ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Π.Ε.Δ
Αρ. Αγωγής: 4739/2014
Μεταξύ:
2. MAVLANA INVESTMENT LTD
3. Dmitry Pogorelov
4. AGENDA DEVELOPMENTS INC
5. EFTEX CORPORATION
6. LAVR ESTATES LTD
7. KROCUS HEIGHTS LTD
Εναγόντων
v.
1. Ευγενία Παρασκευαΐδου
2. APL Alexander Promotions Ltd
3. G. K. Theonell Building and Constructions Ltd
4. Jermaco Ltd
5. Elite Developments Limited
6. Γεώργιος Παρασκευόπουλος
7. Σοφία Μπουντακίδου
8. Κορνήλιος Παρασκευόπουλος
9. Texmart Ltd
10. Property Investment & Consulting Ltd
11. Ναντέζντα Ποσναγκίδου
12. Στέφανος Ποσναγκίδης
13. Magnifia Grandhill Limited
14. Παυλίδης και Συνεργάτες, Αρχιτέκτονες και Μηχανικοί
15. Χρίστου Θεορή Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ
16. S. Koulendros Construction Co Ltd
17. Belisito Ltd
18. Έλενα Κωνσταντίνου & Σία Δ.Ε.Π.Ε.
19. Kyprianides, Nicolaou, Economides Ltd
Εναγομένων
ΚΑΙ ΟΠΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ ΗΜΕΡ. 10.06.2021
Αρ. Αγωγής: 4739/2014
1. GERLINGTON LTD
2. MAVLANA INVESTMENT LTD
3. Dmitry Pogorelov
4. AGENDA DEVELOPMENTS INC
5. EFTEX CORPORATION
6. LAVR ESTATES LTD
7. KROCUS HEIGHTS LTD
8. AGENDA DEVELOPMENTS INC
9. EFTEX CORPORATION
Εναγόντων
v.
1. Ευγενία Παρασκευαΐδου
2. APL Alexander Promotions Ltd
3. G. K. Theonell Building and Constructions Ltd
4. Jermaco Ltd
5. Elite Developments Limited
6. Γεώργιος Παρασκευόπουλος
7. Σοφία Μπουντακίδου
8. Κορνήλιος Παρασκευόπουλος
9. Texmart Ltd
10. Property Investment & Consulting Ltd
11. Ναντέζντα Ποσναγκίδου
12. Στέφανος Ποσναγκίδης
13. Magnifia Grandhill Limited
14. Παυλίδης και Συνεργάτες, Αρχιτέκτονες και Μηχανικοί
15. Χρίστου Θεορή Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ
16. S. Koulendros Construction Co Ltd
17. Belisito Ltd
18. Έλενα Κωνσταντίνου & Σία Δ.Ε.Π.Ε.
19. Kyprianides, Nicolaou, Economides Ltd
Εναγομένων
Ημερομηνία: 12.02.2026.
Εμφανίσεις:
Για Ενάγοντες 1, 2, 3, 6, 7, 8 και 9: κ. Γ. Θωμά με κ. Κ. Θωμά.
Για Εναγόμενους 1, 2, 3, 6, 7, 11 και 12: κ. Μ. Ιωάννου.
Για Εναγόμενους 8 και 13: κα Ε. Ιωάννου.
Για Εναγόμενους 18: κα Α. Ιωάννου.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Η απόφαση του Ενάγοντα 3 να επενδύσει στον τομέα της ακίνητης περιουσίας και η συνεργασία του με την Εναγόμενη 1 προς τον πιο πάνω σκοπό αποτέλεσε την αφορμή για την καταχώρηση της παρούσας αγωγής.
Η αγωγή στρεφόταν αρχικά εναντίον 19 Εναγομένων και εντέλει προωθήθηκε εναντίον δέκα εξ αυτών.
Θα επιχειρήσω να συνοψίσω τις δικογραφημένες θέσεις των Εναγόντων. Σύμφωνα με την τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης, η Εναγόμενη 1 με τη συνεργασία των Εναγομένων 2 – 17 και/ή συνωμοτώντας με τους τελευταίους καταδολίευσε και/ή έκλεψε και/ή απέσπασε μεγάλα χρηματικά ποσά από τους Ενάγοντες.
Ειδικότερα, ο Ενάγων 3 ανέθεσε στην Εναγόμενη 1 την αγορά ακινήτου και την ανάπτυξη σε αυτό 8 οικιών και 2 πολυκατοικιών (στο εξής «TIVOLI»). Η χρηματοδότηση για την υλοποίηση του TIVOLI προήλθε από τον Ενάγοντα 3 και/ή από εταιρείες συμφερόντων του.
Η Εναγόμενη 1 κατά παράβαση των καθηκόντων της έναντι των Εναγόντων και σε συνωμοσία με τους Εναγόμενους 2 – 17, συνήψε, χωρίς τη γνώση και/ή συγκατάθεση των Εναγόντων, συμφωνίες με τις οποίες εκτόξευσε το κόστος υλοποίησης του TIVOLI, ανέθεσε εργοληπτικές εργασίες σε εταιρείες που δεν διέθεταν τις απαραίτητες άδειες, διόρισε ως διαχειριστή του έργου την Εναγόμενη 3, η οποία είναι εταιρεία δικών της συμφερόντων και/ή συμφερόντων συγγενικών της προσώπων αποκομίζοντας κρυφό όφελος. Περαιτέρω, οργάνωσε την πώληση μονάδων του TIVOLI σε τιμές χαμηλότερες της τιμολογημένης αξίας τους και εξέδιδε εικονικά τιμολόγια για ανύπαρκτες υπηρεσίες και/ή χωρίς κανένα δικαιολογητικό. Παράλληλα, διοχέτευσε τις πληρωμές χρημάτων για πωλήσεις μονάδων του TIVOLI σε εταιρείες δικών της συμφερόντων και/ή συμφερόντων συγγενικών της προσώπων.
Οι παράνομες και/ή αμελείς ενέργειες των Εναγομένων 1 – 17 είχαν ως αποτέλεσμα την καθυστέρηση στην ολοκλήρωση του TIVOLI, το οποίο μέχρι και σήμερα δεν έχει αποπερατωθεί προκαλώντας ζημιά και/ή απώλεια εσόδων και/ή κερδών στους Ενάγοντες.
Επιπροσθέτως, η Εναγόμενη 1 παρουσίασε στον Ενάγοντα 3 και δεύτερο επενδυτικό πλάνο που περιλάμβανε, επίσης, την αγορά ακινήτων προς τον σκοπό ανάπτυξής τους (στο εξής «MALTA»). Η Εναγόμενη 1 ανέφερε ψευδώς και/ή δόλια και/ή παραπλανητικά στον Ενάγοντα 3, ότι για την αγορά του MALTA απαιτούνταν ποσό €4.000.000, ενώ τα συμβόλαια που υπογράφηκαν για την αγορά των τριών ακινήτων που συναποτελούν το MALTA συμποσούνται σε μόνο €2.000.000.
Περαιτέρω, η Εναγόμενη 1, σε χρόνο κατά τον οποίο ο Ενάγων 3 είχε ζητήσει την παραίτησή της από διευθύντρια της Ενάγουσας 1 και/ή σε χρόνο κατά τον οποίο γνώριζε ότι γίνονταν διεργασίες για την αντικατάστασή της, μερίμνησε όπως καταχωρηθούν εναντίον της Ενάγουσας 1 οι αγωγές με αρ. 2244/14, 2331/14 και 2407/14 Ε.Δ Λεμεσού από τις Εναγόμενες 3, 2 και 13 αντίστοιχα. Παράλληλα, έδωσε οδηγίες στην Εναγόμενη 18 όπως εκπροσωπήσει την Ενάγουσα 1 στις πιο πάνω αγωγές και αποδεχθεί αποφάσεις εναντίον της. Όλες οι προαναφερόμενες εκ συμφώνου εκδοθείσες αποφάσεις αποτελούν προϊόν δόλου και/ή συνωμοσίας των Εναγομένων 1, 2, 3, 13 και 18.
Οι Εναγόμενοι 1 και 2 στην 150σέλιδη τροποποιημένη Υπεράσπισή τους αρνούνται, μεταξύ άλλων, ότι υπήρξε συνωμοσία με τους λοιπούς Εναγόμενους και/ή ότι ενήργησαν με δόλο και/ή απάτη και/ή ψευδείς παραστάσεις προς καταδολίευση των Εναγόντων. Περαιτέρω, αρνούνται ότι υπήρξε κακοδιαχείριση ή αμέλεια και/ή ότι εκλάπηκαν χρηματικά ποσά από τους Ενάγοντες.
Αποτελεί ισχυρισμό των Εναγομένων 1 και 2, ότι οι Ενάγοντες και ειδικότερα ο Ενάγων 3 δεν έχουν έννομο συμφέρον στην καταχώριση της παρούσας αγωγής, καθώς στις 18.09.2007 συστάθηκε εμπίστευμα με το οποίο οι μετοχές των Εναγουσών 1, 2, 6 και 7 μεταβιβάστηκαν σε εμπιστευματοδόχους και διορίστηκε τρίτο πρόσωπο ως προστάτης του εμπιστεύματος.
Το προϋπολογισθέν κόστος αποπεράτωσης του TIVOLI ήταν σε γνώση του Ενάγοντα 3 ή/και συνεργατών του οι οποίοι καθ’ όλη τη διάρκεια της προόδου των εργασιών ενημερώνονταν σχετικά από την Εναγόμενη 1. Καθ’ ον χρόνο η Εναγόμενη 1 ήταν διευθύντρια της Ενάγουσας 1 οι εργασίες ανέγερσης του TIVOLI και οι πωλήσεις των μονάδων του προχωρούσαν κανονικά μέχρι τη στιγμή που οι Ενάγοντες 1 και 3 αδικαιολόγητα τερμάτισαν τις εργασίες ανέγερσης και απομάκρυναν την Εναγόμενη 1 από διευθύντρια της Ενάγουσας 1.
Ο Ενάγων 3 και/ή οι οικονομικοί του σύμβουλοι και/ή οι συνεργάτες του είχαν πλήρη γνώση για τα χρήματα που στάλθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν σε σχέση με το TIVOLI. Περαιτέρω, κατόπιν συναντήσεων με την πρώην Εναγόμενη 19, οι Ενάγοντες και/ή ο Ενάγων 3 κατέληξαν σε συμφωνίες σε σχέση με όλες τις δοσοληψίες της Ενάγουσας 1 και υπογράφηκαν προς το σκοπό αυτό έξι συμφωνίες διευθέτησης (cession agreements).
Ο Ενάγων 3 είχε πρόσβαση στον τραπεζικό λογαριασμό της Ενάγουσας 1 και μετέφερε από αυτόν διάφορα χρηματικά ποσά για κάλυψη προσωπικών και/ή οικογενειακών εξόδων του, καθώς και εξόδων φιλικών του προσώπων.
Οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι υπήρξαν ύποπτες και παράνομες συμφωνίες με εργολάβους και υπεργολάβους. Η Εναγόμενη 3 ουδεμία οικοδομική εργασία εκτέλεσε στο TIVOLI, αλλά όλες οι οικοδομικές εργασίες εκτελέστηκαν από τους πρώην Εναγόμενους 15 και 16 στη βάση συμφωνητικών εγγράφων του Συνδέσμου Εργολάβων και της Μεικτής Επιτροπής Δομικών Συμβολαίων Κύπρου.
Αναφορικά με την αγορά των τεμαχίων του MALTA, οι Εναγόμενοι 1 και 2 αρνούνται ότι η πρωτοβουλία ανήκε στην Εναγόμενη 1. Η τελευταία πληροφορήθηκε για τις προσπάθειες αγοράς των τεμαχίων σε μεταγενέστερο χρόνο και κατόπιν εμπλοκής της στις διαπραγματεύσεις πέτυχε την μείωση του τιμήματος αγοράς των τεμαχίων στο ποσό των €4.000.000 και ακολούθως εξασφάλισε περαιτέρω έκπτωση για €140.000, με αποτέλεσμα το συνολικό τίμημα αγοράς να οριστεί στο ποσό των €3.860.000.
Η Εναγόμενη 1, ως διευθύντρια της Ενάγουσας 1 και εν γνώσει του Ενάγοντα 3 κατέβαλε το ποσό των €3.858.998,10 για την αγορά των τεμαχίων MALTA και επιπρόσθετα κατέβαλε προς αρμόδιες υπηρεσίες της Δημοκρατίας το ποσό των €204.544,04.
Η καταχώρηση των αγωγών με αριθμό 2244/14, 2331/14 και 2407/14 Ε.Δ. Λεμεσού ήταν σε γνώση του Ενάγοντα 3, ο οποίος έδωσε οδηγίες στην Εναγόμενη 18 για την έκδοση εκ συμφώνου αποφάσεων εναντίον της Ενάγουσας 1.
Οι Εναγόμενοι 3, 6, 7, 8, 11, 12, 13 και 18 καταχώρησαν ξεχωριστές Υπερασπίσεις. Οι τροποποιημένες Υπερασπίσεις των Εναγομένων 3, 6, 7, 8, 11, 12 και 13 κινήθηκαν στο ίδιο μήκος κύματος. Συγκεκριμένα ισχυρίστηκαν ότι δεν υφίσταται privity of contract μεταξύ τους και με οποιοδήποτε εκ των Εναγόντων 2-9. Περαιτέρω, ισχυρίστηκαν ότι οι Ενάγοντες δεν αποκαλύπτουν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους. Επίσης, αρνούνται ότι ενήργησαν συνωμοτικά και/ή με παράνομο και/ή με δόλιο τρόπο με σκοπό να καταδολιεύσουν τους Ενάγοντες και να αποσπάσουν από αυτούς χρηματικά ποσά.
Πέραν των προαναφερόμενων κοινών ισχυρισμών, οι Εναγόμενοι 3, 8, 11, 12 και 13 ισχυρίζονται ειδικότερα και τα ακόλουθα:
· Η Εναγόμενη 3 αρνήθηκε ότι συνδέεται και/ή τελεί υπό τον έλεγχο της Εναγόμενης 1. Επίσης ισχυρίστηκε ότι η Εναγόμενη 1, ως διευθύντρια της Ενάγουσας 1, συνήψε συμφωνία με την Εναγόμενη 3 για τη διαχείριση και παροχή υπηρεσιών στο TIVOLI. Επιπρόσθετα, υποστήριξε ότι ουδεμία οικοδομική εργασία εκτέλεσε στο TIVOLI. Τέλος, ισχυρίστηκε ότι η απόφαση που εξασφάλισε εναντίον της Ενάγουσας 1 στην αγωγή με αριθμό 2244/14 Ε.Δ. Λεμεσού, δεν μολύνεται με δόλο.
· Ο Εναγόμενος 8 αρνήθηκε ότι παρουσιάστηκε ως υπεύθυνος του TIVOLI, καθώς και ότι αμελώς ή σκοπίμως καθυστέρησε τη διεκπεραίωση του εν λόγω έργου.
· Η Εναγόμενη 11 ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε χρησιμοποιήθηκε από τους Εναγόμενους 1 και/ή 6 και/ή 7 και/ή 8 και/ή 12 προς τον σκοπό της ακύρωσης συμβάσεων που καταρτίστηκαν με την Ενάγουσα 1 προκειμένου να αποκομίσει παράνομα όφελος η Εναγόμενη 1.
· Ο Εναγόμενος 12 αρνήθηκε ότι συμμετείχε ενεργά στο TIVOLI, καθώς και ότι διαχειρίστηκε χρήματα της Ενάγουσας 1.
· Η Εναγόμενη 13 ισχυρίστηκε ότι η επωνυμία της καταγράφηκε λανθασμένα στον τίτλο της αγωγής. Περαιτέρω αρνήθηκε ότι είναι συμφερόντων της Εναγόμενης 1. Η αγωγή με αριθμό 2407/14 Ε.Δ. Λεμεσού είναι γνήσια και η εκ συμφώνου απόφαση εναντίον της Ενάγουσας 1 εκδόθηκε εν γνώσει του Ενάγοντα 3.
Η Εναγόμενη 18 στη δική της τροποποιημένη Υπεράσπιση ανέφερε ότι κατόπιν οδηγιών του Ενάγοντα 3 ετοίμασε συστατική πράξη εμπιστεύματος η οποία υπογράφηκε στις 18.09.2007. Ακολούθως, κατόπιν και πάλι οδηγιών του Ενάγοντα 3, η Εναγόμενη 18 προχώρησε στη σύνταξη πρόσθετων πράξεων για την προσθήκη περιουσίας στο εμπίστευμα, οι οποίες έλαβαν χώρα την 01.08.2008, 13.05.2009 και 08.09.2011. Στη βάση των ανωτέρω οι μετοχές των Εναγουσών 1, 2, 6 και 7 δεν ανήκουν στον Ενάγοντα 3, αλλά στο εμπίστευμα. Ως εκ τούτου, ο Ενάγων 3 δεν έχει δικαίωμα καταχώρησης της παρούσας αγωγής.
Ο Ενάγων 3 έδωσε οδηγίες στην Εναγόμενη 18, όπως εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου για λογαριασμό της Ενάγουσας 1 και αποδεχθεί την έκδοση εκ συμφώνου δικαστικών αποφάσεων υπέρ των Εναγομένων 2, 3 και 13.
Οι Ενάγοντες, μέσω των Απαντήσεων στις τροποποιημένες Υπερασπίσεις, αρνήθηκαν τους ισχυρισμούς που πρόβαλαν οι Εναγόμενοι και έρχονται σε αντίθεση με την τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης. Περαιτέρω, επανέλαβαν τους ισχυρισμούς τους, ως αυτοί διατυπώθηκαν στην τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης.
Ολοκληρώνοντας την αναφορά μου στις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων σημειώνω ότι η Ανταπαίτηση της Εναγόμενης 13 αποσύρθηκε και απορρίφθηκε στις 28.03.2025.
Μαρτυρία
Οι Ενάγοντες κάλεσαν 18 μάρτυρες, ενώ από πλευράς των Εναγομένων παρουσιάστηκαν 9 συνολικά μάρτυρες. Παράλληλα, κατατέθηκαν 195 Τεκμήρια.
Θα επιχειρήσω στη συνέχεια να παραθέσω το ουσιαστικό μέρος της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα (Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ 35 και Παπακοκκίνου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, Πολ. Έφ. 169/2011, ημερ.13.07.2022), ECLI:CY:AD:2022:D309. Δεν θα ακολουθήσω την σειρά παρουσίασης των μαρτύρων στο Δικαστήριο, αλλά θα αναφερθώ στη μαρτυρία με τέτοιο τρόπο ούτως ώστε να καταστεί ευκολότερη η παρακολούθηση των επιδίκων θεμάτων.
Ο Μ.Ε.1 εργάζεται ως ελεγκτής στον ελεγκτικό οίκο που αντικατέστησε την πρώην Εναγόμενη 19 και ανέλαβαν ως οι νέοι λογιστές και ελεγκτές των εταιρειών που ανήκουν στον Ενάγοντα 3 περιλαμβανομένων των Εναγουσών 1, 2, 6 και 7. Υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτές δηλώσεις οι οποίες κατατέθηκαν ως Έγγραφα Α, Α1 και Α2.
Στον ελεγκτικό οίκο που εργάζεται ο Μ.Ε.1 ανατέθηκε και η διεξαγωγή έρευνας των εισροών, εκροών και άλλων εγγράφων της Ενάγουσας 1 για την περίοδο 16.06.2009 – 30.05.2014.
Ετοιμάστηκε σχετική έκθεση (Τεκμήριο 71) στην οποία καταγράφονται, μεταξύ άλλων, όλες οι καταθέσεις που έγιναν στον τραπεζικό λογαριασμό της Ενάγουσας 1, οι πληρωμές από τον πιο πάνω λογαριασμό, καθώς και οι συναλλαγές μεταξύ Ενάγουσας 1 και άλλων προσώπων χωρίς την εμπλοκή του τραπεζικού λογαριασμού της.
Περαιτέρω, κατά την πιο πάνω έρευνα έγινε ανάλυση της αγοράς των τριών τεμαχίων του έργου MALTA και ετοιμάστηκε σχετική έκθεση (Τεκμήριο 72). Σύμφωνα με την εν λόγω έκθεση για την αγορά του MALTA στάλθηκε στην πρώην Εναγόμενη 4 το συνολικό ποσό των €2.687.240,27 και από αυτό χρησιμοποιήθηκε ποσό €189.501 για την πληρωμή μεταβιβαστικών τελών. Το υπόλοιπο ποσό εκ €2.497.739,67 παρέμεινε στην πρώην Εναγόμενη 4, χωρίς οποιαδήποτε αιτιολογία.
Οι λογιστικές εγγραφές μίας εταιρείας γίνονται, είτε από το λογιστήριο της εταιρείας, είτε από εξωτερικό συνεργάτη. Κατά την επίδικη περίοδο, η Ενάγουσα 1 εργοδοτούσε μόνο την Εναγόμενη 1, η οποία είχε και τον ρόλο του διευθυντή. Οι λογιστικές εγγραφές γίνονταν από την πρώην Εναγόμενη 19 στη βάση, προφανώς, των εγγράφων και εξηγήσεων που παρείχε η Εναγόμενη 1.
Αντεξεταζόμενος, ως προς τα ακαδημαϊκά του προσόντα, ανέφερε ότι είναι απόφοιτος βιβλιοθηκονομίας και διαθέτει γνώσεις λογιστικής καθώς είναι κάτοχος του διπλώματος Higher.
Στη συνεργασία τους με την πρώην Εναγόμενη 19 δεν υπήρξε οποιοδήποτε πρόβλημα, πέραν του τεχνικού προβλήματος που αντιμετώπισε η τελευταία με τους διακομιστές (servers) του γραφείου της. Από τα στοιχεία που παρέλαβαν, τόσο από την πρώην Εναγόμενη 19, όσο και από τον Ενάγοντα 3 και συνεργάτες του και αντιπαραβάλλοντας τα αποτελέσματα της δικής τους ανάλυσης των οικονομικών καταστάσεων της Ενάγουσας 1 με την αντίστοιχη ανάλυση της πρώην Εναγόμενης 19, δεν προέκυψε οποιαδήποτε ουσιαστική διαφορά. Επεξήγησε, περαιτέρω, ότι οι διαφορές που εντοπίζονται δεν αφορούν λανθασμένες ή ελλιπείς λογιστικές εγγραφές της πρώην Εναγόμενης 19.
Κατά τη διάρκεια της έρευνας δεν ζητήθηκαν πληροφορίες από οποιοδήποτε άλλο τρίτο πρόσωπο, καθώς είχαν στη διάθεσή τους όλα εκείνα τα στοιχεία στη βάση των οποίων θα μπορούσαν να διεκπεραιώσουν την έρευνά τους.
Ο Μ.Ε.1 δεν γνώριζε ότι οι Μ.Ε.12 και Μ.Ε.13 άνοιξαν κοινό λογαριασμό στον οποίο κατατέθηκε το ποσό των €1.123.703. Επίσης, ο Ενάγων 3 δεν τους ανέφερε ότι μεταξύ του ιδίου, των αντιπροσώπων του και της πρώην Εναγόμενης 19 υπήρξαν συναντήσεις από τον Σεπτέμβριο του 2013 μέχρι τον Μάρτιο του 2014 οι οποίες κατέληξαν στη διευθέτηση όλων των οικονομικών διαφορών που σχετίζονταν με την οικονομική διαχείριση της Ενάγουσας 1.
Ο ισχυρισμός του Ενάγοντα 3, ότι η Εναγόμενη 1 σε συνομωσία με τους υπόλοιπους Εναγόμενους υπεξαίρεσαν και έκλεψαν τεράστια χρηματικά ποσά από τους Ενάγοντες, δεν αποτέλεσε αντικείμενο της μελέτης που διεξήγαγε ο ελεγκτικός τους οίκος.
Ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει οτιδήποτε για την εταιρεία με την επωνυμία Divercification και ειδικότερα κατά πόσο αυτή χρησιμοποιήθηκε για να αποκρυβεί το ποσό των €1.860.000 και πιο συγκεκριμένα για να αποφύγουν η μεν οικογένεια Λουιζίδη την πληρωμή κεφαλαιουχικών κερδών, οι δε Ενάγουσες 1, 6 και 7 την πληρωμή επιπρόσθετων μεταβιβαστικών τελών.
Στην υποβληθείσα θέση, ότι οι Εναγόμενοι δεν επωφελήθηκαν οποιουδήποτε ποσού από την αγορά του MALTA, ο μάρτυρας απάντησε ότι για την προαναφερόμενη αγορά μεταφέρθηκε στην πρώην Εναγομένη 4 το ποσό των €2.687.240,67 και η μοναδική πληρωμή που έγινε από την εν λόγω εταιρεία σε σχέση με την αγορά ήταν η πληρωμή ποσού €189.501 ως τέλη και δικαιώματα Κτηματολογίου. Το υπόλοιπο ποσό παρέμεινε στον λογαριασμό της πρώην Εναγόμενης 4.
Η Εναγόμενη 13 δεν αποτέλεσε αντικείμενο της έρευνας, όπως ούτε και η αξία του διαμερίσματος με αριθμό 17 το οποίο αγοράστηκε από αυτήν. Επίσης, ούτε η Εναγόμενη 18 αποτέλεσε αντικείμενο της έρευνάς τους.
Ο Ενάγων 3 (Μ.Ε.18) υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του δύο γραπτές δηλώσεις οι οποίες κατατέθηκαν ως Έγγραφα Θ και Ι αντίστοιχα. Ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν και εξακολουθεί να είναι ο τελικός δικαιούχος των μετοχών των Εναγουσών 1, 2, 6 και 7. Η Εναγόμενη 1 ήταν διευθύντρια των προαναφερόμενων Εναγουσών και είχε δικαίωμα υπογραφής και διαχείρισης των τραπεζικών λογαριασμών τους. Ειδικότερα, η Εναγόμενη 1 ήταν μέχρι τις 25.06.2014 η μοναδική διευθύντρια της Ενάγουσας 1. Οι Ενάγουσες 8 και 9 είναι εταιρείες συμφερόντων του εγγεγραμμένες στο Μπελίζ. Η Εναγόμενη 1 ήταν και στις εν λόγω εταιρείες διευθύντρια και είχε δικαίωμα υπογραφής στον τραπεζικό λογαριασμό της Ενάγουσας 9. Επιπροσθέτως, ο Ενάγων 3 είναι ο τελικός δικαιούχος και των εταιρειών Dylox Consulting Ltd και Newpoint Management Ltd.
Η Εναγόμενη 1 παρουσιαζόταν ως έμπιστος συνεργάτης και πρόσωπο της απολύτου εμπιστοσύνης του. Μέσω της ίδιας και του Μ.Ε.12 προέβηκε σε σωρεία επαγγελματικών επενδύσεων στη Δημοκρατία.
Η Εναγόμενη 2 δραστηριοποιούνταν στον τομέα πωλήσεων και μεταπωλήσεων ακινήτων. Η Εναγόμενη 1 ήταν μέτοχος της Εναγόμενης 2 και διευθύντριά της.
Η Εναγόμενη 3, είναι επίσης εταιρεία συμφερόντων της Εναγόμενης 1. Συγκεκριμένα, μέτοχοι της Εναγόμενης 3 είναι τα αδέλφια της Εναγόμενης 1, ήτοι οι Εναγόμενοι 6 και 8. Διευθυντές της είναι οι Εναγόμενοι 6 και 7 και γραμματέας της η Εναγόμενη 7. Η Εναγόμενη 7 είναι σύζυγος του Εναγόμενου 8.
Η πρώην Εναγόμενη 4, η οποία συστάθηκε στις Σεϋχέλλες, είναι επίσης εταιρεία συμφερόντων της Εναγόμενης 1. Το ορθό όνομα της πρώην Εναγόμενης 4 είναι Jermaco Investments Ltd (στο εξής «Jermaco»). Η Jermaco έχει διαλυθεί και διαγραφεί από το μητρώο της αρμόδιας αρχής στις Σεϋχέλλες.
Για την ανάπτυξη του TIVOLI αγοράστηκε ακίνητο από τον Κώστα Πιτσιλλίδη για το συνολικό ποσό των €5.723.814. Το σύνολο των πιο πάνω χρημάτων πληρώθηκαν κατόπιν διευθετήσεων και οδηγιών του Ενάγοντα 3 και με δικά του χρήματα.
Για την οικοδόμηση του TIVOLI συμφωνήθηκε αφενός μεταξύ του Ενάγοντα 3 και αφετέρου της Εναγόμενης 1, ως διευθύντριας της Ενάγουσας 1, και του Μ.Ε.12, ότι η Εναγόμενη 1 θα επέβλεπε την κατασκευή του έργου και θα είχε την ευθύνη των οικονομικών του. Η Εναγόμενη 1 σε συνεργασία με τον Μ.Ε.12 θα αναλάμβαναν την πώληση των πολυτελών οικιών και διαμερισμάτων που θα ανεγείρονταν. Περαιτέρω, η Εναγόμενη 1 και ο Μ.Ε.12 θα αμείβονταν με ποσοστό ύψους 7,5% έκαστος επί των καθαρών κερδών του TIVOLI. Η προαναφερθείσα αμοιβή τους θα καταβαλλόταν σε αυτούς μετά την αποκρυστάλλωση του καθαρού κέρδους της επένδυσης. Επιπρόσθετα, η Εναγόμενη 1 και ο Μ.Ε.12 δεν θα είχαν το δικαίωμα να λάβουν προμήθεια από τις πωλήσεις του TIVOLI, είτε άμεσα, είτε έμμεσα, είτε μέσω συνδεδεμένων μαζί τους εταιρειών, είτε μέσω φιλικών και συγγενικών τους προσώπων.
Προς υλοποίηση του TIVOLI κατά το χρονικό διάστημα 16.06.2009 - 30.05.2014, ο Ενάγων 3 απέστειλε στον λογαριασμό της Ενάγουσας 1 το συνολικό ποσό των €12.731.102. Προηγουμένως, μεταξύ των ημερομηνιών 04.05.2009 - 15.05.2009, μέσω οδηγιών του Ενάγοντα 3, στάλθηκε στην πρώην Εναγόμενη 5 το συνολικό ποσό των €2.881.448. Το τελευταίο αυτό ποσό αποτελούσε μέρος του τιμήματος της αγοράς του ακινήτου εντός του οποίου θα ανεγειρόταν το TIVOLI. Ο λόγος για τον οποίο στάλθηκε το εν λόγω ποσό στην Εναγόμενη 5, ήταν διότι δεν είχε ακόμη ανοιχθεί ο τραπεζικός λογαριασμός της Ενάγουσας 1.
Η εμπλοκή του Ενάγοντα 3 στην ανάπτυξη του TIVOLI ήταν περιορισμένη, λόγω της μη φυσικής παρουσίας του στην Κύπρο, προσωπικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε, αλλά και λόγω της εμπιστοσύνης που έτρεφε στο πρόσωπο της Εναγόμενης 1.
Μετά το καλοκαίρι του 2013 ενημερώθηκε από τον Μ.Ε.12, ότι ο τελευταίος και η Εναγόμενη 1 δεν ήταν πλέον συνεργάτες, καθώς και ότι ο Μ.Ε.12 δεν είχε πλέον οποιαδήποτε ανάμειξη στο TIVOLI.
Ταυτόχρονα, η Εναγόμενη 1 δεν έδιδε λεπτομερή αναφορά στον Ενάγοντα 3 σε σχέση με την πορεία ανάπτυξης του TIVOLI. Ειδικότερα, από τον Μάρτιο του 2014, παρά τις επίμονες προσπάθειες του Ενάγοντα 3 για να του δοθεί πλήρης και λεπτομερής ενημέρωση των οικονομικών του TIVOLI, η Εναγόμενη 1 περιοριζόταν σε γενικόλογες αναφορές και παρέπεμψε τον Ενάγοντα 3 στον Εναγόμενο 12 τον οποίο παρουσίασε ως οικονομικό σύμβουλό της. Ο Εναγόμενος 12 είναι εξάδελφος της Εναγόμενης 1. Από τα στοιχεία που παραδόθηκαν από τον Εναγόμενο 12 και κατόπιν μελέτης τους από τον Ενάγοντα 3, ο τελευταίος διαπίστωσε ότι αυτά ήταν ανεπαρκή, σε μεγάλο βαθμό δυσνόητα, αλλά και ανακριβή και λανθασμένα. Γενικά, διαφάνηκε ότι η οικονομική διαχείριση του TIVOLI ήταν εξαιρετικά ύποπτη.
Ο Ενάγων 3 απαίτησε από την Εναγόμενη 1 όπως του παραδώσει όλα τα έγγραφα της Ενάγουσας 1 και οτιδήποτε σχετίζεται με τη διαχείριση του TIVOLI. Παρά τα πιο πάνω και την άρνηση της Εναγόμενης 1 να συνεργαστεί μαζί του, η τελευταία ζητούσε φορτικά την αποστολή και άλλων χρηματικών ποσών επικαλούμενη την αναγκαιότητα πληρωμής του Φ.Π.Α σε σχέση με το TIVOLI. Βλέποντας την πιο πάνω συμπεριφορά της Εναγόμενης 1, ο Ενάγων 3, μέσω του Μ.Ε.12, ήλθε σε επαφή με τον τότε δικηγόρο του ζητώντας από αυτόν όπως προχωρήσει στις δέουσες νομικές ενέργειες για την απομάκρυνση της Εναγόμενης 1 από την Ενάγουσα 1 και τις υπόλοιπες εταιρείες του. Περαιτέρω, στις αρχές Μαΐου 2014 ενημέρωσε και ο ίδιος προσωπικά την Εναγόμενη 1 για τον τερματισμό της μεταξύ τους συνεργασίας ζητώντας από την τελευταία όπως σταματήσει να ενεργεί για λογαριασμό της Ενάγουσας 1.
Η έκτακτη γενική συνέλευση της Ενάγουσας 1 συγκλήθηκε στις 25.06.2014 και σε αυτή αποφασίστηκε ομόφωνα η παύση της Εναγόμενης 1 από τη θέση της διευθύντριας, καθώς και η αλλαγή της γραμματέως και του εγγεγραμμένου γραφείου της Ενάγουσας 1. Ακολούθως, στις 15.07.2014 η Εναγόμενη 1 παρέδωσε, μεταξύ άλλων αντικειμένων και εγγράφων, και τη σφραγίδα της Ενάγουσας 1.
Η Εναγόμενη 1 απέκρυψε την εμπλοκή της Εναγόμενης 3 στο TIVOLI. Για τον ρόλο της Εναγόμενης 3 πληροφορήθηκε από την πρώην Εναγόμενη 19, μέσω της οποίας έλαβε γνώση για την ύπαρξη της συμφωνίας υπεργολαβίας μεταξύ Ενάγουσας 1 και Εναγόμενης 3 και για τη συμφωνία διαχείρισης του έργου μεταξύ των ιδίων μερών.
Κατά τη μελέτη των οικονομικών στοιχείων της Ενάγουσας 1 διαπιστώθηκε, κατά παράβαση των οδηγιών που είχαν δοθεί στην Εναγόμενη 1, ότι η τελευταία δεν κατέθετε το σύνολο των χρημάτων που αφορούσαν την ανάπτυξη του TIVOLI στον λογαριασμό της Ενάγουσας 1 από τον οποίο θα έπρεπε να πληρώνονταν και όλα τα έξοδα που αφορούσαν το πιο πάνω έργο.
Αντεξεταζόμενος ο Ενάγων 3 ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι δεν μελέτησε σε βάθος την επιστολή των πρώην Εναγομένων 19 την οποία οι τελευταίοι απέστειλαν στην αστυνομία και κατέθεσε ως Τεκμήριο 152.
Η συμφωνία μεταξύ του ιδίου, της Εναγομένης 1 και του Μ.Ε.12 ως προς τη διαχείριση του TIVOLI ήταν προφορική. Συγκεκριμένα, παρά τις παροτρύνσεις του προς την Εναγομένη 1, όπως η συμφωνία αποτυπωθεί γραπτώς, η τελευταία αρνούνταν να υπογράψει τέτοια συμφωνία.
Ο Ενάγων 3 αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση, ότι λάμβανε χρήματα από τις πωλήσεις μονάδων του TIVOLI και τα μετέφερνε σε άλλες δικές του εταιρείες για να αγοράσει περιουσία στο εξωτερικό.
Η πρώτη φορά που έμαθε ότι η πρώην Εναγόμενη 14 ήταν οι αρχιτέκτονες του TIVOLI ήταν μετά που προέκυψαν τα προβλήματα με την Εναγόμενη 1. Ουδέποτε έλεγξε τα αρχιτεκτονικά σχέδια του έργου, καθώς είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στην Εναγόμενη 1. Ερωτηθείς κατά πόσο ο Μ.Ε.17 τον πληροφόρησε για την ενημέρωση που έλαβε από την πρώην Εναγόμενη 14 ως προς το κόστος των εργασιών που εκτελέστηκαν στο TIVOLI μέχρι τις 22.07.2014, ανέφερε ότι ουδέποτε συνομίλησε με τον Μ.Ε.17 για οικονομικά ζητήματα. Στην επισήμανση, ότι η Ενάγουσα 1 από το 2014 μέχρι και την ετοιμασία της επιμέτρησης από τον Μ.Ε.2 ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για το κόστος των εργασιών του TIVOLI, ούτε και ζήτησε οποιαδήποτε διευκρίνιση από την πρώην Εναγόμενη 14 για τα εκδοθέντα διατακτικά, ο Ενάγων 3 απάντησε ότι δεν θα ήταν ορθό να ζητά τέτοιες πληροφορίες αναφορικά με το κόστος του έργου από τους αρχιτέκτονες.
Αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση, ότι η Εναγόμενη 1 ουδεμία σχέση έχει με την Εναγόμενη 3, ούτε και συνωμότησε με την τελευταία στην αγωγή που καταχώρησε εναντίον της Ενάγουσας 1 και την εκ συμφώνου απόφαση που εκδόθηκε.
Δεν καταβλήθηκε οποιοδήποτε ποσό στην Εναγόμενη 1 για τις υπηρεσίες που παρείχε στο TIVOLI, καθώς η συμφωνία με την Εναγόμενη 1 ήταν ότι θα λάμβανε ποσοστό 7,5% από τα καθαρά κέρδη και η πληρωμή θα γινόταν αφού προηγουμένως αποκρυσταλλωνόταν το καθαρό κέρδος και πληρώνονταν όλα τα έξοδα και οι φόροι.
Αναφορικά με την αγωγή που καταχώρησε η Εναγόμενη 2 εναντίον της Ενάγουσας 1, αρνήθηκε ότι ενημερώθηκε από την Εναγόμενη 18 για την έγερσή της, καθώς και ότι ήταν σε γνώση του η έκδοση εκ συμφώνου απόφασης εναντίον της Ενάγουσας 1. Η όλη διαδικασία έγινε πίσω από την πλάτη του από την Εναγόμενη 1.
Αναφορικά με το MALTA, η πληροφόρηση που έλαβε από την Εναγόμενη 1 ήταν ότι για την αγορά των ακινήτων θα χρειαζόταν ποσό €4.000.000, πλέον τα απαιτούμενα έξοδα για σκοπούς μεταβίβασης. Εν τέλει το ποσό που απαιτήθηκε για την αγορά ήταν €3.860.000 και επιπροσθέτως παραχωρήθηκαν δύο διαμερίσματα από το TIVOLI.
Η Ενάγουσα 1 δεν επωφελήθηκε το ποσό των €140.000 που αποτελούσε τη μείωση σε σχέση με το αρχικό τίμημα αγοράς του MALTA, καθώς ο ίδιος απέστειλε στην Εναγόμενη 1 το ποσό που αρχικά του ζήτησε και ανερχόταν στα €4.000.000, πλέον τα έξοδα. Αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση ότι η Εναγόμενη 1 τον πληροφόρησε πριν την ολοκλήρωση της αγοράς του MALTA και συγκεκριμένα με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 19.09.2011 για την περαιτέρω έκπτωση των €140.000.
Οι συμφωνίες διευθέτησης – cession agreements (δέσμη Tεκμηρίου 47) υπογράφηκαν μετά από συναντήσεις που έλαβαν χώρα στα γραφεία των πρώην Εναγομένων 19 με τους οικονομικούς του συμβούλους και την Eναγόμενη 1. Σε αυτές τις συναντήσεις συμφωνήθηκαν όλες οι χρηματικές μεταφορές που έγιναν από τον ίδιο ή για λογαριασμό του και καταχωρήθηκαν σε δική του μερίδα. Θεωρήθηκε ορθό όπως αυτά επιβεβαιωθούν στα λογιστικά βιβλία μέσω της κατάρτισης των συμφωνιών διευθέτησης, έτσι ώστε να μην υπάρχει οποιαδήποτε αμφισβήτηση ότι τα συγκεκριμένα χρηματικά ποσά προέρχονται από τον ίδιο. Η Eναγόμενη 1 συμφώνησε και υπέγραψε τις εν λόγω συμφωνίες.
Ερωτηθείς κατά πόσο η Jermaco ήταν μία από τις εταιρείες που συμπεριλήφθηκε στις συμφωνίες διευθέτησης, ο Ενάγων 3 είπε ότι για την εν λόγω εταιρεία πληροφορήθηκε τυχαία από τους νέους ελεγκτές καθώς και από τον Μ.Ε.17, ο οποίος τον ευχαρίστησε για το «δώρο» των €53.000 που του στάλθηκε μέσω αυτής. Στην υποβληθείσα θέση, ότι ο οικονομικός του σύμβουλος γνώριζε για την Jermaco και προμήθευσε με σχετικά στοιχεία τους πρώην Εναγόμενους 19, επέμενε ότι πληροφορίες για την εν λόγω εταιρεία έλαβε μετά που ανέθεσε τη διεξαγωγή έρευνας στους νέους ελεγκτές.
Αρνήθηκε επίσης, την υποβληθείσα θέση ότι οι ισχυρισμοί του αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή των υποχρεώσεων του όπως αυτές αποδείχθηκαν μέσω των συμφωνιών διευθέτησης.
Διαφώνησε με τη θέση, ότι η ιδιοκτήτρια της Εναγόμενης 13 είναι η Oxana Verika, λέγοντας ότι η Εναγόμενη 1 ήταν διευθύντρια και μέτοχος της Εναγόμενης 13 μέχρι το έτος 2018. Στην υπόδειξη, ότι σύμφωνα με το αρχείο του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών (Τεκμήριο 8) η Εναγόμενη 13 ανήκει στην Oxana Verika, ο Ενάγων 3 είπε ότι δεν μπορεί να σχολιάσει το εν λόγω Τεκμήριο καθώς αυτό είναι διατυπωμένο στην ελληνική γλώσσα. Επανέλαβε, ωστόσο, ότι η Εναγόμενη 13 ήταν συμφερόντων της Εναγόμενης 1. Ερωτηθείς για ποιο λόγο στις καταθέσεις του προς την Αστυνομία δεν υπέβαλε οποιοδήποτε παράπονο για συνομωσία της Εναγόμενης 13 με την Εναγόμενη 1, απάντησε ότι κατά τη συγκεκριμένη περίοδο ήταν ακόμη σε στάδιο διερεύνησης των πληρωμών οι οποίες ήταν ιδιαίτερα πολύπλοκες. Για δε την αγωγή της Εναγόμενης 13 εναντίον της Ενάγουσας 1 ενημερώθηκε περί το τέλος του καλοκαιριού του 2014.
Η θέση του, ότι το πωλητήριο έγγραφο του διαμερίσματος με αριθμό 17 του TIVOLI είναι κατά πάσα πιθανότητα εικονικό, στηρίχθηκε στην έκθεση των νέων ελεγκτών του (δέσμη Τεκμηρίου 71) καθώς παρουσιάζονται πολλαπλές πληρωμές σε διάφορες εταιρείες συνδεδεμένες με την Εναγόμενη 1. Στην επισήμανση, ότι η Εναγόμενη 13 κατέβαλε το ποσό των €800.000 και ουδέποτε έλαβε το διαμέρισμα που αγόρασε, ο Ενάγων 3 απάντησε ότι θα έπρεπε να του κοινοποιηθεί η αγωγή και όχι η όλη διαδικασία να προωθηθεί χωρίς να λάβει γνώση.
Δεν είχε οποιαδήποτε ενημέρωση, ότι πληρώνονταν προμήθειες σε σχέση με πωλήσεις που γίνονταν στο TIVOLI.
Οι εξουσιοδοτήσεις (retainers) που υπογράφηκαν από την Εναγόμενη 1 ως διευθύντρια της Ενάγουσας 1 προς την Εναγόμενη 18 αποκαλύπτουν τον δόλο της. Αυτό, διότι όταν έδιδε τις πιο πάνω εξουσιοδοτήσεις είχε ήδη προειδοποιηθεί ότι δεν θα έπρεπε να εκπροσωπεί πλέον την Ενάγουσα 1. Επίσης, είχε ενημερωθεί ότι βρισκόταν σε εξέλιξη η διαδικασία παύσης της. Αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση, ότι η Εναγόμενη 1 δεν ενημερώθηκε, πριν τις εξουσιοδοτήσεις, για την παύση της. Ο Ενάγων 3 ισχυρίστηκε, ότι πέραν της δικής του ενημέρωσης έλαβε και γραπτή ενημέρωση από τον Μ.Ε.17, καθώς και προφορική ενημέρωση από τον Μ.Ε.12 και την τότε γραμματέα της Ενάγουσας 1. Περαιτέρω, διαφώνησε με τη θέση ότι στις 17.06.2014 επικοινώνησε τηλεφωνικά με την δικηγόρο Έλενα Κωνσταντίνου η οποία τον ενημέρωσε για τις εμφανίσεις που θα πραγματοποιούσε στο Δικαστήριο προκειμένου να αποδεχτεί την έκδοση εκ συμφώνου αποφάσεων εναντίον της Ενάγουσας 1.
Αναφορικά με το τιμολόγιο που εξέδωσε η Εναγόμενη 18 για τις υπηρεσίες που παρείχε σε σχέση με την έκδοση των εκ συμφώνου αποφάσεων εναντίον της Ενάγουσας 1, δήλωσε ότι αυτό εκδόθηκε εκ των υστέρων και δεν έλαβε γνώση του. Στην επίσκεψη που πραγματοποίησαν με τον Μ.Ε.12 και τον οικονομικό του σύμβουλο στα γραφεία της Εναγόμενης 18 καταβλήθηκε η αμοιβή της τελευταίας σε σχέση με την εργασία που εκτέλεσε για τη σύσταση του εμπιστεύματος και την ίδρυση της εταιρείας ALAN WAY TRADING LTD. Στην εν λόγω συνάντηση δεν τέθηκε ζήτημα για την εξόφληση του τιμολογίου – Τεκμήριο 159. Μάλιστα, στην πιο πάνω συνάντηση, αναφέρθηκε στη δικηγόρο Έλενα Κωνσταντίνου ότι η Εναγόμενη 1 συμπεριφέρεται με ανέντιμο τρόπο. Παρά τα πιο πάνω, η δικηγόρος δεν ανέφερε οτιδήποτε σε σχέση με εκκρεμούσες αγωγές εναντίον της Ενάγουσας 1.
Η Μ.Ε.7 ανέφερε στην κυρίως εξέτασή της ότι ιδιοκτήτρια των τεμαχίων του MALTA ήταν η πεθερά της. Υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της το περιεχόμενο της κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία (Τεκμήριο 82).
Γνώρισε την Εναγόμενη 1 στο δικηγορικό γραφείο του Μ.Ε.17 κατά τη συνάντηση στην οποία η Εναγόμενη 1 τους ανέφερε ότι θα τους παραχωρούσε ως αντιπαροχή δύο διαμερίσματα στο MALTA.
Εξ όσων γνωρίζει η αρχική συμφωνία ήταν όπως το τίμημα για την αγορά των τεμαχίων του ΜΑLTA καταβληθεί σε χρήματα. Η αντιπαροχή προέκυψε στη συνέχεια λόγω προβλήματος που επικαλέστηκε η Εναγόμενη 1 η οποία ανέφερε ότι είχε χάσει χρήματα σε ομόλογα.
Στις συναντήσεις για το ζήτημα της αντιπαροχής ήταν παρών και ο Μ.Ε.12, ο οποίος, όμως, δεν λάμβανε μέρος στις συζητήσεις. Οι αποφάσεις λαμβάνονταν από την Εναγόμενη 1.
Στο πλαίσιο της αντιπαροχής υπογράφηκαν δύο αγοραπωλητήρια συμβόλαια, το ένα επ’ ονόματί της και το δεύτερο επ’ ονόματι του συζύγου της. Ο λόγος που τα αγοραπωλητήρια συμβόλαια δεν έγιναν επ’ ονόματι της πεθεράς της, η οποία ήταν η ιδιοκτήτρια των τεμαχίων του ΜΑLΤΑ, ήταν γιατί η ίδια ζήτησε όπως τα διαμερίσματα εγγραφούν στη Μ.Ε.7 και τον σύζυγό της.
Στην πορεία, η Εναγόμενη 1 ανέφερε ότι δεν υπήρχαν χρήματα για την ανέγερση του MALTA και έτσι συμφωνήθηκε όπως η αντιπαροχή αφορά διαμερίσματα του TIVOLI. Υπήρξε όμως και εκεί πρόβλημα, με αποτέλεσμα να ακυρωθεί η πράξη που αφορούσε το διαμέρισμα που θα εγγραφόταν στο όνομά της. Η Εναγόμενη 1 εισηγήθηκε όπως της παραχωρηθεί άλλο διαμέρισμα στο έργο “Amathousia Heights”. Το εν λόγω διαμέρισμα ανήκε στην Εναγόμενη 11. Η Εναγόμενη 1 ανέφερε, ότι η Εναγόμενη 11 είναι συγγενής της και ότι συμμετέχει και αυτή στην οικογενειακή επιχείρηση. Αποδέχθηκε να λάβει το πιο πάνω διαμέρισμα, αν και ήταν χαμηλότερης αξίας από το διαμέρισμα που θα λάμβανε στο TIVOLI. Συγκεκριμένα, το διαμέρισμα που της παραχωρήθηκε ήταν αξίας €390.000, ενώ το διαμέρισμα στο TIVOLI θα ήταν αξίας €550.000.
Για τις πράξεις με την αγορά των διαμερισμάτων, ούτε η ίδια, αλλά ούτε και ο σύζυγός της κατέβαλαν οποιοδήποτε χρηματικό ποσό. Επίσης, η Εναγόμενη 1 δεν τους κατέβαλε, ως η υποχρέωσή της, το ποσό των €80.000.
Αντεξεταζόμενη δήλωσε, ότι δεν είχε η ίδια οποιαδήποτε εμπλοκή στην πώληση των τεμαχίων του MALTA. Η δική της εμπλοκή περιορίστηκε στο κομμάτι της αντιπαροχής των διαμερισμάτων που δοθήκαν ως μέρος του τιμήματος πώλησης των τεμαχίων του ΜΑLTA. Είναι μέσα σε αυτό το πλαίσιο που γνώρισε την Εναγόμενη 1.
Ερωτηθείσα κατά πόσο ο Μ.Ε.17 ενέγραψε για λογαριασμό της οικογένειάς της την εταιρεία Diversification, απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Στην υποβληθείσα θέση, ότι η εν λόγω εταιρεία χρησιμοποιήθηκε για να λάβει η οικογένεια της μέρος του τιμήματος των €1.860.000 προς αποφυγή πληρωμής φόρου κεφαλαιουχικών κερδών, απάντησε και πάλι ότι δεν γνωρίζει. Περαιτέρω, όταν της υποδείχθηκε τιμολόγιο της πιο πάνω εταιρείας με την επισήμανση ότι αυτό υπογράφεται από τον υιό της, απάντησε ότι δεν γνωρίζει την υπογραφή του υιού της. Επιπρόσθετα, δεν αναγνώρισε εκταμιεύσεις που έγιναν από τον λογαριασμό της πιο πάνω εταιρείας (Τεκμήριο 97) και φαίνεται να αφορούν την ίδια και τον σύζυγό της.
Στην υποβληθείσα θέση, ότι οι ισχυρισμοί περί αντιπαροχής «κατασκευάστηκαν» από τους Μ.Ε.12 και 17, η Μ.Ε.7 απάντησε ότι η ίδια πληροφορήθηκε για την αντιπαροχή από την Εναγόμενη 1. Αρνήθηκε, επίσης, τη θέση ότι οι συμφωνίες για την αντιπαροχή έγιναν με τον Μ.Ε.12 και όχι την Εναγόμενη 1.
Δεν γνωρίζει κατά πόσο εκ μέρους της πεθεράς της, η οποία πλέον έχει αποβιώσει, καταχωρήθηκε οποιαδήποτε αγωγή με την οποία να αξιώνεται το ποσό των €1.860.000. Όσον αφορά το ποσό των €80.000, ούτε η ίδια αλλά ούτε και ο σύζυγός της καταχώρησαν οποιαδήποτε αγωγή εις βάρος της Εναγόμενης 1.
Ο Μ.Ε.12 κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι γνωρίζει την Εναγόμενη 1 με την οποία συνεργάζονταν από το έτος 2006. Η Εναγόμενη 2 ανήκει στην Εναγόμενη 1. Την Εναγόμενη 3 δεν την είχε υπόψη του μέχρι τη στιγμή που σταμάτησε να συνεργάζεται με την Εναγόμενη 1. Τότε, σε συνάντηση με τους αρχιτέκτονες, πληροφορήθηκε ότι η Εναγόμενη 3 ανέλαβε την ανέγερση του TIVOLI. Επίσης, γνωρίζει ότι η Εναγόμενη 3 ανήκει στην οικογένεια της Εναγόμενης 1.
Κλήθηκε από την Αστυνομία σε σχέση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και έδωσε τρεις καταθέσεις το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του (Τεκμήρια 103-105).
Το Τεκμήριο 106 συντάχθηκε στο δικηγορικό γραφείο του Μ.Ε.17 κατόπιν οδηγιών της Εναγόμενης 1. Υπογράφηκε, ωστόσο, από τον ίδιο μετά από δικές της εντολές, διότι κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα η Εναγόμενη 1, αν και παρευρισκόταν στο γραφείο, ασχολούνταν με την ετοιμασία άλλων εγγράφων.
Οι οδηγίες για το άνοιγμα του κοινού λογαριασμού με τον Μ.Ε.13 δόθηκαν από την Εναγόμενη 1 η οποία χειριζόταν όλα τα χρηματοοικονομικά ζητήματα.
Η απόφαση για παραχώρηση δύο διαμερισμάτων ως αντιπαροχή στην οικογένεια Λουιζίδη πάρθηκε από την Εναγόμενη 1 η οποία τους επεξήγησε ότι λόγω του «κουρέματος» θα μπορούσαν να λάβουν σε χρήματα το ποσό των €2.000.000 και το υπόλοιπο θα έπρεπε να δοθεί σε μορφή αντιπαροχής. Σε διαφορετική περίπτωση δεν θα μπορούσε να ολοκληρωθεί η αγορά των τεμαχίων. Σε διευκρινιστική ερώτηση του κ. Θωμά ότι τον Σεπτέμβριο του 2011 δεν είχε γίνει «κούρεμα», ο Μ.Ε.12 απάντησε ότι κατά τον χρόνο κατάρτισης των αγοραπωλητηρίων συμβολαίων των τεμαχίων του MALTA υπήρχαν εντός της οικογένειας Λουιζίδη προβλήματα μεταξύ των αδελφών.
Αντεξεταζόμενος αναγνώρισε επιταγή η οποία εκδόθηκε επ΄ ονόματί του από την Εναγόμενη 3 για το ποσό των €50.000 ημερομηνίας 29.12.2008 (Τεκμήριο 109). Επίσης, συμφώνησε ότι οι Εναγόμενοι 3 και 8 ανακαίνισαν το διαμέρισμά του πριν την έναρξη εργασιών στο TIVOLI. Στην επισήμανση του κ. Ιωάννου, ότι γνώριζε πριν τον τερματισμό των σχέσεων του με την Εναγόμενη 1 την ύπαρξη της Εναγόμενης 3, ο Μ.Ε.12 ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια των έξι ετών που συνεργάστηκε με την Εναγόμενη 1 η τελευταία του κατέβαλε χρήματα από διάφορες εταιρείες. Αρνήθηκε, ωστόσο, την υποβληθείσα θέση ότι η επιταγή – Τεκμήριο 109 δόθηκε από την Εναγόμενη 3 ως αμοιβή για τον διορισμό της τελευταίας και του Εναγόμενου 8 ως υπευθύνων της ανέγερσης του TIVOLI.
Περαιτέρω, αρνήθηκε τη θέση του κ. Ιωάννου ότι ήταν επιθυμία του Ενάγοντα 3 όπως οι Εναγόμενοι 3 και 8 διοριστούν ως υπεύθυνοι του TIVOLI, καθώς ο Ενάγων 3 εντυπωσιάστηκε από την ποιότητα των εργασιών του έργου «Krocus Primus Villas» στην ανέγερση του οποίου είχαν εμπλοκή οι Εναγόμενοι 3 και 8. Επιπρόσθετα, αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση, ότι η Εναγόμενη 1 δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή στον διορισμό των Εναγομένων 3 και 8 ως υπευθύνων του TIVOLI.
Για το MALTA γνωρίζει μόνο γενικά σημεία και δεν είχε εμπλοκή στην οικονομική πλευρά της αγοράς του. Αρνήθηκε τη θέση του κ. Ιωάννου, ότι η Jermaco χρησιμοποιήθηκε από τους Ενάγοντες και τον ίδιο για την πληρωμή του ποσού των €1.860.000 που παρέμεινε ως υπόλοιπο για την αγορά των τεμαχίων του MALTA. Ο Μ.Ε.12 ανέφερε ότι η προαναφερόμενη εταιρεία άνηκε στην Εναγόμενη 1.
Η πληρωμή μέρους του τιμήματος αγοράς του MALTA μέσω αντιπαροχής ήταν ιδέα της Εναγόμενης 1 η οποία είχε αναφέρει στην οικογένεια Λουιζίδη ότι έχασε χρήματα από τα ελληνικά ομόλογα. Αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση, ότι το αφήγημα με τα ελληνικά ομόλογα είναι δικό του κατασκεύασμα για να δικαιολογηθεί η προσπάθεια φοροαποφυγής σε συνεργασία με την οικογένεια Λουιζίδη μέσω της απόκρυψης του ποσού των €1.860.000.
Δεν θυμάται κατά πόσο έδωσε και ο ίδιος εξουσιοδότηση στον Μ.Ε.17 για την καταχώρηση αγωγών σε σχέση με τα αγοραπωλητήρια συμβόλαια των τεμαχίων του MALTA.
Για όσες πληρωμές και μεταφορές χρημάτων εμφανίζεται η δική του υπογραφή, αυτή τίθετο κατόπιν εντολών, είτε του Ενάγοντα 3, είτε της Εναγόμενης 1.
Ο Μ.Ε.13 ως μέρος της κυρίως εξέτασής του υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης (Έγγραφο Στ), καθώς επίσης και την κατάθεσή του στην Αστυνομία ημερομηνίας 29.09.2014 (Τεκμήριο 113). Ισχυρίστηκε, ανάμεσα σε άλλα, ότι εξ όσων γνωρίζει το συνολικό ποσό χρημάτων που εισπράχθηκε από την οικογένειά του για την πώληση των τεμαχίων του MALTA είναι €2.004.999,50. Ο λόγος για τον οποίο η τιμή πώλησης των τεμαχίων MALTA δηλώθηκε στα €2.000.000 ήταν η επιμονή της Εναγόμενης 1. Συγκεκριμένα, επέμενε ότι είχαν απωλέσει τεράστια ποσά τα οποία επένδυσαν σε ελληνικά ομόλογα και δεν θα υπήρχε η δυνατότητα πληρωμής μεγαλύτερου χρηματικού ποσού. Ενόψει των πιο πάνω, αναγκάστηκε η οικογένειά του να αποδεχθεί την πληρωμή μέρους του τιμήματος πώλησης με αντιπαροχή.
Στις διάφορες συναντήσεις που πραγματοποιήθηκαν για τους σκοπούς πώλησης των επίμαχων ακινήτων η εντύπωση που είχε ήταν ότι ο επενδυτής του έργου ήταν η Εναγόμενη 1 και ότι ο Μ.Ε.12 ήταν υπάλληλός της.
Το ποσό των €1.123.703 κατατέθηκε σε κοινό λογαριασμό με τον Μ.Ε.12 κατόπιν απαίτησης της Εναγομένης 1, λόγω του ότι κατά τον συγκεκριμένο χρόνο εκκρεμούσε εναντίον της μητέρας του Μ.Ε.13 η αγωγή με αρ. 4820/2011 Ε.Δ. Λεμεσού η οποία σχετιζόταν με τα τρία ακίνητα του MALTA.
Στις 27.10.2011 καταχωρήθηκαν τρεις αγωγές με αριθμούς 5107/2011 – 5109/2011 στο Ε.Δ. Λεμεσού. Η Εναγόμενη 1 ήταν ενήμερη για τις πιο πάνω αγωγές, αφού η ίδια ήταν αυτή που υπέγραψε τα σχετικά διοριστήρια για την καταχώρησή τους.
Ο Μ.Ε.13 δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στη συνομολόγηση και υπογραφή των δύο συμφωνιών με τις οποίες η Εναγόμενη 1, ως διευθύντρια της Ενάγουσας 1, πώλησε στον αδελφό του και την σύζυγό του (Μ.Ε.7) δύο διαμερίσματα στο TIVOLI.
Αντεξεταζόμενος συμφώνησε, ότι τα αγοραπωλητήρια έγγραφα για την πώληση των τεμαχίων του MALTA καταρτίστηκαν στο δικηγορικό γραφείο του Μ.Ε.17. Στα εν λόγω έγγραφα δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε ύπαρξη αντιπαροχής η οποία θα αποτελούσε μέρος του τιμήματος πώλησης. Το μοναδικό έγγραφο που καταρτίστηκε και αναφέρεται σε αντιπαροχή είναι το Τεκμήριο 106 το οποίο συντάχθηκε μετά από οδηγίες της Εναγόμενης 1 και υπογράφηκε, επίσης, στο δικηγορικό γραφείο του Μ.Ε.17.
Συμφώνησε με τον κ. Ιωάννου, ότι το συνολικό τίμημα πώλησης των τριών τεμαχίων του MALTA ήταν €3.860.000. Πέραν του Τεκμηρίου 106, η οικογένεια του δεν διέθετε οποιαδήποτε άλλη εγγύηση για την εξασφάλιση του ποσού των €1.860.000. Έδειξαν εμπιστοσύνη στο γεγονός ότι είχε ενεργό ανάμειξη στην επίμαχη πώληση ο Μ.Ε.17, ο οποίος είναι έντιμος δικηγόρος και ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι θα κυλούσαν όλα ομαλά.
Μετά τις 04.04.2012, ημερομηνία ανάκλησης των πληρεξουσίων που του παραχώρησε η μητέρα του, δεν είχε οποιαδήποτε περαιτέρω ανάμειξη στα ζητήματα του MALTA. Για την αντιπαροχή των δύο διαμερισμάτων τα οποία παραχωρήθηκαν στον αδελφό του και την σύζυγό του (Μ.Ε.7) πληροφορήθηκε όταν κλήθηκε για κατάθεση στην Αστυνομία.
Εξ όσων γνωρίζει η μητέρα του, η οποία απεβίωσε τον Ιούλιο του 2014, δεν έλαβε οποιαδήποτε μέτρα για να διεκδικήσει το ποσό των €1.860.000.
Ουδέποτε πληροφορήθηκε για τις τραπεζιτικές επιταγές ύψους €784.016 και €950.968 οι οποίες τον παρουσιάζουν ως δικαιούχο αυτών.
Δεν γνωρίζει οτιδήποτε για την εταιρεία με την επωνυμία Diversification Ltd. Αρνήθηκε τη θέση του κ. Ιωάννου, ότι ποσό ύψους €480.000, το οποίο αποτελούσε μέρος της τραπεζιτικής επιταγής του ποσού των €784.016 κατέληξε στην οικογένειά του μέσω της προαναφερόμενης εταιρείας κατόπιν εκδοθέντος τιμολογίου που αφορούσε εμπορία ξυλείας. Περαιτέρω, αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση ότι συνεργάστηκε με τον Μ.Ε.12 για να μεταφερθούν χρήματα στην πιο πάνω εταιρεία προκειμένου να αποφύγει η οικογένεια του την πληρωμή φόρου.
Διαφώνησε με τη θέση του κ. Ιωάννου, ότι το Τεκμήριο 106 επινοήθηκε από τον ίδιο και τους Μ.Ε.12 και 17 στο πλαίσιο απόκρυψης του ποσού των €1.860.000.
Ο Μ.Ε.17 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης (Έγγραφο Η). Σύμφωνα με αυτήν, γνωρίζει την Εναγόμενη 1 από το έτος 2008, καθώς ήταν μία εκ των πελατών του δικηγορικού του γραφείου. Μέσω της Εναγόμενης 1 γνώρισε τον Ενάγοντα 3.
Η επαφή του με τον Ενάγοντα 3 μέχρι το 2014 γινόταν μέσω της Εναγόμενης 1, η οποία παρουσιαζόταν ως η εκπρόσωπός του. Ο Ενάγων 3 έτρεφε απεριόριστη εμπιστοσύνη προς την Εναγόμενη 1.
Την άνοιξη του 2014 επισκέφθηκαν το γραφείο του ο Ενάγων 3 μαζί με τον οικονομικό του σύμβουλο και τον Μ.Ε.12. Σε αυτή τη συνάντηση πληροφορήθηκε για τις ανησυχίες του Ενάγοντα 3 ως προς την επένδυσή του στο TIVOLI, καθώς η Εναγόμενη 1 απέφευγε να τον ενημερώσει για την εξέλιξη του έργου και να του δώσει εξηγήσεις για τα χρήματα που επένδυσε. Στην ίδια συνάντηση, ο Μ.Ε.17 ευχαρίστησε τον Ενάγοντα 3 για το «δώρο» των €53.000. Ο Ενάγων 3 εκπλάγηκε, καθώς δεν έδωσε οδηγίες στην Εναγόμενη 1 για ένα τέτοιο δώρο, ούτε και είχε οποιαδήποτε σχέση με την Jermaco, μέσω της οποίας στάλθηκε το πιο πάνω ποσό.
Ο Μ.Ε.17 επικοινώνησε με την Εναγόμενη 1 και προσφέρθηκε να μεσολαβήσει για την αποκατάσταση των σχέσεων της με τον Ενάγοντα 3 ζητώντας της ταυτόχρονα να παράσχει στον τελευταίο όλες τις πληροφορίες και τα έγγραφα που ζητούσε. Παρά την αρχικά θετική προσέγγιση της Εναγόμενης 1, εντούτοις η τελευταία δεν έδωσε οποιεσδήποτε πληροφορίες και δεν συνεργαζόταν για να γίνουν οι αναγκαίες αλλαγές στον Έφορο Εταιρειών, προκειμένου να απομακρυνθεί από τις εταιρείες του Ενάγοντα 3. Αντιθέτως, η στάση της ήταν εριστική και προσπαθούσε να κερδίσει χρόνο για δικούς της σκοπούς.
Λήφθηκαν όλα τα αναγκαία νομικά μέτρα για την απομάκρυνση της Εναγόμενης 1 από τις εταιρείες ιδιοκτησίας του Ενάγοντα 3 και οι αλλαγές επιτεύχθηκαν τον Ιούνιο του 2014. Περαιτέρω, ο Ενάγων 3, με δική του συμβουλή, κατήγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία.
Για το MALTA ενήργησε ως δικηγόρος των αγοραστριών εταιρειών κάτω από τις οδηγίες της Εναγόμενης 1. Μάλιστα, ήταν η Εναγόμενη 1 που του ανέφερε ότι θα λάμβανε από τον Ενάγοντα 3 ως «δώρο» το ποσό των €53.000 σε περίπτωση που κατάφερνε να πείσει τον Μιχάλη Λουιζίδη να δεχθεί όπως η αντιπαροχή γίνει με διαμερίσματα του TIVOLI αντί του MALTA. Τελικά οι Μιχάλης και Μαρία Λουιζίδη (Μ.Ε.7) πείσθηκαν να λάβουν τα δύο διαμερίσματα στο TIVOLI όχι από τον ίδιο, αλλά κύρια λόγω των μεθοδεύσεων της Εναγόμενης 1.
Τα αγοραπωλητήρια συμβόλαια δυνάμει των οποίων αγοράστηκαν τα δύο πιο πάνω διαμερίσματα δεν ετοιμάστηκαν από το δικηγορικό του γραφείο, αλλά από την Εναγόμενη 1.
Ούτε και είχε οποιαδήποτε εμπλοκή στο άνοιγμα του κοινού λογαριασμού στο όνομα των Μ.Ε.12 και 13. Η απόφαση λήφθηκε από την Εναγόμενη 1.
Οι αγωγές για την ειδική εκτέλεση των αγοραπωλητηρίων συμβολαίων σε σχέση με το MALTA καταχωρήθηκαν κατόπιν οδηγιών της Εναγόμενης 1, μετά, όμως, από δική του συμβουλή.
Η εμπλοκή και η γνώση του, σε σχέση με τις πληρωμές που έγιναν για το MALTA, ήταν περιορισμένη. Δεν γνωρίζει πόσα χρήματα πληρώθηκαν συνολικά για την αγορά των ακινήτων του MALTA.
Στη δια ζώσης μαρτυρία του ανέφερε, ότι η Εναγόμενη 1 τού απέστειλε τα αγοραπωλητήρια έγγραφα των δύο διαμερισμάτων που θα αποτελούσαν την αντιπαροχή για να τα ελέγξει.
Αντεξεταζόμενος δήλωσε, ότι δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στο TIVOLI.
Σε σχέση με το MALTA συμφώνησε ότι το τελικό τίμημα πώλησης ήταν €3.860.000 και είχε γνώση του εν λόγω ποσού κατά τη σύνταξη των αγοραπωλητηρίων εγγράφων των τριών τεμαχίων του MALTA. Ήταν με οδηγίες της Εναγόμενης 1 που τα τρία αγοραπωλητήρια καταρτίστηκαν για το συνολικό ποσό των €2.000.000, καθώς θα διδόταν αντιπαροχή που θα αντιστοιχούσε στο ποσό της διαφοράς.
Εξ όσων πληροφορήθηκε από την Εναγόμενη 1, πριν τη μεταβίβαση των τεμαχίων του MALTA, καταβλήθηκε στην πωλήτρια ποσό €2.000.000 και παρέμεινε υπόλοιπο €1.860.000 (Τεκμήριο 144). Δεν γνωρίζει, ωστόσο, πότε έγιναν οι πληρωμές.
Το Τεκμήριο 106 συντάχθηκε από τον ίδιο μετά από οδηγίες της Εναγόμενης 1. Περισσότερες λεπτομέρειες για την αντιπαροχή, όπως αν θα αφορούσε δύο ή περισσότερα διαμερίσματα ή τα τ.μ. δεν γνώριζε και δεν τον αφορούσε.
Για το ποσό των €53.000 η ενημέρωση που είχε από την Εναγόμενη 1 ήταν ότι οι οδηγίες του Ενάγοντα 3 ήταν να του καταβληθεί το εν λόγω ποσό εφόσον κατάφερνε να πείσει τον Μιχάλη Λουιζίδη να αποδεχθεί την ανταλλαγή της αντιπαροχής από το MALTA στο TIVOLI. Συζήτησε με τον Μιχάλη Λουιζίδη το πιο πάνω θέμα και αφού του ανέφερε ότι θα ήταν προς το συμφέρον του η συγκεκριμένη ανταλλαγή, καθώς το TIVOLI ήταν σε προχωρημένο στάδιο κατασκευής και σε καλύτερη περιοχή σε σύγκριση με το MALTA, πείσθηκε για την ανταλλαγή.
Αρνήθηκε τη θέση του κ. Ιωάννου, ότι το ποσό των €53.000 ήταν μέρος των χρημάτων της οικογένειας Λουιζίδη.
Δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στην εγγραφή της Diversification Ltd. Ετοίμασε, ωστόσο, κατόπιν οδηγιών της Εναγόμενης 1, μία συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας 1 και της εν λόγω εταιρείας. Στη συνέχεια η Εναγόμενη 1 τού ζήτησε όπως αντικατασταθεί στην πιο πάνω συμφωνία η Ενάγουσα 1 από την Jermaco.
Δεν γνωρίζει από ποιον λάμβανε οδηγίες η Εναγόμενη 1 για τις διάφορες πληρωμές που πραγματοποιούσε. Γνωρίζει μόνο σε σχέση με το ποσό των €53.000 για το οποίο η Εναγόμενη 1 τού είπε ότι ήταν «δώρο» κατόπιν οδηγιών του Ενάγοντα 3.
Αρνήθηκε τη θέση, ότι ο κοινός λογαριασμός των Μ.Ε.12 και 13 δεν ανοίχθηκε μετά από οδηγίες της Εναγόμενης 1 και παρέπεμψε στο Τεκμήριο 139.
Η Μ.Ε.5 κατά την κυρίως εξέτασή της ανέφερε, ότι ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου. Κατά την περίοδο 2006-2018 εργαζόταν ως δικηγόρος στο τμήμα εταιρειών της δικηγορικής εταιρείας Ανδρέας Μιχαλάκης Σοφοκλέους ΔΕΠΕ.
Ήταν υπεύθυνη για τη διαχείριση της Jermaco, καθώς και της πρώην Εναγόμενης 17 από την ίδρυσή τους μέχρι και την ημερομηνία διάλυσής τους. Για τις προαναφερόμενες εταιρείες έδωσε καταθέσεις στην Αστυνομία, το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της (Τεκμήρια 79 - 81).
Για την ίδρυση της Jermaco έλαβε οδηγίες από τον Μ.Ε.8, ο οποίος συνεργαζόταν με τη δικηγορική εταιρεία στην οποία εργαζόταν. Συγκεκριμένα, οι οδηγίες δόθηκαν στις 12.09.2008 για να ιδρυθεί η πιο πάνω εταιρεία στις Σεϋχέλλες. Από την ημερομηνία ίδρυσής της μέχρι και τις 19.12.2013, ο πραγματικός μέτοχος και διευθυντής της εν λόγω εταιρείας ήταν ο Εναγόμενος 12. Απαραίτητη προϋπόθεση για την ίδρυση μιας εταιρείας είναι η γνώση των στοιχείων του πραγματικού δικαιούχου αυτής. Στην προκείμενη περίπτωση τα στοιχεία δόθηκαν από τον Μ.Ε.8.
Από τις 19.12.2013 πραγματικός δικαιούχος και διευθυντής της εταιρείας έγινε η Εναγόμενη 1 μέχρι και τη διάλυσή της. Οι οδηγίες για τη διάλυση της εταιρείας δόθηκαν, από τον Μ.Ε.8, ο οποίος, στη βάση των εγγράφων που τηρούνται στο αρχείο της εταιρείας, έλαβε σχετικές οδηγίες από την Εναγόμενη 1.
Η ίδια διαδικασία ακολουθήθηκε και για την ίδρυση της πρώην Εναγόμενης 17 στην οποία, επίσης, ο αρχικά πραγματικός δικαιούχος και διευθυντής ήταν ο Εναγόμενος 12 μέχρι και τις 19.12.2013, ημερομηνία κατά την οποία η Εναγόμενη 1 κατέστη πραγματικός δικαιούχος και διευθυντής.
Κατά τη διαδικασία διάλυσης των εταιρειών απαιτείται η κατάθεση κατάστασης περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων της εταιρείας. Για τις υπό αναφορά εταιρείες η πιο πάνω κατάσταση υπογράφηκε από την Εναγόμενη 1 ως η τελική δικαιούχος τους.
Αντεξεταζόμενη δήλωσε ότι η γνώση της ως προς το ότι η πρώην Εναγόμενη 17 και η Jermaco ελέγχονταν από την Εναγόμενη 1 προκύπτει από τα αρχεία των εταιρειών. Διευκρίνισε, ότι από τα πιο πάνω αρχεία προκύπτει ότι η Εναγόμενη 1 ήταν η πραγματική δικαιούχος από τις 19.02.2013. Για το χρονικό διάστημα πριν την εν λόγω ημερομηνία, δεν γνωρίζει κατά πόσο ήταν δικών της συμφερόντων οι εν λόγω εταιρείες.
Δεν είχε προσωπική επαφή, είτε με την Εναγόμενη 1, είτε με τον Εναγόμενο 12. Περαιτέρω, διευκρίνισε ότι οι πιο πάνω αναφερόμενοι Εναγόμενοι δεν υπέγραψαν ενώπιόν της οποιοδήποτε έγγραφο.
Επίσης, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο η Jermaco και η πρώην Εναγόμενη 17 ελέγχονταν από άλλα πρόσωπα και όχι από τους Εναγόμενους 1 και 12. Επανέλαβε, ότι η γνώση της σε σχέση με ζητήματα που αφορούν τις εν λόγω εταιρείες πηγάζει από τα έγγραφα που βρίσκονται στα αρχεία τους και από τις οδηγίες που έλαβε από τον Μ.Ε.8.
Ο Μ.Ε.8 είναι εγκεκριμένος λογιστής – ελεγκτής. Υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία (Τεκμήρια 83 και 83Α).
Οι Εναγόμενοι 1 και 12 ζήτησαν τις υπηρεσίες του για να ιδρύσουν τη Jermaco και την πρώην Εναγόμενη 17. Για τον πιο πάνω σκοπό αποτάθηκε στο δικηγορικό γραφείο Σοφοκλέους για την εγγραφή των εταιρειών. Συγκεκριμένα, συνομιλούσε για το εν λόγω ζήτημα με τη Μ.Ε.5.
Οι Εναγόμενοι 1 και 12 δεν συνεργάστηκαν μαζί του για οποιεσδήποτε άλλες εταιρείες.
Οι υπογραφές στα έγγραφα που αφορούν τις εταιρείες τίθενται από τους πελάτες. Αυτό έγινε και στην παρούσα περίπτωση, αφού τα σημαντικά έγγραφα των εταιρειών κατά κανόνα υπογράφονται στο γραφείο του και στην παρουσία του.
Οι τελικοί πραγματικοί δικαιούχοι των εταιρειών, στη βάση των εγγράφων και στοιχείων που έχει στην κατοχή του, είναι αυτοί που είναι και εγγεγραμμένοι ως μέτοχοι των εταιρειών στα επίσημα βιβλία. Δεν δόθηκε στον ίδιο κάτι που να υποστηρίζει οτιδήποτε διαφορετικό.
Κατά την αντεξέτασή του ρωτήθηκε επί δηλώσεων που έκανε κατά τη μαρτυρία που έδωσε στην ποινική υπόθεση με αρ.4000/2018 του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λεμεσού. Συγκεκριμένα, τού υποδείχθηκε δήλωσή του στην οποία ανέφερε ότι δεν μπορεί να θυμάται κατά πόσο η Εναγόμενη 1 υπέγραψε ενώπιόν του έγγραφα που αφορούν τη Jermaco και την πρώην Εναγόμενη 17. Ο Μ.Ε.8 απάντησε, ότι δεν μπορεί μεν να θυμάται, όμως η πολιτική του γραφείου του είναι ότι όλα τα σημαντικά έγγραφα υπογράφονται στην παρουσία του.
Δεν γνωρίζει σε ποιον τομέα δραστηριοποιήθηκαν οι εταιρείες μετά την εγγραφή τους. Ούτε και ενημερώθηκε κατά πόσο οι εταιρείες ελέγχονταν από άλλα πρόσωπα, εκτός από τον εγγεγραμμένο διευθυντή τους.
Συμφώνησε, ότι θα μπορούσε με εμπίστευμα (trust) ο τελικός δικαιούχος να είναι άλλος από τον εγγεγραμμένο, ωστόσο στην παρούσα περίπτωση δεν είχε ενημέρωση για την ύπαρξη εμπιστεύματος. Αποτελεί πάγια πρακτική, όπως ο πράκτορας (agent) και ο διαχειριστής (administrator) μίας εταιρείας είναι ενήμεροι σε περιπτώσεις όπου ο τελικός δικαιούχος είναι διαφορετικός από αυτόν που παρουσιάζεται στα έγγραφα της εταιρείας.
Τέλος, ανέφερε ότι δεν τηρούσε τα λογιστικά βιβλία της Jermaco και της πρώην Εναγόμενης 17.
Ο Μ.Ε.15 είναι διευθυντής της εταιρείας G.A.I Papanicolaou Blinds Ltd. Υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία – Τεκμήριο 132. Συνεργάστηκε με την Εναγόμενη 3, τόσο στο TIVOLI, όσο και σε άλλα έργα πριν από αυτό.
Για όλες τις συνεργασίες επικοινωνούσε με την Εναγόμενη 1. Ειδικότερα, για το TIVOLI έδωσε προσφορές στην Εναγόμενη 1, η οποία τις υπέγραψε με εξαίρεση το sales order που αφορούσε την πολυκατοικία. Τα τιμολόγια, ωστόσο, υπογράφηκαν από την Εναγόμενη 7, στην οποία τον παρέπεμψε η Εναγόμενη 1 λέγοντάς του ότι διευθύντρια στην Εναγόμενη 3 ήταν η Εναγόμενη 7 και η ίδια δεν είχε σχέση.
Η διαπραγμάτευση με την οποία ανατέθηκε στην εταιρεία του η εργασία για το TIVOLI έγινε με την Εναγόμενη 1 και σε κάποιες συναντήσεις παρών ήταν και ο Εναγόμενος 12.
Αντεξεταζόμενος συμφώνησε ότι, η εταιρεία του ήγειρε αγωγή στο Ε.Δ. Λευκωσίας εναντίον της Εναγόμενης 3. Στο πλαίσιο της πιο πάνω αγωγής ετοίμασε γραπτή δήλωση (Τεκμήριο 134).
Αποδέχθηκε, ότι στο Τεκμήριο 134 δεν αναφέρεται στην Εναγόμενη 1. Επανέλαβε, ωστόσο, ότι οι προσφορές προς την Εναγόμενη 3 υπογράφηκαν για λογαριασμό της τελευταίας από την Εναγόμενη 1.
Αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση, ότι όσα ανέφερε για την Εναγόμενη 1 είναι εκδικητικά λόγω της αντιδικίας με την Εναγόμενη 3.
Η Μ.Ε.3 εργάζεται στο Συμβούλιο Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών. Κατά την κυρίως εξέτασή της δήλωσε ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν ήταν εγγεγραμμένοι στο μητρώο εργοληπτών κατά την περίοδο 2008 - 2014. Ομοίως οι Εναγόμενοι 3, 6, 7 δεν ήταν εγγεγραμμένοι στο προαναφερόμενο μητρώο κατά την ίδια χρονική περίοδο. Η πρώην Εναγόμενη 15 ήταν εγγεγραμμένη το έτος 2010 για την περίοδο 23.03.2010-31.12.2010, για το έτος 2011 από 26.01.2011-31.12.2011, για το έτος 2012 από 02.03.2012-31.12.2012, για το έτος 2013 από 31.5.2023 μέχρι 31.12.2013 και για το έτος 2014 από 04.06.2014 μέχρι 31.12.2014.
Εργολάβος ο οποίος είναι κάτοχος άδειας εργολήπτη Δ τάξης δικαιούται να εκτελέσει οικοδομικά έργα μέχρι 1.000 τ.μ. Η πρώην Εναγόμενη 15, μέσω του τεχνικού διευθυντή της, διέθετε άδεια εργολήπτη Δ τάξης.
Αντεξεταζόμενη δήλωσε, ότι δεν γνωρίζει τα πρόσωπα που εκτέλεσαν εργοληπτικές εργασίες στο TIVOLI. Τα Τεκμήρια 62 - 64 αφορούν έντυπα τα οποία εκδίδονται από το Συμβούλιο Εργοληπτών και αγοράζονται από τους εργολάβους.
Η Μ.Ε.9 εργάζεται στο Επαρχιακό Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων και κατέθεσε ως δέσμη Τεκμηρίων 84 και 85 τις αναλυτικές καταστάσεις αποδοχών ασφαλισμένου αναφορικά με τις Εναγόμενες 2 και 3 για την περίοδο μέχρι το έτος 2014.
Αντεξεταζόμενη ανέφερε, ότι στα Τεκμήρια που κατέθεσε παρουσιάζονται απλώς οι κωδικοί επαγγέλματος του κάθε εργοδοτουμένου και αποτυπώνουν τον μισθό και τα ονόματα των εργοδοτουμένων.
Η Μ.Ε.10 εργάζεται στον Τομέα Διεθνών Τραπεζικών Επιχειρήσεων της Τράπεζας Κύπρου. Ως μέρος της κυρίως εξέτασής της υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης η οποία κατατέθηκε ως Έγγραφο Δ.
Για το άνοιγμα εταιρικών τραπεζικών λογαριασμών απαιτούνται τα έγγραφα σύστασης της εταιρείας στο όνομα της οποίας θα ανοιχθεί ο λογαριασμός. Περαιτέρω, υποβάλλεται αίτηση για άνοιγμα του λογαριασμού στο οποίο περιλαμβάνονται διάφορα έγγραφα που σχετίζονται με την εταιρεία όπως ιδρυτικά έγγραφα και αντίγραφα διαβατηρίων ή ταυτοτήτων. Θα πρέπει, επίσης, να παραδοθούν από την εταιρεία έγγραφα στα οποία ορίζεται το φυσικό πρόσωπο το οποίο έχει δικαίωμα υπογραφής σε σχέση με τον λογαριασμό της εταιρείας για την εκτέλεση διαφόρων τραπεζικών συναλλαγών. Κατέθεσε ως δέσμη Τεκμηρίου 86 έγγραφα τα οποία υποβλήθηκαν στην τότε Marfin Popular Bank Co Ltd αναφορικά με την Jermaco.
Συγκεκριμένα, από τη δέσμη Τεκμηρίου 86 προκύπτει, ότι δικαίωμα υπογραφής είχαν οι Εναγόμενοι 1 και 12, οι οποίοι είχαν ταυτόχρονα και δικαίωμα χρήσης της ηλεκτρονικής τραπεζικής.
Ο τελικός δικαιούχος των μετοχών της Jermaco, στη βάση των εγγράφων που βρίσκονται στο αρχείο της τράπεζας, ήταν ο Εναγόμενος 12. Ουδέποτε κοινοποιήθηκε στην τράπεζα οποιαδήποτε αλλαγή στη μετοχική δομή της εν λόγω εταιρείας.
Η Jermaco διατηρούσε έναν τρεχούμενο λογαριασμό και λογαριασμούς προθεσμίας (fix deposit).
Περαιτέρω, κατέθεσε ως δέσμη Τεκμηρίου 89 παραστατικά 36 συναλλαγών οι οποίες αφορούν μεταφορές διαφόρων χρηματικών ποσών από συγκεκριμένους λογαριασμούς. Για όλες τις συναλλαγές που αφορούν την Jermaco οι εντολές υπογράφηκαν από την Εναγόμενη 1.
Για τη συναλλαγή ημερομηνίας 17.01.2013 και τη μεταφορά ποσού €150.000 από τον τρεχούμενο λογαριασμό της Jermaco στον λογαριασμό της εταιρείας Elite Furs Trading LLC παρουσιάστηκε γραπτή συμφωνία προς δικαιολόγηση της μεταφοράς του εν λόγω ποσού. Η συμφωνία εκ μέρους της Jermaco υπογράφηκε από την Εναγόμενη 1. Στη βάση γραπτής συμφωνίας έγιναν και οι μεταφορές ημερομηνίας 11, 15 και 16.04.2013 από τον λογαριασμό της Jermaco προς λογαριασμό της πρώην Εναγόμενης 9. Οι εν λόγω συμφωνίες αφορούσαν πώληση γουνών. Όσον αφορά τις συναλλαγές ημερομηνίας 02.04.2012 για το ποσό των €50.000 έκαστη, αυτές αφορούν μεταφορές χρηματικών ποσών στους λογαριασμούς των Εναγομένων 6, 7 και 12. Οι μεταφορές προς τους λογαριασμούς των Εναγομένων 6 και 7 έγιναν με την αιτιολογία της παραχώρησης δανείου. Για την μεταφορά προς τον Εναγόμενο 12 δεν δόθηκε συγκεκριμένη αιτιολογία.
Αντεξεταζόμενη δήλωσε, ότι ο ρόλος της είναι καθαρά διεκπεραιωτικός και αφορά την παρουσίαση στο Δικαστήριο των εγγράφων που λόγω της ιδιότητάς της βρίσκονται στην κατοχή της.
Αναφορικά με τις αιτιολογίες των διαφόρων συναλλαγών που παρουσιάζονται στην κατάσταση της Jermaco δήλωσε, ότι γνωρίζει μόνο όσα καταγράφονται στα έγγραφα που έχει στην κατοχή της και δεν έχει προσωπική γνώση των εν λόγω συναλλαγών. Επίσης, δεν είχε προσωπική επαφή με την Εναγόμενη 1, ούτε και υπέγραψε οποιοδήποτε έγγραφο ενώπιόν της η τελευταία.
Όσον αφορά τις επιταγές για τα ποσά των €784.016 και €950.968, δεν θυμάται το πίσω μέρος των εν λόγω επιταγών και δεν ήταν σε θέση να δηλώσει κατά πόσο υπήρξε οπισθογράφηση από τον Μ.Ε.13. Ούτε γνωρίζει πώς διατέθηκαν τα προαναφερόμενα ποσά.
Σε σχέση με τις συναλλαγές που παρουσιάζονται στις καταστάσεις λογαριασμού της Jermaco (δέσμη Τεκμηρίου 88), δεν γνωρίζει οτιδήποτε άλλο πέραν των όσων καταγράφονται στις πιο πάνω καταστάσεις. Τέλος, δήλωσε ότι από τα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή της τράπεζας δεν υπάρχει οποιαδήποτε ένδειξη ότι υπήρξε εμπίστευμα (trust).
Ο Μ.Ε.14 εργάζεται στο Κέντρο Διεθνών Επιχειρήσεων της Ελληνικής Τράπεζας και κατέθεσε ως Τεκμήριο 117 έγγραφο με τίτλο (company resolution) της Εναγόμενης 13. Επίσης, κατέθεσε ως Τεκμήριο 119 έγγραφα τα οποία παρουσιάστηκαν στην τράπεζα για σκοπούς ανοίγματος του λογαριασμού της πρώην Εναγόμενης 9, καθώς και καταστάσεις λογαριασμών της προαναφερόμενης εταιρείας ως Τεκμήρια 120 - 122. Επιπρόσθετα, κατέθεσε ως δέσμη Τεκμηρίων 123 έγγραφα τα οποία παρουσιάστηκαν στην τράπεζα για σκοπούς ανοίγματος του λογαριασμού της Εναγόμενης 3, και ως δέσμη Τεκμηρίου 126 αντίστοιχα έγγραφα που αφορούν την πρώην Εναγόμενη 15.
Στα απαιτούμενα έγγραφα ανοίγματος λογαριασμού περιλαμβάνεται και έγγραφο στο οποίο φαίνεται το φυσικό πρόσωπο που εξουσιοδοτείται να υπογράφει εκ μέρους της εταιρείας. Σε σχέση με την Εναγόμενη 13, ως εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για υπογραφή εκ μέρους της δηλώθηκε η Εναγόμενη 1.
Αναφορικά με τις πρώην Εναγόμενες 5, 17 και την Jermaco, δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει οποιαδήποτε έγγραφα καθώς μετά την πάροδο 10 ετών από το κλείσιμο του λογαριασμού δεν υπάρχει η δυνατότητα ανάκτησης εγγράφων που σχετίζονται με τους συγκεκριμένους λογαριασμούς.
Αντεξεταζόμενος ανέφερε, ότι δεν είχε οποιαδήποτε προσωπική εμπλοκή σε σχέση με τα έγγραφα που κατέθεσε ως Τεκμήρια. Γνωρίζει, όμως, τις διαδικασίες που ακολουθούνται καθώς είναι πάγια η πολιτική που εφαρμόζει η τράπεζα σε σχέση με τα έγγραφα που απαιτούνται κατά το άνοιγμα λογαριασμών.
Κατέθεσε ως Τεκμήρια 128 και 129 αντίγραφο τραπεζικής επιταγής και εξερχόμενη εντολή πληρωμής αντίστοιχα από την πρώην Εναγόμενη 17 προς την Jermaco για το ποσό των €188.841.62.
Στα έγγραφα που αφορούν την Εναγόμενη 3 (δέσμη Τεκμηρίου 123) δεν αναφέρεται το όνομα της Εναγόμενης 1.
Ο Μ.Ε.16 εργάζεται στο γραφείο του εκκαθαριστή της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd. Οι εταιρείες DYLOX CONSULTING LTD, NEWPOINT MANAGEMENT LTD, SKYNET GROUP LTD και η Ενάγουσα 9 υπέστηκαν απομείωση καταθέσεων στη βάση των διαταγμάτων του 2013. Όλες οι πιο πάνω νομικές οντότητες υπέβαλαν επαλήθευση χρέους μέσω του ελεγκτικού γραφείου Άνθιμος Λεωνίδου και Συνεταίροι Λτδ και η επαλήθευση έγινε αποδεκτή.
Η Jermaco υπέστη, επίσης, απομείωση καταθέσεων αλλά δεν έχει υποβάλει επαλήθευση χρέους. Η εν λόγω εταιρεία ήγειρε εναντίον του εκκαθαριστή της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd την αγωγή με αρ.4020/2013 Ε.Δ. Λεμεσού, την οποία και απέσυρε στις 05.11.2024.
Αντεξεταζόμενος ανέφερε, ότι δεν γνωρίζει ποιος ήταν ιδιοκτήτης της Jermaco.
Ο Μ.Ε.2 είναι επιμετρητής ποσοτήτων και ετοίμασε σχετική εκτίμηση κόστους σε σχέση με το TIVOLI. Η εν λόγω εκτίμηση αφορά τις εργασίες που έπρεπε να είχαν εκτελεστεί και τις εργασίες που όντως εκτελέστηκαν (Τεκμήριο 42).
Η προκαταρκτική εκτίμηση κόστους ενός έργου αφορά την πρώτη εκτίμηση που γίνεται με σκοπό να καθοριστεί ο προϋπολογισμός του έργου. Δεν είναι ακριβής εκτίμηση, αφού πιθανόν να μην υπάρχουν ούτε καν σχέδια κατά την εκπόνηση της εν λόγω εκτίμησης. Στην παρούσα περίπτωση η μέθοδος με την οποία εργάστηκε στηρίχθηκε στα δελτία ποσοτήτων και αποτελεί την πιο λεπτομερή και ακριβή καταμέτρηση του κόστους των εργασιών. Αυτό, διότι το κάθε υλικό που χρησιμοποιείται έχει τη δική του ξεχωριστή τιμή μονάδος.
Για την ετοιμασία της μελέτης του στηρίχθηκε στα αρχιτεκτονικά και στατικά σχέδια του έργου. Περαιτέρω, με ομάδα έξι ατόμων επισκέφθηκε το TIVOLI περί τον Αύγουστο του 2018 οπότε και καταγράφηκαν επιτόπου πληροφορίες σε σχέση, για παράδειγμα, με την ποιότητα των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν για την ανέγερση των οικοδομών. Λήφθηκε, επομένως, υπόψη η πραγματική επιτόπου κατάσταση προκειμένου να γίνει η εκτίμηση της εκτελεσθείσας εργασίας. Στη βάση της εκτίμησης που διενήργησε η ολοκλήρωση του έργου θα κόστιζε €10.167.000 με τιμές του 2012. Στη βάση των ιδίων τιμών μονάδος, οι εργασίες που πράγματι εκτελέστηκαν στο έργο κοστολογούνται στο ποσό των €5.222.000. Στις πιο πάνω τιμές δεν περιλαμβάνονται ο Φ.Π.Α., οι αμοιβές των συμβούλων, οποιαδήποτε έξοδα τα οποία έγιναν εκτός εργοταξίου, καθώς και οποιεσδήποτε αυξήσεις υλικών. Συνεπώς, για την εύρεση του πραγματικού κόστους τα προαναφερόμενα έξοδα θα πρέπει να προστεθούν στο ύψος της επιμέτρησης.
Αντεξεταζόμενος δήλωσε, ότι δεν ήλθε σε επικοινωνία με τους αρχιτέκτονες του έργου, τους εργολάβους που εκτέλεσαν τις οικοδομικές εργασίες και τον επιμετρητή που χρησιμοποίησε η Ενάγουσα 1 πριν την έναρξη και κατά τη διάρκεια εκτέλεσης των εργασιών. Δεν χρειαζόταν να έρθει σε επαφή με τα πιο πάνω πρόσωπα, εφόσον είχε στην κατοχή του τα σχέδια στη βάση των οποίων εκτελέστηκαν οι οικοδομικές εργασίες και προχώρησε στην επιτόπου επιμέτρηση των εργασιών.
Τα διατακτικά πληρωμής εκδίδονται από τον επιμετρητή ποσοτήτων και αποτελούν μία εκτίμηση η οποία απευθύνεται προς τον αρχιτέκτονα του έργου αναφορικά με την εκτελεσθείσα εργασία. Ακολούθως, ο αρχιτέκτονας εκδίδει πιστοποιητικά τα οποία καθορίζουν τόσο την αποδοχή της ποιότητας της εργασίας, όσο και την ποσότητα. Τα πιστοποιητικά που εκδίδονται κατά την εξέλιξη των εργασιών θεωρούνται ως ενδιάμεσα και είναι πιθανόν κατά την τελική εκτίμηση τα ποσά που αναγράφονται σε αυτά να διαφοροποιηθούν.
Κατά την ετοιμασία της έκθεσής του δεν είχε ενώπιόν του τα πιστοποιητικά πληρωμής, τα οποία εκδόθηκαν από τους επιβλέποντες αρχιτέκτονες του έργου (Τεκμήριο 71, Έγγραφα 689 - 698).
Ερωτηθείς κατά πόσο η εκτίμηση – Τεκμήριο 73 είναι λανθασμένη, ο Μ.Ε.2 απάντησε ότι δεν τίθεται ζήτημα ορθότητας ή όχι της εν λόγω εκτίμησης. Πρόκειται για διαφορετική εκτίμηση από αυτήν που ετοίμασε ο ίδιος. Συγκεκριμένα, το Τεκμήριο 73 αφορά μία προκαταρκτική εκτίμηση κόστους η οποία γίνεται σε αρχικό στάδιο, ενώ η εκτίμηση που ο ίδιος ετοίμασε είναι λεπτομερής και στηρίζεται στη μέθοδο των δελτίων ποσοτήτων και της τιμής μονάδος του κάθε υλικού που χρησιμοποιήθηκε στο έργο.
Στην ετοιμασία της εκτίμησής του δεν έλαβε υπόψη τα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας του κράτους, καθώς είναι άγνωστο ποιος είναι ο μέσος όρος που χρησιμοποιείται για την ετοιμασία των εν λόγω στοιχείων. Στηρίχθηκε στη βάση δεδομένων η οποία τηρείται στο γραφείο του.
Τα αρχιτεκτονικά σχέδια του έργου δεν παρουσιάζουν ουσιώδεις αποκλίσεις από την επιτόπου κατάσταση.
Ερωτηθείς κατά πόσο έλαβε υπόψη του, ότι επαύλεις και διαμερίσματα του έργου πωλήθηκαν σε τιμές υψηλότερες από τις εκτιμημένες αξίες και κατά πόσο αξιολόγησε το εν λόγω δεδομένο κατά την επιμέτρηση, απάντησε ότι η επιμέτρηση ποσοτήτων δεν σχετίζεται με την αξία πώλησης μιας ακίνητης περιουσίας. Η επιμέτρηση ποσοτήτων περιορίζεται στο κατασκευαστικό κόστος των οικοδομικών εργασιών, χωρίς να λαμβάνει υπόψη την πολυτέλεια του κινητού εξοπλισμού μιας κατοικίας, το κόστος της γης, την αποτίμηση της θέας, καθώς και άλλους παράγοντες οι οποίοι μπορεί να διαμορφώσουν την αξία της πώλησης.
Στην υποβληθείσα θέση, ότι η εκτίμηση του Τεκμηρίου 73 επιβεβαιώνεται από τα διατακτικά πληρωμής που εξέδωσαν οι επιβλέποντες αρχιτέκτονες ο μάρτυρας επανέλαβε ότι δεν είχε υπόψη του τα εν λόγω διατακτικά.
Ως Μ.Ε.4 κατέθεσε εκτιμητής ακινήτων ο οποίος ταυτόχρονα είναι και εγγεγραμμένος κτηματομεσίτης. Στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του κατέθεσε έκθεση εκτίμησης (Τεκμήριο 43Α) η οποία αφορά την αγοραστική και ενοικιαστική αξία των μονάδων του TIVOLI. Με την πιο πάνω έκθεση προχώρησε σε υπολογισμό του απολεσθέντος κέρδους εφαρμόζοντας τη μέθοδο της απώλειας εισοδημάτων από ενοίκια. Η εκτίμηση του καλύπτει την περίοδο από το έτος 2014, ημερομηνία κατά την οποία αναμενόταν η ολοκλήρωση του έργου, μέχρι και το έτος 2024. Τα ενοίκια έχουν υπολογιστεί ως ποσοστό επί της αγοραίας αξίας των ακινήτων.
Υπολόγισε ξεχωριστά την ενοικιαστική αξία των διαμερισμάτων από εκείνη των επαύλεων. Ειδικότερα, έλαβε υπόψη του την απώλεια ενοικίων για 18 από τα 22 συνολικά διαμερίσματα, καθώς τα 4 είχαν ήδη πωληθεί κατά την περίοδο 2012-2013. Η καθαρή απώλεια εσόδων από ενοίκια για τα 18 διαμερίσματα ανέρχεται στο ποσό των €5.560.055.
Όσον αφορά την απώλεια ενοικίων των επαύλεων έλαβε υπόψη του τις 4 από τις 7 επαύλεις, καθώς οι 3 είχαν ήδη πωληθεί. Η καθαρή απώλεια εσόδων για τις πιο πάνω επαύλεις ανέρχεται στο ποσό των €2.680.499.
Αντεξεταζόμενος ανέφερε, ότι η αγοραία αξία των ακινήτων κατά το 2014 ήταν χαμηλότερη από την αντίστοιχη αξία τους κατά το 2012, διότι μεσολάβησε η οικονομική κρίση και η απομείωση καταθέσεων κατά το έτος 2013. Μετά τα γεγονότα του 2013 οι αξίες των ακινήτων ακολούθησαν καθοδική πορεία.
Κατά τους χρόνους επίσκεψής του στο TIVOLI διαπίστωσε ότι οι επαύλεις του συγκροτήματος είχαν αποπερατωθεί. Δεν γνωρίζει, όμως, τον χρόνο κατά τον οποίο αποπερατώθηκαν.
Για την εύρεση της αγοραίας αξίας των ακινήτων δεν στηρίχθηκε τόσο σε πωλήσεις που έγιναν εντός του συγκροτήματος διότι παρατήρησε ότι μεταξύ πωλήσεων υπήρχαν μεγάλες αποκλίσεις. Ως εκ τούτου θεώρησε ως πιο αξιόπιστη λύση τη λήψη πληροφοριών από 39 συγκριτικές πωλήσεις της γειτνιάζουσας περιοχής του TIVOLI.
Ο Μ.Ε.11 είναι πολιτικός μηχανικός. Υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή δήλωση την οποία κατέθεσε ως Έγγραφο Ε. Ανέφερε, ανάμεσα σε άλλα, ότι η ορθή διαδικασία υλοποίησης ενός έργου μεγέθους του TIVOLI προϋποθέτει την επαγγελματική διαχείριση του έργου, μέσω διορισμού εξειδικευμένου Διευθυντή έργου ή εταιρείας διαχείρισης με εμπειρία σε παρόμοια έργα. Επίσης, απαιτείται λεπτομερής μελέτη και προγραμματισμός, επιλογή κατάλληλου εργολάβου και ολοκληρωμένη επίβλεψη του έργου.
Η απαιτούμενη άδεια εργολήπτη για έργο του μεγέθους και της πολυπλοκότητας του TIVOLI θα έπρεπε να είναι τουλάχιστον τάξης Β. Αυτό ενισχύεται και από το γεγονός ότι η ανάπτυξη είχε εκτιμηθεί και προσφοροδοτηθεί ως ενιαία ανάπτυξη η συνολική έκταση της οποία υπερβαίνει τα 1000 m² που δικαιούταν να αναλάβει ο εργολάβος του έργου ο οποίος ήταν κάτοχος αδείας Δ τάξης. Η τεχνητή προσπάθεια «κάλυψης» της πιο πάνω παρανομίας με την έκδοση ξεχωριστών αδειών οικοδομής που επιτρέπουν η κάθε μία σε εργολήπτη Δ τάξης να εκτελέσει το επιμέρους έργο δεν αμβλύνει την κατάσταση, εφόσον η ανάπτυξη ήταν επί της ουσίας ενιαία. Επομένως, η ανάθεση του έργου στον εργολάβο με ξεχωριστές συμφωνίες δεν ήταν νόμιμη.
Η ετοιμασία προκαταρκτικής εκτίμησης κόστους στη βάση τιμών που καθορίστηκαν από την Εναγόμενη 1 και όχι από τον επαγγελματία επιμετρητή ποσοτήτων δεν αποτελεί ορθή επαγγελματική πρακτική. Σε κάθε περίπτωση oι τιμές που καθορίστηκαν για την κοστολόγηση του έργου ήταν σημαντικά υψηλότερες από τις πραγματικές τιμές της αγοράς κατά την ουσιώδη χρονική περίοδο.
Η μέση τιμή κατασκευής πολυτελών διαμερισμάτων και οικιών για το έτος 2011, με βάση τη δική του εκτίμηση, δεν παρουσιάζει ουσιώδεις αποκλίσεις από την εκτίμηση του Μ.Ε.2. Εκεί όπου υπάρχει διαφορά είναι στην εκτίμηση σε σχέση με τα υπόγεια, όπου η δική του εκτίμηση είναι υψηλότερη ανεβάζοντας το κόστος στα €600 - €800 ανά m².
Αντεξεταζόμενος δήλωσε, ότι δεν επικοινώνησε με τον επιμετρητή που ετοίμασε την προκαταρκτική εκτίμηση κόστους.
Η εκτίμηση του Μ.Ε.2 – Τεκμήριο 42 δεν είναι η πιο σωστή επιμέτρηση που έχει γίνει. Ωστόσο, είναι πολύ πιο κοντά στο αναμενόμενο κόστος, εφόσον έγινε με αναλυτικά δελτία ποσοτήτων, σε σύγκριση με μία απλή δήλωση που προσδιορίζει γενικά το κόστος ανά m² για πολυκατοικίες και οικίες.
Κατά την υπόδειξη των πιστοποιητικών πληρωμής που εξέδωσε ο επιβλέπων αρχιτέκτονας (έγγραφα 678 - 701 δέσμης Τεκμηρίου 71), ο Μ.Ε.11 απάντησε ότι τα πιστοποιητικά επιβεβαιώνουν ότι το έργο ήταν ενιαίο.
Συμφώνησε, ότι η διαδικασία υπογραφής των συμβολαίων εκτέλεσης οικοδομικών εργασιών (Τεκμήρια 62 – 68) ήταν ορθή.
Δεν ασχολήθηκε με την εργασία που εκτελέστηκε και έπρεπε να πληρωθεί (Τεκμήριο 77), αλλά μόνο με την προκαταρκτική εκτίμηση (Τεκμήριο 73). Δεν ασχολήθηκε καθόλου με το στάδιο της κατασκευής του έργου ή με τον τρόπο επίβλεψής του.
Δεν γνωρίζει κατά πόσο η Εναγόμενη 3 έχει εμπειρία διαχείρισης παρόμοιων έργων. Η σχετική αναφορά του στο Έγγραφο Ε βασίστηκε σε όσα του μετέφεραν οι συνήγοροι των Εναγόντων. Τα ίδια ισχύουν και για τη θέση του στο Έγγραφο Ε, ότι ήταν η Εναγόμενη 1 που καθόρισε τις τιμές ανά m² στην προεκτίμηση κόστους.
Δεν είχε υπόψη του το πιστοποιητικό εκτέλεσης εργασιών ύψους €9.140.000 (Τεκμήριο 78), ούτε και επισκέφθηκε το έργο TIVOLI.
Μαρτυρία εκ μέρους των Εναγόντων κλήθηκε να προσφέρει και η Μ.Ε.6, Πρωτοκολλητής στο πολιτικό τμήμα του Ε. Δ. Λεμεσού. Ζητήθηκε από την μάρτυρα να καταθέσει συγκεκριμένο έγγραφο το οποίο κατατέθηκε ως τεκμήριο στο πλαίσιο της αγωγής με αριθμό 2761/14 Ε.Δ. Λεμεσού. Για τους λόγους που αναφέρονται στο πρακτικό ημερομηνίας 12.02.2025, το Δικαστήριο δεν επέτρεψε την κατάθεση του συγκεκριμένου εγγράφου. Μετά την προαναφερόμενη ενδιάμεση απόφαση, δεν υποβλήθηκε οποιαδήποτε άλλη ερώτηση στην Μ.Ε.6, ούτε και υποβλήθηκε σε αντεξέταση.
Η Μ.Υ.2 είναι διευθύντρια και μέτοχος στην πρώην Εναγόμενη 19 και ασκεί το επάγγελμα του λογιστή – ελεγκτή. Από τον Σεπτέμβριο του έτους 2013 μέχρι και τον Ιούνιο του 2014, ο Ενάγων 3 μαζί με συνεργάτες του επισκέπτονταν το γραφείο της πρώην Εναγόμενης 19 για να διευκρινιστούν ζητήματα επί των οικονομικών καταστάσεων της Ενάγουσας 1. Ειδικότερα, ζητήθηκε όπως αναλυθούν όλα τα χρηματικά ποσά τα οποία εισέρρευσαν στον τραπεζικό λογαριασμό της Ενάγουσας 1 από τον ίδιο ή από άλλα πρόσωπα τα οποία σχετίζονταν μαζί του. Επίσης, ζητήθηκε να διευκρινιστούν και οι εκροές από τον τραπεζικό λογαριασμό της Ενάγουσας 1. Όλα τα πιο πάνω αποτυπώνονται στον πίνακα με την ένδειξη Κ1 ο οποίος επισυνάπτεται στο Τεκμήριο 152.
Ο Ενάγων 3 και οι συνεργάτες του δεν υπέβαλαν οποιοδήποτε παράπονο κατά τις πιο πάνω συναντήσεις ως προς το ότι οποιοδήποτε ποσό κλάπηκε ή υπεξαιρέθηκε ή δεν βρίσκεται κατατεθειμένο στον λογαριασμό της Ενάγουσας 1.
Ερωτηθείσα σε σχέση με τα ποσά των €950.968 και €492.256,67 που παρουσιάζονται στην κατάσταση με την ένδειξη Κ2 του Τεκμηρίου 152, απάντησε ότι ο Ενάγων 3 γνώριζε για τις πιο πάνω συναλλαγές καθώς η κατάσταση με την ένδειξη Κ2 προσκομίστηκε από τους συνεργάτες του.
Ο οικονομικός σύμβουλος του Ενάγοντα 3 παρουσίασε μία κατάσταση με μεταφορές χρημάτων από διάφορες εταιρείες προς την Ενάγουσα 1 με τη χρησιμοποίηση τιμολογίων αγοράς εξοπλισμού. Όπως ο ίδιος ανέφερε τα τιμολόγια αυτά δεν ήταν αληθή, αλλά χρησιμοποιήθηκαν ως δικαιολογία για να διευκολυνθεί η μεταφορά των χρημάτων από τα τραπεζικά ιδρύματα.
Οι συμφωνίες (cession agreements) καταρτίστηκαν προκειμένου να συμψηφιστούν διάφορα ποσά τα οποία παρουσιάζονταν ως οφειλόμενα από την Ενάγουσα 1 σε διάφορα άλλα πρόσωπα. Συγκεκριμένα, εκχωρήθηκαν διάφορα χρέη και έγινε μία αναδιοργάνωση προκειμένου να απλοποιηθεί η όλη κατάσταση. Πιο συγκεκριμένα, με τον τρόπο αυτό, περιορίστηκαν οι πιστωτές της Ενάγουσας 1. Ο λόγος για την προχρονολόγηση των συμφωνιών ήταν διότι τα χρέη αφορούσαν το έτος 2012 και όλα τα εμπλεκόμενα μέρη στις συμφωνίες αποδέχθηκαν όπως αυτές παρουσιάζονται ως υπογραφείσες το 2012 ενώ στην πραγματικότητα καταρτίστηκαν τον Μάρτιο του 2014.
Η Jermaco αποτέλεσε μέρος του συμψηφισμού στη βάση των cession agreements.
Η Εναγόμενη 1 ήταν παρούσα καθόλη τη διάρκεια των συναντήσεων μέχρι τον Μάρτιο του 2014. Από τον Μάρτιο του 2014 αντικαταστάθηκε από τον Μ.Ε.12.
Ερωτηθείσα κατά πόσο στις οικονομικές καταστάσεις της Ενάγουσας 1 (δέσμη Τεκμηρίου 58) παρουσιάζεται οποιοδήποτε έλλειμμα ενόψει του ισχυρισμού ότι κλάπηκαν ή υπεξαιρέθηκαν χρήματα που ανήκαν στην Ενάγουσα 1, η Μ.Υ.2 απάντησε ότι δεν τίθεται σε τέτοια περίπτωση θέμα ελλείμματος, καθώς εάν προβάλλεται η θέση ότι τα χρήματα κλάπηκαν αυτό σημαίνει ότι γνωρίζει πού βρίσκονται τα χρήματα. Σε περιπτώσεις κατά τις οποίες εκκρεμούν δικαστικές διαδικασίες, υπάρχει συγκεκριμένο λογιστικό πρότυπο στη βάση του οποίου παρουσιάζονται στις οικονομικές καταστάσεις.
Τα μεταβιβαστικά τέλη των τριών τεμαχίων που αποτελούν το έργο MALTA καταβλήθηκαν από την Jermaco και αποτελούν μέρος του ποσού των €460.000. Αναφορικά με το διαμέρισμα με αριθμό 17, η Μ.Υ.2 ανέφερε ότι υπάρχει κατατεθειμένο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο στο Κτηματολόγιο και φαίνεται ότι καταβλήθηκε το ποσό των €824.563. Κατά τη διάρκεια των συναντήσεων τους με τον Ενάγοντα 3, ο τελευταίος δεν παραπονέθηκε ότι το πιο πάνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο προς όφελος της Εναγόμενης 13 είναι εικονικό.
Αντεξεταζόμενη δήλωσε, ότι η Jermaco αποτέλεσε μέρος των συμφωνιών διευθέτησης (cession agreements) σε σχέση με χρηματικά ποσά που αφορούν την Ενάγουσα 1. Ποσά που μεταφέρθηκαν, είτε από την Ενάγουσα 8, είτε από την Ενάγουσα 9 στη Jermaco δεν αποτέλεσαν μέρος των συμφωνιών διευθέτησης.
Συμφώνησε, ότι στις οικονομικές καταστάσεις της Ενάγουσας 1 από το έτος 2013 και έπειτα (δέσμη Τεκμηρίου 58) καταγράφεται η καταχώρηση της παρούσας αγωγής, καθώς και ότι εκκρεμούν αγωγές εναντίον της.
Ο κύριος λόγος της επίσκεψης του Ενάγοντα 3 στην πρώην Εναγόμενη 19 ήταν για να γίνει ανάλυση όλων των χρηματικών ποσών, εισροών και εκροών, του τραπεζικού λογαριασμού της Ενάγουσας 1.
Ο έλεγχος στηρίχθηκε στις καταστάσεις του τραπεζικού λογαριασμού και αφορούσε κυρίως το ξεκαθάρισμα των χρημάτων που επενδύθηκαν από τον Ενάγοντα 3 και τρίτα πρόσωπα στην Ενάγουσα 1.
Δεν γνωρίζει σε ποια πρόσωπα ανήκουν η Jermaco και οι πρώην Εναγόμενες 5 και 17, καθώς και η πρώην Εναγόμενη 9. Γνωρίζει, ότι η Εναγόμενη 2 ανήκει στην Εναγόμενη 1 και η Εναγόμενη 3 στους Εναγόμενους 6 και 8.
Συμφώνησε με τον συνήγορο των Εναγόντων, ότι οι εγγραφές στα λογιστικά βιβλία της Ενάγουσας 1 στηρίζονταν στα έγγραφα που παραδίδονταν από τη διεύθυνση της Ενάγουσας 1 και κατά κύριο λόγο από την Εναγόμενη 1.
Γνωρίζει για την ύπαρξη του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου για το διαμέρισμα με αρ.6 για το ποσό των €643.500 (αφορά τη Μ.Ε.7). Η ημερομηνία του συμβολαίου είναι 21.11.2012, αλλά σύμφωνα με τη λογιστική κίνηση του λογαριασμού της Ενάγουσας 1 (Τεκμήριο 28) δεν έγινε οποιαδήποτε συναλλαγή εντός του 2012. Ούτε και η είσπραξη ποσού €596.700 την ίδια ημερομηνία αναφορικά με το διαμέρισμα με αρ.11 καταγράφεται στο Τεκμήριο 28.
Για τα διαμερίσματα 6 και 11 πληρώθηκαν προμήθειες (€38.500 και €35.700 αντίστοιχα) στην πρώην Εναγόμενη 5. Η Εναγόμενη 1 δεν ανέφερε, ότι οι πωλήσεις των πιο πάνω διαμερισμάτων αφορούσαν αντιπαροχή για την αγορά των τεμαχίων του MALTA. Αυτό το οποίο η ίδια γνωρίζει είναι ότι αφορούσαν κανονικές πωλήσεις.
Οι πληρωμές προς τις πρώην Εναγόμενες 17, 5 και 9, (Παραρτήματα 9, 10, 12, 13, 15 – 17 του Τεκμηρίου 152) δεν αφορούν προμήθειες αλλά management και introduction fees και άλλες υπηρεσίες που παρείχαν οι πιο πάνω εταιρείες προς την Ενάγουσα 1. Δεν είχε στην κατοχή της οποιαδήποτε γραπτή συμφωνία που να επιβεβαιώνει την παροχή τέτοιων υπηρεσιών προς την Ενάγουσα 1.
Ο λόγος που απαντήθηκε με το Τεκμήριο 152 το Τεκμήριο 71 είναι διότι οι νέοι ελεγκτές σε αρκετά σημεία του Τεκμηρίου 71 αφήνουν ερωτηματικά ως προς ορισμένες εγγραφές και πληρωμές. Αυτές οι εγγραφές και πληρωμές ήταν αποτέλεσμα των cession agreements για την ύπαρξη των οποίων, προφανώς, δεν ενημερώθηκαν από τον Ενάγοντα 3. Ανάμεσα στα δύο Τεκμήρια δεν υπάρχουν ουσιαστικά διαφορές. Απλώς με το Τεκμήριο 152 δίδονται απαντήσεις σε ορισμένα ζητήματα σε σχέση με τα οποία διατύπωναν ερωτηματικά οι καινούριοι ελεγκτές της Ενάγουσας 1.
Κατά την επανεξέτασή της διευκρίνισε ότι τα management και introduction fees που χρεώθηκαν από την πρώην Εναγόμενη 5 δεν αποτέλεσαν μέρος των cession agreements.
Ο Εναγόμενος 12 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης η οποία κατατέθηκε ως Έγγραφο ΙΑ.
Δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι υπό την ιδιότητά του ως υπάλληλος της Εναγόμενης 2 γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ασχολούνταν με τα οικονομικά θέματα και ενημέρωνε σχετικά, τόσο την Εναγόμενη 1, όσο και τον Ενάγοντα 3 με τον οποίο διατηρούσε πολύ καλές σχέσεις.
Οι σχέσεις του με τον Ενάγοντα 3 επεκτείνονταν και σε προσωπικό επίπεδο. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ο Ενάγων 3 τον πληροφόρησε για τα προβλήματα που αντιμετώπιζε με την πρώην σύζυγό του και την επιθυμία του να προβαίνει σε οικονομικές συναλλαγές μέσω εταιρειών που δεν ήταν γνωστές στην πρώην σύζυγό του. Έτσι, τον Αύγουστο του 2011 ζήτησε από τον Εναγόμενο 12 να του παραχωρήσει τη Jermaco, στην οποία ο Εναγόμενος 12 ήταν ο μοναδικός διευθυντής και μέτοχος.
Ο Εναγόμενος 12 αποδέχθηκε και κατόπιν οδηγιών του Ενάγοντα 3 παραχώρησε τη Jermaco στον Kolchin Alexey. Συνέχισε, ωστόσο, να διατηρεί τις μετοχές με βάση εμπίστευμα ημερ.01/09/2011 (Τεκμήριο 163).
Η Εναγόμενη 1 ουδεμία σχέση είχε με την Jermaco μέχρι τον Δεκέμβριο του 2013, οπότε ο Ενάγων 3 ζήτησε από την Εναγόμενη 1 να καταστεί εμπιστευματοδόχος του Kolchin Alexey (Τεκμήριο 164).
Για την ανάπτυξη του TIVOLI υπήρχε πλήρης ενημέρωση προς τον Ενάγοντα 3, την πρώην σύζυγό του, τους οικονομικούς του συμβούλους, αλλά και τον Μ.Ε.12. Οι Eναγόμενοι ουδέποτε δέσμευσαν την Ενάγουσα 1 με ασύμφορες συμβάσεις και δεν είχαν οποιαδήποτε σχέση με μυστικό κέρδος. Η προκαταρκτική εκτίμηση του κόστους του έργου ήταν γνωστή στη βάση της εκτίμησης – Τεκμήριο 73. Επίσης, όλες οι πληρωμές έγιναν στη βάση διατακτικών πληρωμής που εκδόθηκαν από τον επιβλέποντα αρχιτέκτονα κατόπιν επιμέτρησης των εργασιών (Τεκμήριο 71, έγγραφα 688 – 701). Μέχρι τις 25.06.2014, οπότε η Εναγόμενη 1 έπαυσε να είναι διευθύντρια της Ενάγουσας 1, εκτελέστηκαν στο TIVOLI έργα αξίας €9.140.031,91.
Περαιτέρω, ο Ενάγων 3 ήταν ενήμερος για τις προμήθειες που καταβλήθηκαν σε μεσιτικά γραφεία στη Ρωσία για τη διαμεσολάβησή τους για την πώληση δύο εκ των τριών κατοικιών που πωλήθηκαν (Τεκμήριο 59, σελ.31).
Οι Ενάγοντες με τη βοήθεια του Μ.Ε.12, των οικονομικών τους συμβούλων και εν αγνοία των Εναγομένων μετέφερναν χρηματικά ποσά που εισπράττονταν από πωλήσεις του TIVOLI και τα οποία θα έπρεπε να είναι κατατεθειμένα στον λογαριασμό της Ενάγουσας 1 σε άλλους λογαριασμούς. Τα εν λόγω χρηματικά ποσά κατέληγαν στην εταιρεία Newpoint Management Ltd, συμφερόντων του Ενάγοντα 3, και η εν λόγω εταιρεία κατήρτιζε στη συνέχεια συμφωνίες με τις οποίες παραχωρούσε δάνειο στην Ενάγουσα 1. Σκοπός ήταν να παρουσιάζονται μειωμένα τα κέρδη της Ενάγουσας 1 και να αποστερείται η Εναγόμενη 1 της αμοιβής που δικαιούνταν να λάβει.
Περαιτέρω, η συμφωνία πώλησης μεταξύ της Ενάγουσας 1 και των Irina και Igor Penyuk έγιναν με τη μεσολάβηση του Μ.Ε.12. Μέρος του τιμήματος πώλησης εκ ποσού €931.166,67, αντί να καταλήξει στον λογαριασμό της Ενάγουσας 1 μεταφέρθηκε απευθείας με οδηγίες του Ενάγοντα 3 και του Μ.Ε.12 στον λογαριασμό της Ενάγουσας 7 η οποία ουδεμία σχέση είχε με το TIVOLI. Επίσης, ποσό της τάξης των €399.900, που αφορούσε την αξία επίπλων της πιο πάνω κατοικίας, με οδηγίες του Ενάγοντα 3 και του Μ.Ε.12 κατέληξε στον λογαριασμό της Ενάγουσας 9 αντί σε αυτόν της Ενάγουσας 1.
Επιπλέον, από τη συμφωνία πώλησης της οικίας με αρ. 5 μεταξύ Ενάγουσας 1 και Valery Veryga, ποσό €500.000 κατέληξε με οδηγίες και πάλι του Ενάγοντα 3 και του Μ.Ε.12 στην εταιρεία Dylox Consulting Ltd, της οποίας διευθυντής είναι ο λογιστής και οικονομικός σύμβουλος του Ενάγοντα 3.
Η συμφωνία διαχείρισης και παροχής υπηρεσιών με την Εναγόμενη 3 υπογράφηκε μετά από εισήγηση του Ενάγοντα 3 και του Μ.Ε.12.
Η πρωτοβουλία για την αγορά των τεμαχίων του MALTA ανήκε στον Μ.Ε.12. Ο Ενάγων 3 με επιστολές της Εναγόμενης 1 ενημερώθηκε ότι τα τεμάχια ήταν τρία και ότι αυτά θα μεταβιβάζονταν επ’ ονόματι των Εναγουσών 1, 2 και 6 (Τεκμήρια 174 και 175).
Όλα τα θέματα που αφορούσαν το MALTA τα χειριζόταν εκ μέρους της ιδιοκτήτριας ο Μ.Ε.13 και εκ μέρους των Εναγόντων ο Μ.Ε.17. Το σύνολο των πληρωμών που έγιναν από την Εναγόμενη 1, υπό την ιδιότητά της ως διευθύντρια της Ενάγουσας 1, για την αγορά του MALTA ήταν €3.858.998,10 πλέον πληρωμές φόρων και άλλων εξόδων εκ ποσού €204.544,04. Όλες οι πληρωμές ήταν σε γνώση του Ενάγοντα 3 και των συνεργατών του.
Αντεξεταζόμενος δήλωσε ότι οι Εναγόμενοι 1, 6 και 8 είναι ξαδέλφια του, η Εναγόμενη 7 είναι σύζυγος του Εναγόμενου 8 και η Εναγόμενη 11 αδελφή του. Η δε σύζυγός του ήταν διευθύντρια της πρώην Εναγόμενης 9 και εργαζόταν στην Εναγόμενη 2.
Ήταν μέτοχος και ιδιοκτήτης της Jermaco από ιδρύσεως της μέχρι το 2011, οπότε και του ζήτησε ο Ενάγων 3 να παραχωρήσει την εταιρεία στον Kolchin Alexey. Από εκείνη τη στιγμή παρέμεινε ως ονομαστικός διευθυντής και μέτοχος. Όσον αφορά την πρώην Εναγόμενη 17 ήταν ονομαστικός διευθυντής και μέτοχος, ενώ ιδιοκτήτης της εταιρείας ήταν ο Viacheslav Mukhidov. Συμφώνησε, ότι δικαίωμα υπογραφής για τον τραπεζικό λογαριασμό της Εναγόμενης 13 (ή 17) είχαν η Εναγόμενη 1 και η Μ.Υ.4. Αρνήθηκε, ωστόσο, την υποβληθείσα θέση, ότι οι προαναφερόμενες εταιρείες ανήκουν στην Εναγόμενη 1.
Κληθείς να παρουσιάσει οποιοδήποτε έγγραφο που να φαίνονται οδηγίες, είτε του Kolchin Alexey, είτε του Ενάγοντα 3, σε σχέση με τη διαχείριση και πληρωμές από τη Jermaco, απάντησε ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε έγγραφο. Επανέλαβε, ότι η Jermaco είναι συμφερόντων του Ενάγοντα 3 και μέσω αυτής και των χρημάτων που μεταφέρθηκαν σε αυτή, η οικογένεια Λουιζίδη και ο Ενάγων 3 γλίτωσαν φόρο που άλλως θα κατέβαλλαν επί του ποσού των €1.860.000.
Στη θέση του κ. Θωμά, ότι, παρά την ιδιότητά του, δεν υπέγραψε καμία πράξη πληρωμής της Jermaco, απάντησε ότι δεν έχει κάτι να αναφέρει. Στη δε ερώτηση του συνηγόρου των Εναγόντων, ότι όλες οι πράξεις υπογράφονται από την Εναγόμενη 1 η οποία ήταν ο πραγματικός ιδιοκτήτης, απάντησε ότι από το 2011 οι πληρωμές από την Jermaco αφορούσαν το έργο MALTA και τα χρήματα τα διαχειρίζονταν οι Μ.Ε.12 και 17.
Για την πώληση της Jermaco στον Ενάγοντα 3 δεν έλαβε οποιαδήποτε χρήματα. Στην υπόδειξη, ότι στον λογαριασμό της Jermaco κατά την ισχυριζόμενη μεταβίβαση υπήρχαν €97.000, απάντησε ότι εξακολουθούσε να παραμένει ονομαστικός μέτοχος και διευθυντής και εισέπραξε τα πιο πάνω ποσά μεταγενέστερα. Ερωτηθείς, περαιτέρω, για δύο ποσά ύψους €50.000 έκαστο που φαίνεται να παραχωρήθηκαν ως δάνειο από τη Jermaco στις 02.04.2012 σε συγγενικά πρόσωπα της Εναγόμενης 1, απάντησε ότι στον λογαριασμό υπήρχαν κεφάλαια που δεν ανήκαν στον Ενάγοντα 3 και έγινε συμψηφισμός.
Αρνήθηκε τη θέση του κ. Θωμά, ότι όσα χρήματα στάλθηκαν από τη Jermaco στον Μ.Ε.12 αφορούσαν προηγούμενες δοσοληψίες ανάμεσα στον Μ.Ε.12 και την Εναγόμενη 1.
Μετά το 2013, ο ίδιος δεν είχε σχέση με τη Jermaco και την πρώην Εναγόμενη 17. Τα εμπιστεύματα στα οποία παρουσιάζονταν οι πραγματικοί μέτοχοι ήταν σε γνώση του Μ.Ε.8 και της τράπεζας. Στην ερώτηση του κ. Θωμά για ποιο λόγο στο Τεκμήριο 9, η Εναγόμενη 1 υπογράφει ως πραγματική δικαιούχος της πρώην Εναγόμενης 17, απάντησε ότι δεν γνωρίζει.
Τα διαμερίσματα με αρ.6 και 11 του TIVOLI δεν αποτελούσαν αντιπαροχή, αλλά ήταν καθαρή πράξη πώλησης. Αρνήθηκε, ότι ήταν εικονικές συμφωνίες πώλησης.
Ισχυρίστηκε, ότι η Εναγόμενη 3 ήταν διαχειριστής και όχι εργολάβος του έργου TIVOLI. Όταν του υποδείχθηκε η συμφωνία εργολαβίας, απάντησε ότι σε αυτήν δεν υπάρχει η υπογραφή του.
Αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση, ότι το μεγαλύτερο μέρος του ποσού των €2.497.739 κλάπηκε μέσω της Jermaco από την Εναγόμενη 1 με τη δική του κάλυψη, καθώς και ότι διαμοιράστηκε μεταξύ των Εναγομένων. Αρνήθηκε, επίσης, ότι οι προμήθειες από τις πωλήσεις του TIVOLI κατέληξαν σε εταιρείες συμφερόντων της Εναγόμενης 1. Υποστήριξε, ότι ο Ενάγων 3 ήταν ενήμερος για όλες τις πληρωμές προμηθειών.
Τέλος, διαφώνησε με τον κ. Θωμά ότι η αλληλογραφία που παρουσίασε στη μαρτυρία ως ανταλλαγείσα μεταξύ Ενάγοντα 3 και Εναγόμενης 1 είναι πλαστή.
Η Μ.Υ.4 ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι κατά το έτος 2012 διατηρούσε πρακτορείο ακινήτων στην Μόσχα το οποίο ασχολούνταν με την εξεύρεση πελατών για αγοραπωλησίες ακινήτων. Κατά την ίδια χρονική περίοδο ο πατέρας της, ο οποίος απεβίωσε, ασχολούνταν με τον κατασκευαστικό τομέα τόσο στην Ρωσία, όσο και στην Κύπρο.
Η δική της επιχείρηση αντιπροσωπευόταν στην Κύπρο από την Εναγόμενη 2. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εντόπισε πελάτες οι οποίοι ενδιαφέρονταν για αγορά ακινήτων στην Κύπρο και τους παρέπεμψε στην Εναγόμενη 2. Κατόπιν υπόδειξης ακινήτων από την Εναγόμενη 2 οι πιο πάνω πελάτες προέβηκαν σε αγορές, σε σχέση με τις οποίες η επιχείρησή της έλαβε αμοιβή.
Η πρώην Εναγόμενη 17 ανήκε στον πατέρα της. Μέσω της Εναγόμενης 17, η οποία διατηρούσε τραπεζικό λογαριασμό στην Κύπρο, η επιχείρησή της λάμβανε τις προμήθειες που δικαιούταν από αγοραπωλησίες ακινήτων.
Αντεξεταζόμενη συμφώνησε, ότι η επιχείρησή της έχει πλέον εκκαθαριστεί.
Γνώρισε την Εναγόμενη 1 περί τα έτη 2008 - 2009 και με αυτήν διατηρούν, τόσο επαγγελματικές, όσο και φιλικές σχέσεις. Μάλιστα, σε μία εκ των εταιρειών που διατηρεί στην Κύπρο, η Εναγόμενη 1 είναι διευθύντρια. Συμφώνησε με την υποβληθείσα θέση, ότι ο λόγος που ταξίδεψε από την Ρωσία στην Κύπρο είναι για να προσφέρει μαρτυρία υπέρ της Εναγόμενης 1.
Δεν γνωρίζει με ποιο τρόπο οι αγοραστές των ακινήτων του TIVOLI, τους οποίους σύστησε η επιχείρησή της, κατέβαλαν τα χρήματα για την αγορά.
Αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση, ότι ο πατέρας της ουδεμία σχέση είχε με την πρώην Εναγόμενη 17 η οποία είναι εταιρεία συμφερόντων της Εναγόμενης 1.
Ερωτηθείσα για τη σχέση μεταξύ της επιχείρησής της και της πρώην Εναγόμενης 17, απάντησε ότι πρόκειται για εταιρείες που ανήκαν στην οικογένειά της αφού ιδιοκτήτης της πρώην Εναγόμενης 17 ήταν ο πατέρας της. Στην επισήμανση του κ. Θωμά, ότι στο πλαίσιο της αγωγής με αρ.2761/2014 (πρακτικά ημερομηνίας 27.01.2025, δέσμη Τεκμηρίου 183) δήλωσε ότι η δική της επιχείρηση ουδεμία σχέση είχε με την πρώην Εναγόμενη 17, απάντησε ότι εφόσον αυτό καταγράφηκε στα πρακτικά, τότε, σημαίνει ότι αυτό είπε.
Ερωτηθείσα για ποιο λόγο η Εναγόμενη 1 προέβαινε σε συνεχείς αναλήψεις και σε συναλλαγές από τον λογαριασμό της πρώην Εναγόμενης 17, απάντησε ότι δεν γνωρίζει καθώς όλα τα οικονομικά ζητήματα της πρώην Εναγόμενης 17 τα διαχειριζόταν ο πατέρας της.
Η Εναγόμενη 11 (Μ.Υ.8) ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι ασκεί το επάγγελμα του λογιστή. Από τις αρχές του 2009 μετακόμισε στην Αγγλία και επέστρεψε στην Κύπρο το 2012. Τον Μάρτιο του 2014 εργοδοτήθηκε στην Εναγόμενη 2.
Το διαμέρισμα στο συγκρότημα “Amathousia Heights” εγγράφηκε τυπικά στο όνομα της το 2007.
Σε σχέση με το διαμέρισμα ενημερώθηκε από την εξάδελφή της – Εναγόμενη 1, ότι θα έπρεπε να το μεταβιβάσει. Για τον σκοπό αυτό επισκέφθηκε μαζί με την Εναγόμενη 1 το δικηγορικό γραφείο του Μ.Ε.17 και στην παρουσία του τελευταίου, της Εναγόμενης 1, καθώς και του Μ.Ε.12, υπέγραψε ένα έγγραφο με το οποίο την πληροφόρησαν ότι πλέον το διαμέρισμα έπαυε να είναι εγγεγραμμένο επ’ ονόματι της.
Από την πιο πάνω πράξη, καθώς και για όλο το χρονικό διάστημα κατά το οποίο το διαμέρισμα ήταν εγγεγραμμένο επ’ ονόματι της, δεν αποκόμισε οποιοδήποτε οικονομικό όφελος. Επίσης, δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό για την αγορά του διαμερίσματος, ούτε και το επισκέφθηκε σε οποιαδήποτε στιγμή. Το διαμέρισμα παραλήφθηκε από την εταιρεία ανάπτυξης από τον Μ.Ε.12.
Αντεξεταζόμενη ανέφερε, ότι δεν γνωρίζει το τίμημα αγοράς του διαμερίσματος, ούτε και πέρασε από το μυαλό της ότι εφόσον αυτό εγγράφηκε επ’ ονόματι της θα μπορούσε να συνεπαγόταν φορολογικές και άλλες υποχρεώσεις. Δεν την απασχόλησε ο λόγος για τον οποίο η Εναγόμενη 1 τής ζήτησε να εγγράψει στο δικό της όνομα το διαμέρισμα.
Δεν γνωρίζει κατά πόσο η Εναγόμενη 3 στεγαζόταν στα γραφεία της Εναγόμενης 2 στην οποία εργαζόταν ως υπάλληλος. Δεν γνωρίζει κατά πόσο συγγενικά της πρόσωπα εργάζονταν στα ίδια γραφεία. Το δικό της γραφείο βρισκόταν στον δεύτερο όροφο και δεν είχε επαφή με τους υπόλοιπους χώρους του γραφείου, ούτε και έβλεπε ποιοι εισέρχονταν για σκοπούς εργασίας στα γραφεία της Εναγόμενης 2. Εξ όσων θυμάται, σε άλλο όροφο των γραφείων της Εναγόμενης 2 εργάζονταν 3 - 4 άτομα. Ερωτηθείσα εάν γνωρίζει ποια ήταν αυτά τα άτομα, απάντησε ότι για αυτό το ζήτημα θα πρέπει να απευθυνθούν στον εργοδότη τους.
Είδε μόνο μία φορά την Μ.Ε.7. Συγκεκριμένα, όταν, μετά την υπογραφή της συμφωνίας εκχώρησης, χρειάστηκε να μεταβούν στην αρμόδια αρχή για την πληρωμή φόρων του διαμερίσματος για να μπορέσει να ολοκληρωθεί η διαδικασία της μεταβίβασης.
Στην υποβληθείσα θέση, ότι ο λόγος εγγραφής του διαμερίσματος στο δικό της όνομα ήταν για να εισπράξουν προμήθεια από την πωλήτρια εταιρεία η Εναγόμενη 1 και ο Μ.Ε.12, απάντησε ότι δεν γνωρίζει τον λόγο της συγκεκριμένης απόφασης.
Αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση, ότι ο Μ.Ε.17 δεν βρισκόταν στο γραφείο του κατά την υπογραφή της συμφωνίας με την οποία εκχώρησε τα δικαιώματά της από το διαμέρισμα στην Μ.Ε.7. Επανέλαβε, ότι ο Μ.Ε.17 ήταν το πρόσωπο που της υπέδειξε πού να υπογράψει. Δεν θυμάται κατά πόσο παρέλαβε την επιστολή – Τεκμήριο 140, αν και ανέφερε ότι η υπογραφή ως παραλήπτη επί της εν λόγω επιστολής ομοιάζει με τη δική της.
Ο Μ.Υ.1 κλήθηκε για να καταθέσει ως εμπειρογνώμονας σε σχέση με ισχυριζόμενη πλαστογράφηση των υπογραφών στα διοριστήρια των συνηγόρων των Εναγόντων, καθώς και για αμφισβητούμενη υπογραφή της Εναγόμενης 1 σε καταστατικό εταιρείας γραμμένο στη ρωσική γλώσσα με ημερομηνία 29.04.2018.
Για τους λόγους που αναφέρονται στις ενδιάμεσες αποφάσεις του Δικαστηρίου ημερ.11.04.2025, δεν επιτράπηκε η κατάθεση ως Τεκμηρίου της σχετικής γραφολογικής έκθεσης που ετοίμασε. Στη βάση των πιο πάνω ενδιάμεσων αποφάσεων ολοκληρώθηκε χωρίς περαιτέρω ερωτήσεις η κυρίως εξέταση του μάρτυρα, ο οποίος δεν υποβλήθηκε σε αντεξέταση.
Η Μ.Υ.5 εργάζεται στο τμήμα προμήθειας της Α.Η.Κ. Ανέφερε στην κυρίως εξέτασή της, ότι στο TIVOLI υπάρχουν τέσσερις κατοικίες συνδεδεμένες με μετρητή. Περαιτέρω, δήλωσε, ότι υπάρχει ξεχωριστή σύνδεση για την κάθε οικία και η πρώτη χρονικά σύνδεση έγινε στις 31.07.2014.
Επιπρόσθετα, το τμήμα δικτύου έχει προχωρήσει σε έρευνα για τις υπόλοιπες κατοικίες του TIVOLI.
Αντεξεταζόμενη δήλωσε, ότι ο λόγος που αποφασίστηκε η προαναφερόμενη έρευνα από το τμήμα δικτύου είναι διότι από τις επτά κατοικίες συνδεδεμένες είναι μόνο οι τέσσερις. Ως εκ τούτου, το τμήμα θεώρησε σωστό να ελέγξει το τι συμβαίνει με τις υπόλοιπες τρεις κατοικίες.
Η Μ.Υ.6 εργάζεται στην υπηρεσία Φ.Π.Α. του Τμήματος Φορολογίας. Ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι στις 18.05.2020 ολοκληρώθηκε ο έλεγχος της Ενάγουσας 1 και ετοιμάστηκε σχετική κατάσταση τιμολογίων με πωλήσεις που διενεργήθηκαν κατά τα έτη 2009-2014 (Τεκμήριο 186). Η Ενάγουσα 1 δεν οφείλει μέχρι σήμερα οποιοδήποτε ποσό προς τον Φ.Π.Α.
Αντεξεταζόμενη δήλωσε, ότι δεν είναι η υπηρεσία της σε θέση να γνωρίζει ποιος εξόφλησε τα εκδοθέντα τιμολόγια. Η υπηρεσία περιορίζεται στον έλεγχο της εταιρείας η οποία είναι υποκείμενη στον φόρο.
Ο Μ.Υ.7 είναι ασφαλιστικός σύμβουλος και κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε, ότι κλήθηκε από την Εναγόμενη 3 για να ασφαλίσει το TIVOLI. Ο τύπος της ασφάλισης ήταν κατά παντός κινδύνου εργολάβων. Ως κυρίως ασφαλισμένος (principal) ήταν η Εναγόμενη 3 και συνασφαλισμένος ήταν η πρώην Εναγόμενη 15. Η χρονική περίοδος της ασφάλισης ήταν από 03.01.2012 μέχρι 31.12.2013.
Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι, εξ όσων θυμάται, η συνάντηση για την ασφάλιση του TIVOLI έλαβε χώρα στα γραφεία της Εναγόμενης 2 και παρόντες σε αυτήν ήταν οι Εναγόμενοι 1 και 12. Περαιτέρω, δήλωσε ότι δεν θυμάται να συνάντησε οποιονδήποτε εκ μέρους της συνασφαλισμένης πρώην Εναγόμενης 15.
Σε περίπτωση κατά την οποία επερχόταν ο ασφαλισμένος κίνδυνος, δικαιούχος της αποζημίωσης θα ήταν η Εναγόμενη 3. Συμφώνησε με τον κ. Θωμά, ότι ως κυρίως ασφαλισμένος στις περισσότερες περιπτώσεις είναι ο ιδιοκτήτης του έργου που ασφαλίζεται.
Η Μ.Υ.9 εργάζεται στο Κυπριακό Συμβούλιο Αναγνώρισης Τίτλου Σπουδών. Ο Εναγόμενος 8 υπέβαλε στις 21.09.2009 αίτηση για αναγνώριση του πτυχίου του το οποίο απονεμήθηκε από το Κρατικό Ινστιτούτο Σότσι και είναι πτυχίο πολιτικού μηχανικού.
Αντεξεταζόμενη ανέφερε, ότι υπάρχουν δύο μορφές αναγνώρισης. Η μία αφορά μόνο την ισοτιμία και η δεύτερη την ισοτιμία και αντιστοιχία. Στην προκείμενη περίπτωση αναγνωρίστηκε ο τίτλος του πτυχίου του Εναγόμενου 8 ως ισότιμο και αντίστοιχο προς πτυχίο πανεπιστημιακού επιπέδου στον κλάδο πολιτικών μηχανικών, καθώς και ως μεταπτυχιακό δίπλωμα επιπέδου μάστερ.
Με την ολοκλήρωση της προφορικής μαρτυρίας, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων παρουσίασαν τις αγορεύσεις τους μέσω των οποίων ανέπτυξαν τις θέσεις τους. Οι αγορεύσεις των συνηγόρων έχουν μελετηθεί και ληφθεί υπόψη στο σύνολό τους.
Αξιολόγηση Μαρτυρίας
Μέσα από την μη αμφισβητηθείσα μαρτυρία αναδεικνύονται ως παραδεκτά γεγονότα τα πιο κάτω αναφερόμενα:
Ο Ενάγων 3 είναι ο τελικός δικαιούχος των Εναγουσών 1, 2, 6 και 7, καθώς και των εταιρειών με τις επωνυμίες Dylox Consulting Ltd και Newpoint Management Ltd. Οι δε Ενάγουσες 8 και 9 είναι εταιρείες συμφερόντων του Ενάγοντα 3.
Ο Ενάγων 3 διατηρούσε επαγγελματική συνεργασία με την Εναγόμενη 1 και τον Μ.Ε.12 μέσω των οποίων προχώρησε σε διάφορες επενδύσεις στη Δημοκρατία.
Η Εναγόμενη 1 ήταν η διευθύντρια των Εναγουσών 1, 2, 6 και 7 και διατηρούσε το δικαίωμα υπογραφής και διαχείρισης σε σχέση με τους τραπεζικούς λογαριασμούς των πιο πάνω εταιρειών. Υπό την πιο πάνω ιδιότητα της είχε συμμετοχή στα ζητήματα που αφορούν τα έργα TIVOLI και MALTA.
Η Εναγόμενη 1 ήταν διευθύντρια και των Εναγουσών 8 και 9 και είχε το δικαίωμα υπογραφής και διαχείρισης του τραπεζικού λογαριασμού της Ενάγουσας 9.
Ο Μ.Ε.12 είχε, επίσης, εμπλοκή στα του TIVOLI, καθώς μαζί με την Εναγόμενη 1 είχαν αναλάβει την προώθηση των πωλήσεων των οικιστικών μονάδων του TIVOLI.
Η Ενάγουσα 1 είναι η ιδιοκτήτρια του TIVOLI και ο Ενάγων 3 χρηματοδότησε την ανάπτυξη του TIVOLI. Σε σχέση με το ποσό που θα απαιτείτο για την ανάπτυξη του TIVOLI ετοιμάστηκε προκαταρκτική εκτίμηση κόστους.
Εκτελέστηκαν οικοδομικές εργασίες στο TIVOLI και συγκεκριμένα μέχρι το 2014 ανεγέρθηκαν οι επτά από τις οκτώ κατοικίες. Η όγδοη κατοικία είχε ανεγερθεί σε ποσοστό 31%. Όσον αφορά τις δύο πολυκατοικίες, αυτές είχαν ανεγερθεί σε ποσοστό 44%. Σε σχέση με τις εκτελεσθείσες εργασίες εκδόθηκαν από την πρώην Εναγόμενη 14, οι οποίοι ήταν οι αρχιτέκτονες του TIVOLI, διατακτικά πληρωμής μετά από σχετική επιμέτρηση των εκτελεσθεισών εργασιών. Όλα τα διατακτικά πληρωμής εξοφλήθηκαν.
Το TIVOLI ήταν ασφαλισμένο για την περίοδο 03.01.2021 – 31.12.2013 με ασφάλιση κατά παντός κινδύνου εργολάβου. Ως κυρίως ασφαλισμένος ήταν η Εναγόμενη 3 και συνασφαλισμένος η πρώην Εναγόμενη 15.
Η πρώην Εναγόμενη 15 ήταν εγγεγραμμένη στο Συμβούλιο Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών και, μέσω του τεχνικού διευθυντή της, διέθετε άδεια εργολήπτη Δ τάξης. Οι περίοδοι κατά τις οποίες ήταν εγγεγραμμένη, ήταν για το έτος 2010 από 23.03.2010 μέχρι 31.12.2010, για το έτος 2011 από 26.01.2011 μέχρι 31.12.2011, για το έτος 2012 από 02.03.2012 μέχρι 31.12.2012, για το έτος 2013 από 31.5.2023 μέχρι 31.12.2013 και για το έτος 2014 από 04.06.2014 μέχρι 31.12.2014.
Ανάμεσα στην Ενάγουσα 1 και την Εναγόμενη 3 υπογράφηκε συμφωνία διαχείρισης και παροχής υπηρεσιών σε σχέση με το TIVOLI.
Μέτοχοι και τελικοί δικαιούχοι της Εναγόμενης 3 είναι οι Εναγόμενοι 6 και 8, οι οποίοι είναι αδελφοί της Εναγόμενης 1. Διευθυντές της είναι οι Εναγόμενοι 6 και 7 και γραμματέας της η Εναγόμενη 7. Δικαίωμα υπογραφής για τη διενέργεια τραπεζικών συναλλαγών της Εναγόμενης 3 είχαν οι Εναγόμενοι 6 και 7. Η Εναγόμενη 7 είναι σύζυγος του Εναγόμενου 8.
Οι Ενάγουσες 1, 2 και 6 αγόρασαν από την αποβιώσασα Κλαίρη Λουιζίδου τρία τεμάχια γης εντός των οποίων θα ανεγειρόταν το έργο MALTA. Το τίμημα αγοράς των τριών τεμαχίων του MALTA ανερχόταν στο ποσό των €3.860.000. Τα τρία αγοραπωλητήρια συμβόλαια ωστόσο συμποσούνται στο ποσό των €2.000.000. Περαιτέρω, στα προαναφερόμενα αγοραπωλητήρια συμβόλαια δεν περιλαμβάνεται οποιαδήποτε πρόνοια περί αποπληρωμής μέρους του τιμήματος αγοράς μέσω αντιπαροχής.
Ποσό ύψους €1.123.703, που αφορούσε μέρος του τιμήματος αγοράς των τεμαχίων MALTA, κατατέθηκε σε κοινό λογαριασμό ο οποίος ανοίχθηκε επ’ ονόματι των Μ.Ε.12 και 13.
Η Μ.Ε.7 και ο σύζυγός της Μιχάλης Λουιζίδης, δυνάμει αγοραπωλητηρίων συμβολαίων που υπέγραψαν με την Ενάγουσα 1, αγόρασαν δύο διαμερίσματα στο TIVOLI. Συγκεκριμένα η Μ.Ε.7 αγόρασε το διαμέρισμα με αριθμό 6 για το ποσό των €643.500 περιλαμβανομένου ΦΠΑ και ο Μιχάλης Λουιζίδης το διαμέρισμα με αριθμό 11 για το ποσό των €510.000 πλέον ΦΠΑ.
Στις 20.12.2013 το πωλητήριο συμβόλαιο του διαμερίσματος 6 ακυρώθηκε και η Ενάγουσα 1 ανέλαβε τη δέσμευση να αντικαταστήσει το διαμέρισμα με αριθμό 6 με άλλο διαμέρισμα και επιπροσθέτως να αποζημιώσει την Μ.Ε.7 με το ποσό των €80.000.
Στο όνομα της Εναγόμενης 11 εγγράφηκε ένα διαμέρισμα το οποίο βρίσκεται στο συγκρότημα “Amathousia Heights”. Το τίμημα για την αγορά του εν λόγω διαμερίσματος δεν καταβλήθηκε από την Εναγόμενη 11.
Η Εναγόμενη 11, με οδηγίες της Εναγόμενης 1, εκχώρησε προς όφελος της Μ.Ε.7 δυνάμει σχετικής συμφωνίας ημερομηνίας 20.12.2013 τα δικαιώματά της σε σχέση με το διαμέρισμα του “Amathousia Heights”. Η Μ.Ε.7 δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό για την εν λόγω εκχώρηση, ούτε και εισέπραξε από την Ενάγουσα 1 το ποσό των €80.000.
Η ορθή επωνυμία της πρώην Εναγόμενης 4 είναι Jermaco Investments Ltd. Η εν λόγω εταιρεία εγγράφηκε στο μητρώο της αρμόδιας αρχής στις Σεϋχέλλες στις 16.09.2008. Από την ημερομηνία ίδρυσής της μέχρι και τις 19.12.2013 μέτοχος και διευθυντής της ήταν ο Εναγόμενος 12. Στις 19.12.2013 επήλθε αλλαγή και ως μέτοχος και διευθυντής της Jermaco εμφανιζόταν η Εναγόμενη 1. Για τη διάλυση της Jermaco κατατέθηκε κατάσταση περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων, η οποία υπογράφηκε από την Εναγόμενη 1. Δικαίωμα υπογραφής σε σχέση με τους τραπεζικούς λογαριασμούς της Jermaco είχαν οι Εναγόμενοι 1 και 12.
Ο Εναγόμενος 12 είναι εξάδελφος της Εναγόμενης 1. Επίσης, κατά την επίδικη περίοδο εργοδοτείτο στην Εναγόμενη 2. Περαιτέρω, κατά την ίδια περίοδο εργοδοτούνταν στην Εναγόμενη 2, η Εναγόμενη 1 και από τις 11.03.2014 και η Εναγόμενη 11.
Υπήρξε ρήξη στις σχέσεις της Εναγόμενης 1 με τον Μ.Ε.12 και ο τελευταίος ενημέρωσε τον Ενάγοντα 3 για το πιο πάνω γεγονός.
Η πρώην Εναγόμενη 19 ήταν οι ελεγκτές της Ενάγουσας 1 για τον ουσιώδη χρόνο της παρούσας αγωγής. Ο Ενάγων 3, μετά την πληροφόρηση που έλαβε για τη ρήξη των σχέσεων της Εναγόμενης 1 με τον Μ.Ε.12, αποτάθηκε στην πρώην Εναγόμενη 19 για να ενημερωθεί για τις εισροές και εκροές του λογαριασμού της Ενάγουσας 1. Μετά από συναντήσεις στις οποίες συμμετείχαν ο Ενάγων 3, οι οικονομικοί του σύμβουλοι, η Εναγόμενη 1 και η πρώην Εναγόμενη 19, καταρτίστηκαν οι συμφωνίες διευθέτησης (cession agreements) δυνάμει των οποίων συμψηφίστηκαν διάφορα ποσά τα οποία παρουσιάζονταν ως οφειλόμενα από την Ενάγουσα 1 σε άλλα πρόσωπα. Οι πιο πάνω συμφωνίες φέρουν και την υπογραφή της Εναγόμενης 1. Οι υπό αναφορά συμφωνίες, αν και καταρτίστηκαν το 2014, εντούτοις προχρονολογήθηκαν με ημερομηνίες του 2012, καθώς τα χρέη στα οποία αναφέρονται είναι χρέη του έτους 2012.
Στις 25.06.2014 σε έκτακτη γενική συνέλευση της Ενάγουσας 1 αποφασίστηκε η παύση της Εναγόμενης 1 από τη θέση της διευθύντριας.
Εναντίον της Ενάγουσας 1 και υπέρ των Εναγομένων 2, 3 και 13 εκδοθήκαν εκ συμφώνου δικαστικές αποφάσεις στις 20.06.2014, 30.06.2014 και 01.07.2014 στο πλαίσιο των αγωγών με αριθμό 2244/14, 2407/14 και 2331/14 Ε.Δ. Λεμεσού αντίστοιχα. Οι εν λόγω αγωγές καταχωρήθηκαν στις 15.05.2014, 23.05.2014 και 20.05.2014. Στις προαναφερόμενες αγωγές η Ενάγουσα 1 εκπροσωπήθηκε από την Εναγόμενη 18. Τα σχετικά διοριστήρια δικηγόρου προς την Εναγόμενη 18 υπογράφηκαν από την Εναγόμενη 1 στις 18.06.2014.
Η Ενάγουσα 1 δεν έχει οποιεσδήποτε οφειλές προς τον ΦΠΑ.
Περαιτέρω, κατά την ακροαματική διαδικασία δηλώθηκαν από τους συνηγόρους των διαδίκων ως παραδεκτά τα ακόλουθα γεγονότα:
· Η δικηγόρος Έλενα Κωνσταντίνου απεβίωσε την 01.06.2017 και κατά τους επίδικους για την παρούσα αγωγή χρόνους ήταν εκ των διευθυντών και μετόχων της Εναγόμενης 18.
· Ποσό €480.000, το οποίο παρουσιάζεται στο Τεκμήριο 96, κατατέθηκε σε λογαριασμό της εταιρείας Diversification Ltd ο οποίος διατηρείτο στην τράπεζα Promsvyazbank.
· Η πίστωση ποσού €950.968 που εμφανίζεται στον τραπεζικό λογαριασμό της Jermaco με ημερομηνία 01.12.2011 έγινε κατόπιν μεταφοράς από τον λογαριασμό της Ενάγουσας 8 με υπογραφή του Μ.Ε.12.
· Οι Ενάγουσες εταιρείες κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο δεν είχαν υπαλληλικό προσωπικό ασφαλισμένο στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων της Δημοκρατίας.
Επιπλέον, ο Ενάγων 3 με την γραπτή δήλωσή του - Έγγραφο Ι παραδέχθηκε ότι οι ακόλουθες πληρωμές έγιναν από την Ενάγουσα 1 για προσωπικές και οικογενειακές ανάγκες του και κατέληξαν σε πρόσωπα και εταιρείες δικών του συμφερόντων. Συγκεκριμένα, έγιναν παραδεκτές οι πληρωμές που αναφέρονται στην παράγραφο 110 (α)-(β), (δ)-(μ) και (ο)–(αε) της Υπεράσπισης των Εναγόμενων 1 και 2 και οι οποίες συμποσούνται στο ποσό των €508.358,95. Επίσης, έγιναν παραδεκτές οι πληρωμές που περιγράφονται στην παράγραφο 113 (β)-(κ) της Υπεράσπισης των Εναγομένων 1 και 2 και οι οποίες συμποσούνται στο ποσό των €6.438.323,67. Σημειώνεται, ότι ο Ενάγων 3 παραδέχθηκε μόνο το γεγονός των πληρωμών, χωρίς να γίνεται παραδεκτό το σκεπτικό και το ιστορικό της κάθε πληρωμής, όπως αυτό περιγράφεται στις πιο πάνω αναφερόμενες παραγράφους της Υπεράσπισης των Εναγομένων 1 και 2.
Έχοντας παραθέσει τα γεγονότα που αποτελούν κοινό έδαφος, θα προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας. Στην Κωνσταντίνου ν. Βάσου Θεοδώρου, ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιώσασας Μαρίας Νίκου Λάμπρου, το γένος Στέφανου Ιακωβίδη, Πολ. Έφ. αρ.388/2014, ημερ.03.04.2023, ECLI:CY:AD:2023:A126, υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να ασχοληθεί με κάθε πτυχή της μαρτυρίας κατά την αξιολόγηση, τοσούτω μάλλον όταν η πιθανή επίδραση δεν θα μπορούσε παρά να είναι ασήμαντη ή ακόμη και μηδενική. Με γνώμονα τα πιο πάνω, η αξιολόγηση θα γίνει μόνο επί των διιστάμενων εκδοχών που σχετίζονται με ζητήματα τα οποία διαδραματίζουν ουσιαστικό ρόλο στα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής (Παπαλλής κ.ά. ν. Κυριακίδη (2008) 1Α Α.Α.Δ 83 και SP CONSULTANCY LTD κ.α v. TRANSTEAM LTD κ.α (2016) 1Β Α.Α.Δ 980). Η διεργασία της αξιολόγησης θα διεξαχθεί με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, τη λογικότητα και τη συνοχή της μαρτυρίας τους, αλλά και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία (Μαυροσκούφη ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ (2014) 1Α Α.Α.Δ. 339).
Ενώπιον του Δικαστηρίου παρέλασε μεγάλος αριθμός μαρτύρων. Όπως ήδη αναφέρθηκε για την πλευρά των Εναγόντων παρουσιάστηκαν 18 μάρτυρες, ενώ εκ μέρους των Εναγομένων παρουσιάστηκαν 9 μάρτυρες.
Ενόψει του μεγάλου αριθμού μαρτύρων, αλλά και της πολυπλοκότητας των επιδίκων θεμάτων, όπως αυτή αναδύεται μέσα από την ογκώδη δικογραφία, θεωρώ ότι ενδείκνυται η έναρξη της αξιολόγησης με αναφορά στη μαρτυρία των ελεγκτών Μ.Ε.1 και Μ.Υ.2. Με τον τρόπο αυτό θα τεθεί το υπόβαθρο που θα καταστήσει ευκολότερη την παρακολούθηση της αξιολόγησης της υπόλοιπης μαρτυρίας.
Παράλληλα, σημειώνω εξαρχής τα ακόλουθα σε σχέση με τα κατατεθέντα Τεκμήρια. Το Δικαστήριο έχει διέλθει και έχει λάβει υπόψη του το σύνολο των Τεκμηρίων, τα οποία απαριθμούνται σε 195 και καταλαμβάνουν χιλιάδες σελίδες. Θα ήταν, κατά την κρίση μου, αντιπαραγωγικό και θα προκαλούσε σύγχυση στον αναγνώστη της απόφασης η ειδική αναφορά σε κάθε ένα των Τεκμηρίων. Για τον λόγο αυτό στη συνέχεια θα γίνει αναφορά σε εκείνα μόνο τα Τεκμήρια τα οποία διαδραμάτισαν ουσιαστικό ρόλο στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς, επαναλαμβάνω, να σημαίνει ότι τα υπόλοιπα δεν μελετήθηκαν.
Ξεκινώ, επομένως, την αξιολόγηση με τους Μ.Ε.1 και Μ.Υ.2. Οι πιο πάνω μάρτυρες κατέθεσαν υπό την ιδιότητα τους ως ελεγκτές της Ενάγουσας 1. Οι εκθέσεις – Τεκμήρια 71 και 72 αποτέλεσαν τη βάση των παραπόνων του Ενάγοντα 3 σε σχέση με την οικονομική διαχείριση των έργων TIVOLI και MALTA.
Θεωρώ, ότι η εμπειρία και τα προσόντα των Μ.Ε.1 και Μ.Υ.2, επιτρέπουν στους τελευταίους να καταθέσουν ως εμπειρογνώμονες (Halil κ.α ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολ. Έφ. αρ. 271/18, ημερ.15.03.2024). Δεν αγνοώ, ότι αμφισβητήθηκε η ικανότητα του Μ.Ε.1 να καταθέσει επί λογιστικών ζητημάτων. Θα αναφερθώ ειδικά στο εν λόγω ζήτημα πιο κάτω. Σε ό,τι αφορά τη Μ.Υ.2, η ικανότητά της να προσφέρει μαρτυρία επί λογιστικών θεμάτων δεν τέθηκε υπό αμφισβήτηση.
Το καθήκον, τώρα, των εμπειρογνωμόνων και ο τρόπος προσέγγισης της μαρτυρίας τους απασχόλησε σε αρκετές περιπτώσεις τη νομολογία. Στη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γεώργιος Ευριπίδου κ.ά., (2015) 2Α Α.Α.Δ 140, λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα:
«Υπενθυμίζουμε ότι με βάση καλά εδραιωμένες νομολογιακές αρχές, η υποχρέωση ενός εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύσει το δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του ώστε να σχηματίσει ίδιαν ανεξάρτητη γνώμη [βλ. Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους (1989) 1(Ε) ΑΑΔ 298]. Ο εμπειρογνώμονας μάρτυρας, δεν πρέπει επίσης να αρκείται στην παρουσίαση της άποψης του με γυμνές δηλώσεις οι οποίες δεν παρέχουν στο Δικαστήριο δυνατότητα ελέγχου της επιστημονικής άποψης του [βλ. Δημοκρατία ν. Ηροδότου Αγιώτου (2000) 1 ΑΑΔ 1020].»
Αμφότεροι οι μάρτυρες κατέθεσαν με αντικειμενικότητα και ειλικρίνεια παραθέτοντας τα ανάλογα υποστηρικτικά στοιχεία προς τεκμηρίωση των απόψεών τους. Όπως, άλλωστε, αναφέρθηκε από αμφότερους τους μάρτυρες δεν υπάρχει ουσιαστική διαφοροποίηση ανάμεσα στο Τεκμήριο 71 και τη δέσμη Τεκμηρίου 152, η οποία ετοιμάστηκε από την πρώην Εναγόμενη 19 ως απάντηση στο Τεκμήριο 71. Ειδικότερα, οι Μ.Ε.1 και Μ.Υ.2 συμφώνησαν ως προς τις εισροές και εκροές που παρουσιάζει ο τραπεζικός λογαριασμός της Ενάγουσας 1 κατά την επίδικη περίοδο.
Περαιτέρω, σημειώνω ότι δεν αμφισβητήθηκαν οι λόγοι που ώθησαν την πρώην Εναγόμενη 19 να ετοιμάσει τη δέσμη Τεκμηρίου 152. Επί του περιεχομένου, τώρα, της δέσμης Τεκμηρίου 152, δεν αμφισβητήθηκε η δήλωση της Μ.Υ.2 ότι αμφιβολίες που εκφράζονται στο Τεκμήριο 71 σε σχέση με συναλλαγές της Ενάγουσας 1 απαντώνται από τα cession agreements τα οποία δεν αποκαλύφθηκαν από τον Ενάγοντα 3 στους νέους ελεγκτές της Ενάγουσας 1. Ταυτόχρονα, επισημαίνω ότι η πλευρά των Εναγόντων αποδέχθηκε το γεγονός ότι τα cession agreements δεν παρουσιάστηκαν από τον Ενάγοντα 3 στους νέους ελεγκτές της Ενάγουσας 1 και κατ’ επέκταση οι τελευταίοι, όπως προκύπτει και από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1, δεν τα είχαν υπόψη τους κατά την ετοιμασία του Τεκμηρίου 71. Σε κάθε περίπτωση υπενθυμίζω, ότι η δέσμη Τεκμηρίου 152 κατατέθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία από τον Ενάγοντα 3.
Δεν παραβλέπω, ότι κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1 αμφισβητήθηκαν τα προσόντα του. Επίσης, δεν αγνοώ ότι ο Μ.Ε.1 παραδέχθηκε ότι δεν προέβη σε οποιαδήποτε έρευνα ως προς το κατά πόσο αληθεύουν οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο Ενάγων 3 αναφορικά με χρήματα που ο ίδιος ή εταιρείες συμφερόντων του κατέθεσαν για την ανάπτυξη του TIVOLI. Θεωρώ, ότι τα προαναφερόμενα ζητήματα δεν μπορούν να επηρεάσουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την αξιοπιστία του Μ.Ε.1. Επαναλαμβάνω, ότι η μαρτυρία των Μ.Ε.1 και Μ.Υ.2 δεν παρουσιάζει ουσιώδεις αποκλίσεις.
Η μαρτυρία του Μ.Ε.1 επεκτάθηκε και σε ζητήματα που αφορούν το MALTA. Θεωρώ, ότι και πάλι κατέθεσε με ειλικρίνεια και αντικειμενικότητα. Συγκεκριμένα, ο Μ.Ε.1 περιορίστηκε στην παρουσίαση των χρηματικών ποσών που δαπανήθηκαν για σκοπούς αγοράς των τεμαχίων του MALTA. Αυτή η πτυχή της μαρτυρίας του δεν έτυχε οποιασδήποτε ουσιαστικής αμφισβήτησης. Αναφορικά με τις ερωτήσεις που τέθηκαν κατά την αντεξέτασή του και σχετίζονταν με τους ισχυρισμούς των Εναγομένων ως προς τη χρησιμοποίηση της Jermaco για απόκρυψη του ποσού των €1.860.000, ο Μ.Ε.1 δήλωσε ευθαρσώς ότι δεν γνώριζε και δεν ήταν σε θέση να απαντήσει επί των εν λόγω ζητημάτων. Όπως, επίσης, με ειλικρίνεια δήλωσε ότι αγνοούσε το γεγονός του ανοίγματος κοινού λογαριασμού επ’ ονόματι των Μ.Ε.12 και 13 στον οποίο κατατέθηκε ποσό €1.123.703. Τέλος, κατά την αντεξέτασή του, ξεκαθάρισε ότι δεν αποτέλεσε αντικείμενο των Τεκμηρίων 71 και 72 το κατά πόσο η Εναγόμενη 1 σε συνομωσία με άλλα πρόσωπα υπεξαίρεσε χρηματικά ποσά προς βλάβη των Εναγόντων.
Προχωρώ στη μαρτυρία των Μ.Ε.3, 9, 10 και 14, καθώς και στη μαρτυρία των Μ.Υ.6 και 7. Η μαρτυρία των πιο πάνω προσώπων περιβάλλεται τον μανδύα της ανεξαρτησίας, καθώς προέρχεται από μάρτυρες οι οποίοι δεν είχαν οποιαδήποτε προσωπική ανάμειξη στα επίδικα ζητήματα ή οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο όφελος από την υπό εκδίκαση διαφορά. Σημειώνω, ότι πρόκειται για μαρτυρία η οποία παρέμεινε επί της ουσίας αναντίλεκτη και, στο βαθμό που είναι σχετική με τα επίδικα θέματα, συμπεριλήφθηκε στα γεγονότα που καταγράφηκαν πιο πάνω ως μη αμφισβητούμενα.
Οι Μ.Ε.3 και Μ.Υ.7 εργάζονται, η μεν πρώτη στο Συμβούλιο Ελέγχου και Εγγραφής Εργοληπτών, ο δε δεύτερος ως ασφαλιστικός αντιπρόσωπος. Κατά την αντεξέτασή τους υποβλήθηκαν μόνο διευκρινιστικές ερωτήσεις. Το ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας τους, το οποίο αφορά την άδεια εργολήπτη της πρώην Εναγόμενης 15 αφενός και την ασφάλιση του TIVOLI αφετέρου, έχει ήδη καταγραφεί στα μη αμφισβητούμενα γεγονότα.
Οι Μ.Ε.10 και 14, τραπεζικοί υπάλληλοι, παρουσίασαν στο Δικαστήριο η μεν πρώτη έγγραφα που αφορούν την Ενάγουσα 1 και τη Jermaco, ο δε Μ.Ε.14 έγγραφα που αφορούν τις Εναγόμενες 3, 13 και την πρώην Εναγόμενη 15.
Η πλευρά των Εναγομένων κατά την αντεξέταση των προαναφερόμενων μαρτύρων επιχείρησε να αναδείξει το ζήτημα της έλλειψης προσωπικής γνώσης των εν λόγω μαρτύρων σε σχέση με τα έγγραφα που κατέθεσαν ως Τεκμήρια. Οι μάρτυρες δήλωσαν ευθαρσώς ότι δεν είχαν προσωπική γνώση και εμπλοκή κατά τον χρόνο λήψης των εγγράφων ή διενέργειας των συναλλαγών που αποτυπώνονται σε αυτά, ούτε επίσης ήταν παρόντες κατά την υπογραφή των εν λόγω εγγράφων.
Το πιο πάνω γεγονός δεν δύναται, κατά την κρίση μου, να επηρεάσει την αξιοπιστία των μαρτύρων. Αμφότεροι δήλωσαν, χωρίς να υπάρξει αμφισβήτηση των εν λόγω δηλώσεων τους, ότι τα έγγραφα που παρουσίασαν ως Τεκμήρια περιήλθαν στην κατοχή τους ενόψει των καθηκόντων που εκτελούν, καθώς και ότι οι διαδικασίες και η πρακτική που ακολουθούνταν στην τράπεζα είναι οι ίδιες ασχέτως του λειτουργού ή υπαλλήλου που διεκπεραιώνει τις εν λόγω εργασίες. Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφ. αρ. 294/2012, ημερ. 18.06.2019, ECLI:CY:AD:2019:A232, ειπώθηκαν τα ακόλουθα τα οποία θεωρώ ότι τυγχάνουν ανάλογης εφαρμογής και στην παρούσα υπόθεση:
«Περαιτέρω, οι μάρτυρες της τράπεζας κατέθεσαν έγγραφα ως μέρος της τραπεζικής πρακτικής και των αρχείων. Δεν ήταν ανάγκη να είχαν για το κάθε τι προσωπική γνώση και ανάμειξη δεδομένου ότι ήταν φορείς κατάθεσης των γεγονότων εκ μέρους οργανισμού.»
Περαιτέρω, θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα όσα αφέθηκαν με γενικό τρόπο να αιωρούνται κατά την αντεξέταση των μαρτύρων στην προσπάθεια αμφισβήτησης των όσων καταγράφονται στα Τεκμήρια που παρουσίασαν δεν μετουσιώθηκαν σε θετικούς ισχυρισμούς εκ μέρους των Εναγομένων, καθώς καμία μαρτυρία προσκομίστηκε προς αντίκρουση των ισχυρισμών των Μ.Ε.10 και 14.
Οι Μ.Ε.9 και Μ.Υ.6 υπηρετούν σε κυβερνητικά τμήματα. Συγκεκριμένα η πρώτη εργάζεται στο Επαρχιακό Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων Λεμεσού, η δεύτερη στην Υπηρεσία Φ.Π.Α. του Τμήματος Φορολογίας. Όσα κατέθεσαν ενόρκως πηγάζουν από τα έγγραφα τα οποία παρουσίασαν ως Τεκμήρια και ουδεμίας αμφισβήτησης έτυχαν.
Έρχομαι, τώρα, στη μαρτυρία των Μ.Ε.5 και 8, οι οποίοι κατέθεσαν σε σχέση με την εγγραφή, τη διάλυση και το μετοχικό καθεστώς της Jermaco και της πρώην Εναγόμενης 17.
Η Μ.Ε.5, δικηγόρος, ήταν η υπεύθυνη για τη διαχείριση των εταιρειών από της ιδρύσεως τους μέχρι και τη διάλυση τους, ενώ ο Μ.Ε.8, εγκεκριμένος λογιστής ελεγκτής ήταν το πρόσωπο που έδωσε οδηγίες στη Μ.Ε.5 για την εγγραφή των πιο πάνω εταιρειών στις Σεϋχέλλες. Σημειώνω, ότι η μαρτυρία της Μ.Ε.5, με εξαίρεση τις ενέργειες στις οποίες η ίδια προέβη για την εγγραφή και διάλυση των εν λόγω εταιρειών, είναι εξ ακοής, καθώς αυτή βασίστηκε στις οδηγίες που έλαβε από τον Μ.Ε.8.
Θεωρώ, ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία των υπό αναφορά μαρτύρων. Οι μάρτυρες απάντησαν με ειλικρίνεια στις ερωτήσεις που τους τέθηκαν και δεν διαπίστωσα προσπάθεια απόκρυψης γεγονότων ή παραποίησης της αλήθειας. Ούτε και διέκρινα την ύπαρξη αλλότριων κινήτρων στη μαρτυρία τους.
Ο Μ.Ε.8, σε σχέση με το ζήτημα του κατά πόσο οι Εναγόμενοι 1 και 12 έθεσαν ενώπιον του υπογραφές επί των εγγράφων των εταιρειών, απάντησε ότι η τακτική που ακολουθείται στο γραφείο του είναι όπως οι πελάτες θέτουν τις υπογραφές τους επί των σημαντικών εγγράφων στην παρουσία του ίδιου ή άλλων υπαλλήλων του γραφείου. Από την άλλη, η Μ.Ε.5 απάντησε με ευθύτητα ότι οι Εναγόμενοι 1 και 12 δεν έθεσαν οποιαδήποτε υπογραφή ενώπιον της. Οι πιο πάνω απαντήσεις δεν προκαλούν οποιοδήποτε ρήγμα στη μαρτυρία των Μ.Ε.5 και 8, ειδικά αφ’ ης στιγμής δεν υπήρξε ρητή αμφισβήτηση ως προς το ότι οι Εναγόμενοι 1 και 12 όντως υπέγραψαν τα επίμαχα έγγραφα. Η πλευρά των Εναγόμενων επιχείρησε να αφήσει σκιές επί του εν λόγω ζητήματος, χωρίς όμως να θέσει οτιδήποτε απτό. Επισημαίνω, ότι η Εναγόμενη 1 δεν κατέθεσε ως μάρτυρας, ενώ ο Εναγόμενος 12 στη μαρτυρία του δεν ισχυρίστηκε ότι οι υπογραφές επί των εν λόγω εγγράφων που αφορούν τη Jermaco και την πρώην Εναγόμενη 17 δεν ανήκουν στον ίδιο.
Αλυσιτελής παρέμεινε και η προσπάθεια αμφισβήτησης των πραγματικών μετόχων των Jermaco και πρώην Εναγόμενης 17. Οι Μ.Ε.5 και 8 δέχθηκαν μεν ότι είναι δυνατό μέσω εμπιστεύματος ο πραγματικός μέτοχος μίας εταιρείας να διαφέρει από τον ονομαστικό. Ταυτόχρονα, όμως, τόνισαν, ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν είχαν τέτοια ενημέρωση περί ύπαρξης εμπιστεύματος. Η τελευταία δήλωσή τους δεν αμφισβητήθηκε, ούτε και τέθηκε στους μάρτυρες ότι οι Εναγόμενοι 1 και 12 παρουσίασαν σχετικά εμπιστεύματα στα οποία εμφανίζονταν άλλα πρόσωπα ως πραγματικοί μέτοχοι των εν λόγω εταιρειών. Ταυτόχρονα, υπογραμμίζω, ότι δεν υποδείχθηκαν στους Μ.Ε.5 και 8 τα Τεκμήρια 163 και 164.
Περαιτέρω, η μαρτυρία τους, στην έκταση που αφορά την πρώην Εναγόμενη 17 υποστηρίζεται από το Τεκμήριο 9, ενώ σε ό,τι αφορά τις δηλώσεις τους ως προς το ότι ο Εναγόμενος 12 ήταν ο πραγματικός δικαιούχος των μετοχών της Jermaco κατά τον χρόνο ίδρυσής της ταυτίζεται και με τη μαρτυρία της Μ.Ε.10.
Σημειώνω και το εξής σε σχέση με τον Μ.Ε.8. Δεν μου διαφεύγει ότι επιχειρήθηκε να αντεξεταστεί επί του περιεχομένου κάποιας ένορκης δήλωσης η οποία κατατέθηκε στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής. Παρά τις προσπάθειες που έγιναν δεν εντοπίστηκε η εν λόγω ένορκη δήλωση στον φάκελο της υπόθεσης για να υποδειχθεί στον Μ.Ε.8. Δεν θεωρώ, ότι πλήττεται η αξιοπιστία του μάρτυρα από το εν λόγω γεγονός. Πολύ περισσότερο, αφ’ ης στιγμής δεν του υποδείχθηκε τί κατ’ ισχυρισμό ανέφερε στην εν λόγω ένορκη δήλωση το οποίο έρχεται σε σύγκρουση με δηλώσεις του που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 83.
Έρχομαι, τώρα, στη μαρτυρία των βασικών πρωταγωνιστών οι οποίοι είχαν άμεση εμπλοκή στα γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά την επίδικη περίοδο, δηλαδή εκ μέρους των Εναγόντων τους Μ.Ε.7, 12, 13, 17 και 18 (Ενάγων 3) και εκ μέρους των Εναγομένων τους Μ.Υ.3 (Εναγόμενος 12), 4 και 8 (Εναγόμενη 11). Κρίνω σκόπιμο, όπως η αξιολόγηση της μαρτυρίας των πιο πάνω προσώπων γίνει με αναφορά στα επιμέρους επίδικα ζητήματα, καθώς αυτό θα καταστήσει περισσότερο κατανοητή τη διεργασία που ακολούθησε το Δικαστήριο. Ανάμεσα στη μαρτυρία των βασικών πρωταγωνιστών θα παρεμβληθεί και η μαρτυρία των Μ.Ε.2, 4, 11, 15 και Μ.Υ.5.
Προτού, όμως, προχωρήσω στα επιμέρους επίδικα ζητήματα θεωρώ ορθό όπως προηγηθεί ένα γενικότερο σχόλιο σε ό,τι αφορά την αξιολόγηση των Μ.Ε.7, 12, 13, 18 και Μ.Υ.3, 4 και 8. Συγκεκριμένα, πέραν εκείνων των στοιχείων της μαρτυρίας τους τα οποία, είτε αποτελούν γεγονότα κοινής αποδοχής, είτε παρέμειναν αναντίλεκτα, το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας τους θα αγνοηθεί. Τούτο, διότι το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους κρινόμενο σε ατομικό επίπεδο, αλλά και σε αντιπαραβολή με την υπόλοιπη μαρτυρία, καταδεικνύει, για τους λόγους που θα επεξηγηθούν πιο κάτω, ότι ουδείς εξ αυτών προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει όλη την αλήθεια και μόνο την αλήθεια.
Προχωρώ, τώρα, στην κατηγοριοποίηση των επίδικων ζητημάτων, τα οποία μπορούν να ενταχθούν σε τρεις βασικές κατηγορίες. Η πρώτη αφορά τη διαχείριση του TIVOLI, η δεύτερη την αγορά του MALTA και η τρίτη την έκδοση εκ συμφώνου αποφάσεων εναντίον της Ενάγουσας 1 και προς όφελος των Εναγομένων 2, 3 και 13.
TIVOLI
Αναφορικά με το TIVOLI η απαίτηση των Εναγόντων αφορά την ισχυριζόμενη κακή οικονομική διαχείριση η οποία αναλύεται περαιτέρω στην υπερτιμολόγηση εκτελεσθέντων εργασιών, την κατάθεση εισπράξεων από πωλήσεις οικιστικών μονάδων σε τραπεζικούς λογαριασμούς άλλων εταιρειών αντί της ιδιοκτήτριας του έργου - Ενάγουσας 1 και την πληρωμή προμηθειών χωρίς την έγκριση ή γνώση του Ενάγοντα 3. Περαιτέρω, προβάλλεται ο ισχυρισμός για αποκόμιση αθέμιτου οφέλους από τους Εναγόμενους μέσω της ανάθεσης της διαχείρισης του έργου στην Εναγόμενη 3. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των Εναγόντων, ενορχηστρωτής όλων των προαναφερόμενων έκνομων ενεργειών ήταν η Εναγόμενη 1. Η τελευταία, συνωμοτώντας με τους υπόλοιπους Εναγόμενους, που αποτελούνται από φυσικά πρόσωπα με τα οποία διατηρεί συγγενική και φιλική σχέση και νομικά πρόσωπα τα οποία είναι δικών της συμφερόντων, απέσπασε χρηματικά οφέλη εις βάρος των Εναγόντων.
Τα παράπονα των Εναγόντων έχουν ως βάθρο την έκθεση που ετοιμάστηκε από τους ελεγκτές της Ενάγουσας 1 - Τεκμήριο 71. Στην εν λόγω έκθεση εκφράζονται διάφοροι προβληματισμοί ως προς τη διαχείριση χρημάτων που αφορούσαν το TIVOLI. Οι εν λόγω προβληματισμοί θα μπορούσαν να απαντηθούν, αν όχι στο σύνολό τους, στη συντριπτική τους πλειοψηφία από τα cession agreements.
Ο Ενάγων 3 απέκρυψε, ωστόσο, από τους νέους ελεγκτές της Ενάγουσας 1 την υπογραφή των cession agreements (δέσμη Τεκμηρίου 47). Η πιο πάνω παράλειψη του Ενάγοντα 3 πλήττει, κατά την κρίση μου, καίρια την αξιοπιστία του. Πολύ δε περισσότερο από τη στιγμή που δεν προσφέρθηκε η παραμικρή εξήγηση για την απόφασή του να μην αποκαλύψει στους ελεγκτές την υπογραφή των προαναφερόμενων συμφωνιών. Αντίθετα, κατά τον ουσιώδη χρόνο εξέφραζε στους νέους ελεγκτές της Ενάγουσας 1 άγνοια για χρηματικά ποσά τα οποία περιλαμβάνονται στις εν λόγω συμφωνίες. Μάλιστα, ούτε και στις καταθέσεις του στην Αστυνομία (Τεκμήρια 149 και 150) αναφέρθηκε στα cession agreements. Σημειώνεται, ότι ένα από τα παράπονά του, όπως αυτά αποκαλύφθηκαν στη σελ. 20 του Τεκμηρίου 149, ήταν η άρνηση της Εναγόμενης 1 να παραδώσει οικονομικές πληροφορίες για τα χρήματα που επένδυσε για την αγορά της γης και την ανέγερση του TIVOLI.
Η υπογραφή των πιο πάνω συμφωνιών μεταξύ εταιρειών συμφερόντων του Ενάγοντα 3, ήτοι των εταιρειών Newpoint Management Ltd και Dylox Consulting Ltd, με την Ενάγουσα 1, η οποία εκπροσωπούνταν από την Εναγόμενη 1, αποτελεί ουσιώδες κομμάτι της μαρτυρίας που άπτεται της ισχυριζόμενης κακής οικονομικής διαχείρισης της Ενάγουσας 1 και της επικαλούμενης άγνοιας του Ενάγοντα 3 ως προς τη διαχείριση που έτυχαν τα χρήματα που απέστειλε προς ανέγερση του TIVOLI.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την αξιόπιστη μαρτυρία της Μ.Υ.2, υπήρξαν πολλαπλές συναντήσεις μεταξύ του Ενάγοντα 3, των οικονομικών του συμβούλων και της Εναγόμενης 1, οι οποίες έλαβαν χώρα στα γραφεία της πρώην Εναγόμενης 19 κατά την περίοδο Σεπτεμβρίου 2013 - Μαρτίου 2014. Στο πλαίσιο των πιο πάνω συναντήσεων αναλύθηκε η κίνηση του τραπεζικού λογαριασμού της Ενάγουσας 1 και προσδιορίστηκαν τα κεφάλαια τα οποία εισέρρευσαν στον λογαριασμό της από τον Ενάγοντα 3 και εταιρείες συμφερόντων του. Περαιτέρω, προσδιορίστηκαν οι πιστωτές της Ενάγουσας 1 και υπήρξε αναδιάρθρωση των χρεών της με αποτέλεσμα τον περιορισμό των πιστωτών της μέσω των cession agreements που υπογράφηκαν τον Μάρτιο του 2014. Θα πρέπει, επίσης, να τονιστεί ότι τα στοιχεία σε σχέση με τα χρήματα που εισέρρευσαν στην Ενάγουσα 1 από τον Ενάγοντα 3 και εταιρείες συμφερόντων του, καθώς και ο προσδιορισμός των πιστωτών και οφειλετών της Ενάγουσας 1 και ακολούθως η ετοιμασία των cession agreements έγιναν από τους οικονομικούς συμβούλους του Ενάγοντα 3.
Η πιο πάνω παράλειψη του Ενάγοντα 3 αφήνει μετέωρους τους προβληματισμούς που εξέφρασαν οι ελεγκτές της Ενάγουσας 1, μέσω του Τεκμηρίου 71, βασιζόμενοι στις διαβεβαιώσεις του Ενάγοντα 3, ότι δεν γνώριζε τον λόγο πραγματοποίησης συγκεκριμένων συναλλαγών που αφορούσαν μεγάλα χρηματικά ποσά. Ειδικότερα, οι ελεγκτές της Ενάγουσας 1 σημειώνουν, μεταξύ άλλων, στο Τεκμήριο 71:
· Ο Ενάγων 3 δεν γνώριζε για τη μεταφορά ποσού ύψους €784.016 από τον τραπεζικό λογαριασμό της Ενάγουσας 1 στον τραπεζικό λογαριασμό της Ενάγουσας 9. Η διαβεβαίωση του Ενάγοντα 3 διαψεύδεται από το παράρτημα Κ5 της δέσμης Τεκμηρίου 152. Από το εν λόγω έγγραφο προκύπτει ότι ο Ενάγων 3 γνώριζε για την επίμαχη μεταφορά η οποία συμπεριλήφθηκε στα cession agreements που ετοιμάστηκαν από τους οικονομικούς του συμβούλους και παρά ταύτα παραπλάνησε τους ελεγκτές με το να τους αναφέρει ότι δεν είχε σχετική ενημέρωση για αυτήν.
· Ομοίως, ο Ενάγων 3 δήλωσε ότι δεν γνώριζε και δεν έδωσε εντολή για τη μεταφορά του ποσού των €1.212.000 από τον λογαριασμό της Ενάγουσας 1 στο λογαριασμό της Ενάγουσας 9, καθώς και για την μεταφορά των ποσών €705.495 και €547.495 από τον τραπεζικό λογαριασμό της Ενάγουσας 1 προς τον τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας Ask Trading Pte. Το παράρτημα Κ5 της δέσμης Τεκμηρίου 152 καταμαρτυρεί ότι οι πιο πάνω συναλλαγές ήταν σε γνώση των οικονομικών συμβούλων του Ενάγοντα 3 και κατ’ επέκταση του ιδίου, εξού και συμπεριλήφθηκαν στα cession agreements. Μάλιστα, σε σχέση με την εταιρεία Ask Trading Pte δεν τέθηκε καν μαρτυρία ότι η Εναγόμενη 1 είχε τη διαχείριση του τραπεζικού της λογαριασμού. Συνεπώς, η Εναγόμενη 1 δεν θα μπορούσε να έχει οποιοδήποτε όφελος από την εν λόγω μεταφορά. Προκύπτει, επομένως, εύλογα το ερώτημα, για ποιο λόγο ο Ενάγων 3 εξέφρασε ανησυχίες στους ελεγκτές για τις πιο πάνω μεταφορές.
· Επίσης, ο Ενάγων 3 δήλωσε ότι δεν γνώριζε για τη μεταφορά ποσού €460.000 από τον λογαριασμό της Ενάγουσας 1 στον λογαριασμό της Jermaco, καθώς και για την πληρωμή εκ μέρους της τελευταίας προς όφελος της Ενάγουσας 1 του συνολικού ποσού των €189.500,62 ως τέλη και δικαιώματα Κτηματολογίου για τη μεταβίβαση των τεμαχίων του MALTA. Επιπρόσθετα, δήλωσε ότι αγνοούσε ότι το εναπομείναν χρεωστικό υπόλοιπο των €270.499 μεταφέρθηκε στην πρώην Εναγόμενη 5, με αποτέλεσμα να μειωθεί το χρεωστικό υπόλοιπο της Ενάγουσας 1 προς την πρώην Εναγόμενη 5 από €2.688.277,25 σε €2.417.778,37. Τα παραρτήματα Κ1, Κ2 και Κ5 της δέσμης Τεκμηρίου 152 τα οποία, τονίζω, σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία της Μ.Υ.2, παρουσιάστηκαν στην πρώην Εναγόμενη 19 από τους οικονομικούς συμβούλους του Ενάγοντα 3, διαψεύδουν και πάλι τον ισχυρισμό του ότι αγνοούσε τις πιο πάνω συναλλαγές. Όλες οι προαναφερόμενες συναλλαγές καταγράφονται λεπτομερώς στις οικονομικές καταστάσεις που οι οικονομικοί σύμβουλοι του Ενάγοντα 3 παρουσίασαν στην πρώην Εναγόμενη 19.
Επιπροσθέτως, τα προαναφερόμενα παραρτήματα της δέσμης Τεκμηρίου 152, αφήνουν εκτεθειμένο τον Ενάγοντα 3 και σε σχέση με έναν άλλο βασικό ισχυρισμό του. Συγκεκριμένα, ισχυρίστηκε ότι αγνοούσε την ύπαρξη της Jermaco, την οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, χρησιμοποίησε η Εναγόμενη 1 για τη διοχέτευση μέρους των χρημάτων που κλάπηκαν ή υπεξαιρέθηκαν από τους Ενάγοντες. Για να είμαι πιο συγκεκριμένος, ο Ενάγων 3 ισχυρίστηκε ότι η πρώτη φορά που περιήλθε στη γνώση του η ύπαρξη της Jermaco ήταν μετά που ανέθεσε τη διεξαγωγή έρευνας στους ελεγκτές, δηλαδή σε χρόνο μεταγενέστερο της κατάρτισης των cession agreements. Επίσης, ισχυρίστηκε ότι πληροφορήθηκε για τη Jermaco κατά τη συνάντηση που είχε με τον Μ.Ε.17, όταν ο τελευταίος τον ευχαρίστησε για το «δώρο» των €53.000 που έλαβε μέσω της Jermaco.
Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, τα παραρτήματα Κ1, Κ2 και Κ5 της δέσμης Τεκμηρίου 152, καταδεικνύουν ότι οι οικονομικοί σύμβουλοι του Ενάγοντα 3 και κατ΄ επέκταση ο ίδιος γνώριζαν την ύπαρξη της Jermaco.
Μία άλλη ουσιαστική πτυχή του ισχυρισμού των Εναγόντων περί κλοπής και υπεξαίρεσης χρημάτων εκ μέρους των Εναγομένων συνίστατο στη θέση ότι η Εναγόμενη 1 κατέβαλλε προμήθειες για πωλήσεις μονάδων του TIVOLI χωρίς τη γνώση και την έγκριση του Ενάγοντα 3. Κατά την αντεξέτασή του, ωστόσο, διαφάνηκε ότι ο Ενάγων 3 είχε γνώση του γεγονότος της πληρωμής προμηθειών από την Ενάγουσα 1. Συγκεκριμένα, όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 59 συμφώνησε ότι η Εναγόμενη 1 κατά καιρούς έστελνε παρόμοιες επιστολές ενημερώνοντας για την καταβολή προμηθειών. Η θέση του, ότι με τις εν λόγω επιστολές η Εναγόμενη 1 δεν ζήτησε και δεν εξασφάλισε την άδειά του για να προχωρήσει στην πληρωμή προμηθειών αποτελεί, κατά την κρίση μου, εκ των υστέρων σκέψη η οποία δεν αντέχει στη βάσανο της κοινής λογικής. Εάν ο Ενάγων 3 διαφωνούσε με την πληρωμή των εν λόγω ποσών, τότε το αναμενόμενο θα ήταν να απαντήσει στην Εναγόμενη 1 εκφράζοντας τη διαφωνία του ως προς την πληρωμή οποιουδήποτε ποσού και δίδοντας οδηγίες στην τελευταία να μην προχωρήσει σε τέτοια πληρωμή. Ο Ενάγων 3, όμως, δεν παρουσίασε οποιαδήποτε απάντηση στο Τεκμήριο 59.
Περαιτέρω, ο Ενάγων 3 στην προσπάθειά του να πείσει για την απόλυτη εμπιστοσύνη που είχε στο πρόσωπο της Εναγόμενης 1 προέβαλε ισχυρισμούς οι οποίοι, θεωρώ, ότι στερούνται πειστικότητας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η δήλωσή του ότι μέχρι τη ρήξη των σχέσεων του με την Εναγόμενη 1 δεν είχε καν δει τα αρχιτεκτονικά σχέδια του TIVOLI, ούτε και γνώριζε ποιοι ήταν οι αρχιτέκτονες του έργου. Σημειώνω, ότι σύμφωνα με την αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία των Μ.Ε.1 και Μ.Υ.2, ο Ενάγων 3, είτε προσωπικά, είτε μέσω εταιρειών συμφερόντων του, είχε επενδύσει στο TIVOLI ποσό που ξεπερνούσε τα €9.000.000. Θεωρώ, ότι το λογικά αναμενόμενο για έναν επενδυτή ο οποίος δαπάνησε το ουδόλως ευκαταφρόνητο ποσό των €9.000.000, θα ήταν, τουλάχιστον, να έχει γνώση των αρχιτεκτονικών σχεδίων του έργου στο οποίο επένδυσε το πιο πάνω ποσό.
Η αξιοπιστία του Ενάγοντα 3 ελέγχεται και σε σχέση με τον ισχυρισμό του, ότι το Τεκμήριο 74 (Συστατική Πράξη Εμπιστεύματος) δεν υπογράφηκε στις 18.09.2007, αλλά το 2013 και προχρονολογήθηκε. Πέραν του ότι ο ισχυρισμός του παρέμεινε μετέωρος, εφόσον δεν έδωσε οποιαδήποτε αιτιολογία για τον λόγο της ισχυριζόμενης προχρονολόγησης του Τεκμηρίου 74, η υπό αναφορά δήλωσή του έρχεται σε σύγκρουση με δικογραφημένη θέση του. Συγκεκριμένα, στην παράγραφο 3 της Απάντησης στην Υπεράσπιση της Εναγόμενης 18, ο Ενάγων 3 παραδέχεται ρητά ότι το Τεκμήριο 74 καταρτίστηκε και υπογράφηκε στις 18.09.2007. Σύμφωνα με τη νομολογία, μαρτυρία η οποία δεν συνάδει με τις δικογραφημένες θέσεις του διαδίκου που την προσφέρει επηρεάζει την αξιοπιστία του (Παπά ν. D. Stavrinos Constructions Ltd (2017) 1Α Α.Α.Δ 323).
Τέλος, δεν μπορεί να παραμείνει χωρίς σχολιασμό και το εξής γεγονός που προκαλεί αρνητική εντύπωση ως προς την αξιοπιστία του Ενάγοντα 3. Συγκεκριμένα, ο τελευταίος παραπονέθηκε ότι μέρος της κακοδιαχείρισης των οικονομικών της Ενάγουσας 1 αποτέλεσε το γεγονός ότι η Εναγόμενη 1 χρησιμοποιούσε τον τραπεζικό λογαριασμό της Ενάγουσας 1 για ζητήματα που δεν αφορούσαν την ανάπτυξη του TIVOLI. Επίσης, παραπονέθηκε ότι χρήματα από πωλήσεις μονάδων του TIVOLI αντί να καταλήγουν στον τραπεζικό λογαριασμό της Ενάγουσας 1 διοχετεύονταν αλλού. Οι παραδοχές του Ενάγοντα 3, οι οποίες καταγράφονται στο Έγγραφο Ι, αποκαλύπτουν ότι και ο ίδιος ενήργησε κατά τρόπο ανάλογο. Ειδικότερα, ο Ενάγων 3 παραδέχθηκε ότι χρησιμοποιήθηκε ο τραπεζικός λογαριασμός της Ενάγουσας 1 για πληρωμές που αφορούσαν προσωπικές ή οικογενειακές ανάγκες του ή και για μεταφορές χρημάτων σε πρόσωπα και εταιρείες συμφερόντων του. Περαιτέρω, προκύπτει ότι σε τέσσερις τουλάχιστον περιπτώσεις, εισπράξεις που σχετίζονταν με πωλήσεις μονάδων του ΤΙVOLI αντί να καταλήξουν στον τραπεζικό λογαριασμό της Ενάγουσας 1 οδηγήθηκαν σε εταιρείες συμφερόντων του Ενάγοντα 3. Συνεπώς, δεν μπορεί ο Ενάγων 3 να παραπονείται για πράξεις της Εναγόμενης 1, τις οποίες τέλεσε και ο ίδιος σε σχέση με τον τραπεζικό λογαριασμό της Ενάγουσας 1.
Εκ μέρους των Εναγόντων μαρτυρία σχετική με το TIVOLI πρόσφεραν και οι Μ.Ε.2, 4, 11 και 15.
Οι Μ.Ε.2 και 11 αναφέρθηκαν στη μαρτυρία τους στην εκτίμηση του κόστους του TIVOLI. Θεωρώ, ότι η εν λόγω μαρτυρία δεν έχει να διαδραματίσει οποιοδήποτε ρόλο στα επίδικα θέματα ως αυτά διαμορφώθηκαν μέσα από την εξέλιξη της διαδικασίας και την προσαχθείσα μαρτυρία. Συγκεκριμένα, η πιο πάνω μαρτυρία ενδεχομένως να είχε σημασία στην περίπτωση που προωθείτο από τους Ενάγοντες ισχυρισμός για συνωμοσία με εμπλοκή σε αυτήν του επιμετρητή ποσοτήτων και των αρχιτεκτόνων του έργου. Τέτοια μαρτυρία δεν προσάχθηκε. Μάλιστα, η αγωγή, αν και αρχικά περιλάμβανε ως Εναγόμενους 14 τους αρχιτέκτονες του έργου, εντούτοις δεν προωθήθηκε εναντίον τους. Σε κάθε περίπτωση, σημειώνω ότι κατά τη μαρτυρία των Μ.Ε.2 και 11 διαφάνηκε ότι οι τελευταίοι αγνοούσαν το γεγονός της έκδοσης διατακτικών πληρωμής από τον επιμετρητή ποσοτήτων του έργου. Ομοίως, αγνοούσε και το γεγονός ότι τα τελευταία έτυχαν της έγκρισης των επιβλεπόντων αρχιτεκτόνων μέσω της έκδοσης σχετικών πιστοποιητικών (δέσμη Τεκμηρίου 71, έγγραφα 678 - 701).
Ο Μ.Ε.11 αναφέρθηκε και στο ζήτημα της ορθής διαχείρισης του έργου λέγοντας ότι θα έπρεπε ως διαχειριστής του έργου να διοριστεί εξειδικευμένος Διευθυντής έργου ή εταιρεία διαχείρισης με εμπειρία σε παρόμοια έργα. Παράλληλα, κάκισε την ανάθεση του έργου στον εργολάβο με ξεχωριστές συμφωνίες προκειμένου να παρακαμφθεί δια της πλαγίας οδού η αναγκαιότητα όπως η άδεια εργολήπτη έργου τέτοιας έκτασης να είναι τουλάχιστον τάξης Β.
Για το ζήτημα της εμπειρίας της Εναγόμενης 3, επισημαίνω ότι ο Μ.Ε.11 παραδέχθηκε ότι δεν γνωρίζει τί εμπειρία διέθετε η Εναγόμενη 3, αλλά βασίστηκε στα όσα του μετέφεραν οι συνήγοροι των Εναγόντων. Παράλληλα, δεν προσδιόρισε τις ισχυριζόμενες αδυναμίες που εντόπισε και οι οποίες θα μπορούσαν να αποδοθούν στην έλλειψη εμπειρίας της Εναγόμενης 3. Κατά συνέπεια, ουδεμία βαρύτητα μπορεί να δοθεί σε αυτή την πτυχή της μαρτυρίας του.
Για το δεύτερο ζήτημα, επίσης δεν μπορεί να δοθεί βαρύτητα, εφόσον δεν υποδείχθηκαν οποιεσδήποτε κακοτεχνίες οι οποίες να οφείλονται στην αδυναμία εκτέλεσης του έργου από την πρώην Εναγόμενη 15, ούτε και τέθηκε μαρτυρία περί καταγγελίας της στα αρμόδια σώματα. Επιπρόσθετα, η αναφορά του σε παρανομία λόγω της έκδοσης ξεχωριστών αδειών αντικρούεται από άλλη μαρτυρία που προήλθε από τους Ενάγοντες και συγκεκριμένα τη μαρτυρία της Μ.Ε.3, η οποία σε σχετικές ερωτήσεις απάντησε ως ακολούθως (η έμφαση είναι δική μου):
«E. Η Δ τάξη τι έργα μπορούσε να αναλάβει για να κατασκευάσει;
A. Με άδεια εργολήπτη Δ τάξης, οικοδομικά έργα ένας εργολάβος μπορεί να κατασκευάσει έργα μέχρι 1000 τετραγωνικά αν αφορά συγκεκριμένα έργα που είναι κατοικίες γραφεία κλπ.
E. Μπορεί ταυτόχρονα να αναλάβει να χτίσει ας πούμε 10 ξεχωριστά έργα;
A. Ναι, δεν υπάρχει περιορισμός στον αριθμό των έργων των οποίων θα εκτελεί μια χρονική περίοδο, φτάνει το κάθε έργο να μην υπερβαίνει τα 1000 τετραγωνικά. Έργο σημαίνει, καθορίζεται με την άδεια οικοδομής του. Ένα έργο ένα συγκρότημα κατοικιών που αποτελείται από 10 κατοικίες που η κάθε μία έχει την άδεια οικοδομής της θεωρούνται σαν 10 ξεχωριστά έργα. Εάν είναι 10 κατοικίες κάτω από μιαν άδεια οικοδομής θεωρείται ένα έργο».
Ο Μ.Ε.11 κατά την κυρίως εξέτασή του δήλωσε ότι εκδόθηκαν ξεχωριστές άδειες οικοδομής και επιχείρησε να αναδείξει την πρόθεση των μερών ως προς το ότι το έργο ήταν ενιαίο. Το ζητούμενο, όμως, είναι, όπως ανέφερε και η Μ.Ε.3, η άδεια οικοδομής του έργου. Από τη στιγμή που εκδόθηκαν ξεχωριστές άδειες, δεν μπορεί να τίθεται ζήτημα παρανομίας.
Εν πάση περιπτώσει, η ουσία έγκειται, στο γεγονός ότι δεν υπήρξε μαρτυρία ότι οι Ενάγοντες υπέστηκαν οποιαδήποτε ζημιά η οποία είχε ως γενεσιουργό αιτία την ανάθεση των οικοδομικών εργασιών στον συγκεκριμένο εργολάβο.
Ο Μ.Ε.4 κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας αναφορικά με την αγοραστική και ενοικιαστική αξία των επαύλεων και διαμερισμάτων του TIVOLI (Τεκμήρια 43 και 43Α). Εν πρώτοις σημειώνω, ότι δεν έτυχαν αμφισβήτησης τα προσόντα του και η ικανότητά του να καταθέσει ως εμπειρογνώμονας σε σχέση με τα προαναφερόμενα ζητήματα. Ούτε, όμως, και η μεθοδολογία της έρευνάς του για τον καθορισμό της ενοικιαστικής αξίας αμφισβητήθηκε. Αυτό το οποίο αποκαλύπτει η αντεξέταση είναι ότι τέθηκαν κυρίως διευκρινιστικές ερωτήσεις.
Παρά το ότι δεν υπήρξε ουσιαστική αμφισβήτηση των εκτιμήσεων του Μ.Ε.4, εντούτοις θεωρώ ότι δεν μπορεί να δοθεί βαρύτητα στη μαρτυρία του για τους εξής δύο λόγους:
1. Ο Μ.Ε.4 ανέφερε ότι για την εύρεση της αγοραίας αξίας των μονάδων του TIVOLI θεώρησε ως πιο αξιόπιστη λύση τη λήψη πληροφοριών από 39 συγκριτικές πωλήσεις της γειτνιάζουσας περιοχής. Αυτό, διότι μεταξύ των πωλήσεων του TIVOLI υπήρχαν μεγάλες αποκλίσεις. Αυτή η βασική παράμετρος της εκτίμησης του Μ.Ε.4 παρέμεινε μετέωρη, καθώς δεν υιοθετήθηκε από τους Ενάγοντες. Συγκεκριμένα, στην αγόρευση των Εναγόντων (βλ. σελ. 123 και 154) οι τελευταίοι παραπονούνται μόνον για την αξία πώλησης του διαμερίσματος με αρ.207 και δεν εκφράζουν οποιοδήποτε παράπονο για τις υπόλοιπες 6 πωλήσεις που διενεργήθηκαν τον επίδικο χρόνο. Συνεπώς, δεν υπήρχαν τέτοιες αποκλίσεις που καθιστούσαν επισφαλή την εκτίμηση της αγοραίας αξίας στη βάση των πωλήσεων που έγιναν στο ίδιο το TIVOLI και που καθιστούσαν αναγκαία την εκτίμηση στη βάση των πωλήσεων της γειτνιάζουσας περιοχής. Αυτή η διαπίστωση επηρεάζει και την εκτίμηση του Μ.Ε.4 ως προς την ενοικιαστική αξία, αφού η τελευταία υπολογίστηκε ως ποσοστό επί της αγοραίας αξίας.
2. Μέσα από την αντεξέταση του Μ.Ε.4 διαφάνηκε ότι οι επαύλεις του TIVOLI είχαν ολοκληρωθεί όταν ο Μ.Ε.4 επισκέφθηκε το συγκρότημα το 2018. Μάλιστα, αποκάλυψε ότι οι εντολείς του, τού ανέφεραν ότι είχαν αποπερατωθεί πριν το 2018 χωρίς, όμως, να προσδιορίσουν πότε επ’ ακριβώς ολοκληρώθηκαν. Επομένως, σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να δοθεί βαρύτητα στην εκτίμησή του ως προς την ενοικιαστική αξία των επαύλεων, εφόσον δεν υπάρχει καν μαρτυρία που να υποστηρίζει ότι οι επαύλεις δεν ολοκληρώθηκαν εντός του συμφωνηθέντος χρονοδιαγράμματος.
Η μαρτυρία του Μ.Ε.15 αφορούσε την ισχυριζόμενη διασύνδεση της Εναγόμενης 1 με την Εναγόμενη 3. Συγκεκριμένα, η μαρτυρία του αποσκοπούσε στο να καταδείξει ότι η διαπραγμάτευση για την παροχή προσφοράς για εκτέλεση εργασιών στο TIVOLI από την G.A.I. Papanicolaou Blinds Ltd, στην οποία ο Μ.Ε.15 είναι μέτοχος και διευθυντής, έγινε με την Εναγόμενη 3 η οποία αντιπροσωπευόταν από την Εναγόμενη 1. Ειδικότερα, ο Μ.Ε.15 ισχυρίστηκε ότι οι διαπραγματεύσεις και η κατάληξη σε συμφωνία έγιναν με την Εναγόμενη 1.
Θεωρώ, ότι η μαρτυρία του Μ.Ε.15 στερείται πειστικότητας. Αυτό, διότι ο βασικός ισχυρισμός του μάρτυρα περί διαπραγματεύσεων με την Εναγόμενη 1 για λογαριασμό της Εναγόμενης 3 διαψεύδεται από τη γραπτή δήλωση του Μ.Ε.15 (Τεκμήριο 134), η οποία ετοιμάστηκε στο πλαίσιο της αγωγής με αρ.5642/2015 Ε.Δ. Λευκωσίας.
Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 134, η πιο πάνω αναφερόμενη αγωγή καταχωρήθηκε από την εταιρεία G.A.I Papanicolaou Blinds Ltd εναντίον της Εναγόμενης 3 και αφορά την παροχή υπηρεσιών προς την Εναγόμενη 3 σε σχέση με το TIVOLI. Περαιτέρω, η αγωγή με αρ.5642/2015 Ε.Δ. Λευκωσίας αφορά την ίδια συμφωνία για την οποία προσήλθε και κατέθεσε ο Μ.Ε.15 στην παρούσα αγωγή. Επιπροσθέτως, δεν αρνήθηκε ότι το Τεκμήριο 134 αποτυπώνει τους ισχυρισμούς του στο πλαίσιο της αγωγής με αρ.5642/2015 Ε.Δ. Λευκωσίας.
Συγκεκριμένα, ο Μ.Ε.15 δήλωσε στο Τεκμήριο 134 ότι η Εναγόμενη 3 αποτάθηκε στην εταιρεία του μέσω της Εναγόμενης 7 η οποία και ζήτησε την υποβολή προσφορών. Παράλληλα, στο Τεκμήριο 134 δεν περιλαμβάνεται η παραμικρή αναφορά στην Εναγόμενη 1. Αντιθέτως, σε όσες περιπτώσεις προσδιορίζεται το φυσικό πρόσωπο που εκπροσωπούσε την Εναγόμενη 3, ο προσδιορισμός γίνεται με αναφορά στο πρόσωπο της Εναγόμενης 7 (βλ. παραγράφους 7, 8, 19 και 21 Τεκμηρίου 134).
Δεν μου διαφεύγει ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, η ύπαρξη προσωπικής διαφοράς δεν καθιστά άνευ ετέρου αναξιόπιστο ένα μάρτυρα (Ιωαννίδης ν. Στυλιανός & Γεώργιος Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφ. αρ.369/2014, ημερ.24.05.2022), ECLI:CY:AD:2022:A214. Στην προκείμενη, όμως, περίπτωση ο Μ.Ε.15 πρόβαλε δύο εντελώς διαφορετικές εκδοχές σε σχέση με το πρόσωπο που συνομίλησε εκ μέρους της Εναγόμενης 3 για την εργασία στο TIVOLI.
Ως εκ των ανωτέρω δεν μπορεί να αποδοθεί βαρύτητα στη μαρτυρία του Μ.Ε.15.
Προχωρώ στη μαρτυρία των Εναγομένων σε σχέση με το TIVOLI. Ο κυριότερος μάρτυρας εκ μέρους των Εναγομένων ήταν ο Εναγόμενος 12. Η εικόνα που άφησε στο Δικαστήριο ήταν αρνητική, καθώς τα πλέον ουσιώδη μέρη της μαρτυρίας του δεν τέθηκαν κατά την αντεξέταση των μαρτύρων των Εναγόντων.
Ξεκινώ από τη Jermaco, στην οποία ο Εναγόμενος 12 αναφέρθηκε κατ’ επανάληψη υποστηρίζοντας ότι αυτή ανήκει στον Ενάγοντα 3. Συγκεκριμένα, ο Εναγόμενος 12 ισχυρίστηκε ότι:
· Ο Ενάγων 3, λόγω διαφορών που είχε με την πρώην σύζυγό του, ήθελε να χρησιμοποιεί για τις οικονομικές δραστηριότητές του εταιρείες την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε η πρώην σύζυγός του. Μία από αυτές τις εταιρείες ήταν η Jermaco.
· Τον Αύγουστο του 2011 ο Ενάγων 3, τόσο προσωπικά, όσο και μέσω της Εναγόμενης 1, ζήτησε από τον Εναγόμενο 12 να παραχωρήσει τη Jermaco στη βάση εμπιστεύματος στον Kolchin Alexey.
· Τον Δεκέμβριο του 2013 ο Ενάγων 3 ζήτησε από την Εναγόμενη 1 να καταστεί εμπιστευματοδόχος του Kolchin Alexey.
Οι προαναφερόμενοι ουσιώδεις ισχυρισμοί δεν τέθηκαν στον Ενάγοντα 3 κατά τη μακρά αντεξέτασή του.
Περαιτέρω, ο Εναγόμενος 12 ισχυρίστηκε ότι ο Μ.Ε.8 και η τράπεζα γνώριζαν για την ύπαρξη των προαναφερόμενων εμπιστευμάτων και κατ’ επέκταση γνώριζαν τον πραγματικό ιδιοκτήτη της Jermaco. Τέτοια θέση δεν υποβλήθηκε στους Μ.Ε.8, 10 και 14. Ούτε και υποδείχθηκαν, είτε στον Ενάγοντα 3, είτε στους Μ.Ε.8, 10 και 14 τα ισχυριζόμενα εμπιστεύματα (Τεκμήρια 163 και 164). Οι ερωτήσεις που τέθηκαν στους Μ.Ε.8, 10 και 14 ήταν γενικότερου περιεχομένου και αφορούσαν το κατά πόσο θα μπορούσε στη βάση εμπιστεύματος ο πραγματικός μέτοχος να είναι διαφορετικός από τον ονομαστικό. Οι μάρτυρες απάντησαν μεν καταφατικά τονίζοντας, όμως, ότι δεν τους δόθηκε οποιοδήποτε εμπίστευμα το οποίο να υποδηλοί ότι ο πραγματικός μέτοχος της Jermaco ήταν διαφορετικός από τον ονομαστικό. Αυτή η δήλωσή τους δεν αμφισβητήθηκε.
Κάτι ακόμα, όσον αφορά τα Τεκμήρια 163 και 164, τα οποία επικαλέστηκε ο Εναγόμενος 12 για να υποστηρίξει τη θέση του ότι πραγματικός δικαιούχος των μετοχών ήταν Kolchin Alexey. Τα εν λόγω Τεκμήρια αποτελούν δηλώσεις των Εναγομένων 1 και 12 και υπογράφονται από τους ίδιους. Δεν συνιστούν εντολές ή οδηγίες του Kolchin Alexey, ούτε ασφαλώς εμφανίζεται οπουδήποτε η υπογραφή του. Συνεπώς, δεν συνεισφέρουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο στην εκδοχή του Εναγόμενου 12.
Επιπλέον, ο Εναγόμενος 12 δεν έδωσε πειστικές απαντήσεις σε σχέση με το ποσό των €97.000 που ήταν κατατεθειμένο στον λογαριασμό της Jermaco κατά τον ισχυριζόμενο χρόνο μεταβίβασής της. Ομοίως, δεν ήταν πειστικές οι απαντήσεις του σε σχέση με τα δύο ποσά ύψους €50.000 έκαστο που φέρεται να παραχωρήθηκαν ως δάνειο από τη Jermaco στις 02.04.2012 σε συγγενικά πρόσωπα της Εναγόμενης 1. Ο Εναγόμενος 12 απαντούσε με υπεκφυγές λέγοντας γενικά και αόριστα ότι υπήρχαν κατατεθειμένα χρήματα που δεν ανήκαν στον Ενάγοντα 3 και ότι έγιναν συμψηφισμοί. Δεν προσδιόρισε, όμως, το ύψος των χρημάτων που δεν ανήκαν στον Ενάγοντα 3, ούτε και εξήγησε για ποιο λόγο δεν εκταμίευσε τα χρήματα εφόσον δεν ήταν πλέον ο πραγματικός δικαιούχος της Jermaco.
Έχοντας ολοκληρώσει την αναφορά μου στη Jermaco επανέρχομαι στους ουσιαστικούς ισχυρισμούς που προώθησε ο Εναγόμενος 12 και δεν τέθηκαν στους μάρτυρες των Εναγόντων:
· Δεν τέθηκε στον Ενάγοντα 3, ότι η πρώην Εναγόμενη 5 κατέβαλε για την αγορά του TIVOLI το συνολικό ποσό των €3.460.856 δυνάμει συμφωνίας δανείου με την Ενάγουσα 1, καθώς και ότι η οφειλή της τελευταίας αναγνωρίστηκε από τους Ενάγοντες και συμπεριλήφθηκε στα cession agreements. Πέραν του ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν τέθηκε, το ύψος του ποσού που ανέφερε ο Εναγόμενος 12 διαψεύδεται από τη δέσμη Τεκμηρίου 152 και το παράρτημα Κ5. Σύμφωνα με αυτό, το ποσό που εκχωρήθηκε σε σχέση με την πρώην Εναγόμενη 5 ανέρχεται σε €2.688.277,75 και δικαιούχος του εν λόγω ποσού στη βάση των cession agreements είναι η Dylox Consulting Ltd και όχι η πρώην Εναγόμενη 5.
· Δεν τέθηκε στον Ενάγοντα 3 η θέση, ότι ο ίδιος, η πρώην σύζυγός του και δύο σύμβουλοι του τύγχαναν πλήρους ενημέρωσης για την ανάπτυξη του TIVOLI και τις συναλλαγές της Ενάγουσας 1 μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων που αποστέλλονταν σε συγκεκριμένες ηλεκτρονικές διευθύνσεις.
· Δεν τέθηκε στον Ενάγοντα 3, ότι η συμφωνία με την Εναγόμενη 3 για τη διαχείριση και παροχή υπηρεσιών στο TIVOLI έγινε κατόπιν δικής του εισήγησης.
· Δεν τέθηκε στον Ενάγοντα 3, ότι κατέβαλε στον Μ.Ε.12 προμήθεια ύψους €84.000 σε σχέση με την πώληση οικίας στο TIVOLI προς τους Irina και Igor Penyuk.
Όλοι οι πιο πάνω ισχυρισμοί αποτελούν ουσιώδεις πτυχές της μαρτυρίας του Εναγόμενου 12 και της υπερασπιστικής γραμμής των Εναγομένων και θα έπρεπε να τεθούν στους μάρτυρες των Εναγόντων. Αποτελεί βασικό κανόνα του δικαίου της απόδειξης, ότι ουσιαστικές πτυχές της υπόθεσης ενός διαδίκου θα πρέπει να τεθούν στον αντίδικό του, έτσι ώστε να του δοθεί η ευκαιρία να τοποθετηθεί επ’ αυτών (Tekinder Pal v. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ 551 και σύγγραμμα Δίκαιο της Απόδειξης Ουσιαστικές και Δικονομικές Πτυχές (έκδοση 2014) των κκ. Ηλιάδη και Σάντη σελ.720 - 723). Σχετική με τα πιο πάνω είναι και η υπόθεση Frederickou School Co Ltd κ.α. v. Acuac Inc. (2002) 1Γ Α.Α.Δ. 1527, στην οποία λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο τα εξής (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου):
«Υπάρχουν ωστόσο δύο κανόνες πρακτικής, που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στα Δικαστήρια μας, οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται. Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το Δικαστήριο θεωρεί – και το εκλαμβάνει – ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι ότι, κατά την αντεξέταση, τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο. Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα».
Ως εκ των ανωτέρω, οι υπό αναφορά ισχυρισμοί του Εναγόμενου 12 στερούνται βαρύτητας στην απουσία ικανοποιητικής εξήγησης για την παράλειψη αντεξέτασης (Α.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ.201/2022, ημερομηνίας 30.12.2025).
Περαιτέρω, ο Εναγόμενος 12 ισχυρίστηκε σε σχέση με το ποσό των €784.016 ότι αυτό, μέσω του λογαριασμού της Ενάγουσας 5, διανεμήθηκε στην Diversification Ltd, στον Μ.Ε.17 και στην Ενάγουσα 1. Παρατηρώ, ότι η εν λόγω μαρτυρία έρχεται σε σύγκρουση με την αναντίλεκτη μαρτυρία της Μ.Ε.10, σύμφωνα με την οποία το ποσό των €784.016 μεταφέρθηκε ολόκληρο από τον τραπεζικό λογαριασμό της Ενάγουσας 5 στον τραπεζικό λογαριασμό της Jermaco.
Επιπροσθέτως, η συνολική αποτίμηση της μαρτυρίας του Εναγόμενου 12 κατέδειξε ότι ο τελευταίος είχε επιλεκτική μνήμη. Ειδικότερα, ενώ στη μαρτυρία του αναφέρθηκε με λεπτομέρεια σε διάφορες συναλλαγές που έγιναν μέσω της πρώην Εναγόμενης 5, εντούτοις όταν ρωτήθηκε σε ποιον ανήκει η πρώην Εναγόμενη 5 και ποιος ήταν ο διευθυντής της, απάντησε ότι δεν γνωρίζει σε μία προφανή προσπάθεια να αποφύγει απαντήσεις που ενδεχομένως να επηρέαζαν την Εναγόμενη 1.
Επίσης, επιλεκτική ήταν η μνήμη του Εναγόμενου 12 και σε σχέση με την Εναγόμενη 3. Συγκεκριμένα, ενώ δήλωσε ότι η συμφωνία διαχείρισης και παροχής υπηρεσιών για το TIVOLI καταρτίστηκε κατόπιν οδηγιών του Ενάγοντα 3, καθώς και ότι είχε πλήρη γνώση των οικονομικών ζητημάτων του TIVOLI, εντούτοις ισχυρίστηκε ότι αγνοούσε τη συμφωνία υπεργολαβίας που υπογράφηκε ανάμεσα στην Ενάγουσα 1 και την Εναγόμενη 3. Σημειώνω, ότι η συμφωνία υπεργολαβίας ήταν, ως εκ της φύσης της, άμεσα συνυφασμένη με τα οικονομικά ζητήματα του TIVOLI.
Έρχομαι στη μαρτυρία της Μ.Υ.4. Η μαρτυρία της σχετιζόταν με την πρώην Εναγόμενη 17 και ο σκοπός της ήταν διττός. Πρώτον, να αποσυνδέσει την Εναγόμενη 1 από τους ισχυρισμούς των Εναγόντων ότι η πρώην Εναγόμενη 17 είναι εταιρεία συμφερόντων της. Δεύτερον, να αιτιολογήσει πληρωμές οι οποίες πραγματοποιήθηκαν από αγοραστές υποστατικών του TIVOLI προς όφελος της πρώην Εναγόμενης 17. Και πιο συγκεκριμένα για τις πληρωμές που έγιναν από τους αγοραστές Oksana Veriga και Kurtsev Valeriy.
Η Μ.Υ.4 υποστήριξε, ότι οι προαναφερόμενοι αγοραστές προτάθηκαν από την επιχείρηση που η ίδια διατηρούσε στην Μόσχα και οι πληρωμές που έγιναν προς την πρώην Εναγόμενη 17 αφορούσαν την προμήθεια της επιχείρησής της. Ο λόγος δε για τον οποίο οι πληρωμές έγιναν προς την πρώην Εναγόμενη 17, ήταν διότι η τελευταία ανήκε στον πατέρα της και διατηρούσε τραπεζικό λογαριασμό στην Κύπρο σε αντίθεση με τη δική της επιχείρηση η οποία δεν διέθετε τραπεζικό λογαριασμό στην Κύπρο.
Ο ισχυρισμός της, ότι η πρώην Εναγόμενη 17 ανήκε στον πατέρα της δεν γίνεται πιστευτός. Καταρχάς, τελεί σε σύγκρουση με τη δέσμη Τεκμηρίου 9 στην οποία καταγράφονται ποιοι ήταν οι πραγματικοί δικαιούχοι της πρώην Εναγόμενης 17. Υπενθυμίζω, ότι αρχικά δικαιούχος ήταν ο Εναγόμενος 12 και ακολούθως στις 19.12.2013 επήλθε αντικατάσταση του Εναγόμενου 12 από την Εναγόμενη 1. Περαιτέρω, η θέση της δεν υποστηρίζεται από τη μαρτυρία των Μ.Ε.5 και 8. Οι τελευταίοι δήλωσαν κατηγορηματικά ότι δεν γνωστοποιήθηκε στους ιδίους η ύπαρξη οποιουδήποτε εμπιστεύματος που να υποδηλεί ότι ο πραγματικός δικαιούχος της πρώην Εναγόμενης 17 ήταν άλλος από τους Εναγόμενους 1 και 12.
Ταυτόχρονα, επισημαίνω ότι η μαρτυρία της παρουσιάζει και εγγενείς αδυναμίες ως προς το ζήτημα του πραγματικού ιδιοκτήτη της πρώην Εναγομένης 17. Συγκεκριμένα, ο ισχυρισμός της παρέμεινε μετέωρος καθώς δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει οποιοδήποτε έγγραφο το οποίο να τεκμηριώνει τη θέση της ότι ο αποβιώσας πατέρας της ήταν ο πραγματικός δικαιούχος της πρώην Εναγόμενης 17.
Επίσης, ουδεμία εξήγηση προσφέρθηκε για τον λόγο για τον οποίο ο αποβιώσας πατέρας της δεν διατήρησε για λογαριασμό του το δικαίωμα υπογραφής για τις τραπεζικές συναλλαγές της πρώην Εναγόμενης 17. Σημειώνεται, ότι στη βάση της μαρτυρίας της Μ.Υ.4, δικαίωμα υπογραφής για τις τραπεζικές συναλλαγές της πρώην Εναγομένης 17 είχαν η ίδια και η Εναγόμενη 1.
Ως εκ των ανωτέρω, ουδεμία βαρύτητα μπορεί να δοθεί στη μαρτυρία της Μ.Υ.4.
Μαρτυρία για το TIVOLI για λογαριασμό των Εναγομένων προσέφερε και η Μ.Υ.5. Κρίνω ως ουδέτερης σημασίας τη μαρτυρία της, καθώς αφορούσε τις κατοικίες του TIVOLI που είναι συνδεδεμένες με μετρητή της Α.Η.Κ. Η εν λόγω μαρτυρία δεν έχει να προσφέρει οτιδήποτε στα επίδικα θέματα της παρούσας διαφοράς.
MALTA
Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, αποτέλεσε κοινά αποδεκτό γεγονός ότι η τιμή αγοράς των τεμαχίων του MALTA περιορίστηκε στο ποσό των €3.860.000, πλέον τα έξοδα που θα απαιτούνταν για ολοκλήρωση της μεταβίβασης. Ωστόσο, τα αγοραπωλητήρια συμβόλαια των τριών τεμαχίων που αποτελούν το MALTA συμποσούνται σε μόνο €2.000.000.
Οι Ενάγοντες υποστήριξαν, ότι υπέστησαν ζημιά αφού για την αγορά των τεμαχίων του MALTA χρησιμοποιήθηκε ποσό €4.760.338,36 (δέσμη Τεκμηρίου 72, σελ.1 – 4), ενώ στους ιδιοκτήτες των τεμαχίων καταβλήθηκε μόνο το ποσό των €2.000.000. Επιπροσθέτως, υπέστηκαν περαιτέρω ζημιά, καθώς, χωρίς τη γνώση τους, συμφωνήθηκε η παραχώρηση δύο διαμερισμάτων του TIVOLI ως αντιπαροχή σε σχέση με το εναπομείναν ποσό των €1.860.000.
Επίσης, ο Ενάγων 3 υποστήριξε ότι υπέστη επιπρόσθετη ζημιά από το γεγονός ότι η αγορά των τεμαχίων του MALTA έγινε από τρεις εταιρείες, πράγμα που δυσκόλευε την ανάπτυξή του. Ως προς το εν λόγω σκέλος σημειώνω, ότι ο Ενάγων 3 ενημερώθηκε από τις 27.09.2011 για την αγορά των τεμαχίων του MALTA από τρεις διαφορετικές εταιρείες. Τούτο συνάγεται με καθαρότητα από ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 27.09.2011 της Εναγόμενης 1 προς τον Ενάγοντα 3, το οποίο αποτελεί μέρος της δέσμης Τεκμηρίου 175. Επισημαίνω, ότι επί της ουσίας δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα των ηλεκτρονικών μηνυμάτων που συναποτελούν τη δέσμη Τεκμηρίου 175, καθώς ο συνήγορος των Εναγόντων περιορίστηκε σε απλή υποβολή περί πλαστότητας των εν λόγω μηνυμάτων χωρίς να θέσει οτιδήποτε χειροπιαστό προς υποστήριξη της θέσης του.
Ακόμη ένα σημείο όπου η έγγραφη μαρτυρία διαψεύδει τον Ενάγοντα 3 είναι και το εξής. Ο τελευταίος ισχυρίστηκε, ότι δεν ενημερώθηκε από την Εναγόμενη 1 για την περαιτέρω έκπτωση ύψους €140.000 για την αγορά των τεμαχίων του MALTA. Το Τεκμήριο 174 καταμαρτυρεί ότι ενημερώθηκε σχετικά με ηλεκτρονικό μήνυμα της Εναγόμενης 1 στις 19.09.2011. Σημειώνω, ότι όπως και με τη δέσμη Τεκμηρίου 175, οι Ενάγοντες περιορίστηκαν σε απλή υποβολή περί πλαστότητας του Τεκμηρίου 174 χωρίς να τεθεί οτιδήποτε συγκεκριμένο προς τεκμηρίωση της εν λόγω θέσης τους.
Συνεχίζω με την οικονομική πτυχή του MALTA. Από τη δέσμη Τεκμηρίου 72 προκύπτει ότι το παράπονο των Εναγόντων εντοπίζεται στις μεταφορές χρημάτων που περιγράφονται στις παραγράφους 1 – 4, καθώς τα υπόλοιπα χρηματικά ποσά αφορούν πληρωμές που διασυνδέονται με την αγορά του MΑLTA. Οι επίμαχες μεταφορές των παραγράφων 1 – 4 της δέσμης Τεκμηρίου 72 (σελ.1 – 3) έχουν ως ακολούθως:
1. Μεταφορά ποσού €460.000 στις 25.09.2011 από τον τραπεζικό λογαριασμό της Ενάγουσας 1 στον τραπεζικό λογαριασμό της Jermaco.
2. Μεταφορά ποσού €784.016 στις 30.11.2011 από τον τραπεζικό λογαριασμό της Ενάγουσας 1 στον τραπεζικό λογαριασμό της Ενάγουσας 9 και ακολούθως, στις 09.12.2011, νέα μεταφορά του πιο πάνω ποσού από τον τραπεζικό λογαριασμό της Ενάγουσας 9 στον τραπεζικό λογαριασμό της Jermaco.
4. Μεταφορά ποσού €492.252,67 στις 27.12.2011 από τον τραπεζικό λογαριασμό της Ενάγουσας 8 στον τραπεζικό λογαριασμό της Jermaco.
Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, τα ποσά των €460.000 και €784.016 (υποπαράγραφοι 1 και 2 ανωτέρω) αποτέλεσαν μέρος των cession agreements. Επαναλαμβάνω, ότι η ύπαρξη των προαναφερόμενων συμφωνιών δεν αποκαλύφθηκε στους ελεγκτές της Ενάγουσας 1, οι οποίοι, επομένως, ετοίμασαν τη δέσμη Τεκμηρίου 72 χωρίς να έχουν γνώση των εν λόγω συμφωνιών. Υπενθυμίζω, ότι μέσω των cession agreements (δέσμη Τεκμηρίου 47 και δέσμη Τεκμηρίου 152, παραρτήματα Κ5 και Κ6) υπήρξε αναδιάρθρωση των οφειλών της Ενάγουσας 1 και συμφωνήθηκε ότι η τελευταία οφείλει στις εταιρείες Newpoint Management Ltd και Dylox Consulting Ltd, αμφότερες συμφερόντων του Ενάγοντα 3, τα ποσά των €5.958.687,78 και €4.295.316,52 αντίστοιχα. Τα ποσά των €460.000 και €784.016 αποτελούν μέρος των προαναφερόμενων οφειλών της Ενάγουσας 1. Περαιτέρω, υπενθυμίζω, ότι παρά το ότι τα cession agreements φέρονται να υπογράφηκαν το 2012, εντούτοις η πραγματική ημερομηνία κατάρτισης και υπογραφής τους ήταν τον Μάρτιο του 2014, δηλαδή τρία περίπου χρόνια μετά τις επίμαχες μεταφορές.
Οι άλλες δύο μεταφορές των €950.016 και €492.252,67 αντίστοιχα διενεργήθηκαν κατόπιν υπογραφών του Μ.Ε.12, ο οποίος ήταν το εξουσιοδοτημένο πρόσωπο να υπογράφει για τις τραπεζικές συναλλαγές της Ενάγουσας 8. Ο Ενάγων 3 ισχυρίστηκε, ότι ο Μ.Ε.12 έλαβε οδηγίες από την Εναγόμενη 1 για τις εν λόγω συναλλαγές, χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει για αυτές ή να δώσει σχετικές οδηγίες στην Εναγόμενη 1.
Οι πιο πάνω αναφορές του Ενάγοντα 3 φέρνουν στο προσκήνιο το πρόσωπο του Μ.Ε.12. Ο Ενάγων 3 στη μαρτυρία του δεν διατύπωσε οποιοδήποτε παράπονο σε σχέση με τον Μ.Ε.12. Αντιθέτως, προκύπτει ότι ήταν πρόσωπο της εμπιστοσύνης του, εφόσον ήταν διευθυντής σε εταιρείες συμφερόντων του και είχε δικαίωμα διαχείρισης των τραπεζικών λογαριασμών τους, όπως για παράδειγμα συνέβηκε με την Ενάγουσα 8. Επίσης, η αποχώρησή του Μ.Ε.12 από το TIVOLI και ο τερματισμός της συνεργασίας που διατηρούσε με την Εναγόμενη 1, συνέτειναν στις ανησυχίες του Ενάγοντα 3 ως προς τη διαχείριση του TIVOLI και συνέβαλαν στην επιθυμία του να απομακρυνθεί η Εναγόμενη 1 από τις εταιρείες του. Η εμπιστοσύνη του Ενάγοντα 3 προς τον Μ.Ε.12 καταδεικνύεται και από το γεγονός, ότι, μετά τη ρήξη στις σχέσεις του Ενάγοντα 3 με την Εναγόμενη 1, ο Μ.Ε.12 διατηρήθηκε στην ομάδα συνεργατών του Ενάγοντα 3 συνοδεύοντας τον τελευταίο στις συναντήσεις που είχε, τόσο με τους ελεγκτές της Ενάγουσας 1, όσο και με τον Μ.Ε.17.
Σε ό,τι αφορά, τώρα, τις επίδικες συναλλαγές, ο Ενάγων 3 παρουσίασε τον Μ.Ε.12, να ενήργησε χωρίς οδηγίες του και χωρίς, έστω, να τον πληροφορήσει, για την εκτέλεση μεταφορών που ξεπερνούν το €1.000.000. Μάλιστα, οι υπό αναφορά μεταφορές έγιναν προς μία εταιρεία, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς των Εναγόντων, ουδεμία σχέση είχε με τον Ενάγοντα 3.
Τα προαναφερόμενα γεγονότα προκαλούν, κατά την άποψή μου, ρήγμα στην εκδοχή που προώθησε ο Ενάγων 3. Αφ’ ης στιγμής ο Μ.Ε.12 ήταν πρόσωπο εμπιστοσύνης του Ενάγοντα 3, το αναμενόμενο θα ήταν να πληροφορήσει τον Ενάγοντα 3 για τις μεταφορές των ποσών των €950.016 και €492.252,67 προς μία άγνωστη εταιρεία, όπως, κατά τους ισχυρισμούς των Εναγόντων, ήταν η Jermaco. Αυτό, άλλωστε, επέβαλλε και η ιδιότητα του Μ.Ε.12 ως διοικητικού συμβούλου, μετόχου και υπεύθυνου για τις τραπεζικές συναλλαγές της Ενάγουσας 8. Η σχέση εμπιστοσύνης με τον Ενάγοντα 3 και οι προαναφερόμενες ιδιότητές του επέβαλλαν τη διαφύλαξη των συμφερόντων του πραγματικού δικαιούχου, δηλαδή του Ενάγοντα 3. Αντ’ αυτού, ως ισχυρίστηκαν ο Ενάγων 3 και ο Μ.Ε.12, ο τελευταίος προχώρησε στις πιο πάνω πράξεις χωρίς καμία ενημέρωση προς τον Ενάγοντα 3 και βασιζόμενος αποκλειστικά στις οδηγίες της Εναγόμενης 1.
Ταυτόχρονα, προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι οι πιο πάνω ενέργειες του Μ.Ε.12 δεν θορύβησαν τον Ενάγοντα 3 και δεν κλόνισαν την εμπιστοσύνη του έναντί του. Κατά την άποψή μου, το λογικά αναμενόμενο θα ήταν, εφόσον ο Μ.Ε.12 διά της υπογραφής του εξανέμισε ποσό πέραν του €1.000.000, να διαταράξει την εμπιστοσύνη του Ενάγοντα 3 προς το πρόσωπό του. Όχι μόνο δεν συνέβη κάτι τέτοιο, αλλά, όλως παραδόξως, ο Μ.Ε.12, εξακολούθησε να αποτελεί στενό συνεργάτη του Ενάγοντα 3 ακόμη και όταν περιήλθαν στη γνώση του τελευταίου οι επίμαχες μεταφορές χρημάτων. Αυτή η στάση αποδυναμώνει την όλη εκδοχή του Ενάγοντα 3.
Σε κάθε περίπτωση, ο Μ.Ε.12 δεν επιβεβαίωσε κατά την αντεξέτασή του την εκδοχή του Ενάγοντα 3 σε σχέση με τις επίμαχες συναλλαγές. Παραθέτω τη σχετική στιχομυθία:
«Ε. Συμφωνείς μαζί μου ότι η Εναγόμενη 1 δεν είχε καμία σχέση με την Agenda [Ενάγουσα 8], ούτε δικαίωμα υπογραφής και όλες τις υπογραφές, όσα λεφτά διακινήθηκαν από την εταιρεία Agenda, εσύ τα υπέγραψες;
Α. Υπήρχαν πληρωμές που υπόγραφα εγώ. Ήταν πάντα με την εντολή του κ. Pogorelov [Ενάγοντα 3] ή με την εντολή της κυρίας Παρασκευαΐδου [Εναγόμενη 1] αλλά πάλι, η κυρία Παρασκευαϊδου, μιλούσε με τον κ. Pogorelov για αυτά.»
Επομένως, ο Μ.Ε.12 δεν ισχυρίστηκε ότι ενημερώθηκε, έστω εκ των υστέρων, από τον Ενάγοντα 3 ότι η Εναγόμενη 1 ενήργησε από μόνη της χωρίς τις δικές του οδηγίες για τις επίμαχες συναλλαγές. Αυτό το γεγονός αποκτά βαρύνουσα σημασία, καθώς η μαρτυρία του είναι διάχυτη από αναφορές εναντίον της Εναγόμενης 1. Στη συγκεκριμένη, ωστόσο, δήλωση που αφορά ειδικά τις συναλλαγές της Ενάγουσας 8 παρέχει, ας μου επιτραπεί ο όρος, «άλλοθι» στην Εναγόμενη 1 λέγοντας ότι οι εντολές που του έδιδε ήταν κατόπιν συνεννόησής της με τον Ενάγοντα 3.
Αρνητική εντύπωση προκάλεσε και η προσπάθεια του Μ.Ε.12 να αποστασιοποιηθεί από οτιδήποτε αφορά το MALTA και ειδικότερα από το ζήτημα της αντιπαροχής παρουσιάζοντάς το ως μία αποκλειστική ιδέα της Εναγόμενης 1. Εάν έτσι είχαν τα πράγματα, τότε, για ποιο λόγο υπέγραψε ο ίδιος το Τεκμήριο 106, το οποίο είναι το μοναδικό έγγραφο που αναφέρεται σε αντιπαροχή. Τονίζω, ότι ούτε τα αγοραπωλητήρια συμβόλαια των τεμαχίων του MALTA αναφέρονται σε αντιπαροχή, αλλά ούτε και τα αγοραπωλητήρια των διαμερισμάτων με αρ.6 και 11 του TIVOLI τα οποία, ως οι ισχυρισμοί των Εναγόντων, ήταν το αντικείμενο της αντιπαροχής. Η δικαιολογία, ότι υπέγραψε το εν λόγω έγγραφο κατόπιν εντολών της Εναγόμενης 1 ενόψει του ότι η ίδια ήταν απασχολημένη με την ετοιμασία των αγοραπωλητηρίων εγγράφων, δεν πείθει. Σύμφωνα με την εκδοχή του, όλα τα εμπλεκόμενα μέρη βρίσκονταν στο δικηγορικό γραφείο του Μ.Ε.17. Το λογικά αναμενόμενο, συνεπώς, θα ήταν η Εναγόμενη 1 να διακόψει για ορισμένα δευτερόλεπτα τις άλλες ασχολίες της και να θέσει την υπογραφή της επί ενός εγγράφου που η ίδια έδωσε οδηγίες να ετοιμαστεί.
Όπως και να είχαν τα πράγματα, ο Μ.Ε.12 δεν ήταν λογικό να θέσει την υπογραφή του επί ενός εγγράφου το οποίο άλλαζε ουσιωδώς τη φύση της συμφωνίας αγοράς του MALTA, αφού από απλή συμφωνία αγοράς τριών τεμαχίων γης έναντι συγκεκριμένου ανταλλάγματος μετατρεπόταν σε συμφωνία αντιπαροχής. Τα πιο πάνω, αναπόδραστα επηρέαζαν τα συμφέροντα των αγοραστριών εταιρειών και κατ’ επέκταση του πραγματικού ιδιοκτήτη τους – Ενάγοντα 3. Επαναλαμβάνω, ότι ο Μ.Ε.12 όφειλε να ενεργεί προς διασφάλιση των συμφερόντων του Ενάγοντα 3. Συνεπώς, το αναμενόμενο, αφ’ ής στιγμής διαπίστωσε τα ισχυριζόμενα τεχνάσματα της Εναγόμενης 1, θα ήταν να ενημερώσει άμεσα τον Ενάγοντα 3. Όχι μόνο δεν το έπραξε, αλλά έθεσε και την υπογραφή του στο Τεκμήριο 106.
Επιπροσθέτως, σημειώνω τις διαφορετικές εκδοχές που προώθησε ο Μ.Ε.12 σε σχέση με τον λόγο για τον οποίο η Εναγόμενη 1 αποφάσισε όπως δοθεί αντιπαροχή, αντί το πλήρες συμφωνηθέν τίμημα του MALTA. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα από την κυρίως εξέτασή του:
«Ε. Ποιος αποφάσισε να δοθεί αντιπαροχή στην οικογένεια Λουϊζίδη, αντί να δοθεί ολόκληρο το ποσό σε χρήματα για την πώληση του Μάλτα;
Α. Στη διαδικασία αγοράς της γης το 2013, η Ευγενία, πήρε απόφαση να δώσει 2 εκατομμύρια αντί 4 εκατομμύρια, επειδή τους εξήγησε ότι υπήρχε κούρεμα στις τράπεζες και γι΄ αυτό τους είπε, ή να πάρουν αυτά τα λεφτά, τα 2 εκατομμύρια συν κάποια ακίνητα και να πάρουν αυτά που πρέπει να πάρουν ή δεν θα γίνει η αγορά.
……
Ε. Σε σχέση με την προηγούμενη σας απάντηση για κούρεμα, η υπογραφή των τριών συμβολαίων έγινε στις 13.09.11. Τότε δεν υπήρχε κούρεμα. Πώς το εξηγείτε αυτό;
Α. Ώσπου να κάνουμε τα συμβόλαια, υπήρχαν κάποια προβλήματα στην οικογένεια Λουϊζίδη και υπήρχε ένα πληρεξούσιο από τη μητέρα στον ένα αδελφό, μετά στον άλλο αδελφό.»
Οι διαφορετικές εκδοχές δεν σταμάτησαν στις πιο πάνω δηλώσεις. Στην αντεξέτασή του, αναφερόμενος στο ζήτημα της αντιπαροχής, πρόβαλε και τρίτη εκδοχή λέγοντας ότι η Εναγόμενη 1 ανέφερε στην οικογένεια Λουιζίδη ότι η αντιπαροχή θα διδόταν διότι έχασε χρήματα στα ελληνικά ομόλογα.
Η αποτυχημένη προσπάθεια του Μ.Ε.12 να αποστασιοποιηθεί από τις ισχυριζόμενες έκνομες πράξεις της Εναγόμενης 1 και των λοιπών Εναγομένων αποκαλύπτεται και από το εξής γεγονός. Ερωτηθείς σε σχέση με την Εναγόμενη 3 ισχυρίστηκε ότι έμαθε για την ύπαρξή της μετά τον τερματισμό της συνεργασίας του με την Εναγόμενη 1. Αντεξεταζόμενος, ωστόσο, αναγκάστηκε να παραδεχθεί ότι γνώριζε για την ύπαρξη της Εναγόμενης 3 από παλαιότερα. Συγκεκριμένα, αναγνώρισε ότι έλαβε στις 22.01.2008 επιταγή ύψους €50.000 εκδοθείσα επ’ ονόματι του από την Εναγόμενη 3 (Τεκμήριο 109), καθώς και ότι η τελευταία εκτέλεσε εργασίες ανακαίνισης του διαμερίσματός του.
Ολοκληρώνοντας την αξιολόγηση του Μ.Ε.12 δεν μπορεί παρά να σχολιαστούν οι θέσεις που υπέβαλε ο συνήγορος των Εναγόντων κατά την αντεξέταση της Εναγόμενης 11 οι οποίες, κατά την κρίση μου, πλήττουν την εν γένει αξιοπιστία του Μ.Ε.12. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα:
«E. Κυρία μάρτυς, συμφωνώ μαζί σας ότι αυτό το διαμέρισμα πληρώθηκε από τον κύριο Λαζαρίδη [Μ.Ε.12] και από την κυρία Ευγενία Παρασκευαΐδου [Εναγόμενη 1] και από τις εταιρείες τους, συμφωνείς;
A. Ναι, απ' ό,τι βλέπω, εγώ λέω την ανάλυση.
E. Και θα σου πω ότι ο λόγος που το έγραψαν πάνω σας, ήταν για να εισπράξουν ενώ ήταν δικό τους, ήταν για να φανεί η πώληση και να εισπράξουν προμήθεια από τη Cybarco.
A. Δεν γνωρίζω».
Οι προαναφερόμενες υποβολές παρουσιάζουν τον Μ.Ε.12 ως ένα πρόσωπο το οποίο δεν διστάζει να παραποιήσει καταστάσεις προκειμένου να αποκομίσει οικονομικό όφελος. Αυτή η εικόνα έχει, προφανώς, αρνητικό αντίκτυπο στην αξιοπιστία του Μ.Ε.12.
Μαρτυρία σε σχέση με το MALTA πρόσφερε και ο Μ.Ε.13. Θεωρώ, ότι ούτε και στη μαρτυρία του Μ.Ε.13 μπορεί να δοθεί βαρύτητα για τους λόγους που θα προσπαθήσω να εξηγήσω αμέσως πιο κάτω.
Η μαρτυρία του περιστράφηκε στην ισχυριζόμενη συμφωνία αντιπαροχής. Υποστήριξε, ότι η οικογένεια του αναγκάστηκε να αποδεχθεί όπως λάβει μέρος του τιμήματος πώλησης μέσω αντιπαροχής, διότι η Εναγόμενη 1 επέμενε ότι είχε απωλέσει τεράστια χρηματικά ποσά από επενδύσεις σε ελληνικά ομόλογα και αντιμετώπιζε πραγματικό πρόβλημα.
Καταρχάς δεν γίνεται αντιληπτό για ποιο λόγο η οικογένεια του αναγκάστηκε να αποδεχθεί την πρόταση της Εναγόμενης 1. Εάν διαφωνούσαν με την εν λόγω πρόταση ή εάν δεν τους ικανοποιούσε θα μπορούσαν κάλλιστα να την αρνηθούν. Δεν έχει τεθεί ενώπιον μου μαρτυρία που να συνηγορεί στο ότι η αποδοχή της πρότασης για αντιπαροχή αποτελούσε μονόδρομο για την οικογένεια Λουιζίδη. Επομένως, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση περί αναγκαστικής αποδοχής της πρότασης της Εναγόμενης 1.
Παράλληλα, προκαλεί προβληματισμό η αποδοχή της ισχυριζόμενης πρότασης για αντιπαροχή τη στιγμή που η Εναγόμενη 1 δήλωνε ότι είχε απωλέσει μεγάλα χρηματικά ποσά και αντιμετώπιζε οικονομικό πρόβλημα. Αυτή η κατάσταση πραγμάτων θα έπρεπε να προβληματίσει την πωλήτρια των τεμαχίων του MALTA, αφού η είσπραξη του 50% σχεδόν του τιμήματος πώλησης (€1.860.000) ήταν συνυφασμένη με την οικονομική ευρωστία της Εναγόμενης 1 (την οποία η οικογένεια Λουιζίδη θεωρούσε ως ιδιοκτήτρια του έργου) και τη δυνατότητα ανάπτυξης του έργου.
Αυτός ο προβληματισμός θα έπρεπε να γίνει ακόμα πιο έντονος, όταν η αντιπαροχή δεν δηλώθηκε καν στη συμφωνία πώλησης των τεμαχίων του MALTA. Μάλιστα, όχι μόνο δεν δηλώθηκε η ύπαρξη αντιπαροχής, αλλά αποκρύφθηκε και η πραγματική αξία αφού καταγράφηκε ότι το τίμημα πώλησης είναι μόνο €2.000.000.
Στη βάση των πιο πάνω δεν μπορεί να γίνει πιστευτή η εκδοχή, ότι ο Μ.Ε.13 και η οικογένεια του εφησυχάστηκαν ότι όλα θα κυλούσαν ομαλά ως προς την αντιπαροχή βασιζόμενοι στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 106 και στην εμπλοκή του Μ.Ε.17 ως δικηγόρου της Εναγόμενης 1. Πολύ δε περισσότερο, όταν κάποιος αναλογιστεί και την ιδιότητα του Μ.Ε.13, ο οποίος ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου. Το λογικά αναμενόμενο ήταν ο Μ.Ε.13 να μεριμνήσει να διασφαλιστούν τα συμφέροντα της οικογένειάς του σε σχέση με την αντιπαροχή ύψους €1.860.000. Όσο έντιμος και να είναι ο Μ.Ε.17, ο τελευταίος είχε εμπλοκή στην όλη πράξη ως δικηγόρος των αγοραστών. Δεν εξαρτιόταν από τον ίδιο η οικονομική πτυχή της ανάπτυξης του MALTA. Άλλωστε, δεν υποστηρίχθηκε ότι ο Μ.Ε.17 προσέφερε οποιαδήποτε απτή εγγύηση για το εναπομείναν ποσό των €1.860.000. Όσον δε αφορά το Τεκμήριο 106, δεν δόθηκε η παραμικρή εξήγηση για τον λόγο που επιλέχθηκε η σύνταξη του εν λόγω εγγράφου αντί της συμπερίληψης της αντιπαροχής στα αγοραπωλητήρια έγγραφα των τεμαχίων MALTA.
Παράλληλα, θα πρέπει να σημειώσω ότι δεν είναι πειστική η θέση του Μ.Ε.13 ότι μετά την ανάκληση του πληρεξουσίου δεν ασχολήθηκε ξανά με την πώληση των τεμαχίων MALTA. Υπενθυμίζω, ότι παρέμενε ως υπόλοιπο το ουδόλως ευκαταφρόνητο ποσό των €1.860.000 το οποίο θα αποδιδόταν στην οικογένειά του μέσω αντιπαροχής η οποία, μάλιστα, τον αφορούσε άμεσα. Ο Μ.Ε.13, τόσο στην κυρίως εξέταση, όσο και στην αντεξέταση δήλωσε ότι επιθυμία των γονέων του ήταν όπως ο ίδιος και ο αδελφός του αποκτήσουν σπίτια «δίπλα δίπλα». Αυτή η επιθυμία των γονέων του, όπως ανέφερε, διαδραμάτισε ρόλο στην αποδοχή της πρότασης για αντιπαροχή. Επομένως, έστω κι αν ανακλήθηκε το πληρεξούσιο, ο Μ.Ε.13 είχε κάθε λόγο να επιδείξει ενδιαφέρον για την εξέλιξη της αντιπαροχής προκειμένου, αν μη τι άλλο, να ικανοποιήσει την επιθυμία των γονέων του.
Εμπλοκή στα γεγονότα που αφορούν το MALTA είχε και ο δικηγόρος - Μ.Ε.17. Η μαρτυρία του τελευταίου εστιάστηκε, σε ό,τι αφορά το MALTA, στην κατάρτιση των αγοραπωλητηρίων εγγράφων των τεμαχίων του MALTA και στο ζήτημα της αντιπαροχής.
Αναφορικά με τα αγοραπωλητήρια συμβόλαια του MALTA, δεν υπάρχει αμφισβήτηση ότι αυτά ετοιμάστηκαν από τον Μ.Ε.17. Αυτό το οποίο, ωστόσο, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό είναι ότι ο Μ.Ε.17 εκτελούσε πειθήνια και αβασάνιστα τις οδηγίες της Εναγόμενης 1.
Για να είμαι πιο συγκεκριμένος, ο Μ.Ε.17 στην προσπάθεια του να πείσει, ότι ο ρόλος του ήταν παθητικός και περιοριζόταν στη σύνταξη διαφόρων εγγράφων κατόπιν εντολών της Εναγόμενης 1, υποστήριξε ότι δεν γνώριζε το συνολικό ποσό το οποίο καταβλήθηκε για την αγορά των τεμαχίων του MALTA (Έγγραφο Η, παράγραφος Γ, σελ.6). Αυτή η ουσιαστική θέση διαφοροποιήθηκε κατά την αντεξέτασή του, καθώς συμφώνησε ότι το τίμημα πώλησης των τριών τεμαχίων ήταν €3.860.000. Περαιτέρω, παραδέχθηκε ότι κατά τη σύνταξη των τριών πωλητηρίων εγγράφων του MALTA γνώριζε ότι το συνολικό τίμημα πώλησης ανερχόταν στο προαναφερόμενο ποσό, καθώς και ότι ο λόγος για τον οποίο τα τρία αγοραπωλητήρια συμβόλαια συμποσούνται στο ποσό των €2.000.000 ήταν διότι θα διδόταν αντιπαροχή ίση με τη διαφορά των δύο ποσών. Άλλωστε, υπενθυμίζω, ότι είναι ο ίδιος που σύνταξε το Τεκμήριο 106 το οποίο και χαρακτήρισε ως ανάληψη συμφωνίας αντιπαροχής. Επομένως, ο παθητικός ρόλος που πρόβαλε για τον εαυτό του στην κυρίως εξέταση, ανατράπηκε στην αντεξέταση.
Περαιτέρω, η θέση του Μ.Ε.17 δεν πείθει λόγω ακριβώς της ιδιότητάς του. Υπογραμμίζω, ότι ο Μ.Ε.17 είχε εμπλοκή στο MALTA ως νομικός εκπρόσωπος των αγοραστριών εταιρειών και κατ’ επέκταση του Ενάγοντα 3. Ανοίγω στο σημείο αυτό μία παρένθεση για να επισημάνω, ότι ο Μ.Ε.17 γνώριζε ότι ο πραγματικός δικαιούχος των αγοραστριών εταιρειών ήταν ο Ενάγων 3.
Κλείνοντας την πιο πάνω παρένθεση, σημειώνω ότι επιβαλλόταν, ως εκ της θέσης του νομικού συμβούλου του Ενάγοντα 3, να εκφέρει άποψη για το ζήτημα της νομικής αποτύπωσης της ισχυριζόμενης συμφωνίας των διαδίκων ως προς την αντιπαροχή. Ο Μ.Ε.17 δεν ισχυρίστηκε ότι διατύπωσε οποιαδήποτε άποψη ή επιφύλαξη σε σχέση με το περιεχόμενο των αγοραπωλητηρίων εγγράφων τα οποία δεν αποτύπωναν την ύπαρξη αντιπαροχής. Ούτε, ισχυρίστηκε ότι ζήτησε από την Εναγόμενη 1 να έλθει σε επαφή με τον Ενάγοντα 3 για να του θέσει τους νομικούς προβληματισμούς του ή τις νομικές προεκτάσεις αναφορικά με το ότι στις συμφωνίες, αφενός αναγραφόταν ποσό χαμηλότερο κατά €1.860.000 από αυτό του συμφωνηθέντος τιμήματος, αφετέρου δεν γινόταν αναφορά στην ύπαρξη αντιπαροχής.
Επιπλέον, αρνητική εντύπωση προκάλεσε και η προσπάθεια του Μ.Ε.17 να αποστασιοποιηθεί από τη σύνταξη των πωλητηρίων συμβολαίων των διαμερισμάτων με αρ.6 και 11 του TIVOLI. Υπενθυμίζω, ότι ο ισχυρισμός του Μ.Ε.17 ήταν ότι τα πιο πάνω συμβόλαια καταρτίστηκαν από την Εναγόμενη 1. Ακόμη και αν έτσι έχουν τα πράγματα, παραμένει γεγονός ότι ο Μ.Ε.17 έλεγξε τα πιο πάνω συμβόλαια, όπως αυτό καταμαρτυρείται από το Τεκμήριο 140. Το αναμενόμενο θα ήταν ο Μ.Ε.17 να εκφράσει προβληματισμούς όσον αφορά τη φύση των εν λόγω εγγράφων, καθώς σε αυτά δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε αντιπαροχή, παρά μόνο καταρτίστηκαν ως καθαρά αγοραπωλητήρια συμβόλαια.
Τέλος, σημειώνω ότι από την μία ήθελε να αποστασιοποιηθεί από το ζήτημα της αντιπαροχής λέγοντας, μάλιστα, ότι ήταν οι μεθοδεύσεις της Εναγόμενης 1 που τελικά έπεισαν τον Μιχάλη Λουιζίδη και την Μ.Ε.7 να λάβουν ως αντιπαροχή δύο διαμερίσματα στο TIVOLI. Από την άλλη, όμως, αποδέχθηκε το «δώρο» των €53.000 το οποίο, ως ο ισχυρισμός του, δόθηκε από τον Ενάγοντα 3 για την επιτυχία του να πείσει τον Μιχάλη Λουιζίδη και την Μ.Ε.7 όπως τα διαμερίσματα που θα δίδονταν ως αντιπαροχή να είναι διαμερίσματα του TIVOLI και όχι του MALTA. Και όλα αυτά χωρίς να αποκαλύπτεται σε οποιαδήποτε συμφωνία η ύπαρξη αντιπαροχής.
Για τους πιο πάνω λόγους θεωρώ ότι, πέραν από το μέρος εκείνο της μαρτυρίας του το οποίο δεν έτυχε αμφισβήτησης και/ή αποτέλεσε κοινό έδαφος και για το οποίο σχετική αναφορά γίνεται πιο κάτω κατά την εξέταση του ζητήματος της έκδοσης εκ συμφώνου αποφάσεων εναντίον της Ενάγουσας 1, δεν μπορεί να δοθεί βαρύτητα στα προαναφερόμενα μέρη της μαρτυρίας του Μ.Ε.17.
Μαρτυρία σχετική με το MALTA προσφέρθηκε και από την Μ.Ε.7. Θεωρώ, ότι ουδεμία βαρύτητα μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία της. Τούτο, διότι η Μ.Ε.7 δεν είχε οποιαδήποτε προσωπική εμπλοκή στα ζητήματα που αφορούσαν την πώληση των τριών τεμαχίων του MALTA, όπως και στις συμφωνίες που αφορούσαν την ισχυριζόμενη αντιπαροχή. Ουσιαστικά η προσωπική εμπλοκή της Μ.Ε.7 στα του MALTA εντοπίζεται στα ακόλουθα δύο έγγραφα, η ύπαρξη των οποίων δεν αμφισβητείται. Στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του διαμερίσματος με αρ.6 του TIVOLI, το οποίο καταρτίστηκε επ’ ονόματί της και στη συνέχεια ακυρώθηκε. Και, στη συμφωνία εκχώρησης δυνάμει της οποίας εκχωρήθηκαν προς όφελός της τα δικαιώματα της Εναγόμενης 11 σε σχέση με το διαμέρισμα στο “Amathousia Heights”.
Σε ό,τι αφορά την εμπλοκή της στα ζητήματα της αντιπαροχής, όσα ανέφερε αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία. Σύμφωνα με το άρθρο 24(1) του Κεφ.9, η εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται απλά και μόνο διότι αυτή είναι εξ ακοής. Η βαρύτητα, ωστόσο, που μπορεί να προσδοθεί σε εξ ακοής μαρτυρία εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η οποία ασκείται υπό το σύνολο των περιστάσεων και λαμβανομένων ενδεικτικά υπόψη των κριτηρίων που θέτει το άρθρο 27 του Κεφ.9 (Haji κ.α ν. Adonis Baths Mavrokolimbos Waterfalls Limited κ.α, Πολ. Έφ. αρ.192/2014, ημερ.10.05.2022), ECLI:CY:AD:2022:D181.
Στην προκείμενη περίπτωση, δεν μπορεί να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στην εξ ακοής μαρτυρία της Μ.Ε.7. Αυτό διότι, το πρόσωπο το οποίο προέβη στην αρχική δήλωση, δηλαδή ο σύζυγος της Μιχάλης Λουιζίδης, δεν πρόσφερε μαρτυρία. Σύμφωνα με το άρθρο 27(3) του Κεφ.9, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που μπορεί να προσδοθεί σε εξ ακοής μαρτυρία λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη το κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. Η πλευρά των Εναγόντων δεν έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση για την παράλειψή της να καλέσει ως μάρτυρα τον Μιχάλη Λουιζίδη ο οποίος, σύμφωνα με την Μ.Ε.7, είχε άμεση εμπλοκή στο ζήτημα της ισχυριζόμενης αντιπαροχής.
Τέλος, αρνητική εντύπωση προκάλεσε και η προσπάθεια της Μ.Ε.7 να αποστασιοποιηθεί από οτιδήποτε αφορούσε την εταιρεία Diversification Ltd. Το Τεκμήριο 97 καταδεικνύει, ότι σε 3 τουλάχιστον περιπτώσεις, ήτοι στις 10.01.2013, 29.03.2013 και 10.01.2014, η ίδια και ο σύζυγός της έλαβαν το συνολικό ποσό των €42.793,72 ως “Interim Dividend”. Περαιτέρω, σύμφωνα με το Τεκμήριο 97, η Jermaco κατέθεσε στον λογαριασμό της Diversification Ltd το ποσό των €480.000. Η προσπάθεια της, επομένως, να αποστασιοποιηθεί από την Diversification Ltd δεν μπορεί παρά να αφήσει σκιές ως προς την αξιοπιστία της Από τη στιγμή που έλαβαν η ίδια και ο σύζυγός της χρήματα από την εν λόγω εταιρεία όφειλε να προσφέρει κάποια εξήγηση. Αντ’ αυτού η μάρτυρας επέλεξε, με ευδιάκριτη ταραχή όταν τέθηκε το ζήτημα της Diversification Ltd, να δηλώσει πλήρη άγνοια για την εν λόγω εταιρεία.
Ο βασικός μάρτυρας εκ μέρους των Εναγομένων σε σχέση με το MALTA ήταν και πάλι ο Εναγόμενος 12. Ο τελευταίος ισχυρίστηκε, ότι η οικογένεια Λουιζίδη σε συνεννόηση με τους Μ.Ε.12 και Μ.Ε.17 απέκρυψαν, μέσω της Jermaco, το ποσό του €1.860.000 προκειμένου να αποφευχθεί η πληρωμή φορολογίας που θα κατέβαλλε τόσο η πωλήτρια των τεμαχίων του MALTA, όσο και οι αγοράστριες εταιρείες. Όλα τα πιο πάνω, σύμφωνα με τον Εναγόμενο 12, διενεργήθηκαν χωρίς τη γνώση και συμμετοχή της Εναγόμενης 1.
Ο Εναγόμενος 12, στην προσπάθεια του να υποστηρίξει την προαναφερόμενη εκδοχή, προέβαλε ουσιώδεις ισχυρισμούς οι οποίοι, όμως, και πάλι, δεν τέθηκαν στους μάρτυρες των Εναγόντων. Παραθέτω πιο κάτω τους υπό αναφορά ισχυρισμούς:
- Δεν τέθηκε στον Μ.Ε.17 η θέση ότι ενέγραψε για λογαριασμό της Μ.Ε.7 και του συζύγου της την εταιρεία Diversification Ltd στις Βρετανικές Παρθένους Νήσους. Σημειώνω, ότι ο Μ.Ε.17 κατά την αντεξέταση απλά ρωτήθηκε κατά πόσο ενέγραψε την πιο πάνω εταιρεία και στην αρνητική απάντησή του δεν υπήρξε οποιαδήποτε συνέχεια.
- Δεν τέθηκαν στους Μ.Ε.13 και 17, οι ισχυρισμοί ότι ο Μ.Ε.13 δεν κατέθεσε τις επιταγές για τα ποσά των €784.016 και €950.968, αλλά τις ακύρωσε λόγω διαφορών του με τον αδελφό του και, ακολούθως, με οδηγίες του Μ.Ε.17 επιχειρήθηκε η κατάθεση των επιταγών στον τραπεζικό λογαριασμό της Ενάγουσας 4.
- Δεν τέθηκαν στον Μ.Ε.13 οι ισχυρισμοί ότι είχε στην κατοχή του τέσσερις τραπεζιτικές επιταγές (bankers draft) για τα ποσά των €450.434, €1.123.703, €784.016 και €950.968, τις οποίες παρέδωσε στον Μ.Ε.12 και ο τελευταίος με τη σειρά του στον Μ.Ε.17. Ούτε και στους Μ.Ε.12 και 17 τέθηκαν ανάλογοι ισχυρισμοί.
Όπως ήδη αναφέρθηκε, αποτελεί βασικό κανόνα του δικαίου της απόδειξης ότι οι ουσιαστικοί ισχυρισμοί που προβάλλονται από διάδικο θα πρέπει να τίθενται στον αντίδικό του έτσι ώστε να δίδεται στον τελευταίο η ευκαιρία να απαντήσει σε αυτούς (Tekinder Pal v. Δημοκρατίας, Δίκαιο της Απόδειξης Ουσιαστικές και Δικονομικές Πτυχές (έκδοση 2014) και Frederickou School Co Ltd κ.α. v. Acuac Inc., ανωτέρω). Κατά συνέπεια, ουδεμία βαρύτητα μπορεί να αποδοθεί στους προαναφερόμενους ισχυρισμούς του Εναγόμενου 12.
Πέραν των πιο πάνω, η αξιόπιστη και αποδεκτή μαρτυρία των Μ.Ε.5, 8 και 10 κατέδειξε ότι ο πραγματικός δικαιούχος της Jermaco μέχρι τις 19.12.2013 ήταν ο Εναγόμενος 12. Επίσης, όπως προκύπτει από την αναντίλεκτη μαρτυρία της Μ.Ε.10, οι Εναγόμενοι 1 και 12 είχαν το δικαίωμα υπογραφής για τη διενέργεια τραπεζικών συναλλαγών της Jermaco, καθώς και το δικαίωμα χρήσης της ηλεκτρονικής τραπεζικής. Σημειώνω, ότι η μεταφορά του ποσού των €480.000 από τη Jermaco στην Diversification Ltd, για την οποία έγινε αρκετός λόγος, εκτελέστηκε με εντολή της Εναγόμενης 1.
Ούτε, όμως, και η θέση του Εναγόμενου 12 ότι ο Μ.Ε.17 χειριζόταν όλα τα θέματα που αφορούσαν την αγορά των τεμαχίων του MALTA μπορεί να γίνει πιστευτή. Η πιο πάνω θέση αντικρούεται από άλλους ισχυρισμούς που πρόβαλε ο Εναγόμενος 12 και οι οποίοι φανερώνουν ότι η Εναγόμενη 1 ήταν αυτή που είχε άμεση συνεννόηση με τον Ενάγοντα 3 για τα θέματα του MALTA. Αντί πολλών παραπέμπω στα ηλεκτρονικά μηνύματα που ο ίδιος Εναγόμενος 12 κατέθεσε ως Τεκμήρια 174 και 175. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του τα εν λόγω ηλεκτρονικά μηνύματα αφορούσαν το MALTA και απευθύνονταν από την Εναγόμενη 1 στον Ενάγοντα 3. Σημειώνω, ότι στα εν λόγω ηλεκτρονικά μηνύματα, τα οποία επαναλαμβάνω παρουσίασε η πλευρά των Εναγόμενων, δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στον Μ.Ε. 17 ή στον Μ.Ε.12. Η όλη επικοινωνία για την τιμή αγοράς, τον τρόπο ανάπτυξης και το κόστος του MALTA ήταν μεταξύ Εναγόμενης 1 και Ενάγοντα 3.
Επίσης, και το Τεκμήριο 139 διαψεύδει τη θέση του Εναγόμενου 12 περί αποκλειστικού χειρισμού των ζητημάτων που αφορούσαν το MALTA από τον Μ.Ε.17. Με το εν λόγω Τεκμήριο, η Εναγόμενη 1 ενημέρωσε τον Μ.Ε.17 για το άνοιγμα κοινού λογαριασμού στον οποίο κατατέθηκαν χρήματα. Προφανώς, εννοεί τον κοινό λογαριασμό επ’ ονόματι των Μ.Ε.12 και 13 στον οποίο κατατέθηκε το ποσό των €1.123.703. Εάν ο Μ.Ε.17 είχε τον αποκλειστικό χειρισμό, τότε, ασφαλώς, δεν θα χρειαζόταν να ενημερωθεί από την Εναγόμενη 1 για το εν λόγω ζήτημα.
Περαιτέρω, ο προαναφερόμενος ισχυρισμός του Εναγόμενου 12 αντιστρατεύεται την όλη γραμμή αντεξέτασης που ακολούθησε ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόμενων αναφορικά με τη διαμόρφωση του τιμήματος αγοράς των τεμαχίων MALTA στο ποσό των €3.860.000. Συγκεκριμένα, ο κ. Ιωάννου υπέβαλε κατ’ επανάληψη ότι η Εναγόμενη 1, κατόπιν διαπραγματεύσεων, ήταν αυτή που πέτυχε τη μείωση του τιμήματος αγοράς κατά €140.000, δηλαδή από €4.000.000 σε €3.860.000.
Ένας άλλος ουσιώδης ισχυρισμός του Εναγόμενου 12 ήταν ότι δεν υπήρξε αντιπαροχή σε σχέση με το τίμημα πώλησης των τεμαχίων του MALTA. Στο πλαίσιο αυτού του ισχυρισμού, υποστήριξε ότι τα αγοραπωλητήρια έγγραφα των διαμερισμάτων με αρ. 6 και 11 του TIVOLI ήταν γνήσια αγοραπωλητήρια έγγραφα και δεν συνιστούσαν αντιπαροχή.
Εάν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε εγείρονται τα εξής εύλογα ερωτήματα τα οποία καταδεικνύουν, κατά την άποψή μου, το ότι ο Εναγόμενος 12 δεν μετέφερε στο Δικαστήριο την πλήρη αλήθεια.
Πρώτον, μέρος του τιμήματος αγοράς του διαμερίσματος με αρ. 11 εκ ποσού €297.800 φέρεται να πληρώθηκε από την πρώην Εναγόμενη 5 για λογαριασμό του Μιχάλη Λουιζίδη. Σημειώνω, ότι διευθύντρια της πρώην Εναγόμενης 5 είναι η Εναγόμενη 7, σύζυγος του πρώτου εξαδέλφου του Εναγόμενου 12, ήτοι του Εναγόμενου 8. Θα ανέμενα να δοθεί κάποια εξήγηση από τον Εναγόμενο 12 για την πληρωμή ενός τόσο μεγάλου ποσού για λογαριασμό του Μιχάλη Λουιζίδη από την πρώην Εναγόμενη 5. Ο Εναγόμενος 12 ουδέν ανέφερε επί τούτου.
Δεύτερον, δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση για ποιο λόγο το διαμέρισμα με αριθμό 6 το οποίο αγόρασε η Μ.Ε.7 και το πωλητήριο έγγραφο του οποίου ακυρώθηκε, αντικαταστάθηκε από το διαμέρισμα ιδιοκτησίας της αδελφής του Εναγόμενου 12, ήτοι της Εναγόμενης 11. Δεν παραβλέπω τη θέση του Εναγόμενου 12, ότι το εν λόγω διαμέρισμα ήταν τυπικά εγγεγραμμένο στο όνομα της Εναγόμενης 11, καθώς και ότι αυτό ανήκε στον Μ.Ε.12. Ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός του Εναγόμενου 12 έρχεται, ωστόσο, σε σύγκρουση με τη μαρτυρία της Εναγόμενης 11 η οποία ισχυρίστηκε ότι το υπό αναφορά διαμέρισμα ανήκε από κοινού στην Εναγόμενη 1 και τον Μ.Ε.12. Επιπροσθέτως, ο προαναφερόμενος ισχυρισμός του Εναγόμενου 12 δεν συμβαδίζει και με άλλη πτυχή της μαρτυρίας της Εναγόμενης 11, η οποία ανέφερε ότι ήταν η Εναγόμενη 1 αυτή που της έδωσε οδηγίες για την εκχώρηση.
Τρίτον, σύμφωνα με την εκδοχή των Εναγόμενων, στις 21.11.2012 εκδόθηκαν εκ μέρους της Ενάγουσας 1 δύο αποδείξεις είσπραξης για τα ποσά των €643.500 και €596.700 σε σχέση με τα διαμερίσματα 6 και 11 αντίστοιχα. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της Μ.Υ.2, η Εναγόμενη 1 δεν ενημέρωσε την πρώην Εναγόμενη 19 για τις εν λόγω εισπράξεις, με αποτέλεσμα οι εν λόγω συναλλαγές να μην παρουσιάζονται στην κίνηση του λογαριασμού της Ενάγουσας 1 (Τεκμήριο 28). Εφόσον, ως η εκδοχή των Εναγόμενων, οι εν λόγω πωλήσεις ήταν γνήσιες, τότε γιατί δεν ενημερώθηκε η πρώην Εναγόμενη 19, έτσι ώστε να αποτυπωθούν και λογιστικά οι εισπράξεις των ποσών των €643.500 και €596.700.
Όλα τα πιο πάνω εύλογα ερωτήματα παρέμειναν να αιωρούνται, δημιουργώντας αμφιβολίες ως προς τη γνησιότητα της εκδοχής των Εναγομένων σε σχέση με τα αγοραπωλητήρια έγγραφα των διαμερισμάτων με αρ.6 και 11.
Σχετική με τα ζητήματα του MALTA ήταν και η μαρτυρία της Εναγόμενης 11, καθώς εμπλέκεται στην εκχώρηση προς όφελος της Μ.Ε.7 του διαμερίσματος στο “Amathousia Heights”. Ως ήδη αναφέρθηκε, το εν λόγω διαμέρισμα, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των Εναγόντων, παραχωρήθηκε στην Μ.Ε.7 ως μέρος της αντιπαροχής για την αγορά του MALTA.
Πέραν των γεγονότων που καταγράφηκαν ως κοινώς αποδεκτά, κατά την αντεξέτασή της αναδείχθηκε ως κοινά αποδεκτό γεγονός ότι το τίμημα για την αγορά του διαμερίσματος “Amathousia Heights” καταβλήθηκε από την Εναγόμενη 1, τον Μ.Ε.12 και άλλα πρόσωπα για λογαριασμό των τελευταίων. Παραθέτω αυτούσια τη σχετική στιχομυθία:
«E. Κυρία μάρτυς, είπες ότι έχεις έγγραφα, τα οποία εξασφάλισες από τη Cybarco για το ποιος πλήρωνε γι' αυτό το διαμέρισμα. Μπορείς να δεις ποιος πλήρωσε γι' αυτό το διαμέρισμα;
A. Να σας πω...το 2007 πληρώθηκε το πρώτο MATIMAX FISHING έχω και swift εάν χρειάζεται που ενημερώθηκα μεταγενέστερα από τον δικηγόρο μου ότι είναι εκ μέρους του Κωνσταντίνου Λαζαρίδη [Μ.Ε.12], τον Μάιο πληρώθηκε από Elite Development Ltd, [πρώην Εναγόμενη 5] Δεκέμβριο του 2008 πληρώθηκε από την Ευγενία Παρασκευαΐδου [Εναγόμενη 1], το 2010 από Τατιάνα Κότλερ ενημερώθηκα ότι είναι ο Λαζαρίδης εκ μέρους αυτής και δύο επιταγές που δεν βρήκα ποιος πλήρωσε.
E. Άρα, κυρία μάρτυς, αυτό που μας λες είναι ότι αυτό το διαμέρισμα πληρώθηκε από τον Λαζαρίδη ή τις εταιρείες του, από την Ευγενία Παρασκευαΐδου και την Elite, συμφωνούμε;
A. Ναι, αυτά βρήκα».
Κατά τα λοιπά, θεωρώ ότι ουδεμία βαρύτητα μπορεί να δοθεί στη μαρτυρία της Εναγόμενης 11. Ήταν εμφανές, κατά την άποψη μου, ότι η τελευταία δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει την πλήρη αλήθεια.
Για να είμαι πιο συγκεκριμένος, η μάρτυρας απέφυγε επιμελώς να απαντήσει σε όσες ερωτήσεις τέθηκαν κατά την αντεξέτασή της και θα μπορούσαν δυνητικά να αξιοποιηθούν από την αντίδικη πλευρά ή θα μπορούσαν να επηρεάσουν την Εναγόμενη 1. Ειδικότερα, αναφέρομαι στην απροθυμία της να απαντήσει σε ερωτήσεις που λογικά θα αναμενόταν να είναι σε θέση να τοποθετηθεί. Για παράδειγμα, ενώ εργοδοτείτο στην Εναγόμενη 2 από τον Μάρτιο του 2014, δεν γνώριζε κατά πόσο στα γραφεία της τελευταίας, συστεγαζόταν και η Εναγόμενη 3 της οποίας αξιωματούχοι είναι οι Εναγόμενοι 6 και 7, οι οποίοι είναι συγγενείς της Εναγόμενης 11. Περαιτέρω, απάντησε ότι δεν γνώριζε τα άλλα πρόσωπα που εργάζονταν στα γραφεία της Εναγόμενης 2, λέγοντας απλώς ότι εργάζονταν ακόμα 3 – 4 άτομα. Σημειώνω, ότι ένας εκ των εργοδοτουμένων της Εναγόμενης 2 ήταν ο αδελφός της - Εναγόμενος 12. Απέφυγε, επίσης, να απαντήσει ως προς το κατά πόσο επισκέπτονταν τα γραφεία της Εναγόμενης 2 οι συγγενείς της - Εναγόμενοι 6 – 8. Η μάρτυρας στερεότυπα επαναλάμβανε ότι η ίδια εργαζόταν στον 2ο όροφο, δεν έβλεπε ποιοι εισέρχονταν και ποιοι εξέρχονταν και η μόνη της εμπλοκή ήταν η τυπική εγγραφή στο όνομά της του διαμερίσματος στο “Amathousia Heights”.
Οι πιο πάνω ισχυρισμοί δεν αντέχουν, κατά την κρίση μου, στη βάσανο της κοινής λογικής. Είναι αδιανόητο η Εναγόμενη 11 να μην γνώριζε ποια άλλα πρόσωπα εργάζονταν μαζί της στον ίδιο χώρο, πολύ δε περισσότερο όταν πρόκειται και για συγγενείς της.
Περαιτέρω, στη μαρτυρία της δήλωσε κατ’ επανάληψη ότι ο Μ.Ε.17 ήταν αυτός που της υπέδειξε το σημείο επί της συμφωνίας εκχώρησης ημερομηνίας 20.12.2013 στο οποίο έπρεπε να θέσει την υπογραφή της. Η πιο πάνω θέση δεν τέθηκε, όμως, κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.17 (Tekinder Pal v. Δημοκρατίας, Δίκαιο της Απόδειξης Ουσιαστικές και Δικονομικές Πτυχές (έκδοση 2014) και Frederickou School Co Ltd κ.α. v. Acuac Inc., ανωτέρω). Συνεπώς, δεν μπορεί να δοθεί βαρύτητα σε αυτή.
Έκδοση εκ συμφώνου αποφάσεων εναντίον της Ενάγουσας 1 και προς όφελος των Εναγομένων 2, 3 και 13
Υπενθυμίζω, ότι αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι η Εναγόμενη 1 ήταν το πρόσωπο που υπέγραψε τα διοριστήρια (retainers), δυνάμει των οποίων η Εναγόμενη 18 εμφανίστηκε εκ μέρους της Ενάγουσας 1 στις επίμαχες αγωγές και αποδέχθηκε για λογαριασμό της την έκδοση αποφάσεων υπέρ των Εναγομένων 2, 3 και 13. Επίσης, αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι η παύση της Εναγόμενης 1 από διευθύντρια της Ενάγουσας 1 κοινοποιήθηκε στο αρμόδιο τμήμα του Εφόρου Εταιρειών στις 25.06.2014.
Άμεση εμπλοκή στη διαδικασία παύσης της Εναγόμενης 1 είχε ο Μ.Ε.17. Ο ισχυρισμός του τελευταίου, ότι πριν την παύση της Εναγόμενης 1 προηγήθηκε επικοινωνία μαζί του διά της οποίας ανακοίνωσε στην τελευταία την πρόθεση του Ενάγοντα 3 για να την απομακρύνει από διευθύντρια της Ενάγουσας 1 δεν έτυχε οποιασδήποτε αμφισβήτησης. Επισημαίνω, ότι με τη θέση του Μ.Ε.17 περί επαφής του με την Εναγόμενη 1 πριν την ημερομηνία της παύσης της συνηγορεί και το γεγονός ότι η καταγγελία του Ενάγοντα 3 στην Αστυνομία εναντίον της έγινε τον Μάιο του 2014. Αυτό το γεγονός είναι αποδεκτό και από την ίδια την Εναγόμενη 1, αφού κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.17 ο ευπαίδευτος συνήγορός της υπέβαλε σε αυτόν ότι η καταγγελία του Ενάγοντα 3 έγινε τον Μάιο του 2014.
Δεν αγνοώ, ότι ο Μ.Ε.17 ισχυρίστηκε ότι πέραν της τηλεφωνικής επικοινωνίας του με την Εναγόμενη 1, επικοινώνησε μαζί της και γραπτώς. Είναι γεγονός ότι δεν παρουσιάστηκε οποιοδήποτε Τεκμήριο προς επιβεβαίωση του ισχυρισμού του Μ.Ε.17 περί γραπτής επικοινωνίας του με την Εναγόμενη 1. Θεωρώ, ότι το πιο πάνω γεγονός δεν είναι ικανό να προκαλέσει ρήγμα στη μαρτυρία του. Προσεκτική μελέτη της αντεξέτασής του, καταδεικνύει, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, ότι δεν αντεξετάστηκε επί του ζητήματος της επικοινωνίας που είχε με την Εναγόμενη 1 πληροφορώντας την για την πρόθεση του Ενάγοντα 3 να κινητοποιήσει τις διαδικασίες για παύση της. Με άλλα λόγια, δεν αμφισβητήθηκε ο υπό αναφορά ισχυρισμός του Μ.Ε17. Παράλληλα, υπογραμμίζω, ότι στην παράγραφο 133 της Υπεράσπισης των Εναγόμενων 1 και 2 προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι στις 20.05.2014 επιδόθηκε στην Εναγόμενη 1 επιστολή ημερομηνίας 19.05.2014 συνταχθείσα από τον Μ.Ε.17 με την οποία καλείτο η Εναγόμενη 1 να παραδώσει όλα τα έγγραφα της Ενάγουσας 1.
Ως εκ των ανωτέρω, το μέρος της μαρτυρίας του Μ.Ε.17 περί πληροφόρησης της Εναγόμενης 1 για την επικείμενη παύση της από διευθύντριας της Εναγόμενης 1 σε ημερομηνία προγενέστερη της 25.06.2014 κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Αποτελεί πάγια θέση της νομολογίας, ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός, είτε εξ ολοκλήρου, είτε μερικώς νοουμένου ότι κρίνεται εν γένει αξιόπιστος (Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1Α Α.Α.Δ 454 και Mustafa ν. Κακουρή κ.α. (2002) 1Α Α.Α.Δ 165). Το όλο ζήτημα τέθηκε ως εξής στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Τταντής, Πολ. Έφ.90/2018, ημερ.11.10.2024:
«Βέβαια θα πρέπει στο σημείο αυτό να υποδείξουμε ότι η μερική αποδοχή της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, σε αντίθεση με το σύνολο της δεν αποτελεί διάβημα δικανικά μεμπτό, αντινομικό ή απαράδεκτο. Τουναντίον το δικαίωμα αυτό ανάγεται στην ευχέρεια αξιολόγησης της μαρτυρίας και της δυνατότητας για ορθολογιστική εκτίμηση της. Προϋπόθεση βέβαια είναι ο πυρήνας της μαρτυρίας να κριθεί ως αυθεντικός και ο μάρτυρας εν γένει αξιόπιστος. Δεν νοείται να απορρίπτεται μια μαρτυρία ως αναξιόπιστη και στη συνέχεια να διασώζονται μέρη αυτής της μαρτυρίας (βλ.Georghiades v. The Police (1985) 2 C.L.R. 56, Kades v. Nicolaou and another (1986) 1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panagiotou (1988) 1 C.L.R. 257, Μιχαήλ v. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 168, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Μανώλη (1995) 2 Α.Α.Δ. 207, Καρεκλά v. Κλεάνθους (1997) 1(Β) Α.Α.Δ. 1199, Ιωάννου v. Κουννίδη (1998) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1215 και Χρίστου v. Khoreva (ανωτέρω).»
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως ήδη αναφέρθηκε, το ζήτημα της παύσης της Εναγόμενης 1 από διευθύντρια της Ενάγουσας 1 αποτέλεσε βασικό πυρήνα της μαρτυρίας του Μ.Ε.17.
Ολοκληρώνω το κεφάλαιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας με τους Μ.Ε.6, 16 και Μ.Υ.1 και 9.
Οι Μ.Ε.6 και Μ.Υ.1 δεν προσέφεραν ουσιαστικά μαρτυρία. Για τους λόγους που επεξηγούνται στις ενδιάμεσες αποφάσεις του Δικαστηρίου, δεν επιτράπηκε να τεθούν ερωτήσεις στους μάρτυρες οι οποίες άπτονταν του αντικειμένου για το οποίο κλήθηκαν να καταθέσουν. Σημειώνω, ότι η Μ.Ε.6 περιορίστηκε απλώς στο να ορκιστεί καθώς δεν επιτράπηκε να της τεθεί η ερώτηση που ήθελε να θέσει ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόντων. Από την άλλη, ο Μ.Υ.1, αφού δεν επιτράπηκε να τεθούν ερωτήσεις σε σχέση με ισχυριζόμενη πλαστογραφία των διοριστηρίων των συνηγόρων των Εναγόντων περιορίστηκε στο να καταθέσει περί ασχέτου με την επίδικη υπόθεση ζητήματος και αποχώρησε χωρίς να υποβληθεί σε αντεξέταση.
Η μαρτυρία, τώρα, των Μ.Ε.16 και Μ.Υ.9 θεωρώ ότι είναι ουδέτερη ως προς τα επίδικα ζητήματα της υπό κρίση διαφοράς.
Ευρήματα
Όλα τα γεγονότα τα οποία έχουν καταγραφεί στο κεφάλαιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας ως κοινώς αποδεκτά καθίστανται και ευρήματα του Δικαστηρίου. Για σκοπούς οικονομίας θεωρώ, ότι δεν χρειάζεται να καταγραφούν εκ νέου. Επιπροσθέτως των πιο πάνω, αποτελούν ευρήματά μου και τα ακόλουθα γεγονότα:
Η Εναγόμενη 1 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο μέτοχος και διευθύντρια της Εναγόμενης 2.
Περαιτέρω, η Εναγόμενη 1 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο διευθύντρια και μέτοχος της Εναγόμενης 13. Παράλληλα, ήταν το πρόσωπο που είχε το δικαίωμα υπογραφής σε σχέση με τον τραπεζικό λογαριασμό της Εναγόμενης 13.
Για τις οικοδομικές εργασίες των μονάδων του TIVOLI εκδόθηκαν ξεχωριστές άδειες οικοδομής. Οι οικοδομικές εργασίες εκτελέστηκαν από τις πρώην Εναγόμενες 15 και 16 με τις οποίες υπογράφηκαν νομότυπα σχετικά συμβόλαια της Μεικτής Επιτροπής Δομικών Συμβολαίων Κύπρου.
Η συνάντηση για την ασφάλιση κατά παντός κινδύνου εργολάβων σε σχέση με το TIVOLI έγινε στα γραφεία της Εναγόμενης 2. Η Εναγόμενη 3, η οποία ήταν ο κυρίως ασφαλισμένος (principle) εκπροσωπήθηκε από τους Εναγόμενους 1 και 12 .
Η Εναγόμενη 1 τον Μάιο του 2014 ενημερώθηκε από τον Μ.Ε.17 για την πρόθεση του Ενάγοντα 3 να την παύσει από διευθύντρια της Ενάγουσας 1 και γενικότερα να την απομακρύνει από τις εταιρείες συμφερόντων του και τη διαχείριση του TIVOLI και του MALTA. Περαιτέρω, ο Μ.Ε.17 κάλεσε την Εναγόμενη 1 να αποφύγει οποιεσδήποτε ενέργειες σε σχέση με την ανάπτυξη του TIVOLI και γενικότερα να μην προβεί σε οποιεσδήποτε ενέργειες σε σχέση με τις εταιρείες συμφερόντων του Ενάγοντα 3.
Την ίδια χρονική περίοδο, δηλαδή τον Μάιο του 2014, ο Ενάγων 3 υπέβαλε εναντίον της Εναγόμενης 1 καταγγελία στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού.
Τέλος, ο πραγματικός δικαιούχος της Jermaco ήταν μέχρι τις 19.12.2013 ο Εναγόμενος 12.
Συμπεράσματα
Οι θεραπείες που αξιώνουν οι Ενάγοντες, όπως αυτές διαμορφώθηκαν με την εναρκτήρια δήλωση των συνηγόρων των Εναγόντων, αλλά και τις τελικές τους αγορεύσεις, συνίστανται σε αποζημιώσεις και σε διατάγματα παραμερισμού και ακύρωσης των εκ συμφώνου αποφάσεων που εκδόθηκαν εναντίον της Ενάγουσας 1 (παράγραφοι Γ και Δ του παρακλητικού της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης).
Οι αποζημιώσεις διακρίνονται σε αποζημιώσεις που αφορούν ισχυριζόμενες κλοπές και/ή υπεξαιρέσεις χρηματικών ποσών από την Εναγόμενη 1 σε συνωμοσία με τους λοιπούς Εναγόμενους και/ή στη βάση δόλου και/ή απάτης και/ή διάρρηξης της σχέσης εμπιστοσύνης και/ή του καθήκοντος επιμέλειας που είχε έναντι των Εναγόντων.
Περαιτέρω, διεκδικούν αποζημιώσεις εκ ποσού €1.777.205 εναντίον των Εναγομένων 1 – 13 και 17 ως απώλεια χρήσης και/ή ενοικίων και/ή ενδιάμεσων ή διαφυγόντων κερδών για περίοδο 3 ετών σε σχέση με τη μη ολοκλήρωση και αδυναμία ανάπτυξης του TIVOLI.
Επιπλέον, στο κονδύλι των αποζημιώσεων περιλαμβάνονται και ποσά €7.925 και €28.200, ως αναγκαία έξοδα εκτιμητή ακινήτων και επιμετρητή.
Επιπρόσθετα, αξιώνεται η απόδοση τιμωρητικών και/ή επαυξημένων αποζημιώσεων.
Οι θεραπείες που αφορούσαν την απόδοση λογαριασμών, την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος εκπροσώπησης και την επιδίκαση ποσού €64.000 ως ειδικές αποζημιώσεις, εγκαταλείφθηκαν.
Στην υπόθεση Touchstone Snail Technologies Ltd κ.α, v. K. Invest Consulting S.A.L. Offshore κ.α., Πολ. Έφ. Ε11/2021, ημερομηνίας 29.03.2024, αναφέρθηκε ότι ο δόλος δεν είναι αυτοτελές αστικό αδίκημα, αλλά η συνωμοσία και η απάτη αποτελούν διακριτές βάσεις αγωγής για δόλο οι οποίες αναγνωρίζονται στο κοινοδίκαιο και εφαρμόζονται στην Κύπρο δυνάμει του άρθρου 29(1)(γ) του Ν.14/60. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα:
«Στο σύγγραμμα Bullen & Leake & Jacob’s Precedents of Pleadings, Volume 2, 19th Ed. σελ. 43, επεξηγείται ότι στο κοινοδίκαιο, η αγωγή για δόλο (action in fraud) συνήθως παίρνει την μορφή μίας ή περισσοτέρων ξεχωριστών βάσεων αγωγής οι οποίες είναι διακριτές και εκάστη έχει τα δικά της απαραίτητα συστατικά στοιχεία, εκ των οποίων είναι και ο δόλος με την έννοια της δόλιας συμπεριφοράς ή δόλιας νοητικής κατάστασης του αδικοπραγούντος . Δεν αναγνωρίζεται επομένως στο κοινοδίκαιο ο δόλος ως αυτοτελές αστικό αδίκημα. Η συνομωσία και η απάτη απαριθμούνται στο εν λόγω σύγγραμμα ως τέτοιες διακριτές βάσεις «αγωγής για δόλο» και εκάστη αποτελεί αυτοτελές αστικό αδίκημα με διαφορετικά συστατικά στοιχεία.
Στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, εκδόσεις Sweet & Maxwell, 24η έκδοση του 2023, σελ. 1297 αναφέρεται ότι το αστικό αδίκημα της απάτης (deceit) αποκαλείται στο κοινοδίκαιο μερικές φορές ως «fraud» (δόλος). Προκύπτει ξεκάθαρα από το εν λόγω σύγγραμμα ότι όταν στο κοινοδίκαιο γίνεται αναφορά στο αστικό αδίκημα του δόλου εννοείται το αστικό αδίκημα της απάτης (deceit) όπως αυτό αναγνωρίζεται στο κοινοδίκαιο από το 1789 (βλ. Pasley v. Freeman (1789) 3 T.R. 51 και μετέπειτα Derry v. Peak (1889) 14 App. Cas. 337) και όπως έχει ενσωματωθεί στο Άρθρο 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148.
Στο σύγγραμμα Ενοχικό Δίκαιο, Το Δίκαιο των Αστικών Αδικημάτων, Τόμος Δεύτερος, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη του Π. Πολυβίου, σελ. 697, αναφέρεται ότι το αστικό αδίκημα της απάτης αποκαλείται στο κοινοδίκαιο deceit ή fraud, και ξεκαθαρίζεται επομένως και στο εν λόγω σύγγραμμα ότι ο δόλος (fraud) δεν αποτελεί αυτοτελές αστικό αδίκημα άλλο από την απάτη. Στην Petri v. The Police (1968) 2 C.L.R. ο όρος «fraud» χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει ένα εκ των συστατικών στοιχείων της απάτης, ήτοι ότι η ψευδής παράσταση γεγονότος, γίνεται εν γνώσει του ψεύδους αυτής, ή χωρίς πίστη για το αληθές αυτής ή απερίσκεπτα, αδιάφορα του κατά πόσο είναι αληθής ή ψευδής.
……………………………………………………………………………………………………
Στρεφόμαστε στο αστικό αδίκημα της συνομωσίας στο οποίο επίσης βασίζεται η αγωγή των Εφεσιβλήτων. Από την Χριστοφόρου κ.α. ν. Barclays Bank Plc (2009)1(A) A.Α.Δ.25 προκύπτει ότι εφόσον το αστικό αδίκημα της συνωμοσίας αναγνωρίζεται στο κοινοδίκαιο, τότε δυνάμει του Άρθρου 29(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 και των νομολογηθέντων στην Paikkos v. Kontemeniotis (1989)1 C.L.R.50, ισχύει και στην Κύπρο. Στην Χριστοφόρου, ανωτέρω, λέχθηκαν τα εξής:
«Σύμφωνα με τον Halsbury' s Laws of England, 4η Έκδοση, Reissue, Τόμος 45(2), τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, κατά το κοινοδίκαιο, είναι τα ακόλουθα:
"697. Essential ingredients of conspiracy. In order to make out a case of conspiracy the claimant must establish: (1) an agreement between two or more persons; (2) either, where the means are lawful, an agreement the real and predominant purpose of which is to injure the claimant or, where the means are unlawful, an agreement a purpose of which is to injure the claimant; and (3) that acts done in execution of that agreement resulted in damage to the claimant."
Σε μετάφραση:
"697. Απαραίτητα στοιχεία του αδικήματος της συνωμοσίας. Για να αποδείξει το αδίκημα της συνωμοσίας ο απαιτών πρέπει να αποδείξει: (1) συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσότερων προσώπων· (2) είτε, όπου τα μέσα είναι νόμιμα, συμφωνία της οποίας ο πραγματικός και κυρίαρχος σκοπός είναι η πρόκληση βλάβης στον ενάγοντα είτε, όπου τα μέσα είναι παράνομα, συμφωνία της οποίας ο σκοπός είναι η πρόκληση βλάβης στον ενάγοντα· και (3) πράξεις που τελέστηκαν εις εκτέλεση της συμφωνίας είχαν ως αποτέλεσμα την πρόκληση ζημίας στον ενάγοντα."».»
Ως προς το επίπεδο απόδειξης του αδικήματος της συνομωσίας, σχετική είναι η Αγγλική απόφαση Swain and others v. Swain plc and others [2015] EWHC 660, στην οποία αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
«… since the allegations made against them are ones that impact on their honesty and integrity, it is right that I should remind myself that (a) the legal burden of proof rests throughout on the claimants, who must prove their case on the balance of probabilities, but (b) whilst the standard of proof in a civil case such as this is always the balance of probabilities, the more serious the allegation or the more serious the consequences of such an allegation being true the more cogent must be the evidence if the civil standard of proof is to be discharged.»
Και η δική μας νομολογία έχει αναγνωρίσει, ότι σε ορισμένες πολιτικές υποθέσεις το βάρος απόδειξης εκτείνεται πέραν του συνήθους του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Στην υπόθεση Λειβαδιώτης ν. Μιχαήλ (1999) 1Γ Α.Α.Δ 1778, ειπώθηκαν τα ακόλουθα:
«Ότι ο βαθμός της απόδειξης σε ορισμένες αστικές υποθέσεις μπορεί να είναι πέραν του συνήθους του ισοζυγίου των πιθανοτήτων είναι γεγονός. Η νομολογία αναγνωρίζει την αρχή της κοινής λογικής ότι ο βαθμός της πιθανότητας μπορεί να ποικίλει ανάλογα με το είδος της υπόθεσης, αφού η βεβαιότητα με την οποία μπορεί να αισθάνεται ικανοποιημένο το Δικαστήριο είναι συνάρτηση της φύσης και της σοβαρότητας της υπόθεσης την οποία έχει να αποφασίσει και της μαρτυρίας την οποία έχει να εκτιμήσει».
Σχετικά είναι και όσα αναφέρθηκαν στη μεταγενέστερη Τσιάρτας κ.α. ν. Alocay Holdings Ltd κ.α. (2010) 1 Α.Α.Δ 1523:
«Σύμφωνα με τους Halsbury’s Laws of England, 3rd ed., vol. 18, p. 189, η έννοια του δόλου προσδιορίζεται ως κάτι ανέντιμο, ηθικώς ανάρμοστο, ειδικώς σε απόκτηση χρηματικού οφέλους με άδικα μέσα. (Βλ. επίσης Ιακώβου v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματ.) Λτδ (2004) 1(Β) Α.Α.Δ. 992). Ορθά επισημαίνεται στην πρωτόδικη απόφαση ότι οι ενάγοντες έχουν το βάρος να αποδείξουν αυστηρά τις λεπτομέρειες του δόλου ή της αμέλειας χωρίς ωστόσο να χρειάζεται να αποδειχθούν όλες οι λεπτομέρειες αλλά είναι αρκετή η απόδειξη μόνο μερικών από τις κατ’ ισχυρισμό λεπτομέρειες του δόλου. Βλ. Kakoullou and Another v. Kakoullou (1987) 1 C.L.R. 547. Στην προκείμενη περίπτωση η εφεσίβλητη απέτυχε να αποδείξει στο βαθμό αυστηρότητας που απαιτείται δόλο των εφεσειόντων με βάση τις λεπτομέρειες της αγωγής.»
Για όλους τους λόγους που επεξηγήθηκαν στο κεφάλαιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας, δεν μπορεί να αποδοθεί βαρύτητα στη μαρτυρία του Ενάγοντα 3, καθώς και των Μ.Ε.7, 12 και 13, αλλά και σε μέρος της μαρτυρίας του Μ.Ε.17. Τα δε γεγονότα που καταγράφηκαν ως κοινώς αποδεκτά δεν μπορούν να θεμελιώσουν τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων της απάτης ή της συνωμοσίας προς καταδολίευση των Εναγόντων. Η δε ισχυριζόμενη παραβίαση της σχέσης εμπιστοσύνης και/ή του καθήκοντος επιμέλειας της Εναγόμενης 1 είναι συνυφασμένη με τα ίδια γεγονότα που απέτυχαν να αποδείξουν οι Ενάγοντες.
Λέγοντας τα πιο πάνω, δεν παραγνωρίζω ότι αρκετές πράξεις εγείρουν εύλογα ερωτηματικά ως προς τη γνησιότητα ή νομιμότητά τους, όπως για παράδειγμα η εμπλοκή της Jermaco με τη μεταφορά διάφορων χρηματικών ποσών στο λογαριασμό της, καθώς και τα πωλητήρια έγγραφα των διαμερισμάτων 6 και 11 του ζεύγους Λουιζίδη. Παραμένουν, όμως, μέχρι εκεί, δηλαδή στην κατηγορία των εύλογων ερωτημάτων. Αυτό, διότι δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου αξιόπιστη μαρτυρία που θα μετέτρεπε τα εύλογα ερωτηματικά σε αποδειχθέν γεγονός δόλου ή απάτης στο πλαίσιο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ή παράβασης της σχέσης εμπιστοσύνης και του καθήκοντος επιμέλειας που όφειλε η Εναγόμενη 1.
Δυστυχώς, όπως υποδείχθηκε στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, οι βασικοί πρωταγωνιστές της υπόθεσης δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με διάθεση να πουν μόνο την αλήθεια. Ήταν εμφανές από τις απαντήσεις και τον τρόπο που κατέθεταν ότι ήθελαν να αποκρύψουν γεγονότα, αφήνοντας με αυτόν τον τρόπο στο σκοτάδι ουσιαστικές πτυχές της επίδικης διαφοράς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Jermaco. Ο Ενάγων 3 υποστήριξε κατ’ επανάληψη ότι πληροφορήθηκε για την εν λόγω εταιρεία αφότου ανέθεσε τη διεξαγωγή έρευνας στους νέους ελεγκτές και όταν πληροφορήθηκε από τον Μ.Ε.17 για το «δώρο» των €53.000. Τα γεγονότα, όμως, τον διέψευσαν, καθώς η Jermaco ήταν σε γνώση των οικονομικών του συμβούλων και αποτέλεσε μέρος των cession agreements. Παραμένει άγνωστος ο λόγος για τον οποίο θέλησε να αποκρύψει τη γνώση του για την ύπαρξη της Jermaco.
Εν πάση περιπτώσει, υπενθυμίζω ότι στις περιπτώσεις ισχυριζόμενου δόλου και/ή απάτης και/ή συνωμοσίας ο βαθμός απόδειξης είναι πέραν του συνήθους μέτρου του ισοζυγίου των πιθανοτήτων που εφαρμόζεται στις αστικές υποθέσεις.
Σε ό,τι αφορά τη διεκδίκηση αποζημιώσεων για απώλεια χρήσης και/ή ενοικίων και/ή ενδιάμεσων ή διαφυγόντων κερδών, δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου αξιόπιστη μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι οι Εναγόμενοι φέρουν την ευθύνη για την μη έγκαιρη αποπεράτωση του TIVOLI. Επίσης, δεν έχει τεθεί αξιόπιστη μαρτυρία ως προς τον υπολογισμό της ενοικιαστικής αξίας, ενόψει της απόρριψης της μαρτυρίας του Μ.Ε.4. Παράλληλα, οι Ενάγοντες δεν παρουσίασαν μαρτυρία ως προς το τί έπραξαν προς μετριασμό της ζημιάς τους. Σημειώνω, ότι η προσαχθείσα μαρτυρία δεν υποστηρίζει ότι οι Εναγόμενοι αρνήθηκαν να παραδώσουν το TIVOLI ή ότι οι Ενάγοντες αδυνατούσαν για οποιοδήποτε λόγο σε όλη την περίοδο που καλύπτει η έκθεση του Μ.Ε.4 (2014 – 2024) να εκτελέσουν οικοδομικές εργασίες προκειμένου να αποπερατώσουν το TIVOLI. Αντιθέτως, από το Τεκμήριο 101 (ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ.08.09.2014 του αρχιτέκτονα του TIVOLI προς τον Ενάγοντα 3) προκύπτει ξεκάθαρα η δυνατότητα εκτέλεσης εργασιών προς συμπλήρωση του έργου.
Ολοκληρώνοντας την αναφορά μου στο κονδύλι των αποζημιώσεων, θεωρώ ότι δεν δύνανται να ανακτηθούν τα έξοδα των εμπειρογνωμόνων που κάλεσαν οι Ενάγοντες. Οι πιο πάνω αμοιβές συσχετίζονται με τις απαιτήσεις αναφορικά με την ισχυριζόμενη υπερτιμολόγηση του TIVOLI, καθώς και την απώλεια χρήσης και/ή ενοικίων. Αφ’ ης στιγμής, δεν θα αποδοθεί θεραπεία για τις πιο πάνω ισχυριζόμενες απώλειες, δεν μπορεί, κατά την κρίση μου, να αποκατασταθούν έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι Ενάγοντες προς απόδειξή τους.
Έρχομαι, τώρα, στα αιτούμενα διατάγματα παραμερισμού των εκ συμφώνου αποφάσεων στις αγωγές με αρ.2244/14, 2331/14 και 2407/14 Ε.Δ. Λεμεσού.
Στην υπόθεση Ιακώβου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, (2004) 1 Α.Α.Δ 992, ερμηνεύθηκε η Δ.33 θ.15 των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, καθώς και η έννοια του δόλου στην εξασφάλιση απόφασης. Συγκεκριμένα, λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Στην Karim v. Κονιδάρη (1995) 1 Α.Α.Δ. 145, 148 (απόφαση Πική, Δ., όπως ήταν τότε) το θέμα του παραμερισμού απόφασης για το λόγο ότι είχε εκδοθεί με δόλο τέθηκε ως εξής:
«Η Αρχή, η οποία ενσωματώνεται στην Δ.33 θ.15, πηγάζει από την απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην Birch v. Birch [1902] P. 62 στην οποία διακηρύχθηκε ότι συνιστά θεμελιωμένη αρχή δικαίου ότι απόφαση η οποία εκδίδεται με δόλο μπορεί να παραμεριστεί σε αγωγή η οποία υποβάλλεται από διάδικο ή τρίτο πρόσωπο. Πρόκειται για αρχή δικαίου που με μια εξαίρεση, αποφάσεις κυρωτικές διαθήκης, τυγχάνει καθολικής εφαρμογής. Η αρχή αυτή, όπως επισημαίνεται, έχει βαθιές ρίζες στο Αγγλικό δίκαιο (Βλ. Barnsly v. Powel [1749] 1 Ves. Sen. 287 και Wyatt v. Palmer [1899] 2 Q.B. 106).
............................
Στην ιρλανδική υπόθεση Nixon v. Loundes [1909] 2 Ir.R. 1 αναγνωρίστηκε ότι το δικαστήριο έχει σύμφυτη δικαιοδοσία για τον παραμερισμό δικαστικής απόφασης για το λόγο ότι αυτή είναι το προϊόν συμπαιγνίας και δόλου.
Και η κυπριακή νομολογία αναγνωρίζει την ύπαρξη ανάλογων αρχών δικαίου με εκείνες οι οποίες απαντώνται στην Birch και Nixon (ανωτέρω) (Βλ. Savva v. Hadjichristodoulou II C.L.R. 3 και Hassan v. Yiarim, XI C.L.R. 96).»
Στους Halsbury's Laws of England, Third Ed., Vol. 22, παραγ. 1669, υποδεικνύεται ότι απόφαση που έχει ληφθεί με δόλο είτε ενώπιον του δικαστηρίου ή με δόλο των διαδίκων μπορεί να αμφισβητηθεί με αγωγή και ότι σε τέτοια αγωγή δεν είναι αρκετό απλώς να υπάρχει ισχυρισμός για δόλο χωρίς να δίνονται λεπτομέρειες. Υποδεικνύεται, επίσης, ότι ο δόλος πρέπει να σχετίζεται με ζητήματα τα οποία εκ πρώτης όψεως θα αποτελούσαν λόγο για παραμερισμό της απόφασης εάν αποδεικνύοντο με μαρτυρία και όχι με ζητήματα τα οποία είναι απλώς δευτερεύοντα. Περαιτέρω υποδεικνύεται ότι πρέπει να αποδεικνύεται ισχυρή υπόθεση προτού το Δικαστήριο επιτρέψει τον παραμερισμό απόφασης λόγω δόλου. Τέλος υποδεικνύεται ότι εκτός αν ο κατ' ισχυρισμό δόλος εγείρει εύλογη προοπτική επιτυχίας και έχει αποκαλυφθεί μετά την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης, η αγωγή θα ανασταλεί ή απορριφθεί ως ενοχλητική.»
Οι πιο πάνω αρχές επαναλήφθηκαν και πιο πρόσφατα στην Παπαναστασίου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφ. Αρ. 284/2014, ημερ. 16.01.2023, ECLI:CY:AD:2023:A7.
Οι ισχυριζόμενες λεπτομέρειες δόλου παρατίθενται στις παραγράφους 107-116 της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης. Κρίνω, για τους λόγους που θα προσπαθήσω να εξηγήσω πιο κάτω, ότι οι Ενάγοντες απέδειξαν στον απαιτούμενο αυστηρό βαθμό τον δόλο και τη συμπαιγνία των Εναγομένων 1, 2, 3 και 13 στην εξασφάλιση των επίμαχων δικαστικών αποφάσεων εναντίον της Ενάγουσας 1. Σημειώνω, ότι σύμφωνα με τη νομολογία δεν χρειάζεται να αποδειχθούν όλες οι λεπτομέρειες του δόλου αλλά είναι αρκετή η απόδειξη μόνο μερικών από τις κατ’ ισχυρισμό λεπτομέρειες του δόλου (Τσιάρτας κ.ά. ν. Alocay Holdings Ltd κ.ά., ανωτέρω).
Εν προκειμένω, οι επίμαχες αγωγές καταχωρήθηκαν από τις Εναγόμενες 2, 3 και 13. Σύμφωνα με την αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία, η Εναγόμενη 1 διασυνδέεται με όλες τις πιο πάνω Εναγόμενες εταιρείες. Συγκεκριμένα, η Εναγόμενη 2 είναι εταιρεία δικών της συμφερόντων, καθώς η Εναγόμενη 1 είναι μέτοχος και διευθύντριά της. Περαιτέρω, είναι ταυτόχρονα και εργοδοτούμενή της.
Σε σχέση με την Εναγόμενη 3, η Εναγόμενη 1 δεν είναι μεν διοικητικός σύμβουλος ή μέτοχος αυτής. Από την μαρτυρία, ωστόσο, προκύπτει ότι μέτοχοι και τελικοί δικαιούχοι της Εναγομένης 3 είναι τα αδέλφια της Εναγόμενης 1, ήτοι οι Εναγόμενοι 6 και 8. Σύμφωνα δε με το Τεκμήριο 7, καθώς και τη δέσμη Τεκμηρίου 123, το εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγόμενης 3 είναι το ίδιο με το εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγόμενης 2 (Τεκμήριο 6), δηλαδή η διεύθυνση Αμαθούντος 59, Άγιος Τύχωνας, 4532 Λεμεσός. Συνεπώς, υπάρχει διασύνδεση μεταξύ των Εναγομένων 2 και 3, αφού έχουν κοινό εγγεγραμμένο γραφείο και οι αξιωματούχοι της Εναγόμενης 3 είναι συγγενείς πρώτου βαθμού της Εναγόμενης 1.
Παράλληλα, η διασύνδεση της Εναγόμενης 1 με την Εναγόμενη 3 προκύπτει μέσα και από τη μαρτυρία του Μ.Υ.7. Υπενθυμίζω, ότι ο Μ.Υ.7 είναι ασφαλιστικός σύμβουλος ο οποίος κλήθηκε από την Εναγόμενη 3 για να ασφαλίσει το TIVOLI κατά παντός κινδύνου εργολάβων. Όπως δήλωσε ο Μ.Υ.7 η συνάντηση με την Εναγόμενη 3 για τον σκοπό ασφάλισης του TIVOLI έγινε με τους Εναγόμενους 1 και 12. Ουδείς, επομένως, εκ των διοικητικών συμβούλων της Εναγόμενης 3 παρίστατο στην εν λόγω συνάντηση η οποία αφορούσε την ασφάλιση ενός τόσο μεγάλου έργου όσο το TIVOLI. Αντιθέτως, παρόντες εκ μέρους της Εναγόμενης 3 ήταν οι Εναγόμενοι 1 και 12, γεγονός το οποίο καταδεικνύει τη διασύνδεση της Εναγόμενης 1 με την Εναγόμενη 3.
Προχωρώ στην Εναγόμενη 13 σε σχέση με την οποία, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 8, η Εναγόμενη 1 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο διευθύντρια και μέτοχός της. Επίσης, κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, το εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγόμενης 13 ήταν ίδιο με αυτό της Εναγόμενης 2. Επιπροσθέτως, σύμφωνα με την δέσμη Τεκμηρίου 117, η Εναγόμενη 1 ήταν το πρόσωπο το οποίο εξουσιοδοτήθηκε από την Εναγόμενη 13 για να υπογράφει για τη διενέργεια των τραπεζικών συναλλαγών της τελευταίας. Υπάρχει, επομένως, σαφής και ξεκάθαρη διασύνδεση της Εναγόμενης 1 με την Εναγόμενη 13.
Είναι, επομένως, εμφανής η διασύνδεση της Εναγόμενης 1 με τις Εναγόμενες 2, 3 και 13. Η συμπαιγνία των προαναφερόμενων Εναγομένων στην έκδοση των επίμαχων αποφάσεων αναδεικνύεται από τα πιο κάτω γεγονότα.
Καταρχάς σημειώνω ότι και οι τρεις αγωγές καταχωρήθηκαν εντός του Μαΐου 2014 (15.05.2014, 20.05.2014 και 23.05.2014). Καταχωρήθηκαν, δηλαδή, σε χρόνο κατά τον οποίο η Εναγόμενη 1 είχε ενημερωθεί, σύμφωνα με την αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Ε.17, για την πρόθεση του Ενάγοντα 3 να την παύσει από διευθύντρια της Ενάγουσας 1 και γενικότερα να την απομακρύνει από εταιρείες συμφερόντων του.
Ταυτόχρονα, είναι παραδεκτό γεγονός ότι τα διοριστήρια έγγραφα (retainers) για τον διορισμό της Εναγόμενης 18 ως δικηγόρου της Ενάγουσας 1 στις επίμαχες αγωγές υπογράφηκαν από την Εναγόμενη 1 και φέρουν τη σφραγίδα της Ενάγουσας 1. Οι δέσμες Τεκμηρίων 44 - 46 καταμαρτυρούν ότι τα διοριστήρια και τα σχετικά σημειώματα εμφάνισης καταχωρήθηκαν στις 18.06.2014, επτά δηλαδή μέρες πριν τη σύγκλιση της γενικής συνέλευσης της Ενάγουσας 1 με την οποία αποφασίστηκε η απομάκρυνση της Εναγόμενης 1. Την ίδια στιγμή, τονίζω, ότι η Εναγόμενη 1 προχώρησε στην υπογραφή των διοριστηρίων σε χρόνο κατά τον οποίο ήδη είχε ενημερωθεί για την πρόθεση του Ενάγοντα 3 να την παύσει και είχε ήδη υποβληθεί εναντίον της καταγγελία στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού.
Περαιτέρω, οι εκ συμφώνου αποφάσεις εναντίον της Ενάγουσας 1 εκδόθηκαν στις 20.06.2014, στις 30.06.2014 και 01.07.2014 μετά από εμφανίσεις της Εναγόμενης 18. Είναι προφανές, ότι οι εμφανίσεις έγιναν στη βάση των διοριστηρίων εγγράφων που υπέγραψε η Εναγόμενη 1 εξουσιοδοτώντας την Εναγόμενη 18 να εμφανιστεί για λογαριασμό της Ενάγουσας 1.
Η διασύνδεση της Εναγόμενης 1 με τις Εναγόμενες 2, 3 και 13 και η χρονική αλληλουχία των γεγονότων καταδεικνύει, κατά την κρίση μου, στον απαιτούμενο αυστηρό βαθμό ότι υπήρξε δόλος και συμπαιγνία ανάμεσα στην Εναγόμενη 1 και τις Εναγόμενες 2, 3 και 13 προκειμένου να εκδοθούν δικαστικές αποφάσεις υπέρ τους και εναντίον της Ενάγουσας 1 με ξεκάθαρο σκοπό την καταδολίευση της τελευταίας. Όπως καταδείχθηκε πιο πάνω, η Εναγόμενη 1 διατηρούσε συμφέροντα στις Εναγόμενες 2, 3 και 13. Υπογραμμίζω, ότι είναι μέτοχος και διοικητικός σύμβουλος των Εναγομένων 2 και 13, η δε Εναγόμενη 3 είναι εταιρεία συμφερόντων συγγενικών της προσώπων πρώτου βαθμού και εκπροσωπήθηκε από την Εναγόμενη 1 στο πλαίσιο κατάρτισης ασφαλιστικής σύμβασης για το έργο TIVOLI. Παράλληλα, όλες οι Εναγόμενες διατηρούσαν κατά τον ουσιώδη χρόνο το ίδιο εγγεγραμμένο γραφείο.
Ταυτόχρονα, κατά τον χρόνο υπογραφής των διοριστήριων εγγράφων οι σχέσεις του Ενάγοντα 3 με την Εναγόμενη 1 είχαν κλονιστεί, ενώ η τελευταία είχε ήδη πληροφορηθεί, σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Ε.17, ότι ο Ενάγων 3 επιθυμούσε την απομάκρυνση της από την Ενάγουσα 1 καλώντας της να απέχει από οποιεσδήποτε ενέργειες αφορούσαν το TIVOLI.
Πέραν της μαρτυρίας του Μ.Ε.17, σημειώνω και τα ακόλουθα γεγονότα τα οποία συνηγορούν ως προς το ότι η Εναγόμενη 1 γνώριζε κατά την υπογραφή των διοριστήριων (18.06.2014) ότι όφειλε να απέχει από οποιεσδήποτε ενέργειες σε σχέση με την Ενάγουσα 1. Σύμφωνα με την αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία της Μ.Υ.2, ο Ενάγων 3 από τον Σεπτέμβριο του 2013 ζήτησε από την πρώην Εναγόμενη 19 τη διενέργεια ελέγχου σε σχέση με τις εισροές και εκροές του τραπεζικού λογαριασμού της Ενάγουσας 1. Αυτό το γεγονός υποδηλοί την άρση της εμπιστοσύνης του Ενάγοντα 3 προς την Εναγόμενη 1. Παράλληλα, η Εναγόμενη 1 από τον Μάρτιο του 2014 σταμάτησε να παρίσταται στις συναντήσεις που γίνονταν μεταξύ του Ενάγοντα 3 και εκπροσώπων του και της πρώην Εναγόμενης 19 για τα ζητήματα που αφορούσαν τα οικονομικά της Ενάγουσας 1, γεγονός που τεκμηριώνει την πλήρη κατάρρευση της σχέσης εμπιστοσύνης ανάμεσα στον Ενάγοντα 3 και την Εναγόμενη 1. Άλλωστε, ως η ίδια η Εναγόμενη 1 παραδέχεται στην παράγραφο 133 της Υπεράσπισής της, παρέλαβε στις 20.05.2014 επιστολή του Μ.Ε.17 με την οποία ζητείτο από αυτήν όπως παραδώσει όλα τα έγγραφα της Ενάγουσας 1. Η διαδοχή των γεγονότων του Μαρτίου 2014, της υποβολής παραπόνου εναντίον της Εναγόμενης 1 στην Αστυνομία τον Μάιο του 2014, της επιστολής ημερομηνίας 20.05.2014 και της προφορικής ενημέρωσης που έτυχε από τον Μ.Ε.17, συνηγορούν ως προς το ότι η Εναγόμενη 1 γνώριζε για την πρόθεση παύσης της πριν αυτή λάβει επίσημη μορφή στις 25.06.2014.
Ενώ λοιπόν η Εναγόμενη 1 γνώριζε ότι όφειλε να απέχει από τη διοίκηση της Ενάγουσας 1, καθώς άρθηκε η εμπιστοσύνη του Ενάγοντα 3 προς το πρόσωπό της και ξεκίνησε η διαδικασία παύσης της από διευθύντρια της Ενάγουσας 1, εντούτοις, ορισμένες ημέρες πριν από την επίσημη παύση της, υπέγραψε διοριστήρια με τα οποία εξουσιοδότησε την Εναγόμενη 18 να εκπροσωπήσει την Ενάγουσα 1 στις επίμαχες αγωγές και να αποδεχθεί αποφάσεις εναντίον της και υπέρ των Εναγόμενων 2, 3 και 13, στις οποίες η Εναγόμενη 1 διατηρούσε συμφέροντα.
Όλα τα προαναφερόμενα σωρευτικά ιδωμένα δεικνύουν την ανέντιμη και ηθικώς ανάρμοστη συμπεριφορά των Εναγόμενων 1, 2, 3 και 13 εις βάρος της Ενάγουσας 1 με σκοπό την απόκτηση χρηματικού οφέλους.
Δεν αγνοώ την ύπαρξη του τιμολογίου της Εναγόμενης 18 - Τεκμήριο 159. Από το εν λόγω τιμολόγιο δεν προκύπτει γνώση του Ενάγοντα 3 για την ύπαρξη των επίμαχων αγωγών. Το Τεκμήριο 159 απευθύνεται στην Ενάγουσα 1 και εκδόθηκε σε ημερομηνία κατά την οποία η Εναγόμενη 1 εξακολουθούσε να είναι διευθύντρια της (20.06.2014). Ούτε και στην περιγραφή του τιμολογίου αναφέρεται ότι οι τηλεφωνικές επικοινωνίες σε σχέση με τις επίμαχες αγωγές έγιναν με τον Ενάγοντα 3. Περαιτέρω, προκύπτει και το εξής παράδοξο. Ενώ το τιμολόγιο εκδόθηκε στις 20.06.2014, εντούτοις σε αυτό περιλαμβάνονται υπηρεσίες που πρόσφερε η Εναγόμενη 18 σε μεταγενέστερο χρόνο και συγκεκριμένα καλύπτουν την περίοδο 27.06.2014 – 01.07.2014. Δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση για τον λόγο για τον οποίο τιμολόγιο που φέρεται να εκδόθηκε στις 20.06.2014 περιλαμβάνει υπηρεσίες μεταγενέστερου χρόνου.
Επισημαίνω και το εξής. Ακόμη και αν δεν ήταν σε γνώση της Εναγόμενης 1 η άρση της εμπιστοσύνης του Ενάγοντα 3 προς το πρόσωπό της, και πάλι αποκαλύπτεται δόλος. Η διασύνδεση της Εναγόμενης 1 με τις Εναγόμενες 2, 3 και 13 είναι τέτοια που την έφερνε σε εμφανή σύγκρουση συμφέροντος σε σχέση με τις δικαστικές διαδικασίες που κινήθηκαν από τις πιο πάνω Εναγόμενες εις βάρος της Ενάγουσας 1 στην οποία εξακολουθούσε, έστω και τυπικά, να ήταν διευθύντρια. Με άλλα λόγια, δεν μπορούσε η Εναγόμενη 1 να εκπροσωπεί την Ενάγουσα 1 προωθώντας εναντίον της τα συμφέροντα των Εναγόμενων 2, 3 και 13 και κατ’ επέκταση τα δικά της.
Αναφορικά με την Εναγόμενη 18, κρίνω ότι δεν αποδείχθηκε η συμμετοχή της στη συνομωσία των Εναγομένων 1, 2, 3 και 13, η οποία οδήγησε στην έκδοση των επίμαχων δικαστικών αποφάσεων εναντίον της Ενάγουσας 1. Συγκεκριμένα, δεν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία η οποία να αποδεικνύει ότι η Εναγόμενη 18 γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει, κατά τον χρόνο παραλαβής των διοριστηρίων εγγράφων και λήψης οδηγιών από την Εναγόμενη 1 για την έκδοση των εν λόγω αποφάσεων, ότι η Εναγόμενη 1 όφειλε να απέχει από οποιεσδήποτε ενέργειες εκπροσώπησης της Ενάγουσας 1.
Πριν τη διατύπωση της τελικής κατάληξης του Δικαστηρίου αναφέρω τα ακόλουθα σε σχέση με τη δικογραφημένη θέση των Εναγομένων περί έλλειψης εννόμου συμφέροντος του Ενάγοντα 3 στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής και σε σχέση με τη λανθασμένη επωνυμία της Εναγόμενης 13 στον τίτλο της αγωγής.
Ο ισχυρισμός, ότι ο Ενάγων 3 δεν έχει έννομο συμφέρον στηρίζεται στον καταρτισμό της συστατικής πράξης εμπιστεύματος – Τεκμήριο 74. Με κάθε σεβασμό, δεν με βρίσκει σύμφωνο η θέση των Εναγομένων. Η παρούσα αγωγή δεν έχει ως αντικείμενο το εμπίστευμα ή την περιουσία του εμπιστεύματος, ούτως ώστε να εγείρεται ζήτημα ως προς το πρόσωπο που νομιμοποιείται να διεκδικήσει δικαστικά την προστασία του. Ακόμη, όμως, κι αν ήθελε θεωρηθεί ότι το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα 3 στηρίζεται στη συστατική πράξη εμπιστεύματος, τότε, και πάλι ο τελευταίος, ως δικαιούχος του εμπιστεύματος, διατηρεί απευθείας αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των προσώπων που έχουν προκαλέσει βλάβη στο εμπίστευμα συνενώνοντας ως Εναγόμενο στην εν λόγω αγωγή και τον εμπιστευματοδόχο (Uncerhill and Hayton, Law of Trusts and Trustees 20th edition, σελίδα 4, υποπαράγραφος 12). Υπενθυμίζω, ότι η αγωγή στρέφεται και εναντίον της Εναγόμενης 1.
Όσον αφορά, τώρα, την επωνυμία της Εναγόμενης 13, είναι προφανές ότι πρόκειται περί τυπογραφικού λάθους, αφού στη δεύτερη λέξη της επωνυμίας της προστέθηκε το γράμμα “r”. Το πιο πάνω λάθος δεν προκάλεσε οποιαδήποτε σύγχυση στην Εναγόμενη 13, η οποία καταχώρησε Υπεράσπιση και συμμετείχε κανονικά στη διαδικασία. Ούτε και κατά την ακροαματική διαδικασία διαπίστωσα οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό της Εναγόμενης 13. Άλλωστε, το υπό αναφορά ζήτημα εγέρθηκε μεν στην Υπεράσπιση, πλήν όμως δεν προωθήθηκε περαιτέρω, ούτε καν εγέρθηκε στην αγόρευση της συνηγόρου της.
Κατάληξη
Υπό το φως των πιο πάνω η αγωγή επιτυγχάνει σε σχέση με τα αιτούμενα διατάγματα παραμερισμού και ακύρωση δικαστικών αποφάσεων (παράγραφος Δ παρακλητικού της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης). Κατά συνέπεια, εκδίδονται τα ακόλουθα διατάγματα:
· Εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 διάταγμα παραμερισμού και ακύρωσης της εκ συμφώνου απόφασης ημερομηνίας 01.07.2014, η οποία εκδόθηκε υπέρ της Εναγόμενης 2 και εναντίον της Ενάγουσας 1 στο πλαίσιο της αγωγής με αρ.2331/14 Ε.Δ. Λεμεσού.
· Εναντίον των Εναγόμενων 1 και 3 διάταγμα παραμερισμού και ακύρωσης της εκ συμφώνου απόφασης ημερομηνίας 20.06.2014, η οποία εκδόθηκε υπέρ της Εναγόμενης 3 και εναντίον της Ενάγουσας 1 στο πλαίσιο της αγωγής με αρ.2244/14 Ε.Δ. Λεμεσού.
· Εναντίον των Εναγόμενων 1 και 13 διάταγμα παραμερισμού και ακύρωσης της εκ συμφώνου απόφασης ημερομηνίας 30.06.2014, η οποία εκδόθηκε υπέρ της Εναγόμενης 2 και εναντίον της Ενάγουσας 1 στο πλαίσιο της αγωγής με αρ.2407/14 Ε.Δ. Λεμεσού.
Οι λοιπές διεκδικούμενες θεραπείες σε σχέση με τους Εναγόμενους 1 – 3 και 13 απορρίπτονται.
Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας 1 και εναντίον των Εναγόμενων 1, 2, 3 και 13 αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.
Η αγωγή εναντίον των Εναγόμενων 6 – 8, 11, 12 και 18 απορρίπτεται στο σύνολό της. Επιδικάζονται υπέρ των Εναγόμενων 6 – 8, 11, 12 και 18 και εναντίον των Εναγόντων τα έξοδα της διαδικασίας, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπ.) ………………..……………
Μ. Αγιομαμίτης, Π.Ε.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο