ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.
Αριθμός Απαίτησης: 347/2024 (i-justice)
Μεταξύ:
SAUDI OGER LIMITED (υπό εκκαθάριση), εκπροσωπούμενη μέσω των από κοινού (joint) εκκαθαριστών της, κ. Aiman Almeqham, κ. Tarek Alshabani και κ. Rashed Awaja
Εναγόντων
και
1. BANKMED SAL
2. NAJIB E. HAWILLA (υπό την ιδιότητά του ως εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος της BANKMED SAL
3. GEORGE M. ABI CHAMOUN (υπό την ιδιότητά του ως εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος της BANKMED SAL)
Εναγόμενων
--------------------
Αίτηση, ημερομηνίας 3/10/2025
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 6/3/2026
EMΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για εναγόμενους 1, 2 και 3 - αιτητές: κ. Θ. Χριστοδούλου, για CRHYSSES DEMETRIADES & CO LLC
Για ενάγοντες - καθ’ ων η αίτηση: κ. Κ. Πίττας, για ΣΩΤΗΡΗΣ ΠΙΤΤΑΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Οι ενάγοντες καταχώρισαν την απαίτησή τους εναντίον των εναγόμενων επί εντύπου απαίτησης, δυνάμει της εναλλακτικής διαδικασίας η οποία καθορίζεται στο Μέρος 8 των - νέων - Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 (στο εξής «ΚΠΔ»). Με αυτή αξίωναν εναντίον των εναγόμενων τα ακόλουθα:
«Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάττει την Εναγόμενη Αρ. 1 και τους διευθυντές ή τους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους της στην Κύπρο, ήτοι τους Εναγόμενους Αρ. 2-3 και/ή τους αντιπροσώπους ή υπηρέτες τους, εντός δέκα (10) ημερών από την ημερομηνία επίδοσης του Διατάγματος:
1. Ετοιμάσουν, καταχωρήσουν και επιδώσουν στους Δικηγόρους της Ενάγουσας, Ένορκη Δήλωση που θα υπογραφεί από τον Εναγόμενο Αρ. 2 και/ή τον Εναγόμενο Αρ. 3, η οποία θα:
(α) Αποκαλύπτει και αναφέρει όλα τα έγγραφα που επαρουσιάσθηκαν ή καταχωρήθηκαν, ή συλλέχθηκαν ή παραλήφθηκαν από τους Εναγόμενους Αρ. 1-3, για το άνοιγμα του τραπεζικού λογαριασμού και/ή τραπεζικών λογαριασμών που διατηρούντο από τη SAUDI OGER LIMITED εκ του Βασιλείου της Σαουδικής Αραβίας (“SAUDI OGER”) με το Κυπριακό παράρτημα (branch) της Εναγόμενης Αρ. 1, συμπεριλαμβανομένων –(αλλά χωρίς κανένα περιορισμό)- αντιγράφων όλων των εγγράφων ή εντύπων ή αιτήσεων που καταχωρήθηκαν ή υπογράφηκαν εκ μέρους της SAUDI OGER για το άνοιγμα αυτών των τραπεζικών λογαριασμών, ως επίσης και όλες τις πληροφορίες και έγγραφα που συλλέχθηκαν ή διατηρήθηκαν (maintained) από τους Εναγόμενους Αρ. 1-3 προς συμμόρφωση της Πολιτικής ή του καθήκοντος KYC (Know Your Client) («Γνωρίστε τον πελάτη σας») και/ή με βάση τη νομοθεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας και/ή οποιωνδήποτε άλλων διεθνών κανονισμών∙
(β) Αποκαλύπτει την ταυτότητα και πλήρεις πληροφορίες του προσώπου ή προσώπων τα οποία ενεργούσαν ως υπογράφοντες (signatories) ή διαχειριστές του τραπεζικού λογαριασμού ή τραπεζικών λογαριασμών της SAUDI OGER που διατηρούντο στο Κυπριακό υποκατάστημα (branch) της Εναγόμενης Αρ. 1∙ και
(γ) Αποκαλύπτει και/ή αναφέρει όλους τους τραπεζικούς λογαριασμούς της SAUDI OGER στο Κυπριακό υποκατάστημα (branch) της Εναγόμενης Αρ. 1, συμπεριλαμβανομένου – (αλλά χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό) – να αποκαλύπτει και να αναφέρει οποιεσδήποτε εισπράξεις (collections) ή πιστώσεις (credits) ή χρεώσεις (debits) ή μεταφορές ή πληρωμές, που υλοποιήθηκαν ή καταγράφηκαν ή έγιναν μέσω των τραπεζικών λογαριασμών της SAUDI OGER που διατηρούντο στο Κυπριακό υποκατάστημα (branch) της Εναγόμενης Αρ. 1, μεταξύ της περιόδου από την 1/1/2011 μέχρι σήμερα, συμπεριλαμβανομένου – (αλλά χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό) – αντίγραφα όλων των εγγράφων τα οποία παρουσιάστηκαν στο Κυπριακό υποκατάστημα (branch) της Εναγόμενης Αρ. 1 για να δικαιολογήσουν ή να υποστηρίξουν τέτοιες πληρωμές ή χρεώσεις (debits) ή πιστώσεις (credits) ή μεταφορές ή συναλλαγές μαζί με τις γραπτές οδηγίες που δόθηκαν στην Εναγόμενη Αρ. 1 για την εκτέλεση ή υλοποίηση ή πραγματοποίηση τέτοιων πληρωμών ή πιστώσεων (credits) ή χρεώσεων (debits) ή μεταφορών ή συναλλαγών και/ή τις πλήρεις λεπτομέρειες της ταυτότητας του προσώπου ή προσώπων, τα οποία έδωσαν ή απέστειλαν ή υπέγραψαν εκ μέρους της SAUDI OGER τέτοιες γραπτές οδηγίες προς την Εναγόμενη Αρ. 1.
2. Να παρουσιάσουν και να παραδώσουν στους δικηγόρους της Ενάγουσας, αντίγραφα όλων των εγγράφων που είναι στην άμεση ή έμμεση κατοχή ή φύλαξη ή έλεγχο των Εναγόμενων Αρ. 1-3 ή οποιουδήποτε εξ αυτών, που αποδεικνύουν ή επιμαρτυρούν τα ζητήματα που αναφέρονται στην παράγραφο Α(1) ανωτέρω, συμπεριλαμβανομένων (αλλά χωρίς κανένα περιορισμό), αντιγράφων εταιρικών εγγράφων ή ψηφισμάτων του Διοικητικού Συμβουλίου (directors’ resolutions) ή ψηφίσματα των μετόχων (shareholders’ resolutions), αιτήσεων, εντύπων, συμφωνιών, γραπτών οδηγιών, τραπεζικών καταστάσεων, τιμολογίων, προτιμολογίων, πληρεξουσίων, ως επίσης και αντιγράφων οποιωνδήποτε άλλων εγγράφων που είναι στην άμεση ή έμμεση κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο των Εναγόμενων Αρ. 1-3 ή οποιουδήποτε εξ αυτών, σχετικά με τους τραπεζικούς λογαριασμούς της SAUDI OGER που διατηρούντο στο Κυπριακό Παράρτημα της Εναγόμενης Αρ. 1 για την περίοδο 1/11/2011 μέχρι σήμερα, ως επίσης και τα οποία αφορούν οποιαδήποτε πληρωμή ή πίστωση (credit) ή χρέωση (debit) ή μεταφορά ή συλλογή που υλοποιήθηκε ή πραγματοποιήθηκε ή εκτελέστηκε μέσω των τραπεζικών λογαριασμών της SAUDI OGER που διατηρούντο στο Κυπριακό Παράρτημα της Εναγόμενης Αρ. 1 για την περίοδο 1/11/2011 μέχρι σήμερα.
Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να εξουσιοδοτεί ή να επιτρέπει στην Ενάγουσα να χρησιμοποιήσει οποιαδήποτε πληροφορία και/ή έγγραφο, που θα αποκαλυφθεί και θα παραδοθεί στην Ενάγουσα και/ή στους δικηγόρους της Ενάγουσας από κάθε ένα από τους Εναγόμενους Αρ. 1-3, δυνάμει του Διατάγματος ως η παράγραφος (Α) ανωτέρω, προς υποστήριξη των απαιτήσεών της εναντίον της Οικογένειας AL HARIRI, των συνδεδεμένων (affiliated) με αυτούς πρόσωπα και συνεργάτες (associates) τους, ως επίσης και εναντίον οποιουδήποτε άλλου προσώπου ή προσώπων, φυσικών (physical) ή νομικών (legal), που ενδεχομένως να φανεί να έχουν εμπλακεί στις αδικοπραξίες που διαπράχθηκαν εναντίον της Ενάγουσας και/ή προς υποστήριξη οποιασδήποτε άλλης αστικής διαδικασίας που ενδεχομένως να καταχωρηθεί από την Ενάγουσας σχετικά με τα ανωτέρω, είτε στην Κύπρο, είτε στο εξωτερικό, εναντίον των εν λόγω προσώπων.»
Μετά από ακρόαση της απαίτησης, με την έκδοση της απόφασής μου σ’ αυτή, ημερομηνίας 8/9/2025 εξέδωσα και τα δυο αιτούμενα διατάγματα.
Οι εναγόμενοι, στις 23/9/2025 καταχώρησαν έφεση κατά της εν λόγω απόφασης και στις 3/10/2025, την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητούν την αναστολή εκτέλεσης της παραπάνω απόφασης μέχρι την εκδίκαση της έφεσής τους.
Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη η δικηγορική υπάλληλος στη δικηγορική εταιρεία των δικηγόρων των εναγόμενων, Σωτηρούλλα Χρήστου.
Οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση. Αποτελείται από 12 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη ο δικηγόρος στο γραφείο των δικηγόρων τους, Ελευθερία Παύλου.
Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση των γεγονότων και της γραπτής μαρτυρίας που αναφέρονται στην αίτηση και την ένσταση. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενό τους και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων των δικηγόρων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω.
Η ενόρκως δηλούσα για τους εναγόμενους, στην ένορκη δήλωσή της που υποστηρίζει την αίτηση, μεταξύ άλλων, αναφέρει τα εξής:
Το εκδοθέν, με την εκκαλούμενη απόφαση διάταγμα είναι προστακτικής φύσης και οι εναγόμενοι οφείλουν να συμμορφωθούν σε περίοδο 30 ημερών από την επίδοσή του σ’ αυτούς. Εξ όσων γνωρίζει και πληροφορείται, η έφεση που καταχώρησαν οι εναγόμενοι δεν θα αποπερατωθεί εντός της εν λόγω προθεσμίας. Ως αποτέλεσμα, σε περίπτωση που η εκτέλεση της απόφασης δεν ανασταλεί, η έφεση θα καταστεί άνευ αντικειμένου, αφού οι εναγόμενοι θα αναγκαστούν να καταχωρήσουν ένορκη δήλωση με την οποία θα αποκαλύπτουν στους ενάγοντες τα έγγραφα και πληροφορίες που τυχόν ανευρέθηκαν.
Περαιτέρω, το εύρημα του Δικαστηρίου ότι «οι τρεις Εναγόμενοι, όχι απλώς μπορούν, αλλά, ενδεχομένως να είναι και οι μόνοι που μπορούν να παράσχουν τις αιτούμενες πληροφορίες και έγγραφα» παρά τη ρητή θέση των εναγόμενων ότι μέχρι στιγμής δεν έχουν ανευρεθεί τα αιτούμενα έγγραφα και πληροφορίες, εκθέτει τους εναγόμενους σε κίνδυνο άλλων διαδικασιών εναντίον τους.
Εξ όσων πιστεύει και πληροφορείται από τους δικηγόρους των εναγόμενων, η έφεση έχει καλές πιθανότητες επιτυχίας, κυρίως ενόψει και του ότι εγείρονται νομικά ζητήματα που είτε δεν έχουν διευκρινιστεί ακόμη, λόγω της εφαρμογής των νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας είτε γι’ αυτά εκφράστηκε διαφορετική άποψη από άλλο Δικαστήριο της Δημοκρατίας.
Έντιμα και ειλικρινά πιστεύει ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης απαιτεί όπως πρώτα κριθεί η έφεση των εναγόμενων από το Εφετείο και μετά οι ενάγοντες να μπορούν να εκτελέσουν την απόφαση.
Συναφώς με τους παραπάνω ισχυρισμούς των εναγόμενων, η ενόρκως δηλούσα για τους ενάγοντες, στη δική της ένορκη δήλωση η οποία υποστηρίζει την ένσταση στην αίτηση, μεταξύ άλλων, αναφέρει τα εξής:
Τυχόν αναστολή εκτέλεσης της απόφασης θα προκαλέσει τεράστια ζημιά και απώλειες στους ενάγοντες, γιατί, μεταξύ άλλων, τα έγγραφα και πληροφορίες που οφείλουν να αποκαλύψουν οι εναγόμενοι, θα χρησιμοποιηθούν από τους ενάγοντες, για: πρώτο, να αποδείξουν και δικογραφήσουν τις απαιτήσεις τους εναντίον όλων των αδικοπραγήσαντων που διέπραξαν τις αδικοπραγίες που περιγράφονται στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την απαίτηση, ως και την απόφαση, δεύτερο, να εντοπίσουν όλους τους αδικοπραγήσαντες και όλες τις αδικοπραξίες που έγιναν σε βάρος τους και τρίτο, να εντοπίσουν και ιχνηλατήσουν κλοπιμαία περιουσιακά στοιχεία τους τα οποία η οικογένεια AL HARIRI κλπ έχει οικειοποιηθεί και έχει θέσει πέραν της πρόσβασής τους.
Με το υφιστάμενο καθεστώς που επικρατεί στο Κυπριακό Δικαστικό σύστημα, ο αναμενόμενος χρόνος εκδίκασης μιας πολιτικής έφεσης είναι το ελάχιστον από 3-5 χρόνια περίπου.
Οι εναγόμενοι θα συνεχίσουν τις προσπάθειές τους και πιθανόν να πετύχουν να διαγράψουν τους εναγόμενους 1 από το μητρώο αλλοδαπών εταιρειών που διατηρεί ο Έφορος Εταιρειών και έτσι να καταστήσουν άνευ αντικειμένου οποιαδήποτε απόφαση εναντίον των εναγόμενων 1.
Η οποιαδήποτε αναστολή εκτέλεσης της απόφασης θα αποκλείσει τους ενάγοντες να λάβουν κατοχή των ουσιωδών εγγράφων και πληροφοριών που θα αποκαλύψουν οι εναγόμενοι (και που αφορούν τραπεζικούς λογαριασμούς και περιουσιακά στοιχεία των εναγόντων / SAUDI OGER και όχι τρίτων προσώπων) και έτσι, οι ενάγοντες θα αποκλειστούν να χρησιμοποιήσουν αυτά για να πετύχουν τους σκοπούς που περιγράφονται πιο πάνω με σοβαρό κίνδυνο την πιθανή μη απόδειξη των απαιτήσεών τους, το μη εντοπισμό του ποσού των $3.000.000.000 που κλάπηκε από τον τραπεζικό λογαριασμό τους που διατηρούσαν στους εναγόμενους 1 κλπ.
Οι εναγόμενοι δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά, εάν δεν ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης. Αυτό διότι τα έγγραφα και πληροφορίες που διατάχθηκαν να αποκαλύψουν με την απόφαση αφορούν έγγραφα και πληροφορίες που αφορούν και σχετίζονται με τους τραπεζικούς λογαριασμούς που οι ίδιοι οι ενάγοντες διατηρούσαν στους εναγόμενους 1. Πώς είναι δυνατόν οι εναγόμενοι να ισχυρίζονται γενικά και αόριστα ότι θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά, όταν τα έγγραφα και πληροφορίες που οφείλουν να αποκαλύψουν είναι έγγραφα και πληροφορίες που οι ενάγοντες, ως πελάτες/καταθέτες των εναγόμενων 1 (Τράπεζας) δικαιωματικά δικαιούνται να λάβουν, αφού αφορούν δικούς τους τραπεζικούς λογαριασμούς και περιουσιακά στοιχεία;
Ο ισχυρισμός των εναγόμενων ότι δήθεν, αν δεν ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης, η έφεσή τους θα καταστεί άνευ αντικειμένου, είναι παντελώς αβάσιμος. Αυτό, διότι οι ενάγοντες δικαιούνται να χρησιμοποιούν τα έγγραφα και πληροφορίες που θα λάβουν στη βάση της εκκαλούμενης απόφασης και του διατάγματος, ημερομηνίας 8/9/2025, ως ρητά προνοείται σ’ αυτά και σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο η εν λόγω απόφαση και το διάταγμα ακυρωθούν στο μέλλον, τότε οι ενάγοντες θα πάψουν να έχουν δικαίωμα να χρησιμοποιούν τα αποκαλυφθέντα έγγραφα και θα έχουν υποχρέωση να τα επιστρέψουν ή να τα καταστρέψουν.
Υπό το φως των πιο πάνω, δεν πληρείται καμιά προϋπόθεση για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
Υπεισέρχομαι στη νομική πτυχή της αίτησης.
Έχοντας υπόψη ότι η υπό κρίση αίτηση διέπεται από τους ΚΠΔ, δικαιοδοτική της βάση αποτελεί το Μέρος 41.7., κατ’ αντιστοιχία της Δ.35 Θ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το Μέρος 41.7. προνοεί τα ακόλουθα:
«41.7. Αναστολή
(1) (α) Εκτός αν το Εφετείο ή το κατώτερο δικαστήριο διατάξει διαφορετικά, η έφεση δεν επενεργεί ως αναστολή οποιουδήποτε διατάγματος ή απόφασης τού κατώτερου δικαστηρίου.
(β) Αίτηση για αναστολή διατάγματος ή απόφασης του κατώτερου Δικαστηρίου γίνεται πρώτα στο κατώτερο Δικαστήριο.»
Στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων (1991) 1 Α.Α.Δ. 1147 επισημαίνονται τα εξής:
«Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης. Η αναστολή μπορεί να εγκριθεί στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στο δικαστήριο από τη Δ.35 Θ. 18. Η διασφάλιση του τελεσφόρου της πρωτόδικης απόφασης, αφενός, και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης, αφετέρου, συνιστούν τους κατεξοχή παράγοντες που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Η εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων επιβάλλει τη στάθμιση κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με τις επιπτώσεις της αναστολής, όσο και τη ζωτικότητα του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης. Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Το πλαίσιο για τη διάγνωση των δικαιωμάτων του εφεσείοντα σε συνάρτηση με την αποτίμηση των λόγων της έφεσης είναι η ακρόαση της έφεσης. Μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου.»
Ουσιαστικά τα ίδια αναφέρονται και στην Χαραλάμπους Νίκος Σταύρου ν. A. Panayides Contracting Ltd. (2001) 1 Α.Α.Δ. 1978 από την οποία και το απόσπασμα που ακολουθεί:
«Οι αρχές οι οποίες διέπουν το θέμα, εκπηγάζουν από τη νομολογία** και μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως:
(α) Η απόφαση για αναστολή ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η άσκηση της οποίας γίνεται στο πλαίσιο της Διαταγής 35 καν. 18 και σε συνάρτηση προς τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης.
(β) Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης η οποία, παραμένει ισχυρή και διατηρεί την τελεσιδικία της μέχρι την τροποποίηση ή την ανατροπή της από το Εφετείο. Έπεται ότι ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει να αποστερείται τους καρπούς της επιτυχίας του εκ μόνου του γεγονότος ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης του αντιδίκου του. Από την άλλη όμως αποτελεί βασική προϋπόθεση για την απονομή της δικαιοσύνης, η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Η άρνηση έκδοσης διαταγής για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης δυνητικά συνεπάγεται κίνδυνο εξανέμισης της αξίας της έφεσης.
Το δικαστήριο, κατά την εξέταση αίτησης για αναστολή εκτέλεσης απόφασης, έχει καθήκον να εξισορροπήσει δύο σημαντικούς παράγοντες· ήτοι, τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης από τη μια και τη διασφάλιση της αξίας και του αποτελέσματος της έφεσης από την άλλη. Στην The Governor and the Company of the Bank of Scotland v. S.S. Sapphire Seas (2001) 1 Α.Α.Δ. 955, ειπώθηκαν τα εξής:
"Στην περίπτωση των αναστολών γίνεται προσπάθεια εξισορρόπησης δύο παραγόντων: Να δρέψει άμεσα ο νικητής του δικαστικού αγώνα τους καρπούς της επιτυχίας του και να μη μείνει ο άλλος, αν νικήσει, με κενά χέρια. Σ' αυτό το πλαίσιο κινείται η άσκηση της διακριτικής μας εξουσίας."
Εφόσον κριθεί ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για έκδοση διαταγής για την αναστολή της εκτέλεσης, το δικαστήριο έχει καθήκον να επιλέξει τους κατάλληλους για την περίπτωση όρους για να τεθεί σε ισχύ η διαταγή της αναστολής. Εναπόκειται επομένως στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η επιλογή των όρων που θα τεθούν προκειμένου να επιφέρουν την εξισορρόπηση των συγκρουομένων δικαιωμάτων μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης.»
Οι παραπάνω αρχές επαναλαμβάνονται και σε σωρεία άλλων μεταγενέστερων υποθέσεων (βλ. μεταξύ άλλων, Παπακόκκινου Bερεγγάρια Π. ν. Glykys and Araouzos (Insurances) Ltd. ως εκπροσώπου της Pearl Assurances Plc κ.ά. (1998) 1 Α.Α.Δ. 513 και Penderhil Holdings Limited και Άλλοι ν. Ιωάννη Κλουκινά και Άλλων (2011) 1 Α.Α.Δ. 1921).
Καθ’ όλα χρήσιμα είναι και τα ακόλουθα από την πρωτόδικη απόφαση στην υπόθεση (Ε.Δ. Λεμεσού) Ροδόλφου Οντόνι ν. Νomato Investments Limited κ.α., Αρ. Αγωγής 4935/2013, ημερομηνίας 7/5/2014:
«Θα συμφωνήσω ότι η Penderhill δεν εισάγει πάγια αρχή Δικαίου και δεν σημαίνει ότι επί κάθε διατάγματος Norwich θα υπάρχει διάταγμα αναστολής.
Από την Αγγλική και Κυπριακή νομολογία προκύπτουν οι κάτωθι αρχές και ειδικά στα διατάγματα που αφορούν Norwich.
Το ζήτημα της αναστολής εκτέλεσης δικαστικής απόφασης διέπεται ειδικότερα από τη Διάταξη 35 Θεσμός 18 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών.
Γενικά το ζήτημα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται με βάση αρχών που προσδιορίστηκαν μέσα από την νομολογία. Συγκεκριμένα, ο Θεσμός 18 προνοεί, μεταξύ άλλων, ότι η έφεση δεν θα ενεργεί ως αναστολή εκτελέσεως της διαδικασίας στην απόφαση που εφεσιβάλλεται εκτός κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου. Μέσα από την νομολογία αναδύεται από την μια η ανάγκη διασφάλισης του τελεσφόρου της πρωτόδικης απόφασης καθώς και η μη αποστέρηση, χωρίς ουσιαστικό λόγο, στον επιτυγχάνοντα διάδικο από τους καρπούς της επιτυχίας του, ενώ από την άλλη πρέπει να λαμβάνεται πρόνοια έτσι ώστε η έφεση που ασκείται από τον αποτυγχάνοντα διάδικο να μην καθίσταται ανενεργή ως αποτέλεσμα της απόρριψη της αίτησης του για αναστολή εκτέλεσης της εκδοθείσας δικαστικής απόφασης.
Στην ΑΒΡ Holdings Ltd και άλλος ν. Κιταλίδη και άλλων (αρ. 1) (1994) 1 Α.Α.Δ 287 υπογραμμίστηκε πως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται στη βάση των πιο κάτω αρχών:
(α) Ο διάδικος που επιτυγχάνει δεν πρέπει, χωρίς ουσιαστικό λόγο, να στερείται των καρπών της επιτυχίας του και
(β) Το ένδικο μέσο της έφεσης, το οποίο ασκείται δικαιωματικά δεν πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητας του.
Μόνον όμως η ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων είναι δυνατό να κλίνει την πλάστιγγα υπέρ της δεύτερης αρχής, σε βάρος της πρώτης (βλ. Χ"Ευαγγέλου ν. Dorami Marine Ltd & Others (1991) 1 A.A.Δ 172).
Στην υπόθεση Βογαζιανού ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (1997) 1 Α.Α.Δ 591 υποδείχτηκε πως το ορθό κριτήριο για την έγκριση αιτήματος αναστολής δικαστικής απόφασης βρίσκεται στην εξισορρόπηση της φυσιολογικής προσδοκίας του ενάγοντα να δρέψει άμεσα τους καρπούς της νίκης του στο δικαστικό αγώνα που διεξήγαγε με την ανάγκη η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης να μην απωλέσει τη σημασία της μένοντας χωρίς κανένα αντίκρισμα. (Βλ. και Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων (1991) 1 Α.Α.Δ. 1147, Aristidou v. Aristidou (1985) 1 A.A.Δ. 649, Leicester Circuits Ltd v Coates Brothers Plc, [2002] EWCA Civ. 474, παραγρ. 13.»
Με υπαγωγή των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης στις παραπάνω αρχές, κατά την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας που διέπει την αίτηση θεωρώ ότι αυτή δεν μπορεί να ασκηθεί υπέρ της αποδοχής της αίτησης. Ακολουθεί το σκεπτικό:
Καταρχάς, η εκδοχή των εναγόμενων αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους ζητούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι αντιφατική και ασαφής. Η ενόρκως δηλούσα γι’ αυτούς, ενώ από τη μια ισχυρίζεται ότι «…σε περίπτωση που η εκτέλεση της Απόφασης δεν ανασταλεί, η Έφεση θα καταστεί άνευ αντικειμένου, αφού οι Εναγόμενοι θα αναγκαστούν να καταχωρήσουν ένορκη δήλωση με την οποία θα αποκαλύπτουν στους Ενάγοντες τα έγγραφα και πληροφορίες που τυχόν ανευρέθηκαν.» (παράγραφος 6), που με απλά λόγια σημαίνει ότι ενδεχομένως υπάρχουν έγγραφα και πληροφορίες που έχουν βρεθεί τα οποία μπορούν να αποκαλύψουν οι εναγόμενοι, από την άλλη και συγκεκριμένα, στην αμέσως επόμενη παράγραφο (7) ισχυρίζεται ότι «… το εύρημα του Πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι «οι τρεις Εναγόμενοι, όχι απλώς μπορούν, αλλά, ενδεχομένως να είναι και οι μόνοι που μπορούν να παράσχουν τις αιτούμενες πληροφορίες και έγγραφα» παρά τη ρητή θέση των Εναγόμενων ότι μέχρι στιγμής δεν έχουν ανευρεθεί τα αιτούμενα έγγραφα και πληροφορίες, εκθέτει τους Εναγόμενους σε κίνδυνο άλλων διαδικασιών εναντίον τους.» που επίσης, με απλά λόγια σημαίνει ότι δεν έχουν βρεθεί μέχρι στιγμής τα αιτούμενα έγγραφα και πληροφορίες. Προφανώς δεν μπορεί να ισχύουν και τα δυο και πολύ περισσότερο, να προβάλλονται στο πλαίσιο ένορκης δήλωσης.
Όμως, αν υποτεθεί ότι ισχύει το δεύτερο, επειδή, όπως αναφέρει ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόμενων στη γραπτή αγόρευσή του, πρόκειται για αίτηση παρακοής, η διαδικασία με την οποία οι εναγόμενοι κινδυνεύουν να βρεθούν αντιμέτωποι σε περίπτωση που δε θα ανασταλεί η εκτέλεση της εκκαλούμενης απόφασης, η θέση μου είναι η εξής:
Είναι γεγονός, ότι η διαδικασία αίτησης παρακοής διατάγματος αποτελεί οιονεί ποινική διαδικασία, η οποία ωστόσο έχει την αυτοτέλειά της, καθώς, για σκοπούς στοιχειοθέτησής της απαιτείται το υψηλό επίπεδο απόδειξης που απαιτείται στις ποινικές υποθέσεις, δηλαδή, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, είναι η απόδειξη του ηθελημένου της παρακοής. Αυτονόητο πως, το βάρος απόδειξης του αδικήματος/αίτησης βαραίνει τους αιτητές.
Των παραπάνω λεχθέντων, εάν σε σχέση με το επίμαχο διάταγμα και την εκκαλούμενη απόφαση, οι εναγόμενοι βρεθούν αντιμέτωποι με αίτηση παρακοής, είναι αυτονόητο, ότι μόνο σε περίπτωση που ήθελε αποδειχθεί ότι, ενώ μπορούσαν να συμμορφωθούν με το περιεχόμενο και τους όρους του διατάγματος, εντούτοις, δεν το έκαναν επειδή είχαν πρόθεση να καταστρατηγήσουν το διάταγμα, θα έχουν επιπτώσεις.
Εν πάση περιπτώσει είναι και το γεγονός, ότι - για να επαναλάβω - οι εναγόμενοι, κατά μια εκδοχή, ενώ αφήνουν να νοηθεί ότι ενδεχομένως υπάρχουν έγγραφα και πληροφορίες που ανευρέθηκαν, τα οποία, επομένως μπορούν να αποκαλύψουν, εντούτοις, δεν έχουν θέσει υπόψη μου κανένα πειστικό λόγο, γιατί δεν το έκαναν μέχρι σήμερα είτε ακόμη, γιατί δεν μπορούν να το κάνουν, εκκρεμούσης της έφεσής τους κατά της εκκαλούμενης απόφασης.
Επί του γενικού και αόριστου ισχυρισμού τους ότι εάν δεν ανασταλεί η εκτέλεση της εκκαλούμενης απόφασης, η έφεσή τους θα καταστεί άνευ αντικειμένου, η θέση μου είναι ότι αυτό δεν ισχύει.
Τα επίμαχα διατάγματα εκτίθενται στην αρχή της απόφασής μου και από το περιεχόμενο του δεύτερου διατάγματος (υπό Β) είναι αυτονόητο, ότι σε περίπτωση συμμόρφωσής τους με το επίμαχο διάταγμα και ακολούθως, ακύρωσής του στο πλαίσιο της έφεσης των εναγόμενων, οι ενάγοντες, όχι απλώς δεν θα έχουν δικαίωμα να χρησιμοποιήσουν τα οποιαδήποτε έγγραφα και πληροφορίες τους αποκαλύψουν οι εναγόμενοι στο πλαίσιο οποιασδήποτε διαδικασίας, αλλά, ακόμη και να έχουν χρησιμοποιηθεί αυτά, πιθανότατα δεν θα μπορούν να ληφθούν υπόψη, καθώς θα αποτελούν παράνομα ληφθείσα μαρτυρία. Χωρίς βέβαια να παραγνωρίζω και τη δυνατότητα οι ενάγοντες να διαταχθούν να επιστρέψουν τα έγγραφα και να παραδοθούν προς καταστροφή στον Πρωτοκολλητή οποιαδήποτε αντίγραφα (βλ. Rual Trade Ltd. κ.α. v. Raikov κ.α. και Ροδόλφου Οντόνι, ανωτέρω).
Και ενώ οι εναγόμενοι μέχρι στιγμής απέτυχαν να αποδείξουν οποιοδήποτε βάσιμο λόγο για τον οποίο θα πρέπει να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της αποδοχής της αίτησης, σε περίπτωση που διατάξω την αναστολή εκτέλεσης της εκκαλούμενης απόφασης, οι λόγοι για τους οποίους θεωρώ ότι οι ενάγοντες θα έχουν επιπτώσεις αναφέρονται από την ενόρκως δηλούσα γι’ αυτούς στην ένορκη δήλωσή της που υποστηρίζει την ένσταση στην αίτηση. Εκτίθενται σε άλλο σημείο πιο πάνω, επομένως δε χρειάζεται να τους επαναλάβω. Να πω απλώς, ότι τους θεωρώ πειστικούς και απολύτως δικαιολογημένους, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη, ότι πλείστα όσα έχουν τεθεί στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης, είτε υπέρ της αποδοχής της είτε υπέρ της απόρριψής της αποτέλεσαν αντικείμενο εξέτασης και στο πλαίσιο της διαδικασίας η οποία οδήγησε στην έκδοση της εκκαλούμενης απόφασής και από το περιεχόμενο της εν λόγω απόφασης είναι σαφές, ότι με αυτή εξέδωσα τα αιτούμενα διατάγματα, επειδή δέχθηκα τις θέσεις και ισχυρισμούς των εναγόντων και στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιόν μου, που να μου επιτρέπει να προβώ στην εξαγωγή οποιουδήποτε διαφορετικού συμπεράσματος αναφορικά με αυτές τις θέσεις και ισχυρισμούς.
Η παραπάνω διαπίστωσή μου αποτελεί και το βασικό λόγο για τον οποίο θεωρώ ότι ο παράγοντας «προοπτικές επιτυχίας της έφεσης», ενώ είναι σχετικός και ασφαλώς συνεκτιμάται κατά την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας που διέπει το θέμα, εντούτοις, στην προκειμένη περίπτωση είναι οριακής σημασίας. Για να μην πω κάτι άλλο. Δοθέντος ότι οι λόγοι έφεσης μαζί με την αιτιολογία τους εκτίθενται αυτούσια στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, από το περιεχόμενό τους, το μόνο που θέλω να πω είναι να αναδείξω μια σοβαρή ανακρίβεια.
Σύμφωνα με την αιτιολογία 1.4. του 1ου λόγου έφεσης, λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο στη σελίδα 19 της απόφασής του, αντλεί καθοδήγηση από νομολογία που αφορούσε ενδιάμεσες αιτήσεις, βάσει του άρθρου 32 του Ν.14/60, οι οποίες μάλιστα δεν αφορούσαν αίτηση για αποκάλυψη τύπου Norwich Pharmacal. Σύμφωνα με την αιτιολογία 1.5. του ίδιου λόγου έφεσης, εν πάση περιπτώσει, εφόσον το πρωτόδικο Δικαστήριο αντίκρυσε την αίτηση, ως ενδιάμεση, θα έπρεπε να ασχοληθεί και να αναλύσει κατά πόσο πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, δηλαδή, κατά πόσο χωρίς το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη, κάτι που δεν έχει πράξει παρά το ότι εγέρθηκε ως λόγος ένστασης ότι οι ενάγοντες δεν διευκρινίζουν σε τι είδους διαδικασία θα χρησιμοποιηθούν τα οποιαδήποτε έγγραφα και/ή πληροφορίες τους δοθούν.
Καθηκόντως, παραθέτω το σχετικό μέρος της εκκαλούμενης απόφασής μου.
«Όμως και η τρίτη ουσιαστική προϋπόθεση, κατά το ίδιο άρθρο (πιθανότητα ο ενάγων να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά σε περίπτωση μη έκδοσης του διατάγματος) έχει αποδειχθεί.
Οι εκκαθαριστές των εναγόντων, ως εκ της θέσεως του, είναι επιφορτισμένοι με το νομικό καθήκον, μεταξύ άλλων, να εντοπίσουν την κλαπείσα περιουσία των εναγόντων και να λάβουν δικαστικά μέτρα για την ανάκτησή της από αυτούς που την έχουν κλέψει και όπως αναφέρει η Πίττα στην πρώτη ένορκη δήλωσή της που υποστηρίζει την απαίτηση, οι από κοινού εκκαθαριστές έχουν βάσιμους λόγους να πιστεύουν ότι οι ιδιοκτήτες και τα πρόσωπα που έλεγχαν τους ενάγοντες, που είναι οι ιδιοκτήτες και τα πρόσωπα που ελέγχουν και τους εναγόμενους 1 και συγκεκριμένα η οικογένεια Hariri έχουν λάβει διαβήματα για να αποξενώσουν όλα τα κεφάλαια και περιουσιακά στοιχεία των εναγόντων που διατηρούνταν μεταξύ άλλων και στο κυπριακό υποκατάστημα των εναγόμενων 1, έτσι ώστε να καταδολιεύσουν τους πιστωτές των εναγόντων.
Ενώ είναι βέβαιο ότι πλείστα από τα παραπάνω μόνο με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων μπορούν να διασφαλιστούν, στον αντίποδα, οι εναγόμενοι εγείρουν γενικά αόριστα μόνο ζήτημα παραβίασης προσωπικών δεδομένων σε περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, παραβλέποντας ότι τα πρόσωπα στα οποία αναφέρεται ο εναγόμενος 2 στην παράγραφο 49 της πρώτης ένορκης δήλωσής του, ενεργούσαν εκ μέρους των εναγόντων, που στην ουσία είναι και οι αιτητές στην υπό κρίση απαίτηση, οι οποίοι ενεργούν μέσω των εκκαθαριστών τους, επομένως δεν τίθεται καθόλου θέμα παραβίασης προσωπικών δεδομένων.
Εν πάση περιπτώσει, όπως αναφέρεται και στην METAQUOTES SOFTWARE LTD (ανωτέρω), απώτερος σκοπός της έκδοσης διαταγμάτων αποκάλυψης αυτής της μορφής, δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις, είναι η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος και η απρόσκοπτη και ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Με αυτό υπόψη και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη, ότι στην προκειμένη περίπτωση συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, έχω τη βαθιά πίστη ότι με την έκδοσή τους θα εξυπηρετηθεί το δημόσιο συμφέρον και θα διασφαλιστεί η απρόσκοπτη και ορθή απονομή της δικαιοσύνης.
Ό,τι απομένει είναι το ισοζύγιο της ευχέρειας ή ορθότερα, όπως αναφέρεται στην METAQUOTES SOFTWARE LTD και πάλι «...των αναγκών της δικαιοσύνης ή ως πιο αρμόζουσα η φράση «balance of justice» (Francome v. Mirror Group Newspapers Ltd (1984) 1 WLR 892), δεδομένου ότι το Δικαστήριο ασχολείται με τη δικαιοσύνη και όχι με την ευχέρεια των διαδίκων …». Το οποίο, για όλους τους παραπάνω λόγους που αφορούν στην τρίτη ουσιαστική προϋπόθεση, προφανώς και κλίνει υπέρ των εναγόντων, οι οποίοι, χωρίς την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων, θα στερηθούν της δυνατότητας διεκδίκησης δικαστικής θεραπείας.»
Με εξαίρεση την τελευταία παράγραφο η οποία αφορά το ισοζύγιο της ευχέρειας, όλες οι άλλες παράγραφοι πραγματεύονται την τρίτη ουσιαστική προϋπόθεση για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, η οποία, για λόγους που αναφέρονται στο σχετικό απόσπασμα, έκρινα πως είχε αποδειχθεί.
Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ.
Συγκεφαλαιώνοντας - για να καταλήξω -, ενώ δεν έχει αποδειχθεί ότι σε περίπτωση μη έγκρισης της αίτησης, η έφεση των εναγόμενων θα παραμείνει χωρίς αντικείμενο - όπως είναι η θέση τους - και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη, ότι στην προκειμένη περίπτωση, ο παράγοντας της έφεσής τους είναι οριακής σημασίας και συνυπολογίζοντας τις επιπτώσεις στους ενάγοντες σε περίπτωση αποδοχής της αίτησης, στην άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας που διέπει το θέμα, δεν βλέπω για ποιο λόγο θα πρέπει να στερήσω το δικαίωμα των εναγόντων να δρέψουν άμεσα τους καρπούς της επιτυχίας τους από το δικαστικό αγώνα που διεξήγαν, ο οποίος οδήγησε στην έκδοση της δικαστικής απόφασης που εξασφάλισαν εναντίον των εναγόμενων.
Κατ’ ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση απορρίπτεται.
Αναφορικά με τα έξοδα, δεν εντοπίζω κανένα λόγο που να μου επιτρέπει να αποστώ του κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Με αυτό δεδομένο, τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και σε βάρος των εναγόμενων 1, 2 και 3.
(Υπ.) ….….………………………
Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
/ΚΚ
Subject: Civil/Other actionsl/Interim
(Αναφορά: Αίτηση αναστολής εκτέλεσης απόφασης, εκκρεμούσης έφεσης)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο