων των Εναγομένων 2, 3 και 4 προς μείωση ή εξόφληση της δανειακής οφειλής του Εναγομένου 1 βάσει της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5. Η προστασία των σχετικών συμβατικών δικαιωμάτων και εξασφαλίσεων δεν μεταβάλλει, από μόνη της, το δικαίωμα συμψηφισμού που παρεχόταν στη Λαϊκή Τράπεζα δυνάμει του Όρου 6 των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, σε υποχρέωση άσκησής του προς όφελος των εγγυητών. Ούτε αρκεί η επίκληση των εν λόγω διασφαλίσεων για να θεμελιωθεί αυτοτελές δικαίωμα των Εναγομένων 2, 3 και 4 να απαιτήσουν τον συγκεκριμένο συμψηφισμό.

Περαιτέρω και ειδικότερα ως προς το Άρθρο 13(4) του Νόμου 17(Ι)/2013, αυτό προβλέπει συγκεκριμένες διασφαλίσεις κατά τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων στο πλαίσιο της εξυγίανσης. Πιο συγκεκριμένα, διασφαλίζει τη μεταβίβαση στο σύνολό τους των περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων που διέπονται από συμφωνίες παροχής χρηματοοικονομικής εξασφάλισης ή υπόκεινται σε συμψηφισμό δυνάμει σύμβασης ή Νόμου. Ως προς το Άρθρο 13(4)(δ) του Νόμου 17(Ι)/2013, η διάταξη αυτή δεν δημιουργεί αυτοτελώς δικαίωμα συμψηφισμού, αλλά διασφαλίζει τη δυνατότητα άσκησης τέτοιου δικαιώματος έναντι του αποκτώντος προσώπου, στην περίπτωση μας της Τράπεζας Κύπρου, εφόσον οι προϋποθέσεις άσκησής του είχαν συντρέξει πριν από τη μεταβίβαση σε σχέση με το ίδρυμα υπό εξυγίανση, εν προκειμένω την Λαϊκή Τράπεζα, ή μετά τη μεταβίβαση σε σχέση με το αποκτών πρόσωπο, Τράπεζα Κύπρου.

Στην παρούσα περίπτωση, οι Όροι 6 και 16 των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, δεν παρείχαν στους Εναγομένους 2, 3 και 4 δικαίωμα να απαιτήσουν τη χρησιμοποίηση των καταθετικών τους υπολοίπων προς εξόφληση της δανειακής οφειλής του Εναγομένου 1. Ειδικότερα, ως και προελέχθη, ο Όρος 6 παρείχε δικαίωμα συμψηφισμού στη Λαϊκή Τράπεζα, ενώ ο Όρος 16 αφορούσε τη δυνατότητά της να στραφεί κατά των εγγυητών υπό τους προβλεπόμενους όρους. Δεν έχει, περαιτέρω, θεμελιωθεί από τις υπόλοιπες εξετασθείσες συμβατικές ή νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις συγκεκριμένο δικαίωμα συμψηφισμού των Εναγομένων 2, 3 και 4, του οποίου οι προϋποθέσεις άσκησης να είχαν συντρέξει κατά τον χρόνο που προβλέπει το Άρθρο 13(4)(δ) του Νόμου 17(Ι)/2013, ώστε να μπορούσε να αντιταχθεί στην Ενάγουσα προς μείωση ή απόσβεση της μεταβιβασθείσας δανειακής απαίτησης, βάσει της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5.

Το γεγονός ότι το πιστωτικό υπόλοιπο του Εναγομένου 1 χρησιμοποιήθηκε προς μείωση της δικής του δανειακής οφειλής βάσει της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι η ίδια μεταχείριση επιβαλλόταν και ως προς τις καταθέσεις των Εναγομένων 2, 3 και 4. Στην περίπτωση του Εναγομένου 1, η καταθετική απαίτηση και η δανειακή υποχρέωση αφορούσαν το ίδιο πρόσωπο, στοιχείο που συνδέεται με τη ρύθμιση της παραγράφου 4 του Παραρτήματος Ι της Κ.Δ.Π. 104/2013 ημερομηνίας 29/03/2013, Τεκμήριο 4, αναφορικά με τη μεταχείριση δανειακών απαιτήσεων κατά καταθέτη στο πλαίσιο της μεταβίβασης. Αντιθέτως, οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 υπείχαν ευθύνη από τις Συμβάσεις Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8 για το Δάνειο του Εναγομένου 1 βάσει της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5. Συνεπώς, η μεταχείριση της κατάθεσης του Εναγομένου 1 δεν θεμελιώνει, αφ’ εαυτής, αντίστοιχη υποχρέωση της Λαϊκής Τράπεζας ως προς τις καταθέσεις των Εναγομένων 2, 3 και 4.

Συναφώς, στην απόφαση Χριστοδούλου κ.α. ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου κ.α., (2013) 3 Α.Α.Δ. 427, η Πλήρης Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, εξετάζοντας τη φύση και τις συνέπειες των μέτρων εξυγίανσης, ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι «Η Λαϊκή είναι το νομικό πρόσωπο που τίθεται σε εξυγίανση και είναι οι δικές της εργασίες που πωλούνται», επισημαίνοντας περαιτέρω ότι οι καταθέτες επηρεάζονται εμμέσως από το καθεστώς εξυγίανσης «στο οποίο η Λαϊκή τίθεται και το οποίο η Λαϊκή εφαρμόζει». Υπό το φως των πιο πάνω επισημάνσεων, η Λαϊκή Τράπεζα ήταν το πιστωτικό ίδρυμα που τέθηκε υπό εξυγίανση και στο οποίο τηρούνταν οι επίδικοι καταθετικοί λογαριασμοί των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 κατά τον κρίσιμο χρόνο. Η μεταβίβαση των καθορισμένων περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων στην Ενάγουσα, ως αποκτών πρόσωπο, επήλθε δυνάμει της Κ.Δ.Π. 104/2013 ημερομηνίας 29/03/2013, Τεκμήριο 4, σύμφωνα με την έκταση και τους όρους της. Εν προκειμένω, από την προηγηθείσα εξέταση των εφαρμοστέων συμβατικών όρων και του νομοθετικού και κανονιστικού πλαισίου δεν θεμελιώθηκε υποχρέωση της Λαϊκής Τράπεζας να συμψηφίσει, πριν από την εφαρμογή των μέτρων απομείωσης, τα καταθετικά υπόλοιπα των Εναγομένων 2, 3 και 4 με τη δανειακή οφειλή του Εναγομένου 1 βάσει της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5. Συνεπώς, δεν στοιχειοθετείται παράλειψη εκπλήρωσης τέτοιας υποχρέωσης από τη Λαϊκή Τράπεζα.

Περαιτέρω, πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 δύνανται, ανεξαρτήτως της πιο πάνω κρίσης ως προς την προβαλλόμενη υποχρέωση της Λαϊκής Τράπεζας, να αντιτάξουν στην Ενάγουσα δικαίωμα συμψηφισμού ή να στηρίξουν την Ανταπαίτησή τους σε αυτοτελή αξίωση συνδεόμενη με τη μεταχείριση των καταθέσεων των Εναγομένων 2, 3 και 4.

Ως προς το πρώτο ζήτημα, το Άρθρο 13(4)(δ) του Νόμου 17(Ι)/2013 προβλέπει ότι η μεταβίβαση δεν επηρεάζει την άσκηση δικαιωμάτων των αντισυμβαλλομένων του ιδρύματος υπό εξυγίανση, περιλαμβανομένου του δικαιώματος συμψηφισμού της απαίτησής τους έναντι του αποκτώντος προσώπου με υποχρέωσή τους που μεταβιβάστηκε σε αυτό, εφόσον οι προϋποθέσεις άσκησης του δικαιώματος συνέτρεξαν κατά τον χρόνο που ορίζει η διάταξη. Επομένως, η μεταβίβαση της επίδικης δανειακής απαίτησης βάσει της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5 στην Ενάγουσα δυνάμει της Κ.Δ.Π. 104/2013 ημερομηνίας 29/03/2013, Τεκμήριο 4, δεν αποκλείει, αφ’ εαυτής, την προβολή δικαιώματος συμψηφισμού που πληροί τις εν λόγω προϋποθέσεις. Στην παρούσα περίπτωση, όμως, από την προηγηθείσα εξέταση δεν θεμελιώθηκε συγκεκριμένο δικαίωμα των Εναγομένων 2, 3 και 4 να απαιτήσουν τον συμψηφισμό των καταθετικών τους υπολοίπων με τη δανειακή οφειλή του Εναγομένου 1, το οποίο να μπορούσε να προβληθεί έναντι της Ενάγουσας σύμφωνα με τη διάταξη αυτή.

Τέλος, και ανεξαρτήτως των όσων έχουν ήδη αναφερθεί, δεν μπορεί να παραγνωριστεί μία περαιτέρω ουσιώδης ασυνέπεια στη θέση των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 στην οποία έχει ήδη γίνει άλλωστε σχετική αναφορά. Προς θεμελίωση της προβαλλόμενης υποχρέωσης συμψηφισμού, επικαλούνται τους όρους των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, ως πηγή συμβατικών δικαιωμάτων τα οποία, κατά τη θέση τους, έπρεπε να είχαν ληφθεί υπόψη κατά τον ουσιώδη χρόνο εφαρμογής των μέτρων εξυγίανσης της Λαϊκής Τράπεζας, τον Μάρτιο του 2013. Την ίδια στιγμή, όμως, υποστηρίζουν ότι οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 είχαν ήδη απαλλαγεί από τις υποχρεώσεις τους ως προσωπικών εγγυητών, συνεπεία της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, η οποία συνήφθη μεταξύ της Λαϊκής Τράπεζας και του Εναγομένου 1 και τροποποίησε τη Σύμβαση Δανείου, Τεκμήριο 5. Η ταυτόχρονη επίκληση των συμβατικών όρων των εγγυήσεων βάσει των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8 ως θεμελίου της αξιούμενης υποχρέωσης συμψηφισμού και της προγενέστερης απαλλαγής των εγγυητών από την ίδια συμβατική σχέση εμφανίζει πρόδηλη εσωτερική ασυνέπεια, η οποία δεν εξηγήθηκε ούτε αντιμετωπίστηκε με την επιχειρηματολογία των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4. Δεν πρόκειται απλώς για ζήτημα εναλλακτικής δικογράφησης, αλλά για επίκληση της ίδιας συμβατικής σχέσης κατά τρόπο που προϋποθέτει, αφενός, τη διατήρηση της ισχύος της ως πηγής των προβαλλόμενων δικαιωμάτων και, αφετέρου, την προηγούμενη κατάργηση των υποχρεώσεων που αυτή επέβαλλε στους εγγυητές, χωρίς να προσδιορίζεται η νομική βάση επί της οποίας οι δύο αυτές θέσεις μπορούν να συνυπάρχουν. Η ασυνέπεια αυτή ενισχύει τις ήδη εκτεθείσες επιφυλάξεις ως προς τη συνοχή και τη θεμελίωση της σχετικής θέσης των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 και αποτελεί πρόσθετο λόγο για τον οποίο αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.

Η εκταμίευση του επίδικου Δανείου και η μεταχείριση των καταθέσεων των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 κατά την εξυγίανση της Λαϊκής Τράπεζας.

Συναφώς, από τις καταστάσεις λογαριασμών και απομείωσης, Τεκμήρια 17 και 18, προκύπτει ότι, κατά την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης της Λαϊκής Τράπεζας, τα υπόλοιπα των κοινών καταθετικών λογαριασμών επιμερίστηκαν μεταξύ των συνδικαιούχων τους, με βάση τα αναλογούντα σε αυτούς ποσά, και εφαρμόστηκε το προβλεπόμενο όριο προστασίας καταθέσεων ύψους €100.000 ανά δικαιούχο. Περαιτέρω, ποσό €46.323,23 από το πιστωτικό υπόλοιπο που αναλογούσε στον Εναγόμενο 1 πιστώθηκε έναντι της επίδικης δανειακής του οφειλής βάσει της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, ενώ τα ποσά που αναλογούσαν στους Εναγομένους 2, 3 και 4 και υπερέβαιναν το προστατευόμενο όριο υπέστησαν απομείωση, όπως ειδικότερα καταγράφεται στα ίδια Τεκμήρια.

Αναφορικά με τον ισχυρισμό των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 ότι το προϊόν του επίδικου Δανείου, ύψους €224.000, κατατέθηκε, κατά την εκταμίευσή του, σε κοινό λογαριασμό και των τεσσάρων, το Δικαστήριο διαπιστώνει, στη βάση της αποδεκτής μαρτυρίας του ΜΕ και των σχετικών τραπεζικών καταστάσεων, Τεκμήρια 19, 20 και 24, ότι η πραγματική ακολουθία των συναλλαγών ήταν διαφορετική από εκείνη που προβάλλεται ως προς τον αρχικό τρόπο εκταμίευσης του Δανείου. Ειδικότερα, στις 25/05/2009, το ποσό των €224.000, το οποίο αποτελούσε το προϊόν του Δανείου που παραχωρήθηκε στον Εναγόμενο 1 δυνάμει της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, πιστώθηκε αρχικά στον τρεχούμενο λογαριασμό με αριθμό 341-21-008353, ο οποίος τηρούνταν στη Λαϊκή Τράπεζα στο όνομα του Εναγομένου 1 και της Εναγομένης 4 ως συνδικαιούχων. Η πίστωση αυτή καταγράφεται ρητώς στις καταστάσεις του συγκεκριμένου λογαριασμού, Τεκμήρια 19 και 24, με την ένδειξη «New Loan».

Το γεγονός αυτό διαφοροποιείται από τη δικογραφημένη εκδοχή των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4, όπως αυτή προβάλλεται ιδίως στις παραγράφους 5.11 και 5.24 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησής τους, σύμφωνα με την οποία το προϊόν του επίδικου Δανείου κατατέθηκε, κατά την εκταμίευσή του, στον κοινό λογαριασμό και των τεσσάρων Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 με αριθμό 003-09-079430. Συναφής είναι και η αναφορά στην παράγραφο 6.2 του ίδιου δικογράφου, σύμφωνα με την οποία το ποσό του Δανείου κατατέθηκε αυθημερόν σε γραμμάτιο που τηρούνταν στο όνομα όλων των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4, γεγονός από το οποίο οι τελευταίοι επιχειρούν να συναγάγουν κοινή πρόθεση επωφελήσεως από το προϊόν του Δανείου και ανάληψης της υποχρέωσης εξόφλησής του. Ωστόσο, οι σχετικές τραπεζικές εγγραφές καταδεικνύουν ότι η αρχική εκταμίευση πραγματοποιήθηκε στον κοινό τρεχούμενο λογαριασμό των Εναγομένων 1 και 4 και όχι απευθείας στον κοινό λογαριασμό προθεσμιακής κατάθεσης και των τεσσάρων Εναγομένων 1, 2, 3 και 4.

Πράγματι, από τις ίδιες τραπεζικές καταστάσεις προκύπτει ότι, ακολούθως, κατά την ίδια ημερομηνία, ήτοι στις 25/05/2009, καταχωρίστηκε χρέωση ποσού €230.000 στον κοινό τρεχούμενο λογαριασμό των Εναγομένων 1 και 4, με την ένδειξη «Cash Withdrawal», ενώ στο Τεκμήριο 20 καταγράφεται αντίστοιχη πίστωση ποσού €230.000, με την ένδειξη «Cash Deposit», στον λογαριασμό προθεσμιακής κατάθεσης με αριθμό 003-09-079430, ο οποίος τηρούνταν από κοινού στο όνομα και των τεσσάρων Εναγομένων 1, 2, 3 και 4. Η χρονική αλληλουχία των εγγραφών και η αντιστοιχία των ποσών της ανάληψης και της κατάθεσης καταδεικνύουν τη σύνδεση των δύο αυτών συναλλαγών. Δεν αναιρούν, όμως, το γεγονός ότι το ποσό των €224.000 εκταμιεύθηκε αρχικά στον λογαριασμό των Εναγομένων 1 και 4, ενώ η κατάθεση των €230.000 στον κοινό λογαριασμό των τεσσάρων αποτέλεσε διακριτή μεταγενέστερη συναλλαγή, έστω και αν πραγματοποιήθηκε κατά την ίδια ημερομηνία. Επισημαίνεται, συναφώς, ότι το ποσό της τελευταίας κατάθεσης υπερέβαινε κατά €6.000 το προϊόν του επίδικου Δανείου. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το σύνολο των €230.000 αποτελούσε αποκλειστικά το προϊόν του συγκεκριμένου Δανείου, ούτε ότι η μεταγενέστερη κατάθεσή του στον κοινό λογαριασμό των τεσσάρων Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 συνιστούσε την αρχική εκταμίευση του Δανείου σε αυτούς.

Οι πιο πάνω διαπιστώσεις πρέπει να συνεκτιμηθούν και με τις καταστάσεις λογαριασμών και απομείωσης, Τεκμήρια 17 και 18, οι οποίες αποτυπώνουν τη μεταχείριση των καταθέσεων των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 κατά την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης της Λαϊκής Τράπεζας τον Μάρτιο του 2013. Από τα συγκεκριμένα τεκμήρια προκύπτει ότι, κατά την 26/03/2013, οι τέσσερις Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 ήταν συνδικαιούχοι των καταθετικών λογαριασμών με αριθμούς 00309087311 και 00309082237, οι οποίοι παρουσίαζαν πιστωτικά υπόλοιπα €271.060,21 και €314.229,06 αντιστοίχως. Τα υπόλοιπα αυτά επιμερίστηκαν μεταξύ των τεσσάρων συνδικαιούχων για σκοπούς εφαρμογής των μέτρων εξυγίανσης της Λαϊκής Τράπεζας, όπως καταγράφεται στις εξατομικευμένες καταστάσεις απομείωσης. Ειδικότερα, από τα Τεκμήρια 17 και 18 προκύπτει ότι το ποσό των €46.323,23, το οποίο υπερέβαινε το προστατευόμενο ποσό των €100.000 που αναλογούσε στον Εναγόμενο 1, πιστώθηκε έναντι της επίδικης δανειακής του οφειλής βάσει της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, χωρίς να υποστεί ο ίδιος απομείωση καταθέσεων, ενώ οι καταθέσεις των Εναγομένων 2, 3 και 4 υπέστησαν απομείωση ποσών €46.322,49, €44.939,74 και €61.403,28 αντιστοίχως.

Η μεταχείριση αυτή των καταθέσεων κατά τον χρόνο της εξυγίανσης της Λαϊκής Τράπεζας δεν μεταβάλλει τα όσα έχουν ήδη διαπιστωθεί αναφορικά με τον τρόπο εκταμίευσης του επίδικου Δανείου και τη μεταγενέστερη κατάθεση χρημάτων στον κοινό λογαριασμό προθεσμιακής κατάθεσης των τεσσάρων Εναγομένων 1, 2, 3 και 4. Ειδικότερα, από τη συνολική συνεκτίμηση της αποδεκτής μαρτυρίας του ΜΕ και των Τεκμηρίων 17, 18, 19, 20 και 24, το Δικαστήριο καταλήγει ότι το προϊόν του επίδικου Δανείου, ύψους €224.000, εκταμιεύθηκε αρχικά στον κοινό τρεχούμενο λογαριασμό των Εναγομένων 1 και 4, με αριθμό 341-21-008353, και ότι ακολούθησε, κατά την ίδια ημερομηνία, διακριτή κατάθεση ποσού €230.000 στον κοινό λογαριασμό προθεσμιακής κατάθεσης των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4, με αριθμό 003-09-079430. Περαιτέρω, κατά τον χρόνο της εξυγίανσης της Λαϊκής Τράπεζας, οι τότε υφιστάμενες καταθέσεις αντιμετωπίστηκαν με βάση τους καταγεγραμμένους δικαιούχους και τα αναλογούντα σε αυτούς υπόλοιπα. Η μεταγενέστερη κατάθεση χρημάτων σε κοινό λογαριασμό και των τεσσάρων Εναγομένων 1, 2, 3 και 4, όπως και η ύπαρξη κοινών καταθέσεων κατά τον χρόνο της εξυγίανσης της Λαϊκής Τράπεζας, δεν μεταβάλλουν το γεγονός ότι, βάσει της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, συμβατικός δανειολήπτης και πρωτοφειλέτης ήταν ο Εναγόμενος 1, ενώ οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 είχαν συμβληθεί ως προσωπικοί εγγυητές, δυνάμει των σχετικών Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8. Η μεταγενέστερη διάθεση του προϊόντος του Δανείου, ακόμη και με την κατάθεσή του σε κοινό λογαριασμό και των τεσσάρων Εναγομένων 1, 2, 3 και 4, δεν συνιστά, χωρίς αντίστοιχη συμβατική συμφωνία, μεταβολή της ιδιότητας των συμβαλλομένων ή μετατροπή των προσωπικών εγγυητών σε συνοφειλέτες δανειολήπτες.

Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4, όπως προβάλλεται στις παραγράφους 5.11 και 5.24 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησής τους, περί απευθείας εκταμίευσης του προϊόντος του επίδικου Δανείου στον κοινό λογαριασμό και των τεσσάρων, δεν ανταποκρίνεται στα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και απορρίπτεται κατά το μέρος αυτό. Η αναφορά της παραγράφου 6.2 του ίδιου δικογράφου σε αυθημερόν κατάθεση χρημάτων σε κοινό γραμμάτιο, επιβεβαιώνεται μεν ως προς την πραγματοποίηση της μεταγενέστερης κατάθεσης των €230.000, όχι όμως ως προς το ότι αυτή αποτέλεσε την αρχική εκταμίευση του Δανείου ή ότι, εξαιτίας της, οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 κατέστησαν συμβατικοί συνοφειλέτες, δανειολήπτες. Σε κάθε περίπτωση, επαναλαμβάνεται, η κατάθεση του προϊόντος του Δανείου σε κοινό λογαριασμό και των τεσσάρων Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 δεν διαφοροποιεί τις συμβατικές υποχρεώσεις που ανέλαβαν δυνάμει της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, και των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης, Τεκμήριο 8. Περαιτέρω, το γεγονός αυτό δεν θεμελιώνει, αφ' εαυτού, υποχρέωση συμψηφισμού των καταθέσεων των Εναγομένων 2, 3 και 4 με τη δανειακή οφειλή του Εναγομένου 1 ως πρωτοφειλέτη βάσει της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, εφόσον η ύπαρξη τέτοιας υποχρέωσης θα έπρεπε να απορρέει από τις εφαρμοστέες συμβατικές, νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις ως ανωτέρω αναλύθηκε και όχι απλώς από το γεγονός της κατάθεσης του προϊόντος του Δανείου σε κοινό λογαριασμό.

Αξιόγραφα της Λαϊκής Τράπεζας.

Ως προς τα Αξιόγραφα έκδοσης της Λαϊκής Τράπεζας, επισημαίνεται ότι, δυνάμει του Νόμου 17(Ι)/2013, και ειδικότερα των Άρθρων 9 και 13 αυτού, σε συνδυασμό με το Διάταγμα της Κ.Δ.Π. 104/2013 ημερομηνίας 29/03/2013, Τεκμήριο 4, η μεταβίβαση εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας στην Ενάγουσα δεν επέφερε καθολική διαδοχή της τελευταίας στο σύνολο των υποχρεώσεων της πρώτης, αλλά περιορίστηκε στις υποχρεώσεις που καθορίζονταν από το εν λόγω Διάταγμα. Ειδικότερα, οι υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας από αξιόγραφα κεφαλαίου και λοιπούς χρεωστικούς τίτλους έκδοσής της, εφόσον δεν περιλαμβάνονταν στις μεταβιβαζόμενες υποχρεώσεις, παρέμειναν στη Λαϊκή Τράπεζα, ως εκδότρια, υποκείμενες στις συνέπειες του καθεστώτος εξυγίανσης και των τυχόν επακόλουθων της. Αντιστοίχως, η Ενάγουσα δεν κατέστη υπόχρεη για την εξόφληση τέτοιων αξιογράφων, περιλαμβανομένων και των επίδικων, απλώς και μόνο λόγω της απόκτησης ορισμένων εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας. Τυχόν ανάληψη υποχρέωσης από συγκεκριμένη έκδοση αξιογράφων θα έπρεπε να προκύπτει από τις ειδικές διατάξεις που διείπαν τη μεταβίβαση και τέτοια σε ό,τι αφορά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης δεν προκύπτει.

VI.

Η Απαίτηση της Ενάγουσας και η Ανταπαίτηση των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4.

Η επίδικη αξίωση της Ενάγουσας, στον βαθμό που αφορά την ανάκτηση ανεξόφλητου υπολοίπου του Δανείου από τον Εναγόμενο 1, πρωτοφειλέτη, βασίζεται στις συμβατικές υποχρεώσεις που απορρέουν από τη μεταξύ των μερών δανειακή συμφωνία, βάσει της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5. Αντίστοιχα, η αξίωση εναντίον των Εναγομένων 2, 3 και 4, προσωπικών εγγυητών, θεμελιώνεται στις οικείες συμφωνίες εγγύησης, βάσει των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, οι οποίες, σε κάθε περίπτωση, δύνανται να αποτελέσουν αυτοτελή αιτία αγωγής, χωρίς αυτό να αναιρεί την ανάγκη στοιχειοθέτησης της εγγυημένης οφειλής και της συνδρομής των συμβατικών προϋποθέσεων υπό τις οποίες αυτή καθίσταται απαιτητή από τους Εναγομένους 2, 3 και 4, εγγυητές (βλ. Lombard Natwest Ltd ν. Λαζαρίδη, (1999) 1 Α.Α.Δ. 1465 και Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, (2015) 1 Α.Α.Δ. 2259).

Το βάρος απόδειξης της απαίτησης βαρύνει την Ενάγουσα πλευρά, η οποία οφείλει να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, όχι μόνο τη συμβατική θεμελίωση της αξίωσής της, ήτοι τη σύναψη της σύμβασης, τους όρους και την σχετική παράβαση της, αλλά και την ύπαρξη, το απαιτητό και το ύψος της αξιούμενης οφειλής (βλ. Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ, (2001) 1 Α.Α.Δ. 1858, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.α., (2009) 1 Α.Α.Δ. 479, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χαραλάμπους κ.α., (2010) 1 ΑΑΔ 829, Μελίσσα ν. Bank of Cyprus Public Company Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 347/2015, 29/10/2025 και Ch.K. Mould Manufactures Ltd κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 20/2020, 28/09/2026).

Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές στα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, όπως αυτά έχουν διαπιστωθεί από το Δικαστήριο ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η Ενάγουσα έχει αποδείξει, στον απαιτούμενο βαθμό, τη συμβατική βάση της αξίωσής της. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι, δυνάμει της Σύμβασης Δανείου ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 5, η Λαϊκή Τράπεζα παραχώρησε στον Εναγόμενο 1, ως πρωτοφειλέτη, Δάνειο ύψους €224.000, με τους όρους αποπληρωμής και επιτοκίου που καθορίζονταν σε αυτήν, όπως αυτοί τροποποιήθηκαν μεταγενέστερα με τις Συμπληρωματικές Συμβάσεις ημερομηνίας 31/07/2009 και 17/12/2013, Τεκμήρια 6 και 7 αντιστοίχως. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 ανέλαβαν, με τις χωριστές Συμβάσεις Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, την προσωπική εγγύηση των υποχρεώσεων του Εναγομένου 1, υπό τους όρους και εντός των ορίων ευθύνης που προβλέπονται στις εν λόγω συμβάσεις. Η μεταβίβαση των επίδικων δανειακών δικαιωμάτων και των συναφών εξασφαλίσεων από τη Λαϊκή Τράπεζα στην Ενάγουσα, δυνάμει του Διατάγματος της Κ.Δ.Π. 104/2013 ημερομηνίας 29/03/2013, Τεκμήριο 4, θεμελιώνει, περαιτέρω, το δικαίωμα της Ενάγουσας να επιδιώξει δικαστικώς την ικανοποίηση των συγκεκριμένων απαιτήσεων κατά των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 (βλ. Chapple κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ.94/2017, 18/12/2025).

Ως προς την παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων του Εναγομένου 1, αποδείχθηκε ότι αυτός δεν συμμορφώθηκε με το συμφωνημένο πρόγραμμα αποπληρωμής του Δανείου. Ειδικότερα, κατά τον χρόνο κατάρτισης της Συμπληρωματικής Σύμβασης ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7, ο Εναγόμενος 1 δεν είχε εκπληρώσει την υποχρέωση τελικής καταβολής κεφαλαίου και τόκου, η οποία απέρρεε από τη Σύμβαση Δανείου, Τεκμήριο 5, όπως αυτή είχε τροποποιηθεί με την προηγούμενη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2009, Τεκμήριο 6, και είχε καταστεί πληρωτέα στις 28/06/2013. Με τη Συμπληρωματική Σύμβαση ημερομηνίας 17/12/2013, Τεκμήριο 7, συμφωνήθηκε νέα ρύθμιση αποπληρωμής του Δανείου που είχε παραχωρηθεί δυνάμει της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, με προβλεπόμενη καταβολή ποσού €185.412,11 στις 16/12/2015. Η οφειλή δεν εξοφλήθηκε σύμφωνα με τους συμβατικούς όρους και, όπως προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, η Ενάγουσα, αφού απέστειλε τις σχετικές επιστολές προς όλους τους Εναγομένους 1, 2, 3 και 4, Τεκμήριο 9, προέβη στις 03/06/2019 στον τερματισμό της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, και απαίτησε την εξόφληση του οφειλόμενου υπολοίπου, χωρίς να υπάρξει συμμόρφωση εκ μέρους οποιουδήποτε από τους Εναγομένους 1, 2, 3 και 4. Συνεπώς, η Ενάγουσα απέδειξε, τόσο την παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων αποπληρωμής του Εναγομένου 1, όσο και το απαιτητό της επίδικης δανειακής οφειλής έναντι αυτού, δυνάμει της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 5, όπως αυτή τροποποιήθηκε, καθώς και τη συνδρομή των προϋποθέσεων για την απαίτηση εξόφλησης της ίδιας οφειλής από έκαστο των Εναγομένων 2, 3 και 4, δυνάμει των χωριστών Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8.

Σε ό,τι αφορά τους Εναγομένους 2, 3 και 4, οι Συμβάσεις Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, προβλέπουν την ευθύνη εκάστου για τις υποχρεώσεις του Εναγομένου 1 που καλύπτονται από αυτές, με αλληλέγγυα και κεχωρισμένη ευθύνη κατά τους συμβατικούς τους όρους, μέχρι του καθοριζόμενου ανώτατου ορίου ευθύνης, πλέον των προβλεπόμενων τόκων και λοιπών επιβαρύνσεων. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, η επίδικη δανειακή οφειλή εμπίπτει στο αντικείμενο και στην έκταση των εν λόγω εγγυήσεων, ενώ οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 παρέλαβαν τις προαναφερθείσες επιστολές της Ενάγουσας ημερομηνίας 03/06/2019, Τεκμήριο 9, με τις οποίες απαιτήθηκε η εξόφλησή της. Επομένως, υπό τους όρους των Συμβάσεων Προσωπικής Εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2009, Τεκμήριο 8, η Ενάγουσα έχει θεμελιώσει και την απαίτησή της εναντίον εκάστου των Εναγομένων 2, 3 και 4, υπό την ιδιότητά τους ως προσωπικών εγγυητών.

Τέλος, ως προς το ύψος της απαίτησης, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη την κατάσταση του επίδικου δανειακού λογαριασμού, Τεκμήριο 15, η οποία τηρείτο κατά τη συνήθη διεξαγωγή των τραπεζικών εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας και, ακολούθως, της Ενάγουσας, καθώς και τις ανακατασκευασμένες καταστάσεις του ίδιου λογαριασμού, Τεκμήριο 16 (βλ. Ch.K. Mould Manufactures Ltd κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 20/2020, 28/09/2026, ανωτέρω). Λαμβάνει, επίσης, υπόψη την παραδοχή των συνηγόρων των διαδίκων κατά τη δικάσιμο της 29/01/2026. Σύμφωνα με την παραδοχή αυτή, σε περίπτωση επιτυχίας της Αγωγής, το οφειλόμενο ποσό ανέρχεται σε €183.235,14, πλέον τόκου προς 0,690% ετησίως επί ποσού €182.700,31 από 04/06/2019 μέχρι πλήρους εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές ετησίως, την 30ή Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου. Η παραδοχή αυτή αφορά αποκλειστικά το ύψος της οφειλής και δεν συνιστά παραδοχή ευθύνης των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4. Ωστόσο, σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα αποδεδειγμένα περιστατικά πιο πάνω, προσδιορίζει το ποσό της απαίτησης που δύναται να επιδικαστεί.

Το Δικαστήριο καταλήγει, συνεπώς, ότι η Ενάγουσα έχει αποσείσει το σχετικό βάρος απόδειξης που τη βαρύνει ως προς τη συμβατική θεμελίωση, την παράβαση, το απαιτητό και το ύψος της επίδικης απαίτησης, τόσο έναντι του Εναγομένου 1 υπό την ιδιότητά του ως πρωτοφειλέτη, όσο και έναντι εκάστου των Εναγομένων 2, 3 και 4 υπό την ιδιότητά τους ως προσωπικών εγγυητών.

Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας, και ιδίως της απόρριψης της μαρτυρίας που προσφέρθηκε από πλευράς των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 μέσω της ΜΥ1 και του Εναγομένου 1, καθώς και λαμβανομένων υπόψη των ευρημάτων στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο βάσει της αποδεκτής μαρτυρίας και των παραδεκτών γεγονότων, η Ανταπαίτηση των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 δεν μπορεί να επιτύχει και είναι, συνεπώς, απορριπτέα.

VII.

Έξοδα.

Σε ό,τι αφορά τα έξοδα διαδικασίας το Δικαστήριο αποφασίζει επί του ζητήματος βάσει της σχετικής εξουσίας και της ευρείας διακριτικής ευχέρειας που του παρέχει το Άρθρο 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Νόμος 14/1960, καθώς και της παγίως διαμορφωμένης νομολογίας, σύμφωνα με την οποία η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου κατά την επιδίκαση των εξόδων πρέπει να ασκείται δικαστικά και όχι αυθαίρετα, με γενικό κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός εάν συντρέχει εύλογος λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής.

Όπως χαρακτηριστικά ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Spinneys Cyprus Ltd v. Χρίστου κ.α., (2004) 1 Α.Α.Δ. 1833: «Η επιλογή της δικαστικής διαδικασίας συνεπάγεται και την ανάληψη των συνεπειών της αποτυχίας της.». Στην υπόθεση Tanager Designated Activity Company v. Ryan, a.a., [2019] IEHC 694, το High Court Ιρλανδίας ανέφερε ότι η έκδοση διαταγής για επιδίκαση εξόδων υπηρετεί τους σκοπούς της διανεμητικής δικαιοσύνης (distributive justice) και αποσκοπεί στη διασφάλιση του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο.

Δεδομένης της συνύπαρξης της Απαίτησης της Ενάγουσας και της Ανταπαίτησης των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 αναγκαία είναι η αναφορά στην νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία όπου υπάρχει συνεκδίκαση απαίτησης και ανταπαίτησης με συνάφεια επίδικων θεμάτων, η επιδίκαση εξόδων στον επιτυχόντα διάδικο στην απαίτηση ή ανταπαίτηση του δεν δικαιολογεί και παράλληλη επιδίκαση εξόδων σε σχέση με την απορριφθείσα ανταπαίτηση ή απαίτηση (βλ. Ζαβρού ν. Μιχαηλίδου, (1996) 1 Α.Α.Δ. 477).

Στην προκείμενη περίπτωση, λαμβανομένου υπόψη του αποτελέσματος της εκδίκασης και ελλείψει οποιουδήποτε άλλου στοιχείου που θα μπορούσε να επηρεάσει διαφορετικά την κρίση του Δικαστηρίου, τα έξοδα είναι λογικό και δίκαιο να επιδικαστούν υπέρ της Ενάγουσας, ως επιτυχούσας διαδίκου.

VIII.

Κατάληξη.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η Απαίτηση της Ενάγουσας εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 επιτυγχάνει και, ως εκ τούτου, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4, αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, για το ποσό των €183.235,14, πλέον τόκου προς 0,690% ετησίως επί ποσού €182.700,31 από 04/06/2019 μέχρι πλήρους εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές ετησίως, την 30ή Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου.

Για τους λόγους που προεκτέθηκαν, η Ανταπαίτηση των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 εναντίον της Ενάγουσας κρίνεται αβάσιμη και, ως εκ τούτου, απορρίπτεται.

Τα έξοδα της διαδικασίας πλέον Φ.Π.Α., τόσο σε σχέση με την Απαίτηση όσο και με την Ανταπαίτηση, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4, αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ενόψει του ότι η Απαίτηση και η Ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν και αφορούσαν συναφή επίδικα ζητήματα, επιδικάζεται ένα μόνο σύνολο εξόδων για αμφότερες.

Υπογραφή: ____________________

Μιχάλης Γ. Λοΐζου, Π. Ε. Δ.  

Πιστό αντίγραφο

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο