ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.
Aρ. Αγωγής: 1223/2016
Μεταξύ:
1. FAZITA INVESTMENTS LIMITED
2. WLADYSLAW JAROSZEWICH
Εναγόντων
και
1. POLISH REAL ESTATE INVESTMENT LIMITED
2. JAN JAROSZEWICH
3. SAZIA INVESTMENTS LIMITED
4. KIM STEIMLER
5. DURNONT ENTERPISES LIMITED
Εναγόμενων
------------------
Αίτηση, ημερομηνίας 1/7/2020
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 22/12/2025
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για ενάγοντες 1 και 2 - αιτητές: κα Ι. Μαρκιτανή με κα Τ. Λιανού, ασκούμενη δικηγόρο, για A.G. EROTOCRITOU LLC
Για εναγόμενους 2 και 3 - καθ’ ων η αίτηση: κ. Ν. Κωνσταντινίδης, για ΤΑΣΣΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Οι ενάγοντες καταχώρησαν την αγωγή τους με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, στις 28/4/2016. Την ίδια μέρα καταχώρησαν μονομερή αίτηση, στο πλαίσιο της οποίας, στις 6/5/2016 εξασφάλισαν προσωρινό διάταγμα (στο εξής «επίμαχο διάταγμα») το οποίο απαγόρευε και/ή εμπόδιζε τους εναγόμενους και/ή οποιοδήποτε από αυτούς, να εφαρμόσουν και/ή εκτελέσουν και/ή πραγματοποιήσουν και/ή άλλως πως, χρησιμοποιήσουν και/ή κοινοποιήσουν σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο, τις αποφάσεις που λήφθηκαν κατά τη συνεδρία των διοικητικών συμβούλων των εναγόμενων 1, στις 28/4/2016, ECLI:CY:AD:2016:D147, χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του ενάγοντα 2, υπό την ιδιότητά του, ως «Α Διευθυντή» των εναγόμενων 1 και/ή του «Α Διευθυντή» των εναγόμενων 1, τον οποίο είχε διορίσει ο ενάγοντας 1, υπό την ιδιότητά του, ως κατόχου μετοχών τάξης Α των εναγόμενων 1 και/ή όλων των «Α Διευθυντών» των εναγόμενων 1 που ήταν παρών και/ή παρόντες.
Το Δικαστήριο - με διαφορετική σύνθεση από το παρόν - που επιλήφθηκε της αίτησης και στο πλαίσιό της εξέδωσε το επίμαχο διάταγμα διέταξε τους ενάγοντες να καταθέσουν στο Δικαστήριο τραπεζική εγγύηση για το ποσό των €50.000 «… προς το σκοπό της κάλυψης οποιωνδήποτε ζημιών, οι οποίες ήθελαν προκληθεί στους Καθ’ ων η Αίτηση από την έκδοση του διατάγματος.» Οι ενάγοντες, συμμορφούμενοι με τη διαταγή του Δικαστηρίου, στις 9/5/2016 κατέθεσαν στον Πρωτοκολλητή σχετική τραπεζική επιστολή της Τράπεζας Κύπρου «στο εξής «επίμαχη εγγυητική».
Η παραπάνω αίτηση, στις 25/8/2016, κατόπιν σχετικού αιτήματος των εναγόντων αποσύρθηκε άνευ βλάβης με έξοδα υπέρ των εναγόμενων 2 και 3 και σε βάρος των εναγόντων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. Συνακόλουθα, το επίμαχο διάταγμα ακυρώθηκε.
Με την υπό κρίση αίτηση, οι ενάγοντες ζητούν την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει την επιστροφή στους δικηγόρους τους της επίμαχης εγγυητικής.
Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη η δικηγόρος στο γραφείο των δικηγόρων των εναγόντων, Ελίνα Νικολαΐδου.
Οι εναγόμενοι 2 και 3 καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση. Αποτελείται από 13 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη η δικηγόρος στο γραφείο των δικηγόρων των εναγόμενων 2 και 3, Λουκία Μαραγκού.
Παρεμβάλλεται ότι, στις 27/4/2017 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση στην αγωγή, υπέρ των εναγόντων και σε βάρος των εναγόμενων 4 και 5, ως επίσης, ότι οι ενάγοντες, στις 15/9/2017 καταχώρησαν έκθεση απαίτησης και οι εναγόμενοι 2 και 3, στις 8/2/2023, υπεράσπιση.
Για να συνεχίσω, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, οι εναγόμενοι 2 και 3 καταχώρησαν συμπληρωματική ένορκη δήλωση και οι ενάγοντες, απαντητική συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Στην πρώτη προέβη ο δικηγόρος στο γραφείο των δικηγόρων των εναγόμενων 2 και 3, Μάριος Νικολάου και στη δεύτερη, ο συνάδελφός του στο γραφείο των δικηγόρων των εναγόντων, Παντελής Αριστείδης.
Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να το επαναλάβω και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων των δικηγόρων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω.
Με τον 1ο λόγο ένστασης υποβάλλεται - μεταξύ άλλων - ότι η αίτηση στερείται οποιασδήποτε νομικής βάσης και με το 2ο λόγο, ότι η νομική βάση της αίτησης πάσχει και/ή δεν είναι ορθή και/ή είναι ελλιπής. Τέλος, με τον 3ο λόγο ένστασης υποβάλλεται - άνευ βλάβης του προηγούμενου λόγου - ότι η επιστροφή τραπεζικής εγγυητικής δύναται να διαταχθεί μόνο στη βάση της Δ.33 Θ.8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, της οποίας δε γίνεται επίκληση από τους ενάγοντες στη νομική βάση της αίτησης, η οποία, ως εκ τούτου καθίσταται απορριπτέα.
Διαφωνώ. Η επίμαχη εγγυητική δόθηκε σε εφαρμογή του άρθρου 9(2) του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου το οποίο περιέχεται στη νομική βάση της αίτησης και για το σκοπό που αναφέρεται στην ίδια διάταξη. Η Δ.33 Θ.8 - την οποία οι εναγόμενοι 2 και 3 θεωρούν ως το ορθό δικαιοδοτικό υπόβαθρο της υπό κρίση αίτησης - με κάθε σεβασμό είναι από κάθε άποψη άσχετη με την αίτηση, δεδομένης της φύσης της. Η Δ.33 Θ.8 διαλαμβάνει για την κατάθεση των εγγράφων και τεκμηρίων κατά την ακρόαση μιας υπόθεσης, ως μέρος του μαρτυρικού υλικού της υπόθεσης, τη σημείωσή τους ως τέτοιων από το Δικαστήριο, τη φύλαξή τους και για την εξουσία του Δικαστηρίου να επιτρέπει την επιστροφή τους στο μέρος που τα καταθέτει, κατόπιν υποβολής αιτήματος για το σκοπό αυτό και παραχώρησης σχετικής άδειας από το Δικαστήριο.
Η Δ.33 Θ.8 ακολουθεί αυτούσια:
«Every document or other exhibit put in evidence shall be marked by a Judge or by an officer of the Court when it is put in, and the mark placed thereon shall be noted in the minutes of the Court. Exhibits shall remain in the custody of the Court and shall not be given out except by leave of a Judge.»
Με τον 4ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι το λεκτικό της επίμαχης εγγυητικής δεν επιτρέπει την επιστροφή της, πριν από την εκδίκαση της αγωγής και/ή μέχρι την έκδοση τελικής και/ή τελεσίδικης και/ή οριστικής απόφασης και/ή το χρονικό διάστημα που επεκτείνεται αυτή δεν έχει εκπνεύσει. Με τον 5ο λόγο υποβάλλεται περίπου το ίδιο. Συγκεκριμένα, ότι η επίμαχη εγγυητική προβλέπει ρητά ότι αυτή θα ισχύει μέχρι την τελική και οριστική απόφαση του Δικαστηρίου στην κυρίως αγωγή.
«The present Guarantee will be valid until 31.12.2016 and will be automatically renewed every six (6) months until the original guarantee is returned to us by you for cancellation informing us of the final and conclusive decision of the Court in the Action no. 1223/2016 of the District Court of Limassol or until we receive further instructions from the Registrar.»
Με τον 8ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι το επίμαχο διάταγμα είχε εκδοθεί λανθασμένα, όπως προκύπτει και από την απόφαση του Δικαστηρίου να απορρίψει την αίτηση, ημερομηνίας 28/4/2016 και να ακυρώσει το επίμαχο διάταγμα, στις 25/8/2016.
Δε συμφωνώ. Η αίτηση, στο πλαίσιο της οποίας είχε εκδοθεί το επίμαχο διάταγμα αποσύρθηκε άνευ βλάβης, κατόπιν αιτήματος των εναγόντων και η ακύρωση του επίμαχου διατάγματος αποτελεί απότοκο και φυσιολογικό επακόλουθο αυτού του δικονομικού διαβήματος των εναγόντων. Η θέση ότι το επίμαχο διάταγμα είχε εκδοθεί λανθασμένα και μάλιστα, μετά από απόφαση του Δικαστηρίου, θα ήταν βάσιμη, μόνο στην περίπτωση που το Δικαστήριο επιλαμβανόταν της αίτησης σε επίπεδο ακρόασης και με την ετυμηγορία του την απέρριπτε και ακύρωνε το επίμαχο διάταγμα, ως αποτέλεσμα απόφανσης, ότι αυτό είχε εκδοθεί λανθασμένα.
Με τον 9ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι εκκρεμεί η καταβολή των δικηγορικών εξόδων από τους ενάγοντες προς τους εναγόμενους 2 και 3 σε σχέση με: (α) την αίτηση, στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε το επίμαχο διάταγμα για το οποίο είχε καταβληθεί η επίμαχη εγγυητική (β) την αίτηση, ημερομηνίας 17/10/2016 για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων η οποία και πάλι αποσύρθηκε στις 23/1/2019 και (γ) την αίτηση, ημερομηνίας 2/6/2017 για απόρριψη της αγωγής, λόγω μη προώθησής της. Με τον 10ο λόγο υποβάλλεται ότι η επίμαχη εγγυητική αποτελεί το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο των εναγόντων στην Κύπρο. Συνεπώς, ο μοναδικός τρόπος ικανοποίησης των εναγόμενων 2 και 3 σε περίπτωση αποτυχίας της αγωγής και/ή των επιδικασθέντων εξόδων εναντίον των εναγόντων αποτελεί η επίμαχη εγγυητική. Τέλος, με τον 11ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι οι ενάγοντες είναι αλλοδαπά πρόσωπα και/ή δεν προσφέρουν οποιαδήποτε εγγύηση και/ή ασφάλεια σε περίπτωση αποτυχίας της αγωγής τους. Η οποία, εναντίον των εναγόμενων 2 και 3 δεν έχει ακόμη εκδικαστεί και οι αξιώσεις των εναγόντων εναντίον τους δεν έχουν ακόμη αποφασιστεί. Οι ενάγοντες έχουν ήδη καταδικαστεί σε δικηγορικά έξοδα (ως ανωτέρω) και είναι άγνωστη η πορεία της αγωγής, ως και το κατά πόσο οι εναγόμενοι 2 και 3 θα υποστούν περαιτέρω ζημιά μέχρι και την τελική εκδίκαση της αγωγής.
Με την προβολή των τριών αυτών λόγων ένστασης στην αίτηση είναι φανερό, ότι ανακύπτει και θέμα κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας, υπό την έννοια ότι, μέσω αυτών των λόγων ένστασης, οι εναγόμενοι 2 και 3 χρησιμοποιούν τη διαδικασία της αίτησης των εναγόντων για επιστροφή της επίμαχης εγγυητικής, μετατρέποντας την ουσιαστικά σε διαδικασία - δικής τους - αίτησης ασφάλειας εξόδων με βάση τη Δ.60 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.
Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Loukos Trading Co. Ltd v. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Ντάιγκ Κο. Λτδ (2000) 1(Β) Α.Α.Δ. 1014:
«΄Εχει νομολογηθεί ότι τα δικαστήρια έχουν εξουσία να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεως της δικαστικής διαδικασίας. Έχει, επίσης, νομολογηθεί ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της (βλ. Constantinides v. Vima Ltd (1983) 1 C.L.R. 348, ΄Ελληνας ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 149, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αρ. 2) (1993) 1 Α.Α.Δ. 248, Διευθυντής Φυλακών ν. Περρέλλα (1995) 1 Α.Α.Δ. 217, Re Beogradska D.D., Πολιτική ΄Εφεση 9495/6.9.1996 και Βασιλείου ν. Μακρίδη, Ποινική ΄Εφεση 6804/24.2.2000).»
Με τον 12ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 δεν έχουν καταχωρήσει την υπεράσπισή τους και τυχόν ανταπαίτηση και ως εκ τούτου, η παρούσα αίτηση είναι πρόωρη και/ή καταχρηστική.
Όπως αναφέρεται και σε άλλο σημείο (πιο πάνω) οι εναγόμενοι 2 και 3 καταχώρησαν την υπεράσπισή τους, στις 8/2/2023, ενώ δεν έχουν καταχωρήσει ανταπαίτηση εναντίον των εναγόντων.
Για να επανέλθω στον 1ο λόγο ένστασης, με αυτόν υποβάλλεται και ότι η αίτηση στερείται πραγματικής βάσης και/ή οποιασδήποτε και/ή επαρκούς αιτιολόγησης και/ή δε συντρέχουν βάσιμοι λόγοι έγκρισής της. Με τον 6ο λόγο υποβάλλεται ότι η επίμαχη εγγυητική συνεχίζει να εξασφαλίζει την πιθανή απαίτηση των εναγόμενων 2 και 3 για αποζημιώσεις, λόγω της έκδοσης του επίμαχου διατάγματος, μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής, συμπεριλαμβανομένης και της πιθανότητας αποτυχίας της αγωγής. Με τον 7ο λόγο υποβάλλεται ότι η αίτηση είναι πρόωρη με δεδομένο ότι η αγωγή εξακολουθεί να εκκρεμεί. Τέλος, με το 13ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 υπέστησαν και/ή εξακολουθούν να υφίστανται ζημιά και/ή δαπάνες και/ή ταλαιπωρία, συνεπεία του επίμαχου διατάγματος.
Σύμφωνα με το άρθρο 9(1)(2) του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6:
«(1) Κάθε Διάταγμα το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει, δύναται να εκδοθεί με αίτηση ενός από τους διαδίκους, χωρίς ειδοποίηση στον άλλο, όπως αυτό προβλέπεται στις πρόνοιες των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023.
(2) Πριν εκδώσει το διάταγμα αυτό χωρίς ειδοποίηση, το Δικαστήριο δύναται να απαιτεί από το πρόσωπο που ζητά αυτό, όπως αναλάβει προσωπική υποχρέωση, με ή χωρίς εγγυητή ή εγγυητές, όπως το Δικαστήριο θεωρεί σκόπιμο, για να εξασφαλιστεί η υποχρέωση του για αποζημίωση του προσώπου εναντίον του οποίου ζητείται το διάταγμα.»
Ακολούθως σύμφωνα με το άρθρο 32 (1)(3) του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60:
«(1) Τηρουμένου οποιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού, δικαστήριο κατά την άσκηση της πολιτικής του δικαιοδοσίας, δύναται να εκδίδει ενδιάμεσο διάταγμα (απαγορευτικό, διηνεκές, ή προστακτικό) ή να διορίζει παραλήπτη, εάν το κρίνει δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις, παρόλο που δεν αξιώνεται ή χορηγείται μαζί με αυτό οποιαδήποτε αποζημίωση ή άλλη θεραπεία:
(2) ……
(3) Εάv ήθελε φαvή εις τo δικαστήριov ότι oιovδήπoτε εκδoθέv ενδιάμεσο διάταγμα δυvάμει τoυ εδαφίoυ (1) εβασίσθη επί αvεπαρκώv λόγωv, ή εάν η απαίτηση του αιτητή με αίτηση του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα αποτύχει ή έχει εκδοθεί απόφαση εναντιόν του συνεπεία παραλείψεως ή άλλως και φανεί στο δικαστήριο ότι δεν υπήρχε πιθανή βάση για την έγερση της απαίτησής του, το δικαστήριο δύναται, εάν νομίζει τούτο πρέπον, με αίτηση του διαδίκου εναντίον του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα να διατάξει την καταβολή σ’ αυτόν εύλογης αποζημίωσης για τις δαπάνες και τηv βλάβηv ήτις πρoσεγέvετo εις αυτό διά της εκτελέσεως τoυ διατάγματoς.
Σχετικό με το εδάφιο 3 του άρθρου 32 είναι και το πανομοιότυπό του, άρθρο 7 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Ακολουθεί και πάλι αυτούσιο.
«Αν φαίνεται στο Δικαστήριο ότι διάταγμα που εκδόθηκε από αυτό δυνάμει των τριών προηγούμενων άρθρων ζητήθηκε για ανεπαρκείς λόγους, ή αν η αγωγή του ενάγοντα αποτύχει ή εκδοθεί απόφαση εναντίον του λόγω παράλειψης ή με άλλο τρόπο, και φαίνεται στο Δικαστήριο ότι δεν υπήρχε πιθανή βάση για την έγερση της αγωγής, το Δικαστήριο δύναται, αν θεωρήσει αυτό σκόπιμο, με αίτηση του εναγομένου, να διατάξει τον ενάγοντα να καταβάλει στον εναγόμενο τέτοιο ποσό το οποίο ήθελε θεωρηθεί από το Δικαστήριο ως εύλογη αποζημίωση αυτού για τη δαπάνη και βλάβη που προξενήθηκε σε αυτόν λόγω της εκτέλεσης του διατάγματος.
Η καταβολή αποζημίωσης δυνάμει του άρθρου αυτού συνιστά κώλυμα για έγερση οποιασδήποτε αγωγής για αποζημίωση σε σχέση με ο,τιδήποτε έγινε κατά την επιδίωξη του διατάγματος0 κάθε τέτοια αγωγή, αν άρχισε, αναστέλλεται από το Δικαστήριο με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους όπως το Δικαστήριο θα κρίνει δίκαιο.»
Από τις παραπάνω διατάξεις, ως θέμα ερμηνείας προκύπτουν τα εξής:
Το αίτημα επιστροφής εγγυητικής συναρτάται απόλυτα με το σκοπό για τον οποίο αυτή παρέχεται. Που είναι να διασφαλίσει το δικαίωμα εκείνου εναντίον του οποίου στρέφεται το προσωρινό διάταγμα - το οποίο εκδόθηκε μονομερώς - για καταβολή αποζημίωσης, εάν ήθελε αποδειχθεί ότι εξαιτίας της έκδοσης και εφαρμογής του διατάγματος υπέστη ζημιά. Όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Greenock Navigation Co. Ltd ν. Tradax Ocean Transportation S.A. (1999) 1 Α.Α.Δ. 852 για σκοπούς καταβολής αποζημίωσης, θα πρέπει να αποδειχθεί αιτιώδης συνάφεια, δηλαδή, σχέση αιτίου και αιτιατού μεταξύ της ύπαρξης του διατάγματος και της ζημιάς. Τα ίδια αναφέρονται και στην πιο πρόσφατη υπόθεση Ελληνικά Πετρέλαια Κύπρου Λτδ ν. Gkinis Petrol Station Limited κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. 109/2012, ημερ. 20/6/2019, ECLI:CY:AD:2019:A257. Το σχετικό απόσπασμα ακολουθεί αυτούσιο:
«Ορθά, επίσης, θεώρησε το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι το θέμα δεν εξαντλείται εδώ και προχώρησε να εξετάσει το ζήτημα της ζημίας και ειδικότερα της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της έκδοσης του διατάγματος και της ζημίας που κατ΄ισχυρισμό των εφεσειόντων προέκυψε. Όπως κρίθηκε στην υπόθεση Lunn Poly Ltd and Another v. Liverpool & Lancashire Properties Ltd [2006] EWCA Civ 430, το Δικαστήριο μπορεί όντως, σε τέτοια περίπτωση να εξετάσει τη νομική αιτία της κατ΄ισχυρισμόν απώλειας του αιτητή και ειδικότερα το κατά πόσον η αιτία δεν ήταν η έκδοση του ενδιαμέσου διατάγματος, αλλά η δική του συμπεριφορά.»
Κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αίτηση επιστροφής εγγυητικής, άλλοι σχετικοί παράγοντες είναι το λεκτικό της εγγυητικής (βλ. την MD Shipmanagement Ltd ν. Του Πλοίου "Londa" υπό σημαία Μάλτας που τώρα βρίσκεται ελλιμενισμένο στο λιμάνι της Λεμεσού και Άλλης (2014) 1 Α.Α.Δ. 1299), καθώς και ο χρόνος προβολής της απαίτησης για αποζημιώσεις.
Σύμφωνα και πάλι με την υπόθεση Ελληνικά Πετρέλαια Κύπρου Λτδ (ανωτέρω):
«Το άρθρο 32(3) έχει κωδικοποιήσει τη διακριτική εξουσία που αναγνώρισε το δίκαιο της επιείκειας στα δικαστήρια να επιδικάζουν αποζημίωση ως αντίτιμο και αντιστάθμισμα για την έκδοση ενδιαμέσου διατάγματος και του κινδύνου πρόκλησης αδικίας, ιδιαίτερα στην περίπτωση ενδιαμέσων διαταγμάτων ex parte. Η διακριτική ευχέρεια είναι εν προκειμένω ευρεία και ασκείται με βάση τις συνήθεις αρχές της επιείκειας. Σ΄αυτά τα πλαίσια μπορεί να ληφθεί υπόψιν η αδικαιολόγητη καθυστέρηση και η μη δίκαιη (inequitable) συμπεριφορά των αιτητών.»
Με υπαγωγή των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης, σ’ όλες τις παραπάνω αρχές παρατηρώ τα εξής:
Το ουσιαστικό μέρος της επίμαχης εγγυητικής ακολουθεί αυτούσιο:
«By order of Messrs A.G. EROTOCRITOU LLC and for account of Fazita Investments Limited and Wladyslaw Jaroszewicz, with the present, we undertake irrevocably to hold at your disposal the amount of EUR 50.000,00 (EURO FIFTY THOUSAND AND 00/100) which will be paid to the Respondents 1, 2, 3, 4 and 5 for damages in the event that the Court decides that the interim order dated 06.05.2016 against Respondents 1, 2, 3, 4 and 5 in the Action no. 1223/2016 of the District Court of Limassol between the Applicants and the Respondents was issued without a valid cause of action and/or without a good cause and that a final and conclusive decision of the Court will be issued by which damages will be awarded in favour of Respondents 1, 2, 3, 4 and 5.
The obligation of the Bank by virtue of the present guarantee is limited to the maximum amount of EUR 50.000,00.
The present Guarantee will be valid until 31.12.2016 and will be automatically renewed every six (6) months until the original guarantee is returned to us by you for cancellation informing us of the final and conclusive decision of the Court in the Action no. 1223/2016 of the District Court of Limassol or until we receive further instructions from the Registrar.
Any claim by virtue of the present must be submitted to us in writing and it must be accompanied by your written declaration that the application dated 28/04/2016 in the context of the Action no. 1223/2016 of the District Court of Limassol has been tried and that a final and conclusive decision of the Court has been issued and that the Court has awarded damages for the benefit of the Respondents 1, 2, 3, 4 and 5 because the order against Respondents 1, 2, 3, 4 and 5 dated 06.05.2016 was issued without a cause and/or without a good cause.
Such claim and declaration will be considered as indisputable evidence that the claimed amount is owed to you by the present guarantee.»
Όπως αναφέρεται και σε άλλο σημείο (πιο πάνω) από το λεκτικό της επίμαχης εγγυητικής και ειδικά από το μέρος της που παρατίθεται με έμφαση, αυτή, κατόπιν οδηγιών του Πρωτοκολλητή - μετά την έκδοση σχετικής διαταγής του Δικαστηρίου - μπορεί να επιστραφεί οποτεδήποτε ακόμη και πριν από την έκδοση απόφασης του Δικαστηρίου επί της αγωγής.
Δεδομένου του σκοπού για τον οποίο είχε κατατεθεί η επίμαχη εγγυητική, κατά την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας που διέπει το αίτημα επιστροφής της, ασφαλώς θα πρέπει να εξεταστούν και οι λόγοι εναντίωσης των εναγόμενων 2 και 3 στο αίτημα σύμφωνα με την ένστασή τους. Με αναφορά σε όσους δεν έχουν ήδη απαντηθεί, αυτοί είναι οι εξής: Πρώτο, η επίμαχη εγγυητική συνεχίζει να εξασφαλίζει την πιθανή απαίτηση των εναγόμενων για αποζημιώσεις, λόγω της έκδοσης του επίμαχου διατάγματος εναντίον τους μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής, συμπεριλαμβανομένης και της πιθανότητας αποτυχίας της αγωγής εναντίον τους και δεύτερο, οι εναγόμενοι 2 και 3 υπέστησαν και/ή εξακολουθούν να υφίστανται ζημιά και/ή δαπάνες και/ή ταλαιπωρία, συνεπεία του επίμαχου διατάγματος.
Συναφώς με τους δυο αυτούς λόγους ένστασης, η Μαραγκού στην ένορκη δήλωσή της η οποία υποστηρίζει την ένσταση στην αίτηση, εκτός του ότι υιοθετεί και επαναλαμβάνει όλους τους λόγους ένστασης, τα μόνα που αναφέρει που δεν έχουν απαντηθεί μέχρι στιγμής είναι τα εξής:
Οι ενάγοντες έχουν ήδη καταδικαστεί σε δικηγορικά έξοδα και είναι άγνωστη η πορεία της αγωγής, ως και το κατά πόσο οι εναγόμενοι 2 και 3, θα υποστούν περαιτέρω ζημιά μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής. Περαιτέρω, όπως την πληροφορεί ο εναγόμενος 2, ο οποίος είναι διοικητικός σύμβουλος των εναγόμενων 1, η παρούσα αγωγή έχει προωθηθεί εναντίον και των εναγόμενων 1 και η οποιαδήποτε τυχόν ζημιά έχουν υποστεί από την έκδοση του επίμαχου διατάγματος, θα μπορεί να αποζημιωθεί με την επίμαχη εγγυητική και ως εκ τούτου, θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ και γι’ αυτό το λόγο. Ειλικρινά πιστεύει ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 υπέστησαν και εξακολουθούν να υφίστανται ζημιά και δαπάνες, συνεπεία του επίμαχου διατάγματος.
Με τη σειρά του, ο Νικολάου, στη δική του ένορκη δήλωση αναφέρει τα εξής:
Η παρούσα αγωγή στρέφεται εναντίον και των εναγόμενων 1. Παρομοίως, το επίμαχο διάταγμα εκδόθηκε και εναντίον τους και η οποιαδήποτε τυχόν ζημιά έχουν υποστεί από την έκδοσή του επίμαχου διατάγματος, θα μπορεί να αποζημιωθεί με την επίμαχη εγγυητική και ως εκ τούτου, θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ και γι’ αυτό το λόγο. Οι εναγόμενοι 1, οι οποίοι αποτελούν την επίδικη εταιρεία στις διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των εναγόντων και των λοιπών εναγόμενων και οι οποίες επεκτείνονται και πέραν των επίδικων θεμάτων της παρούσας αγωγής δε συμμετέχει στην παρούσα διαδικασία, ένεκα του εταιρικού αδιεξόδου στην οποία έχει περιέλθει η εταιρεία.
Στις 25/4/2022 καταχωρήθηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο της Αγγλίας από πλευράς των εναγόμενων 5 εναντίον των εναγόντων και άλλων προσώπων, παράγωγη αγωγή εκ μέρους των εναγόμενων 1, των οποίων είναι μέτοχοι οι εναγόμενοι 5, με σειρά από αξιώσεις, οι οποίες ανέρχονται περίπου στο ποσό των €100.000.000. Η εν λόγω αγωγή - η οποία στις 7/6/2023 τροποποιήθηκε με διάταγμα του Δικαστηρίου - αφορά αριθμό έκνομων ενεργειών των εναγόντων και άλλων προσώπων, περιλαμβανομένου την εξασφάλιση δικαστικής απόφασης εναντίον των εναγόμενων 1, η οποία ελέγχεται από τους ενάγοντες, ενώ παράλληλα επιχειρήθηκε να παραλυθεί η λήψη απόφασης από μέρους των εναγόμενων 1, για υπεράσπιση της απαίτησης που κατασκεύασε η εν λόγω εταιρεία εναντίον των εναγόμενων 1. Η παράγωγη αγωγή αφορά και τη μετέπειτα στέρηση από τους εναγόμενους 1 των περιουσιακών τους στοιχείων, αξίας, περί τα €100.000.000. Στην παράγραφο 47 της εν λόγω αγωγής γίνεται μνεία και στο επίμαχο διάταγμα.
Πέραν του γεγονότος της καταχώρησης της παράγωγης αγωγής, στις 26/5/2023 εκδόθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Αγγλίας, απόφαση, με την οποία εγκρίθηκαν οι αιτήσεις που καταχωρήθηκαν για λήψη άδειας συνέχισης της παράγωγης αγωγής σύμφωνα με τους κανόνες πολιτικής δικονομίας της Αγγλίας και για τη λήψη άδειας επίδοσης της παράγωγης αγωγής, εκτός δικαιοδοσίας. Στην παράγραφο 42 της δικαστικής απόφασης γίνεται μνεία και στο επίμαχο διάταγμα. Ακόμη, το Ανώτατο Δικαστήριο της Αγγλίας, μέσω της δικαστικής απόφασης παραχώρησε άδεια για συνέχιση της παράγωγης αγωγής στη μεγαλύτερη της έκταση και κατέληξε, μεταξύ άλλων, ότι προκύπτει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των εναγόντων για σειρά από αδικήματα (αναφέρονται 4 αδικήματα).
Η καταχώρηση της παράγωγης αγωγής εκ μέρους των εναγόμενων 1, αλλά και τυχόν ευρήματα που δύναται να προκύψουν από την εν λόγω αγωγή, καθώς και το περιεχόμενο της δικαστικής απόφασης είναι λόγοι που κλίνουν υπέρ της μη επιστροφής της επίμαχης εγγυητικής.
Παρατηρώ τα εξής:
Όσο διασταλτικά και να ερμηνεύσω τους παραπάνω ισχυρισμούς των ενόρκως δηλούντων για τους εναγόμενους 2 και 3 που είναι και οι ενιστάμενοι στην υπό κρίση αίτηση αδυνατώ να αντιληφθώ, ποια είναι η ζημιά που οι ίδιοι έχουν υποστεί ή ενδέχεται να υποστούν από την έκδοση και εφαρμογή του επίμαχου διατάγματος, για να έχει νόημα η εξακολούθηση κατάθεσης της επίμαχης εγγυητικής στην κατοχή του Πρωτοκολλητή, για σκοπούς αποζημίωσής τους. Ιδιαίτερα, αν ληφθούν υπόψη, η φύση και το περιεχόμενο του επίμαχου διατάγματος, καθώς και το βραχύβιό του.
Το επίμαχο διάταγμα είναι απαγορευτικό και με αυτό απαγορεύτηκε στους εναγόμενους να εφαρμόσουν κ.ο.κ., τις αποφάσεις που λήφθηκαν κατά τη συνεδρία των διοικητικών συμβούλων των εναγόμενων 1, στις 28/4/2016, ECLI:CY:AD:2016:D147, χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του ενάγοντα 2. Εκδόθηκε στις 6/5/2016 και με την άνευ βλάβης απόσυρση - από τους ενάγοντες - της αίτησης, στο πλαίσιο της οποίας είχε εκδοθεί και την επακόλουθη ακύρωσή του, έπαυσε να ισχύει.
Τα παραπάνω ισχύουν και για τους εναγόμενους 1 και πολύ περισσότερο, για τους εναγόμενους 5, εναντίον των οποίων έχει εκδοθεί εξ συμφώνου απόφαση στην παρούσα αγωγή και μάλιστα, αρκετό καιρό προτού οι ίδιοι καταχωρήσουν εκ μέρους των εναγόμενων 1 στο Ανώτατο Δικαστήριο της Αγγλίας, την παράγωγη αγωγή εναντίον και των εναγόντων. Τους οποίους (εναγόμενους 1 και 5), οι εναγόμενοι 2 και 3, εν πάση περιπτώσει θεωρώ πως δεν μπορούν να επικαλούνται, δίκην συνηγόρου τους προκειμένου να δικαιολογήσουν τη δική τους ένσταση στην αίτηση.
Για να συνεχίσω, η μόνη ζημιά την οποία οι εναγόμενοι 2 και 3 αναφέρουν κατά συγκεκριμένο τρόπο ότι έχουν υποστεί από την έκδοση του επίμαχου διατάγματος αφορά στα έξοδα της αίτησης που οδήγησε στην έκδοσή του, τα οποία, μετά την άνευ βλάβης απόσυρση της αίτησης από τους ενάγοντες και την επακόλουθη ακύρωση του επίμαχου διατάγματος επιδικάστηκαν υπέρ τους και σε βάρος των εναγόντων. Όμως, ο λόγος για τον οποίο θεωρώ ότι αυτό δεν αποτελεί παραδεκτό λόγο ένστασης στην αίτηση αναφέρεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω), επομένως δε χρειάζεται να τον επαναλάβω. Ο ίδιος λόγος αφορά και τις άλλες δυο διαδικασίες, των οποίων τα έξοδα και πάλι έχουν επιδικαστεί υπέρ τους και σε βάρος των εναγόντων και γενικά, τα έξοδα της αγωγής, στα οποία ενδέχεται να καταδικαστούν οι ενάγοντες σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής τους.
Προστίθενται και τα εξής:
Το επίμαχο διάταγμα εκδόθηκε στις 6/5/2016 και ακυρώθηκε τρεισήμισι μήνες αργότερα και συγκεκριμένα, στις 25/8/2016. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε την 1/7/2020, δηλαδή, τέσσερα σχεδόν χρόνια αργότερα και οι εναγόμενοι 2 και 3, οι οποίοι εναντιώνονται τόσο έντονα στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων καταχώρησαν μόνο υπεράσπιση στην και εναντίον τους αγωγή, στις 8/2/2023, δηλαδή, εξίμισι σχεδόν χρόνια μετά την ακύρωση του επίμαχου διατάγματος.
Έκτοτε έχουν συμπληρωθεί άλλα τέσσερα σχεδόν χρόνια, χωρίς να προβούν σε οποιοδήποτε δικονομικό διάβημα για σκοπούς αποζημίωσής τους, για τις κατ’ ισχυρισμό ζημιές που έχουν υποστεί συνεπεία της έκδοσης του επίμαχου διατάγματος.
Να υπενθυμίσω απλώς, ότι ένας από τους λόγους της ένστασής τους στην αίτηση (ο 12ος) είναι ότι δεν έχουν καταχωρήσει την υπεράσπισή τους και τυχόν ανταπαίτησή τους και ως εκ τούτου, η αίτηση είναι πρόωρη ή/και καταχρηστική. Καθώς ήδη έχει αναφερθεί καταχώρησαν μόνο υπεράσπιση και όχι ανταπαίτηση. Που εάν καταχωρούσαν, θα μπορούσαν με αυτή να αξιώσουν αποζημιώσεις εναντίον των εναγόντων, για τις όποιες ζημιές - όπως είναι η θέση τους - είχαν υποστεί από την έκδοση του επίμαχου διατάγματος, εάν ήταν μόνο αυτές οι ζημιές τους.
Δικαίωμά τους είναι το γεγονός ότι μέχρι σήμερα δεν έχουν αξιώσει με οποιοδήποτε τρόπο εναντίον των εναγόντων την καταβολή αποζημιώσεων για τις εν λόγω ζημιές, αλλά και υποχρέωσή μου να συνεκτιμήσω αυτό το στοιχείο μαζί βέβαια και με όλα τα άλλα που προσμετρούν στην κρίση μου κατά την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας να εκδώσω ή να μην εκδώσω τα αιτούμενα διατάγματα.
Εν πάση περιπτώσει, συμφωνώ με τους ευπαίδευτους δικηγόρους των εναγόντων, ότι η επιστροφή της επίμαχης εγγυητικής, δεν τους εμποδίζει να διεκδικήσουν αποζημιώσεις εναντίον των εναγόντων στο μέλλον στο πλαίσιο αυτοτελούς αγωγής την οποία θα καταχωρήσουν για το σκοπό αυτό, νοουμένου βέβαια, ότι πράγματι υπέστησαν οποιεσδήποτε ζημιές από την έκδοση του επίμαχου διατάγματος (βλ. την Greenock Navigation Co. Ltd, ανωτέρω).
Κατ’ ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, κατά την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας που διέπει το θέμα, έχοντας υπόψη ότι δεν έχει καταδειχθεί οποιοσδήποτε βάσιμος λόγος για τον οποίο η επίμαχη εγγυητική θα πρέπει να παραμείνει κατατεθειμένη στον Πρωτοκολλητή θεωρώ ορθό, δίκαιο και πρέπον να επιστραφεί στους δικαιούχους της.
Έπεται ότι η αίτηση επιτυγχάνει.
Εκδίδεται διάταγμα, ως οι παράγραφοι Α και Β της αίτησης.
Αναφορικά με τα έξοδα, δε βλέπω για ποιο λόγο μπορώ να αποστώ του κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Με αυτό δεδομένο, τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και σε βάρος των εναγόμενων 2 και 3.
(Υπ.) ….….………………………
Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
/ΚΚ
Subject: Civil/Other actionsl/Interim
(Αναφορά: Επιστροφή τραπεζικής εγγυητικής)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο