Παναγιώτης Ιωάννου ν. PYRANA ESTATES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 3052/18, 24/3/2026
print
Τίτλος:
Παναγιώτης Ιωάννου ν. PYRANA ESTATES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 3052/18, 24/3/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Παρπαρίνου, Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 3052/18

Μεταξύ:

 Παναγιώτης Ιωάννου

Ενάγοντας

και

 

 

1.      PYRANA ESTATES LTD

2.    ΑΝΔΡΕΑΣ ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΙΔΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ μετονομασθείσα σε CAROLE LTD

Εναγόμενοι

--------------------

Αίτηση τροποποίησης και προσθήκης διαδίκου ημερ. 17.01.25

 

Ημερομηνία: 24.03.26

 

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για  Ενάγοντα/Αιτητή: κ. Χρ. Χριστοφόρου για Χρίστος Σ. Χριστοφόρου Δ.Ε.Π.Ε.

Για Εναγόμενη 1/Καθ’ης η Αίτηση: κ. Η. Ηλία

Για Εναγόμενη 2: Kαμία Εμφάνιση

Για προτιθέμενη Εναγόμενη: κ. Κ. Πανάγος για Πανάγος & Πανάγος Δ.Ε.Π.Ε.  

 

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

1.    Στην παρούσα αγωγή ο Ενάγοντας αξιώνει αναγνωριστική απόφαση και διατάγματα του Δικαστηρίου σχετική με εγγραφή του χώρου στάθμευσης αρ. 12, ως αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης, επί του τίτλου ιδιοκτησίας του διαμερίσματος του στην πολυκατοικία «[ ] BUILDINGS» επί της οδού [ ] 86, στη Λεμεσό,  Φ/Σχ. 54/[ ], Τμήμα 4 και Τεμάχιο [ ] (εφ’εξής «η πολυκατοικία»).

 

Η επίδικη αίτηση

 

2.    Με την παρούσα αίτηση ημερ. 17.01.25 (εφ’εξής «η επίδικη αίτηση»), ο Ενάγοντας/Αιτητής επιδιώκει την τροποποίηση του τίτλου της υπό κρίση αγωγής με την προσθήκη της Εναγόμενης 3 «THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED» και την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης με την προσθήκη τριών νέων παραγράφων 7, 8 και 9, ως αναγράφονται στην επίδικη αίτηση, την συνακόλουθη αναρίθμηση των παραγράφων και άδεια για συνέχιση της διαδικασίας.  

 

3.    Η νομική βάση της επίδικης αίτησης στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.9 θ. 7, 10 και 11, Δ.12, θ 1-5, Δ.25, θ. 1 – 6 και Δ.48, θ. 1 - 4, 8 (1) (p) και 9 και Δ.64, στα άρθρα 73 έως 81 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 καθώς και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου.

 

4.    Η επίδικη αίτηση υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση του «Π.Ι» ημερ. 17.01.25 (εφ’εξης «η Ε/Δ Π.I»), ο οποίος είναι o Ενάγοντας στην υπό κρίση αγωγή. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα καταχώρισε την παρούσα αγωγή στις 28.12.18, εναντίον των υφιστάμενων Εναγομένων, με την οποία αξιώνει την εγγραφή του χώρου στάθμευσης αρ. 12 (εφ’εξής «ο χώρος στάθμευσης») ως αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης του διαμερίσματος του με αριθμό εγγραφής 4/[ ] και αρ. θύρας [ ] στην πολυκατοικία. Ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι ο χώρος στάθμευσης, σύμφωνα με την υφιστάμενη δικογραφία, έχει εγγραφεί εκ λάθους και κατά παράβαση των εγκεκριμένων αρχιτεκτονικών σχεδίων ως αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης του καταστήματος 01 με αρ. εγγραφής 4/[ ] επί της πολυκατοικίας (εφ’εξής «το κατάστημα»), το οποίο κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήτοι στις 28.12.18, ανήκε στην Εναγόμενη 2. Ειδικότερα, κατά την καταχώριση της υπό κρίσης αγωγής στο κατάστημα εγγράφτηκαν 10 χώροι στάθμευσης με αρ. 12 – 21. Προς τούτο αντίγραφο πιστοποιητικού έρευνας του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη της πολυκατοικίας ημερ. 19.09.17, συμπεριλαμβανομένου του τότε ιδιοκτήτη του καταστήματος, επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1.   

 

5.    Ακολούθως, κατά ή περί τις 30.01.23, το κατάστημα ενεγράφη επ’ονόματι της εταιρείας «THEMIS PORTOFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMTED» (εφ’εξής «η προτιθέμενη Εναγόμενη») με αποκλειστικό δικαίωμα 2 χώρων στάθμευσης αρ. 12 και 21 ενώ ο ίδιος δεν γνωρίζει πως έγινε η διαγραφή των υπόλοιπων χώρων στάθμευσης. Προς τούτο αντίγραφο πιστοποιητικού έρευνας των εγγεγραμμένων ιδιοκτητών της πολυκατοικίας ημερ. 17.04.24, συμπεριλαμβανομένου του νυν ιδιοκτήτη του καταστήματος, επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα η προσθήκη της προτιθέμενης Εναγόμενης είναι αναγκαία για επίλυση των επίδικων θεμάτων καθότι σε αντίθετη περίπτωση η αγωγή του θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Περαιτέρω, αναφέρει ότι η επίδικη αίτηση καταχωρήθηκε λόγω γεγονότων που προέκυψαν μετά την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης και αλλαγής του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του καταστήματος. Συνεπώς, ο ομνύοντας θεωρεί ότι η προτεινόμενη τροποποίηση καθίσταται επιβεβλημένη καθότι η παρουσία της προτιθέμενης Εναγόμενης είναι αναγκαία για πλήρη και αποτελεσματική επίλυση των επίδικων ζητημάτων και αποτροπή πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών.

 

6.    Τέλος, ο Ενάγοντας προβάλλει τη θέση ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά στους υφιστάμενους Εναγόμενους, ότι προέκυψε μετά την καταχώριση της αγωγής και χωρίς να έχει αρχίσει η ακροαματική διαδικασία, ενώ ο ίδιος δεν φέρει ευθύνη για την αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του καταστήματος. Ως εκ τούτου, θεωρεί ότι είναι δίκαιο, εύλογο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.   

 

Θέση Εναγομένων 1 και 2

 

7.    Στην επίδικη αίτηση, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγόμενης 1 δήλωσε ότι δεν θα φέρει ένσταση και ότι ζητά τα έξοδα του και αυτά που θα προκληθούν από την αιτούμενη τροποποίηση.

 

8.    Όσο αφορά την πλευρά της Εναγόμενης 2, στις 11.04.25, ως προκύπτει από το πρακτικό του Δικαστηρίου, εμφανίστηκε ο Διευθυντής της Εναγόμενης 2 και ανάφερε ότι δεν θα φέρει ένσταση στην επίδικη αίτηση και έκτοτε ουδείς εμφανίζεται για την Εναγόμενη 2.  

 

Ένσταση της Προτιθέμενης Εναγόμενης  

 

9.    Η επίδικη αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της προτιθέμενης Εναγόμενης στην οποία επιδόθηκε η επίδικη αίτηση, ως οι οδηγίες του Δικαστηρίου ημερ. 11.04.25. Η ένσταση της προτιθέμενης Εναγόμενης ημερ. 12.06.25 υποστηρίζεται από 11 λόγους ένστασης που δύναται να συνοψισθούν ως εξής: (1) η επίδικη αίτηση υποβάλλεται με τεράστια καθυστέρηση και δεν προβάλλεται δικαιολογία για την υπέρμετρή καθυστέρηση στην καταχώριση αυτής (λόγοι ένστασης Α, Β και Θ), (2) ο Αιτητής γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει, σε προγενέστερο στάδιο, ότι η προτιθέμενη Εναγόμενη κατέστη ιδιοκτήτρια του καταστήματος και παρέλειψε να προβάλλει τους ισχυρισμούς του νωρίτερα  (λόγος ένστασης Γ), (3) ο Αιτητής δεν έλαβε άδεια από το Δικαστήριο για να καταχωρίσει την επίδικη αίτηση (λόγος ένστασης Δ), (4) η επίδικη αίτηση είναι νομικά και/ή ουσιαστικά αβάσιμη και/ή αστήρικτη και/ή αδικαιολόγητη γιατί δεν περιλαμβάνεται σε αυτήν μαρτυρία που να δικαιολογεί ότι ο αιτητής δικαιούται τις αιτούμενες θεραπείες εναντίον της προτιθέμενης Εναγόμενης και δεν υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της προτιθέμενης Εναγόμενης  (λόγοι ένστασης Ε και Η), (5) ένορκη δήλωση που συνοδεύει την επίδικη αίτηση είναι ανεπαρκής, ασαφή, αόριστη και δεν εκτίθενται σε αυτήν επαρκή γεγονότα για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και ούτε η επίδικη αίτηση και υποστηρικτική μαρτυρία ικανοποιούν τις στοιχειώδεις προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων (λόγοι ένστασης Στ και Ζ), (6) η αγωγή εξ αρχής δεν έπρεπε να καταχωρηθεί και/ή πρόκειται για ζήτημα που το Δικαστήριο δεν θα μπορεί να επιλύσει και/ή αποφασίσει (λόγος ένστασης Ι) και (7) είναι εύλογο και δίκαιο και προς το δημόσιο συμφέρον όπως απορριφθεί η επίδικη αίτηση (λόγος ένστασης ΙΑ).

 

10. Η νομική βάση της ένστασης της προτιθέμενης Εναγόμενης βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.9, θ. 1, 5, 6, 9 – 11, Δ.12, θ. 1-10, Δ.19, Δ.20, Δ.25, Δ.48, θ.1 - 12, Δ.39, Δ.57, Δ.59 και Δ.64, στα άρθρα 21 και 22 του περί  Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν/14/1960, στο άρθρο 30 (2) του Συντάγματος της Δημοκρατίας, στο δίκαιο της επιείκειας, στη νομολογία, στη διακριτική ευχέρεια, συμφυείς εξουσίες και πρακτική  του Δικαστηρίου.

 

11. H ένσταση της προτιθέμενης Εναγόμενης υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση του «Ν.Τ» ημερ. 11.06.25 (εφ’εξης «η Ε/Δ Ν.Τ»), όπου αναφέρει ότι, από τις 16.10.23, είναι λειτουργός στο Τμήμα Διαχείρισης Ακινήτων της προτιθέμενης Εναγόμενης και δηλώνει δεόντως εξουσιοδοτημένος από αυτήν να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Περαιτέρω ο ομνύοντας αναφέρει ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπό κρίση αγωγής είτε από προσωπική γνώση είτε από όσα προκύπτουν από τα έγγραφα που έχει στην κατοχή του.

 

12. O ομνύοντας προβάλλει τη θέση, ως λαμβάνει νομική συμβουλή, ότι δεν υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της προτιθέμενης Εναγόμενης επειδή ο ίδιος ο Ενάγοντας στη δική του ένορκη δήλωση παραδέχεται ότι «εκ λάθους» το αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης του χώρου στάθμευσης εγγράφηκε ως δικαίωμα χρήσης του ακινήτου αρ. εγγραφής 4/[ ] (εφ’εξής «το ακίνητο»). Περαιτέρω ο ομνύοντας αναφέρει ότι η προτιθέμενη Εναγόμενη κατέστη εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου από την 30.01.23 και εντούτοις ο Ενάγοντας περί τα 7 χρόνια από την καταχώρηση της παρούσας αγωγής και περί τα 2 χρόνια από την ημέρα που η προτιθέμενη Εναγόμενη κατέστη ιδιοκτήτρια του ακινήτου επιθυμεί τώρα να τροποποιήσει την αγωγή του, χωρίς να αναφέρει οποιοδήποτε λόγο για την καθυστέρηση αυτή ή τουλάχιστον πότε αντιλήφθηκε τη μεταβίβαση του ακινήτου στη προτιθέμενη Εναγόμενη και τον λόγο που δεν έπραξε κάτι άμεσα.

 

13. Στην Ε/Δ Ν.Τ. γίνεται αναφορά ότι ο Ενάγοντας δεν αναφέρει ποια δικαιώματα του θα πληγούν από τη μη προσθήκη της προτιθέμενης Εναγόμενης. Επιπλέον, ο ενόρκως δηλών, ως ενημερώνεται, ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο δεν θα μπορεί να διατάξει την τροποποίηση του αρχείου του Κτηματολογίου, ή, εάν μπορεί να το πράξει, τότε αυτό θα είναι δεσμευτικό έναντι όλων όσων σχετίζονται με το ακίνητο και όχι εναντίον των συγκεκριμένων διαδίκων. Προς τούτο, ως λαμβάνει νομική συμβουλή, θέση του είναι ότι οι ισχυρισμοί του Ενάγοντα θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη ή να επιφέρουν αποτέλεσμα μόνο σε διαδικασία ενώπιον του Κτηματολογίου λ.χ. για διόρθωση των κτηματολογικών μητρώων, εάν οι ισχυρισμοί του ευσταθούν. Επιπλέον, εφόσον η προτιθέμενη Εναγόμενη δεν μπορεί να γνωρίζει γιατί η περιγραφή του ακινήτου έχει ως έχει, θέση του ομνύοντα είναι ούτε και το Δικαστήριο θα μπορεί να αποφασίσει επί τούτου.

 

14. Ο ομνύοντας επίσης προβάλλει τη θέση ότι τυχόν έγκριση της επίδικης αίτησης θα είναι ενάντια στο συμφέρον της δικαιοσύνης καθότι η προτιθέμενη Εναγόμενη θα καταστεί διάδικος χωρίς να υπάρχει οποιοδήποτε πραγματικό αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της, αφού η ίδια δεν φέρει οποιαδήποτε ευθύνη ή έχει πράξει οποιοδήποτε αδίκημα. Περαιτέρω θα «δεσμευτεί» το ακίνητο με αποτέλεσμα να δυσχεραίνεται η πώληση του από τη προτιθέμενη Εναγόμενη προκαλώντας της ανεπανόρθωτη ζημιά που δεν αποζημιώνεται με χρήμα.

 

15. Προς τούτο ο ομνύοντας εξηγεί πως η προτιθέμενη Εναγόμενη, δυνάμει διαδικασίας καταναγκαστικής πώλησης, κατέστη ιδιοκτήτρια του ακινήτου και προβάλλει τη θέση ότι οποιοδήποτε ζήτημα που άπτεται της περιγραφής του ακινήτου εναπόκειται στο Τμήμα του Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Ο ομνύοντας ισχυρίζεται επιπρόσθετα ότι καμιά ένσταση καταχωρήθηκε από τον Ενάγοντα στα πλαίσια της διαδικασίας πλειστηριασμού του ακινήτου, ενώ όφειλε να το πράξει εφόσον κατ’ισχυρισμόν επηρεάζονται τα δικαιώματα του, με αποτέλεσμα η προτιθέμενη Εναγόμενη να μην γνωρίζει τους ισχυρισμούς του και να έχει καταβάλει το ποσό των €400.000 για την αγορά του ακινήτου, το οποίο αναμφίβολα περιλαμβάνει και το αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης του χώρου στάθμευσης.

 

16. Στην Ε/Δ Ν.Τ γίνεται επίσης αναφορά ότι πριν την καταχώριση της επίδικης αίτησης ο Ενάγοντας όφειλε να λάβει άδεια από το Δικαστήριο με βάση τον περί της Εκδίκασης Καθυστερημένων Υποθέσεων (Ειδικοί) Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2022 (35/22). Προς τούτο αναφέρει βεβαίως η προτιθέμενη Εναγόμενη ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο ο Ενάγοντας έχει λάβει τέτοια άδεια και ότι ουδέν δικόγραφο έχει επιδοθεί σε αυτήν. 

 

17. Ο ομνύοντας αναφέρει επίσης ότι τα γεγονότα και το κατ’ισχυρισμό αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα προϋπήρχε της αγοράς ακινήτου από τη προτιθέμενη Εναγόμενη και συνεπώς ο Ενάγοντας δεν είναι εναντίον της προτιθέμενης Εναγόμενης που έπρεπε να κινηθεί. Τέλος, προβάλλει τη θέση ότι δεν προσδιορίζονται ούτε εξειδικεύονται τα στοιχεία που, με βάση τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, επιβάλλουν την έγκρισή της επίδικης αίτησης, ώστε να δύναται να αξιολογηθούν από το Δικαστήριο. Ως εκ τούτου αιτείται την απόρριψη της επίδικης αίτησης με έξοδα υπέρ της προτιθέμενης Εναγόμενης.

 

Γραπτές Αγορεύσεις των μερών

 

18. Στα πλαίσια της επίδικης αίτησης ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε και αμφότεροι συνήγοροι αγόρευσαν γραπτώς και προφορικά προς υποστήριξη των θέσεων τους. Εξέτασα με πολύ προσοχή τις θέσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων και τη Νομολογία στην οποία παρέπεμψαν το Δικαστήριο για σκοπούς υποστήριξης των θέσεων που εγείρουν.

 

19. Aναφορικά με την θέση της προτιθέμενης Εναγόμενης, ως προβάλλεται στην γραπτή αγόρευση της, ότι τυχόν απόφαση του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας αγωγής θα έχει αναμφίβολα σημαντικές συνέπειες που απορρέουν από γεγονότα που έχουν ήδη ολοκληρωθεί τελεσίδικα, όπως η υποθήκευση του καταστήματος από την Εναγόμενη 2, η εκποίηση των σχετικών εγγράφων υποθήκης και η μετεγγραφή του καταστήματος έναντι τιμήματος πώλησης, αυτή δεν συμπεριλαμβάνεται στην ένσταση της προτιθέμενης Εναγόμενης και την Ε/Δ Ν.Τ. Ούτε η θέση ότι, σε περίπτωση προσθήκης της προτιθέμενης Εναγόμενης, ως διάδικο, η υπεράσπιση της θα απαιτούσε την παράθεση σωρείας ζητημάτων, περιλαμβανομένων ισχυρισμών αναφορικά με το προηγούμενο ιδιοκτησιακό καθεστώς του καταστήματος, τους όρους της υποθήκης, τη διαδικασία εκποίησης του καταστήματος καθώς και την αγορά και μετεγγραφή αυτού επ’ονόματι της έναντι συγκεκριμένου τιμήματος και την ενδεχόμενη διαφοροποίηση αυτής, γεγονός δύσκολο καθώς η Εναγόμενη 2 έχει ήδη επωφεληθεί από την πίστωση, συμπεριλαμβάνεται στην ένσταση της προτιθέμενης Εναγόμενης και την Ε/Δ Ν.Τ.  Συνεπώς αυτές οι θέσεις της προτιθέμενης Εναγόμενης που προβάλλονται τώρα από τον συνήγορο της δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη καθώς η γραπτή αγόρευση  δικηγόρου δεν αποτελεί παραδεκτή μέθοδο για εισαγωγή μαρτυρίας (βλ. El Fath Co for International Trade SAE v. EDT Shipping Ltd κ.ά. (1992) 1(B) Α.Α.Δ. 1255, HAMISI MWINYI SELMANI κ.α. ν. Δημοκρατίας, (2015) 2 Α.Α.Δ. 411).

 

Νομική Πτυχή

 

20. Η Δ.9 θ.10 των παλαιών Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, παρέχει στο Δικαστήριο την διακριτική εξουσία να διατάξει, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, την προσθήκη οποιουδήποτε προσώπου ως διαδίκου, την παρουσία του οποίου θεωρεί αναγκαία για να μπορέσει να αποφασίσει πλήρως και αποτελεσματικά τα επίδικα ζητήματα. Ειδικότερα η Δ.9 θ.10 προνοεί τα εξής:

 

«10. No cause or matter shall be defeated by reason of the misjoinder or non-joinder of parties, and the Court may in every cause or matter deal with the matter in controversy so far as regards the rights and interests of the parties actually before it. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties improperly joined, whether as plaintiffs or as defendants, be struck out, and that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants, who ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the cause or matter, be added. No person shall be added as a plaintiff suing without a next friend, or as the next friend of a plaintiff under any disability, without his own consent in writing thereto. Every party whose name is so added as defendant shall be served with a writ of summons or notice in manner provided by Rule 11 of this Order or in such manner as may be prescribed by any special order, and the proceedings as against such party shall be deemed to have begun only on the service of such writ or notice.

 

21. Ακολούθως, η Δ.9, θ.11[1] των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει ότι όπου προστίθεται ή υποκαθίσταται εναγόμενος, το κλητήριο ένταλμα τροποποιείται αναλόγως και επιδίδεται στον νέο εναγόμενο.

 

22. Στο σύγγραμμα Annual Practice 1958,[2] σε σχέση με την αντίστοιχη αγγλική διαταγή Ο.16 r.11, επισημαίνεται ότι η έκδοση διαταγής για προσθήκη διαδίκου, περιλαμβανομένης της προσθήκης εναγομένου, επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο διαθέτει ευρεία εξουσία να εκδώσει τέτοια διαταγή όταν το κρίνει αναγκαίο για την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων. Περαιτέρω, στο προαναφερθέν σύγγραμμα,[3] υπό τον τίτλο «Adding defendants», παρατίθενται οι βασικές αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, ως προς την προσθήκη εναγομένων.  Επιπρόσθετα επισημαίνεται, στο εν λόγω σύγγραμμα, ότι ο σκοπός της εν λόγω Διαταγής, είναι η εξασφάλιση έκδοσης απόφασης επί όλων των επίδικων θεμάτων χωρίς καθυστέρηση και πρόκληση εξόδων με την έγερση και εκδίκαση ξεχωριστών αγωγών. Ιδιαίτερα φωτιστικά, είναι τα όσα αναγράφονται στην παράγραφο με τίτλο «When Order refused», τα οποία έχουν ως εξής:

 

«When Order Refused - Where the addition will have the effect of adding a new cause of action the order may be refused (Raleigh v. Goschen (1898) 1 Ch. 81; cf. Ashley, v. Taylor 10 Ch. D. 768 and O.28, r.1(n)). A person indirectly interested will not be added (Moser v. Marsden, (1892) 1 Ch. 487); and a defendant against whom no relief is sought by the plaintiff will not be added against the wish of the latter (Hood-Barrs v. Frampton & Co., (1924) W.N. 287); a third party notice in such a case is usually the proper course».

 

23. Άδεια για προσθήκη εναγόμενου δεν επιτρέπεται εάν με την προσθήκη εισάγεται νέα βάση αγωγής και εάν με την προσθήκη δεν επιτυγχάνεται η αποτελεσματική επίλυση των επίδικων θεμάτων και τα πρόσωπα των οποίων επιδιώκεται η προσθήκη δεν είναι αναγκαία (βλ. Manchester Lines v Viamaz CoachIndustry (1983) 1 C.L.R. 178). Στη Perihan Mustafa Korkut v. Αποστόλου Γεωργίου, διά του πληρεξουσίου αντιπροσώπου του Χαράλαμπου Χ. Ζόππου (Aρ. 1) (2007) 1 A.Α.Δ. 1213, λέχθηκε ότι βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την προσθήκη διαδίκου είναι κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα και ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία όπου οι νόμιμοι ιδιοκτήτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται.

 

24. Στην υπόθεση Οδυσσέως v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (2001) 1(Β) Α.Α.Δ. 1372, αναφέρθηκε ότι, η παρότι η επιλογή των εναγομένων σε μια αγωγή είναι δικαίωμα το οποίο ανήκει βασικά στον ενάγοντα, το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική του εξουσία, δυνάμει της Δ.9 θ.10, να διατάξει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, είτε κατόπιν αιτήσεως είτε χωρίς αίτηση, την προσθήκη οποιουδήποτε προσώπου ως διαδίκου όταν η παρουσία του οποίου κρίνεται αναγκαία για την πλήρη και αποτελεσματική επίλυση των επίδικων θεμάτων. (βλ. επίσης Mepa Underwriting Management Ltd κ.ά. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων (1997) 1(Β) Α.Α.Δ. 772, Αγρότου κ.α. ν. Αγρότου (2016) 1 Α.Α.Δ. 1325 και Μιχαηλίδης ν. 1) Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, Πολ. Εφ. 73/19, ημερ. 28.09.21, ECLI:CY:AD:2021:A410). Προς τούτο, ως ειπώθηκε στην υπόθεση Παπαχριστοφόρου ν. Χαραλάμπους (1991) 1 Α.Α.Δ. 906, η απόφανση ως προς το αν βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου είναι συναρτημένη προς τα επίδικα θέματα, όπως αυτά προσδιορίζονται στις γραπτές προτάσεις

 

25. Περαιτέρω στην υπόθεση Ι. Γ. Κασουλίδης & Υιός Λτδ ν. Μιχαήλ, Πολ. Εφ. Ε187/2013, ημερ. 9/10/2018, εξετάστηκε κατά πόσο ήταν ορθή η πρωτόδικη απόφαση να προστεθούν οι Εφεσείοντες ως διάδικοι και εάν υπήρξε καθυστέρηση ή πιθανή ζημιά σε αυτούς από την προσθήκη τους. Ειδικότερα, αναφερθήκαν τα εξής:

 

«Το πρωτόδικο Δικαστήριο έπρεπε, λοιπόν, να περιοριστεί στο μόνο ερώτημα που αναδυόταν από τα γεγονότα της υπόθεσης, κατά πόσο δηλαδή οι εφεσείοντες ήταν αναγκαίοι διάδικοι για να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.9, θ.10 των Θεσμών. Ζήτημα το οποίο δεν συνεπαγόταν την εξέταση κατά πόσο η προτεινόμενη τροποποίηση αφορούσε «σφάλματος περί το όνομα». Έχοντας, όμως, απαντήσει στο ερώτημα αυτό, το Δικαστήριο στη συνέχεια θεώρησε, ουσιαστικά, ότι οι εφεσείοντες ήταν αναγκαίοι διάδικοι αφού, όπως σημείωσε, η απαίτηση της εφεσίβλητης θα μπορούσε να διεκδικηθεί μόνο από τους εφεσείοντες οι οποίοι ήταν οι εργοδότες της, κατά το χρόνο του ατυχήματος. Το εύρημα είναι ορθό και, εν πάση περιπτώσει, δεν προσβάλλεται με την έφεση.

 

[…]  

 

Τέθηκε θέμα καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης. Θέση η οποία απορρίφθηκε από το Δικαστήριο κρίνοντας ότι δεν υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση αφού η εφεσίβλητη ενήργησε δεόντως μόλις αντιλήφθηκε το λάθος. Οι εφεσείοντες θεωρούν εσφαλμένη την πρωτόδικη κρίση στη βάση ότι το Δικαστήριο παραγνώρισε πλήρως πως το βάρος απόδειξης σχετικά με τον παράγοντα της καθυστέρησης ήταν στους ώμους της εφεσίβλητης. Καταλήγοντας δε ότι η παράλειψη αντεξέτασης της εφεσίβλητης κατέστησε αδιαμφισβήτητο τον ισχυρισμό της περί υποβολής της αίτησης μόλις αυτή αντιλήφθηκε το λάθος, το Δικαστήριο παραγνώρισε, επίσης, πως οι καθ' ων η αίτηση (η εταιρεία και οι εφεσείοντες), αμφισβητούσαν τον εν λόγω ισχυρισμό. Προσβάλλεται και η ορθότητα του ευρήματος του Δικαστηρίου περί μη πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς στους εφεσείοντες στη βάση, ουσιαστικά, ότι με την υποκατάσταση τους στη θέση της εταιρείας, θα αναγκαστούν να λάβουν μέρος σε αγωγή που προωθείται εναντίον άλλου διάδικου για περίοδο τεσσάρων ετών εν αγνοία τους.  Επίσης, θα αποστερηθούν «όλων των δικαιωμάτων που έχει ένας διάδικος από την πρώτη στιγμή που επιδίδεται σε αυτόν μια αγωγή», ενώ σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής της εφεσίβλητης, θα κληθούν να καταβάλουν τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής.

 

26. Σε σχέση με την τροποποίηση δικογράφων, η επίδικη αίτηση, ως αναφέρω ανωτέρω, βασίζεται στην Δ.25 των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ως τροποποιήθηκε. Ειδικότερα, εφόσον οι αιτούμενες τροποποιήσεις επιχειρούνται μετά το στάδιο της κλήσης για Οδηγίες, σχετικό είναι τα όσα διαλαμβάνει η Δ.25 θ.1(3),  που προνοεί τα εξής:

 

«Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.»

 

27. Από το πιο πάνω λεκτικό της Δ.25 θ.1(3) προκύπτει ότι η τροποποίηση δικογράφου, μετά την έκδοση κλήσης για οδηγίες, δεν είναι επιτρεπτή με εξαίρεση την τροποποίηση δικογράφου για διόρθωση εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους στη σύνταξη της δικογραφίας και στην περίπτωση που, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, έχουν  προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά την λήψη των οδηγιών. Επομένως, ως άλλωστε λέχθηκε στην MONOKO (ΚΟΣΤΟΛΟΓΗΣΕΙΣ ΕΠΙΜΕΤΡΗΣΕΙΣ ΟΙΚΟΔΟΜΩΝ) ΛΤΔ ν. C & S AMART MOVE DEVELOPERS LTD, Πολιτική Έφεση αρ. Ε99/2022, ημερομηνίας 03.10.2025, η νομολογία της παλιάς Δ.25 δεν είναι βοηθητική στην εξέταση της επίδικης αίτησης καθώς οι σχετικές πρόνοιες της νέας Δ.25 είναι εντελώς διαφορετικές και δεν παρέχεται πλέον ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο, όπως προβλεπόταν στην παλαιά Δ.25.

 

28. H ερμηνεία του «καλόπιστου λάθους» έχει εξεταστεί από το Εφετείο στην πρόσφατη απόφαση ΜΟΝΟΚΟ (ανωτέρω), υπό μονομελή σύνθεση, όπου κρίθηκε ότι η έννοια του καλόπιστου λάθους δεν εκτείνεται με τρόπο ώστε να καλύπτει λάθη που αφορούν ισχυρισμούς που ήταν γνωστοί από πριν στον εκάστοτε αιτητή. Ειδικότερα στην ΜΟΝΟΚΟ (ανωτέρω) λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά:

 

«Η νέα διαταγή 25 δεν αναφέρεται ειδικά, στην ερμηνεία της φράσης  «καλόπιστο λάθος». Κατά την κρίση μου, το καλόπιστο λάθος δεν επεκτείνεται στην παράλειψη προσθήκης κάποιων ισχυρισμών, αλλά περιορίζεται στην τυπικά λανθασμένη σύνταξη του δικογράφου, σε παραλείψεις και σε μικρές ασάφειες ή σε απλά τυπογραφικά λάθη. Με αυτή την έννοια δεν συνιστά καλόπιστο λάθος, η παράλειψη προσθήκης νέων ισχυρισμών, ειδικά αν αυτοί ήταν γνωστοί από πριν στον αιτητή. Σχετική είναι η ενδιάμεση απόφαση της Λ. Δημητριάδου Π.Ε.Δ. (ως ήταν τότε) στην αγωγή 813/2017 Οδυσσέως ν. Σ.Κ.Τ., ημερ. 30/12/2019, στην οποία αναφέρθηκε μεταξύ άλλων ότι η παράλειψη καταγραφής γεγονότων που θεμελιώνουν τη βάση της αγωγής, δεν μπορούν να υπαχθούν στην έννοια του εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους.

 

Στην ίδια υπόθεση Οδυσσέως (ανωτέρω), διατυπώνεται η άποψη ότι οι νέες Δ.25 και Δ.30, αναμφίβολα επιβάλλουν πολύ μεγαλύτερη προσοχή και επιμέλεια στους συνηγόρους κατά το στάδιο σύνταξης των δικογράφων, αφού τα περιθώρια άσκησης διακριτικής ευχέρειας σε αιτήματα τροποποίησης από πλευράς Δικαστηρίου, είναι πλέον ιδιαίτερα περιορισμένα. Εν ολίγοις, η νέα προσέγγιση πραγμάτων, απαιτεί από όλους τους διαδίκους και τους συνηγόρους τους, να μεριμνούν δεόντως για την συμπερίληψη όλων των αναγκαίων ισχυρισμών στα δικόγραφά τους, ούτως ώστε να αποφεύγεται η τροποποίηση δικογράφων, σε προχωρημένο στάδιο της δίκης.»

 

(υπογράμμιση του Δικαστηρίου).

 

Άδεια καταχώρισης της επίδικης αίτησης

 

29. Αναφορικά με τον λόγο ένστασης κατά πόσο λήφθηκε άδεια για καταχώριση της επίδικης αίτησης, με βάση τον Κανονισμό 4[4] των περί της Εκδίκασης Καθυστερημένων Υποθέσεων (Ειδικοί) Διαδικαστικών Κανονισμών του 2022 (35/22) σε συνάρτηση με τον Κανονισμό 2[5] του Δ.Κ. 35/22, ανατρέχοντας στο πρακτικό ημερ. 18.11.24 παρατηρώ ότι δόθηκε άδεια για καταχώριση της επίδικης αίτησης. Ειδικότερα, δοθήκαν οδηγίες ως προς την προθεσμία καταχώρισης και ορισμού της επίδικης αίτησης. Συνεπώς, ο λόγος αυτός ένστασης απορρίπτεται ως αβάσιμος.

 

Εξέταση της επίδικης αίτησης

 

30. Στην παρούσα περίπτωση, όπως προκύπτει από το αντίγραφο του Πιστοποιητικού Έρευνας ημερ. 17.04.24 αναφορικά με το ακίνητο με αρ. εγγραφής ημερ. 4/[ ] (βλ. Τεκμήριο 2 της Ε/Δ Π.Ι.) αυτό έχει εγγραφεί στις 30.01.23 προς όφελος της προτιθέμενης Εναγόμενης μαζί με το χώρο στάθμευσης. Κάτι τέτοιο εξάλλου αναφέρει και ο ομνύοντας, εκ μέρους της προτιθέμενης Εναγόμενης, στην Ε/Δ Ν.Τ. Συνεπώς, εφόσον η υπό κρίση αγωγή αφορά την εγγραφή του χώρου στάθμευσης, ιδιοκτησίας της προτιθέμενης Εναγόμενης, τυχόν επιτυχία της υπό κρίση αγωγής ασφαλώς και θα επηρεάσει τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα της, με βάση τα όσα λέχθηκαν στην Perihan (ανωτέρω), κατά τέτοιο τρόπο ώστε η προτιθέμενη Εναγόμενη να καθίσταται αναγκαίος διάδικος.  

 

31. Τα πιο πάνω, κατά την κρίση μου, είναι ικανά να θεμελιώσουν, εκ πρώτης όψεως, αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα εναντίον της προτιθέμενης Εναγόμενης, καθότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, ο χώρος στάθμευσης έχει εγγραφεί εκ λάθους και κατά παράβαση των εγκεκριμένων αρχιτεκτονικών σχεδίων ως αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης του καταστήματος, ιδιοκτησίας της προτιθέμενης Εναγόμενης. Τα όσα, βεβαίως, προβάλλει ο ομνύοντας στην Ε/Δ Ν.Τ. σχετικά με το ότι η ενδεδειγμένη διαδικασία που έπρεπε να ακολουθηθεί είναι αυτή ενώπιον του Κτηματολογίου για διόρθωση των κτηματολογικών μητρώων, συνιστούν ζητήματα που άπτονται τυχόν υπεράσπισης της προτιθέμενης Εναγόμενης και τα οποία θα εξεταστούν από το Δικαστήριο κατά την ακροαματική διαδικασία.  

 

32. Αναφορικά με την καθυστέρηση στην καταχώριση της επίδικης αίτησης, ο Ενάγοντας, στην Ε/Δ Π.Ι. δεν προσδιορίζει πότε ενημερώθηκε για την αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του καταστήματος. Ούτε αντεξετάστηκε επί τούτου και πότε προέβη σε έρευνα στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού σχετικά με τους εγγεγραμμένους ιδιοκτήτες της πολυκατοικίας. Προς τούτο σημειώνεται ότι το σχετικό Πιστοποιητικό Ερευνάς φέρει ημερομηνία 17.04.24 (βλ. Τεκμήριο 2 στην Ε/Δ Π.Ι.). Περαιτέρω, το Δικαστήριο ανέτρεξε στα πρακτικά, εντός του δικαστηριακού φακέλου. για την περίοδο από την εγγραφή της προτιθέμενης Εναγόμενης, ως ιδιοκτήτρια του καταστήματος, μέχρι την καταχώριση της επίδικης αίτησης. Ειδικότερα, η υπόθεση ήταν ορισμένη στις 24.05.22, όποτε και ορίστηκε για ακρόαση στις 16.05.23, ενώ ακολούθως επαναορίστηκε για ακρόαση στις 18.01.24. Στις 18.01.24, αναφέρθηκε από τους ευπαίδευτους συνηγόρους ότι θα πραγματοποιείτο επί τόπου συνάντηση προς επίλυση του επίδικου θέματος. Συνεπώς, η υπόθεση ορίστηκε τόσο στις 20.02.24 για δήλωση συμβιβασμού όσο και στις 11.04.24 για ακρόαση. Στις 20.02.24 αναφέρθηκε για πρώτη φορά από την πλευρά του Ενάγοντα ότι αναμενόταν πιστοποιητικό έρευνας από το Κτηματολόγιο. Ειδικότερα, αναφέρθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Ενάγοντα ότι «συνεχίζονται οι προσπάθειες χωρίς κατάληξη ακόμα καθότι αναμένουμε πιστοποιητικά έρευνας από το Κτηματολόγιο» ενώ ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγόμενης 1 συμφώνησε ότι έγινε και επί τόπου συνάντηση. Ακολούθως, στις 11.04.24 αναφέρθηκε από τον κ. Χριστοφόρου ότι «Έγινε συνάντηση, προσφέρθηκε χώρος στάθμευσης, αλλά φαίνεται να έγιναν μεταβιβάσεις χώρων εν αγνοία μας. Ζητούμε περαιτέρω χρόνο για να προβούμε σε νέα έρευνα». Προς τούτο η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για Ακρόαση στις 18.11.24, ημερομηνία κατά την οποία δόθηκε άδεια για καταχώριση της επίδικης αίτησης και παράλληλα η αγωγή ορίστηκε για Ακρόαση στις 17.03.25. Συνεπώς, από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η πλευρά του Ενάγοντα απέκτησε, τουλάχιστον περί τον Απρίλιο του 2024, επίγνωση της μεταβίβασης του καταστήματος. Σημειώνεται ότι για σκοπούς εξέτασης της καθυστέρησης, κρίσιμος χρόνος δεν είναι ο χρόνος της μεταβίβασης, αλλά ο χρόνος κατά τον οποίο ο Ενάγοντας απέκτησε γνώση της μεταβίβασης προκειμένου ακολούθως να προβεί στα αναγκαία διαβήματα. Υπό το φως των πιο πάνω και λαμβανομένου υπόψη ότι στο μεταξύ καταβάλλονταν προσπάθειες διευθέτησης καθώς και ότι απαιτήθηκε χρόνος για διενέργεια περαιτέρω έρευνας, φρονώ ότι δεν υπήρχε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώριση της επίδικης αίτησης.   

 

33. Ως προς τον ισχυρισμό της προτιθέμενης Εναγόμενης ότι θα «δεσμευτεί» το ακίνητο με αποτέλεσμα να δυσχεραίνεται η πώληση του και να προκαλείται σε αυτήν ανεπανόρθωτη ζημιά, η θέση αυτή δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο. Καταρχάς δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία περί πρόθεσης  πώλησης του ακινήτου από την προτιθέμενη Εναγόμενη, ούτε προσδιορίζεται ποια ακριβώς είναι αυτή η κατ’ισχυρισμό ανεπανόρθωτη ζημιά που θα υποστεί. Εν πάσει περίπτωση,  η τυχόν δυσχέρεια στη διάθεση του ακινήτου δεν ισοδυναμεί αφ’εαυτής με ανεπανόρθωτη ζημιά. Περαιτέρω, λαμβανομένου υπόψη ότι η μεταβίβαση του ακινήτου έλαβε χώρα ακόμη και μετά την καταχώριση της υπό κρίση αγωγής, δεν προκύπτει ότι η προτεινόμενη Εναγόμενη στερείται της δυνατότητας διάθεσης του ακινήτου. Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος και ατεκμηρίωτος.

 

34. Όσο αφορά τα αιτητικά τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης με την προσθήκη τριών νέων παραγράφων και την συνακόλουθη αναρίθμηση των λοιπών παραγράφων, ως το διάταγμα (Β) της επίδικης αίτησης, από την Ε/Δ Π.Ι. προκύπτει ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν επιδιώκεται για διόρθωση εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους. Συνεπώς, καθίσταται ξεκάθαρο ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της πρώτης εξαίρεσης της Δ.25 Θ.1(3). 

 

21. Αναφορικά με τη δεύτερη εξαίρεση κατά την οποία είναι επιτρεπτή η τροποποίηση δικογράφου, έχοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με την Ε/Δ Π.Ι., ο χώρος στάθμευσης είχε εγγραφεί εκ λάθους και κατά παράβαση των εγκεκριμένων αρχιτεκτονικών σχεδίων ως αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης του καταστήματος, το οποίο κατά την καταχώριση της υπό κρίση αγωγής, ανήκε στην Εναγόμενη 2 ενώ ακολούθως, κατά ή περί τις 30.01.23, το κατάστημα εγγράφτηκε επ’ονόματι της προτιθέμενης Εναγόμενης, προκύπτει ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις αφορούν νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης, δια της οποίας τώρα σκοπείται η τροποποίηση αυτής με την προσθήκη τριών νεών παραγράφων αναφορικά με την αγορά του καταστήματος από την προτιθέμενη Εναγόμενη και την εγγραφή του χώρου στάθμευσης επ’ονόματι της, για τον οποίο χώρο στάθμευσης θα έπρεπε, κατ’ισχυρισμόν, να εγγραφεί ως αποκλειστικό δικαίωμα του διαμερίσματος του Ενάγοντα. Συνακόλουθα, είναι προφανές ότι η αιτούμενη τροποποίηση δια της προσθήκης τριών νέων παραγράφων στην υφιστάμενη Έκθεση Απαίτησης ημερ. 04.04.19 εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της δεύτερης εξαίρεσης της Δ.25 Θ.1(3). 

 

35. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι, στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχει η δεύτερη εξαίρεση που θέτει η πιο πάνω Δ.25 Θ.1(3), ώστε να επιτραπούν οι αιτούμενες προσθήκες των νέων παραγράφων 7 έως 9 και η συνακόλουθη αναρίθμηση των λοιπών παραγράφων, ως το αιτητικό Β της επίδικης αίτησης.  

 

Κατάληξη

 

36. Για λόγους που εκτεθήκαν πιο πάνω, εκδίδονται διατάγματα ως τα αιτητικά Α και Β (1) έως (4) της επίδικης αίτησης. Το αιτητικό (Γ) της επίδικης αίτησης απορρίπτεται λόγω μη προώθησης.

 

37. Το Τροποποιημένο Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα και η τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωρηθούν εντός 10 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Η σύνταξη να ζητηθεί εντός 3 ημερών από σήμερα. Ακολούθως, εντός 14 ημερών από την επίδοση των πιο πάνω τροποποιημένων δικογράφων στους Εναγόμενους 1 και 2, καθώς και στην προτεινόμενη Εναγόμενη, να καταχωρηθεί, εκ μέρους των Εναγομένων 1 και 2, Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης και εκ μέρους της προτιθέμενης Εναγόμενης Έκθεση Υπεράσπισης. Στη συνέχεια, τυχόν τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση, εκ μέρους του Ενάγοντα, να καταχωρηθεί εντός 7 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης των Εναγομένων 1 και 2 και τυχόν Απάντηση στην Υπεράσπιση, εκ μέρους του Ενάγοντα, να καταχωρηθεί εντός 7 ημερών από την επίδοση της Έκθεσης Υπεράσπισης της προτιθέμενης Εναγόμενης.

 

38. Η υπόθεση ορίζεται για Οδηγίες, για να διαπιστωθεί κατά πόσον υπάρχει συμμόρφωση με τα πιο πάνω, στις 18/05/2026 και η ώρα 9:00π.μ.

 

Τα έξοδα

 

39. Όσον αφορά τα έξοδα, λαμβάνω υπόψη τα λεχθέντα στην Κασουλίδης (ανωτέρω) όπου, με αναφορά στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Κώστα  Χαραλάμπους Πιερή 1999 1 Α.Α.Δ. 809, ανατράπηκε η πρωτόδικη κρίση ότι τα έξοδα της αίτησης τροποποίησης θα έπρεπε να επιδικαστούν εναντίον του αποτυχόντα διαδίκου. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι η γενεσιουργός αιτία της δημιουργίας των εξόδων ήταν το δικονομικό διάβημα του Ενάγοντα/Αιτητή να καταχωρίσει την αίτηση τροποποίησης, το οποίο οδήγησε την υπόθεση σε εκτροπή από τη φυσιολογική της εξέλιξη. Περαιτέρω, αναφέρθηκε ότι η ένσταση, έστω και αν ήταν ανεπιτυχής, δεν επηρεάζει την πιο πάνω προσέγγιση. Συνεπώς τα έξοδα της επίδικης αίτησης καθώς και τα έξοδα που θα προκύψουν από την πιο πάνω τροποποίηση επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης 1 και εναντίον του Ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. Αναφορικά με την Εναγόμενη 2, από τις 11.04.25, ουδείς εμφανίστηκε εκ μέρους της. Ούτε κατά την ακρόαση της επίδικης αίτησης εκπροσωπήθηκε από συνήγορο ή άλλο αρμόδιο πρόσωπο. Συνεπώς, στα πλαίσια της επίδικης αίτησης, δεν επιδικάζονται οποιαδήποτε έξοδα αναφορικά με αυτήν.

 

40. Όσον αφορά την προτιθέμενη Εναγόμενη, αυτή δεν ευθύνεται για την ανάγκη καταχώρισης της επίδικης αίτησης και η εμπλοκή της στη διαδικασία προκύπτει αποκλειστικά από το δικονομικό διάβημα του Ενάγοντα προς προσθήκη της ως διάδικο στην υπό κρίση αγωγή. Τα πιο πάνω, κατά την κρίση μου, δικαιολογούν παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα. Υπό τις περιστάσεις, τα έξοδα της επίδικης αίτησης επιδικάζονται υπέρ της προτιθέμενης Εναγόμενης και εναντίον του Ενάγοντα/Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, καταβλητέα στο τέλος της δικαστικής διαδικασίας.

(Υπ.)……………………...

Α. Παρπαρίνου, Ε.Δ.

 

Πιστόν Αντίγραφο

 

 

Πρωτοκολλητής

 



[1] Δ.9 θ.11.«Where a defendant is added or substituted, the writ of summons shall be amended accordingly and the plaintiff shall, unless otherwise ordered by the Court or a Judge, file a copy of the writ as amended, and serve the new defendant with such amended writ or notice in lien of service thereof in the same manner as original defendants are served, and the proceedings shall be continued as if the new defendant had originally been made a defendant.»

[2] Βλ. σελ. 345.

[3] Βλ. σελ. 348.

[4] (4) Για όλες τις υποθέσεις μεταξύ των πιο πάνω ετών για τις οποίες υπάρχει ήδη ορισμένη  ημερομηνία έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας ή που έχουν οριστεί για οποιονδήποτε σκοπό ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν επιτρέπεται, χωρίς την προηγούμενη άδεια του δικαστηρίου, η καταχώριση οποιασδήποτε ενδιάμεσης αίτησης. Το αίτημα για άδεια τίθεται προφορικώς ενώπιον του δικαστηρίου προς έγκριση ή απόρριψη αναλόγως της περιπτώσεως. Εναπόκειται στο δικαστήριο να εξετάσει το αίτημα για να δώσει όλες τις πρέπουσες οδηγίες ή/και να αποφασίσει ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια προς το συμφέρον της δικαιοσύνης.

[5] (2) Οι Κανονισμοί αφορούν σε όλες τις εκκρεμούσες υποθέσεις που καταχωρίστηκαν μέχρι την 31η Δεκεμβρίου, 2021 και στις οποίες δεν έχει κατά την ημερομηνία δημοσίευσης των Κανονισμών αρχίσει επί της ουσίας η ακροαματική διαδικασία.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο