ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
Ενώπιον: M.MIΛΤΙΑΔΟΥ, Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 299/14
Μεταξύ:
ANTΩΝΗΣ ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ, από τη Λεμεσό
Ενάγοντας
και
1.ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ως εκπροσωπούντος την Δημοκρατία και/ή τις διάφορες υπηρεσίες και Υπουργεία αυτής και/ή το Υπουργείο Συγκοινωνιών και Έργων, Τμήμα Δημοσίων Έργων, από τη Λευκωσία
2.CYBARCO CONTRACTING LIMITED, από τη Λεμεσό
Εναγόμενοι
Ημερομηνία: 19 Νοεμβρίου, 2024
Για την Ενάγουσα: κος Π.Κονταξής για κ.Σωφρόνιο Σωφρονίου
Για τον Εναγόμενο 1: κα Ζ.Ερωτοκρίτου
Για την Εναγόμενη 2: κα Στ.Ματθαίου για κ.κ.Chrysses Demetriades & Co LLC
ΑΠΟΦΑΣΗ
Εισαγωγή
Την 31/12/2011 περί τις 4:45 μ.μ και ενώ ο Ενάγοντας οδηγούσε το όχημα του στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού – Λευκωσίας, με κατεύθυνση προς τη Λευκωσία, παρά την έξοδο Παρεκκλησίας, απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος του από νερά που είχαν μαζευτεί και προσέκρουσε στο κυκλίδωμα με αποτέλεσμα το όχημα του να καταστραφεί ολοσχερώς. Το ατύχημα επεσυνέβη ένεκα της αμέλειας των Εναγομένων 1 και 2 και αξιώνει από αυτούς το ποσό των €7.935 ως ειδικές αποζημιώσεις πλέον νόμιμο τόκο πλέον έξοδα. Αυτοί είναι οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί του Ενάγοντα.
Ειδικότερα, στην Έκθεση Απαίτησης του ο Ενάγοντας παραθέτει λεπτομέρειες της ισχυριζόμενης αμέλειας και/ή των παραβάσεων των εκ του Νόμου απορρεόντων καθηκόντων των Εναγομένων. Συγκεκριμένα, αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι οι Εναγόμενοι 2 με τις οδηγίες του Εναγόμενου 1 εκτέλεσαν εργασίες σε μέρος του υπεραστικού δρόμου Λεμεσού – Λευκωσίας αλλά αμέλησαν να επαναφέρουν το δρόμο στη σωστή λειτουργία του και/ή δεν επανάνοιξαν έγκαιρα και/ή καθόλου τα φρεάτια με αποτέλεσμα τα νερά της βροχής που είχαν μαζευτεί να μην είχαν αναγκαία διέξοδο και να σχηματίζουν λίμνη εντός του δρόμου. Επίσης, οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να επανανοίξουν τα κανάλια διαφυγής των όμβρυων υδάτων. Ένεκα της αμέλειας των Εναγομένων τα νερά της βροχής λίμνασαν και μετακινούντο σαν ποταμός εντός του υπεραστικού δρόμου και κατέστησαν τον δρόμο επικίνδυνο για το όχημα του Ενάγοντα με αποτέλεσμα να συμβεί το επίδικο ατύχημα.
Στην έκθεση υπεράσπισης του ο Εναγόμενος 1 παραδέχεται ότι ο Ενάγοντας καθ’ όλο τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο οδηγός του επίδικου οχήματος. Ισχυρίζεται ότι κατά ή περί την 31/12/2011 ενώ ο Ενάγων οδηγούσε το όχημα του στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού – Λευκωσίας με κατεύθυνση τη Λευκωσία σε κάποιο σημείο του εν λόγω δρόμου παρά την έξοδο Παρεκκλησιάς λόγω βαρίας βροχόπτωσης έχασε τον έλεγχο του εν λόγω οχήματος με αποτέλεσμα να παρεκκλίνει αριστερά και να προσκρούσει στο παρακείμενο προστατευτικό κιγκλίδωμα ιδιοκτησίας του Εναγόμενου 1. Κατά τα λοιπά, ο Εναγόμενος 1 αρνείται ότι το ατύχημα οφείλεται σε νερά που είχαν μαζευτεί στον δρόμο και αρνείται ότι αυτό επεσυνέβη ένεκα δικής τους αμέλειας. Επίσης, ισχυρίζεται ότι στον δρόμο όπου επεσυνέβη το ατύχημα δεν είχαν διεξαχθεί οποιεσδήποτε εργασίες και τα κανάλια διαφυγής των ομβρίων υδάτων λειτουργούσαν κανονικά. Ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι το ατύχημα οφείλεται στην αποκλειστική και/ή εν πάση περιπτώσει στην κατά μέγιστο βαθμό συντρέχουσα αμέλεια και/ή παράβαση των εκ του Νόμου απορρεόντων καθηκόντων του Ενάγοντα και θέτει επί τούτου σχετικές λεπτομέρειες. Τέλος, αρνείται ότι ο Ενάγων υπέστη της ισχυριζόμενες ζημιές.
Στην έκθεση υπεράσπισης τους οι Εναγόμενοι 2 παραδέχονται ότι ο Ενάγοντας καθ’ όλο τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο οδηγός του επίδικου οχήματος. Αρνούνται όμως ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο εκτελούσαν έργα επιδιόρθωσης του αναφερόμενου δρόμου στον τόπο και/ή πλησίον του σημείου που επεσυνέβη το δυστύχημα. Ισχυρίζονται ότι στις 31/12/2011 περί τις 4.45 μμ, ενώ ο Ενάγων οδηγούσε το όχημα του στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού – Λευκωσίας με κατεύθυνση τη Λευκωσία σε κάποιο σημείο του εν λόγω δρόμου παρά την έξοδο Παρεκκλησιάς έχασε τον έλεγχο του εν λόγω οχήματος με αποτέλεσμα να παρεκκλίνει αριστερά και να προσκρούσει στο παρακείμενο προστατευτικό κιγκλίδωμα. Περαιτέρω, ισχυρίζονται, μεταξύ άλλων, ότι τα νερά στο σημείο που έγινε το δυστύχημα μαζεύτηκαν λόγω κακοκαιρίας και έντονης βροχόπτωσης και δεν υπάρχει οποιαδήποτε σχέση και/ή συσχετισμός τους με το αναφερόμενο ατύχημα. Είναι δε η θέση των Εναγομένων 2 ότι το ατύχημα οφείλεται στην αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια του Ενάγοντα και θέτουν σχετικές λεπτομέρειες.
Σημειώνω ότι κατά την καταχώρηση της αγωγής το όνομα της Εναγόμενης 2 ήταν Cybarco Limited και στις 12/2/2024 καταχωρήθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου σχετική ειδοποίηση αλλαγής του ονόματος της σε Cybarco Contracting Limited.
Με την Απάντηση στην Υπεράσπιση των Εναγομένων, ο Ενάγοντας αρνείται τους ισχυρισμούς τους και επαναλαμβάνει ουσιαστικά ότι το ατύχημα επεσυνέβη λόγω της αμέλειας αμφοτέρων των Εναγομένων. Αναφέρει περαιτέρω ότι τα νερά της βροχής δεν εύρισκαν διέξοδο και γι’αυτό μαζεύτηκαν σε τόση ποσότητα και βάθος.
Με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας στις 10/1/2024, οι συνήγοροι όλων των πλευρών συμφώνησαν και δήλωσαν το ποσό των €7.735 όσον αφορά τις ειδικές αποζημιώσεις επί πλήρους ευθύνης.
Εκείνο λοιπόν που απομένει για να αποφασιστεί από το Δικαστήριο είναι το θέμα της ευθύνης.
Προσκομισθείσα Μαρτυρία
Για την απόδειξη της υπόθεσης του Ενάγοντα κατέθεσαν τρεις μάρτυρες. Από πλευράς του Εναγόμενου 1 κατέθεσε ένας μάρτυρας και από πλευράς των Εναγομένων 2 επίσης ένας μάρτυρας. Περαιτέρω, κατά την ακροαματική διαδικασία κατατέθηκαν συνολικά 15 τεκμήρια, το περιεχόμενο των οποίων έχω μελετήσει με τη δέουσα προσοχή.
Το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και δεν κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ με λεπτομέρεια στα όσα ανέφερε ο κάθε μάρτυρας. Όμως, για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου, παραθέτω μια σύνοψη των θέσεων που προέβαλε ο κάθε ένας.
Ως Μ.Ε.1 κλήθηκε και κατέθεσε ο αστυφύλακας 3767 Ιωάννης Ανδρονίκου ο οποίος σήμερα υπηρετεί στο Αρχηγείο Λευκωσίας ενώ κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Μονής, στη Λεμεσό. Την συγκεκριμένη μέρα και ώρα που επεσυνέβη το ατύχημα ήταν όλως τυχαίως ακριβώς απέναντι στην άλλη μεριά του αυτοκινητόδρομου γιατί εξέταζε άλλο ατύχημα και άκουσε τον θόρυβο και μετά από μερικά λεπτά μετέβηκε στο επίδικο ατύχημα. Το επίδικο ατύχημα επεσυνέβη στις 16:30 στον υπεραστικό δρόμο Λεμεσού – Λευκωσίας με κατεύθυνση τη Λευκωσία.
Ακολούθως, πήρε μέτρα και εξέτασε το συμβάν και προς τούτο ανέφερε ότι ετοίμασε σχετικό σχεδιάγραμμα το οποίο και αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 1 το οποίο κατέθεσε. Διευκρίνησε ωστόσο ότι η κατάθεση η οποία περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 1 δεν είναι δικιά του όμως αυτός ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης. O μάρτυρας εξήγησε το σχεδιάγραμμα αναφέροντας ότι το σημείο μηδέν είναι η αρχή του κιγκλιδώματος μετά την έξοδο Παρεκκλησίας. Το τόξο Α είναι η πορεία του οχήματος το οποίο κρατούσε τη δεξιά λωρίδα του δρόμου κατευθυνόμενο προς Λευκωσία. Το σημείο Β είναι ένα συσσωρευμένο νερό, χαρακτηρίζοντας το συγκεκριμένα ως «λάντα». Ξεκινούσε στα 20 μέτρα από το σημείο μηδέν και είχε πλάτος γύρω στα 4 μέτρα. Το σημείο Χ είναι το σημείο που συγκρούστηκε το όχημα το οποίο και ακινητοποιήθηκε στην αριστερή λωρίδα του δρόμου. Το μήκος της «λάντας» αν και δεν αναφέρεται στο σχέδιο, ισχυρίστηκε ότι περίπου πρέπει να ήταν το ίδιο με το πλάτος. Όσον αφορά το βάθος αυτής ανέφερε ότι δεν ήταν καρτορθωτό να το ελέγξει. Επιχείρησε να το δει αλλά μόλις πάτησε το πόδι του άρχισε και βρεχόταν και δεν προχώρησε πιο μέσα να δει το βάθος. Ακολούθως, ανέφερε ότι από τα βόρεια προς τα νότια έτρεχαν κάποια νερά και «εκουλιάζαν» εκεί που είναι η λίμνη, το σημείο Β δηλαδή. Ανέφερε επίσης πως όταν ήταν παρών στο δυστύχημα νύχτωνε, η βροχή ήταν ήπια και η κίνηση μέτρια.
Ο επόμενος μάρτυρας ήταν ο Ενάγοντας (Μ.Ε.2) ο οποίος, ως μέρος της Κυρίως Εξέτασης του κατέθεσε γραπτή δήλωση ως Έγγραφο Α. Συνοπτικά, η θέση του Μ.Ε.2 είναι η ακόλουθη:
Στις 31/12/2011 είχε ξεκινήσει από το σπίτι του και βγήκε στον αυτοκινητόδρομο από την έξοδο Αγίου Τύχωνα και σε απόσταση περίπου 4χμ κοντά στην έξοδο Πύργου-Παρεκκλησίας έγινε το δυστύχημα και ενώ είχε κατεύθυνση Λεμεσού – Λευκωσίας. Η ταχύτητα του ήταν χαμηλή 80-85 χμ την ώρα λόγω του ότι ψιλόβρεχε. Η ώρα ήταν 4.30 μ.μ και ήταν σούρουπο. Αναφέρει ότι τα κανάλια ήταν ακαθάριστα διότι είχαν πυκνή βλάστηση. Λόγω του ότι ήταν κλειστά δεν έφευγε με κανονική ροή το νερό μετά τη βροχόπτωση. Υπήρξε συσσώρευση νερού, τα νερά σχημάτιζαν λίμνη και έχασε τον έλεγχο του οχήματος του. Ένεκα αυτού, υπέστη ζημιές ύψους €7.735 ποσό το οποίο και αξιώνει. Για την ζημιά θεωρεί υπεύθυνους τους Εναγόμενους 1 και 2, αλληλέγγυα και/ή χωριστά. Ο M.E.2 κατέθεσε τα Τεκμήρια 1 μέχρι 5. Kατέθεσε επίσης το Τεκμήριο προς αναγνώριση Α, το οποιο σημειώνω ότι κατά την μαρτυρία του Μ.Ε.3 κατατέθηκε εν τέλει, ως Τεκμήριο 6.
Ως Μ.Ε.3 κατέθεσε ο Ανδρέας Ιωάννου ο οποίος ανέφερε ότι διατηρεί ασφαλιστικό γραφείο ως επίσης και εταιρεία διερεύνησης τροχαίων δυστυχημάτων. Ανέφερε ότι ο Ενάγοντας υπήρξε πελάτης του ασφαλιστικού του γραφείου και επικοινώνησε μαζί του τηλεφωνικώς αναφέροντας του ότι είχε εμπλακεί σε τροχαίο δυστύχημα. Μετέβηκε στην σκηνή για να συμπληρώσει το «claim» και να πάρει φωτογραφικό υλικό. Ο εν λόγω μάρτυρας αναγνώρισε τις φωτογραφίες (Τεκμήριο προς Αναγνώριση Α) οι οποίες και κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 6. Ο εν λόγω μάρτυρας, υποδεικνύοντας τις φωτογραφίες με αριθμούς 15,16, 21 και 22 ανέφερε ότι υπήρχαν άτομα τα οποία προσπαθούσαν να καθαρίσουν μάλλον φρεάτιο. Με αναφορά τις φωτογραφίες με αριθμό 19 και 20 ανέφερε ότι απεικονίζουν το νερό που κυλά στο οδόστρωμα με «μπάζα, ποκαλάμες» που κυλούσαν στο δρόμο, ως χαρακτηριστικά ανέφερε.
Ο Γιαννάκης Πιερή (Μ.Υ.1) ήταν ο μοναδικός μάρτυρας για τον Εναγόμενο 1. Ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε γραπτή δήλωση ως Έγγραφο Β. Συνοπτικά, αναφέρω ότι οι θέσεις του ήταν οι ακόλουθες: Kατέχει την θέση του αρχιεπιστάτη στο τμήμα δημοσίων έργων ενώ την 31/12/2011 κατείχε την θέση του βοηθού επιστάτη. Τα καθήκοντα του την εν λόγω ημερομηνία ήταν να οργανώνει και να επιβλέπει είτε με συνεργία του τμήματος δημοσίων έργων είτε με ιδιώτες εργολάβους τις εργασίες εκτέλεσης και συντήρησης των δρόμων και αυτοκινητόδρομων της Επαρχίας Λεμεσού, περιλαμβανομένου του υπεραστικού δρόμου Λεμεσού – Λευκωσίας. Συνεργεία του τμήματος επιθεωρούν καθημερινά τους αυτοκινητόδρομους. Το γραφείο του Επαρχιακού μηχανικού δημοσίων έργων Λεμεσού είχε προβεί τόσο στον καθαρισμό της κεντρικής νησίδας του αυτοκινητόδρομου Λεμεσού – Λευκωσίας όσο και στο κόψιμο των χόρτων και τον καθαρισμό των αυλακιών από όλα τα άχρηστα υλικά και αντικείμενα. Το σημείο που έγινε το ατύχημα δεν παρουσίαζε οποιαδήποτε φθορά ή ζημιά και δεν έγιναν οποιασδήποτε εργασίες από τους Εναγόμενους. Ως ανεφερε ο Μ.Υ.1, το συγκεκριμένο ατύχημα ενδεχομένως, να προκλήθηκε λόγω της πολύ ψηλής ταχύτητας του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Ενάγοντας, απρόσεκτο οδήγημα, φθαρμένα ελαστικά, κακή ορατότητα λόγω των πολύ άσχημων καιρικών συνθηκών. Ισχυρίστηκε ότι ο Εναγόμενος 1 ουδεμία ευθύνη έχει για το ατύχημα. Ο Μ.Υ.1 κατέθεσε τα Τεκμήρια 7 - 10.
Ο Κυριάκος Ανδρέου (Μ.Υ.2) ήταν ο μοναδικός μάρτυρας για την Εναγόμενη 2. Ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε γραπτή δήλωση ως Έγγραφο Γ. Συνοπτικά, αναφέρω ότι ο εν λόγω μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι εργάζεται σε εταιρεία πραγματογνωμόνων και διακανονιστών ζημιών, στη θέση του μηχανολόγου μηχανικού. Στις 26/3/2012 κατόπιν οδηγιών της ασφαλιστικής εταιρείας της Εναγόμενης 2 συναντήθηκε με τον μηχανικό οδόστρωσης της Εναγόμενης 2 με τον οποίο και μετέβηκε κατά μήκος του αυτοκινητόδρομου στην πορεία προς Λευκωσία από την έξοδο Παρεκκλησίας μέχρι την έξοδο της Μονής. Στον επιτόπιο έλεγχο που διενέργησε στο σημείο που εκτελέστηκαν οι εργασίες οδόστρωσης του δρόμου από την Εναγόμενη 2 οι οποίες άρχισαν στις 7/11/2011 και ολοκληρώθηκαν στις 11/11/2011, δεν εντόπισε οποιοδήποτε φρεάτιο ή κανάλι κλειστό ωστόσο η απόσταση από το σημείο πρόσκρουσης μέχρι το σημείο στο οποίο άρχισαν οι εργασίες της Εναγόμενης 2 είναι πολύ μεγάλη. Την σκηνή του ατυχήματος επισκέφθηκε ξανά μόνος του στις 16/4/2012, 21/4/2012 και 28/4/2012. Από τα ευρήματα και τις μελέτες του κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το επίδικο ατύχημα δεν έχει σχέση με τις εργασίες οδόστρωσης της Εναγόμενης 2. Ο μάρτυρας κατέθεσε τα Τεκμήρια 11 – 15. Ειδικότερα, το Τεκμήριο 15 αποτελεί έκθεση πραγματογνωμοσύνης την οποία ετοίμασε ο μάρτυρας στις 22/6/2012, το περιεχόμενο της οποίας και υιοθέτησε.
Αξιολόγηση της Μαρτυρίας
Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με κάθε δυνατή προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου θα γίνει με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων σε αυτές, τη λογικοφάνεια και πειστικότητα της εκδοχής που παρουσιάζεται, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν τα γεγονότα και την εν γένει συμπεριφορά τους στο ειδώλιο του μάρτυρα (C & A Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου (1999) Α.Α.Δ.1273 και Ζαβρού v. Χαραλάμπους (1996) 1 Α.Α.Δ.1447)
Στα πλαίσια της αξιολόγησης λαμβάνεται επίσης υπόψη ο τρόπος με τον οποίο οι μάρτυρες απαντούσαν τις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, οι αντιδράσεις τους και γενικά η όλη συμπεριφορά τους, καθώς επίσης το περιεχόμενο τόσο της προφορικής όσο και της έγγραφης τους μαρτυρίας (Χρίστου ν. Ηροδότου κ.ά. (2008) 1 Α.Α.Δ.676 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ.614).
Είναι δε καλά γνωστό ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν γίνεται κατά τρόπο μικροσκοπικό (Ε.Γ. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 221/2017, ημερομηνίας 15.10.2019, ECLI:CY:AD:2019:B428 και Παρλάτα ν. Δημητρίου, Πολιτική Έφεση Αρ.387/09, ημερ.21.5.2014), ούτε και περιορίζεται στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ.1056) και στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται από τις δύο πλευρές (σύγγραμμα Ηλιάδη και Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, στη σελίδα 135).
Nοείται βέβαια ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται πάντοτε με κριτήριο τις δικογραφημένες προτάσεις των μερών και αντιπαραβολή με αυτές (Παπαγεωργίου v Κλάππας Investment Services Ltd (1991) 1 A.A.Δ.24).
Αξιολογώντας αρχικά τον αστ. 3767 Ιωάννη Ανδρονίκου (ΜΕ1) θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτός ήταν ουδέτερος και ανικειμενικός, παρουσιάστηκε δε στο Δικαστήριο με σκοπό να δώσει μαρτυρία αναφορικά με το ατύχημα και χωρίς να εντοπίζεται οποιαδήποτε προσπάθεια από μέρους του να βοηθήσει οποιονδήποτε από τους διάδικους. Τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση, ήταν σαφής, επεξηγηματικός και παρουσίασε στο Δικαστήριο όλα τα στοιχεία και πληροφορίες που έλαβε κατά τη διερεύνηση του δυστυχήματος, ως ο εξεταστής. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι το ατύχημα είχε συμβεί στις 16:30 το απόγευμα, ο καιρός ήταν βροχερός, ήταν ήπια η βροχή, αναφέροντας επίσης χαρακτηριστικά ότι την συγκεκριμένη μέρα και ώρα που συνέβηκε το ατύχημα βρισκόταν όλως τυχαίως ακριβώς απέναντι στην άλλη μεριά του αυτοκινητόδρομου γιατί εξέταζε άλλο ατύχημα, άκουσε τον θόρυβο και μετά από μερικά λεπτά μετέβηκε απέναντι, στο επίδικο δηλαδή ατύχημα.
Ο μάρτυρας επεξήγησε με λεπτομέρεια το περιεχόμενο του σχεδίου το οποίο ετοίμασε ο ίδιος. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι το σημείο μηδέν είναι η αρχή του κιγκλιδώματος μετά την έξοδο της Παρεκκλησιάς. Το τόξο Α είναι η πορεία του οχήματος, το οποίο κρατούσε τη δεξιά λωρίδα του δρόμου και κατευθυνόταν προς τη Λευκωσία. Ως ανέφερε χαρακτηριστικά, «το σημείο Β είναι ένα συσσωρευμένο νερό στην κυπριακή το λεγόμενο "λάντα" για να το καταλάβουμε καλύτερα, ξεκινούσε στα 20 μέτρα από το σημείο μηδέν και είχε πλάτος γύρω στα 4 μέτρα.» Συνεχίζοντας, ανέφερε ότι το σημείο Χ είναι το σημείο που συγκρούστηκε και «τρίφτηκε» για 5 μέτρα το όχημα και εκεί έχασε τον έλεγχο, έκανε στροφή και ακινητοποιήθηκε στην αριστερή λωρίδα του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του.
Ως προς το βάθος της «λάντας», ως χαρακτηριστικά την ανέφερε, ο Μ.Ε.1 είπε ότι δεν ήταν κατορθωτό να το ελέγξει αφού επιχείρησε να το δει αλλά μόλις πάτησε το πόδι του στην άκρια άρχισε και βρεχόνταν και δεν προχώρησε πιο μέσα. Ανέφερε όμως ότι κάλυπτε την άσπρη γραμμή έξω από τον δρόμο, ένα μέτρο και κάλυπτε και τα φρεάτια τα οποία δεν φαίνονταν. Ανέφερε επίσης ότι ειδοποιήθηκε το τμήμα δημοσίων έργων αλλά δεν θυμόταν εάν ήταν αυτός που τους ειδοποίησε ή ο συνάδελφος του ο οποίος βρισκόταν μαζί του.
Κατά το στάδιο της αντεξέτασης του από την κα Ερωτοκρίτου, ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι όταν τα δυστυχήματα είναι με υλικές ζημιές και δεν υπάρχουν σοβαροί τραυματισμοί ετοιμάζεται από την αστυνομία ένας άλλος φάκελος με μια σύντομη κατάθεση ένα πρόχειρο σχεδιάγραμμα. Αντεξεταζόμενος για την ώρα η οποία αναγράφεται στην αστυνομική έκθεση (Τεκμήριο 1) και συγκεκιμένα για το γεγονός ότι αναγράφεται η λέξη «μέρα», ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι δεν είναι ο ίδιος που το κατέγραψε αλλά γνωρίζει ότι στην αστυνομία αναφέρουν μόνο το μέρα και το νύχτα και δεν χρησιμοποιούν τη λέξη «σούρουπο», γι’αυτό καταγράφηκε η λέξη «μέρα». Επίσης, διευκρίνησε ότι τα όσα αναγράφονται στην αστυνομική έκθεση δεν τα κατέγραψε αυτός αλλά τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο τα θυμάται ο ίδιος, αφού ήταν παρών.
Αντεξεταζόμενος ο Μ.Ε.1 και από την κα Ματθαίου ανέφερε ότι δεν κοίταξε τα φρεάτια γιατί δεν μπορούσε να εισέλθει επειδή ήταν καλυμμένα. Επίσης, ερωτηθείς εάν υπήρχε οποιαδήποτε ένδειξη ότι στον χώρο γίνονταν έργα, ο Μ.Ε.1 απάντησε αρνητικά. Επίσης, σε ερώτηση για το πως γίνεται να διερευνήθηκε από αυτόν το περιστατικό αλλά η έκθεση να ετοιμάστηκε από άλλον, ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι το δυστύχημα διερευνήθηκε από αυτόν, έγινε ο σχετικός φάκελος ο οποίος ήταν το πρόχειρο σχέδιο μέσα μαζί με τη σύντομη κατάθεση του Ενάγοντα και την δική του για τον σταθμό. Μετά ζητήθηκε η αστυνομική έκθεση, και ετοιμάστηκε από αυτόν σύντομη έκθεση με το σχέδιo και τα έστειλε στην Τροχαία. Ανέφερε ότι δεν είδε οποινδήποτε ένδειξη ότι γίνονταν στον χώρο του ατυχήματος έργα, ούτε υπήρχε οποιαδήποτε ένδειξη της Εναγόμενης 2 ότι στον επίδικο δρόμο έκανε εργασίες.
Καθ΄όλη την διάρκεια της αντεξέτασης του τόσον από την κα Ερωτοκρίτου όσο και από την κα Ματθαίου, ο Μ.Ε.1 παρέμεινε σταθερός και ήταν ειλικρινής. Στην βάση όλων των πιο πάνω, λοιπόν, η μαρτυρία του Μ.Ε.1 γίνεται αποδεκτή στην ολότητά της.
Ο Ενάγοντας (Μ.Ε.2) μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Ήταν ειλικρινής, σταθερός και παρέθεσε με σαφήνεια τις θέσεις του. Ο εν λόγω μάρτυρας παρέμεινε σταθερός και κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του, περιλαμβανομένων και των θέσεων του ως προς τις συνθήκες πρόκλησης του ατυχήματος, οι οποίες επιβεβαιώνονται από την μαρτυρία του Μ.Ε.1 αλλά και από τα όσα καταγράφονται στο σχέδιο (μέρος του Τεκμηρίου 1). Δεν παρουσιάστηκε κατά την αντεξέταση του οποιαδήποτε σύγχυση ή αντίφαση επί των θέσεων του.
Ειδικότερα, στα πλαίσια της αντεξέτασης του από την κα Ερωτοκρίτου, ο M.E.2 ανέφερε ότι όταν ρώτησε τον Μ.Ε.1 για τα δημόσια έργα, ο τελευταίος του ανέφερε ότι τους ειδοποίησε και έρχονται και μάλιστα ως ανέφερε, μερικά λεπτά αργότερα πράγματι ήρθαν και ο χώρος ήταν γεμάτος από άγρια βλάστηση και τα νερά που έτρεχαν, έτρεχαν με χόρτα. Μετέπειτα, ανέφερε ότι τους είδε όταν είχαν έρθει και μπήκαν μέσα και καθάρισαν. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι τα κανάλια ήταν «full κλειστά» γι’αυτό όταν μπήκαν οι ανθρώποι για να καθαρίσουν έφυγε όλο το νερό και ο δρόμος γέμισε χόρτα ενώ προς απόδειξη των ισχυρισμών του παρέπεμψε και στις φωτογραφίες (Τεκμήριο 6). Ανέφερε επίσης ότι έγιναν εργασίες κατά μήκος του δρόμου από το round about Γερμασόγειας μέχρι και τον Άγιο Γεώργιο Αλαμάνου οι οποίες και ολοκληρώθηκαν ένα με ενάμιση μήνα πριν το δυστύχημα χωρίς ωστόσο να ήταν σε θέση να καθορίσει το χρονικό πλαίσιο.
Αντεξεταζόμενος ο Μ.Ε.2 και από την κα Ματθαίου και σε υποβολή ότι δεν έχει γνώση για τα φρεάτια και δεν μπορεί να αντιληφθεί κατά πόσον είναι ανοικτά ή κλειστά, ανέφερε ότι πριν τον καθαρισμό, πατούσαν μέσα στα νερά και το νερό συμμαζεύτηκε εκεί διότι τα κανάλια ήταν κλειστά και δεν μπορούσε να διαφύγει. Όσον αφορά την Εναγόμενη 2, ο Μ.Ε.2 ανέφερε με ειλικρίνια ότι εκεί, δεν υπήρχε οποιοσδήποτε από την Εναγόμενη 2 ούτε κάποια ένδειξη αναφορικά με αυτήν. Η μόνη σύνδεση της Εναγόμενης 2 με το επίδικο δυστύχημα ήταν ότι όταν πηγαινοερχόταν στην δουλειά του, τους έβλεπε ότι έκαναν εργασίες ένα με ενάμιση μήνα πριν, όχι στο συγκεκριμένο σημείο αλλά σε άλλα σημεία αναφέροντας καταληκτικά ότι το αν τελικά αυτή δεν φέρει ευθύνη θα το αποφασίσει το Δικαστήριο.
Στη βάση όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι ο Μ.Ε.2 είναι μάρτυρας αλήθειας και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στην ολότητά της.
Σε σχέση με τον Μ.Ε.3, αυτός μου έκανε επίσης καλή εντύπωση. Κρίνω ότι παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο με μοναδικό σκοπό να πει την αλήθεια. Ανέφερε ότι μετέβηκε στην σκηνή στις 31/12/2011 μετά από τηλεφώνημα του Ενάγοντα και αναγνωρίζοντας τις φωτογραφίες (Τεκμήριο 6) τις οποίες έβγαλε ο ίδιος, επεξήγησε αυτά τα οποία φαίνονται σε αυτές τα οποία και φωτογράφησε.
Αντεξεταζόμενος ο Μ.Ε.3 από την κα Ερωτοκρίτου παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του και απαντούσε με αμεσότητα τις ερωτήσεις, χωρίς υπεκφυγές. Σε ερώτηση για το εάν όταν πήγε εκεί είδε νερά στον δρόμο, ο Μ.Ε.3 απάντησε χαρακτηριστικά: «Εννοείται, αφού τα έχω φωτογραφίσει. Το ρυάκι που τρέχει στον δρόμο με τα μπάζα να κινούνται απλά, δεν έχει video…Σας έχω πει και προηγουμένως, στις φωτογραφίες 19 και 20…» Ανέφερε επίσης ότι στις φωτογραφίες 21 και 22 φαίνεται «ότι καθαρίζουν το διαχωριστικό των τεσσάρων λωρίδων από τα μπάζα που εμπόδιζαν το νερό να απορροφηθεί και να μην ρέει στο οδόστρωμα των δύο αριστερών λωρίδων, δηλαδή από Λεμεσό προς Λευκωσία λόγω κλίσης του οδοστρώματος.» Σε υποβολή της συνηγόρου του Εναγόμενου 1 ότι μετέβηκε στο Δικαστήριο για να βοηθήσει τον Ενάγοντα, ο Μ.Ε.3 απάντησε με αμεσότητα και ευθύτητα τα ακόλουθα:
«Κατ΄αρχάς δεν ήρθα να βοηθήσω κανένα. Ήρθα να πω ότι ναι, έχω πάει στη σκηνή του τροχαίου, έχω βγάλει κάποιες φωτογραφίες για να μπορέσω να είμαι πιο σωστός, να θέσω την λέξη σωστός προς την ασφαλιστική μου εταιρεία, τίποτε περισσότερο, τίποτε λιγότερο.»
Αντεξεταζόμενος ο Μ.Ε.3 και από την κα Ματθαίου, παρέμεινε σταθερός στις αρχικές του θέσεις χωρίς καμία προσπάθεια υπεκφυγής. Ανέφερε ότι δεν θυμάται ούτε την ώρα που έλαβε το τηλεφώνημα από τον Ενάγοντα ούτε την ώρα που έφτασε στη σκηνή. Σε υποβολή της συνηγόρου της Εναγόμενης 2 ότι τα νερά που υπήρχαν όπως και τα μπάζα υπήρχαν εκεί λόγω της κακοκαιρίας και της έντονης βροχόπτωσης, ο Μ.Ε.3 απάντησε:
«Και στην 19 και στην 20 για καλή μας τύχη όλους βλέπουμε δύο λωρίδες κυκλοφορίας, η μια είναι καθαρή και η άλλη είναι με τα μπάζα. Οπότε φαίνονται ξεκάθαρα ότι υπάρχει ροή νερού στη μια εκ των δύο λωρίδων στο συγκεκριμένο σημείο, γιατί σε κάποιο άλλο σημείο μπορεί να είναι και οι δύο λωρίδες με τα μπάζα.»
Όσον αφορά τα άτομα τα οποία βρίσκονταν εκεί, ανέφερε ότι ο λόγος ήταν η αποκατάσταση του προβλήματος το οποίο πρόβλημα ήταν το νερό από το διαχωριστικό που υπάρχει στις τέσσερις λωρίδες που λόγω της κλήσης του δρόμου έρρεε στις λωρίδες από Λεμεσό προς Λευκωσία. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας και για το εάν είδε καθόλου πινακίδες ή οποιανδήποτε άλλη ένδειξη που να υποδηλώνει ότι γίνονταν εργασίες από την Εναγόμενη 2, απάντησε αρνητικά.
Ο Μ.Ε.3 ήταν ειλικρινής και σταθερός καθ΄όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του. Συνεπώς, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στην ολότητά της.
Προχωρώ στην αξιολόγηση του Μ.Υ.1 ο οποίος κατέθεσε για τον Εναγόμενο 1. Ο εν λόγω μάρτυρας δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Παρακολουθώντας τον εν λόγω μάρτυρα στην ζωντανή ατμόσφαιρά της δίκης, ήταν εμφανές ότι η μαρτυρία του δεν ήταν πειστική ενώ με αυτήν αποσκοπούσε όχι στο να πει την αλήθεια αλλά να απαλλάξει τον Εναγόμενο 1 από οποιαδήποτε ευθύνη.
Κατά την αντεξέταση του από τον κ.Κονταξή, ο Μ.Υ.1 ανέφερε ότι το Επαρχιακό Γραφείο του μηχανικού των Δημοσίων Έργων Λεμεσού είναι το αρμόδιο πρόσωπο από τη Δημοκρατία που έχει την επόπτευση των εργασιών στον περαστικό δρόμο. Ανέφερε επίσης ότι κατά την εκτέλεση συμμετείχε και ο ίδιος στις εργασίες ως επιβλέπων και γνωρίζει προσωπικά την υπόθεση και τον χώρο εργασιών που έχουν γίνει για την κατασκευή του οδοστρώματος από την Εναγόμενη 2. Ανέφερε ότι η συντήρηση του αυτοκινητόδρομου εμπίπτει στο αρμόδιο τμήμα δημοσίων έργων.
Αντεξεταζόμενος, ο εν λόγω μάρτυρας παρατήρησα ότι τα όσα ανέφερε είχαν μια δόση υπερβολής, στην προσπάθεια του να αποφύγει την οποιαδήποτε ευθύνη. Συγκεκριμένα, ήταν βέβαιος ότι στο σημείο που είχε γίνει το συμβάν είχε καθαριστεί πλήρως ο δρόμος και τα κανάλια ενώ ανέφερε επίσης με βεβαιότητα ότι ο αυτοκινητόδρομος παρακολουθείται καθημερινώς και είχαν κάθε μέρα εικόνα αυτού. Όμως, αυτά τα οποία ανέφερε δεν επιβεβαιώνονται από τα Τεκμήρια που κατέθεσε, αφού ειδικότερα στο Τεκμήριο 7 αναφέρεται ότι οι εργασίες καθαρισμού του αυτοκινητόδρομου έγιναν μεταξύ 3/10/2011 – 17/10/2011 ενώ το επίδικο ατύχημα έγινε στις 31/12/2011. Ερωτηθείς επίσης και για το εάν γνωρίζει πόση ήταν η βροχόπτωση την ώρα του ατυχήματος, απάντησε ότι από τα στοιχεία που έχουν ζητήσει από την Μετεορολογική Υπηρεσία ήταν έντονη ψηλή και σε σημείο που θεωρείται θεομηνία αν είχε διάρκεια 10-15 λεπτά. Εντούτοις, σημειώνω ότι δεν μετέβηκε στο Δικαστήριο ως μάρτυρας οποιοδήποτε πρόσωπο εκ μέρους της Μετερεολογικής Υπηρεσίας ούτε κατατέθηκε οποιοδήποτε Τεκμήριο που να επιβεβαιώνει τα όσα ουσιαστικά με βεβαιότητα ανέφερε ο μάρτυρας.
Παρακολουθώντας τον Μ.Υ.1 να καταθέτει στην ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, κρίνω ότι δεν ήταν μάρτυρας αλήθειας. Από την μαρτυρία του, αποδέχομαι μόνο ότι τα δημόσια έργα, ήτοι ο Εναγόμενος 1, ήταν κατά τον επίδικο χρόνο υπεύθυνος για την συντήρηση του εν λόγω αυτοκινητόδρομου καθώς επίσης και ότι στο σημείο ακριβώς που έγινε το ατύχημα δεν έγιναν οποιασδήποτε εργασίες. Κατά τα λοιπά, η μαρτυρία του απορρίπτεται ως αναξιόπιστη.
Προχωρώ στην αξιολόγηση του Μ.Υ.2 ο οποίος κατέθεσε για την Εναγόμενη 2. Ο Μ.Υ.2 μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας. Απαντούσε με σαφήνεια και αμεσότητα ενώ δεν έχω διαπιστώσει αντιφάσεις στα όσα ανέφερε. Ήταν επίσης επεξηγηματικός και συνεπής στις θέσεις που εξέφρασε κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του, θέσεις οι οποίες δεν κλονίστηκαν κατά την αντεξέταση του. Οι δε θέσεις του εδράζονταν τόσο στις γνώσεις και στην πείρα του, αλλά και στη ιδιότητα του. Δεν έχω δε καμιά αμφιβολία ότι κατέθεσε ως ανεξάρτητος και αντικειμενικός πραγματογνώμονας, η πραγματογνωμοσύνη του οποίου σημειώνω ότι δεν αμφισβητήθηκε.
Είναι φανερό από αυτά τα οποία ανέφερε στο Δικαστήριο ο Μ.Υ.2 ότι δεν είχε προσωπική ανάμειξη στα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στις 31/12/2011. Αντεξεταζόμενος ο εν λόγω μάρτυρας από τον κ.Κονταξή ανέφερε ότι πήγε στο σημείο του δυστυχήματος για πρώτη φορά ενάμιση μήνα μετά το δυστύχημα και μετέπειτα πήγε επίσης αρκετές φορές, ήταν μέρα, ο καιρός δεν ήταν βροχερός και συμφώνησε με τον συνήγορο του Ενάγοντα ότι οι συνθήκες που επικρατούσαν κατά την επίσκεψη του εκεί δεν ήταν οι ίδιες που επικρατούσαν κατά την ημέρα του ατυχήματος. Ανέφερε επίσης ότι δεν γνωρίζει αν τα φρεάτια εκείνη τη νύχτα στο σημείο του ατυχήματος ήταν ανοικτά, κλειστά, καθαρά ούτε εάν έγιναν κάποιες εργασίες προηγουμένως.
Ερωτηθείς και για το εάν έγιναν και άλλες εργασίες κατά μήκος του αυτοκινητόδρομου πριν τις 8/11/2011 – 11/11/2011 ο εν λόγω μάρτυρας και πάλιν απάντησε ότι δεν το γνωρίζει. Το μόνο που ήταν σε θέση να αναφέρει επί τούτου ήταν ότι οι εργασίες που έγιναν από την Εναγόμενη 2 ήταν από τις 8/11/11 μέχρι τις 11/11/2011 σε άλλο όμως σημείο του αυτοκινητόδρομου. Δεν παραβλέπω ότι κατά την κυρίως εξέταση του ο μάρτυρας ανέφερε ότι οι εργασίες της Εναγόμενης 2 ξεκίνησαν στις 7/11/2011 ενώ κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι ξεκίνησαν στις 8/11/2011. Αυτό όμως από μόνο του δεν είναι αρκετό για να κλονιστεί η αξιοπιστία του εν λόγω μάρτυρα. Παρ΄όλο που στο τέλος της ημέρας η εν λόγω ημερομηνία δεν έχει ιδιαίτερη σημασία στην παρούσα υπόθεση, σημειώνω, για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου, ότι αποδέχομαι εν τέλει την θέση του ότι οι εργασίες της Εναγόμενης 2 ξεκίνησαν στις 8/11/2011.
Σε υποβολή του συνηγόρου του Ενάγοντα ότι στο επίδικο σημείο υπήρχε συσσώρευση νερού, ο μάρτυρας ήταν επίσης ειλικρινής αφού ανέφερε ότι δεν το γνωρίζει αφού η επίσκεψη του ήταν ενάμιση μήνα μετά το δυστύχημα και κατά την επίσκεψη του δεν εντόπισε κάτι τέτοιο. Σε περαιτέρω ερωτήσεις που του τέθηκαν κατά την αντεξέταση του από τον συνήγορο του Ενάγοντα για το εάν γνωρίζει εάν μετέβηκε συνεργείο μετά το συμβάν για καθαρισμό των καναλιών, για το εάν έβρεχε τον επίδικο χρόνο, για το εάν λειτουργούσαν σωστά τα κανάλια, ο μάρτυρας απάντησε επίσης ότι δεν γνωρίζει.
Το μόνο που ήταν σε θέση να αναφέρει επί τούτου, ήταν ότι στο σημείο εκείνο του δρόμου που έγινε το ατύχημα δεν θα έπρεπε να υπάρχει συσσώρευση νερού. Συγκεκριμένα, λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«E. Δείχνω από το Τεκμήριο 1 το σχεδιάγραμμα. Στο σχεδιάγραμμα και στο δεξιά του δρόμου ως η πορεία του οχήματος του ενάγοντος φαίνεται να έχει σχηματιστεί κάποια... εγώ λίμνη θα το έλεγα, από νερό. Συμφωνείς, φαίνεται;
A. Ναι, το σημείο «Β» αναφέρεστε.
E. Μάλιστα. Μπορείς να μας εξηγήσεις ο λόγος που είχε σχηματιστεί αυτή η λίμνη, το διερεύνησες;
A. Δεν μπορώ να γνωρίζω τον λόγο που μάζεψε νερό σε εκείνο το σημείο.
E. Εγώ σου υποβάλλω, κύριε μάρτυρα, ότι όσο έντονη και αν ήταν η βροχόπτωση, που εκείνη τη στιγμή δεν ήταν τόσο έντονη, δεν δικαιολογείται η συσσώρευση αυτού του νερού εκεί.
A. Συμφωνώ ότι δεν θα έπρεπε να υπάρχει, ναι.»
(Η έμφαση είναι του Δικαστηρίου)
Συνακόλουθα, ο Μ.Υ.2 κρίνεται ως αξιόπιστος και ειλικρινής μάρτυρας και συναφώς αποδέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητά της.
Εισηγήσεις των συνηγόρων των διαδίκων
Μετά το πέρας της μαρτυρίας, οι συνήγοροι των διαδίκων προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Έχω μελετήσει με προσοχή τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς και τα έχω λάβει υπόψιν για τους σκοπούς έκδοσης της απόφασης μου.
Ευρήματα του Δικαστηρίου και Συμπεράσματα σε σχέση με το θέμα της ευθύνης
Με βάση τη μαρτυρία που έγινε δεκτή καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα:
Την 31/12/2011 περί τις 4:30 μ.μ και ενώ ο Ενάγοντας οδηγούσε το όχημα του νόμιμα και κανονικά, στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού – Λευκωσίας, με κατεύθυνση τη Λευκωσία, παρά την έξοδο Παρεκκλησίας, απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος του από νερά που είχαν μαζευτεί ένεκα βροχόπτωσης. Η βροχόπτωση δεν ήταν έντονη αλλά ήπια και ήταν σούρουπο. Τα νερά είχαν μαζευτεί επειδή δεν διέφευγαν από τα κανάλια διαφυγής των όμβρυων υδάτων με αποτέλεσμα αυτά να λιμνάσουν στο συγκεκριμένο σημείο όπου έγινε το επίδικο ατύχημα. Η λίμνη αυτή ξεκινούσε στα 20 μέτρα από την αρχή του κιγκλιδώματος μετά την έξοδο της Παρεκκλησιάς και είχε πλάτος περίπου 4 μέτρα. Το όχημα του Ενάγοντα προσέκρουσε στο κυκλίδωμα με αποτέλεσμα να καταστραφεί ολοσχερώς. Στο σημείο που έγινε το ατύχημα, δεν έγιναν οποιεσδήποτε εργασίες κατά τον επίδικο χρόνο. Οι εργασίες οδόστρωσης της Εναγόμενης 2 ξεκίνησαν στις 8/11/2011 και ολοκληρώθηκαν στις 11/11/2011 σε άλλο όμως σημείο του αυτοκινητόδρομου. Ειδικότερα, τα λιμνάζοντα νερά στο οδόστρωμα παρουσιάστηκαν στα 20 μέτρα μετά την έξοδο Παρεκκλησιάς, το σημείο πρόσκρουσης ήταν στα 100 μέτρα μετά την έξοδο Παρεκκλησίας ενώ το αρχικό σημείο των εργασιών ήταν στα 1.300 μέτρα από την έξοδο Παρεκκλησιάς.
Τα δημόσια έργα, ήτοι ο Εναγόμενος 1, ήταν κατά τον επίδικο χρόνο υπεύθυνος για την συντήρηση του αυτοκινητόδρομου Λεμεσού – Λευκωσίας.
Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων και της ενώπιον μου αποδεκτής μαρτυρίας θα προχωρήσω να εξετάσω την ευθύνη για το επίδικο ατύχημα στη βάση των δικογράφων.
Είναι επαρκώς νομολογημένο ότι η αμέλεια είναι θέμα γεγονότος το οποίο αποφασίζεται με βάση τις συνθήκες και περιστάσεις της κάθε υπόθεσης (βλέπε Patsalides v. Yiapani (1969) 1 C.L.R. 84 και Panayiotou v. Mavrou (1970) 1 C.L.R. 215).
Η ευθύνη αποφασίζεται στη βάση του συνόλου της μαρτυρίας που έχει προσκομιστεί, ανεξάρτητα εάν είναι μαρτυρία που έχει προσαχθεί από τον ενάγοντα ή τον εναγόμενο (βλέπε Kardanos Transport Co. Limited v. Γεώργιος άλλως Κόκος Κωνσταντίνου, Πολιτική Έφεση 88/2008, απόφαση ημερομηνίας 22.2.2011).
Στα πλαίσια εκδίκασης μιας τέτοιας υπόθεσης το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να αποφασίσει αν έχει αποδειχθεί αμέλεια σε βάρος των εναγομένων ή οιουδήποτε εξ αυτών και εάν η απάντηση στο ερώτημα είναι καταφατική, τότε θα πρέπει να εξετάσει εάν ο Ενάγοντας υπέχει συντρέχουσα αμέλεια και ακολουθως να καθορίσει τα εκατέρωθεν ποσοστά ευθύνης (βλ.Φοίβος Μαυρίδης v.Rima J.Dharaghji κ.α (1990) 1 Α.Α.Δ.1013.
Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ζιπιτή κ.ά. (2003) 1(Β) Α.Α.Δ. 749, ο εφεσίβλητος 2 ο οποίος οδηγούσε το όχημά του στον αυτοκινητόδρομο Λάρνακας-Λευκωσίας, έχασε τον έλεγχό του και αφού συγκρούστηκε με το διαχωριστικό διάζωμα, ανατράπηκε στην αριστερή πλευρά του δρόμου. Όπως διαπιστώθηκε, κοντά στο σημείο σύγκρουσης του αυτοκινήτου με το διάζωμα, υπήρχε στο οδόστρωμα ένα κοίλωμα διαμέτρου 3 περίπου μέτρων και βάθους 5εκ. Ο εφεσίβλητος 2 ισχυρίστηκε ότι η απώλεια του ελέγχου του οχήματός του, οφειλόταν σε πτώση στο κοίλωμα το οποίο δεν ήταν ορατό λόγω νερών της βροχής. Το Εφετείο επιβεβαίωσε κατ' αρχήν την ύπαρξη της υποχρέωσης της Δημοκρατίας να διατηρεί τους δρόμους της αρμοδιότητας της, περιλαμβανομένων και των αυτοκινητοδρόμων σε καλή κατάσταση και το ότι είναι αδιάφορο ουσιαστικά το αν η ευθύνη της αυτή βασίζεται σε δημόσια οχληρία ή αμέλεια, αφού τα δύο αυτά αστικά αδικήματα αλληλοκαλύπτονται. Αναφορικά με το θέμα του κατά πόσο μια κατάσταση πραγμάτων επί του δρόμου συνιστά κίνδυνο, το Εφετείο ανέφερε ότι αυτό εξαρτάται από το κατά πόσο η ζημιά ήταν εύλογα προβλεπτή. Αν η δημιουργηθείσα κατάσταση είναι τέτοια που είναι εύλογο να αναμένεται από τα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο πρόκληση ζημιάς, τότε υπάρχει δημόσια οχληρία. Αν δε ένας λογικός άνθρωπος, λαμβάνοντας υπόψιν όλες τις περιπτώσεις, μπορεί να θεωρήσει ότι υπάρχει πράγματι η πιθανότητα τραυματισμού κάποιου που ταξιδεύει στο δρόμο, τότε η κατάσταση συνιστά κίνδυνο. Όπου όμως η πιθανότητα πρόκλησης ζημιάς είναι τόσο απομεμακρυσμένη που θα την απέρριπτε αμέσως, επειδή ήταν βέβαια δυνατή αλλά καθόλου πιθανή, τότε η κατάσταση δεν συνιστά κίνδυνο.
Στην απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση Burnside and Another v. Emerson and Others [1968] 3 All E.R. 741, ο οδηγός αυτοκινήτου υπό συνθήκες έντονης και παρατεταμένης βροχής, εισήλθε εντός λίμνης νερού που βρισκόταν στο μέσο του δρόμου και, αφού απώλεσε τον έλεγχο, κινήθηκε δεξιά και συγκρούστηκε με εξ' αντιθέτου κατευθύνσεως ερχόμενο όχημα. Στην εν λόγω απόφαση ξεκαθαρίστηκαν οι προϋποθέσεις για καταλογισμό ευθύνης σε δημοτικά συμβούλια, τις οποίες έθεσε ο Lord Denning M.R. και είναι οι ακόλουθες:
1. Ο ενάγων θα πρέπει να αποδείξει ότι ο δρόμος ήταν σε τέτοια κατάσταση ώστε να ήταν επικίνδυνος για την τροχαία κίνηση.
2. Ο ενάγων θα πρέπει να αποδείξει ότι η επικινδυνότητα οφειλόταν σε παράλειψη συντήρησης ή επιδιόρθωσης. Εδώ γίνεται διάκριση μεταξύ ενός μόνιμου κινδύνου που οφείλεται σε έλλειψη επιδιόρθωσης και ενός παροδικού κινδύνου που οφείλεται στα στοιχεία της φύσης. Στο δεύτερο περιλαμβάνεται ο κίνδυνος από χιόνι, παγετό ή έντονη βροχόπτωση και σ' αυτή την περίπτωση ο παροδικός κίνδυνος που προκαλείται για σύντομο χρονικό διάστημα, δεν συνιστά μαρτυρία περί παράλειψης επιδιόρθωσης ή συντήρησης. Ειδικότερα ως προς τη βροχόπτωση, η πρόκληση πλημμύρας στο δρόμο λόγω έντονης βροχής δεν είναι αρκετή μαρτυρία.
3. Εάν πράγματι διαπιστώνεται παράλειψη συντήρησης/ επιδιόρθωσης, η αρμόδια αρχή είναι εκ πρώτης όψεως υπεύθυνη για οποιαδήποτε ζημιά προκαλείται λόγω αυτής και μπορεί τότε μόνο να αποφύγει ευθύνη, εάν αποδείξει ότι άσκησε τέτοια επιμέλεια και φροντίδα, όση ήταν εύλογη.
Επίσης, στην ίδια υπόθεση τονίστηκε ότι η υποχρέωση αρμόδιας αρχής όπως επισκευάζει/συντηρεί τους δρόμους, σίγουρα περιλαμβάνει και το καθήκον όπως ο δρόμος διαθέτει ένα επαρκές σύστημα διοχέτευσης των ομβρίων υδάτων.
Η Βurnside (ανωτέρω) έτυχε αναφοράς και στην υπόθεση Χριστόφορος Χαγκούδης και Γεώργιος Γεωργίου, ως διαχειριστές της περιουσίας της αποβιώσασας Πολύμνιας Γεωργίου Χαγκούδη v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (2009) 1 ΑΑΔ 1574, στην οποία διαπιστώθηκε αντικειμενικά και αναντίλεκτα ότι η απώλεια ελέγχου του οχήματος που οδηγούσε η θανούσα οφειλόταν σε απότομη πλαγιολίσθηση η οποία προκλήθηκε λόγω της διόδου του μέσα από τη λίμνη νερών που λίμναζαν στο κοίλωμα.
Στην παρούσα υπόθεση, δεν χωρά αμφιβολία ότι η ύπαρξη της λίμνης νερού στον αυτοκινητόδρομο δημιουργούσε μια ιδιαίτερα επικίνδυνη κατάσταση για τους οδηγούς. Σύμφωνα με την μαρτυρία την οποία αποδέκτηκα, σε εκείνο το σημείο του αυτοκινητόδρομου που έγινε το ατύχημα δεν υπήρχε επαρκές σύστημα διαφυγής των ομβρίων υδάτων και το νερό λίμναζε. Δηλαδή, η επικινδυνότητα προκλήθηκε από παράλειψη επιδιόρθωσης/συντήρησης του αυτοκινητόδρομου. Ο Εναγόμενος 1 ο οποίος είχε την υποχρέωση να επιδιορθώνει/συντηρεί τον αυτοκινητόδρομο δεν κατέδειξε ότι άσκησε την εύλογη επιμέλεια και φροντίδα η οποία απαιτείτο υπό τις περιστάσεις και απέτυχε να λειτουργεί το σύστημα ικανοποιητικά έτσι ώστε να μην λιμνάζουν τα νερά στο συγκεκριμένο σημείο.
Με βάση όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι ο κίνδυνος που δημιουργήθηκε στον αυτοκινητόδρομο σχετιζόταν με την παράλειψη συντήρησης/επιδιόρθωσης από πλευράς του Εναγόμενου 1 ως αρμόδιας αρχής. Συνακόλουθα, με βάση την ευθύνη που είχε ο Εναγόμενος 1 αναφορικά με την κατάσταση του αυτοκινητόδρομου και η παράλειψη λήψης μέτρων, οδηγεί στο ασφαλές συμπεράσμα ότι είναι εκ των πραγμάτων υπεύθυνος για το ατύχημα. Συναφώς, σημειώνεται ότι οι λεπτομέρειες αμέλειας που αποδίδονται στον Εναγόμενο 1 έχουν αποδειχθεί. Συγκεκριμένα, έχει αποδειχθεί ότι ο Εναγόμενος 1 κατέστησε τον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Λευκωσίας επικίνδυνο για τα οχήματα και δη για το όχημα του Ενάγοντα, δεν επανάνοιξε τα φρεάτια με αποτέλεσμα τα νερά της βροχής που είχαν μαζευτεί να μην είχαν την αναγκαία διέξοδο και να σχηματίσουν λίμνη εντός του αυτοκινητόδρομου.
Συνεπώς, με βάση όλα τα ανωτέρω, προκύπτει ότι η Εναγόμενη 1 έχει ευθύνη για το επίδικο ατύχημα.
Όσον αφορά τώρα την Εναγόμενη 2, σύμφωνα με την μαρτυρία που αποδέχτηκα καθώς επίσης και τα ευρήματά μου, κρίνω ότι οι εργασίες οδόστρωσης οι οποίες έγιναν από αυτήν ολοκληρώθηκαν στις 11/11/2011 σε άλλο σημείο του αυτοκινητόδρομου. Ειδικότερα, τα λιμνάζοντα νερά στο οδόστρωμα παρουσιάστηκαν στα 20 μέτρα μετά την έξοδο Παρεκκλησιάς, το σημείο πρόσκρουσης ήταν στα 100 μέτρα μετά την έξοδο Παρεκκλησίας ενώ το αρχικό σημείο των εργασιών ήταν στα 1.300 μέτρα από την έξοδο Παρεκκλησιάς. Σύμφωνα με όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, φρονώ ότι δεν δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να συνδέει την Εναγόμενη 2 με το επίδικο ατύχημα με οποιονδήποτε τρόπο. Συνεπώς, προκύπτει αβίαστα ότι αυτή δεν έχει οποιαδήποτε ευθύνη για το ατύχημα.
Συντρέχουσα αμέλεια
Η βασική διαφορά ανάμεσα στο εύρημα για αμέλεια και το εύρημα για συντρέχουσα αμέλεια βρίσκεται στο ότι στην περίπτωση της αμέλειας η ευθύνη συναρτάται με την παράλειψη εκπλήρωσης του καθήκοντος επιμέλειας προς άλλους, ενώ στην περίπτωση της συντρέχουσας αμέλειας με την παράλειψη του ενάγοντα να λάβει προβλεπτές προφυλάξεις για την δική του ασφάλεια και την ασφάλεια της περιουσίας του (Βλ. Χαραλάμπους κ.α. v. Κασάπη (1988) 1 ΑΑΔ 125).
Στην αγγλική αυθεντία Fardon v. Harcourt-Rivington (1932) All E.R. Rep. 81, υποδεικνύονται τα ακόλουθα στη σελίδα 83:
«The root of this liability is negligence, and what is negligence depends on the facts with which you have to deal. If the possibility of the danger emerging is reasonably apparent, then to take no precautions is negligence; but if the possibility of danger emerging is only a mere possibility which would never occur to the mind of a reasonable man, then there is no negligence in not having taken extraordinary precautions.»
Επίσης, ο Λόρδος Denning σημειώνει τα ακόλουθα στην Jones v.Livox Quarries Ltd (1952) 2 Q.B.608, στη σελίδα 615:
«Although contributory negligence does not depend on a duty of care, it does depend on foreseeability. Just as actionable negligence requires the foreseeability of harm to others, so contributory negligence requires the foreseeability of harm to oneself. A person is guilty of contributory negligence if he ought reasonably to have foreseen that, if he did not act as a reasonable, prudent man, he might be hurt himself; and in his reckonings he must take into account the possibility of others being careless.»
Οι αρχές αυτές έγιναν δεκτές και από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου(Βλ. Elpiniki Panayiotou v. Georgios Kyriakou Markos (1970) 1 C.L.R. 215, Christos Charalambides v. Polyvios Michaelides (1973)1 C.L.R 66, Patsalides v. Yapani and Another (1969) 1 C.L.R 84, Vacanas v. Thomas and Another (1982) 1 C.L.R. 530 και Μαϊττά ν. Γεωργίου κ.ά. (1998) 1 Α.Α.Δ. 1).
Στην υπόθεση Γεωργική Εταιρεία Πλατώνια Λτδ ν. Mohammad Al Sharif (2012) 1 ΑΑΔ 28 λέχθηκε με αναφορά στην υπόθεση Θεόδωρος Λαζάρου ν. Νέμεσις Εργοληπτική Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.ά. (2011) 1 ΑΑΔ 1325 ότι η συντρέχουσα αμέλεια δεν εδράζεται σε καθήκον επιμέλειας που φέρει ο ενάγων απέναντι στον εναγόμενο, αλλά στο καθήκον αυτοπροστασίας του με την επίδειξη ανάλογης επιμέλειας. Το βάρος της απόδειξης συντρέχουσας αμέλειας το φέρει ο εναγόμενος και δεν εναπόκειται στον ενάγοντα να το αποσείσει εκ προοιμίου (Βλ. Charlesworth & Percy on Negligence 7η έκδ. σελ. 146-147, παρ. 3-11).
Στην υπόθεση Νεόφυτος Σολωμού ν. Γενικού Εισαγγελέα (2009) 1 ΑΑΔ 623 λέχθηκε όσον αφορά το ζήτημα της συντρέχουσας αμέλειας ότι το μόνο που απαιτείται να αποδειχθεί είναι κατά πόσο το βλαβέν πρόσωπο, παρά το δικό του συμφέρον, παρέλειψε να ασκήσει εύλογη φροντίδα για την δική του ασφάλεια και συνέβαλε με την δική του παράλειψη στην πρόκληση της βλάβης που υπέστη. (Βλ., επίσης, Siakos v. Nicolaou (1980)1 CLR 333 και Xenophontos and Another v. Anastassiou (1981) 1 CLR 521).
Υπό το φως των πιο πάνω αρχών θα προχωρήσω να εξετάσω εάν ο Ενάγοντας είναι υπόλογος συντρέχουσας αμέλειας. Σύμφωνα με τα ευρήματά μου ο Ενάγοντας κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε το όχημα του νόμιμα και κανονικά, στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού – Λευκωσίας, με κατεύθυνση τη Λευκωσία, απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος του από νερά που είχαν μαζευτεί ένεκα βροχόπτωσης και επειδή δεν διέφευγαν από τα κανάλια διαφυγής των όμβρυων υδάτων, αυτά λίμνασαν στο συγκεκριμένο σημείο όπου έγινε το επίδικο ατύχημα. Ήταν αυτός ο κίνδυνος ένας προβλεπτός ή εύλογα φανερός κίνδυνος για τον οποίο ο Ενάγοντας όφειλε για την δική του ασφάλεια να είχε λάβει προφυλάξεις ώστε να μην συμβεί το ατύχημα; Φρονώ πως όχι. Κρίνω ότι ο Ενάγοντας δεν όφειλε να προβλέψει ότι στον αυτοκινητόδρομο θα υπήρχε αυτός ο κίνδυνος έτσι ώστε να λάβει οποιεσδήποτε προφυλάξεις. Ούτε και προσκομίσθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι ο Ενάγοντας οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα, χωρίς την δέουσα προσοχή και φροντίδα, οδηγούσε με ελαττωματικά φρένα, παρέλειψε να συντηρήσει το όχημα του, ως οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί του Εναγόμενου 1. Ειδικότερα, όσον αφορά τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου 1 περί ελαττωματικότητας των φρένων και παράλειψης συντήρησης του οχήματος του Ενάγοντα, σημειώνω ότι ο Ενάγοντας κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 πιστοποιητικό καταλληλότητας του οχήματος του στο οποίο μάλιστα αναγράφεται ως ημερομηνία τεχνικού ελέγχου η 9/12/2011. Όσον αφορά το εν λόγω Τεκμήριο, ο Ενάγοντας δεν αντεξετάστηκε.
Με βάση όλα τα πιο πάνω, καταλήγω λοιπόν ότι ο Εναγόμενος 1 είναι αποκλειστικά υπεύθυνος για το ατύχημα.
Κατάληξη
Με δεδομένη την πιο πάνω κατάληξη μου σε σχέση με την αποκλειστική ευθύνη του Εναγόμενου 1 για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος, η αγωγή όσον αφορά τον Εναγόμενο 1 δεν μπορεί παρά να επιτύχει.
Συνεπώς, εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγομένου 1 για το ποσό των €7.735 ως ειδικές αποζημιώσεις.
Αναφορικά με τον τόκο, με βάση τις καθιερωμένες αρχές, εκτός εάν διαπιστωθεί αδικαιολόγητη καθυστέρηση ή ολιγωρία εκ μέρους του ενάγοντα, επιδικάζεται νόμιμος τόκος από την ημέρα γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος επί του ποσού των γενικών αποζημιώσεων καθώς και επί των ειδικών αποζημιώσεων, μειωμένος όμως κατά το ήμισυ, έτσι ώστε να αντισταθμιστεί το ότι δεν προκύπτει όλη η ζημιά από την αρχή (βλέπε Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου (1991) 1 Α.Α.Δ. 475 και Θεοδούλου ν. A. Panayides Contracting Ltd (1999) 1 A.A.Δ. 2134).
Στην παρούσα υπόθεση το αγώγιμο δικαίωμα δημιουργήθηκε στις 31/12/2011 και το Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα καταχωρήθηκε στις 22/1/2014. Προκύπτει ότι υπήρξε καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής, χωρίς μάλιστα αυτή να δικαιολογηθεί από τον Ενάγοντα. Συνεπώς, επιδικάζεται νόμιμος τόκος επί του πιο πάνω ποσού από την ημερομηνία καταχώρησης του Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος, ήτοι από τις 22/1/2014 μέχρι εξοφλήσεως.
Τα έξοδα της αγωγής, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου 1.
Σε ότι αφορά την αξίωση του Ενάγοντα εναντίον της Εναγόμενης 2, αυτή αναπόφευκτα απορρίπτεται και επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Εναγόμενης 2 και εναντίον του Ενάγοντα όπως επίσης θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπ.) ………..……..……..……….
Μ. Μιλτιάδου, Ε.Δ.
ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
Subject: Civil/Other Actions/Final
(Αναφορά: Αστικό/Τελική Απόφαση/ατύχημα)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο