ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.
Αριθμός Απαίτησης: 256/2025 (i-justice)
Μεταξύ:
BOPP ENERGY LTD
Εναγόντων
και
1. Dobrinskiy Kirill
2. Dobrinskaya Svetlana
Εναγόμενων
--------------------
Αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης, ημερομηνίας 6/6/2025
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 15/12/2025
EMΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για ενάγοντες - αιτητές: κ. Λ. Λαζάρου, για Σ. Α. ΘΩΜΑ Δ.Ε.Π.Ε.
Για εναγόμενους 1 και 2 - καθ’ ων η αίτηση: κα Τζ. Ζήνωνος, για J. ZENONOS & ASSOCIATES LLC
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Η ενάγοντες καταχώρησαν την αγωγή τους με έντυπο απαίτησης μαζί με έκθεση απαίτησης, στις 7/3/2025. Με την έκθεση απαίτησης αξιώνουν - μεταξύ άλλων - πρώτο, απόφαση και/ή διάταγμα ότι οι εναγόμενοι, ουδέν δικαίωμα έχουν να επεμβαίνουν, εισέρχονται, κατέχουν, διαμένουν και/ή καθ’ οιονδήποτε τρόπο χρησιμοποιούν και/ή εκμεταλλεύονται μια οικία στη Γερμασόγεια Λεμεσού (στο εξής «επίμαχη οικία»), δεύτερο, απόφαση και/ή διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται οι εναγόμενοι να εκκενώσουν και παραδώσουν στους ενάγοντες, άμεσα και/ή εντός του χρόνου που ήθελε αποφασίσει το Δικαστήριο, ελεύθερη την κατοχή και χρήση της επίμαχης οικίας, τρίτο, απόφαση για το ποσό των €19.500 που αντιπροσωπεύει τα δεδουλευμένα ενοίκια για τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2024 και Ιανουάριο του 2025, τέταρτο, ενδιάμεσα κέρδη εκ €10.500 μηνιαίως από 13/2/2025 μέχρι εκκένωσης και παράδοσης της ελεύθερης κατοχής της επίμαχης οικίας, πέμπτο, παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση και έκτο, νόμιμο τόκο επί παντός ποσού που θα επιδικάσει το Δικαστήριο, από 13/11/2024 που οφείλεται το πρώτο ενοίκιο και/ή από την ημερομηνία που ήθελε αποφασίσει ορθή και δίκαιη το Δικαστήριο.
Οι εναγόμενοι, στις 12/5/2025 καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης και στις 30/5/2025, υπεράσπιση και ανταπαίτηση.
Με την υπεράσπιση - μεταξύ άλλων - εγείρουν τρεις προδικαστικές ενστάσεις. Σύμφωνα με την πρώτη, η αγωγή δεν μπορεί να συνεχίσει και/ή θα πρέπει να απορριφθεί καθότι είναι επιπόλαια και ενοχλητική, προκαλεί αμηχανία στους εναγόμενους και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και/ή γίνεται για αλλότριους σκοπούς και/ή αποσκοπεί στην έμμεση παράκαμψη της προγενέστερης αγωγής με αριθμό 1088/2024. Σύμφωνα με τη δεύτερη, σε σχέση με την κατοχή και/ή ενοικίαση και/ή αμφισβητούμενη ιδιοκτησία της επίμαχης οικίας και/ή συναφή ζητήματα έχει εγερθεί από τη THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED (στο εξής «Themis») ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, η αγωγή με αριθμό 1088/2024, γεγονός γνωστό στους ενάγοντες, που είναι εκ των εναγόμενων στην εν λόγω αγωγή, τόσο δυνάμει της απαίτησης της Themis και της απαίτησης εναντίον των εναγόντων από τους εναγόμενους, δυνάμει του Μέρους 21.6 των Κανονισμών και αν οι εναγόμενοι στην παρούσα είχαν οποιαδήποτε δικαιώματα όφειλαν και μπορούσαν να τα διεκδικήσουν δια μέσω των εκκρεμούντων διαδικασιών στα πλαίσια της αγωγής 1088/2024. Και σύμφωνα με την τρίτη, η παρούσα αγωγή συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, εφόσον επιδιώκεται ο ίδιος σκοπός με παράλληλες διαδικασίες.
Με την ανταπαίτησή τους οι εναγόμενοι, αξιώνουν εναντίον των εναγόντων, πρώτο, επιστροφή του ποσού των €13.000 που πληρώθηκαν ως εγγύηση, δεύτερο, γενικές και/ή τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις για σκοπούμενη και εκ προοιμίου, παράβαση σύμβασης και τρίτο, νόμιμο τόκο.
Οι ενάγοντες, στις 5/6/2025 καταχώρησαν απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση και στις 6/6/2025 την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητούν συνοπτική απόφαση σε σχέση με όλες τις παραπάνω αξιώσεις τους.
Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη η υπάλληλος στο γραφείο των δικηγόρων τους, Παντελίτσα Θωμά.
Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση. Αποτελείται από 4 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη ο υπάλληλος στο γραφείο των δικηγόρων τους, Ανδρέας Κακαθύμης.
Παρεμβάλλεται ότι τόσο η αγωγή όσο και η υπό κρίση αίτηση εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των - νέων - Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 (στο εξής «ΚΠΔ»).
Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση των γεγονότων και της γραπτής μαρτυρίας που αναφέρονται στην αίτηση και την ένσταση. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενό τους και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων των δικηγόρων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω.
Με τον τρίτο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι η αίτηση δε στηρίζεται από ικανοποιητική μαρτυρία και/ή συνοδεύεται από ανεπαρκή και/ή ελαττωματική και/ή παράτυπη ένορκη δήλωση. Συγκεκριμένα, η ένορκη δήλωση περιέχει διαζευκτικούς ισχυρισμούς και δεν αναφέρεται στα μέρη με την ιδιότητά τους στα πλαίσια της επίδικης αίτηση, ήτοι, «Αιτήτρια και Καθ’ ων η Αίτηση», προκαλώντας σύγχυση και καθιστώντας την ένορκη δήλωση ανυπόστατη.
Αρχίζοντας από το πρώτο, κατά πόσο η αίτηση στηρίζεται ή όχι σε ικανοποιητική μαρτυρία είναι κάτι που διαφανεί στη συνέχεια. Κατά τα λοιπά δε συμφωνώ ότι ισχύουν όλα όσα επικαλούνται οι εναγόμενοι για σκοπούς στοιχειοθέτησης της θέσης τους ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση είναι είτε ανεπαρκής είτε ελαττωματική είτε παράτυπη και πολύ περισσότερο, στο βαθμό που ισχύουν, ότι προκαλούν σύγχυση και καθιστούν την εν λόγω ένορκη δήλωση, ανυπόστατη.
Οι εναγόμενοι δεν αναφέρουν σε ποιους διαζευκτικούς ισχυρισμούς αναφέρονται προκειμένου να είμαι σε θέση να τοποθετηθώ επί της θέσης τους. Εν πάση περιπτώσει, δε διαπιστώνω να περιέχονται οποιοδήποτε τέτοιοι, ουσιώδεις ισχυρισμοί, που να καθιστούν την ένορκη δήλωση ελαττωματική. Το τελευταίο ισχύει και για το γεγονός, ότι πράγματι, στην εν λόγω ένορκη δήλωση, η ομνύουσα αναφέρεται σε ενάγουσα και σε εναγόμενους και όχι σε αιτήτρια και καθ’ ων η αίτηση.
Προστίθενται και τα εξής:
Σύμφωνα με το Μέρος 3.8 των ΚΠΔ με τίτλο «Γενική εξουσία του δικαστηρίου για διόρθωση θεμάτων όταν υπήρξε διαδικαστικό σφάλμα»:
«(1) Όταν υπήρξε διαδικαστικό σφάλμα, όπως παράλειψη συμμόρφωσης με κανονισμό:
(α) το σφάλμα δεν ακυρώνει οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία εκτός αν κάτι τέτοιο διαταχθεί από το δικαστήριο· και
(β) το δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα διόρθωσης του σφάλματος.
(2) Δικαστήριο δεν εκδίδει διάταγμα ακύρωσης οποιουδήποτε βήματος εκτός αν ικανοποιηθεί ότι:
(α) το διαδικαστικό σφάλμα ήταν σοβαρό· και
(β) τέτοιο διάταγμα είναι αναγκαίο προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, λαμβάνοντας υπόψη τον πρωταρχικό σκοπό
(1) Όταν διάδικος παραλείπει να συμμορφωθεί με κανονισμό ή δικαστικό διάταγμα, οποιαδήποτε κύρωση για μη συμμόρφωση, η οποία επιβάλλεται από τον κανονισμό ή το δικαστικό διάταγμα, ισχύει, εκτός αν ο διάδικος, ο οποίος παρέλειψε να συμμορφωθεί αιτηθεί και εξασφαλίσει απαλλαγή από την κύρωση.
Σύμφωνα με το Μέρος 1.2(1):
«Οι παρόντες κανονισμοί αποτελούν διαδικαστικό κώδικα, πρωταρχικός σκοπός του οποίου είναι η παροχή στο δικαστήριο δυνατότητας χειρισμού υποθέσεων κατά τρόπο δίκαιο και με αναλογικό κόστος.»
Οι αρχές που αναδύονται από το απόσπασμα που ακολουθεί από την πρόσφατη υπόθεση ΜΑΡΚΟΥ ΚΟΥΖΑΛΗ (ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΑ, ΔΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΉ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ, ΤΖΙΟΒΑΝΗ ΚΟΥΖΑΛΗ) v. GORDIAN HOLDINGS LIMITED, Αίτηση Αρ. 5/2023, ημερ. 2/7/2024, κατά τη γνώμη μου, θα πρέπει να αποτελούν οδοδείκτη για όλους, όταν ανακύπτουν θέματα, όπως το εγειρόμενο με τον υπό εξέταση λόγο ένστασης και ιδίως, όταν το πραγματικό που το συνθέτει είναι ήσσονος σοβαρότητας και σημασίας:
«Κατ’ αρχάς, να λεχθεί ότι δεν διαπιστώνεται κακοπιστία από μέρους του συνηγόρου του αιτητή και αυτό φαίνεται από την ίδια τη δήλωση του, όσον αφορά το λόγο γιατί δεν συμμορφώθηκε, εξ αρχής, με τις απαιτήσεις του σχετικού μέρους των Κανονισμών. Είναι γεγονός ότι το άρθρο 9(3)(γ) του Νόμου, προβλέπει για την, καινοτόμο, τρίτου βαθμού δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ενώ νεοφανείς είναι και οι σχετικοί Κανονισμοί που υποστηρίζουν τη διαδικασία σε σχέση με αυτή. Εν πάση περιπτώσει, προς το σκοπό προώθησης οποιασδήποτε από τις δικαιοδοσίες του άρθρου 9(3)(γ) του Νόμου, προβλέπονται στους προαναφερθέντες Κανονισμούς και ειδικά στον Κ. 8(1) ότι: «Οποιαδήποτε παράλειψη διαδίκου να συμμορφωθεί με τους Κανονισμούς, δεν καθιστά τη διαδικασία άκυρη ή ακυρώσιμη.». Η πιο πάνω πρόβλεψη αντανακλά την παρόμοια πρόνοια στη Δ.64 Κ.1, η οποία είχε αποδειχθεί σωτήρια σε περιπτώσεις μη συμμόρφωσης με τους ισχύοντες, τότε, Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας. Τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση στην υπόθεση Cybarco Ltd v. Rawnselo Trading Co Ltd (2002) 1 A.A.Δ. 1288. Το ακόλουθο απόσπασμα, από τη σελίδα 1291 αυτής, είναι ενδεικτικό της αρχής επί της οποίας η Δ.64 έτυχε εφαρμογής:
«Η εξίσωση όμως, που επέφερε η νέα Διαταγή, της κάθε μορφής παράλειψης διαδίκου να συμμορφωθεί με τους τύπους ή άλλες διατάξεις του Διαδικαστικού Κανονισμού, με διορθώσιμη παρατυπία, στην οποία απέβλεψαν οι πιο δικαιοκρατικές αντιλήψεις, που διαπνέουν τη Δ.64 επιτρέπουν από το 1995, υπό προϋποθέσεις, τη διάσωση έφεσης στην οποία ελλείπει η αιτιολογία, όπως ακριβώς είναι η κρινόμενη περίπτωση.»
Επιπρόσθετα, πέραν των οδηγιών που το Δικαστήριο έχει εξουσία να δώσει ως, «θεωρεί κατάλληλες, λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητα της μη συμμόρφωσης και γενικά τις περιστάσεις της υπόθεσης», (Κ.8(2)), υπάρχει και η δυνατότητα, δυνάμει του Κ.33, για καταχώρηση αίτησης, προς το σκοπό τροποποίησης εγγράφου που καταχωρείται στο πλαίσιο διαδικασίας ενώπιον του. Εν προκειμένω ο αιτητής επιζητεί τη συνδρομή του συγκεκριμένου κανονισμού για την τροποποίηση της κύριας αίτησης.
Πλέον σημαντική, όμως, ως προς το σκοπό των Κανονισμών, είναι η πρόνοια στον Κ.3. Σύμφωνα με αυτό, το Δικαστήριο, κατά την ενάσκηση της εξουσίας του, σε σχέση με οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον του, λαμβάνει υπόψη ότι, «Πρωταρχικός σκοπός των Κανονισμών είναι να διασφαλιστεί το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο και ότι το Δικαστήριο θα λειτουργεί δίκαια και αποτελεσματικά». Επίσης, λαμβάνει υπόψη, ότι σε κάθε περίπτωση «…πρέπει να ερμηνεύει και να εφαρμόζει τους Κανονισμούς με σκοπό τη διασφάλιση της πρόσβασης σε αυτό κατά τρόπο δίκαιο και αποτελεσματικό και προς αποφυγή αχρείαστων διαδικασιών σε σχέση με διαδικαστικά θέματα», (Κ.3). Ο συγκεκριμένος Κανονισμός, που είναι στο πνεύμα του Μέρους 1 (Πρωταρχικός σκοπός) των νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, κατευθύνει το Δικαστήριο μακριά από τυπολατρικές προσεγγίσεις και στη στόχευση, αντιθέτως, της διαδικασίας, στην εξέταση, σε κάθε περίπτωση, της ουσίας της, παρακάμπτοντας σκόπιμες δικονομικές περιπλοκές και τακτικές κωλυσιεργίες.»
Ακολουθεί ότι ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης είναι αβάσιμος.
Με τον πρώτο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου και της νομολογίας για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Μεταξύ άλλων, προστίθεται, οι ενάγοντες απέτυχαν να αποσείσουν το βάρος απόδειξης ότι η υπεράσπιση των εναγόμενων δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας. Με το δεύτερο λόγο υποβάλλεται ότι δεν εξυπηρετείται το συμφέρον της δικαιοσύνης με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και τέλος, με τον τέταρτο λόγο, ότι πέραν και άνευ επηρεασμού των τριών προηγούμενων λόγων, η αίτηση είναι καταχρηστική και παραβιάζει τα συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαιώματα των εναγόμενων.
Η αίτηση διέπεται από Μέρος 24 των ΚΠΔ. Ακολουθεί αυτούσιο:
«24.1. Πεδίο εφαρμογής του παρόντος Μέρους
(1) To παρόν Μέρος παραθέτει τη διαδικασία με την οποία το δικαστήριο δύναται να αποφασίσει επί απαίτησης ή συγκεκριμένου ζητήματος χωρίς δίκη.
(2) To δικαστήριο δύναται να εκδώσει συνοπτική απόφαση εναντίον ενάγοντα ή εναγόμενου σε οποιοδήποτε είδος δικαστικής διαδικασίας.
24.2. Λόγοι έκδοσης συνοπτικής απόφασης
(1) Το δικαστήριο δύναται να εκδώσει συνοπτική απόφαση εναντίον ενάγοντα ή εναγόμενου επί του συνόλου απαίτησης ή επί συγκεκριμένου ζητήματος αν:
(α) κρίνει ότι:
(i) ο ενάγων δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης ή του ζητήματος· ή
(ii) ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης ή του ζητήματος· και
(β) δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.
24.3. Διαδικασία
(1) Ενάγων δεν δύναται να αιτηθεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης μέχρις ότου ο εναγόμενος εναντίον του οποίου υποβάλλεται η αίτηση έχει καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης, εκτός αν το δικαστήριο δώσει άδεια.
(2) Αν ενάγων αιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης προτού ο εναγόμενος εναντίον του οποίου υποβάλλεται η αίτηση καταχωρίσει υπεράσπιση, ο εναγόμενος δεν χρειάζεται να καταχωρίσει υπεράσπιση πριν από την ακρόαση.
(3) Όταν ορίζεται ακρόαση αίτησης για συνοπτική απόφαση, δίδεται στον καθ’ ου η αίτηση (ή στους διαδίκους όταν η ακρόαση ορίζεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο) ειδοποίηση τουλάχιστον 14 ημερών για την ημερομηνία ακρόασης.
24.4. Η Αίτηση
(1) Υπό την επιφύλαξη των προνοιών του παρόντος Μέρους, η αίτηση υποβάλλεται σύμφωνα με το Μέρος 23.
(2) Η αίτηση ή η μαρτυρία η οποία περιέχεται ή αναφέρεται σε αυτή ή επιδίδεται με αυτή:
(α) προσδιορίζει περιεκτικά οποιοδήποτε νομικό σημείο ή πρόνοια σε έγγραφο στα οποία στηρίζεται ο αιτητής, ή/και
(3) Εκτός αν η ίδια η αίτηση περιέχει το σύνολο τής μαρτυρίας (αν υπάρχει) στην οποία στηρίζεται ο αιτητής, η αίτηση πρέπει να προσδιορίζει τη γραπτή μαρτυρία στην οποία στηρίζεται ο αιτητής. Αυτό δεν επηρεάζει το δικαίωμα του αιτητή να καταχωρίσει πρόσθετη μαρτυρία, δυνάμει του κανονισμού 24.5(2).
24.5. Μαρτυρία για σκοπούς ακρόασης αίτησης για συνοπτική απόφαση
(1) Αν ο καθ’ ου η αίτηση σε αίτηση για συνοπτική απόφαση επιθυμεί να στηριχθεί σε γραπτή μαρτυρία στην ακρόαση, αυτός :
(α) καταχωρίζει τη γραπτή μαρτυρία· και
(β) επιδίδει αντίγραφο αυτής σε κάθε άλλο διάδικο στην αίτηση, τουλάχιστον 7 ημέρες πριν από την ακρόαση της αίτησης για συνοπτική απόφαση, εκτός αν το δικαστήριο δώσει διαφορετικές οδηγίες.
(2) Αν ο αιτητής επιθυμεί να στηριχθεί σε γραπτή μαρτυρία προς απάντηση, αυτός :
(α) καταχωρίζει τη γραπτή μαρτυρία· και
(β) επιδίδει αντίγραφο αυτής στον καθ’ ου η αίτηση, τουλάχιστον 3 ημέρες πριν από την ακρόαση της αίτησης για συνοπτική απόφαση, εκτός αν το δικαστήριο δώσει διαφορετικές οδηγίες.
(3) Όταν ακρόαση αίτησης για συνοπτική απόφαση ορίζεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο χωρίς την έκδοση άλλων οδηγιών:
(α) οποιοσδήποτε διάδικος, ο οποίος επιθυμεί να στηριχθεί σε γραπτή μαρτυρία κατά την ακρόαση:
(i) καταχωρίζει τη γραπτή μαρτυρία· και
(ii) εκτός αν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά, επιδίδει αντίγραφα αυτής σε κάθε άλλο διάδικο στη διαδικασία, τουλάχιστον 7 ημέρες πριν από την ημερομηνία της ακρόασης·
(β) οποιοσδήποτε διάδικος, ο οποίος επιθυμεί να στηριχθεί σε γραπτή μαρτυρία κατά την ακρόαση προς απάντηση γραπτής μαρτυρίας οποιουδήποτε άλλου διαδίκου :
(i) καταχωρίζει τη γραπτή απαντητική μαρτυρία· και
(ii) εκτός αν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά, επιδίδει αντίγραφα αυτής σε κάθε άλλο διάδικο στη διαδικασία, τουλάχιστον 3 ημέρες πριν από την ημερομηνία της ακρόασης.
(4) Ο παρών κανονισμός δεν απαιτεί:
(α) την καταχώριση γραπτής μαρτυρίας αν αυτή έχει ήδη καταχωριστεί· ή
(β) την επίδοση γραπτής μαρτυρίας σε διάδικο στον οποίο έχει ήδη επιδοθεί.
(5) Το σύνολο της γραπτής μαρτυρίας, η οποία καταχωρίζεται επιβεβαιώνεται με δήλωση αληθείας.
24.6. Διατάγματα τα οποία δύναται να εκδώσει το δικαστήριο
(1) Τα διατάγματα τα οποία δύναται να εκδώσει το δικαστήριο κατόπιν αίτησης, δυνάμει του Μέρους 24 περιλαμβάνουν:
(α) απόφαση επί της απαίτησης,
(β) διαγραφή ή απόρριψη της απαίτησης,
(γ) απόρριψη της αίτησης,
(δ) διάταγμα υπό όρους.
(2) Διάταγμα υπό όρους είναι διάταγμα το οποίο απαιτεί από διάδικο:
(α) να καταβάλει χρηματικό ποσό στο δικαστήριο, ή
(β) να πραγματοποιήσει συγκεκριμένο βήμα σε σχέση με την απαίτηση ή υπεράσπιση του διαδίκου, κατά περίπτωση, και προνοεί ότι η απαίτηση τού διαδίκου αυτού θα απορρίπτεται ή το δικόγραφό του θα διαγράφεται αν ο διάδικος δεν συμμορφωθεί.
(3) Το δικαστήριο δύναται επίσης:
(α) να δώσει οδηγίες ως προς την καταχώριση και επίδοση υπεράσπισης·
(β) να δώσει περαιτέρω οδηγίες για τη διαχείριση της υπόθεσης.
24.7. Παραμερισμός διατάγματος συνοπτικής απόφασης
(1) Αν εκδοθεί διάταγμα για συνοπτική απόφαση εναντίον καθ’ ου η αίτηση, ο οποίος δεν εμφανίστηκε στην ακρόαση της αίτησης, ο καθ’ ου η αίτηση δύναται να αιτηθεί τον παραμερισμό ή τη διαφοροποίηση του διατάγματος.
(2) Κατά την ακρόαση αίτησης, δυνάμει του παρόντος κανονισμού, το δικαστήριο δύναται να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα ως κρίνει δίκαιο.»
Από την παραπάνω πρόνοια - για ό,τι μας ενδιαφέρει - προκύπτουν τα εξής:
Το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει συνοπτική απόφαση εναντίον του εναγόμενου σε σχέση με όλες ή για μερικές από τις αξιώσεις του ενάγοντα, εάν κρίνει ότι ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης στην εναντίον του απαίτηση, δηλαδή την αγωγή και δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη, δηλαδή σε πλήρη και κανονική ακρόαση.
Ο ενάγοντας, εκτός εάν έχει εξασφαλίσει την άδεια του Δικαστηρίου, μέχρις ότου ο εναγόμενος καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης, δεν μπορεί να καταχωρήσει αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης.
Η αίτηση υποβάλλεται σύμφωνα με το Μέρος 23 των ΚΠΔ και η αίτηση ή η υποστηρικτική της μαρτυρία, θα πρέπει, πρώτο, να προσδιορίζει περιεκτικά το νομικό σημείο/σημεία ή την πρόνοια/πρόνοιες στο έγγραφο/έγγραφα στα οποία στηρίζεται ο ενάγοντας ή/και, να αναφέρει ότι η αίτηση υποβάλλεται διότι ο ενάγοντας πιστεύει ότι με βάση τη μαρτυρία, ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης και ότι δεν γνωρίζει άλλο λόγο για τον οποίο η αίτηση πρέπει να εκδικαστεί. Η φράση «ή/και» έχει την έννοια ότι αρκεί να ικανοποιείται η μια από τις δυο αυτές απαιτήσεις. Δεύτερο, δεδομένου ότι η αίτηση θα πρέπει να υποβάλλεται σύμφωνα με το Μέρος 23, για σκοπούς στοιχειοθέτησής της απαιτείται η προσαγωγή μαρτυρίας, επί της ουσίας της απαίτησης η οποία μπορεί να προκύπτει είτε από στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης είτε από το περιεχόμενο σχετικών ενόρκων δηλώσεων, οι οποίες θα πρέπει να επισυνάπτονται στην αίτηση. Εκτός εάν το σύνολο της μαρτυρίας στην οποία στηρίζεται η αίτηση περιέχεται στην ίδια την αίτηση, αυτή θα πρέπει να προσδιορίζει τη γραπτή μαρτυρία στην οποία στηρίζεται ο ενάγοντας, χωρίς να επηρεάζεται το δικαίωμά του να καταχωρήσει πρόσθετη μαρτυρία. Τέλος, η μαρτυρία θα πρέπει να επιβεβαιώνεται με δήλωση αλήθειας.
Συναφώς με τα παραπάνω και το Μέρος 24 των ΚΔΠ, ελλείψει δεσμευτικής νομολογίας θεωρώ χρήσιμες τις ακόλουθες ερμηνευτικές επισημάνσεις/παρατηρήσεις από την πρωτόδικη απόφαση στην υπόθεση THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LTD ν. ΑΛΕΞΙΑ ΧΑΤΖΗΦΥΛΑΚΤΟΥ, Αρ. Αγωγής: 445/2024, ημερ. 28/4/2025:
«Επισημαίνω εδώ ότι ένεκα του ότι οι συγκεκριμένες πρόνοιες συνιστούν πρόνοιες που πρόσφατα εισήχθηκαν στην κυπριακή δικονομική τάξη και οι οποίες, έστω και αν σε κάποιο βαθμό προσομοιάζουν με τις φαινομενικά αντίστοιχες πρόνοιες των «παλαιών» Θεσμών, δηλαδή της Δ.18 (συνοπτική απόφαση) είναι εντούτοις διαφορετικές, έχω ανατρέξει για καθοδήγηση στο εγνωσμένου κύρους νομικό σύγγραμμα BLACKSTONE'S CIVIL PRACTICE 2019, όπου στις σελίδες 614 - 623 αναλύεται η νομική πτυχή και ο τρόπος εφαρμογής των αντίστοιχων αγγλικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (CPR r.24) οι οποίοι είναι όμοιοι με τους υπό κρίση κυπριακούς Κανονισμούς (Μ.24). Γίνεται μάλιστα εκεί και συγκριτική αναφορά στους παλαιούς αγγλικούς κανονισμούς οι οποίοι είναι σε μεγάλο βαθμό πανομοιότυποι με τους παλαιούς κυπριακούς Θεσμούς. Ενόψει λοιπόν και της απουσίας στο παρόν στάδιο οποιασδήποτε κυπριακής νομολογίας σε σχέση με τους συγκεκριμένους κυπριακούς Κανονισμούς, κρίνω σκόπιμο όπως εκεί όπου χρειάζεται να παραθέσω αυτούσια και σε κάποια έκταση τα σχετικά αποσπάσματα από τον Blackstone's (σε ελεύθερη μετάφραση στα ελληνικά):
…..
Όσον αφορά τώρα το «τεστ» για την έκδοση συνοπτικής απόφασης δυνάμει του Μ.24, αναφέρονται τα εξής σχετικά στον Blackstone's ανωτέρω:
«Τεστ για Έκδοση Συνοπτικής Απόφασης
.Αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης αποφασίζεται με βάση το κατά πόσο ο καθ΄ ου η αίτηση αποκαλύπτει υπόθεση που έχει κάποια πραγματική προοπτική επιτυχίας για την οποία λαμβάνεται υπόψη ο πρωταρχικός σκοπός μεταχείρισης των υποθέσεων κατά τρόπο δίκαιο. Αυτό έχει λεχθεί ότι συνάδει με την ανάγκη για δίκαιη δίκη που επιβάλλει το άρθρο 6(1) της ΕΣΔΑ . Το κατά πόσο υπάρχει πραγματική προοπτική επιτυχίας αποφασίζεται με το ίδιο τεστ που ισχύει για τις αιτήσεις παραμερισμού απόφασης που εκδόθηκε ερήμην (βλ.E.D. and F. Man Liquid Products Ltd v Patel [2003] EWCA Civ 472). Το ερώτημα είναι κατά πόσο υπάρχει μια πραγματική προοπτική επιτυχίας της υπόθεσης ως έχει δικογραφηθεί με την έκθεση απαίτησης. Στην υπόθεση Swain v Hillman [2001] 1 All ER 91.(λέχθηκε) ότι οι λέξεις «καμία πραγματική προοπτική επιτυχίας» δεν χρειάζονταν καμία επέκταση καθώς μιλούσαν από μόνες τους. Η λέξη «πραγματική» κατεύθυνε το δικαστήριο στην ανάγκη να διαπιστώσει εάν υπήρχε μια ρεαλιστική, σε αντίθεση με μια φανταστική, προοπτική επιτυχίας. Η φράση δεν σημαίνει «πραγματική και ουσιαστική» προοπτική επιτυχίας. Ούτε σημαίνει ότι συνοπτική απόφαση θα εκδοθεί μόνο εάν η αξίωση ή η υπεράσπιση «είναι βέβαιο ότι θα απορριφθεί στη δίκη». Ούτε ότι η υπεράσπιση είναι «σοβαρά αμφισβητήσιμη» (National Infrastructure Development Co. Ltd ν Banco Santander SA (2011] EWCA Civ 27... Ούτε απαιτεί να υπάρχουν πειστικά αποδεικτικά στοιχεία, αλλά απλώς αρκετά αποδεικτικά στοιχεία για να εγείρουν μια πραγματική πιθανότητα περί ύπαρξης αντίθετης υπόθεσης (Korea National Insurance Corporation ν Allianz Global Corporate and Speciality AG [2007) EWCA Civ 1066... Στην Bee v Jenson [2006] EWHC 2534 (Comm). το δικαστήριο υιοθέτησε την προσέγγιση που εξήγησε ο Potter LJ στην υπόθεση E. D. Και F Man Liquid Products Ltd ν Patel [2003] EWCA CIV 472... «η υπεράσπιση που ζητείται να υποστηριχθεί πρέπει να φέρει κάποιο βαθμό πειστικότητας. Και οι δύο προσεγγίσεις απαιτούν από τον εναγόμενο να έχει μια υπόθεση που είναι καλύτερη από απλώς συζητήσιμη, όπως ίσχυε προηγουμένως βάσει του RSC Ord. 14.ο δικαστής θα πρέπει να λάβει υπόψη τη γραπτή μαρτυρία και να διερωτηθεί κατά πόσο η υπόθεση δύναται να ενισχυθεί με μαρτυρία κατά τη δίκη. όπου η μαρτυρία του καθ' ου η αίτηση, στο απόγειο της, δεν εγείρει την πιθανότητα υπεράσπισης αλλά είναι στη σφαίρα της απλής (και σαφώς απίθανης) πιθανότητας, (τότε) είναι ορθό να εκδοθεί συνοπτική απόφαση (Akinleye v East Sussex Hospitals NHS Trust [2008] EWHC 68 (QB).Αντιστρόφως, όπου υπάρχει κάποια προοπτική επιτυχίας, το δικαστήριο θα αρνηθεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης και δεν θα πρέπει να διεξάγει μια μίνι δίκη σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα (cotton v Rickard Metals Inc. [2008] EWHC 824 (QB).
Το ερώτημα του κατά πόσο υπάρχει μια πραγματική προοπτική επιτυχίας δεν προσεγγίζεται με την εφαρμογή του συνήθους βάρους απόδειξης του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Πολλές υποθέσεις θα επιτύχουν στη δίκη αλλά θα είναι ακατάλληλες για συνοπτική απόφαση επειδή υπάρχουν πολυπλοκότητες, διαφωνίες γεγονότων ή περαιτέρω διερευνήσεις που θα πρέπει να επιλυθούν κατά την διάρκεια της διαχείρισης της υπόθεσης. Αιτήσεις για συνοπτική απόφαση θα πρέπει να κρατούνται εντός του σωστού ρόλου τους. Δεν αποσκοπούν στο να αποφευχθεί η ανάγκη για δίκη όπου υπάρχουν θέματα που θα πρέπει να εξεταστούν σε δίκη. Επιπλέον η ακρόαση αίτησης για συνοπτική απόφαση δεν θα πρέπει να συνιστά μίνι - δίκη. Είναι απλά συνοπτικές ακροάσεις προκειμένου να διεκπεραιωθούν υποθέσεις οι οποίες δεν έχουν πραγματική πιθανότητα επιτυχίας.
Βάρος απόδειξης
.το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του αιτητή να αποδείξει ότι η υπόθεση του καθ' ου η αίτηση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας.
Πολύπλοκες Υποθέσεις
Πολύπλοκες υποθέσεις, υποθέσεις οι οποίες εδράζονται σε πολύπλοκα γεγονότα και υποθέσεις με θέματα που αφορούν και νομικά αλλά και πραγματικά θέματα όπου ο νόμος είναι πολύπλοκος μάλλον δεν είναι κατάλληλα για έκδοση συνοπτικής απόφασης.
Υπεράσπιση επί της ουσίας
Όταν αντιμετωπίζει αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης από ένα ενάγοντα, ο εναγόμενος ενδεχομένως να επιχειρήσει να καταδείξει ότι (έχει) υπεράσπιση με πραγματική πιθανότητα επιτυχίας στη βάση (α) Μίας ουσιαστικής υπεράσπισης.(β) Ενός νομικού σημείου που καταστρέφει την υπόθεση του ενάγοντα.(γ) άρνησης των γεγονότων που συνθέτουν το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα.(δ) περαιτέρω γεγονότα που απαντούν στη βάση αγωγής του ενάγοντα
Ένα παράδειγμα με βάση τους παλιούς θεσμούς ήταν η υπόθεση Mercer v Craven Storage Ltd [1994]CLC 328.(όπου) ο εναγόμενος είχε ισχυριστεί ότι ο ενάγοντας είχε συμφωνήσει (με τρίτο πρόσωπο) για την αφαίρεση των εμπορευμάτων του από την αποθήκη του εναγόμενου. Με απλή πλειοψηφία αποφασίστηκε ότι αυτή η υπεράσπιση ήγειρε νομικά και πραγματικά ζητήματα που έπρεπε να εκδικαστούν σε κανονική δίκη. Με την αλλαγή όμως του «τεστ» αυτή η υπόθεση ενδεχομένως σήμερα να κατάληγε σε έκδοση κάποιου διατάγματος υπό όρους.
Νομικά Σημεία και ερμηνεία εγγράφων
Παρόλο που οι αιτήσεις για συνοπτικές αποφάσεις δεν θα πρέπει να επιτρέπεται να μετατρέπονται σε μίνι δίκες, όταν η υπόθεση αφορά ζήτημα ερμηνείας ενός όρου σε μια σύμβαση, το Δικαστήριο συνήθως θα επιλύσει το ζήτημα και θα εκδώσει την ανάλογη απόφαση του (Wootton ν Telecommunications UK Ltd (2000) LTL4/5/2000)...όπου στα πλαίσια αίτησης για συνοπτική απόφαση εγείρεται ένα ξεκάθαρο νομικό ζήτημα υπό τύπο υπεράσπισης, το Δικαστήριο θα πρέπει να το αποφασίσει άμεσα. Αυτό ακόμα και αν το ερώτημα είναι, εκ πρώτης όψεως, κάποιας πολυπλοκότητας και επομένως θα χρειαστεί χρόνος για να επιχειρηματολογηθεί (Cow v Casey [1949] 1 KB 474). Το να μην αποφασιστεί μια υπόθεση μετά που προβάλλεται πλήρης επιχειρηματολογία στο Δικαστήριο θα συνεπάγεται να οδηγηθεί η υπόθεση σε δίκη όπου η επιχειρηματολογία απλά θα επαναπροβληθεί με συνεπακόλουθο την πρόκληση ταλαιπωρίας και αχρείαστων εξόδων. Συνοπτική απόφαση μπορεί να εκδοθεί όταν η διαφορά είναι κατά κύριο λόγο νομική και τα οποιαδήποτε αμφισβητούμενα γεγονότα είναι κατά κύριο λόγο παρεμφερή (Jenson v Faux [2011] EWCA Civ 423.
Αμφισβητήσεις γεγονότων
Πολλές αιτήσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης υποβάλλονται μετά την καταχώριση υπεράσπισης από τον εναγόμενο. Οι περισσότερες από αυτές τις αιτήσεις αποφασίζονται με βάση τα γεγονότα που δεν αμφισβητούνται από τον καθ' ου η αίτηση, μαζί με την εκδοχή του καθ' ου η αίτηση ως προς τα αμφισβητούμενα γεγονότα (Prince of Wales ν Associated Newspapers Ltd [2006] EWCA Civ 1776, [2008] Κεφ. 57). Απόφαση μπορεί να εκδοθεί εάν δεν υπάρχει, ή δεν υπάρχει πραγματική προοπτική ο εναγόμενος να αποδείξει γεγονότα επαρκή για να δικαιολογήσουν τα βασικά στοιχεία που επικαλείται στην υπεράσπιση του (P and S. Amusements Ltd ν Valley House Leisure Ltd (2006) 1510 (Ch), LTL 4/7/2006). Όταν δεν υπάρχει αμφισβήτηση πραγματικών γεγονότων, υπό την έννοια ότι τα αποδεικτικά στοιχεία περί ευθύνης είτε είναι παραδεκτά είτε προέρχονται από στοιχεία που προσκομίζει ο καθ' ου η αίτηση, μπορεί να εκδοθεί συνοπτική απόφαση (Wrexham Association Football Club Ltd κατά Crucialmove Ltd [2006] EWCA Civ 237, [2008] 1 BCLC 508). Μια υπεράσπιση που αποτελείται κυρίως από αρνήσεις χωρίς εξηγήσεις μπορεί να οδηγήσει το δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι η υπεράσπιση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας (Broderick κατά Centaur Tipping Services Ltd (2006) LTL 22/8/2006).όπου υπάρχουν ζητήματα αναφορικά με γεγονότα, τα οποία αν αποφασίζονταν υπέρ του καθ' ου η αίτηση θα οδηγούσαν στην έκδοση απόφασης υπέρ του τελευταίου τότε δεν είναι ορθό να εκδοθεί συνοπτική απόφαση ακόμη και αν υπάρχει ουσιαστική μαρτυρία προς υποστήριξη της υπόθεσης του αιτητή (Munn v north West Water Ltd (2000) LTL 18/7/2000).Το δικαστήριο δεν είναι πάντα υπόχρεο να δεχτεί την γραπτή μαρτυρία στην όψη της και μπορεί να αγνοήσει μαρτυρία η οποία δεν είναι πειστική.είναι γενικά ακροσφαλές να βασιστεί η έκδοση συνοπτικής απόφασης σε δεύτερου και τρίτου βαθμού μαρτυρίας. Τέτοια μαρτυρία συχνά λαμβάνει άλλη υπόσταση όταν υποστεί αντεξέταση.
Μαρτυρία η οποία δεν έχει ακόμη διερευνηθεί
.όπου ένα ζήτημα απαιτεί από το δικαστήριο όπως λάβει υπόψη του συμπεριφορά που έλαβε χώρα σε μια περίοδο χρόνου είναι απίθανο ότι το ζήτημα θα μπορεί να επιλυθεί στα πλαίσια μιας αίτησης για συνοπτική απόφαση (Celador Productions Ltd v Melville [2004] EWHC 2362 (Ch)).»»
Καθ’ όλα σχετικά είναι και τα ακόλουθα από την επίσης πρωτόδικη απόφαση στην υπόθεση Διαχειριστική Επιτροπή της Πολυκατοικίας με την Ονομασία Mairoza Court 1 ν. SOLFO PROPERTY LIMITED, Αρ. Αγωγής: 633/2024, ημερ. 7/7/2025:
«14. Ανάμεσα στις εξουσίες του Δικαστηρίου να εκδίδει διατάγματα για τη συνοπτική διεκπεραίωση των ζητημάτων που δεν χρήζουν «ενδελεχούς διερεύνησης και εκδίκασης» περιλαμβάνεται και η εξουσία διαγραφής δικογράφου ή μέρους δικογράφου σύμφωνα με τον κ.3.3 των ΝΚΠΔ, καθώς και η εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, όταν ο ενάγων ή ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους 24. Το δικαστήριο μπορεί να ασκήσει αυτές τις εξουσίες κατόπιν αίτησης ή αυτεπάγγελτα.
15. Υπάρχει ουσιαστική αλληλοεπικάλυψη μεταξύ του Μέρους 24 και του κ.3.3. Το πρακτικό αποτέλεσμα και των δύο διαδικασιών είναι το ίδιο (βλ. Three Rivers District Council v Bank of England [2003] 2 AC 1, [2000] 3 All ER 1 στην παρ. 92). Η ομοιότητα των δύο διαδικασιών είναι τέτοια που το Δικαστήριο μπορεί να μεταχειριστεί μια Αίτηση που γίνεται στη βάση του Μέρους 3.3 ως Αίτηση που γίνεται στη βάση του Μέρους 24 (βλ. Moroney v Anglo-European College of Chiropractice [2009] EWCA Civ 1560 και Taylor v Midland Bank Trust [1999] All ER (D) 831).
…..
…..
«23. Όσο αφορά τώρα τη διαδικασία του Μέρους 24 των ΝΚΠΔ, το Δικαστήριο έχει την ευκαιρία να εκτελέσει μέρος του καθήκοντος του όσο αφορά την ενεργό διαχείριση υποθέσεων, και συγκεκριμένα τη συνοπτική διεκπεραίωση των ζητημάτων που δεν χρήζουν «ενδελεχούς διερεύνησης και εκδίκασης» (κ.1.5(2)(γ) των Ν.Κ.Π.Δ.). Δηλαδή, το Δικαστήριο δύναται να αποφασίσει επί απαίτησης ή συγκεκριμένου ζητήματος χωρίς δίκη (Βλ.κ.24.1 (1) ΝΚΠΔ).
24. Στην υπόθεση Swain v Hillman [2001] 2 All ER 91, τονίστηκε ότι «[ε]ίναι σημαντικό, σε κατάλληλες περιπτώσεις, ο δικαστής να κάνει χρήση των εξουσιών που περιέχονται στο Μέρος 24. Ενεργώντας με αυτόν τον τρόπο, υλοποιεί τον πρωταρχικό σκοπό που περιλαμβάνεται στο Μέρος 1. Εξοικονομεί δαπάνες, διασφαλίζει την επιτάχυνση της διαδικασίας και την εξοικονόμηση των πόρων του δικαστηρίου και γενικώς, είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Εάν ο ενάγων έχει μια υπόθεση η οποία είναι προδήλως απορριπτέα, τότε είναι προς το συμφέρον του ενάγοντα να το γνωρίζει το συντομότερο δυνατόν. Ομοίως, εάν μία απαίτηση είναι βέβαιο ότι θα ευοδωθεί, ο ενάγων θα πρέπει να το γνωρίζει το συντομότερο δυνατόν.»
25. Με βάση τον κ.24.2 των ΝΚΠΔ το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει συνοπτική απόφαση εναντίον Ενάγοντα επί του συνόλου απαίτησης ή επί συγκεκριμένου ζητήματος α) αν κρίνει ότι ο τελευταίος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης ή του ζητήματος (κ.24.2(1)(α)(i)) και β) δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη (κ.24.2(1)(β)) (‘ουσιαστικές προϋποθέσεις’).
25.1 Σε σχέση με τη διαδικασία (‘τυπικές προϋποθέσεις’), ο κ.24.4 διαλαμβάνει ότι η αίτηση υποβάλλεται με βάση το Μέρος 23, η δε αίτηση ή η μαρτυρία η οποία περιέχεται ή αναφέρεται σε αυτή προσδιορίζει περιεκτικά οποιοδήποτε νομικό σημείο ή πρόνοια σε έγγραφο στα οποία στηρίζεται ο αιτητής και/ή αναφέρει ότι υποβάλλεται διότι ο αιτητής πιστεύει ότι, με βάση τη μαρτυρία, ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας στην απαίτηση του και σε οποιαδήποτε από τις δύο περιπτώσεις αναφέρει ότι ο αιτητής δεν γνωρίζει άλλο λόγο για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί. Το σύνολο της γραπτής μαρτυρίας που προς υποστήριξη της Αίτησης πρέπει να επιβεβαιώνεται από δήλωση αλήθειας (Κ.24.5(5)).
…..
…..
28. Ως προς την ερμηνεία των σχετικών προνοιών του Μέρους 24 και συγκεκριμένα των όρων «πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης» και «επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη», για τους λόγους που έχω αναφέρει ανωτέρω, αντλώ καθοδήγηση από την Νομολογία σε σχέση με την αντίστοιχη δικονομική πρόνοια στην Αγγλία, δηλαδή το Μέρος 24.2 των Αγγλικών Θεσμών, η οποία είναι πανομοιότυπη με το Μέρος 24.2 των ΝΚΠΔ.
29. Στην υπόθεση Easyair Ltd v Opal Telecom Ltd [2009] EWHC 339 (Ch) (η οποία επικυρώθηκε από το Court of Appeal στην υπόθεση AC Ward & Sons Ltd v Catlin (Five) Ltd [2009] EWCA Civ 1098), παράγραφο 15, καθορίστηκε ως η ορθή προσέγγιση όσον αφορά αιτήσεις, της φύσεως ως η υπό εξέταση, η πιο κάτω:
i) Το δικαστήριο πρέπει να εξετάσει αν ο ενάγοντας έχει «ρεαλιστική» και όχι «ευφάνταστη» προοπτική επιτυχίας (Swain ν Hillman [2001] 2 All ER 91),
ii) Μια «ρεαλιστική» απαίτηση είναι αυτή που έχει μια καλή προοπτική επιτυχίας. Αυτό σημαίνει ότι πρόκειται για απαίτηση η οποία δεν είναι απλώς συζητήσιμη (ED & F Man Liquid Products v Patel [2003] EWCA Civ 472),
iii) Για να καταλήξει στο συμπέρασμά του περί «ρεαλιστικής» υπόθεσης, το δικαστήριο δεν πρέπει να διεξαγάγει «μικρή δίκη» (“mini trial”) (Swain ν Hillman, πιο πάνω),
iv) Αυτό δεν σημαίνει ότι το δικαστήριο πρέπει να δεχτεί τα όσα λέει ο ενάγων ενώπιον του ασυζητητί και χωρίς ανάλυση. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να είναι ξεκάθαρο ότι δεν μπορεί να αποδοθεί πραγματική υπόσταση στα γεγονότα που προβάλλονται, ιδιαίτερα εάν δεν συνάδουν με σχετικά επί του θέματος έγγραφα (ED & F Man Liquid Products v Patel, πιο πάνω),
v) Εντούτοις, για να καταλήξει στο συμπέρασμά του, το δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη όχι μόνον τη μαρτυρία ενώπιον του κατά την αίτηση για συνοπτική απόφαση, αλλά και τη μαρτυρία που ευλόγως αναμένεται ότι θα είναι διαθέσιμη στη δίκη (Royal Brompton Hospital NHS Trust v Hammond (No 5) [2001] EWCA Civ 550),
vi) Παρόλο ότι μια υπόθεση μπορεί να αποδειχθεί κατά τη διάρκεια της δίκης ότι δεν είναι πραγματικά περίπλοκη, αυτό δεν σημαίνει ότι το δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει χωρίς ενδελεχή διερεύνηση όλων των γεγονότων στη δίκη, (εξέταση η οποία δεν είναι δυνατή ή επιτρεπτή στη διαδικασία της συνοπτικής απόφασης). Συνεπώς, όταν υπάρχει εύλογη αιτία ότι μια πληρέστερη εξέταση των γεγονότων της υπόθεσης θα προσέθετε ή θα διαφοροποιούσε τη μαρτυρία που έχει ενώπιον του ο δικαστής και ως εκ τούτου θα επηρέαζε το αποτέλεσμα της υπόθεσης, το δικαστήριο θα πρέπει να είναι επιφυλακτικό να αποφασίζει κατά τρόπο συνοπτικό, ακόμα και όταν δεν υπάρχει εμφανής σύγκρουση των γεγονότων κατά τον χρόνο που επιλαμβάνεται της αίτησης (Doncaster Pharmaceuticals Group Ltd ν Bolton Pharmaceutical Co 100 Ltd [2007] FSR 63),
vii) Από την άλλη, δεν είναι σπάνιο μια αίτηση δυνάμει του Μέρους 24 να εγείρει ένα σύντομο νομικό ζήτημα και, αν το δικαστήριο πεισθεί ότι κατέχει όλη την αναγκαία μαρτυρία για τη σωστή επίλυση του ζητήματος και ότι οι διάδικοι είχαν επαρκή δυνατότητα να επιχειρηματολογήσουν επί τούτου, το δικαστήριο θα πρέπει με θάρρος να αποφασίσει επί του θέματος.
30. Τα πιο πάνω τυγχάνουν εφαρμογής σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση τόσο από ενάγοντες όσο και από εναγόμενους. Ο Αιτητής φέρει το βάρος απόδειξης να αποδείξει ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύει ότι ο καθ’ ου η αίτηση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας και ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος για τη διεξαγωγή δίκης (κ.24.2). Ωστόσο, εάν ο αιτητής προσκομίσει αξιόπιστη μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησής του για συνοπτική απόφαση, τότε ο καθ’ ου η αίτηση φέρει το αποδεικτικό βάρος να αποδείξει ότι έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας ή ότι υπάρχει κάποιος άλλος λόγος για τη διεξαγωγή δίκη (βλ. παράγραφο 24.2.5 του White Book 2021, Patel και New Zealand Cricket v Neo Sports). Το επίπεδο απόδειξης που απαιτείται από τον καθ’ου η αίτηση δεν είναι υψηλό (βλ. Patel, ανωτέρω).»
Παρατηρώ τα εξής:
Όπως αναφέρεται και σε άλλο σημείο (πιο πάνω) οι εναγόμενοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης, ενώ μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων, οι ενάγοντες καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση σύμφωνα με το Μέρος 23 των ΚΠΔ. Απ’ εκεί και πέρα, η μαρτυρία που υποστηρίζει την αίτηση προσδιορίζει περιεκτικά, τόσο τα νομικά σημεία όσο και τις πρόνοιες στα έγγραφα στα οποία στηρίζονται οι ενάγοντες. Προς τούτο παραπέμπω στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης Θωμά καθώς και στο περιεχόμενο των επισυνημμένων σ’ αυτή, εγγράφων/τεκμήριων. Τέλος, η μαρτυρία που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση επιβεβαιώνεται με δήλωση αληθείας. Ακολουθεί ότι πληρούνται όλες οι τυπικές προϋποθέσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης.
Ό,τι απομένει προς εξέταση - που είναι και το πλέον σημαντικό - είναι να εξεταστεί κατά πόσο οι ενάγοντες απόδειξαν: πρώτο, ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης στην εναντίον τους απαίτηση, δηλαδή στην αγωγή και δεύτερο, ότι δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή τα ζητήματα που εγείρονται με αυτή, θα πρέπει να αποφασιστούν σε δίκη. Δηλαδή, στο πλαίσιο πλήρους και κανονικής ακρόασης.
Τα ουσιώδη γεγονότα που συνθέτουν τη βάση της αγωγής και θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων σύμφωνα με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση είναι τα εξής:
Οι ενάγοντες, δυνάμει γραπτής συμφωνίας, ημερομηνίας 14/3/2020 είναι νόμιμοι δικαιούχοι στην κατοχή και/ή ενοικιαστές της επίμαχης οικίας με δικαίωμα υπενοικίασής της.
Δυνάμει σχετικής γραπτής συμφωνίας μεταξύ εναγόντων και εναγόμενων, ημερομηνίας 31/1/2023 (στο εξής «επίμαχη σύμβαση»), οι δεύτεροι νοίκιασαν από τους πρώτους την επίμαχη οικία για περίοδο τριών ετών και συγκεκριμένα, από τις 13/2/2023 μέχρι τις 12/2/2026. Το συμφωνημένο ενοίκιο καθορίστηκε στο ποσό των €6.500, κάθε μήνα, πληρωτέο, ως ακολούθως: για το πρώτο έτος (13/2/2023 μέχρι 12/2/2024) όλα τα ενοίκια θα καταβάλλονταν προκαταβολικά, ενώ για το δεύτερο και τρίτο έτος, θα καταβάλλονταν προκαταβολικά και πάλι, κάθε τρίμηνο.
Η εταιρία Themis, στις 31/10/2024 καταχώρησε εναντίον των εναγόντων και των εναγόμενων στην παρούσα υπόθεση, την αγωγή 1088/2024 (ανωτέρω), αφού προηγουμένως έλαβε την κυριότητα της επίμαχης κατοικίας μετά από πλειστηριασμό και/ή ως ενυπόθηκο ακίνητο το οποίο περιήλθε στην κυριότητά της. Με την εν λόγω αγωγή απαιτεί από τους εδώ ενάγοντες να παραδώσουν κατοχή της επίμαχης οικίας με τον ισχυρισμό ότι η επίμαχη σύμβαση δεν τους δεσμεύει. Επιπλέον απαιτεί από τους εδώ εναγόμενους να εγκαταλείψουν την επίμαχη οικία.
Οι δικηγόροι των εναγόμενων, με την επιστολή τους προς τους δικηγόρους των εναγόντων, ημερομηνίας 9/12/2024 τους ενημέρωσαν - μεταξύ άλλων - για τα εξής:
Ενόψει της παραπάνω αγωγής, οι πελάτες τους (δηλαδή οι εναγόμενοι) οφείλουν να παρακρατήσουν την πληρωμή του ενοικίου προς το παρόν και μέχρι την επίλυση της προαναφερθείσας αγωγής, προκειμένου να μετριαστούν οι περαιτέρω ζημίες τους. Και τούτο, επειδή η Themis, συνεπεία της ισχυριζόμενης παράνομης κατοχής της επίμαχης οικίας απαιτεί την καταβολή ενοικίου για την κατοχή της επίμαχης οικίας. Επομένως, προστίθεται, οι εναγόμενοι οφείλουν να καταθέτουν το μηνιαίο ενοίκιο στον λογαριασμό πελατών των ιδίων, μηνιαίως και όπως προβλέπεται στη σύμβαση υπεκμίσθωσης. Το εν λόγω ποσό θα κρατείται εκ μέρους τους, ως καταπίστευμα μέχρι την επίλυση του προαναφερθέντος ζητήματος. Όπως αναφέρεται στη συνέχεια, οι εναγόμενοι διευκρινίζουν ότι η συνεχιζόμενη καταβολή ενοικίου στο λογαριασμό πελατών των ιδίων δε συνιστά παραδοχή της υποχρέωσής τους να καταβάλουν το ενοίκιο, είτε στους ενάγοντες είτε στην Themis.
Επειδή οι εναγόμενοι αρνούνταν να συμμορφωθούν με τους όρους της επίμαχης σύμβασης και να καταβάλλουν τα μηνιαία ενοίκια στους ενάγοντες, αυτοί, με την επιστολή των δικηγόρων τους, ημερομηνίας 27/1/2025 - η οποία παραλήφθηκε από τους εναγόμενους μέσω ιδιώτη επιδότη, στις 5/2/2025 - προέβησαν σε τερματισμό της επίμαχης σύμβασης, άμεσα, απαίτησαν την καταβολή του συνολικού ποσού των €19.500 - το οποίο αντιπροσώπευε τα δεδουλευμένα ενοίκια για τους μήνες Νοέμβριος και Δεκέμβριος του 2024 και Ιανουάριος του 2025 -, εντός 14 ημερών και ζήτησαν την άμεση παράδοση ελεύθερης κατοχής της επίμαχης οικίας.
Οι εναγόμενοι δε συμμορφώθηκαν με το περιεχόμενο της παραπάνω επιστολής. Συνέχισαν να μη συμμορφώνονται με τους όρους της επίμαχης σύμβασης και να μην καταβάλλουν μέχρι σήμερα κανένα ποσό για ενοίκιο. Επιπλέον συνεχίζουν να διαμένουν και να χρησιμοποιούν την επίμαχη οικία μέχρι σήμερα. Η συμπεριφορά τους είναι αδικαιολόγητη και παράνομη, αφού από τις 5/2/2025 που παρέλαβαν την επιστολή - με την οποία οι ενάγοντες τερμάτισαν την επίμαχη σύμβαση - παραμένουν, κατέχουν και διαμένουν εντός της επίμαχης οικίας, ως παράνομοι επεμβασίες, χωρίς να καταβάλλουν το οποιοδήποτε ποσό, ως ενοίκιο, έχοντας ως δικαιολογία και/ή πρόφαση την αγωγή 1088/2024 (ανωτέρω) με την οποία θεωρούν ότι μπορούν να μην καταβάλλουν τα συμφωνημένα ενοίκια στους ενάγοντες και να διαμένουν εντός της επίμαχης οικίας, δωρεάν μέχρι την εκδίκαση της εν λόγω αγωγής, προκαλώντας τεράστια ζημιά στους ενάγοντες.
Συνεχίζοντας η ενόρκως δηλούσα αναφέρει τα εξής:
Οι εναγόμενοι δεν έχουν καμιά υπεράσπιση στην αγωγή, γεγονός που μπορεί να διαπιστωθεί με μια απλή ανάγνωση της υπεράσπισης που καταχώρησαν στην παρούσα διαδικασία. Πλουτίζουν αδικαιολόγητα εις βάρος των εναγόντων, παράνομα και/ή χωρίς νόμιμη αιτία στο ποσό της ενοικιαστικής αξίας της επίμαχης οικίας που παράνομα πλέον κατέχουν και εκμεταλλεύονται, χωρίς να καταβάλλουν κανένα ποσό στους ενάγοντες.
Έναντι των παραπάνω θέσεων και ισχυρισμών των εναγόντων, ο Κακαθύμης, στη δική του ένορκη δήλωση, η οποία υποστηρίζει την ένσταση στην αίτηση αναφέρει - μεταξύ άλλων - τα εξής:
Οι εναγόμενοι δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν εάν είναι οι ενάγοντες τελικά ή η Themis, νόμιμη ιδιοκτήτρια της επίμαχης οικίας ή ποιο από τα δυο μέρη έχει δικαίωμα κατοχής της. Οι ενάγοντες παρέλειψαν και αμέλησαν και εσκεμμένα απέκρυψαν από τους εναγόμενους την ύπαρξη αμφισβήτησης του δικαιώματός τους προς υπενοικίαση της επίμαχης οικίας.
Είναι περαιτέρω θέση των εναγόμενων ότι έχει παραβιαστεί το δικαίωμά τους για ειρηνική και ανενόχλητη απόλαυση της επίμαχης οικίας κατά τη διάρκεια της ενοικίασης, εξ υπαιτιότητας των εναγόντων. Εάν οι εναγόμενοι γνώριζαν το πραγματικό καθεστώς της επίμαχης οικίας και ότι υπήρχε αμφισβήτηση από τρίτο μέρος της εγκυρότητας του ενοικιαστηρίου εγγράφου της δε θα προέβαιναν σε σύναψη της συμφωνίας υπενοικίασης.
Οι ενάγοντες δεν είχαν δικαίωμα ενοικίασης της επίμαχης οικίας παρά μόνο το δικαίωμα υπενοικίασης και ως εκ τούτου, το ενοικιαστήριο είναι εξ υπαρχής άκυρο και εσκεμμένα διαμορφωμένο για το σκοπό παραπλάνησης και εξαπάτησης των εναγόμενων. Το ενοικιαστήριο συγκεκριμένα αναφέρει “… lets the Property to the Tenant…”. Οι ενάγοντες δεν είχαν κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης, δικαίωμα να νοικιάσουν σε τρίτο πρόσωπο την επίμαχη οικία, παρά μόνο να την υπενοικιάσουν. Το ενοικιαστήριο δεν προβλέπει για τον τερματισμό της ενοικίασης, λόγω μη πληρωμής του ενοικίου, παρά μόνο τη λήξη της ενοικίασης μετά τη λήξη της περιόδου ενοικίασης.
Οι εναγόμενοι δεν είχαν καμιά πρόθεση να παραβιάσουν τους όρους της επίμαχης σύμβασης σε αντίθεση με τους ενάγοντες, οι οποίοι, με τις αναληθείς παραστάσεις τους τους εξαπάτησαν και τους εξέθεσαν σε απαιτήσεις τρίτων και συγκεκριμένα της Themis. Οι εναγόμενοι, δια των δικηγόρων τους, στις 9/12/2024 απέστειλαν στους ενάγοντες επιστολή με την οποία τους ενημέρωναν ότι ως αθώα τρίτα πρόσωπα σε διαφωνία και διαφορά που σχετίζεται μόνο με τους ενάγοντες και τη Themis, για να μη διακινδυνεύσουν την αντιμετώπιση περαιτέρω ζημιών, λόγω της συμπεριφοράς των εναγόντων, θα πλήρωναν πλέον το ενοίκιο στο λογαριασμό πελατών (“clients account”) των δικηγόρων τους, οι οποίοι θα κρατούν αυτά τα ποσά, ως καταπιστευματοδόχοι μέχρι πλήρους αποπεράτωσης της αγωγής 1088/2024 οπότε και θα καταστεί γνωστό σε ποιον οφείλονται τα ενοίκια.
Οι εναγόμενοι παραδέχονται ότι αποστάλθηκαν από τους δικηγόρους των εναγόντων, οι επιστολές που αναφέρονται στις παραγράφους 9 - 27 στην ένορκη δήλωση Θωμά, πλην όμως αρνούνται το περιεχόμενό τους. Είναι η θέση τους, ότι οι εν λόγω επιστολές σε κάθε περίπτωση δεν καθιστούσαν τερματισμό του ενοικιαστηρίου. Επαναλαμβάνουν ότι το ενοίκιο καταβάλλεται ανελλιπώς σε λογαριασμό των δικηγόρων τους και ότι αυτό κατέστη αναγκαίο, λόγω της εξαπάτησής τους από τους ενάγοντες αναφορικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς της επίμαχης οικίας και την απόκρυψη της απαίτησης της Themis η οποία ήταν εις γνώση τους κατά την υπογραφή της συμφωνίας υπενοικίασης.
Απορρίπτουν τον ισχυρισμό ότι κατείχαν ή κατέχουν την επίμαχη οικία παράνομα, αλλά παραδέχονται ότι διέμεναν και διαμέναν σ’ αυτή μέχρι σήμερα, ως νόμιμοι ενοικιαστές. Σημειώνουν ότι μέχρι το Νοέμβριο του 2024 πλήρωναν στους ενάγοντες, μηνιαίο ενοίκιο €6.500, δυνάμει της επίμαχης σύμβασης. Αρνούνται και απορρίπτουν τον ισχυρισμό ότι η ενοικίαση τερματίστηκε και είναι έτοιμοι, όταν θα αποφασιστεί το θέμα της κυριότητας της επίμαχης οικίας από το Δικαστήριο, να παραδώσουν την κατοχή της με τα ανάλογα ενοίκια στο αρμόδιο πρόσωπο. Δεν επιθυμούν να εκτεθούν σε περαιτέρω διαδικασίες με την παράδοση κατοχής στο λάθος νομικό πρόσωπο.
Παρατηρώ τα εξής:
Με σωρευτική θεώρηση και αποτίμηση των ακόλουθων γεγονότων - πλείστα των οποίων αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των μερών - θεωρώ ότι συντρέχουν και οι ουσιαστικές προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης σε σχέση με μερικές από τις αξιώσεις των εναγόντων.
Ειδικότερα:
Οι ενάγοντες, δυνάμει της γραπτής συμφωνίας, ημερομηνίας 14/3/2020 νοίκιασαν την επίμαχη οικία από κάποια εταιρεία για περίοδο 20 χρόνων με δικαίωμα ανανέωσης για ακόμη 10 χρόνια. Η εν λόγω συμφωνία διαλαμβάνει για το δικαίωμα των εναγόντων και να υπενοικιάσουν την επίμαχη οικία, χωρίς την προηγούμενη γραπτή συγκατάθεση του ιδιοκτήτη.
Ο σχετικός όρος 8 με τίτλο «DEALINGS» ακολουθεί αυτούσιος:
“8. 1. The Tenant is entitled to assign, subject, charge or part with possession of the Property or any part of it and can hold the Property on trust for another.
8. 2. In addition the Tenant is entitled without the prior written consent of the Landlord cede or assign any of its rights and obligations in terms of this Lease.”
H επίμαχη σύμβαση συνάφθηκε στις 31/1/2023, δηλαδή κατά τη διάρκεια της ισχύος της παραπάνω συμφωνίας.
Αποτελεί θέση των εναγόμενων - σύμφωνα με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση στην υπό κρίση αίτηση - ότι οι ενάγοντες δεν είχαν δικαίωμα ενοικίασης της επίμαχης οικίας και ως εκ τούτου, το ενοικιαστήριο είναι εξ αρχής άκυρο και εσκεμμένα διαμορφωμένο για το σκοπό παραπλάνησης και εξαπάτησής τους. Το ενοικιαστήριο αναφέρει “…lets the Property to the Tenant…”. Οι ενάγοντες, προστίθεται, κατά το χρόνο κατάρτισης της επίμαχης σύμβασης δεν είχαν δικαίωμα να ενοικιάσουν σε τρίτο πρόσωπο την επίμαχη οικία, παρά μόνο να την υπενοικιάσουν.
Το δικαίωμα των εναγόντων να νοικιάσουν ή όπως τίθεται από τους εναγόμενους, να υπενοικιάσουν την επίμαχη οικία στους ίδιους - που στην προκειμένη περίπτωση, η χρήση, είτε του ενός ρήματος είτε του άλλου έχει την ίδια σημασία - απορρέει από τον όρο 8 (ανωτέρω) της συμφωνίας με την οποία οι ενάγοντες νοίκιασαν την επίμαχη οικία από τους ιδιοκτήτες της. Σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη, Β’ Έκδοση (2002), σελ. 1832 «υπενοικιάζω» σημαίνει νοικιάζω, εκμισθώνω σε κάποιον κάτι που έχω ο ίδιος νοικιάσει από τρίτο. Στην προκειμένη περίπτωση, αυτό ακριβώς είχε γίνει.
Και κάτι ακόμη. Ο ενόρκως δηλών για τους εναγόμενους - ο οποίος προέβη στην ένορκη δήλωση εκ μέρους τους - δεν μπορεί να ισχυρίζεται, από τη μια (στην παράγραφο 10), ότι το ενοικιαστήριο (δηλαδή η επίμαχη σύμβαση) είναι εξ αρχής άκυρο και εσκεμμένα διαμορφωμένο για το σκοπό παραπλάνησης και εξαπάτησής των εναγόμενων και από την άλλη (στην παράγραφο 15) ότι οι εναγόμενοι παραδέχονται ότι διέμεναν και διαμένουν μέχρι και σήμερα στην επίμαχη οικία, ως νόμιμοι ενοικιαστές. Και τούτο, έχοντας υπόψη το κοινό έδαφος μεταξύ των μερών ότι απέκτησαν κατοχή και διαμένουν στην επίμαχη οικία, δυνάμει της επίμαχης σύμβασης την οποία συνήψαν με τους ενάγοντες και όχι με κάποιο τρίτο.
Το άλλο που υποβάλλεται με την ίδια ένορκη δήλωση είναι ότι το ενοικιαστήριο δεν προβλέπει για τον τερματισμό της ενοικίασης, λόγω μη πληρωμής του ενοικίου. Προβλέπει μόνο τη λήξη της ενοικίασης με τη λήξη της περιόδου ενοικίασης.
Η επίμαχη σύμβαση διαλαμβάνει για την ενοικίαση από τους ενάγοντες στους εναγόμενους της επίμαχης οικίας, με αντάλλαγμα την αναληφθείσα υποχρέωση των τελευταίων για καταβολή του συμφωνημένου ενοικίου στους πρώτους. Ως εκ της φύσης της επίμαχης σύμβασης (σύμβαση ενοικίασης), οι δυο αυτοί όροι της αποτελούν και την πεμπτουσία της σύμβασης και προφανώς είναι οι πλέον ουσιώδεις. Με αυτό δεδομένο, παράβαση, είτε του ενός είτε του άλλου όρου παρέχει στο αναίτιο μέρος δικαίωμα και τερματισμού της σύμβασης και τις θεραπείες που - κατά περίπτωση - διαλαμβάνει αναλόγως, ο περί Συμβάσεων Νόμος, χωρίς να χρειάζεται ειδική αναφορά στις σχετικές διατάξεις του.
Εν πάση περιπτώσει, η θέση των εναγόμενων - έχοντας υπόψη και το λόγο για τον οποίο αυτή προβάλλεται - ότι η επίμαχη σύμβαση δε διαλαμβάνει για τον τερματισμό της ενοικίασης, λόγω μη πληρωμής του ενοικίου, αλλά προβλέπει μόνο τη λήξη της ενοικίασης με τη λήξη της περιόδου ενοικίασης, είναι και παράλογη και αντινομική. Τυχόν αποδοχή της, θα σήμαινε το εξής: και να μην υπήρχε ο λόγος για τον οποίο οι ενάγοντες προέβησαν σε τερματισμό της επίμαχης σύμβασης, εάν οι εναγόμενοι μετά τη σύναψή της και την ανάληψη κατοχής της επίμαχης οικίας, χωρίς καν να επικαλούνται οποιοδήποτε λόγο, παρέλειπαν να τους καταβάλουν, έστω και ένα ενοίκιο, εντούτοις, επειδή η επίμαχη σύμβαση δεν προβλέπει για τον τερματισμό της ενοικίασης, οι ενάγοντες δε θα είχαν δικαίωμα τερματισμού της, παρά μόνο να αναμένουν τη λήξη της περιόδου ενοικίασης. Οι εναγόμενοι, καλό είναι νομίζω να το σκεφτούν αυτό που υποβάλλουν και λίγο από την ανάποδη. Δηλαδή, πώς θα αντιδρούσαν οι ίδιοι σε περίπτωση που, ενώ προπλήρωναν στους ενάγοντες τα ενοίκια, είτε για ολόκληρη είτε για μέρος της ενοικιαστικής περιόδου, εντούτοις, οι ενάγοντες, για τους δικούς τους λόγους, δεν τους παραχωρούσαν την κατοχή της επίμαχης οικίας. Δε νομίζω ότι θα περίμεναν τη λήξη της περιόδου ενοικίασης για να αντιδράσουν.
Για να συνεχίσω με τα γεγονότα, οι ενάγοντες προέβησαν σε τερματισμό της επίμαχης σύμβασης, με την επιστολή των δικηγόρων τους, ημερομηνίας 27/1/2025, η οποία επιδόθηκε στους εναγόμενους, στις 5/2/2025, όταν αυτοί, μετά την καταχώρηση από τη Themis τής αγωγής 1088/2024, τόσο εναντίον τους όσο και εναντίον των εναγόντων, με την επιστολή των δικηγόρων τους, ημερομηνίας 9/12/2024 ενημέρωσαν τους ενάγοντες, ότι ως αθώα τρίτα πρόσωπα σε διαφωνία και διαφορά που σχετίζεται μόνο με τους ενάγοντες και τη Themis, για να μη διακινδυνεύσουν την αντιμετώπιση περαιτέρω ζημιών, λόγω της συμπεριφοράς των εναγόντων, θα πλήρωναν πλέον το ενοίκιο σε λογαριασμό πελατών των δικηγόρων τους, οι οποίοι θα κρατούν τα ποσά ενοικίων, ως καταπιστευματοδόχοι μέχρι πλήρους αποπεράτωσης της αγωγής 1088/2024 οπότε και θα καταστεί γνωστό σε ποιον οφείλονται τα ενοίκια.
Κανένα τέτοιο δικαίωμα είχαν οι εναγόμενοι. Από τη στιγμή που μετά την καταχώρηση της παραπάνω αγωγής, οι ίδιοι, δυνάμει της επίμαχης σύμβασης εξακολουθούσαν να κατέχουν την επίμαχη οικία και να απολαμβάνουν των όποιων ωφελημάτων και δικαιωμάτων συνεπάγεται το γεγονός αυτό όφειλαν και αυτοί να συνεχίσουν να εκπληρώνουν, όλες τις συμβατικές υποχρεώσεις τους προς τους ενάγοντες και αντισυμβαλλόμενούς τους, στην ίδια σύμβαση και όχι να την επικαλούνται και κυρίως, να την εφαρμόζουν κατά πώς τους συμφέρει.
Το γεγονός ότι η Themis με την παραπάνω αγωγή αμφισβητεί τη νομιμότητα και εγκυρότητα της συμφωνίας, την οποία οι ενάγοντες συνήψαν με τους ιδιοκτήτες της επίμαχης οικίας καθώς και τη νομιμότητα και εγκυρότητα της επίμαχης σύμβασης και καταλογίζει τόσο στους ενάγοντες όσο και στους εναγόμενους ότι επεμβαίνουν επί της επίμαχης οικίας, παράνομα, δε νομιμοποιεί τους εναγόμενους, είτε να προδικάζουν την έκβαση της εν λόγω αγωγής, είτε, κυρίως, να την ερμηνεύουν μονοσήμαντα. Δεδομένων των ισχυρισμών της Themis στο πλαίσιο της παραπάνω αγωγής εναντίον και των τριών διαδίκων στην παρούσα αγωγή και λαμβάνοντας υπόψη τον ισχυρισμό του ενόρκως δηλούντα στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση στην υπό κρίση αίτηση ότι οι εναγόμενοι δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν εάν είναι οι ενάγοντες ή η Themis που έχουν το δικαίωμα κατοχής της επίμαχης οικίας και ότι αυτή είναι μια από τις ουσιώδεις διαφορές οι οποίες εξετάζονται στο πλαίσιο της αγωγής της Themis, με την οποία αυτή, πράγματι αξιώνει εναντίον και των τριών διαδίκων στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής, μεταξύ άλλων, ανάκτηση κατοχής της επίμαχης οικίας και πληρωμή ενοικίων, για να είχε κάποια λογική αυτό που έκαναν οι εναγόμενοι σε σχέση με τα ενοίκια, θα πρεπε να κάνουν κάτι ανάλογο και με την κατοχή της επίμαχης οικίας και για τον ίδιο λόγο. Συγκεκριμένα, για να μη διακινδυνεύσουν την αντιμετώπιση περαιτέρω ζημιών, λόγω της συμπεριφοράς των εναγόντων, θα πρεπε να παραδώσουν την κατοχή της επίμαχης οικίας στους δικηγόρους τους, οι οποίοι θα την κατείχαν ως καταπιστευματοδόχοι μέχρι πλήρους αποπεράτωσης της αγωγής 1088/2024 οπότε και θα καθίστατο γνωστό ποιος δικαιούται στην κατοχή της επίμαχης οικίας.
Ακολουθεί ότι οι ενάγοντες προέβησαν καθ’ όλα νόμιμα σε τερματισμό της επίμαχης σύμβασης.
Σύμφωνα με το άρθρο 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148:
«(1) Παράvoμη επέμβαση σε ακίvητη ιδιoκτησία συvίσταται σε παράvoμη είσoδo ή σε παράvoμη πρόκληση ζημιάς ή σε παράvoμη παρέμβαση στηv ιδιoκτησία αυτή από oπoιoδήπoτε πρόσωπo.
(2) Αv η πράξη για τηv oπoία εγείρεται η αγωγή είvαι επιτρεπτή κατά τoπικό έθιμo, αυτό αφoύ απoδειχθεί συvιστά υπεράσπιση αλλά σε αγωγή πoυ εγείρεται για παράvoμη επέμβαση σε ακίvητη ιδιoκτησία τo βάρoς της απόδειξης ότι η πράξη για τηv oπoία εγείρεται η αγωγή δεv ήταv παράvoμη φέρει o εvαγόμεvoς.»
Όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Λάμπρου κ.α. ν. Κεφάλα κ.α. (2000) 1 Α.Α.Δ. 1516:
«Η παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι ουσιαστικά αδίκημα εναντίον της κατοχής και όχι της κυριότητας του ακινήτου. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Adamou v. Christofi (1974) 1 C.L.R. 100, έστω και μικρός βαθμός κατοχής είναι αρκετός για να νομιμοποιεί τον ενάγοντα να εγείρει αγωγή εναντίον του εναγομένου. Στην υπόθεση Liasidou and Another v. Papademetriou (1975) 1 C.L.R. 122, λέχθηκε ότι κατοχή (possession) σημαίνει πραγματική κατοχή (occupation) ή φυσικό έλεγχο της περιουσίας. Ο ιδιοκτήτης που δεν έχει κατοχή δεν μπορεί να ενάγει σε σχέση με παράνομη επέμβαση στην ιδιοκτησία του, με εξαίρεση την περίπτωση όπου υπάρχει πρόκληση ζημιάς στην περιουσία ή όπου η επέμβαση έχει μόνιμο χαρακτήρα. (Δέστε Γεωργίου ν. Ανδρέα, Π.Ε. 10140, ημερ. 16.12.98, όπου η φύτευση δένδρων θεωρήθηκε ως επέμβαση μόνιμου χαρακτήρα που νομιμοποιούσε την ιδιοκτήτρια που ενοικίαζε το κτήμα σε άλλους να εγείρει αγωγή).»
Έχοντας υπόψη ότι οι ενάγοντες, οι οποίοι στον ουσιώδη χρόνο ήταν νόμιμοι κάτοχοι της επίμαχης οικίας, την οποία, με την επίμαχη σύμβαση νοίκιασαν καθ’ όλα νόμιμα στους εναγόμενους, με την επιστολή των δικηγόρων τους προς τους εναγόμενους, ημερομηνίας 27/1/2025 την οποία τους επέδωσαν στις 5/2/2025 προέβησαν σε νόμιμο τερματισμό της επίμαχης σύμβασης και λαμβάνοντας υπόψη ότι οι εναγόμενοι, παρότι με την εν λόγω επιστολή κλήθηκαν να παραδώσουν στους ενάγοντες ελεύθερη κατοχή της επίμαχης οικίας και να τους καταβάλουν τα δεδουλευμένα ενοίκια αρνούνται μέχρι σήμερα να συμμορφωθούν, καθώς εξακολουθούν να κατέχουν την επίμαχη οικία, χωρίς μάλιστα να καταβάλλουν οποιοδήποτε ενοίκιο στους ενάγοντες, το πρώτο συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι, έκτοτε κατέχουν παράνομα την επίμαχη οικία.
Στο ερώτημα, εάν έχουν θέσει τέτοια στοιχεία μαρτυρίας, που να αποσείουν το παραπάνω συμπέρασμα και να στοιχειοθετούν τη θέση τους, ότι την κατέχουν νόμιμα, η απάντηση είναι αρνητική.
Δεδομένου ότι το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης στοιχειοθετείται ό,τι απομένει είναι η εξέταση των διάφορων αξιώσεων των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων, οι οποίες εκτίθενται σε άλλο σημείο (πιο πάνω).
Οι ενάγοντες, με την πρώτη αξίωσή τους ζητούν απόφαση και/ή διάταγμα ότι οι εναγόμενοι, ουδέν δικαίωμα έχουν να επεμβαίνουν, εισέρχονται, κατέχουν, διαμένουν και/ή καθ’ οιονδήποτε τρόπο χρησιμοποιούν και/ή εκμεταλλεύονται την επίμαχη οικία και με τη δεύτερη, απόφαση και/ή διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται οι εναγόμενοι να εκκενώσουν και τους παραδώσουν άμεσα και/ή εντός του χρόνου που ήθελε αποφασίσει το Δικαστήριο, ελεύθερη και κενή κατοχή της επίμαχης οικίας.
Χωρίς περαιτέρω σχολιασμό, οι ενάγοντες δικαιούνται σε ικανοποίηση και των δυο αυτών αξιώσεών τους.
Με την τρίτη αξίωσή τους, οι ενάγοντες ζητούν απόφαση για το ποσό των €19.500 που αντιπροσωπεύει τα δεδουλευμένα ενοίκια για τους μήνες, Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2024 και Ιανουάριο του 2025.
Οι εναγόμενοι, με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένστασή τους στην αίτηση ισχυρίζονται ότι μέχρι το Νοέμβριο του 2024 πλήρωναν στους ενάγοντες το μηνιαίο ενοίκιο €6.500, δυνάμει της επίμαχης σύμβασης.
Συναφώς με το θέμα, με αντιπαραβολή των εκατέρωθεν ισχυρισμών είναι σαφές, ότι αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν καταβάλει τα ενοίκια για το Δεκέμβρη του 2024 και για το Γενάρη του 2025, ενώ είναι ασαφές, κατά πόσο αυτό ισχύει και για το ενοίκιο Νοεμβρίου του 2024. Με αυτό δεδομένο, οι ενάγοντες δικαιούνται στην έκδοση απόφασης για τα ενοίκια Δεκεμβρίου του 2024 και Ιανουαρίου του 2025, ενώ για το ενοίκιο Νοεμβρίου του 2024, η ασάφεια ως προς την καταβολή ή μη του συγκεκριμένου ενοικίου θεωρώ ότι αποτελεί επιτακτικό λόγο για τον οποίο το συγκεκριμένο θέμα θα πρέπει να αποφασιστεί στο πλαίσιο κανονικής δίκης.
Με την τέταρτα αξίωσή τους, οι ενάγοντες ζητούν ενδιάμεσα κέρδη εκ €10.500, μηνιαίως από 13/2/2025 μέχρι εκκένωσης και παράδοσης της ελεύθερης κατοχής της επίμαχης οικίας.
Στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων (1992) 1 Α.Α.Δ. 882 επισημαίνονται τα εξής:
«Το μέτρο της αποζημίωσης για την παράνομη κατοχή ακινήτου είναι η ενοικιαστική αξία του κτήματος και όχι το όφελος που προσπορίζεται ο κάτοχος από τη χρήση της γης ή η ακριβής απώλεια του ιδιοκτήτη. Το κριτήριο για την αποζημίωση του ιδιοκτήτη είναι αντικειμενικό, αλληλένδετο με την ενοικιαστική αξία του κτήματος. Αυτό καθορίστηκε στη Whitwham v. Westminster Brymbo Coal and Coke Company (1896) 2 Ch.D. 538, και επαναλήφθηκε σε σειρά μεταγενέστερων αποφάσεων, στη Swordheath Properties v. Tabet (1979) 1 All E.R. 240, Wrotham Park Estate v. Parkside Homes (1974) 2 All E.R. 321, και Penarth Dock Company v. Pounds, 1 Lloyd's Rep. 359 ports, 1963, Vol. 1, 359. Στον προσδιορισμό της ενοικιαστικής αξίας δε λαμβάνονται υπόψη βελτιώσεις στο κτήμα που επέφερε ο εναγόμενος (βλ. McGregor on Damages -14th ed., p. 1135 et seq.).
…..
Το κοινό δίκαιο περιόριζε την αποζημίωση που μπορούσε να επιδικασθεί στη ζημία η οποία είχε προκύψει μέχρι την καταχώρηση της αγωγής. Η αδυναμία αυτή στους μηχανισμούς του δικαίου για αποζημίωση, θεραπεύθηκε με την εισαγωγή του θεσμού Ord.36 r.58 (μεταγενέστερα αναριθμήθηκε σε Ord.36B r.7) που παρέχει εξουσία στο δικαστήριο σε περιπτώσεις συνεχιζόμενων αστικών αδικημάτων να επιδικάζει αποζημιώσεις για ολόκληρη τη ζημία που ο ενάγων υπέστη μέχρι τη δίκη. Ανάλογο κενό στον τομέα του δικαίου της επιείκειας θεραπεύθηκε με τη θέσπιση του Lord Cairn's Act, 1858. Το προεξάρχον στοιχείο στον καθορισμό του πλαισίου των αποζημιώσεων είναι, όπως υποδεικνύεται στη Coopers v. Rodgers (1975) Ch.D. 43, η απόδοση δικαιοσύνης υπό το φως του συνόλου των περιστατικών της υπόθεσης.
Στην Κύπρο, το θέμα ρυθμίζεται με τη Δ.33 θ. 14, προσαρμοσμένη στις διατάξεις της Ord.36 r.58. Διαπιστώνουμε ότι παρεχόταν ευχέρεια αποζημίωσης των εφεσιβλήτων για ολόκληρη τη ζημία που υπέστησαν μέχρι την ημερομηνία καθορισμού των αποζημιώσεων, που συνετελέσθη με την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης.»
Όπως αναφέρει η ενόρκως δηλούσα για τους ενάγοντες στην ένορκη δήλωσή της που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, λόγω της παράνομης επέμβασης των εναγόμενων στην επίμαχη οικία και της άρνησής τους να παραδώσουν ελεύθερη κατοχή και χρήση αυτής στους ενάγοντες, οι τελευταίοι υφίστανται ζημιά η οποία αποτιμάται στην ενοικιαστική αξία του ακινήτου και στην οικονομική αξιοποίησή του. Σύμφωνα με τη σχετική έκθεση εκτίμησης η οποία επισυνάπτεται στην εν λόγω ένορκη δήλωση, το αγοραίο μηνιαίο ενοίκιο της επίμαχης οικίας υπολογίστηκε στο ποσό των €10.500.
Οι εναγόμενοι αρνούνται στην ολότητά τους τους ισχυρισμούς των εναγόντων περί οικονομικής ζημιά και αναφέρουν ότι η θέση των εναγόντων αναφορικά με την ενοικιαστική αξία του ακινήτου είναι εκ διαμέτρου αντίθετη με τη θέση που προβάλλουν ως εναγόμενοι στην αγωγή 1088/2024 όπου, για το συγκεκριμένο ζήτημα, στην υπεράσπισή τους, αναφέρουν ότι «… το ενοίκιο που καταβάλλουν οι Καθ’ ων η Αίτηση 2 και 3 με βάση τη συμφωνία ενοικίασης ημερομηνίας 31 Ιανουαρίου 2023 είναι εύλογο ή και ήταν εύλογο κατά το διάστημα που συνάφθηκε η εν λόγω συμφωνία και για την διάρκεια της».
Δεδομένων των παραπάνω ισχυρισμών των εναγόμενων και λαμβάνοντας υπόψη, ότι, ενώ με την επίμαχη σύμβαση η οποία συνάφθηκε στις 31/1/3023, το μηνιαίο ενοίκιο για την επίμαχη οικία συμφωνήθηκε στο ποσό των €6.500, με την έκθεση εκτίμησης, που είναι ημερομηνίας 6/12/2023 (δηλαδή έγινε το ίδιο έτος), το αγοραίο μηνιαίο ενοίκιο της επίμαχης οικίας υπολογίστηκε στο, καταφανώς, ψηλότερο ποσό των €10.500 και λαμβάνοντας τέλος υπόψη, ότι το πρόσωπο που προέβη στην εκτίμηση και στην ετοιμασία της σχετικής έκθεσης δεν προέβη σε ένορκη δήλωση, οπότε οι εναγόμενοι δεν είχαν δικονομικά το δικαίωμα να το υποβάλουν σε αντεξέταση, όλα αυτά θεωρώ ότι συνιστούν επιτακτικό λόγο για τον οποίο η υπόθεση σε σχέση με αυτή την πτυχή της υπόθεσης, θα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη, δηλαδή σε πλήρη και κανονική ακρόαση.
Με την πέμπτη αξίωσή τους, οι ενάγοντες ζητούν παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση.
Έχοντας υπόψη ότι η επιδίκαση παραδειγματικών ή τιμωρητικών αποζημιώσεων συναρτάται και με τις χρηματικές αξιώσεις των εναγόντων για τις οποίες η υπόθεση θα οδηγηθεί σε πλήρη ακρόαση και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη, την ανυπαρξία μαρτυρίας αναφορικά με την οικονομική κατάσταση των εναγόμενων, που αποτελεί άλλο σχετικό παράγοντα προκειμένου το Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσο θα επιδικάσει ή όχι παραδειγματικές ή τιμωρητικές αποζημιώσεις (βλ. μεταξύ άλλων Papakokkinou and Others v. Kanther (1982) 1 C.L.R. 65 και Κωνσταντίνου Λουκάς ή Λούκας Κ. Μήτα ν. Γ. & Κ. Σοφοκλέους Λίμιτεδ (2003) 1 Α.Α.Δ. 1952) όλα αυτά, κατά τη γνώμη μου συνιστούν και πάλι επιτακτικό λόγο για τον οποίο η υπόθεση σε σχέση και με αυτή την πτυχή της, θα πρέπει να αποφασιστεί σε πλήρη ακρόαση.
Τέλος, με την έκτη αξίωσή τους, οι ενάγοντες ζητούν νόμιμο τόκο επί παντός ποσού που θα επιδικάσει το Δικαστήριο, από 13/11/2024 που οφείλεται το πρώτο ενοίκιο και/ή από την ημερομηνία που ήθελε αποφασίσει ορθή και δίκαιη το Δικαστήριο.
Αναφορικά με το ποσό των €13.000 για το οποίο θα εκδοθεί απόφαση, θεωρώ ότι οι ενάγοντες δικαιούνται στην καταβολή νόμιμου τόκου από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής.
Κατ’ ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση, στην έκταση που έχει αναφερθεί γίνεται αποδεκτή.
Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων 1 και 2, ως ακολούθως:
Α) Ως οι παράγραφος 16(Α) και (Β) της έκθεσης απαίτησης. Αναφορικά με το (Β) οι εναγόμενοι να συμμορφωθούν εντός δυο (2) μηνών από την επίδοση του διατάγματος.
Β) Απόφαση, ως η παράγραφος 16(Γ) της έκθεσης απαίτησης, για το συνολικό ποσό των €13.000 με νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής.
Αναφορικά με τις αξιώσεις των εναγόντων για τις οποίες θα γίνει κανονική δίκη, δεδομένου ότι οι εναγόμενοι έχουν ήδη καταχωρήσει την υπεράσπισή τους δεν τίθεται θέμα να τους δοθεί άδεια για το σκοπό αυτό.
Αναφορικά με τα έξοδα, παρατηρώ τα εξής:
Αναμφίβολα, οι ενάγοντες, οι οποίοι υπέχουν θέση επιτυχόντα διαδίκου στην αίτηση, σε εφαρμογή του Μέρους 39.2(1) των ΚΠΔ δικαιούνται στα έξοδα.
Αυτά έχουν προσυμφωνηθεί μεταξύ των μερών και για τα δυο ενδεχόμενο. Σε περίπτωση επιτυχίας της αίτησης καθορίστηκαν στο ποσό των €6.194, πλέον, Φ.Π.Α. και €43,50 πραγματικά έξοδα, για τους ενάγοντες και σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης, στο ποσό των €6.034, πλέον Φ.Π.Α. και €43,50 πραγματικά έξοδα, για τους εναγόμενους.
Δεδομένου ότι η αίτηση έχει γίνει αποδεκτή εν μέρει, λαμβάνοντας υπόψη την έκταση επιτυχίας της σε συνδυασμό και με τη φύση των αξιώσεων των εναγόντων για τις οποίες αυτοί έχουν εξασφαλίσει απόφαση σε συνάρτηση με τη φύση αυτών για τις οποίες η υπόθεση θα οδηγηθεί σε κανονική δίκη, θεωρώ ότι η πλέον δίκαιη διαταγή για τα έξοδα είναι το ήμισυ των εξόδων των εναγόντων.
Κατά συνέπεια, τα έξοδα της αίτησης, τα οποία καθορίζω στο ποσό των €3.097, πλέον Φ.Π.Α. και €43,50 πραγματικά έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων 1 και 2.
Ενόψει της διαμορφωθείσας νέας κατάστασης και της τροπής που παίρνει η υπόθεση, απότοκο της σημερινής απόφασής μου και με γνώμονα τον πρωταρχικό σκοπό των ΚΔΠ, για σκοπούς περαιτέρω προγραμματισμού της υπόθεσης θεωρώ ορθό να την ορίσω για οδηγίες, με οδηγίες οι δικηγόροι των διαδίκων να είναι παρόντες.
Ενόψει των ανωτέρω, η υπόθεση ορίζεται για οδηγίες, στις 22/12/2025 και ώρα 09:30.
Δικηγόροι παρόντες.
(Υπ.) ...………………………….
Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
/ΚΚ
Subject: Civil/Other Actions /Interim
(Αναφορά: Πολιτική – Αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης.)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο