Zeus Capital Investments Fund Europe LTD κ.α. ν. JOSIPA ENTERPRISES LTD, Αγωγή Αρ. 173/2025, 11/2/2026
print
Τίτλος:
Zeus Capital Investments Fund Europe LTD κ.α. ν. JOSIPA ENTERPRISES LTD, Αγωγή Αρ. 173/2025, 11/2/2026

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ:  Χρ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ.

Αγωγή Αρ. 173/2025

iJustice

Μεταξύ:

 

1.  Zeus Capital Investments Fund Europe LTD HE376084

                          2.  H.C. Diagnostic Center Ltd μετονομασθείσα σε H.C.

                             Diagnostic Center PLC, HE417658

Εναγόντων

-και-

 

JOSIPA ENTERPRISES LTD ΗΕ240171

Εναγομένων

-------------------------- 

 

Αίτηση ημερομηνίας 18/02/2025 για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων

 

Ημερομηνία:   11 Φεβρουαρίου 2026

 

Εμφανίσεις

Για Ενάγοντες – Αιτητές:  κ. Χρ. Χατζηστερκώτης με κα Ελ. Χατζηστερκώτη για ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΧΑΤΖΗΣΤΕΡΚΩΤΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε.

Για Εναγόμενους – Καθ’  ων η Αίτηση:  κα Α. Αραούζου με κα Ε. Μιχαηλίδου για PHC TSANGARIDES LLC

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ  ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Οι Ενάγουσες (από τώρα και στο εξής «οι Αιτήτριες»), με την υπό κρίση αίτηση, αξιώνουν εναντίον της Εναγόμενης (από τώρα και στο εξής «η Καθ’ ης η Aίτηση») τις κάτωθι θεραπείες και/ή διατάγματα:

«1. Απαγορευτικό Διάταγμα με το οποίο να απαγορεύει στους καθ' ων η αίτηση όπως οι ίδιοι και /ή μέσω αντιπροσώπων τους πωλήσουν και /ή επιβαρύνουν και /ή δεσμεύσουν και /ή μεταβιβάσουν, επιβαρύνουν, ενοικιάσουν ή άλλως αποξενώσουν και /ή δωρίσουν τα υπ' αρ. εγγραφής 4/[ ], 4/1821, 4/[ ], 4/[ ], 4/[ ], 4/[ ], 4/[ ], 4/[ ], 4/[ ], 4/[ ], Φ/0, Σ/ 2-212-342, Τμήμα 4, Τεμάχιο [ ], που βρίσκονται στην Λεωφόρο [ ] εντός του κτιριακού συγκροτήματος [ ] COMPLEX στον Άγιο Τύχωνα, Λεμεσός ακίνητη τους περιουσία μέχρι πλήρους εκδίκασης και αποπεράτωσης της παρούσης απαίτησης με τον πιο πάνω με αριθμό και τίτλο και /ή μέχρι νεωτέρων διαταγών του Δικαστηρίου.

2. Ενδιάμεσο προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα που να απαγορεύει στους καθ’ ων η αίτηση και/ή στους εκπρόσωπους και /ή στους αντιπροσώπους και/ή στους υπηρέτες και /ή στους υπαλλήλους τους

α) να επεμβαίνουν με οποιοδήποτε τρόπο και /ή να προκαλούν οχληρία στα υποστατικά, υπ' αρ. εγγραφής 4/[ ] , 4/[ ], 4/[ ], 4/[ ], 4/[ ], 4/[ ], 4/[ ], 4/[ ], 4/[ ], 4/[ ], Φ/0, Σ/ 2-212-342, Τμήμα 4, Τεμάχιο [ ], που βρίσκονται στην Λεωφόρο Αμαθούντος εντός του κτιριακού συγκροτήματος [ ] COMPLEX στον Άγιο Τύχωνα, Λεμεσός τα οποία ενοικιάζουν οι Ενάγοντες μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσης απαίτησης και /ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου,

β) να εμποδίζουν και /ή να προκαλούν δυσκολίες στους Ενάγοντες/ Αιτητές και /ή να πράττουν οτιδήποτε το οποίο να εμποδίζουν και /ή να προκαλούν δυσκολίες στους Αιτητές / Ενάγοντες από το να απολαμβάνουν την ήσυχη και απρόσκοπτη απόλαυση και χρήση των καταστημάτων/ υποστατικών που βρίσκονται στα ακίνητα υπό στοιχεία υπ’ αρ. εγγραφής 4/[ ], 4/[ ], 4/[ ], 4/[ ], 4/[ ], 4/[ ], 4/[ ], 4/[ ], 4/[ ], 4/[ ], Φ/0, Σ/ 2- 212-342, Τμήμα 4, Τεμάχιο [ ], που βρίσκονται στην Λεωφόρο [ ] εντός του κτιριακού συγκροτήματος ALANIA COMPLEX στον Άγιο Τύχωνα, Λεμεσός τα οποία ενοικιάζει η Ενάγουσα και /ή

γ) να απαγορεύει στους εναγόμενους / καθ' ων η αίτηση και τους αντιπροσώπους και /ή υπαλλήλους και /ή υπηρέτες της να εμποδίζουν τους Ενάγοντες/ Αιτητές τη διεξαγωγή οιασδήποτε περαιτέρω και /ή άλλης οικοδομικής εργασίας επί των ακινήτων υπ’ αρ. εγγραφής τα υπ’ αρ. εγγραφής 4/[ ], 4/[ ], 4/[ ], 4/[ ], 4/[ ], 4/[ ], 4/[ ], 4/[ ], 4/[ ], 4/[ ], Φ/0, Σ/ 2-212-342, Τμήμα 4, Τεμάχιο [ ], που βρίσκονται στην Λεωφόρο [ ] εντός του κτιριακού συγκροτήματος [ ] 5 COMPLEX στον Άγιο Τύχωνα, Λεμεσός τα οποία ακίνητα είναι εγγεγραμμένα επ’ ονόματι των εναγομένων / καθ’ ων η αίτηση από το να συνεχίσουν απρόσκοπτα τις οικοδομικές και άλλες εργασίες τους ούτως ώστε με την ολοκλήρωση αυτών να καταστεί δυνατόν να λειτουργήσουν τα ενοικιαζόμενα υποστατικά ως διαγνωστικό κέντρο ήτοι για την χρήση που έχουν ενοικιαστεί και συμφωνηθεί μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσης απαίτησης και /ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.»

Η Αίτηση υποστηρίζεται από τις ένορκες δηλώσεις του κ. Λάμπρου Χριστοφή, εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου των Αιτηριών, ο οποίος παραθέτει τα γεγονότα που την υποστηρίζουν και τους λόγους που δικαιολογούσαν το επείγον και τα διατάγματα μπορούσαν να εκδοθούν μονομερώς. Σημειώνεται ότι η Αίτηση καταχωρήθηκε και προωθήθηκε μονομερώς, πλην, όμως, διατάχθηκε η επίδοση της και κατέστη δια κλήσεως.  

Μετά την επίδοση της Αίτησης και κατόπιν σχετικών οδηγιών του Δικαστηρίου, η Καθ’  ης η Αίτηση καταχώρησε ένσταση στις 27/05/2025 προβάλλοντας τους κάτωθι λόγους ένστασης:

1)    H Αίτηση είναι καθόλα καταχρηστική, παραπλανητική και κακόπιστη και στερείται πραγματικού και νομικού ερείσματος.

 

2)    Οι Αιτήτριες δεν έχουν αποκαλύψει στις δύο ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την Αίτηση ουσιώδη για την υπόθεση γεγονότα, αλλά αντιθέτως έχουν παρουσιάσει τα γεγονότα αποσπασματικά με τρόπο παραπλανητικό προς το Δικαστήριο.

 

3)    Το σύνολο των στοιχείων που οι Αιτήτριες παραθέτουν δεν δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.

 

4)    Η Αίτηση δεν φανερώνει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση ούτε οποιαδήποτε πιθανότητα επιτυχίας της απαίτησης εναντίον της Εναγόμενης / Καθ’ ης η Αίτηση.

 

5)    Οι Αιτήτριες δεν έχουν αποδείξει πως πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου   Ν.14/60.

6)    Δεν υπάρχει αιτία απαίτησης και/ή ουδέν αγώγιμο δικαίωμα έχουν οι Αιτήτριες εναντίον της Καθ’  ης η Αίτηση καθώς οι Αιτήτριες βρίσκονται κατά παράβαση των συμβατικών τους υποχρεώσεων και των επίδικων συμφωνιών.

 

7)    Οι Αιτήτριες δεν αποδεικνύουν το επείγον των αιτούμενων διαταγμάτων.

 

8)    Οι Αιτήτριες δεν αποδεικνύουν ότι εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα είναι δύσκολο στη συνέχεια να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε περίπτωση επιτυχίας της απαίτησης τους.

 

9)    Οι Αιτήτριες δεν έχουν αποδείξει ότι θα υποστούν οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά και/ή οποιαδήποτε ζημιά από τη μη έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων αυτών, εφόσον δεν έχουν προσκομίσει και/ή παρουσιάσει οποιαδήποτε εύλογη και/ή αξιόπιστη μαρτυρία πως έχουν  υποστεί ή πιθανόν να υποστούν την οποιαδήποτε ζημιά η οποία εν πάση περιπτώσει θα είναι αποτέλεσμα  των δικών τους παραβάσεων των ρητών όρων των επίδικων συμφωνιών.

 

10)  Η Αίτηση καταχωρήθηκε κακόπιστα και καταχρηστικά έχοντας ως μοναδικό σκοπό τη χρήση παρεμπίπτοντος διατάγματος που πιθανό να εκδίδετο από το Δικαστήριο ως μοχλό πίεσης και/ή ως Υπεράσπιση σε άλλη δικαστική διαδικασία.

 

11)  Η παρούσα Αίτηση γίνεται καταχρηστικά και τα αιτούμενα διατάγματα παρεμβαίνουν στο δικαίωμα της Καθ’  ης η Αίτηση να εκμεταλλεύεται και/ή να απολαμβάνει την νόμιμη ιδιοκτησία της.

 

Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη ομολογία του κ. Γεώργιου Γεωργίου, διευθυντή της Καθ’ ης η αίτηση, ημερομηνίας 27/05/2025.

 

 

Η ΑΙΤΗΣΗ

 

Συνοπτικά, η εκδοχή των Αιτητριών, ως αυτή περιλαμβάνεται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την Αίτηση τους, είναι η εξής:

 

Τόσο οι Αιτήτριες όσο και η Καθ’  ης η Αίτηση είναι ιδιωτικές εταιρείες περιορισμένης ευθύνης, εγγεγραμμένες στον Έφορο Εταιρειών. Δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 21/07/2021, η Αιτήτρια 1 ενοικίασε από την Καθ’  ης η Αίτηση10 καταστήματα τα οποία της ανήκουν (βλ. τεκμήριο 3α). Ήταν ρητός όρος ότι η Αιτήτρια 1 θα είχε δικαίωμα υπενοικίασης του ακινήτου σε άλλη εταιρεία και συγκεκριμένα στην H.C. Diagnostic Centre Ltd, η οποία έχει πλέον μετονομαστεί σε H.C. Diagnostic Centre Plc / Αιτήτρια 2, για να τα μετατρέψει σε ιατρικό διαγνωστικό κέντρο υπό την διεύθυνση και επίβλεψη του διεθνώς γνωστού νοσοκομείου του Ισραήλ Hadassah Medical.

 

Στη βάση των πιο πάνω, οι Αιτήτριες έχουν συνάψει, μεταξύ τους, συμφωνία υπενοικίασης για τα επίδικα ακίνητα στις 20/06/2023 (βλ. τεκμήριο 1γ).

 

Η Συμφωνία ενοικίασης μεταξύ Αιτήτριας 1 και Καθ’ ης η αίτηση, ήταν για περίοδο 20 χρόνων με επιλογή περαιτέρω ανανέωσης και αρχικά δόθηκε περίοδος χάριτος με την οποία η Αιτήτρια 1 δεν είχε υποχρέωση καταβολής ενοικίων για περίοδο 8 μηνών, από την έναρξη της συμφωνίας στις 21/07/2021 μέχρι και τις 28/02/2022, με σκοπό να μπορέσει η Αιτήτρια 1 να ανακαινίσει τα καταστήματα και να προβεί σε κάθε απαραίτητη ενέργεια για να τα μετατρέψει σε ιατρικό διαγνωστικό κέντρο που θα παραδιδόταν στην Αιτήτρια 2.

 

Είναι η θέση της Αιτήτριας 1 και/ή 2 ότι η Καθ’ ης η Aίτηση, μέσω της συμφωνίας ενοικίασης, τους παρουσίασε και παρίστανε πως τους ενοικίαζε 10 καταστήματα σε λειτουργήσιμη κατάσταση και αδειούχα. Αντιλήφθηκαν πως τουλάχιστον το κτίριο ήταν στατικά επαρκές και πως πληρούσε τα ελάχιστα κριτήρια ασφαλείας ως επακόλουθο οι επεμβάσεις και οι διορθώσεις που θα χρειαζόταν ο χώρος για να μετατραπεί από κατάστημα σε ιατρικό και διαγνωστικό κέντρο (αλλαγή χρήσης), να αφορούσε απλή και στοιχειώδη ανακαίνιση. Σύμφωνα, επίσης, με τον όρο 18 της συμφωνίας ενοικίασης, η Αιτήτρια 1 ανέλαβε να συντηρεί την ηλεκτρολογική και υδραυλική εγκατάσταση σε καλή και λειτουργήσιμη κατάσταση, κάτι που εμμέσως δηλώνει πως οι εν λόγω εγκαταστάσεις υπάρχουν και τουλάχιστον εμφανισιακά τα υπό ενοικίαση καταστήματα ήταν κατάλληλα προς ενοικίαση.

 

Με την παραλαβή των καταστημάτων, η Αιτήτρια 1 ανακάλυψε ότι δεν υπήρχε ούτε ηλεκτρική ούτε υδραυλική εγκατάσταση σε λειτουργήσιμη κατάσταση και πως έπρεπε οι ίδιοι να τις εγκαταστήσουν. Ανακάλυψαν, επίσης, σωρεία προβλημάτων επί των ενοικιαζόμενων καταστημάτων. Το πρώτο και πιο σημαντικό αφορούσε την στατική επάρκεια του κτιρίου, γεγονός το οποίο το καθιστούσε επικίνδυνο και ακατάλληλο για λειτουργία χωρίς ενίσχυση. Παρόλα αυτά αποφάσισαν να μην προχωρήσουν με τον τερματισμό της συμφωνίας ενοικίασης και ήταν έτοιμοι να επενδύσουν στην ενίσχυση του κτιρίου, με την προφορική συμφωνία, μεταξύ Αιτήτριας 1 και Καθ’ ης η αίτηση, ότι τα έξοδα που δεν εμπίπτουν στις υποχρεώσεις του ενοικιαστή θα διευθετηθούν στην πορεία. Κατά συνέπεια, άρχισαν προκαταρκτικές εργασίες για να διασώσουν το κτίριο για να μπορέσουν να παραμείνουν ευθυγραμμισμένοι με τον αρχικό τους στόχο και τις δεσμεύσεις που ανέλαβαν έναντι του Hadassah Medical, ο οποίος ήταν να ξεκινήσουν λειτουργία ιατρικού κέντρου περί τα μέσα του 2022.

 

Στην συνέχεια, η Αιτήτρια 1 αναφέρεται στις δυσκολίες που συνάντησε και στην καθυστέρηση που προκλήθηκε στο να λειτουργήσει το ως άνω ιατρικό και διαγνωστικό κέντρο. Αναφέρεται στην άμεση αντίδραση του Κοινοτικού Συμβουλίου Αγίου Τύχωνα και στις ποινικές υποθέσεις που αντιμετώπισαν και στο διάταγμα αναστολής εργασιών που εκδόθηκε, αρχικά εναντίον τους και ότι στην ουσία αναγκάστηκαν να σταματήσουν κάθε προπαρασκευαστική εργασία επί του ακινήτου μέχρι να δοθούν οι απαραίτητες άδειες για να μπορέσουν να προχωρήσουν κανονικά με τις μετατροπές που χρειάζονταν. Μόνο ύστερα από δικές τους επίπονες και χρονοβόρες διαδικασίες που διήρκησαν περί τα 3,5 χρόνια κατέστησαν εφικτό τον σκοπό της ενοικίασης, που ήταν η λειτουργία των υποστατικών ως ιατρικό διαγνωστικό κέντρο.

 

Το όλο ζήτημα της στατικότητας διήρκησε περίπου 2 χρόνια και αναγκάστηκαν να ξοδέψουν πέριξ του ενός εκατομμυρίου ευρώ για να καταφέρουν να επαναφέρουν το κτίριο σε στατικά ασφαλή και λειτουργική κατάσταση, παρουσιάζοντας σχετικά τεκμήρια.

 

Πέραν, όμως, της στατικής κατάστασης του κτιρίου, ανακάλυψαν πως προηγούμενες πολεοδομικές αιτήσεις και άδειες που εξασφάλισε η Καθ’  ης η Αίτηση είχαν ακυρωθεί μετά από ένσταση των συνιδιοκτητών της κοινόκτητης οικοδομής στην οποία βρίσκονταν τα ενοικιαζόμενα καταστήματα. Βασικά, διαφάνηκε ότι προϋπήρχε τεράστιο και συνεχιζόμενο πρόβλημα συνύπαρξης με τους συνιδιοκτήτες του συγκροτήματος, οι οποίοι εμπόδιζαν την ανάπτυξη των συγκεκριμένων κτιρίων το οποίο και πάλι η Καθ’  ης η Αίτηση τους απέκρυψε.

 

Ήταν ξεκάθαρο ότι η περίοδος χάριτος δεν ήταν αρκετή για τον σκοπό που δόθηκε και μετά από εντατική διαπραγμάτευση που ξεκίνησε τον Φεβρουάριο του 2022, υπογράφηκε σχετική τροποποιητική συμφωνία ημερομηνίας 29/04/2022 (βλ. τεκμήριο 13). Σύμφωνα με την εν λόγω τροποποιητική συμφωνία, η περίοδος χάριτος επεκτεινόταν για 3 μήνες και μειώνονταν τα ενοίκια κατά 50% μέχρι και την 31/12/2022.

 

Δυστυχώς, τα προβλήματα συνεχίζονταν να εμφανίζονταν και συγκεκριμένα με επιστολή ημερομηνίας 30/06/2022, το Υπουργείο Υγείας τους ενημέρωνε ότι η ανάπτυξη των καταστημάτων δεν ήταν δυνατή επειδή το ακίνητο που ενοικίασαν ήταν μέρος κοινόκτητης οικοδομής και δεν μπορούσε να διαχωριστεί. Όταν αποτάθηκαν στην Καθ’  ης η Αίτηση γι’ αυτό το ζήτημα αντιμετώπισαν μια ανελαστική στάση (βλ. τεκμήριο 15). Αναγκάστηκαν και αποτάθηκαν στην Αιτήτρια 2 και στο Hadassah όπου με πολλές επιφυλάξεις αναγκάστηκαν να αλλάξουν το επιχειρησιακό πλάνο τους και από Ιατρικό και Διαγνωστικό Κέντρο που προσφέρει υπηρεσίες διάγνωσης και ημερήσιας νοσηλείας, να το μετατρέψουν σε Διαγνωστικό Κέντρο και Κέντρο Αποκατάστασης που προσφέρει μόνο εξωτερικά ιατρεία και θεραπείες αποκατάστασης, κάτι το οποίο εμπεριέχει επιχειρησιακούς και νομικούς κινδύνους που ακόμη δεν είναι εμφανείς και μετρήσιμοι.

 

Είναι η θέση των Αιτητριών ότι η Καθ’ ης η Αίτηση, παρόλο που γνώριζε για όλα τα προβλήματα του ακινήτου που τους ενοικίασε, ως επίσης τα θέματα που είχαν συμφωνήσει κατά τις συναντήσεις τους, ξεκίνησε μια προσπάθεια πίεσης τους. Αρχικά απέστειλε επιστολή τερματισμού της σύμβασης μίσθωσης ημερομηνίας 12/03/2023 (τεκμήριο 16), η οποία απαντήθηκε από το δικηγόρο τους στις 02/05/2023 (τεκμήριο 17). Όπως, όμως, προκύπτει από το τεκμήριο 16, η Καθ’  ης η Αίτηση απαίτησε από την Αιτήτρια 1 τα οφειλόμενα μέχρι τότε ενοίκια και η Αιτήτρια 1 στην απάντηση της, αφού αναφέρθηκε στα προβλήματα που αντιμετώπισαν με το κτίριο ζητούσαν συνάντηση προς συζήτηση όλων των θεμάτων. Μετά από τουλάχιστον 10 συναντήσεις μεταξύ των μερών, η Αιτήτρια 1 ισχυρίζεται ότι επιτεύχθηκε προφορική συμφωνία, λεπτομέρειες της οποίας αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του ενόρκως δηλούντα. Μεταξύ αυτών, ήταν ότι αφού επένδυαν συνεχώς πάνω στη βελτίωση της περιουσίας της Καθ’ ης η αίτηση, η οποιαδήποτε καθυστέρηση και/ή μη πληρωμή ενοικίων δεν θα αποτελούσε λόγο έξωσης τους και δεν θα ήταν ουσιώδης ο χρόνος καταβολής αυτών μέχρι να μπορέσει να λειτουργήσει το κτίριο ως ιατρικό διαγνωστικό κέντρο. Επίσης, η ισχυριζόμενη προφορική συμφωνία περιλάβανε ότι το ζήτημα των ενοικίων θα το συζητούσαν και συμφωνούσαν στη συνέχεια και αφού εξασφαλιστεί η αναγκαία αδειοδότηση και ολοκληρωθούν οι κατασκευαστικές εργασίες στο ακίνητο έτσι ώστε να καταστεί ασφαλές και λειτουργήσιμο. Όλα τα έξοδα, δαπάνες και εργασίες ανοικοδόμησης και διόρθωσης του κτιρίου θα τις πλήρωνε η Αιτήτρια 1 και όταν θα είχε ξεκαθαρίσει το είδος και το ύψος των δαπανών και εργασιών τότε τα μέρη θα συζητούσαν, καλή τι πίστη, το ύψος των εξόδων που αναλογούν στη κάθε πλευρά, το ύψος των οφειλόμενων ενοικίων και τον τρόπο αποπληρωμής αυτών. Για όλο το διάστημα που η Αιτήτρια 1 θα αναλάμβανε και πλήρωνε τα έξοδα αποκατάστασης του κτιρίου, η Καθ’  ης η Αίτηση δεν θα πρόβαλλε ζητήματα έξωσης από το ακίνητο.

 

Δυστυχώς, η Αιτήτρια 1 άλλα τους έλεγε προφορικά και με την συμπεριφορά της και άλλα μέσω των δικηγόρων της. Συγκεκριμένα ξανά έστειλε την ίδια ακριβώς επιστολή για τερματισμό στις 16/11/2023 και στις 28/12/2023 (τεκμήριο 20) οι οποίες απαντήθηκαν στις 30/11/2023 και 11/01/2024 (τεκμήριο 21) στις οποίες έγινε αναφορά στα συμφωνηθέντα των μερών κατά τις συναντήσεις τους. Έγινε εκ νέου συνάντηση με τον διευθυντή της Καθ’  ης η Αίτηση στις 05/01/2024 όπου συζητήθηκαν τα ίδια θέματα, έγιναν οι ίδιες δεσμεύσεις και υποσχέσεις και διαβεβαίωση της πιο πάνω προφορικής συμφωνίας και εν τέλη η Καθ’  ης η Αίτηση με την συμπεριφορά της εγκατέλειψε την πρόθεση της για τερματισμό και δεν προχώρησε στην υλοποίηση των όσων αναφέρει στις επιστολές τους.

 

Στη συνέχεια γίνεται αναφορά στην εξασφάλιση της Πολεοδομικής Άδειας και παρά το ότι η Αιτήτρια 1 προσπαθούσε να βρουν μια κοινή συνισταμένη με την Καθ’  ης η Αίτηση στη βάση της προφορικής συμφωνίας για τις αλλαγές στο ακίνητο και για τα ενοίκια της, δεν έβρισκαν ανταπόκριση και φαινόταν ότι παρόλη την ύπαρξη της ως άνω προφορικής συμφωνίας, η Καθ’  ης η Αίτηση επεδείκνυε αντιφατική συμπεριφορά.

 

Πιο κάτω και αφού γίνεται αναφορά στα προβλήματα που αντιμετώπισαν με την διαχειριστική επιτροπή της κοινόκτητης οικοδομής και αφού αναφέρεται ότι συμμάχησαν με την Καθ’  ης η Αίτηση στο ζήτημα αυτό, στα πλαίσια συζήτησης τους προέβηκαν σε μερική πληρωμή προς την Καθ’ ης η αίτηση, για το ποσό των €15,000 και παρά την προσπάθεια τους να συμφωνήσουν το ζήτημα των ενοικίων δεν βρήκαν ανταπόκριση από την Καθ’ ης η αίτηση.

 

Αφού επιλύθηκαν όλα τα ζητήματα με το κτίριο, ξεκίνησαν να προγραμματίζονται για την ολοκλήρωση του κτιρίου για την Αιτήτρια 2 με στόχο την έναρξη των εργασιών της επιχείρησης κατά ή περί την 01/07/2025. Η Καθ’ ης η αίτηση, όμως, έστειλε την ίδια επιστολή για τερματισμό όπως έστειλε και τις άλλες 3 φορές αλλά αυτή τη φορά έδειξε πλήρως αδιάλλακτη στάση αγνοώντας τις προφορικές τους συμφωνίες και συνεννοήσεις και η Καθ’  ης η Αίτηση διεκδικεί την έξωση τους (βλ. τεκμήρια 28α και 28β ). Ακολούθησε άλλη συνάντηση στην οποία η Καθ’  ης η Αίτηση πρόβαλε ως μόνη θέση την καταβολή των ενοικίων και υπό την απειλή της έξωσης, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις θέσεις τους και την προφορική τους συμφωνία και το τί μεσολάβησε τα τελευταία χρόνια. Περαιτέρω, τους είχαν θέσει ένα άλλο θέμα ήτοι αυτό της πιθανής πώλησης των ακινήτων σε ξένο ενδιαφερόμενο επενδυτή.

 

Κατά τη θέση του ενόρκως δηλούντα έχουν συζητήσιμη υπόθεση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας και θα πρέπει να διατηρηθεί το status quo. Έχουν ξοδέψει πέραν του ενός εκατομμυρίου ευρώ για να καταστήσουν λειτουργικό το κτίριο και σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα επίδικα διατάγματα θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά και θα είναι αδύνατο στο μέλλον να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη. Από την άλλη η Καθ’  ης η Αίτηση δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά, απλά θα μειωθεί ο κίνδυνος να πωλήσουν ή μεταβιβάσουν τα ρηθέντα ακίνητα σε τρίτους και να προχωρήσουν σε διαδικασία έξωσης τους. Σε περίπτωση που οι Αιτήτριες απωλέσουν την κατοχή είτε συνεπεία έξωσης τους ή πώληση των ως άνω ακινήτων το αποτέλεσμα θα είναι η πλήρης και σαρωτική καταστροφή για τις Αιτήτριες, τόσο οικονομικά όσο και στο όνομα τους.

 

 

Η ΕΝΣΤΑΣΗ      

 

Η Καθ’  ης η Αίτηση απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς των Αιτητριών και ισχυρίζεται ότι η παρούσα αγωγή και Αίτηση καταχωρήθηκαν καταχρηστικά, με αλλότριο σκοπό και με σκοπό οι Αιτήτριες να αποφύγουν την έξωση τους από το κτίριο ένεκα του ότι παραλείπουν να καταβάλουν τα ενοίκια.

 

Πιο συγκεκριμένα, ισχυρίζονται ότι τα επίδικα καταστήματα ανεγέρθηκαν το 1987 κατόπιν όλων των σχετικών αδειών οικοδομής και στις 24/05/1991 εκδόθηκε και πιστοποιητικό τελικής έγκρισης. Τα καταστήματα ήταν κενά και δεν είχαν τεθεί σε λειτουργία τα τελευταία 3 χρόνια πριν από την ενοικίαση τους στην Αιτήτρια 1. Γίνεται αναφορά στην Συμφωνία ενοικίασης ημερομηνίας 21/07/2021 που συνάφθηκε με την Αιτήτρια 1 και στους όρους αυτής και ειδικότερα στο χρόνο ενοικίασης που ήταν αρχικά για 5 έτη με δικαίωμα ανανέωσης για ακόμη 5 έτη ενώ στη συνέχεια η Αιτήτρια 1 θα είχε δικαίωμα ανανέωσης για ακόμη δύο πενταετίες, με τις ανάλογες συμφωνηθείσες αυξήσεις στο μηνιαίο ενοίκιο. Η Αιτήτρια 1, ενώ θα έπρεπε να είχε καταβάλει το ποσό των €384,000 πλέον Φ.Π.Α πλέον τόκους μέχρι σήμερα, κατέβαλε μόνο το ποσό των €15,000.

 

Η Αιτήτρια 1, παράλληλα με την Συμφωνία ενοικίασης, εξέφρασε την επιθυμία όπως αγοράσει τα καταστήματα ένεκα του ότι επειδή η ίδια η Αιτήτρια 1 μαζί με την Αιτήτρια 2 θα δημιουργούσαν επί των καταστημάτων μια επιχείρηση στην οποία σκοπό είχαν να επενδύσουν αρκετά εκατομμύρια, όπως τους έλεγαν και γι’ αυτό υπογράφηκε η Συμφωνία Επιλογής Αγοράς, η οποία αναφέρεται στο τεκμήριο 4 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση και η οποία θα ίσχυε για 2 χρόνια, ήτοι μέχρι τις 28/02/2024.  Η Αιτήτρια ουδέποτε άσκησε το δικαίωμα της αυτό. Ποτέ, επίσης, ζήτησε την ανανέωση της εν λόγω Συμφωνίας.

 

Όσον αφορά την κατάσταση των καταστημάτων, η Καθ’  ης η Αίτηση ισχυρίζεται ότι δεν ήταν σε λειτουργία κατά το χρόνο σύναψης της Συμφωνίας, γεγονός το οποίο ήταν σε γνώση της Αιτήτριας 1 ενώ ήταν ξεκάθαρο και από μια απλή επιθεώρηση του χώρου. Επίσης, το γεγονός ότι θα έπρεπε να δαπανηθούν μεγάλα ποσά ώστε να ανακαινισθούν οι χώροι πλήρως, ήταν και ο λόγος που το ενοίκιο ήταν τόσο χαμηλό σε σύγκριση με αντίστοιχα ακίνητα στην ίδια περιοχή. Περαιτέρω, ήταν γνωστό στην Αιτήτρια 1 ότι τα καταστήματα είχαν ανεγερθεί το 1987 και ότι αφορούσαν ακίνητα τα οποία βρίσκονται κοντά στην θάλασσα με αποτέλεσμα να υφίστανται την αναμενόμενη υπό τις συνθήκες αυτές φυσική φθορά και ως εκ τούτου θα έπρεπε να γίνει ουσιαστική και ριζική ανακαίνιση των καταστημάτων ώστε αυτά να μετατραπούν στο υπερσύγχρονο ιατρικό διαγνωστικό κέντρο που ήθελε η Αιτήτρια 1. Επίσης, αυτός ήταν και ο λόγος που δόθηκε από την πλευρά τους και περίοδος μη καταβολής ενοικίων από την 21/07/2021 μέχρι την 28/02/2022, η περίοδος χάριτος. Πέραν των πιο πάνω, η Αιτήτρια 1 είχε υποχρέωση να προβεί η ίδια σε ανεξάρτητη δική της έρευνα και να ελέγξει κατά πόσο τα καταστήματα μπορούσαν να ενοικιαστούν για τον σκοπό για τον οποίο τα ήθελε, αλλά και το κόστος και την έκταση της ανακαίνισης στην οποία θα πρέπει να προβεί ώστε να τα μετατρέψει στο υπερσύγχρονο διαγνωστικό κέντρο που επιθυμούσε, πράγμα που εξ’ όσων γνωρίζει έπραξε.

 

Η Καθ’  ης η Αίτηση δεν διεξάγει καμία σχετική εργασία με αυτή που είχαν σκοπό να διεξάγουν οι Αιτήτριες και δεν γνώριζαν και ούτε μπορούσαν να τους διαβεβαιώσουν ότι θα μπορούσαν να εξασφαλιστούν οι απαιτούμενες άδειες. Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο ζητήθηκε όπως προστεθεί ρητά στην Συμφωνία ότι οποιεσδήποτε αλλαγές και/ή μετατροπές και/ή προσθήκες στα καταστήματα θα είναι υποχρέωση της Αιτήτριας 1 και ότι η Καθ’  ης η Αίτηση δεν είχε καμία απολύτως ευθύνη και κανένα κόστος για την έκδοση και ανανέωση οποιοδήποτε αδειών. Σύμφωνα δε με τον όρο 16 της Συμφωνίας, συμφωνήθηκε ρητά ότι η Αιτήτρια 1 δεν θα είχε το δικαίωμα να προβάλλει έναντι της Καθ’  ης η Αίτηση οποιαδήποτε δικαιολογία για μη έκδοση αδειών ώστε να παραλείπει και/ή να καθυστερεί την καταβολή ενοικίου.

 

Η ηλεκτρική και υδραυλική εγκατάσταση στα καταστήματα και υποχρέωση της Καθ’  ης η Αίτηση να τη συντηρεί δεν σημαίνει ότι αυτή θα ήταν των προσδοκιών της Αιτήτριας 1 ή ότι θα ικανοποιούσε τις ανάγκες της. Ούτε σήμαινε ότι οι υπάρχουσες εγκαταστάσεις (του 1987) πληρούσαν τις προϋποθέσεις των νέων σχεδίων που αφορούσαν την ανακαίνιση των καταστημάτων ή ότι αυτές θα ήταν συμβατές με ένα υπερσύγχρονο διαγνωστικό κέντρο εν έτη 2021 – 2025. Όσον αφορά την στατική επάρκεια του κτιρίου, αναφέρεται ότι επρόκειτο για ένα κτίριο το οποίο ανεγέρθηκε το 1987 και η Αιτήτρια 1 όφειλε να είχε διενεργήσει τον κατάλληλο έλεγχο για να διαπιστωθεί τί τροποποιήσεις μπορεί να γίνουν ή όχι.

 

Μετά τη λήξη της περιόδου χάριτος η Αιτήτρια 1 δεν κατέβαλε το ενοίκιο του Μαρτίου του 2022 και ζήτησε από την Καθ’  ης η Αίτηση να επεκτείνει την περίοδο χάριτος υπό την προϋπόθεση και υπόσχεση ότι θα ήταν συνεπής με τους όρους της Συμφωνίας και την καταβολή του καθορισμένου ενοικίου ανάλογα με τις περιόδους κατά την εκπνοή της νέας αιτούμενης περιόδου χάριτος, επικαλούμενη την καθυστέρηση στην εξασφάλιση των αδειών και την έναρξη λειτουργίας του υποστατικού. Εν όψει των υποσχέσεων και διαβεβαιώσεων της Αιτήτριας 1 και ως ένδειξη καλής θέλησης εκ μέρους της Καθ’  ης η Αίτηση κατέληξαν στην υπογραφή της Συμπληρωματικής Συμφωνίας. Σύμφωνα με τον όρο 3 αυτής, αναφέρεται, συμφωνήθηκε και ουσιαστικά επαναλήφθηκε, ότι η Καθ’  ης η Αίτηση δεν θα φέρει καμία ευθύνη σε περίπτωση που η Αιτήτρια 1 δεν μπορέσει να εξασφαλίσει τις αναγκαίες άδειες και την αποκλειστική ευθύνη για την εξασφάλιση των αδειών θα την είχε η Αιτήτρια 1 και η Καθ’  ης η Αίτηση δεν θα αποδεχόταν οποιαδήποτε άλλη διαφοροποίηση από την αρχική Συμφωνία.

 

Σημειώνεται, περαιτέρω, ότι κατά την σύναψη της Συμπληρωματικής Συμφωνίας ουδέποτε ζητήθηκε από την Αιτήτρια 1 να συμπεριλάβει οποιοδήποτε άλλο όρο στην εν λόγω συμφωνία, ουδέποτε έγινε οποιαδήποτε διαμαρτυρία σε ότι αφορά το κόστος των επιδιορθώσεων και/ή αλλαγών, δεν έγινε καμία διαμαρτυρία ή αναφορά ή απαίτηση σε σχέση με τα κατ’ ισχυρισμό προβλήματα με τους συνιδιοκτήτες, δεν έγινε καμία διαμαρτυρία ή αναφορά ή απαίτηση σε σχέση με την κατ’ ισχυρισμό αδυναμία τους να εξασφαλίσουν την αιτούμενη άδεια, δεν έγινε καμία αναφορά στους κατ’ ισχυρισμό προφορικούς όρους, τους οποίους αναφέρουν οι Αιτήτριες.

 

Είναι η θέση της Καθ’  ης η Αίτηση ότι οι κατ’ ισχυρισμό προφορικοί όροι αφορούν εκ των υστέρων σκέψεις των Αιτητριών που εγείρονται με αποκλειστικό σκοπό να δικαιολογήσουν την παντελώς αδικαιολόγητη και αντισυμβατική συμπεριφορά της Αιτήτριας 1 να αρνείται εντελώς παράνομα να καταβάλει τα δεδουλευμένα και οφειλόμενα ενοίκια αλλά και με σκοπό να δικαιολογήσει την παρούσα απαίτηση των Αιτητριών, την εξασφάλιση των αιτούμενων διαταγμάτων έτσι ώστε να κατασκευάσει υπεράσπιση έναντι τυχών διαδικασίας έξωσης που θα προωθούσε η Καθ’  ης η Αίτηση εναντίον τους.

 

Ανυπόστατη είναι και η θέση της Αιτήτριας 1 ότι δεν τερμάτισε την συμφωνία όταν ανακάλυψε τα ισχυριζόμενα προβλήματα λόγω της συμβατικής δέσμευσης που είχε με την Αιτήτρια 2. Η συμφωνία υπενοικίασης με την Αιτήτρια 2 έγινε στις 20/06/2023, δηλαδή 2 χρόνια μετά τη σύναψη της Συμφωνίας ενώ τα κατ’ ισχυρισμό προβλήματα τα ανακάλυψε 2 μήνες μετά την Συμφωνία.

 

Ουδέποτε συμφωνήθηκε προφορικά ότι τα έξοδα για την εκτέλεση των εργασιών θα τα αναλάμβανε η Αιτήτρια 1 και αυτά θα διευθετούνταν στην πορεία με την Καθ’ ης η αίτηση. Άξιο απορίας είναι εφόσον συνάφθηκε νέα Συμπληρωματική Συμφωνία στις 29/04/2022, γιατί δεν έγινε λόγος για τα έξοδα αυτά; Ουδέποτε συμφωνήθηκε κάτι τέτοιο.

 

Γίνεται αναφορά στις ποινικές υποθέσεις, τον χειρισμό των οποίων ανέλαβε η Αιτήτρια 1 και ο δικηγόρος τους και οι οποίοι τους καθησύχαζαν ότι όλα θα πάνε καλά αφού ήταν αυτοί που εκτελούσαν εργασίες χωρίς τις απαιτούμενες άδειες.

 

Τα καταστήματα είναι μέχρι σήμερα σε μη λειτουργήσιμη κατάσταση και είναι ψευδής η αναφορά ότι οι Αιτήτριες ολοκλήρωσαν τις εργασίες και θα αρχίσουν λειτουργία (βλ. τεκμήριο 5). Ψευδής είναι και η αναφορά ότι υπήρχε τεράστιο πρόβλημα με τους συνιδιοκτήτες. Η Καθ’  ης η Αίτηση ήταν πάντοτε συνεπής με τις συμβατικές της υποχρεώσεις έναντι της Αιτήτριας 1, υπέδειξε υπέρμετρη κατανόηση σε ότι αφορά τις καθυστερήσεις και τα προβλήματα που αντιμετώπισε η Αιτήτρια 1 και έδωσαν πολλή χρόνο και ευκαιρίες της Αιτήτριας 1 να θεραπεύσει την αντισυμβατική της συμπεριφορά, πράγμα το οποίο δεν έπραξε.

 

Τον Ιούνιο του 2022 εξέπνευσε η 2η περίοδος χάριτος σύμφωνα με την Συμπληρωματική Συμφωνία και το ποσό των €36,000 που αντιστοιχούσε για την περίοδο από 01.07.2022 μέχρι 31.12.2022 κατέστη πληρωτέο χωρίς, όμως, να έχει πληρωθεί. Τον Ιανουάριο του 2023 η Αιτήτρια 1 είχε υποχρέωση έναρξης καταβολής του προκαθορισμένου ενοικίου ως η Συμφωνία και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της Καθ’ ης η αίτηση, η Αιτήτρια 1 έβρισκε συνεχώς δικαιολογίες και διάφορες προφάσεις για την καθυστέρηση, υποσχόμενη, όμως, πάντα ότι θα καταβληθούν όλα τα οφειλόμενα το συντομότερο.

 

Η Καθ’  ης η Αίτηση μη έχοντας άλλη επιλογή, περί τον Μάρτιο του 2023 απέστειλε προειδοποιητική επιστολή καλώντας την Αιτήτρια 1 να συμμορφωθεί με τις συμβατικές της υποχρεώσεις και ότι σε αντίθετη περίπτωση η Καθ’  ης η Αίτηση θα προχωρούσε με τον τερματισμό της Συμφωνίας και της Συμπληρωματικής Συμφωνίας. Ακολούθησαν αρκετές συναντήσεις στις οποίες ο κ. Λάμπρος Χριστοφή διαβεβαίωνε ότι όλα τα οφειλόμενα ενοίκια θα πληρώνονταν και δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας, χωρίς, όμως, αποτέλεσμα. Γίνεται, επίσης, αναφορά σε ανταλλαγή μηνυμάτων.

 

Πέραν των πιο πάνω, αναφέρεται ότι τα καταστήματα εμπίπτουν εντός των ορίων του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων και γνωρίζοντας τη διαδικασία που ακολουθείται σε εκείνο το Δικαστήριο στην περίπτωση έξωσης για οφειλόμενα ενοίκια, και ότι για να δοθεί δικαίωμα σε απάντηση θα πρέπει να παρουσιάσουν αποδείξεις πληρωμής, η Αιτήτρια 1 προχώρησε στην παρούσα αγωγή ώστε να της δοθεί δικαίωμα να προβάλει την παρούσα, στα πλαίσια τυχόν διαδικασίας έξωσης.

 

Γίνεται άρνηση για την επίτευξη οποιασδήποτε προφορικής συμφωνίας της Καθ’  ης η Αίτηση με την Αιτήτρια 1. Υπάρχει σωρεία αλληλογραφίας μεταξύ τους και σε κανένα σημείο δεν διαφαίνεται έστω και τυχαία και/ή να γίνεται αναφορά σε οποιαδήποτε νέα συμφωνία. Ενώ ούτε στο προσχέδιο συμφωνίας το οποίο αποστάληκε στην Καθ’  ης η Αίτηση στις 26/06/2024, τεκμήριο 19 γίνεται οποιαδήποτε σχετική αναφορά.

 

Η Καθ’  ης η Αίτηση ουδέποτε εγκατέλειψε την πρόθεση της για τερματισμό αλλά επέδειξε καλή θέληση και ανάμενε από την Αιτήτρια 1 να συμμορφωθεί με τις συμβατικές της υποχρεώσεις, όπως προκύπτει και από τις προειδοποιητικές επιστολές που στάλθηκαν ημερομηνίας 16/11/2023 και 28/12/2023.

 

Η Καθ’  ης η Αίτηση παρά τις διαβεβαιώσεις που λάμβανε από την Αιτήτρια 1 για την καταβολή των οφειλόμενων, με έκπληξη τους έλαβαν την επιστολή ημερομηνίας 12/03/2024 – προδικαστικό πρωτόκολλο (τεκμήριο 24 ε/δ Χριστοφή). Αμέσως μετά από αυτό σε συνομιλία που είχαν με την Αιτήτρια 1, τους διαβεβαίωσε ότι θα τακτοποιούσε τις οφειλές στο επόμενο διάστημα. Στο μεσοδιάστημα, τα καλοκαίρι του 2024, η Αιτήτρια 1 τους ζήτησε όπως τους δώσουν εξουσιοδότηση, ότι δηλαδή είναι ενοικιαστές για να μπορούν να παρευρίσκονται στις συναντήσεις της Διαχειριστικής Επιτροπής του συγκροτήματος, κάτι το οποίο έπραξαν (τεκμήριο 26 ε/δ Χριστοφή). Κατόπιν επίμονων προσπαθειών της Καθ’  ης η Αίτηση για τακτοποίηση των οφειλών της Αιτήτριας 1 περί τον Αύγουστο του 2024 κατέβαλε προς την Καθ’  ης η Αίτηση το ποσό των €15,000 έναντι των οφειλόμενων ενοικίων. Η Αιτήτρια 1, συνέχιζε να υπόσχεται ότι οι οφειλές θα πληρώνονταν και απλά να έδειχναν λίγη κατανόηση και υπομονή, χωρίς, όμως, αποτέλεσμα.

 

Περί τον Δεκέμβριο του 2024 οι δικηγόροι της Καθ’  ης η Αίτηση απέστειλαν προειδοποιητική επιστολή καλώντας την Αιτήτρια 1 να καταβάλει τα οφειλόμενα ενοίκια. Ακολούθησε απάντηση από τους δικηγόρους της Αιτήτριας 1 και στη συνέχεια συνάντηση στις 22/01/2025 στα γραφεία των δικηγόρων τους. Η Αιτήτρια 1 ζητούσε να μειώσουν το ποσό που αξίωναν με τις επιστολές τους. Καμία αναφορά, επίσης, έγινε για οποιοδήποτε ποσό που η Καθ’  ης η Αίτηση θα έπρεπε να καταβάλει στην Αιτήτρια 1 για τις εργασίες. Υπήρχε η αναγνώριση από την Αιτήτρια 1 ότι οφείλει ένα μεγάλο χρηματικό ποσό που αντιστοιχεί στα οφειλόμενα δεδουλευμένα ενοίκια, όμως, πρόθεση τους ήταν να μειώσουν το ποσό. Οι εκπρόσωποι της Αιτήτριας 1, επίσης, τους ζήτησαν να μην προχωρήσουν σε οποιοδήποτε δικαστικό μέτρο εναντίον τους και θα επανέρχονταν με μια σοβαρή πρόταση για διευθέτηση των οφειλόμενων ενοικίων. Έλαβαν στις 28/01/2025 επιστολή από την Αιτήτρια 1 με μια άκρως εξωφρενική πρόταση που σε καμία περίπτωση δεν πλησίαζε το πραγματικό ποσό των οφειλόμενων ενοικίων.

 

Όσον αφορά τις αναφορές για πώληση των καταστημάτων σε ξένο επενδυτή αποτελούν κατασκεύασμα των Αιτητριών με σκοπό την εξασφάλιση των αιτούμενων διαταγμάτων προς αποφυγή της έξωσης τους.

 

Μη έχοντας άλλη επιλογή, η Καθ’  ης η Αίτηση στις 27/02/2025 τερμάτισε την ενοικίαση και παράλληλα κάλεσε τις Αιτήτριες όπως μέσα σε 21 ημέρες εξοφλήσουν τα καθυστερημένα ενοίκια (τεκμήριο 7). Είναι η θέση της Καθ’  ης η Αίτηση ότι οι Αιτήτριες εξακολουθούν μέχρι σήμερα να κατέχουν τα καταστήματα ως θέσμιος ενοικιαστής και παραλείπουν να καταβάλουν τα δεδουλευμένα ενοίκια. Στις 25/04/2025 καταχωρήθηκε Αίτηση έξωσης με αριθμό 29/2025 στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων και εξ’ όσων γνωρίζουν είναι το αρμόδιο Δικαστήριο που έπρεπε να αποταθούν καθότι τα καταστήματα εμπίπτουν στα καθορισμένα όρια του ενοικιοστασίου.

 

Σε κάθε περίπτωση τα αιτούμενα διατάγματα υπό στοιχεία α) και β) καμία βάση και απόδειξη έχουν εφόσον ποτέ δεν υπήρχε παρεμπόδιση από την Καθ’  ης η Αίτηση αντιθέτως η Καθ’  ης η Αίτηση πάντα έδινε το ελεύθερο, για παράδειγμα πολύ πρόσφατα η Καθ’  ης η Αίτηση έδωσε στην Αιτήτρια 1 εξουσιοδότηση για να μπορούν να παρευρίσκονται οι ίδιοι στις συνελεύσεις της διαχειριστικής επιτροπής και όσον αφορά τα καταστήματα. Εντούτοις, όσον αφορά το αιτούμενο διάταγμα γ) ξεκάθαρα αποτυπώνει τον σκοπό τους, ήτοι την μη έξωση τους.

 

 

 

 

 

ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

 

Η ακρόαση της παρούσας Αίτησης διεξήχθη στη βάση των γραπτών αγορεύσεων που αμφότερες οι πλευρές καταχώρησαν στον ηλεκτρονικό φάκελο. Επίσης, αγόρευσαν και προφορικά για κάποιες περαιτέρω διευκρινήσεις, οι οποίες ζητήθηκαν από το Δικαστήριο. Έχω μελετήσεις τις αγορεύσεις των διαδίκων και έχω λάβει υπόψη μου το κάθε τι που αναφέρθηκε. Δεν κρίνω αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας απόφασης να αναπαράγω τις εν λόγω αγορεύσεις. Θα αναφερθώ κατωτέρω, κατά την εξέταση της ουσίας της Αίτησης, στις θέσεις των συνηγόρων και εφόσον τούτο κρίνεται αναγκαίο. Αρκεί να σημειωθεί στο σημείο αυτό, ότι ο συνήγορος των Αιτητριών κατά το στάδιο των αγορεύσεων απέσυρε το Αιτητικό υπό στοιχείο 1 της Αίτησης, ως ανωτέρω αναφέρεται. Κατά συνέπεια, δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω αυτό το αιτούμενο διάταγμα.

 

Πέραν τούτου, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι από την ένορκη δήλωση και τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από τις Αιτήτριες, δεν προκύπτει η Καθ’ η  Αίτηση να προβαίνει σε οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση ενέργεια έτσι ώστε να προκαλεί οχληρία ή να εμποδίζει τις Αιτήτριες από τον να συνεχίζουν τις οικοδομικές εργασίες και εν γένει να επεμβαίνει με την ειρηνική και ήσυχη απόλαυση των επίδικων ακινήτων και να παραβαίνει οποιοδήποτε εξυπακουόμενο όρο της Συμφωνίας ενοικίασης, εν τη έννοια της νομολογίας (βλ. Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 27 έκδοση 2006 Reissue, παρα. 514, σελ. 533, παρα. 516, σελ. 536 και Γεωργία Χριστοφόρου ν. Μαρίας Τρακκούδη Κυπριανού, Πολιτική Έφεση αρ. 68/2012, ημερομηνίας 27/3/2018), ECLI:CY:AD:2018:A133. Η θέση των Αιτητριών, όπως διευκρινίστηκε από τον συνήγορο τους κατά το στάδιο των αγορεύσεων, είναι ότι η επέμβαση στο δικαίωμα των Αιτητριών στην ειρηνική και ήσυχη κατοχή των επίδικων ακινήτων συνίσταται στην αποστολή προειδοποιητικών επιστολών και/ή επιστολών τερματισμού της Συμφωνίας ενοικίασης και ότι επαπειλείται η έξωση τους. Κατά συνέπεια, θα εξετάσω την παρούσα Αίτηση σε αυτή την βάση.    

 

 

 

 

ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ    

 

Η γενική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων πηγάζει από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60 όπως έχει τροποποιηθεί. Το εν λόγω άρθρο δίδει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εκδίδει τέτοια διατάγματα σε περίπτωση που ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ο αιτών έχει πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία και ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.

 

Το εν λόγω άρθρο και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος, έχoυν ερμηνευθεί και επεξηγηθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another (1982) 1 C.L.R. 557, Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου (1996) 1 Α.Α.Δ. 253, Κ.Ο.Τ. v. Αλκιβιάδης Θεωρή (1989) 1 Α.Α.Δ. (Ε) 255, Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α. (2002) 1Γ Α.Α.Δ. 2015, Jonitexo Ltd v Adidas (1984) 1 C.L.R. 263).

 

Εξετάζοντας τις προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου και ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του αιτητή και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Κατά το στάδιο αυτό το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. Άκης Γρηγορίου κ.α. v Xριστίνας Χριστοφόρου κ.α. (1995) 1 Α.Α.Δ. 248). Επίσης, στην υπόθεση T.A. Micrologic Consultants Ltd v Microsoft Corporation (2002) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1802 τονίστηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για έκδοση προσωρινού διατάγματος, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του.

 

Επομένως, το Δικαστήριο περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Jonitexo Ltd v Adidas (ανωτέρω)).   

 

H πρώτη προϋπόθεση του σχετικού άρθρου ικανοποιείται εφόσον αποκαλυφθεί από τον αιτητή συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα όσα φαίνονται στις έγγραφες προτάσεις.

 

Όσον αφορά την δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, ικανοποιείται αν καταδειχθεί από τον αιτητή ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας, δηλαδή να υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει αυτό στο επίπεδο της στάθμισης των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που χρειάζεται για την απόδειξη της αγωγής. Η διακρίβωση αυτή γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας.

 

Η τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο, δηλαδή κατά πόσο θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, εξαρτάται από τα συγκεκριμένα περιστατικά κάθε υπόθεσης. Πρέπει να αποδειχθεί ότι ο αιτητής δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Άλλη περίπτωση είναι εκείνη στην οποία αν και μπορεί να υπολογιστεί ή αποτιμηθεί η ζημιά του αιτητή σε χρήμα εντούτοις δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί λόγω της οικονομικής αδυναμίας του εναγομένου. (βλ. Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Limited και άλλοι (2001) 1 (Β) Α.Α.Δ. 1301). Επίσης, ακόμη και εκεί που η ζημιά θα μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα ο αιτητής δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί πλήρως με την καταβολή χρηματικού ποσού (βλ Μ & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co (1997) 1 A.A.Δ. 1791). Περαιτέρω, στην 1. HIGHGATE PRIMARY SCHOOL LTD κ.α. v. 1. Στέλιος Φυλακτίδης κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. 216/2006, Ημερομηνίας 24/3/2009 λέχθηκε ότι «Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σε αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσίβλητων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους – ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια».   

 

Εφόσον το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Το ζήτημα παραμένει πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο θα πρέπει να σταθμίσει όλους τους παράγοντες που βρίσκονται ενώπιον του και να εξετάσει το ισοζύγιο της ευχέρειας μεταξύ των διαδίκων. Σχετική είναι η Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α. (2002) 1Γ Α.Α.Δ. 2015. Οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρεια δεν είναι εξαντλητικοί.

 

Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομικές αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της αίτησης και κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις, ικανοποιούνται οι σχετικές προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και είναι πρόσφορο και δίκαιο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Προτού το πράξω, όμως, κρίνω ορθό να ασχοληθώ με τις αναφορές της Καθ’  ης η Αίτηση στη μαρτυρία της περί έλλειψης δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και ότι εκκρεμεί διαδικασία έξωσης στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων, που κατά τη θέση της είναι το αρμόδιο Δικαστήριο.

 

Κατ’ αρχάς παρατηρώ ότι, παρά τις αναφορές αυτές στη μαρτυρία που παρουσιάστηκε εκ μέρους της Καθ’ ης η αίτηση, δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε λόγος ένστασης περί τούτου. Πέραν τούτου, δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά ή δεν παρέχονται οποιεσδήποτε πληροφορίες ή στοιχεία αναφορικά με τη διαδικασία που η Καθ’  ης η Αίτηση καταχώρησε στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων και κατά πόσο έχει ξεκαθαρίσει το ζήτημα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου εκείνου. Εκείνο το οποίο αναφύεται, όμως, από τη νομολογία είναι ότι δεν είναι δυνατό και τα δύο Δικαστήρια, Επαρχιακό Δικαστήριο και Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων, να έχουν δικαιοδοσία για την επίδικη διαφορά (βλ. Αναφορικά με τον Χαράλαμπο Φελλά (2007) 1 Α.Α.Δ 537 και Lukoil Cyprus Ltd v. Χαράλαμπου Φελλά και άλλου (2012) 1 Α.Α.Δ 364).  

 

Η πλευρά της Καθ’ ης η αίτηση, πέραν των πιο πάνω αναφορών της στην μαρτυρία και την αναφορά και μόνο ότι η διαφορά εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων, δεν γίνεται ούτε στην αγόρευση παραπομπή σε οποιαδήποτε γεγονότα τα οποία να αποδεικνύονται στο στάδιο αυτό και να καταδεικνύεται με την απαραίτητη ασφάλεια ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας. Φαίνεται να προκύπτει ότι τα επίδικα ακίνητα ανεγέρθηκαν στο 1987, δηλαδή πριν από το έτος 2000 και ότι οφείλονται ενοίκια. Από εκεί και πέρα δεν προκύπτει πότε έλαβε χώρα η πρώτη ενοικίαση των καταστημάτων αυτών, και αμφισβητείται η νομιμότητα τυχόν τερματισμού της συμφωνίας ενοικίασης και κατ’ επέκταση το ζήτημα της θέσμιας ενοικίασης. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω και τις αρχές που διέπουν την ανάληψη δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων με βάση το Περί Ενοικιοστασίου Νόμου, Ν.23/83, κρίνω ότι στο στάδιο αυτό δεν μπορεί να αποφασιστεί το ζήτημα αυτό και κατά συνέπεια δεν μπορεί να λεχθεί ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία. Κατ’ επέκταση, θα προχωρήσω να εξετάσω την παρούσα αίτηση επί της ουσίας της.

 

Έχω διεξέλθει του Εντύπου Απαίτησης και των ένορκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την Αίτηση. Οι Αιτήτριες στηρίζουν τις αξιώσεις τους στη Συμφωνία ενοικίασης ημερομηνίας 21/07/2021 και στην μετέπειτα κατ’ ισχυρισμό συναφθείσα προφορική Συμφωνία μεταξύ Αιτήτριας 1 και Καθ’  ης η Αίτηση περί μη καταβολής ενοικίων μέχρι την πλήρη αποπεράτωση των εργασιών στα καταστήματα και αφού ξεκαθαρίσουν τα ποσά που αναλογούν στην Αιτήτρια 1 και Καθ’ ης η αίτηση. Κατά συνέπεια, η Αιτήτρια 1 ισχυρίζεται ότι έχει δικαίωμα να κατέχει νομίμως τα επίδικα καταστήματα και δεν μπορεί η Καθ’  ης η Αίτηση να την εμποδίζει να το πράττει και/ή να επεμβαίνει στην ειρηνική και ήσυχη κατοχή τους, με την έννοια να απαιτεί τα ενοίκια και να αποστέλλει επιστολές απειλώντας με έξωση τους. Στην ουσία, οι Αιτήτριες βασιζόμενες στις εν λόγω Συμφωνίες επιζητούν διάφορες Αναγνωριστικές Θεραπείες και/ή Διατάγματα που αφορούν την ειρηνική και ήσυχη απόλαυση και κατοχή των καταστημάτων, το ότι οι εν λόγω Συμφωνίες βρίσκονται σε ισχύ και ότι ο τερματισμός των επίδικων συμφωνιών είναι παράνομος και οι Αιτήτριες έχουν κάθε δικαίωμα κατοχής των καταστημάτων καθώς και άλλα παρεμφερή και/ή παρόμοια διατάγματα. Επιζητούν, επίσης, Αναγνωριστικά Διατάγματα ότι η Καθ’  ης η Αίτηση προέβηκε σε ψευδείς παραστάσεις και/ή απέκρυψε από την Καθ’  ης η Αίτηση τη στατική επάρκεια των καταστημάτων και τα υπόλοιπα προβλήματα που ισχυρίζονται ότι αποκαλύφθηκαν μετέπειτα. Αξιώνουν, περαιτέρω, ειδικές και γενικές αποζημιώσεις.

 

Έχω διεξέλθει όλων όσων προωθούν και ισχυρίζονται με την παρούσα απαίτηση οι Αιτήτριες και εκείνο το οποίο διαπιστώνεται είναι ότι η βάση αγωγής τους στηρίζεται σε Συμφωνία ενοικίασης και μετέπειτα συναφθείσα προφορική συμφωνία. Στηρίζονται, επίσης, σε ισχυρισμούς για ψευδείς παραστάσεις και απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων κατά τη σύναψη της Συμφωνίας ενοικίασης. Βάσει των Συμφωνιών αυτών και των απορρεόντων υποχρεώσεων της Καθ’ ης η αίτηση, η Αιτήτρια 1 έχει δικαίωμα ανεμπόδιστης κατοχής των ενοικιαζόμενων ακινήτων. Η Αιτήτρια 1 ισχυρίζεται ότι εμποδίζεται να το πράξει και αξιώνει διάφορα αναγνωριστικά διατάγματα και αποζημιώσεις. Τα όσα περιγράφονται αποτελούν αναγνωρισμένη βάση αγωγής κάτι το οποίο είναι αρκετό για να καταδειχθεί συζητήσιμη υπόθεση. Σημειώνεται ότι στο στάδιο αυτό και κατά την εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης το βάρος δεν ιδιαίτερα ψηλό (βλ. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Λοϊζίδου, Πολ. Έφ.Ε7/18, ημερ.21.3.19). Αρκεί ο ενάγοντας να καταδείξει, με βάση το δικόγραφο του και τους ισχυρισμούς του ότι η απαίτηση του στηρίζεται σε μια αναγνωρισμένη από το Νόμο αιτία αγωγής, κάτι το οποίο συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση. Πέραν τούτου, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι με το Έντυπο Απαίτησης αξιώνονται και άλλες θεραπείες, πέραν των μόλις πιο πάνω αναφερόμενων, στην βάση της διάπραξης αστικών αδικημάτων και/ή ψευδών παραστάσεων καθώς επίσης αποζημιώσεις. Κατά συνέπεια, έχω ικανοποιηθεί ότι αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση και πληρείται η πρώτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60.

 

Θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο πληρείται η δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60, έχοντας υπόψη μου τη μαρτυρία που έχει παρατεθεί ενώπιον μου από την πλευρά των Αιτητριών, μέσω των ένορκων τους ομολογιών σε συνάρτηση και συσχετισμό πάντοτε με τους ισχυρισμούς της Καθ’ ης η αίτηση, όπως αυτοί προβάλλονται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση τους.

 

Επαναλαμβάνω ότι στο στάδιο αυτό εξετάζεται η μαρτυρία η οποία τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου, χωρίς αυτή φυσικά να αξιολογείται και αποφασίζεται κατά πόσο είναι τέτοια που καταδεικνύει πιθανότητα οι ενάγοντες να δικαιούνται σε θεραπεία (βλ. Louis Vuitton v. Δερμοσακ Λτδ (1992) 1 Α.Α.Δ. 1453, Dolego Estates Ltd κ.α. v. Θεόδωρος Φιλίππου κ.α. (1999) 1 Α.Α.Δ. 1217 και Fashion Box S.R.L. v. Ferro Fashions Ltd (1999) 1 Α.Α.Δ. 1858). Παραπέμπω επίσης στην Odysseos ν. Pieris Estates & Others (ανωτέρω) όπου αναφέρθηκε ότι η έννοια "πιθανότητας" (probability) στην επιφύλαξη του άρθρου 32(1) απαιτεί από τον αιτητή να καταδείξει ότι έχει ορατή ευκαιρία να επιτύχει. Αναφέρεται δε το εξής απόσπασμα στη σελίδα 569:-

 

"The standard required for the plaintiff to overcome the evidential hurdle is not very high; he is only required to establish "a probability" of success. The concept of "a probability" imports something more than a mere possibility but something much less than the "balance of probabilities", the standard required for proof of a civil action. A legal probability is something different from a mathematical probability as the Court explained in Re IS. (a minor) [1980] 1 All E.R. 1061 (C.A.).

 

"A probability", in the context of the proviso to s. 32(1), requires the applicant to demonstrate that he has a visible chance of success.".

 

Επαναλαμβάνεται, όμως, πως η μαρτυρία θα πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία με μια προκαταρκτική αξιολόγηση να καταδεικνύονται σοβαρές ενδείξεις για ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας.

 

Έχω διεξέλθει ολόκληρης της μαρτυρίας που έχει προσκομιστεί και όλων των σχετικών τεκμηρίων. Όσον αφορά την αιτία αγωγής των Αιτητριών η οποία στηρίζεται στις κατ’ ισχυρισμό ψευδείς παραστάσεις και/ή δόλιες και/ή παράνομες συμπεριφορές και την απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, κυρίως όσον αφορά την στατικότατα του επίδικου ακινήτου, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Μία σύμβαση για να είναι έγκυρη πρέπει, μεταξύ άλλων, να καταρτίζεται με την ελεύθερη συναίνεση των μερών, ικανών προς το συμβάλλεσθαι (βλ. άρθρο 10(1) του περί Συμβάσεων Νόμου και Σωκράτους ν. Σιβιτανίδη (1998) 1 ΑΑΔ 1602). Είναι δε τέτοια (ελεύθερη), ως οι πρόνοιες του άρθρου 14 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, ορίζουν, όταν δεν προκαλείται με, (α) εξαναγκασμό ή (β) ψυχική πίεση ή (γ) απάτη ή (δ) ψευδή παράσταση ή (ε) πλάνη. Η συναίνεση θεωρείται ότι προκλήθηκε κατά τον πιο πάνω τρόπο, εφόσον αυτή δεν θα παρεχόταν ελλείψει τούτων.

 

Στη βάση των προνοιών του άρθρου 19(1) του Κεφ. 149, στην περίπτωση που συναίνεση παρασχέθηκε συνεπεία εξαναγκασμού, απάτης ή ψευδούς παράστασης, η επακόλουθη συμφωνία θεωρείται ακυρώσιμη κατ' εκλογή του μέρους, του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε με τον τρόπο αυτό. Το τι συνιστά απάτη και ψευδής παράσταση για σκοπούς του Κεφ. 149, καθορίζεται στα άρθρα 17 και 18 του εν λόγω Νόμου, αντίστοιχα.

 

Το αναίτιο μέρος στο οποίο απευθύνθηκε η ψευδής παράσταση, για να αποκτήσει δικαιώματα ακύρωσης της σύμβασης ή αποζημιώσεις θα πρέπει να ικανοποιήσει:

 

(1) ότι η παράσταση ήταν ουσιώδης, υπό την έννοια ότι επρόκειτο για τέτοιας φύσης και τύπου παράστασης που λογικώς θα επηρέαζε την κρίση ενός συνετού ανθρώπου στην απόφαση του ως προς το κατά πόσο θα αποτελέσει μέρος της επίδικης σύμβασης,

 

(2) ότι η συναίνεση του παρασχέθηκε συνεπεία της ψευδούς αυτής παράστασης, δηλαδή ότι βασίστηκε στην παράσταση του αντισυμβαλλομένου του και στη βάση της συναίνεσε να καταστεί μέρος της επίδικης σύμβασης και

 

(3) με δεδομένα τα ανωτέρω, ότι δεν ήταν σε θέση να ανακαλύψει την αλήθεια καταβάλλοντας συνήθη επιμέλεια.

 

Όσον αφορά στην απάτη, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο Εναγόμενος γνώριζε ότι η παράστασή του ήταν ψευδής και ότι είχε πρόθεση ο Ενάγοντας να ενεργήσει βασιζόμενος σε αυτή και να υποστεί ζημιά. Πρέπει στην ουσία να αποδειχθεί:

 

(α) η παράσταση γεγονότος,

 

(β) ότι ο Εναγόμενος γνώριζε ότι η παράσταση ήταν ψευδής ή δεν είχε γνήσια πεποίθηση ότι ήταν αληθής,

 

(γ) ότι έγινε με πρόθεση να ενεργήσει ο Ενάγων βασιζόμενος σε αυτή,

 

(δ) ότι ο Ενάγων ενήργησε με βάση αυτή, και

 

(ε) υπέστη ζημιά.

 

Το Άρθρο 36 του Περί Αστικών Νόμου Κεφ.148, κωδικοποιεί την απάτη και στην ουσία αναπαράγει τις αρχές του κοινοδικαίου (action of deceit) περιλαμβάνει τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία (βλ. Pyrgas v Stavrinidou (1969) 1 C.L.R. 332).

 

H μαρτυρία η οποία έχει προσαχθεί προκύπτει να υπολείπεται σε απόδειξη των πιο πάνω αναφερόμενων συστατικών στοιχείων των ψευδών παραστάσεων και/ή της απάτης και/ή δόλιας συμπεριφοράς της Καθ’ ης η αίτηση. Είναι η θέση της Αιτήτριας 1 ότι μόλις παρέλαβαν τα καταστήματα, διαπίστωσαν ότι δεν ήταν στατικά επαρκές όπως τους παρουσίαζε η Καθ’  ης η Αίτηση και η ηλεκτρική και υδραυλική εγκατάσταση δεν ήταν σε λειτουργήσιμη κατάσταση. Στην παράγραφο 13 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση αναφέρεται ότι η Αιτήτρια 1 αποφάσισε να μην τερματίσει την συμφωνία «και σε συνεννόηση με τους Εναγόμενους, είμασταν έτοιμοι να επενδύσουμε στην ενίσχυση του κτιρίου, με την προφορική συμφωνία μεταξύ μας και της Εναγόμενης ότι τα έξοδα που δεν εμπίπτουν στις υποχρεώσεις του Ενοικιαστή θα διευθετηθούν στην πορεία». Κατά συνέπεια, όταν η Αιτήτρια 1, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς της, ανακάλυψε τις κατ’ ισχυρισμό ψευδείς παραστάσεις δεν προχώρησε με τον τερματισμό της συμφωνίας και/ή με αξίωση αποζημιώσεων, παρά μόνο συμφώνησε να προχωρήσει και να διατηρήσει σε ισχύ την Συμφωνία Ενοικίασης. Η θέση, επίσης, ότι ενέργησε με τον ποιο πάνω τρόπο, καθότι είχε ήδη συμβληθεί με την Αιτήτρια 2 για την δημιουργία του Ιατρικού Κέντρου κατ’ εκείνο το στάδιο, δεν προκύπτει να υποστηρίζεται από την ίδια τη μαρτυρία της Αιτήτριας 1 αφού η Συμφωνία υπενοικίασης έλαβε χώρα 2 χρόνια μετά.

 

Πέραν των πιο πάνω, όλα όσα ισχυρίζεται η Αιτήτρια 1 για το ζήτημα των παραστάσεων από την Καθ’ ης η αίτηση, θα μπορούσε με εύλογη επιμέλεια (due diligence) να διαπιστώσει. Επρόκειτο, με βάση τους όρους της επίδικης συμφωνίας, να ανακαινίσει τα επίδικα υποστατικά και να τα καταστήσει λειτουργήσιμα για τον σκοπό της ενοικίασης και είχε κάθε ευκαιρία, όπως προκύπτει, να τα επιθεωρήσει με δικούς της συμβούλους και τεχνικούς για να διαπιστώσει την κατάσταση τους καθώς και τις οποιεσδήποτε άδειες υπήρχαν ή τυχόν άλλα προβλήματα.

 

Χωρίς να αποφαίνομαι τελεσίδικα για αυτή την αιτία αγωγής που επικαλείται η Αιτήτρια 1, στην βάση των πιο πάνω ισχυρισμών και γεγονότων που έχουν τεθεί ενώπιον μου και για σκοπούς της παρούσας αίτησης, κρίνω ότι δεν αποκαλύπτεται ορατή πιθανότητα επιτυχίας.

 

Η Αιτήτρια 1, ως περαιτέρω αιτία αγωγής, επικαλείται την ύπαρξη, πέραν των γραπτών Συμφωνιών, την ύπαρξη και προφορικής συμφωνίας. Είναι κοινό έδαφος ότι η Καθ’  ης η Αίτηση ενοικίασε στην Αιτήτρια 1 τα επίδικα καταστήματα της δυνάμει Συμφωνίας ενοικίασης ημερομηνίας 21/07/2021. Είναι αναντίλεκτο ότι αυτά ανεγέρθηκαν το 1987 και τρία χρόνια πριν από την εν λόγω ενοικίαση δεν λειτουργούσαν. Αυτό άλλωστε προκύπτει και από το τεκμήριο 3 β) της ένορκης δήλωσης της Αίτησης, που αποτελείται από φωτογραφίες που απεικονίζουν τα καταστήματα κατά το χρόνο ενοικίασης τους.

 

Σύμφωνα με τον όρο 1 της επίδικης Συμφωνίας ενοικίασης ο Ιδιοκτήτης συμφωνείτο να παραδώσει άμεσα την κατοχή των καταστημάτων στον Ενοικιαστή ώστε να προβεί σε οποιεσδήποτε αλλαγές και/ή ανακαινίσεις επιθυμεί ώστε ο Ενοικιαστής να μπορέσει να διαμορφώσει με δικά του έξοδα τα καταστήματα όπως ο Ενοικιαστής κρίνει για την εργασία του.

 

Ο όρος 6 της επίδικης Συμφωνίας αναφέρει ότι συμφωνείται μεταξύ του Ιδιοκτήτη και του Ενοικιαστή ότι όσες αλλαγές και/ή προσθήκες και/ή μετατροπές πραγματοποιήσει ο Ενοικιαστής στα ενοικιαζόμενα καταστήματα θα παραμείνουν στην κατοχή του Ιδιοκτήτη ως έχουν μετατραπεί κατά τη λήξη της ενοικίασης των καταστημάτων. Ο όρος 7 αναφέρει ότι το ενοίκιο θα προκαταβάλλεται μηνιαίως και παράλειψη του Ενοικιαστή να το καταβάλει εμπρόθεσμα και μετά από προειδοποίηση 21 ημερών δίδει δικαίωμα στον Ιδιοκτήτη για άμεση ανάληψη μέτρων προς διεκδίκηση πάντων οφειλόμενων και προσφυγή στη δικαιοσύνη για άμεση έξωση. Όσον αφορά την έκδοση των αδειών λειτουργίας από τις αρμόδιες αρχές, η μόνη υποχρέωση του Ιδιοκτήτη είναι να υπογράφει όλα τα αναγκαία έγγραφα προς όλες τις εμπλεκόμενες αρχές. Το ίδιο ισχύει και για οποιεσδήποτε απαραίτητες άδειες όσον αφορά τα υποστατικά όσο και για την λειτουργία της επιχείρησης του. Η έκδοση και δαπάνη όλων των αδειών αποτελούσε ευθύνη του Ενοικιαστή. Επιπρόσθετα, ο Ενοικιαστής δεν θα έχει δικαίωμα να προβάλει έναντι του Ιδιοκτήτη οποιαδήποτε δικαιολογία για μη έκδοση αδειών ώστε να παραλείπει και/ή να καθυστερεί την καταβολή του ενοικίου (όρος 16).

 

Περαιτέρω, είναι κοινό έδαφος ότι τα μέρη υπέγραψαν Συμπληρωματική και Τροποποιητική Συμφωνία ημερομηνίας 29/04/2022. Με την εν λόγω Συμφωνία, επαναβεβαιώνεται η ισχύς των όρων της αρχικής Συμφωνίας ενοικίασης ημερομηνίας 21/07/2021 και στην ουσία τροποποιείται η περίοδος χάριτος. Αυτή επεκτείνεται μέχρι και τον Ιούνιο του 2022 και για τους μήνες από 01/07/2022 – 31/12/2022 το μηνιαίο ενοίκιο θα είναι μειωμένο κατά 50% και το οποίο θα ήταν προπληρωτέο τις 30/06/2022. Επαναλαμβάνεται, επίσης, με τον όρο 3 της Τροποποιητικής Συμφωνίας ότι ο Ιδιοκτήτης δεν θα φέρει καμίαν ευθύνη σε περίπτωση που ο Ενοικιαστής δεν μπορέσει να εξασφαλίσει τις αναγκαίες άδειες. Σε τέτοια περίπτωση, την αποκλειστική ευθύνη για εξασφάλιση των εν λόγω αδειών θα έχει ο Ενοικιαστής και ο Ιδιοκτήτης δεν θα αποδεχθεί οποιαδήποτε άλλη διαφοροποίηση της αρχικής συμφωνίας.

 

Πέραν των πιο πάνω, είναι κοινό έδαφος και/ή αναντίλεκτο γεγονός ότι η Αιτήτρια 1 δεν κατέβαλε κανένα ποσό μέχρι σήμερα για τα ενοίκια των καταστημάτων, πλην του ποσού των €15,000. Η θέση της Αιτήτριας 1 και/ή των Αιτητριών, όπως μπορεί να συνοψισθεί, είναι ότι επήλθε προφορική συμφωνία με την οποία κατ’ ουσία συμφωνήθηκε όπως η Αιτήτρια 1 προχωρήσει με όλα τα αναγκαία έξοδα για να μετατρέψει τα καταστήματα σε λειτουργήσιμη κατάσταση, όπως μη καταβάλλει οποιαδήποτε ενοίκια και όπως στο τέλος των εργασιών θα διευθετούνταν τα έξοδα που αναλογούσαν στην Αιτήτρια 1 και στην Καθ’ ης η αίτηση. Θέση, φυσικά που η πλευρά της Καθ’  ης η Αίτηση αρνείται εντόνως παραπέμποντας στις γραπτές Συμφωνίες, στην αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε και στις πάμπολες συναντήσεις που έλαβαν χώρα, στις οποίες ουδέποτε, κατά τη θέση της συζητήθηκε τέτοιο ζήτημα και πάντα γίνονταν προσπάθειες για να εξευρεθεί τρόπος καταβολής των οφειλόμενων ενοικίων.

 

Δεν είναι επί τους παρόντος να αξιολογηθούν οι εκατέρωθεν θέσεις των μερών και να καταλήξω σε τελικά συμπεράσματα. Κάτι τέτοιο εκφεύγει του σταδίου αυτού. Θα πρέπει, όμως, να γίνει κάποιου είδους στάθμιση των γεγονότων για να εξεταστεί το ζητούμενο, το οποίο είναι κατά πόσο αποκαλύπτεται ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Δεν παραγνωρίζω τις θέσεις των συνηγόρων της Καθ’  ης η Αίτηση περί εκ των υστέρων σκέψεων της Αιτήτριας 1 για τα όσα επικαλείται στην Αίτηση της και ότι υπάρχουν αυστηρές προϋποθέσεις για να συναχθεί ότι μεταγενέστερη προφορική συμφωνία τροποποίησε μια γραπτή συμφωνία (βλ. Γιωργούλλα Καραολή κ.α. v. Γιώργου Λαούρη κ.α. (2008) 1Α Α.Α.Δ. 225). Δεν είναι πρόθεση μου, όμως, στο στάδιο αυτό να ασχοληθώ ενδελεχώς με την νομική πτυχή του ζητήματος και να αποφανθώ τελεσίδικα κατά πόσο έχει συνομολογηθεί η επικαλούμενη προφορική συμφωνία.

 

Από μια προκαταρτική θεώρηση των γεγονότων, όμως, και αφού έχω διεξέλθει ολόκληρου του μαρτυρικού υλικού κρίνω ότι δεν αποκαλύπτεται ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής, στην βάση της ισχυριζόμενης συνομολογηθείσας προφορικής συμφωνίας. H Αιτήτρια 1 δεν προσδιορίζει πότε χρονικά αυτή συνομολογήθηκε και δεν καθορίζονται με λεπτομέρεια οι όροι της, πέραν των όσων αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση. Η Αιτήτρια 1 ισχυρίζεται ότι αυτή έλαβε χώρα μετά την ανταλλαγή αλληλογραφίας περί τον Μάϊο του 2023 και κατά τις συναντήσεις που ακολούθησαν, τουλάχιστον 10 στον αριθμό χωρίς να παρατίθενται πότε ακριβώς αυτή η συμφωνία συνομολογήθηκε και για ποιο λόγο και με ποιες επ’ ακριβείς λεπτομέρειες.

Πέραν τούτου, όμως, αν προβάλλονταν μόνο προφορικοί ισχυρισμοί για το ζήτημα της συνομολόγησης της εν λόγω συμφωνίας, δεν θα τίθετο ζήτημα στο στάδιο αυτό. Παρόλα αυτά, η πλευρά της Αιτήτριας παραθέτει αριθμό αλληλογραφίας που ανταλλάχθηκε μεταξύ των διαδίκων, η οποία προκύπτει να μην υποστηρίζει τους ισχυρισμούς περί σύναψης προφορικής συμφωνίας και με τους όρους που περιγράφει η Αιτήτρια 1. Πουθενά στην εν λόγω αλληλογραφία προκύπτει να γίνεται λόγος για προφορική συμφωνία η οποία επιτεύχθηκε και με ουσιαστικό όρο την μη καταβολή ενοικίων. Αντιθέτως, η εικόνα που προκύπτει από την εν λόγω αλληλογραφία είναι ότι η Καθ’  ης η Αίτηση διαμαρτυρόταν συνεχώς για την μη καταβολή των ενοικίων και τα απαιτούσε και ουδέποτε η Αιτήτρια 1 ή οι αντιπρόσωποι της στην εν λόγω αλληλογραφία προέβαλαν την προφορική συμφωνία και τους ισχυριζόμενους όρους. Ο ισχυρισμός περί σύναψης προφορικής συμφωνίας τίθεται για πρώτη φορά στα πλαίσια της παρούσας αγωγής.

 

Η εικόνα που αναφύεται είναι ότι η Καθ’  ης η Αίτηση απαιτούσε την καταβολή των ενοικίων της ενώ η πλευρά της Αιτήτριας 1, πρόβαλλε το ζήτημα των καθυστερήσεων στην ολοκλήρωση των εργασιών και επιζητούσε τρόπους αποπληρωμής και μετάθεση του χρόνου καταβολής των ενοικίων, χωρίς η Καθ’  ης η Αίτηση να αποδεχόταν (βλ. π.χ. ηλεκτρονική επικοινωνία ημερομηνίας 05/02/2024, τεκμήριο 21). Δεν αναφύεται να γίνεται αναφορά σε οποιαδήποτε προφορική συμφωνία, όπως αυτή που ισχυρίζεται η Αιτήτρια 1. Επίσης, υπάρχει και ηλεκτρονικό μήνυμα που αποστέλλεται εκ μέρους της Αιτήτριας 1, ημερομηνίας 26/06/2024 (μέρος του τεκμηρίου 19), στο οποίο επισυνάπτεται Συμπληρωματική ή Τροποποιητική Συμφωνία, για συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα καταβολής των οφειλόμενων ενοικίων, η οποία, όμως, ουδέποτε υπογράφηκε.

 

Πέραν των πιο πάνω, η Αιτήτρια 1, με το προδικαστικό πρωτόκολλο ημερομηνίας 12/03/2024 (τεκμήριο 24) πουθενά δεν αναφέρεται σε παράβαση των όρων προφορικής συμφωνίας, την οποία επικαλούνται με την παρούσα αγωγή, παρά μόνο ισχυρίζονται ότι θα αξιώσουν το ποσό των €2,238,280.00 για έξοδα που προβήκαν για την στατική επάρκεια του κτιρίου, ενοίκια, απώλεια κέρδους και άλλα έξοδα λόγω των παραστάσεων κατά τη σύναψη της συμφωνίας ενοικίασης από την Καθ’ ης η αίτηση.

 

Ακολούθησε, ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 23/08/2024 (τεκμήριο 27) με το οποίο ζητείται πάλι συνάντηση για να συμφωνηθεί ο τρόπος αποπληρωμής των ενοικίων και αναφερόταν ότι θα καταβαλλόταν το ποσό των €15,000, το οποίο είναι κοινό έδαφος ότι καταβλήθηκε.

 

Όλη η αλληλογραφία, προκύπτει να  αφορούσε πάντοτε εξεύρεση τρόπου καταβολή των ενοικίων και δεν προκύπτει πουθενά από αυτήν να υποστηρίζεται η θέση που η Αιτήτρια 1 προβάλλει στην παρούσα αγωγή περί συνομολόγησης προφορικής Συμφωνίας. Η θέση που αποτυπώνεται από την εν λόγω αλληλογραφία, όπως άλλωστε και η Αιτήτρια 1, αναφέρει στην μαρτυρία της, ήταν πάντα η απαίτηση της Καθ’  ης η Αίτηση για καταβολή των οφειλόμενων ενοικίων, χωρίς ποτέ σε αυτήν να διατυπώνεται η θέση ή να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε απαλλαγή της Αιτήτριας 1 από την υποχρέωση για την καταβολή ενοικίων ή για εξεύρεση του ποσού των οφειλόμενων, όταν αποπερατωθούν οι εργασίες (βλ. τεκμήριο 15, 16 και 17 αλλά και τεκμήρια 19 και 21).

 

Όλα τα πιο πάνω καθώς και η υπόλοιπη μαρτυρία που περιβάλει την παρούσα Αίτηση, αναφέρονται για να καταδειχθεί ότι η θέση περί συνομολόγησης προφορικής συμφωνίας δεν συνάδει με τα υπόλοιπα γεγονότα και αλληλογραφία και για σκοπούς του σταδίου αυτού, πέραν από τις νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα για την τροποποίηση μιας γραπτής συμφωνίας με προφορική, δεν καταδεικνύεται ορατή πιθανότητα επιτυχίας της παρούσας αγωγής.

 

Σταθμίζοντας την μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί και όλα τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, κρίνω ότι δεν πληρείται η δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και το ζήτημα τελειώνει εδώ. Διευκρινίζεται ότι με όλα τα πιο πάνω αναφερόμενα, με κανένα τρόπο αποφασίζω τελεσίδικα την παρούσα αγωγή. Είναι μια προκαταρκτική θεώρηση των γεγονότων και τεκμηρίων τα οποία έχουν τεθεί ενώπιον μου, πάντοτε για σκοπούς της παρούσα διαδικασίας.

 

Ακόμη, όμως, και να έκρινα ότι πληρείτο η δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60, δεν θα ικανοποιείτο η τρίτη προϋπόθεση του εν λόγω Άρθρου. Οι Αιτήτριες ισχυρίζονται ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά καθότι υπάρχει ορατός ο κίνδυνος η Καθ’  ης η Αίτηση να προχωρήσει σε διαδικασία έξωσης τους. Σε τέτοια περίπτωση η ζημιά τους δεν θα μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Έχουν ξοδέψει τεράστιο ποσό χρημάτων με την προσδοκία αλλά και το δικαίωμα που είχε με βάση την επίδικη συμφωνία ενοικίασης και όταν ήρθε ο χρόνος να λειτουργήσει το ιατρικό διαγνωστικό κέντρο, μέσω της Αιτήτριας 2 και να λάβει το οικονομικό όφελος της, αντιμετωπίζει κίνδυνο διαδικασίας έξωσης. Θα προκληθεί, επίσης, τεράστιο πλήγμα στη φήμη τους και οι ζημιές του σαρωτικές και καταστροφικές.

 

Έλαβα υπόψη μου όλα τα πιο πάνω και όσα αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την Αίτηση καθώς και τις θέσεις της Καθ’ ης η αίτηση. Οι Αιτήτριες, στην ουσία επιζητούν να σταματήσουν την Καθ’  ης η Αίτηση από τον προβεί σε τερματισμό της Συμφωνίας ενοικίασης και να προχωρήσει με τη διαδικασία έξωσης της καθότι τούτο θα έχει καταστρεπτικές συνέπειες σε αυτές. Ο τρόπος παρουσίασης των γεγονότων, όμως, από τις Αιτήτριες είναι να εκλαμβάνεται ότι η έξωση τους από το επίδικο ακίνητο, αν δεν εκδοθούν τα επίδικα διατάγματα θα λάβει χώρα άμεσα. Για να εκδοθεί διάταγμα έξωσης θα πρέπει να προηγηθεί σχετική δικαστική διαδικασία, κατά την οποία η πλευρά των Αιητριών θα έχουν δικαίωμα να παραθέσουν τις θέσεις τους. Ήδη έχει τεθεί ενώπιον μου μαρτυρία με την ένσταση ότι στις 27/02/2025 η Συμφωνία ενοικίασης έχει ήδη τερματιστεί από την Καθ’  ης η Αίτηση και προωθεί ήδη διαδικασία έξωσης, η οποία είναι προφανές ότι δεν έχει τελεσφορήσει ακόμη και οι Αιτήτριες, από ότι φαίνεται, θα έχουν δικαίωμα να θέσουν τους δικούς τους ισχυρισμούς και να αποφασιστεί το ζήτημα. Κατά συνέπεια, η μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν θα έχει τις συνέπειες που οι Αιτήτριες επικαλούνται. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα επίδικα διατάγματα οι Αιτήτριες δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά.

 

Περαιτέρω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα έχει ως συνέπεια, να στερηθεί η Καθ’  ης η Αίτηση του δικαιώματος της για την άσκηση των κατ’ ισχυρισμό συμβατικών της δικαιωμάτων και του δικαιώματος της για πρόσβαση στο Δικαστήριο, κάτι το οποίο, κρίνω, ότι είναι ανεπίτρεπτο.

 

Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και θα πρέπει να απορριφθεί. Κατά συνέπεια η Αίτηση απορρίπτεται.

 

Τα έξοδα, λαμβάνοντας υπόψη μου το Μέρος 39(1) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, δηλαδή ότι αυτά εμπίπτουν στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και τους παράγοντες που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του για την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας που περιλαμβάνονται στο Μέρος 39(2) των εν λόγω Κανονισμών, επιδικάζονται υπέρ της Καθ’  ης η Αίτηση και εναντίον των Αιτητριών. Έχω προβεί σε συνοπτικό υπολογισμό αυτών, με βάση το Μέρος 39.7 των πιο πάνω Κανονισμών και αυτά ανέρχονται στο ποσό των €4.696,00 πλέον Φ.Π.Α. πλέον €13 πραγματικά έξοδα.

 

                                                                                                                                                                                                                                    (Υπ.)…………….……………………….

                                                                                                    Χρ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο,

 

 

Πρωτοκολλητής

 

 

      


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο