Galex Consultants Limited ν. Yang Wang, Αριθμός Απαίτησης: 2671/2023, 8/12/2025
print
Τίτλος:
Galex Consultants Limited ν. Yang Wang, Αριθμός Απαίτησης: 2671/2023, 8/12/2025

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.

 

                                                          Αριθμός Απαίτησης: 2671/2023 (i-justice)

 

Μεταξύ:

                                        Galex Consultants Limited

Εναγόντων

                                                          και

 

                                                   Yang Wang

Εναγόμενης

 

                                                --------------------

Αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης, ημερομηνίας 14/10/2024

 

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 8/12/2025

 

EMΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για ενάγοντες - αιτητές: κα K. Αχιλλέως, για ΔΡ. Κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΙΔΗΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε.  

Για εναγόμενη - καθ’ ης η αίτηση: κ. Μ. Σπαστρής, για Μιχάλης Π. Σπαστρής ΔΕΠΕ

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ  ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Η ενάγοντες καταχώρησαν την αγωγή τους με έντυπο απαίτησης μαζί με έκθεση απαίτησης, στις 20/12/2023. Με την έκθεση απαίτησης αξιώνουν - μεταξύ άλλων - πρώτο, διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η εναγόμενη, όπως εντός 10 εργάσιμων ημερών από την επίδοση του διατάγματος και/ή της απόφασης, τους παραδώσει ελεύθερη και κενή κατοχή ενός διαμερίσματος (στο εξής «επίμαχο διαμέρισμα») και/ή να παύσει να επεμβαίνει και/ή κατέχει και/ή εκμεταλλεύεται και/ή χρησιμοποιεί το επίμαχο διαμέρισμα, δεύτερο, απόφαση και/ή διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η εναγόμενη να τους καταβάλει το ποσό των €77.000, ως αποζημιώσεις και/ή ενδιάμεσα οφέλη και/ή διαφυγόντα κέρδη, λόγω της παράνομης κατοχής και/ή εκμετάλλευσης και/ή χρήσης του επίμαχου διαμερίσματος κατά την περίοδο μεταξύ 23/1/2022 - 23/11/2023, τρίτο, διάταγμα και/ή απόφαση με το οποίο να διατάσσεται η εναγόμενη να καταβάλει ποσό ίσο με €3.500, μηνιαίως, από τις 24/11/2023 μέχρι την ημερομηνία που θα τους παραδώσει ελεύθερη και κενή κατοχή του επίμαχου διαμερίσματος, ως αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση και/ή ενδιάμεσα οφέλη και/ή διαφυγόντα κέρδη, λόγω της παράνομης κατοχής και/ή εκμετάλλευσης και/ή χρήσης του επίμαχου διαμερίσματος από την ίδια, τέταρτο, ειδικές αποζημιώσεις, ως η παράγραφος 14 της έκθεσης απαίτησης, πέμπτο, γενικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις και έκτο, νόμιμο τόκο επί παντός επιδικασθέντος ποσού, βάσει του άρθρου 33 του περί Δικαστηρίου Νόμου.

 

Η εναγόμενη, στις 22/4/2024 καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης και στις 3/6/2024 υπεράσπιση και ανταπαίτηση, με την οποία ζητά, πρώτο, αναγνωριστική απόφαση ότι το επίμαχο διαμέρισμα κατέχεται από τους ενάγοντες ως εμπίστευμα προς όφελος του αποβιώσαντα Guy Prosper Ε. Phillippe και δεύτερο, αναγνωριστική απόφαση ότι το επίμαχο διαμέρισμα αποτελεί συζυγική στέγη σύμφωνα με τη νομοθεσία του βελγικού δικαίου και ως τέτοιο, νομίμως κατέχεται και/ή καρπείται και/ή χρησιμοποιείται από την ίδια μέχρι και το θάνατό της.

 

Οι ενάγοντες, στις 12/7/2024 καταχώρησαν απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση και στις 14/10/2024 την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητούν, πρώτο, συνοπτική απόφαση εναντίον της εναγόμενης, σύμφωνα με τις αξιώσεις τους, ως αυτές περιέχονται στο έντυπο απαίτησης και την έκθεση απαίτησης (ανωτέρω), δεύτερο, διάταγμα με το οποίο να εκδίδεται συνοπτική απόφαση αναφορικά με την ανταπαίτηση και/ή να απορρίπτεται και/ή ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται και/ή διαγράφεται η ανταπαίτηση, καθότι δεν αποκαλύπτεται μέσω της, αγώγιμο δικαίωμα και/ή εύλογη αιτία αγωγής και/ή στερείται νομικού και πραγματικού ερείσματος και εγείρεται επιπόλαια και/ή ενοχλητικά και/ή καταχρηστικά και τρίτο, επικουρικά και/ή διαζευκτικά με το πρώτο, διάταγμα με το οποίο να παραμερίζεται και/ή διαγράφεται η υπεράσπιση, λόγω έλλειψης συζητήσιμου λόγου υπεράσπισης και/ή για το λόγο ότι είναι επιπόλαιη και/ή ενοχλητική και/ή καταχρηστική και/ή τείνει να καθυστερήσει τη διαδικασία.

 

Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη ο Γιάννης Ιωάννου, δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των εναγόντων.

 

Η εναγόμενη καταχώρησε ένσταση στην αίτηση. Αποτελείται από 10 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη η ίδια.

 

Κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, η εναγόμενη προέβη και σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ενώ η Εριέττα Σκυλλουριώτη, δικηγόρος επίσης στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των εναγόντων, προέβη σε απαντητική συμπληρωματική ένορκη δήλωση.

 

Παρεμβάλλεται ότι τόσο η αγωγή όσο και η υπό κρίση αίτηση εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των - νέων - Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 (στο εξής «ΚΠΔ»).

 

Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση των γεγονότων και της γραπτής μαρτυρίας που αναφέρονται στην αίτηση και την ένσταση. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενό τους και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων των δικηγόρων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω.

 

Το πρώτο θέμα που θα με απασχολήσει το οποίο εγείρει ο ευπαίδευτος δικηγόρος της εναγόμενης στο πλαίσιο της γραπτής αγόρευσής του αφορά στο γεγονός ότι η απαντητική - συμπληρωματική ένορκη δήλωση Σκυλλουριώτη καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα.

 

Είναι γεγονός, ότι στο πλαίσιο αίτησης την οποία είχε καταχωρήσει η εναγόμενη, στις 29/5/2025 εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα με το οποίο δόθηκε άδεια στην εναγόμενη να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση εντός τριών εβδομάδων και στους ενάγοντες, απαντητική συμπληρωματική ένορκη δήλωση, εντός περαιτέρω τριών εβδομάδων. Η εναγόμενη καταχώρησε εμπρόθεσμα τη συμπληρωματική της ένορκη δήλωση, στις 16/6/2025 και η Σκυλλουριώτη τη δική της, εκπρόθεσμα, στις 2/9/2025.

 

Αποτελεί θέση του ευπαίδευτου δικηγόρου της εναγόμενης ότι η ένορκη δήλωση Σκυλλουριώτη δεν πρέπει να ληφθεί καθόλου υπόψη από το Δικαστήριο, καθότι δεν καταχωρήθηκε εμπρόθεσμα, αλλά, ούτε και με τη σύμφωνη γνώμη αμφότερων των διαδίκων, αλλά, ούτε και δέοντα διαβήματα έγιναν από την πλευρά των εναγόντων για λήψη άδειας του Δικαστηρίου για καταχώρηση της εν λόγω ένορκης δήλωσης ή τη λήψη διατάγματος παράτασης του χρόνου καταχώρησής της. Η συγκεκριμένη πράξη των εναγόντων, προστίθεται, δεικνύει τόσο ότι αγνοούν του κανόνες και κανονισμούς του Δικαστηρίου όσο και τους συναδέλφους τους, αφού καταχρηστικά και μονομερώς προβαίνουν σε διαβήματα τα οποία δεν έχουν δικαίωμα να πράξουν.

 

Δε συμφωνώ ότι η επί του προκειμένου παράλειψη των εναγόντων, απολήγει άνευ άλλου σε αποδοχή της θέσης του ευπαίδευτου δικηγόρου της ενάγουσας ότι δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη η υπό αναφορά ένορκη δήλωση.

 

Σύμφωνα με το Μέρος 3.8 των ΚΠΔ με τίτλο «Γενική εξουσία του δικαστηρίου για διόρθωση θεμάτων όταν υπήρξε διαδικαστικό σφάλμα»:

 

«(1) Όταν υπήρξε διαδικαστικό σφάλμα, όπως παράλειψη συμμόρφωσης με κανονισμό:

(α) το σφάλμα δεν ακυρώνει οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία εκτός αν κάτι τέτοιο διαταχθεί από το δικαστήριο· και

(β) το δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα διόρθωσης του σφάλματος.

(2) Δικαστήριο δεν εκδίδει διάταγμα ακύρωσης οποιουδήποτε βήματος εκτός αν ικανοποιηθεί ότι:

(α) το διαδικαστικό σφάλμα ήταν σοβαρό· και

(β) τέτοιο διάταγμα είναι αναγκαίο προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, λαμβάνοντας υπόψη τον πρωταρχικό σκοπό

(1) Όταν διάδικος παραλείπει να συμμορφωθεί με κανονισμό ή δικαστικό διάταγμα, οποιαδήποτε κύρωση για μη συμμόρφωση, η οποία επιβάλλεται από τον κανονισμό ή το δικαστικό διάταγμα, ισχύει, εκτός αν ο διάδικος, ο οποίος παρέλειψε να συμμορφωθεί αιτηθεί και εξασφαλίσει απαλλαγή από την κύρωση.

Σύμφωνα με το Μέρος 1.2(1):

«Οι παρόντες κανονισμοί αποτελούν διαδικαστικό κώδικα, πρωταρχικός σκοπός του οποίου είναι η παροχή στο δικαστήριο δυνατότητας χειρισμού υποθέσεων κατά τρόπο δίκαιο και με αναλογικό κόστος.»

Δε θεωρώ τόσο σοβαρή την υπό αναφορά παράλειψη ή παράβαση των εναγόντων και πολύ περισσότερο, ότι θα είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εκδώσω διάταγμα ακύρωσης της εν λόγω ένορκης δήλωσης - που πρακτικά θα σημαίνει ότι δε ληφθεί υπόψη κατά την εξέταση της αίτησης - ως αποτέλεσμα της ύπαρξης της συγκεκριμένης παράλειψης, λαμβάνοντας υπόψη και τον πρωταρχικό σκοπό των ΚΠΔ. Σε περίπτωση που ήθελε αποδειχθεί ότι οι ενάγοντες δικαιούνται στην έκδοση συνοπτικής απόφασης, το καλώς νοούμενο συμφέρον της δικαιοσύνης εξυπηρετείται με την έκδοση απόφασης, αμέσως και όχι με τη διατήρηση εντελώς αχρείαστα, μιας αγωγής και/ή ανταπαίτησης, κάτι που αν συμβεί, απλώς θα επιβαρύνει ακόμη περισσότερο το πρόγραμμα το Δικαστηρίου και θα συμβάλει στη δημιουργία εντελώς αδικαιολόγητα δικαστικών εξόδων. Πολύ περισσότερο, που η εναγόμενη, η οποία εκπροσωπείται στη διαδικασία ικανά από δικηγόρο, ούτε ισχυρίζεται μα ούτε και διαπιστώνω να έχει υποστεί οποιαδήποτε ζημιά ή βλάβη, ως αποτέλεσμα της επί του προκειμένου παράλειψης. Μολονότι η επίμαχη συμπληρωματική ένορκη δήλωση καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα, εντούτοις, η διαδικασία ακρόασης της αίτησης κατά τα λοιπά διεξάχθηκε κανονικά με βάση το συμφωνημένο μεταξύ των μερών χρονοδιάγραμμα. Εξ ου και το γεγονός ότι ο ευπαίδευτος δικηγόρος της εναγόμενης, με τη γραπτή αγόρευσή του τοποθετείται επί του περιεχομένου της εν λόγω ένορκης δήλωσης και επί της ουσίας.

 

Οι αρχές που αναδύονται από το απόσπασμα που ακολουθεί από την πρόσφατη υπόθεση       ΜΑΡΚΟΥ ΚΟΥΖΑΛΗ (ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΑ, ΔΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΉ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ, ΤΖΙΟΒΑΝΗ ΚΟΥΖΑΛΗ) v. GORDIAN HOLDINGS LIMITED, Αίτηση Αρ. 5/2023, ημερ. 2/7/2024, κατά τη γνώμη μου θα πρέπει να αποτελούν οδοδείκτη για όλους, όταν ανακύπτουν θέματα όπως το εγειρόμενο από την εναγόμενη:

 

«Κατ’ αρχάς, να λεχθεί ότι δεν διαπιστώνεται κακοπιστία από μέρους του συνηγόρου του αιτητή και αυτό φαίνεται από την ίδια τη δήλωση του, όσον αφορά το λόγο γιατί δεν συμμορφώθηκε, εξ αρχής, με τις απαιτήσεις του σχετικού μέρους των Κανονισμών. Είναι γεγονός ότι το άρθρο 9(3)(γ) του Νόμου, προβλέπει για την, καινοτόμο, τρίτου βαθμού δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ενώ νεοφανείς είναι και οι σχετικοί Κανονισμοί που υποστηρίζουν τη διαδικασία σε σχέση με αυτή. Εν πάση περιπτώσει, προς το σκοπό προώθησης οποιασδήποτε από τις δικαιοδοσίες του άρθρου 9(3)(γ) του Νόμου, προβλέπονται στους προαναφερθέντες Κανονισμούς και ειδικά στον Κ. 8(1) ότι: «Οποιαδήποτε παράλειψη διαδίκου να συμμορφωθεί με τους Κανονισμούς, δεν καθιστά τη διαδικασία άκυρη ή ακυρώσιμη.». Η πιο πάνω πρόβλεψη αντανακλά την παρόμοια πρόνοια στη Δ.64 Κ.1, η οποία είχε αποδειχθεί σωτήρια σε περιπτώσεις μη συμμόρφωσης με τους ισχύοντες, τότε, Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας. Τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση στην υπόθεση Cybarco Ltd v. Rawnselo Trading Co Ltd (2002) 1 A.A.Δ. 1288. Το ακόλουθο απόσπασμα, από τη σελίδα 1291 αυτής, είναι ενδεικτικό της αρχής επί της οποίας η Δ.64 έτυχε εφαρμογής:

 

«Η εξίσωση όμως, που επέφερε η νέα Διαταγή, της κάθε μορφής παράλειψης διαδίκου να συμμορφωθεί με τους τύπους ή άλλες διατάξεις του Διαδικαστικού Κανονισμού, με διορθώσιμη παρατυπία, στην οποία απέβλεψαν οι πιο δικαιοκρατικές αντιλήψεις, που διαπνέουν τη Δ.64 επιτρέπουν από το 1995, υπό προϋποθέσεις, τη διάσωση έφεσης στην οποία ελλείπει η αιτιολογία, όπως ακριβώς είναι η κρινόμενη περίπτωση.»

 

Επιπρόσθετα, πέραν των οδηγιών που το Δικαστήριο έχει εξουσία να δώσει ως, «θεωρεί κατάλληλες, λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητα της μη συμμόρφωσης και γενικά τις περιστάσεις της υπόθεσης», (Κ.8(2)), υπάρχει και η δυνατότητα, δυνάμει του Κ.33, για καταχώρηση αίτησης, προς το σκοπό τροποποίησης εγγράφου που καταχωρείται στο πλαίσιο διαδικασίας ενώπιον του. Εν προκειμένω ο αιτητής επιζητεί τη συνδρομή του συγκεκριμένου κανονισμού για την τροποποίηση της κύριας αίτησης.

 

Πλέον σημαντική, όμως, ως προς το σκοπό των Κανονισμών, είναι η πρόνοια στον Κ.3. Σύμφωνα με αυτό, το Δικαστήριο, κατά την ενάσκηση της εξουσίας του, σε σχέση με οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον του, λαμβάνει υπόψη ότι, «Πρωταρχικός σκοπός των Κανονισμών είναι να διασφαλιστεί το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο και ότι το Δικαστήριο θα λειτουργεί δίκαια και αποτελεσματικά». Επίσης, λαμβάνει υπόψη, ότι σε κάθε περίπτωση «…πρέπει να ερμηνεύει και να εφαρμόζει τους Κανονισμούς με σκοπό τη διασφάλιση της πρόσβασης σε αυτό κατά τρόπο δίκαιο και αποτελεσματικό και προς αποφυγή αχρείαστων διαδικασιών σε σχέση με διαδικαστικά θέματα», (Κ.3). Ο συγκεκριμένος Κανονισμός, που είναι στο πνεύμα του Μέρους 1 (Πρωταρχικός σκοπός) των νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, κατευθύνει το Δικαστήριο μακριά από τυπολατρικές προσεγγίσεις και στη στόχευση, αντιθέτως, της διαδικασίας, στην εξέταση, σε κάθε περίπτωση, της ουσίας της, παρακάμπτοντας σκόπιμες δικονομικές περιπλοκές και τακτικές κωλυσιεργίες.»

 

Το άλλο θέμα που εγείρει ο ευπαίδευτος δικηγόρος της εναγόμενης αφορά στην ικανότητα και καταλληλότητα και των δυο ενόρκως δηλούντων για τους ενάγοντες. Συναφώς με το θέμα, ο κ. Σπαστρής, στη γραπτή αγόρευσή του, αναφέρει τα εξής:

 

Ο κ. Ιωάννου είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των εναγόντων. Στην ένορκη δήλωσή του δεν παρουσιάζει καμιά εξουσιοδότηση από τους ενάγοντες ή τους διευθυντές τους για να προβεί στην ένορκη δήλωση, καμιά άμεση επικοινωνία με οποιοδήποτε πρόσωπο  εκ μέρους των εναγόντων, αλλά ούτε και εμπίπτει οποιοσδήποτε ισχυρισμός του στη σφαίρα της προσωπικής του γνώσης, καθιστώντας ολόκληρη τη μαρτυρία του, ως εξ ακοής μαρτυρία. Το γεγονός αυτό αναφέρθηκε από την εναγόμενη στην ένορκη της δήλωση, όπου αμφισβήτησε ότι ο κ. Ιωάννου γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης, αφού δύναται να γνωρίζει μόνο ό,τι εμπεριέχει ο δικηγορικός φάκελος. Ως εκ τούτου, η μαρτυρία του δεν αποτελεί την καλύτερη δυνατή μαρτυρία, ούτε είναι σε θέση να γνωρίζει την αληθότητα των εγγράφων που καταχώρησε με την ένορκη του δήλωση.

 

Σαφής γίνεται η άγνοια του κ. Ιωάννου, αλλά και της κυρίας Σκυλλουριώτη με τα επίδικα ζητήματα, από το γεγονός ότι αναφέρουν ότι η εναγόμενη δεν αποκτά οποιοδήποτε γενικότερα κληρονομικό δικαίωμα, ενώ αμφότερα έγγραφα, διαθήκη του αποβιώσαντα και ευρωπαϊκό κληρονομητήριο, αναφέρουν τουλάχιστον, όλα τα περιουσιακά στοιχεία του αποβιώσαντα στην Κίνα. Επίσης, επικαρπία της οικίας στην Rouanne Coo. Επίσης, εξάμηνη διαμονή στη συζυγική εστία. Καμιά συνοχή υπάρχει στις θέσεις των ομνυόντων εκ μέρους των εναγόντων.

 

 

 

Περαιτέρω,  ο κ. Ιωάννου, όπως και η κυρία Σκυλλουριώτη αναφέρουν στις ένορκες δηλώσεις τους, ότι οι διευθυντές των εναγόντων αδυνατούν να προσέλθουν για να ορκιστούν τις σχετικές ένορκες δηλώσεις, καθιστώντας αδύνατο για την εναγόμενη να μπορέσει να καταχωρήσει αίτηση αντεξέτασης, αφού καμιά προσωπική γνώση των εγγράφων έχουν οι ομνύοντες εκ μέρους των εναγόντων. Και αυτό γίνεται στρατηγικά για να μην μπορέσουν να τύχουν αντεξέτασης ή αμφισβήτησης οι ισχυρισμοί των ομνυόντων, αφού δεν εμπίπτουν στην προσωπική σφαίρα γνώσης τους. Ως εκ τούτου, είναι η θέση τους ότι κανένα Δικαστήριο δε θα μπορούσε να εξάγει ασφαλή συμπεράσματα για την έκδοση μιας απόφασης στη βάση των ισχυρισμών των ομνυόντων, πόσο δε συνοπτική απόφαση, ως η έκθεση απαίτησης, είτε διαγραφή των δικογράφων της εναγόμενης.

 

Δε συμφωνώ ότι ευσταθούν όλα τα παραπάνω, είτε ακόμη, στο βαθμό που ευσταθούν, ότι αυτό αποτελεί λόγο για να μη ληφθεί υπόψη το περιεχόμενο των δυο ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την υπό κρίση αίτηση.

 

Καταρχάς, για το γεγονός ότι και οι δυο ενόρκως δηλούντες είναι δικηγόροι στο γραφείο των δικηγόρων των εναγόντων, το πρώτο που θέλω να πω είναι ότι δεν πρόκειται για τους δικηγόρους που χειρίστηκαν την αίτηση σε οποιοδήποτε στάδιο. Έπειτα, ως θέμα αρχής, είναι καλά γνωστό, ότι μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται με μόνο λόγο ότι προέβη σ’ αυτή δικηγόρος. Όπως επισημαίνεται στην Rybolovlev Dmitry και Άλλοι ν. Elena Rybolovleva (2010) 1 Α.Α.Δ. 82:

 

«Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ' ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc-Chic Ltd (1968) 1 C.L.R. 1, In re Efthymiou (1987) 1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου (1991) 1 Α.Α.Δ. 1036)

 

Απ’ εκεί και πέρα, σύμφωνα με το Μέρος 32.15(7) των ΚΠΔ:

 

«Οι ένορκες δηλώσεις περιορίζονται σε τέτοια γεγονότα ως ο μάρτυρας είναι σε θέση με βάση την προσωπική του γνώση να αποδείξει, αλλά σε ενδιάμεσες αιτήσεις, η ένορκη δήλωση μπορεί να περιέχει δηλώσεις πληροφόρησης και πεποίθησης, μαζί με τις σχετικές πηγές και τους λόγους. …»

 

 

Ακολούθως, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια, δεδομένου ότι η υπό κρίση αίτηση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των ΚΠΔ και όχι της Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, δεν αποτελεί πλέον προκαταρκτική - δικαιοδοτικής φύσεως, προϋπόθεση, η αίτηση να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση προσώπου που να μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα υπό την έννοια της ερμηνείας που έχει δοθεί στη συγκεκριμένη προϋπόθεση.

 

Έπειτα είναι και το γεγονός, ότι, όπως και πάλι θα διαφανεί στη συνέχεια, η αίτηση σε σχέση με όλες τις ουσιαστικές της πτυχές, θα κριθεί με υπόβαθρο, γεγονότα τα οποία ουσιαστικά αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των μερών ή συντίθενται από αδιαμφησβήτητους ισχυρισμούς των εναγόντων.

 

Τέλος αποτελεί επίσης γεγονός, ότι και οι δυο ενόρκως δηλούντες για τους ενάγοντες, ενώ αναφέρουν για ποιο λόγο προέβησαν οι ίδιοι σε ένορκη δήλωση, αντί κάποιος αξιωματούχος των εναγόντων, για όσα γεγονότα παραθέτουν, για τα οποία δεν έχουν προσωπική γνώση αποκαλύπτουν την πηγή της γνώσης ή πληροφόρησής τους.

 

Και οι δυο, στην ένορκη δήλωσή τους αναφέρουν ότι γνωρίζουν πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένοι από τους ενάγοντες να προβούν στην ένορκη δήλωση, αντί ένας εκ των διευθυντών τους, καθότι όλοι οι διευθυντές τους βρίσκονται στο εξωτερικό.

 

 

 

Απ’ εκεί και πέρα, ο Ιωάννου αναφέρει ότι τα ζητήματα που αφορά η υπό κρίση αίτηση προκύπτουν από τα έγγραφα που έχει στην κατοχή του, ενώ όπου δεν έχει προσωπική γνώση αυτών, αποκαλύπτει την πηγή των πληροφοριών του. Με βάση τα ανωτέρω έγγραφα και με τα γεγονότα που είναι στη γνώση του, δια των εναγόντων και των εκπροσώπων τους, ειλικρινά πιστεύει ότι με τα όσα θα αναφέρει στη συνέχεια, θα διαφανεί ότι είναι προς όφελος της δικαιοσύνης, όπως η παρούσα αγωγή και ανταπαίτηση εκδικαστούν συνοπτικά.

 

Με τη σειρά της, η Σκυλλουριώτη αναφέρει και αυτή ότι τα ζητήματα που αφορά η υπό κρίση αίτηση προκύπτουν από τα έγγραφα που έχει στην κατοχή της και από πληροφορίες που έλαβε από τα άτομα που είναι άμεσα εμπλεκόμενα με την υπόθεση, ήτοι, από τους ενάγοντες, μέσω των εκπροσώπων ή και αντιπροσώπων ή και αξιωματούχων τους, ως επίσης και από την κυρία Alexandra Therese L. Philippe, η οποία είναι καθολική διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα και θυγατέρα του. Όπου δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων στα οποία αναφέρεται αποκαλύπτει την πηγή των πληροφοριών της.

 

Και κάτι ακόμη. Ειδικά για την ένορκη δήλωση Ιωάννου, θα ήθελα να επισημάνω και το γεγονός, ότι η εναγόμενη, η οποία στην παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσής της η οποία υποστηρίζει την ένστασή της στην αίτηση προβάλλει τη θέση ότι «…τα γεγονότα που ορκίζεται με την ένορκη δήλωση του ο Ομνύοντας είναι αμφίβολης αξιοπιστίας και επιφυλάσσω το δικαίωμα μου να καταχωρήσω αίτηση για αντεξέταση του Ομνύονταδεν έχει καταχωρήσει τέτοια αίτηση.

 

Και κάτι τελευταίο. Η θέση του κ. Σπαστρή, ότι και δυο ομνύοντες, για να ήταν σε θέση να προβούν σε ένορκη δήλωση για τους ενάγοντες, θα έπρεπε να είχαν εξασφαλίσει και παρουσιάσει σχετική γραπτή εξουσιοδότηση από τους τελευταίους ή τους διευθυντές τους, δεν έχει καθόλου νομικό έρεισμα.

 

 

 

Υπεισέρχομαι στην ουσία της αίτησης. Έχοντας υπόψη ότι οι ενάγοντες με αυτή ζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της εναγόμενης σε σχέση, τόσο με την εναντίον της απαίτησή τους όσο και με την εναντίον τους ανταπαίτησή της και διαζευκτικά, τη διαγραφή, τόσο της υπεράσπισης της εναγόμενης όσο και της ανταπαίτησής της, αρχίζω με τη νομική πτυχή της αίτησης.

 

Σύμφωνα με το Μέρος 3.3 (1)(2)(3) των ΚΠΔ:

 

«(1) Στον παρόντα κανονισμό και στον κανονισμό 3.4, αναφορά σε δικόγραφο περιλαμβάνει αναφορά και σε μέρος δικογράφου.

(2) Το δικαστήριο δύναται να διαγράψει δικόγραφο αν διαπιστώσει ότι:

(α) το δικόγραφο δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία έγερσης απαίτησης ή υπεράσπισης·

(β) το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας ή διαφορετικά ενδέχεται να παρεμποδίσει τη δίκαιη διεκπεραίωση της διαδικασίας· ή

(γ) υπήρξε παράλειψη συμμόρφωσης με κανονισμό ή δικαστικό διάταγμα.

(3) Όταν το δικαστήριο διαγράφει δικόγραφο, δύναται να εκδώσει οποιοδήποτε παρεπόμενο διάταγμα θεωρεί κατάλληλο.»

 

Απ’ εκεί και πέρα, σύμφωνα με το Μέρος 2.3(1) των ΚΠΔ:

 

«"δικόγραφο" :

(α) σημαίνει οποιοδήποτε έγγραφο περιλαμβανομένων εντύπου απαίτησης, έκθεσης απαίτησης, όταν αυτή δεν περιλαμβάνεται σε έντυπο απαίτησης, υπεράσπισης, απαίτησης και ένστασης δυνάμει του Μέρους 8, απάντησης στην υπεράσπιση και οποιοδήποτε άλλο έγγραφο χρησιμοποιείται στην απαίτηση ή οποιοδήποτε έγγραφο τέτοιας φύσης·

(β) ….»

 

"ανταπαίτηση"  σημαίνει απαίτηση εγειρόμενη από εναγόμενο, η οποία περιλαμβάνεται στην ίδια διαδικασία ως η απαίτηση τού ενάγοντα εναντίον τού εναγόμενου·»

 

Από τις παραπάνω διατάξεις, για ό,τι μας ενδιαφέρει, ως θέμα ερμηνείας, το πρώτο που προκύπτει είναι ότι τόσο η απαίτηση όσο και η υπεράσπιση καθώς και η ανταπαίτηση αποτελούν δικόγραφο. Και το δεύτερο, ότι και τα τρία αυτά έγγραφα/δικόγραφα σε περίπτωση που το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι δεν αποκαλύπτουν εύλογη αιτία έγερσης απαίτησης, ή αναλόγως, υπεράσπισης, υπόκεινται σε διαγραφή.

 

Ελλείψει εφετειακής νομολογίας που να πραγματεύεται τις παραπάνω πρόνοιες, καθώς και το Μέρος 24 των ΚΠΔ, το οποίο διαλαμβάνει για την έκδοση συνοπτικής απόφασης θεωρώ χρήσιμες τις ακόλουθες επισημάνσεις από την πρωτόδικη απόφαση στην υπόθεση Διαχειριστική Επιτροπή της Πολυκατοικίας με την Ονομασία Mairoza Court 1 ν. SOLFO PROPERTY LIMITED, Αρ. Αγωγής: 633/2024, ημερ. 7/7/2025 (Ε.Δ.Λεμεσού):

 

«14. Ανάμεσα στις εξουσίες του Δικαστηρίου να εκδίδει διατάγματα για τη συνοπτική διεκπεραίωση των ζητημάτων που δεν χρήζουν «ενδελεχούς διερεύνησης και εκδίκασης» περιλαμβάνεται και η εξουσία διαγραφής δικογράφου ή μέρους δικογράφου σύμφωνα με τον κ.3.3 των ΝΚΠΔ, καθώς και η εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, όταν ο ενάγων ή ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους 24. Το δικαστήριο μπορεί να ασκήσει αυτές τις εξουσίες κατόπιν αίτησης ή αυτεπάγγελτα.

 

15. Υπάρχει ουσιαστική αλληλοεπικάλυψη μεταξύ του Μέρους 24 και του κ.3.3. Το πρακτικό αποτέλεσμα και των δύο διαδικασιών είναι το ίδιο (βλ. Three Rivers District Council v Bank of England [2003] 2 AC 1, [2000] 3 All ER 1 στην παρ. 92). Η ομοιότητα των δύο διαδικασιών είναι τέτοια που το Δικαστήριο μπορεί να μεταχειριστεί μια Αίτηση που γίνεται στη βάση του Μέρους 3.3 ως Αίτηση που γίνεται στη βάση του Μέρους 24 (βλ. Moroney v Anglo-European College of Chiropractice [2009] EWCA Civ 1560 και Taylor v Midland Bank Trust [1999] All ER (D) 831).

 

…..

…..

 

19. Οι λόγοι που αναφέρονται στα εδάφια (α) και (β) του κ.3.3(2) καλύπτουν τα δικόγραφα τα οποία είναι αδικαιολογήτως ασαφή, ασυνάρτητα, κακόβουλα ή προδήλως αβάσιμα, καθώς και άλλες περιπτώσεις οι οποίες δεν συνιστούν νομικά αναγνωρίσιμη απαίτηση ή υπεράσπιση.

 

20. Παραδείγματα περιπτώσεων όπου το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει ότι η έκθεση απαίτησης δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία έγερσης απαίτησης (κ.3.3(2)(α)) αποτελούν απαιτήσεις οι οποίες (i) δεν παραθέτουν οποιοδήποτε γεγονός που να καταδεικνύει το αντικείμενο της απαίτησης, (ii) είναι ασυνάρτητες και δεν βγάζουν νόημα ή (iii) παραθέτουν μεν γεγονότα κατά τρόπο συνεκτικό, δηλαδή με μια λογική συνέπεια και συνέχεια, πλην όμως τα εν λόγω γεγονότα, ακόμη και αν είναι αληθή, δεν αποκαλύπτουν οποιαδήποτε νομικά αναγνωρίσιμη απαίτηση κατά του εναγόμενου. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι το δικόγραφο είναι ελαττωματικό, το δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσον το ελάττωμα μπορεί να διορθωθεί με τροποποίηση και, σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, θα πρέπει πρώτα να δώσει την ευκαιρία στον ενδιαφερόμενο διάδικο να το τροποποιήσει, προτού το ίδιο προχωρήσει με τη διαγραφή του (βλ.Soo Kim v Youg [2011] EWHC 1781 (QB).»

 

Καθόλα σχετικό είναι και το Μέρος 24 των ΚΠΔ. Ακολουθεί αυτούσιο:

 

«24.1. Πεδίο εφαρμογής του παρόντος Μέρους

 

(1) To παρόν Μέρος παραθέτει τη διαδικασία με την οποία το δικαστήριο δύναται να αποφασίσει επί απαίτησης ή συγκεκριμένου ζητήματος χωρίς δίκη.

 

(2) To δικαστήριο δύναται να εκδώσει συνοπτική απόφαση εναντίον ενάγοντα ή εναγόμενου σε οποιοδήποτε είδος δικαστικής διαδικασίας.

 

24.2. Λόγοι έκδοσης συνοπτικής απόφασης

 

(1) Το δικαστήριο δύναται να εκδώσει συνοπτική απόφαση εναντίον ενάγοντα ή εναγόμενου επί του συνόλου απαίτησης ή επί συγκεκριμένου ζητήματος αν:

 

(α) κρίνει ότι:

 

(i)   ο ενάγων δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης ή του ζητήματος· ή

 

(ii) ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης ή του ζητήματος· και

 

(β) δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.

 

24.3. Διαδικασία

 

(1) Ενάγων δεν δύναται να αιτηθεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης μέχρις ότου ο εναγόμενος εναντίον του οποίου υποβάλλεται η αίτηση έχει καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης, εκτός αν το δικαστήριο δώσει άδεια.

 

(2) Αν ενάγων αιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης προτού ο εναγόμενος εναντίον του οποίου υποβάλλεται η αίτηση καταχωρίσει υπεράσπιση, ο εναγόμενος δεν χρειάζεται να καταχωρίσει υπεράσπιση πριν από την ακρόαση.

 

(3)  Όταν ορίζεται ακρόαση αίτησης για συνοπτική απόφαση, δίδεται στον καθ’ ου η αίτηση (ή στους διαδίκους όταν η ακρόαση ορίζεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο) ειδοποίηση τουλάχιστον 14 ημερών για την ημερομηνία ακρόασης.

 

24.4. Η Αίτηση

 

(1) Υπό την επιφύλαξη των προνοιών του παρόντος Μέρους, η αίτηση υποβάλλεται σύμφωνα με το Μέρος 23.

 

(2) Η αίτηση ή η μαρτυρία η οποία περιέχεται ή αναφέρεται σε αυτή ή επιδίδεται με αυτή:

 

(α) προσδιορίζει περιεκτικά οποιοδήποτε νομικό σημείο ή πρόνοια σε έγγραφο στα οποία στηρίζεται ο αιτητής, ή/και

 

(β) αναφέρει ότι υποβάλλεται διότι ο αιτητής πιστεύει ότι, με βάση τη μαρτυρία, ο καθ’ ου η αίτηση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης ή του ζητήματος ή (ανάλογα με την περίπτωση) προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης και σε οποιαδήποτε από τις δύο περιπτώσεις αναφέρει ότι ο αιτητής δεν γνωρίζει άλλο λόγο για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί.

 

(3) Εκτός αν η ίδια η αίτηση περιέχει το σύνολο τής μαρτυρίας (αν υπάρχει) στην οποία στηρίζεται ο αιτητής, η αίτηση πρέπει να προσδιορίζει τη γραπτή μαρτυρία στην οποία στηρίζεται ο αιτητής. Αυτό δεν επηρεάζει το δικαίωμα του αιτητή να καταχωρίσει πρόσθετη μαρτυρία, δυνάμει του κανονισμού 24.5(2).

 

24.5. Μαρτυρία για σκοπούς ακρόασης αίτησης για συνοπτική απόφαση

 

(1) Αν ο καθ’ ου η αίτηση σε αίτηση για συνοπτική απόφαση επιθυμεί να στηριχθεί σε γραπτή μαρτυρία στην ακρόαση, αυτός :

 

(α) καταχωρίζει τη γραπτή μαρτυρία· και

 

(β) επιδίδει αντίγραφο αυτής σε κάθε άλλο διάδικο στην αίτηση, τουλάχιστον 7 ημέρες πριν από την ακρόαση της αίτησης για συνοπτική απόφαση, εκτός αν το δικαστήριο δώσει διαφορετικές οδηγίες.

 

(2) Αν ο αιτητής επιθυμεί να στηριχθεί σε γραπτή μαρτυρία προς απάντηση, αυτός :

 

(α) καταχωρίζει τη γραπτή μαρτυρία· και

 

(β) επιδίδει αντίγραφο αυτής στον καθ’ ου η αίτηση, τουλάχιστον 3 ημέρες πριν από την ακρόαση της αίτησης για συνοπτική απόφαση, εκτός αν το δικαστήριο δώσει διαφορετικές οδηγίες.

 

(3) Όταν ακρόαση αίτησης για συνοπτική απόφαση ορίζεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο χωρίς την έκδοση άλλων οδηγιών:

 

 

(α) οποιοσδήποτε διάδικος, ο οποίος επιθυμεί να στηριχθεί σε γραπτή μαρτυρία κατά την ακρόαση:

 

(i)   καταχωρίζει τη γραπτή μαρτυρία· και

 

(ii) εκτός αν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά, επιδίδει αντίγραφα αυτής σε κάθε άλλο διάδικο στη διαδικασία, τουλάχιστον 7 ημέρες πριν από την ημερομηνία της ακρόασης·

 

(β) οποιοσδήποτε διάδικος, ο οποίος επιθυμεί να στηριχθεί σε γραπτή μαρτυρία κατά την ακρόαση προς απάντηση γραπτής μαρτυρίας οποιουδήποτε άλλου διαδίκου :

 

(i)   καταχωρίζει τη γραπτή απαντητική μαρτυρία· και

 

(ii) εκτός αν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά, επιδίδει αντίγραφα αυτής σε κάθε άλλο διάδικο στη διαδικασία, τουλάχιστον 3 ημέρες πριν από την ημερομηνία της ακρόασης.

 

(4) Ο παρών κανονισμός δεν απαιτεί:

 

(α) την καταχώριση γραπτής μαρτυρίας αν αυτή έχει ήδη καταχωριστεί· ή

 

(β) την επίδοση γραπτής μαρτυρίας σε διάδικο στον οποίο έχει ήδη επιδοθεί.

 

(5) Το σύνολο της γραπτής μαρτυρίας, η οποία καταχωρίζεται επιβεβαιώνεται με δήλωση αληθείας.

 

24.6. Διατάγματα τα οποία δύναται να εκδώσει το δικαστήριο

 

(1) Τα διατάγματα τα οποία δύναται να εκδώσει το δικαστήριο κατόπιν αίτησης, δυνάμει του Μέρους 24 περιλαμβάνουν:

 

(α) απόφαση επί της απαίτησης,

 

(β) διαγραφή ή απόρριψη της απαίτησης,

 

(γ) απόρριψη της αίτησης,

 

(δ) διάταγμα υπό όρους.

 

(2) Διάταγμα υπό όρους είναι διάταγμα το οποίο απαιτεί από διάδικο:

 

(α) να καταβάλει χρηματικό ποσό στο δικαστήριο, ή

 

 

 

(β) να πραγματοποιήσει συγκεκριμένο βήμα σε σχέση με την απαίτηση ή υπεράσπιση του διαδίκου, κατά περίπτωση, και προνοεί ότι η απαίτηση τού διαδίκου αυτού θα απορρίπτεται ή το δικόγραφό του θα διαγράφεται αν ο διάδικος δεν συμμορφωθεί.

 

(3) Το δικαστήριο δύναται επίσης:

 

(α) να δώσει οδηγίες ως προς την καταχώριση και επίδοση υπεράσπισης·

 

(β) να δώσει περαιτέρω οδηγίες για τη διαχείριση της υπόθεσης.

 

24.7. Παραμερισμός διατάγματος συνοπτικής απόφασης

 

(1) Αν εκδοθεί διάταγμα για συνοπτική απόφαση εναντίον καθ’ ου η αίτηση, ο οποίος δεν εμφανίστηκε στην ακρόαση της αίτησης, ο καθ’ ου η αίτηση δύναται να αιτηθεί τον παραμερισμό ή τη διαφοροποίηση του διατάγματος.

 

(2) Κατά την ακρόαση αίτησης, δυνάμει του παρόντος κανονισμού, το δικαστήριο δύναται να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα ως κρίνει δίκαιο.»

 

Σύμφωνα με την ίδια απόφαση:

 

«23. Όσο αφορά τώρα τη διαδικασία του Μέρους 24 των ΝΚΠΔ, το Δικαστήριο έχει την ευκαιρία να εκτελέσει μέρος του καθήκοντος του όσο αφορά την ενεργό διαχείριση υποθέσεων, και συγκεκριμένα τη συνοπτική διεκπεραίωση των ζητημάτων που δεν χρήζουν «ενδελεχούς διερεύνησης και εκδίκασης» (κ.1.5(2)(γ) των Ν.Κ.Π.Δ.). Δηλαδή, το Δικαστήριο δύναται να αποφασίσει επί απαίτησης ή συγκεκριμένου ζητήματος χωρίς δίκη (Βλ.κ.24.1 (1) ΝΚΠΔ).

 

24. Στην υπόθεση Swain v Hillman [2001] 2 All ER 91, τονίστηκε ότι «[ε]ίναι σημαντικό, σε κατάλληλες περιπτώσεις, ο δικαστής να κάνει χρήση των εξουσιών που περιέχονται στο Μέρος 24. Ενεργώντας με αυτόν τον τρόπο, υλοποιεί τον πρωταρχικό σκοπό που περιλαμβάνεται στο Μέρος 1. Εξοικονομεί δαπάνες, διασφαλίζει την επιτάχυνση της διαδικασίας και την εξοικονόμηση των πόρων του δικαστηρίου και γενικώς, είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Εάν ο ενάγων έχει μια υπόθεση η οποία είναι προδήλως απορριπτέα, τότε είναι προς το συμφέρον του ενάγοντα να το γνωρίζει το συντομότερο δυνατόν.Ομοίως, εάν μία απαίτηση είναι βέβαιο ότι θα ευοδωθεί, ο ενάγων θα πρέπει να το γνωρίζει το συντομότερο δυνατόν.»

 

25. Με βάση τον κ.24.2 των ΝΚΠΔ το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει συνοπτική απόφαση εναντίον Ενάγοντα επί του συνόλου απαίτησης ή επί συγκεκριμένου ζητήματος α) αν κρίνει ότι ο τελευταίος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης ή του ζητήματος (κ.24.2(1)(α)(i)) και β) δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη (κ.24.2(1)(β)) (‘ουσιαστικές προϋποθέσεις’).

 

25.1 Σε σχέση με τη διαδικασία (‘τυπικές προϋποθέσεις’), ο κ.24.4 διαλαμβάνει ότι η αίτηση υποβάλλεται με βάση το Μέρος 23, η δε αίτηση ή η μαρτυρία η οποία περιέχεται ή αναφέρεται σε αυτή προσδιορίζει περιεκτικά οποιοδήποτε νομικό σημείο ή πρόνοια σε έγγραφο στα οποία στηρίζεται ο αιτητής και/ή αναφέρει ότι υποβάλλεται διότι ο αιτητής πιστεύει ότι, με βάση τη μαρτυρία, ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας στην απαίτηση του και σε οποιαδήποτε από τις δύο περιπτώσεις αναφέρει ότι ο αιτητής δεν γνωρίζει άλλο λόγο για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί. Το σύνολο της γραπτής μαρτυρίας που προς υποστήριξη της Αίτησης πρέπει να επιβεβαιώνεται από δήλωση αλήθειας (Κ.24.5(5)).

 

26. Στον κ.24.6 προβλέπονται τα πιο κάτω διατάγματα, τα οποία δύναται να εκδώσει το Δικαστήριο κατόπιν εκδίκασης αίτησης δυνάμει του Μέρους 24:

(α) απόφαση επί της απαίτησης,

(β) διαγραφή ή απόρριψη της απαίτησης (σε περίπτωση που η αίτηση καταχωρείται από τον εναγόμενο),

(γ) απόρριψη της αίτησης,

(δ) διάταγμα υπό όρους, το οποίο απαιτεί από διάδικο να καταβάλει χρηματικό ποσό στο δικαστήριο, ή να πραγματοποιήσει συγκεκριμένο βήμα σε σχέση με την απαίτηση ή υπεράσπιση του διαδίκου, κατά περίπτωση, και προνοεί ότι η απαίτηση του διαδίκου αυτού θα απορρίπτεται ή το δικόγραφό του θα διαγράφεται αν ο διάδικος δεν συμμορφωθεί.

 

27. Σύμφωνα με τον κ.24.6, το δικαστήριο δύναται, επίσης, να δώσει οδηγίες ως προς την καταχώριση και επίδοση υπεράσπισης και περαιτέρω οδηγίες για τη διαχείριση της υπόθεσης.

 

28. Ως προς την ερμηνεία των σχετικών προνοιών του Μέρους 24 και συγκεκριμένα των όρων «πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης» και «επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη», για τους λόγους που έχω αναφέρει ανωτέρω, αντλώ καθοδήγηση από την Νομολογία σε σχέση με την αντίστοιχη δικονομική πρόνοια στην Αγγλία, δηλαδή το Μέρος 24.2 των Αγγλικών Θεσμών, η οποία είναι πανομοιότυπη με το Μέρος 24.2 των ΝΚΠΔ.

 

29. Στην υπόθεση Easyair Ltd v Opal Telecom Ltd [2009] EWHC 339 (Ch) (η οποία επικυρώθηκε από το Court of Appeal στην υπόθεση AC Ward & Sons Ltd v Catlin (Five) Ltd [2009] EWCA Civ 1098), παράγραφο 15, καθορίστηκε ως η ορθή προσέγγιση όσον αφορά αιτήσεις, της φύσεως ως η υπό εξέταση, η πιο κάτω:

 

i) Το δικαστήριο πρέπει να εξετάσει αν ο ενάγοντας έχει «ρεαλιστική» και όχι «ευφάνταστη» προοπτική επιτυχίας (Swain ν Hillman [2001] 2 All ER 91),

ii) Μια «ρεαλιστική» απαίτηση είναι αυτή που έχει μια καλή προοπτική επιτυχίας. Αυτό σημαίνει ότι πρόκειται για απαίτηση η οποία δεν είναι απλώς συζητήσιμη (ED & F Man Liquid Products v Patel [2003] EWCA Civ 472),

iii) Για να καταλήξει στο συμπέρασμά του περί «ρεαλιστικής» υπόθεσης, το δικαστήριο δεν πρέπει να διεξαγάγει «μικρή δίκη» (“mini trial”) (Swain ν Hillman, πιο πάνω),

iv) Αυτό δεν σημαίνει ότι το δικαστήριο πρέπει να δεχτεί τα όσα λέει ο ενάγων ενώπιον του ασυζητητί και χωρίς ανάλυση. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να είναι ξεκάθαρο ότι δεν μπορεί να αποδοθεί πραγματική υπόσταση στα γεγονότα που προβάλλονται, ιδιαίτερα εάν δεν συνάδουν με σχετικά επί του θέματος έγγραφα (ED & F Man Liquid Products v Patel, πιο πάνω),

v) Εντούτοις, για να καταλήξει στο συμπέρασμά του, το δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη όχι μόνον τη μαρτυρία ενώπιον του κατά την αίτηση για συνοπτική απόφαση, αλλά και τη μαρτυρία που ευλόγως αναμένεται ότι θα είναι διαθέσιμη στη δίκη (Royal Brompton Hospital NHS Trust v Hammond (No 5) [2001] EWCA Civ 550),

vi) Παρόλο ότι μια υπόθεση μπορεί να αποδειχθεί κατά τη διάρκεια της δίκης ότι δεν είναι πραγματικά περίπλοκη, αυτό δεν σημαίνει ότι το δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει χωρίς ενδελεχή διερεύνηση όλων των γεγονότων στη δίκη, (εξέταση η οποία δεν είναι δυνατή ή επιτρεπτή στη διαδικασία της συνοπτικής απόφασης). Συνεπώς, όταν υπάρχει εύλογη αιτία ότι μια πληρέστερη εξέταση των γεγονότων της υπόθεσης θα προσέθετε ή θα διαφοροποιούσε τη μαρτυρία που έχει ενώπιον του ο δικαστής και ως εκ τούτου θα επηρέαζε το αποτέλεσμα της υπόθεσης, το δικαστήριο θα πρέπει να είναι επιφυλακτικό να αποφασίζει κατά τρόπο συνοπτικό, ακόμα και όταν δεν υπάρχει εμφανής σύγκρουση των γεγονότων κατά τον χρόνο που επιλαμβάνεται της αίτησης (Doncaster Pharmaceuticals Group Ltd ν Bolton Pharmaceutical Co 100 Ltd [2007] FSR 63),

vii) Από την άλλη, δεν είναι σπάνιο μια αίτηση δυνάμει του Μέρους 24 να εγείρει ένα σύντομο νομικό ζήτημα και, αν το δικαστήριο πεισθεί ότι κατέχει όλη την αναγκαία μαρτυρία για τη σωστή επίλυση του ζητήματος και ότι οι διάδικοι είχαν επαρκή δυνατότητα να επιχειρηματολογήσουν επί τούτου, το δικαστήριο θα πρέπει με θάρρος να αποφασίσει επί του θέματος.

 

30. Τα πιο πάνω τυγχάνουν εφαρμογής σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση τόσο από ενάγοντες όσο και από εναγόμενους. Ο Αιτητής φέρει το βάρος απόδειξης να αποδείξει ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύει ότι ο καθ’ ου η αίτηση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας και ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος για τη διεξαγωγή δίκης (κ.24.2). Ωστόσο, εάν ο αιτητής προσκομίσει αξιόπιστη μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησής του για συνοπτική απόφαση, τότε ο καθ’ ου η αίτηση φέρει το αποδεικτικό βάρος να αποδείξει ότι έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας ή ότι υπάρχει κάποιος άλλος λόγος για τη διεξαγωγή δίκη (βλ. παράγραφο 24.2.5 του White Book 2021, Patel και New Zealand Cricket v Neo Sports). Το επίπεδο απόδειξης που απαιτείται από τον καθ’ου η αίτηση δεν είναι υψηλό (βλ. Patel, ανωτέρω).»

 

Συναφώς με τα παραπάνω παραπέμπω και στο απόσπασμα που ακολουθεί από την επίσης πρωτόδικη απόφαση στην υπόθεση THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LTD ν. ΑΛΕΞΙΑ ΧΑΤΖΗΦΥΛΑΚΤΟΥ, Αρ. Αγωγής: 445/2024, ημερ. 28/4/2025:

 

«Επισημαίνω εδώ ότι ένεκα του ότι οι συγκεκριμένες πρόνοιες συνιστούν πρόνοιες που πρόσφατα εισήχθηκαν στην κυπριακή δικονομική τάξη και οι οποίες, έστω και αν σε κάποιο βαθμό προσομοιάζουν με τις φαινομενικά αντίστοιχες πρόνοιες των «παλαιών» Θεσμών, δηλαδή της Δ.18 (συνοπτική απόφαση) είναι εντούτοις διαφορετικές, έχω ανατρέξει για καθοδήγηση στο εγνωσμένου κύρους νομικό σύγγραμμα BLACKSTONES CIVIL PRACTICE 2019, όπου στις σελίδες 614 - 623 αναλύεται η νομική πτυχή και ο τρόπος εφαρμογής των αντίστοιχων αγγλικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (CPR r.24) οι οποίοι είναι όμοιοι με τους υπό κρίση κυπριακούς Κανονισμούς (Μ.24). Γίνεται μάλιστα εκεί και συγκριτική αναφορά στους παλαιούς αγγλικούς κανονισμούς οι οποίοι είναι σε μεγάλο βαθμό πανομοιότυποι με τους παλαιούς κυπριακούς Θεσμούς. Ενόψει λοιπόν και της απουσίας στο παρόν στάδιο οποιασδήποτε κυπριακής νομολογίας σε σχέση με τους συγκεκριμένους κυπριακούς Κανονισμούς, κρίνω σκόπιμο όπως εκεί όπου χρειάζεται να παραθέσω αυτούσια και σε κάποια έκταση τα σχετικά αποσπάσματα από τον Blackstones (σε ελεύθερη μετάφραση στα ελληνικά):

 

Ανατρέχοντας λοιπόν στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας, διαπιστώνεται ότι η εξουσία για χορήγηση της αιτούμενης θεραπείας παρέχεται ουσιαστικά από το Μ.24 Κ.1 και Κ.2. σύμφωνα με το οποίο το Δικαστήριο δύναται να αποφασίσει επί απαίτησης ή συγκεκριμένου ζητήματος χωρίς δίκη και να εκδώσει συνοπτική απόφαση εναντίον ενάγοντα ή εναγόμενου «…επί του συνόλου απαίτησης ή επί συγκεκριμένου ζητήματος (στην περίπτωση εναγόμενου) αν :(α) κρίνει ότι:… (ii) ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης ή του ζητήματος· και…δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.». Στα πλαίσια δε μιας αίτησης για συνοπτική απόφαση «…(1) Τα διατάγματα τα οποία δύναται να εκδώσει το δικαστήριο … περιλαμβάνουν: (α) απόφαση επί της απαίτησης, (β) διαγραφή ή απόρριψη της απαίτησης, (γ) απόρριψη της αίτησης,(δ) διάταγμα υπό όρους» (βλ. Μ.24 Κ.6).

 

Οι δικονομικές δε προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, είναι, σύμφωνα με τα Μ.24 Κ.3, 4 και 5, οι ακόλουθες:

 

Α. Ο εναγόμενος εναντίον του οποίου υποβάλλεται η αίτηση θα πρέπει να έχει καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης προτού ο ενάγοντας να δικαιούται να αιτηθεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του εκτός αν εξασφαλίσει προηγουμένως την άδεια του Δικαστηρίου. Αν καταχωρηθεί δε αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον εναγόμενου και ο τελευταίος δεν έχει ακόμη καταχωρίσει υπεράσπιση τότε δεν χρειάζεται να προβεί σε τέτοια καταχώριση πριν από την ακρόαση της αίτησης. Παρομοίως, όταν ο εναγόμενος έχει αιτηθεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του ενάγοντα, ήτοι για συνοπτική απόρριψη της αγωγής, ο τελευταίος δεν μπορεί να αιτηθεί την έκδοση απόφασης λόγω παράλειψης καταχώρισης υπεράσπισης μέχρι να αποπερατωθεί η αίτηση του εναγόμενου (βλ. παρ. 34.6 Blackstones’ ανωτέρω)

 

 Όπως περαιτέρω αναφέρεται στον Blackstones:

 

«…Αίτηση για συνοπτική απόφαση μπορεί να υποβληθεί από ένα ενάγοντα ή ένα εναγόμενο ή μπορεί να εγερθεί από το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα … Όπου ένας ενάγοντας έχει παραλείψει να συμμορφωθεί με προδικαστηριακό πρωτόκολλο συνήθως δεν θα διασκεδαστεί αίτηση για συνοπτική απόφαση πριν να καταχωρηθεί υπεράσπιση ή όταν ο χρόνος για τέτοια καταχώριση έχει παρέλθει… Αιτήσεις για συνοπτική απόφαση θα πρέπει συνήθως να γίνονται μεταξύ της επίδοσης και της καταχώρισης του ερωτηματολογίου του αιτητή … Αν για οποιοδήποτε λόγο η αίτηση δεν γίνει πριν την ταξινόμηση της υπόθεσης τότε υπάρχει ακόμη η γενική υποχρέωση να υποβληθεί το συντομότερο που θα διαπιστωθεί ότι είναι επιθυμητό να καταχωρηθεί … Με βάση τους παλαιούς θεσμούς δεν υπήρχε τίποτα που να εμποδίζει την καθυστερημένη καταχώριση αίτησης συνοπτικής απόφασης αλλά ο Δικαστής που εξέταζε τέτοια αίτηση μπορεί εύλογα να ένιωθε ότι δεν πείθει ο αιτητής λόγω της σημαντικής καθυστέρησης…»

 

Β. Οι γενικοί κανόνες που διέπουν τις ενδιάμεσες αιτήσεις εφαρμόζονται και στις αιτήσεις για συνοπτική απόφαση με κάποιες ειδικότερές ρυθμίσεις. Ως εκ τούτου, η αίτηση για συνοπτική απόφαση υποβάλλεται σύμφωνα με το Μέρος 23 και πρέπει να υποστηρίζεται από μαρτυρία και εκτός αν η ίδια η αίτηση περιέχει το σύνολο τής μαρτυρίας (αν υπάρχει) στην οποία στηρίζεται ο αιτητής, η αίτηση θα πρέπει να προσδιορίζει τη γραπτή μαρτυρία στην οποία ο τελευταίος στηρίζεται. Συνήθως η μαρτυρία θα περιέχεται είτε στην ίδια την αίτηση είτε σε ξεχωριστό έγγραφο το οποίο θα πρέπει επίσης να επιδοθεί στην αντίδικη πλευρά. Σε κάθε περίπτωση, το σύνολο της γραπτής μαρτυρίας που καταχωρίζεται επιβεβαιώνεται με δήλωση αληθείας.

 

Γ. Η αίτηση ή η μαρτυρία η οποία περιέχεται ή αναφέρεται σε αυτή ή επιδίδεται με αυτή θα πρέπει να προσδιορίζει περιεκτικά οποιοδήποτε νομικό σημείο ή πρόνοια σε έγγραφο στα οποία στηρίζεται ο αιτητής, «ή/και» ν’ αναφέρει ότι υποβάλλεται διότι ο αιτητής πιστεύει ότι, με βάση τη μαρτυρία ο καθ’ ου η αίτηση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης ή του ζητήματος ή (ανάλογα με την περίπτωση) προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης. Σε κάθε περίπτωση όμως, στην αίτηση ή στη μαρτυρία θα πρέπει ν’ αναφέρεται ότι ο αιτητής δεν γνωρίζει άλλο λόγο για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί. Όπως αναφέρεται και στον Blackstoneανωτέρω, αν και τα γεγονότα που υποστηρίζουν την απαίτηση θα έχουν ήδη βεβαιωθεί με σχετική δήλωση αλήθειας που θα περιέχεται στην έκθεση απαίτησης, «… θα ήταν φρόνιμο (ο αιτητής) να προχωρήσει και να δώσει (με την αίτηση και μαρτυρία) λεπτομέρειες για το υπόβαθρο γεγονότων και να παρουσιάσει σχετική γραπτή μαρτυρία προκειμένου να δείξει ότι δεν υπάρχει εύλογη υπεράσπιση…».

 

Δ. Στον καθ’ ου η αίτηση (ή στους διαδίκους όταν η ακρόαση ορίζεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο) θα πρέπει να δοθεί ειδοποίηση τουλάχιστον 14 ημερών για την ημερομηνία ακρόασης της αίτησης.

 

Όσον αφορά τώρα το «τεστ» για την έκδοση συνοπτικής απόφασης δυνάμει του Μ.24, αναφέρονται τα εξής σχετικά στον Blackstoneανωτέρω:

 

«Τεστ για Έκδοση Συνοπτικής Απόφασης

 

…Αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης αποφασίζεται με βάση το κατά πόσο ο καθ΄ ου η αίτηση αποκαλύπτει υπόθεση που έχει κάποια πραγματική προοπτική επιτυχίας για την οποία λαμβάνεται υπόψη ο πρωταρχικός σκοπός μεταχείρισης των υποθέσεων κατά τρόπο δίκαιο. Αυτό έχει λεχθεί ότι συνάδει με την ανάγκη για δίκαιη δίκη που επιβάλλει το άρθρο 6(1) της ΕΣΔΑ … Το κατά πόσο υπάρχει πραγματική προοπτική επιτυχίας αποφασίζεται με το ίδιο τεστ που ισχύει για τις αιτήσεις παραμερισμού απόφασης που εκδόθηκε ερήμην (βλ. E.D. and F. Man Liquid Products Ltd v Patel [2003] EWCA Civ 472). Το ερώτημα είναι κατά πόσο υπάρχει μια πραγματική προοπτική επιτυχίας της υπόθεσης ως έχει δικογραφηθεί με την έκθεση απαίτησης … Στην υπόθεση Swain v Hillman [2001] 1 All ER 91…(λέχθηκε) ότι οι λέξεις «καμία πραγματική προοπτική επιτυχίας» δεν χρειάζονταν καμία επέκταση καθώς μιλούσαν από μόνες τους. Η λέξη «πραγματική» κατεύθυνε το δικαστήριο στην ανάγκη να διαπιστώσει εάν υπήρχε μια ρεαλιστική, σε αντίθεση με μια φανταστική, προοπτική επιτυχίας. Η φράση δεν σημαίνει «πραγματική και ουσιαστική» προοπτική επιτυχίας. Ούτε σημαίνει ότι συνοπτική απόφαση θα εκδοθεί μόνο εάν η αξίωση ή η υπεράσπιση «είναι βέβαιο ότι θα απορριφθεί στη δίκη». Ούτε ότι η υπεράσπιση είναι «σοβαρά αμφισβητήσιμη» (National Infrastructure Development Co. Ltd ν Banco Santander SA (2011] EWCA Civ 27... Ούτε απαιτεί να υπάρχουν πειστικά αποδεικτικά στοιχεία, αλλά απλώς αρκετά αποδεικτικά στοιχεία για να εγείρουν μια πραγματική πιθανότητα περί ύπαρξης αντίθετης υπόθεσης (Korea National Insurance Corporation ν Allianz Global Corporate and Speciality AG [2007) EWCA Civ 1066... ​​Στην Bee v Jenson [2006] EWHC 2534 (Comm)… το δικαστήριο υιοθέτησε την προσέγγιση που εξήγησε ο Potter LJ στην υπόθεση E. D. και F Man Liquid Products Ltd ν Patel [2003] EWCA CIV 472... «η υπεράσπιση που ζητείται να υποστηριχθεί πρέπει να φέρει κάποιο βαθμό πειστικότητας. Και οι δύο προσεγγίσεις απαιτούν από τον εναγόμενο να έχει μια υπόθεση που είναι καλύτερη από απλώς συζητήσιμη, όπως ίσχυε προηγουμένως βάσει του RSC Ord. 14…ο δικαστής θα πρέπει να λάβει υπόψη τη γραπτή μαρτυρία και να διερωτηθεί κατά πόσο η υπόθεση δύναται να ενισχυθεί με μαρτυρία κατά τη δίκη…όπου η μαρτυρία του καθ’ ου η αίτηση, στο απόγειο της, δεν εγείρει την πιθανότητα υπεράσπισης αλλά είναι στη σφαίρα της απλής (και σαφώς απίθανης) πιθανότητας, (τότε) είναι ορθό να εκδοθεί συνοπτική απόφαση (Akinleye v East Sussex Hospitals NHS Trust [2008] EWHC 68 (QB)…Αντιστρόφως, όπουυπάρχει κάποια προοπτική επιτυχίας, το δικαστήριο θα αρνηθεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης και δεν θα πρέπει να διεξάγει μια μίνι δίκη σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα (cotton v Rickard Metals Inc. [2008] EWHC 824 (QB).

 

Το ερώτημα του κατά πόσο υπάρχει μια πραγματική προοπτική επιτυχίας δεν προσεγγίζεται με την εφαρμογή του συνήθους βάρους απόδειξης του ισοζυγίου των πιθανοτήτων … Πολλές υποθέσεις θα επιτύχουν στη δίκη αλλά θα είναι ακατάλληλες για συνοπτική απόφαση επειδή υπάρχουν πολυπλοκότητες, διαφωνίες γεγονότων ή περαιτέρω διερευνήσεις που θα πρέπει να επιλυθούν κατά την διάρκεια της διαχείρισης της υπόθεσης… Αιτήσεις για συνοπτική απόφαση θα πρέπει να κρατούνται εντός του σωστού ρόλου τους. Δεν αποσκοπούν στο να αποφευχθεί η ανάγκη για δίκη όπου υπάρχουν θέματα που θα πρέπει να εξεταστούν σε δίκη. Επιπλέον η ακρόαση αίτησης για συνοπτική απόφαση δεν θα πρέπει να συνιστά μίνι - δίκη. Είναι απλά συνοπτικές ακροάσεις προκειμένου να διεκπεραιωθούν υποθέσεις οι οποίες δεν έχουν πραγματική πιθανότητα επιτυχίας…

 

Βάρος απόδειξης

 

…το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του αιτητή να αποδείξει ότι η υπόθεση του καθ’ ου η αίτηση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας…

 

Πολύπλοκες Υποθέσεις

 

Πολύπλοκες υποθέσεις, υποθέσεις οι οποίες εδράζονται σε πολύπλοκα γεγονότα και υποθέσεις με θέματα που αφορούν και νομικά αλλά και πραγματικά θέματα όπου ο νόμος είναι πολύπλοκος μάλλον δεν είναι κατάλληλα για έκδοση συνοπτικής απόφασης…

 

Υπεράσπιση επί της ουσίας

 

Όταν αντιμετωπίζει αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης από ένα ενάγοντα, ο εναγόμενος ενδεχομένως να επιχειρήσει να καταδείξει ότι (έχει) υπεράσπιση με πραγματική πιθανότητα επιτυχίας στη βάση (α) Μίας ουσιαστικής υπεράσπισης…(β) Ενός νομικού σημείου που καταστρέφει την υπόθεση του ενάγοντα…(γ) άρνησης των γεγονότων που συνθέτουν το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα…(δ) περαιτέρω γεγονότα που απαντούν στη βάση αγωγής του ενάγοντα

 

Ένα παράδειγμα με βάση τους παλιούς θεσμούς ήταν η υπόθεση Mercer v Craven Storage Ltd [1994] CLC 328…(όπου) ο εναγόμενος είχε ισχυριστεί ότι ο ενάγοντας είχε συμφωνήσει (με τρίτο πρόσωπο) για την αφαίρεση των εμπορευμάτων του από την αποθήκη του εναγόμενου. Με απλή πλειοψηφία αποφασίστηκε ότι αυτή η υπεράσπιση ήγειρε νομικά και πραγματικά ζητήματα που έπρεπε να εκδικαστούν σε κανονική δίκη. Με την αλλαγή 9όμως0 του «τεστ» αυτή η υπόθεση ενδεχομένως σήμερα να κατάληγε σε έκδοση κάποιου διατάγματος υπό όρους…

 

Νομικά Σημεία και ερμηνεία εγγράφων

 

Παρόλο που οι αιτήσεις για συνοπτικές αποφάσεις δεν θα πρέπει να επιτρέπεται να μετατρέπονται σε μίνι δίκες, όταν η υπόθεση αφορά ζήτημα ερμηνείας ενός όρου σε μια σύμβαση, το Δικαστήριο συνήθως θα επιλύσει το ζήτημα και θα εκδώσει την ανάλογη απόφαση του (Wootton ν Telecommunications UK Ltd (2000) LTL 4/5/2000)...όπου στα πλαίσια αίτησης για συνοπτική απόφαση εγείρεται ένα ξεκάθαρο νομικό ζήτημα υπό τύπο υπεράσπισης, το Δικαστήριο θα πρέπει να το αποφασίσει άμεσα. Αυτό ακόμα και αν το ερώτημα είναι, εκ πρώτης όψεως, κάποιας πολυπλοκότητας και επομένως θα χρειαστεί χρόνος για να επιχειρηματολογηθεί (Cow v Casey [1949] 1 KB 474). Το να μην αποφασιστεί μια υπόθεση μετά που προβάλλεται πλήρης επιχειρηματολογία στο Δικαστήριο θα συνεπάγεται να οδηγηθεί η υπόθεση σε δίκη όπου η επιχειρηματολογία απλά θα επαναπροβληθεί με συνεπακόλουθο την πρόκληση ταλαιπωρίας και αχρείαστων εξόδων . Συνοπτική απόφαση μπορεί να εκδοθεί όταν η διαφορά είναι κατά κύριο λόγο νομική και τα οποιαδήποτε αμφισβητούμενα γεγονότα είναι κατά κύριο λόγο παρεμφερή (Jenson v Faux [2011] EWCA Civ 423…

 

Αμφισβητήσεις γεγονότων

 

Πολλές αιτήσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης υποβάλλονται μετά την καταχώριση υπεράσπισης από τον εναγόμενο. Οι περισσότερες από αυτές τις αιτήσεις αποφασίζονται με βάση τα γεγονότα που δεν αμφισβητούνται από τον καθ’ ου η αίτηση, μαζί με την εκδοχή του καθ’ ου η αίτηση ως προς τα αμφισβητούμενα γεγονότα (Prince of Wales ν Associated Newspapers Ltd [2006] EWCA Civ 1776, [2008] Κεφ. 57). Απόφαση μπορεί να εκδοθεί εάν δεν υπάρχει, ή δεν υπάρχει πραγματική προοπτική ο εναγόμενος να αποδείξει γεγονότα επαρκή για να δικαιολογήσουν τα βασικά στοιχεία που επικαλείται στην υπεράσπιση του (P and S. Amusements Ltd ν Valley House Leisure Ltd (2006) 1510 (Ch), LTL 4/7/2006). Όταν δεν υπάρχει αμφισβήτηση πραγματικών γεγονότων, υπό την έννοια ότι τα αποδεικτικά στοιχεία περί ευθύνης είτε είναι παραδεκτά είτε προέρχονται από στοιχεία που προσκομίζει ο καθ’ ου η αίτηση, μπορεί να εκδοθεί συνοπτική απόφαση (Wrexham Association Football Club Ltd κατά Crucialmove Ltd [2006] EWCA Civ 237, [2008] 1 BCLC 508). Μια υπεράσπιση που αποτελείται κυρίως από αρνήσεις χωρίς εξηγήσεις μπορεί να οδηγήσει το δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι η υπεράσπιση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας (Broderick κατά Centaur Tipping Services Ltd (2006) LTL 22/8/2006)…όπου υπάρχουν ζητήματα αναφορικά με γεγονότα, τα οποία αν αποφασίζονταν υπέρ του καθ’ ου η αίτηση θα οδηγούσαν στην έκδοση απόφασης υπέρ του τελευταίου τότε δεν είναι ορθό να εκδοθεί συνοπτική απόφαση ακόμη και αν υπάρχει ουσιαστική μαρτυρία προς υποστήριξη της υπόθεσης του αιτητή (Munn v north West Water Ltd (2000) LTL 18/7/2000)…Το δικαστήριο δεν είναι πάντα υπόχρεο να δεχτεί την γραπτή μαρτυρία στην όψη της και μπορεί να αγνοήσει μαρτυρία η οποία δεν είναι πειστική…είναι γενικά ακροσφαλές να βασιστεί η έκδοση συνοπτικής απόφασης σε δεύτερου και τρίτου βαθμού μαρτυρίας. Τέτοια μαρτυρία συχνά λαμβάνει άλλη υπόσταση όταν υποστεί αντεξέταση…

 

Μαρτυρία η οποία δεν έχει ακόμη διερευνηθεί

 

…όπου ένα ζήτημα απαιτεί από το δικαστήριο όπως λάβει υπόψη του συμπεριφορά που έλαβε χώρα σε μια περίοδο χρόνου είναι απίθανο ότι το ζήτημα θα μπορεί να επιλυθεί στα πλαίσια μιας αίτησης για συνοπτική απόφαση (Celador Productions Ltd v Melville [2004] EWHC 2362 (Ch))…»»

 

Στο ερώτημα κατά πόσο τα δικόγραφα της εναγόμενης αποκαλύπτουν εύλογη αιτία έγερσης υπεράσπισης σε σχέση με την εναντίον της αγωγή ή απαίτησης σε σχέση με την ανταπαίτησή της, παρατηρώ τα εξής:

 

Όπως επισημαίνεται και πάλι στην υπόθεση Διαχειριστική Επιτροπή της Πολυκατοικίας με την Ονομασία Mairoza Court 1 (ανωτέρω):

 

«Σύμφωνα με την σχετική Αγγλική νομολογία, ο συγκεκριμένος λόγος, εξετάζεται στην απουσία μαρτυρίας, με βάση τα όσα αναφέρονται στην ίδια την απαίτηση (βλ. Bridgeman v Brown [2000] EWCA Civ 524, εις την οποία γίνεται αναφορά στην Sofer v SwissIndependent Trustees SA [2020] EWCA Civ 699).

 

Η εξουσία του Δικαστηρίου για διαγραφή στην βάση του ασκείται σε εξαιρετικές περιπτώσεις (βλ. Vince v Wyatt [2015] UKSC 14) και η προσέγγιση που πρέπει να υιοθετεί το Δικαστήριο σύμφωνα με το Court of Appeal στην υπόθεση Hughes v Richards [2004] EWCA Civ 266. η οποία έχει ως εξής:

 

«The correct approach is not in doubt: the court must be certain that the claim is bound to fail. Unless it is certain, the case is inappropriate for striking out.»»

 

 

 

Αντικρίζοντας ως ενιαίο δικόγραφο την υπεράσπιση της εναγόμενης στην εναντίον της αγωγή καθώς και την ανταπαίτησή της εναντίον των εναγόντων και τούτο, καθώς με την παράγραφο 1 της ανταπαίτησής της - μεταξύ άλλων -επαναλαμβάνει όλους τους ισχυρισμούς της τους οποίους προβάλλει με την υπεράσπισή της, οι κύριες θέσεις της είναι οι εξής:

 

Οι ενάγοντες συστάθηκαν για να διευκολύνουν τη διαδικασία μεταβίβασης του επίμαχου διαμερίσματος στο όνομα του αποβιώσαντα συζύγου της και/ή προς αποφυγή φορολογίας. Το επίμαχο διαμέρισμα αποτελεί τη μόνιμη κατοικία και συζυγική τους στέγη. Η ίδια είναι η μοναδική νόμιμη κάτοχος του επίμαχου διαμερίσματος που σύμφωνα με το βελγικό δίκαιο δικαιούται να καρπείται και/ή κατέχει μέχρι και το θάνατό της. Αυτή ήταν η επιθυμία του αποβιώσαντα συζύγου της, γεγονός το οποίο γνωρίζει η θυγατέρα του. Ο αποβιώσας επέλεξε το βελγικό δίκαιο εκτέλεσης της διαθήκης του, γιατί γνώριζε το δικαίωμα χρήσης της συζυγικής οικίας του που παραχωρείται στην ίδια. Το επίμαχο διαμέρισμα κατέχεται από τους ενάγοντες, μεταξύ άλλων, ως εμπίστευμα προς όφελος του αποβιώσαντα συζύγου της, που είναι και ο πραγματικός δικαιούχος και όχι το νομικό πρόσωπο των εναγόντων.

 

Με την ανταπαίτησή της η εναγόμενη, όπως αναφέρεται και σε άλλο σημείο (πιο πάνω) ζητά δυο αναγνωριστικές αποφάσεις. Με την πρώτη, ότι το επίμαχο διαμέρισμα κατέχεται από τους ενάγοντες, ως εμπίστευμα προς όφελος του αποβιώσαντα συζύγου της και με τη δεύτερη, ότι το εν λόγω διαμέρισμα αποτελεί συζυγική στέγη σύμφωνα με το βελγικό δίκαιο και ως τέτοιο, νόμιμα κατέχεται και/ή καρπείται και/ή χρησιμοποιείται από την ίδια μέχρι και το θάνατό της.

 

Με σωρευτική θεώρηση και αποτίμηση όλων των παραπάνω θέσεων και ισχυρισμών της εναγόμενης σε συνάρτηση και με τις αξιώσεις της εναντίον των εναγόντων θεωρώ πως δε συντρέχουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις για διαγραφή, είτε της υπεράσπισης είτε της ανταπαίτησής της σε εφαρμογή του Μέρους 3.3(2)(α) των ΚΔΠ.

 

 

Στη συνέχεια θα εξετάσω κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της εναγόμενης.

 

Αρχίζοντας από τις τυπικές προϋποθέσεις, θεωρώ ότι πληρούνται. Η εναγόμενη καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης, ενώ μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων, οι ενάγοντες καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση σύμφωνα με το Μέρος 23 των ΚΠΔ. Απ’ εκεί και πέρα, η μαρτυρία που υποστηρίζει την αίτηση προσδιορίζει περιεκτικά, τόσο τα νομικά σημεία όσο και τις πρόνοιες στα έγγραφα στα οποία στηρίζονται οι ενάγοντες. Προς τούτο παραπέμπω στο περιεχόμενο των δυο ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και κυρίως, αυτής του Ιωάννου, καθώς και στο περιεχόμενο των επισυνημμένων στις εν λόγω ένορκες δηλώσεις, εγγράφων/τεκμήριων. Τέλος, η μαρτυρία που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση επιβεβαιώνεται με δήλωση αληθείας. Σε σχέση με την πλήρωση όλων αυτών των προϋποθέσεων, θα έλεγα πως, ούτε και υπάρχει περί αντιθέτου θέση από την εναγόμενη. Πέραν από την προβολή του πρώτου λόγου ένστασης με τον οποίο υποβάλλει γενικά και αόριστα, πως δεν τηρείται καμιά από τις προϋποθέσεις που θέτει το Μέρος 24 των ΚΠΔ για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, με τη μαρτυρία της, αλλά και ο ευπαίδευτος δικηγόρος της με τη γραπτή αγόρευσή του, συναφώς με το θέμα, ουδέν αναφέρουν.

 

Ό,τι απομένει προς εξέταση - που είναι και το πλέον σημαντικό - είναι να εξεταστεί κατά πόσο οι ενάγοντες απόδειξαν: πρώτο, ότι η εναγόμενη δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης στην εναντίον της απαίτησή τους, δηλαδή στην αγωγή και/ή πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της ανταπαίτησής της και δεύτερο, και στη μια και στην άλλη περίπτωση, ότι δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή τα ζητήματα που εγείρονται με αυτή, θα πρέπει να αποφασιστούν σε δίκη. Δηλαδή, στο πλαίσιο πλήρους και κανονικής ακρόασης.

 

Τα ουσιώδη  γεγονότα που συνθέτουν τη βάση της αγωγής των εναγόντων και θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμά τους εναντίον της εναγόμενης, σύμφωνα με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης Ιωάννου είναι τα εξής:

 

Οι ενάγοντες, που ήταν και είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, νόμιμα συσταθείσα στην Κύπρο από το 2004 είναι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του επίμαχου διαμερίσματος. Το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου τους ανήκε στο σύζυγο της εναγόμενης, ο οποίος απεβίωσε στο Βέλγιο, στις 22/7/2021, αφήνοντας διαθήκη. Ο αποβιώσας, πέραν από τις μετοχές των εναγόντων διέθετε και άλλη περιουσία, μεταξύ άλλων, στο Βέλγιο και στην Κίνα.

 

Η εναγόμενη, κινεζικής καταγωγής, ήταν η δεύτερη σύζυγός του αποβιώσαντα και διατηρεί μέχρι σήμερα την κατοχή του επίμαχου διαμερίσματος. Οι δυο τους παντρεύτηκαν στις 29/1/2008 και δεν απέκτησαν παιδιά, ωστόσο, ο αποβιώσας είχε αποκτήσει μια θυγατέρα (αναφέρεται το όνομά της σε άλλο σημείο, πιο πάνω) από προηγούμενο του γάμο. Με τη διαθήκη του ο αποβιώσας κληροδότησε το σύνολο της κινητής και ακίνητης περιουσίας του στην Κίνα στην εναγόμενη και διόρισε τη θυγατέρα του, ως καθολική διαχειρίστρια της περιουσίας, στην οποία κληροδότησε όλη την υπόλοιπη κινητή και ακίνητη περιουσία του, συμπεριλαμβανομένων και των μετοχών του στους ενάγοντες.

 

Περί τις 20/4/2022 όπου εκδόθηκε ευρωπαϊκό κληρονομητήριο αναφορικά με την περιουσία του αποβιώσαντα, η θυγατέρα του έλαβε όλα τα απαραίτητα μέτρα και διαβήματα για την ανάληψη των καθηκόντων της, ως διαχειρίστρια της περιουσίας του, τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό.

 

Το επίμαχο διαμέρισμα ήταν και είναι ιδιοκτησίας των εναγόντων και συνεπώς δεν συμπεριλαμβανόταν στην περιουσία που ο αποβιώσας κληροδότησε στην εναγόμενη. Η οποία, παρόλα αυτά εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να διατηρεί την κατοχή του, χωρίς οποιοδήποτε νόμιμο δικαίωμα, εντελώς παράνομα και ετσιθελικά. Η εν λόγω συμπεριφορά της αποτελεί εμπόδιο στο έργο της διαχειρίστριας και επιβαρύνει με περαιτέρω έξοδα την περιουσία του αποβιώσαντα. Περαιτέρω, η εναγόμενη δεν καταβάλλει οποιοδήποτε ποσό στους ενάγοντες, ως αποζημίωση ή ενοίκιο για τη χρήση του επίμαχου διαμερίσματος, αμελώντας παράλληλα τη συντήρηση και φροντίδα του, όπως για παράδειγμα, την πληρωμή των κοινοχρήστων και τη συμμόρφωση με τις οδηγίες της διαχειριστικής επιτροπής της πολυκατοικίας.

 

Η σημερινή αγοραία αξία του επίμαχου διαμερίσματος εκτιμάται στο ποσό των €2.000.000 περίπου και η μηνιαία ενοικιαστική του αξία, μεταξύ €3.500 και €4.000.

 

Σύμφωνα με το ευρωπαϊκό κληρονομητήριο, το δικαίωμα διαμονής στο κτήριο, που αποτελούσε τη βασική κατοικία της οικογένειας, διατηρείται στην κατοχή του επιζώντα συζύγου, για περίοδο 6 μηνών από την ημερομηνία ανοίγματος της διαθήκης, ήτοι την ημερομηνία θανάτου σύμφωνα με το βελγικό δίκαιο. Επομένως, στις 24/1/2022 απεστάλη στην εναγόμενη σχετική επιστολή από τους δικηγόρους της περιουσίας, με την οποία κλήθηκε να παραδώσει τα κλειδιά του επίμαχου διαμερίσματος, χωρίς καθυστέρηση, σε εξουσιοδοτημένο από τους ενάγοντες, πρόσωπο.

 

Η εναγόμενη ανταποκρίθηκε στην παραπάνω επιστολή, την ίδια μέρα. Με την επιστολή των δικηγόρων της εξέφρασε ρητά την άρνησή της να παραδώσει την κατοχή του επίμαχου διαμερίσματος, ισχυριζόμενη ότι αποτελεί συζυγική εστία, παραβλέποντας, μεταξύ άλλων, το προγαμιαίο σύμφωνο που υπόγραψε με τον αποβιώσαντα, πριν το γάμο τους και το γεγονός ότι το επίμαχο διαμέρισμα, ουδέποτε ανήκε στον αποβιώσαντα, προκειμένου να δύναται να χαρακτηριστεί ως συζυγική εστία, αλλά ανήκε και ανήκει στους ενάγοντες.

 

Η εναγόμενη οχλήθηκε επανειλημμένα για την παράδοση του επίμαχου διαμερίσματος, μεταξύ άλλων και με τις επιστολές των δικηγόρων των εναγόντων, ημερομηνίας 18/3/2022 και 14/7/2023. Υπό το φως της παράνομης επέμβασής της στο επίμαχο διαμέρισμα και της άρνησής της να συμμορφωθεί με τις προειδοποιήσεις των εναγόντων, το διοικητικό συμβούλιο των τελευταίων (κατόπιν δέουσας ειδοποίησης στην εναγόμενη, χωρίς ωστόσο αυτή να παρουσιαστεί), στις 23/6/2023  ενέκρινε ψήφισμα με το οποίο εγκρίθηκε η προώθηση δικαστικών μέτρων εναντίον της σχετικά με την παράνομη επέμβασή της στο επίμαχο διαμέρισμα.

 

Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό ότι η εναγόμενη τυγχάνει και εκ των διευθυντών των εναγόντων.

 

Σε συνέχεια της πιο πάνω απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου των εναγόντων, περί τις 16/10/2023 στάλθηκε από τους δικηγόρους των εναγόντων στην εναγόμενη, επιστολή απαίτησης, στην οποία αυτή, ουδέποτε ανταποκρίθηκε.

 

Με την εν λόγω επιστολή, η εναγόμενη κλήθηκε όπως μέχρι τις 18/11/2023, πρώτο, εκκενώσει το επίμαχο διαμέρισμα και αφαιρέσει όλα τα προσωπικά της αντικείμενα εντός αυτού, χωρίς να αφαιρέσει οποιαδήποτε αντικείμενα του αποβιώσαντα, όπως για παράδειγμα, τα χρυσαφικά του, δεύτερο, να διευθετήσει όλους τους λογαριασμούς κοινής ωφελείας για όλο το διάστημα χρήσης του επίμαχου διαμερίσματος, τρίτο, να παραδώσει το επίμαχο διαμέρισμα σε άριστη κατάσταση, τέταρτο, να πληρώσει ένα συμβολικό ποσό, ως αποζημίωση για την παράνομη επέμβασή της στο επίμαχο διαμέρισμα, άνευ βλάβης των δικαιωμάτων των εναγόντων και αποκλειστικά για σκοπούς διευθέτησης και πέμπτο, να πληρώσει ένα συμβολικό ποσό, ως δικηγορικά έξοδα. Με την ίδια επιστολή ενημερώθηκε ότι στις 18/11/2023 και ώρα 10:30 θα βρίσκεται στην είσοδο της πολυκατοικίας, εκπρόσωπος των εναγόντων για την παράδοση των κλειδιών του επίμαχου διαμερίσματος. Κατά την ως άνω ημερομηνία και ώρα μετέβη στο μέρος εξουσιοδοτημένο πρόσωπο από τους ενάγοντες, ωστόσο, η εναγόμενη δεν εμφανίστηκε.

 

Η συμπεριφορά της στερείται λογικής. Εξακολουθεί να κατέχει ένα διαμέρισμα, το οποίο δε χρησιμοποιεί καν πλέον και επιβαρύνεται με αποζημιώσεις, ενώ γνωρίζει ότι ουδέν δικαίωμα έχει σ’ αυτό, όχι μόνο γιατί ουδέποτε της το κληροδότησε ο αποβιώσας, αλλά, επειδή δεν ανήκει καν σ’ αυτόν το επίμαχο διαμέρισμα, αλλά στους ενάγοντες. Το σύνολο των μετοχών τους, ο αποβιώσας το κληροδότησε στη θυγατέρα του.

 

Η θυγατέρα του αποβιώσαντα συζύγου της εναγόμενης και διαχειρίστρια της περιουσίας του έδωσε οδηγίες σε ανεξάρτητο εκτιμητή να προβεί σε εκτίμηση της αγοραίας ενοικιαστικής αξίας του επίμαχου διαμερίσματος για τα έτη 2022, 2023 και 2024 που η εναγόμενη το κατέχει παράνομα, προκειμένου να υπολογιστούν και να αποδειχθούν οι αποζημιώσεις που διεκδικούν οι ενάγοντες με την παρούσα αγωγή. Σύμφωνα με τη σχετική έκθεση εκτίμησης, το αγοραίο μηνιαίο ενοίκιο του επίμαχου διαμερίσματος υπολογίστηκε σε €3.435 για το 2022, και σε €3.635 για τα έτη 2023 και 2024.

 

Ως εκ των ανωτέρω είναι δίκαιο και εύλογο όπως εκδοθεί διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η εναγόμενη να καταβάλει τα ακόλουθα ποσά στους ενάγοντες, ως αποζημιώσεις και/ή ενδιάμεσα οφέλη και/ή διαφυγόντα κέρδη, συνεπεία της παράνομης κατοχής του επίμαχου διαμερίσματος από την ίδια: πρώτο, €114.120, για την περίοδο μεταξύ 23/1/2022 - 23/9/2024, δεύτερο, €3.635 μηνιαίως, από 24/9/2024 μέχρι και την ημερομηνία που η εναγόμενη θα παραδώσει στους ενάγοντες ελεύθερη και κενή κατοχή του επίμαχου διαμερίσματος και τρίτο, €3.720, ως τα οφειλόμενα κοινόχρηστα για τα έτη 2020, 2021 και 2024 που η εναγόμενη ουδέποτε κατέβαλε και μέρος των οποίων πλήρωσαν οι ενάγοντες εκ μέρους της.

 

Έναντι των παραπάνω θέσεων και ισχυρισμών των εναγόντων, η εναγόμενη, στην ένορκη δήλωσή της που υποστηρίζει την ένσταση στην αίτηση, μεταξύ  άλλων αναφέρει τα εξής:

 

Παραδέχεται ότι οι ενάγοντες είναι εταιρεία και ιδιοκτήτες του επίμαχου διαμερίσματος και συμφωνεί ότι είναι η δεύτερη σύζυγος του αποβιώσαντα και διευθύντρια των εναγόντων. Λανθασμένα το Διοικητικό Συμβούλιο των εναγόντων έλαβε την απόφαση για λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον της, όπως λανθασμένα οι μετοχές των εναγόντων μεταβιβάστηκαν στα χέρια της θυγατέρας του αποβιώσαντα. Με βάση το βελγικό δίκαιο κληρονομίας, η ίδια ως επιζώσα σύζυγος του αποβιώσαντα δικαιούται την επικαρπία, δηλαδή να διατηρεί στην κατοχή της και να καρπώνεται, τουλάχιστον το 50% της όλης περιουσίας του αποβιώσαντα συζύγου της, κινητής και ακίνητης, συμπεριλαμβανομένων μετοχών εταιρειών, ως και οι μετοχές των εναγόντων. Ως εκ τούτου, λανθασμένα και κακόπιστα η θυγατέρα του αποβιώσαντα διορίστηκε διαχειρίστρια της περιουσίας του και έλαβε επ’ ονόματι της τις μετοχές των εναγόντων.

 

Ως το κυπριακό δίκαιο διαχωρίζει τη νόμιμη μοίρα από τη διαθέσιμη μοίρα, το ίδιο περίπου υπόβαθρο ακολουθεί και το βελγικό δίκαιο. Σύμφωνα με αυτό, ένας κληροδότης, ο οποίος κληρονομείται από σύζυγο και θυγατέρα δικαιούται να παραχωρήσει με κληροδότηση, μόνο το 50% της όλης περιουσίας του (η «διαθέσιμη του μοίρα»), το υπόλοιπο 50% της περιουσίας αναφέρεται ως “reserved portion” (αντίστοιχο της «νόμιμης μοίρας» στο κυπριακό δίκαιο) και διανέμεται στου κληρονόμους, βάσει του Νόμου. Σε περίπτωση που με το θάνατο του αποβιώσαντα υπάρχει εν ζωή σύζυγος, τότε το 50% της περιουσίας δίδεται σ’ αυτή, ως επικαρπία, ήτοι, χρήση κατά τη ζωή της, με τελικούς δικαιούχους κατά το θάνατο της εν ζωή συζύγου, τα τέκνα του αποβιώσαντα.

 

Ο Ιωάννου αποκρύπτει ότι η διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα, δηλαδή η θυγατέρα του, μεταξύ άλλων, καταχρηστικά και αυθαίρετα, οικειοποιήθηκε τις μετοχές των εναγόντων. Εάν ήθελε φανεί ότι η ίδια πρέπει να λάβει το 50% της όλης περιουσίας του αποβιώσαντα, δυνάμει νόμιμης μοίρας, τότε, οι μετοχές των εναγόντων, πιθανότατα θα πρέπει να της αποδοθούν.

 

Είναι η θέση της ότι βάσει του βελγικού δικαίου πρέπει να λάβει το επίμαχο διαμέρισμα, ως συζυγική οικία, δυνάμει του Νόμου, εφ’ όρου ζωής, ασχέτως εάν αυτό είναι εγγεγραμμένο στο όνομα των εναγόντων, εταιρείας στην Κύπρο. Υπό το πρίσμα του εφαρμοστέου βελγικού δικαίου προκύπτει ότι οι μετοχές των εναγόντων, οι ίδιοι οι ενάγοντες και κατ’ επέκταση, τα περιουσιακά τους στοιχεία αποτελούν ιδιοκτησία του αποβιώσαντα συζύγου της στην οποία έχει δικαίωμα και δεν αποτελούν απολύτως ξεχωριστή νομική οντότητα, ως προνοεί το κυπριακό δίκαιο το οποίο δεν εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση, ως επεξηγείται περαιτέρω και στη νομική γνωμάτευση που εξασφάλισε και παραθέτει ως τεκμήριο. Συνεπώς εξάγεται το συμπέρασμα ότι οι ενάγοντες, οι μετοχές τους, αλλά και οποιοδήποτε περιουσιακό τους στοιχείο αποτελούν περιουσιακά στοιχεία και/ή περιουσία του απόβιώσαντα συζύγου της, το οποίο δυνάμει του βελγικού δικαίου δικαιούται να αποκτήσει, να χρησιμοποιεί και να καρπώνεται για το υπόλοιπο της ζωής της.

 

 

Αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της έκδοσης συνοπτικής απόφασης εναντίον της, δεν υπάρχει ούτε η νομική ούτε η πραγματική βάση ενώπιον του Δικαστηρίου για να μπορέσει να εξάγει ασφαλή συμπεράσματα. Η καταχώρηση της αγωγής στο Βέλγιο με σκοπό την ακύρωση του διορισμού της θυγατέρας του αποβιώσαντα, ως διαχειρίστριας της περιουσίας του, αλλά και ελέγχου ή ακύρωσης των πράξεων μεταβίβασης, έως σήμερα από τη θυγατέρα του αποβιώσαντα, μεταξύ των οποίων και η μεταβίβαση του μετοχικού κεφαλαίου των εναγόντων επ’ ονόματι της, κατά παράβαση του Νόμου να λάβει το 50% της εν λόγω περιουσίας δεν μπορεί να αφήσει περιθώρια για να μην υπερασπιστεί τον εαυτό της ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

Εάν ήθελε εκδοθεί απόφαση στο Βέλγιο, τότε η εν λόγω απόφαση είναι λογικό να εγγραφεί και στην Κύπρο και το αποτέλεσμά της της εν λόγω αγωγής στο Βέλγιο είθισται να ακολουθηθεί και στην Κύπρο, εφόσον εφαρμοστέο δίκαιο των επίδικων θεμάτων είναι το βελγικό και όχι αυτό της Κυπριακής Δημοκρατίας.

 

Είναι η θέση της ότι οι μετοχές των εναγόντων είναι ξεκάθαρα περιουσιακό στοιχείο του αποβιώσαντα και το οποίο θα επιλυθεί με τις διαδικασίες που εγείρονται στο Βέλγιο και βάσει του εφαρμοστέου βελγικού δικαίου, καθότι, ως επικαρπία δικαιούται το 50% της όλης περιουσίας του αποβιώσαντα συζύγου της, συμπεριλαμβανομένων, του μετοχικού κεφαλαίου των εναγόντων και κατ’ επέκταση, των περιουσιακών τους στοιχείων, μεταξύ άλλων, του επίμαχου διαμερίσματος.

 

Επί του ισχυρισμού Ιωάννου ότι το δικαίωμα κάρπωσης της οικογενειακής κατοικίας από το επιζώντα σύζυγο ισχύει υπό την προϋπόθεση ότι ο αποβιώσας ήταν ο νόμιμος ιδιοκτήτης του επίμαχου διαμερίσματος, το οποίο δεν ανήκε ούτε σ’ αυτό μα ούτε και στην ίδια, επομένως, αυτό αποκλείεται εκ προοιμίου από οποιαδήποτε απαίτησή της και τούτο, επειδή, διαφορετικά, θα αγνοείτο εντελώς η ξεχωριστή νομική προσωπικότητα των εναγόντων, είναι η θέση της ότι έστω και εάν θεωρηθεί ότι το επίμαχο διαμέρισμα δεν ανήκε στον αποβιώσαντα σύζυγό της, όπως αναφέρει κατά λέξη «..και πάλι έχω κάνει εκτενή αναφορά στο δικαίωμά μου επί των μετοχών της Ενάγουσας, βάσει του εφαρμοστέου Βελγικού Δικαίου.»

 

Όσα ακολουθούν είναι από τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της εναγόμενης:

 

Στις 14/4/2025 αναγκάστηκε να καταχωρήσει αγωγή στο Βέλγιο εναντίον της θυγατέρας του αποβιώσαντα συζύγου της. Συνεπεία της καταχώρησης της εν λόγω αγωγής δε θα ήταν προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εκδοθεί οποιαδήποτε απόφαση στην Κύπρο, ως τα αιτητικά της υπό κρίση αίτησης. Εάν εκδοθεί τέτοια απόφαση υπάρχει πιθανότητα να μην μπορέσει να ανατρέψει την εναντίον της τελεσίδικη απόφαση η οποία θα εκδοθεί από το παρόν Δικαστήριο. Όπως την ενημερώνουν οι δικηγόροι της στο Βέλγιο, η δικαστική διαδικασία εκεί δε θα λάβει πάνω από ένα χρόνο για να ολοκληρωθεί και θα αποφασιστεί με γνώμονα το βελγικό δίκαιο, τόσο η μέθοδος όσο και τα ποσοστά δυνάμει των οποίων θα κατανεμηθεί η όλη περιουσία του αποβιώσαντα συζύγου της, μεταξύ άλλων, οι μετοχές των εναγόντων, αλλά και το επίμαχο διαμέρισμα, ιδιοκτησίας των εναγόντων.

 

Ενόψει των πιο πάνω είναι ενάντια στο συμφέρον της δικαιοσύνης να εκδοθεί απόφαση, αφού υπάρχει ξεκάθαρη υπεράσπιση και ανταπαίτηση από τους ενάγοντες, όπως μεταβιβάσουν στο όνομά της μετοχές τους, από την ημέρα θανάτου του συζύγου της, παραδώσουν μερίσματα από προηγούμενες χρονιές, αποκαλύψουν τραπεζικούς λογαριασμούς και δοσοληψίες από το 2021 και εντεύθεν, όπως επίσης και διορθωθούν όλοι οι ελεγμένοι λογαριασμοί, ως νομίμως θα δικαιούταν.

 

Παρατηρώ τα εξής:

 

Με σωρευτική θεώρηση και αποτίμηση των ακόλουθων γεγονότων, μέρος των οποίων αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των μερών και κατά τα λοιπά συντίθενται από ισχυρισμούς γεγονότων τα οποία επικαλούνται οι ενάγοντες, οι οποίοι δεν έχουν αμφισβητηθεί από την εναγόμενη θεωρώ ότι συντρέχουν και οι ουσιαστικές προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης, σε σχέση, τόσο με την αγωγή όσο και με την ανταπαίτηση. Όπως θα διαφανεί στη συνέχεια είναι γεγονός, ότι η εναγόμενη δεν έχει πραγματική προοπτική, καταρχάς, επιτυχούς υπεράσπισης της εναντίον της αγωγής των εναγόντων και έπειτα, επιτυχίας επί της ανταπαίτησής της, όπως αποτελεί επίσης γεγονός ότι δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή οποιοδήποτε εγειρόμενο με αυτή ζήτημα θα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη. Δηλαδή στο πλαίσιο πλήρους ακρόασης (Μέρος 24.2(1)(α)(β) των ΚΠΔ).

 

Ειδικότερα:

 

 

 

Οι ενάγοντες, που αποτελούν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης η οποία συστάθηκε νόμιμα στην Κύπρο με βάση τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, από το 2004 είναι οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του επίμαχου διαμερίσματος. Το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου τους ανήκε στον αποβιώσαντα σύζυγο της εναγόμενης, ο οποίος απεβίωσε στο Βέλγιο, στις 22/7/2021, αφήνοντας διαθήκη. Η εναγόμενη, η οποία στον ουσιώδη χρόνο κατείχε το επίμαχο διαμέρισμα, το οποίο εξακολουθεί να κατέχει, τυγχάνει και εκ των διευθυντών των εναγόντων. Από το γάμο της με τον αποβιώσαντα δεν απέκτησαν παιδιά, όμως, ο αποβιώσας σύζυγός της απέκτησε μια θυγατέρα από προηγούμενο γάμο του. Η υπό αναφορά είναι και η διαχειρίστρια της περιουσίας του.

 

Οι Βέλγοι δικηγόροι της περιουσίας του αποβιώσαντα με την επιστολή τους προς την εναγόμενη, ημερομηνίας 24/1/2022 την κάλεσαν να παραδώσει τα κλειδιά του επίμαχου διαμερίσματος σε εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο των εναγόντων. Η εναγόμενη, με την επιστολή των δικηγόρων της, ίδιας ημερομηνίας εξέφρασε την άρνησή της να παραδώσει την κατοχή του επίμαχου διαμερίσματος, ισχυριζόμενη ότι αποτελεί συζυγική εστία.

 

Λόγω της άρνησής της να συμμορφωθεί, το διοικητικό συμβούλιο των εναγόντων, στις 23/6/2023 ενέκρινε ψήφισμα με το οποίο εγκρίθηκε η προώθηση δικαστικών μέτρων εναντίον της για παράνομη επέμβαση στο επίμαχο διαμέρισμα. Σε συνέχεια της παραπάνω απόφασης, οι δικηγόροι των εναγόντων, στις 16/10/2023 της απέστειλαν επιστολή απαίτησης, σύμφωνα με τον Τύπο ΙΙΙ των ΚΠΔ.

 

Με την εν λόγω επιστολή, η εναγόμενη - όπως αναφέρεται και σε άλλο σημείο πιο πάνω -, κλήθηκε - μεταξύ άλλων - να εκκενώσει και παραδώσει ελεύθερη και κενή κατοχή του επίμαχου διαμερίσματος σε εκπρόσωπο των εναγόντων, το αργότερο, τις 18/11/2023.

 

Η εναγόμενη, ούτε συμμορφώθηκε μα ούτε και ανταποκρίθηκε με τις απαιτήσεις της παραπάνω επιστολής.

 

 

Σύμφωνα με το άρθρο 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148:

 

«(1) Παράvoμη επέμβαση σε ακίvητη ιδιoκτησία συvίσταται σε παράvoμη είσoδo ή σε παράvoμη πρόκληση ζημιάς ή σε παράvoμη παρέμβαση στηv ιδιoκτησία αυτή από oπoιoδήπoτε πρόσωπo.

(2) Αv η πράξη για τηv oπoία εγείρεται η αγωγή είvαι επιτρεπτή κατά τoπικό έθιμo, αυτό αφoύ απoδειχθεί συvιστά υπεράσπιση αλλά σε αγωγή πoυ εγείρεται για παράvoμη επέμβαση σε ακίvητη ιδιoκτησία τo βάρoς της απόδειξης ότι η πράξη για τηv oπoία εγείρεται η αγωγή δεv ήταv παράvoμη φέρει o εvαγόμεvoς.»

Όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Λάμπρου κ.α. ν. Κεφάλα κ.α. (2000) 1 Α.Α.Δ. 1516:

 

«Η παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι ουσιαστικά αδίκημα εναντίον της κατοχής και όχι της κυριότητας του ακινήτου. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Adamou v. Christofi (1974) 1 C.L.R. 100, έστω και μικρός βαθμός κατοχής είναι αρκετός για να νομιμοποιεί τον ενάγοντα να εγείρει αγωγή εναντίον του εναγομένου. Στην υπόθεση Liasidou and Another v. Papademetriou (1975) 1 C.L.R. 122, λέχθηκε ότι κατοχή (possession) σημαίνει πραγματική κατοχή (occupation) ή φυσικό έλεγχο της περιουσίας. Ο ιδιοκτήτης που δεν έχει κατοχή δεν μπορεί να ενάγει σε σχέση με παράνομη επέμβαση στην ιδιοκτησία του, με εξαίρεση την περίπτωση όπου υπάρχει πρόκληση ζημιάς στην περιουσία ή όπου η επέμβαση έχει μόνιμο χαρακτήρα. (Δέστε Γεωργίου ν. Ανδρέα, Π.Ε. 10140, ημερ. 16.12.98, όπου η φύτευση δένδρων θεωρήθηκε ως επέμβαση μόνιμου χαρακτήρα που νομιμοποιούσε την ιδιοκτήτρια που ενοικίαζε το κτήμα σε άλλους να εγείρει αγωγή).»

 

Έχοντας υπόψη το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι ενάγοντες στον ουσιώδη χρόνο ήταν και εξακολουθούν να είναι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του επίμαχου διαμερίσματος, το οποίο κατά τον ίδιο χρόνο κατεχόταν και εξακολουθεί να κατέχεται από την εναγόμενη και μάλιστα, χωρίς αυτή να καταβάλλει στους ενάγοντες οποιοδήποτε αντίτιμο σε συνδυασμό με το επίσης γεγονός, ότι, όταν αυτή κλήθηκε να παραδώσει τα κλειδιά του επίμαχου διαμερίσματος σε εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο των εναγόντων αρνήθηκε να το πράξει, το πρώτο συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι, έκτοτε, κατέχει το επίμαχο διαμέρισμα παράνομα.

 

 

 

Στο ερώτημα, εάν αυτή έχει θέσει τέτοια στοιχεία μαρτυρίας, που να αποσείουν το παραπάνω συμπέρασμα και να στοιχειοθετούν τη θέση της, ότι κατέχει νόμιμα το επίμαχο διαμέρισμα, η απάντηση είναι αρνητική.

 

Η συνάρτηση από την ίδια της παρούσας υπόθεσης με τις όποιες διεκδικήσεις της στο Δικαστήριο του Βελγίου κατά της θυγατέρας του αποβιώσαντα συζύγου της, αναφορικά με την περιουσία του τελευταίου, περιλαμβανομένων και των μετοχών του αποβιώσαντα στους ενάγοντες, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η σχετική αγωγή που έχει καταχωρήσει στο Βέλγιο θα κριθεί με βάση το βελγικό δίκαιο, νομικά είναι ανεδαφική. Και τούτο επειδή παραβλέπει τα εξής:

 

Ενάγοντες στην παρούσα υπόθεση είναι οι ιδιοκτήτες του επίμαχου διαμερίσματος και όχι η θυγατέρα του αποβιώσαντα στην οποία έχουν περιέλθει οι μετοχές που κατείχε ο αποβιώσας πατέρας της στους ενάγοντες. Οι οποίοι, ως νομική οντότητα, ασφαλώς δε θα πρέπει ούτε να συγχέονται μα ούτε - πολύ περισσότερο - να ταυτίζονται με τα μέλη/μετόχους τους. Αποτελεί πάγια νομική αρχή ότι μια εγγεγραμμένη εταιρεία αποτελεί διαφορετική νομική οντότητα από τα μέλη της (βλ. τις υποθέσεις Salomon vSalomon [1897] 2 A.C. 22, NMMichaelides vHickman (1988) 1 C.L.R. 98 και  A.I.A.S. (Advanced Intelligent Automatic Systems) Ltd ν. Δήμητρα Επενδυτική Δημόσια Λίμιτεδ (2016) 1 Α.Α.Δ. 2200).

 

Των παραπάνω λεχθέντων και να μην είχαν περιέλθει στην ιδιοκτησία της θυγατέρας του αποβιώσαντα οι μετοχές του στους ενάγοντες, αλλά και σε περίπτωση που αυτές είχαν περιέλθει στην εναγόμενη, από τη στιγμή που η παρούσα αγωγή και στο πλαίσιό της, η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκαν από τους ενάγοντες, ουδείς μέτοχός τους νομιμοποιείται να έχει λόγο στην άσκηση του αυτοτελούς και ανεξάρτητου αυτού δικονομικού δικαιώματός των εναγόντων, με μόνο λόγο την ιδιότητά του ως μετόχου τους. Πολύ περισσότερο, που η προβαλλόμενη από την εναγόμενη υπεράσπισή της στην εναντίον της αγωγή των εναγόντων καθώς και η εναντίον των εναγόντων ανταπαίτησή της, έχουν ως πραγματικό υπόβαθρο, την αγωγή της την οποία καταχώρησε στο Βέλγιο εναντίον της θυγατέρας του αποβιώσαντα, με την οποία επιδιώκει την ακύρωση του διορισμού της, ως διαχειρίστριας της περιουσίας του τελευταίου, αλλά και την ακύρωση της μεταβίβασης των μετοχών που κατείχε αυτός στους ενάγοντες στο όνομα της θυγατέρας του, με προοπτική, σε περίπτωση επιτυχίας της εν λόγω αγωγής, την εγγραφή στο όνομα της ίδιας, τουλάχιστον του 50% των εν λόγω μετοχών ή ακόμη και του 100%, επομένως και του επίδικου διαμερίσματος.

 

Που και να πετύχει η εν λόγω αγωγή, λέω με τη σειρά μου, και πάλι, το επίμαχο διαμέρισμα θα εξακολουθεί να αποτελεί ιδιοκτησία των εναγόντων και όχι των μετόχων τους.

 

Δεδομένου ότι το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης στοιχειοθετείται ό,τι απομένει είναι η εξέταση των διάφορων αξιώσεων των εναγόντων εναντίον της εναγόμενης και η τύχη της ανταπαίτησής της.

 

Αρχίζοντας από την ανταπαίτηση της εναγόμενης, πέραν όσων έχουν ήδη αναφερθεί, εις επίρρωση της διαπίστωσής μου ότι η εναγόμενη δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας της ανταπαίτησής της και ότι δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο αυτή ή οποιοδήποτε ζήτημά της θα πρέπει να αποφασιστούν σε δίκη, προστίθενται τα εξής:

 

Η εναγόμενη, ενώ ενόρκως, για σκοπούς στοιχειοθέτησης της ένστασής της στην αίτηση προβάλλει τις όποιες διεκδικήσεις της επί της περιουσίας του αποβιώσαντα συζύγου της στο πλαίσιο της αγωγής που καταχώρησε στο Βέλγιο εναντίον της θυγατέρας του αποβιώσαντα, με την οποία, όπως αναφέρει στη συμπληρωματική της ένορκη δήλωση απαιτεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η ίδια - μεταξύ άλλων - διαθέτει το ήμισυ της επικαρπίας επί των περιουσιακών στοιχείων της κληρονομίας, δικαίωμα επικαρπίας επί του ακινήτου της οικογένειας στην Κύπρο ή επί των μετοχών των εναγόντων και αναγνωρίζει ρητά ότι οι ενάγοντες στον ουσιώδη χρόνο ήταν και εξακολουθούν να είναι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του επίμαχου διαμερίσματος,  δικογραφικά ισχυρίζεται τα εξής:

 

 

Με την υπεράσπισή της αρνείται τον ισχυρισμό των εναγόντων ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν και εξακολουθούν να είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης η οποία συστάθηκε νόμιμα στην Κύπρο και εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του επίμαχου διαμερίσματος και ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες, μεταξύ άλλων συστάθηκαν για να διευκολύνουν τη διαδικασία μεταβίβασης του επίμαχου διαμερίσματος στο όνομα του αποβιώσαντα και συζύγου της και/ή προς αποφυγή φορολογίας και/ή οτιδήποτε άλλο σχετικό στην Κυπριακή Δημοκρατία. Με την ανταπαίτησή της ισχυρίζεται ότι το επίμαχο διαμέρισμα κατέχεται από τους ενάγοντες, μεταξύ άλλων, ως εμπίστευμα προς όφελος του αποβιώσαντα και ότι πραγματικός δικαιούχος είναι αυτός και όχι το νομικό πρόσωπο των εναγόντων.

 

Να πω απλώς, ότι καμιά από τις παραπάνω θέσεις της προβάλλεται στο πλαίσιο της ένστασης της στην υπό κρίση αίτηση.

 

Έπεται ότι η ανταπαίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη.

 

Υπεισέρχομαι τώρα στις διάφορες αξιώσεις των εναγόντων εναντίον της εναγόμενης σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης της αγωγής των πρώτων.

 

Οι ενάγοντες, με την πρώτη αξίωσή τους ζητούν διάταγμα που να διατάσσει την εναγόμενη και/ή τους αντιπρόσωπους και/ή υπαλλήλους της και/ή οποιαδήποτε εξουσιοδοτημένα από αυτή πρόσωπα, όπως εντός 10 εργάσιμων ημερών από την επίδοση του διατάγματος τούς παραδώσουν ελεύθερη και κενή κατοχή του επίμαχου διαμερίσματος και/ή όπως παύσουν να επεμβαίνουν και/ή κατέχουν και/ή το εκμεταλλεύονται και/ή χρησιμοποιούν.

 

Οι ενάγοντες δικαιούνται σε ικανοποίηση της εν λόγω αξίωσής τους, με διαφοροποίηση μόνο ως προς το χρόνο κατά τον οποίο η εναγόμενη θα διαταχθεί να συμμορφωθεί με το σχετικό διάταγμα.

 

Με τη δεύτερη αιτούμενη αξίωσή τους, οι ενάγοντες ζητούν απόφαση και/ή διάταγμα που να διατάσσει την εναγόμενη να τους καταβάλει το ποσό των €77.000, ως αποζημιώσεις και/ή ενδιάμεσα οφέλη και/ή διαφυγόντα κέρδη, λόγω της παράνομης κατοχής και/ή εκμετάλλευσης και/ή χρήσης του επίμαχου διαμερίσματος από την ίδια κατά την περίοδο μεταξύ 23/1/1022 - 23/11/2023.

 

 Στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων (1992) 1 Α.Α.Δ. 882 επισημαίνονται τα εξής:

 

«Το μέτρο της αποζημίωσης για την παράνομη κατοχή ακινήτου είναι η ενοικιαστική αξία του κτήματος και όχι το όφελος που προσπορίζεται ο κάτοχος από τη χρήση της γης ή η ακριβής απώλεια του ιδιοκτήτη. Το κριτήριο για την αποζημίωση του ιδιοκτήτη είναι αντικειμενικό, αλληλένδετο με την ενοικιαστική αξία του κτήματος. Αυτό καθορίστηκε στη Whitwham v. Westminster Brymbo Coal and Coke Company (1896) 2 Ch.D. 538, και επαναλήφθηκε σε σειρά μεταγενέστερων αποφάσεων, στη Swordheath Properties v. Tabet (1979) 1 All E.R. 240, Wrotham Park Estate v. Parkside Homes (1974) 2 All E.R. 321, και Penarth Dock Company v. Pounds, 1 Lloyd's Rep. 359 ports, 1963, Vol. 1, 359. Στον προσδιορισμό της ενοικιαστικής αξίας δε λαμβάνονται υπόψη βελτιώσεις στο κτήμα που επέφερε ο εναγόμενος (βλ. McGregor on Damages -14th ed., p. 1135 et seq.).

 

…..

 

Το κοινό δίκαιο περιόριζε την αποζημίωση που μπορούσε να επιδικασθεί στη ζημία η οποία είχε προκύψει μέχρι την καταχώρηση της αγωγής. Η αδυναμία αυτή στους μηχανισμούς του δικαίου για αποζημίωση, θεραπεύθηκε με την εισαγωγή του θεσμού Ord.36 r.58 (μεταγενέστερα αναριθμήθηκε σε Ord.36B r.7) που παρέχει εξουσία στο δικαστήριο σε περιπτώσεις συνεχιζόμενων αστικών αδικημάτων να επιδικάζει αποζημιώσεις για ολόκληρη τη ζημία που ο ενάγων υπέστη μέχρι τη δίκη. Ανάλογο κενό στον τομέα του δικαίου της επιείκειας θεραπεύθηκε με τη θέσπιση του Lord Cairn's Act, 1858. Το προεξάρχον στοιχείο στον καθορισμό του πλαισίου των αποζημιώσεων είναι, όπως υποδεικνύεται στη Coopers vRodgers (1975) Ch.D. 43, η απόδοση δικαιοσύνης υπό το φως του συνόλου των περιστατικών της υπόθεσης.

 

Στην Κύπρο, το θέμα ρυθμίζεται με τη Δ.33 θ. 14, προσαρμοσμένη στις διατάξεις της Ord.36 r.58. Διαπιστώνουμε ότι παρεχόταν ευχέρεια αποζημίωσης των εφεσιβλήτων για ολόκληρη τη ζημία που υπέστησαν μέχρι την ημερομηνία καθορισμού των αποζημιώσεων, που συνετελέσθη με την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης.»

 

 

 

O ενόρκως δηλών για τους ενάγοντες, στην ένορκη δήλωσή του που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση επισυνάπτει έκθεση εκτίμησης σύμφωνα με την οποία, το αγοραίο μηνιαίο ενοίκιο του επίμαχου διαμερίσματος υπολογίστηκε σε €3.435 για το 2022 και σε €3.635 για τα έτη 2023 και 2024.

 

Η 23/1/1022 που αποτελεί την αφετηριακή βάση της περιόδου για την οποία οι ενάγοντες ζητούν το ποσό των €77.000 (ανωτέρω) είναι φανερό ότι ταυτίζεται με την ημερομηνία κατά την οποία η εναγόμενη κλήθηκε να παραδώσει τα κλειδιά του επίμαχου διαμερίσματος και ουσιαστικά το διαμέρισμα σε εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο των εναγόντων, κάτι που δεν έκανε, ενώ, η 23/11/2023 είναι η τελευταία ημερομηνία της εν λόγω περιόδου, πριν από την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, στις 20/12/2023.

 

Η εναγόμενη, στην ένορκη δήλωσή της που υποστηρίζει την ένστασή της στην αίτηση, συναφώς με αυτή την πτυχή της υπόθεσης και τη σχετική αξίωση των εναγόντων, ουδέν αναφέρει. Αυτό σημαίνει καταρχάς, ότι η ίδια δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης και ότι δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση σε σχέση με αυτή την πτυχή της υπόθεσης, θα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη, δηλαδή σε πλήρη και κανονική ακρόαση και έπειτα, ότι οι ενάγοντες δικαιούνται σε ικανοποίηση της σχετικής αξίωσής τους. Και, με δεδομένο ότι οι ενάγοντες με την υπό κρίση αίτηση ζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης σύμφωνα με τις αξιώσεις τους, ως αυτές περιέχονται στο έντυπο απαίτησης και στην έκθεση απαίτησης και λαμβάνοντας υπόψη ότι το ποσό των €77.000 που συνθέτει την υπό εξέταση αξίωσή τους, με βάση την έκθεση εκτίμησης με την οποία υπολογίστηκε το αγοραίο μηναίο ενοίκιο του επίμαχου διαμερίσματος, δικαιολογείται πλήρως, θα εκδοθεί απόφαση υπέρ τους για ολόκληρο το ποσό αυτό.

 

Με την τρίτη αξίωσή τους, οι ενάγοντες ζητούν απόφαση που να διατάσσει την εναγόμενη να τους καταβάλει ποσό, ίσο με €3.500, μηνιαίως από 24/11/2023 μέχρι την ημερομηνία που θα τους παραδώσει ελεύθερη και κενή κατοχή του επίμαχου διαμερίσματος, ως αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση και/ή ενδιάμεσα οφέλη και/ή διαφυγόντα κέρδη, λόγω παράνομης κατοχής και/ή εκμετάλλευσης και/ή χρήσης του επίμαχου διαμερίσματος από την ίδια.

 

Συναφώς με αυτή την αξίωση των εναγόντων ισχύουν όλα όσα έχω αναφέρει σε σχέση με την προηγούμενη αξίωσή τους, με εξαίρεση την περίοδο καταβολής του ποσού των €3.500. Έχοντας υπόψη ότι με την προηγούμενη αξίωσή τους, οι ενάγοντες ζητούν και θα πάρουν απόφαση για την περίοδο μέχρι και την 23/11/2023, με την υπό εξέταση αξίωσή τους, η πρώτη ημερομηνία για την οποία δικαιούνται να αξιώνουν το ποσό που συνθέτει την εν λόγω αξίωσή τους, η οποία - όπως και η προηγούμενη - αφορά στην καταβολή ποσού με βάση υπολογισμού περίοδο μηνών, δεν μπορεί να είναι η αμέσως επόμενη της παραπάνω ημερομηνίας, αλλά η αντίστοιχη του αμέσως επόμενου μήνα, που είναι η 23/12/2023. Και, με δεδομένο ότι σύμφωνα με τη  Ναυτικός Όμιλος Πάφου (ανωτέρω) σε περιπτώσεις συνεχιζόμενων αστικών αδικημάτων παρέχεται εξουσία στο Δικαστήριο να επιδικάζει αποζημιώσεις για ολόκληρη τη ζημία που υπέστη ο ενάγων μέχρι τη δίκη, η τελευταία ημερομηνία για την οποία έχω εξουσία να επιδικάσω το ποσό που συνθέτει την υπό εξέταση αξίωση των εναγόντων είναι η σημερινή. Συναφώς με αυτή την αξίωσή τους, θα εκδοθεί απόφαση για το συνολικό ποσό των €85.750 [από 23/12/2023 μέχρι 8/12/2025 (€3.500 x 24 ½ )].

 

Με την τέταρτη αξίωσή τους, οι ενάγοντες - σύμφωνα πάντοτε με την έκθεση απαίτησης - ζητούν ειδικές αποζημιώσεις, ως η παράγραφος 14 της έκθεσης απαίτησης. Στην εν λόγω παράγραφο αναφέρουν ότι επιφυλάσσουν το δικαίωμά τους να διεκδικήσουν στα πλαίσια της παρούσας αγωγής - μεταξύ άλλων - εκκρεμούντα κοινόχρηστα τα οποία ανέρχονται στο ποσό των €100 - €105 περίπου, μηνιαίως μέχρι την παράδοση κενής και ελεύθερης κατοχής του επίμαχου διαμερίσματος.

 

Συναφώς με την εν λόγω αξίωσή τους, ο Ιωάννου, στην παράγραφο 34 της ένορκης δήλωσής του που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση ισχυρίζεται ότι είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η εναγόμενη να καταβάλει - μεταξύ άλλων -, το ποσό των €3.720, ως τα οφειλόμενα κοινόχρηστα για τα έτη 2020, 2021 και 2024 τα οποία ουδέποτε κατέβαλε, μέρος των οποίων πλήρωσαν οι ενάγοντες εκ μέρους της. Για σκοπούς στοιχειοθέτησης της εν λόγω αξίωσης, ο μάρτυρας, στη δήλωσή του επισυνάπτει το σχετικό τεκμήριο 17.

 

Έχοντας υπόψη ότι συναφώς και με αυτή την πτυχή της υπόθεσης και τη σχετική αξίωση των εναγόντων, η εναγόμενη, στην ένορκη δήλωσή της που υποστηρίζει την ένστασή της στην αίτηση, ουδέν αναφέρει, το συμπέρασμα που και πάλι προκύπτει είναι ότι αυτή δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης και ότι δεν υπάρχει σοβαρός επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση σε σχέση και με αυτή την πτυχή της υπόθεσης, θα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη. Έπεται ότι οι ενάγοντες δικαιούνται σε ικανοποίηση της σχετικής αξίωσής τους.

 

Με την πέμπτη αξίωσή τους, οι ενάγοντες ζητούν γενικές και/ή παραδειγματικές και/ή παρεπόμενες και/ή άλλου είδους αποζημιώσεις, τις οποίες θα κρίνει το Δικαστήριο εύλογες και δίκαιες υπό τις περιστάσεις.

 

Έχοντας υπόψη το συνολικό ποσό των αποζημιώσεων που θα επιδικαστούν υπέρ των εναγόντων και σε βάρος της εναγόμενης σε συνδυασμό βέβαια και με την δραστικότητα του διατάγματος παράδοσης του επίμαχου διαμερίσματος και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη ότι δεν υπάρχει ασφαλές υπόβαθρο αναφορικά με την οικονομική κατάσταση της εναγόμενης, οι ενάγοντες δε δικαιούνται σε ικανοποίηση της συγκεκριμένης αξίωσής τους (βλ. μεταξύ άλλων Papakokkinou and Others v. Kanther (1982) 1 C.L.R. 65 και Κωνσταντίνου Λουκάς ή Λούκας Κ. Μήτα ν. Γ. & Κ. Σοφοκλέους Λίμιτεδ (2003) 1 Α.Α.Δ. 1952).

 

Τέλος, με την έκτη αξίωσή τους, οι ενάγοντες ζητούν νόμιμο τόκο επί παντός επιδικασθέντος ποσού, βάσει του άρθρου 33 του περί Δικαστηρίων Νόμου.

 

Αναφορικά με το ποσό των €77.000 για το οποίο θα εκδοθεί απόφαση υπέρ των εναγόντων, με μόνο λόγο ότι αυτό ήταν ξεκαθαρισμένο και αποκρυσταλλωμένο πριν από την καταχώρηση της αγωγής, οι ενάγοντες δικαιούνται νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής. Κάτι που δεν ισχύει για τα άλλα δυο ποσά για τα οποία θα εκδοθεί απόφαση για τα οποία θεωρώ ότι η πλέον δίκαιη διαταγή είναι να φέρουν νόμιμο τόκο από σήμερα.

 

Κατ’ ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση, στην έκταση που έχει αναφερθεί γίνεται αποδεκτή.

 

Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγόμενης, ως ακολούθως:

 

Α) Διάταγμα, ως η παράγραφος 18(Α) της έκθεσης απαίτησης, με διαφοροποίηση αναφορικά με το χρόνο συμμόρφωσης, ο οποίος ορίζεται σε δυο (2) μήνες από την επίδοση του διατάγματος.

 

Β) Απόφαση, ως η παράγραφος 18(Β) της έκθεσης απαίτησης.

 

Γ) Απόφαση, ως η παράγραφος 18(Γ) της έκθεσης απαίτησης, για το συνολικό ποσό των €85.750.

 

Β) Απόφαση, ως η παράγραφος 18(Δ) της έκθεσης απαίτησης και συγκεκριμένα, για το ποσό των €3.720.

 

Το ποσό των €77.000 θα φέρει νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής και τα άλλα δυο ποσά, από σήμερα.

 

Η ανταπαίτηση απορρίπτεται.

 

Αναφορικά με τα έξοδα, παρατηρώ τα εξής:

 

Αναμφίβολα, οι ενάγοντες, οι οποίοι υπέχουν θέση επιτυχόντα διαδίκου στην αίτηση, σε εφαρμογή του Μέρους 39.2(1) των ΚΠΔ, δικαιούνται στα έξοδα. Μολονότι και τα δυο μέρη υπόβαλαν κατάλογο εξόδων, εντούτοις, επειδή αυτοί αφορούν μόνο στην αίτηση και λαμβάνοντας υπόψη ότι με την κριθείσα - πλέον - αίτηση, ουσιαστικά κρίνεται συνολικά η υπόθεση (απαίτηση και ανταπαίτηση), προτού εκδώσω τη διαταγή μου ως προς τα έξοδα θεωρώ ορθό να έχω τις θέσεις των μερών συναφώς με το θέμα.

 

Ενόψει των ανωτέρω, η υπόθεση ορίζεται για οδηγίες, στις 15/12/2025 και ώρα 09:30.

 

Εκτός και αν υπάρξει συμφωνία μεταξύ των μερών αναφορικά με τα έξοδα της υπόθεσης, συνολικά, οι δικηγόροι των διαδίκων να είναι παρόντες.

 

 

 

                                                                          (Υπ.) ...…………………………

                                                                                    Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.

 

 

 

 

 

 

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

 

Πρωτοκολλητής

 

 

 

/ΚΚ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Subject: Civil/Other Actions /Interim

(Αναφορά: Πολιτική – Αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης.)   


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο