A.M. IKODOMIA LIMITED ν. Π. Μ. κ.α., Αρ. Αγωγής: 957/2024, 13/2/2026
print
Τίτλος:
A.M. IKODOMIA LIMITED ν. Π. Μ. κ.α., Αρ. Αγωγής: 957/2024, 13/2/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Αφρ. Χαραλαμπίδη, Ε.Δ.

                                                                                     Αρ. Αγωγής: 957/2024 (Ι-justice)

 Μεταξύ:

 

                                    A.M. IKODOMIA LIMITED

Ενάγουσας,

ν.

 

1.    Π. Μ.

2.    GAN DIRECT INSURANCE LTD

 

Εναγόμενων.

 

Αίτηση (Εκκρεμούσα διαδικασία) ημερομηνίας 17/4/2025 για παραμερισμό της εκδοθείσας ερήμην εναντίον της Εναγόμενης 2 απόφασης ημερ.8/4/2025

 

Ημερομηνία13 Φεβρουαρίου, 2026

 

Για την Εναγόμενη 2 / Αιτήτρια: ΧΑΒΙΑΡΑΣ & ΦΙΛΙΠΠΟΥ Δ.Ε.Π.Ε.

Για την Ενάγουσα / Καθ’ης η Αίτηση: κ. Χ. Περικλέους για PERICLEOUS MICHAIL LLC.

 

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

I.    ΕΙΣΑΓΩΓΗ / ΙΣΤΟΡΙΚΟ

 

1.   Η Εναγόμενη 2/Αιτήτρια (στο εξής θα αναφέρεται ως η «Εναγόμενη») με την υπό κρίση Αίτηση της αιτείται διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την ακύρωση και/ή παραμερισμό της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 8/4/2025.

 

2.   Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, η οποία συνοδεύει το Έντυπο Απαίτησης της της Ενάγουσας/Καθ’ης η Αίτηση (στο εξής η «Ενάγουσα»), η Εναγόμενη ενάγετο υπό την ιδιότητα της ως η ασφαλιστική εταιρεία η οποία παρείχε ασφαλιστική κάλυψη σε σχέση με το όχημα του Εναγόμενου 1 και ως υπόχρεη να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό επιδικαστεί από το Δικαστήριο υπέρ της Ενάγουσας σε σχέση με την τροχαία σύγκρουση ημερ.11/10/2021 (στο εξής το «Επίδικο Ατύχημα»), η οποία, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, προκλήθηκε εξαιτίας της αμέλειας του Εναγόμενου 1.

 

3.   Ως φαίνεται από τον φάκελο της υπόθεσης, το Έντυπο Απαίτησης της Ενάγουσας καταχωρήθηκε με βάση το Μέρος 7 των νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023 (στο εξής οι «ΝΚΠΔ») στις 3/10/2024 και επιδόθηκε στην Εναγόμενη στις 9/10/2024, μέσω του διευθυντή της. 

 

4.   Εν όψει του ότι η Εναγόμενη δεν καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης εντός της προβλεπόμενης από τους ΝΚΠΔ προθεσμίας, η Ενάγουσα προέβηκε σε σχετικό γραπτό αίτημα με βάση το Μέρος 13 των ΝΚΠΔ και εξασφάλισε απόφαση ερήμην εναντίον της στις 8/4/2025 (στο εξής ως η «Απόφαση Ερήμην») για το ποσό των €5.924,11σ πλέον νόμιμο τόκο και δικηγορικά έξοδα.

 

II.   ΥΠΟ ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗ & ΕΝΣΤΑΣΗ

ΑΙΤΗΣΗ

5.   Η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε στις 17/4/2025 και βασίζεται, μεταξύ άλλων, επί των ΝΚΠΔ Μέρος 1 καν.1(1), 2(1),(2)(α)(γ) και 3, Μέρος 3 καν.9-17, Μέρος 14 καν.1 και 3 στη σχετική Νομολογία, στην διακριτική ευχέρεια και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.

 

6.   Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση προκύπτουν από τα δικόγραφα ή το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης και από την επισυνημμένη ένορκη δήλωση της δικηγόρου στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί την Εναγόμενη (στο εξής η «ΕΔ-ΜΚ») η οποία δηλώνει την σχετική εξουσιοδότηση της από την Εναγόμενη και τους λόγους για τους οποίους προβαίνει η ίδια στην ένορκη δήλωση.

 

7.   Σύμφωνα με το περιεχόμενό της ΕΔ-ΜΚ, η ομνύουσα παρέλαβε από την Εναγόμενη τη γραπτή ειδοποίηση προς ασφαλιστή ημερ.25/9/24 που της απεστάλη με επισυνημμένη ειδοποίηση τριτοδιαδίκου από τους δικηγόρους της Royal Crown Insurance Limited (στο εξής η «RCI») σε σχέση με την αγωγή αρ.2127/2022 του Ε.Δ. Λεμεσού (στο εξής η «Αγωγή 2127/22») με οδηγίες όπως καταχωρηθεί σημείωμα εμφάνισης για τον Τριτοδιάδικο ασφαλισμένο της Εναγόμενης, Εναγόμενο 1 στην παρούσα αγωγή. Η Αγωγή 2127/22 εγέρθηκε από την συνοδηγό του Εναγόμενου 1 (στο εξής η «Φ.Ζ.») εναντίον της RCI για το επίδικο ατύχημα, η οποία παρείχε ασφαλιστική κάλυψη στο όχημα της Ενάγουσας.

 

8.   Η ομνύουσα αναφέρει ότι στις 25/10/24 και αφού εξασφαλίστηκε διοριστήριο από τον ασφαλισμένο της Εναγόμενης, προχώρησαν στην καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης εκ μέρους του Εναγόμενου 1 στην Αγωγή 2127/22, για τον οποίο επίσης είχαν καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης και οι προσωπικοί του δικηγόροι.

 

9.   Σύμφωνα με τις σημειώσεις της ομνύουσας στο φάκελο της Αγωγής 2127/22, είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον προσωπικό δικηγόρο του ασφαλισμένου ο οποίος την κάλεσε να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους της Εναγόμενης στην παρούσα αγωγή την οποία, ως τον είχε πληροφορήσει συγκεκριμένος λειτουργός της Εναγόμενης, είχε αποσταλεί στο δικηγορικό τους γραφείο για χειρισμό. Η ενόρκως δηλούσα τον πληροφόρησε ότι δεν είχε τέτοια αγωγή στο αρχείο της και η μόνη αγωγή που είχε υπόψη της ήταν η Αγωγή 2127/22. Ακολούθως επικοινώνησε με το λειτουργό της Εναγόμενης και ζήτησε όπως αναζητήσει η τελευταία στα αρχεία της την παρούσα αγωγή αλλά μετά από έρευνα η μόνη αγωγή που εντοπιζόταν σχετικά με το επίδικο ατύχημα ήταν η Αγωγή 2127/22 και το ζήτημα παρέμεινε εκεί, εφόσον θεώρησαν ότι αυτή ήταν η μόνη αγωγή που εκκρεμούσε σχετικά με το επίδικο ατύχημα.

 

10.          Αναφέρει η ομνύουσα ότι ανακάλυψαν την ύπαρξη της παρούσας αγωγής στις 15/4/2025 όταν τους ενημέρωσε η Εναγόμενη ότι της επιδόθηκε η Απόφαση Ερήμην στην παρούσα αγωγή, την οποία και δεν είχαν υπόψη τους. Μετά από έρευνα του αρμόδιου τμήματος της Εναγόμενης εν τέλει εντοπίστηκε η επίδοση της παρούσας αγωγής στο φάκελο που τηρούσε για την Αγωγή 2127/22, χωρίς όμως να επισημανθεί, εκ παραδρομής προφανώς, από το πρόσωπο που την καταχώρησε στον εν λόγω φάκελο ότι αποτελούσε διαφορετική αγωγή, ως η εσωτερική διαδικασία της Εναγόμενης στα πλαίσια της οποίας όλα τα σχετικά με ένα ατύχημα έγγραφα καταχωρούνται στον ίδιο φάκελο ασχέτως εάν προκύπτουν από διαφορετικές αγωγές. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, σύμφωνα πάντα με την ομνύουσα, να διαφύγει η παρούσα αγωγή του αρμόδιου λειτουργού απαιτήσεων και να μην σταλεί στο δικηγορικό τους γραφείο, να μην καταχωρηθεί σημείωμα εμφάνισης και να εκδοθεί η Απόφαση Ερήμην.

 

11.          Η ύπαρξη της Αγωγής 2127/22 σε σχέση με αξιώσες που απορρέουν από το επίδικο ατύχημα και η εκεί εμπλοκή της Εναγόμενης, αναφέρει η ομνύουσα ότι δεν αφήνει περιθώριο αμφιβολίας ότι η Εναγόμενη είχε αδιαμφισβήτητη πρόθεση να υπερασπιστεί την παρούσα απαίτηση εναντίον της και δεν μπορεί να της καταλογιστεί αδιαφορία. Η Εναγόμενη, σύμφωνα με την ομνύουσα, έχει πραγματική προοπτική να υπερασπιστεί επιτυχώς την απαίτηση της Ενάγουσας αφού σύμφωνα με το περιεχόμενο της αστυνομικής έκθεσης, ο ασφαλισμένος της δεν έφερε οποιαδήποτε ευθύνη πρόκλησης του ατυχήματος αλλά ευθύνη έφερε ο οδηγός του οχήματος ιδιοκτησίας της Ενάγουσας, ο οποίος και κατηγορήθηκε για αμελή οδήγηση στα πλαίσια της υπόθεσης αρ.15211/22 (στο εξής η «Ποινική Υπόθεση»). Η εν λόγω θέση υιοθετήθηκε τόσο από την Φ.Ζ. αλλά και από τον Εναγόμενο 1, ως τριτοδιάδικο, στην Αγωγή 2127/22 και η ομνύουσα παραπέμπει στα σχετικά δικόγραφα.

 

12.          Περαιτέρω, η ομνύουσα αναφέρει ότι δεν υπήρξε οιαδήποτε επικοινωνία από τους δικηγόρους της Ενάγουσας σε σχέση με την παρούσα αγωγή και δεν αποστάληκε προδικαστηριακό πρωτόκολλο σύμφωνα με τους ΝΚΠΔ, ώστε να μην έχει υπόψη η Εναγόμενη ότι θα εγειρόταν τέτοια αγωγή και να αναμένει επίδοση της. Αναφέρεται επίση στην ΕΔ-ΜΚ ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε καθόλα άμεσα και χωρίς καμία χρονοτριβή αφού εν τέλει εντοπίστηκε η επιδοθείσα στην Εναγόμενη αγωγή στις 15/4/25.

 

13.          Προς υποστήριξη των θέσεων της Εναγόμενης, στην ΕΔ-ΜΚ επισυνάπτονται τα ακόλουθα έγγραφα ως τεκμήρια η επιστολή ημερ.25/9/24 με επισυνημμένα την ειδοποίηση τριτοδιαδίκου και δικόγραφα της Αγωγής 2127/22 (Τεκμήριο 1), αντίγραφο του σημειώματος εμφάνισης εκ μέρους του ασφαλισμένου στην Αγωγή 2127/22 (Τεκμήριο 2), αντίγραφο της επιδοθείσας στις 15/4/25 επίδικης απόφασης (Τεκμήριο 3), αντίγραφο της αστυνομικής έκθεσης (Τεκμήριο 4) και αντίγραφα της έκθεσης απαίτησης και υπεράσπισης Τριτοδιαδίκου στην Αγωγή 2127/22 (Τεκμήρια 5 και 6).

ΕΝΣΤΑΣΗ

14.          Η Ενάγουσα καταχώρησε ένσταση στην αίτηση τη Εναγόμενης μέσω της οποίας προβάλλει 6 λόγους για τους οποίους δεν πρέπει αυτή να επιτύχει και οι οποίοι δύναται να συνοψιστούν ως εξής: 1. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Μέρους 14 για την διαφοροποίηση ή παραμερισμό της επίδικης απόφασης, 2. Η Εναγόμενη δεν έχει ή δεν αποκάλυψε προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης της Ενάγουσας, 3. Κανένας άλλος καλός λόγος υπάρχει ή έχει καταδειχθεί για τον οποίο να επιτραπεί στην Εναγόμενη να υπερασπιστεί την απαίτηση ή για τον παραμερισμό ή διαφοροποίηση της επίδικης απόφασης, 4. Η Εναγόμενη επέδειξε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με τις υποχρεώσεις της προς το Δικαστήριο και καταστρατηγεί τον πρωταρχικό σκοπό των ΝΚΠΔ, γνώριζε για την επίδοση της αγωγής και απέτυχε να δώσει επαρκή αιτιολογία για την παράλειψη εμφάνισης της, και 5. Τυχόν παραμερισμός της επίδικης απόφασης θα προκαλέσει αδικία στην Ενάγουσα, η οποία θα απωλέσει την δυνατότητα απόλαυσης των καρπών της επιτυχίας της, την οποία απέκτησε νομότυπα.

 

15.          Η ένσταση βασίζεται, μεταξύ άλλων, επί των ΝΚΠΔ Μέρος 1 καν. 2(1),(2)(α)-(στ), 3 και 4, Μέρος 3 καν.6 και 11(β), Μέρος 14 καν. 3 στη Νομολογία, στη διακριτική ευχέρεια και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.

 

16.          Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση προκύπτουν από τα δικόγραφα ή το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης και από την επισυνημμένη ένορκη δήλωση της δικηγόρου στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί την Ενάγουσα (στο εξής η «ΕΔ-ΧΜΠ») η οποία δηλώνει την σχετική εξουσιοδότηση της από την Ενάγουσα και τους λόγους για τους οποίους προβαίνει η ίδια στην ένορκη δήλωση και υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους προαναφερόμενους λόγους ένστασης.

 

17.          Η ομνύουσα σε σχέση με την προϋπόθεση κατάδειξης πραγματικής προοπτικής επιτυχούς υπεράσπισης αναφέρει ότι η βάση της απαίτησης εναντίον της Εναγόμενης απορρέει από τον Ν.96(Ι)/2000 ως ασφαλιστική εταιρεία που παρείχε κάλυψη στον Εναγόμενο 1, ενώ ο τελευταίος ενάγεται ως αδικοπραγούντας του αστικού αδικήματος της αμέλειας, ως υπαίτιος για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος. Κατά συνέπεια, η μόνη υπεράσπιση που δύναται να προβάλει η Εναγόμενη είναι ότι δεν πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις του Ν.96(Ι)/2000 και η θέση ότι ο Εναγόμενος 1 δεν φέρει αστική ευθύνη για το επίδικο ατύχημα δεν αποτελεί υπεράσπιση στην ουσία της εναντίον τους απαίτησης. Σύμφωνα με την ομνύουσα, στην ΕΔ-ΜΚ έχει καταστεί παραδεκτό ότι οι αναγκαίες προϋποθέσεις του Ν.96(Ι)/2000 πληρούνται.

 

18.          Σύμφωνα με την ομνύουσα, ότι δεν ανέμενε η Εναγόμενη επίδοση της αγωγής δεν διαφοροποιεί ότι αυτή έγινε νομότυπα, δεν αιτολογεί την ολιγωρία της να εμφανιστεί στην υπόθεση για περίοδο πέραν των έξι μηνών και τα σφάλματα που επικαλείται δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση επαρκή λόγο για την παράλειψη εμφάνισης της το οποίο εξισούται με αδιαφορία και απολήγει σε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με τις υποχρεώσεις της έναντι του Δικαστηρίου και τον πρωταρχικό σκοπό των ΝΚΠΔ.

ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΓΡΑΠΤΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΥΠΟ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ

19.          Συμπληρωματικά της ΕΔ-ΜΚ καταχωρήθηκε και η Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση (στο εξής η «ΣΕΔ-ΜΚ»), εις την οποία η ομνύουσα προβάλλει την δική της επιχειρηματολογία, κυρίως νομικής φύσεως, με σκοπό να αντικρούσει τα επιχειρήματα που προβάλλονται στην ΕΔ-ΧΜΠ σε σχέση με την υπεράσπιση που επιθυμεί να προβάλει η Εναγόμενη στην απαίτηση της Ενάγουσας.

 

III. ΑΚΡΟΑΣΗ

20.          Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στην βάση της πιο πάνω αναφερόμενης γραπτής μαρτυρίας που προσάχθηκε εκατέρωθεν προς υποστήριξη της Αίτησης και Ένστασης.

 

21.          Και οι δύο πλευρές, μέσω των συνηγόρων τους, καταχώρησαν γραπτές αγορεύσεις στον φάκελο της υπόθεσης, το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησαν.

 

22.          Έχω μελετήσει την αίτηση, την ένσταση, τις εκατέρωθεν υποστηρικτικές ένορκες δηλώσεις σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο του φακέλου και σχετικών δικογράφων, και έχω λάβει υπόψη μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων των διαδίκων και δεν κρίνεται σκόπιμο να αναφερθώ σε αυτό στη συνέχεια.

 

IV. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ

 

23.          Ο παραμερισμός ή η διαφοροποίηση απόφασης εκδοθείσας ερήμην στην βάση του Μέρους 13 διέπεται από το Μέρος 14 των ΝΚΠΔ και παραθέτω κατωτέρω τις σχετικές, κατά την άποψη μου, με την παρούσα περίπτωση πρόνοιες:

«4.1. Πεδίο Εφαρμογής του παρόντος Μέρους

(1) Οι κανονισμοί αυτού του Μέρους παραθέτουν τη διαδικασία παραμερισμού ή διαφοροποίησης απόφασης, η οποία εκδίδεται δυνάμει του Μέρους 13 (απόφαση ερήμην).

14.2. Περιπτώσεις όπου το δικαστήριο πρέπει να παραμερίσει απόφαση, η οποία εκδόθηκε, δυνάμει του Μέρους 13

(1) Το δικαστήριο πρέπει να παραμερίσει απόφαση, η οποία εκδόθηκε δυνάμει του Μέρους 13, ανεξαρτήτως της σπουδής που επέδειξε ο εναγόμενος ή, στην περίπτωση ανταπαίτησης, ο ενάγων, ή, σε σχέση με την προοπτική επιτυχίας τους, αν η απόφαση εκδόθηκε εσφαλμένα:

(α) στην περίπτωση απόφασης, λόγω παράλειψης καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης, για τον λόγο ότι δεν ικανοποιήθηκε οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις του Κανονισμού 13.3(1)·

(β) στην περίπτωση απόφασης λόγω παράλειψης καταχώρισης υπεράσπισης, για τον λόγο ότι δεν ικανοποιήθηκε οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις του Κανονισμού 13.3(1) και 13.3(2)·

(γ) για τον λόγο ότι η απαίτηση ή ανταπαίτηση ικανοποιήθηκε στο σύνολό της πριν από την έκδοση απόφασης· ή

(δ) για τον λόγο ότι το έντυπο απαίτησης δεν επιδόθηκε στην πραγματικότητα.

14.3. Περιπτώσεις όπου το δικαστήριο δύναται να παραμερίσει ή να διαφοροποιήσει απόφαση, η οποία εκδίδεται, δυνάμει του Μέρους 13

(1) Σε κάθε άλλη περίπτωση, το δικαστήριο δύναται να παραμερίσει ή να διαφοροποιήσει απόφαση, η οποία εκδίδεται, δυνάμει του Μέρους 13 με τέτοιους όρους ως κρίνεται δίκαιο αν:

(α) ο εναγόμενος ή ο ενάγων έχει πραγματική προοπτική να υπερασπιστεί επιτυχώς την απαίτηση ή ανταπαίτηση· ή

(β) το δικαστήριο κρίνει ότι υπάρχει άλλος καλός λόγος για τον οποίο:

(i) πρέπει να παραμεριστεί ή διαφοροποιηθεί η απόφαση· ή

(ii) πρέπει να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπιστεί την απαίτηση.

(2) Το δικαστήριο, εξετάζοντας αν πρέπει να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει απόφαση, η οποία εκδίδεται, δυνάμει του Μέρους 13, στα θέματα τα οποία λαμβάνει υπόψη του περιλαμβάνεται και το κατά πόσο το πρόσωπο, το οποίο επιδιώκει τον παραμερισμό ή τη διαφοροποίηση της απόφασης, υπέβαλε τη σχετική αίτηση χωρίς χρονοτριβή.»

 

24.          Ως προκύπτει από το πιο πάνω απόσπασμα, ο καν.2 του Μέρους 14 παραθέτει τις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο πρέπει να παραμερίσει απόφαση η οποία εκδόθηκε ερήμην δυνάμει του Μέρους 13 ενώ ο καν.3 αφορά τις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο δύναται να παραμερίσει απόφαση η οποία εκδίδεται δυνάμει του Μέρους 13.[1]

 

25.          Προκύπτει από το σχετικό λεκτικό ότι με βάση τον καν.3 το Δικαστήριο ασκεί την διακριτική του ευχέρεια να παραμερίσει ή να διαφοροποιήσει απόφαση όπου α) ο εναγόμενος έχει πραγματική προοπτική να υπερασπιστεί επιτυχώς την απαίτηση[2] ή β) όταν κρίνει «ότι υπάρχει άλλος καλός λόγος» για να παραμεριστεί η απόφαση ή να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπιστεί.[3] Κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη κατά πόσο το πρόσωπο που επιδιώκει τον παραμερισμό υπέβαλε τη σχετική αίτηση χωρίς χρονοτριβή.[4]

 

26.          Σημειώνεται ότι οι ΝΚΠΔ εφαρμόζονται από το Σεπτέμβριο 2023 και οι  προϋποθέσεις που καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας για να κρίνει εάν είναι δίκαιο και εύλογο να παραμερίσει ή να διαφοροποιήσει μια εκδοθείσα ερήμην απόφαση στην βάση του καν.3 διαφέρουν από το καθεστώς που επικρατούσε πριν την εφαρμογή τους. Ειδικότερα, προηγουμένως ο παραμερισμός απόφασης διέπετο από τη Διαταγή 17, Θεσμός 10 των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Λόγω της σχετικά πρόσφατης υιοθέτησης των ΝΚΠΔ και παρά την έρευνα που έχω διενεργήσει, δεν έχω εντοπίσει απόφαση του Εφετείου ή του Ανώτατου Δικαστηρίου όπου να τυγχάνουν ερμηνείας οι σχετικές πρόνοιες του Μέρους 14 και αναφορά πιο κάτω γίνεται κυρίως στην βάση Αγγλικών αυθεντιών σχετικών με τις αντίστοιχες δικονομικές πρόνοιες στην Αγγλία. Συγκεκριμένα, το Μέρος 14 των ΝΚΠΔ είναι ταυτόσημο με το Μέρος 13 των Αγγλικών Κανονισμών.

 

27.          Αναφορικά με την προϋπόθεση όπως ο Αιτητής καταδείξει ότι έχει πραγματική προοπτική να υπερασπιστεί επιτυχώς την απαίτηση, ενώ με το προηγούμενο δικονομικό καθεστώς ήταν αρκετό για ένα εναγόμενο να καταδείξει την ύπαρξη μιας «συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης» πλέον το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει κατά πόσο ο εκάστοτε εναγόμενος «έχει πραγματική προοπτική να υπερασπιστεί επιτυχώς την απαίτηση». Κατά την άποψη μου, φαίνεται να υιοθετείται μια πιο αυστηρή προσέγγιση, βάσει της οποίας το βάρος που φέρει ο εκάστοτε εναγόμενος να είναι ελαφρώς αυξημένο σε σύγκριση με αυτό που ίσχυε για αιτήσεις της ίδιας φύσεως είτε βάσει της Δ.17 θ.10 είτε βάσει της Δ.26 θ.14 των Παλαιών Θεσμών.

 

28.          Προκύπτει από τη σχετική νομολογία ότι, για σκοπούς εξέτασης της εν λόγω προϋπόθεσης, ισχύουν οι ίδιες αρχές επί των οποίων το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο μια υπεράσπιση έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας σε αίτηση για την έκδοση μιας συνοπτικής απόφασης με βάση το Μέρος 24 των ΝΚΠΔ, με το βάρος απόδειξης όμως να αντιστρέφεται και να είναι στους ώμους του Εναγόμενου/Αιτητή.[5] Σχετικό είναι το κάτωθι απόσπασμα από το Αγγλικό Whitebook 2024 παράγραφος 13.3.1:

 

«[.]The defendant applying to set aside the judgment must come within r.13.3(1)(a) or (b). It is not enough to show an "arguable" defence; the defendant must show that they have "a real prospect of successfully defending the claim". It is essentially the same test as applied to summary judgment applications under Pt 24. This test is more fully covered in para.24.2.3; see also Swain v Hillman [2001] 1 All E.R. 91, CA.

 

In ED&F Man Liquid Products Ltd v Patel [2003] EWCA Civ 472; [2003] All E.R. (D)75; [2003] C.P. Rep. 51, Potter LJ explained the distinction between the tests:

 

".the only significant difference between the provisions of CPR 24.2 and 13.3(1), is that under the former the overall burden of proof rests upon the claimant to establish that there are grounds for his belief that the respondent has no real prospect of success whereas, under the latter, the burden rests upon the defendant to satisfy the court that there is good reason why a judgment regularly obtained should be set aside. That being so, although generally the burden of proof is in practice of only marginal importance in relation to the assessment of evidence, it seems almost inevitable that, in particular cases, a defendant applying under CPR 13.3(1) may encounter a court less receptive to applying the test in his favour than if they were a defendant advancing a timely round of resistance to summary judgment under CPR 24.2.» (υπογράμμιση του Δικαστηρίου)

 

29.          Ως προς την ερμηνεία των σχετικών προνοιών του Μέρους 24 και συγκεκριμένα των όρων «πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης», στην υπόθεση Easyair Ltd v Opal Telecom Ltd [2009] EWHC 339 (Ch) (η οποία επικυρώθηκε από το Court of Appeal στην υπόθεση AC Ward & Sons Ltd v Catlin (Five) Ltd [2009] EWCA Civ 1098), παράγραφο 15, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά, τα οποία τυγχάνουν εφαρμογής σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση τόσο από ενάγοντες όσο και από εναγόμενους:

 

i)              Το δικαστήριο πρέπει να εξετάσει αν ο ενάγοντας έχει «ρεαλιστική» και όχι «ευφάνταστη» προοπτική επιτυχίας (βλ.Swain ν Hillman [2001] 2 All ER 91),

ii)             Μια «ρεαλιστική» απαίτηση είναι αυτή που έχει μια καλή προοπτική επιτυχίας. Αυτό σημαίνει ότι πρόκειται για απαίτηση η οποία δεν είναι απλώς συζητήσιμη (βλ. ED & F Man Liquid Products v Patel [2003] EWCA Civ 472),

iii)           Για να καταλήξει στο συμπέρασμά του περί «ρεαλιστικής» υπόθεσης, το δικαστήριο δεν πρέπει να διεξαγάγει «μικρή δίκη» (“mini trial”) (βλ.Swain ν Hillman, πιο πάνω),

iv)           Αυτό δεν σημαίνει ότι το δικαστήριο πρέπει να δεχτεί τα όσα λέει ο ενάγων ενώπιον του ασυζητητί και χωρίς ανάλυση. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να είναι ξεκάθαρο ότι δεν μπορεί να αποδοθεί πραγματική υπόσταση στα γεγονότα που προβάλλονται, ιδιαίτερα εάν δεν συνάδουν με σχετικά επί του θέματος έγγραφα (βλ. ED & F Man Liquid Products v Patel, πιο πάνω),

v)            Εντούτοις, για να καταλήξει στο συμπέρασμά του, το δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη όχι μόνον τη μαρτυρία ενώπιον του κατά την αίτηση για συνοπτική απόφαση, αλλά και τη μαρτυρία που ευλόγως αναμένεται ότι θα είναι διαθέσιμη στη δίκη (βλ. Royal Brompton Hospital NHS Trust v Hammond (No 5) [2001] EWCA Civ 550),

vi)           Παρόλο ότι μια υπόθεση μπορεί να αποδειχθεί κατά τη διάρκεια της δίκης ότι δεν είναι πραγματικά περίπλοκη, αυτό δεν σημαίνει ότι το δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει χωρίς ενδελεχή διερεύνηση όλων των γεγονότων στη δίκη, (εξέταση η οποία δεν είναι δυνατή ή επιτρεπτή στη διαδικασία της συνοπτικής απόφασης). Συνεπώς, όταν υπάρχει εύλογη αιτία ότι μια πληρέστερη εξέταση των γεγονότων της υπόθεσης θα προσέθετε ή θα διαφοροποιούσε τη μαρτυρία που έχει ενώπιον του ο δικαστής και ως εκ τούτου θα επηρέαζε το αποτέλεσμα της υπόθεσης, το δικαστήριο θα πρέπει να είναι επιφυλακτικό να αποφασίζει κατά τρόπο συνοπτικό, ακόμα και όταν δεν υπάρχει εμφανής σύγκρουση των γεγονότων κατά τον χρόνο που επιλαμβάνεται της αίτησης (Doncaster Pharmaceuticals Group Ltd ν Bolton Pharmaceutical Co 100 Ltd [2007] FSR 63),

vii)          Από την άλλη, δεν είναι σπάνιο μια αίτηση δυνάμει του Μέρους 24 να εγείρει ένα σύντομο νομικό ζήτημα και, αν το δικαστήριο πεισθεί ότι κατέχει όλη την αναγκαία μαρτυρία για τη σωστή επίλυση του ζητήματος και ότι οι διάδικοι είχαν επαρκή δυνατότητα να επιχειρηματολογήσουν επί τούτου, το δικαστήριο θα πρέπει με θάρρος να αποφασίσει επί του θέματος.

 

30.          Ακόμα κι αν ο Εναγόμενος δεν είναι σε θέση να αποδείξει μια πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης, το Δικαστήριο μπορεί να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια ώστε να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει μια απόφαση όταν υπάρχει κάποιος καλός λόγος.

 

31.          Συνάγεται από την Αγγλική νομολογία ότι επιτρέπεται στο Δικαστήριο να  παραμερίσει απόφαση στην εν λόγω βάση όταν θα ήταν άδικο να επιτραπεί η συνέχιση της ισχύς μιας ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Φυσικά, ο παραμερισμός τέτοιας φύσεως εξετάζεται με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και επιτρέπεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις.[6] Προκειμένου να αποδειχθεί ένας «καλός λόγος» για τον παραμερισμό απόφασης, σε περίπτωση που ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας, είναι απαραίτητο να αποδειχθεί πώς ο παραμερισμός θα εξυπηρετήσει κάποιον χρήσιμο σκοπό[7], όπως την αποκατάσταση υπόληψης ενός διαδίκου ή όπου το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να παραμεριστεί μια απόφαση εναντίον ενός προσώπου ώστε η υπόθεση να προωθήσει εναντίον όλων των συναυτουργών σε αστικό αδίκημα και να αποφευχθεί ο κίνδυνος έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων (βλ. Fox v Wiggins and others (2019) EWHC 2713 QB και Godwin v Swindon Borough Council [2001] 4 All ER 641) ή τον περιορισμό των εξόδων.[8] Καλός λόγος κρίθηκε και στις περιπτώσεις όπου η απαίτηση καταχωρήθηκε προτού παρέλθουν οι προθεσμίες για τα προδικαστηριακά πρωτόκολα ή εάν επιδόθηκαν έντυπα εκπρόθεσμα (Βλ.Hart Investments Ltd v Fidler (2006) EWHC 2857 (TCC) και Roundstone Nurseries Ltd v Stephenson Holdings Ltd [2009] EWHC 1431 (TCC)) και όπου ο Ενάγοντας δεν περιέλαβε στα προς επίδοση έγγραφα τα απαραίτητα έντυπα για σκοπούς ανταπόκρισης/απάντησης του Εναγόμενου στην αγωγή (βλ. Henriksen v Pires [2011] EWCA Civ 1720 και Erol v Global Fashion Links [2014] EWHC 4687 (IPEC)). Σε άλλη περίπτωση δικαιολογήθηκε ο παραμερισμός εκεί όπου προσκομίστηκε μαρτυρία ότι εκδόθηκε απόφαση για ποσό μεγαλύτερο από αυτό που δικαιούτο ο Ενάγοντας (βλ. Newland Shipping and Forwarding Ltd v Toba Trading FZC and others [2014] EWHC 1986 (Comm)).

 

32.          Από την σχετική Αγγλική Νομολογία σε συνδυασμό με το λεκτικό του καν.3(2), συνάγεται ότι όταν το Δικαστήριο εξετάζει αιτήσεις όπως η παρούσα,  νοουμένου φυσικά ότι πληρείται πρώτα είτε η προϋπόθεση του καν.3(1)(α) ή του καν.3(1)(β), στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας, προσδίδει βαρύτητα στο κατά πόσο η αίτηση παραμερισμού υποβάλλεται χωρίς χρονοτριβή, δηλαδή το συντομότερο δυνατό λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Standard Bank Plc & Anor v Agrinvest International Inc & Ors [2010] EWCA Civ 1400 (08 December 2010)).

 

33.          Ακολούθως, εάν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι συντρέχει μια εκ των προϋποθέσεων του καν.13.3(1) ως ισχύει στην Αγγλία (Μέρος 14.3 (1) των ημεδαπών Κανονισμών) και δη ότι η αίτηση καταχωρήθηκε χωρίς χρονοτριβή, το Δικαστήριο θα εξετάσει εάν μπορεί να εκδοθεί διάταγμα απαλλαγής από κυρώσεις με βάση το Μέρος 3 καν.6 (αντίστοιχος Αγγλικός Θεσμός rule 3.9). Στην απόφαση FXF v English Karate Federation Ltd (2023) EWCA Civ 891 το Αγγλικό Εφετείο επιβεβαίωσε ότι η αίτηση για παραμερισμό απόφασης αντιμετωπίζεται σαν αίτηση με σκοπό την απαλλαγή από κυρώσεις και εξετάζεται με βάση την απόφαση Denton v TH White Ltd (2014) EWCA Civ 906. Η  Denton οριοθέτησε το πλαίσιο εξέτασης των σχετικών προϋποθέσεων, ως εξής: Στο πρώτο στάδιο εξετάζεται εάν η παράβαση είναι σοβαρή ή σημαντική. Το δεύτερο στάδιο είναι εάν έχει αποδειχθεί καλός λόγος για την παράβαση. Το τρίτο στάδιο απαιτεί την εξέταση των περιστάσεων της συγκεκριμένης περίπτωσης προκειμένου το Δικαστήριο να χειριστεί με δίκαιο τρόπο την αίτηση, με γνώμονα τον πρωταρχικό σκοπό, περιλαμβανομένης της ανάγκης για την διεξαγωγής της δικαστικής διαδικασίας αποτελεσματικά και με αναλογικό κόστος.

 

V.  ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΠΤΥΧΗΣ ΣΤΑ ΥΠΟ ΕΞΕΤΑΣΗ ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 

34.          Έχοντας υπόψη μου πάντοτε τις σχετικές νομικές αρχές, στρέφομαι τώρα στην υπό εξέταση περίπτωση.

 

35.          Προκύπτει από την προσαχθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ότι η Εναγόμενη παραδέχεται την επίδοση του έντυπου απαίτησης και δεν αμφισβητεί το νομότυπο αυτής. Περαιτέρω, δεν διαφαίνεται αλλά ούτε και εγείρεται οιονδήποτε ζήτημα το οποίο να άπτεται των υπόλοιπων λόγων που αναφέρονται στον καν.2 του Μέρους 14 για τον παραμερισμό ή την διαφοροποίηση της επίδικης απόφασης. Συνακόλουθα, η Αίτηση θα εξεταστεί με βάση τον καν.3 του Μέρους 14 καθότι τα γεγονότα της υπό κρίση περίπτωσης δεν εμπίπτουν στην εφαρμογή του καν.2 ούτε τίθεται τέτοιο ζήτημα. 

 

36.          Προχωρώ πρωτίστως να εξετάσω εάν η Εναγόμενη αποκαλύπτει «πραγματική προοπτική επιτυχίας της Υπεράσπισης της». 

 

37.          Εν προκειμένω, προκύπτει από την μαρτυρία που προσήγαγε, ότι η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ευθύνη για το επίδικο ατύχημα είχε ο Εναγόμενος 1, ο οποίος τελούσε υπό την ασφαλιστική της κάλυψη κατά τον ουσιώδη χρόνο, και κατά συνέπεια αμφισβητεί την υποχρέωση της να αποζημιώσει την Ενάγουσα. Η θέση της βασίζεται επί του περιεχομένου Τεκμηρίου 4 της ΕΔ-ΜΚ, το οποίο αποτελεί αστυνομική έκθεση για το επίδικο ατύχημα. Η Ενάγουσα από την άλλη, ενώ δεν αμφισβητεί την ύπαρξη του Τεκμηρίου 4, ισχυρίζεται ότι δεν δύναται η Εναγόμενη να προβάλλει υπεράσπιση που άπτεται της αστικής ευθύνης του Εναγόμενου 1 σε σχέση με το επίδικο όχημα, εφόσον η Εναγόμενη εναγόταν υπό την ιδιότητα της ως η ασφαλιστική εταιρεία που παρείχε στον Εναγόμενο 1 ασφαλιστική κάλυψη. Αποτελεί ουσιαστικά θέση της Ενάγουσας ότι, η υποχρέωση της Εναγόμενης να την αποζημιώσει απορρέει από τον περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμος του 2000 (96(I)/2000) και όχι από το αστικό αδίκημα για το οποίο ενάγεται ο Εναγόμενος 1.

 

38.          Η θέση της Ενάγουσας δεν με βρίσκει σύμφωνη και κρίνω σκόπιμο ως προς το εν λόγω ζήτημα να παραθέσω κατωτέρω τις πρόνοιες του άρθρου 16Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμος του 2000 (96(I)/2000), ως ετροποποιήθηκε:

 

«Απευθείας αγώγιμο δικαίωμα κατά του ασφαλιστή

16Α-(1) Ανεξαρτήτως οποιασδήποτε διάταξης του περί Συμβάσεων Νόμου και του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, ο ζημιωθείς υπό την επιφύλαξη των εδαφίων (2) και (3), αποκτά απευθείας αγώγιμο δικαίωμα και εναντίον του ασφαλιστή που καλύπτει την αστική ευθύνη του υπευθύνου, ο οποίος σε τέτοια περίπτωση υποκαθίσταται στη θέση του ασφαλισμένου έναντι του ζημιωθέντος, χωρίς ο ζημιωθείς να υποχρεούται να στραφεί και εναντίον του ασφαλισμένου:

 

Νοείται ότι σε περίπτωση καταγγελίας του ασφαλιστηρίου από τον ασφαλιστή, τότε στη δικαστική διαδικασία πρέπει να συμμετέχει και ο ασφαλισμένος.

 

(2) Στην περίπτωση του εδαφίου (1) ο ασφαλιστής μπορεί να προβάλει έναντι του ζημιωθέντος όλες τις υπερασπίσεις που διαθέτει εναντίον του ασφαλισμένου.

 

(3) Ο διορισμός αντιπροσώπου για διακανονισμό απαιτήσεως δεν εμποδίζει τον ζημιωθέντα ή τον ασφαλιστή του, να στρέφονται απευθείας κατά του προσώπου που φέρει την ευθύνη για το ατύχημα ή του ασφαλιστή δυνάμει του εδαφίου (1).

 

(4) Δικαστική απόφαση η οποία εξασφαλίζεται δυνάμει του άρθρου αυτού λογίζεται ως δικαστική απόφαση για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου.

 

(5) Οι διατάξεις των άρθρων 14, 15 και 16 εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, και στην περίπτωση που αναφέρεται στο εδάφιο (1)»

 

(Οι υπογραμμίσεις του Δικαστηρίου.)

 

39.          Θεωρώ ότι η γραμματική ερμηνεία του άρθρου 16Α(1) του Ν. 96(I)/2000 (βλ. χρήση της λέξης «και»[9]), οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δίδει το δικαίωμα στον ζημιωθέντα να αποκτήσει απευθείας αγώγιμο δικαίωμα, τόσο εναντίον του ασφαλισμένου, όσο και εναντίον του ασφαλιστή. Σε περίπτωση που ο ζημιωθέντας ασκήσει το εν λόγω δικαίωμα του εναντίον του ασφαλιστή, ο ασφαλιστής υποκαθίσταται στη θέση του ασφαλισμένου έναντι του ζημιωθέντος και ενεργοποιείται το δικαίωμα του ασφαλιστή με βάση το εδάφιο (2) του του άρθρου 16Α, να προβάλει έναντι του ζημιωθέντος όλες τις υπερασπίσεις που διαθέτει εναντίον του ασφαλισμένου.

 

40.          Σε σχέση με το εύρος των υπερασπίσεων που δύναται να προβάλει μια ασφαλιστική όταν εγείρεται αγωγή απευθείας εναντίον της δυνάμει του άρθρου 16Α, εφόσον σε τέτοια περίπτωση αυτή υποκαθιστά τον ασφαλισμένο οδηγό, θεωρώ ότι έπεται εξ αυτής της ιδιότητας ότι η ασφαλιστική δύναται να εγείρει όλες τις υπερασπίσεις που θα είχε ο ασφαλισμένος οδηγός εναντίον του Ενάγοντα. Πέραν των εν λόγω υπερασπίσεων, βάσει του εδαφίου (2) πιο πάνω, ο ασφαλιστής δύναται να προβάλει εναντίον του Ενάγοντος και τις υπερασπίσεις που η ίδια θα είχε δικαίωμα να εγείρει εναντίον του ασφαλισμένου πελάτη της.

 

41.          Συνακόλουθα, κρίνω ότι η Εναγόμενη έχει την δυνατότητα να προβάλει και να προωθήσει υπεράσπιση που άπτεται της ευθύνης του Εναγόμενου 1 για το επίδικο ατύχημα, στην περίπτωση που παραμεριστεί η Απόφαση Ερήμην.

 

42.          Στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι δεν διέλαθε της προσοχής μου τα όσα επικαλείται η πλευρά της Ενάγουσας, σε συνάρτηση και με τα Άρθρα 14 και 15 του Ν. 96(I)/2000. Είμαι της άποψης όμως ότι δεν επηρεάζουν την πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου, εφόσον η εμβέλεια τους αφορά κυρίως το στάδιο μετά την έκδοση απόφασης εναντίον του ασφαλισμένου οδηγού και την υποχρέωση του ασφαλιστή να ικανοποιήσει την εν λόγω απόφαση υπό τις αναφερόμενες σε αυτά προϋποθέσεις.

 

43.          Επανερχόμενη στο ζήτημα του κατά πόσο η Εναγόμενη αποκάλυψε πραγματική προοπτική επιτυχία της ισχυριζόμενης υπεράσπισης της. Στην παρούσα περίπτωση προκύπτει ως αδιαμφισβήτητο έδαφος μεταξύ των μερών πως η αγωγή αφορά τροχαίο ατύχημα και εις το οποίο ενεπλάκη εργοδοτούμενος της Ενάγουσας και ο Εναγόμενος 1, ο οποίος τελούσε υπό την ασφαλιστική κάλυψη της Εναγόμενης. Ως προκύπτει από την έκθεση απαίτησης, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος 1 ευθυνόταν αποκλειστικά για το επίδικο ατύχημα, στην βάση αμέλειας και/ή παράβασης των καθηκόντων του, και επειδή η Εναγόμενη παρείχε ασφαλιστική κάλυψη για το εν λόγω όχημα, είναι υπόχρεη να πληρώσει οποιονδήποτε ποσό επιδικαστεί υπέρ της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα αξιώνει αποζημιώσεις για τις ζημιές τις οποίες υπέστη το αυτοκίνητο της, το οποίο οδηγείτο από τον προαναφερόμενο εργοδοτούμενο της.

 

44.          Μέσω της μαρτυρίας της, η Εναγόμενη προβάλλει την θέση ότι ο Εναγόμενος 1 δεν έφερε οποιαδήποτε ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος, αλλά ευθύνη έφερε ο εργοδοτούμενος της Ενάγουσας, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί ο Εναγόμενος 1 και η συνοδηγός του, Φ.Ζ.. Προς υποστήριξη της εν λόγω θέσης της, η Εναγόμενη προσήγαγε το Τεκμήριο 4, το οποίο περιλαμβάνει μεταξύ άλλων έκθεση γεγονότων και γίνεται αναφορά στις συνθήκες που περιβάλλανε το επίδικο ατύχημα και σε αμελή οδήγηση του οχήματος της Ενάγουσας, που κατά την Εναγόμενη τεκμηριώνουν την υπεράσπιση της.

 

45.          Ως προανέφερα, η Ενάγουσα, στα πλαίσια της υπό εξέταση διαδικασίας, δεν αμφισβήτησε την ύπαρξη του Τεκμηρίου 4 ή του περιεχομένου αυτού, και όχι μόνο δεν προσάχθηκε από πλευράς της οιαδήποτε θετική μαρτυρία ή στοιχείο προς αντίκρουση της σχετικής θέσης της Εναγόμενης σε συνάρτηση με το εν λόγω έγγραφο, αλλά ούτε και παρείχε η Ενάγουσα οιανδήποτε εξήγηση ή σχόλιο σε σχέση με αυτό.

 

46.          Συνεπώς και χωρίς να υπεισέρχομαι στην ουσία της διαφοράς αλλά και χωρίς να προβαίνω σε οποιαδήποτε αξιολόγηση ενώπιον μου μαρτυρικού υλικού, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις και στον βαθμό που απαιτείται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, η Εναγόμενη έχει αποσείσει το βάρος που της αντιστοιχούσε και έχει ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει πραγματική προοπτική επιτυχίας της Υπεράσπισης της έχοντας προσαγάγει ικανή μαρτυρίας μέσω της οποία διαφαίνονται κάποια γεγονότα, τα οποία σε περίπτωση που μετά από αξιολόγηση όντως γίνουν δεκτά από το Δικαστήριο και τα οποία, τουλάχιστον στα πλαίσια της υπό εξέταση διαδικασίας, δεν αμφισβητήθηκαν στην έκταση που έπρεπε από την άλλη πλευρά.

 

47.          Στη συνέχεια προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο έχει αποδειχθεί καλός λόγος για τον οποίο να πρέπει να παραμεριστεί η απόφαση. Παρά την πιο πάνω κρίση μου ως προς την προοπτική επιτυχίας της υπεράσπισης που επιθυμεί να προβάλει η Εναγόμενη, θεωρώ ότι στην παρούσα περίπτωση συντρέχει και καλός λόγος για παραμερισμό της απόφασης. Η Εναγόμενη επιθυμεί να προβάλει υπεράσπιση που άπτεται της ευθύνης του Εναγόμενου 1 σε σχέση με το επίδικο ατύχημα. Δεν αμφισβητείται από πλευράς της Ενάγουσας ότι εκκρεμεί άλλη διαδικασία και ειδικότερα η Αγωγή 2127/22, εις την οποία συμμετέχει ο ασφαλισμένος της Εναγόμενης ως Τριτοδιάδικος και στα πλαίσια της οποίας εγείρεται ως επίδικο το ζήτημα της ευθύνης για το επίδικο ατύχημα στην ίδια βάση. Το Δικαστήριο επιπρόσθετα αντλεί γνώση από τον φάκελο της παρούσας υπόθεσης ότι ο Εναγόμενος 1 έχει καταχωρήσει υπεράσπιση και επίσης αμφισβητεί την ευθύνη του για το επίδικο ατύχημα. Συνακόλουθα, θεωρώ ότι υπάρχει πιθανότητα έκδοσης αντικρουόμενων αποφάσεων ως προς το ζήτημα της ευθύνης για το επίδικο ατύχημα και κρίνω ότι συντρέχει και καλός λόγος για τον παραμερισμό της επίδικης απόφασης.

 

48.          Δεν μου διαφεύγει ότι, παράλληλα, προκύπτει τόσο από την προσαχθείσα μαρτυρία αλλά και την δικογραφία ως παραδεκτή η θέση ότι  η Ενάγουσα δεν συμμορφώθηκε με την αποστολή προδικαστηριακού πρωτοκόλλου σε σχέση με την παρούσα αγωγή, ως όφειλε με βάση το Μέρος 3 καν.10 των ΝΚΠΔ. Η πλευρά της Εναγόμενης, στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης, δεν αμφισβήτησε κατά πόσο εφαρμόζονταν ή όχι οι εξαιρέσεις του Μέρους 3 καν.11 των ΝΚΠΔ, που προνοούν για περιπτώσεις στις οποίες η συμμόρφωση με την διαδικασία πρωτοκόλλων δεν είναι αναγκαία και τις οποίες η Ενάγουσα έχει επικαλεστεί στην έκθεση απαίτησης της. Ως εκ τούτου, είμαι της γνώμης ότι δεν δύναται να λάβω υπόψη κατά πόσο η παράλειψη αποστολής του πρωτοκόλλου ήταν δικαιολογημένη ή όχι στην παρούσα περίπτωση και συνακόλουθα τι επιπτώσεις είχε για την Εναγόμενη στο υπό εξέταση πλαίσιο.

 

 

49.          Προχωρώ να εξετάσω εάν η Εναγόμενη μέσω της μαρτυρίας της έχει δώσει επαρκή και ικανοποιητική αιτιολογία για την παράλειψη της να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης και δη κατά πόσο η αίτηση υποβλήθηκε χωρίς χρονοτριβή.[10]

 

50.          Το ζήτημα της καθυστέρησης στο συγκεκριμένο πλαίσιο εξετάζεται με βάση τα περιστατικά της υπό εξέταση υπόθεσης.[11] Εάν η αίτηση καταχωρήθηκε το νωρίτερο δυνατόν υπό τις περιστάσεις μπορεί να θεωρηθεί ότι έγινε χωρίς χρονοτριβή ακόμη κι αν παρήλθε ένα σημαντικό χρονικό διάστημα από τότε που ο εναγόμενος έλαβε γνώση για πρώτη φορά της απόφασης (Βλ. AMRA Leasing Ltd v DAC Aviation (EA) Ltd (2022) EWHC 1718 (Comm) και Inner Mongolia King Deer Cashmere v Ma [2025] EWHC 2632 (Comm)). Είναι απαραίτητο να εξετάζεται η συμπεριφορά του εναγόμενου τόσο πριν όσο και μετά την έκδοση της απόφασης αλλά δύναται να συνυπολογιστεί και η συμπεριφορά του πριν την καταχώρηση απαίτησης (Βλ. Core-Export Spa v Yang Ming Marine Transportation Corp [2020] EWHC 425 (Comm)).

 

51.          Στην υπό εξέταση περίπτωση είναι παραδεκτό ότι η απόφαση εκδόθηκε μετά από νομότυπη επίδοση της απαίτησης. Συνεπώς, ο λόγος μη εμφάνισης της Εναγόμενης στην διαδικασία δεν οφείλεται σε λόγο μη επίδοσης ή παράτυπης επίδοσης. Η Εναγόμενη ουσιαστικά επικαλείται σφάλμα στην εσωτερική διαδικασία της κατά την παραλαβή διαφορετικών διαδικασιών, συγκεκριμένα αγωγών, που αφορούσαν όμως το ίδιο ατύχημα το οποίο είχε αποτέλεσμα να διελάθει η παρούσα αγωγή της προσοχής του αρμόδιου λειτουργού της και να μην προωθηθεί στους δικηγόρους τους για τον περαιτέρω χειρισμό της. Η Ενάγουσα δεν αμφισβητεί μέσω της μαρτυρίας της το προαναφερόμενο σφάλμα από πλευράς της Εναγόμενης ούτε έχει προσαγάγει οιαδήποτε μαρτυρία ικανή κατά την άποψη μου να αντικρούσει τα όσα επικαλείται η Εναγόμενη. Θέση της Ενάγουσας προκύπτει να είναι ότι το σφάλμα της Εναγόμενης δεν αποτελεί επαρκή λόγο για την παράλειψη εμφάνισης της. Ως αποτέλεσμα, και εφόσον η θέση της παραμένει αδιαμφιβήτητη, κρίνω ότι η Εναγόμενη έχει δικαιολογήσει επαρκώς την μη εμφάνιση της στην διαδικασία και περαιτέρω, έχοντας υπόψη ότι προέβηκε στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης στις 17/4/25, δηλαδή μόλις δύο μέρες μετά την επίδοση της επίδικης απόφασης στις 15/4/25, θέση η οποία επίσης παρέμεινε αδιαφισβήτητη από πλευράς της Ενάγουσας και βρίσκει έρεισμα και στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3 της ΕΔ-ΜΚ, κρίνω ότι η Εναγόμενη, υπό τις περιστάσεις, ενήργησε χωρίς χρονοτριβή.

 

52.          Απομένει προς εξέταση το κατά πόσο το Δικαστήριο δύναται με βάση το Μέρος 3 καν.6 των ΝΚΠΔ να εκδόσει διάταγμα απαλλαγής από κυρώσεις. Εν προκειμένω εξετάζοντας τις σχετικές προϋποθέσεις στην βάση της απόφασης Denton (πιο πάνω) κρίνω ότι η παράλειψη να καταχωρηθεί εμφάνιση είναι σοβαρή παραβίαση. Όμως προχωρώντας στο δεύτερο στάδιο κρίνω ότι έχει δικαιολογηθεί ο λόγος της παράλειψης εμφάνισης για τους λόγους που εξηγούνται ανωτέρω. Τέλος όσο αφορά την εξέταση των περιστάσεων της συγκεκριμένης περίπτωσης, με γνώμονα πάντα τον πρωταρχικό σκοπό, λαμβάνω υπόψη ότι όσα έχουν κριθεί και αναφερθεί ήδη πιο πάνω ότι,  και ειδικότερα ότι παρά την παράλειψη εμφάνισης από πλευράς της, η Εναγόμενη δικαιολόγησε την εν λόγω παράλειψη και μετά τη γνώση της για την έκδοση απόφασης ενήργησε χωρίς χρονοτριβή, ως και την ύπαρξη άλλων διαδικασιών στις οποίες δυνατόν να οδηγήσουν στην έκδοση συγκρουόμενων αποφάσεων, και κρίνω ότι είναι δίκαιο όπως στην παρούσα περίπτωση εκδοθεί με βάση το Μέρος 3 καν.6 διάταγμα απαλλαγής από τις κυρώσεις και δη ότι είναι κατάλληλη περίπτωση για να ασκήσω θετικά τη διακριτική μου ευχέρεια και να παραμερίσω την Απόφαση Ερήμην.

 

53.          Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω και εξισορροπώντας από τη μια το δικαίωμα της Εναγόμενης που αιτείται τον παραμερισμό της απόφασης να της δοθεί η ευκαιρία να ακουστεί και αφετέρου το δικαίωμα της Ενάγουσας να απολαύσει τους καρπούς της επιτυχίας της κρίνω ότι η Αίτηση θα πρέπει να επιτύχει υπό τον όρο, ότι θα καταβληθούν όμως τα έξοδα που προέκυψαν, υπό τους περιορισμούς που αναφέρονται κατωτέρω, εφόσον η απόφαση είχε εκδοθεί κανονικά και νομότυπα εν όψει του ότι η επίδοση της αγωγής στην Εναγόμενη είναι παραδεκτή από πλευράς της αλλά ούτε και έγειρε οιονδήποτε ζήτημα που να άπτεται του νομότυπου αυτής (Βλ.Phylactou v. Michael (1982) 1 C.L.R. 204). Ως αποτέλεσμα θεωρώ ότι εύλογα και δικαιολογημένα η Ενάγουσα ζήτησε την έκδοση απόφασης ερήμην και η εν λόγω εξέλιξη στην διαδικασία οφείλεται στις παραλείψεις της ίδιας της Εναγόμενης.

 

VI. ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

54.          Υπό το φως των πιο πάνω και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η αίτηση επιτυγχάνει.

 

55.          Συνακόλουθα, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο παραμερίζεται η απόφαση του Δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης 2 στις 8/4/2025, υπό τον όρο ότι η Εναγόμενη 2/Αιτήτρια θα καταβάλει στην Ενάγουσα/Καθ’ης η Αίτηση όλα τα έξοδα που δημιουργήθηκαν σε σχέση με το Γραπτό Αίτημα (έντυπο αρ. 15) ημερομηνίας 21/11/24 για έκδοση απόφασης ερήμην ως και τα έξοδα της παρούσας αίτησης, υπό τους όρους που καθορίζονται κατωτέρω.

 

56.          Ως προς το ύψος των εξόδων που θα επιδικαστούν υπέρ της Ενάγουσας, λαμβάνεται υπόψη ότι, κατά παράβαση του Μέρους 39 καν.9(1), δεν συμμορφώθηκε με το καθήκον της για υποβοήθηση του Δικαστηρίου στον συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων και ότι η μαρτυρία που προσήγαγε προς υποστήριξη της ένστασης περιλάμβανε κυρίως επιχειρηματολογία νομικής φύσεως.

 

57.          Ως αποτέλεσμα, και έχοντας υπόψη μου τον καν.9(2), θεωρώ ότι οιονδήποτε ποσό επιδικαστεί υπέρ της, είναι ορθό υπό τις περιστάσεις να μειωθεί κατά 20%. Επίσης, στην απουσία καταλόγου εξόδων, κρίνω ότι δικαιολογείται απόκλιση από τον γενικό κανόνα με βάση τον καν.7(1) σε σχέση με τον συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων από πλευράς του Δικαστηρίου.

 

58.          Ως εκ των πιο πάνω, τα έξοδα της Αίτησης ημερ.17/4/25 όσο και του Αιτήματος (έντυπο αρ. 15) ημερομηνίας 21/11/24 επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας/Καθ’ης η Αίτηση και εναντίον της Εναγόμενης 2/Αιτήτριας, τα οποία να υπολογιστούν λεπτομερώς από τον πρωτοκολλητή και τα οποία θα τελούν υπό την αίρεση της έγκρισης του δικαστηρίου, μειωμένα κατά 20%.

 

59.          Ο χρόνος καταβολής των πιο πάνω ποσών καθορίζεται σε 60 ημέρες από την παράδοση του εγκεκριμένου καταλόγου εξόδων στην πλευρά της Εναγόμενης 2 και δίδονται οδηγίες όπως η σχετική απόδειξη εξόφλησης/πληρωμής αναρτηθεί στον φάκελο εντός της ίδιας περιόδου και όπως φέρει τη σχετική ημερομηνία πληρωμής.

 

60.          Ακολούθως, εντός 28 ημερών από την ημερομηνία πληρωμής των εξόδων ως ανωτέρω, η Εναγόμενη 2 να καταχωρήσει την Υπεράσπιση της (προκύπτει από τον φάκελο ότι έχει ήδη καταχωρηθεί σημείωμα εμφάνισης από πλευράς της). Ως προς την υπόλοιπη διαδικασία να εφαρμοστούν οι πρόνοιες των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023.

 

 

                                                                                     (Υπ.)............................

                                                                                   Αφρ. Χαραλαμπίδη, Ε.Δ.

Πιστόν Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής 



[1] Βλ. Θεμιστοκλέους v. Κώστας Κωνσταντινίδης (ακίνητα) Λτδ Πολ. Έφεση 53/24 ημερ.30.4.2025. (αν και η εν λόγω απόφαση αφορούσε τους κανονισμούς πολιτικής δικονομίας ως ίσχυαν στο παρελθόν).

[2] Βλ. Μέρος 14 καν.3(1)(α) των ΝΚΠΔ.

[3] Βλ. Μέρος 14 καν.3(1)(β) των ΝΚΠΔ.

[4] Βλ. Μέρος 14 καν.3(2) των ΝΚΠΔ.

[5]Βλ. Redbourn Group Ltd v Fairgate Development Ltd [2017] EWHC 1223 (TCC), παρα. [23]–[24].

[6] Βλ. Erol v. Global Fashion Links [2014] EWHC 4687 (IPEC).

[7]«some useful purpose» Βλ. Akram v Adam [2005] 1 WLR 2762, CA και Wards Solicitors v Hendawi (2018) ΕWHC 1907, παραγρ. [42].

[8] Βλ.Godwin v Swindon Borough Council [2001] 4 All ER 641, παράγρ. [49]: «The defendant, for instance, may have no defence to the claim, but may justifiably want to have the judgment set aside on the basis that, had he known about the claim, he would have satisfied it immediately without having an embarrassing judgment recorded against him. There may also be questions of costs.»

[9] Συγκεκριμένα βλ. «ο ζημιωθείς υπό την επιφύλαξη των εδαφίων (2) και (3), αποκτά απευθείας αγώγιμο δικαίωμα και εναντίον του ασφαλιστή που καλύπτει την αστική ευθύνη του υπευθύνου, ο οποίος σε τέτοια περίπτωση υποκαθίσταται στη θέση του ασφαλισμένου έναντι του ζημιωθέντος, χωρίς ο ζημιωθείς να υποχρεούται να στραφεί και εναντίον του ασφαλισμένου».

[10] βλ. Standard Bank Plc & Anor v Agrinvest International Inc & Ors [2010] EWCA Civ 1400.

[11] Βλ. Dexia Crediop SpA v Regione Piemonte [2014] EWCA Civ 1298.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο