PISSOURI FARMS LIMITED ν. LONGO CAMPO INVESTMENTS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 1274/2020, 16/2/2026
print
Τίτλος:
PISSOURI FARMS LIMITED ν. LONGO CAMPO INVESTMENTS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 1274/2020, 16/2/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Παρπαρίνου, Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 1274/2020

Μεταξύ:

 PISSOURI FARMS LIMITED

 

Ενάγουσα

και

 

 

1.      LONGO CAMPO INVESTMENTS LIMITED

2.      ΣΤΕΛΙΟΣ ΣΑΒΒΑ

 

Εναγόμενοι

--------------------

Αίτηση τροποποίησης ημερ. 06.06.25

 

Ημερομηνία: 16.02.26

 

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για  Εναγόμενη 1/Αιτήτρια: κ. Χρ. Πασιαρδής

Για Ενάγουσα/Καθ’ης η Αίτηση: κα. Μ. Ν. Νικολάου

 

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

1.    Στην παρούσα αγωγή η Ενάγουσα, με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, αξιώνει το ποσό €44.875, ως υπόλοιπο λογαριασμού δυνάμει παράβασης συμφωνίας πώλησης και μεταφοράς 250 αιγών της φυλής Δαμασκού (Damascus (Shami) Goats) μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1, την οποία συμφωνία πώλησης εγγυήθηκε η Εναγόμενη 2. Περαιτέρω, η Ενάγουσα αξιώνει γενικές αποζημιώσεις για την προαναφερθείσα παράβαση.

 

Η επίδικη αίτηση

 

2.    Με την παρούσα αίτηση ημερ. 06.06.25 (εφ’εξής «η επίδικη αίτηση»), η Εναγόμενη 1/Αιτήτρια επιδιώκει την διαγραφή και αντικατάσταση της υφιστάμενης παραγράφου 8 της Έκθεσης Υπεράσπισης ημερ. 03.06.21 της Εναγόμενης 1, ώστε η νέα παράγραφος 8 να διαβάζει ως ακολούθως:

 

«Άνευ βλάβης των ανωτέρω και γενικώς της υπεράσπισης της, η Εναγόμενη 1 ρητώς δηλεί ότι η κατ’ισχυρισμό πώληση την οποίαν η Εναγόμενη 1 θεωρεί ως μηδέποτε λαβούσα χώραν ακόμη και εν περιπτώσει καθ’ην ήθελεν κριθεί ή και αποφασισθεί υπό του Δικαστηρίου ότι έλαβε χώραν, τούτη ήτο άκυρη ή και παράνομη ή και δεν είχε νόμιμη ισχύ ή και αντίκειτο ή και ήτο κατά παράβαση ή και δεν πληρούσε τους υπό της νομοθεσίας τιθέμενους όρους ή και πρόνοιες ή και κανονισμούς ή και προϋποθέσεις»

 

3.    Η νομική βάση της επίδικης αίτησης στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25, θ. 1 – 5, Δ.39, Δ.48, θ. 1 -5, 8 και 9 και Δ.64, στα άρθρα 29, 30 και 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/1960, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στο άρθρο 30 του συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο κοινοδίκαιο, στις αρχές της επιείκειας, στη διακριτικής ευχέρειεα, τη γενική πρακτική και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.

 

4.    Η επίδικη αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του «Σ.Κ» ημερ. 06.06.25 (εφ’εξης «η Ε/Δ Σ.Κ»), όπου αναφέρει ότι είναι ο Οικονομικός Διευθυντής της Εναγόμενης 1 και πλήρως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Ο ομνύοντας δηλώνει ότι εκ παραδρομής ή και καλόπιστου λάθους είχε περιληφθεί η υφιστάμενη παράγραφος 8 της Έκθεσης Υπεράσπισης το οποίο προορίζεται να περιληφθεί σε δικόγραφο άλλης αγωγής και δεν σχετίζεται με την παρούσα. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι πρόθεση της Εναγόμενης 1 ήταν εξ αρχής να συμπεριληφθεί η προτεινόμενη παράγραφος 8 πλην του ότι αυτή δεν συμπεριλήφθηκε εκ παραδρομής ή και καλόπιστου λάθους.

 

5.    Ακολούθως, ο ομνύοντας εξηγεί ότι τα ως άνω περιήλθαν στην γνώση της Εναγομένης 1 και των αντιπροσώπων αυτής κατά τη μελέτη της υπόθεσης στις 14.05.25 και αμέσως μετά καταχωρήθηκε η επίδικη αίτηση. Επιπρόσθετα προβάλλει την θέση ότι η προτεινόμενη παράγραφος 8 ενισχύει την υπεράσπιση της Εναγόμενης 1 χωρίς να την διαφοροποιεί αλλά και να εισάγει νέα στοιχεία ή και ισχυρισμούς ούτε και να πλήττει τα συμφέροντα της Ενάγουσας. Συνεπώς, αιτείται την έκδοση της αιτούμενης τροποποίησης.

 

 

 

Ένσταση Καθ’ης η Αίτηση

 

6.    Η επίδικη αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της Ενάγουσας/Καθ’ης η Αίτηση. Η ένσταση της Καθ’ης η Ένσταση ημερ. 27.06.25 υποστηρίζεται από 30 λόγους ένστασης που δύναται να συνοψισθούν ως εξής: (1) δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και δεν έχει καταδειχθεί ανάγκη για επίλυση των επίδικων θεμάτων (λόγοι ένστασης 1 έως 4 και 15), (2) η επίδικη αίτηση προωθείται για αλλότριους σκοπούς (λόγος ένστασης 5), (3) η επίδικη αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση με σκοπό την καθυστέρηση εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης και γι’αυτό αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court) (λόγοι ένστασης 6 έως 10), (4) η επίδικη αίτηση και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμες και/ή αστήρικτές και/ή ανυπόστατες  (λόγοι ένστασης 11 έως 14 και 30), (5) η επίδικη αίτηση επιδιώκει να επικαλύψει την ανεπάρκεια και/ή να συμπληρώσει κενά της υφιστάμενης Έκθεσης Υπεράσπισης (λόγος ένστασης 16), (6) τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει κατάφωρη αδικία και/ή ταλαιπωρία και/ή θα επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα της Ενάγουσας που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα (λόγος ένστασης 17), (7) έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα παραβιάσει το δικαίωμα της Ενάγουσας σε δίκαια δίκη εντός εύλογου χρόνου (λόγος ένστασης 18), (8) η αιτούμενη τροποποίηση δεν σκοπεί στον καθορισμό οποιουδήποτε πραγματικού ζητήματος και/ή επίδικου θέματος, ουδέν θα προσθέσει στην επίδικη διαδικασία  και είναι άσκοπή αφού αποτελεί επανάληψη και/ή παράφραση των όσων αναφέρονται στις παραγράφους 4, 5, 9 και 11 της υφιστάμενης υπεράσπισης της Εναγόμενης 1 (λόγοι ένστασης 19 έως 21 και 27), (9) η αιτούμενη τροποποίηση οφείλεται σε παράλειψη και/ή κακόπιστο λάθος της Εναγόμενης 1, η οποία διατηρούσε τη δυνατότητα να προσθέσει τους αιτούμενους ισχυρισμούς πριν την καταχώριση της υφιστάμενης υπεράσπισης της αλλά και πριν την έκδοση της κλήσης για οδηγίες ενώ οι ισχυρισμοί αυτοί ήταν ήδη εις γνώση της (λόγοι ένστασης 22 και 23) και (10) η αιτούμενη τροποποίηση δεν συμβάλλει στην αποκρυστάλλωση και/ή διασαφήνιση των επίδικων θεμάτων αλλά οδηγεί σε κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών και/ή κατασπατάληση πολύτιμου δικαστικού χρόνου και/ή εξόδων ενώ η αγωγή βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο και η επίδικη αίτηση εκτροχιάζει τη εκδίκαση αυτής (λόγοι ένστασης 24 έως 26, 28 και 29).

7.    Η νομική βάση της ένστασης της Καθ’ης η Αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25, Θ.1(3), 5, 6 και 9, Δ.48, Θ.1, 2, 3, 4 8 και 9, στους Κανονισμούς 4 και 5 των περί της Εκδίκασης Καθυστερημένων Υποθέσεων (Ειδικοί) Διαδικαστικών Κανονισμών του 2022 (35/2022), στο Μέρος 1 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, στα άρθρα 22, 29, 31 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν/14/1960, στο άρθρο 30 (1), (2) και (3) του Συντάγματος της Δημοκρατίας, στο άρθρο 6 (1) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, επί των γενικών αρχών της αναλογικότητας και της δίκαιης δίκης, στη σχετική νομολογία, στο κοινοδίκαιο, στη πρακτική του Δικαστηρίου, στις αρχές του δικαίου της επιείκειας και επί των γενικών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου.

 

8.    H ένσταση της Καθ’ης η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του «Ν.Α» ημερ. 27.06.25 (εφ’εξης «η Ε/Δ Ν.Α»), όπου αναφέρει ότι είναι διευθυντής της Ενάγουσας και δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση, ένεκα της προσωπικής του γνώσης αναφορικά με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Προς τούτο υιοθέτησε τους λόγους ένστασης και απέρριψε τα όσα αναφέρονται στην επίδικη αίτηση και στην Ε/Δ Σ.Κ. Αναφορά γίνεται από τον ομνύοντα στο γεγονός ότι ενώ καταχωρήθηκε η υφιστάμενη Υπεράσπιση στις 03.06.21, μέχρι τις 31.05.25, ουδεμία αναφορά έγινε εκ μέρους της Εναγόμενης 1 σχετικά με την πρόθεση της για τροποποίηση της υφιστάμενης παραγράφου 8 αυτής ενώ η υπόθεση διαρκώς οριζόταν για ακρόαση. Ο ομνύοντας εισηγείται ότι η Εναγόμενη 1 κακόπιστα επέτρεψε τον χρόνο να παρέλθει και εφόσον η αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση, όπου δήλωνε ετοιμότητα, σαφώς συνάγεται ότι η Εναγόμενη 1 είχε μελετήσει εκ νέου την υφιστάμενη Υπεράσπιση της. Περαιτέρω, αποτελεί θέση του ομνύοντα ότι η Εναγόμενη 1 είχε την ευκαιρία, με τη μελέτη του φακέλου πριν την έκδοση της κλήσης για οδηγίες, να προβεί τότε στην αιτούμενη τροποποίηση και όχι τέσσερα χρόνια μεταγενέστερα.

 

9.    Στην Ε/Δ Ν.Α. προβάλλεται η θέση ότι η αιτούμενη τροποποίηση καλύπτεται από τις προηγούμενες και επόμενες παραγράφους της υφιστάμενης Έκθεσης Υπεράσπισης. Επιπρόσθετα, ο ομνύοντας εισηγείται ότι εφόσον η υφιστάμενη παράγραφος 8 είναι άσχετη με τα επίδικα θέματα, ως αναφέρατε στην Ε/Δ Σ.Κ.,  τότε θα μπορούσε προς τούτο να γίνει σχετική δήλωση ότι οι ισχυρισμοί της υφιστάμενης παραγράφου 8 δεν θα προωθηθούν.

10. Αναφορά γίνεται από τον ονμύοντα στην υπέρμετρη καθυστέρηση προώθησης της επίδικης αίτησης, κατά παράβαση του άρθρου 30 (2) του Συντάγματος, καθώς και στο ότι τυχόν έγκριση αυτής θα εκτροχιάσει την πορεία της υπόθεσης, θα επιβαρύνει οικονομικά την διαδικασία αλλά και θα καθυστερήσει αυτήν ανεπίτρεπτα. Επιπρόσθετα, στην Ε/Δ Ν.Α. προβάλλεται η θέση ότι τυχόν έγκριση της επίδικης αίτησης ενδεχομένως να επηρεάσει το δικαίωμα της Ενάγουσας σε δίκαια δίκη και να προκαλέσει τεράστια αδικία σε αυτήν, η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα, αφού θα επιτρέψει στην Εναγόμενη 1 να ενισχύσει την υπεράσπιση της τέσσερα χρόνια μεταγενέστερα.

 

11. Τέλος, ο ομνύοντας αναφέρει ότι η επίδικη αίτηση δεν ικανοποιεί τις αυστηρές προϋποθέσεις που τίθενται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και τη σχετική Νομολογία, αφού, τόσο η στάση της Εναγόμενης 1 μέχρι την καταχώριση της επίδικης αίτησης και η προτεινόμενη νέα παράγραφος 8, δεν προσδίδουν οποιοδήποτε εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας που να δικαιολογεί την έγκριση της επίδικης αίτησης. Ως εκ τούτου αξιώνει την απόρριψη της επίδικης αίτησης με έξοδα εις βάρος της Εναγόμενης 1.  

 

Γραπτές Αγορεύσεις των μερών

 

12. Στα πλαίσια της επίδικης αίτησης ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε και αμφότεροι συνήγοροι αγόρευσαν γραπτώς προς υποστήριξη των θέσεων τους. Εξέτασα με πολύ προσοχή τις θέσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων και τη Νομολογία στην οποία παρέπεμψαν το Δικαστήριο για σκοπούς υποστήριξης των θέσεων που εγείρουν. Θα αναφερθώ στις αγορεύσεις των μερών, όπου κριθεί αναγκαίο, πιο κάτω.

 

Νομική Πτυχή

 

13. Ως αναφέρεται ανωτέρω, η επίδικη αίτηση βασίζεται στην Δ.25 των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ως τροποποιήθηκε. Ειδικότερα, εφόσον οι αιτούμενες τροποποιήσεις επιχειρούνται μετά το στάδιο της κλήσης για Οδηγίες, σχετικό είναι τα όσα διαλαμβάνει η Δ.25 Θ.1(3),  που προνοεί τα εξής:

 

«Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.»

 

14. Από το πιο πάνω λεκτικό της Δ.25 Θ.1(3) προκύπτει ότι η τροποποίηση δικογράφου, μετά την έκδοση κλήσης για οδηγίες, δεν είναι επιτρεπτή με εξαίρεση την τροποποίηση δικογράφου για διόρθωση εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους στη σύνταξη της δικογραφίας και στην περίπτωση που, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, έχουν  προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά την λήψη των οδηγιών. Επομένως, ως άλλωστε λέχθηκε στην MONOKO (ΚΟΣΤΟΛΟΓΗΣΕΙΣ ΕΠΙΜΕΤΡΗΣΕΙΣ ΟΙΚΟΔΟΜΩΝ) ΛΤΔ ν. C & S AMART MOVE DEVELOPERS LTD, Πολιτική Έφεση αρ. Ε99/2022, ημερομηνίας 03.10.2025, η νομολογία της παλιάς Δ.25 δεν είναι βοηθητική στην εξέταση της επίδικης αίτησης καθώς οι σχετικές πρόνοιες της νέας Δ.25 είναι εντελώς διαφορετικές και δεν παρέχεται πλέον ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο, όπως προβλεπόταν στην παλαιά Δ.25.

 

15. H ερμηνεία του «καλόπιστου λάθους» έχει εξεταστεί από το Εφετείο στην πρόσφατη απόφαση ΜΟΝΟΚΟ (ανωτέρω), υπό μονομελή σύνθεση, όπου κρίθηκε ότι η έννοια του καλόπιστου λάθους δεν εκτείνεται με τρόπο ώστε να καλύπτει λάθη που αφορούν ισχυρισμούς που ήταν γνωστοί από πριν στον εκάστοτε αιτητή. Ειδικότερα στην ΜΟΝΟΚΟ (ανωτέρω) λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά:

 

«Η νέα διαταγή 25 δεν αναφέρεται ειδικά, στην ερμηνεία της φράσης  «καλόπιστο λάθος». Κατά την κρίση μου, το καλόπιστο λάθος δεν επεκτείνεται στην παράλειψη προσθήκης κάποιων ισχυρισμών, αλλά περιορίζεται στην τυπικά λανθασμένη σύνταξη του δικογράφου, σε παραλείψεις και σε μικρές ασάφειες ή σε απλά τυπογραφικά λάθη. Με αυτή την έννοια δεν συνιστά καλόπιστο λάθος, η παράλειψη προσθήκης νέων ισχυρισμών, ειδικά αν αυτοί ήταν γνωστοί από πριν στον αιτητή. Σχετική είναι η ενδιάμεση απόφαση της Λ. Δημητριάδου Π.Ε.Δ. (ως ήταν τότε) στην αγωγή 813/2017 Οδυσσέως ν. Σ.Κ.Τ., ημερ. 30/12/2019, στην οποία αναφέρθηκε μεταξύ άλλων ότι η παράλειψη καταγραφής γεγονότων που θεμελιώνουν τη βάση της αγωγής, δεν μπορούν να υπαχθούν στην έννοια του εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους.

Στην ίδια υπόθεση Οδυσσέως (ανωτέρω), διατυπώνεται η άποψη ότι οι νέες Δ.25 και Δ.30, αναμφίβολα επιβάλλουν πολύ μεγαλύτερη προσοχή και επιμέλεια στους συνηγόρους κατά το στάδιο σύνταξης των δικογράφων, αφού τα περιθώρια άσκησης διακριτικής ευχέρειας σε αιτήματα τροποποίησης από πλευράς Δικαστηρίου, είναι πλέον ιδιαίτερα περιορισμένα. Εν ολίγοις, η νέα προσέγγιση πραγμάτων, απαιτεί από όλους τους διαδίκους και τους συνηγόρους τους, να μεριμνούν δεόντως για την συμπερίληψη όλων των αναγκαίων ισχυρισμών στα δικόγραφά τους, ούτως ώστε να αποφεύγεται η τροποποίηση δικογράφων, σε προχωρημένο στάδιο της δίκης.» (υπογράμμιση του Δικαστηρίου).

 

Εξέταση της επίδικης αίτησης

 

16. Στην παρούσα περίπτωση, όπως προκύπτει από την Ε/Δ Σ.Χ, προβάλλεται ισχυρισμός ότι η υφιστάμενη παράγραφος 8 «εκ παραδρομής ή και καλόπιστου λάθους» περιλήφθηκε στην Έκθεση Υπεράσπισης της Εναγόμενης 1, το περιεχόμενο της οποίας δεν αφορά την παρούσα αγωγή, ενώ παράλληλα προβάλλεται η θέση ότι η παράλειψη δικογράφησης της προτεινόμενης νέας παραγράφου 8 έγινε «εκ παραδρομής ή και καλόπιστου λάθους» και ότι πρόθεση της Εναγόμενης 1 ήταν εξ αρχής να συμπεριληφθεί στην Έκθεση Υπεράσπιση της.

 

17. Έχοντας υπόψη την ΜΟΝΟΚΟ (ανωτέρω) όπου το «καλόπιστο λάθος» δεν ερμηνεύθηκε ώστε να καλύπτει σφάλματα που άπτονται ισχυρισμών εκ των προτέρων γνωστών στην Αιτήτρια, όπως στην παρούσα περίπτωση όπου η προτεινόμενη νέα παράγραφος 8 «εκ παραδρομής ή και καλόπιστου λάθους» δεν συμπεριλήφθηκε στην υφιστάμενη παράγραφος 8 και εξ αρχής ήταν πρόθεση της Εναγόμενης 1 να συμπεριληφθεί, καθίσταται πασιφανές ότι η αιτούμενη τροποποίηση της παραγράφου 8 δεν μπορεί να υπαχθεί στην πρώτη εξαίρεση της Δ.25 Θ.1 (3), αφού οι ισχυρισμοί που επιθυμεί να προβάλλει τώρα η Αιτήτρια ήταν εξ’αρχής γνωστοί σε αυτήν. Τα όσα αναφέρει ο ομνύοντας σχετικά με την αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης, ήτοι ότι ενισχύει την υπεράσπιση της Εναγόμενης 1 χωρίς να την διαφοροποιεί, δεν υπάγονται στις εξαιρέσεις που θέτει η Δ.25 Θ.1(3). Εν πάση περιπτώσει, η αιτούμενη τροποποίηση αφορά ισχυρισμούς που ήταν εξ αρχής γνωστοί στην Αιτήτρια ώστε να μη συνδέονται, κατά την κρίση μου, με την έννοια του καλόπιστου λάθους κατά τη σύνταξη της δικογραφίας.

18. Αντιθέτως, όσον αφορά τη διαγραφή της υφιστάμενης παραγράφου 8 της Έκθεσης Υπεράσπισης ημερ. 03.06.21, λαμβανομένου υπόψη ότι αυτή συμπεριλήφθηκε «εκ παραδρομής ή και καλόπιστου λάθους» παρότι δεν άπτεται των γεγονότων της παρούσας αγωγής, κρίνω ότι η διαγραφή της δύναται να υπαχθεί στην πρώτη εξαίρεση της Δ.25 Θ.1(3), αφού πρόκειται περί λανθασμένης συμπερίληψης αυτής κατά τη σύνταξη του δικογράφου της Έκθεσης Υπεράσπισης της Εναγόμενης 1. Περαιτέρω, η διαγραφή της εν λόγω παραγράφου δύναται να διαταχθεί και δυνάμει της Δ.19 θ.26[1] των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας καθότι πρόκειται, ως αναφέρεται στην Ε/Δ Σ.Κ., περί άσχετου ισχυρισμού, η διατήρηση του οποίου δύναται να προκαλέσει σύγχυση και να επηρεάσει τη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής. Κατ’επέκταση, κρίνεται επιβεβλημένη η συνακόλουθη αναρίθμηση των λοιπών παραγράφων.

 

19. Αναφορικά με τη δεύτερη εξαίρεση κατά την οποία είναι επιτρεπτή η τροποποίηση δικογράφου, ούτε καν γίνεται επίκληση αυτής από την πλευρά της Αιτήτριας, δηλαδή ότι η επιδιωκόμενη τροποποίηση της παραγράφου 8 της υφιστάμενης Έκθεσης Υπεράσπισης της Εναγόμενης 1 αφορά νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά την καταχώρηση του δικογράφου του οποίου τώρα σκοπείται η τροποποίηση. Αντίθετα, μέσα από την Ε/Δ Σ.Κ., προκύπτει σαφώς ότι η προτεινόμενη νέα παράγραφος 8, αφορά ισχυρισμούς που, ως αναφέρεται ανωτέρω, ήταν γνωστοί στην Αιτήτρια. Συνακόλουθα, είναι προφανές ότι η αιτούμενη τροποποίηση δια της προσθήκης της νέας παραγράφου 8 στην υφιστάμενη Έκθεση Υπεράσπισης ημερ. 03.06.21 δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της δεύτερης εξαίρεσης της Δ.25 Θ.1(3). 

 

20. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι, στην προκειμένη περίπτωση, δεν συντρέχει καμιά εκ των δύο εξαιρέσεων που θέτει η πιο πάνω Δ.25 Θ.1(3), ώστε να επιτραπεί η αιτούμενη προσθήκη της νέας παραγράφου 8 στην υφιστάμενη Έκθεση Υπεράσπισης της Εναγόμενης 1 ημερ. 03.06.21.

 

Κατάληξη

 

21. Για λόγους που εκτεθήκαν πιο πάνω, η επίδικη αίτηση επιτυγχάνει μερικώς. Ειδικότερα, εκδίδεται διάταγμα διαγραφής της υφιστάμενης παραγράφου 8 της Έκθεσης Υπεράσπισης της Εναγόμενης 1 ημερ. 03.06.21 και διατάσσεται η συνακόλουθη αναρίθμηση των παραγράφων 9, 10, 11 και 12 σε 8 , 9, 10 και 11 αντίστοιχα.

 

22. Η Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης της Εναγόμενης 1 να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Η σύνταξη να ζητηθεί εντός 3 ημερών από σήμερα. Ακολούθως, εντός 10 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης της Εναγομένης 1, να καταχωρηθεί, εκ μέρους της Ενάγουσας, η Τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση της Εναγόμενης 1.

 

23. Η υπόθεση ορίζεται για Οδηγίες, για να διαπιστωθεί κατά πόσον υπάρχει συμμόρφωση με τα πιο πάνω, στις 18/03/2026 και η ώρα 9:00π.μ.

 

Τα έξοδα

 

24. Δεδομένης της μερικής επιτυχίας της επίδικης αίτησης, τα έξοδά αυτής επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας/Καθ’ης η Αίτηση και εναντίον της Εναγόμενης 1/Αιτήτριας, μειωμένα ωστόσο κατά το ήμισυ. Περαιτέρω, τα έξοδα που θα προκληθούν συνεπεία της τροποποίησης επιδικάζονται επίσης υπέρ της Ενάγουσας/Καθ’ης η Αίτηση και εναντίον της Εναγόμενης 1/Αιτήτριας.

 

25. Τα πιο πάνω έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι καταβλητέα στο τέλος της δικαστικής διαδικασίας.

 

 

 

(Υπ.)……………………...

Α. Παρπαρίνου, Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

 

 

Πρωτοκολλητής

 



[1] «Δ.19 Θ. 26. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο